InTownPost

Ακολουθήστε μας :

22
Παρ, Οκτ
Tο διάβασαν 149 άτομα (149 Views)

«Η Θρησκευτική Αντίληψη στην Αρχαία Ελλάδα», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

THR222-ITP0009801



Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία έπαιξε μεγάλο ρόλο στην αρχαία Ελλάδα, ενώ συνεχίζει και σήμερα να είναι σημαντική στην πολιτιστική κληρονομιά των Ελλήνων, καθώς διαμόρφωσε τη μυθολογία τους, τη θέαση και την προσέγγιση του κόσμου τους.

Ο άνθρωπος πάντα ένιωθε την ανάγκη να πιστεύει σε μια ανώτερη, θεϊκή δύναμη. Ο Δωδεκαθεισμός ήταν η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων. Μέσω της θρησκείας αυτής οι άνθρωποι της αρχαίας Ελλάδος μπορούσαν να εκφραστούν και να δημιουργήσουν. Ο Αρχαίος πολιτισμός αναπτύχθηκε πολύ εξαιτίας της θρησκείας.

Οι άνθρωποι άρχιζαν να χτίζουν ναούς, να φτιάχνουν αγάλματα, τοιχογραφίες προς τιμή των θεών, που μερικές από αυτές σώζονται ως σήμερα. Όλα αυτά αποτελούν ταυτότητα για τον Έλληνα, αφού πολλοί ξένοι έρχονται στην χώρα μας και δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την Αρχαία Ελληνική Θρησκεία και για τα αρχαία αντικείμενα που σχετίζονται με αυτήν, τα οποία σώζονται και αποτελούν μεγάλα έργα τέχνης.



Από τον 6ο κιόλας αιώνα π. Χ., οι φιλόσοφοι της Ελέας είχαν διακηρύξει το μεταβλητό του Κόσμου αλλά το αναλλοίωτο και ενιαίο της Κοσμικής Ουσίας και Αρχής, ήτοι του χαρακτηριστικά αποκαλούμενου «Είναι» και είχαν καθιερώσει ως βασικό σύνθημά τους το γνωστότατο «Έν Το Παν», το ότι δηλαδή όλα είναι ένα. Συνεπώς οι παραπλανητικά αυτοονομαζόμενες «Μονοθεϊστικές θρησκείες» δεν έφεραν τίποτα το καινούργιο στην ανθρώπινη σκέψη σε σχέση με τον αριθμό του Θεού ή των Θεών, αφού και οι από αυτούς υποτιμούμενοι ως «πολυθεϊστές» ήξεραν πολύ καλά, δίχως να χρειάζονται τη βοήθεια άλλων να τους το μάθουν, ότι «Όλα Είναι Ένα».

Ένας εσωκοσμικός Θεός ή πολλοί εξ Ενός, που γεννήθηκε από τη Φύση, ζεί μέσα στη Φύση και συνεπώς υπόκειται στους Νόμους της, ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτήν για να μην απορριφθεί, Είναι τελικά αυτή, τουλάχιστον με την έννοια που δίνει η Παν-Θεϊστική αντίληψη. Αντίθετα, ένας εξωκοσμικός Θεός ή πολλοί εξ Ενός, που ενδεχομένως να προϋπήρξε της Φύσης, δεν υπόκειται σε κανέναν από τους Νόμους της, οι οποίοι άλλωστε όπως και αυτή δεν είναι παρά θνητά «κτίσματά» του και μπορεί να ασυδοτεί πάνω τους επιδεικνύοντας «θαύματα» ή και βίαιες εκτροπές της Φυσικής Τάξης, στέκει αιωνίως έξω από αυτήν υποτιμώντας την συνάμα ως χυδαία υλικοπνευματική διαδικασία και την εξουσιάζει απόλυτα διατηρώντας πάνω της κάθε δικαίωμα για κάποιον ανά πάσα στιγμή τον αυθαίρετο «τερματισμό» της, γι' αυτό και ο Πρωταγόρας είπε : «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ούθ' ως εισίν ουθ' ως ουκ εισίν» (σχετικά με τους θεούς, δεν ξέρω ούτε πώς είναι ούτε πώς δεν είναι) ή ο Αντισθένης: «Κατά νόμον είναι πολλούς Θεούς, κατά δε φύσιν ένα».

Η θρησκευτική αντίληψη στην αρχαία Ελλάδα δεν εκφράστηκε μόνο από την λατρεία των δώδεκα ή περισσοτέρων θεών, αλλά κυρίως από την Ορφική διδασκαλία, την θεογονία του Ησιόδου και τα Μυστήρια (Ελευσίνια, Δελφικά, Καβείρια κ.α.), αναφέρει ο καθηγητής K. Χ. Κωνσταντινίδης.

Στην ελληνική μυθική σκέψη, άνθρωπος, φύση και θεοί συναποτελούν ένα σύνολο, μια κοσμική τάξη που έχει μια δομή. Η δομή αυτή περιέχει το μυστικό μιας ιερής και αιώνιας τάξης που αποκαλύπτεται ως κοσμική αρμονία. Η αρμονία αυτή πρέπει να διαφυλάσσεται. Η διατάραξή της προκαλεί την Ύβρη που επιφέρει τη Νέμεση, την τιμωρία. Οι ελληνικοί μύθοι φέρουν μέσα τους το σπέρμα της «γνώσης», εκείνης που η φιλοσοφία θα παραλάβει για να αναδείξει σε αντικείμενό της.

Γενικότερα η αρχαία Ελληνική θρησκεία ήταν Ιδεοκρατική. Εξέφραζε δηλαδή την ενότητα και την πολλότητα ταυτόχρονα. Θεός εξωσυμπαντικός και δυνάμεις αγαθές ή καλές, εκτός της κοσμικής νομοτέλειας, δεν υφίστανται στον Ελληνικό Κόσμο. Θεότης είναι η Συμπαντική Φύση.

Η θρησκευτική λατρεία δεν ήταν ιδιωτική υπόθεση αλλά η συμμετοχή του συνόλου των πολιτών σε διάφορα θρησκευτικά τελετουργικά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Σε όλες τις πόλεις διοργανώνονταν γιορτές, αθλητικοί ή μουσικοί αγώνες και θεατρικές παραστάσεις προς τιμήν των θεών. Τα Παναθήναια ήταν η σημαντικότερη γιορτή της Αθήνας και ήταν αφιερωμένα στη θεά Αθηνά, ενώ οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρξαν το σημαντικότερο αθλητικό γεγονός της αρχαίας Ελλάδας και ήταν αφιερωμένοι στον θεό Δία.

Κάθε ελληνική πόλη είχε τον δικό της πολιούχο, δηλαδή τον θεό που την προστάτευε. Στον Χριστιανισμό διασώθηκε η παράδοση αυτή με την αντικατάσταση του θεού προστάτη με έναν Άγιο προστάτη. Οι κάτοικοι των αρχαίων πόλεων είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με τον προστάτη-θεό τους όπως και οι χριστιανοί σήμερα με τον προστάτη Άγιο τους. Η Αθηνά ήταν η πολιούχος της Αθήνας και της Σπάρτης, η Ήρα του Άργους, η Άρτεμις της Θήβας, ο Ποσειδώνας της Τροιζήνας και η Δήμητρα της Ελευσίνας. Σε κάθε πόλη διοργανώνονταν ετήσιες γιορτές και αγώνες προς τιμήν του πολιούχου θεού τους, ενώ περίοπτη θέση κατείχε ο ναός, που ήταν αφιερωμένος στον θεό-προστάτη, ώστε οι κάτοικοι να εκφράζουν τη λατρεία τους για να διατηρούν την εύνοιά του.

Στην αρχαία ελληνική μυθιστορία προβάλλεται η σπουδαιότητα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και παρουσιάζονται οι παλαιές αξίες ως διαχρονικές, καθώς φαίνεται να επιβιώνουν σ' ένα διαφορετικό περιβάλλον που επικρατεί κατά την ύστερη αρχαιότητα. Συνήθειες και πρακτικές του ανθρώπου απέναντι στο θείο, όπως είναι η απόδοση των απαρχών στους θεούς, φαίνεται πως συνεχίζονται σύμφωνα με τους συγγραφείς της μυθιστορίας. Μέσα από τα κείμενα τονίζεται ότι το Θείον είναι παρών στον κόσμο και μάλιστα υπάρχει η πίστη, ότι οι θεοί επεμβαίνουν και καθορίζουν τα ανθρώπινα πράγματα. Βέβαια, αναγνωρίζεται ότι δεν υπάρχει μόνο ένας θεός, αλλά γίνεται αποδεκτή η ποικιλία, καθώς υπάρχει σεβασμός ακόμη και των τοπικών θεοτήτων.



Ο συγκρητισμός, όπως αναφέρει ο Κ. Κωνσταντινίδης, είναι το κύριο χαρακτηριστικό που διακρίνει τη θρησκευτικότητα της εποχής και μάλιστα μια διαδικασία «συγκριτικού μονοθεϊσμού» ή καλύτερα «ενοθεϊσμού» είναι διάχυτη σε όλες τις αναφορές των αρχαίων φιλοσόφων και των μυστηρίων. Συνολικά, αυτές οι αναφορές μεταδίδουν επίσης διδακτικά μηνύματα στους νέους ανθρώπους, όσον αφορά τη δημιουργία οικογένειας, τονίζουν την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού και τον σεβασμό απέναντι στο θείο, προκρίνοντας μια πολιτισμική ταυτότητα που είναι αποτέλεσμα των ζυμώσεων της εποχής.

Είναι επίσης δεδομένο, ότι οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι του Χριστιανισμού - και όχι μόνο οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας - είχαν επικοινωνήσει, είχαν μελετήσει τούς Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και μάλιστα με κάθε τρόπο επίσημο η ανεπίσημο, αποδέχθηκαν λίγο ή πολύ και για πολλά θέματα τις σκέψεις τους, τις θέσεις τους, τις ανησυχίες τους και τους προβληματισμούς τους. Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι αντικειμενικοί λόγοι δεν επέτρεπαν κατά κανόνα τη διαμνημόνευση ή την αναφορά στα κείμενά τους ή ακόμα και στον προφορικό λόγο των Ελλήνων φιλοσόφων, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις πηγές και τη σχετική βιβλιογραφία.

«'Εν το Παν» είπε ο Ξενοφάνης και επίσης ότι «Είς και ασώματος ο Θεός και δεν μοιάζει με τους θνητούς, ούτε στο σώμα ούτε στην σκέψη». «Κοσμικός Νούς» είναι το υπέρτατο όν, είπε ο Αναξαγόρας. Ο Κόσμος είναι «αΐδιος» (άνευ αρχής ή τέλους), δίδασκε ο Φερεκύδης.

Ο Αναξίμανδρος αποκαλούσε το θείον: «άπειρον, αθάνατον και ανώλεθρον». Ο Πυθαγόρας, που ανήγαγε τα μαθηματικά σε μυστικιστική διδασκαλία, είπε ότι υπάρχουν δύο Κόσμοι:

α) Ο «νοητός» που έχει ως αρχή την «Μονάδα», ο Κύκλος, που δεν έχει αρχή ή τέλος) και

β) Ο «αισθητός» που εκφράζεται με την μορφή της «ιεράς» Τετρακτύος: 1.2.3.4 = 10, τέλειος αριθμός. Αυτή συμβολίζει τις τέσσερις συμπαντικές δυνάμεις (ήτοι: Βαρυτική, Ηλεκτρομαγνητικη, Πυρηνική, Ασθενής Ακτινοβολία), αλλά και τα τέσσερα στοιχεία της Φύσεως ήτοι: Γη (σώμα), Ύδωρ (συναίσθημα), Αήρ (διάνοια), Πυρ (ανωτέρα νοημοσύνη.) Ο Πυθαγόρας δίδαξε και την «Τριμερή Φιλία», ήτοι: την φιλία των θεών προς τους ανθρώπους, των ανθρώπων προς τους θεούς και της φιλίας μεταξύ των ανθρώπων. Την τελευταία αντέγραψε ο Χριστιανισμός με το «Αγαπάτε αλλήλους», αλλά δυστυχώς δεν την τήρησε. Τις δύο άλλες τις αγνόησε όπως εύστοχα τονίζει ο Κ. Κωννσταντινίδης.

Αντί της φιλίας προς τον Θεό επέβαλε τον φόβο Κυρίου. Και αντί της φιλίας του θεού προς τους ανθρώπους επέβαλε έναν φοβερό τρομερό και εκδικητικό Θεό γι' αυτό και ο Ευρυπίδης λέγει: «Ει θεοί εισί κακοί, ουκ εισί θεοί» (όποιοι θεοί είναι κακοί δεν είναι θεοί).

Ο Μέγας Ηράκλειτος μίλησε για δύο θεμελιώδεις αρχές, το «αείζωον πυρ» (η συμπαντική ενέργεια, όπως εξηγείται σήμερα) και τον «θεϊκό Λόγο» (η Κοσμική Αρμονία), που οι «εμπνευστές» της Καινής Διαθήκης αντέγραψαν στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο με το γνωστό «Εν αρχή ήν ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος».

Επίσης, είπε: «Από τα Πάντα το Εν και από το Εν τα Πάντα». Ο Χριστιανισμός χρησιμοποίησε την Ελληνική γλώσσα για να διαδοθεί και δανείστηκε αφειδώς από την ελληνική φιλοσοφία και λατρεία για να αποκτήσει κύρος.

Τούτο δεν είναι κακόν. Κακόν είναι ότι δεν ομολογούν την πρώτη πηγή της εμπνεύσεως και ακόμη χειρότερον ότι κατηγορούν τον Ελληνισμό ως ειδωλολατρική θρησκεία.



Τα κείμενα περί κοσμοθέασης των αρχαίων μας φιλοσόφων προαναγγέλλουν την αναδυομένη Εποχή της Γνώσεως. Ο άνθρωπος έχει κατασκευάσει προηγμένα μέσα για να εισέλθει σ' ένα «απαγορευμένο» χώρο, στον χώρο της Δημιουργίας. Αυτό όμως δεν θα γίνει με τις δογματικές θρησκείες, ούτε με τα θαύματα, αλλά μέσω της Επιστήμης και της Τεχνολογίας που θα εργασθεί για το καλό του Ανθρώπου και της ισορροπίας τού ανατραπέντος φυσικού οικοσυστήματος.

Μέσα στο Εργαστήριο γεννιέται ο νέος κόσμος και μιά παγκόσμια επανάσταση συντελείται ακόμη και αυτήν την στιγμή. Όμως με ελλιπή αρετή, αλαζονεία και εγωισμό εάν εισέλθουμε στον χώρο αυτό θα κεραυνοβοληθούμε, όπως ο Φαέθων από τον κεραυνό του Διός. Γιατί ο θεός Ζευς είναι ο έφορος του Φυσικού Νόμου και δεν αφήνει την Ύβριν να κυριαρχήσει στον Κόσμο.

Το μέλλον λοιπόν του Κόσμου ανήκει στην αναβίωση του Ελληνικού Πνεύματος. Στην ανάδειξη του Απολλώνειου και του Διονυσιακού πνεύματος σε μιά αρμονική ισορροπία. Σ' αυτόν τον κόσμο πρέπει να στραφούμε για να βρούμε τον σωστό δρόμο του μέλλοντος όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Κ. Χ. Κωνσταντινίδης.

Η Ελληνική κοσμοθέαση προωθεί την Αλήθεια, μέσω της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, το Μέτρον , το Μηδέν Αγαν, τον Ανθρωπισμό, τον Ρυθμό και την Αρμονία, την Ενότητα και Συνεργασία, την Ευγένεια και την Καλοσύνη, την Οικολογία.

Στον Ελληνισμό συμφιλιώνεται αρμονικά το θείον με την επιστήμη, η Φύση με τον Άνθρωπο. Για αυτό τον λόγο δικαίως η Ελλάς έχει ανακηρυχθεί η κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού και ανθρωπισμού.


Βιβλιογραφία:

Αμαλία Ηλιάδη: Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων

K. Χ. Κωνσταντινίδης: Η θρησκευτική αντίληψη στην αρχαία Ελλάδα δεν εκφράστηκε μόνο από την λατρεία των 12 ή περισσοτέρων θεών

Bερνάν, Ζ.Π.: 2000. Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα

Μ. Αγγελίδου: Φύση και Ελληνική Μυθολογία

Κακριδή, Ι. 1987: Ελληνική μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών

Γαιτάνος Γεώργιος: Οι θρησκευτικές αντιλήψεις στο αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα

Κωντανίνος Μπέης: Επηρεασμός της κοινωνικής διδασκαλίας των Μεγάλων Ιεραρχών

Βλάση Γ. Ρασσιά: Η Ελληνική κοσμοθέαση και το ψευδές δίλημμα «ένας ή πολλοί θεοί»

«Περί Δημιουργού, Δημιουργίας Θεού – Θεών», γράφει...
«Είναι ο Περικλής ο Θεμελιωτής της Ειρηνικής Αθηνα...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/