InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Τρι, Δεκ
Tο διάβασαν 248 άτομα (248 Views)

«Με ευχές, ψυχές και ξόρκια ανοίγουν τα θερινά», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

rev-1-TWC-07134rv3_High_Res_JPEG


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 54

Είναι ύψιστο κατόρθωμα. Είναι ένας πραγματικός άθλος. Αιώνες τώρα προσπαθούν να παγιδέψουν και να εξουσιάσουν ολοκληρωτικά τον έμψυχο άνθρωπο με μύρια τεχνάσματα και δόλιους τρόπους, μα πάντα, κάπου ξεγλιστρούσε τούτο το πολυμήχανο, Θείον Ον. Και ξανά στρατηγικές, ξανά σκοτεινά ταξίματα, υποσχέσεις και βία, πολύ βία, πάνω στις πράξεις του χρόνου. Πάλι, όμως, μικρή χαραμάδα ελευθερίας άνοιγε σαν ράγισμα σε γυαλί, χαρίζοντας τον δρόμο της απόδρασης. Χιλιάδες χρόνια υπομονής και επιμονής να βάλουν στο χέρι τον έμψυχο Άνθρωπο και, βέβαια, να εξουσιάσουν τον τόπο που τον φιλοξενεί.

Χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα, δοκίμασαν κάθε ακραίο τρόπο, επιδόθηκαν σε ταχυδακτυλουργίες, χρησιμοποίησαν την ευωχία, την φτώχεια, την διαφθορά, το μίσος, την αλλοτρίωση, τον θυμό και την αγοραπωλησία της συνείδησης. Το τελευταίο αποδείχθηκε, πως είναι το πιο εύκολο με επικερδή αποτελέσματα. Επιστράτευσαν την φαντασία τους και έστησαν πανέμορφες ψευδαισθήσεις, κούρδισαν άψογα την πλάνη, ρύθμισαν κατάλληλα την ένταση του φόβου και, τελικά, εξαπέλυσαν τον απόλυτο τρόμο για να καθαρίσει το τοπίο μια και καλή. Σαν να λένε, απηυδισμένα και ανήσυχα μεταξύ τους, εντός του ερεβώδους, απεγνωσμένου ψιθύρου τους: «σας βαρεθήκαμε πρόβατα, τούτο είναι το τέλος σας!»

Ο έμψυχος άνθρωπος, δυστυχώς, έστρεψε φοβικά και έντρομα την κεφαλή του στην πλευρά του σκότους και υπάκουα, άνοα διαβαίνει το μονοπάτι του αβέβαιου στους χαμένους δρόμους της ζωής δίχως έλεος. Ανελευθερία, ένδεια, απειλές, ψεύδη, καταναγκασμός, σκλαβιά, θάνατος, μικρό ή μεγάλο το ψέμα, ένα είναι το σίγουρο και αδιάψευστο: τα κατάμαυρα βέλη στις πινακίδες με τους κολασμένους προορισμούς δείχνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση. Κι όμως ο έμψυχος Άνθρωπος τα ακολουθεί πειθήνια. Νοοτροπία ραγιά, σκλάβου. Γιατί;

Γιατί; Για το χρήμα; Για το σπιτάκι; Για το αυτοκινητάκι; Για το ταξιδάκι; Για την ησυχία μας; Για την δουλίτσα; Για το βόλεμα; Γιατί; Για να είμαστε ζωντανοί; Μα δεν θα είμαστε ζωντανοί εκεί που μας ταξιδεύουν. Νεκροζώντανοι θα είμαστε. Μόνο θα αναπνέουμε, θα δουλεύουμε, θα γαμάμε, θα τρώμε και όποτε θέλουν θα πεθαίνουμε.

Γιατί; Ο φόβος της αντίδρασης; Ο δειλός άνθρωπος προκαλεί καταστροφές, ολοκαυτώματα, Ο δειλός άνθρωπος είναι ο ανύπαρκτος άνθρωπος. Γιατί; Ο τρόμος του θανάτου; Ποιού θανάτου από τους δυο; Του πνευματικού θανάτου ή του βιολογικού θανάτου; Εάν είναι του βιολογικού και τρέμεις, σκιάζεσαι το δεδομένο, τότε τα ιδανικά σου έχουν πτωχεύσει, οι αρετές σου ξέπεσαν, οι σκέψεις σου πνίγηκαν στην ημιμάθεια και η όποια πίστη σου ανταλλάσσεται για μια πεντάρα σε πάγκο λαϊκής αγοράς.

Ο πνευματικός θάνατος είναι ο όλεθρος. Η απόλυτη ήττα στο αιώνιο, αυτό που προσπαθούν να πετύχουν. Ο πνευματικός θάνατος θα είναι η κόλαση, είναι η Ύβρις. Ο άνομος θάνατος είναι ο πνευματικός, αυτός που προσδιορίζει ολοκληρωτικά το Τέλος μας. Και αυτός ο θάνατος, δυστυχώς, θα συντελεστεί με την δική μας συναίνεση. Ω Άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι!



«Οι Μάγισσες»

(The Witches)

Είδος: Περιπετειώδες παραμύθι φαντασίας

Παραγωγή: Η.Π.Α. Μεξικό (2020)

Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ζεμέκις,

Με τους: Αν Χάθαγουεϊ, Οκτάβια Σπένσερ, Τζαζίρ Μπρούνο, Στάνλεϊ Τούτσι

Διάρκεια: 106'

Διανομή: Tanweer

Στην Αμερική της δεκαετίας του '60, ένας πιτσιρικάς χάνει τους γονείς του σε αυτοκινητικό ατύχημα και πηγαίνει να ζήσει με την αγαπημένη του γιαγιά (Οκτάβια Σπένσερ - καλή) στην Αλαμπάμα, η οποία μάλιστα φτιάχνει θεραπευτικά ματζούνια και έχει γνώση για τις μάγισσες που κυκλοφορούν παντού γύρω μας και μισούν θανάσιμα τα παιδιά.

Μόλις, όμως, συναντήσουν κάποιες παραπλανητικά λαμπερές, αλλά απόλυτα διαβολικές μάγισσες, η γιαγιά αναλαμβάνει δράση και απομακρύνεται με το αγόρι σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Δυστυχώς, καταφθάνουν, ακριβώς την ίδια στιγμή, που η Αρχιμάγισσα (Αν Χάθαγουεϊ – πολύ καλή) έχει συγκεντρώσει μυστικά τις μάγισσες από όλο τον κόσμο σε συνέδριο για να πραγματοποιήσει τη διαβολική αποστολή της.


Είναι η δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του πολυδιαβασμένου ομότιτλου παραμυθιού τρόμου και φαντασίας για μικρούς αναγνώστες, του ευφάνταστου Αγγλο-Νορβηγού συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ (1916-1990), ο οποίος είναι, επίσης, ο δημιουργός της «Ματίλντα» και του «Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας». Η πρώτη ταινία του Νικόλας Ρεγκ το 1990 με πρωταγωνίστρια την Αντζέλικα Χιούστον δεν ήταν τόσο επιτυχημένη, παρότι ζούσε ακόμα ο συγγραφέας. Η δεύτερη μεταφορά του ημισκότεινου παραμυθιού, όπου στο σενάριο και στην παραγωγή βρίσκεται και ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, δια χειρός του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ζεμέκις, εκτός των μικρών αλλαγών και των διαφοροποιήσεων στον τόπο και στο χρώμα του δέρματος του μικρού πρωταγωνιστή, δηλαδή από την Αγγλία μεταφερόμαστε στην Αλαμπάμα των Η.Π.Α. και από λευκό αγοράκι ο ήρωας είναι μαυράκι, η ταινία είναι μια χαρά για ιστορία στο άσπρο πανί με αποδέκτες τα παιδικά ματάκια και τα αυτάκια.

Διαθέτει παραμυθένια ατμόσφαιρα, άψογη φωτογραφία, καλή αφήγηση, καλό σάουντρακ με σόουλ επιτυχίες των '60s, δράση, αγωνία και πρωταγωνιστές που τα δίνουν, κυριολεκτικώς, όλα με κορυφαία της σκηνής την εκπληκτική Αν Χάθαγουεϊ να γεμίζει πληθωρικά και έντονα τα κινηματογραφικά πλάνα σαν να συναγωνίζεται σε «κακία» την Έμα Στόουν, που σύντομα θα την απολαύσουμε ως «Κρουέλα». Όλα τα υπόλοιπα που προσπάθησαν να στιγματίσουν την ταινία περί διαμαρτυριών από θιγόμενες ομάδες ανθρώπων με αναπηρία στα άνω και τα κάτω άκρα τους (θα καταλάβετε το γιατί βλέποντας την ταινία), ας σταματήσει επιτέλους αυτή η έμμεση βία με όχημα το «πολιτικά ορθό».

Παραμύθι είναι διάολε και στο φινάλε, με αυτά και τα άλλα, η κινηματογραφική Τέχνη, αποφεύγοντας να δημιουργήσει πρόβλημα σε ομάδες και γεγονότα, θα καταλήξει μια ατέρμων ανοησία ανελευθερίας. Ένα εγκλωβισμένο άψυχο, άχρωμο και άοσμο θέαμα. Νισάφι πια!

Δείτε την ταινία και θα περάσετε όμορφα. Κάτι που μας λείπει και το έχουμε ανάγκη.


Photo gallery «Οι Μάγισσες»

«Πρόστιμο»

Είδος: Κοινωνικό νουάρ

Παραγωγή: Ελλάδα (2021)

Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης

Με τους: Βαγγέλης Ευαγγελινός, Στάθης Σταμουλακάτος, Μαρία Μπαλούτσου, Βασίλης Αγγελος Αναστασίου, 

Φένια Αποστόλου, Βαγγέλης Μουρίκης, Τζένη Κιτσέλη, Σίσσυ Τουμάση, Ομηρος Πουλάκης, Κώστας Στεφανάκης, Γιάννης Οικονομίδης

Διάρκεια: 101΄

Διανομή: Danaos Films


 O Bαγγέλης ( Βαγγέλης Ευαγγελινός- καλός), απομεινάρι της rave γενιάς, ζει ντιλάροντας κάνναβη και τα πάει καλά, προσφέροντας και έξτρα υπηρεσίες στους πελάτες του. Θα ήθελε, όμως, μία σταθερή δουλειά, χωρίς ρίσκα. Ο Πέτρος (Στάθης Σταμουλακάτος - καλός), είναι μπράβος των νοτίων προαστίων, σπαθί στον λόγο του και θέλει σεβασμό και οικογένεια. Η Κατερίνα (Μαρία Μπαλούτσου- καλή), που είναι η αδελφή του Βαγγέλη και η σύντροφός του Πέτρου άθελά της, θα φέρει τους δυο άνδρες στο ίδιο σπίτι.


Οι επίγονοι του Γιάννη Οικονομίδη δίνουν το παρών και ένας από αυτούς είναι ο Φωικίων Μπόγρης, που στην καινούργια του ταινία, όπως διαβάζουμε, η ιστορία της βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Στο νουάρ μοτίβο του περιθωρίου με τον σαραντάρη που θέλει την σιγουράντζα, την ασφάλεια και την δυνατότητα να απεμπλακεί από τον υπόκοσμο, ο Μπόγρης ζυμώνει την ελληνική καφρίλα, το ελληναράδικο νταηλίκι, την μαγκιά, την σκοταδίλα μιας κοινωνίας που ζει στο ατσάλινο φτερό της νύχτας και της ψευτοηθικής για να φουρνίσει μια καλοφτιαγμένη τεχνικά ταινία, που, όμως, έχουμε χάσει το μέτρημα πόσες παρόμοιες έχουμε δει ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια. Πάλι το ευκολάκι με το περιθώριο, το γαμωσταυρίδι, τον κόσμο της νύχτας, τους μπράβους, τα γκομενάκια και τα αλάνια, την μαφία, την μαυρίλα, την σαπίλα και όλα όσα ακόμα βαρέθηκε να βλέπει ο Έλληνας στον κινηματογράφο του.

Υποστηρίζω τα μάλα εκείνη την σοφή σκέψη του αξέχαστου Θανάση Βέγγου, που είχε εκφράσει για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, σε μια συνέντευξη του, πριν μερικές δεκαετίες και είναι η τρανή, πικρή αλήθεια: «Δεν υπάρχει ελληνικός κινηματογράφος. Έλληνες σκηνοθέτες υπάρχουν».


Photo gallery «Πρόστιμο»

«Soul»

Είδος: Κοινωνικό, μεταφυσικό animation

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Πιτ Ντόκτερ

Ακούγονται οι φωνές των: Τζέιμι Φοξ, Τίνα Φέι, Κουέστλαβ, Φιλίσια Ρασάντ, Νταβίντ Ντιγκς

Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται: Πάνος Τοψίδης, Ειρήνη Τσίγκα, Κώστας Φιλίππογλου,

 Άντρια Ράπτη, Γιώτα Μηλίτση, Χρήστος Πλαΐνης, Βίνα Παπαδοπούλου, Αποστόλης Ψυχράμης, Δημήτρης Σάρλος,

Διάρκεια:100'

Διακρίσεις: Όσκαρ «Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων» και Όσκαρ «Καλύτερης Μουσικής» (2021)

Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο Τζο Γκάρντνερ (η φωνή του Τζέιμι Φοξ) είναι ένας δάσκαλος μουσικής που ονειρεύεται να γίνει διάσημος τζαζ πιανίστας. Όταν του δίνεται επιτέλους η ευκαιρία να λάμψει στην τζαζ σκηνή, ένα ατύχημα τον στέλνει σε ένα μετέωρο πεδίο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Εκεί, οι νέες ψυχές αποκτούν την προσωπικότητα που θα τις συνοδεύσει στη Γη.

Ο Τζο θα κάνει τα πάντα για να επιστρέψει στη ζωή και συνεργάζεται με την απρόθυμη, πρώιμη ψυχή 22 (η φωνή της Τίνα Φέι), προσπαθώντας να την καθοδηγήσει και να την εμπνεύσει μέσα από τις δικές του εμπειρίες στη Γη.


Πραγματικά, η δουλειά της Pixar και του Πιτ Ντόκτερ σε αυτό το animation είναι κάτι παραπάνω από μεγαλειώδης. Πολυπεπίπεδη εργασία με επιμέλεια και μεράκι, σκέψη στην λεπτομέρεια, καταπληκτική φωτογραφία, εναρμονισμένες εναλλαγές στις διαφορετικές δράσεις, τόσο στον γήινο, όσο και στον ουράνιο κόσμο των ψυχών. Από την πολύβουη Νέα Υόρκη στην ηρεμία και την γαλήνη του αθέατου Υπερπρίν και του Υπερπέραν βασίλειου, να συνοδεύονται με εξαιρετική τζαζ μουσική (Όσκαρ «Μουσικής» στον Τρεντ Ρέζνορ και τον Άτικους Ρος), διαγράφοντας μια χρωματιστή μεταβατική, αρτίστικη οριοθεσία ανάμεσα στο εδώ με τις επιθυμίες και το επέκεινα της αποστασιοποίησης.

Περισσότερο για ενήλικες, παρά για τους μικρούς θεατές, πάραυτα η υπερβατική ταινία της Pixar και του Πιτ Ντόκτερ, μοιράζει άδολα την πρόσκληση της σε όλες τις ηλικίες, φανερώνοντας μια ιδιαίτερη ευγένεια στον θεατή κάθε ηλικίας, που πραγματικά εντυπωσιάζει. Μπορεί να μην συμφωνείς με όλα όσα απλώνει στην ιστορία της η «Soul», καταφέρνει όμως να σε κερδίσει με την παρουσία της.


Photo gallery «Soul»


«Η Χώρα των Νομάδων»

(Nomadland)

Είδος: Κοινωνικό δράμα road movie

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Κλόι Ζάο

Με τους: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Ντέιβιντ Στράδρεν, Λίντα-Μέι, Σουάνκι, Μπομπ Γουέλς

Διάρκεια: 107'

Διακρίσεις: Όσκαρ: «Καλύτερης Ταινίας», «Σκηνοθεσίας», «Α' Γυναικείου Ρόλου» για τη Φράνσις ΜακΝτόρμαντ - 

Χρυσός Λέοντας Φεστιβάλ Βενετίας - Χρυσές Σφαίρες: «Καλύτερη Ταινία-Δράμα», «Καλύτερη Σκηνοθεσία» -

 BAFTA: «Καλύτερη Ταινία», «Καλύτερος Α' Γυναικείος Ρόλος», «Καλύτερη Σκηνοθεσία» «Καλύτερη Διεύθυνση Φωτογραφίας» - 

Ένωση Κριτικών Αμερικής «Καλύτερη Ταινία».

Διανομή: Feelgood Entertainment


Έπειτα από πολλά χρόνια η60χρονη χήρα Φερν (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ ), χάνει τη δουλειά της σε ένα ορυχείο της Νεβάδα, λόγω της οικονομικής κρίσης. Τοποθετεί σε αποθηκευτικό χώρο την οικοσκευή της, φορτώνει τα απαραίτητα σε ένα φορτηγάκι και ταξιδεύει στο άγνωστο.

Στο ταξίδι της θα κάνει κάθε λογής ευκαιριακές δουλειές, ενώ θα ζήσει μαζί με πραγματικούς Αμερικάνους νομάδες στο αχανές τοπίο της αμερικάνικης Δύσης και στο περιθώριο της κοινωνίας.


Όταν πρωτοείδα το «Καλπάζοντας με το Όνειρο» (The Rider), της Κινέζας Κλόε Ζάο, πραγματικά ένοιωσα αυτό που λένε την διαφορετική ματιά στην εικόνα της σύγχρονης Άγριας Δύσης, επικεντρωμένη στα γεωλογικά διαβρωμένα Badlands της Νότιας Ντακότα, εκεί που οι λευκοί και οι Ινδιάνοι συνυπάρχουν απόλυτα συνδεδεμένοι με την γεωφυσική ταυτότητα της περιοχής. Είναι μια καλή ταινία με θάρρος, τόλμη και ευαισθησία φτιαγμένη. Σε αντίθεση με την τελευταία της, την πολυβραβευμένη και οσκαροτιμημένη «Χώρα των Νομάδων», όπου βασίλεψε μόνο η ευαισθησία, εξορισμένων της τόλμης, αλλά και του θάρρους.

Το υβριδικό στιλ κινηματογράφησης που χρησιμοποιεί σαν πολυεργαλείο η Ζάο, να ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στην μυθοπλασία με λιγόλογο σενάριο, το επαναλαμβάνει και εδώ. Η δε ΜακΝτόρμαντ, με την σειρά της, επαναλαμβάνει και εκείνη υποκριτικά μια από τα ίδια, όπως την έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε ένα σταθερό και αμετάβλητο έως συμπαγές μοτίβο, ικανό να «αγκιστρώνει» τσάμπα Όσκαρ. Η αλήθεια είναι, πως ούτε η ίδια κατάλαβε με ποιο τρένο κατέφθασε το βραβείο στα χέρια της, εκείνο το βράδυ της τελετής στον σταθμό.

Η ταινία φοράει τον γνωστό τεθλιμμένο μανδύα, ένεκα της οικονομικής κατάρρευσης των Η.Π.Α. του 2010, χωρίς κριτική στο σύστημα, εντελώς άτολμη η θέση της Κινέζας, παρά μόνο τα οικογενειακά δράματα των νομάδων ακούμε και την οδύσσεια επιβίωσης της Φερν ακολουθούμε άνευ αντίλογου. Γυρίζει με το περίλυπο ύφος και το βαν-τροχόπιστο την άγρια και αχανή πλευρά της αμερικανικής ηπείρου σαν αθίγγανη, ως νομάς. Αυτό, βέβαια, δεν είναι περίεργο, καθώς παραδοσιακά ο αμερικανικός λαός είναι νομαδικός.

Επίπεδη σε ρυθμό ταινία, μετρημένη σεναριακά σε ρηχά ύδατα προβληματισμού, βαρετή μέχρι κεραίας, ιδανική για όσους παρακολουθούν μετά μανίας τηλεοπτικά ριάλιτι, τύπου «Σαρβάιβορ», «World Party», «Φάρμα» και άλλα ηρωικά θεάματα, απλά για να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο τους.

Τώρα θα αναρωτιέστε εύλογα, γιατί τόσα βραβεία σε μια ταινία που όλοι την προσκύνησαν τοτεμικά και αποθεωτικά; Για έναν μόνο λόγο. Αναφέρει μεν η Ζάο το έγκλημα προς τον αμερικανικό λαό, αλλά δεν καταγγέλλει το έγκλημα, όταν ακυρώθηκαν και σβήστηκαν από το χάρτη ολόκληρες πόλεις και οικογένειες ταξίδεψαν στον αγύριστο με σκηνές και τροχόσπιτα για να βουτήξουν τα κτήνη και τα θηρία στην μεγάλη, θεία κονόμα. Η Κινέζα σκηνοθέτις παραδίδει το ολοκαύτωμα ανέπαφο, στο στωικό, ευαίσθητο, πληγωμένο, αλλά ψύχραιμο πρόσωπο της κατεστραμμένης 60χρονης χήρας, που επιθυμεί πια να ζει στην ύπαιθρο ελεύθερη. Αυτό είδε το βαθύ κράτος της Αμερικής (τα Μ.Μ.Ε., οι ακαδημαϊκοί, οι λόγιοι του γλυκού νερού) και ανέβασαν την ταινία της Ζάο στα ουράνια. Όλοι οι πρωταγωνιστές του παγκόσμιου συστήματος εύχονται να καταγράφεται η δραματική και χυδαία πολιτικοοικονομική ιστορία τους με αυτόν τον ιδανικό τρόπο.


Photo gallery «Η Χώρα των Νομάδων»

«Wonder Woman 1984»

Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας (DC Comics)

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Πάτι Τζένκινς

Με τους: Γκαλ Γκαντότ, Πέντρο Πασκάλ, Κόνι Νίλσεν, Κρίστεν Γουίγκ, Κρις Πάιν, Ρόμπιν Ράιτ

Διάρκεια: 191'

Διανομή: Tanweer


Η Νταϊάνα, δηλαδή η Wonder Woman (Γκαλ Γκαντότ – θεά όπως πάντα άλλωστε), βρίσκεται στην δεκαετία του '80, συγκεκριμένα το 1984, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν, ζει μοναχικά και δουλεύει ως υπεύθυνη σε ένα αρχαιολογικό μουσείο. Στο μουσείο φτάνει μια παράξενη πέτρα που διαθέτει απίστευτες δυνάμεις όπως ένα τζίνι, ικανή να εκπληρώνει κάθε επιθυμία, μέχρι και να εξαφανίσει ολόκληρο κράτος από τον πλανήτη, ακόμα και την ίδια την Γη.

Δυο καινούργιοι εχθροί εμφανίζονται, που διεκδικούν ο καθένας για δικό του λόγο τις δυνάμεις της πέτρας, η Τσιτά (Κρίστεν Γουίγκ) και ο Μαξ Λορντ (Πέδρο Πασκάλ) και η Wonder Woman αναλαμβάνει δράση.


H εκθαμβωτική, Ισραηλινή καλλονή Γκαλ Γκαντότ, μαζί με την σκηνοθέτιδα Πάτι Τζένκινς, είναι οι δυο γυναίκες, που σήκωσαν εκ του βαθέως τάφου το κομιξάδικο σύμπαν της DC. Η παρουσία της Γκαντότ ως η Αμαζόνα Νταϊάνα στην πρώτη ταινία της Wonder Woman είναι κάτι το ακριβώς μαγευτικό, το απόλυτα επικό, το εξαιρετικά μυθικό. Τόσο, που οι ανδρικές γνάθοι των θεατών, ειδικά η κάτω γνάθος, κρέμασαν σαν πετσέτες μπάνιου μέχρι το πάτωμα από την αφοπλιστική ομορφιά της Γκαλ Γκαντότ, αλλά και την έντιμη υποκριτική της. Μια ακόμα γρήγορη συμμετοχή για την ηθοποιό στην «Justice League», του Ζακ Σνάιντερ και οι, ολοένα αυξανόμενοι, θαυμαστές της, περίμεναν το sequel της Wonder Woman για να την απολαύσουν στην δεύτερη μονογραφία της.

Η Καλιφορνέζα σκηνοθέτις Πάτι Τζένκινς, γεννημένη σε αεροπορική βάση από παρασημοφορημένο, πιλότο πατέρα, αφού ντεμπουτάρισε στην μεγάλη οθόνη το 2003 με το «Monster», προσφέροντας το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου στην Σαρλίζ Θερόν, πλατσούρισε για μια ντουζίνα χρόνια στα τηλεοπτικά κανάλια σκηνοθετώντας σίριαλ, για να επανέλθει στην σκοτεινή αίθουσα, αναλαμβάνοντας να δώσει σάρκα και οστά στην ηρωίδα της DC και να γεμίσει με χρήμα τα ταμεία. Η δεύτερη κατά σειρά κινηματογραφική συνέχεια της Wonder Woman, και αυτή από τα χέρια της Πάτι Τζένκινς, ατυχώς, κάηκε σε δυνατή φωτιά, ξεχασμένη στον φούρνο της υπερβολής και του αδιέξοδου σεναριακού χάους.

Εκτός από τις σκηνές των αγώνων στο νησί των Αμαζόνων, που η Νταϊάνα είναι πιτσιρίκα και συμμετέχει με τις ενήλικες πολεμίστριες σε σκληρά αθλήματα, η υπόλοιπη ταινία, ενώ προτείνει καλοπροαίρετα την κιτς φαντασμαγορία της δεκαετίας του ογδόντα, παρά ταύτα όλο το εγχείρημα στερείται έμπνευσης και βρίσκεται στο σφυρί της πτώχευσης από κακούς χαρακτήρες, ικανών να τοποθετηθούν ως άξιοι αντίπαλοι στην αήττητη κόρη του Δία. Η Τσιτά και ο Μαξ Λορντ είναι κατηγορία πτερού και για 190 λεπτά της ώρας ο θεατής και φανατικός της ηρωίδας βιώνει ένα υπερφίαλο θέαμα παραγεμισμένο με σαματά, ελλοχεύοντας ο κίνδυνος το δεύτερο μέρος να λαβώσει την όμορφη αίσθηση που άφησε το πρώτο μέρος.

Ενημερώνουμε, πάντως πως ανακοινώθηκε και το τρίτο κινηματογραφικό μέρος της Wonder Woman, πάλι με την θεϊκή και μεταξένια Γκαλ Γκαντότ στον ομώνυμο ρόλο και την Πάτ Τζένκινς ξανά στο σκηνοθετικό πηδάλιο.


Photo gallery «Wonder Woman 1984»
«Διαχρονικός Μάρτιν Ίντεν και ο ερωτοχτυπημένος λη...
«Άγιοι και τέρατα δεν σώζουν τις αίθουσες», κριτικ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/