24
Σαβ, Οκτ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Κριτική: «Πέρσες» του Αισχύλου από τον Δημήτρη Λιγνάδη. Με τη δύναμη (και τη δυναμική) του Χορού

111271852_2385861378374645_8256121782217228232_o

«όπου ανθίζει η Υβρις, μεστώνει το στάχυ της πλάνης…»

Οι «Πέρσες» του Αισχύλου είναι η αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Ως προς τη θεματική της, είναι ίσως η πρώτη που επεξεργάζεται ένα ιστορικό γεγονός, την νίκη των Αθηναίων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας επί του πολυάριθμου στόλου του Ξέρξη.

Υπάρχει, αν όχι ακόμα τουλάχιστον υπήρξε στο παρελθόν, ένας προβληματισμός από τους σχολιαστές αν τελικά συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της τραγωδίας (σύμφωνα και με τον Αριστοτέλειο ορισμό της) ή τελικά πρόκειται απλά για ένα Πανηγυρικό, έναν θεατρικό δηλαδή ύμνο για τη νίκη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας., που μπορεί να θωρακίσει μια εθνική συνείδηση στο σύνολό της, Σε όλο αυτό το (ψευτο)δίλημμα, αναμφίβολα συνέβαλε και ο τρόπος με τον οποίο χειραγωγήθηκαν πολιτικά τα κατά καιρούς ανεβάσματα της, τονίζοντας ιδιαιτέρως και μονομερώς τις εθνικές εξάρσεις της και μετατρέποντας την σε ιδεολογικό όπλο της επικρατούσας θεώρησης στον ελλαδικό χώρο ήδη από την πρώτη νεοελληνική παράστασή της μετά τον πόλεμο όταν το 1946, ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος μόλις είχε αναλάβει καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, παραλλήλισε στο έργο τα δίπολα «εθνικόφρονες Έλληνες»-«βάρβαροι εαμοβούλγαροι κομουνιστές» και «Ελλάδα-Ασία» (Εστία, 28/10/1946)

Όμως όχι. Οι Πέρσες, δεν είναι Πανηγυρικός, δεν είναι ύμνος του «μεγαλείου της ελληνικής φυλής» και πολύ περισσότερο δεν είναι (και δεν μπορεί να είναι) όπλο φτηνού εθνικισμού. Γιατί, η έξαρση για την πατρίδα (που ενυπάρχει στο έργο), γίνεται το όχημα για να παρουσιαστεί με τον πιο δραματικό και έντεχνο τρόπο από τον συγγραφέα το σχήμα Ύβρις-'Ατη-Νέμεσις και μάλιστα σε μια εποχή που η Αθηναϊκή Δημοκρατία εξελίσσεται η ίδια σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη όπως υπήρξε και η πατρίδα του Ξέρξη. Ο Αισχύλος, μέγας δεξιοτέχνης και χειριστής των ανθρώπινων παθών στο λόγο, υπενθυμίζει στους Αθηναίους, τι έπαθαν οι Πέρσες και ο Ξέρξης υποκινούμενοι της αλαζονείας, τυφλοί στην παγίδα της μοίρας, και οδηγούμενοι στην τιμωρία και τον εξευτελισμό, προφητεύοντας και την δική τους τιμωρία που θα ακολουθήσει την ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Γιατί αυτή είναι η μοίρα του αλαζόνα και υβριστή.

Το ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας, πάντα υποκρύπτει μια μεγάλη παγίδα, για τον εκάστοτε σκηνοθέτη, να αποκρυπτογραφήσει το τραγικό στοιχείο πίσω από το ανδραγάθημα, να αναδείξει την τραγικότητα μέσα από τον ηρωισμό. Γιατί, εδώ δεν είναι ούτε η πλοκή, ούτε η δομή της τραγωδίας αναμενόμενη και απλή, και ως εκ τούτου η τραγική κορύφωση και κάθαρση επέρχεται από άλλους δρόμους: ο τραγικός ήρωας, ο Ξέρξης στο μεγαλύτερο μέρος της μόνο ακούγεται, δεν δρα, «δεν μιμείται πράξιν». Εμφανίζεται στο τέλος και για πολύ λίγο, τσακισμένος και εξευτελισμένος, έχοντας χάσει την αίγλη και την παντοδυναμία του, τρανό τρόπαιο της Θείας Δίκης. Τον κυρίαρχο λόγο εδώ, τον έχει ο Χορός που είναι και ο μέγας πρωταγωνιστής.

Η παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη, (η πρώτη του από αναλήψεως καθηκόντων Καλλιτεχνικού Διευθυντή στο Εθνικό Θέατρο), στάθηκε σαν τιμητικό άγημα στο κείμενο του Αισχύλου. Και αυτή η παρομοίωση δεν είναι σχήμα λόγου, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τόσο τα βασικά στοιχεία της (όπως η μετρική μετάφραση του Θ.Κ. Στεφανόπουλου) όσο και τα επί μέρους της. Ξεκινώντας με ατμόσφαιρα θρησκευτικού χαρακτήρα, την απογειώνει σε λόγιους δρόμους χωρίς όμως να αποφεύγει κάποια στοιχεία βερμπαλισμού, όπως είναι η ερασμιακή προφορά αποσπασμάτων στα αρχαία ελληνικά, που φρονώ δεν προσέδωσε καμιά επιπλέον βαρύτητα στο λόγο (κι εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμα και οι νεοελληνικοί υπέρτιτλοι ήταν γραμμένοι με το πολυτονικό σύστημα). Αντίθετα, εκείνο που έδωσε χρώμα και χαρακτήρα στην παράσταση ήταν η λέξη τη λέξη μουσική ακολουθία του Γιώργου Πούλιου, που μέσα από βαθιά παραδοσιακούς δρόμους, καθοδήγησε σχεδόν μυστικιστικά την ατμόσφαιρα σε μια λαϊκή κατάνυξη: λύρα, κλαρίνο, μπουζούκι ήχησαν ανατολίτικα ταξίμια , θρακιώτικους σκοπούς και δημοτικά μοιρολόγια. Μέσα από αυτήν τη μουσική ο Χορός εκτοξεύει τον σπαραγμό και την κραυγή απελπισίας του.

Με βαθιά γνώση, της ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας του Χορού σε αυτήν την τραγωδία, ο Δημήτρης Λιγνάδης δικαιώθηκε απόλυτα στην επιλογή του για τα μέλη του, οι οποίοι έδρασαν επί σκηνής με πειθαρχία και μέτρο, ως ένα αδιατάραχτο σύνολο, δημιουργώντας μια σωματική και υποκριτική πανδαισία στην ορχήστρα και αποσπώντας (δικαιότατα) τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα του θεάτρου. Οι Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μιχάλης Θεοφάνους, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Γιώργος Μαυρίδης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας (κορυφαίος με εκτόπισμα) και Αλμπέρτο Φάις, είναι πραγματικά το πολύ δυνατό χαρτί του συνόλου της παράστασης. Χορογραφημένοι με έμπνευση από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, κρατώντας ξύλινα κοντάρια, περιχαράσσουν σχηματισμούς γεμάτους κίνηση και ένταση, με στόχο την απεικόνιση τόσο των αφηγήσεων (τι θαυμάσια η σκηνή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας!) όσο και των συναισθημάτων.

Η Άτοσσα της Λυδίας Κονιόρδου, είναι προφανές πως δεν είχε στόχο να συγκεντρώσει στο πρόσωπό της τον πόνο όλων των μανάδων για τα καταστραμμένα ή και αδικοσκοτωμένα παιδιά τους. Επιβλητική, στητή, ξεκάθαρη με λόγο που εξακοντίζεται με σταθερότητα, θρηνεί για το χαμένο γόητρο, εγκλωβισμένη όμως στον κυρίαρχο τίτλο περισσότερο της Βασίλισσας παρά της Μητέρας. Δυστυχώς, είναι και το ίδιο το κοστούμι της Εύας Νάθενα, που δεν επέτρεψε στην ηθοποιό να απελευθερώσει πλήρως την υποκριτική της διάσταση, εγκλωβισμένη ασφυκτικά και σε όλα τα επίπεδα (ιδιαίτερα σωματικά και κινησιολογικά). Κοστούμι, που θεωρώ ήταν εντελώς εκτός κλίματος και ατμόσφαιρας (ακόμα και εκτός χρονικής και τοπικής αναφοράς) και ερχόταν σε πλήρη αισθητική αντίθεση με τα κοστούμια Χορού και λοιπών υποκριτών, τα οποία ήταν λειτουργικά και πλήρως εναρμονισμένα με την παράσταση.

