InTownPost

Ακολουθήστε μας :

19
Κυρ, Σεπ
Tο διάβασαν 289 άτομα (289 Views)

«Το νου σας ρεμάλια άνδρες, το νου σας!», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

PROM111-ITP09


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 58

«Μαλώνεις ρε; Μαλώνεις;» κρώζει αναστατωμένος και το σώμα του τσιτωμένο ο μπακαλόγατος Κώστας Χατζηχρήστος, απειλώντας τον Νίκο Ρίζο στην σπιτική αυλή του Νίκου Φέρμα, όταν μαθαίνει πως η καρδιά της αγαπημένης του Νέλλης Παππά, είναι δοσμένη στον μάγκα, τον κοντό. Φουσκώνει σαν πετεινός ο Ζήκος, σηκώνει την φωνή, στολίζει με επίθετα τον διεκδικητή, πιστεύοντας ότι θα πάρει πίσω την Φιφίκα, αλλά από την θέση του δεν το κουνάει χιλιοστό και, μάλιστα, ζητάει από την ομήγυρη της αυλής να τον εμποδίσουν για να μην κάνει «κακό» στον Κιτσάρα. Στην αψάδα τού ανδρισμού του υποδεικνύει, με αγωνία και σαφήνεια στην Μαρίκα Νέζερ το πως και από που να τον βαστάει γερά και κόντρα δυνατά, μην τυχόν ξεφύγει και πλησιάσει τον κίνδυνο που σοβαρολογεί ότι «μαλώνει» και αρπάξει βροχηδόν τις φάπες του.

Καταπληκτική σεκάνς προς το φινάλε της επικής, ελληνικής ταινίας «Της Κακομοίρας» του εξαιρετικού, Κύπριου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ντίνου Κατσουρίδη. Μια ακόμα σκηνή της ταινίας, από τις αμέτρητες του σεναρίου, ικανή να βγάλει αβίαστα το γέλιο από το υπογάστριο. Το γέλιο, αλλά και η θλίψη αγκαλιάζονται τρυφερά και με κατανόηση, για το τι είναι, τελικά, εκείνοι οι δυο άνδρες, όταν εγκαταλείπουν ηττημένοι την αυλή των νικητών, γνωρίζοντας βαθιά μέσα τους, πως το ζήτημα ήταν στημένο εξ' αρχής. Απλά, ο Κώστας Χατζηχρήστος και ο συνονόματός του, ο Κώστας Δούκας είναι ο αρλεκίνος και ο παλιάτσος της Αυλής. Κλαυσίγελως!

Η ταινία μπορεί να γυρίστηκε το 1963, αλλά οι συμπεριφορές, πέραν του ηθογραφικού στοιχείου, είναι μέσα στα σημερινά πράγματα όσο ποτέ, λες και τα 58 χρόνια που έχει διαγράψει μέχρι σήμερα η παραγωγή να μοιάζουν μόλις με χθες το βράδυ. Ένα ερωτικό γαϊτανάκι παίζει στο προσκήνιο, με θύματα που δεν διαθέτουν το γνώθι σαυτόν, μια πλεκτάνη καλά στημένη από τους δυνατούς για να προστατευθεί το ήδη γνωστό και τέλος ένα κατάλληλο σκηνικό για να ανακοινωθεί και να αποκαλυφθεί η «προδοσία». Βέβαια, στα περί έρωτος και τα «λαβώματα» της καρδιάς, τουλάχιστον από την πλευρά των αρσενικών στην δεκαετία του εξήντα, υπήρχε η παλικαριά, η μπέσα, η ηθική και η αποφασιστικότητα. Τα «θύματα» τώρα, τα δυο αρσενικά της ιστορίας, είναι οι χαμένοι και οι περίγελοι της Αυλής, καθώς ο ένας, ο γηραιότερος, έμεινε με την φιάλη στο χέρι και ο άλλος, ο νεώτερος, να κάνει τον καμπόσο και τον νταή με τζούφιο περιεχόμενο.

Εδώ ακριβώς θα σταθώ. Στην μαγκιά άνευ ουσίας και αποτελέσματος εστιάζω, που πηγάζει εύκολα και εκ του ασφαλούς από έναν κουτοπόνηρο «μπακαλόγατο» σαν τους αμνούς για βοσκή που τους προστατεύει ο ποιμενάρχης και το τσοπανόσκυλο. Στα λάθη, τις υπερβολές και τις ανοησίες των άλλων είναι επικριτικός, αληθινός, φωνακλάς ενίοτε, σατυρικός, είρων κάποιες φορές, αιχμηρός κάποιες άλλες, είναι ο άψογα γυαλισμένος, ολοζώντανος καθρέπτης ώστε να φανεί ατόφιο το πραγματικό είδωλο του όποιου ανθρώπου στέκει απέναντι του και θεωρεί ορθά κάποια πράγματα και καταστάσεις, ενώ κολυμπά δεινά στην πλάνη και την ψευδαίσθηση. Ο πονηρούλης, επαρχιώτης «μπακαλόγατος» συνεχώς κράζει τα κακώς κείμενα, συνεχώς λέει, λέει και ο στόμας του τελειωμό δεν έχει. Σωστά και αλάνθαστα μεν ξεφουρνίζει τις πρόγκες του, κριτικάρει σφόδρα, παρότι και αυτός ο δυστυχής καταδύεται δίχως ανάσα στην προσωπική του πλάνη. Όταν, όμως, φτάσει στο πύρινο σημείο του θέματος και αγγίξει το σημαντικό δια ταύτα, όταν πρέπει να αναλάβει δράση, να διεκδικήσει, να αντισταθεί στην Αυλή, να μετρήσει η οντότητα του ίδια σε ειδικό βάρος με των άλλων και να μην είναι ο ραγιάς και ο γραφικός που όλοι σπάνε πλάκα μαζί του, τότε είναι άδειος, φοβισμένος και λουφαγμένος. Αντιδρά σαν κιοτής, απόλυτα ρυθμισμένος όπως ένα ακόμα εξάρτημα στην μηχανή του συστήματος, που περίτεχνα κατασκεύασαν ειδικά για τους Έλληνες ζήκους.

Από τα ψηλά έως τα χαμηλά επίπεδα της κοινωνίας μας, ειδικά των τελευταίων δεκαετιών, οι διαβαθμισμένοι ζήκοι έχουν αναλάβει τις θέσεις τους και ο καθείς στο έργο του. Ο πλούσιος Ζήκος για να προστατεύσει και να αποκτήσει περισσότερο πλούτο τα έχει γραμμένα όλα στους αφράτους γενετήσιους αδένες του, ξεπουλάει εν ψυχρώ πατρίδα, ιερά και όσια και είτε είναι παλιό τζάκι, είτε είναι οψίπλουτος, αναφέρεται επικριτικά στα κακώς κείμενα της πολιτικο-οικονομικής και της κοινωνικής σφαίρας. Όταν όμως ζητηθεί από τον πλούσιο Ζήκο να βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα του κράτους, τότε, ο χρυσοκάνθαρος Ζήκος, ευθύς μεταμορφώνεται σε Λούης-Ζήκος, τρέχοντας μακριά, από εκεί που έφυγαν και οι άλλοι. Ο δε μπακαλόγατος πολιτικός, είναι αυτός που στους πολίτες ψηφοφόρους λέει λέει και γλώσσα δεν βάζει μέσα, ασκεί έντονη και αιχμηρή κριτική στους αντιπάλους του, κάνει τον καμπόσο, τάζει λαγούς με πετραχήλια και μόλις τοποθετηθεί εκεί που επιθυμεί και ενώ άπαντες περιμένουν να αποκαλυφθεί το σθένος και η λεβεντιά του, αμέσως επιδίδεται στο σπορ της οσφυιοκαμψίας, της ατολμίας και, φυσικά, της διαφθοράς.

Όπως ο πλούσιος Ζήκος, έτσι και ο πολιτικός μπακαλόγατος Ζήκος στοχεύουν πάντα στην μονέδα. Στην περίφημη παγκόσμια Αυλή των διεκδικήσεων, εκεί που έχει στηθεί το έργο και επιβάλλεται να επιδείξουν ανάστημα οι ζήκοι πολιτικοί, απλά, διαχειρίζονται μαστόρικα τις αδυναμίες τους, γιατί πάντα υπάρχουν οι πιο μάγκες από αυτούς, κοντοί ή ψιλοί στο μέγεθος δεν έχει σημασία, που έχουν οργανώσει αλάνθαστα το παιχνίδι με τους άλλους δικούς τους μπακαλόγατους. Και κρώζουν οι θρασύδειλοι, πολιτικοί ζήκοι σαν κοκόρια: «Μαλώνεις ρε; Μαλωνεις;», για να φανούν τάχαμου, υποδεικνύοντας, βέβαια, στους «φίλους» τους να τους κρατούν γερά και κόντρα, μην τυχόν ξεφύγουν κατά λάθος και αρπάξουν κατακέφαλα τις φάπες τους.

Όσο για εμάς που βρισκόμαστε στην βάση της ζηκοπυραμίδας, εμάς τους πολίτες μπακαλόγατους εννοώ, τι να γράψω, αφού ήδη τα γνωρίζετε. Φωνές, κριτική, γνώση επί παντός του επιστητού, ειρωνεία, νταηλίκι, τσαμπουκάδες προς τους άλλους ζήκους, τους πιο πάνω, τους υποτιθέμενους ισχυρούς ζήκους που μας εξαπατούν, πάντα όμως με άσφαιρα λόγια και φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα, δηλαδή γραπτώς και διαδικτυακώς, πανάθεμα μας, εκ του ασφαλούς μπροστά από μια οθόνη ή ξάπλα στον αδηφάγο καναπέ της κακομοιριά μας. «Της κακομοίρας» και ο λόγος. Και όταν απαιτηθεί η επί της ουσίας δράση ακολουθούμε τον δρόμο του ραγιά, την αλάνθαστη ζηκοσυνταγή: «Μαλώνεις ρε; Μαλώνεις;» και εναγωνίως ψάχνουμε κάποιους δικούς μας να στηρίξουν γερά τον τενεκεδένιο εγωισμό μας και να κρατούν κόντρα δυνατά την αήττητη βλακεία μας, τρομοκρατημένοι μην τυχόν ξεφύγουμε, διάολε, και αρπάξουμε τις ξεγυρισμένες σφαλιάρες μας. Η διαφορά με εμάς τους ζήκους της βάσης με αυτούς τους φερόμενους ως ισχυρούς ζήκους της κορυφής είναι, ότι εμείς δεν είμαστε μονιασμένοι όπως εκείνοι που είναι απόλυτα συντονισμένοι σε κοινό σκοπό. Εμείς βγάζουμε τα μάτια μας σε μια απάνθρωπη μάχη να χωρίσουμε ξανά το μπακάλικο στα δυο.

Πού στο καλό, ρε γαμώτο, βρίσκεται η ελληνική λεβεντιά, το σθένος και ο πολιτισμός μας; Είναι όντως το σώμα οριζοντιωμένο σε σιδερένια, ψυχρή κλίνη; Η οθόνη του μηχανήματος που είναι καλωδιωμένο στην ελληνική ψυχή, όντως δείχνει ευθεία γραμμή; Καμιά ουσιώδης αντίδραση; Κορμί άνευ παλμού; Αληθεύει πως ακόμα είμαστε «των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι», όπως έγραψε πριν από 113 χρόνια ο Κωστής Παλαμάς;



«Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα»

(Promising Young Woman)

Είδος: Κοινωνικό δράμα, θρίλερ

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Έμεραλντ Φένελ

Με τους: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Μπο Μπέρναμ, Άλισον Μπρι, Κλάνσι Μπράουν, Τζένιφερ Κούλιτζ, Λαβέρν

Διάρκεια: 113΄

Διακρίσεις: Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου – Βραβεία Bafta: Πρωτότυπου Σεναρίου και Ταινία της Χρονιάς

Διανομή: Spentzos Film


Η 30χρονη Κάσι Τόμας (Κάρεϊ Μάλιγκαν – απίθανη!) είναι η νέα γυναίκα που διέθετε όλα τα φόντα για να γίνει μια λαμπρή επιστήμονας. Εγκατέλειψε όμως τις σπουδές ιατρικής και ζει με τους γονείς της, ενώ δουλεύει σε ένα καφέ. Ο λόγος είναι, ότι πριν μερικά χρόνια και κατά την διάρκεια των σπουδών της, ένας συμφοιτητής της βίασε την συγκάτοικο και καλύτερή της φίλη και για την πράξη του έμεινε ατιμώρητος, αφού το πανεπιστήμιο συγκάλυψε το έγκλημα και ο δικηγόρος του νεαρού τον αθώωσε. Η φίλη της αυτοκτόνησε και αυτό το γεγονός στοίχειωσε την Κάσι.

