InTownPost

Ακολουθήστε μας :

01
Τετ, Δεκ
Tο διάβασαν 399 άτομα (399 Views)

«Κασσωπαία Χώρα: Η Αφετηρία του Βόρειου Δρόμου του Μεταξιού» (Μέρος Α’)

KAS112-8871


Σε συνέχεια των προηγούμενων άρθρων, όπου αναφέρθηκα περί της πολιτισμικής καταστάσεως της Ηπείρου, στο παρών άρθρο μου θα αναφερθώ στην «Αρχαία Κασσώπη» (Κασσωπαία χώρα), την πόλη της Ηπείρου, παράδειγμα αρχιτεκτονικής και κοινωνικής ζωής του 2ου -3ου π.Χ., η οποία αποτέλεσε την απαρχή του δρόμου του Μεταξιού τον 3ο αιώνα π.Χ

H αρχαία Κασσωπαία, χώρα της Ηπείρου («Απείρου γης» η έκταση της οποίας συμπίπτει περίπου με αυτή του σημερινού νομού Πρεβέζης, είχε ως πρωτεύουσα την Κασσώπη, η οποία ευρίσκεται στη σημερινή περιοχή του χωριού Καμαρίνα στις πλαγιές του Ζάλογγου. Η Φυσική οχυρή και στρατηγική της θέση, έδινε την δυνατότητα στην πόλη να ελέγχει τον σημαντικό εμπορικό άξονα Βορρά-Νότου και εκείνου που ένωνε την ενδοχώρα με τα παράλια.

Η Κασσωπαία χώρα εκτεινόταν κατά την αρχαιότητα, μεταξύ του Αμβρακι­κού Κόλπουότια) και του Ιονίου πελάγους (δυτικά), ανάμεσα στους ποταμούς Αχέρονταόρεια) και Άραθου (ανατολικά), περιελάμβανε δε την μεγάλη ορεινή ενδοχώρα, τις εύφορες πεδιάδες που έφθα­ναν έως τις ακτές του Ιονίου και την πλούσια λιμνοθάλασσα του Αμ­βρακικού, που παρείχαν αφθονία αγαθών στους κατοίκους όπως αναφέρουν οι Στράβων στα Γεωγραφικά (Ζ,7.56, 324ι,), ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, εξερευνητής του 6ου αιώνα π.Χ. στο έργο του Περίπλους, και ο Παυσανίας στα Ηλιακά 7,2 αντίστοιχα:


«νέμονται χώραν ευδήμονα έχοντες…»

«Η Κασσωπαία ήτο εθνότης εγκατεστημένη νοτίως της Θεσπρωτίας και παροικούσαν δε ούτοι έως τον Ανακτόριον Κόλπον», (Αμβρακικός).

«Παράπλους δε εστί της Κασσωπαίας χώρας ήμισυ ημέρες… οἱ Κασσωπαῖοι μέχρι τοῦ μυχοῦ τοῦ κατὰμβρακίανπέρκειται δὲ αὕτη τοῦ μυχοῦ μικρόν, Γόργου τοῦ Κυψέλου κτίσμα παραρρεῖ δ᾽ αὐτὴνρατθος ποταμός, ἀνάπλουνχωνκ θαλάττης εἰς αὐτὴνλίγων σταδίων, ἀρχόμενοςκ Τύμφηςρους καὶ τῆς Παρωραίας


Ο Θουκυδίδης (1. 46. 4) αναφερόμενος στα γεγονότα της ναυμαχίας των Συβότων (433/2π.Χ.), λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, μας δίδει λεπτομερή περιγραφή της γεωμορφολογίας της περιοχής, με τους μικρούς κόλπους τα βραχώδη ακρωτήρια στις ακτές και το εσωτερικό ορεινό τοπίο που διακόπτεται από τις κοιλάδες των ποταμών Θύαμη (σημερινού Καλαμά) και Αχέροντα και των μικρότερων παραποτάμων των. Η τραχεία αυτή - κατά τον Στράβωνα (Γεωγραφικά Ζ, 7.8.) - χώρα, με τους παράλληλους μεταξύ τους ορεινούς όγκους, που βαθμιαία χαμηλώνουν δυτικά, κατοικείτο ήδη από τη Μέση Παλαιολιθική 100.000 π.Χ.) και αδιάλειπτα καθόλη την διάρκεια των προϊστορικών και ιστορικών αιώνων (Σ. Λάζαρη 2006 41-60), όπως απέδειξαν οι ανασκαφές του Βρετανού καθηγητή Eric Higgs και του καθηγητού Σωτήριου Δάκαρη το 1963-1965 στο Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλικο Πρεβέζης και Κοκκινόπουλο του ποταμού Λούρου.

Ο Στράβων στα (Γεωγραφικά VII 7, 1) θεωρούσε την Κασσωπαία χώρα τμήμα της Θεσπρωτίας, αν και είναι γνωστό από αρχαία νομίσματα ότι η Κασσωπαία αποτέλεσε αυτόνομη πολιτεία. Αν ληφθεί όμως υπόψη η γνώμη του Στράβωνα, όπως και άλλων συγγραφέων, που τοποθετούν τη Δωδώνη σ΄ αυτή τη χώρα, τότε θα πρέπει να εκλαμβάνεται ότι η Θεσπρωτία στην αρχαιότητα περιελάμβανε όλη την έκταση της περιοχής του Σουλίου, τις πεδιάδες της Άρτας και της Πρέβεζης μέχρι και τον Αμβρακικό κόλπο.

Η Κασσωπαία αλλά και ολόκληρη η Ήπειρος κατοικήθηκε ήδη από τους παλαιολιθικούς χρόνους όπως απέδειξαν τα ανασκαπτικά ευρήματα που ήλθαν στο φως, υπό των καθηγητών όπως αναφέρθει ανωτέρω: Eric Higgs και Σωτήριο Δάκαρη τα έτη 1963-1965 στο Παλαιολιθικό Σπήλαιο Ασπροχάλκου Πρεβέζης, στην Κασσώπη το 1952­-55 από τον Καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα από τον ίδιο καθηγητή μεταξύ των ετών 1958 και 1977, και στο Μαντείο της Δωδώνης το 1875 από τον Κ. Καραπάνο, για να συνεχιστούν τα έτη 1913 υπό του Γ Σωτηριλαδη, του Δημητρίου Ευαγγελίδη τα έτη 1929-1959.

Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως επίσης και ευρήματα ζωής του Homo Sapiens από το 100.000 - 10.000 πΧ. Παρόμοια ευρήματα ήλθαν στο φως επίσης από τους ανωτέρω καθηγητές και στη θέση Καστρίτσα Ιωαννίνων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα απέδειξαν ότι οι κάτοικοι εκείνης της εποχής ήταν κυνηγοί, τροφοσυλέκτες και ποιμένες. Νεότερες δε ανασκαφές το 1981 από τον Καθηγητή Δάκαρη απέδειξαν ότι οι Κασσωπαίοι κατασκεύαζαν μεγάλους θολωτούς τύμβους για να θάψουν τους ηγέτες τους. Οι τύμβοι αυτοί είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνους που κατασκευάστηκαν αργότερα από τους Μυκηναίους. Το στοιχείο αυτό έχει υποστηριχθεί από την αρχαιολογική κοινότητα ότι αποτελεί απόδειξη της συγγένειας μεταξύ Κασσωπαίων της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής και Μυκηναίων της μετέπειτα εποχής του Χαλκού περί το 1660 π.Χ.

Από τις γραπτές αρχαίες πηγές είναι γνωστό ότι κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. οι Ηλείοι είχαν εγκαταστήσει στην Κασσωπαία τέσσερις αποικί­ες την Πανδοσία, στο Καστρί του Αχέροντα, την Ελάτρεια στον Παλιορόφορο, τις Βατίες στο Ριζοβούνι και τo Βουχέτιον ή Βούχεια στο κάστρο των Ρωγών.

Το 580-600 π.Χ. ιδρύεται η πόλη Ωρικός, κτίσμα των Ευβοέων κατά την παράδοση (Ψευδο-Σκύμνος 411-13: «ελληνίς ωρικός» (παράλιος πόλις / εξ Ιλίου γαρ επανάγοντες Ευβοείς / κτίζουσι, Εκαταίος FgrHist 1, F 106).

Το 625 π.Χ. ιδρύεται στην Κασσωπαία, η κορινθιακή αποικία της Αμβρακίας σε ιδιαίτερα προνομιούχο θέση στον μυχό του Αμβρακικού κόλπου (σημ. Άρτα), καθώς βρισκόταν επάνω στον κυριότερο δρόμο επικοινωνίας της ηπειρωτικής ενδοχώρας με τη νοτιότερη Ελλάδα.

Η ίδρυση των αποικιών σε επίκαιρα σημεία πλησίον της Θαλάσσης και στις όχθες του Αράχθου, του Λούρου και του Αχέροντα οι οποίοι είναι πλωτοί στον κάτω ρου, συνέβαλε καθοριστικά στον σταδιακό περιορισμό της πολιτιστικής απομόνωσης της Κασσωπιαίας, Ο παραδοσιακός όμως νομαδικός τρόπος ζωής εξακολούθησε, παρά την επίδραση των αποίκων, να καταλαμβάνει σημαντική θέση στην τοπική οικονομία έως και το πρώτο ήμιση του 4ου π.Χ. αιώνος, σύμφωνα με τον (Ψευδο-Σκύλακα, Ψευδο-Σκύμνος 409-410). Η γεωγραφική θέση των αποικιών συνέβαλε καθορίστηκα ώστε οι άποικοι ήλεγχαν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της εύφορης Κασσωπαίας αλλά και της Ηπείρου γενικότερα.

Κ α σ σ ω π α ί ο ι 

Οι Κασσωπαίοι ίδρυσαν με συνοικισμό μικρότερων ατείχιστων οικιστικών νησίδων, σύμφωνα με τον Στράβωνα, την περίοδο μεταξύ 350 και 360 π.χ. την Κασσώπη σε ένα οροπέδιο με μέσο υψόμετρο 550μ. περίπου στις απότομες νοτιοδυτικές πλαγιές του Ζαλόγγου. Πρόκειται για φυσικά οχυρή και στρατηγικής σημασίας θέση σε κομβικό σημείο της επικράτειάς τους, από όπου εποπτεύει κανείς τη βόρεια ορεινή ενδοχώρα και τις νότιες πεδινές παραθαλάσσιες περιοχές της αρχαίας Κασσωπαίας, αλλά και το σύνολο των χερσαίων και υδάτινων δρόμων της περιοχής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Κασσώπη αποτέλεσε το διοικητικό, πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο των Κασσωπαίων. Ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξή της υπήρξε η υποταγή των Ηλειακών αποικιών από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, το 343/342 π.χ. Το γεγονός αυτό ανέδειξε την Κασσώπη - με την απόκτηση του ελέγχου των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών- στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της περιοχής.

Οι Κασσωπαίοι, ένα, γεωγραφικά, φύλο της αρχαίας Ηπείρου, κλάδου των Θεσπρωτών όπως αναφέρει ο Στράβων στα Γεωγραφικά Ζ,7.56, 323-324ι: «Χάονες μέν ούν και Θεσπρωτοί και μετά τούτων εφεξής Κασσωπαίοι εισι, και ούτοι δ' εισί την από Κεραυνίων ορέων μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται χώραν ευδήμονα έχοντες…», οι οποίοι κατοικούσαν σε μικρά χωριά όπως αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ιστορική βιβλιοθήκη στο Α βιβλίο) : «Παράπλους δ τῆς Θεσπρωτίαςμισυμέρας. Κασσωποί. Μετὰ δὲ Θεσπρωτίαν Κασσωπία ἐστὶνθνος. Οἰκοῦσι δὲ καὶ οὗτοι κατὰ κώμας. Παροικοῦσι».

Από το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα γίνονται συνα­σπισμοί φύλων στην Ήπειρο (πρόδρομοι του μετέπειτα «κοινόν των Ηπειρωτών»), ιδρύ­ονται νέες πόλεις με οργανωμένο σχέδιο όπως η Κασσώπη. η Αμμότοπος, η Γιτάνη.


Οι Κασσωπαίοι σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο (Ιστορίες ΧΧΧ-15 και ΚΣΤ) και τον Τίτο Λίβιο (Consilium Απειρωτάν), έλαβαν μέρος στο «Κοινό των Ηπειρωτών» (Κοιννπειρωτᾶν), ένα είδος αρχαίας Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ετερογενών πόλεων-κρατών της Ηπείρου κατά την Ελληνιστική περίοδο. Ο ιστορικός Πολύβιος είναι ο πρώτος που αναφέρεται στο κοινό των Ηπειρωτών και ότι οι Ηπειρώτες όρισαν τη Φοινίκη ως πρωτεύουσα του Κοινού το έτος 234 π.Χ. επειδή ήταν η πιο πλούσια και η πιο οχυρωμένη πόλη.

Η ομοσπονδία αυτή υφίστατο μέχρι το τέλος της ετήσιας βασιλείας της δολοφονηθείσας Δηιδάμειας το 300 π.Χ. 1), κόρης του Πύρρου Β΄, τελευταίας ηγεμόνος της Δυναστείας των Αιακιδών. Μετά την κατάλυση της μοναρχίας η Ήπειρος έγινε Κοινόν, δηλαδή, ομόσπονδο κράτος που συνένωνε «έθνη» με κοινούς δεσμούς, λατρείας, φυλετικούς, οικονομικούς, ασφαλείας, κατά το πρότυπο κυρίως των Αιτωλών και των Αχαιών. Συγχρόνως, οι Μολοσσοί έχασαν τελείως την ηγετική θέση που είχαν απέναντι στα δύο άλλα ηπειρωτικά φύλα, στους Χάονες και τους Θεσπρωτούς, έτσι έγινε πρωτεύουσα η Φοινίκη, στην περιοχή των Χαόνων. Εκεί είχαν την έδρα τους οι αρχές του Κοινού και γίνονταν οι γενικές συνελεύσεις. Το τέλος της ομοσπονδία αυτής επέρχεται το 168 π.Χ. με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Ρωμαίους υπό τον Αιμίλιο Παύλο.

Αντίθετη άποψη για την ομοσπονδιακή συμμαχία εκφράζει ο P. R. Franke (1989, Cambridge University). "CH. 10 PYRRHUS", p. 459, ISBN 0-521-23446-8.), ο οποίος αναφέρει την ίδρυση της ομοσπονδίας των Ηπειρωτών το 370 π.Χ. και το τέλος αυτής το 320 π.Χ.. Πιθανός ο ανωτέρω συγγραφεύς αναφέρεται στην πρώιμη ομοσπονδία των Μολοσσών, όταν οι Αιακίδες εγκαθίδρυσαν την δυναστεία αυτή στην Ήπειρο και την ένωσαν σε ενιαία πολιτική οντότητα από το 370 π.Χ.. Οι Μολοσσοί συμμάχησαν με το ισχυρό, εκείνη την εποχή μακεδονικό βασίλειο, και το 359 π.Χ. η Μολοσσίδα πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, ανιψιά του βασιλιά Αρύββα της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον βασιλιά Φίλιππο Β,και έφερε στον κόσμο τον Μέγα Αλέξανδρο. Στην ομοσπονδία αυτή ενετάχθησαν και οι Χάονες και οι Θεσπρωτοί όπως αναφέρεται από τον Τίτο Λίβιο στο (Epirus Consilium) Οι Κασσωπαίοι ωςανεξάρτητο φύλο, όπως φαίνεται από τον ψευδο­-Σκύλακα και τον κατάλογο των Θεοροδόκων της Επιδαύρου (360 – 355 π.Χ.) μετέχουν στο πρώτο αυτό Κοινόν των Μολοσσών.

Παραπομπή

1) Iστορική αναδρομή

Οι γνώμες μεταξύ των αρχαιολόγων για το πότε ιδρύθηκε η Κασσώπη ή τουλάχιστον ο πρώτος οικισμός διίστανται, ιδίως μετά από την ανακάλυψη του Σ. Δάκαρη το 1983, μιας μαρμάρινης επιγραφής παραπλεύρως του Ναού της Αφροδίτης, η οποία έφερε χαραγμένο το όνομα: Λύκιος Ζευς. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε ορισμένους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι μάλλον οι πρώτοι οικιστές ήσαν Αρκαδες του 8ου πΧ αιώνα, και εν συνεχεία από τους Ηλείους, γιατί ως γνωστόν ο Λύκιος Ζεύς απαντάται στην Αρκαδία. Άλλοι όμως αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. από τους Θεσπρωτείς.

Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Κασσώπη συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φύλα της Ηπείρου που τάχθηκαν υπέρ της Δηλιακής Συμμαχίας και των Αθηναίων. Στη συνέχεια ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, κατέλαβε μεταξύ άλλων και την Κασσώπη και την παρέδωσε ως δώρο στον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ αδελφού της Ολυμπιάδος και γιου του βασιλέα Αλκέτα του Β της δυναστείας των Αιακιδών, του ηπειρωτικού φύλου των Μολλοσών. Ενδιαφέρον στην ιστορία έχει ότι ο Αλέξανδρος Α' παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και την ημέρα του γάμου δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β' από τον Παυσανία.

Σύμφωνα με τον Παυσανία (Ηλιακά Β), ο αυταρχικός χαρακτήρας του Αλκέτα, στάθηκε η αιτία να τον εκδιώξει ο πατέρας του από το βασίλειο. Τον Αρύββα διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Ά και κατόπιν ο Αιακίδης. Μετά το θάνατο του τελευταίου ενώ μαχόταν τον Κάσανδρο, οι Ηπειρώτες ανακάλεσαν τον Αλκέτα από την εξορία για να καλύψει το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου άρχισε μια οξεία διαμάχη του στρατηγού Κάσσανδρου με την Ολυμπιάδα, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή της Ολυμπιάδος από τις Αιγές στην Κασσώπη, κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Κάσσανδρου εναντίον της.

Με την εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, ο Κάσσανδρος έστειλε τον στρατηγό του Λυκίσκο να εισβάλει στην Ήπειρο και να καταλάβει την Κασσώπη, ελπίζοντας να απομακρύνει τον Αλκέτα και να συλλάβει την Ολυμπιάδα. Τότε ο Αλκέτας έστειλε τους γιους του, Αλέξανδρο και Τεύκτρο στους διάφορους οικισμούς να συγκεντρώσουν στρατό. Ο ίδιος στρατοπέδευσε με τους άνδρες που είχε ήδη κοντά στον εχθρό και περίμενε να επιστρέψουν οι γιοι του όπως αναφέρουν (οι W. Hoepfner, E.L.Schwander, 1986, 1994 και Δημήτρης Μανωλεσάκης.).

Οι Ηπειρώτες τρόμαξαν στη θέα της υπεροχής των στρατευμάτων του Λυκίσκου και αυτομόλησαν στον εχθρό. Εγκαταλελειμμένος, ο Αλκέτας βρήκε καταφύγιο στις Ευρυμενές, μια πόλη της Ηπείρου. Καθώς η πόλη πολιορκείτο, κατέφθασε με ενισχύσεις ο γιος του Αλέξανδρος. Ακολούθησε βίαιη και πολύνεκρη μάχη, η οποία είχε δυσμενή αποτελέσματα για το Λυκίσκο. Εντούτοις, όταν κατέφθασε ο Δεινίας με ενισχύσεις έλαβε χώρα δεύτερη μάχη, στην οποία οι Ηπειρώτες ηττήθηκαν. Οι Αλέξανδρος και ο Τεύκρος ακολούθησαν τον πατέρα τους στη φυγή του με κατεύθυνση κάποιο οχυρό, ενώ ο Λυκίσκος καταλάμβανε της Ευρυμενές, λεηλατώντας και καταστρέφοντάς τις.

Όσο συνέβαιναν αυτά, ο Κάσσανδρος είχε ήδη αρχίσει να κινείται με κατεύθυνση την Ήπειρο για να ενισχύσει το στρατηγό του. Μόλις όμως ενημερώθηκε πως ο Λυκίσκος είχε στεφθεί νικητής, ήρθε σε επαφή με τον Αλκέτα, με τον οποίο τελικά ήρθε σε συμφωνία αφού, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, να του παραδώσει την Ολυμπιάδα. Η Ολυμπιάδα όμως είχε είδη διαφύγει στην Αμφίπολη. Ο Αλκέτας μη έχοντας την Ολυμπιάδα και απειλούμενος από τον Λυκίσκο, ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει έξω από την Κασσώπη, του παραχώρησε μέρος του στρατού του για να τον βοηθήσει στην - αποτυχημένη όπως αποδείχτηκε - πολιορκία της Απολλωνίας που σχεδίαζε σύμφωνα πάντα με τον Σκύλακα.

Σημαντική είναι η πληροφορία την οποία παραθέτει ο Δαμάχος (Ιστορίες Β, 12).ότι οι ιέρειες της Αφροδίτης φοβούμενες την εκδίκηση του Κάσσανδρου επειδή είχαν δώσει άσυλο στην Ολυμπιάδα και κατά την είσοδο του Λυκίσκου στην πόλη (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Ιστορία του Ελληνικού έθνους), σχημάτισαν κυκλικό χορό κατά τον οποίο μία μία έπεφταν από τα τοίχοι της Κασσώπης, Αυτό σύμφωνα με τους Φρανσουά Μπυκενβίλ και Θεόφυλο Σπυράκο μπορεί να αποτελεί πρόγονο του χορού του Ζαλόγγου των Σουλιωτών.

Η παρακμή της σημαντικής αυτής πόλεως άρχισε περί το 170 π. Χ. Το 167 π. Χ. Ο Αιμίλιος Παύλος, με τη σταδιακή άνοδο της μακρόχρονης ρωμαϊκής περιόδου κατέστρεψε την Κασσώπη.


Ο ιστορικός Σαράντης Καργάκος στο έργο του (Ολυμπιάδα βίος και πολιτεία της) αναφέρει ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση του «Κοινού των Ηπειρωτών» με το προγενέστερο όμοιο ομοσπονδιακό σχήμα, «Συμμαχίας των Απειρωτάν», που ήταν δημιούργημα της Μυρτάλης-Ολυμπιάδας μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είχε Μολοσσική καταγωγή, διευρύνοντας το κοινό των Μολοσσών, ενισχύοντας το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών.

Το κάθε βασίλειο διατηρούσε την αυτοδυναμία του αλλά πειθαρχούσε στις αποφάσεις της «Συμμαχίας», που λαμβάνονταν κατά τις συνεδριάσεις που γίνονταν συνήθως στο ναό του Διός στην Πασσαρώνα ή στην Κασσώπη ή στην Αμβρακία.