Ο Άγγελος του Αργύρη Πανταζάρα, διακρίθηκε ως ένα μικρό υποκριτικό κομψοτέχνημα. Μια ξεκάθαρη ερμηνεία, που εγείρει όχι μόνο αισθήσεις αλλά και συναίσθημα, φτάνοντας ακριβώς μέχρι την αρτιότητα του μέτρου. Γνωρίζει καλά που σταματά η τραγική κορύφωση και αρχίζει η υπερβολή. Εικονοπλαστικός στην διήγησή του, στις θλιβερές ειδήσεις που φέρνει, σε συνδυασμό με τον Χορό που τον περιβάλλει και με τη διαλεκτική σχέση με την Άτοσσα, η δική του σκηνή συγκλονίζει.

Δε θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε τα ίδια και για τον Δαρείο του Νίκου Καραθάνου, ο οποίος δείχνει ότι για κάποιο λόγο βρίσκεται «εκτός νερών». Χαμηλόφωνος, χαμηλότονος, δεν «πατάει στο ρόλο» και σίγουρα δεν αποδίδει με πειστικότητα το μεγαλείο και τη σοφία του νεκρού βασιλιά που έρχεται από τον Κάτω Κόσμο αφήνοντας στο διάβα του σκόνη και νεφέλες, για να μάθει, να συμβουλεύσει, να προφητεύσει. Δυστυχώς, το προσδοκούμενο Δέος, δεν επέρχεται. Και ίσως πάλι σε αυτό συμβάλλει το υπερφίαλο κοστούμι της Άτοσσας που την καθιστά αστόχως επιβλητικότερη και μεγαλοπρεπέστερη στο πλάι του και απέναντί του.

Ο Ξέρξης του Αργύρη Ξάφη, έρχεται πληγωμένος και ταπεινωμένος. Ο ηθοποιός, στα λίγα λεπτά της εμφάνισής του, αποδίδει με πληρότητα τον τραγικό ήρωα που η Νέμεσι τον έχει τσακίσει. Σπαρακτικός σε κίνηση, σε έναν λόγο που περικλείει τον λυγμό και τον παραδαρμό της ήττας, κλείνει την τραγωδία, έχοντας επιτελέσει τον σκοπό του, την «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Η παράσταση είχε μερικές εξαιρετικές στιγμές: η φωτισμένη Ακρόπολη που βρίσκεται σχεδόν μόνιμα στη σκηνή υπενθυμίζοντας στους Πέρσες την Αθήνα που θέλουν να ξεχάσουν, η σκηνή της επίκλησης του Δαρείου με τον Χορό να απλώνει τα πουκάμισά του στο χώμα διαβάζοντας τα αρχαία λόγια που είναι γραμμένα πάνω τους, τα ίδια τα πουκάμισα που θα μετατραπούν σε σκέπαστρα που θα καλύψουν από σεβασμό τα κεφάλια τους στην εμφάνιση του Δαρείου. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει και στα φώτα της Χριστίνα Θανάσουλα, που με τόσο εμφατικό τρόπο ενίσχυσε τον «έλεος» και τον «φόβο», ενώ τα λακωνικά σκηνικά (τα εκκλησιαστικά στασίδια και ο διάδρομος που εμφανίζονται από τα βάθη του Επιδαύρειου άλσους οι άρχοντες) της Αλέγια Παπαγεωργίου εξυπηρέτησαν απόλυτα την φιλοσοφία της παράστασης αφήνοντας χώρο στη δράση, και αποτύπωμα στο μήνυμα.

«Οι Πέρσες» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη, παρά τα επί μέρους θέματα που μπορούν να εγείρουν και μια συζήτηση πάνω στην σύγχρονη αντίληψη αναβίωσης του αρχαίου δράματος (θεωρώ ότι η προσήλωση στο φιλολογικό υπόβαθρό του, έχει να δώσει πράγματα) είναι μια παράσταση που έχει χαρακτήρα, δυναμισμό, παλμό και ικμάδα. Έχει και κάτι σημαντικότερο: ξεκάθαρο σκηνικό αποτύπωμα. Επανασυστήνει μια μετρική σκηνική γλώσσα την οποία καταφέρνει να την παντρέψει με έναν ποιητικό Λόγο, και (ακόμα πιο δύσκολο αυτό) με την λαϊκή παράδοση. Και επιπλέον, έχει την ικανότητα να την επικοινωνεί.

Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ

Κριτική/ «Αθηναίων Πολιτεία» από τον Βασίλη Παπαβα...
Κριτική: «Μένουμε…ταπί» στο Από Κοινού Θεάτρου ή η...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares