InTownPost

Ακολουθήστε μας :

01
Τετ, Δεκ
Tο διάβασαν 330 άτομα (330 Views)

«Ούτε κιχ να μην ακουστεί… κατέφθασε η θύελλα Κρουέλα», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

CRUELLA_HR_FIRST_LOOK_MPC_v001


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 56

Κοινωνική εξαθλίωση το ονομάζεις και ο χαρακτηρισμός, όπως καταλαβαίνετε και εσείς, φαντάζει κόσμιος και ήπιος. Ας αναλογιστούμε σοβαρά και με ηρεμία, πως η Ελλάδα διχάστηκε σε αρνητές και υποστηρικτές των αντιδότων που προτείνουν οι φαρμακοβιομηχανίες για την υποτιθέμενη υγειονομική θωράκιση. Ο κοινωνικός ιστός κατέρρευσε από την ένδεια και την ανεργία. Οι πολίτες επιβάλλεται να διαθέτουν επίσημα, κρατικά έγγραφα, ότι είναι ικανοί και υγιείς για να εργασθούν. Τα νοσοκομεία της χώρας γίνονται τύμβοι διασωληνωμένων ανθρώπων, που αφήνουν την τελευταία τους πνοή. Οικογένειες που, τελικά, χάνουν την πρώτη τους κατοικία θα βρεθούν σαν νομάδες στον δρόμο. Οντότητες ανθρώπινες πτωχεύουν επίσημα και για κάποια χρόνια θα βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση στο μικροσκόπιο ειδικών ομάδων. Το μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών επιβιώνει με πενιχρά, κρατικά επιδόματα. Η δικαιοσύνη δεν είναι πια τυφλή και δεν κρατά μηδέ σπαθί, μηδέ ζυγαριά. Το τηλεοπτικό ψεύδος, η παραπληροφόρηση και τα διασκεδαστικά τηλε-σκουπίδα μοναδικό σκοπό έχουν να μολύνουν την συνείδηση και να αποπροσανατολίζουν τον θεατή. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση των πολιτών ξεκινά από τους εργαζόμενους. Τα σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος ανθρώπων μικρών ηλικιών και έφηβων βρίσκονται σε έξαρση.

Τα σπιτικά λεηλατούνται από εφιαλτικές συμμορίες, φτάνοντας αδίστακτα μέχρι και στην αφαίρεση ζωής ανθρώπων και αθώων οικόσιτων ζώων. Η εκπαίδευση των νέων ανθρώπων πλέει τις συμπληγάδες πέτρες και τσακίζεται. Ο πνευματικός πολιτισμός τελικά είναι θνητός, καθώς δολοφονήθηκε με σφαίρα στο κρανίο από τα αίσχη των εκπροσώπων του. Ο τρόμος, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα οδηγούν πλήθος ανθρώπων σε απονενοημένες πράξεις. Δεν υπάρχει πολιτικός αντίλογος, άπαντες οι πολιτικοί συμφώνησαν και ενώθηκαν σε κοινή πορεία. Η Ελλάδα μετασχηματίστηκε σε μια απέραντη χωματερή λαθρομεταναστών, έτοιμη να αλωθεί σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας. Το απόλυτο όπλο προστασίας του Έλληνα πολίτη, που είναι το Εθνικό Σύνταγμα και τα άρθρα του, σφυροκοπήθηκε ανελέητα και έγινε διάτρητο. Η καθημερινή δραστηριότητα των πολιτών ελέγχεται με απαγορευτικό ωράριο κυκλοφορίας. Η ενδοοικογενειακή βία και οι φόνοι ανάμεσα σε ζευγάρια σημειώνει νούμερα ρεκόρ. Ο πλούτος διαμοιράζεται προσεκτικά σε ακόμα λιγότερα χέρια. Η κατανάλωση πάμπολλων, φονικών ναρκωτικών ουσιών θερίζουν όλα τα κοινωνικά στρώμματα. Ο εθνομηδενισμός έγινε της μόδας. Οι άνθρωποι κυκλοφορούν παντού με φίμωτρο στο πρόσωπο.

Το παρακράτος οργιάζει, στέλνοντας στον άλλο κόσμο δημοσιογράφους. Ολοένα και λιγοστεύουν οι γέννες. Η λογοκρισία έλαβε κολασμένες διαστάσεις. Τα προικιά του κράτους, που 193 χρόνια πληρώνει ο Έλληνας υποθηκεύθηκαν. Δημοσιογράφοι προπαγανδίζουν ανερυθρίαστα μια ανύπαρκτη κανονικότητα, χαράζοντας γραμμές συμπεριφοράς. Άνθρωποι απολύονται και καταδιώκονται από τις εργασίες τους γιατί επέλεξαν να μην λάβουν αμφιβόλου αποτελέσματος ιαματικές ουσίες στο βιολογικό τους σύμπαν. Οι φύλακες των άστεων και προστάτες των πολιτών είναι πνιγμένοι στην διαφθορά. Όλα ξεπουλιούνται ακόμα και το ιερό, ιστορικό μας παρελθόν. Μεσαίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις κατέβασαν ρολά, διαλύοντας την οικονομική, σπονδυλική στήλη του κράτους. Αφανίζονται τα δάση. Η ακαδημαϊκή κοινότητα είναι λουφαγμένη στην ασφάλεια των προνομίων της. Χείλη νέων ανθρώπων εκστομίζουν με πάθος το σύνθημα: «Στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο η πατρίς η Ελλάδα να πεθάνει να ζήσουμε εμείς». Οι σύγχρονοι ιατροί θεραπευτές απώλεσαν την εμπιστοσύνη των ανθρώπων και λένε ό,τι τους λένε να πουν. Η χώρα, γιατί περί χώρου πρόκειται πια, γεωγραφικά συρρικνώνεται. Ο σκληρός και ο αδίστακτος κόσμος της νύχτας, η μαφία, φανερώθηκε και τις πρωινές ώρες σκορπά τον τρόμο και τον θάνατο. Το χρήμα, για όποιον το έχει, εύκολα εξαγοράζει τα πάντα. Ο άνθρωπος είναι γεμάτος θυμό. Ο άνθρωπος παραιτήθηκε και έπαυσε να αντιστέκεται. Η ελευθερία ηττήθηκε.

Ανθρώπινο έτος 2021. Δεν υπάρχει πλέον ορατός και αθέατος κόσμος. Δεν διακρίνονται σατανάδες και άγγελοι. Φτερά οι μεν, φτερά και οι δε. Όλα έγιναν ένα. Αυτό κι αν είναι ιστορία κινηματογραφικής τρέλας.



«Ένα Ήσυχο Μέρος 2»

(A Quiet Place Part II)

Είδος: Τρόμου, επιστημονικής φαντασίας

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Τζον Κρασίνσκι

Με τους: Έμιλι Μπλαντ, Κίλιαν Μέρφι, Μίλισεντ Σίμοντς, Νόα Τζουπ, Ντζιμόν Χουνσού

Διάρκεια: 95'

Διανομή: Odeon


Η εναπομείνασα οικογένεια Άμποτ, δηλαδή η μαμά Έβελιν (Έμιλι Μπλαντ – καταπληκτική), η κωφή θυγατέρα Ρέιγκαν (η έφηβη ηθοποιός Μίλισεντ Σίμοντς είναι στην πραγματικότητα κωφή και είναι απίθανη), ο μικρός γιός Μάρκους (Νόα Τζουπ - καλός) και το νεογέννητο βρέφος τοποθετημένο σε ένα κουτί συνεχίζουν τον αγώνα για επιβίωση σιωπηλοί. Αποφασίζουν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους και να ακολουθήσουν το ασφαλές μονοπάτι της άμμου προς το άγνωστο.

Συναντούν τον γείτονα Έμετ (Κίλιαν Μέρφι – καλός), ο οποίος ζει μοναχικά απομονωμένος, κρυμμένος και ήσυχος σε ένα εργοστάσιο με την οικογένεια του αποδεκατισμένη από τα τέρατα και μη έχοντας καμία εμπιστοσύνη στους ανθρώπους βιώνει την απαισιοδοξία. Ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο οδηγεί τους επιζήσαντες στην σκέψη, ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι, που ζουν κάπου με ασφάλεια σε ένα νησί. Ο Έμετ και η Ρέιγκαν τους αναζητούν, ενώ η μητέρα Έβελιν και τα δυο μικρότερα παιδιά της παραμένουν στο εργοστάσιο. Η περιπέτεια αρχίζει με νέους κινδύνους να παρουσιάζονται, ισοδύναμους με αυτούς των τεράτων.


Όταν τελείωσε η πρώτη ταινία του 2018 «Ένα Ήσυχο Μέρος» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), διαπίστωσα τρία ακριβώς πράγματα: πρώτον, το ταλέντο του άσημου σκηνοθέτη και γνωστού ηθοποιού Τζον Κρασίνσκι, σύζυγος και στην ζωή της Έμιλι Μπλαντ. Δεύτερον, το νέο είδος τρόμου που εγκαινίασε στην επιστημονική φαντασία με το θέμα της αλαλίας και των θορύβων να ενεργοποιούν ανθρωποφάγα τέρατα και τρίτον, φυσικά και επιθυμούσα μια συνέχεια, λαμβάνοντας υπ'όψιν το ρίσκο που ελλοχεύει ένα sequel, ικανό να συμπαρασύρει στο ελώδη βυθό της αποτυχίας και την πρωτότυπη προσπάθεια. Στο «Ένα Ήσυχο Μέρος 2» επιβεβαιώθηκαν και ταυτοχρόνως απαντήθηκα και τα τρία: Για το πρώτο, ο Τζον Κρασίνσκι παραμένει δουλευταράς σκηνοθέτης με ανανεώσιμες, πρωτότυπες ιδέες στην εργασία του, καθώς υπάρχουν τρεις σεκάνς στην ταινία που δεν μαρτυράω, αλλά είναι ατόφιοι αδάμαντες ιδεών, σκηνοθεσίας και μοντάζ. Για το δεύτερο, το συγκεκριμένο είδος τρόμου με την «σιωπή» και τα τέρατα εξολοθρευτές, κοπιαρίστηκε ασυστόλως και, τέλος, το sequel, διάολε, είναι αντάξιο της πρώτης ταινίας.

Ο σκηνοθέτης δεν εγκαταλείπει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που απλόχερα μας χάρισε στο πρώτο μέρος, σφίγγοντας όλο το εντερικό σύστημα του οργανισμού μας, απλά δίνει ένα επιπλέον βήμα στην κινηματογράφηση πιο ανοιχτών πλάνων σαν στιγμιαίες ανάσες αυτοδύτη που τελειώνει το οξυγόνο του, δίχως όμως να χάνει το στόρι ούτε μισή σταγόνα ανατριχίλας και αγωνίας. Ελάχιστοι οι διάλογοι στην ταινία. Τον λόγο αντικαθιστά η ζωντάνια της καλοκουρδισμένης εικόνας και η βωβή υποκριτική των ηθοποιών σαν να παρακολουθείς τον «Νοσφεράτου» του 1922 σε σκηνοθεσία του Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου. Προσθέτει όσο χρειάζεται την ανθρώπινη ανωμαλία, που απελευθερώνεται σατανικά και καταστροφικά ένεκα της μεταποκαλυπτικής κατάστασης στην Γη, φιλοξενεί στο καστ τον Κίλιαν Μέρφι («Peaky Blinders», «Inception»), ο οποίος τον βγάζει ασπροπρόσωπο και παλικάρι, συνθέτοντας μια αυθεντική ταινία τρόμου, που διαθέτει ψυχή, νεύρο και συναίσθημα. Η γυναίκα μάνα αρπάζει τα ηνία της επιβίωσης για την οικογένεια, πρωτίστως των τέκνων της και ορμάει στο πρόβλημα μαχητικά. Ενημερωνόμαστε πως ξεκίνησε η παρουσία των αρθρόποδων, αιμοσταγών τεράτων στον πλανήτη, από τον ουρανό βέβαια, αλλά από το πού ακριβώς κατάγονται παραμένει αναπάντητο και δικαίωμα του να παραμείνει σε αυτή την πληροφορία, για να συνεχίσει την ιστορία την 474η ημέρα από την εξολόθρευση του ανθρώπινου είδους.

Στο σενάριο και την σκηνοθεσία του Τζον Κρασίνσκι δεν θα δεις το αίμα να εκτοξεύεται πίδακας, δεν θα δεις διαμελισμένα ανθρώπινα σώματα, καθότι δεν παίζει σε αυτή την αρένα του τρόμου. Είναι πιο εσωτερικός και ήρεμος, αφοσιωμένος στα αντανακλαστικά του ανθρώπινου παράγοντα, ενώ το καρδιοχτύπι και την πίεση στην αρτηρία του θεατή θα τα ανεβάσει μαγκιόρικα με την εμπειρία που απόκτησε, παρότι στο sequel αφήνει περισσότερο χώρο και έδαφος στα τυφλά τέρατα με την οξυμένη ακοή. Φυσικά και η μπαλκονόπορτα έμεινε ανοιχτή για να εισέλθει η τρίτη συνέχεια της ιστορίας, που θα είναι μάλλον και ο επίλογος της τριλογίας. Μην λιανίσετε τα νύχια των χεριών σας, ούτε να μελανιάσετε το χέρι του συντρόφου σας. Προσδεθείτε καλά στο μονοθέσιο κάθισμα του θερινού σινεμά και απολαύστε την.


Photo Gallery: «Ένα Ήσυχο Μέρος 2»


«Κρουέλα»

(Cruella)

Είδος: Κοινωνικό, μαύρη κωμωδία

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Κρεγκ Γκιλέσπι

Με τους: Έμα Στόουν, Έμα Τόμσον, Τζόελ Φράι, Μάικλ Στρονγκ, Πολ Γουόλτερ Χάουζερ

Διάρκεια: 134΄

Διανομή: Feelgood Entertainment


Βρισκόµαστε στο Λονδίνο του 1970, η πανκ και η γκλαμ ροκ επανάσταση είναι στο απόγειό της. Η νεαρή Εστέλα, ένα ορφανό κορίτσι µε κοφτερό µυαλό και αιχµηρό ένστικτο επιβίωσης, ονειρεύεται να αναδειχθεί σε διάσηµη σχεδιάστρια µόδας. Μια µέρα, το ταλέντο της γίνεται αντιληπτό από τη θρυλική φασιονίστα και υστερικά σικ, Βαρόνη φον Χέλµαν.

Η σχέση τους θα πυροδοτήσει µια σειρά από γεγονότα και αποκαλύψεις που θα αναγκάσουν την Εστέλλα να ενστερνιστεί τη διαβολική πλευρά της και να µεταµορφωθεί στην άγρια, στιλάτη και εκδικητική Κρουέλα.


Η Ντίσνεϊ αποδομεί και απομυθοποιεί την Ντίσνεϊ. Ξεχάστε την Κρουέλα που ξέρετε. Βγάλτε από το μυαλό σας την σκυλοφάγα Κρουέλα, που ονειρεύεται πιτσιλωτό παλτό από το δέρμα των όμορφων Δαλματικών σκύλων. Συστηνόμαστε με την μικρή σε ηλικία Εστέλα που μένει πεντάρφανη και μόνη στο χαοτικό Λονδίνο, γνωρίζεται με δυο χαμίνια, τον Τζάσπερ και τον Χόρας (Τζόελ Φράι και Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, αντιστοίχως), γίνεται κλεφτρόνι για να επιζήσουν, αλλά έχει πάθος με την μόδα, όπως η συγχωρεμένη η μητέρα της, βάζοντας σκοπό από πιτσιρίκα να γίνει το πρώτο όνομα.

Ανταμώνουμε την γυναίκα Εστέλα, που απίθανα ερμηνεύει η Έμα Στόουν, αφήνοντας μας άφωνους με την ταλεντάρα της, να κινείται στον εκπληκτικά στημένο διάκοσμο της Αγγλίας των σέβεντις. Η Εστέλα συνεχίζει να ζει αλήτικα με τους δυο φίλους της, και να σχεδιάζει, να ράβει μανιωδώς γυναικεία ρούχα, να αγαπάει τα ζώα και να διαθέτει προωθημένο γούστο, εξεζητημένη αισθητική ικανά να ανατρέψουν τους κανόνες της υψηλής ραπτικής. Το αγγλικό σύμπαν της μόδας εξουσιάζεται τυραννικά και αδέκαστα από την βασίλισσα του στιλ, την σνομπ Βαρόνη φον Χέλµαν, που υποδύεται η Έμα Τόμσον για να παραδοθούμε αμαχητί, για φορά ακόμα, σε αυτήν την μεγάλη ηθοποιό, που την εκτιμώ απεριόριστα χρόνια τώρα, γεμίζοντας και εδώ τα κινηματογραφικά πλάνα με το μεγαλείο της. Η Τόμσον δημιουργεί ένα υβριδικό χαρακτήρα ανάμεσα στην Μέριλ Στριπ από το «Ο Διάβολος φοράει Πράντα» και την καρτουνίστικη εκδοχή της ντισνεϊκής Κρουέλα των «101 Σκυλιών της Δαλματίας», για να τον απογειώσει θριαμβευτικά. Εάν, λοιπόν, η Ντίσνεϊ κοντράρει την Ντίσνεϊ σε αυτή την ταινία, τότε και η Έμα συναγωνίζεται την Έμα στην αρένα των εντυπώσεων.

Η ταινία «Κρουέλα» είναι απόλυτο σινεμά στον βαθμό του υπερθεάματος δίχως να γίνεται φλύαρο και να κουράζει, κάτι που έχουμε πολλά χρόνια να απολαύσουμε στην μεγάλη οθόνη, ειδικά από την Ντίσνεϊ. Σίγουρα η στόχευση της ταινίας δεν είναι μόνο το μικρό σε ηλικία κινηματογραφόφιλο κοινό, δηλαδή κάτω των δέκα ετών, αλλά και οι ενήλικες. Ο Αυστραλός σκηνοθέτης Κρεγκ Γκιλέσπι, («Εγώ, η Τόνια», «Ο Λαρς και η Κούκλα του», «Νύχτα τρόμου»), που έχει περάσει από το κοινωνικό, το βιογραφικό και το περιπετειώδες, ρομαντικό σινεμά, αλλά και από την αυλή του τρόμου, πετάει θρασύτατα το μεταξένιο τόπι υφάσματος στον κινηματογραφικό φακό χρωματίζοντας το με σκοτεινιά και λάμψη, αφήνοντας τον θεατή να κυλιστεί χορταστικά πότε στις χθόνιες, εγκληματικές σκιές του και την λυτρωτική του ηλιοφάνεια και πότε στον πόνο και τον ενθουσιασμό της ιστορίας με άψογες τεχνικές. Ως παραγωγή είναι πανάκριβη και σκίζει, κυριολεκτικώς χασέδες, καθώς διαβάζουμε και τα ονόματα της Γκλεν Κλόουζ και της Έμα Στόουν στους συμμετέχοντες, ενώ η φωτογραφία του δικού μας, βραβευμένου Έλληνα διευθυντή φωτογραφίας, Νικόλα Καρακατσάνη («Εγώ, η Τόνια», «Η Συγκάλυψη», «Violet», «Μοσχαροκεφαλή»), είναι αποθεωτική, ένα χάρμα οφθαλμών. Η δουλειά στον τομέα της ενδυματολογίας είναι για σπουδή στις σχολές υψηλής ραπτικής και αισθητικά άνετα μπαίνει στις τάξεις των Καλών Τεχνών.

Αυτό όμως που σε καθηλώνει είναι το σάουντρακ της «Κρουέλα». Οι μουσικές επιλογές της βραβευμένης με Έμι Σούζαν Τζέικομπς είναι το πιο μελωδικό πάτσγουορκ των τελευταίων ετών σε κινηματογραφική ταινία, ρίχνοντας στο καναβάτσο με νοκ άουτ τον Κουέντιν Ταραντίνο μαζί και τον Γκάι Ρίτσι, που ως σκηνοθέτες προσδίδουν βαρύνουσα σημασία στα μουσικά θέματα ώστε να ματσάρονται άψογα με την θεματική των ταινιών τους. Οι μελωδικές επιλογές της Τζέικομπς, καθότι το στόρι διαδραματίζεται στην δεκαετία του '70, γδέρνουν τοίχους από την ευστοχία και από τα τραγούδια που ακούγονται, ξεκινώντας από τους Σούπερτραμπ, τον Τζόι Τεξ, την Νάνσι Σινάτρα, τους Μπι Τζις και την Νίνα Σιμόν, έως τους Λεντ Ζέπελιν σε διασκευή του «Whole Lotta Love» από την Τίνα Τάρνερ, τους Κουίν, την Σούζι Κουάτρο, τους Ρόουζ Ρόις, τον Ντέιβιντ Μπάουι, τους Μπλόντι και τους Κλας, δίχως να απουσιάζουν, βεβαίως, οι Μπίτλς, οι Ντορς, οι Άνιμαλς, οι Ντιπ Περπλ και οι Ρόλινγκ Στόουνς. Ε, η πεμπτουσία της κλάσικ ροκ και της σόουλ σε 134 λεπτά. Η «Κρουέλα» είναι ολοκληρωμένο, μεστό, θεαματικό σινεμά και στα προσεχή βραβεία Όσκαρ θα καλπάσει σαρωτικά.


Photo Gallery: «Κρουέλα»

«Ο Ράφτης»

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Ελλάδα (2020)

Σκηνοθεσία: Σόνια Λίζα Κέντερμαν

Με τους: Δημήτρης Ήμελλος, Ταμίλλα Κουλίεβα, Θανάσης Παπαγεωργίου, Στάθης Σταμουλακάτος, Δάφνη Μιχοπούλου

Διάρκεια: 100'

Διακρίσεις: Βραβείο Fipresci -Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Νεότητας - Πρώτο βραβείο ΕΡΤ στο 61ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης

Διανομή: Tanweer


Ο εκλεπτυσμένος 50χρονος Νίκος (Δημήτρης Ήμελλος – πολύ καλός), είναι ράφτης παλαιάς κοπής, ο οποίος πασχίζει να κρατήσει ζωντανό το φάντασμα της καλοντυμένης αριστοκρατίας. Η οικονομική κρίση, όμως, πέφτει σαν μακελάρισσα σκιά στον εργασιακό χώρο, η δουλειά βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας, η τράπεζα απειλεί να κατάσχει το οικογενειακό ραφτάδικο και ο ηλικιωμένος πατέρας του νοσηλεύεται στο νοσοκομείο.

Ο Νίκος για να διασώσει την κατάσταση και να αποφύγει όλα τα δεινά παίρνει για πρώτη φορά τη ζωή στα χέρια του. Ανακαλύπτει έναν ανορθόδοξο τρόπο για να φέρει την τέχνη του κοντά στους ανθρώπους του σήμερα.


Ελληνική, σύγχρονη ηθογραφία, μαστόρικα κινηματογραφημένη και με παρρησία γλυκύτητας, να ορίζει την παρθενική είσοδο της Σόνιας Λίζας Κέντερμαν στις ταινίες μεγάλου μήκους. Η Κέντερμαν έχει ανοιχτόκαρδη διάθεση, θετική ενέργεια, μεράκι, αισιοδοξία και όρεξη να δημιουργεί αυτό που λέμε feelgood ατμόσφαιρα και το πετυχαίνει εκατό τοις εκατό με τον δικό της «Ράφτη».

Γνώριμη από τις μικρού μήκους ταινίες της: «Νικολέτα» (2013), το «Λευκό Σεντόνι» (2014), η Ελληνογερμανίδα σκηνοθέτις και σεναριογράφος Κέντερμαν σχεδίασε προσεκτικά και, μάλλον, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο την είσοδο της στις κινηματογραφικές ιστορίες μεγάλης διάρκειας, επιλέγοντας ένα χαρακτήρα, σχεδόν απροσάρμοστο, τόσο εκκεντρικό, όσο φοβισμένο και αποστειρωμένο, που τα ζόρια της ζωής τον φέρνουν να αναθεωρήσει όσα γνώριζε. Μια, ας πούμε, ενηλικίωση σε προχωρημένη ηλικία. Πρωτότυπο και άκρως ευχάριστο το θέμα κομμένο και ραμμένο ιδανικά για το κουρασμένο και αποδεκατισμένο βλέμμα του θεατή, που χρειάζεται μια αληθινή όαση ψυχαγωγίας. Όταν δε, αυτή η μικρή και έντιμη σινε-όαση έχει ελληνικές καταβολές και μοσχοβολά σινεμά μιας άλλης, αγαπημένης εποχής, με αρχή, μέση και τέλος στις ιστορίες του, τότε είναι δυο φορές καλοδεχούμενη.

Η σκηνοθέτις Σόνια Λίζα Κέντερμαν είναι ειλικρινής πρώτα με τον εαυτό της και έπειτα με το κοινό που θα παρακολουθήσει την ταινία της. Αφηγείται ξεκάθαρα και με άπλετο φως στα πλάνα της το οικονομικό αδιέξοδο του αλαφροΐσκιωτου και ονειροπόλου ράφτη και την ανάγκη να εγκαταλείψει το οικογενειακό ραφτάδικο, που άλλο χώρο από αυτόν δεν γνώρισε στην ζωή του - κάτι σαν τον προσωπικό τάφο του Ινδού είναι το μαγαζί -, για να κατασκευάσει ένα καρότσι μικροπωλητή διασχίζοντας τις σημερινές, ελληνικές γειτονιές και να τα καταφέρει, γνωρίζοντας παράλληλα την ζωή, τον έρωτα και την οικογένεια, που ο ίδιος έχει επιλέξει.

