fbpx

banner αεροδρομίου

 

O Δημήτρης Σωτάκης συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Διαφυγή υπάρχει, για την ακρίβεια βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, όμως αμφιβάλω αν θέλουμε να αποδράσουμε απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Οι άνθρωποι παραμένουν εκεί όπου έχουν την ψευδαίσθηση ότι τους αρέσει»

Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Η πράσινη πόρτα (2002), Η παραφωνία (2005), Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι (2007), Το θαύμα της αναπνοής (2009), Ο θάνατος των ανθρώπων (2012), Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον (2014), Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ (2015), Ο Κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο (2017).
Το θαύμα της αναπνοής
 κατέκτησε το βραβείο Athens Prize for Literature και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και  για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία.
Βιβλία του έχουν κυκλοφορούν στα γαλλικά, τουρκικά, σερβικά, ολλανδικά, ιταλικά, δανέζικα, αραβικά, κινεζικά.

Κε Σωτάκη, οι δυό πρωταγωνιστές, ο επιχειρηματίας και ο υπηρέτης διακατέχονται από εμμονές. Σίγουρα καθόλου «κανονικοί» δεν είναι. Πως όμως τους δημιουργήσατε στο μυαλό σας αυτούς τους σκληρούς και άψυχους τύπους, αναρωτιέμαι; Γύρω μας, σίγουρα, δεν κυκλοφορούν, δεν τους ανταμώνουμε εύκολα έτσι δεν είναι;

Έχω την εντύπωση ότι κυκλοφορούν παντού και είναι η πλειοψηφία. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει την τάση να κλείνεται σε ένα καβούκι, ζώντας μια παράδοξη κλειστοφοβική ζωή, από την οποία θεωρεί ότι παίρνει ηδονή. Το κομμάτι των εμμονών, πράγματι είναι ένα έντονο στοιχείο σε πολλούς από τους ήρωες μου, κυρίως σε παλιότερα βιβλία μου, όμως οι εμμονές είναι εκείνες που κάνουν πιο εξωφρενική τη συνθήκη της ιστορίας. Οι δύο ήρωες φαινομενικά είναι δύο εκ διαμέτρου διαφορετικοί άνθρωποι, όμως αν τους παρατηρήσουμε με προσοχή θα βρούμε πολλές ομοιότητες.

Εγκλεισμένοι ασφυκτικά και οι δύο στον προσωπικό τους μικρόκοσμο είναι οι ήρωες σας Κάτι σαν αγρίμια σε κλουβιά που  καιροφυλακτούν τη  επόμενη κίνηση του αντιπάλου, να τον  αποτελειώσουν;

Κατά κάποιο τρόπο, αυτό ισχύει. Ζουν εγκλωβισμένοι σε έναν συγκεκριμένο χώρο, με την ψευδαίσθηση ότι απολαμβάνουν αυτή τη ζωή, και κατά τη διάρκεια αυτής της συγκατοίκησης, ξεκινάει ένα παιχνίδι, μια μάχη, αν θέλουμε να είμαστε πιο σκληροί. Στην ουσία και οι δύο επιθυμούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, να μείνουν αλώβητοι από αυτό τον ιδιότυπο αγώνα, κάνουν αυτό που κάνουμε όλοι μας, προσπαθούν να επιβιώσουν, να παραμείνουν ο εαυτός τους.

«Θεωρώ αυτονόητο ότι ζούμε επίπλαστες ζωές», είπατε κάπου πρόσφατα, «Είμαστε ηθοποιοί σε ένα  γιγάντιο θίασο ,οι ρόλοι έχουν μοιραστεί, η παράσταση έχει αρχίσει». Δηλαδή κ Σωτάκη η παρτίδα έχει χαθεί, σωτηρία διαφυγής δεν υπάρχει;

Η ελευθερία είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Διαφυγή υπάρχει, για την ακρίβεια βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, όμως αμφιβάλω αν θέλουμε να αποδράσουμε απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Οι άνθρωποι παραμένουν εκεί όπου έχουν την ψευδαίσθηση ότι τους αρέσει, όμως δεν είμαι πια βέβαιος, τί μας αρέσει στην πραγματικότητα και τι φαντασιωνόμαστε ότι μας αρέσει. Οι κοινωνικοί ρόλοι που υπηρετούμε είναι πολύ ισχυροί και γραπωνόμαστε πάνω τους στην προσπάθειά μας να κατακτήσουμε την ευτυχία.

«..Δεν υπάρχει κάποιο πλάνο σε σχέση με το πότε γράφω, όμως σαφώς έχω έναν φυσικό ρυθμό, ο οποίος έχει διαμορφωθεί με τα χρόνια. Στη ζωή μου αντιθέτως δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, επικρατεί ένα ελεγχόμενο χάος»

Η δράση του έργου σας κι εδώ αλλά και στα άλλα βιβλία σας δεν είναι  συγκεκριμένη. Στο παρόν έργο ίσως διαδραματίζεται στο Καπανδρίτι, ίσως  σε μια επαρχιακή ευρωπαϊκή πόλη; Γιατί το  αφήνετε φλου, αόριστο;

Οι ιστορίες μου δεν εκτυλίσσονται σε ρεαλιστικά τοπία. Αυτό γίνεται συνειδητά, είναι μέρος της δουλειάς μου. Η έλλειψη τοπωνυμίων, ο ασαφής τόπος που συμβαίνουν όσα συμβαίνουν, δημιουργούν την ατμόσφαιρα, το φόντο της πλοκής. Οι ήρωες μου δεν έχουν άλλωστε εθνικότητα, δεν ανήκουν κάπου και ποτέ δεν τους απασχόλησε αυτό.

Είστε ο πιο μεταφρασμένος, σύγχρονος συγγραφέας.  Βιβλία σας κυκλοφορούν στα αραβικά, τουρκικά, γαλλικά, σερβικά, ολλανδικά, ιταλικά, δανέζικα ,κινέζικα. Σας χαροποιεί η σκέψη, ότι «Ο Μεγάλος Υπηρέτης» μπορεί να συνοδεύει ένα Κινέζο επιχειρηματία το πρωί στο μετρό;

Δεν θα μπορούσε να μην με χαροποιεί. Το γεγονός ότι υπάρχουν αναγνώστες σε τόσες χώρες, με διαφορετικές κουλτούρες και προσεγγίσεις στη λογοτεχνία, είναι ένα μοναδικό συναίσθημα. Είμαι πάντα ενθουσιασμένος όταν επισκέπτομαι αυτές τις χώρες, η επαφή και η επικοινωνία με τους ανθρώπους είναι άλλωστε μια σημαντική παράμετρος της ίδιας της λογοτεχνίας.

Η σχέση σας με τη μαγική αυτή χώρα την Κίνα ;Ποια ήταν η εικόνα  που σας αποτυπώθηκε στο μυαλό στο πρώτο σας ταξίδι; Και πόσο συχνά επανέρχεστε εκεί;

Αγαπώ την Κίνα. Η σχέση μου έχει να κάνει με την ίδια τη γλώσσα, μια μοναδική γλώσσα, με απερίγραπτο πλούτο. Το πρώτο ταξίδι στο Πεκίνο ήταν πράγματι μαγικό. Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ, τις εικόνες, τους ανθρώπους, τις γεύσεις, την πόλη με τις τόσες αντιθέσεις της.  Θα ήθελα να βρίσκομαι πολύ συχνά εκεί, όμως δεν είναι εύκολο. Πέρυσι έμεινα στη Σαγκάη δύο μήνες, προσκεκλημένος από την Σύλλογο Συγγραφέων της πόλης.

Γράφετε τα βιβλία σας κάθε δυο χρόνια; Με μια κανονικότητα που σημαίνει ότι στη ζωή σας υπάρχει ένας  σοβαρός  προγραμματισμός, δεν «ξεφεύγετε εύκολα όχι μόνο στην συγγραφή, αλλά και γενικότερα;

Δεν υπάρχει κάποιο πλάνο σε σχέση με το πότε γράφω, όμως σαφώς έχω έναν φυσικό ρυθμό, ο οποίος έχει διαμορφωθεί με τα χρόνια. Στη ζωή μου αντιθέτως δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, επικρατεί ένα ελεγχόμενο χάος.

Κλείνοντας, το θέμα μα για το επόμενο έργο σας το «έχετε» ή παίρνετε ανάσες και μετά πάλι;

Είναι ακόμα νωρίς, χρειάζεται σκέψη και συγκέντρωση πριν το επόμενο βήμα. Αυτή την εποχή ολοκληρώνω ένα θεατρικό έργο, με τίτλο «Αιώνιο Τραίνο».

«Ο Μεγάλος Υπηρέτης» του Δημήτρη Σωτάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος