InTownPost

Ακολουθήστε μας :

28
Κυρ, Νοε
Tο διάβασαν 464 άτομα (464 Views)

Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες (The Deer Hunter), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

DEER30-ITP01EXON0_20211016-193917_1



Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής αίθουσας προβολής. Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στην play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση. Άκου, λοιπόν, να δεις!


«Ο Ελαφοκυνηγός»

(The Deer Hunter - 1978 )


Στην βιομηχανική κωμόπολη Κλέιρτον της Πενσιλβάνια το έτος 1968, οι κάτοικοι της ζουν, εργάζονται, ονειρεύονται, ερωτεύονται, γερνούν και αποχωρίζονται τα γήινα συντονισμένοι στους ρυθμούς της τοπικής βιομηχανίας χάλυβα, που είναι ο οικονομικός πνεύμονας του τόπου. Ο Μάικλ (Ρόμπερτ Νε Νίρο), που είναι ο αρχηγός της παρέας, ο ντροπαλός Στίβεν (Τζον Σάβατζ), ο Νικ (Κρίστοφερ Γουόκεν), που αγαπάει την ίδια γυναίκα με τον Μάικλ, την Λίντα (Μέριλ Στριπ), είναι οι παιδικοί, επιστήθιοι φίλοι με τις κοινές παραστάσεις, τα όμοια βιώματα και ενώ εργάζονται στην φάμπρικα, ταυτόχρονα ανεβαίνουν στο βουνό για το κυνήγι ελαφιών αρκετά συχνά. Την παρέα ακολουθούν ο Σταν (Τζον Καζάλ) και ο Τζον (Τζόρτζ Ντούντζα), επίσης συντοπίτες και εργάτες στο χαλυβουργείο.

Ο Μάικλ, ο Στίβεν και ο Νικ καλούνται από τον αμερικάνικο στρατό για να κατευθυνθούν στο Βιετνάμ και να πολεμήσουν τον «κίτρινο εχθρό» για τη χώρα τους. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και για να διαλύσουν φόβους, ανασφάλειες, αλλά και την άγνωστη τύχη τους στα πεδία των μαχών, γιορτάζουν με ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι στο αγαπημένο τους στέκι και ένα τελευταίο κυνήγι ελαφιού στην επιβλητική, νεφοσκεπή οροσειρά Αλεγκέινις των Απαλαχίων ορέων. Ο Νικ βάζει τον Μάικλ να υποσχεθεί, πως δεν θα τον εγκαταλείψει στο Βιετνάμ. Ο Στίβεν πριν φύγει νυμφεύεται την Άντζελα που είναι έγκυος από άλλο άνδρα, και ο γάμος τους γίνεται το τελευταίο, μεγάλο πανηγύρι των φίλων.

Η φρίκη του πολέμου στην ασιατική ζούγκλα, η αιχμαλωσία τους, οι φονικές αναμετρήσεις της ρωσικής ρουλέτας, που τζογάρουν οι Βιετκόνγκ και αναγκάζονται να παίξουν μεταξύ τους οι αιχμάλωτοι, σταματούν τους δείκτες στο ρολόι της ανθρώπινης λογικής, για να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Ο τραυματισμός με συνέπεια την αναπηρία του Στίβεν, αλλά και η εξαφάνιση του Νικ είναι τα νέα που πληροφορείται ο Μάικλ όταν επιστρέφει στον τόπο του, που τίποτα πια δεν είναι το ίδιο με πριν, ούτε και το κυνήγι των ελαφιών, αφού η τρέλα του μάταιου πολέμου διέλυσε κάθε ανθρώπινο στοιχείο, γεμίζοντας με πόνο και παραφροσύνη τις ανθρώπινες ψυχές των τριών φίλων.

Ο Μάικλ αποφασίζει να επιστρέψει στο Βιετνάμ, ως πολίτης αυτή την φορά, για να φέρει πίσω τον Νικ, όπως υποσχέθηκε στον φίλο του, ο οποίος βρίσκεται παραδομένος στα σαγόνια του σκοτεινού, μηδενιστικού τέρατος, ναρκομανής, ημίτρελος και σκοτεινός, παίζοντας την ζωή του στο κολασμένο παιχνίδι θανάτου της ρωσικής ρουλέτας, έναντι στοιχημάτων.



