InTownPost

Ακολουθήστε μας :

13
Κυρ, Ιουν
Tο διάβασαν 244 άτομα (244 Views)

Ο συγγραφέας Νικόλας Παπακώστας κουβεντιάζει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

NPAPAK111-ITP01EXON2


Γνωρίζω άριστα τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες, πως όταν πρόκειται να συνομιλήσω με ανθρώπους που ασχολούνται συγγραφικά με τα βασίλεια του μεταφυσικού, του τρόμου, της επιστημονικής φαντασίας και του επικού ηρωισμού, επιβάλλεται να είμαι απόλυτα ο εαυτός μου. Δηλαδή σαφής, αυθεντικός και ελεύθερος, δίχως προσπάθειες ωραιοποίησης ή φιλοφρονήσεων στα εντός και τα εκτός, στα πάνω και τα κάτω του κλίματος της όποιας κουβέντας ανοίγεται άδολα και πηγαία με την συγκεκριμένη, ξεχωριστή φυλή των παραμυθάδων. Εάν αρχίσω τις φιοριτούρες, τους τετραγωνισμούς και οι σκέψεις μου αναλάβουν την εν παρόδω κατεύθυνση του «κάπως», τότε αυτομάτως διαλύεται το αθέατο κέλυφος προστασίας, τοποθετούνται οι βλοσυροί φρουροί μεγέθους γιγάντων στις πύλες και το ταξίδι, όπως καταλαβαίνεται, γίνεται θολό, χάνει την αξία του, αεροποιείται η «μιλημένη» βοτανόσκονη του, παύει η ζωντάνια και λύεται η μαγεία.

Άπαντες οι συγγραφείς, σε παγκόσμιο επίπεδο, όσοι ενεργοποιούνται δημιουργικά και με μεράκι στον έναστρο θόλο του φανταστικού μυθιστορήματος, συνθέτοντας ήρωες, είτε φωτεινούς είτε σκοτεινούς, δεσποσύνες και μάγισσες, αστρικά σύμπαντα, μυθικές χώρες, κολασμένα τέρατα και φοβικές σκιές, είναι λες και διακατέχονται από την έκτη αίσθηση και ασκαρδαμυκτί αντιλαμβάνονται την εξωτερική αλλά και την εσωτερική μορφή σου, όταν αποκρίνεσαι σε αυτούς. Σε οσμίζονται μαγικά εκ του μακρόθεν! Διαισθητικά έχουν διαγνώσει την μάσκα που επέλεξες να φοράς και το ψευτόρουχο που ενδύεσαι για να περάσεις, δήθεν άνετα, στον κόσμο τους. Και εκεί, εάν δεν είσαι αποστασιοποιημένος από τις στείρες πεποιθήσεις, ήπια μυημένος στα βασίλεια τους, αρπάζεις απροκάλυπτα τον αποκλεισμό.

Πάνω απ΄ όλα, όμως, άπαντες, μηδενός εξαιρουμένου διακρίνονται από την έμφυτη ευγένεια, την καλοσυνάτη πληθωρικότητα ίδια με αυτή των ξωτικών του μαγεμένου δάσους, την γενναιοδωρία των συναισθημάτων τους όπως εκφράζονται οι ενάρετες οντότητες και, φυσικά, το άδολο χιούμορ τους, που πολλές φορές είναι εμβαπτισμένο στον αυτοσαρκασμό, είτε είναι γυναίκες είτε είναι άνδρες συγγραφείς του φανταστικού, όπως ονομάζεται το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Για αυτούς τους ξεχωριστούς, ιδιαίτερους λόγους, αναφέρθηκα, πως πρόκειται περί συγκεκριμένης φυλής παραμυθάδων. Χρονολογικά, τα νοητικά τους ταξίδια και οι σκέψεις τους ανήκουν σε άλλες, παλαιότερες, αρχαίες και μυθικές ιστορικές περιόδους κι ας μην το παραδέχονται.

Όταν τελείωσα, απνευστί, τον «Ισέλιαθ» (διαβάστε εδώ), το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Παπακώστα, πριν καλά καλά το οπισθόφυλλο τού βιβλίου σφραγίσει το περιεχόμενο των ήδη διαβασμένων σελίδων του και πριν ακόμα επανέλθω στο προσωπικό μου χωροχρονικό συνεχές, από το περιπετειώδες, πρωτότυπο και μαγευτικό ταξίδι που γλίστρησα ευχάριστα στην ιστορία του, ψιθύρισα με ενθουσιασμό: επιθυμώ τα μάλα να συζητήσω με τον ευφάνταστο συγγραφέα. Όπερ και εγένετο!

Βραδινή η συζήτηση μας με τον Νικόλα Παπακώστα, πριν σημάνει η ώρα του δείπνου, με την χρήση της τεχνολογίας, όπως προστάζουν άλλωστε οι καινούργιες εντολές των ζωών μας, συναντήθηκα οπτικοαουστικά με τον δημιουργό του «Ισέλιαθ». Αυτού, του, άντε μην εκστομίσω χαρακτηρισμούς και προκαταβάλω όσους δεν έκοψαν ακόμα το εισιτήριο για να απολαύσουν τους άθλους του ρομαντικού, πολεμιστή μιας άλλης εποχής, που η άμετρη φιλοδοξία του τον τιμώρησε και τον «πέταξε» στο σήμερα, μια ανάσα απόσταση από το χρονικό του υπαρκτού τρόμου που βιώνει η σύγχρονη ανθρωπότητα.

Κυρίες, κύριοι, απολαύστε την συζήτηση μας.

Ο συγγραφέας Νικόλας Παπακώστας


«…είναι πάντα συν όταν γνωρίζεις Θεσσαλονικιές, να έχεις γράψει βιβλίο για την πόλη τους!»


Συνομιλούμε στον ενικό;

Ναι φυσικά!

Το δυνατό και αήττητο στοιχείο που επιδρά γοητευτικά στο πνευματικό σου βασίλειο, προερχόμενο αποκλειστικά από τον χώρο του μύθου και της φαντασίας, ποιο είναι; Τι σε συναρπάζει;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Το σπουδαιότερο με την φαντασία, πάντα κατ' εμέ, είναι πως δεν σε περιορίζει στο τι ιστορία θες να πεις. Στην ρεαλιστική λογοτεχνία πρέπει, καλώς η κακώς, να πατήσεις πάνω στα πράγματα που μπορούν να συμβούν. Στην λογοτεχνία του φανταστικού τα όρια είναι αυτά που ο ίδιος έχεις θέσει στον κόσμο σου. Αυτό από μόνο του, σου δίνει απίστευτη ελευθέρια έκφρασης.

Οι αγαπημένοι ξεναγοί στα περιπετειώδη ταξίδια σου; Ποιους, δηλαδή, έχεις επιλέξει και εμπιστεύεσαι ασυζητητί, ώστε να σε μπλέκουν σε «φασαρίες» στην μέχρι τούδε πορεία σου στον φωτεινό, αλλά και στον σκοτεινό κόσμο της επικής φαντασίας;

Σίγουρα οι πρωτοπόροι: Τόλκιν, Χάουαρντ και Λιούις. Και από τους πιο σύγχρονους, ο Ρόμπερτ Τζόρνταν (Robert Jordan), η Ρόμπιν Χομπ (Robin Hobb), η Μάργκαρετ Γουέις (Margaret Weiss) με τον Τρέισι Χίκμαν (Tracy Hickman), και φυσικά ο βασιλεύς όλων, ο Στίβεν Κινγκ (Stephen King). Ο καθένας ξεχωριστός στο είδος του, και σπουδαιότατος στον τομέα του.

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι προσωπικό. Προέκυψε από μόνο του ή σε ώθησε κάποιο γεγονός, ώστε να αγαπήσεις και να ενταχθείς στο βασίλειο των φανταστικών ιστοριών;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Από πολύ μικρός, μου άρεσαν τα παιχνίδια με τους δράκους, τους μάγους, τα ξωτικά, οι εικόνες που απεικόνιζαν τέτοια θέματα και οτιδήποτε είχε να κάνει με παραμύθια. Όταν έπεσαν στα χέρια μου τυχαία κάποια από τα βιβλία παιχνιδιών ρόλων -παίζαμε ήδη φανατικά «Hero Quest»- βρήκα πλήρως, ας πούμε, το «κάλεσμα» μου.

Ήρωες «καμένοι» αργά και βασανιστικά στην φλόγα του καμινέτου της ζωής είναι οι χαρακτήρες του βιβλίου σου. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας του σπιτιού μας. Μια μπαργούμαν με κατακρεουργημένο, αισθηματικό παρελθόν, ένας στοιχειωμένος μπάτσος, ένας διάσημος, νυν γηραιός και μοναχικός ζωγράφος που συναισθάνεται, ένας κατά συρροή δολοφόνος, που η θρησκόληπτη μάνα σμπαράλιασε την ζωή του και ανάμεσά τους, ο δραστικός καταλύτης: ένας αποκρυφιστής, δεινός πολεμιστής από μια άλλη ιστορική περίοδο, μακρινή και ανεξερεύνητη, που ως εφόδιο διαθέτει την τέχνη του πολέμου και της μαγείας. Και φέρνει τα πάνω κάτω. Ανθρώπινες ψυχές ανταμώνουν στην όμορφη Θεσσαλονίκη. Ιστορία επικής φαντασίας, έρωτος, δράσης και μυστηρίου, που απομακρύνεται από τα γνωστά και τα τετριμμένα. Πόσο δύσκολο ήταν για σένα Νικόλα, να αποφύγεις τις παγίδες, ώστε η ιστορία σου να μην εγκλωβιστεί στον λεγόμενο «σωρό» του είδους;

Δεν ήταν δύσκολο, γιατί είναι ιδιαίτερη ιστορία από μονή της. Επίσης, δεν την σκεφτόμουν όταν την έγραφα. Τις περισσότερες φόρες, δεν ήξερα τι είχα γράψει παρά μονό όταν τελείωνα το συγγραφικό «σέσσιον», οπότε δεν ήταν συνειδητή η αφήγηση για να με δυσκολέψει. Όταν «κολλούσα» σε ένα σημείο, προχώραγα προς το τέλος που ήξερα που θα πάει, και επέστρεφα αργότερα στο σημείο που με είχε δυσκολέψει. Οπότε οι «παγίδες» και τα «κλισέ» όταν τα χρησιμοποίησα και αν τα χρησιμοποίησα, βγήκαν φυσικά και χωρίς σκέψη και ίσως για αυτό αποφεύγονται.

Η ηρωική, επική φαντασία δεν είναι ένα πρωτόγνωρο βασίλειο για σένα, καθώς έχεις συγγράψει πολλές ιστορίες του είδους που έχουν δημοσιευτεί, αλλά ακόμα περισσότερες έχουν χρησιμοποιηθεί σε παιχνίδια ρόλων, τα γνωστά και ως role playing games. Στα συγγραφικά πράγματα, όμως εισβάλλεις με τον «Ισέλιαθ». Ο ήρωας τού μυθιστορήματος σου, ο πραγματικά περίεργος, με την καλή έννοια, μάγος πολεμιστής, αλήθεια πως προέκυψε;

Με τον πιο απλό τρόπο. Ήμουν σε ένα μπαρ, ελαφρώς μεθυσμένος, που σημαίνει σχεδόν «κόκκαλο» και συνομιλούσα με ένα φίλο για παιχνίδια ρολών και διάφορα που έχουμε παίξει. Συνήθως, λοιπόν, σε αυτές τις συζητήσεις, όταν μιλάς για τους χαρακτήρες που έχεις παίξει μιλάς σε πρώτο πρόσωπο, σαν να ήσουν όντως εκεί. Η Φιλιώ που σέρβιρε εκείνη την ώρα, πέταξε την ιδέα, δηλαδή, πόσο αστείο θα ήταν αν ερχόταν κάποιος και τις έλεγε τέτοια πράγματα, άλλα όντως να τα πιστεύει. Και από αυτό μου ήρθε η εικόνα του μπαρ και του Ισέλιαθ να πίνει σε αυτό. Είχα γράψει καιρό πριν το τέλος του βιβλίου, χωρίς να έχω όμως τίποτα άλλο, πλην των εικόνων που περιγράφω. Από κει και πέρα ήταν απλά θέμα χρόνου να βάλω τον Ισελιαθ και από το μπαρ να ταξιδέψει μέχρι αυτές τις εικόνες.

