fbpx

banner αεροδρομίου

«Joκer Vs Γιάνη», Οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 6

Στον ορυμαγδό του χείριστου, στην λαίλαπα της προχειράντζας, στον κυκλώνα της μιζέριας, στην κακογραμμένη, μπακαλίστικη λίστα για τα κατά παραγγελία «ψώνια», πού στο δαίμονα – αναλογίζεσαι σοφά, ω θεατή – να υπάρξει χαραμάδα ή φεγγίτης ανοιχτός για να περάσει η κινηματογραφική παραγωγή, η ικανή να σε διαλύσει, η δυνατή να σε ταρακουνήσει και να τροφοδοτήσει τους πνευματικούς πνεύμονες, καθαρό οξυγόνο;

Φτάσαμε στο σημείο μια ταινία στις εκατό να ξεχωρίζει, μια ταινία στις εκατό να μαρκάρει τους νοητικούς νευρώνες του κινηματογραφόφιλου κοινού, αστράφτοντας, συνάμα, τα σκοτεινά πεζούλια των υγρών δρόμων του σινεμά. Ε, και τι έγινε; Εις κούκος δεν φέρνει το Έαρ. Θα ακολουθήσουν ξανά άλλες εκατό «πεινασμένες» μπαρούφες, πανέτοιμες να αλλοτριώσουν την μια και μοναδική, εκείνο το αριστούργημα και ξανά οι αποθήκες της ανθρώπινης μνήμης θα γεμίσουν άπνοια, υγρασία, γλίτσα και θα μυρίζουν σαν το βαθύτερο, παραμελημένο αμπάρι πλοίου, καταστρέφοντας το απόθεμα.

Ένας δύο σκηνοθέτες της παλιάς φουρνιάς είναι αυτοί που, κάπως, κρατούν την τσαλακωμένη σημαία του κινηματογραφικού θεάματος ακόμα σε έπαρση στο πύργο της πραγματικής ψυχαγωγίας. Και άλλοι δυο, άντε τρεις το πολύ, από την καινούργια γενιά προσπαθούν να φέρουν τον ορισμό της κινηματογραφικής Τέχνης σε ισορροπία με τα λαίμαργα σαγόνια της αήττητης Λερναίας Ύδρας, που ακούει στο όνομα «τεχνολογία».

Χάθηκε το αυθεντικό, εξαϋλώθηκε η έμπνευση και η φαντασία μιας κινηματογραφικής παραγωγής αλυσοδέθηκε σαν σκλαβί στο χειριστήριο του υπολογιστή των ψηφιακών εφέ εντός του τετράγωνου, ψυχρού green screen, δημιουργώντας τεχνολογικούς άθλους για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Ο νους και η καρδιά φυλακισμένα στα «λευκά κελιά» του Αντρέα Μπάαντερ και της Ουρλιχέ Μαίνχοφ. Το τι θυμάσαι από τις τελευταίες κινηματογραφικές παραγωγές συνοψίζεται σε μονολεκτικές πια απαντήσεις: «Τίποτα», «τρωγόταν», «καλή», «μέτρια», λες και είναι σοκολάτα βιενουά ή μπριζόλα στα κάρβουνα, «βλακεία», «ξετρελάθηκα», «έπαθα!», «κοιμήθηκα», λέξεις οκνηρού νου δίχως ίχνος ακολουθίας, κάτι σαν βρυχηθμός.

Ο θεατής πλέον δεν εκφράζει άποψη και θέση αλλά μονολεκτικά την αίσθηση του σαν οι ταινίες να παίζουν άρπα με τις χορδές των ενστίκτων του και όχι με την γνώση. Ταινίες εντελώς ανέπαφες με το ανθρώπινο νοητικό βασίλειο της αποδοχής ή της απόρριψης, η μια ανοησία διαδέχεται την επόμενη σαν καλοστημένο, στρατηγικό σχέδιο άμεσης εκκένωσης της πνευματικής δύναμης. Καλλιτεχνικός διάλογος μηδέν. Αισθητική δεν υφίσταται! Η ανθρώπινη μνήμη, ως γνωστόν, ακονίζεται και βρίσκεται σε γόνιμη εγρήγορση μόνο όταν τροφοδοτείται από δημιουργήματα θετικότητας και Κάλλους, αλλιώς η συνεχής, τοξική τροφή την καθιστά νωθρή, απαξιωτική, εσωστρεφή, άρρωστη και αδύναμη να συγκεντρώσει δυνάμεις για να εκφραστεί.

Το συναντώ έντονα στις διάφορες, διαδικτυακές, κινηματογραφικές ομάδες όταν αναρτώνται φωτογραφίες παλαιότερων ή σύγχρονων κινηματογραφικών αστέρων. Μόνον ηθοποιών γιατί εάν εμφανισθεί φωτογραφία κάποιου  σκηνοθέτη ουδείς προσεγγίζει την ανάρτηση, καθότι ο φασισμός της εικόνας είναι σημείο της εποχής που ζούμε. Για τα δε άρθρα που διανέμουν διάφοροι, εκλεκτοί συνάδελφοι δημοσιογράφοι και αφορούν τον χώρο του σινεμά, είναι σαν τον διάολο που απεχθάνεται το λιβάνι για τα μέλη. Μπορεί να κερδίσει points η φωτογραφία κάποιου Σπίλμπεργκ ή Σκορσέζι ή Γούντι Άλεν και Κόπολα, γνωστές φάτσες που κινούνται ως άλλοθι γύρω από το ολοκαύτωμα της μνήμης. Η βαριεστιμάρα για το κυνήγι της γνώση πέρα της μασημένης τροφής είναι το καινούργιο χούι του κρισιανού πολίτη.

Ελάχιστα μέλη των συγκεκριμένων ιντερνετικών ομάδων, θα γράψουν δυο λόγια, ένα ωραιότατο, εμπεριστατωμένο κείμενο από την ψυχή τους, ικανό για να ανοίξεις διάλογο, έστω δια της γραφής. Και υπάρχουν οι, επίσης, ελάχιστοι, που θα αποκριθούν, επίσης από την ψυχή τους, δίχως να φοβούνται την άποψη τους, κερδίζοντας λίγα λεπτά στο υπέροχον του διαλόγου, μακράν του βαμπιρικού τέρατος της πνευματικής αδράνειας.

Οι υπόλοιποι αποδέκτες της φωτογραφίας θα απιθώσουν το γνωστό λάικ αποδοχής της όποιας ανάρτησης (αυτό το «λάικ» πόσες ερμηνείες επιδέχεται, τέλος πάντων) και ως σχόλιο θα γράψουν μονολεκτικά: «ηθοποιάρα», «αξέχαστος/η», «μοναδικός/η», «αξεπέραστος/η», «συγκλονιστικός/η», «γυναικάρα», «παίδαρος», «υποκλίνομαι» και άλλα συναφή εκδηλώνοντας την προσωπική του συμμετοχή στα «πράγματα» ως αίσθηση που αναδύεται εκ των έσω τους για τον εικονιζόμενο ηθοποιό, ανεξαρτήτου φίλου.

Θυμάμαι ταινίες και πρόσωπα του κινηματογράφου που για χρόνια μιλούσαμε ασταμάτητα όχι μονολεκτικά, ακόμα και από την θέση της απόρριψης. Συζητούσαμε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, δεν κιοτεύαμε στην άποψη μας και ποτέ δεν αφοπλίζαμε τον συνομιλητή μας με μονολεκτικούς αφορισμούς ή επαίνους. Προστατεύαμε τον λόγο μας, σωστός ή λανθασμένος, την θέση μας, τις μνήμες μας, την ακεραιότητα του διαλόγου και του συνομιλητή μας που μαθαίναμε από αυτόν. Η αλήθεια είναι, ότι τα προστατεύαμε ως κόρη οφθαλμού.

Η κινηματογραφική Τέχνη μετασχηματίστηκε σε άδειο κέφυλος, δίχως ψυχή και οι όποιες μνήμες της, λιώνουν ηττημένες σαν κεράκια της λαμπρής στο πανηγύρι των εντυπώσεων, αφήνοντας αισθήσεις ούτε καν συναισθήματα. Η πνευματική πενία που εκπορεύεται πρωτίστως από την μνήμη, ενθρονίζεται καθημερινώς στην σάλα του εφήμερου με αντιβασιλέα το κλούβιο μυαλό. Η μνήμη είναι η προσωπική μας, επεξεργασμένη εμπειρία που έγινε βιώμα μέσω της πράξης. Οι μνήμες μας έχουν άμεση σύνδεση με το άμεσο και το βαθύτερο παρελθόν μας και αυτό το οφείλουμε στις τρεις κυτταρικές μας εγγραφές από την στιγμή που είδαμε το φως τούτου του κόσμου: Ελευθερία, Χρόνος, Γη.     

Υπάρχουν ουκ ολίγες ταινίες, παλαιότερες και σύγχρονες, που αξίζει να συζητάς για αυτές μέχρι το πρωί, ως τελευταία γραμμή άμυνας για την ζωή και το οξυγόνο της μνήμης μας, ετοιμάζοντας μάλιστα στο ενδιάμεσο, εκεί λίγο πριν το ξημέρωμα, σπαγγέτι μόνο με άφθονο, τριμμένο τυρί και καλό κρασί για όλη την παρέα. Δεν κοστίζει και τα οφέλη είναι ουράνια.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Joker»   

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τοντ Φίλιπς
  • Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ζάζι Μπιτς
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Tanweer
  • Διακρίσεις: Χρυσός Λέοντας Καλύτερης Ταινίας του Φεστιβάλ Βενετίας 2019

Πάντα μόνος ανάμεσα στο πλήθος, ο Άρθουρ Φλεκ (Χοακίν Φίνιξ – απαράμιλλου βάθους η ερμηνεία του!) αναζητά να συνδεθεί, να γευτεί τα βλέμματα των ανθρώπων με αγάπη. Καθώς περιφέρεται στην εχθρική Γκόθαμ, ο Άρθουρ φοράει δύο μάσκες. Τη μία την βάφει ο ίδιος στο πρόσωπο του κάθε πρωί εργαζόμενος ως κλόουν. Την δεύτερη δεν μπορεί να τη βγάλει ποτέ. Είναι η μεταμφίεση που κρύβει τη μάταιη προσπάθεια του να γίνει μέρος του κόσμου και όχι απλώς ένα απόβλητο της κοινωνίας, ένας παρίας. Ο κλόουν της ζωής έχει ως όνειρο να γίνει μια μέρα γνωστό όνομα της stand up comedy. Γράφει θλιβερά αστεία και προκαλεί ανατριχίλα.

Ορφανός από πατέρα, ζει με την αδύναμη μητέρα του, που τον φωνάζει Χάπι (Happy), παρατσούκλι που του καλλιεργεί ένα μόνιμο, σπασμωδικό χαμόγελο για να κρύψει τον πόνο μέσα του. Ένα γέλιο που προέρχεται από εγκεφαλική βλάβη, καθώς μικρός κακοποιήθηκε βάναυσα από την ίδια την μητέρα του. Κάθε φορά που τον περιγελούν, ο κοινωνικά απόβλητος Άρθουρ εκτροχιάζεται ακόμα περισσότερο. Ο Άρθουρ είναι η μέγιστη απειλή για την κοινωνία. Ο Άρθουρ Φλεκ είναι ψυχοπαθής με αιτία.

Ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης του απίθανου και καινοτόμου «Hangover», ο 49χρονος Τοντ Φίλιπς δημιουργεί «σινεμά». Ναι, ο «Joker» είναι σινεμά! Αυτή η Τέχνη που τα τελευταία χρόνια απουσιάζει από τον παγκόσμιο χώρο και όλο και πιο σπάνια γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες ταινιών που θα μείνουν ανεξίτηλες στο πέρασμα του χρόνου.

Παραγωγή δομημένη αριστουργηματικά (Μαρκ Φρίντμπεργκ) σε όλα τα ευαίσθητα και μη σημεία της, ικανή να σε συνθλίψει πνευματικά και να σε κατακτήσει συναισθηματικά. Η φωτογραφία του Λόρενς Σερ κόβει την ανάσα. Η μουσική της Χίλντουρ Γκουντναντότιρ, ως άριστη μαθήτρια του αξέχαστου Γιόχαν Γιόχανσον, μαστιγώνει ανελέητα τις αισθήσεις σου με έναν διάλογο εγχόρδων και πνευστών. Είναι αδύνατον να βρεις ψεγάδι σε αυτό το τρομερό ψυχόδραμα που έστησε ο Φίλιπς, χρησιμοποιώντας ως εξέδρα εκτόξευσης τον άκρως κακό και επικίνδυνο Τζόκερ, την πιο valiant comic figure όλων των εποχών, για να οπλίσει μια ωρολογιακή βόμβα στους σαθρούς πυλώνες του πολιτικά ορθού συστήματος.

Η ταινία, εκτός της υπέροχης ατμόσφαιρας που την περιστοιχίζει, είναι ένα πολιτικό φιλμ, που ενώ διαδραματίζεται στην δεκαετία του ογδόντα, πάραυτα βρίσκεται στο τελευταίο ψηλό, κεφαλόσκαλο της πολιτισμικής κλίμακας, όπως σήμερα είναι διαμορφωμένη. Το νευρικό σύστημα του σεναρίου περίτεχνα κεντημένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Σκοτ Σίλβερ, ρίχνει καθοριστική ζαριά στο εφιαλτικό ταμπλό της κοινωνίας του αβέβαιου, της αγελαίας μη σκεπτόμενης μάζας που ψάχνει τον «τρελό του χωριού», τον γεμάτο θράσος ταγό, αυτόν που νοσεί νοητικά για να εκτονωθεί στο χάσμα του αγεφύρωτου και βίαιου, ταξικού προβλήματος.

Το κοινωνικό άνοιγμα της ψαλίδας είναι τεράστιο, η οικονομική ανέχεια εξ΄ ίσιου τρομακτική και μόνο η τρέλα έχει την δυνατότητα να προκαλέσει το σεισμικό χάος, καθώς ουδείς politically correct και συνάμα οκνηρός σκλάβος δεν ορμάει μετωπικά εναντίον του συστήματος. Ο Άρθουρ «Joker» Φλεκ λειτουργεί ως ο καταλυτικός μπαλαντέρ αυτής της παρτίδας και πετυχαίνει το αδύνατο.

Είναι η χαρωπή «μουτσούνα» του θλιβερού κλόουν, που σπέρνει τον όλεθρο (όπως η μάσκα του Γκαί Φοκς στο «V for Vendetta») ενός περιθωριακού τύπου που βρίσκει την δικαίωση στην εκδίκηση όλων όσων τον διέλυσαν σωματικά, νοητικά και κατ’ επέκταση ψυχικά. Και όλοι αυτοί είναι η εύρωστη, οικονομικά, κάστα του συστήματος και τα μορμολίκια του, όπως αστέρες της τηλεόρασης (Ρόμπερτ Ντε Νίρο, απολαυστικός), στελέχη επιχειρήσεων, πραιτοριανοί.

Η αδιαπέραστη, φαντεζί φορεσιά του είναι η τραγική, προσωπική του ιστορία, το νοσηρό παρελθόν του, η ψυχασθένεια του, ο νευρικός, ερεβώδης γέλωτας του, που λειτουργούν, εκτός των άλλων, με θρασύτητα και μεγάλο μερίδιο ακαταλόγιστου στην τελική, μεγάλη επίθεση. Κάνει όμως την δουλειά του. Εμπνέει, ξεσηκώνει, δημιουργεί παραβατικότητα, εξολοθρεύει και σαν δεύτερος «τρελός» Άντολφ Χίτλερ στο τέλος αποθεώνεται.

Η σκηνοθεσία του Τοντ Φίλιπς είναι πραγματικό μεγαλείο και σαν γυροσκόπειο σε καθορισμένη τροχιά αποτυπώνει με τέχνη, άλλοτε την κομιξάδικη ατμόσφαιρα απ΄ όπου είναι βγαλμένη η φιγούρα του Τζόκερ και άλλοτε την ρεαλιστική καθημερινότητα μιας απάνθρωπης μεγαλούπολης που βιώνει ο Άρθουρ Φλεκ. Ο Φίλιπς έχοντας κατά νου δυο προσωπικότητες σε ένα σώμα επιλέγει τον Χοακίν Φίνιξ για αυτόν τον διπολικό ρόλο. Η επιλογή του τον βγάζει κάτι πέρα του ασπροπρόσωπου.

Πραγματικά, θεϊκός ο Φίνιξ, αδυνατισμένος κατά 23 κιλά, μια σκιά του εαυτού του, ένα αποστεωμένο γεμάτο νεύρο και κίνδυνο σώμα, ξαφνιάζει με τις ερμηνευτικές μεταβάσεις. Απόλυτα ευθυγραμμισμένος στον ρόλο του, πότε απελευθερώνει την τραυματισμένη, άρρωστη αγάπη του με κέντρο αφοσίωσης την μητέρα και το τραυματικό του παρελθόν και πότε σπάει τα δεσμά της ανίκητης σχιζοφρένειας του με κέντρο την κοινωνική αποδόμηση. Ο Φίνιξ, κυριολεκτικώς απεκδύεται ως Άρθουρ «Joker» Φλεκ και εμείς απολαμβάνουμε ακόρεστα, με όλο το είναι μας, έναν υπέροχο ηθοποιό σε μια καταπληκτική ταινία.

Βέβαια, υπάρχει η Γκόθαμ Σίτι και η βαθύπλουτη, οικογένεια Γουέιν που ευεργετεί την πόλη. Κορυφαία, κατά την δική μου άποψη, σκηνή της ταινίας είναι η σεκάνς όπου όλη η άρχουσα τάξη, οι καπιταλιστές, η κυβέρνηση, οι δημιουργοί του κοινωνικού κακού παρακολουθούν σε κινηματογραφική αίθουσα, για τις ανάγκες ενός γκαλά, την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Μοντέρνοι Καιροί». Αυτοί που γεννούν την κοινωνική σήψη, την σκλαβοποίηση των ανθρώπων και τον μετασχηματισμό τους σε ανθρωποειδή, αυτοί ξεκαρδίζονται μέχρι δακρύων στην αίθουσα προβολής, βλέποντας την αιχμηρή σάτιρα του Τσάπλιν προς τους πλουτοκράτες και την άρχουσα τάξη. Απόλυτα ειρωνικό, απύθμενα ευφυές.

Μην υποπέσετε στην διαδικασία της σύγκρισης του συγκεκριμένου «Joker» με τους προκατόχους του. Οι προηγούμενοι, ο επίσης αγαπημένος και «παραμυθένιος» Τζακ Νίκολσον του Τιμ Μπάρτον και ο «χαοτικός» Κιθ Λέτζερ του Κρίστοφερ Νόλαν, είναι πράγματι ωραιότατοι σε αυτό που συμμετέχουν ως οι κακοί αντίπαλοι του Μπάτμαν. Ο «Joker» με τον Χοακίν Φίνιξ είναι κάτι το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό, καθώς όλη η ταινία ως ψυχόδραμα είναι σαν βουνό ριγμένη επάνω του. Είναι το ανατριχιαστικό πνεύμα, το βγαλμένο από την σκοτεινή σπηλιά των μύχιων σκέψεων μας, εκεί που ακόμα και εαυτός μας επισκέπτεται, ενίοτε, κατόπιν ειδικής πρόσκλησης. Η ταινία είναι ένα αριστούργημα και μην την χάσετε!

Κατόπιν της βράβευσης του «Joker» στο Φεστιβάλ της Βενετίας και την ενθουσιώδη αποδοχή του κοινού και των κριτικών, εύλογη συνέχεια είναι ότι η ταινία θα προχωρήσει ηρωικά προς την βραδιά των Όσκαρ. Είμαι περίεργος τα μάλα να δω την στάση της αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, τι στο καλό θα πράξει, κρατώντας στα χέρια της αυτή την απασφαλισμένη «χειροβομβίδα». Θα δώσουν το αγαλματίδιο στον Χοακίν, που το στέρησαν στο «Walk the Line» το 2005  ή θα το κάνουν πάσα στον Μπραντ Πιτ για το «Ad Asτ(r)α»; Οψόμεθα!  

«Ενήλικοι στην Αίθουσα»    

(Adults in the Room)

 

 

 

  • Είδος: Πολιτική βιογραφία
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κώστα Γαβρά
  • Με τους: Χρήστος Λούλης, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Ούλριχ Τουκούρ, Νταν Σούρµανς, Βαλέρια Γκολίνο, Χρήστος Στέργιογλου, Δημήτρης Τάρλοου, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Ζοσιάν Πινσόν, Κορνίλιους Οµπόνια, Ορελιάν Ρεκουάν, Βενσάν Νεµέτ, Φραντσέσκο Ακουαρόλι, Θάνος Τοκάκης, Τζορτζ Λεντς, Θέµης Πάνου, Μαρία Πρωτόπαππα
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Odeon

Είναι τα πολιτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα του 2015 με την ανάληψη της ελληνικής κυβέρνησης από τον Σύριζα. Η τρόικα, τα Eurogroups, η περίοδος των ατέρμονων συζητήσεων με τους Ευρωπαίους, το δημοψήφισμα, ο Αλέξης Τσίπρας (Αλέξανδρος Μπουρδούμης – καλός), ο Γιάνης Βαρουβάκης (Χρήστος Λούλης – καταπληκτικός!), ο Ευκλείδης Τσακαλώτος (Δημήτρης Τάρλοου – καλός) και όλοι οι γνωστοί Ευρωπαίοι «φίλοι» και «σύμμαχοι» της Ελλάδος στο προσκήνιο και το παρασκήνιο εκείνης της περιόδου, με τον υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουβάκη ως το πρώτο, λαλίστατο βιολί της ορχήστρας.

Ο αγαπητός μας Κώστας Γαβράς, βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο του Γιάνη Βαρουβάκη σκηνοθετεί την ταραγμένη, ελληνική περίοδο του 2015, όταν ο Σύριζα αναλαμβάνει τα πολιτικά ηνία της χώρας με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και τον υπουργό Οικονομικών να λογομαχεί με τους τροϊκανούς σε ένα ακατάσχετο πήγαινε έλα.

Τώρα, γιατί ο αξιαγάπητος Κώστας Γαβράς επέλεξε το πόνημα του Γιάνη για να αποτυπώσει τις στιγμές που καταδίκασαν την Ελλάδα να βουτήξει ακόμα πιο βαθιά στην οικονομική ύφεση, ο ίδιος ο σκηνοθέτης εκτίμησε, πως ο Βαρουφάκης ως προσωπικότητα, οι πράξεις του και το βιβλίο του, όπου είναι καταγεγραμμένες οι εν λόγω πράξεις του, απετέλεσαν το ορθόν κίνητρο για να μεταφερθεί σε σενάριο και να αποδοθεί κινηματογραφικά η αλήθεια. Τα πως και τα «γιατί» της συγκεκριμένης επιλογής αφορούν αποκλειστικά τον σκηνοθέτη. Εμείς θα μιλήσουμε για το προϊόν.

Η ταινία του πολυαγαπημένου μου Κώστα Γαβρά (είχαμε κάνει μια υπέροχη συνέντευξη το 2005 με αφορμή το σοκαριστικό του «Τσεκούρι»), δυστυχώς τοποθετείται στο πεδίο της εντελώς αδιάφορης παραγωγής, διακρινόμενη μάλιστα από πλείστα στοιχεία προχειρότητας, στο γόνυ φτιαγμένη όλη η ταινία, κάτι που πραγματικά με έριξε θορυβωδώς από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου, αυτό που διαδραματιζόταν στην μεγάλη οθόνη και έφερε την υπογραφή του λατρευτού, Κώστα Γαβρά. Πολλές φορές σκέφτηκα, πως είναι δυνατόν ένας πολλάκις βραβευμένος κινηματογραφιστής, που έχει προσφέρει στο κινηματογραφόφιλο κοινό ταινίες, όπως το «Ζ» (Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Φεστιβάλ Κανών 1969), το «Ειδικό Δικαστήριο» (Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Κανών 1975), τον «Αγνοούμενο» (Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου 1983 – Χρυσός Φοίνικας Κανών 1982), την «Χάνα Κ», το «Μουσικό Κουτί» (Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου 1990), το «Amen», «Το Τσεκούρι», να καταλήγει σε αυτό το δημιούργημα, που ούτε σε μαθητευόμενο σκηνοθέτη δεν χρεώνεται.

Χαμένος σε μια τηλεοπτική φιλοσοφία σκηνοθεσίας να μπουρδουκλώνεται ανάμεσα σε fiction και αχρείαστο doc-fiction πλάνων με τους πραγματικούς, πολιτικούς πρωταγωνιστές, ενώ υπάρχουν οι ηθοποιοί στους ρόλους, να πέφτουν εμβόλιμα διάφοροι, παιδικού σκεπτικού, συμβολισμοί στο όριο της αστειότητας. Σενάριο δεν υπάρχει στην ταινία, καθώς κυριαρχούν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου σαν μονταρισμένα, δημοσιογραφικά πλάνα με πρωταγωνιστή, βέβαια, τον Γιάνη Βαρουβάκη και το πως διαχειρίστηκε την κρίση.

Η ταινία, ορθώς χαρακτηρίζεται ως αγιογραφία του πολιτικού, αφού αφορά το βιβλίο του, «Ανίκητοι Ηττημένοι», οπότε και την οπτική γωνιά του συγγραφέα και «ήρωα» εκείνης της τραγικής, πολιτικής περιόδου. Ο Γιάνης Βαρουφάκης in action και «όλα για το καλό της χώρας». Ο δε Κώστας Γαβράς δεν έχει άποψη επί του θέματος, προφανώς διότι ταυτίζεται καθολικά και απόλυτα με αυτή του Γιάνη. Και ο Γιάνης χάρηκε.

Η ταινία δεν σώζεται με τίποτα. Ο μοναδικός επιζών του κινηματογραφικού ναυαγίου είναι ο Χρήστος Λούλης, που ερμηνεύει απίστευτα όμοια όλο το αλαζονικό ύφος, τα αγγλικά, τις κινήσεις, το βλέμμα, μερικές φορές και την χροιά της φωνής του Γιάνη Βαρουφάκη. Εύγε στον Χρήστο Λούλη και είναι για τον μοναδικό Έλληνα ηθοποιό που το εκφράζω από ψυχής, ότι είναι ώρα να την «κάνει» από την μίζερη τούτη χώρα, μη τυχόν δει ο άνθρωπος φως και λευκή ημέρα. Η πιο αποτυχημένη ταινία του αξιόλογου Κώστα Γαβρά, εύχομαι να γίνει ο βατήρας του ηθοποιού για μια θετική πορεία καριέρας στο εξωτερικό.