InTownPost

Ακολουθήστε μας :

01
Τετ, Δεκ
Tο διάβασαν 708 άτομα (708 Views)

«Ναι μεν δυσάρεστος, αλλά σαφής και άκρως ενδιαφέρων», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Unpleasant-0017


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 62

Ξεφύλλισα προχθές το προ δεκαπενταετίας προωθητικό έντυπο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, κειμήλιο πια, της μετά ολυμπιακών αγώνων εποχής, αυτή την ιλουστρασιόν, ποιοτική έκδοση με τις ολόφωτες και καταγάλανες φωτογραφίες, τις ακμαίες, χαμογελαστές γιαγιάδες να φιγουράρουν ζυμώνοντας ψωμί παραδίπλα από υπαίθριους, σπιτικούς, κτιστούς φούρνους και τις καλλίγραμμες νιές ωσάν ολύμπιες θέαινες να αφρίζουν τα αιγαιοπελαγίτικα θερινά ύδατα με φόντο διάφορα σκάφη και παραδοσιακά, ξύλινα, ελληνικά τρεχαντήρια. Τα πελαγίσια νερά, ας υποθέσουμε, ό,τι υπάρχουν ακόμα έπειτα από τα 15 χρόνια της εν λόγω διαφήμισης για την Ελλάδα μας, τα τρεχαντήρια όμως όχι. Καταστράφηκαν για να μετατραπούν σε απρόσωπη και άτεχνη πλαστικούρα για την προστασία της αλιείας, όπως είπαν. Έτσι πρόσταξε η ευρωπαϊκή αρχή και τα πανέμορφα ξύλινα καΐκια, τα πανάτα ή μη, πραγματικά κοσμήματα μιας τρανής θαλασσινής κληρονομίας, που χρειάστηκαν τρία και τέσσερα χρόνια για να φτιαχτούν στους μερακλήδικους, ελληνικούς ταρσανάδες, κομματιάστηκαν εντός δεκαλέπτου από τις τρομακτικές μπουλντόζες.

Συνέχισα το ξεφύλλισμα στο προ δεκαπενταετίας προωθητικό έντυπο αντίκα για τα κάλλη της Ελλάδος μας και οι αρχαίοι ναοί, τα θέατρα, τα μουσεία και τα αγάλματα από κάθε άκρη της ελληνικής γης άρχισαν να παρελαύνουν στις καλαίσθητες φωτογραφήσεις, άλλοτε με τις ακτίνες του ήλιου καρσί στους κίονες, στα χυτά μαρμάρινα κορμιά και τα θεατρικά διαζώματα, ορθώνοντας το μεγαλείο ενός παγκόσμιου πολιτισμού και άλλοτε το βραδινό φως του έναστρου ουρανού να προσδίδει στο παρελθόν μυστήριο και δέος. Ρίγος σε διαπερνά, θλίψη σε καταβάλει όταν ξέρεις, πως σήμερα τίποτα από αυτά δεν είναι δικά μας. Όσα δεν υποθήκευσε η προηγούμενη πολιτική ηγεσία με την ένταξη τού καταχρεωμένου κράτους μας στον ευρωπαϊκό διαχειριστικό μηχανισμό του E.S.M., ένεκα των μνημονίων, η παρούσα πολιτική αρχή τα μοιράζει αφειδώς, για άγνωστη χρονική διάρκεια, στα μουσεία και τις ιδιωτικές γκαλερί των βαρβάρων.

Κάπου στην μέση του φιγουράτου, τουριστικού εντύπου, δεσπόζουν οι εκκλησιές με την απαράμιλλη αρχιτεκτονικής τους και οι ρασοφόροι, οι βυζαντινές εικόνες, τα επιβλητικά, ελληνικά μοναστήρια, τα κατανυκτικά, μοναχικά ξωκλήσια να φεγγίζουν την ιστορία τους μόνο με την λάμψη των κεριών και να σμίγουν στην δίνη του χρόνου με τα παραδοσιακά, ελληνικά πανηγύρια, τους πλανόδιους ή τους ντόπιους οργανοπαίχτες και το πλήθος των ανθρώπων σε πανέμορφες πλατείες τσουγκρίζοντας οινοπότηρα. Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες άδουν και χορεύουν, γλεντούν γιατί οι προστάτες άγιοι και αγίες γιορτάζουν. Πραγματικά καταπληκτικές οι φωτογραφίες, δελεαστικές πέρα ως πέρα για να επισκεφθεί κάποιος μια χώρα με βαριά και βαθιά ιστορία.

