InTownPost

Ακολουθήστε μας :

16
Σαβ, Οκτ
Tο διάβασαν 306 άτομα (306 Views)

«Ιδρώτας, αίμα και σκυρόδεμα εντός και εκτός μεγάλης οθόνης», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

SWEAT65-ITP002


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 66

Είναι η μικρή, απογευματινή μου συνήθεια, που έκλεισε ένα χρόνο πιστής τήρησης της. Βιβλίο κρατημένο στην παλάμη, τσιγάρα, αναπτήρας, ένα μπουκάλι νερό και έξοδος στην ύπαιθρο για διάβασμα, ανάλογα με την εποχή, περίπου μιάμισης ώρας ανάπαυλας και χαλάρωσης από την εργασία. Να αδειάσουν τα εγκεφαλικά διαμερίσματα από τα άχρηστα και να λάβουν εικόνες και ήχους τέτοιους, ώστε να πάρουν δύναμη και να γίνει η σωστή, ενεργειακή επανεκκίνηση που θα κρατήσει έως αργά το βράδυ. Τα χειμωνιάτικα, ήπια και άβροχα απογεύματα κατηφορίζω σε συγκεκριμένο παγκάκι στον μόλο, με την θάλασσα απέναντι να σιγοτραγουδά ανάλογα με τα κέφια της, ενώ τα απογεύματα του καλοκαιριού επισκέπτομαι το ξύλινο παγκάκι του άνετου προαύλιου της εκκλησίας μας, ακριβώς κάτω από την άκρως φιλόξενη και πλουμιστή πίτυν με τις λαλίστατες φωλιές των πτηνών στα πυκνά, πράσινα κλαδιά της και την γνωστή μονότονη θερινή κομπανία των αμετανόητων, τραγουδιστάδων τζιτζικιών. Τώρα θα αναρωτηθείτε εύλογα, γιατί στο προαύλιο της εκκλησίας καλοκαιριάτικα και όχι παραλιακά; Απλά, γιατί το σημείο που βρίσκεται ο ναός, κατά ένα παράξενο και αδιευκρίνιστο λόγο, διαθέτει άφθονη δροσιά, χαμηλή θερμοκρασία και ευεργετική ησυχία, ενώ στον μόλο, στις κρυφές και φανερές παραλίες συμβαίνει το αδιαχώρητο από μικρούς και μεγάλους ανθρώπους να γυροφέρνουν πέρα δώθε σαν ασταμάτητο μελίσσι σε πλήρη δράση.

Ακολούθησα την ίδια ρουτίνα χθες το απόγευμα και μόλις ο ήλιος άρχισε να συμμαζεύει τις έξαλλες θυγατέρες της αψάδας του, τράβηξα ευθύς για το γνωστό παγκάκι στο ήσυχο προαύλιο της εκκλησίας, κάτω από την όμορφη Νύμφη Πίτυν, που μεταμορφώθηκε σε πράσινο, εύρωστο πεύκο, γιατί όπως αναφέρει η μυθιστορία μας βρέθηκε σε έναν μεγάλο έρωτα ανάμεσα στο Πάνα και τον Βορέα, διαλέγοντας τον Πάνα, οπότε ο ζηλιάρης Βορέας την φούνταρε σε ένα βραχώδη γκρεμό. Η Μάνα Γαία λυπήθηκε την άμοιρη Νύμφη, μεταμορφώνοντας το σώμα της σε φουντωτό, ευεργετικό πεύκο να στολίζει το μέτωπο του Πανός, ενώ το φύσημα του Βορέα χαϊδεύει θρηνητικά τα φυλλώματα της. Η Πίτυς εκτελέστηκε άνανδρα τούτες τις σκοτεινές ημέρες του πύρινου ολέθρου, μαζί της η θεϊκή Ελιά, o δυονισιακός έλατος και ακόμα πολλές σπουδαίες οντότητες της ελληνικής χλωρίδας, κατακαίοντας οι φθονερές σκιές, κατόπιν επίσημης εκτίμησης, περίπου, το δέκα τρία τοις εκατό του δασικού πλούτου της πατρίδας μας. Αυτός είναι ο μέχρις στιγμής ο θλιβερός απολογισμός. Τα μελωδικά φυλλορροήματα της Πίτυος από τον Βορέα παύουν να εγείρουν δονητικά τα κύτταρα των Ελλήνων και ένα κατάμαυρο, άλαλο πένθος στρώθηκε τραγικά, ξανά, σε καμένη ελληνική γη, ως μια ακόμα ένδειξη του υποχθόνιου, οργανωμένου εγκλήματος που έχει στηθεί χρόνια τώρα σαν θανατηφόρο καρκίνωμα δίχως ίαση. Πόνος, οδύνη, όλεθρος, αγανάκτηση.

