InTownPost

Ακολουθήστε μας :

22
Παρ, Οκτ
Tο διάβασαν 272 άτομα (272 Views)

«Οι Αρχαίοι Έλληνες Θεμελιωτές της Ιστορίας ως Επιστήμη», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

ISTOR222-ITP0098EXONPH30


Με τον όρο Επιστημονική Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν, ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.

Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις.

Ο ιστορικός ερευνά αποκωδικοποιώντας τα πραγματικά γεγονότα της Μυθιστορίας, τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής και ακόμα περισσότερα πεδία. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.

Όμως, «Η διήγηση της Ιστορίας είναι στα γονίδια των Ελλήνων», αναφέρει ο παγκοσμίου φήμης καθηγητής Ιστορίας Ρόμπερτ Ρόζενστοουν, προσκεκλημένος του Τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ., κλείνοντας δε τη διάλεξή του σε ένα πολυπληθές διαδικτυακό κοινό -στην πλειοψηφία του φοιτητές του Τμήματος- έκανε αναφορές στους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς, Ηρόδοτο και Θουκυδίδη από τους οποίους «γεννήθηκε», όπως τόνισε, η επιστήμη της Ιστορίας.


Η γέννηση της ιστορίας τοποθετείται τον 5ο π. Χ. αιώνα και αποτελεί για τη δυτική σκέψη «µία από τις συνιστώσες του ελληνικού θαύματος». Ενώ ο Σωκράτης διδάσκει, ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής δημιουργούν την τραγωδία και ο Φειδίας διακοσμεί τον Παρθενώνα, δυο έργα συγκροτούν την ιστορία ως αντικείμενο:

α) η 2 Έρευνα του Ηροδότου και

β) ο Πελοποννησιακός πόλεμος του Θουκυδίδη» (Carbonell & Walch, σ. 19). Ο Colligwood τεκμηριώνει τη θέση αυτή εντοπίζοντας στα ιστορικά είδη του 5ου π. Χ. αιώνα βασικές ιδιότητες που συνιστούν κατά την άποψη του το ιστορικό είδος. Τον ερευνητικό χαρακτήρα, το ανθρώπινο και όχι θεοκρατικό περιεχόμενο και την τοποθέτηση των γεγονότων στο χρόνο (σ. 17), αναφέρει η καθηγήτρια Μαρία Ρεπούση.

Για να γίνει δυνατή η γένεση της επιστημονικής ιστορίας στον αρχαίο ελληνικό κόσµο, υποστηρίζει ο Châtelet, η αρχαία ελληνική σκέψη χρειαζόταν την έννοια του ανθρώπου ως ιστορικού όντος, ως υποκειμένου που ενεργεί και επηρεάζει το γίγνεσθαι.

Ο Kelley, σύγχρονος ιστορικός της ιστοριογραφίας, αξιοποιώντας την, διπλής όψεως, µνηµειακή γλυπτή αναπαράσταση των μορφών του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη στο εθνικό μουσείο της Νάπολης επιχειρεί να συνδέσει τα έργα τους µε τις σύγχρονες και µεταµοντέρνες ιστοριογραφικές εξελίξεις. Ο Ηρόδοτος, άνθρωπος ανοικτών οριζόντων, κοσµοπολίτης, κατηύθυνε την περιέργειά του υπερβαίνοντας τα πολιτισμικά του σύνορα και αναζητώντας τόσο στον μύθο όσο και στα γεγονότα, τη σχέση πολιτισμού και βαρβαρότητας, εγκαινιάζοντας έτσι ένα λογοτεχνικό είδος, ένα παραδειγματικό ιστορικό πρότυπο, ένα αντικείμενο το οποίο, δύο χιλιετίες μετά, έμελλε να αποτελέσει τη βάση μίας επιστήμης και ενός επαγγέλματος.

Ο Θουκυδίδης στρατευμένος άνθρωπος της πόλης και ορθολογιστής, αφιερώθηκε στην ερμηνεία των γεγονότων που συντάραξαν τον κόσμο του, αναζητώντας τις αιτίες και τα κίνητρα της αντιπαράθεσης των δυο πόλων του κόσμου αυτού, της Αθήνας και της Σπάρτης. Εγκαινίασε επίσης ένα ιστοριογραφικό είδος, αυτό της πολιτικής ιστορίας και την ανέδειξε ως πραγματική, αντικειμενική απέναντι στη μυθιστορία των προγενέστερων αναφέρει η Μαρία Ρεπούση.

Τα παραδείγματα, όμως, που καθιέρωσαν οι δύο αυτοί ιστορικοί επιβίωσαν για παραπάνω από είκοσι πέντε αιώνες, υποστηρίζει ο Kelley. Το πρώτο -ηροδότειο- ως «πολιτισμική ιστορία» µε οπτική που αγκαλιάζει όλες τις μορφές της ανθρώπινης δραστηριότητας, τόσο πνευματικές όσο και υλικές, ιδιωτικές και δημόσιες, μυθικές, μυστηριώδεις και πολιτικές. Το δεύτερο, -θουκυδίδειο- ως «πολιτική ιστορία» µε στρατηγική αναζήτησης της αιτιότητας των φαινοµένων και του συσχετισμού των δυνάμεων στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο (Kelley, σ. 2-3).

Επομένως οι Έλληνες αρχαίοι ιστορικοί δίκαια χαρακτηρίζονται ως οι θεμελιωτές της Ιστορίας ως επιστήμης. Είναι οι πρώτοι που διέκριναν την φαντασία από την πραγματικότητα και απογύμνωσαν την εξιστόρηση τους από καθετί υπερβατικό. Αφήνοντας πίσω τους μύθους καινοτόμησαν, φροντίζοντας να αποτυπώσουν αυτά που καταγράφουν με επιστημονικό τρόπο. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν όχι μόνο αντικειμενικές καταγραφές των ιστορικών γεγονότων αλλά και λογοτεχνικά έργα, σημεία αναφοράς για τον πλούτο του ελληνικού λόγου και της έκφρασης.

Από τον 7ο – 6ο αι. π.Χ. η Ιστορία δεν αφήνει στιγμή το χέρι της Γεωγραφίας και της Φιλοσοφίας, προσπαθώντας μαζί να δώσουν μια πειστική απεικόνιση όλων των στιγμών που σημάδεψαν την εποχή τους. Από τις ταξιδιωτικές περιγραφές των λογογράφων, μέχρι τους Περσικούς Πολέμους του «πατέρα της Ιστορίας» Ηροδότου και τον «κτήμα ες αεί» Πελοποννησιακό Πόλεμο του Αθηναίου Θουκυδίδη και του διαδόχου του Ξενοφώντα, αλλά και την καθολική ιστορία του Πολύβιου και τις Βιογραφίες του Πλουτάρχου, οι Έλληνες είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται το βάρος που έχει η σωστή αποτύπωση των καθοριστικών γεγονότων.

Ο καθηγητής Ηλίας Γιαννακόπουλος στο περί Ιστορίας άρθρο αναφέρει τα εξής: «Κάθε άτομο και λαός δεν είναι ένα αυτοφυές δημιούργημα, ούτε προϊόν αυθαίρετης δημιουργίας του παρόντος, αλλά είναι ένα ιστορικό δημιούργημα. Η πορεία του ανθρώπου πάνω στη Γη είναι η συνισταμένη των τριών διαστάσεων του χρόνου, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Από τις τρεις αυτές διαστάσεις του χρόνου, το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την πορεία του ανθρώπου τόσο κατά την διάρκεια του παρόντος όσο και στο μέλλον.»


Η ιστορία, ως συμπυκνωμένη εμπειρία και σοφία του παρελθόντος, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την εξέλιξη και πρόοδο κάθε λαού. Η ιστορία, δεν είναι μόνο ένας κλάδος της επιστήμης ή ένα μάθημα για την εθνική διαπαιδαγώγηση των νέων, αλλά είναι το ατομικό και εθνικό «θησαυροφυλάκιο» μέσα στο οποίο βρίσκονται στοιχεία απαραίτητα για την ατομική και εθνική μας συγκρότηση.

Η ιστορία είναι η ατομική και εθνική μας μνήμη. Η ίδια η ζωή χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα-ικανότητα να ανακαλεί σκέψεις και γεγονότα του παρελθόντος και με βάση αυτά να προγραμματίζει το μέλλον. Η σχέση ιστορίας και μνήμης επιβεβαιώνει και επικυρώνεται το κύρος της διαπίστωσης πως «χωρίς παρελθόν και μνήμη δεν υπάρχει μέλλον και ζωή».

Όμως καιροί χαλεποί έρχονται γι' αυτή τη χώρα όταν δυστυχώς υπάρχουν πολιτικοί του χθες και του σήμερα καθώς και πολιτικές, πού δεν θέλουν τα Ελληνόπουλα να επικοινωνούν με το ένδοξο παρελθόν της Πατρίδος μας. Αλλιώς δεν εξηγείται η απέχθειά τους, κατά της ιστορίας, την οποίαν συ­νεχώς υποβαθμίζουν.

Κατ' αρχήν η λέξις ιστορία (Ιωνικόν ιστορίη) προέχεται εκ του ίστωρ-ρος που σημαίνει τον γνώστη. Το ρήμα ίστορεΐν σημαίνει μαθαίνω δι' εξετάσεως. Ακόμη ιστορώ σημαίνει διηγούμαι. Ο Ίστωρ ήταν εκείνος που κατείχε ένα θέμα καλά ή ήταν αυτόπτης μάρτυρας ενός γεγονότος, ο διαιτητής, ο κριτής. Ίστορες θεοί είναι οι μάρτυρες θεοί παρόντες όπως στον όρκο των Αθηναίων εφήβων: «Ίστορες θεοί τούτων Άγλαυρος …Ηγεμόνη» .Η λέξη «ίστωρ» με τη σειρά της είχε προέλθει από τη ρίζα «Fιδ-» του αρχαίου ρήματος «οίδα» και «είδα» (το συναντάμε στα αρχαία κείμενα και με τις δύο μορφές) και το οποίο σήμαινε «γνωρίζω». Στην αρχική λέξη «ίδτωρ», το οδοντικό σύμφωνο το «δ» τράπηκε σε «σ», πριν από το επίσης οδοντικό «τ». Έλκει δε την προέλευσή της από το ρήμα «ίστημι» και το ρήμα «οίδα», με ό,τι η σύνθεση των δυο συνεπάγεται. Δηλαδή την ροή, την γραφή, την καταγραφή της μαρτυρίας, την αρχειοθέτηση, την μνήμη.

Από το ρήμα λοιπόν «οίδα», προκύπτει το ουσιαστικό «ίστωρ», που δίνει ένα καινούριο ρήμα, το «ιστορώ», από το οποίο παράγεται ένα καινούργιο ουσιαστικό, η «ιστορία». Τούτες οι γλωσσικές περιπέτειες της λέξεως ιστορία δείχνουν τη σημασία που έδινε η αρχαία ελληνική σκέψη στο «να μαθαίνει κανείς ύστερα από έρευνα». Γιατί, ακριβώς αυτό σημαίνει η λέξη ιστορία. Η αρχαία ελληνική σκέψη, μέχρι τον Πλάτωνα, περιφρονεί αυτό που πολλούς αιώνες αργότερα θα ονομαστεί «ενορατική γνώση» (ή γνώση εξ αποκαλύψεως, για να χρησιμοποιήσουμε χριστιανική ορολογία). Μ' άλλα λόγια, η ίδια η λέξη ιστορία αποκλείει εξ ορισμού την ενορατική γνώση, παρόλο που δεν αποκλείει καθόλου την φαντασία, η οποία συμπληρώνει τα κενά ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα συναφή ιστορικά γεγονότα, που δεν θα ήταν δυνατό να συνδεθούν ευθέως.

Ωστόσο, η ιστορική φαντασία δεν είναι μυθοποιητική φαντασία, είναι η συνέπεια της λογικής επεξεργασίας των ντοκουμέντων, στην περίπτωση που αυτά δεν επαρκούν από μόνα τους για τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Αλλά και στην περίπτωση που τα ντοκουμέντα είναι επαρκή, πάλι θα χρειαστεί η ιστορική φαντασία για να γίνει δημιουργική και στοχαστική η δουλειά του ιστορικού, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας απλός χρονικογράφος αλλά ένας συλλέκτης τεκμηρίων.

Μούσα της ιστορίας θεωρείται η Κλειώ που εγγυάται την πιστότητα του αρχικού λόγου, διατηρώντας την ενότητά του στο διηνεκές προφορικά ή γραπτά, εφόσον «η φωνή ομηρεύουσα», αυτή που καθίσταται όμηρος του γραπτού λόγου, είναι και λιγότερο επισφαλής σε αλλοιώσεις προϊόντος του χρόνου.

Κατά τον Ησίοδο οι μούσες δίδαξαν την αφήγηση και η Κλειώ είναι η πρώτη καθώς τις απαριθμεί στη θεογονία, το όνομα της οποίας αποκαλύπτει σημαντικές πτυχές της επιστήμης την οποία εποπτεύει. «Κλειώ ιστορίαν» αναφέρεται και σύμβολά της είναι το χειρόγραφο το οποίο εκτυλίσσει από τη θήκη του, η σάλπιγγα για να διαλαλεί τις αξιομνημόνευτες παραδειγματικές πράξεις και η κλεψύδρα όσον αφορά τη ροή και τη χρονική τάξη των γεγονότων. Ήταν δε κόρη του Δία και της Μνημοσύνης.

Το όνομα της προέρχεται από τη ρίζα «κλέω / κλείω», που σημαίνει αφηγούμαι ή κάνω γνωστό. «Κλείω > Κλεϊζω», δοξάζω, λαμπρύνω και ακόμη, κλείνω, κλειδώνω, περικλείω. Το κλέος, η δόξα και η κλεις, το κλειδί έχουν άμεση σχέση με την Κλειώ και την ιστορία.

Η Μούσα της Ιστορίας, Κλειώ


Η καταγραφή των ένδοξων πράξεων του παρελθόντος έδινε το κλειδί για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για τα μέλλοντα να συμβούν, έργο παιδευτικό κυρίως. Εξ ου και η φράση του Ησίοδου «τα τ' εόντα προ τ' εόντα τα τ' εσόμενα» που συμπυκνώνει την ουσία της ιστορικής γνώσης. Ιστορία, η ιερή κλείς του ένδοξου κλέους, ασφαλής δικλίδα ασφαλείας και οδηγός μέλλοντος. «Μελέτησε το παρελθόν αν θες να ορίσεις το μέλλον», έλεγε ο Κομφούκιος.Με άλλα λόγια η ιστορία κλείνει εντός λόγων, επών και έργων την ουσία της ζωής, που οφείλει να ρέει αβίαστα εμποδίζοντας την λήθη και τρέφοντας το αειθαλές δέντρο της αλήθειας, μιας και μητέρα της Κλειούς, όπως και όλων των μουσών είναι η Μνημοσύνη.

Συνεπώς το περιεχόμενο της ιστορίας είναι η αναφορά στα συμβάντα του παρελθόντος από τους αν­θρώπους. Δηλαδή η ιστορία αναφέρεται εις όσα έγιναν στον ανθρώπινο βίο ή κατ' άλλη έκφραση ή Ιστορία περιλαμβάνει τις ανθρωπί­νους πράξεις που συνέβησαν. Αυτός που ασχο­λείται με την ιστορία ονομάζεται ιστορικός και οποίος έρευνα τις πηγές λέγεται ιστοριοδίφης. Τέλος η λέξις ιστορία, με τα παράγωγά της (ιστο­ρικός κ.τ.λ.) και τις συνθέσεις της (ανιστόρητος κ.τ.λ.), υιοθετήθηκε από τους Λατίνους και μετα­φέρθηκε σχεδόν σε όλες τις γλώσσας του κόσμου ώς histoire, history, historia.

Την επιστήμη της ιστορίας (Ιστοριογραφί­α) ίδρυσαν και ανέπτυξαν στο έπακρον οι Αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί, οι οποίοι ασχολήθησαν με όλες τις μορφές της ιστορίας και έγραψαν πλήθος ειδικών συγγραμμάτων. Ο ιστορικός Κ. Πλεύρης αναφέρει στο άρθρο του (Ιστορική Αλήθεια), ιστορικούς που όχι μόνο η γενιά μου πιθανώς αρκετούς εξ αυτών να τους αγνοούσε, πολλώ δε μάλλον οι νεότερες γενιές, όπως: Ό Εΰδημος έγραψε την ίστορία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Ό Τήλεφος έγραψε ιστορία της λογοτεχνίας. Ό Σωτίων έγραψε ιστορία της φιλοσοφίας. Ο Άβρων έγραψε ιστορία των θρησκευτικών ηθών. Ό Χαρίτων έγραψε ιστο­ρικά μυθιστορήματα. Ό Καλλίας έγραψε ιστο­ρία θεσμών. Ό Ήρόδικος έγραψε κριτικήν της ιστορίας.

Οι ιστορικές συγγραφές των Αρχαιοελλήνων ήσαν ογκώδεις π.χ. Δίϋλλος (27 βιβλία), Άγαθαρχίδης ο Κνίδιος (10 βιβλία για την Άσία και 49 για την Ευρώπη), ο Νύμφις (40 βιλία) ο Παλαίφατος (52 βιβλία), καλύπτοντας την πολιτική, την στρατιωτική και την πολιτιστική ιστορία των Ελλήνων και των βαρ­βάρων Εθνών, κρατών, πόλεων και ηπείρων, με χαρακτηριστικές ονομασίες π.χ. «Λακωνικά» (Αριστοκράτης), «Λυδικαί ιστορία» (Ξενόφιλος), «Περί Κρήτης» (Ξενίων), «Ιστορία φιλοσοφίας από Πυθαγόρου-Έπικοΰρου» (Άντίλοχος), «Κρη­τικά» (Έχεμένης).

Τα βιβλία ιστορίας των προγόνων μας είναι όλα επιστημονικά, δηλαδή συνεγράφησαν βάσει των αποδείξεων, οι οποίες προέκυψαν από αναμφισβήτητα στοιχεία. Διαπρεπείς ιστορικοί όπως ο Σωσίβιος, ο Έμραίος, ο Δίνων, ο Ιερώνυμος, ο Άρριανός, ο Πλούταρχος, ο Απολλώνιος, ο Χαιρήμων, ο Λυσίμαχος, ο Απίων, ο Μηνόδοτος, ο Δάης, ο Ελλάνικος, ο Χάρων, ο Έφορος, ο Φερεκύδης, ο Ξενοφών, ο Κτησίας, ο Εκαταίος, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Διόδωρος ο Σι­κελιώτης, ο Διογένης ο Λαέρτιος και πλήθος άλ­λων ανέπτυξαν τήν ιστοριογραφία σε ύψιστο βαθμό. Οπωσδήποτε, κατά την αρχαιότητα βε­βαίως, ουδείς άλλος λαός είχε ιστορικούς, με την επιστημονική έννοια του όρου. Οι άλλοι λα­οί ανεξαιρέτως διέθεταν αφηγητές γεγονότων ή συντάκτες χρονικών, πού δεν αποτελούν ιστορία, διότι στερούνται αποδεικτικών στοιχείων και επαληθεύσεων. Πρόκειται περί ανελέγκτων περιγραφών.

