fbpx

banner αεροδρομίου

«Mία Διδακτική Άνάμνησις», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

 

 

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄνοιξις 1964, Ἀπρίλιος μέ καλό καιρό περιέργως, ὁ πατέρας μου ἔρχεται στό Ἁννόβερο ὅπου σπούδαζα νά μέ δῆ, φυσικά με ἀφορμή τήν Βιομηχανική Ἔκθεσι τοῦ Ἀννοβέρου, τήν μεγαλυτέρα τοῦ Κόσμου. Ἔτσι γιά νά σᾶς ἐντυπωσιάσω νά σᾶς πῶ, ὅτι εἶχε, ἄν δέν κάνω λᾶθος 28 ἤ 30 κτήρια, τριώροφα καί τεραστίων ἐπιφανειῶν, παράδειγμα ἠ Αἴθουσα 1/Halle 1- πού ἐκάλυπτε τότε τά ἠλεκτρονικά μηχανήματα γραφείου – κομπιοῦτερς, ἐκτυπωτές, φάξ, τηλέφωνα -, εἶχε διαστάσεις περ. 400 Χ 400=160.000 τετραγ.μέτρα δηλ. 160 στρέμματα.

Ἀφοῦ περάσαμε 15 μέρες ἐξαντλητικές, μέ ἀτελείωτα χιλιόμετρα μέσα στά κτήρια, συζητήσεις στά Γερμανικά, Ἀγγλικά, Γαλλικά, ἀπό τίς 10 το πρωΐ πού ἄνοιγε μέχρι τίς 6 τό ἀπόγευμα, κι ἀφοῦ πιά δέν νοιώθαμε τά πόδια μας ἤ τό κεφάλι μας, ἀπό τήν κούρασι, ἀποφασίσαμε νά πᾶμε στό Ἀνατολικό Βερολῖνο νά δοῦμε ἔνα παιδικό φίλο καί συγχωριανό τοῦ πατέρα μου.

Ὁ γιατρός Δημήτρης, Μῆτσος γιά τόν πατέρα μου, Φωτόπουλος, ἔφυγε τό 1948;; 49;; προκειμένου νά γλυτώση τό κεφάλι του ἀπό τίς ἐκκαθαρίσεις μετά τέλος του έμφυλίου πολέμου στην Έλλάδα και την ήττα της αριστεράς πλευράς. Ἦταν βλέπεις ἀπό τούς ἀγαθούς, ἀφελεῖς καί  ὀνειροπαρμένους πού νόμιζαν ὄτι ὁ Σταλινισμός θά ἔφερνε τήν εὐτυχία καί τόν πλοῦτο στούς λαούς. Στό Ἀνατολικό Βερολῖνο  ἔκανε τίς μεταπτυχιακές του σπουδές στήν νευρολογία καί ψυχιατρική, ὅπου πραγματικά ἡ λέξις ἀρίστευσε ἦταν λίγη. Τό κῦρος του στήν κοινωνία τῶν Ἰατρῶν ἦταν μέγα, ἐντυπωσιακό, τότε δέ, ἦταν διευθυντής τοῦ Τμήματος Νευρολογίας καί Ψυχιατρικῆς τοῦ σπουδαίου Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομείου Charité (Σαριτέ = Ἀγαθοερία, Ἐλεημοσύνη).

Μία ἀπό τίς πῦλες ἐπιτρεπομένης καί αὐστηρότατα ἐλεγχομένης εἰσόδου στό Σιδηροῦν Παραπέτασμα ἦταν στό Μετρό τοῦ Βερολίνου καί συνέδεε Δυτικό μέ Ἀνατολικό, δεδομένου ὅτι ὅταν φτιάχτηκε ἔγινε γιά μία ἐννιαία τότε πόλι…πού νά φαντασθοῦν ὅτι κάποια μέρα θά τούς χώριζε ἕνα Τεῖχος ἀπομονωτισμοῦ, πολιτικοῦ ἀναχρονισμοῦ καί κοινωνικῆς σκληρότητος καί ἀπανθρωπιᾶς.

Μετά ἀπό κἄνα μισάωρο ταξίδι μέ τίς σχετικές διατυπώσεις ἐλέγχου διαβατηρίων, γνωστά σ’ὄλους πού ταξιδεύουν, βγήκαμε ἀπό τό τραῖνο καί προχωρούσαμε πρός τήν ἔξοδο. Φυσικά δέν ὑπῆρχε ἠλεκτρική σκάλα, ἄν εἶναι δυνατόν ντροπή στό Δυτικό Βερολῖνο, τό κατάπτυστο, ἀνήθικο, βρωμερό καί βλαβερό γιά τούς Γερμανούς καμμουνιστές τοῦ Βάλτερ Οὔλμπριχτ (Walter Ulbricht) εἶχαν σέ κάθε μικροκατάστημα πού εἶχε πατάρι, ὄχι στήν Κεντρική Εἴσοδο τοῦ Κράτους.Τέλος πάντων.

Volkspolizist
Unter den Linden

Μέ ἀπορίες ζωγραφισμένες στό εἰκοσάχρονο κεφάλι μου ἀνεβαίνουμε τά ἀτελείωτα σκαλιά, συζητώντας ὄτι θά πρέπη νά ἀπευθυνθοῦμε σέ κάποιον νά μᾶς πῆ πόσο μακρυά ἦταν τό Νοσοκομεῖο πού θέλαμε νά πᾶμε. Φυσικά, τό καθῆκον αὐτό ἔπεφτε, λογικότατα, στήν δική μου πλάτη, αὐτονόητον…

Καμμιά εἰκοσαριά σκαλιά πρίν τό κεφαλόσκαλο, βλέπουμε νά στέκεται ἐκεῖ πάνω ἕνας θεόρατος, πάνω ἀπό 1.95, ἀγριοπρόσωπος κατάξανθος γερμαναράς «λαϊκός ἀστυνομικός», ἕνας ἀπό τούς περιωνύμους FOPO, ΦόΠο δηλ. Volkspolizist -Φόλκσπολιτσίστ). Γνωστοί παγκοσμίως γιά τίς ἀγριότητές τους πρός τούς συμπολίτες τους. Αὐτοί ὅλοι εἶχαν προπονηθεῖ ὡς παιδάκια κατά τήν ναζιστική περίοδο – δέν εἶχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια ἄλλωστε, ἴσα-ἴσα 18 μέ 19 χρονάκια, δηλ -. θυμηθεῖτε πότε ἀποκτήσαμε τό καταραμένο €ὐρώ ἀντί τῆς δραχμούλας μας, ε, περίπου τόσος καιρός εἶχε περάσει, τί νἄχουν ξεχάσει; τίποτε.

Σκεκόταν λοιπόν μέ τά πόδια ἀνοικτά σέ διάστασι, σἄν τόν Κολοσσό τῆς Ρόδου, ὁπλισμένος μέ αὐτόματο ὑπό μάλης, μέ τό χέρι στήν σκανδάλη παρακαλῶ! Κοιταζόμαστε μέ τόν πατέρα μου μέ νόημα, καί άνεβαίνοντας πηγαίνω πρός τό μέρος του, μέ ἕνα παγωμένο μισοχαμόγελο στό στόμα, ἔτσι γιά νά τοῦ δείξω, μαθές, τίς ἀγαθές προθέσεις μου. Κι ὅμως, ἐκείνη τήν ὥρα, πιστέψτε με, μία σκέψις κυριαρχοῦσε μέσα μου: «Κι ἄν τύχη καί τόν πιάσει ἀκατάσχετος βῆχας δέν θά πατήση κατά λάθος τήν σκανδάλη;;; Πάει ὁ Ἀντρῖκος, πάνω στόν άνθό τῶν  νειάτων του!» 

Ταὐτόχρονα ντρεπόμουνα δύο πράγματα: Τό πρῶτο, τήν καταγωγή μου. Επιτρέπεται Ἑλληνόπουλο ἐγώ νά φοβᾶμαι ἕναν  γερμαναρά; Τόσους καί τόσους εἶχα πλακώσει στό ξῦλο ὅταν μ’ἐνοχλοῦσαν ἤ προσέβαλαν λόγω τοῦ ὅτι ἤμουν ξένος – κατ’αὐτούς πάντα «βρωμοξένος» «Dreckiger Ausländer».             Τό δεύτερο, τόν πατέρα μου. Εἶναι δυνατόν νἆναι ἐκεῖνος ψύχραιμος κι  ἀτρόμητος κι ἐγώ νά τά κάνω πάνω μου; Ὁπότε, μαζεύτηκα, συγκεντρώθηκα, ἀναστυλώθηκα συναισθηματικά καί μέ κουράγιο καί τό ἀνάλογο καί πρεπούμενο νεανικό θράσσος ἀπευθύνθηκα στὀν αστυνομικό. Καί ὅμως τήν τελευταία στιγμή μιά σκέψις μοῦ πέρασε ἀστραπή: «βρἐ σύ, μήν κάνεις τόν έξυπνάκια ὅτι μιλᾶς ἄριστα γερμανικά. Κάνε λίγο τόν ἀρχάριο καί μίλα μέ σπασμένα γερμανικά νά καταλάβη ὅτι εἶσαι ξένος».

Καί πράγματι, ἔτσι κι ἔγινε, καί μάλιστα στήν μέση τῆς ἐρωτήσεως ἀπευθύνθηκα στόν πατέρα μου στά Ἑλληνικά ὥστε νά ἐπιβεβαιωθῆ ὅτι εἴμαστε τουρίστες, κι ὅτι θά ἀφήσουμε καί παράδες στούς Ανατολικογερμαναρᾶδες, πού τότε ἔκαναν κρά γιά συνάλαγμα, πολύ χειρότεροι ἀπό ἐμᾶς.

Τελικά πέρασε τό γεγονός, πήραμε τήν πληροφορία καί ἐλλείψει ταξί περπατήσαμε κἄνα μισάωρο μέ τρία τέταρτα μέχρι τό νοσοκομεῖο. Μετά τά κλάμματα καί τά φιλιά τῶν δύο παιδικῶν φίλων, μᾶς πῆρε ὁ Μῆτσος νά πᾶμε νά φᾶμε, σ’ ἕνα ἀπό τά καλύτερα ἄν ὄχι τό καλύτερο ἐστιατόριο τοῦ Ἁνατολικοῦ Βερολίνου.

Εἶχε ἤδη βραδιάσει καί σκοτεινιάσει καί ἡ περίφημη Λεωφόρος Ὑπό τάς Φιλύρας (Unter den Linden- Ούν τερ ντέν λίνντεν) ἦταν δυστυχῶς μισοφωτισμένη ἤ ὀρθότερα μισοσκότεινη. Ρώτησα τόν Μῆτσο ἐάν ἦταν ἀπαγορευμένη ἡ διέλευσις αύτοκινήτων ἀπό αὐτόν τόν δρόμο, μήπως ἦταν μονόδρομος ἡ ἀπάντησις πού πῆρα, ψιθυριστά πάντα, ἦταν συγκλονιστική: τό Δυτικό Βερολῖνο εἶχε τότε 250.000 αὐτοκίνητα, ἐνῶ ὁλόκληρη ἡ Ἀνατολική Γερμανία εἶχε 90.000 αὐτοκίνητα. Λογικόν ἦταν, λοιπόν, ἡ κυκλοφορία νά εἶναι ἀραιή, τά δέ αὐτοκίνητα κάτι σαπάκια Trabant και Wartburg ἤ παληά DKW, ἀρχαιολογίες, πού βγάζανε ντουμάνι τόν καπνό από τήν ἐξάτμισι, κι ἀπό θόρυβο σἄν κάρο μέ παληοσίδερα σέ καλντερίμι (εἴδατε σέ τί τουρκόνομα κατέληξε τό κακόμοιρο τό καλλίδρομον).

Φθάσαμε στό ἐστιατόριο, ὁμολογῶ ἡ μνήμη μου δέν μέ βοηθάει καθόλου καί δέν θυμᾶται τό ὄνομα, μπήκαμε καί σἄν τόν Διογένη ψάχναμε νά βροῦμε ἄνθρωπο. Oὔτε ψυχή οὔτε ἀκρόασις, βαρειά τοῦ τάφου ἡ σιωπή. Ἀπό τό βᾶθος, πλησίασε ἕνας προχωρημένης ἡλικίας σερβιτῶρος, μᾶς εἶπε νά καθήσουμε ὅπου θέλουμε, ὅπου μᾶς ἄρεσε. Προφανῶς καί διαλέξαμε τραπέζι δίπλα στά παράθυρα, ἐλπίζοντας νά δοῦμε κόσμο νά περνάη, ἔτσι γιά τήν ποικιλία τοῦ θεάματος, κατά τό δεῖπνο μας.

Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι οἱ Γερμανοί συνήθιζαν νά τρῶνε ζεστό φαγητό τό μεσημέρι καί κρῦο τό βράδυ, δηλαδή, ψωμί μέ ἀλλαντικά ἤ τυριά, γι αὐτό καί τό βραδυνό τους, ἔστω κι ἄν τρῶνε στίς 6 με 7 τό ἀργότερο, τό λένε Abendbrot  δηλ. βραδυνό ψωμί. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ,  οἱ γερμανοί πού δεν τρῶνε ψωμί ὅπως ἐμεῖς, ἔχουν τούς ὡραιοτέρους καί πλουσιωτέρους σέ ποικιλίες ψωμιῶν φούρνους. Μιλᾶμε πραγματικά γιά κάτι τό θεσπέσιο.

Τά ψωμάκια τους ἀλλά ἀκόμη καί τό μεγάλο καρβέλι, τό χωριάτικο, μέ γκρίζο άλεῦρι, πού δέν τό τρώγανε μαλακό καί φρέσκο, ἀλλά μιᾶς  μέχρι καί οκτώ ἡμερῶν, ὧστε νά ἔχη δέσει, νά ἔχη σφίξει, κι ἐκεῖ ἐπάνω ἄλοιφαν τό βούτυρό τους καί τά φανταστικά σαλάμια τους –  μοῦ τρέχουν τά σάλια πού τά θυμᾶμαι.

Ἐν πάσει περιπτώσει, ἐμεῖς φάγαμε κάτι ἄλλο, πάντως ὄχι κρῦο φαγητό ἀλλά ζεστό. Μοῦ φαίνεται λουκάνικα καί πατατοσαλάτα, εὔκολα πράγματα, νά μήν τόν βάλουμε τόν Μῆτσο σέ σύσκολη θέσι. Κάποια στιγμή σηκώνω εὐγενικά τό χέρι καί φωνάζω χαμηλόφωνα: «Herr Ober»- Χέρ Όμπερ (Κύριε Σερβιτῶρε, ἦλθε ὁ ἀνθρωπᾶκος καί τοῦ ζήτησα δύο φέτες λευκό ψωμί.

Ἔφυγε καί ξαναγύρισε μετά ἀπό πέντε ὁλόκληρα λεπτά, σέ ἕνα ἄδειο μαγαζί καί φέρνει γκρίζο ψωμί, τό ὁποῖον μάλιστα χρειαζόταν ἀεροκομπρεσσέρ γιά νά κοπῆ καί φαγωθῆ. Ζήτησα τοῦ σερβιτώρου νά ἐπανέλθη καί μέ ὕφος ἐνοχλημένο (γιά νά μήν πῶ τσαντισμένο) τοῦ ζητάω τά ρέστα γιατί ἐνῶ τοῦ παρήγγειλα λευκό ψωμί μοῦ ἔφερε μαῦρο. Καί τότε, τρώω μιά κλωτσιά στό καλάμι πού μέ ξέρανε. Ήταν ὁ Μῆτσος, ὁ καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς, πού μέ ἐπανέφερε στην τάξι, στήν πραγματικότητα. Ἀφοῦ γύρισε στόν σερβιτῶρο καί λίαν ταπεινά καί ὑποτακτικά ζήτησε συγγνώμη γιά τἠν ένόχλησι, τοῦ ζήτησε τρείς μπῦρες, γιά νά τόν ἐξευμενίση. Ὁπότε πετάγετε ὁ πατέρας μου καί μέ τά μισοαγγλικά του τοῦ λέει : «…Και μία γιά σένα!!!» Χαμογελάει ὁ σερβιτῶρος, πετάει τό ὡραῖο «Danke schön»-Ντάνκε σέν- (Ευχαριστῶ ὡραία (πολύ)) καί πάει για τίς μπῦρες.

Μόλις ἔφυγε τρία βήματα, σκύβει ὁ Μῆτσος μπροστά, νά μήν ἀκούγεται οὔτε στὀ ἕνα μέτρο καί μοῦ ψιθυρίζει μέσ’ ἀπ’ τά δόντια: «Πᾶψε, μήν μιλᾶς καθόλου» καί μ’ αγριοκοίταξε.

