InTownPost

Ακολουθήστε μας :

22
Παρ, Οκτ
Tο διάβασαν 218 άτομα (218 Views)

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (The Exorcist): του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

EXORC111-ITP000989


Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής αίθουσας προβολής. Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στην play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.Άκου, λοιπόν, να δεις!


«O Εξορκιστής»

(The Exorcist – 1973)



Η διάσημη ηθοποιός Κρις ΜακΝιλ (Έλεν Μπέρστιν) μαζί με την 12χρονη κόρη της Ρέιγκαν (Λίντα Μπλερ) μετακομίζουν στην Γουάσινκγτον για τις ανάγκες μιας ταινίας που πρωταγωνιστεί. Η μικρή Ρέιγκαν, έπειτα από μια πνευματική συνάθροιση με τον γνωστό πίνακα Ουίτζια (Ouija), αρχίζει να συμπεριφέρεται περίεργα και αμέσως υποβάλλεται σε ιατρικές εξετάσεις. Οι θεράποντες ιατροί αδυνατούν να ανακαλύψουν την αιτία της αλλόκοτης και σχεδόν απόκοσμης συμπεριφοράς του κοριτσιού, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά από τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Η υγεία της Ρέιγκαν επιδεινώνεται, το πρόσωπο και το σώμα της μετασχηματίζονται σε ό,τι πιο απεχθές, μιλώντας μάλιστα υβριστικά και σε διάφορες, άγνωστες, αρχαίες διαλέκτους.

Κατόπιν της ανατριχιαστικής επίδειξης μετεωρισμού ανθρώπινου σώματος στο παγωμένο δωμάτιο της μικρής, η απεγνωσμένη μητέρα, αδυνατώντας να βρει λύση στο απόκοσμο που πρόσβαλε την θυγατέρα της, εγκαταλείπει τα ιατρικά, επιστημονικά πεδία για να στραφεί στην θρησκεία και στον ελληνικής καταγωγής καθολικό παπά Κάρας (Τζέισον Μίλερ), που εκτός της ιεροσύνης, είναι και ψυχίατρος.

Ο πατέρας Κάρας με κλονισμένη την πίστη του στον Θεό, καθώς λειτουργεί, σχεδόν, σε άδειο εκκλησίασμα, δεν πιστεύει τόσο σε καταλήψεις μιαρών πνευμάτων, αλλά σε ανθρώπους που εγκαταλείπουν τα θεία. Τα γεγονότα όμως που βλέπει και ακούει από την μικρή Ρέιγκαν αλλάζουν άρδην το σκεπτικό του.

Το χριστιανο-καθολικό ιερατείο πείθεται πως πρόκειται για ξεκάθαρη κατάληψη μιαρού πνεύματος και στέλνει στην Γουάσινγκτον τον έμπειρο εξορκιστή πατέρα Μέριν (Μαξ φον Σίντοου), ο οποίος έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον αδίστακτο, ασσυροβαβυλωνιακό κακοδαίμονα των ανέμων Παζούζου, που κυρίευσε το αθώο μικρό κορίτσι.


Η Λίντα Μπλερ στον ρόλο της Ρέιγκαν


Ο αμερικανικός κινηματογράφος των major studios ρίχνει κλεφτή ματιά στα b-movies, χαϊδεύει στωικά την πλάτη της cult ταινίας τρόμου και με την Warner στο πηδάλιο της παραγωγής, ξεκλειδώνει το σκοτεινό, απαγορευμένο δωμάτιο των ρυπαρών και διαβολικών πνευμάτων για να παρακολουθήσει το κοινό, με μεταφυσική διαλεκτική, την ρεαλιστική λεηλασία της αθωότητας και την ύστατη μάχη του καλού και του κακού σε εποχές άκρατου υλισμού.

Ο «Εξορκιστής» του σκηνοθέτη Γουίλιαμ Φρίντκιν στρώνει την διάθεση σε πολλούς για να ερμηνεύσουν το σενάριο διττά, εν όψει της στραγγαλισμένης από τα άφθονα κοινωνικο-πολιτικά δεινά αμερικανικής κοινωνίας των seventies. Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Πέτερ Μπλάτι, όμως, είναι ξεκάθαρος και ως ακραιφνής μυστικιστής συστήνει, αρχικά στο βιβλίο του και έπειτα σε κινηματογραφικό σενάριο, έναν διάσημο, αρχαίο, καταστροφικό θεό που δεν εγκατέλειψε την Γη ποτέ, ενώ συνεχίζει να διψάει για αθώες, ανθρώπινες ψυχές.


Ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Φρίντκιν και ο ηθοποιός Μαξ φον Σίντοου στα γυρίσματα της ταινίας "Ο Εξορκιστής"


Το «αμερικανικό όνειρο» έχει τον εφιάλτη του

Στην αυγή της δεκαετίας του '70 η ροκ μουσική σκηνή πενθεί την απώλεια του Τζίμι Χέντριξ, της Τζάνις Τζόπλιν (1970), αλλά και του Τζιμ Μόρισον των «Doors» (1971), καθώς και οι τρεις τους, στο ζενίθ της καριέρας τους, εγκατέλειψαν τα γήινα από κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών. Οι τελευταίες φοιτητικές διαδηλώσεις κατεβάζουν την εκπαιδευτική αυλαία των εξεγέρσεων με πυροβολισμούς και θύματα στο Jackson State Gollege του Μισισιπή. Το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, η παραίτηση του προέδρου Νίξον και η λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ, βομβαρδίζουν ανελέητα τους εύθραστους πολιτισμικούς πυλώνες των Η.Π.Α. Ενώ το βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου γεμίζει ξανά σκιές, στο βάθος αρχίζει να αχνοφαίνεται η αυγή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης στην ανθρωπότητα. Το πνεύμα της ψηφιακής τεχνολογίας μόλις εμφανίστηκε.

Η ίδρυση της εταιρείας Microsoft από τον Μπιλ Γκέιτς, η απαγόρευση διαφημίσεων καπνού σε τηλεόραση και ραδιόφωνο, η σοβαρότατη πετρελαϊκή κρίση και ο Στιβ Τζομπς μαζί με τον Στιβ Βόζνιακ και τον Ρόναλντ Γουέιν δίνουν δαγκωμένο τον αμαρτωλό καρπό της Apple στον κόσμο, ενώ παράλληλα σαλπίζουν το νέο επιχειρηματικό βασίλειο. Οι Lynyrd Skynyrd κυκλοφορούν το «Sweet Home Alabama» το 1974 και ο νεόκοπος Στίβεν Σπίλμπεργκ αντιλαμβάνεται πως ο κινηματογραφικός τρόμος, όπως «Ο Εξορκιστής», αλλά με το ανθρώπινο αίμα ρεαλιστικά κινηματογραφημένο, κόβει άφθονο πράσινο χρήμα. Ο νεαρός μουσάτος πιάνει το νόημα και το 1975 απελευθερώνει  σε φιλήσυχο, καλοκαιρινό θέρετρο «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» (Jaws). Αυτά είναι τα σπουδαιότερα γεγονότα των πρώτων, πέντε χρόνων της πιο αμφιλεγόμενης, σκληρής δεκαετίας στην σύγχρονη, αμερικανική ιστορία.

Οι Η.Π.Α., «μεθυσμένες» από την πρόσφατη κατάκτηση του διαστήματος στρέφουν την προσοχή τους στην τεχνολογία και την επιστήμη. Παράλληλα, θλιβερά και σιωπηρά, τα ηττημένα φαντάρια από τις τροπικές ζούγκλες της Ασίας επιστρέφουν στην πατρίδα. Οι μαύρες πλάκες στο κοιμητήριο του Άρλιγκτον, οι χαραγμένες με τα ονόματα των πεσόντων στα υγρά χώματα του Βιετνάμ αυξάνονται αισθητά. Στις υποβαθμισμένες συνοικίες και τις φτωχογειτονιές, τα σπιτικά γεμίζουν από αμαξίδια με νεαρούς, ανάπηρους πρώην στρατιώτες. 

Τοποθετούνται οι πρώτες ράμπες στις εισόδους των νοσοκομείων, των καταστημάτων, των θεάτρων, των κινηματογράφων, των εκκλησιών και των ταχυδρομείων για την εξυπηρέτηση των ανάπηρων πολέμου και στα στρατιωτικά θεραπευτήρια ψυχικών νοσημάτων γίνεται το αδιαχώρητο από σαλταρισμένους στρατιωτικούς. Τα ναρκωτικά οργιάζουν και συνάμα πρωτοστατούν στην καταστροφική νιρβάνα των σακατεμένων ψυχών. 

Η «Γη της Επαγγελίας» σηκώνει τα χέρια ψηλά στους πολεμιστές της και με ημίμετρα εγκαταλείπει τα «παιδιά» της στο έλεος τής τύχης τού καθενός.

Η Αμερική σκύβει το κεφάλι στα τραύματα της και αρχίζει γρήγορα να γλείφει τις πληγές της για να ιαθεί όπως όπως και να αποδείξει στον λαό τής αστερόεσσας, ότι το έθνος ξέρει τον τρόπο να αποκαθιστά την τάξη. Αυξάνεται η παραγωγή, ρίχνονται αγαθά και χρήμα στην καταναλωτική αγορά για να αναστηθεί το «αμερικανικό όνειρο». Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως οι πόλεμοι της Κορέας και του Βιετνάμ δεν διέθεταν δράμι ιδεολογικού υπόβαθρου, αλλά στήθηκαν με οικονομίστικα, εξουσιαστικά κίνητρα ως προς τον έλεγχο του οπίου στο «χρυσό ασιατικό τρίγωνο» και την διακίνηση του στην Δύση. Οι βιομηχανίες όπλων καταγράφουν τον συβαριτισμό σε όλο το μεγαλείο του. Παρόμοια ιστορία που επαναλήφθηκε, δυόμιση δεκαετίες μετά, στον πόλεμο του Ιράκ και του Αφγανιστάν.

Οι Αμερικανοί πιστεύουν ακράδαντα, πως ο Θεός είναι απών στην καινούργια δεκαετία του '70 και το έθνος βρίσκεται στο έλεος σατανάδων με την μορφή ανθρώπων, που σκοπό έχουν τον απόλυτο έλεγχο, την υποδούλωση, την εξόντωση των πολιτών και την αδιάκοπη συσσώρευση πλούτου. Οι εκκλησίες όλων των δογμάτων και των αιρέσεων, απανταχού της αμερικανικής επικράτειας, αυξάνουν τους πιστούς τους και τα ιερά βιβλία ξεσκονίζονται και ξαναδιαβάζονται με προσοχή.

Οι κινηματογραφικές αίθουσες, δυο χρόνια πριν την λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ, προβάλλουν την ταινία «Ο Εξορκιστής», του Γουίλιαμ Φρίντκιν, διαβιβάζοντας το νέο θρησκευτικό και συνάμα κοινωνικό μήνυμα στους ψυχικά αποδεκατισμένους απλούς ανθρώπους: «Το αμερικανικό όνειρο έχει τον εφιάλτη του».

Η ταινία προκαλεί τρόμο, υστερίες, λιποθυμίες, οι θεατές καταρρέουν στις σκοτεινές αίθουσες, λένε, πως μέχρι και αποβολή εγκύου σημειώθηκε σε κάποια από τις προβολές της. Οι ανθρώπινες τρίχες ασπρίζουν από την κινηματογραφική εισβολή του πανάρχαιου, μεσοποταμιακού κακοδαίμονα Παζούζου στο σώμα της αθώας, ανήλικης και άμοιρης Ρέιγκαν, θυγατέρα πλούσιας και διάσημης σταρ του σινεμά.

Η επιλογή του Παζούζου στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Πέτερ Μπλάτι (7 Ιανουαρίου 1928 – 12 Ιανουαρίου 2017) και στην συνέχεια στο κινηματογραφικό σενάριο, διόλου τυχαία είναι. Ο συγκεκριμένος, πρωταγωνιστής κακοδαίμονας της ταινίας είναι ο κυρίαρχος των ανέμων, ο αδελφός του Χουβάβα, του εξολοθρευτή φύλακα του δάσους των κέδρων που ζούσαν οι θεοί, αλλά και ο γιός του θεού όλων των αρνητικών δυνάμεων, του αιμοσταγούς Χάνπα.

Ο Παζούζου, ως αρχαίος, ορμητικός «θεός» που είναι, απεικονίζεται μισός ως ζώο και μισός ως άνθρωπος με το δεξί χέρι να δείχνει τον ουρανό, το σημείο της καταγωγής του και το αριστερό να δείχνει την Γη, τον χώρο που εξουσιάζει. Είναι η οντότητα που προκαλεί όλα τα δεινά και την καταστροφή στον άνθρωπο, όπως την δίψα, την πείνα έως τον θάνατο, αλλά και το σκοτεινό πνεύμα που όταν λατρευτεί σωστά προστατεύει τους πιστούς του από τα υπόλοιπα, μιαρά πνεύματα.


Ο μεσοποταμιακός, αρχαίος θεός και κακοδαίμονας Παζούζου παρουσιάζεται στην μικρή Ρέιγκαν


Διαχρονική, αξεπέραστη παραγωγή και όσα υβρίδια κι αν καλογυρίστηκαν στην συνέχεια, «Ο Εξορκιστής» του Γουίλιαμ Φρίντκιν συνεχίζει να κρατάει γερά και σταθερά το σκήπτρο στον κινηματογραφικό, μεταφυσικό πόλεμο καλού και κακού τις τελευταίες πέντε δεκαετίες. Εξακολουθεί να νερώνει το αίμα στις αρτηρίες των θεατών από φόβο έως σήμερα. Είναι αυτή η ψυχρή, μπλε ελεκτρίκ ατμόσφαιρα του δωματίου, που αρκετοί κινηματογραφιστές αντέγραψαν, είναι η δαιμονισμένη φάτσα της πιτσιρίκας Ρέιγκαν (Λίντα Μπλερ), που γυρίζει το κεφάλι της 360 μοίρες σαν κούκλα. Είναι η ερεβώδης φωνή του εξαποδίτη, που βγαίνει τρομακτικά, απειλητικά από το παραμορφωμένο πρόσωπο του κοριτσιού. Είναι οι δυο αφοσιωμένες, ιερατικές φιγούρες, του Λάνκεστερ Μέριν (Μαξ φον Σίντοου) και αυτή του Έλληνα, καθολικού παπά Ντάμιεν Κάρας (Τζέισον Μίλερ: 22 Απριλίου 1939 – 13 Μαΐου 2001). Είναι το περίτεχνο παιχνίδι των σκιών στους τοίχους του δωματίου την ώρα του εξορκισμού. Είναι ακόμα ό,τι τα έπιπλα και τα ανθρώπινα κορμιά στο κολασμένο δωμάτιο του κοριτσιού παραδίδονται στην δύναμη του σκότους, να εκσφενδονίζονται δεξιόθεν και αριστερόθεν σαν τρελή διαδρομή σε roller coster. Η ταινία είναι ένα μεγαλείο θεάματος στο είδος του θρησκευτικού, μεταφυσικού τρόμου.

Η αρχική αφίσα που φιλοτέχνησε η δημιουργική ομάδα παραγωγής της Warner Bros για την ταινία ως πρώτη ιδέα ήταν ένα σχέδιο που απεικόνιζε την μικρή Ρέιγκαν να κρατά τον ματωμένο σταυρό την στιγμή που αυνανίζεται με αυτόν και ως μότο της αφίσας έγραψαν:«Ο Θεός να βοηθήσει αυτό το κορίτσι». Ο Φρίντκιν απέρριψε αμέσως το σχέδιο και το μότο, λέγοντας, ότι «η λέξη «Θεός» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να διαφημιστεί μια ταινία».

Το αθώο και καλοσυνάτο πρόσωπο της Λίντα Μπλερ ανέλαβε να το μεταμορφώσει, ώστε να στοιχειώσει τα όνειρα των θεατών, ο βετεράνος make up artist Ρίτσαρντ Έμερσον Σμιθ, γνωστός στον χώρο του σινεμά ως Ντικ Σμιθ (26 Ιουνίου 1922 – 30 Ιουλίου 2014), ο οποίος βραβεύτηκε με Όσκαρ για την ταινία «Αμαντέους» («Amadeus» - 1984). Η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου το 2012 παρέδωσε, μάλιστα, στον Σμιθ και το τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στην 7η Τέχνη.

Η Warner Bros, κατόπιν της επίσημης πρεμιέρας της ταινίας προστατεύει με σωματοφύλακες, επί εικοσιτετραώρης βάρδιας και για έξη μήνες, την 13χρονη πρωταγωνίστρια Λίντα Μπλερ, γιατί δέχθηκε σοβαρές απειλές θανάτου, όπως είπαν, από μια θρησκευτική αίρεση λόγω του ότι η ταινία εξυμνεί τον σατανά.


Ο ΝτιK Σμιθ (Ρίτσαρντ Έμερσον Σμιθ) μεταμορφώνει την Λίντα Μπλερ για τις ανάγκες του ρόλου

Η φωνή του κακοδαίμονα Παζούζου, που σηκώνει την ανθρώπινη τρίχα κάγκελο και βγαίνει από τα μαύρα ερέβη της μικρής Ρέιγκαν δεν είναι προϊόν ηχητικού εφέ. Η βραβευμένη με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία «Ο Γίγας», η Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και του ραδιοφώνου Μερσέντες ΜακΚέιμπριτζ (16 Μαρτίου 1916 – 2 Μαρτίου 2004) είναι, κυριολεκτικώς, η ηχητική ταυτότητα του δαίμονα. Η έμπειρη ηθοποιός κατάπινε ωμά αυγά και κάπνιζε αρειμανίως για να μεταμορφώσει την φωνητική της συμπεριφορά, όπως επίσης κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, καθώς γνώριζε, λόγω των προβλημάτων της με τον αλκοολισμό στο παρελθόν, ότι το δυνατό ποτό αλλοιώνει την χροιά της φωνή της προς το χειρότερο.

Όταν ηχογραφούσαν οι τεχνικοί της παραγωγής στο στούντιο, με την ΜακΚέιμπρτιζ, να αποδίδει φωνητικά τον δαίμονα, η ηθοποιός είχε κοντά της τον πνευματικό της σύμβουλο για να κρατάει σταθερή την νηφαλιότητα του μυαλού της και σε ισορροπία το ανθρώπινο στοιχείο μέσα της. Ο ιερέας την ενθάρρυνε, λέγοντας της, πως: «είναι ακόμα μια δουλεία σε μια ταινία και τίποτα άλλο»

Η ΜακΚέιμπρτιζ μήνυσε την Warner Bros διότι δεν γράφτηκε το όνομα της στα credits, ότι είναι η φωνή του κακοδαίμονα Παζούζου. Ο Φρίντκιν σε συνέντευξη του ανέφερε, πως: «Η ίδια η ΜακΚέιμπριτζ δεν ήθελε να γραφτεί το όνομα της για να πεισθούν οι θεατές πως η φωνή είναι της Λίντα Μπλερ». Τελικά, έπειτα από αυτή την διαμάχη το όνομα της Μερσέντες ΜακΚέιμπριτζ συμπληρώθηκε στους τίτλους της παραγωγής. 
 

Η ταινία «Ο Εξορκιστής» (The Exorcist) σε σκηνοθεσία του Γουίλιαμ Φρίντκιν και σενάριο του συγγραφέα Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι, είναι η πρώτη κινηματογραφική παραγωγή τρόμου στην ιστορία του σινεμά, που προτάθηκε για το βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Μαζί με επτά ακόμα υποψηφιότητες στις μεγάλες κατηγορίες, κατέληξε να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Μεταφοράς Σεναρίου για τον συγγραφέα Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι και το Όσκαρ Ήχου για τον Ρόμπερτ Νότσον και τον γερόλυκο, τον τρις οσκαροβραβευμένο, Κρίστοφερ Νιούμαν («Εξορκιστής», «Αμαντέους», «Άγγλος Ασθενής»). 

«Ο Εξορκιστής» ως κινηματογραφική παραγωγή κόστισε, περίπου, τα 11 εκατομμύρια δολάρια και απέφερε τεράστια κέρδη στην Warner Bros για να γίνει το Νο1 blockbuster της εταιρείας, τινάζοντας, κυριολεκτικώς, το box office στον αέρα με 1 δις 14 εκ. δολάρια έσοδα (πηγή: «Telegraph»: Μάιος του 2018).


Ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Φρίντκιν καθοδηγεί την 13χρονη ηθοποιό Λίντα Μπλερ


Η Μουσική

Τα μουσικά, κλασσικού ύφους μοτίβα που πλαισιώνουν το score της ταινίας «Ο Εξορκιστής» προέρχονται από έργα του σπουδαίου Πολωνού συνθέτη Κζιστόφ Πεντερέφσκι, του εξαιρετικού, Γερμανού αντιναζιστή Χανς Βέρνερ Ένζε και του Αμερικανού μινιμαλιστή μουσικού Ντέιβιντ Ράσελ Μπόρντεν. Στο soundrack ακούγεται, επίσης, το «Ramplin Man» των Allman Brothers, αλλά και τα τραγούδια «Ιστορία μου Αμαρτία μου» της Ρίτας Σακελαρίου και «Παραμυθάκι μου» με τον Γιάννη Καλατζή, ως το μουσικό ηχόχρωμα της ελληνικής καταγωγής του καθολικού ιερέα Κάρας.

Το μελωδικό όμως αποτύπωμα που έχει μείνει βαθιά χαραγμένο στην μνήμη του κάθε κινηματογραφόφιλου, καθώς από τις πρώτες νότες το μουσικό θέμα ταυτίζεται αυτόματα με την ταινία και αντιστρόφως, ανήκει στον Μάικλ Όλντφιλντ και το θρυλικό έργο του «Tubular Bells».

Ο μουσικός και συνθέτης της ηλεκτρονικής, progressive rock με τα μινιμαλιστικά, φολκ και έθνικ στοιχεία γεννήθηκε το 1953 στο Ρέντινγκ της Αγγλίας και σε ηλικία 19 χρόνων ντεμπουτάρει στα μουσικά πράγματα με το πρώτο του instrumental άλμπουμ, «Tubular Bells». Ο νεαρός μουσικός με το υλικό γραμμένο σε κασέτα αρχίζει να το παραδίδει σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες, όπου ανάμεσά τους είναι η EMI και η CBS. Τα στελέχη των εταιρειών απορρίπτουν, ασυζητητί, το ντέμο του Όλντφιλντ λόγω απουσίας φωνητικών.

Απογοητευμένος και με ελάχιστα χρήματα, ο νεαρός συνθέτης πληροφορείται, πως η Σοβιετική Ένωση καταβάλει γερές αποδοχές σε Ευρωπαίους μουσικούς για να δώσουν συναυλίες στην Μόσχα. Έτοιμος να επικοινωνήσει με την πρεσβεία της ΕΣΣΔ και τις βαλίτσες του μισοφτιαγμένες για αναχώρηση, λαμβάνει τηλεφώνημα από τον παραγωγό Τομ Νιούμαν, που είχε ένα ντέμο στα χέρια του και αμέσως κανονίζει στον Όλντφιλντ συνάντηση με τον Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο οποίος μόλις έχει ξεκινήσει μια νέα δισκογραφική εταιρεία.


Ο μουσικός και συνθέτης Μάικλ Όλντφιλντ


Ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο Σάιμον Ντράπερ, ο Νικ Πάουελ και ο δαιμόνιος, μουσικός παραγωγός Τομ Νιούμαν - που ανακάλυψε τον Όλντφιλντ και πολλούς ακόμα μουσικούς στην συνέχεια - είναι οι ιδρυτές της «Virgin Records». Ο Μάικλ Όλντφιλντ είναι το παρθενικό, δισκογραφικό συμβόλαιο της εταιρείας. Tο δε άλμπουμ «Tubular Bells», κάνει το ποδαρικό, καθώς πρώτο «φοράει» το ψυχεδελικό label της νεοσύστατης εταιρείας. Η δουλειά του νεαρού Άγγλου συνθέτη χαράζεται σε βινύλιο, το εξώφυλλο με τον διπλωμένο σωλήνα φιλοτεχνεί ο άγνωστος τότε, θρυλικός μετέπειτα, φωτογράφος Τρέβορ Κέι και το αποτέλεσμα τοποθετείται στις προθήκες των δισκάδικων στις 25 Μαΐου του 1973, αναζητώντας την τύχη του.

Για την ιστορία και το συλλεκτικό του θέματος να αναφέρουμε, ότι στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ υπάρχει η προβακατόρικη, χιουμοριστική ενημέρωση από την νεοσύστατη Virgin προς στους αγοραστές του LP, που γράφει: «In Glorious Stereophonic Sound...» (σε ένδοξο στερεοφωνικό ήχο), μαζί με ένα μικρό κείμενο προτρέποντας τους κατόχους μονοφωνικών συστημάτων ήχου να τα παραδώσουν αμέσως στην αστυνομία.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει δυο, μόνο, εκπληκτικές συνθέσεις του Όλντφιλντ, διάρκειας πάνω από είκοσι λεπτά η κάθε μια, με τον μουσικό να παίζει, ως συνήθως, τα περισσότερα όργανα. Οι πωλήσεις του δίσκου αρχικά ήταν απογοητευτικές έως ασήμαντες.


Το θρυλικό μουσικό άλμπουμ «Tubular Bells», του Μάικλ Όλντφιλντ με το εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τον Τρέβορ Κέι


O Γουίλιαμ Φρίντκιν, κρατώντας στα χέρια του το σενάριο του Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι και με το πράσινο φως από την Warner Bros, αναθέτει στον Αργεντινό-Αμερικανό πιανίστα και συνθέτη Λάλο Σίφριν («Επικίνδυνες Αποστολές», «Bulit», «Ο Βρώμικος Χάρι») να γράψει το score της ταινίας. Η προσέγγιση του διάσημου μουσικοσυνθέτη στο πνεύμα της ταινίας δεν ικανοποιούν καθόλου τον σκηνοθέτη και ο Φρίντκιν αποφασίζει να ακολουθήσει την λύση της playlist για να ντύσει μουσικά την παραγωγή.

Υπάρχουν δυο εκδοχές για το πως ο Φρίντκιν συμπεριέλαβε το μουσικό απόσπασμα από το δισκογραφικό ντεμπούτο του Μάικλ Όλντφιλντ, που έγινε, μάλιστα και η μουσική ταυτότητα της ταινίας. Η πρώτη αναφέρει, ότι ο σκηνοθέτης έπειτα από την απόρριψη του Σίφριν, επισκέφθηκε τον Τουρκο-Αμερικανό πρόεδρο της δισκογραφικής εταιρείας Atlantic Records, Άχμετ Έρτεγκαν και ακούγοντας διάφορες καινούργιες δουλειές, «αρπάζει» με λευκή ετικέτα, όπως λένε, το «Tubular Bells», αφού η Atlantic Records, έχει μόλις αναλάβει την διανομή του άλμπουμ στις Η.Π.Α..

Η δεύτερη εκδοχή περιγράφει, ότι στα γυρίσματα της ταινίας στην Γουάσιγκτον, όπου διαδραματίζεται και η ιστορία, ο νεανικός ραδιοφωνικός σταθμός του πανεπιστημίου Τζορτζτάουν, ο WGTB, τον οποίο άκουγε Φρίντκιν, έπαιζε συνεχώς το φρεσκοκυκλοφορημένο «Tubular Bells». Ο σκηνοθέτης ζήτησε να βρεθεί αμέσως το LP και να έρθει στα χέρια του. Καμία από τις δυο ιστορίες δεν απορρίπτει ο Φρίντκιν, ούτε όμως στηρίζει κάποια από τις δυο, απλά σημειώνει πως τα γεγονότα συνέβησαν σε συνδυασμό των δυο εκδοχών.

Η σκοτεινή, αποκρυφιστική ατμόσφαιρα του σεναρίου, η άψογη σκηνοθεσία και η πρωτοποριακή μουσική του Όλντφιλντ – αν και μικρής διάρκειας το θέμα στην ταινία - δένουν ανατριχιαστικά πανέμορφα. Το δε άλμπουμ του νέου συνθέτη από το Ρέντινγκ, κατόπιν της κινηματογραφικής επιτυχίας του «Εξορκιστή» απογειώνεται στους αιθέρες της αναγνώρισης και της δόξας.

Το «Tubular Bells» παραμένει για ένα χρόνο σταθερά στην πρώτη δεκάδα των τσαρτς της Αγγλίας και για μια εβδομάδα κατακτάει το νούμερο ένα της λίστας των επιτυχιών. Στον πίνακα των 200 κορυφαίων μουσικών άλμπουμ του αμερικάνικου Billboard, η δουλειά του Μάικλ Όλντφιλντ έπιασε το νούμερο τρία, ενώ σε Καναδά και Αυστραλία έφτασε στην κορυφαία θέση του πίνακα των επιτυχιών. Το «Tubular Bells» γίνεται εννέα φορές πλατινένιος στην Αγγλία, πουλώντας 2.630.000 δίσκους και μαλαματένιος στις Η.Π.Α., φτάνοντας συνολικά τα 15 εκατομμύρια αντίτυπα, παγκοσμίως.

«Ο Εξορκιστής» βολεύεται αυτοκρατορικά σε περίοπτη θέση στο πάνθεον του κινηματογραφικού τρόμου και η επιτυχία του «Tubular Bells», αλλά και η σπουδαία καριέρα του Άγγλου, μουσικού Μάικλ Όλντφιλντ, ήρθαν στην «ώρα τους».

Όπως, ακριβώς απαντάει η μικρή Ρέιγκαν, προκαλώντας ειρωνικά, ως Παζούζου τον πατέρα-Κάρας, κάνοντας φιγούρα, ανοίγοντας τηλεπαθητικά τα συρτάρια… «In time!»


Το «Tubular Bells» του Μάικλ Όλντφιλντ που σφράγισε μουσικά την ταινία «Ο Εξορκιστής» (The Exorcist)

Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες,...
«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/