Τα επίγεια, ιερά προικιά της πατρίδας μας κατασπαράζονται συστηματικά και ανηλεώς από τους εκάστοτε «τιμονιέρηδες» και μπορεί να μην υπήρξαν θύματα σε ανθρώπινες ζωές στον παρόντα χρόνο, στο εγγύς μέλλον όμως οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές θα είναι αμέτρητες, ανυπολόγιστες από τον σημερινό φόνο. Όταν λεηλατώ και ερημώνω την χρήσιμη ζωή κάποιου ανθρώπου ή άλλου έμβιου όντος με σκοπό το συμφέρον, πιστέψτε με, η Νέμεσις στους ατιμώρητους είναι εφιαλτική και το άθροισμα των ανίερων πράξεων τους, όλων αυτών των χρόνων, θα πέσει στα κεφάλια τους σαν μύριοι κεραυνοί. Αδυνατώ να βολέψω στην συνείδηση μου, όσο και εάν προσπαθώ, την λαϊκίστικη και χυδαία τυμπανοκρουσία των ημερών, πως «ευτυχώς, δεν υπήρξαν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές», ενώ η ίδια η Μάνα Φύση παραδόθηκε στο έλεος του ερέβους ανήμπορη να αντιδράσει. Φύση και έμψυχος Άνθρωπος είναι ένα και το αυτό, αγαπημένοι μου. Όταν δολοφονείς την τροφοδότρια της ζωής, δολοφονείς και τον έμψυχο Άνθρωπο. Κανένα από τα δυο δεν είναι υπεράνω αξίας, αφού η σχέση τού Ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον είναι άρρηκτη και συνδεδεμένη, ιερή και αδιάσπαστη σε πνευματικό και υλικό πεδίο, όπως ακριβώς είναι η σχέση μάνας και τέκνου.

Οι απλοί άνθρωποι που ρίχτηκαν αβοήθητοι στην άνιση μάχη της κατάσβεσης της φωτιάς, χρησιμοποιώντας κλάρες, χώμα και κουβάδες με νερό, ναι μεν προσπαθούσαν να σώσουν τον βιό και τα σπίτια τους να μην τα καταπιούν οι φλόγες, η ψυχή τους όμως ήταν επιστρατευμένη στην θεία ανάγκη να γλυτώσουν τον ιερό Κόσμο που τους περιβάλλει αιώνες τώρα και από αυτόν αναπνέουν, υπάρχουν και επιβιώνουν. Φύσις ίσον Άνθρωπος και η εξίσωση δεν είναι αμφίδρομη, καθώς η Μάνα μας η Φύση μπορεί να ζήσει δίχως εμάς, εμείς όμως δίχως την ενεργειακή και την υλική της παρουσία όχι. Πιθανώς, ο έγκλειστος, αστός άνθρωπος, που επέλεξε να ζει στα ειδικά κατασκευασμένα γι αυτόν τσιμεντένια κουτάκια άνευ ορίζοντος, ρεμβάζοντας την μαύρη άσφαλτο, να αναπνέει περιχαρής την τοξική αιθάλη, αντί του καθαρού οξυγόνου, να μην καταλαβαίνει την σημασία και την ύψιστη χρησιμότητα της Μάνας Φύσης και να επαναλαμβάνει ως ψιττακός την κασέτα: «ευτυχώς, δεν υπήρξαν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές». Τώρα δεν υπήρξαν απώλειες, αύριο;

Καμιά «συγγνώμη», ουδέν χρηματικό αντίτιμο δεν χωρεί στο έγκλημα και δεν εξιλεώνει το όνειδος πάνω από το άψυχο, διαλυμένο και δολοφονημένο κουφάρι της ζωής. Οι «τελετάρχες» ολοκλήρωσαν το έργο τους και στα εφιαλτικά αποκαΐδια άρχισαν τα ταξίματα, όπως οι μιαροί αρχιερείς μοιράζουν στους τυφλούς οπαδούς κρέας και αίμα από την θυσιαζόμενη οντότητα. Ο παθών και στην συνέχεια ο λαβών την «ελεημοσύνη» τους, είναι ο ζητιάνος όλων αυτών που προκάλεσαν το κακό. Άπαντες οι κατακτητές και οι εισβολείς, με την μάσκα του πόνου και της κατανόησης επιτηδευμένα φορεμένη στα άψυχα πρόσωπα τους, προσανατολίζονται αλάνθαστα στην συγκεκριμένη τακτική. Προκαλούν την κόλαση στους ανθρώπους, διαλύουν ζωές και έθνη, δημιουργούν τον αφανισμό, την εξαθλίωση και αφού επιτελέσουν τον σκοπό τους, στην συνέχεια με κομπασμό και μεγαλοψυχία, ραντίζουν ψιχία από το σεντούκι του πλούτου στους υποτελείς δουλοπάροικους για να μην εξεγερθούν, σφραγίζοντας τα χείλη, δαμάζοντας και ελαχιστοποιώντας το μένος, κονταίνοντας την οργή για να τα επαναφέρουν ξανά όλα σε διαχειρίσιμα μεγέθη.

Η κυρία ετών, περίπου, 38 με 40 χρόνων σέρνεται, κυριολεκτικώς, από το κοριτσάκι στην είσοδο της εκκλησίας και η επιμονή της μικρής να εισέλθει εντός του ναού, μαγνητίζει την προσοχή μου. Σταματώ για λίγο το διάβασμα, βρίσκω την ευκαιρία να πιω νερό, στρέφοντας διακριτικά το βλέμμα μου στο συμβάν που διαδραματίζεται ελάχιστα μέτρα μακριά μου, ακούγοντας παράλληλα την στιχομυθία μεταξύ τους.

«Έλα τώρα Χρυσάνθη μου, δεν γίνεται αυτό που θέλεις. Θα αγοράσουμε ένα κεράκι σαν αυτό των γενεθλίων σου και θα το ανάψουμε στο σπίτι», λέει η μάνα στην μικρή κόρη, προσπαθώντας να την αποτρέψει από κάτι που επιθυμεί το κοριτσάκι κι ακόμα δεν έχω καταλάβει τι είναι αυτό.

Η Χρυσάνθη όμως επιμένει και ξαφνικά τραβάει την μητέρα της με το ζόρι, χρησιμοποιώντας αυτή την φορά τα δυο χέρια και όλη την δύναμη της για να περάσουν στον χώρο της εκκλησίας. «Ο μπαμπάς είπε, πως μπορώ να το κάνω εάν το πιστεύω. Θέλω να ανάψω ένα κερί στο θεό του δάσους και να του ζητήσω να προστατέψει τις νεράιδες και τις ψυχούλες από τα καημένα τα ζωάκια που κάηκαν. Και εσύ είπες ναι!»

«Δύσκολα βγάζει άκρη άνθρωπος μαζί σου. Ορίστε, πάρε ένα ευρώ και πήγαινε μόνη σου. Εγώ, θα σε περιμένω εδώ», απάντησε ηττημένη η μητέρα της, δίνοντας στην μικρή το μεταλλικό νόμισμα.

«Όχι, όχι!», επιμένει ξανά το κοριτσάκι.

«Τι θέλεις πάλι;», ρωτάει η κυρία ξαφνιασμένη, κοιτάζοντας απορημένη της κόρη της. «Εμπρός πήγαινε!», την παροτρύνει αμέσως, κάπως συνωμοτικά, ρίχνοντας σβέλτες ματιές δεξιά και αριστερά, μη τυχόν τους παρακολουθεί κάποιος περίεργος πιστός.

«Θα έρθεις και εσύ μαμά, αφού δεν φτάνω να βάλω τα λεφτά και να πάρω το κερί, ούτε να το ανάψω. Είναι ψηλά. Θα με σηκώσεις εσύ», ενημερώνει η πιτσιρίκα.

«Ωραία, αλλά ό,τι έχεις να πεις θα το πεις από μέσα σου. Σύμφωνες;»

«Ναι!», αποκρίνεται ικανοποιημένη η Χρυσάνθη και τρέχει στο εσωτερικό του ναού για να σταματήσει κάτω από το παγκάρι, περιμένοντας την μητρική βοήθεια για να πάρει το κερί. Το αφιερωμένο φως από έναν μικρό, αθώο άνθρωπο προς τον δικό της θεό του δάσους, με την ευχή: να προστατευθούν οι νεράιδες και οι χιλιάδες ψυχές των άμοιρων ζώων που κάηκαν απροστάτευτα και αβοήθητα στα ελληνικά δάση, όπως επιθυμεί η ψυχούλα της.




«Ιδρώτας»

(Sweat)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Πολωνία, Σουηδία (2020)

Σκηνοθεσία: Μάγκνους φον Χορν

Με τους: Μαγκνταλένα Κολέσνικ, Τζούλιαν Ζβιεσέβσκι, Αλεξάντρα Κονιέζνα

Διάρκεια: 106'

Διανομή: One from the Heart


Τρεις μέρες από την ζωή της όμορφης γυμνάστριας Σύλβια Ζάιοτς (Μαγκνταλένα Κολέσνικ – καλή), που γίνεται διάσημη influencer στο διαδίκτυο, περιτριγυρισμένη από εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθους να τρελαίνονται μαζί της.

Ξαφνικά η Σύλβια αποφασίζει να ομολογήσει αληθινά και ανθρώπινα στο κοινό της το πόσο μόνη νοιώθει και ξαφνικά το οικοδόμημα τής απαστράπτουσας και χαρωπής γυμνάστριας καταρρέει.



Στην δεύτερη ταινία του, έπειτα από το ενδιαφέρον και βραβευμένο «Επέκεινα», ο 38χρονος, Πολωνός Μάγκνους φον Χορν στρέφει το βλέμμα του στην γυαλισμένη επιφάνεια του διαδικτυακού κόσμου, των εφήμερων influencers και των followers, που τρέφονται με το ευκαιριακό χορτάρι ζωών που δεν τους ανήκουν αλλά τις ακολουθούν γιατί είναι μια χρωματιστή φούσκα απόδρασης από την μιζέρια που βιώνουν. Είναι οι αδέκαστοι κριτές, οι ένθερμοι αποδέκτες ή οι αρνητές της κοινωνικής ψευδαίσθησης άνευ ουσίας και ανθρωπιάς, που αντιδρούν στυγνά και απάνθρωπα, κολλημένοι νυχθημερόν στις τηλεφωνικές οθόνες δίχως ευθύνη και πάνω απ' όλα εντελώς δολοφονικά, όταν έρχονται κοντά με το ανθρώπινο στοιχείο και το συναίσθημα.

Ο πανικός είναι ξεκάθαρος και η καθολική απονεύρωση διαγνωσμένη όταν η αγαπημένη τους influencer γυμνάστρια, παίρνει θάρρος και θέλει να φερθεί οικεία στους αμέτρητους ακόλουθους της, εξομολογούμενη το αυτονόητο της σύγχρονης εποχής: την μοναξιά και την αποξένωση. Ο Μάγκνους φον Χορν τοποθετείται σωστά ο ίδιος στο θέμα σε δικό του σενάριο, αν και γίνεται περισσότερος κυνικός και απαισιόδοξος από όσο πρέπει – μπορεί να είναι σωστό ή λάθος - το ίδιο και σκηνοθετικά, αφού με την νευρική κάμερα βρίσκεται, κυριολεκτικώς σε μια ασταμάτητη κίνηση, πάνω στην ηρωίδα.

Η Πολωνή ηθοποιός Μαγκνταλένα Κολέσνικ, πραγματικά πανέμορφη, από το σύμπαν των τηλεοπτικών σειρών ντεμπουτάρει σε ταινία μεγάλου μήκους, ταξιδεύοντας εξαιρετικά τον εύθραυστο χαρακτήρα της γυμνάστριας Σύλβια στα τοξικά μέσα της κοινωνικής δικτύωσης. Δείτε την αξίζει!


Photo gallery: «Ιδρώτας»

 «Persona Non Grata»

Είδος: Θρίλερ

Παραγωγή: Γαλλία (2019)

Σκηνοθεσία: Ροσντί Ζεμ

Με τους: Νικολά Ντιβοσέλ, Ραφαέλ Περσονάζ, Ροσντί Ζεμ Φλαμάν

Διάρκεια: 92'

Διανομή: Weird Wave


Δύο νέοι σε ηλικία συνάδελφοι, στενοί φίλοι και κουμπάροι που εργάζονται σε μεγάλη, κατασκευαστική εταιρεία ακινήτων υποφέρουν από το καταπιεστικό αφεντικό τους και μεγαλομέτοχο, ο οποίος διακόπτει κάθε φιλόδοξο όνειρο τους. Όταν φτάνουν στο ως εδώ και μη παρέκει, αποφασίζουν να προσλάβουν ένα επαγγελματία δολοφόνο για να τους απαλλάξει από την τυραννία του αφεντικού τους.

Ο αποτελεσματικός, πλην ψυχωτικός φονιάς εκπληρώνει το συμβόλαιο που έχει συνάψει με τους δύο εργοδότες του. Όμως, τότε αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματά τους, διότι ο δολοφόνος επιθυμεί να επιβάλει την παρουσία του τόσο στην εταιρεία, όσο και στη ζωή των δύο φίλων, οι οποίοι μετανιώνουν για την επιλογή του δολοφόνου,αλλά είναι πλέον αργά.



Οι χαρακτήρες δυο σπουδασμένων, φαινομενικά, καλόπαιδων με οικογένειες, επαγγελματική προοπτική και μέλλον στον χώρο των οικοδομών και των κατασκευών, αποδομούν την εικόνα του ηθικού, ανθρώπινου στοιχείου και σε κατά μέτωπο σύγκρουση με το δικό τους σκοτάδι, που είναι ένας αποκρουστικός, πληρωμένος φονιάς, αποκαλύπτουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Το «τρομερό» παιδί του γαλλικού σινεμά, ο ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, Ροσντί Ζεμ, ο οποίος υποδύεται καταπληκτικά τον πληρωμένο δολοφόνο στην ταινία, έπειτα από τέσσερις καλοβαλμένες ταινίες βγαίνει με το «Persona Non Grata» και αφήνει τα παράθυρα ορθάνοιχτα στη υποκριτική σάλα της σύγχρονης κοινωνίας για να αεριστεί καλά με τον φαρμακωμένο αέρα της ανθρώπινης ανηθικότητας και της σήψης, πάντα εξ'ονόματος του χρήματος, να κόβει την ανάσα.

Έξυπνη και αβανταδόρικη η σεναριακή ιδέα, τραβηγμένη βέβαια, από τον «Εισβολέα» του Μπέτο Μπραντ, συμπαθητικές οι ερμηνείες, εντυπωσιακή η ερεβώδης μορφή του κακού, εντελώς στοιχειωμένη η μοντέρνα προσέγγιση του νέου ανθρώπου που «άλλο δείχνει και άλλο είναι», συμπαθητική η σκηνοθετική βεντάλια του Ροσντί Ζεμ, μόνο που ξεμένει απότομα και αναίτια από δύναμη και ορμή, οπότε και από αέρα. Έχει ενδιαφέρον και τα 92 λεπτά θέασης δεν πάνε χαμένα.


Photo gallery: «Persona Non Grata»


«Η Πεθερά Χτυπάει την Πόρτα»

(Un Tour Chez ma Fille)

Είδος: Κομεντί

Παραγωγή: Γαλλία (2021)

Σκηνοθεσία : Ερίκ Λαβέν

Με τους: Ζοσιάν Μπαλασκό, Ματίλντ Σενιέ, Ζερόμ Κομαντέρ, Φιλίπ Λεφέβρ

Διάρκεια: 88'

Διανομή: Rosebud 21


Το σπίτι της Ζακλίν (Ζοσιάν Μπαλασκό – καλή) ανακαινίζεται και αναγκαστικά πρέπει να βρει στέγη μέχρι να τελειώσουν οι οικοδομικές εργασίες, αφού πρώτα έχει τσακωθεί με τον διπλανό ένοικο και σύντροφό της, οπότε αναγκάζεται να μετακομίσει στο σπίτι της κόρης της, Καρόλ (Ματίλντ Σενιέ – καλή), που είναι παντρεμένη με τον Αλέν (Ζερόμ Κομαντέρ).

Οι λίγες μέρες φιλοξενίας, όμως, τελικά γίνονται λίγοι μήνες και η Ζακλίν δε δείχνει καθόλου έτοιμη να φύγει: αναδιοργανώνει την κουζίνα, αναλαμβάνει το μαγείρεμα, μονοπωλεί το τηλεκοντρόλ, είναι παντού και ακούει τα πάντα, γενικότερα ήρθε για να μείνει.



Ο Γάλλος σκηνοθέτης Ερίκ Λαβέν παρουσιάζει το σίκουελ της εισπρακτικά επιτυχημένης ταινίας στην Γαλλία: «Μαμά Γύρισα» με κεντρική ηρωίδα ξανά την Ζοσιάν Μπαλασκό (Για Όλα Φταίει το Γκαζόν) στον ρόλο της παρεμβατικής μητέρας στο σπίτι της άλλης κόρης, αφού ο φρεσκοχωρισμένος γιός έκανε «πασέ» την μάνα, φορτώνοντάς την στην αδελφή του. Η μάνα της κόρης και πεθερά του συζύγου φέρνει τα πάνω κάτω με τα γνωστά και τετριμμένα γεγονότα παρεμβάσεων στο ζευγάρι, που ο γάμος τους περνάει κρίση και βρίσκεται υπό την καθοδήγηση σύμβουλου γάμου.

Η πληθωρική Μπαλασκό κινείται με άνεση στον χώρο των κωμικοτραγικών, οικογενειακών καταστάσεων τηλεοπτικού ενδιαφέροντος και ο θεατής στην φρεσκαδούρα της ανάγκης, πιθανώς, να σκάσει στο χειλάκι του λίγο χαμόγελο από μια γαλλική, άνευ νεύρου και πρωτοτυπίας κωμωδία.


Photo Gallery: «Η Πεθερά Χτυπάει την Πόρτα»


«Ο Βιρτουόζος»

(The Virtuoso)

Είδος: Περιπέτεια

Παραγωγή: Δανία, Σουηδία Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Νικ Σταλιάνο

Με τους: Άνσον Μάουντ, Έιμπι Κόρνις, Άντονι Χόπκινς, Ντέιβιντ Μορς

Διάρκεια: 110'

Διανομή: Spentzos Film

Στον κόσμο των εκτελεστών η μοναχικότητα, η ακρίβεια και η πειθαρχεία είναι οι συνθήκες που επικρατούν για να είσαι ζωντανός. Η φήμη του ανώνυμου, «βιρτουόζου» εκτελεστή (Άνσον Μάουντ – καλός), είναι οι αποτελεσματικές δολοφονίες δίχως παράλληλες απώλειες αθώων ανθρώπων, αν και κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένο στο σινάφι των εκτελεστών με πληρωμένα συμβόλαια θανάτου. Σε μια «δουλειά» καίγεται μια αθώα γυναίκα και το γεγονός στοιχειώνει τον «βιρτουόζο».

Ο οργανωτής του γραφείου και μέντορας του εκτελεστή, επίσης δίχως όνομα (Άντονι Χόπκινς – εντελώς βαριεστημένος) παραδίδει στον επαγγελματία δολοφόνο δυο γραμμένες λέξεις: «Γουάιτ Ρίβερ» και μια τοποθεσία ως πληροφορία για να σκοτώσει κάποιον. Καμία περιγραφή της εμφάνισης του και καμία άλλη πληροφορία.



Οι περγαμηνές του σκηνοθέτη, παραγωγού, ενίοτε και σεναριογράφου, Νικ Σταλιάνο δεν είναι και οι καλύτερες και δεν κοσμούνται από δάφνες, ούτε καν από απλά αγριολούλουδα, καθώς το κινηματογραφικό είδος της δράσης με νουάρ στοιχεία που έχει επιλέξει να ξετυλίξει το σκηνοθετικό του ταλέντο οδηγείται από την μια μετριότητα στην επόμενη αποτυχία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στον «Βιρτουόζο» με την νέο-νουάρ ατμόσφαιρα της αφήγησης, τους ημιφωτισμένους χώρους, τους αινιγματικούς ανθρώπους, τα εγκλήματα και την γυναίκα που «ψήνεται» για ερωτικές συνευρέσεις με τον μοναχικό εκτελεστή. Σωστά τα συστατικά, αλλά μέχρι εκεί, όμως.

Το σενάριο, έπειτα από το πρώτο, συμπαθητικό δεκαπεντάλεπτο, βυθίζεται αύτανδρο σε μια κουραστική και ανερμάτιστη λούπα πλοκής, που δεν διασώζεται ούτε με βαθυσκάφος, ενώ οι ηθοποιοί, ειδικά ο Χόπκινς, ξεμένουν από οξυγόνο, εφαρμόζοντας κλισέ κινηματογραφικές διαδικασίες για να τελειώσει επιτέλους το στόρι όπως νάναι. Κρίμα για τον σπουδαίο, οσκαρούχο Άντονι Χόπκινς («Πατέρας», «Σιωπή των Αμνών»), που στην δύση της καριέρας του ανακατεύτηκε σε αυτή την παραγωγή για την όποια χρηματική αμοιβή. Ίσως δεν ισχύει, για τον αξιοθαύμαστο, Άγγλο ηθοποιό το γνωμικό: «το χρήμα πολλοί μίσησαν την δόξα ουδείς» και προφανώς να έχει κάποιο δίκιο η επιλογή του. Με δόξα μόνο δεν γεμίζεις το στομάχι, χρειάζονται και οι πατάτες.


Photo gallery: «Ο Βιρτουόζος»


«Ο Μεγάλος Δικτάτωρ»

(The Great Dictator)

Είδος: Σάτιρα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1940) – Α/μ ομιλούσα ταινία σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Τσαρλς Τσάπλιν

Με τους: Τσαρλς Τσάπλιν, Πολέτ Γκοντάρ, Τζακ Όακι

Διάρκεια: 125'

Διανομή: Summer Classics

Τις τελευταίες ημέρες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ένας αδέξιος στρατιώτης σώζει τη ζωή τού αφοσιωμένου στρατιωτικού πιλότου Σουλτς. Δυστυχώς, η φυγή τους από τον εχθρό καταλήγει σε ένα σοβαρό δυστύχημα με τον αδέξιο στρατιώτη να χάνει τη μνήμη του. Μετά από πολλά χρόνια στο νοσοκομείο, ο ασθενής με αμνησία παίρνει εξιτήριο και ανοίγει ξανά το παλιό του κουρείο στο εβραϊκό γκέτο. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει στη χώρα της Τομανία.

Ο δικτάτορας Αντενόιτ Χίνκελ, ο οποίος μοιάζει πολύ με τον κουρέα, επέβαλε την ανελέητη λαβή του στη χώρα και οι Εβραίοι υφίστανται διακρίσεις. Η ομοιότητα του κουρέα με τον Χίνκελ θα τον βάλει σε περιπέτειες, αλλά θα του δώσει και τη δυνατότητα να προσπαθήσει να αλλάξει τον ρου της ιστορίας.



Θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της 7ης Τέχνης και μια από τις καλύτερες ταινίες του Τσαρλς Τσάπλιν, με σημαντικά σημεία αναφοράς, που τοποθετήθηκαν με τιμή στο πάνθεον της παγκόσμια κινηματογραφίας, όπως η εκπληκτική χορογραφία του «δικτάτορα» με την υδρόγειο σφαίρα, αλλά και τον περίπου τετράλεπτο ουμανιστικό λόγο για τον ρόλο του ανθρώπου στον πλανήτη Γη. Το σενάριο, η σκηνοθεσία και η μουσική είναι δια χειρός Τσαρλς Τσάπλιν, ενώ με την αυτή την ταινία σπάει την επί σειρά ετών κινηματογραφική του «σιωπή» και προσφέρει ανθρωπολιαλιά και ήχο στο έργο του. Ο Αδόλφος Χίτλερ παραφράζεται από τον Τσάπλιν σε Αντινόιτ Χίνκελ, δηλαδή κατά το ελληνικότερο Αντίνοος (Αντί-νους), όπως το όνομα του πιο ισχυρού μνηστήρα της Πηνελόπης. Εάν δεν έχετε παρακολουθήσει την ταινία στην μεγάλη οθόνη, πραγματικά αξίζει να την απολαύσετε, σε μια εποχή που το θέμα της είναι άκρως επίκαιρο με όλα όσα συμβαίνουν στην ανθρωπότητα και τον βίαιο μετασχηματισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την κατάργηση της ελευθερίας και την κατάρρευση των δημοκρατικών αξιών.

Η ταινία γυρίστηκε το 1940, προτάθηκε για πέντε Όσκαρ και δεν κέρδισε κανένα. Ο δε Αδόλφος Χίτλερ είχε απαγορεύσει ρητώς και δια ροπάλου την προβολή της σε όλες τις κατεχόμενες από τους ναζί χώρες. Η ιστορία, λοιπόν, αναφέρει, ότι «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» προβλήθηκε μια μόνο φορά σε γερμανικό κοινό και μάλιστα ένστολο, στα κατεχόμενα Βαλκάνια, όταν μέλη μιας αντιστασιακής ομάδας, αλλάζοντας τα λάστιχα ενός οχήματος, που ήταν ο κινούμενος κινηματογράφος για την ψυχαγωγία των στρατιωτών, αντικατέστησαν τις μπομπίνες της κωμικής όπερας με αυτές της ταινίας του Τσάπλιν, τις οποίες είχαν μεταφέρει λαθραία από την Ελλάδα. Έτσι, μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών απόλαυσαν την προβολή του «Μεγάλου Δικτάτορα» μέχρι που άρχισαν να συνειδητοποιούν περί τίνος πρόκειται. Κάποιοι έφυγαν άρον άρον από τον χώρο προβολής και κάποιοι άλλοι, λένε, πως άρχισαν να πυροβολούν την οθόνη.


Photo gallery: «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ»


«Μπίλυ ο Ψεύτης»

(Billy Liar)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Αγγλία (1963) – Α/μ σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Τζον Σλέσινγκερ

Με τους: Τομ Κόρτνεϊ, Τζούλι Κρίστι, Γουίλφρεντ Πικλς

Διάρκεια: 98'

Προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους: «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Ο Μπίλι (Τομ Κόρτνεϊ – καταπληκτικός!) είναι ένας νεαρός υπαλληλάκος γραφείου κηδειών με οργιώδη φαντασία, βομβαρδισμένη από την προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε. Έτσι, κάθε μια στο τόσο, το μυαλό του φεύγει και πηγαίνει στην Αμβροσία, ένα μυθικό βασίλειο στο οποίο είναι είτε βασιλιάς, είτε εραστής, είτε οποιοσδήποτε ήρωας που θα ανταπεξέρχονταν στις αληθινές καταστάσεις της ζωής του.

Είναι όμως ο Μπίλι απλά ένας ονειροπόλος και εντελώς ανεύθυνος νέος που δεν ξέρει τι θέλει από τη ζωή του, βασανίζοντας αδίκως γονείς και συναδέλφους; Και είναι, άραγε, ικανός να βγει από αυτό το τέλμα, διεκδικώντας μια ζωή που μπορεί και να του αξίζει;



Ο ήρωας της ταινίας, ο Μπίλυ, είναι η διαχρονική φιγούρα απανταχού των ονειροπόλων του πλανήτη Γη, όταν η στείρα από φαντασία κοινωνία αγνοεί την επιθυμία για ζωή και τεμαχίζει την ανθρώπινη δημιουργία. Η απόδραση του Μπίλυ είναι η σεναριογράφηση υποθετικών καταστάσεων, άλλοτε ηρωικών, άλλοτε ερωτικών, άλλοτε πολιτικών, ακόμα και ταξικών σε μια μεταπολεμική Αγγλία, που η νεολαία, ειδικά αυτή εκτός του Λονδίνου, βλέπει την κατεδάφιση του παλιού και τις ετοιμασίες για την ανέγερση του καινούργιου. Η μόνη που συντονίζεται μαζί του είναι η Λιζ (Τζούλι Κρίστι), που φαντάζει ως φωτεινός αστήρ, έτοιμη να οδηγήσει τον Μπίλυ στην ελευθερία. Σ΄ ένα σταθμό τρένου έτοιμοι να φύγουν οι δυο τους και ένα φινάλε αθώο, λευκό και ρευστό όπως το γάλα. Υπέροχη κινηματογραφική σεκάνς γεμάτη ανθρωπιά, δύναμη και μετεωρισμό.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης Τζον Σλέσινγκερ, αυτός ο υπέροχος πατισέρ ιδιαίτερων, κινηματογραφικών χαρακτήρων («Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου», «Ανθρωποκυνηγητό», «Ντάρλινγκ»), δυο χρόνια πριν γυρίσει το «Ντάρλινγκ», ταινία που καθιέρωσε την Τζόυλι Κρίστι στο κινηματογραφικό στερέωμα, απελευθερώνει την φιγούρα του ονειροπαρμένου και συναισθηματικού Μπίλι σε μια Αγγλία που φουρνίζει την αλλαγή, τουλάχιστον σε πολιτιστικό επίπεδο. Βρισκόμαστε στο 1963, όπου οι τυπικές αγγλικές, φλύαρες οικογένειες ακολουθούν πιστά τα παραδοσιακά πρωτόκολλα, η προσοχή των κοριτσιών είναι εστιασμένη στην αποκατάσταση, οι επιχειρήσεις διοικούνται με στρατιωτική πειθαρχία, τα χορευτικά κλαμπάκια παίζουν σαχλα κόνγκα για τους νεολαίους και ενώ το απόλυτα τίποτα κυριαρχεί απογοητευτικά παντού οι Μπιτλς είναι έτοιμοι να εφορμήσουν σε μια κοινωνία που μυρίζει φορμόλη.

Η σκηνοθετική ματιά του Τζον Σλέσινγκερ, ανοίγει την χαραμάδα στο αγγλικό, ρεαλιστικό στιλ του free cinema, είναι αισιόδοξη και γενναία τοποθετημένη στον Μπίλυ και τον δικό του ονειρικό κόσμο, συνάμα όμως είναι και θλιβερή στην απτή πραγματικότητα ενός κόσμου που δεν εκπληρώνονται τα όνειρα, παραμένοντας ακέραια και αστραφτερά στις φαντασιακές οάσεις.


Photo gallery: «Μπίλυ ο Ψεύτης»

«Πατέρας, ξάδελφος και εγκληματίες από χάρτινο σόι...
«Γκουρμέ προδοσία και η σφαγή των αμνών σε έναν φλ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/