InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Τρι, Δεκ
Tο διάβασαν 296 άτομα (296 Views)

«Μιούζικαλ, μνήμες και άνυδρη γη», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

ANNETTE8889-ITP02EXON02


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 69

Σάματις «έχει ο Θεός» ή «υγεία να έχουμε!», όπως έλεγαν οι παλαιοί; Τι κουβέντες είναι αυτές, να μοιάζουν άχαρες και ντεμοντέ σε κείμενο σύγχρονο, που θέλει να τρέξει σαν γαζί ραπτομηχανής σε μπαλωματοραψίματα της διάλυσης; Πας καλά; Αστείες οι λέξεις: «Θεός», «Υγεία» και ακόμα οι πιο έκπτωτες: «Ελευθερία», «Ζωή», «Έρωτας». Δεν βαριέσαι, μωρέ και αδιάθετε, να επιμένεις, αφού βλέπεις, ακούς, διαισθάνεσαι τον σαματά στο ανοικοκύρευτο σπίτι. Φωνές, απειλές, κρότοι, κατάρες, θάνατος κυριαρχεί και τα τέκνα ανυπεράσπιστοι μάρτυρες του κακού χαμού. Το ζευγάρι βγάζει τα μάτια του, τρώει τις σάρκες του, αίμα μοσχοβολά ο αέρας. Φύγε μακριά να σώσεις την εικόνα, την μνήμη και ο χάλκινος ήχος να παραμείνει αλώβητος, τον έχεις ανάγκη για την επιστροφή σου με την Κόρη. Έχουν ακόμα δρόμο μπροστά τους αυτοί και αφού σκοτωθούν οι άμυαλοι, οι αγνώμονες μεταξύ τους και όταν με το καλό ανθίσει η πρώτη αμυγδαλιά του χειμώνα, τότε, επέστρεψε να θάψεις τα χαμένα κορμιά, χαρίζοντας μια περίοπτη κηδεία με την φιλαρμονική του δήμου να παιανίζει θούριους. Φύγε, μακριά!

Κι έφυγα! Πήρα τους ψηφιακούς μαχαλάδες και τις ρούγες, ανεβοκατέβηκα τις γειτονιές, χαιρετήθηκα με φίλους και γνωστούς, πέρασα ανάμεσα από τις επιθυμίες τους, τα απλωμένα συναισθήματα, μουλιασμένα, αιώνες τώρα, στις οστέινες λεκάνες του Δον των υδάτων κι έφτασα στα τελευταία σπίτια της συνοικίας, που ακόμα έχουν στις αυλές τους νεραντζιές και μικρούς μπαξέδες, γκαζοντενεκέδες με γιασεμιά και νυχτολούλουδα, ορτανσίες και γεράνια, να ποτίζουν ρίζες παλιές και γερές, ικανές και τρίσχαρες στην άμυνα της ανθρώπινης ανοησίας. Η καθολική ερήμωση επιθυμεί γέλιο, βάλσαμο στην ανθρώπινη φλόγα της δερμάτινης περιοδείας μας, ίαμα στο βασανισμένο πνεύμα. Μόνο γέλιο τώρα και στην φιλόξενη αυλή της φίλης Βίλλυς, κάτω από την γέρικη μουσμουλιά με τις χρυσόμυγες να βουίζουν ρυθμικά πάνω από τις κάρες μας. Το ξύλινο τραπέζι είναι στρωμένο από πολύχρωμο μουσαμά και έτοιμο, σερβιρισμένο το γλυκό του κουταλιού σταφύλι, ο ζεστός ελληνικός καφές σε χοντρό φλιτζάνι και ένα γυάλινο ποτήρι γεμάτο ως επάνω δροσερό νερό. Το θέρος διανύει τα τελευταία μέτρα της εποχής του.

Κάθε ελληνικό καλοκαίρι, ως γνωστόν, μοιάζει με επιθεωρησιακό νούμερο θεατρικής παράστασης να χαϊδεύεται, πάντα, στις ευτράπελες αμμουδιές της μοναδικής στον κόσμο ευήλιας πατρίδας μας, ακριβώς στα σύνορα με το κράτος της άγονης στέπας του λαϊκισμού. Είναι η εποχή, βλέπεις, που αναγκάζει αβίαστα να αποκαλυφθεί από μέσα μας το γυμνασμένο, βαβυλωνιακό τζίνι της χοντροκοπιάς. Η Βίλλυ, που μόλις γύρισε από το ταξίδι τής προσωπικής της ραστώνης, αμέσως και ως κεραυνοβόλα, ελληνική Θηλυκή Αρχή, με το απαράμιλλο, αριστοφανικό χιούμορ και την κοφτερή πένα που την διακρίνει, φωτογράφισε τις εικόνες ενός ακόμα ελληνικού καλοκαιριού, κράτησε σημειώσεις και απεφάνθη εύστοχα. Άνδρες! Έλληνες άνδρες εν δράσει στις ελληνικές παραλίες, οργανωμένες και μη, εν έτει 2021, σαν το αθάνατο κρασί που όσο παλιώνει λυτρώνεται ως νέκταρ ή κινδυνεύει να καταλήξει ξύδι. Και όπως άδει ο εκπληκτικός, Ιταλός τροβαδούρος Τζίμι Φοντάνα στην τραγουδά του «Il Mondo» (Ο Κόσμος), διαβάστε το κείμενο της αγαπητής φίλης, Βίλλυς Καλλιγά, που το δάνεισε σε εμένα, για να σκάσει το χειλάκι μας και να γίνει τόξο τεντωμένο. Κείμενο απίθανο, εξαιρετικά αφιερωμένο στους άνδρες των ακτών με τον τίτλο: «Μικρό αφιέρωμα σε φυλές της παραλίας».

Αξίζει να το μοιραστώ μαζί σας, σε αυτή την κυριολεκτικώς καμένη περίοδο, ευχαριστώντας τα μέγιστα την Βίλλυ για την φιλοξενία, τον καφέ, το γλυκό κουταλιού, το δροσερό νερό στην αυλή της και, φυσικά, το πόνημα της. Απολαύστε την και καλό μήνα εύχομαι!


Ο «Θα στρώσω την πετσέτα μου πάνω σου»

Ο κλασικός παπάρας που στα δυο χιλιόμετρα άδειας παραλίας θα στρώσει την πετσέτα του στους πέντε πόντους απόσταση από τη δική σου, ώστε να μπορεί να σου ψιθυρίζει στο αυτάκι στίχους του Καββαδία.

Ο «Άκου τις μουσικάρες μου»

Ο επίσης κλασικός παπάρας, που ήθελε να γίνει ντιτζέι αλλά τον άφησαν στην απόξω τα κυκλώματα και από τότε κάνει πρόγραμμα με το κινητό στις αμμουδιές.

Ο «Έχω το παιδί για διακοπές αλλά θα βρω και γκόμενα».

Κλασικός τύπος, που σε, επίσης, άδεια παραλία θα πάρει το παιδί και θα έρθει ακριβώς μπροστά σου να κάνει τον Βαλντεράμα με τόπι από το περίπτερο, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο αν είδες τη σουτάρα που μόλις έριξε και άφησε το παιδί ανάπηρο γιατί το βρήκε κατακέφαλα.

Ο «Ίσκιος»

Τύπος που έρχεται και κάθεται όρθιος πάνω από το κεφάλι σου με τις ώρες ατενίζοντας το πέλαγος σαν καπετάνιος στη σύνταξη.

Ο «Τακατούκας»

Από τις πιο παλιές και γυαλιστερές φυλές. Τον αναγνωρίζεις από την φτέρνα που του χει γίνει σαν παρατημένο λάστιχο σε βουλκανιζατέρ. Αφού βάλει δυο λίτρα Κόπερτον θα πάρει τον κολλητό Τακατούκα και με τις ρακετούλες τους θα έρθουν ακριβώς μπροστά σου για να σου δείξουν πως γίνεται το μαρτύριο της σταγόνας με μπαλάκι. Αν κάνεις το λάθος και τους πετάξεις πίσω το μπαλάκι που σου ήρθε στο σβέρκο, την επόμενη μέρα θα σου χτυπήσουν το κουδούνι να παίξουν ρακέτες στη βεράντα σου.

Ο «Χλέπας»

Δεν χρειάζεται περιγραφή. Με το που θα μπει στη θάλασσα θα αρχίσει να γουρουνίζει και να βγάζει την ψυχή του, μαρκάροντας την περιοχή του. Αν ήταν σε πισίνα θα τον είχαν διώξει με τις κλωτσιές.

Ο «Θα φορέσω βρακί να μην πονέσει η κοιλίτσα μου»

Μετά τη βουτιά τυλίγεται την πετσέτα και ξεβρακώνεται. Δεν θα υπήρχε θέμα για τους γύρω του, αν θυμόταν να κλείσει την πετσέτα μπροστά από το λιλάκι του όπως του έκανε η μαμά του.

Ο «Εραστής»

Παλιά και αγαπημένη φυλή απομεινάρι των '80s. Με ύφος θαμώνα παρακμιακού ουζερί μετά τα δέκα καραφάκια, περιφέρεται πάνω κάτω στην παραλία κατεβάζοντας τα γυαλιά ηλίου στη μύτη με το δάχτυλο κάθε που μπανίζει στόχο.

Ο «Κουράδας»

Πιάνει ξαπλώστρα, αφήνει τη γυναίκα να βγάλει τα μάτια της με τα παιδιά, παραγγέλνει φραπέ, ανάβει τσιγάρο και παραμένει στην ίδια θέση μέχρι το Σεπτέμβη που τον σηκώνουν τα παιδιά του μαγαζιού με το ζόρι γιατί πρέπει να μαζέψουν τις ξαπλώστρες και να τις βάλουν στην αποθήκη.

Ο «Πορτραίτα του Φαγιούμ»

Έχει τατουάζ παντού, μέχρι και κάτω από τις μασχάλες, που όταν σηκώνει τα χέρια ξεδιπλώνονται σαν τα καινούργια κινητά της Samsung. Τα συνοδεύει απαραίτητα με μούσι, που το πλέκει πριν πέσει στη θάλασσα για να μην μπλέκει με τις τρίχες στα πόδια και τον βγάλουν μαλλιοκούβαρα.

Ο «Μόνο Πρωτεΐνη»

Γενικά δεν είναι ενοχλητικός, περνάει τη μέρα του περνώντας λάδι το σασί του και κουνώντας τα βυζιά του πάνω κάτω εναλλάξ, εκτός αν έρθουν οι κολλητοί του, οπότε παίζουν το αγαπημένο τους παιχνίδι: αρχίζουν να σφίγγονται όλοι μαζί και όποιος κλάσει πρώτος χάνει.

Ο «Χέλμουτ Νιούτον»

Βρίσκεται συνήθως πίσω από τη συμβία του που του υπαγορεύει τρόπους φωτογράφισης όσο αυτή ξαπλώνεται σε βράχια, τρέχει σε προβλήτες, απλώνεται στα πέλαγα, τυλίγεται σε κάβους. Είναι αυτός που πρέπει να ευχαριστούν όσοι έχουν ίνσταγκραμ για τους κώλους που βλέπουν.

Ο «Παπαράτσο»

Η διαφορά του με τον Χέλμουτ Νιούτον είναι, ότι φωτογραφίζει όλες τις άλλες πλην της συμβίας του. Στέλνει τις φωτό στα κολλητάρια και μετά αρχίζει να χαχανίζει σαν βλαμμένος πάνω από το κινητό μέχρι να του πει η συμβία του να σταματήσει να γελάει σαν μαλάκας, να μαζέψει την ομπρέλα και τα καρεκλάκια και όταν τελειώσει να πάει να την βρει στην ταβέρνα.




«Annette»

Είδος: Ερωτικό μιούζικαλ

Παραγωγή: Γαλλία (2021)

Σκηνοθεσία: Λεός Καράξ

Με τους: Άνταμ Ντράιβερ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Σάιμον Χέλμπεργκ

Διακρίσεις: 2 Βραβεία Φεστιβάλ Κανών: Σκηνοθεσίας (Λεός Καράξ) και Μουσικής (Ρον και Ράσελ Mέιλ: «Sparks»)

Διάρκεια: 139'

Διανομή: Weird Wave


Ο αντισυμβατικός και αυτοκαταστροφικός stand-up κωμικός Χένρι ΜακΧένρι (Άνταμ Ντράιβερ – καταπληκτικός!), αποκαλούμενος και ως «ο πίθηκος του Θεού» και η διεθνούς φήμης σοπράνο Αν (Μαριόν Κοτιγιάρ – αφοπλιστική!), βιώνουν έναν παθιασμένο έρωτα, απολαμβάνουν την λατρεία του κοινού τους και η ζωή τους είναι στο επίκεντρο των Μ.Μ.Ε.

Το καλλιτεχνικό, ερωτευμένο ζευγάρι καταλήγει σε γάμο και αποκτούν ένα μυστηριώδες κοριτσάκι την Ανέτ, μ' ένα ξεχωριστό πεπρωμένο. Η σχέση τους αρχίζει να καταρρέει, όταν η καριέρα του Χένρι παίρνει την κάτω βόλτα.



Μόλις έξι οι ταινίες και ένας τίτλος βαρύς που ο Λεός Καράξ τον σηκώνει στις πλάτες του από την δεκαετία του '80, ως το τότε, «παιδί φαινόμενο» του γαλλικού σινεμά, όταν σε ηλικία 24 χρόνων συστήνεται στο κινηματογραφόφιλο κοινό με την ερωτική ταινία «Boy Meets Girl» και δυο χρόνια μετά έρχεται «Η Δική μας Νύχτα» (Mauvais Sang), αποκαλύπτοντας την Ζιλιέτ Μπινός και τον Ντενίς Λαβάν, για να σφραγίσει καταλυτικά και με το ίδιο κινηματογραφικό ζευγάρι την φήμη του το 1991 στον βασανιστικό έρωτα των «Εραστών της Γέφυρας» (Les Amants du Pont-Neuf), έχοντας πάντα δίπλα του ως διευθυντή φωτογραφίας, τον καλλιτέχνη Ζαν Ιβ Εσκοφιέ, που αποχώρησε από την ζωή το 2003.

Ο Λεός Καράξ - ψευδώνυμο του πραγματικού του ονόματος, Αλέξ Κριστόφ Ντιπόν, ένας αναγραμματισμός των ονομάτων (Αλέξ και Όσκαρ) -, δεν κατάπιε αμάσητη την δόξα, ούτε βαλσάμωσε την φήμη τού ευφάνταστου, αναρχικού δημιουργού, εξαργυρώνοντας τα, φτυαρίζοντας αφείδωλα και με την οκά ταινίες, όπως αναλόγως πράττουν έως σήμερα οι διάφοροι Ευρωπαίοι ομόσταυλοι του. Ο Καράξ, ως γνήσιος τιμητής του γαλλικού σινεμά της νουβέλ βαγκ, του Γκοντάρ, εμφανίζεται μόνο όταν, πραγματικά, τον βασανίζει κάτι μέσα του, διαθέτοντας στα έργα του μεράκι, ψυχή, υπομονή, όραμα και οι προσωπικοί του δαίμονες επιμένουν να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στον διάκοσμο της «καταραμένης» αγάπης. Από την «Pola X» του 1999, που ξίνισε τις μούρες αρκετών, ταινία που την βρήκα αξιοπρεπέστατη, καθότι και η μεγαλομανία έχει τις δικές της άβατες ερήμους, ο Καράξ, δώδεκα χρόνια μετά, ρίχνει την βαρυτική βόμβα με το «Holy Motors», πάλι με τον Ντενί Λαβάν στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ενδύεται ξανά εκείνο το σκονισμένο ρούχο του αυτοκράτορα, υποδεικνύοντας, ότι το σινεμά του είναι ακόμα ζωντανό κύτταρο που πάλλεται με ταλέντο, αισιοδοξία και διαχρονικότητα.

Και φτάνουμε εννέα χρόνια μετά από το εξαιρετικό «Holy Motors» στο κινηματογραφικό, παραμυθένιο ποπ ροκ μιούζικαλ, στην μαγείας της ηλεκτρισμένης εικόνας, της μουσικής, των ερμηνειών, του μοντάζ, που ακούει στο όνομα: «Annette» κι αμέσως σιμώνει στο θρυλικό μιούζικαλ του Κεν Ράσελ «Tommy» σε μουσική των Who. Δίχως άλλο η ταινία του Λεός Καράξ είναι καλαίσθητη και οι δυόμιση, περίπου, ώρες αφήγησης δεν κουράζουν. Να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι φαν των μιούζικαλ, μηδέ των ερωτικών μελοδραμάτων προς κατανάλωση και ελάχιστα είναι τα μιούζικαλ, μετρημένα μάλιστα στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, που έχω διαχωρίσει από την πλούσια φαρέτρα κινηματογραφικού είδους. Ο καμβάς που διαδραματίζεται το στόρι της «Annette» είναι απλός και έντεχνα σημαδεμένος από την προτίμηση του σκηνοθέτη, όπως αναφέραμε, στην δραματοποίηση των στοιχειωμένων ερώτων και των ακατέργαστων ανθρώπινων παθών. Το σημαντικό είναι, πως στο βατό και καθ΄ όλα γνώριμο τοπίο των ακραίων συναισθημάτων, όπως άλλωστε είναι μια ιστορία έρωτος, φαντασίας και θανάτου, ο Καράξ ορθώνει την δική του, γνώριμη σκοτεινή τέντα και με το άναρχο, ιδιόμορφο, προσωπικό του κινηματογραφικό στιλ στήνει την ώριμη παράσταση με σαφή, ρεαλιστικά και ονειρικά μεταφυσικά στοιχεία για να κρεμάσει στο συρματόπλεγμα του σύγχρονου ανθρώπινου στρατοπέδου συγκέντρωσης τα δικά του μηνύματα, αυτά που τον ενοχλούν και, διάολε, τον «ροκανίζουν» σαν σαράκι.

Ο «βρώμικος» κωμικός Χένρι, η διάσημη φιγούρα της stand up comedy, μορφή ίδια με αυτή του ασεβούς και βρωμώστομου Λένι Μπρους, κάθε βράδυ με την βιτριολική σάτιρα σκοτώνει το κοινό του, ενώ η σοπράνο Λένι πεθαίνει λυρικά, τραγικά στην οπερατική σκηνή σε κάθε παράσταση για να σώσει το κοινό της. Ο θάνατος και η λύτρωση σαν ύστατη, μεγάλη υπόκλιση στο έργο της ζωής και ο Λεός Καράξ οπλίζει τα αντι-σύμβολα ως επίθεση στην νεοταξίτικη κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης, όπως η ανάποδη πυραμίδα που στην κορυφή της στέκει το φαινόμενο, κοριτσάκι-μαριονέτα για να ικανοποιήσει το αδηφάγο σύστημα ή το σήμα της πασίγνωστης εταιρείας λογισμικού, να κοσμεί σαν σκιά τον τοίχο στον ναό της δικαιοσύνης. Στον πλατύ κόλπο που ρέουν τα νερά της «Annette», αναφέρονται επιδερμικά, καθότι δεν είναι τα ντεσού της ιστορίας αλλά το γαρνίρισμα, η βία των γυναικών στον καλλιτεχνικό χώρο, τα σύγχρονα μίντια της κλειδαρότρυπας και τέλος μια θυγατέρα ως ερωτικός καρπός δύο ανθρώπων, που απλά έχει την χρησιμότητα της κούκλας.

Το πολυεργαλείο με το όνομα Άνταμ Ντράιβερ, όπου το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι ριγμένο επάνω του, αδιαμφισβήτητα διεκπεραιώνει κάθε απαιτητικό στοιχείο του μιούζικαλ σεναρίου, καθώς παίζει, τραγουδάει, τραντάζεται σύγκορμος όπου πρέπει, βυθίζεται και συνάμα αναδύεται στην καλοσύνη και την απρέπεια των ανθρώπινων συναισθημάτων, συντηρώντας άψογα την ροή της νηνεμίας, αλλά και της καταιγίδας. Η Μαριόν Κοτιγιάρ τώρα, διαθέτει αυτό τον ήρεμο και αριστοκρατικό, σαρωτικό άνεμο, τον στολισμένο με αποκρυφισμό και έρωτα, ικανό να κάμψει ψυχρό ατσάλι και μάλλον, καμιά άλλη ηθοποιός, ούτε η Ρούνι Μάρα ή η Μισέλ Γουίλιαμς, όπως αρχικά είχε ξεκινήσει η ταινία, δεν θα μπορούσαν να σταθούν τόσο αέρινα στην δίνη ενός τραγικού έρωτα, που προτείνει ο Καράξ. Η Μαριόν Κοτιγιάρ απλά είναι χάρμα οφθαλμών.

Δυο σπουδαίες γυναίκες από την σταθερή ομάδα του Λεός Καράξ, όπως στην φωτογραφία η Καρολίν Σαμπετιέ («Holy Motors»), τονώνει τα δύσκολα, μεταφυσικά, λυρικά, ερωτικά και τα electro pop art περάσματα σε συνδυασμό με το άλλοτε κοφτερό και άλλοτε γλυκό μοντάζ της Νελί Κετιέ («Holy Motors», «Οι Εραστές της Γέφυρας»), σηκώνοντας όλο και ψηλότερα το παραμυθένιο οικοδόμημα της ταινίας, απιθώνοντας το θριαμβευτικά στο οροπέδιο της κινηματογραφικής απόλαυσης.

Για το τέλος αφήνω την μουσική των θρυλικών Αμερικανών «Sparks», των αδελφών Ρον και Ράσελ Μαέλ, που από την αυγή της δεκαετίας του '70 μετασχημάτισαν την ποπ-ροκ μουσική σκηνή με μεγάλες επιτυχίες, δημιουργώντας μια ξεχωριστή σχολή για να φοιτήσουν ευλαβικά σε αυτήν ουκ ολίγα μουσικά ντουέτα. Οι Sparks συνέγραψαν με τον σκηνοθέτη το σενάριο, συνέθεσαν την μουσική, γράφοντας τραγούδια, όπως: το «So may we start», που ξεκινάει η ταινία, το ερωτικό «We love each other so much», ακόμα και την άρια «The forest», που ερμηνεύει η Ιταλίδα μέτζο σοπράνο Κάτριν Τρότμαν μαζί με την Μαριόν Κοτιγιάρ, σηκώνοντας αυλαία σε ένα πρωτοποριακό μιούζικαλ, τρυφερό, σέξι και παθιασμένο love story, θανατερό και μαύρο μέχρι το κόκκαλο, που δεν είναι φορεμένο, ούτε φθαρμένο ρούχο, αλλά μια ακριβή, απαστράπτουσα παραγωγή, υπέροχο σινεμά ως την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Λεός Καράξ.


Photo gallery: «Annette»


«Η Ξηρασία»

(The Dry)

Είδος: Θρίλερ

Παραγωγή: Αυστραλία (2020)

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Κόνολι

Με τους: Έρικ Μπάνα, Ζενεβιέβ Ο' Ράιλι, Κέιρ Ο' Ντόνελ

Διάρκεια: 117'

Διανομή: Spentzos Film

Η Αυστραλία βιώνει τη χειρότερη ξηρασία εδώ κι έναν αιώνα και στη μικρή αγροτική πόλη της Κιβάρα έχει να βρέξει δύο ολόκληρα χρόνια. Ο αστυνομικός Άρον Φαλκ (Έρικ Μπάνα – καλός), επιστρέφει στη γενέτειρά του για την κηδεία του καλύτερου φίλου των παιδικών του χρόνων και, παρά τη θέλησή του, αναγκάζεται να συμμετάσχει στην έρευνα για τα αίτια θανάτου του.

Καθώς τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, ο Φαλκ υποχρεώνεται να έρθει αντιμέτωπος με μυστικά από το δικό του παρελθόν.



Σενάριο διασκευασμένο για την μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη της ταινίας Ρόμπερτ Κόνελι (Χάρτινα Αεροπλάνα) και τον Χάρι Κριπς, βασισμένο στο ομότιτλο συγγραφικό ντεμπούτο και μπεστ σέλερ μυθιστόρημα του 2016 της Αγγλίδας Τζέιν Χάρπερ (εκδόσεις Μεταίχμιο), η οποία από το 1988 ζει μονίμως στην Αυστραλία.

Ο, επίσης, Αυστραλός ηθοποιός Έρικ Μπάνα, που κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και διακρίνεται για τις προσεκτικές επιλογές του, έτσι και δω συμμετέχει σε ένα καλά μετρημένο και αξιοπρεπές θρίλερ μυστηρίου με έναν τριπλό φονικό να φέρνει στην επιφάνεια στοιχειωμένα μυστικά του παρελθόντος για να επιλυθούν. Ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Κόνελι έχοντας την «μονοκόμματη» παρουσία του Έρικ Μπάνα στον φακό του, αλλά και το καλό στόρι της Τζέιν Χάρπερ κατασκευάζει ήρεμα και με τον κλασσικό τρόπο στο είδος του αστυνομικού θρίλερ το ζητούμενο της υπόθεσης, ξοδεύοντας με εποικοδομητικό μοντάζ τα 117 λεπτά προβολής, φλερτάροντας με την γουέστερν ατμόσφαιρα, δίχως να «στεγνώνει» το βλέμμα του θεατή από ακροβατισμούς και κινηματογραφική φλυαρία. Παρότι είναι στόρι ενταγμένο σε μια άνυδρη γη, η ταινία διαθέτει ενδιαφέρον ζουμί.


Photo gallery: «Η Ξηρασία»


«Ο Γιώργος του Κέδρου»

Είδος: Ντοκιμαντέρ

Παραγωγή: Ελλάς (2020)

Σκηνοθεσία : Γιάννης και Γιώργος Κολόζης

Σενάριο, Φωτογραφία, Μοντάζ, Μουσική: Γιάννης Κολόζης

Διακρίσεις: Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: Balkan New Film Festival, Σουηδία (2020) - Εύφημος Μνεία: AegeanDocs (2020) - Εύφημος Μνεία: London Greek Film Festival (2021) - Εύφημος Μνεία: Deep Focus Film Festival (2021)

Διάρκεια: 82'

Προβολή του ντοκιμαντέρ: στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος την Πέμπτη 2 & την Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021


To προσωπικό ταξίδι στον χρόνο μέσα από τις ματιές δύο γενεών κινηματογραφιστών, στο νησί της Δονούσας από τη δεκαετία του '70 ως σήμερα. Ο Γιώργος Κολόζης πήγε για πρώτη φορά στη Δονούσα το 1972, όταν δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα ούτε τουρισμό το νησί. Μένοντας μόνος του στην παραλία του Κέδρου, απέκτησε το προσωνύμιο «Ο Γιώργος του Κέδρου».

Ο θάνατός του το 2009, οδήγησε τον γιο του Γιάννη να συνεχίσει το έργο του, δημιουργώντας μια ιστορία στην οποίο ο χρόνος αντιμετωπίζεται ως μια αναθεώρηση της παρούσας στιγμής. Μια μελέτη στην έννοια της μνήμης.



«Προσπαθούμε να ξυπνήσουμε την αληθινή μνήμη, να βρούμε την ουσία της ζωής, να χτυπήσουμε το πλαστικό, να ζήσουμε το αυθεντικό», έλεγε ο βραβευμένος ντοκιμαντερίστας Γιώργος Κολόζης, που αποχώρησε αιφνίδια από τον κόσμο των ανθρώπων στις 15 Σεπτεμβρίου 2009 σε ηλικία 56 χρόνων. Μνήμες, λοιπόν, το απόλυτο άλμπουμ της οντότητας μας, ικανό να γεφυρώσει το παρελθόν με το παρών, να μετρήσει τον χρόνο και τον τόπο, να αναβιώσει τα γεγονότα, να θυμίσει στιγμές στα πρόσωπα και με την αρωγή της Τιτανίδας Μνημοσύνης ο άνθρωπος να απαλλαγεί από το σκότος της λήθης. Η μνήμη είναι ο άσβεστος φάρος της ενσάρκωσης στο ανθρώπινο κύτταρο και ο πατέρας Γιώργος Κολόζης, παραδίδει το δικό του άλμπουμ στον γιό του Γιάννη σαν μετά θάνατον επιστροφή στο νησί που αγάπησε στα νεανικά του χρόνια, στην μοναχική και φιλόξενη Αιγαιοπελαγίτικη Δονούσα του 1972.

Ντοκιμαντέρ φτιαγμένο από ακέραιο συναίσθημα αγάπης όχι μόνο για τον βραχώδη, άγριο τόπο του κυκλαδίτικου νησιού, αλλά και για τους φιλόξενους ανθρώπους του, που αντάμωσε ο Γιώργος Κολόζης, ο «Γιώργος του Κέδρου» όπως τον αποκαλούσαν, όταν πρωτόφθασε εκεί ως φοιτητής για διακοπές και τους φιλμάρισε, «φυλακίζοντας» στο κινηματογραφικό του σελιλόιντ ασπρόμαυρες στιγμές μιας άλλης Ελλάδος σχεδόν αφημένης στην τύχης της, δίχως ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο και περίεργους τουρίστες. Χρονικό διάστημα μιας εποχής, που όπως αναφέρει και ένας νησιώτης κάτοικος στο φακό: «όταν ποιο φτηνοί ήταν οι σαργοί από τις κονσέρβες».

Μια αυτόφωτη συνοικία της θάλασσας η Δονούσα, που λίγο πριν αποχωρήσει από την ζωή ο Γιώργος Κολόζης βρέθηκε ξανά κοντά της δείχνοντας τις φωτογραφίες που είχε απαθανατίσει τότε και οι ανθρώπινες μνήμες ζωντάνεψαν, οι απώλειες μαρτυρήθηκαν, η υλική φθορά παρούσα, μα η πρόοδος, ένεκα χρόνου, χάιδευε κατακτητικά τον υγρό βράχο. Τέλος, ο γιός Γιάννης Κολόζης εστιάζοντας εκεί όπου ο πατέρας του άπλωσε άδολα το ψυχάρι του ως νέος, ολοκληρώνει το ταξίδι στις μνήμες, αφήνοντας την γλυκύτητα των αναμνήσεων να φερμάρουν καλά τους κάβους του χρόνου, του τόπου και των ανθρώπων σε μια καταγραφή, κυριολεκτικώς, βγαλμένη από την καρδιά.


Photo Gallery: «Ο Γιώργος του Κέδρου»


«Μια Γυναίκα Εξομολογείται»

(A Woman Under the Influence)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1974) σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Τζον Κασαβέτις

Με τους: Τζίνα Ρόουλαντς, Πίτερ Φολκ

Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας (1975)

Διάρκεια: 155'

Διανομή: Bibliotheque

Μια καθ' όλα μέση φυσιολογική, κατά τα φαινόμενα, αμερικανική οικογένεια δοκιμάζεται όταν η γυναίκα του σπιτιού, η Μέιμπλ (Τζίνα Ρόουλαντς – καταπληκτική) καταρρέει λόγω νευρικού κλονισμού. Ο σύζυγος της, Νικ (Πίτερ Φολκ – υπέροχος), παλεύει με κάθε δύναμη να διατηρήσει την ισορροπία, αλλά όταν η συμπεριφορά της γυναίκας του φτάνει να επηρεάσει και τα παιδιά τους αναγκάζεται να την περιορίσει αυστηρά, βίαια και άδικα.


Ταινία, που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει γυριστεί σήμερα, καθώς το θέμα που πραγματεύεται ο Ελληνο-Αμερικανός σκηνοθέτης και ηθοποιός Τζον Κασαβέτις είναι διαχρονικό, άλυτο, οπότε και επίκαιρο. Ταινία που πήρε την υποψηφιότητα για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Πραγματικό ψυχόδραμα η ιστορία της Μέιμπλ και του Νικ, κατάμαυρη ακτινογραφία να διαφαίνεται η ανίατη καρκινοπάθεια στην σχέση του μεσοαστικού ζευγαριού, δυτικού τύπου με τρία τέκνα, εκεί που άνδρας του σπιτιού είναι καθολικά αφιερωμένος στην δουλειά του, έχοντας ως δεδομένη την γυναίκα του στο σπίτι, δηλώνοντας όμως πως την αγαπάει, ενώ παράλληλα την παραμελεί. Η γυναίκα σύζυγος, δούλα και ερωμένη, στην αρχετυπική μόντα της εύρυθμης οικογένειας, είναι η νοικοκυρά, η μαγείρισσα, η πλύστρα, η νταντά των τέκνων, η υπόλογος για την ισορροπημένη, ανδρική ψυχολογία και, φυσικά, το υποκείμενο της ερωτικής εκτόνωσης.

Σε αυτό το απνευστί σιρκουί των υπεύθυνων καθηκόντων και της γυναικείας μοναξιάς, που πολλές γυναίκες το διανύουν με το πόδι κολλημένο στο γκάζι και τα φρένα σμπαραλιασμένα, όπως η Μέιμπλ, η κατάληξη είναι η κατάθλιψη, το αλκοόλ, τα χάπια, ο νευρικός κλονισμός και η τρέλα. Μέσα σε όλα αναδύεται και η ενδοοικογενειακή βία από τον σύζυγο γιατί δεν μπορεί να αντέξει την ζούρλια και την παράξενη συμπεριφορά της συντρόφου του και δεν γνωρίζει πως να τα αντιμετωπίσει διαφορετικά και ανθρώπινα.

Ο Κασαβέτις είναι ψυχρός και αμείλικτος, αληθινός και εφιαλτικός, τόσο, που όταν είχα παρακολουθήσει για πρώτη φορά την ταινία πριν είκοσι, περίπου χρόνια θυμάμαι έντονα, ότι αγριεύτηκα σε σημείο να σφίγγεται το σώμα μου από την ένταση. Η Τζίνα Ρόουλαντς, όπως πάντα άλλωστε, είναι έξοχη ως μονίμως απασφαλισμένη χειροβομβίδα, που ανά πάσα στιγμή περιμένεις την μεγάλη έκρηξη. Ερμηνεία που κέρδισε μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ Πρώτου Γυναικείου Ρόλου. Ο Νικ, που υποδύεται υπέροχα ο Πίτερ Φολκ (ο γνωστός τηλεοπτικός επιθεωρητής Κολόμπο με την καμπαρντίνα), αμύνεται επιτιθέμενος και κάποιες φορές αντιλαμβάνεται τα ολέθρια λάθη του αλλά το ανδρικό «εγώ» είναι ανίκητο και πιο ισχυρό. Ο σκηνοθέτης βαδίζει σταθερά εντός ρεαλιστικού πλαισίου πραγματικότητας στο κοινωνικό φαινόμενο της ερήμωσης των συζυγικών σχέσεων, όπου το γόνιμο συναίσθημα και η κατανόηση είναι θανάσιμα στραγγαλισμένα από τον ρόγχο της συνήθειας, του δεδομένου και της γνωστής κατήχησης περί θέσεων του ανδρός και της γυναικός στον οικογενειακό βίο. Η σεναριακή πένα και η σκηνοθετική προσέγγιση του Τζον Κασαβέτις στο ζήτημα είναι σατανικό οξύ που διαβρώνει σκληρό μέταλλο, όπως σπαραξικάρδια και ένοχα αναζητά η Μέιμπλ από τον άνδρα της: «πες μου, πως θέλεις να είμαι για σένα;»

Στην ταινία τον ρόλο της μητέρας της Μέιμπλ υποδύεται η πραγματική μητέρα της ηθοποιού, η Λέιντι Ρόουλαντς και τον ρόλο της μητέρας του Νικ ερμηνεύει η μητέρα του σκηνοθέτη, Κάθριν Κασαβέτις.


Photo gallery: «Μια Γυναίκα Εξομολογείται»

«Εκκεντρικοί τύποι, σάνβουαρ δικοί μας άνθρωποι», ...
«Αναμνήσεις του νερού και θρύλοι με αίμα», κριτική...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/