InTownPost

Ακολουθήστε μας :

19
Κυρ, Σεπ
Tο διάβασαν 371 άτομα (371 Views)

Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

RAPT0001-ITP0098EXON02



Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959 και έχει δημοσιεύσει περισσότερους από είκοσι τίτλους μυθοπλασίας, πέντε βιβλία μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας και μία συλλογή-σύνθεση με μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Έργα του εκδόθηκαν σε ξένες γλώσσες και διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Το προσωπικό αρχείο του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.


«…Αν σκεφτεί κανείς ότι το κέντρο της πρωτεύουσας αποτελεί την πάντα άγρυπνη καρδιά της χώρας, είναι αναπόφευκτο να εκφράζεται εκεί, πιο ανάγλυφα από οπουδήποτε αλλού, η ουσία των όσων περνάμε»


Κύριε Ραπτόπουλε, πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί»; (διαβάστε εδώ) Μια επιλεκτική αυτοβιογραφία;

Στην πραγματικότητα είναι ένα βιβλίο που κινείται μεταξύ αυτοβιογραφίας και χρονικού, όπως και τα άλλα τέσσερα μη-μυθοπλαστικά βιβλία που έχω δημοσιεύσει μέχρι σήμερα («Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;», «Η δική μου Αμερική», «Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας»). Και μολονότι άλλα από αυτά γέρνουν περισσότερο προς το χρονικό και άλλα, όπως το πρόσφατο, προς την αυτοβιογραφία, όλα μαζί συγκροτούν ένα είδος όχι ατομικής, αλλά συλλογικής αυτοβιογραφίας, αν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο. Αποτελούν, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο όχι την αυτοβιογραφία μου, αλλά, θα λέγαμε, την αυτοβιογραφία Μας.

Και πόσο ψυχοφθόρο πρέπει να ήταν για σας να μοιραστείτε την ζωή σας με ένα κοινό συχνά κακόβουλο;

Δεν έχει και μεγάλη διαφορά να εκθέτεις στο αναγνωστικό κοινό τα εσώψυχά σου με ένα έργο μυθοπλασίας, από το να εκθέτεις κάποια γεγονότα της ζωής σου σε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Ή, ίσως, υποφέρω πια από ένα είδος διαστροφής, μετά από τη δημοσίευση περίπου τριάντα βιβλίων, μυθοπλαστικών και μη. Σε κάθε περίπτωση, η εσωτερική ώθηση να γράψω το «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί», δεν διέφερε και τόσο από την παρόρμηση στην οποία υπακούω κάθε φορά που καταπιάνομαι με ένα μυθιστόρημα ή με ένα διήγημα. Από κει και πέρα, για κάθε κακόβουλη αναγνώστρια ή αναγνώστη, υπάρχουν και οι αντίστοιχοι καλοπροαίρετοι και θετικά προδιατεθειμένοι. Και εφόσον επιδιώκεις την επαφή με τη δεύτερη κατηγορία, οφείλεις να γνωρίζεις ότι σ' αυτή τη ζωή δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα. Ή, όπως λέει και η σοφή παροιμία: «το ψάρι έχει και κόκκαλα».

Έχετε πεί: «Είναι φύσει αδύνατον να απαλλαγώ από τις εμμονές μου». Γράφοντας αυτό το τελευταίο έργο σας μήπως εν τινι μέτρω τα καταφέρατε;

Η συγγραφή και πολύ περισσότερο η δημοσίευση ενός λογοτεχνικού βιβλίου σε απαλλάσσουν από τις εμμονές που περιέχονται στο ίδιο αυτό βιβλίο. Δόξα τω Θεώ, όμως, οι εμμονές είναι ανεξάντλητες, ή και απλώς πολύ περισσότερες από τα βιβλία που προλαβαίνει να γράψει κανείς στη διάρκεια της ζωής του. Και λέω «δόξα τω Θεώ», επειδή ακριβώς οι εμμονές είναι το βασικό καύσιμο της λογοτεχνίας, ή μάλλον η τελευταία αποτελείται ουσιαστικά από εμμονές.

«Τα βιβλία μου γράφονται σχεδόν ερήμην μου», είπατε κάπου αλλού. Μα πώς γίνεται όμως αυτό; 164 σελίδες, 36 κείμενα, που χώρεσαν σχεδόν την ζωή σας όλη… ερήμην σας;

«Τα βιβλία μου γράφονται σχεδόν ερήμην μου», με την έννοια, ότι μου έχει γίνει σαφές εδώ και καιρό πως οι δημιουργικές παρορμήσεις μου είναι ασυνείδητες. Το ίδιο ισχύει και για το «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί», κι ας είναι αυτοβιογραφικό, κι ας μην πρόκειται για καθαρόαιμη μυθοπλασία. Εξάλλου, στον 20ό αιώνα μάθαμε ότι και οι αυτοβιογραφίες συνιστούν, με τον τρόπο τους ή εν μέρει, μυθοπλασία. Με άλλα λόγια, ακόμη και τα «36 κείμενα» αυτής της «επιλεκτικής αυτοβιογραφίας» των «164 σελίδων», μου τα υπαγόρευσε κάτι βαθύτερο, μια ώθηση σε μεγάλο βαθμό ενστικτώδης. Κάπως έτσι ξεπέρασα και τη μεγαλύτερη δυσκολία, που εστιάζεται στο εξής: ποια από όσα σου έχουν συμβεί μπορούν να λειτουργήσουν αντιπροσωπευτικά, ώστε να φαίνεται ότι σαν να «χωράνε τη ζωή σου όλη»; Επίσης, για ποιους και για τι επιτρέπεται να μιλήσεις, όταν αποφασίζεις να πεις την αλήθεια; Κι ακόμη, μπορείς να τα πεις έτσι ώστε, μιλώντας για τα δικά σου, να μιλάς εμμέσως και για τα ανάλογα θέματα όλων; Οι σκόπελοι ήταν τόσο πολλοί και μεγάλοι, ώστε απέμενε μία μόνο λύση: να ακολουθήσω, γι' άλλη μια φορά, τη δημιουργική παρόρμησή μου.

«Στη μητέρα μου χρωστάω ότι είμαι αγχώδης, ψυχαναγκαστικός, υποχόνδριος και μελαγχολικός. […] Το πιο σκοτεινό, το πιο ενστικτώδες μέρος του όποιου ταλέντου μου στο γράψιμο πιστεύω ότι ξεκινάει από τη δική της ρίζα». Αυτή την μάνα «με τη νευρική υπερευαισθησία», όταν την φέρνετε στο μυαλό σας, τι πρωτοαισθάνεστε;

Όταν τη φέρνω, ειδικά αυτή την περίοδο, στο μυαλό μου ―αυτή την περίοδο που βλέπω ότι παλιμπαιδίζει ελαφρώς, λες κι έχει αρχίσει ένα είδος αντίστροφης μέτρησης―, νιώθω μεγάλη θλίψη. Ευτυχώς, αντί να γίνει πιο ανάποδη και πιο παράξενη γερνώντας, μεταμορφώθηκε σε μια, σχεδόν νευρωτικά εύθυμη και ανέλπιστα χαριτωμένη, ηλικιωμένη γυναίκα. Ευτυχώς, από μια πλευρά. Γιατί, από μία άλλη, το γεγονός ότι δεν είναι πια η γυναίκα με το αετίσιο μάτι, σε διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση, τεντωμένη σαν χορδή τόξου, που ήταν αδύνατον να την ξεγελάσεις, το γεγονός ότι δεν είναι πια αυτή που ήταν εν ολίγοις, με βυθίζει σε πελάγη μελαγχολίας, επειδή ακριβώς νιώθω ότι πλησιάζει το τέλος. Προτιμώ, όμως, να μη μιλάω γι' αυτά. Είναι από τα λίγα πράγματα όπου το γράψιμο δεν με παρηγορεί και δεν με ανακουφίζει, και όπου, όπως και ο Σαίξπηρ στο φινάλε του «Άμλετ», αισθάνομαι την ανάγκη να προσθέσω ότι «τα υπόλοιπα είναι σιωπή».

«Η επιθυμία μου να ξαναγυρίσω στο κέντρο της Αθήνας δεν έχει σβήσει εντελώς», γράφετε κάπου στο βιβλίο σας. Τι σας λέει όμως αυτή η μίζερη πόλη; Εξακολουθεί να έχει κάποιες χάρες;

Πραγματικά, έχει κανείς την αίσθηση ότι η Αθήνα, και ιδίως το πολύπαθο κέντρο της, πάνε από το κακό στο χειρότερο τα τελευταία χρόνια, ενώ αντιθέτως οι συνοικίες της αναβαθμίζονται. Πρόκειται για κάτι φυσικό και ευνόητο, από τη στιγμή που η ίδια η χώρα βασανίζεται και υποφέρει εξακολουθητικά εδώ και καιρό: από την οικονομική κρίση, στην καραντίνα λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, κι από εκεί στις ατέλειωτες πυρκαγιές του τελευταίου καλοκαιριού εξαιτίας της κλιματικής κρίσης. Αν σκεφτεί κανείς ότι το κέντρο της πρωτεύουσας αποτελεί την πάντα άγρυπνη καρδιά της χώρας, είναι αναπόφευκτο να εκφράζεται εκεί, πιο ανάγλυφα από οπουδήποτε αλλού, η ουσία των όσων περνάμε. Αυτή είναι και η βασική χάρη του κέντρου της Αθήνας: σου αποκαλύπτει τον παλμό των πραγμάτων, που, σε άλλα σημεία της πρωτεύουσας ή της χώρας, μπορεί να ξεγελιέσαι και να μην τον αισθάνεσαι τόσο καθαρά. Κατά τα άλλα, όταν έχεις μεγαλώσει βολτάροντας και ζώντας σ' αυτό το κέντρο, ακόμη και στην πιο μίζερη φάση και εκδοχή του είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένο με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σου, με ολόκληρο το «είναι» σου, ώστε ταυτίζεται στην πραγματικότητα με τη ζωή σου, οπότε και, σχεδόν θέλοντας και μη, το αγαπάς και δυσκολεύεσαι να το αποχωριστείς.



«Στην Τέχνη, ό,τι αντιμετωπίζει πόλεμο, βγαίνει στο τέλος κερδισμένο»


«Αυτό που με συνδέει εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνιαμε τον Δημήτρη Νόλλα δεν είναι μόνο η εκτίμηση για το έργο του». Τι άλλο είναι που σας έκανε όμως -τόσο- φίλο καρδιάς με τον συγγραφέα, αλλά και με τηγυναίκα του Ηρώ - που πέρασε δυστυχώς στην αντιπέρα όχθη;

Οι στενές φιλίες είναι λίγο σαν τους έρωτες: τα κίνητρά τους καλύπτονται από βαθύ μυστήριο. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη σχέση μου με τον Δημήτρη Νόλλα, ο οποίος υπήρξε επιπλέον ένα είδος πατρικής φιγούρας για μένα ― ίσως εξαιτίας του γεγονότος ότι, όταν ξεκινούσα τη σταδιοδρομία μου στη λογοτεχνία, συγκρούστηκα μετωπικά με τους γονείς μου, οι οποίοι φοβόντουσαν ότι ως συγγραφέας κινδύνευα να πεθάνω στην ψάθα. Ο Δημήτρης δεν είναι εύκολος άνθρωπος και, όπως γράφω και στο «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί», κάποτε οι απόψεις του με κάνουν και φρίττω. Σε αντάλλαγμα, όμως, πάντοτε με προβληματίζουν γόνιμα. Μιλάμε, επίσης, για τον νονό της κόρης μου, κάτι που έκανε τη φιλία μας ακόμη πιο βαθιά, προβιβάζοντάς την σε έναν δεσμό διαρκείας. Η σύζυγός του, η Ηρώ, την οποία έτυχε να γνωρίζετε κι εσείς, υπήρξε σε ορισμένα πράγματα το αναγκαίο συμπλήρωμά του. Αλέγρα και δοτική, ευφυής κι ευαίσθητη, καλλιεργημένη και καλαίσθητη. Η πρόσφατη απώλειά της μου στοίχισε πάρα πολύ, αφού στην πραγματικότητα δεν ήταν μόνο η ―κατ' επέκτασιν― νονά της κόρης μου, αλλά λειτουργούσε για μένα και σαν ένα είδος μητρικής φιγούρας, μεγάλης αδελφής και επιστήθιας φίλης. Ανάλογες απώλειες μάς σημαδεύουν τόσο έντονα, ώστε μετά από αυτές δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι.

Διδάσκετε δημιουργική γραφή. Ποιοί είναι οι μαθητές σας; Σε μια σκληρή εποχή, ποιοί «πληρώνουν» για να μάθουν να γράφουν, αναρωτιέμαι;

Στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ανοικτού Πανεπιστημίου, όπου διδάσκω, το συγκεκριμένο μάθημα, οι περισσότερες φοιτήτριες και οι φοιτητές είναι φιλόλογοι που επέλεξαν κάτι τέτοιο εξαιτίας του ότι η δημιουργική γραφή μπήκε πια στο γυμνάσιο. Δεν πρόκειται, με άλλα λόγια, για ανθρώπους που θέλουν να γίνουν συγγραφείς, παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν κυρίως οι φοιτητές των σχετικών σεμιναρίων που έχω εμψυχώσει κατά το παρελθόν. Έχω διακόψει προσωρινά αυτά τα μαθήματα, γιατί, από ανάσα εξωστρέφειας και ζωντανής επικοινωνίας, είχαν περιοριστεί στην ψηφιακή, εξ αποστάσεως εκδοχή τους. Κι εκεί, όμως, συναντάς κόσμο που αντιμετωπίζει το μάθημα λιγότερο ως εκμάθηση της τέχνης της συγγραφής και περισσότερο ως ομαδική ψυχοθεραπεία. Εν ολίγοις, τα μαθήματα δημιουργικής γραφής καλύπτουν ποικίλες ανάγκες και δεν απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε ένα είδος ανθρώπων. Κάτι τέτοιο είναι απολύτως φυσικό, αν σκεφτεί κανείς πόσο ευρεία απήχηση έχουν τα σχετικά μαθήματα στις μέρες μας.

Την ώρα που σας στέλνω αυτό το κειμενάκι - αυτές τις γραμμές -, άλλος ένας παρανοϊκός δολοφόνος «έφαγε», κάπου στη Λάρισα,την γυναίκα του και μάλιστα εν ψυχρώ. Εσείς τι νομίζετε; Ο στυγνός κυνισμός, ο εγκλεισμός, το κυνήγι του παρά, οπλίζουν με μίσος αυτούς τους θλιβερούςτύπους; Και σκέπτομαι απλοϊκά: Πάντα συνέβαιναν άραγε τέτοια εγκλήματα ή τώρα παίρνουν περισσή ανατριχιαστική δημοσιότητα;

Όπως ακριβώς τα λέτε. Τώρα τελευταία, κάθε λίγο και λιγάκι, κι από μια νέα γυναικοκτονία. Λες και είναι επιδημία. Συνέβαιναν πάντα τόσο πολλές, αλλά περιορίζονταν στα λεγόμενα ψιλά, ενώ τώρα ο Τύπος τις αναδεικνύει; Πρόκειται γι' άλλη μια βλαβερή συνέπεια των ψυχολογικών προβλημάτων που γέννησε η παρατεταμένη καραντίνα λόγω πανδημίας; Ή μήπως φταίει, ως συνήθως, η πατριαρχία; Όλα μαζί ευθύνονται προφανώς, αλλά το τελευταίο συνιστά το πρόσφορο έδαφος, τη θεμελιώδη αιτία. Και επειδή ακριβώς ζούμε μέρες γενικευμένης απαξίωσης της πατριαρχίας, ή ίσως απλώς ανόδου των γυναικών (έφτασε επιτέλους και στη μικρή γωνιά μας, από τα μητροπολιτικά κέντρα, το διαβόητο κίνημα «metoo»), ανάλογες πληγές του Φαραώ προβάλλονται και τις παίρνουμε είδηση πολύ περισσότερο.

Κλείνοντας και αλλάζοντας κλίμα. Ένα ακόμα έργο σας θα γυριστεί σε ταινία. Περισσότερες λεπτομέρειες;

Τη σκηνοθεσία της κινηματογραφικής «Λεσβίας» θα υπογράφει ο Κώστας Μαζάνης και η παραγωγή θα είναι του Γιώργου Παρασκευά και της Βάσιας Παπανικολάου της εταιρίας «2imagine». Τη στιγμή αυτή γράφεται το σενάριο και αναζητούνται ηθοποιοί, όπως αναζητούνται και χρηματοδότες. Το όλο πράγμα, δηλαδή, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Ωστόσο, χαίρομαι πολύ που θέλει να ζωντανέψει στη μεγάλη οθόνη τη «Λεσβία» ο Κώστας. Οι δυο μας έχουμε συνεργαστεί αρκετές φορές στο παρελθόν, ακόμη και στο ραδιόφωνο, και η δουλειά που έκανε στα τηλεοπτικά «Διόδια», τα οποία βασίζονταν στο ομώνυμο βιβλίο μου, άφησε εποχή. Μακάρι να ευοδωθεί κι αυτή η προσπάθειά του και να γνωρίσει επιτυχία και η «Λεσβία». Έχω ένα προαίσθημα ότι θα υλοποιηθεί και θα σκίσει το όλο σχέδιο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή ακριβώς το ομώνυμο μυθιστόρημά μου, η «Λεσβία», γνώρισε λυσσαλέα αντίδραση όταν κυκλοφόρησε ― στη βόρεια Ελλάδα, φέρ' ειπείν, οι βιβλιοπώλες αρνούνταν να βάλουν το βιβλίο όχι μόνο στις βιτρίνες, αλλά γενικά στα μαγαζιά τους! Έχω την ακλόνητη πεποίθηση πως, στην Τέχνη, ό,τι αντιμετωπίζει πόλεμο, βγαίνει στο τέλος κερδισμένο.

Θερμά σας ευχαριστώ για την συνεργασία.

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά, καλή μας συνέχεια και καλή δύναμη στις δύσκολες εποχές που ζούμε!


Το βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου: «Ό,τι Καλύτερο Μου έχει Συμβεί», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (διαβάστε εδώ)

Έκθεση– performance: «Αφιέρωμα 1821» στον κήπο της...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/