Η Δωδώνη βέβαια ήταν το ιερό κέντρο της «Συμμαχίας». Η ομοσπονδία αυτή διήρκεσε μόνο εννέα έτη από το 336 -328 π.Χ. λόγω της διαμάχης των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε αμφότερες όμως τις ομοσπονδίες είχαμε σύμπραξη Κασσωπαίων, Μολοσσών, με Χάονες, Θεσπρωτούς και αποικίες Ηλείων όπως οι Πανδοσία, Βουχέτιον, Ελάτεια και Βατίαι, αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ο περιηγητής Κυριάκος από την Ανκόνα (Edward W. Bodnar, Clive Foss (Hrsg.): Cyriac of Ancona: Later travels. Harvard University Press, Cambridge, MA 2003), αναφέρει πώς το έτος 1435 που επισκέφθηκε την Κασσώπη «βρήκε ένα μεγάλο δάσος από βελανιδιές και χρυσόξυλο», ένα είδος πουρναριού από το οποίο με κατεργασία έπαιρναν το πριονικόκι, ή κρεμεζί, ή κικνίδι, βαφή της υφαντουργίας. Οι Κασσωπαίοι, πέραν της κτηνοτροφίας, αλιείας και γεωργίας, στράφηκαν τον 2ο αιώνα π.Χ. προς τη βιοτεχνία και το ναυτιλιακό εμπόριο.

Τα καράβια των Κασσωπαίων όργωναν την Μεσόγειο Θάλασσα και διακινούσαν προϊόντα της Ηπείρου όπως κρασί, λάδι, ελιές, φρούτα, ξηρούς καρπούς και μεταξένια υφάσματα στην Καρχηδόνα και στην Ρώμη, Βρινδίσιο, Μασσαλία, Γιβλαταρ, στα παράλια της Αδριατικής, στα νησιά του Αιγαίου, στα Μικρασιατικά παράλια, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και στην Αίγυπτο.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις σχετικά με τις σχέσεις των Ηπειρωτών με τους προγόνους των Ρωμαίων, τους Ετρούστους.


Η συνέχεια στο επόμενο Δεύτερο Μέρος με τους τρεις μεγάλους εμπορικούς δρόμους της Αρχαίας Κασσώπης.


Βιβλιογραφία

Θουκυδίδου : Ιστoρίαι 1. 46. 4

Σ. Λάζαρη : Κασσώπη 2006 41-60

Ψευδο-Σκύμνος 411-13

Εκαταίος : FgrHist 1, F 106,

Στράβων Γεωγραφικά : Ζ,7.56, 323-324ι

Πολύβιου Ιστορίες : ΧΧΧ-15 και ΚΣΤ

P. R. Franke (1989, Cambridge University). «CH. 10 PYRRHUS», p. 459, ISBN 0-521-23446-8.),

Τίτος Λίβιος : Epirus Consilium

Σαράντης Καργάκος : Ολυμπιάδος βίος και πολιτεία της

Κυριάκος Aγκωναίος : Edward W. Bodnar, Clive Foss (Hrsg.): Cyriac of Ancona: Later travels. Harvard University Press, Cambridge, MA 2003)

Πλίνιος ο πρεσβύτερος : Φυσική Ιστορία 4,6

Στράβωνας : (Γεωγραφικά 7.6),

Παυσανίας : Ηλιακά Β

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος : Ιστορία του Ελληνικού έθνους

Διόδωρος Σικελιώτης : Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΧ, 88

Χ. Γκούβας : Κασσώπη : Πρωτεύουσα της αρχαίας Πρέβεζας

Πομπώνιος Μέλας : Γεωγραφικά Ι,

Ban Gu : Βιβλίο των Χαν

Αρριανός : Αλεξάνδρου Ανάβασις

Πλούταρχος : Βίοι Παράλληλοι -217 -Κράσσος 33

Zhang Qian : Bιβλίο των Χαν

Dictionary of Greek and Roman Geography : Volume 1, Page 560

Κλαύδιος Πτολεμαίος : Γεωγραφική αφήγηση

Ο Στράβων : Γεωγραφικά III, 23, 1

Αρριανού : Ινδική

Κλαύδιος Πτολεμαίος : Περί του από της χρυσής χερσονήσου επί τα Κατίγκαρα περίπλους βιβλίο Ι

Κ. Α .Αθανασιάδης : Αι ναυτικαί εξερευνήσεις κατά την αρχαιότητα

Πτολεμαίου : Γεωγραφικά II

Ban Gu : Περί της Ανατολικής δυναστείας των Xan ΙΙ

Γεώργιος Ρήγινος - Δήμητρα Παπακώστα -ΝΑ. Αγγέλη : Ο αρχαιολογικός χώρος της Κασσώπης

Γ. Ρήγινος : Το θέατρο και το βουλευτήριο της Κασσώπης,

Σ. Δάκαρης : Η ρωμαϊκή πολιτική στην Ήπειρο.

Κ. Γραβάνη : Τοπογραφικά Κασσωπαίας

Θ. Κοντογιάννη: Κασσώπη: Συνοπτικός οδηγός του αρχαιολογικού χώρου. Ιωάννινα 2006.

Ν. Κατσικούδης : Η αγορά και το θέατρο στην αρχαία Ήπειρο,

Ιστορία του Ελληνικού Εθνους : Eκδοτική Αθηνών

Σ. ∆άκαρης : ΠΑΕ (1952) 326-362, ΠΑΕ (1953) 164-174, ΠΑΕ (1954) 201-209, ΠΑΕ (1955) 181-186.

S. Dakaris, Cassopaia and the Elean Colonies : Ancient Greek Cities 4 (1971)

Σ. . ∆άκαρης : ΠΑΕ (1977) 141-148, ΠΑΕ (1978) 96-106, ΠΑΕ (1979) 114-118, ΠΑΕ (1980) 21-32, ΠΑΕ (1981) 72-77, ΠΑΕ (1982) 79-84, ΠΑΕ (1983) 78-80.

Σ. ∆άκαρης : Kασσώπη, Nεότερες ανασκαφές 1977 ñ 1983 (1984) και (1989 β΄ έκδ.).

W. Hoepfner - E. L. Schwandner - S. Dakaris - K. Gravani - A. Tsingas : «Kassope, Bericht ¸ber die Ausgrabungen einer spaklassischen Streifenstadt in Nordwestgriechenland», σε: W. Hoepfner - E. L. Schwandner (επιµ. εκδ.), Haus und Stadt im klassischen Griechenland, Wohnen in der klassischen Polis I (1986) 75 ñ 123 και (1994 β΄ έκδ.) 114-161

W. Hoepfner - S. Dakaris - E. L. Schwandner - K. Gravan :, I Kassope, Eine spatklassische Streifenstadt in Nordwestgriechenlandî, W. Hoepfner (επιµ. εκδ.), Geschichte des Wohnens I: 5000 v. Chr. - 500 n. Chr., Vorgeschichte ñ Fr¸hgeschichte- Antike (1999) 368-383

Θ. Κοντογιάννη : Κασσώπη: Συνοπτικός οδηγός του αρχαιολογικού χώρου Ιωάννινα 2006.

Δ. Παπακώστα : Το έργο «Ανάδειξη συνοικίας θεάτρου αρχαίας Κασσώπης»,Ημερίδα για το έργο της ΛΓ ́ ΕΠΚΑ κατά τη διετία 2011-2012 στην Π.Ε. Πρέβεζας

Βασιλάκης Ν. : Ένταξη και Οργάνωση της Αρχαίας Αγοράς στις πόλεις της Νότιας και Κεντρικής Ελλάδας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2002

«Κασσωπαία Χώρα: Η Αφετηρία του Βόρειου Δρόμου του...
«Η Αρχαία Κασσώπη της Ηπείρου: Αφετηρία του Βόρειο...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/