Κατάλαβα ὅτι κάτι τρέχει… Ὁ Μῆτσος ἦταν ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, δέν θά φερόταν ποτέ ἔτσι στό παιδί τοῦ φίλου του, πού ἦλθαν νά τόν δοῦν στήν ἐξορία.

Φάγαμε, ἤπιαμε τίς μπῦρες μας, πλήρωσε ὁ Θανασάκης μου, ὁ πατερούλης μου, λεβέντης πᾶντα κι ἄρχοντας, καί βγήκαμε νά πᾶμε στόν ὑπόγειο γιά νά ἐπιστρέψουμε πρίν τίς δώδεκα,  μιᾶς καί δέν εἴχαμε βίζα παρά γιά μία καί μοναδική ἠμέρα.

Στήν σκοτεινή καί ἄδεια λεωφόρο, ὁ Μῆτσος ἔρχεται στήν μέση, μᾶς πιάνει ἀγκαζέ καί τούς δυό καί μᾶς τραβάει πολύ κοντά. Στρίβει πίσω του, δεξιά του καί άριστερά του καί ἀφοῦ βεβαιώνεται ὅτι δέν ὑπάρχει ψυχή δίπλα μας, οὔτε κἄν μακρυά μας, σκύβει καί μᾶς μιλάει ψιθυριστά: «Βρέ Ἀνδρέα, παιδί μου, ποῦ νομίζεις ὄτι βρίσκεσαι καί ζητᾶς εἶδος πολυτελείας, ἄσπρο ψωμί; Θἄπρεπε νἄμαστε εὐτυχεῖς καί τυχεροί πού βρήκαμε νά φᾶμε. Ἐδῶ, παιδί μου, δέν  εἶναι ὁ παράδεισος πού πίστεψα, πού νόμισα, εἶναι μία σκληρή κόλασις, Θανάση μου!», γύρισε στόν πατέρα μου, «μόλις μπορέσεις κάτω στήν Πατρίδα, κάνε αἴτημα ἐπιστροφῆς μου. Σέ ἰκετεύω, δέν άντέχω ἄλλο».

Κόμπος κάθησε στόν λαιμό μας, τά μάτια μας βουρκώσανε, καί σιωπηρά, θλιμμένα, περπατήσαμε μέχρι τόν σταθμό. Ὁ χωρισμός ἔγινε μέ λιγμούς καί μέ βαρειά, ἀσήκωτη, σιωπή.

Ἐξι μῆνες ἀργότερα, ὁ Μῆτσος ἦλθε μόνιμα στήν Ἑλλάδα. Καί γελοῦσε, χαιρόταν τήν ζωή του. Τά ψηφοδέλτιά του ἄλλαξαν, κι ἔγιναν τοῦ Κέντρου, καί ἀργότερα, τό 1974 τῆς ΝΔ. Ποιός; Αὐτός ὁ βέρος ἐξιδανικευμένος άριστερός, θεώρησε πώς γιά τό καλό τῆς Ἑλλάδος ἡ καλυτέρα πολιτική ἦταν αὐτή, ἡ σοσιαλμανιακή δεξιά, τοῦ γερο-Καραμανλῆ.

Καί τῶρα 2018, 44 χρόνια μετά, καί ἤδη 29 χρόνια μετά τήν κατάρρευσι τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλόκ καί τοῦ ἐφηρμοσμένου κομμουνισμοῦ καί σοσιαλισμοῦ, ὑπάρχουν ἀκόμη Ἕλληνες πού πιστεὐουν σ’αὐτήν τήν τραγικά ἐπικίνδυνη πολιτική καί κοινωνική οὐτοπία καί παραλογισμό.  Ὁ κρατικός αὐταρχισμός πού ἐπέβαλαν στίς χῶρες πού μοίρασαν μεταξύ τους οἱ Τσῶρτσιλ, Στάλιν καί Ροῦσβελτ-Τροῦμαν, μόνον ζημιές καί καταστροφές ἐπέφερε στίς κοινωνίες καί τούς λαούς τῆς Σοβιετικῆς ἐπιρροῆς.

