13
Δευ, Ιουλ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Κριτική /«Η κερένια κούκλα» από τον Βασίλη Βηλαρά στο BIOS: μια ιστορία απλή και λυπητερή, ακριβώς όπως η ζωή (μας)…

_ELG453_20200226-112930_1

Γραμμένη το 1908, δημοσιευμένη σε συνέχειες στην εφημερίδα Πατρίς, με την έκδοσή της σε αυτοτελές βιβλίο να πραγματοποιείται μετά το θάνατο του συγγραφέα της, το 1911, «Η Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου δημιούργησε τομή στα Ελληνικά γράμματα, τόσο για το θέμα του μυθιστορήματος, όσο για το περιβάλλον του, το ύφος του αλλά –και το σπουδαιότερο για τη γλώσσα του και τη γραφή του. Πρόκειται για το πρώτο ίσως δείγμα «αθηναϊκού μυθιστορήματος» , όπου η πλοκή και η δράση εξελίσσονται μέσα στο περιβάλλον της πρωτεύουσας και μάλιστα στις φτωχογειτονιές της (Γαργαρέττα, Βάθης, Πλάκα, Πετράλωνα, Καλλιθέα), το οποίο ξεφεύγει από το ψευδεπίγραφο αστικό περιβάλλον της εποχής, σε μια Αθήνα που αγωνίζεται να επιβάλλει (από τότε) ένα ευρωπαϊκό προφίλ ως βιτρίνα, μιας ουσιαστικά ανύπαρκτης ευμάρειας. Στην Κερένια Κούκλα, θα συναντήσουμε σοκάκια, χωμάτινους δρόμους, φτωχόσπιτα, λαϊκούς, καθημερινούς ανθρώπους και χαρακτήρες, κάποτε φλύαρους και πικρόχολους, σίγουρα όμως αυθεντικούς και ανεπιτήδευτους. Το έτερο και σημαντικότερο σημείο τομής του έργου είναι η γλώσσα του: με τα «Ευαγγελικά» (1901) και τα «Ορεστειακά»* (1903) να είναι σχετικά πρόσφατα, η δημοτική γλώσσα που θαρραλέα υιοθετεί ο Χρηστομάνος, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αναστέλλοντας την έκδοσή του. Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε και η τολμηρότητα του θέματος της ερωτικής και συζυγικής απιστίας και η αντιμετώπιση της (κατά συνέπεια και η αποδοχή της) από τον συγγραφέα ως φυσική εξέλιξη δυνάμεων που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει.

Μέσα σε αυτό το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος μας διηγείται την ιστορία της ασθενικής Βεργινίας και του όμορφου (και αντικείμενο πόθου από όλα τα θηλυκά της γειτονιάς) Νίκου, που ξεκινούν τον πολλά υποσχόμενο έγγαμο βίο τους, την Λιόλια, που έρχεται να μείνει μαζί τους για να βοηθάει και να φροντίζει την άρρωστη σύζυγο, την μέρα με την μέρα απομάκρυνση του ζευγαριού, και την μέρα με την μέρα παράδοση του Νίκου και της Λιόλιας σ΄έναν έρωτα που αντίκειται σε όλους τους ηθικούς κανόνες. Η Βεργινία πεθαίνει ανακαλύπτοντας τον παράνομο έρωτα, το παράνομο ζευγάρι νομιμοποιεί με γάμο τη σχέση τους, αλλά η σκιά της πεθαμένης θα τους βαραίνει πάντα, με αποκορύφωμα την πρόωρη γέννηση και τoν ακόμα πιο πρόωρο θάνατο του ασθενικού παιδιού τους, της «Κερένιας Κούκλας» που μοιάζει σε όλα στην προδoμένη και νεκρή Βεργινία.

Αυτοί είναι οι τρεις βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, αλλά παράλληλα μαζί τους και μέσα σε αυτό χτίζεται η ατμόσφαιρα, το κλίμα και οι άνθρωποι της εποχής με τη γείτονες, τους συγγενείς, τους συναδέλφους στην εργασία να αποκτούν βασικούς ρόλους, παρέμβαση και συμμετοχή στην εξέλιξη της πλοκής. Ο Χρηστομάνος, αποκαλύπτει το εύρος της γραφής του σταδιακά, μετατρέποντας αργά-αργά ένα ηθογραφικό μυθιστόρημα σε αρχαία τραγωδία. Οι ήρωες εμπλέκονται με την Μοίρα, υποφέρουν από τα πάθη τους και στέκονται ανυπεράσπιστοι μπροστά σε αυτά, ακριβώς όπως οι τραγικοί ήρωες, με τη ζωή να τους ειρωνεύεται απροκάλυπτα και να τους οδηγεί στην συντριβή και κατά συνέπεια στην κάθαρση. Σε μια γραφή, όπου το ποιητικό στοιχείο είναι έντονο και βασικός οδηγός, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος μας παραδίδει ένα κείμενο γεμάτο λυρισμό, εικόνες και Ομορφιά (με τον ιδεολογικό προσανατολισμό της λέξης) περιγράφοντας έναν κόσμο ασθενικό, φτωχό και μίζερο, αναδεικνύοντας με τρόπο γλαφυρό μια πρωτόγνωρη για την εποχή νατουραλιστική ατμόσφαιρα σε πλήρη συμφωνία με έναν ιδεώδη ρομαντισμό και εξιδανίκευση. Μας παραδίδει ένα έργο που βρίθει συμβολισμών για τη ζωή και τον θάνατο, ακουμπώντας στα όρια του μεταφυσικού και των παραλογών.


Ο Βασίλης Βηλαράς, θεατρικοποίησε αυτό το σημαντικό έργο, με εμφανή στόχο να το επικοινωνήσει στο σήμερα και στο τώρα, χωρίς όμως να χάσει τίποτα όχι μόνο από το πνεύμα της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτήν την αδιόρατη με την πρώτη ανάγνωση, διαχρονικότητα του έργου. Αυτό, δεν αφορά μόνο τον σύγχρονο αφηγηματικό τρόπο που επέλεξε με πολύ έντονο το στοιχείο της αποστασιοποίησης, αλλά (κυρίως) τις παρεμβάσεις και τις παραλήψεις που επέλεξε να προσθέσει ή να αφαιρέσει. Επικεντρώνεται στα τρία βασικά πρόσωπα, αποτυπώνει σκηνικά τη γλαφυρότητα και τον λυρισμό του συγγραφέα με φυσικά φυτά ως σκηνικό (πόσο απλό, και ωστόσο βαθιά στοχευμένο και λαλίστατο μες στη σιωπή του σχόλιο!), ζωγραφίζει τη σχέση των ηρώων με τη φύση, τους προσδίδει σύγχρονη γλώσσα και συμπεριφορά, και ντύνει ηχητικά το περιβάλλον με λαϊκές μελωδίες. Η παράλειψη χαρακτήρων (όπως του κομβικού Μίμη, εργοδότη του Νίκου), ίσως δημιουργεί κάποιες απορίες η οποία αναπόφευκτα οδηγεί σε αινιγματικό (ή ακόμα και διαφορετικό) φινάλε, όμως οι χυμοί του έργου βρίσκονται εκεί, μπροστά σου φρέσκοι και αρωματικοί. Κάποιες στιγμές, έχεις την αίσθηση ότι υπερτονίζονται τα κωμικά στοιχεία των περιφερειακών χαρακτήρων (που ο ίδιος ο συγγραφέας με αξιοθαύμαστο τρόπο τους προσδίδει), υποψιάζεσαι αρχικά ακόμα και μια γελοιοποίηση τους με κάποια στοιχεία υπερβολής στην σάτιρα, ωστόσο γρήγορα συνειδητοποιείς ότι το κοινωνικό πλαίσιο είναι αυτό που στοχοποιείται με την τολμηρή σκηνοθετική ειρωνία την οποία συναντάς ακόμα και σε σκηνές (όπως αυτή της ερωτικής πράξης) που αποτελούν κόσμημα για την παράσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, το τέχνασμα της «επικοινωνίας» με τα φυτά αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της παράστασης. Και είναι αλήθεια, ότι σταδιακά η «πλάκα» τελειώνει, και η νεκρή Βεργινία κείτεται πάντα στη σκηνή να στοιχειώνει τους δύο εραστές. Στη σκηνή που χτίζονται δύο κόσμοι σε δύο επίπεδα: ο κόσμος του ερωτικού τριγώνου με τους Αντιγόνη Φρυδά (Βεργινία), Δημήτρη Τσιγκριμάνη (Νίκος) και Ιωάννα Πιατά (Λιόλια) από τη μια, ενώ παραδίπλα σε ρόλο αφηγητών/σχολιαστών/υπολοίπων χαρακτήρων βρίσκονται οι Γιάννης Κλίνης και Ευδοξία Ανδρουλιδάκη.