Τελικά, τι είδους άνθρωπος είναι αυτός ο περίεργος ήρωας Ισέλιαθ; Ποιο είναι ψυχολογικό του προφίλ, πως θα τον χαρακτήριζες, ως δημιούργημά σου;

Είναι ανώριμος, είναι ενοχικός, είναι υπερόπτης, θέλει να το παίζει υπεράνω τιμών και δόξας, άλλα κατά βάθος τα επιδιώκει και μεταξύ μας, δεν είναι και ο πιο έξυπνος άνθρωπος του κόσμου. Είναι όμως και γενναίος, με αίσθημα τιμής και καθήκοντος, ίσως παραπάνω από όσο του πρέπει να κουβαλήσει στους ωμούς του. Και αρνείται να παραδοθεί ανεξαρτήτως των συνθηκών. Αν υπάρχει κάτι που συμπαθώ πάνω του, είναι αποκλειστικά αυτό. Δεν δέχεται να τα παρατήσει.

Η επιλογή της πόλης της Θεσσαλονίκης, ως φυσικός διάκοσμος της ιστορίας σου, ενέχει κάποιο λόγο;

Σαφώς. Αρχικά είναι μια πόλη την οποία την ξέρω από την καλή και από την ανάποδη, πράγμα που βοήθησε στο να την περιγράψω. Κατά δεύτερον είναι μια πόλη με πιο «περίεργη» ενέργεια από την Αθήνα και με πιο ξεκάθαρο χαρακτήρα. Ίσως η θάλασσα, ίσως η ρυμοτόμηση της, την κάνουν πιο «νουάρ» πόλη από την Αθήνα και ταίριαζε καλύτερα στο ύφος του βιβλίου άλλα και στον ίδιο τον Ισέλιαθ απ' ότι η πρωτεύουσα. Επίσης είναι πάντα συν όταν γνωρίζεις Θεσσαλονικιές, να έχεις γράψει βιβλίο για την πόλη τους!

Ο συγγραφέας και μουσικός Νικόλας Παπακώστας


«…Παίζω την παρτίδα με τα χαρτιά που μου ήρθαν

και προσπαθώ να περάσω όσο το δυνατόν καλύτερα με τα όσα διαθέτω»



Σε μια εποχή, όπως είναι αυτή που ζούμε, όπου οι ηθικές αξίες βρίσκονται σε πτώση, έως πλήρη αφανισμό και η ευγένεια, αυτός ο ανθρώπινος, εσωτερικός χρυσός είναι πλέον δυσεύρετος, ο ρομαντικός Ισέλιαθ θα επιβίωνε σήμερα ή θα ήταν ένα απόβλητο πρώτης γραμμής, ιδανικός για χαβαλέ και πρόγκα;

Δίχως να είναι αυτό που είναι και έχοντας απλά τον χαρακτήρα που έχει, πολύ δύσκολα θα τον κορόιδευαν. Πιστεύω ακράδαντα, βέβαια, δεν θα μπορούσε ένας άνθρωπος της εποχής μας να είναι έτσι. Θα μπορούσε να ξεκινήσει έτσι, αλλά στην πορεία θα αναγκαζόταν να αλλάξει για να επιβιώσει. Αν ήταν ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας που περιγράφω στο βιβλίο θα έκανε ό,τι ήθελε. Ποιός θα τολμούσε να του πει το οτιδήποτε;

Γνωρίζω, ότι παράλληλα με το γράψιμο, συνθέτεις και παίζεις μουσική, παρουσιάζεις, μάλιστα, την εκπομπή «ΠινωΛόγιο» στο διαδικτυακό «Lavita Radio», λέγοντας τα μουσικά πράγματα με το όνομά τους, επιλέγοντας και απίθανες μουσικές. Οπότε τολμώ με περιέργεια να ρωτήσω, ποιο τραγούδι αφιερώνεις στον Ισέλιαθ και ποιο τραγούδι στην Ρόζα;

Αρχικά, είναι από τις πιο ωραίες ερωτήσεις που μου έχουν κάνει. Για την Ρόζα είναι εύκολο και προφανώς η «Ρόζα» του Μητροπάνου θα είναι και η εύκολη απάντηση, οπότε δεν είναι αυτό. Αν και η αληθινή Φιλιώ είναι της ξένης μουσικής, νομίζω, ότι όπως την δημιούργησα στην ιστορία ταιριάζει το «Χάλια» του Φοίβου Δεληβοριά.

Για τον Ισέλιαθ τώρα, είναι δύσκολο. Δεν νομίζω, ότι θα καταλάβαινε και πολύ την μουσική μας. Θα επέλεγα όμως το «Καημέ του Κόσμου», του Κώστα Καλδάρα και της Λίνας Νικολακοπούλου. Νομίζω, πως θα τον άγγιζε και θα του ταίριαζε.

Τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία της επικής φαντασίας και του μεταφυσικού, φανταστικού τρόμου παγκοσμίως, ειδικά στην πατρίδα μας, αποκτά ολοένα και περισσότερους φανατικούς θαυμαστές. Οι δε Έλληνες συγγραφείς του λογοτεχνικού είδους, ειδικά νέοι σε ηλικία, πολλαπλασιάζονται ευχάριστα με ιστορίες που προκαλούν τον θαυμασμό. Πως δικαιολογείς το φαινόμενο της έξαρσης στο φανταστικό; Φταίει, πιθανώς, το μη γόνιμο, το στάσιμο και άνευ φαντασίας παρών που διεκπεραιώνουμε εντελώς μηχανικά και υπάκουα ή κάτι άλλο, όπως η αναζήτηση εξέδρας πνευματικού «οξυγόνου»;

Δεν νομίζω. Το παρών ήταν πάντα δύσκολο για αυτούς που το ζούσαν και η επική φαντασία, βέβαια, δεν είχε την έξαρση που έχει τώρα. Θεωρώ, ότι συνέβη λόγω της επιτυχίας και της αναγνώρισης του «Lord of The Rings», που έφερε στην επιφάνεια το επικό, το ηρωικό και το φανταστικό. Από το να είναι κάτι το «περίεργο» ή «περιθωριακό» το έκανε αποδεκτό και πήρε την θέση που του αξίζει. Ως αποτέλεσμα, περισσότερος κόσμος έρχεται σε επαφή με το είδος και ανάβει η σπίθα για να διηγηθεί ο καθένας τις δικές του φανταστικές ιστορίες.

Το δυστοπικό τοπίο γύρω μας, που μοιάζει με κινηματογραφικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας – το βλέπαμε ως θεατές πριν χρόνια στο σινεμά και δυσπιστούσαμε χαμογελώντας αμήχανα - δημιουργεί καίρια ερωτήματα σε σένα και την γενιά σου, τόσο για το μέλλον, όσον και για την πρόοδο της ανθρωπότητας ή το αντιμετωπίζεις ως μια φυσική ή, ας πούμε, λογική ακολουθία της ζωής πάνω στον πλανήτη μας. Ήσουν προετοιμασμένος για κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει σήμερα;

Κανείς δεν θα μπορούσε να ήταν. Ποιός θα μας έλεγε πρόπερσι, ότι θα μείνουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας για ένα χρόνο και δεν θα τον κοροϊδεύαμε ή δεν θα του λέγαμε, ότι αυτά τα είπε χρόνια πριν ο Στίβεν Κινγκ; Τώρα, το πως το αντιμετωπίζω δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος μαγικός τρόπος. Παίζω την παρτίδα με τα χαρτιά που μου ήρθαν και προσπαθώ να περάσω όσο το δυνατόν καλύτερα με τα όσα διαθέτω.

Η σχέση σου με την μεγάλη οθόνη ποια είναι;

Λατρεύω το σινεμά. Θα δω σταθερά μια ταινία την μέρα, άσχετα πόσο κουρασμένος είμαι. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω για ύπνο αν δεν έχω κάτι να παίζει στο background. Όταν ακόμα μπορούσαμε, πήγαινα σινεμά μια φόρα την εβδομάδα. Στα θερινά επίσης, που σπάνια κοιτάζω πια ταινία παίζουν. Λατρεύω τις ιστορίες και ο κινηματογράφος είναι ο τρόπος απεικονίσεως τους, για αυτό σπούδασα και σκηνοθέτης. Η σκηνοθετική μου καριέρα, όμως, έληξε με οικτρή αποτυχία. Λέω με περηφάνια, πως ήμουν ο χειρότερος σκηνοθέτης που πέρασε ποτέ από την ελληνική τηλεόραση.

Τρεις κορυφαίες ταινίες για σένα που βλέπεις ξανά και ξανά σαν να είναι η πρώτη φορά;

Τρομερά δύσκολη ερώτηση! Δεν φτάνουν τρείς! Θα πρέπει να πω σίγουρα το «Επιστροφή στο Μέλλον» (και τα τρία, τα θεωρώ μια ταινία), μια προσωπική μου αγαπημένη αλλά όχι πολύ γνωστή το «Interstate 60» (που είναι πάλι Bob Gale) και από κει και πέρα πια να διαλέξεις; Τον «Νονό»; Τον «Indiana Jones»; Και οι «7 ήταν υπέροχοι»; «Cincinati Kid»; Δεν γίνεται χρειάζομαι top 50!

Και η ερώτηση ενός αναγνώστη, όπως ο ερωτών, που το βιβλίο σου, κυριολεκτικώς, με μαγνήτισε. Θα υπάρξει, άραγε, συνέχεια του Ισέλιαθ;

Θα υπάρξει αλλά όχι με τον τρόπο που κάποιος γράφει μία τριλογία. Τα επόμενα δύο μου τα βιβλία -ένα έτοιμο και ακόμα ένα σχεδόν έτοιμο- διαδραματίζονται στον κόσμο μας, όπως άλλαξε με την έλευση του Ισέλιαθ. Σαν να πέταξε κάποιος μία πέτρα σε μια λίμνη και δημιούργησε κύματα. Πλέον, τα φανταστικά στοιχεία δεν θα είναι τόσο φανταστικά, καθώς ο Ισέλιαθ έφερε, άθελα του μαζί του ενέργειες οι οποίες δίνουν μορφή σε κάποια πράγματα, που πριν την άφιξη του ήταν εντελώς μυθικά. Γράφω ουσιαστικά για την δίκη μου Ελλάδα και κατ αυτόν τον τρόπο τα βιβλία μου συνδέονται. Στα σκαριά, υπάρχει και η ουσιαστική συνέχεια, η «Ρόζα», για το οποίο όμως ακόμα δεν ξέρω πολλά. Όταν θα έρθει η ώρα η ιστορία θα βγει μόνη της.

Νικόλα, σε ευχαριστώ τα μέγιστα για την συζήτησή μας.

Παρομοίως Γιώργο! Η συζήτηση μας τελείωσε πάνω στην ώρα, καθώς τώρα βγήκε από τον φούρνο και το γιουβέτσι.


Για το βιβλίο «Ισέλιαθ» των εκδόσεων «Αγγελάκη» και τον συγγραφέα Νικόλα Παπακώστα (διαβάστε εδώ)

Ο ιατρός και συγγραφέας Κωστής Μιχαλάκης κουβεντιά...
Ο συγγραφέας Νικόλας Περδικάρης συζητάει σε α΄πρόσ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/