Πάμπολλα είναι τα πανηγύρια που παρευρέθηκα στην ενήλικη πορεία της ζωής μου, είτε σε ελληνικά νησιά, είτε σε ορεινά ελληνικά χωριά του ακριτικού βορρά και του νότου, της αιώνιας ελληνικής ανατολής και δύσης, να ακολουθώ διονυσιακά τους χορούς, να τραγουδώ και να γεύομαι μοναδικά εδέσματα Ελληνίδων νοικοκυρών. Όλοι μαζί, γνωστοί και άγνωστοι, μα ποτέ ξένοι μεταξύ μας, μέχρι πρωίας εκστασιασμένοι, παραδομένοι στον μυητικό χορικό άνευ παύσης, άπαντες αγκαλιά στην βακχική μέθεξη, ενίοτε με χριστιανοορθόδοξα σταυροκοπήματα στον φύλακα άγιο ή την προστάτιδα αγία του τόπου. Και χάρη τους ένα τσαλίμι, άλλοτε ερωτικό, άλλοτε πολεμικό ανάλογα με την ανάσα του κλαρίνου και της τσαμπούνας, του νεύρου της λύρας και την παραζάλη του βιολιού.

Σήμερα πάμπολλοι, είναι επίσης, είναι άνθρωποι που δεν θα ταξιδέψουν στα πατρικά τους, δεν θα άδουν, δεν θα λειτουργηθούν στις πατρογονικές τους εκκλησιές, δεν θα αγκαλιαστούν με γνωστούς και αγνώστους, μα ποτέ ξένους, δεν θα γευτούν εδέσματα από τα χέρια των ακμαίων Ελληνίδων γιαγιάδων, δεν θα διονυσιαστούν στις πλατείες των χωριών τους στα πανηγύρια γιατί δεν αποδέχτηκαν τα «δώρα» του καταναγκασμού και δεν υπέκυψαν στις απειλές της δουλοπαροικίας. Και η πρώτη πολιτική αρχή της Ελλάδος αποφάσισε να τιμωρήσει αυτούς τους Έλληνες με απομάκρυνση και απομόνωση.

Εκμηδένισαν τα πάντα σε χρόνους απίστευτους οι ηγέτες μας, φασιστοποιήθηκε το κράτος, σβήνει η πατρίδα μας, χάνονται οι άνθρωποι μας και το αστείο είναι, πως στην επιφάνεια του δράματος όλα είναι ατάρχα σαν την λεία πέτσα του σφάγιου της θυσίας. Και να οι οργανοπαίχτες πήραν μπρος, το κλαρίνο λαλεί αδέλφια μου, το λαούτο ακολουθεί και το βιολί ξεσηκώνει σε αλησμόνητο πανηγύρι στα Πράμαντα των Τζουμέρκων το 2013.

Τραγούδι έσυρε χορό αγαπησιάρικο, παγωνίσιο και ακόμα ζει μέσα μου, παραμένει ζωντανό γεμάτο ψυχή, φως και ήχους ανθρώπων κι ας έχουν περάσει χρόνια από τότε. Μνήμη μέγιστη της πικροδάφνης ο ανθός, γιατί τότε ακόμα αγκαλιαζόμασταν σφιχτά οι άνθρωποι με ψυχή ελληνική κι ας μας γονάτιζαν, κι ας μας βίτσωναν αλύπητα στην ράχη, στον σβέρκο και το ματωμένο στέρνο, εμείς θωρούσαμε τα ελληνικά βουνά και τις μυθικές θάλασσες, φόρτωναν τα μέσα μας αθάνατα αρώματα κάθε φορά που το πνεύμα του βροτού αντάμωνε ελεύθερα τον Άδη και ευθύς τον ουρανό και τα άστρα τα δικά μας.

Εκείνη την νύχτα, εκείνο το τραγούδι, εκείνος ο χορός, εκείνοι οι Έλληνες, εκείνο το γλέντι κανείς δεν μπορεί να τα κομματιάσει κάτω από τις άψυχες μπουλντόζες, κανείς δεν έχει την εξουσία να τα χαρίσει στους τρομερούς, νομάδες βάρβαρους, καμιά απειλή δεν καταφέρνει να τα μπολιάσει με της μέδουσας το ζουμί και να πετρώσουν. Είναι δικά μας, απόλυτα δικά μου.

«Στης πικροδάφνης τον ανθό έγειρα ν' αποκοιμηθώ,

λίγο ύπνο για να πάρω, είδα όνειρο μεγάλο.

Παντρεύεται η αγάπη μου, το κάνει για γινάτι μου

και παίρνει τον εχθρό μου, για το πείσμα το δικό μου.»



«Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό»

Είδος: Μαύρη κωμωδία, δράμα

Παραγωγή: Ελλάς (2019)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος

Με τους: Όμηρος Πουλάκης, Βαγγέλης Μουρίκης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ιωάννα Παππά, Κόρα Καρβούνη, Βίκυ Παπαδοπούλου

Διάρκεια: 100'

Διακρίσεις: Βραβείο Ιδρύματος Ι.Φ. Κωστοπούλου 60ου Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσσαλονίκης, Νοέμβριος 2019

Διανομή: Weird Wave


Ο Άρης (Όμηρος Πουλάκης – καταπληκτικός!) είναι ένα πετυχημένο στέλεχος μίας μεγάλης ελληνικής εταιρίας με αφεντικό, τον φερόμενο ως «ποιητή» (Βαγγέλης Μουρίκης – σκίζει σε έναν ασυνήθιστο ρόλο), να έχει τον Άρη σαν παιδί του και να εμπιστεύεται τα πάντα σε αυτόν, ενώ του διαβάζει ποιήματα που γράφει.

Η ζωή του Άρη, όμως θα αλλάξει άρδην όταν μετά από μια εξέταση στο νοσοκομείο θα πληροφορηθεί πως είναι φορέας ενός σεξουαλικώς μεταδιδόμενου ιού, ο οποίος είναι θανατηφόρος μόνο για τις γυναίκες. Ο Άρης είναι η μοναδική ελπίδα στην επιστήμη για τη δημιουργία ενός εμβολίου, αρκεί να ανακαλύψει ποια από τις πρώην ερωτικές συντρόφους του, αυτές της τελευταίας τετραετίας, είναι η γυναίκα που του μετέδωσε τον ιό αρχικά.


Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του και σε χρονικό διάστημα δέκα ετών από το ασπρόμαυρο «Tungsten», ο Γιώργος Γεωργόπουλος με την ίδια σχεδόν ομάδα στην διάθεση του και μια παραγωγή αλφάδι ζωγραφίζει τον ανθρώπινο κυνισμό, την απαξίωση και την μοναχικότητα, υγροποιώντας μελαγχολικά το πιο ειρωνικό χαμόγελο που σκάει λυτρωτικά, ενίοτε ξεκαρδιστικά, στο μάτι ενός δραματικού κυκλώνα. Αυτή είναι και η ταυτότητα της ιστορίας που αποκαλύπτει ο Γεωργόπουλος: Η μεγαλύτερη και φονικότερη πανδημία του καινούργιου αιώνα, είμαστε εμείς οι ίδιοι και οι μεταλλάξεις μας, οπότε κλαις γελώντας.

Δίχως πραγματικά να γνωρίζει ο σκηνοθέτης, όταν ετοίμαζε την ταινία το 2019, το τι θα επακολουθούσε στις ανθρώπινες κοινωνίες με όχημα έναν ιό που σκοτώνει, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό, η παραγωγή σε σενάριο δικό του και της Μαρίας Φακίνου και τον μακρύ τίτλο αλλά σαφέστατο το νόημα του: «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό», είναι απολύτως ξεκάθαρο προς τα που και το πως καθοδηγεί τον θεατή σε αυτή την διαδρομή της υπόθεσης. Στην αρχή, πιθανώς να σας φανεί παράξενο το όλο στήσιμο, αλλά αμέσως και άνευ καλοπιάσματος, εντός του πρώτου δεκαλέπτου μάλιστα, βάζεις ψαροντουφεκοστολή, σκάφανδρο και καταδύεσαι στον μαύρο βυθό μιας δραματικής περιπέτειας, που σε αρπάζει από τα μούτρα. Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι το πιο ειρωνικό κόμικ των τελευταίων χρόνων. Ειρωνεία πετυχημένη, μοιραία εύστοχη η ταινία για τον κρισιανό άνθρωπο που απώλεσε τον προσανατολισμό και τις αξίες του στο όνομα των μικρών και εφήμερων τυραννικών εξουσιών, αλλά και στις ψευδείς συμβάσεις που υπόγραψε για το βόλεμα και την υποτιθέμενη ασφάλεια του. Ναι, η ταινία είναι στα φαιά ενδεδυμένη, όπως φαιός είναι και ο ήρωας της. «Φυσάει…», απαγγέλει ο δοκησίσοφος «ποιητής» και αφεντικό του Άρη, που υποδύεται απίστευτα τρομακτικά και «άρρωστα» ο Βαγγέλης Μουρίκης με την μηχανική, φωνητική υποστήριξη, «φυσάει» και ο αέρας μετατρέπεται σε σαρωτική καταιγίδα.

Ο Γεωργόπουλος απελευθερώνει τον πήλινο ήρωα του και ο ηθοποιός Όμηρος Πουλάκης είναι ρυθμισμένος ακέραια στο παράδοξο της ιστορίας, που σαν «εξολοθρευτής» γυναικών, λόγω του μεταδιδόμενου, θανατηφόρου ιού, καλείται να διασώσει από τον θάνατο τα όποια θηλυκά, ανεξαρτήτου ηλικίας, ήρθαν σε επαφή μαζί του τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Γυναίκες κάποτε σημαντικές γι αυτόν, παρατημένες, ξεχασμένες στην συνέχεια, αγνοημένες και ακυρωμένες από την γκρίζα, άψυχη πλην τακτοποιημένη ζωή του. Ο συμπαθής Άρης, που κολατσίζει σούσι σε μοδάτα ρεστοράν, σοφάρει φιγουράτο αυτοκίνητο εντός του άχρωμου, άκαμπτου κοινωνικού, γεωμετρικού διάκοσμου στην εξαίσια, φουλ αρτίστικ φωτογραφία της Χριστίνα Μουμούρη, τα έχει χαμένα, είναι σε καθεστώς πανικού, γιατί το παρών του διαλύεται από το ερωτικό παρελθόν της ανεύθυνης ξεπέτας που διαθέτουν οι «ισχυροί» τύποι σαν τον Άρη, μαγεύοντας όμορφες νεαρές εργάτριες, καμαριέρες, κορίτσια του μόχθου που δεν απαιτούν και σιωπούν, αλλά και ώριμες, φραγκάτες κύριες, στελέχη κραταιών επιχειρήσεων που ως μιλφάρες γουστάρουν σεξ, ακόμα και τις ανυπεράσπιστες, άπειρες έφηβες, που καψουρεύονται τον εμφανίσιμο και επιτυχημένο νέο. Όλο αυτό το σαθρό παρελθόν, που είναι σημείο αναφοράς για τον σημερινό, νέο άνθρωπο, μετατρέπεται σε δυσθεόρατο βουνό έτοιμο να τον θάψει. Τελικά, ο γλυκομίλητος, ευγενικός Άρης είναι ένας πλανευτής, ένα ψεύτης, ένα τέρας και «φονιάς», που «καθαρίζει» ό,τι του γυαλίζει γιατί μπορεί. Το φινάλε της ταινίας το αποκρύπτουμε ως έκπληξη, απλά ως μικρή σκέψη εάν, τελικά το σινεμά μιμείται την ζωή ή η ζωή το σινεμά.

Στην σοβαρότητα του θέματος που αφορά την ζωή, την κοινωνικότητα και τον θάνατο από μια φονική πανδημία, ξεπηδά προβοκατόρικα και έξυπνα σαν ανίκητη σκιά στον σπασμένο καθρέπτη των ανθρώπινων, κοινωνικών συμπεριφορών το επικριτικό στοιχείο, το αστείο τζίνι, ικανό να ισοπεδώσει τα πάντα. Και, διάολε, το πετυχαίνει!


Photo gallery: «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό»


«Το Φεστιβάλ του Ρίφκιν»

(Rifkin's Festival)

Είδος: Ερωτική κομεντί

Παραγωγή: H.Π.Α., Ισπανία, Ιταλία (2020)

Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν

Με τους: Τζίνα Γκέρσον, Γουάλας Σον, Ελένα Ανάγια, Σέρζι Λόπεθ, Κρίστοφ Βαλτς, Λουί Γκαρέλ

Διάρκεια: 92΄

Διανομή: Tanweer

Ο κριτικός κινηματογράφου και διανοούμενος Μορτ Ρίφκιν (Γουάλας Σον - καλός) συνοδεύει τη σύζυγο του Σου (Τζίνα Γκέρσον – καλή) στο διάσημο ισπανικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν, ανησυχώντας για το ξεμυάλισμα της με τον νεαρό σκηνοθέτης Φιλίπ (Λουί Γκαρέλ).

Στο πίσω μέρος του μυαλού του, ο Μορτ ελπίζει, ότι η αλλαγή περιβάλλοντος θα δώσει σπίθα στο πρώτο του υπερφιλόδοξο μυθιστόρημα. Όσο η Σου ασχολείται παθιασμένα με τον γοητευτικό Φιλίπ, ο Μορτ συναντά τη γλυκιά καρδιολόγο, την Δρ. Ρόχας (Ελένα Ανάγια - καλή) και κάτι μέσα του αλλάζει.


Στην ταραχώδη τροχιά των καταγγελιών της θετής κόρης Ντίλαν Φάροου περί κακοποίησης από τον πατέρα της Γούντι Άλεν, όταν το κορίτσι ήταν εννέα ετών, γεγονότα τα οποία διαψεύδει ο γνωστός σκηνοθέτης και ηθοποιός σε καταγγελίες που ακόμα δεν έχουν καταλαγιάσει, ο 85χρονος Άλεν ανέσυρε το κουράγιο για να συνεχίσει την υπόσχεση που έθεσε στο κοινό του, πως θα σκηνοθετεί μια ταινία τον χρόνο. Έτσι, λοιπόν από την μετριότητα του 2019 «Μια Βροχερή Μέρα στη Νέα Υόρκη» ήρθαμε στην επόμενη μετριότητα «Το Φεστιβάλ του Ρίφκιν» (2020) σε σενάριο δικό του, ταινία εξ'ολοκλήρου γυρισμένη στη χώρα των Βάσκων, στο Σαν Σεμπαστιάν της βόρειας Ισπανίας. Απόλυτα εξοστρακισμένος από το αγγλοσαξωνικό κύκλωμα λόγω των καταγγελιών ως παιδόφιλου και βιαστή ανήλικης, αλλά και την δυσκολία που δημιούργησε το συγκεκριμένο ζήτημα στο να εκμαιεύσει χρηματικά κεφάλαια για τις ταινίες του, ο Γούντι Άλεν εξασφάλισε χρηματοδότηση από την ισπανική εταιρία παραγωγής Mediapro, που στο παρελθόν συμμετείχε στις ταινίες του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη, όπως: «Vicky Cristina Barcelona» (2008) και «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» (2011).

Το ίδιο στυλ και ύφος που μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης τα τελευταία χρόνια, δίχως να καινοτομεί ή να πρωτοτυπήσει κάπου, έστω μια μικρή αλλαγή πλεύσης, μια διαφοροποίηση στο μοντέλο που υπηρετεί ο Άλεν, το «Φεστιβάλ του Ρίφκιν» σηκώνει πανιά για τους όρμους που τα λυσσαλέα γκούγκαρ γουστάρουν τεκνά και οι γουρμασμένοι, ανασφαλείς διανοούμενοι το ρίχνουν στους στους αναζωογονητικούς ενθουσιώδεις γεροντοέρωτες, πάντα άψογα σκηνοθετημένα και πολύχρωμα. Ατάκες στο πνεύμα του Άλεν, σινεφίλ διαφυγές πάλι με πασπαρτού τον Άλεν και ο καταπληκτικός Γουάλας Σον να υποδύεται ξανά τον Γούντι Άλεν.

Η αφηγηματική της ταινίας μοιάζει με παρωχημένη ιστορία σε οίκο ευγηρίας, από αμετανόητο, γηραιό κονφερασιέ του Λας Βέγκας. Σημάδια έντονης κόπωσης, αρρυθμία και άρωμα ναφθαλίνης με λεβάντα. Ώρα για το βραδινό γιαουρτάκι με σταφίδες.


Photo Gallery: «Το Φεστιβάλ του Ρίφκιν»


«Η Αιώνια Κάθαρση»

(The Forever Purge)

Είδος: Τρόμου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2021)

Σκηνοθεσία : Εβεράρντο Γκουτ

Με τους: Άνα ντε λα Ρεγκέρα, Λίβεν Ράμπιν, Τενόχ Χουέρτα, Σούζι Αμπρομάιτ

Διάρκεια: 100'

Διανομή: Tulip Entertainment


Η ετήσια ιεροτελεστία βίας καλά κρατεί. Ο εξαγνισμός των φονικών ενστίκτων του λαού μέσα από ένα 12ωρο «παραθυράκι» ανομίας έχει κρατήσει την «κανονική» εγκληματικότητα σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Πλέον, όλοι οι κανόνες παραβιάζονται, καθώς μια ξέφρενη λίγκα παράνομων επιδρομέων αποφασίζει ότι η ετήσια εκκαθάριση όχι μόνο δεν πρέπει να σταματά το ξημέρωμα αλλά θα πρέπει να μην τελειώνει ποτέ. Τα μέλη του υπόγειου κινήματος δεν είναι πια ικανοποιημένα με μια μόνο ετήσια νύχτα φονικής αναρχίας και αποφασίζουν να ανακαταλάβουν την Αμερική μέσω μιας ατελείωτης εκστρατείας μακελειού και σφαγής.

Ένα ζευγάρι Μεξικανών ξεφεύγουν από τα καρτέλ της πατρίδας τους ύστερα από μια σκληρή βεντέτα ανάμεσα σε εμπόρους ναρκωτικών, για να καταλήξουν τελικά σε μια Αμερική όπου ο πολιτισμός καταρρέει και μια «Κάθαρση Διαρκείας» ετοιμάζεται να ξεσπάσει. Ως φυγάδες πια, μακριά από τον πόλεμο των καρτέλ, στην καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών, θα ενωθούν με άλλους εξόριστους από τον τόπο τους και θα πολεμήσουν ενωμένοι, καθώς τα αστικά κέντρα βρίσκονται βουτηγμένα στο χάος και τα πάντα αρχίζουν να αποσυντίθενται τριγύρω τους. Οι κυνηγημένοι θα προσπαθήσουν να οδηγήσουν τους νέους Αμερικανούς συμμάχους τους στη νότια πλευρά των συνόρων του Μεξικού για να σωθούν από την αναίτια βία.


Τίτλοι τέλους για το franchise «Purge», που στο πέμπτο κινηματογραφικό επεισόδιο κατεβάζει την αιμοσταγή αυλαία του, εκτός απροόπτου βέβαια, κλείνοντας εκείνη την σεναριακή ιδέα του 2013 περί αποσυμφόρησης της εγκληματικότητας στις Η.Π.Α., επιτρέποντας η κυβέρνηση στους πολίτες να εκτονώνονται για ένα 12ωρο, δολοφονώντας ατιμώρητα όποιον θέλουν. Εδώ το πράγμα ξεφεύγει και φυλετιστές, καταπιεσμένοι φωτοχωδιάβολοι και άλλοι Αμερικανοί πολίτες κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων επεκτείνουν το περιορισμένο ωράριο σε αορίστου χρόνου μέχρι να «ξεβρομίσει» ο τόπος από τους ενοχλητικούς λαθρομετανάστες. Η αμερικανική ύπαιθρος και οι πόλεις βυθίζονται στην αναρχία, τον τρόμο και τα φονικά, ενώ το τοπίο μετασχηματίζεται σε Mad Max ατμόσφαιρα.

Ο Μεξικάνος σκηνοθέτης Εβεράρντο Βαλέριο Γκουτ στήνει ένα λουτρό αίματος στα σύνορα Μεξικού και Βόρειας Αμερικής, ανάμεσα σε λαθρομετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, να σφάζουν Μεξικανούς λαθρομετανάστες. Τελικά, τα όπλα μιλούν και η κάθαρση παραμένει ακόμα λερωμένη.


Photo Gallery: «Η Αιώνια Κάθαρση»


«Spiral: Ο Θρύλος του Saw»

(Spiral: From the Book of Saw)

Είδος: Αστυνομικό, τρόμου

Παραγωγή: Αγγλία Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Ντάρεν Λιν Μπούσμαν

Με τους: Κρις Ροκ, Σάμιουελ Τζάκσον, Μαξ Μινγκέλα, Μαρισόλ Νίκολς

Διάρκεια: 100'

Διανομή: Spentzos Film


Ο ηθικός και έντιμος ντετέκτιβ Ζικ Μπάνκς (Κρις Ροκ – εντελώς έξω από τα νερά του), πιστός στο σήμα που υπηρετεί, καταδίδοντας, μάλιστα και διεφθαρμένο συνάδελφο του αστυνομικό, αναλαμβάνει την έρευνα για μια σειρά δολοφονιών.

Τα περιστατικά θυμίζουν έντονα τις φρικτές δολοφονίες του γνωστού Jigsaw, και ο αστυνόμος, χωρίς να το καταλάβει, θα βρεθεί μπλεγμένος στο σκοτεινό παιχνίδι ενός σαδιστή δολοφόνου.


Να διευκρινίσω το εξής πριν την ανάγνωση του κειμένου, ότι  είμαι γνώστης μόνο της μιας ταινίας από τις οκτώ, εάν δεν κάνω λάθος, των «Saw», καθώς συνειδητοποίησα από το πρώτο κιόλας εφιαλτικό επεισόδιο, πως ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης των εν λόγω ταινιών έχουν ανάγει την ωμή βία και τον ανθρώπινο πόνο σε επιστήμη, οπότε περί σημειολογίας της σειράς είμαι ο πλέον ακατάλληλος. Παρακολούθησα την αναβίωση σε αυτή την καινούργια αρρωστημένη παραγωγή, που είναι το come back, με ακόμα ένα νοσηρό σενάριο, απλά και μόνο επειδή πρωταγωνιστεί ένας καλός κωμικός της αφροαμερικανικής σχολής του Έντι Μέρφι, ο πολυτάλαντος Κρις Ροκ.

Εύλογη η σκέψη μου, λοιπόν, τι στο καλό θέλει ένα καθαρόαιμο στοιχείο της κωμωδίας σε ταινία ακραίου τρόμου, αίματος, πόνου και σαδισμού σαν να βρίσκεται ο γέλωτας στα κατάβαθα των κολασμένων, βαβυλωνιακών ιερατείων. Η απάντηση είναι απλή. Αλλαγή υποκριτικής ρότας για τον Κρις Ροκ, ο οποίος μπήκε στην παραγωγή του franchise «Saw», επιμελήθηκε το σενάριο, φέρνοντας, μάλιστα, στο πλατό τον Σάμιουελ Τζάκσον για να υποδυθεί τον πατέρα του, τον συνταξιούχο, θρυλικό αστυνομικό. Άλλη κινηματογραφική οπτική στην παραγωγή με πρωτοκλασάτους ηθοποιούς, ώστε οι ψυχικά διαταραγμένοι δημιουργοί του να αποκτήσουν άλλοθι, πως τελικά, η παράνοια του ακραίου βασανισμού της ζωντανής, ανθρώπινης σάρκας διαθέτει σοβαρότητα και κύρος .

Ο Κρις Ροκ αλήθεια είναι ότι προσπαθεί να αλλάξει υποκριτικό προφίλ και να ενταχθεί στο πνεύμα του «Saw», αλλά τα αζύγιστα κιλά ανθρωποπόνου και κρεατόμαζας τον ξεπέρασαν.


Photo gallery: «Spiral: From the Book of Saw»


«Η Συνομιλία»

(The Conversation)

Είδος: Θρίλερ

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1974) – Έγχρωμο, σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα

Με τους: Τζιν Χάκμαν, Τζον Καζάλ, Αλεν Γκάρφιλντ, Σίντι Γουίλιαμς

Διάρκεια: 113'

Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας και Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής φεστιβάλ Κανών 1974 - 2 Βραβεία Bafta: Ήχου και Μοντάζ

Προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους: «Βοξ» (Εξάρχεια) – «Ζέφυρος (Πετράλωνα) – «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque

Ο μοναχικός Χάρι Κολ (Τζιν Χάκμαν – χάρμα οφθαλμών) ασχολείται με τις παρακολουθήσεις, σε μια εποχή που βασιλεύουν οι θεωρίες συνωμοσίας. Ουσιαστικά δε έχει προσωπική ζωή. Η ύπαρξή του είναι ένα ανακάτεμα από αναμνήσεις, υποψίες για τα πρόσωπα με τα οποία συνδέεται, μεταφυσικούς φόβους και σκόρπιες συνομιλίες εκείνων που παρακολουθεί.

Ο διευθυντής μιας πολυεθνικής (Χάρισον Φορντ) όταν αναθέτει στο Κολ να καταγράψει τις συζητήσεις ενός άνδρα και μιας γυναίκας, ο εσωτερικός του κόσμος αναστατώνεται. Η συνομιλία μιλά καθαρά για επικείμενη δολοφονία και ο Χάρι θα αναγκαστεί να παραβεί τις δικές του αρχές προστασίας, προκειμένου να αποτρέψει το μοιραίο. Σύντομα όμως αρχίζει να υποψιάζεται ότι και ο ίδιος παρακολουθείται.


Δυο χρόνια μετά από το έπος του πρώτου «Νονού» το 1972, όπου την ίδια χρονιά με την προβολή του «Νονού 2», βγαίνει παράλληλα και η «Συνομιλία» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, ταινία που έθεσε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ στις κατηγορίες: «Πρωτότυπου Σεναρίου», «Ήχου» και «Μοντάζ». Στον απόηχο του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ (Watergate) των Η.Π.Α., όταν οι «κοριοί» παρακολούθησης ξήλωσαν από τον προεδρικό θώκο τον Ρίτσαρντ Νίξον το 1972, η «Συνομιλία» του Κόπολα ξελαμπικάρει την θολή διάσταση στους θεατές, ότι όλα παρακολουθούνται και οι κυβερνήσεις γνωρίζουν τα πάντα για τους πάντες με τον πιο απλό τρόπο, αυτόν της χρήσης ενός «κοριού». Το παρατσούκλι, άλλωστε, του θρυλικού Χάρι Κολ, από το σινάφι του είναι: «The best «bug» of West Coast» (ο καλύτερος κοριός της δυτικής ακτής) και ο αειθαλής Τζιν Χάκμαν, το επιβεβαιώνει περίτρανα.

Μοναχική, ανδρική φιγούρα με το αντιαισθητικό, συντηρητικό μουστάκι, λιγομίλητος, παράξενος και μυστικοπαθής, απόκοσμος, κλειστός και, παράλληλα θεοσεβούμενος να φορά συνεχώς το άθλιο, μεταλλικού χρώματος αδιάβροχο, περιφέρεται με τους εσωτερικούς του δαίμονες σκιώδης και μυστήριος σαν απόκοσμος, ψυχοπαθής ήρωας σε φιλμ noir, συνοδευόμενος από την μουσική του οσκαροβραβευμένου συνθέτη Ντέιβιντ Σιρ. Ο Κολ παίζει τζαζ με το σαξόφωνο ολομόναχος στο απέριττο διαμέρισμα του, είναι απότομος και αυστηρός με τον συνεργάτη του Σταν (ο αείμνηστος Τζον Καζάλ – ο Φρέντο Κορλεόνε στον «Νονό»), αλλά και με την μοναχική Έιμι (Τέρι Καρ), που στο τέλος όλοι τον εγκαταλείπουν.

Ο Κόπολα παίζει με τον ήχο, τις ηχογραφημένες φωνές, να λειτουργούν σαν φαντάσματα, τις ιστορίες των ανθρώπων, την διάρρηξη της ανθρώπινης ελευθερίας, την ηθική και τέλος με την τρέλα, απιθώνοντας το βαρύ φορτίο αγόγγυστα στην δυναμική του «ατσάλινου», εκρηκτικού ηθοποιού Τζιν Χάκμαν. Εκτός από τον Τζον Καζάλ που πρωταγωνιστεί στον «Νονό», πέρασμα στην ταινία κάνει μια ακόμα μορφή της φαμίλιας Κορλεόνε, ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, ενώ ο 32χρονος Χάρισον Φορντ εμφανίζεται σε μικρό ρόλο, πριν ακόμα φορέσει την στολή του Χαν Σόλο στο «Star Wars».

Για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, πως ο Τζιν Χάκμαν έμαθε να παίζει σαξόφωνο ειδικά για τις ανάγκες της ταινίας, το δε σενάριο το είχε γράψει ο Κόπολα από το 1966, αλλά αδυνατούσε να βρει χρηματοδότηση. Όταν ο «Νονός» το 1972 έσπασε τα ταμεία κατάφερε να γυρίσει την ταινία.

«Συνομιλία» με το άριστο παρελθόν του αμερικανικού σινεμά, που κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο για χρόνια, αφού στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής είναι ο Φράνσις Κόπολα και ο Τζιν Χάκμαν.


Photo gallery: «Η Συνομιλία»


«Οδός Μαλχόλαντ»

(Mulholland Drive)

Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ

Παραγωγή: Η.Π.Α (2001) – Έγχρωμο, σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιντς

Με τους: Ναόμι Γουότς, Τζάστιν Θερού, Λόρα Χάρινγκ, Νταν Χεντάγια, Ρόμπερτ Φόστερ

Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας φεστιβάλ Κανών 2001 (μοιράστηκε με τον Τζοέλ Κοέν «Ο Άνθρωπος που Δεν Ήταν Εκεί») - Βραβείο Bafta 2002 «Μοντάζ» – Βραβείο César 2002 «Καλύτερης Ξένης Ταινίας»

Διάρκεια: 146'

Διανομή: Summer Classics

Αθώα και αμόλυντη από τις ψεύτικες υποσχέσεις της αδηφάγου κινηματογραφικής βιομηχανίας, μια νεαρή, Καναδή ηθοποιός έρχεται να βρει την τύχη της στο πολυσύχναστο, ηλιόλουστο Χόλιγουντ. Ανυπόμονη να ανοίξει τα φτερά της, η Μπέτι (Ναόμι Γουότς – υπέροχη) μετακομίζει στο ακριβό διαμέρισμα της θείας Ρουθ, η οποία θεία εργάζεται και αυτή στον χώρο του σινεμά.

Η Μπέτι θα συναντήσει την όμορφη Ρίτα (Λόρα Χάρινγκ – πολύ καλή) που έχει γλιτώσει από ένα τροχαίο ατύχημα, που, πιθανώς, συνέβη κατά μήκος της κοντινής οδού Μαλχόλαντ, χάνοντας όμως εντελώς τη μνήμη της, εκτός από κάποιες εκλάμψεις ονομάτων και λέξεων. Στην προσπάθειά της να βοηθήσει η Μπέτι την Ρίτα πέφτουν σε ένα πτώμα για να βυθιστούν στον παράδοξο κόσμο, όπου πραγματικότητα και όνειρα μπερδεύονται αξεδιάλυτα.


Είκοσι, σχεδόν, χρόνια χύθηκε και συνεχίζει να ρέει άφθονο το μελάνι στις επεξηγηματικές αναλύσεις της ταινίας του Ντέιβιντ Λιντς «Mulholland Drive» και πάντα τα στυλό και οι ιδέες κάποια στιγμή στερεύουν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την φλέβα πολύτιμου ορυκτού, που σταματάει να δίνει. Η ταινία του Λιντς, που έλαμψε δια της παρουσία της στην αυγή του 21ου αιώνα, έπειτα από δυο δεκαετίες διαδρομής ανακηρύχτηκε, de facto, ως η καλύτερη ταινία του 21ου αιώνα. Είναι το μέγα κρεσέντο του σκηνοθέτη, έπειτα από την «Ατίθαση καρδιά» και την «Χαμένη Λεωφόρο». Το γιατί και το πως θα το διαπιστώσετε μόνοι σας όταν καθίσετε αναπαυτικά απέναντι της και ως αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες στην διαλογική συζήτηση ανάμεσα στον σκηνοθέτη μάστορα Λιντς και τα ανθρώπινα υποκριτικά εργαλεία του, να ανταλλάσσει προτάσεις και σκέψεις με την καταπληκτική μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι.

Θεωρείται, πως είναι εύκολος ένας τέτοιου είδους διάλογος; Θα απαντήσω ναι και όχι, με το βάρος της άποψης μου να γεμίζει περισσότερο το δισκάκι του όχι. Ναι, γιατί στο ορατό του καύκαλο ο σκηνοθέτης ζωγραφίζει την βιομηχανία του θεάματος που παράγει ζάχαρη και ταυτόχρονα φαρμάκι, κάτι που εύκολα εκδηλώνεται σε ένα σενάριο και όχι, δεν είναι εύκολος διάλογος, διότι ο Λιντς τραβάει το μυθικό πέπλο της Ίσιδος για να αποκαλυφθεί το αθέατο πέρασμα του εφιάλτη στο λάβδωμα των μύχιων επιθυμιών μιας γυναίκας, φαινομενικά δυο γυναικών, πνιγμένης στην ονειρική διάσταση ενός αθέατου μοχθηρού βασιλείου, που τελικά είναι υλιστικό και απτό. Η ηθική και το πάθος είναι ανταγωνιστικά μεγέθη, οπότε και συγκρουσιακές δυνάμεις στο «Mulholland Drive» και ο Ντέιβιντ Λιντς τα αναποδογυρίζει απότομα, σχεδόν συμφιλιώνει το ξάφνιασμα της ενέργειας, ώστε να συνυπάρχουν με μια σουρεαλιστική αφήγηση, αδιάσπαστα κατευθυνόμενα στο ερωτικό, ανθρώπινο όριο της επιθυμίας για να μετασχηματίσει κατά το δοκούν το φυσιολογικό σε παράδοξο και αντιστρόφως.

Ουδέποτε ο σκηνοθέτης έδωσε σαφείς εξηγήσεις για το έργο του, μηδέ ο θεατής χρειάζεται λυσάρι για να αθροίσει σωστά τα δρώμενα ανάμεσα σε δυο γυναίκες, εκφάνσεις της αθωότητας και της απάτης. Είναι ταινία που διατάσει ευγενικά την οπτική ελευθερία στα γεγονότα, ώστε το φως να ανταμώσει άδολα το ανθρώπινο έρεβος για μια δίκαιη μοιρασιά συναισθημάτων. Απολαύστε την!


Photo gallery: «Οδός Μαλχόλαντ»

«Άφθονη τεστοστερόνη σώζει τον πλανήτη, αναζητά πο...
«Φλέγοντα οικογενειακά ζητήματα με τον πατέρα και ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/