Αναζητώντας ένα δρόμο εκδίκησης, η 30χρονη συχνάζει σε διάφορα μπαρ προσποιούμενη την μεθυσμένη, αφήνοντας τους άντρες να την οδηγήσουν στο σπίτι τους και να την εκμεταλλευτούν. Όταν η Κάσι φανερώνει, πως δεν είναι μεθυσμένη αρχίζει να τιμωρεί. Σε αυτή την εφιαλτική πορεία γνωρίζει τον συμφοιτητή της Ράιαν (Μπο Μπέρναμ – καλός) για να ξεκινήσει να αλλάζει την πεποίθηση της, πως, τελικά, οι άνδρες δεν όλοι σοβινιστικά γουρούνια που εκμεταλλεύονται γυναίκες σε αδυναμία.


Εξωφρενικά απίθανο, καθ' όλα ευφάνταστο το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Έμεραλντ Φένελ, που έγραψε μάλιστα την ιστορία της ταινίας, αποσπώντας το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Η δε Αγγλίδα Κάρεϊ Μάλιγκαν -την απολαύσαμε προσφάτως στην «Ανασκαφή» δίπλα στον Ρέιφ Φάινς-, είναι αναπάντεχα αποκαλυπτική, ζωγραφίζοντας μαστόρικα στην μεγάλη οθόνη ένα ολοκαίνουργιο πρόσωπο ηρωίδας, της γυναίκας εκδικήτριας, της Κασάντρα που εξολοθρεύει άθλιους, πύρκαυλους άνδρες, για να ομολογήσουμε με άνεση, πως ο «Τζόκερ» σαν να βρήκε το άλλο του μισό.

Η πένα και ο φακός τής, επίσης, Αγγλίδας ηθοποιού Έμεραλντ Φένελ, αφού, πρωτίστως, ζυμώθηκε ως γραφιάς σε μερικά επεισόδια της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Killing Eve», άπλωσε την ιδέα της στο χαρτί με δωρική αφήγηση και το ίδιο απλά, μεστά και δίχως φιοριτούρες έστησε τις κάμερες για να φιλμάρει μια κατάμαυρη και επικίνδυνη ταινία εκδίκησης με κεντρικό πρόσωπο την νέα γυναίκα, που είχε όλα τα φόντα για να ορθώσει μια ονειρεμένη ζωή. Η Φένελ σκηνοθετεί την ιστορία τής συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας, που κατανοεί, ότι τα πάντα γύρω της είναι ρυθμισμένα στο γράδο των ανδρικών, ανεξέλεγκτων ορμονών. Συστήνει στους θεατές την καταθλιπτική νέα γυναίκα, που μια σημαντικότατη απώλεια την έστειλε στα καταβάσια της παραίτησης. Βλέπουμε την οργισμένη, ανισόρροπη νέα γυναίκα να βιώνει συνεχώς το ίδιο σκηνικό απαξίωσης και ταπείνωσης της θηλυκής οντότητας και την γυναίκα μαινάδα να εξοντώνει αμετανόητα αρσενικά, αλλά και αυτή της νέας γυναίκας που δεν είναι άρρωστα κολλημένη στην πεποίθηση της και στην ατέρμονη, κολασμένη τιμωρητική ορμή της, αλλά στην νέα γυναίκα που εξιλεώνεται, σκέφτεται να συνεχίσει ισορροπημένα την ζωή της και βαθιά μέσα της πιστεύει, πως ακόμα και ως εκδικητής στο σκοτάδι της σύγχρονης κοινωνίας, πιθανώς, να υπάρχει το φως της ελπίδας και της αγάπης.

Από την αρχή έως το τέλος της ταινίας, ειδικά στο τέλος, η Κάρεϊ Μάλιγκαν, η οποία προτάθηκε για το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, για να το χάσει από το απόλυτο τίποτα της Φράνσις Μακντόρμαντ, γεμίζει γενναιόδωρα τα πλάνα, ανεβοκατεβαίνοντας με απίστευτη άνεση την κλίμακα της θηλυκής ψυχοσύνθεσης, ενώ έχει διαβεί για τα καλά το κατώφλι, ας πούμε, της συγκροτημένης παράνοιας, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Κι όμως στο ευαίσθητο και σωτήριο πλατύσκαλο της αναθεώρησης, την στιγμή που αποχωρούν από τον ουρανό της τα βαριά, κατάμαυρα σύννεφα και ο ευεργετικός ηλιάτορας δείχνει να κυριαρχεί στον σακατεμένο κόσμο της, η ηρωίδα ακινητοποιείται περίτεχνα, μαρμαρώνει κυριολεκτικά αλλά δεν είναι αμέτοχη, μηδέ απαθής στην καινούργια και πολλά υποσχόμενη δεύτερη, μεγάλη ευκαιρία. Μοιάζει με τον ελεγκτή εισιτηρίων τρένου, που τελεί αθόρυβα το καθήκον του λογιζόμενος, ότι να, σήμερα υπάρχουν νομοταγείς πολίτες, περιμένοντας ενδόμυχα να τσακώσει τον τζαμπατζή επιβάτη και να εκραγεί.

Δεν είναι ακόμα μια ιστορία από τις γνωστές με κλισέ και παρατραβηγμένες καταστάσεις σπλατεριάς, που το κοπελάκι αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του, σφάζοντας παρωχημένα αντράκια στο γόνυ. Είναι η εκλεπτυσμένη, η ρεαλιστική όψη του εξ' ίσου καταπληκτικού «Revenge» (διαβάστε εδώ), της Κοραλί Φαρζά. Άλλωστε ο οδικός χάρτης της Φένελ, με την άριστη σηματοδότηση της Μάλιγκαν, περνάει στο ανθρώπινο απαλά σαν χάδι από το αριστερό χέρι του Μεφιστοφελή. Μπράβο και στις δυο γυναίκες της ταινίας!


Photo Gallery: «Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα»


«Fast & Furious 9: Μαχητές των Δρόμων»

(F9)

Είδος: Δράση περιπέτεια

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Τζάστιν Λιν

Με τους: Βιν Ντίζελ, Μισέλ Ροντρίγκεζ, Ταϊρίζ Γκίμπσον, Κρις «Λούντακρις» Μπρίτζες,

Τζον Σίνα, Τζορντάνα Μπρούστερ, Νάταλι Εμάνουελ, Έλεν Μίρεν, Σαρλίζ Θερόν

Διάρκεια: 135'

Διανομή: Tulip Entertainment


Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ντομ Τορέτο (Βιν Ντίζελ – όπως στα προηγούμενα οκτώ επεισόδια, έτσι και στο 9ο, είναι ο ίδιος και απαράλλαχτος Βιν), ζει μια ήσυχη ζωή μαζί με την Λέτι (Μισέλ Ροντρίγκεζ –περσόνα πια της σειράς) και τον γιο τους, τον μικρό Μπράιαν. Ο Ντομ γνωρίζει καλά, ότι ο κίνδυνος πάντα θα καραδοκεί στον ορίζοντα και αυτή την φορά η απειλή θα αναγκάσει τον Ντομ να αντιμετωπίσει τις αμαρτίες του παρελθόντος του, αν θέλει να σώσει τους αγαπημένους του ανθρώπους.

Η ομάδα του συγκεντρώνεται ξανά με σκοπό να σταματήσει μια συνωμοσία παγκοσμίων διαστάσεων, στην οποία ηγείται ο πιο ικανός δολοφόνος και ο πιο δεινός οδηγός που έχουν αντιμετωπίσει ποτέ: ένας άντρας που τυχαίνει να είναι ο ξεχασμένος αδερφός του Ντομ, ο Τζέικομπ (Τζον Σίνα) και να είναι το νέο κομμάτι στο παζλ της οικογενειακής ιστορίας.


Έπειτα από ένα επιτυχημένο χατ τρικ του σκηνοθέτη ταινιών δράσης Τζάστιν Λιν, για να χρησιμοποιήσουμε αθλητική ορολογία διότι είναι καθαρόαιμη ταινία εξέδρας, ο Ταϊβανό-Αμερικανός βρίσκεται για τέταρτη φορά στο βολάν της saga του «Fast & Furious». Ο σκηνοθέτης που έσπασε τους κανόνες και τα όρια της κινηματογραφικής υπερβολής στις προηγούμενες ταινίες, γεμίζοντας την οθόνη με θέαμα στην διάσταση του απίστευτου και, φυσικά, τα ταμεία με χρήμα, εδώ, αγαπητοί μου, ξεπερνάει τον ίδιο τον κινηματογραφικό μύθο και απογειώνεται στο υπερπέραν, κυριολεκτικώς.

Εννέα συνέχειες, ένα spin off στα 20 χρόνια παρουσίας και εισπράξεις 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως με φουλ γκαζολίνι στα ρεζερβουάρ, δηλαδή άνετα κονταροχτυπιέται με το «Star Wars», όπου γίνεται και μια αναφορά εντός σεναρίου, το «F9» είναι αυτό που είναι και αυτό που ξέρεις ότι θα παρακολουθήσεις δίχως να διαψεύδει, πρωτίστως τον εαυτό του και στην συνέχεια τους φανατικούς της σειράς. Υπερθέαμα, δράση, γκάζια, αυτοκίνητα, εκρήξεις, τετράτροχες πιρουέτες, άλματα εντός και εκτός της στρατόσφαιρας, θόρυβος, λαμαρίνα, μοντάζ να διαλύει τους εγκεφαλικούς νευρώνες και ολίγον οικογενειακό μελόδραμα πασπαλισμένο σαν ζάχαρη άχνη στο καυτό σουφλέ σοκολάτας.

Οι ηθοποιοί και σε τούτο το ανεκδιήγητο franchise κρατούν έντιμα και ακλόνητα τον ρόλο του κομπάρσου στην ψηφιακή παραγωγή και ο Λιν εκμεταλλεύεται όλους τους γνωστούς ήρωες που γνωρίσαμε στα εννέα επεισόδια, μα όλους και θα καταλάβετε τι εννοώ, εκτός του Ντουέιν Τζόνσον και του Τζέισον Στέιθαμ, καθώς το συγκεκριμένο δίδυμο τρέχει πια στην δική του πίστα. Εν τω μεταξύ στον φούρνο ψήνεται το «F10».


Photo Gallery: «Fast & Furious 9: Μαχητές των Δρόμων»


«Το Δυστύχημα»

(Accident)

Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό δράμα

Παραγωγή: Αγγλία (1967), σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Τζόζεφ Λόουζι

Με τους: Ντερκ Μπόγκαρντ, Στάνλεϊ Μπέικερ, Ζακλίν Σασάρντ, Βίβιαν Μέρτσαντ, Μάικλ Γιόρκ, Αλεξάντερ Νοξ, Χάρολντ Πίντερ

Διάρκεια: 105'

Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Κανών 1967 (το μοιράστηκε με την γιουγκοσλάβικη ταινία «Συνάντησα κι Ευτυχισμένους Τσιγγάνους» του Αλεξάνταρ Πέτροβιτς)

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους: «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Ο Στίβεν (Ντερκ Μπόγκαρντ - καλός), είναι ένας παντρεμένος καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διανύοντας την κρίση της μέσης ηλικίας. Αισθάνεται παγιδευμένος από τη ζωή του, τόσο στο Πανεπιστήμιο, όσο και στον γάμο του. Ζει την ρουτίνα στο εκτός πόλης σπίτι του με την γυναίκα του Ρόζαλιν (Βίβιαν Μέρτσαντ – καλή), η οποία είναι έγκυος στο τρίτο τους παιδί. Τα πράγματα όμως αλλάζουν για αυτόν όταν γνωρίζει την όμορφη φοιτήτρια του, την εξ' Αυστρίας ορμώμενη Άννα φον Γκρατζ (Ζακλίν Σασάρντ - καλή), για την οποία ενδιαφέρεται σφόδρα ο νεαρός, αριστοκράτης, αθλητής και μαθητής του καθηγητή, ο Γουίλιαμ (Μάικλ Γιόρκ – καλός). Τελικά, ο Γουίλιαμ αρραβωνιάζεται την Άννα.

Ακόμα ένας ισχυρός αντίπαλος του Στίβεν σ' αυτή τη σχέση είναι ο συνάδελφός του, ο καθηγητής Τσάρλι (Στάνλεϊ Μπέικερ – καλός), που τον ζηλεύει ο Στίβεν γιατί παρουσιάζει μια τηλεοπτική εκπομπή φιλολογικού περιεχομένου, αλλά είναι και ένας ιδιαίτερα κυνικός και επικίνδυνος άνδρας. Μετά από ένα φρικτό δυστύχημα, όπου ο Γουίλιαμ σκοτώνεται και η Άννα χάνει τις αισθήσεις της, ο Στίβεν αναλαμβάνει να την κρατήσει σπίτι του, ενώ η σύζυγος είναι εκτός πόλης.


«Το Δυστύχημα» είναι η τρίτη κατά σειρά συνεργασία του Αμερικανού σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι με τον Άγγλο θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ (Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005), ενώ συνολικά οι κινηματογραφικές τους συναντήσεις είναι τέσσερις, ξεκινώντας με τον Υπηρέτη» (1963), την «Modesty Blaise» (1966) και «The Go-Between» («Ο Μεσάζων» 1971), ενώ ο Ντερκ Μπόγκαρντ μετά την επιτυχία τού «Υπηρέτη» εκθρονίζει τον Ρίτσαρντ Μπάρντον ως την πρώτη επιλογή και αναλαμβάνει τον ρόλο του καθηγητή Στίβεν. Η ιστορία της ταινίας που μετέφερε σε σενάριο ο Πίντερ συνεργαζόμενος με τον Λόουζι, βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Νίκολας Μόσλεϊ και κινηματογραφικά λειτουργεί ως μια αναδρομή στην γνωριμία τριών ανδρών με την φοιτήτρια Άννα. Η ταινία ξεκινάει με ένα δυστύχημα περασμένα μεσάνυχτα έξω από το σπίτι του καθηγητή που δεν βλέπουμε, παραμένει ένα δεκάλεπτο στον τρέχοντα χρόνο και αμέσως αρχίζει το flashback για να κλείσει η ιστορία με ένα δεκάλεπτο, επίσης ένα ατύχημα που πάλι δεν βλέπουμε, απλά ακούμε τους θορύβους και στις δυο σεκάνς.

Η θεατρικότητα του δραματουργού Χάρολντ Πίντερ και η σινεμαδίστικη προσέγγιση του σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι γεννούν ένα κινηματογραφικό αποτέλεσμα που ξεγλιστρά από τον αγγλικό ακαδημαϊσμό, προσδίδοντας αισθησιασμό, αποκαλύπτοντας παράλληλα την εσωτερική ανθρώπινη ένταση, τα ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά και μια τόλμη ως προς τον υπόκωφο μακιαβελισμό, όταν ο έρωτας καταλαμβάνει την παγωμένη ζωή ενός ώριμου άνδρα σε αδράνεια.

Παρότι δεν είναι από τις κορυφαίες ταινίες του σκηνοθέτη, οι φόρμες του είναι πρωτόγνωρες για την δεκαετία του '60, όταν μάλιστα, τα ερωτικά τρίγωνα μετασχηματίζονται σε τετράγωνα και το ανεκπλήρωτο πνίγεται στα νερά της αξιοπρέπειας και της απόρριψης. Άψογοι σύμμαχοι στο Πιντερ-Λόουζι ταξίδι είναι η ρομαντική φωτογραφία του Τζέρι Φίσερ και η άλλοτε νευρική, άλλοτε χαδιάρικη τζαζ μουσική του Τζον Ντάνκγουορθ.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, καθότι «Το Δυστύχημα» ανήκει στις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά, ότι η ηθοποιός Βίβιαν Μέρτσαντ στον ρόλο της γυναίκας του καθηγητή, είναι η πρώτη σύζυγος του Χάρολντ Πίντερ και να προσέξετε, διότι ο Πίντερ κάνει και ένα ολιγόλεπτο πέρασμα στην ταινία, υποδυόμενος τον βοηθό παραγωγού τηλεοπτικών εκπομπών. Τέτοιου είδους κινηματογραφικές συνεργασίες αξίζει να τις απολαμβάνουμε.


Photo gallery: «Το Δυστύχημα»

«Επιτέλους, μοσχοβόλησε η αίθουσα Ελλάδα!», κριτικ...
«Στο πυρ το εξώτερον με καρτούν και αστυνόμους», κ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/