Κι ἐμεῖς βρήκαμε τήν χειρότερη παγκόσμιο συγκυρία νά ἐκλέξουμε ἀριστερόστροφα. Μᾶλλον κάποια μυῖγα μᾶς εἶχε τσιμπήσει, γιά νά τό πῶ εὐγενικά.  Δέν μπορούσαμε νά γεννήσουμε χειρότερο πολιτικό σύστημα γιά τήν παιδεία μας, γιά τόν πολιτισμό μας. Δἐν μιλάω για τά οικονομικά τῆς χώρας γιατί αὐτά τά ξεπουλήσαμε ἀποδεχόμενοι τήν ἐθνοκαταστρεπτική Συνθήκη τοῦ Maastricht. Κι αὐτό σᾶς το λέει ἕνας παθιασμένος «εὐρωπαϊστής» στο ξεκίνημα ὡς ΕΟΚ, 1981.

Νά θυμίσω καί νά ὑποστηρίξω σθεναρά τήν ἀδήρητο ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε 30,40,50 Πανεπιστήμια, ἰδιωτικά κατά προτίμησιν, διότι τά Κρατικά δέν προσφέρουν αὐτά πού θἄπρεπε, ἐπειδή ἔχουν γι ἀφεντικό τόν ἑκάστοτε ἀδαῆ Ὑπουργό Παιδείας. Δέν θἄπρεπε στόν κόσμο ὅλο νά διδάσκεται ἡ κλασική παιδεία χωρίς τήν ἔγκρισι και συνεργασία μέ ἕνα τοὐλάχιστον Ἑλληνικό Πανεπιστήμιο.

Ἡ Μεγ. Βρεττανία ἔχει 100 Πανεπιστήμια καί οἱ ξένοι φοιτητές τῆς ἀφήνουν ἐτησίως 73 δίς €  εκ τών ὁποίων 3,7 δίς € από τούς Εὐρωπαίους φοιτητές καί 380.000 θέσεις ἐργασίας. Οἱ ἀρρωστημένες πολιτικές τοποθετήσεις ἐναντίον τῶν ἰδιωτῶν καί ὑπέρ τοῦ ἀχρήστου Δημοσίου δείχνει, ὅτι οἱ ὑποστηρικτές ὄχι μόνον βρίσκονται περίπου στο 1860 στην ἐποχή τοῦ Μάρξ, ἀλλά εἶναι παντελῶς idiots. Ἀλλοῦ προορίζετο ἡ λέξις και ἀλλοῦ κατέληξε.

Πάντως οὔτε ὁ Κολοκοτρώνης, οὔτε ὁ Πλαποῦτας, οὔτε ὁ Μακρυγιάννης, οὔτε ὁ Καραϊσκάκης, οὔτε οἱ λοιποί ἀθάνατοι ἥρωες, οὔτε ὁ μέγιστος πολιτικός ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος ὁ Καποδίστριας, μποροῦσαν ποτέ νά φαντασθοῦν ὄτι κάποια μέρα θά τούς διεδέχετο ἕνα τόσον ἀσήμαντο πολιτικό σκηνικό πού παρ’ ὅλα αὐτά  κατάφερε νά ρεζιλέψη τόν ἀρχαιότερο πολιτισμό. Νά γελοῦν μαζί μας δεν το περίμενα, με τίποτα.

Ὁποία, αἰσχύνη, ὁποία ντροπή, ὅνειδος καί θλίψις γιά τήν περήφανη ΕΛΛΑΔΑ.

Μία μόνον έλπίδα ὑπάρχει.  Ἀνάνηψις τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἄραγε τοῦτο ἐφικτόν;

Ἀμφίβολον. Ἐδῶ ἔμεινε βολεμένος ὁ λαός τετρακόσια χρόνια κάτω ἀπό τόν Ὀθωμανό, φρόντιζαν οἱ κοτζαμπάσηδες νά τόν κρατοῦν καί νά βγάζη τον σκασμό. Μέχρι πού ξύπνησαν κάποιοι λεβέντες -θἆταν δέν θἆταν καμμιά πενηνταριά νομάτοι, ἄντε πλούσια ἑκατό – καί  ἔτσι ἄλλαξαν τά πράγματα.

Τώρα ποῦ νά βροῦμε τούς λεβέντες νά μᾶς βγάλουν τί βδέλλες ἀπό τήν πλάτη;;

Οἱ λεβέντες πέθαναν, οἱ λεβέντες πᾶνε… Δυστυχῶς!