Οι πλακέτες, τα τσιπς και η τεχνολογία θεραπεύουν τα διαλυμένα όνειρα

Η λήξη του πολέμου του Βιετνάμ είναι ακόμα νωπή και το 1978 που γυρίστηκε η ταινία οι τοξικές αναθυμιάσεις στα ψυχροπολεμικά παρασκευαστήρια των σκοτεινών, μυστικών υπηρεσιών πνίγουν τους σκεπτόμενους Αμερικάνους, καθότι το κόστος του συγκεκριμένου πολέμου στις ζούγκλες της Ινδοκίνας καταμετρήθηκε διαφορετικά από την πραγματική του αξία, εάν υπήρχε στα αλήθεια ως αιτία. Οι θεατές σοκάρονται από τον ρεαλισμό των σκηνών στην ταινία «Ο Ελαφοκυνηγός», ειδικά αυτών με την ρωσική ρουλέτα, σχεδόν, να μην πιστεύουν στα μάτια τους για τα όσα διαδραματίζονται στο μεγάλο άσπρο πανί κάτω από την σκηνοθετική μπαγκέτα του Μάικλ Τσιμίνο.

Η εργατική τάξη της βόρειας Αμερικής στέλνεται στην εξόντωση και ο Τσιμίνο χωρίζει την ταινία του σε τρία βασικά μέρη. Σε έναν γάμο, σε έναν πόλεμο και σε μια κηδεία, όπου και στα τρία διαφορετικά κεφάλαια ο σκηνοθέτης εκδηλώνει το ανθρώπινο συναίσθημα, το μετασχηματίζει και τέλος το καταστρέφει.

Άφθονα ναρκωτικά, παραφροσύνη, σωματικό και ψυχικό σακατιλίκι, θάνατος, απώλεια στήριξης του ανθρώπινου στοιχείου, τοποθετούνται στην εφιαλτική όψη ενός πολέμου που προβάλλει νέες μεθόδους μαχών. Το σύστημα των Η.Π.Α. γρήγορα μαζεύει τα κομμάτια του από τις ζεστές, πυκνόφυτες περιοχές του Βιετνάμ, επιθυμώντας να οδηγήσει τους πολίτες στον δίαυλο της λησμονιάς, από αυτή την φερόμενη και ως ήττα των στρατιωτικών της δυνάμεων. Το κράτος ενεργοποιεί μεθοδευμένα και με την ταχύτητα υδραργύρου την δική του «κουρδιστή» τακτική τής ανασύστασης του αμερικανικού ονείρου, αυτή την φορά πιο δυναμικά από όλες τις γνωστές προηγούμενες.

Το φαραωνικό «bigger than life», των προηγούμενων δεκαετιών έχει ήδη καταρρεύσει και στα ερείπια του στήθηκε η ερμαφρόδιτη, «άτακτη» αντεργκράουντ, πολύχρωμη τέντα της pop-art σκηνής του Άντι Γουόρχολ και της παρέας του και των ανεξάρτητων, καλλιτεχνικών ταινιών του Χόλιγουντ, ενώ τα μικρά, φθηνά κομπιουτεράκια Σινκλέρ είναι το βασικό εργαλείο στους χαρτοφύλακες κάθε επαγγελματία για γρήγορες πράξεις. Οι «Άγγελοι του Τσάρλι» ντεμπουτάρουν στην μικρή οθόνη το 1976 και το χτένισμα της Φάρα Φόσετ μαγεύει το τηλεοπτικό κοινό. Ο βασιλιάς της ροκ Έλβις Πρίσλεϊ φεύγει από την ζωή στις 16 Αυγούστου 1977 σε ηλικία 42 ετών, ρίχνοντας σε απαρηγόρητο πένθος τους Αμερικανούς, μετατρέποντας αυτομάτως την Γκρέισλαντ σε τόπο λαϊκού προσκυνήματος.

Οι πρώτοι επιτραπέζιοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές Απλ (Apple) του Στιβ Τζομπς, το γνωστό p.c., αρχίζουν να κοσμούν τα γραφεία δημόσιων επιχειρήσεων και μεγάλων, ιδιωτικών εταιρειών. Η επαναστατική Atari με τα δυο χειριστήρια βάζει το ηλεκτρονικό παιχνίδι στο σπίτι και η Sony απομονώνει τον νεολαίο με το καινοτόμο, φορητό Walkaman, παίζοντας μουσική για τα ώτα ενός και μόνο ανθρώπου, όπου κι αν αυτός επιθυμεί να βρίσκεται. Η σπιτική ψυχαγωγία ανοίγει σαμπάνια στις 9 Σεπτεμβρίου 1976, καθώς καλοδέχεται το πρώτο σύστημα παραγωγής ήχου και εικόνας VHS (Video Home System) της ιαπωνικής εταιρίας JVC και το σαλόνι μεταμορφώνεται σε μίνι σινεμά.

Απλά και μόνο στο άκουσμα τής λέξης «Βιετνάμ» η ψυχοσύνθεση του Αμερικανού πολίτη ηλεκτρίζεται καθολικά, με τους μισούς να πιστεύουν ότι το κράτος ορθώς έπραξε τον πόλεμο και καταλυτικά επενέβη στην εξάπλωση της κόκκινης ιδέας των Σοβιετικών, ενώ οι άλλοι μισοί, οι πιο σκεπτόμενοι, ασκούν δριμεία κριτική στους εθνοπατέρες για τις εγκληματικές τους αποφάσεις, στέλνοντας τα πολύτιμα αμερικανόπουλα στον θάνατο χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα τους. Οι κατάρες και το ανάθεμα στις βιομηχανίες όπλων και τα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών γεμίζουν τον ελεύθερο αέρα των τηλεοπτικών, ενημερωτικών εκπομπών και ο θυμός βρίσκει τακτοποιημένους ώμους για να δακρύσει, να εκτονωθεί.

Όμως, η μια αλλά και η άλλη πλευρά, αυτές οι δυο αντίθετες μεταξύ τους όχθες ως προς την προσέγγιση του θέματος, σε ένα σημείο ανταμώνουν βωβά, εκδηλώνοντας την απόγνωση, την θλίψη και το αγιάτρευτο του βύθιου, εσωτερικού πόνου: Εκεί, όπου οι γονείς, τα αδέλφια, οι γυναίκες οι φίλοι υποδέχονται τα παιδιά, τους άνδρες, τους φίλους τους, είτε νεκρούς μέσα σε φέρετρα, είτε σακατεμένους σωματικά και ψυχικά. Ο θρήνος είναι κοινός και το τεράστιο, αναπάντητο, γοερό «γιατί;» χάνεται απαρηγόρητα στον βωμό των συμφερόντων. Οι 20χρονοι νεκροί στρατιώτες ουδέποτε αναστήθηκαν, τα διαλυμένα κορμιά των νεαρών φαντάρων ποτέ δεν ιάθηκαν και οι ψυχικές διαταραχές των ζωντανών πολεμιστών πήραν το δρόμο για τα άσυλα και τους θαλάμους απομόνωσης.


Μια νέα μουσική πρόταση αλλάζει το τοπίο

Η φρενίτιδα της ντίσκο μουσικής σαρώνει την αμερικανική επικράτεια, λαμβάνοντας διαστάσεις λατρευτικού φαινομένου δυο χρόνια κατόπιν της επίσημης λήξης του πολέμου και την παράδοση της Σαϊγκόν στο Βόρειο Βιετνάμ. Το 1977 η ταινία «Πυρετός το Σαββατόβραδο» (Saturday Night Fever) του Τζον Μπάτναμ και πρωταγωνιστή τον χορευταρά Τζον Τραβόλτα, απλώνεται σαν ηρεμιστικό πολλών μπιτ στην αναστατωμένη κοινωνία. Η φουλ πιεσμένη, αμερικανική νεολαία παντός φύλου, χρώματος και εθνικότητας, με κάποιον συγγενή ή δικό τους άνθρωπο σκοτωμένο ή ανάπηρο από τα πυρά των Βιετκόνγκ, ξεχύνεται κατά χιλιάδες στις καλογυαλισμένες πίστες με τις ντισκόμπαλες και τα πολύχρωμα φωτορυθμικά για να ξεχάσουν. Τα κορμιά λικνίζονται στους ρυθμούς των Bee Gees, μιμούμενα βεβαίως τον αέρινο και ερωτικό χορό του Τόνι Μορένο, της Στέφανι. Το «Studio 54», πρώην θέατρο στους 54 δρόμους του Μιντάουν στο Μανχάταν, παίζει στη διαπασών τους Village People, σημειώνοντας με χλιδή και «μούρη» την δική του ιστορία στην νυχτερινή διασκέδαση προς την δύση της δεκαετίας των σέβεντις.

Η απρόσμενη ελευθεριότητα πολιορκεί τον συντηρητισμό της χώρας, η κοκαΐνη παύει να εξιτάρει επιλεκτικά τους καμένους εγκεφαλικούς νευρώνες των πλουσίων και τσουλάει προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, πλάι με την ηρωίνη, ως η πιο «μοδάτη» διεγερτική, τοξική επιλογή, καθώς η επιτυχία του πολέμου στο χρυσό τρίγωνο της ασιατικής χερσονήσου σφραγίστηκε με τον έλεγχο της ντρόγκας από τους Αμερικανούς και την άφθονη εισαγωγή ναρκωτικών στο έδαφος της αστερόεσσας. 

Η άκαμπτος και αλύγιστος λογοκρισία των Η.Π.Α., από την άλλη, παραχωρεί σημαντικό έδαφος στις παραγωγές, σκληρού ερωτικού περιεχομένου. Το προκλητικό b-movie: «Βαθύ Λαρύγγι» (Deep Throat) του 1972 με την Λίντα Λαβλέις, κόβει την κορδέλα στο παρθένο και εύοφρο βασίλειο των πορνοστάρ με τρία εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις στους πρώτους έξι μήνες προβολής του. Πέντε χρόνια μετά, η βιομηχανία του πορνό σε κινηματογραφικές αίθουσες και στην κατ' οίκον απόλαυση θα γνωρίσει λαμπρές εποχές δόξας.

Η μαζική αποχαύνωση είναι η πρόταση του νέου σχήματος του αμερικανικού «ονείρου» και στον οικονομικό στίβο η γενιά των σπινταρισμένων γιάπιδων προθερμαίνεται άοκνα για να εφορμήσει αδίστακτα στην δεκαετία των έιτις του Ρόναλντ Ρίγκαν και της Γουόλ Στριτ, αλλά και στους λόφους της άριστης, φθηνής και άφθονης άσπρης κολομβιανής σκόνης των «παιδιών» της Μεντεγίν.

Οι υπόλοιποι άνθρωποι - οι σκεπτόμενοι, διευκρινίζω - παραμένουν βαθιά απογοητευμένοι, ξανά σιωπηλοί, γνωρίζοντας πως ουδέποτε θα δοθεί η πραγματική εξήγηση και ποτέ η αλήθεια δεν θα αποκαλυφθεί για τα πραγματικά αίτια του πολέμου του Βιετνάμ.

Ο Μάικλ γυρίζει στο σπίτι του και αποφεύγει να συναντήσει τους συντοπίτες του που έχουν ετοιμάσει την φιέστα του καλωσορίσματος. Κρύβεται σαν δραπέτης του παλιού κόσμου.


Από τα γυρίσματα της ταινίας "Ο Ελαφοκυνηγός": Ρόμπερτ ντε Νίρο (αριστερά), Μάικλ Τσιμίνο (μέση) και Τζον Καζάλ (δεξιά)


Η ταινία

Η 7η Τέχνη και η μέκκα της βιομηχανίας του θεάματος ακόμα δεν έχει πιάσει ζεστά το θέμα του πολέμου του Βιετνάμ, κάτι που θα ενεργοποιήσει σε σημείο υπερβολής με άφθονο εθνοπατριωτικό ζήλο στην ριγκανική δεκαετία του '80. Εκτός του αντιπολεμικού ντοκιμαντέρ του Πίτερ Ντέιβις «Καρδιές και Πνεύμα» (Hearts and Minds) του 1974, την ίδια χρονιά με τον «Ελαφοκυνηγό» δηλαδή το 1978, στις σκοτεινές αίθουσες προβάλλεται και το ερωτικό δράμα του Χαλ Άσμπι «Επιστροφή» (Coming Home), επικεντρωμένο και αυτό στο Βιετνάμ, με πρωταγωνιστές την Τζέιν Φόντα και τον Γιον Βόιτ.

Ο βραχύσωμος, Αμερικανός σκηνοθέτης, ο ιταλικής καταγωγής Μάικλ Τσιμίνο (3 Φεβρουαρίου 1939 - 2 Ιουλίου 2016), έπειτα από το άκρως ενδιαφέρον ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία περιπέτειας «Η Μεγάλη Ληστεία της Μοντάνα» (Thunderbolt and Lightfoot - 1974) και πρωταγωνιστές τον Κλίντ Ίστγουντ και τον Τζεφ Μπρίτζες, καταπιάνεται με το θέμα του πολέμου του Βιετνάμ και μπήγει το μαχαίρι βαθιά στο κόκκαλο όχι τόσο της αιτίας, αλλά ενδοσκοπεί στην ψυχοσύνθεση των μικροαστών, δουλευτάρηδων νέων σε ηλικία, που άφησαν την πατρίδα, τις οικογένειες, τους έρωτες, τα σπιτικά και τα όνειρα τους για να παραδώσουν την ψυχή και το σώμα τους στην θεά της τρέλας ενός ανώφελου πολέμου στην αφιλόξενη ζούγκλα της Ασίας.

«Ο Ελαφοκυνηγός» (The Deer Hunter - 1978 ), σε ιστορία του ίδιου του σκηνοθέτη και σενάριο του Ντέρικ Γουόσμπερν κλυδωνίζει συνειδησιακά τα ήδη ταραγμένα νερά της λίμνης των ονείρων. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Κρίστοφερ Γουόκεν, ο Τζον Σάβατζ, ο Τζον Καζάλ και η Μέριλ Στριπ, είναι το πραγματικά ηλιόλαμπρο καστ της σοκαριστικής ταινίας, που μαζί με την «Αποκάλυψη Τώρα», του Φράνσις Κόπολα και το «Full Metal Jacket» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο εφιαλτικό θέμα του συγκεκριμένου πολεμικού σκηνικού, το πατριωτικό Χόλιγουντ θα ένοιωθε, σαφώς, πιο ευχάριστα εάν απουσίαζαν από την κινηματογραφική του φαρέτρα.

Οι συνταρακτικές σκηνές της ρώσικης ρουλέτας θανάτου με τους Βιετκόνγκ να πιέζουν τους Αμερικανούς αιχμαλώτους να αυτοπυροβοληθούν, στιγμές έντασης ως προς τον μηδενισμό της ανθρώπινης οντότητας, ταράζουν τα σωθικά του θεατή. Σκηνές που γυρίστηκαν σε ρεαλιστικές συνθήκες, με πραγματικούς αρουραίους και κουνούπια, καθώς οι τρεις πρωταγωνιστές, ο Ντε Νίρο, ο Σάβατζ και ο Γουόκεν, ήταν κλεισμένοι σε μπαμπού κλουβιά, που φτιάχτηκαν ειδικά για τις ανάγκες της σκηνής στα νερά του ποταμού Κβάι στην Βιρμανία.

Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας βαριά άρρωστος είναι ο μοναδικός και εξαιρετικός ρολίστας Τζον Καζάλ (ο Φρέντο της ταινίας «Νονός»), καθώς έχει προσβληθεί σοβαρά από την επάρατη νόσο στους πνεύμονες, κάτι που το γνωρίζει μόνο ο Τσιμίνο και οι στενοί φίλοι τού ηθοποιού. Ο Καζάλ αρνείται να εγκαταλείψει την ταινία. Για τον λόγο αυτό ο σκηνοθέτης, δίχως να ενημερώσει την παραγωγή, φιλμάρει πρώτα τις σκηνές με τον ηθοποιό για να τον αποδεσμεύσει, ώστε να επιστρέψει σπίτι του και να ξεκουραστεί. Το στούντιο παραγωγής ενημερώνεται για το τι συμβαίνει με την αλλαγή του αρχικού σχεδιασμού και απαιτεί από τον Τσιμίνο να διώξει αμέσως τον Καζάλ από το σετ, αντικαθιστώντας τον με κάποιον άλλον, διότι δεν ήταν ασφαλισμένος.

Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, εξοργισμένος με την απάνθρωπη συμπεριφορά των παραγωγών, καταβάλει αμέσως το ποσό της ασφάλειας του φίλου του από δικά του χρήματα και η Μέριλ Στριπ, που είχε σχέση με τον ηθοποιό, απειλεί την εταιρεία παραγωγής με την αποχώρηση της από το καστ σε περίπτωση που ο αγαπημένος της εκδιωχθεί. Ο αξέχαστος Τζον Καζάλ τελείωσε την δουλειά του παλικαρίσια, εγκαταλείποντας τα γήινα στις 12 Μαρτίου 1978, σε ηλικία 43χρόνων δίχως να απολαύσει τον «Ελαφοκυνηγό» ολοκληρωμένο.

Η ταινία φορτώνεται με εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτή του Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον υπέροχο Ρόμπερτ ντε Νίρο και παρότι κονταροχτυπιέται με την «Επιστροφή» του Χαλ Άσμπι, καταφέρνει τελικά να αλιεύσει πέντε χρυσά αγαλματίδια, αυτά: της Καλύτερης Ταινίας, της Σκηνοθεσίας, του Β΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Κρίστοφερ Γουόκεν, του Μοντάζ και του Ήχου. Ο Μάικλ Τσιμίνο αναγνωρίζεται ως ένας ακόμα σπουδαίος και πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης που λέει τα πράγματα με το όνομα τους ωμά και στακάτα.



Το τραγούδι

Το μουσικό θέμα της ταινίας, είναι η κιθαριστική, γλυκιά και νοσταλγική cavatina, μια σύντομη σύνθεση απλού μουσικού χαρακτήρα, υποδεέστερης της ιταλικής cavata, καθιερωμένη και στην όπερα, γραμμένη από τον Άγγλο συνθέτη Στάνλεϊ Μάγιερς (Stanley Myers - 6 Οκτωβρίου 1930 – 9 Νοεμβρίου 1993), όπου κλασσική κιθάρα στην σύνθεση της ταινίας παίζει ο μέγας, βραβευμένος μουσικοσυνθέτης του κινηματογράφου Τζον Γουίλιαμς. Το άγνωστο της υπόθεσης είναι, πως ο Μάγιερς την συγκεκριμένη cavatina την είχε γράψει πριν οκτώ χρόνια για μια αγγλική ταινία με τον ελληνικό τίτλο: «Ο Σατανικός Εκβιαστής» (The Walking Stick - 1970) σε σκηνοθεσία του Έρκ Τιλ και πρωταγωνιστές τον Ντέιβιντ Χέμινγκς και την Σαμάνθα Έγκαρ.

Η cavatina του Μάγιερς με τον Γουίλιαμς στην κιθάρα, φυσικά, έγινε big hit με όχημα την ταινία «Ελαφοκυνηγός», φτάνοντας στο Νο 20 του αγγλικού Top Ten. Ο Στάνλεϊ Μάγιερς για την σύνθεση της διάσημης πια cavatina βραβεύτηκε με το υψηλού κύρους, αγγλικό βραβείο μουσικοσυνθετών, Ivor Novello Award.