Ιστορικούς είχαμε μόνον εμείς, οι οποίοι και ιδρύσαμε την ιστορία, ως αυτοτελή επιστήμη. Ιστορικούς και μάλιστα διαπρεπείς ανέδειξαν οι Έλληνες από όλες τις επαρχίες της αρχαίας Ελλάδος. Π.Χ. : Ο Ήγήσανδρος, καταγότανε από τους Δελφούς. Ο Ήγησιάναξ από τήν Τρωάδα. Ο Φιλίνος, από τον Ακράγαντα. Ο Φιλόστρατος, από τήν Κυρήνην. Ο Ψάων από τις Πλαταιάς. Ο Καρκίνος, από την Ναΰπακτο. Ο Κηφισόδωρος, από τη Θήβα. Ο Θεόπομπος, από τη Χίο. Ο Δούρις, από τη Σάμο. Ο Ήγιχσίδημος, από τη Κύθνο. Ο Άνδροτίων, από την Αθήνα. Ο Λέανδρος, από τη Μίλητο. Ο Μελησαγόρας, από τη Χαλκηδόνα. Ο Ονησίκρητος, από την Άστυπάλαια. Ο Μυρσίλος, από τη Λέσβο. Ο Νεάνθης, από τη Κύξικον. Ό Δαμάστης, από το Σίγειο. Ο Άρχίνος, από τη Θεσσαλία. Ο Μόλπις, από τη Λακωνία. Ο Λαοσθένης, από την Κρήτη. Ο Νικόδημος, από την Μακεδονίαν. Ο Καλλίξενος, από την Ρόδο. Ο Ιάσων, από το Άργος. Ο Μνασέας, από τη Πάτρα.

Τα χρονικά βάθη της ιστορίας και συγκεκρι­μένα το πότε άρχισε να γράφεται ιστορία μας είναι άγνωστο. Εκείνο πού μετά βεβαιότητα γνωρίζουμε είναι, ότι:

α) ή ιστορία ως επιστήμη των ανθρώπινων πράξεων γεννήθηκε στην Ελλάδα και

β) ότι αποσπάστηκε από την ποίηση, η οποία πρώτη περίγραψε τα έργα των ανθρώπων.

Η γνωστή ρήση από την «Ποιητική» του Αριστοτέλη, ότι η ποίηση ασχολείται με τα «καθ' όλου», ενώ η ιστορία με τα «καθ' έκαστον», δηλαδή, ότι η λογοτεχνία μπορεί να παρουσιάσει αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν σύμφωνα με τους κανόνες της πιθανοφάνειας, ενώ η ιστορία είναι δεσμευμένη να δώσει την πραγματική διάσταση των γεγονότων σύμφωνα με το τι έκανε ή υπέστη ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, κάτι που καθιστά, για τον αρχαίο φιλόσοφο, την πρώτη σημαντικότερη από την δεύτερη, αποτελεί το βασικό σημείο εκκίνησης της συζήτησης γύρω από τα όρια και τις δεσμεύσεις της ιστορίας στο διανοητικό πεδίο.

Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε όπως αναφέρει και ο ιστορικός Κ. Πλεύρης, ότι ο Όμηρος, πού αφηγήθηκε επεισόδια του Τρωϊκού πο­λέμου («Ίλιάς») ή ο Αισχύλος πού διηγήθηκε τη ναυμαχία της Σαλαμίνος («Πέρσαι»), όπου έλαβε ο ίδιος μέρος, έγραψαν ιστορία, αλλά δεν κατετάχθησαν στους ιστορικούς, διότι ο μεν πρώτος περιέλαβε στο έργο του υπερφυσικά στοιχεία (εμφάνισις Θεών), ο δε δεύτερος περιέλαβε αφηγήσεις (γεγονότα που έλαβαν χώρα στα ανάκτορα των Περσών) πού δεν διεσταυρώθησαν ώς αληθείς. Και οι δύο τους παρέμειναν ποιητές δίχως αυτό όμως να μειώνει την αξία των γνώσεων, πού προσέφεραν στον χώρο της εργασίας, της γεωγραφίας, της ηθικής. Φαίνεται ό,τι ο διαχωρισμός της επιστήμης της ιστορίας από την ποίηση ξεκίνησε στην Ιωνί­α, όπου αναπτύχθηκε το πρώτον, η αφηγηματική ιστορία, με περιγραφές κτίσεως πόλεων, γενεα­λογίας κ.τ.λ. Τον 5ο' αιώνα εμφανίζεται ο Ηρόδο­τος (485-410 π.Χ.) ο όποιος δικαίως απεκλήθη από τον Κικέρωνα («De Legibus» I, 1) «πατήρ της ιστορίας» και αυτή η ονομασία διατηρήθηκε στους αιώνες.

Ο Ηρόδοτος καταγόταν από ευγενή οικογένεια της Αλικαρνασσού: «Άλικαρνασσεύς τών επιφανών» (Σοϋΐδας: «Λεξικόν» λ. Ηρόδοτος). Από την πα­τρίδα του εξορίσθηκε δύο φοράς και του άρπαξαν τη περιουσία. Πέθανε στην αποικία των Αθηναίων, Θούριο, όπου τον έθαψαν στην Αγορά της πόλεως. Ο μέγας αυτός ιστορικός στα συγγράμματα του σχετικά με την περσική επιδρομή πέτυχε τα εξής:

α) αντικειμενική περιγραφή προσώπων και γε­γονότων

β) ανάλυση αιτίων και συνεπειών των πράξεων και

γ) τη σύνδεση των ιδεών μεταξύ τους. Γι' όλα αυτά ο Αριστοτέλης τιμά τον Ηρό­δοτο («Ρητορική» Γ, 9. «Αθηναίων Πολιτεία» 6.) τον όποιον θεωρεί «τύπον ιστορικού» («Ποιητι­κή» 9).

Η συγγραφή του Ηροδότου διαιρείται σε εννέα βιβλία, τα οποία τιτλοφορούνται με τα ονόματα των εννέα Μουσών (Κλειώ, Ευτέρ­πη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πο­λυμνία, Ουρανία, Καλλιόπη) και η πρώτη (Κλειώ), διαβάστηκε στην εορτή των Ολυμπίων, όπου έγινε αποδεκτή με ενθουσιασμό από τους εορταστάς, μεταξύ των όποιων ήταν και ο Θουκυδίδης, ό όποιος εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε απεφάσισε να γίνει ιστορικός.


Ηρόδοτος: Ο «πατέρας» και θεμελιωτής της Ιστορίας, ως επιστήμη


Ο Θουκυδίδης ασχολήθηκε με τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.) τον οποίο έζησε προσωπικά. Η αξία του έργου του έγκειται κυρίως στο ότι μελετά τα παρελθόντα προς αντιμετώπιση των μελλόντων και γιά αυτό τιμάται από όλους τους ξένους ιστορικούς αναλυτές, ιδίως από Γερμανούς, όπως: Ίω. Κλάσσεν (οκτάτομος έκδοσης Θουκυδίδου μετά σχολίων), Εδουάρ­δος Σβάρτς (ανέλυσε την ιστορική μέθοδο Θουκυ­δίδου), Λεοπόλδος Ράνκε, Φόν Βιλαμόβιτς. Τα συμπεράσματα των ερευνών των παρεδόθη­σαν στις κυβερνήσεις των προς πολιτική και στρατιωτική αξιοποίηση, πράγμα πού ουδέπο­τε συνέβη στο νεοελληνικό κράτος. Εν τέλει η υποτιθέμενη Αθηναϊκή δημοκρατία (περί της οποίας θα αναφερθώ στο επόμενο άρθρο μου) καταδίκασε εις θάνατον τον Θουκυδίδη με την κατηγορία της προδοσίας, ενώ εκείνος είχε δραπετεύσει στη Θράκη. Όταν του επέτρεψαν μετά είκοσι έτη να επιστρέψει, τον δολοφόνησαν και ετάφη πλησίον των Μελιτίδων Πυλών (Παυσανίας «Αττικά» Α. 23. 9).

Ο ιστορικός Κ. Πλεύρης αναφερόμενος στο άρθρο του (Ιστορική Αλήθεια), γράφει, ότι ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Τζόρτζ Μπούς μίλησε «περί της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α.», βάσει των διδαγμάτων του Θουκυδίδου. Στη πραγματικότητα η σύγκρισις Αθηναϊκής δημοκρατίας και Αμερικανικής είναι εφικτή, ως προς τα εγκλήματά των εις βάρος αμάχων με την Αθήνα στη Μήλον, (Θουκυδίδης «Ιστορία» Ε, 85-116) στη Σκιώνην, στην Αίγινα, την Σάμο, αντίστοιχα με τις Η.Π.Α. σε Ιράκ, Βιετνάμ, Παναμά κ.λ.π.

Ο Θουκυδίδης εισήγαγε στην ιστορία τη χρησιμότητά της, ώστε από την ιστορική γνώση να επωφελούνται άτομα και κράτη. Η διδακτική φύσις της ιστορίας αναδείχθηκε στο έργο του Μεγαλοπολίτη ιστορικού Πολυ­βίου (202-120 π.Χ.) το οποίο περιλαμβάνει τη περίφημη «Καθολικήν ίστορίαν» αποτελούμενο από 40 βιβλία από τα οποία διασώθηκαν πλήρη πέντε βιβλία και τα υπόλοιπα σε αποσπάσματα.

Ή ιστορία λοιπόν περιέχει: α) αφήγηση πρά­ξεων β) εξέταση των αιτίων των γ) παρουσίαση των συνεπειών των και δ) συναγωγή συμπερα­σμάτων χρησίμων στο μέλλον.

Η δε αξία της ιστορίας συνίσταται στο ότι: α) πληροφορούμεθα την αλήθεια β) διατηρούμε την ιστορική μνήμη γ) αποκομίζουμε έμμεση εμπειρία και δ) διδασκόμεθα για το μέλλον. Όλα αυτά επιτυγχάνονται υπό την αυστηρή προϋπόθεση, ότι διηγούμεθα τα αληθινά γεγονότα, αλλιώς οι καταγραφές ψευδολογιών δεν αποτελούν ιστορία. Για τήν ορθή συγγραφή της ιστορίας ο Λουκιανός έγραψε ειδικό βιβλίο υπό τον τίτλο: «πώς δεί ίστορίαν συγγράφειν».

Η μεγίστη αξία της ιστορίας είναι εκτός των άλλων να της παρέχει υποδείγματα ζωής και προ πάντως να την γεμίζει υπερηφάνεια για τα κατορθώματα των προγόνων μας, μέχρι το 1940.

Η πνευματική σύνδεσης της Ελληνικής νεολαίας, με το ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν της Ελλάδος είναι ή μοναδική εθνική πολιτική στην παιδεία.


Πηγές:

Λουκιανός: Πως δει συγγράφειν ιστορία.

Πλούταρχος: Πως κρίνουμε την αληθή ιστορία - εκδόσεις Κάκτος 1992.

Γκουντή Τζακ: Η Υφαρπαγή της ιστορίας - εκδόσεις Πολύτροπον 2008.

Whitney, W. D. (1889): The Century dictionary; an encyclopedic lexicon of the English language.

Braudel, F. (2001): The Mediterranean in the Ancient World.

Ηλίας Γιαννακόπουλος: Η ιστορία διδάσκει

Κωνσταντίνος Πλεύρης: Ιστορική Αλήθεια

Μανόλης Αναγνωστάκης: Σχήμα βίου και έργου», Ε

Μαρία Ρεπούση.Αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί και η επίδρασή τους στη διαµόρφωση της νεότερης και σύγχρονης ιστορικής σκέψης Μαρία Ρεπούση

Βασίλης Ραφαηλίδης: Νεοελληνική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας

«Είναι ο Περικλής ο Θεμελιωτής της Ειρηνικής, Αθην...
«Οι Επιστολές του Ιησού Χριστού Είναι Αληθείς ή Λό...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/