InTownPost

Ακολουθήστε μας :

22
Τετ, Σεπ
Tο διάβασαν 417 άτομα (417 Views)

Ο συγγραφέας Νικόλας Περδικάρης συζητάει σε α΄πρόσωπο με την Τίνα Πανώριου

PERD0001-ITP001EXON01


«…δεν υπάρχει τίποτε παράλογο στην τέχνη.

Αλίμονο, εάν θα έπρεπε κάθε φορά να αφηγούμαστε ιστορίες βασισμένες στο πραγματικό. Εκείνο το μη πραγματικό είναι που με συναρπάζει»


Το να μιλάω για τη «Μάμα Κάρι» (διαβάστε εδώ) μού είναι ιδιαίτερα ευχάριστο, αφού πρόκειται για ένα βιβλίο «φωτεινό». Πέρασα καλά γράφοντάς το και αυτός ήταν ο σκοπός μου από την αρχή. Όχι δράματα, όχι σκοτούρες. Παλαιότερα πίστευα πως το να δημιουργείς, σημαίνει να πονάς κατά κάποιον τρόπο. Αυτό είναι μεγάλο μεγάλο λάθος. Δεν υπάρχει κανένας «νόμος» που να λέει ότι για να γράψεις αληθινά πρέπει να φέρνεις διαρκώς μπροστά σου -και μπροστά στους αναγνώστες σου- τα «παράσημα» του πόνου και του σκότους σου. Άλλωστε, το να κάνεις κάποιον να δακρύσει είναι απείρως πιο εύκολο από το να τον κάνεις να χαμογελάσει. Ακόμη και αν ξέρει ότι το χαμόγελο είναι –συχνά- η αφορμή για δεύτερες και τρίτες σκέψεις που ακολουθούν την ανάγνωση μιας φράσης ή μιας πρότασης.

Στην ομότιτλη συλλογή διηγημάτων, η «Μάμα Κάρι» εμφανίστηκε μπροστά μου εντελώς απροσδόκητα. Παρότι είμαι άνθρωπος με κάποιο είδος πλάνου στο μυαλό –λέω ναι, θα γράψω μια ιστορία για αυτό ή για εκείνο- η συγκεκριμένη μορφή σχεδόν μου επιβλήθηκε από το πουθενά, ίσως όχι τυχαία.

Όταν ήμουν 7 χρόνων η μητέρα μου με πήγε (δεν πολυήθελα, αλλά δεν ήμουν και σε θέση να αποφασίσω για τον εαυτό μου) στην Ινδία, για να συναντήσω τον Σάι Μπάμπα. Θυμάμαι ελάχιστα από εκείνο το ταξίδι. Πρώτη και τελευταία στο νου μου μία γυναίκα, που κάπως με πρόσεχε τις στιγμές που η μητέρα μου χρειαζόταν να λείψει. Σαν σκιά τη θυμάμαι. Ούτε χαρακτηριστικά ούτε τίποτα. Μονάχα ότι είχε απαρνηθεί κάθε πολυτέλεια της ζωής κοιμόταν στο πάτωμα, έτρωγε ελάχιστα, ελπίζοντας –ας πούμε- ότι με αυτόν τον τρόπο θα ερχόταν πιο κοντά σε μια κατάσταση αγιότητας. Η ίδια με μάθαινε να ζωγραφίζω, να παρατηρώ τη φύση. Και όταν χρειάστηκε –στο πλαίσιο ενός αστείου προφανώς, αφού τότε ήμουν ακόμα παιδί- να απαντήσω στην ερώτηση αν ήμουν ερωτευμένος μαζί της, είμαι βέβαιος ότι απάντησα «ναι».

Στο σχετικό διήγημα ωστόσο, αυτή η γυναίκα μοιάζει αρκετά διαφορετική από εκείνη που συνάντησα 35 χρόνια πριν. Πρώτα πρώτα, δεν είναι απόλυτο, πως το πλάσμα που περιγράφω είναι ανθρώπινο. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είναι μια θεότητα –τρόπος του λέγειν- βγαλμένη από τη φαντασία. Όποια και αν είναι τελικά η «Μάμα Κάρι» σημασία έχει ότι είναι ελεύθερη. Με την αίσθηση της παρουσίας της ή με το πνεύμα της προτρέπει και εμάς να ελευθερωθούμε από όλα όσα μας είναι βάρος. Όχι όμως χωρίς αγώνα.

Συμβολικά αλλά και επί της ουσίας, η ελευθερία με απασχόλησε πολύ σε αυτό το βιβλίο. Πρώτα ως έννοια με την τεράστια σημασία της και έπειτα ως προϋπόθεση για τη διαδικασία της συγγραφής. Ήθελα να γράψω ελεύθερος όλες τις ιστορίες που μου ήρθαν στο κεφάλι. Χωρίς να σκέφτομαι αν είναι λογικές ή παράλογες, αν θα αρέσουν ή όχι. Για μένα δεν υπάρχει τίποτε παράλογο στην τέχνη. Αλίμονο, εάν θα έπρεπε κάθε φορά να αφηγούμαστε ιστορίες βασισμένες στο πραγματικό. Εκείνο το μη πραγματικό είναι που με συναρπάζει. Προσοχή, δεν μιλάω για την υπέρβαση που συναντά κάποιος στην επιστημονική φαντασία. Αυτή ανήκει/ παραπέμπει σε ένα διαφορετικό πεδίο, εξίσου συναρπαστικό για ορισμένους.

Ο συγγραφέας Νικόλας Περδικάρης


 «…Όποιος θέλει, μπορεί να «ενώσει τις τελίτσες», ώσπου να δει με το νου του αφηρημένα ή πολύ συγκεκριμένα σχήματα.

Μορφές, τόπους, καταστάσεις που παραπέμπουν σε γνωστές ή άγνωστες εμπειρίες και βιώματα. Ανάλογα με το πώς θα κοιτάξεις»


Προσωπικά, αναφέρομαι σε όλα εκείνα τα μη ρεαλιστικά στοιχεία στη γραφή, που δένουν με τη σκληρή –και συχνά δυσβάσταχτη- πραγματικότητα. Αναφέρομαι σε διηγήσεις που αντλούν την παραδοξότητά τους από τη βιωμένη αλήθεια. Μόνον έτσι, θεωρώ, οι «τρελές» αφηγήσεις γίνονται απόλυτα πειστικές ώστε μας συνεπαίρνουν. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις ιστορίες του Guy de Maupassant, του Thomas Bernhard και του David Foster Wallace. Όλοι τους είναι αγαπημένοι μου. Έχοντας συντροφιά τις λογοτεχνικές φωνές αυτών των «δασκάλων» εμπιστευόμουν τις λέξεις, χωρίς να φοβάμαι μήπως ξεπεράσω τα όρια ή μήπως παρεξηγηθώ. Έτσι και αλλιώς αυτό είναι πάντα μέσα στο παιχνίδι. Σε μια συνειδητά δημιουργική διαδικασία, ο συγγραφέας προσφέρει το έργο και ο αναγνώστης το ερμηνεύει «ξαναγράφοντάς το» τρόπον τινά. 

Πόσο λογική και πόσο ενδιαφέρουσα είναι άραγε η ιστορία του βιβλίου, στην οποία ο πρωταγωνιστής προσφέρει ένα ζευγάρι γάντια στην κοπέλα των διοδίων που κρυώνει; Πόσο συγκλονιστικό είναι ένας Ροκ Μεσσίας να προσγειώνεται στο τραπέζι σου και να «κλέβει» το κορίτσι που αγαπάς; Η λέξη «μεμβράνη» πώς σχετίζεται με την ηλικία, τη μουσική, την ερωτική πράξη; Μήπως το γκρι χρώμα δίνει τελικά φως στης ζωγραφική και στη ζωή μας; Κατά τη γνώμη μου, σημασία δεν έχει να απαντήσει κάποιος στις ερωτήσεις που γεννιούνται από την ανάγνωση των συγκεκριμένων διηγημάτων της συλλογής (13 στο σύνολό τους). Όποιος θέλει, μπορεί να «ενώσει τις τελίτσες», ώσπου να δει με το νου του αφηρημένα ή πολύ συγκεκριμένα σχήματα. Μορφές, τόπους, καταστάσεις που παραπέμπουν σε γνωστές ή άγνωστες εμπειρίες και βιώματα. Ανάλογα με το πώς θα κοιτάξεις.

Για το βιβλίο "Μάμα Κάρι" των εκδόσεων "Ο Μωβ Σκίουρος" και τον συγγραφέα Νικόλα Περδικάρη (διαβάστε εδώ)

Ο συγγραφέας Νικόλας Παπακώστας κουβεντιάζει με το...
Η συγγραφέας Μάρα Μεϊμαρίδη συνέντευξη στην Τίνα Π...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/