Το αφηγηματικό μέρος είναι έντονο με ζεστή φωνή από την Ευδοξία Ανδρουλιδάκη η οποία «τραγουδάει» την ιστορία δίνοντας ρυθμό και μέτρο συμβάλλοντας καθοριστικά στο ηχητικό και όχι μόνο περιβάλλον που το πιάνο του Γιάννη Κλίνη επιβάλλει με τις λαϊκές μελωδίες διαφορετικών εποχών, ο ίδιος ο Γιάννης Κλίνης διαπρέπει στο ρόλο της θείας Ελέγκως παραλλάσσοντας σκωπτικά τη χροιά του.Η Αντιγόνη Φρυδά μεταφέρει το ασθενές σώμα της Βεργινίας αποκαλύπτοντας λακωνικά, με ακινησία και ιδιαίτερα με το βλέμμα την πληγωμένη της ψυχή, ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης στέκεται στο ύψος ενός ρόλου που φαίνεται ότι «σκοντάφτει» σε δέμας, αλλά εκφράζει ιδανικά την ειρωνία του χαρακτήρα του ενώ η Λιόλια της Ιωάννας Πιατά αποτυπώνει την εκφρασμένη μεν αλλά όχι βεβαιωμένη με ασφάλεια άγνοια της ηρωίδας και την αμφίβολη αθωότητα του χαρακτήρα της. Και οι τρεις, παρουσιάζονται πλέον ως κερένιες κούκλες, εύπλαστες από τα πάθη τους, εύφλεκτες σε αυτά, που αργολιώνουν στην ίδια τους την φλόγα. Τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία,με το εκάστοτε βάρος ή ελαφρότητα τους χρωματίζοντας την παράσταση, ενώ τα φώτα της Ελίζας Αλεξανδροπούλου εμφανίζουν τις αττικές λιακάδες.

Η παράσταση έχει διαφορετικό τέλος από το μυθιστόρημα. Γιατί, αυτό που ο Βασίλης Βηλαράς θέλησε να αναδείξει με την ενδιαφέρουσα ματιά του σε αυτήν την ιστορία είναι το πρόσημο της συλλογικής και από κοινού ευθύνης των ηρώων της. Γιατί ναι, μας είπαν «μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είν΄η ζωή μας», αλλά σε αυτήν την ζωή δεν είμαστε άμοιροι των επιλογών μας.

Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ

φωτο: Ελίνα Γιουνανλή

*κινήματα και διαδηλώσεις που μέτρησαν ακόμα και ανθρώπινες απώλειες σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα με αφορμή την μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική, και την θεατρική παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου από το Βασιλικό Θέατρο σε μικτή γλώσσα.


10 + 1 λόγοι να δείτε τον «Γάμο» από τον Κώστα Παπ...
«Πήγαμε στο θέατρο Παραμυθίας και πήραμε μαθήματα ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares