InTownPost

Ακολουθήστε μας :

28
Κυρ, Νοε
Tο διάβασαν 307 άτομα (307 Views)

«Το παιχνίδι του Καλαμαριού» (Squid Game), γράφει ο Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

SQ2223-ITP0098EXON01


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 75

Ο φασισμός δεν είναι πολιτική πρόταση, αλλά κοινωνικό μόρφωμα, που ως σπόρος ρίχνεται σε κατάλληλες συνθήκες, καλλιεργείται σε σκιερές αλέες των κοινωνιών εντός δύσκολων καιρών, κυρίως οικονομικών και ηθικής, εθνικής κατάρρευσης, ενώ αναπτύσσεται ευδόκιμα από το ημίφως της ημιμάθειας, τον λαϊκισμό της μεσαίας τάξης και παρακάτω αυτής. Το πολιτισμικό μπαϊράκι του είναι η λανθάνουσα, αντιδημοκρατική εθνικοφροσύνη, η επαναφορά των αξιών, που έχουν κλαπεί με δόλο και εν «ύπνω» των πολιτών από την υπάρχουσα πολιτική τάξη. Ο κύριος συντονισμένος πυρήνας του, συνήθως είναι οι απογοητευμένοι μικρομεσαίοι αστοί από τα φερόμενα ως μοναρχικά, τότε, στα «δημοκρατικά», τώρα πολιτικά καθεστώτα, που ενεργοποιημένοι επιτυχώς στην αρένα του επιχειρείν δημιούργησαν το γερό «κομπόδεμα», το οποίο βλέπουν να εξανεμίζεται, φιλοδοξώντας συνάμα να γίνουν κάποτε από μεσοαστοί, οι «σπουδαίοι» μεγαλοαστοί και να στρογγυλοκαθίσουν ως ομοτράπεζοι στην παρέα της οικονομικής ελίτ της πατρίδας τους. Οι φύλακες, όμως, έχουν γνώση, όπως λένε και ο δρόμος τους είναι απελπιστικά φραγμένος, ενώ η είσοδος στα καρπερά λειβάδια της Εδέμ, επιτρέπεται σε ελάχιστους επιλεγμένους και μετρημένους στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού.

Εκτός της άνωθεν σνομπ αντιμετώπισης, σε επίπεδο μαζοχισμού και άκρατου φλερτ για την υψηλή τάξη, ο μεσοαστικός, «βολεμένος» κόσμος, πιέζεται και στην βάση του, από τον μικροαστό, τον ταπεινό δουλευτάρη του τρεις και εξήντα, του εργαζόμενου μεροδούλι μεροφάι, που τον εκμεταλλεύονται απροκάλυπτα όλοι οι από πάνω του, δηλαδή, τα αφεντικά, οι εργοδότες, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, τα γκόλντεν μπόις και κάθε λογής ξενόφερτα και ημεδαπά μανατζέρια, μεσοαστικά γεννήματα με λαμπρά πτυχία και περγαμηνές της βαθιάς Εσπερίας. Ο καλοστεκούμενος μικροαστός, κοντολογίς, είναι ο μιγάς του κοινωνικού συστήματος, καθώς δεν τον γουστάρουν οι από πάνω του, επιθυμώντας, με την πρώτη ευκαιρία, να τον αφανίσουν αφού ξαφρίσουν τον πλούτο του, αλλά και οι από κάτω του γιατί έτυχε να προοδεύσει οικονομικά, ξεφεύγοντας, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, από την στάσιμη, μίζερη πλέμπα, δηλαδή τους πληβείους, πολλές φορές ξεχνώντας τις λαϊκές καταβολές του. 

Ο ευκατάστατος μεσοαστός, λόγω της ημιμάθειας του και ενώ βιώνει το όνειρο της ευωχίας, άνευ αναστολών θα βουτήξει στο μαύρο πηγάδι της εθνοπροδοσίας, του δοσιλογισμού, της απατρίας και συντάσσεται πάντα με τον «ισχυρό», που είναι ικανός να προστατεύει, αλλά και να αυξάνει το βάρος της υλικής του περιουσίας. Ιδιότητες που μιμήθηκε από τους από πάνω του «αριστοκράτες», που δεν τους διακρίνει μηδέ ιερό, μηδέ όσιο. Με άνεση, επίσης, ο μεσοαστός ενδύεται την προβιά του υπερφίαλου εθνοπατριωτισμού, του φαύλου θρησκευόμενου και άνευ αιδούς και εν ονόματι του μαμωνά, βαρβαρίζει επαίσχυντα στους υποδεέστερους του τοποθετώντας αφοριστικές ταμπέλες και με σύμμαχο την σύγχρονη τεχνολογία συκοφαντεί ασυπστόλως, δημιουργώντας δολοφονίες χαρακτήρων. 

Σε κάθε κανόνα, βέβαια, ως γνωστόν υπάρχουν και οι λαμπρές εξαιρέσεις και μια από αυτές, στην ταραγμένη ιστορία της Ελλάδος, είναι η τεράστια συμβολή των εύρωστων, Ελλήνων μεσοαστών επιχειρηματιών των παραδουνάβιων περιοχών, αλλά και της Δύσης στον Εθνοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, οι οποίοι ήταν μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία. Σε αντίβαρο αυτής της προσπάθειας των μεγαλεμπόρων μεσοαστών του εξωτερικού και της προσφοράς τους στην σκλαβωμένη πατρίδα, υπήρχε και ο ύποπτος έως εφιαλτικός πολλές φορές ρόλος των βολεμένων Ελλήνων κοτζαμπάσηδων και προεστών, που μια χαρά τα είχαν βρει με τους Οθωμανούς, οι γνωστοί και ως «γουναρικά» κατά τον Κολοκοτρώνη, που ήθελαν να υποκαταστήσουν του Τούρκους και να καταδυναστεύουν οι ίδιοι τον ταλαιπωρημένο, ελληνικό πληθυσμό.



Το βλέμμα του φασισμού αλληθωρίζει κοιτάζοντας με μισό μάτι τους κραταιούς «αριστοκράτες», την γνωστή ως οικονομική «ελίτ» και τους χρησιμοποιεί συμμαχώντας μαζί τους μέχρι να διαβεί την ετοιμόρροπη, ξύλινη γέφυρα εν ώρα σφοδρής καταιγίδας, απλά για να διασφαλίσει την διαδρομή προς την απέναντι πλευρά της εξουσίας. Έπειτα, όπως ισχύει σε κάθε εχέφρονα, πειθαρχημένο στις ιδέες του και άκαμπτο φασίστα, λύει, φαινομενικά πάντα και με συνοπτικές διαδικασίες, την συμμαχία με τους δυνάστες πλουτοκράτες και με τον κυρίαρχο «λαό» στο πλάι του, που διψά για δικαιοσύνη, τιμωρεί τους ενοχλητικούς, νωθρούς επικυρίαρχους, γιατί ροφούσαν ακόρεστα το αίμα του αδικημένου, πατριώτη, μεσοαστού επιχειρηματία και του ακούραστου, εργαζόμενου πολίτη. Αυτό πρεσβεύει ο φασισμός, αλλά επί της ουσίας το πράττει;

Η χαρακτηριζόμενη λανθασμένα «αριστοκρατία» των ολίγων που διαφεντεύουν, από την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως σήμερα καθολικά την τύχη ολόκληρου του πλανήτη Γη, τουλάχιστον σε οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, συντηρεί προσεκτικά το δικό της σκοτεινό βασίλειο, τα ερεβώδη πάθη της φυλάσσοντας τα με θρησκευτική ευλάβεια, κρυμμένα καλά πίσω από πολλές, βαριές, κατάμαυρες κουρτίνες, αθέατα από τα μάτια των αναλώσιμων ταπεινών ανθρώπων των κατωτέρων τάξεων. Η χυδαιότητα, η ανωμαλία, ο αποκρυφισμός, η άσβεστη επιθυμία για εξουσία, πλούτο και για αθανασία, η μαγεία, η δίψα για το ανθρώπινο αίμα, είτε σε μορφή διασκέδασης και ψυχαγωγίας, είτε προς πόση, είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της πλουτοκρατίας, η οποία διαθέτει άφθονη ύλη προς ξόδεμα και, φυσικά, πανίσχυρη παρασκηνιακή εξουσία, αφού άπαντα τα πολιτικά συστήματα στον πλανήτη μας, μηδενός εξαιρουμένου, άγονται και φέρονται από αυτήν.

Η πλουτοκρατία για να ικανοποιήσει τα πάθη της, που ολοένα αυξάνονται ένεκα της νωθρότητας και της έντονης αίσθησης της εξουσίας που κυριαρχεί στην σκοτεινή της ιδιοσυγκρασία, από την εποχή της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας, μας έχει δώσει ξεκάθαρα στοιχεία, πως αρέσκονται τα μάλα στο βίαιο θέαμα διανθισμένο με μπόλικο, ανθρώπινο αίμα. Ο εκφυλισμός της ανθρώπινης συνείδησης στους Λατίνους δημιούργησε το ρωμαϊκό στάδιο, το γνωστό σε όλους μας Κολοσσαίο, εκπαιδεύοντας τον λαό σε όλη την επικράτεια των κτήσεων να παρακολουθούν με ένταση και ζήλο οι θεατές τις σφαγές σκλάβων μονομάχων και να ξεσηκώνουν ενθουσιαστικά τις μαρμάρινες εξέδρες όταν ο άμοιρος πολεμιστής πετσοκοβόταν απάνθρωπα από το σπαθί, το δόρυ ή το δίκρανο του αντίστοιχου, σκλάβου μονομάχου.

Εκτός του τρομακτικού: «Ave Caesar, morituri te salutant» (Χαίρε Καίσαρ οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν) των μονομάχων, που συνοδευόταν από την πλευρά των θεατών με «άρτο και θέαμα», η εύπορη άρχουσα τάξη των Ρωμαίων, δηλαδή οι πατρίκιοι, οι συγκλητικοί και η αυτοκρατορική αυλή, συντηρούσαν την βία στην πλέμπα τους, με σκοπό να καταστέλλουν τα κτηνώδη ένστικτα των ανθρώπων και πρόσχημα την επίδειξη της ηρωϊκότητας και την ανάδειξη του μαχητικού πνεύματος των σκλάβων, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Το διέξοδο που πρότεινε το φασιστικό καθεστώς των Λατίνων στους σκλάβους, αυτών που πληρούσαν αθλητικές προδιαγραφές, ήταν ή αιματοβαμμένη αρένα, που εάν φονευόντουσαν σε μια μονομαχία θα μετέβαιναν στους δικούς τους μεταθανάτιους τόπους με τις ευλογίες του γενναιόδωρου Καίσαρα. Εάν πάλι, ήταν ατρόμητοι, αήττητοι και αποκτούσαν νίκες και φήμη στον λαό, ο αυτοκράτωρ υπέγραφε την ελευθερία τους, απολάμβαναν υλικές αποδοχές και ζούσαν ως ελεύθεροι, Ρωμαίοι πολίτες.

Η τάξη των Ρωμαίων «αριστοκρατών» πατρικίων, που διευθετούσαν κατά το δοκούν την τύχη μεγάλου μέρους του πλανήτη, διέθετε και άλλη ψυχαγωγία, ακόμα πιο οδυνηρή, ακόμα πιο αισχρή και απάνθρωπη από αυτή της αρένας του Κολοσσαίου, η οποία ήταν καλά κρυμμένη από τα μάτια της πλέμπας και είχε να κάνει με τα έκφυλα πάθη τους, αλλά και την ανάγκη τους να παρατηρούν τον εξαθλιωμένο, σκλαβωμένο άνθρωπο μέχρι που μπορεί να φτάσει για να κρατηθεί στην ζωή και πόσο πιο βάρβαρος και κτήνος μπορεί να γίνει όταν το δέλεαρ του πλούτου ισοπέδωνε ολοκληρωτικά το συνειδησιακό σύμπαν και την ανθρωπιά του.

Οι βάρβαροι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που ανακάλυψαν το λεγόμενο σήμερα ως «snaf film» (σναφ φίλμ) όχι, βέβαια σε μορφή ταινίας, αλλά σε θεατρική παράσταση, οπότε ας το ονομάσουμε «σναφ πλέι» (snaf play). Αφορούσε φτηνό θεατρικό δρώμενο χωρίς ηθοποιούς αλλά με εύμορφες γυναίκες σκλάβες και όμορφους νέους σκλάβους με «προσόντα» να επιδίδονται σε ανομολόγητες ερωτικές πράξεις, καταλήγοντας σε μεταξύ τους ανθρωποκτονίες. Άνδρες με άνδρες, γυναίκες με άνδρες, γυναίκες με γυναίκες, ακόμα και ανήλικα σε κολασμένες σκηνές ερωτικού περιεχομένου, βασανισμών, ακρωτηριασμών και τέλος η δολοφονία ή η αυτοκτονία, αναλόγως του θεατρικού σεναρίου. Όσο πιο βρωμερό, απόκοσμο και ανώμαλο ήταν το θέαμα, τόσο ο τελευταίος επιζών της σφαγής επί σκηνής, ανεξαρτήτου φίλου και ηλικίας, απολάμβανε πλούτο και προστασία. Το συγκεκριμένο θέαμα ήταν παράνομο, δύσκολα στηνόταν και για αυτό οι νοσηροί, πλουτοκράτες Ρωμαίοι πλήρωναν αδρά τον διοργανωτή για να το παρακολουθήσουν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι στην ταινία του «Σαλό, 120 Mέρες στα Σόδομα» (Salò o le 120 Giornate di Sodoma) του 1975, ταινία που οδήγησε τους φασίστες να δολοφονήσουν τον 53χρονο, Ιταλό σκηνοθέτη την ίδια χρονιά, δίνει μια γερή γροθιά στο πρόσωπο του θεατή όχι ως πρόκληση και τιμωρία, αλλά ως αφύπνιση, πως το λιγδερό ερπετό του φασισμού δεν έχει εξοντωθεί και είναι εδώ με το γνωστό του πρόσωπο, την ίδια ακόρεστη επιθυμία για εξουσία και ανθρώπινο αίμα, την ίδια αίσθηση, πως οι άνθρωποι είναι αναλώσιμοι, εκμεταλλεύσιμοι εντός μιας φτηνής ζωής για αυτούς. Ο Παζολίνι δεν κατάφερε να δει την ταινία του στις κινηματογραφικές αίθουσες.



Τον φασισμό στην Ιταλία τον στήριξαν τα κρυφά, εύρωστα «ρωμαϊκά κολλέγια» μέσω ταγμάτων και αδελφοτήτων, που ήταν ενταγμένοι οι μεσοαστοί. Στην Ισπανία το πράσινο φως του φρανκισμού και του στρεβλού εθνικισμού άναψε η βασιλική οικογένεια με την συναίνεση της μεσοαστικής τάξης, ενώ ο ναζισμός στην Γερμανία υποστηρίχθηκε οικονομικά από τον υπέρογκο δανεισμό των πλουτοκρατών της Δύσης, προάγοντας τον μεσοαστό δάσκαλο και τον καθηγητή, τον παντοπώλη, τον μηχανικό, τον κρεοπώλη, τον βιβλιοθηκάριο σε βαθμοφόρους των ταγμάτων Ες Ες με τις γνωστές συμπεριφορές. Ειδεχθή καρκινώματα γεμάτα θάνατο, πυώδης, τοξικές φλύκταινες στο ευαίσθητο πετσί του παγκόσμιου παιχνιδιού, κινήσεις μιας μικρής σε αριθμό κοινωνίας, ας πούμε ανθρώπων που δεν είναι, όπου έντεχνα τα μεταφέρει στα παρακάτω από αυτήν κοινωνικά επίπεδα, στους επίδοξους, ημιμαθείς μεσοαστούς της Πολιτείας, που αενάως φλερτάρουν σαν αμετανόητοι εραστές για ένα «θρόνο», στασίδι να γράψουμε καλύτερα, στον σκοτεινό ουρανό της πλανητικής εξουσίας.

Η χρησιμότητά της μεσαίας τάξης, όμως, είναι απλά εξυπηρετική και δεν γνωρίζουν οι δόλιοι οι μεσοαστοί, πως στην δεδομένη στιγμή είναι αναλώσιμοι. Οι πρόθυμοι, ευκατάστατοι και φιλόδοξοι μεσοαστοί, απ΄ όλες τις κοινωνικές κάστες, επιχειρηματίες, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, επιστήμονες, λόγιοι και διανοούμενοι, δικαστές, άνθρωποι των Τεχνών, καιροσκόποι, κρατικοδίαιτοι, που ποθούν να μετασχηματιστούν σε μεγαλοαστούς πλουτοκράτες, αμ δε, μη έχοντας τα φόντα λόγω της ταπεινής τους καταγωγής και της βασανιστικής τους ημιμάθειας, προσφέρονται ως δεινοί οσφιοκάμπτες να ικανοποιούν τις κολασμένες ορέξεις της μαύρης «αριστοκρατίας», λαμβάνοντας και αυτοί το κάτι τις τους, δηλαδή ψιχουλάκια από το τραπέζι των κολασμένων. Ονειρεύονται όμως και φιλοδοξούν, πως κάποτε θα βρεθούν χαλαροί στα μεταξωτά ανάκλιντρα και ως παντοκράτορες θα δειπνοσοφούν μαζί τους και κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, θα σχεδιάζουν από κοινού με τους «αριστοκράτες» τις ανθρώπινες μοίρες.

Έτυχε να βρεθώ ως αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας σε συγκέντρωση και να παρακολουθώ προσεκτικά γνωστούς διανοούμενους, συγγραφείς, που πλασάρονται στον λαό ως μαχητικοί, αριστεροί επαναστάτες και τσεκουράτοι φιλόσοφοι, το πως συμπεριφέρονται όταν ως ομοτράπεζοι με κραταιούς του παγκόσμιου πλούτου, να χαμηλώνουν τον πήχη της αξιοπρέπειας τους απέναντι στην ισχύ της εξουσίας. Λαμβάνουν τον ρόλο του δουλοπρεπή διασκεδαστή της παρέας, να χαριεντίζονται με αυτούς που υποτίθεται ότι «δέρνουν» αλύπητα στα δοκίμια καi τα πονήματα τους. Μεταμορφώνονται μαγικά σε μικρούληδες, σε τοσοδούληδες γιατί η συναναστροφή με την απίστευτη σε ένταση ενέργεια του πλούτου είναι σαρωτική και μοιάζει με ερωτική συνεύρεση, άκρατου, βίαιου σεξ.

Ο «διανοούμενος» του τηλεσυστήματος δεν μπορεί να διαχειριστεί μια τέτοιου είδους κατάσταση. Είναι άπειρος, ανίσχυρος και συγκαταβατικά παριστάνει τον ήπιο «λόγιο» στις συζητήσεις, μέχρι που αναντίρρητα αποδέχεται την αποδόμηση, την γελοιοποίηση του σαν χυδαία εκσπερμάτιση στο πρόσωπο του, γιατί το πεινασμένο, μιαρό ερπετό που σαλεύει εσωτερικά του πλούσιου θέλει να εκτονωθεί και να εκμηδενίσει το όποιο υγιές πνεύμα στέκεται απέναντι του, πάντα με ανταλλάγματα, όμως. Στο μυαλό του συγγραφέα διανοούμενου και αριστερού, επαναστάτη αστού ζωντανεύει το σχέδιο, η ηδονική φιλοδοξία του μεσοαστού για δόξα και επικράτηση, οπότε παραδίδεται αμαχητί σαν ιερόδουλη στον δρόμο της αμαρτίας. 

Ηδονή που είναι μια βουλευτική θέση στην πολιτική, όπου εάν συνεχίσει ο πρώην διανοούμενος να είναι υπάκουος θα πάρει και υπουργείο για να μπει δυναμικά στην μαρμίτα του χρήματος. Πλείστα τέτοιου είδους παραδείγματα στην ελληνική πολιτική σκηνή. Είτε είναι μια τοποθέτηση σε δημόσιο οργανισμό με παχυλό μισθό και προκλητικά μπόνους, είτε την οικονομική του «υιοθεσία» από τους πλουτοκράτες, ες αεί γενναιόδωροι κρυφοί χορηγοί ονομάζονται, για να γράφει ελεύθερα και έντεχνα, λιβανίζοντας, βέβαια, τους ευεργέτες του. Ένα θλιβερό γεγονός, που συχνά συμβαίνει αιώνες τώρα και εντάσσεται στο λεγόμενο «όνειρο» των μεσοαστών, πως τάχαμου έγινε δικός τους, αφομοιώθηκε στον κύκλο τους και είναι ένα με αυτούς.

Ο Ιταλός, μεσοαστός διανοούμενος Νικολό Μακιαβέλι, που ανήλθε σε υψηλά πολιτικά αξιώματα στην εποχή του, ο απόλυτος πολιτικός τυχοδιώκτης, «γλείφοντας» απροκάλυπτα τους Βοργίες και το καθεστώς των Μεδίκων, παρότι τον κυνήγησαν και του αφαίρεσαν τα αξιώματα, συντάσσει τον «Ηγεμόνα», προτείνοντας τις όποιες τακτικές για να ενοποιηθεί η Ιταλία. Το πόνημα γραμμένο το 1513, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Μακιαβέλι το 1532, είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στον Λαυρέντιο των Μεδίκων, δούκα του Ορμίνο, ένα απόλυτα, ισχυρό τίποτα, αριστοκρατικής καταγωγής. Ο ταπεινός Μακιαβέλι αφιερώνει υποτακτικά στον διώκτη του, τον βραχύβιο κυβερνήτη της Φλωρεντίας, Λαυρέντιο, απλά για να δείξει το καλό του πρόσωπο στους Μεδίκους. Γράφει, λοιπόν έντεχνα την αλήθεια στον «Ηγεμόνα» και στο περί εξουσίας, αυτό που ποθούν όλοι, ότι «η εξουσία είναι η ηδονή των ηδονών». Και μια τέτοια εξουσία που προκαλεί ηδονή μόνο στους ημιμαθείς και ανέντιμους αρμόζει, κάτι που το διευκρινίζει ο θείος Πλάτων στην «Πολιτεία» του: «Οι έντιμοι και οι αγαθοί δεν επιδιώκουν τα αξιώματα, τις τιμές, ούτε έχουν την ανάγκη της εφήμερης δόξας που προσφέρει η ανάληψη της εξουσίας».



Και εδώ έρχεται ο φασισμός για να σκάψει επιμελημένα το «γόνιμο» χωράφι και αφού εκριζώσει τα ζιζάνια, θα σπείρει την ελπίδα, τόσο σε αυτούς τους ονειροπόλους «επαναστάτες», που δεν μπορούν να ανέλθουν, όσο και στην καταπιεσμένη πλέμπα που τα βλέπει όλα μαύρα δίχως λυτρωμό, γιατί ως πλέμπα που είναι δεν έμαθε από μόνη της να αγωνίζεται για την δίκαιη και αρμονική διαχείριση της ζωής, περιμένοντας να την κατευθύνει η χρωματική παλέτα του κόκκινου, του μαύρου και του γκρίζου.

Η μαύρη αριστοκρατία, ως η παρασκηνιακή, εξουσιαστική αρχή πέταξε στην πολιτισμική αρένα διάφορα «όπλα» για τους ημιμαθείς, ταπεινούς ανθρώπους, όπως: την «λαϊκή επανάσταση», την «ισότητα, την αδελφότητα και την ελευθερία», το περίφημο «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» και κάτω από εγκλωβισμένες, πολύχρωμες παντιέρες και αδρά χρηματοδοτούμενα, από την πλουτοκρατία, μανιφέστα, ο αδαής λαός φιλοξένησε στην συνείδηση του τον όμορφο διάβολο για να αφηγηθεί επικά την ψευδαίσθηση και να παραπλανήσει. Είδε οράματα ο δουλευτάρης και ο μεσοαστός άνθρωπος, πως η εξουσία θα έρθει στα χέρια των «ταπεινών», θα γεμίσει το πορτοφόλι του μονέδα, το ψυγείο του θα έχει φαΐ, θα ζει σαν πασάς και όρμησε στους δρόμους για να διεκδικήσει μερίδιο συμμετοχής στην ζωή, χρήμα και ίση, ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ιστορίες ιδεολογικής προδοσίας γέμισαν έναν αιώνα, που εάν ζούσαν οι αρχαίοι, σοφοί πρόγονοι μας και παρακολουθούσαν από μια μεριά τα ιστορικά, κοινωνικά δρώμενα, εικάζω, πως ή θα πάθαιναν συγκοπή και αποπληξία να πέφτουν ξεροί χάμω από την ταραχή τους ή θα έπαιρναν τα βουνά και θα εξαφανιζόντουσαν δια παντός από προσώπου γης, ως πλήρως αποτυχημένοι. Εύλογη θα ήταν η αντίδραση τους, αφού χιλιάδες χρόνια πριν έγραψαν για τις ασφαλείς διόδους ως προς το πνευματικό και υλικό «ευ» της ζωής κάθε έμψυχου, ανθρώπινου όντος του πλανήτη. Ευτυχώς δεν ζουν και ο λαός, βέβαια, ουδέποτε έλαβε τα δικαιώματα του. Αντιθέτως, με γεωμετρική πρόοδο οδηγήθηκε στο ικρίωμα της σκλαβοποίησης, με ενδιάμεσα διαλλείματα ελαχίστου χρόνου, «δημοκρατικών» πανηγυριών και ξεφαντωμάτων.

Η δε μαύρη αριστοκρατία, αυτή που αιώνες ζεσταίνει στο υπογάστριο το αυγό του φιδιού και ενίοτε το εκκολάπτει, συνεχίζει να απολαμβάνει τους καρπούς του σχεδίου της. Παγκόσμια φτώχεια, εξαθλίωση, χρεοκοπία, παρεκτροπές, βία, παραβατισμός και εντός αυτού του τρομερού διακόσμου, η αδιάκοπη αναζήτηση απόκτησης του εύκολου χρήματος, από τους αποδεκατισμένους ανθρώπους για επιβίωση, ρισκάροντας ακόμα και την ζωή τους, παραδίδοντας την ελευθερία τους για λίγα έως πολλά χρήματα.

Το κόστος της ανθρώπινης ζωής, σήμερα, έφτασε να στοιχίζει κάτι λιγότερο από την αξία ενός πλαστικού κουμπιού. Αξίζει, λοιπόν, να ρισκάρει κάποιος την οντότητα του στον μακάβριο βωμό της θεάς Σελήνης, ως πρώτη και τελευταία σκέψη, να εξευτελιστεί, να αποκτηνωθεί και να δει άσπρη μέρα ή, τελικώς, να αφανιστεί. Οι εν λόγω προκλήσεις είναι ανοιχτές και διαθέσιμες στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, καθώς από την συνείδηση του η αληθινή αφύπνιση έχει αποκλειστεί παντελώς. Αυτή είναι η γραμμική πορεία της εκτίμησης της ελευθερίας του σύγχρονου μεσοαστού και μικροαστού ανθρώπου. Η χρόνια εκπαίδευση προς τον μονόδρομο της ολοκληρωτικής πτώσης, που αφήνει πίσω της η μυρωδιά του ακαταμάχητου όπλου, του χρήματος, είναι ακατανίκητη, όπως οι μελωδικές, μαγεμένες νότες του τρελού αυλητή που μπαίνει στην Πόλη και την ξεκληρίζει εκ βάθρων. Το ζωντανό, ζεστό, μετρητό χρήμα να πάλλεται στα όμματα ημιμαθών ανθρώπων, να το διεκδικήσουν με κάθε τρόπο, αυτό είναι το τρόπαιο.

Θυμηθείτε παλαιότερα κάποια τηλεπαιχνίδια, πιθανώς να υπάρχουν και αυτή την στιγμή, που εκπόρνευαν τους ημιμαθείς μεσοαστούς και αστούς παίχτες, όταν οι παρουσιαστές κράδαιναν στα πρόσωπα των παιχτών κολλαριστά χαρτονομίσματα για μια απάντηση επιλογής. Το πως κοίταζαν οι διεκδικητές το ζεστό, μετρητό χρήμα είναι αξιοσημείωτο. Το πως χαμήλωναν την δυναμική της αξιοπρέπειας τους οι δουλευτάρηδες άνθρωποι για το σπαρταριστό χαρτονόμισμα στην κάμερα, μέσα στην αρένα της ανθρωποφαγίας, είναι, επίσης, εφιαλτικό.

«Ο θάνατος σου η ζωή μου» και τίποτα δεν με ενδιαφέρει. Αυτό είναι το φασιστικό μόρφωμα, που τούτες τις ημέρες του διχασμού μεγάλη μερίδα των Ελλήνων ακολουθούν. Το ερπετό του μοντέρνου ναζισμού είναι ενεργό, δημιουργώντας προσεκτικά τις αποικίες του, κουλουριάζεται και αυτή την φορά γύρω από την επιστήμη, την ιατρική, τον πολιτισμό, την ενημέρωση και ενορχηστρώνει την ανθρώπινη πτώση, προβάλλοντας αρχικά τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε «μεν» και «δε», όπως ο ναζισμός, έπειτα τον ευτελισμό, την απρέπεια και τέλος την ακύρωση του ανθρώπινου όντος από τον ίδιο τον άνθρωπο, τον διπλανό και γείτονα, τον συγγενή και φίλο. Ο μισανθρωπισμός τεντώνει τα φαιά φτερά του, φτιάχνοντας σκιά στην πανανθρώπινη ιδέα της προόδου.



Με αυτά και με άλλα, ο δουλευτάρης λαός, η βασική, παλλόμενη μάζα της Πολιτείας πιάστηκε στο, ποτισμένο με υγρό υπνωτιστικής απάθειας δόκανο, αποκοιμήθηκε από τα εύοσμα, τοξικά αέρια του βολέματος και είναι έτοιμη να παραδοθεί αμαχητί. Ένα πλατύσκαλο πριν το τέλος βρίσκεται. Η ραχοκοκαλιά των εύρωστων μεσοαστών προστατεύει σθεναρά το ταμάχι της, καθώς μεγάλο ποσοστό αυτής της τάξης εξοντώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από το πολιτικό σύστημα με επιθέσεις στρατηγικής ακρίβειας. Χάθηκε χρήμα, έκλεισε η λεωφόρος της προόδου λόγω ασφαλτόστρωσης και για να μειώσει τις απώλειες του ο μεσοαστός όχι για να αμυνθεί, λούφαξε και αμέσως συνθηκολόγησε. Περισπούδαστοι ινστρούχτορες «διαφωτιστές» του τετράγωνου, γυάλινου, σπιτικού ματιού, άλλοτε ευγενικά και μεθυστικά, άλλοτε επιτακτικά και απόλυτα, όπως άλλωστε ήταν και οι μεσοαστοί αξιωματικοί των Ες Ες, ζυμώνουν το νοσηρό περιβάλλον, γνωρίζοντας άριστα, πως ο μεσαίος δρόμος εξαφανίστηκε από τον ορίζοντα του ανθρώπινου βλέμματος.

Το μόρφωμα του φασισμού είναι παρών, το βιώνουμε παντού, φανερώνοντας το αληθινό του πρόσωπο στο ζοφερό τοπίο σε όλες τις διαστάσεις της ζωής και όποιος το αρνείται, συγγνώμη αλλά διαπιστωμένα είναι βλαξ. Η φτώχεια, η ανεργία, η χρεοκοπία, η εγκληματικότητα, μια αγνώστων καταβολών υγειονομική κρίση που απέφερε τον διχασμό και υπάκουα οι άνθρωποι συντάχθηκαν γύρω από την απρέπεια για να μην χάσουν το μεροκάματο, η ανέχεια, ο εθνομηδενισμός, η ακρίβεια, η έξαρση των ανώμαλων σεξουαλικών παθών, η υπογεννητικότητα, η προδοσία, οι απαγορεύσεις, οι θάνατοι των συνανθρώπων μας, η πλάνη, η εγκληματικότητα, τα ασύστολα ψεύδη της πολιτικής ηγεσίας, η απατεωνιά, η ανεντιμότητα, η πολιτιστική πτώση, η ανελέητη αρνητική προπαγάνδα, ο τρόμος, η λογοκρισία, οι τιμωρίες και η αδυναμία ανάληψης ευθυνών μετασχηματίζονται στο καρπερό λίπασμα για να ευδοκιμήσει επίσημα η εγκατάσταση του φασισμού στο αλύτρωτο λιβάδι του Έλληνα ανθρώπου.



Αρκετοί είναι αυτοί που θεωρούν και υπερασπίζονται με παρρησία την άποψη, ότι το τρίτο ράιχ ηττήθηκε στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο και πως ο φασισμός κατατροπώθηκε. Όλοι όσοι πιστεύουν ένα τέτοιου είδους αφήγημα πλανώνται πλάνην οικτρά γιατί και τα δυο μαζί βρίσκονται σε απαρτία και πλήρη εξέλιξη. Μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος νοιώθει προδομένο από παντού, αφού ένδεκα χρόνια τώρα που συζητάμε, το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα έπιασε δάπεδο. Οι μισθοί και οι συντάξεις είναι ψιλά για το περίπτερο. Την πατρίδα συνεχίζουν να την ξεπουλούν και το φως της δικαιοσύνης και της κάθαρσης αδυνατεί να διαπεράσει το παχύ, μαύρο σύννεφο της πολιτικής διαφθοράς, της σήψης και της κοινωνικής ανέχειας.

Οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά, δίχως αντιστάσεις στον έρποντα φασισμό που αυξάνεται σε μέγεθος με αναιδείς μεθόδους που φαίνονται πολιτικώς ορθές. Στο χώρο του Πολιτισμού, ένα σημείο που με αφορά προσωπικά καθότι είναι η εργασία μου, θλίβομαι απερίγραπτα όταν αναγκάζονται ανερυθρίαστα, απροβλημάτιστα και χωρίς να αντιδρούν, να αναγράφουν στα δελτία Τύπου των παραστάσεων προς δημοσίευση κείμενο σαν το κάτωθι, το οποίο το παραθέτω δίχως να αλλάξω το παραμικρό:

«Οι θεατές εισέρχονται μετά από επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού ή πιστοποιητικού νόσησης που εκδίδεται τριάντα (30) ημέρες μετά από τον πρώτο θετικό έλεγχο και η ισχύς του διαρκεί έως εκατόν ογδόντα (180) ημέρες μετά από αυτόν. Απαιτείται αστυνομική ταυτότητα ή δίπλωμα οδήγησης ή διαβατήριο ή άλλο αποδεικτικό ταυτότητας, προκειμένου να διενεργείται έλεγχος ταυτοπροσωπίας.

»Κάθε Δευτέρα θα είναι μεικτός χώρος, δηλαδή για όσους έχουν κάνει rapid test με διάρκεια 48 ωρών, εμβολιασμένους και νοσήσαντες, και με πληρότητα 50%.

»Κάθε Τρίτη ως αμιγώς covid freeκλειστός χώρος, μόνο για εμβολιασμένους και νοσήσαντες με πιστοποιητικό σε ισχύ (180 ημέρες μετά τον πρώτο θετικό έλεγχο). Αστυνομική ταυτότητα, δίπλωμα οδήγησης ή διαβατήριο είναι απαραίτητα προκειμένου να διενεργείται έλεγχος ταυτοπροσωπίας»

Τούτο είναι το ολόγιομο, βίαιο πρόσωπο του φασισμού και του τρίτου ράιχ και εάν δεν κατανοούμε πως είναι, τότε ας αποχωρήσουμε ευπρεπώς ηττημένοι, αθόρυβα από την Γη, καθώς έχουμε αποτύχει ως έμψυχα, ανθρώπινα όντα, που πιστεύουμε στην ισονομία, την πρόοδο, την ομόνοια και την δημοκρατία. Στην γειτονική μας χώρα, την πατρίδα του σπαγγέτι και της πίτσας, εκεί όπου μεγαλόπρεπα φούντωσε η τρομοκρατία της βαρβαρικής, ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αλλά και του φασισμού, οι πολίτες πίεσαν με τον τρόπο τους το ανάλγητο πολιτικό σύστημα και πέτυχαν το πρώτο, μικρό θαύμα, όπως, τουλάχιστον, δείχνουν τα γεγονότα.

Οι έννοιες: φιλότητα, υποστήριξη, κατανόηση, φιλότιμο, δικαιοσύνη, ελευθερία που κάποτε κυριαρχούσαν στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, τώρα είναι απούσες και το ουράνιο, ελληνικό «ομ», όπως όμαιμον, ομόθρησκον, ομόγλωσσον, ομότροπον, πήγε περίπατο σε τρισκότεινα δώματα και η εξουσία του ατομικισμού, κοινώς η παρτάρα μας, ανοίγει ένδοξα τις πύλες του Πύργου (η Γη του Πυρός) για να υποδεχθούμε τις μελανές λεγεώνες του αφανισμού. Εάν αυτό, πραγματικά, είναι το σχέδιο σας, αγαπητοί μου, συνεχίστε χωρίς εμένα.



Να γνωρίζουμε, όμως, πως η κρεμαστή, μεγάλη διάφανη μπάλα που κάθε τόσο γεμίζει με δεσμίδες χαρτονομισμάτων καταλήγει σε έναν μόνο παίχτη. Οι υπόλοιποι, που κοιτάμε με δέος τον άφθονο υλικό πλούτο, τον υποσχόμενο ότι θα μας εξασφαλίσει τριφηλή ζωή, μακριά από έγνοιες και βάσανα, διαθέτει ένα σημαντικό αντίτιμο: την παράδοση της ελευθερίας μας και τον υλικό μας θάνατο. Ο πνευματικός θάνατος είναι δεδομένος.

Το κορεάτικο «Παιχνίδι του Καλαμαριού» (Squid Gαme), που έχει κατακτήσει το ενδιαφέρον των τηλεθεατών σε παγκόσμιο επίπεδο και προβάλλεται στο Netflix, υφέρπει ο εν δυνάμει φασισμός τόσο στους ήρωες της σειράς, όσο και τους θεατές. Ο 50χρονος δημιουργός του, ο Χουάνγκ Ντονγκ-χιουκ, δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να στήσει την δραματική, ρωμαϊκή αρένα των αναλωσίμων παιχτών και να προσφέρει κερκίδα στον βάρβαρο, μεσοαστό τηλεθεατή που διψά για τρόμο, αίμα και απώλεια, να ονειρευτεί πως θα μπορούσε να κερδίσει τα αγωνίσματα και να αποκτήσει το «θεϊκό» έπαθλο.

Ο σκηνοθέτης δεν παρουσιάζει κάτι που μπορεί να συμβαίνει, αλλά αυτό που πραγματικά συμβαίνει ακριβώς στην άκρη της εξέδρας της δολοφονημένης ανθρωπότητας. Η εικονοποίση της ανθρώπινης αποκτήνωσης στην σειρά διοχετεύεται σαν διεγερτικό στα κύτταρα του τηλεθεατή και απροβλημάτιστα σκαρώνει νοητικά, φιλόδοξα σχέδια εθιζόμενος το πως θα τα κατάφερνε ο ίδιος, ως χρεοκοπημένος, ημιμαθής μεσοαστός και μικροαστός που είναι, εκεί μέσα στη σφαγή. Στέκεται στην άριστα δομημένη δράση του σεναρίου, στον πακτωλό των χρημάτων που περιμένουν τον νικητή των δολοφονικών, παιδικών αγωνισμάτων και εκπαιδευμένος στην επί σειρά δεκαετιών κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική βία, στην ανυπαρξία αξιακού ιστού κρίνει περιχαρής και ασυνείδητα τον εαυτό του εντός μιας κολασμένης μεγαλοπρέπειας που προτείνει την λύτρωση για έναν μόνον άνθρωπο, όπως ευαγγελίζεται η τηλεοπτική σειρά.

Τα έτερα περί ανθρωπισμού και ηθικών αξιών πέφτουν σαν μπάζα από την φαγάνα της μπουλντόζας του κοινωνικού φασιστικού μορφώματος, ευθύς στην χωματερή της ανθρώπινης απαξίας. Ουδεμία διέξοδος και η σεκάνς στο φινάλε του «Παιχνιδιού του Καλαμαριού», αυτό αποκαλύπτει. Από εκεί και έπειτα ο Θεός μαζί μας.

Οι πρόγονοι μας, πριν την βραδινή τους κατάκλιση, τοποθετούσαν ένα φυλλαράκι δυόσμου κάτω από την μύτη τους, προσευχόντουσαν στον θεό Ερμή για να διανύσουν ευόνειρο ύπνο και η ψυχή τους να οδηγηθεί με ασφάλεια στην φιλντισένια πύλη και όχι στην κεράτινη.

Εύχομαι σε όλους καλή θέαση σε ότι επιλέξετε να δείτε και ευόνειρη ξεκούραση με ήσυχη την συνείδηση μας. Ο πραγματικός ήρωας είναι εντός μας και είναι πάντα άγρυπνος.


Batman Begins: «Η κάθαρση του Περσέα και η Νυχτερί...
«Queen’s Gambit», γράφει ο Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/