Η play list της ταινίας περιλαμβάνει, επίσης, μουσικά θέματα και τραγούδια από την Gladys Knight & The Pips και τον Jimi Hendrix έως τον Σοπέν και ρώσικες παραδοσιακές μουσικές.

Ο Φράνκι Βάλι


Το «υιοθετημένο» τραγούδι που τοποθετήθηκε στην play list της παραγωγής, μαρκάροντας διαχρονικά την ταινία είναι το «Can't Take My Eyes Off You», γραμμένο από τον στιχουργό και μουσικό παραγωγό Μπομπ Κρούι (1930 – 2014) και τον Μπομπ Γκαούντιο, εκ των πρώτων μελών του συγκροτήματος «Four Seasons». Το ερμηνεύει, τον Απρίλιο του 1967, ο τραγουδιστής των «Four Seasons» με το έντονο, αισθαντικό φολσέτο (falsetto) στις φωνητικές του χορδές, ο ιταλικής καταγωγής, 33χρονος Αμερικάνος Φράνκι Βάλι - Φραντσέσκο Στίβεν Καστελούτσιο είναι το πραγματικό του όνομα - στην περίοδο της σόλο καριέρας του.

Το «Can't Take My Eyes Off You» των τριών λεπτών και είκοσι τεσσάρων δευτερολέπτων, ηχογραφήθηκε στο A&R Studio του θρυλικού βιολιστή και ηχολήπτη Φιλ Ραμπινόβιτς, κατά κόσμον Φιλ Ραμόν (Phil Ramone) – με έδρα την Νέα Υόρκη, που προηγουμένως ήταν στούντιο ηχογραφήσεων της Columbia - και παραγωγό τον Μπομπ Γκαούντιο. Το τραγούδι «χαράχτηκε», όπως λένε στην δισκογραφική διάλεκτο του βινυλίου, στην πρώτη πλευρά του σίνγκλ και ως flip side (δεύτερη πλευρά) μπήκε το «The Trouble With me», πάλι με τον Φράνκι Βάλι. Το σίνγκλ κυκλοφόρησε με label (ετικέτα) της εταιρείας Φίλιπς.

Το τραγούδι ντύθηκε στο χρυσάφι στις Η.Π.Α. και στο ασήμι στην Αγγλία, φτάνοντας στο Νο 2 της λίστας των επιτυχιών του Μπίλμπορντ και στο Νο 1 του αμερικάνικου Cash Box Top 100, ενώ περιλαμβάνεται στα άσματα που διέσχισε δεκάδες φορές το μονοπάτι των διασκευών. Στις Η.Π.Α. πούλησε ένα εκατομμύριο δίσκους, ενώ στην Αγγλία ξεπέρασε τα διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα.

Η σκηνή της μάζωξης των φίλων στο μπαρ της βιομηχανικής κωμόπολης Κλέιρτον της Πενσιλβάνια σημαδεύει την ταινία, αλλά και την μνήμη του κινηματογραφόφιλου κοινού. Το τραγούδι επιλέγεται από την παραγωγή απλά γιατί το 1968 που διαδραματίζεται το σενάριο, το «Can't Take My Eyes Off You» σάρωνε στα αμερικανικά τσαρτς.

Οι τρεις εκ της παρείστικης πεντάδας, Ο Μαίκλ, ο Νικ και ο Στίβεν είναι έτοιμοι να αναχωρήσουν για τις ζούγκλες Βιετνάμ. Συγκεντρώνονται στο στέκι τους για να γλεντήσουν. Στο juke box του μαγαζιού ακούγεται το «Can't Take My Eyes Off You» με τον Φράνκι Βάλι να το συνοδεύουν οι δυνατές, οι αμήχανες, οι «μεθυσμένες», οι γεμάτες φόβο και τρόμο φωνές των πρωταγωνιστών, που ως σκηνή και τραγούδι μαζί πέρασαν στο χρυσό άλμπουμ του παγκόσμιου σινεμά.


Το τραγούδι «Can't Take My Eyes Off You» με τον Φράνκι Βάλι από την ταινία «Ο Ελαφοκυνηγός» (The Deer Hunter)

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/