Βατό το σενάριο της Σόνια Λίζα Κέντερμαν και της Τρέισι Σάντερλαντ ως παραμυθένια πρόταση μιας ευλοκοδιάβαστης ιστορίας της σύγχρονης ελληνικής καθημερινότητας, συνοδευόμενη από την μουσική του Νίκου Κυπουργού και απαλλαγμένη πλήρως από τα τηλεοπτικά τραύματα. Η ταινία καταφέρνει να βολέψει τον θεατή εκεί που πρέπει και όπως πρέπει, ώστε να νοιώθει άνετα στο μονοθέσιο της αίθουσας. Ο ηθοποιός Δημήτρης Ήμελλος είναι εξαιρετικός και πότε δραματικά, πότε χιουμοριστικά σχοινοβατεί επιδέξια και ρομαντικά ανάμεσα σε δανδή και βουτυράτο, άβγαλτο αρσενικό. Δείτε την ταινία, θα περάσετε ευχάριστα, που είναι και το ζητούμενο, άλλωστε.


Photo gallery: «Ο Ράφτης»

«Μήλα»

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Ελλάδα, Πολωνία, Σλοβενία (2020)

Σκηνοθεσία: Χρήστου Νίκου

Με τους: Άρης Σερβετάλης, Σοφία Γεωργοβασίλη, Άννα Καλαϊτζίδου, Αργύρης Μπακιρτζής

Διάρκεια: 88'

Διανομή: Feelgood Entertainment


Μια αναπάντεχη επιδημία, που προκαλεί ξαφνική αμνησία στους ανθρώπους, βρίσκει τον Άρη (Άρης Σερβετάλης – καλός), ένα άνδρα γύρω στα 40 να ακολουθεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασης με την ονομασία «Νέα Ταυτότητα» που έχει ειδικά σχεδιαστεί για να χτίσει ένας αμνησιακός μια καινούργια ζωή.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει καθημερινές αποστολές που είναι ηχογραφημένες από τους γιατρούς του. Μετά την ολοκλήρωση κάθε αποστολής, ο Άρης βγάζει μια φωτογραφία polaroid ως αποδεικτικό στοιχείο.


Η ταινία που ξετρέλανε την Αυστραλή ηθοποιό Κέιτ Μπλάνσετ και αποφάσισε, ως φιλότιμη mama goose, να την πατρονάρει στο εξωτερικό προσφέροντας την ευκαιρία να γνωρίζει το διεθνές σινε-σύμπαν τον πολλά υποσχόμενο Έλληνα σκηνοθέτη Χρίστο Νίκου. Η ταινία διέσχισε τα φεστιβάλ, άλλοτε αποκομίζοντας βραβεία και επαίνους, άλλοτε αφήνοντας τις καλύτερες των εντυπώσεων. Για να φτάσει από την πλευρά της Ελλάδας (εντελώς αυθαίρετη και εκτός συνηθισμένων διαδικασιών η απόφαση από το υπουργείο Πολιτισμού), να προταθεί ως ταινία υποψήφια για το βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία «Διεθνής Ταινία», αγνοώντας το ελληνικό κουβέρνο, εντελώς, την μεγάλη επιτυχία της «Ευτυχίας», του Άγγελου Φραντζή. Τα «Μήλα», παρότι διαφημίστηκαν και συζητήθηκαν ευνοϊκά δεν ευτύχησαν να επιλεγούν από τα μέλη της αμερικανικής Ακαδημίας στην εν λόγω κατηγορία.

Ο συνεργάτης του Γιώργου Λάνθιμου στον «Κυνόδοντα» το 2009, αλλά και του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ στο «Πριν τα μεσάνυχτα» του 2013, ο σκηνοθέτης Χρήστος Νίκου, ντεμπουτάρει σε ταινία μεγάλου μήκους, έχοντας στο πλευρό του τον ηθοποιό Άρη Σερβετάλη, που είχε και στην μικρού μήκους ταινία του «Km» το 2012. Συμβολισμός και φουτούρα οπτική σε μια Αθήνα κινηματογραφημένη μελαγχολικά και ξύλινα, χωρίς να υφίσταται η χρήση της τεχνολογίας στους ανθρώπους, εντός της άψογης φωτογραφικής συμβολής του Μπαρτόζ Σβινιάρσκι, την απόλυτα καδραρισμένη σε απέριττες, ξεθωριασμένες, χρωματικές, ο Νίκου ξεφυλλίζει στους θεατές το άδειο λεύκωμα της αφαιρετικής διάστασης στην ανθρώπινη μνήμη. Όλα από την αρχή και όλα φωτογραφημένα. Επίκαιρο και ενδιαφέρον.

Ως γνήσιο τέκνο της λανθιμιακής στόφας, ο σκηνοθέτης προσδίδει στην δυστοπική φλέβα που χειρουργεί, συναίσθημα, μηνύματα μαζί και κάθαρση. Καλός διαχειριστής του κινηματογραφικού φακού ο Χρίστος Νίκου διευθύνει τις «ελληνικές» σιωπές σε συνάρτηση με την «φευγάτη» παρουσία του 40χρονου αμνησιακού Σερβετάλη ακριβώς στο όριο του αποδεκτού, ενώ το βλέμμα του θεατή αναθεωρεί συνεχώς, πραγματικά, έως το φινάλε: εάν παρακολουθεί μια «ψαγμένη» ταινία, που χρειάζεται σκονάκι για να κατανοηθεί ή πρέπει να αφεθεί ελεύθερος στα ενδιάμεσα μελαγχολικά κενά, τα γεμάτα ανθρώπινη τρυφερότητα, θλίψη και γκριζόμαυρου χιούμορ ώστε να συγκινηθεί. Η απώλεια της μνήμης, οπότε ανύπαρκτες και οι αναμνήσεις, βρίσκεται στην αιχμή της σεναριακής αναζήτησης ως το ανθρώπινο «Great Reset» του Χρίστου Νίκου και του Σταύρου Ράπτη που συνέγραψαν την ιστορία των «Μήλων».


Photo gallery: «Μήλα»


«Ανάμεσά Μας»

(Young Ahmed)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)

Σκηνοθεσία των: Λικ και Ζαν-Πιερ Νταρντέν

Με τους: Ιντίρ Μπεν Αντί, Ολιβιέ Μπονόντ, Μιριέμ Ακχεντιού

Διάρκεια: 83'

Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών 2019

Διανομή: Rosebud 21


O 13χρονος Αχμέντ που ζει στην μικρή βέλγικη πόλη στρέφεται φανατικά στην θρησκεία του Ισλάμ. Ο καθοδηγητής του, ένας ψευτό-ιμάμης τον απομακρύνει από την μόρφωση, την οικογένεια και τους φίλους του. Ο Αχμέντ αρχίζει να κατακρίνει τους πάντες και τα πάντα, ξεκινώντας από την μητέρα του, την αδελφή του, την καθηγήτρια του και όσους βαδίζουν και ενεργούν στην ζωή τους εκτός του αυστηρού νόμου της σαρίας.

Αφοσιώνεται στις προσευχές και παρακολουθεί στο διαδίκτυο θρησκευτικές τελετές της τζιχάντ, έχοντας ως πρότυπο τον εξάδελφό του που ακολούθησε τον ίδιο δρόμο και βρίσκεται στην Μεδίνα. Η καθηγήτρια του, η Ινές προσπαθεί να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα και ο ιμάμης κατηγορεί την Ινές για αποστασία. Ο μπερδεμένος 13χρονος κατρακυλάει στην παρανόηση, που, τελικά, τον οδηγεί να θέλει να δολοφονήσει την καθηγήτρια του.


Οι γνώριμοι Βέλγοι, βραβευμένοι αδελφοί σκηνοθέτες Λικ και Ζαν-Πιερ Νταρντέν (δεν τρέφω κάποια συμπάθεια στα έργα τους), καταπιάνονται με μια ακόμα ιστορία που στα σπλάχνα της κτυπά το ανθρώπινο στοιχείο σε θρησκευτικούς ρυθμούς από μουσουλμάνους μετανάστες στην Ευρώπη. Ο φονταμενταλισμός, η στρατολόγηση και ο αποπροσανατολισμός που επιδιώκουν οι διαφωτιστές του κορανίου στους νόες των νεαρών μουσουλμάνων είναι κεντραρισμένα στον φακό των Βέλγων κινηματογραφιστών.

Στην αναζήτηση της χρυσή τομής στο ρεαλιστικό σενάριο της ταινίας, δηλαδή η τυφλή πίστη στην τζιχάντ από την μια πλευρά και ο δυτικός τρόπος ζωής από την άλλη, οι Νταρντέν δεν καταφέρνουν να ισορροπήσουν τα ειδικά βάρη των δυο περιπτώσεων και η πορεία που λαμβάνει ο έφηβος μουσουλμάνος στο αλώνι της βίας, αλλά και στην αναμόρφωση του στην συνέχεια είναι εντελώς εκτεθειμένα στην σφαίρα της βιάσης και της ωραιοποίησης. Η επιπόλαια προσέγγιση που γίνεται στο πεδίο του μετασχηματισμού των πεποιθήσεων και της ενηλικίωσης ενός μπερδεμένου αγοριού που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους: σε αυτόν της Ανατολής και σε αυτόν της Δύσης, είναι απόλυτα επίπεδη και άτοπη. Σκηνοθετικά η ταινία δεν διαθέτει νεύρο, μηδέ σαφή διάδρομο θέσης και αντίθεσης και ηλεκτρισμό. Η τεχνική του κινούμενου μονοκάμερου, όπως μας έχουν συνηθίσει οι Βέλγοι αδελφοί σε όλες τις ταινίες τους, υφίσταται και εδώ. Αρχικά, το μήνυμα που περνάει η ταινία έχει ένα ενδιαφέρον το οποίο εξανεμίζεται στο πι και φι.

Οι Νταρντέν γλυκαίνουν έντεχνα και άκρως πολιτικά τις όποιες προθέσεις των μεταναστών για να καταλήξουν στην λογική, πως με την φροντίδα, την καθοδήγηση και την αγάπη εντός κρατικού, σωφρονιστικού καταστήματος ανηλίκων, εν είδει αγροτικής φάρμας, ακόμα και ένας φανατικός πιστός μπορεί να αλλάξει, ειδικά εάν είναι νέος σε ηλικία. Φαιδρή αντιμετώπιση του θέματος, ειδικά στον τομέα της αναμόρφωσης. Το δε μεταβατικό στάδιο στο σενάριο, που θα ήταν και το ριψοκίνδυνο εγχείρημα της υπόθεσης, είναι σαθρό, αδιάφορο και οι συναισθηματικές εξάρσεις χάνονται στην αμμοθύελλα της προχειρότητας. Αλλάχ ουάχμπαρ μον αμί…


Photo gallery: «Ανάμεσά Μας»


«Η Ωραία της Ημέρας»

(Belle de Jour)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία (1967). Έγχρωμο, επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ

Με τους: Κατρίν Ντενέβ, Ζαν Σορέλ, Μισέλ Πικολί

Διάρκεια: 101'

Διακρίσεις: Χρυσός Λέων στο Φεστιβάλ Βενετίας 1967

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους: Σινέ Ριβιέρα (πλατεία Εξάρχεια) - Σινέ Ζέφυρος (Πετράλωνα) - Σινέ Όασις (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Ο έγγαμος βίος της Σεβερίν (Kατρίν Ντενέβ – υπέροχη) δείχνει να κυλά όμορφος και ήρεμος, εκτός από την ερωτική της ζωή. Παρά τη μεγάλη αγάπη που τρέφει για τον γιατρό σύζυγό της Πιέρ (Ζαν Σορέλ - καλός) δεν μπορεί να φτάσει μαζί του στην ερωτική ολοκλήρωση. Έτσι, γίνεται πόρνη πολυτελείας σε οίκο ανοχής, με το ψευδώνυμο «Ωραία της Ημέρας».

Εκεί εκπληρώνει όλες τις σεξουαλικές φαντασιώσεις της, αλλά και αυτές των πελατών της. Όσο περισσότερο επιδίδεται σε αυτές, τόσο πιο τρυφερή γίνεται με τον άντρα της.


Αν και έχουν προηγηθεί 37 χρόνια ένδοξης κινηματογραφικής καριέρας, όπου ο φακός του Λουίς Μπουνιουέλ χαρτογράφησε όσο κανένας άλλος την ολισθηρότητα και την ψυχοσύνθεση των αστών σε ταινίες αξέχαστες και αναντικατάστατες στην αφήγηση και τις τεχνικές τους, πάραυτα η «Ωραία της Ημέρας», σε μεγάλο ποσοστό ερωτηθέντων κινηματογραφόφιλων, είναι η ταινία που θα απαντήσουν ως την γνωστότερη του. Φιλμαρισμένη 10 έτη πριν παραδώσει το κύκνειο άσμα του: «Το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), ο Μπουνιουέλ στρώνει επιμελώς το κρεβάτι της ψυχανάλυσης και αφήνει την ωραία κοιμωμένη αστή να φαντασιωθεί ελεύθερα κάθε απαγορευμένο ερωτικό καρπό. Στήνει το ομορφότερο κινηματογραφικό παιχνίδι πραγματικότητας και ερωτικής φαντασίωσης, απελευθερώνοντας το μυαλό της όμορφης και βολεμένης Σεβερίν να βιώσει τα βίτσια της και τον ανεκπλήρωτο πόθο σε έναν ατέρμονα ερωτικό κύκλο που χάνεται η αλήθεια και η ψευδαίσθηση.

Διάσημο για τον τολμηρό ερωτισμό του, το μυθιστόρημα του Κεσέλ μάς προσφέρει ένα μοναδικό πορτρέτο της γυναικείας ψυχής. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 1928, κατηγορήθηκε κατ' επανάληψη για πορνογραφία και σαδομαζοχισμό, αλλά επικεντρώνεται στην παναγαθοσύνη της ηρωίδας του, καθώς αυτή μετατρέπει το θεσπέσιο σώμα της σε εργαλείο ηδονής, αλλά επιτρέπει να ανθίσει στα βάθη της ψυχής της μια ακατάβλητη αγάπη για τον άντρα της, τον οποίο προδίδει καθημερινά. Η μεθυστική Κατρίν Ντενέβ ή αλλιώς ο ο πάγος που καίει, όπως εύστοχα την χαρακτηρίζουν, είναι σε ηλικία 24 χρόνων και ήδη έχει χαράξει μια 10ετή επιτυχημένη παρουσία σε ταινίες που σήμερα είναι κλασικές, αλλά ο Μπουνιουέλ ήταν αυτός που την απογείωσε, προσφέροντας της το άνθος της «Ωραίας της Ημέρας».

Όταν ερωτήθηκε ο «άτακτος» Ισπανός δημιουργός ποιες είναι οι πραγματικές σκηνές και ποιές είναι οι φαντασιώσεις της Σεβερίν στην ταινία, ο σκηνοθέτης, αν και δεν επιθυμούσε να δίνει εξηγήσεις, τελικά απάντησε, πως: «Η θολούρα της πραγματικότητας και της φαντασίας, ήταν αυτό που με ώθησε να γυρίσω την ιστορία. Εγώ ο ίδιος, μέχρι το τέλος δεν μπορώ να σας πω ποιά είναι η πραγματικότητα και ποια είναι η φαντασίωση στην ταινία. Για μένα είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα». Και η ταινία αρχίζει όπως ακριβώς τελειώνει, με μια φαντασίωση.


Photo gallery: «Η Ωραία της Ημέρας»


Σε επανέκδοση με αποκαταστημένες, ψηφιακές κόπιες, αυτή την εβδομάδα προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους η ταινία:

«Ζούσε τη Ζωή της» (1962), του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, από την Neo Films

«Στο πυρ το εξώτερον με καρτούν και αστυνόμους», κ...
«Διαχρονικός Μάρτιν Ίντεν και ο ερωτοχτυπημένος λη...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/