InTownPost

Ακολουθήστε μας :

16
Σαβ, Οκτ
Tο διάβασαν 299 άτομα (299 Views)

«Γκουρμέ προδοσία και η σφαγή των αμνών σε έναν φλεγόμενο Αύγουστο», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

APIST222-ITP009874EXON01


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 65

Ξεσπάστε στο σώμα της γης μας μιαρά όντα, αλλάξτε τον ρυθμό της ανθρώπινης ζωής, σκορπίστε το έρεβος ολούθε, ακυρώστε το ζωογόνο, φυσικό πνεύμα. Χρόνια επιδίδεστε όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, σε αυτή την απόκοσμη συνήθεια. Δεκαετίες βυσσοδομείτε στην πιο ιερή οντότητα από δημιουργίας κόσμου, σ' αυτή την υπέρτατη πηγή σοφίας και κάλλους, που προσφέρει δύναμη, ενέργεια και ζωή δίχως να απαιτεί το παραμικρό, παρά μόνο φροντίδα και συνεργασία. Κάψτε και λεηλατήστε τον ελεύθερο πλούτο, διαλύστε κάθε τι που εκφράζει την υλοποιημένη μορφή του Θείου, αφανίστε το ουράνιο, το μοναδικό, το ευφάνταστο και στην θέση του πακτώστε το κολασμένο, το ουτιδανό και το έρεβος, γιατί αυτό επιθυμείτε, γιατί αυτή την αποστολή πρέπει να ολοκληρώσετε.

Παιδιόθεν θυμάμαι, πως κάθε χρόνο τους θερινούς μήνες, η φύση της πατρίδας μας πρώτα έλιωνε από τα βιβλικά, κοκκινόχρυσα χρώματα της κόλασης, όταν δόλια και για ημέρες παραδινόντουσαν καταπράσινοι, παραδεισένιοι πνεύμονες στην ορμή της αδηφάγας πυράς και έπειτα η φύση της πατρίδας μας, στο κρανίου τόπο σώμα της, φορούσε για χρόνια τα πένθιμα, μαύρα και άγονα της θλίψης ρούχα, να κλαίει τον χαμό της. Όμοια και απαράλλαχτα στον παρόντα χρόνο, το ίδιο ακριβώς σενάριο, ούτε μια σκηνή της δράσης παραλλαγμένη, τα ίδια τεχνάσματα, τα ίδια κίβδηλα προσωπεία τάχαμου συμπαράστασης και συμπόνοιας με τις όμοιες, ξύλινες, άτοπες δικαιολογίες, ενώ χρόνια τώρα οι ευθύνες πεντάρφανες, σέρνονται σαν κλοτσοσκούφι στον ρυπαρό δρόμο των συμφερόντων, αναζητώντας ακόμα τους υπαίτιους των συμφορών.

Βίωσα, αγαπημένοι μου φίλοι, παρόμοια ολική καταστροφή τεράστιας έντασης και έκτασης στα βόρεια προάστια της Αττικής τέτοιο μήνα, 4 Αυγούστου 1981, όπως κολασμένα συμβαίνει με το παιχνίδι των συμπτώσεων, όταν, τότε, αποφάσισαν να αξιοποιήσουν σε βίλες και μεζονέτες των νεόπλουτων τον τεράστιο και απίστευτης ομορφιάς πνεύμονα πρασίνου, που ο περίπατος στην φιλόξενη, αναζωογονητική αγκαλιά του, πιστέψτε με, σε άλλαζε ως άνθρωπο. Το «Δάσος των Θεών», αποκαλούσε την πυκνή κατάφυτη έκταση ο πατέρας μου, παράλληλα με το φυσικό, ενεργό κράτος των ημιάγριων ζώων, όπου οι δίωρες βόλτες μας στα σωθικά του, κυριολεκτικώς, ξεμπλόκαραν τους νευρώνες τού εγκεφάλου και φόρτωναν θείον οξυγόνο τα κύτταρα μας, για να πάρουν μπρός οι συζητήσεις. Ουδέποτε τέλειωναν αυθημερόν αυτές οι αξέχαστες συνομιλίες με τον πατέρα μου στις βόλτες μας στο δάσος, έτσι για να έχουμε συνέχεια στην επομένη επίσκεψη μας στον άδολο και φιλόξενο ναό της Μάνας Φύσης.

Η φωτιά ήταν σε απόσταση των 350 μέτρων από το σπίτι μας, σε σημείο τέτοιο που άρχιζε η απειλή στις πρώτες οικίες της ευρύτερης περιοχής, μετρημένες ακόμα, στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού. Ο δυνατός βορειοανατολικός άνεμος της εποχής δεν βοηθούσε καθόλου, η θερμοκρασία έμοιαζε με καυτό χωνί χυτηρίου, ενώ ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και η οσμή του θανάτου από το σώμα της Μάνας στραγγάλιζε την ατμόσφαιρα. Οι ήρωες πυροσβέστες, επέλεξαν το πατρικό μου σπίτι ως ένα από τα κέντρα των επιχειρήσεων κατάσβεσης του συγκεκριμένου πύρινου μετώπου, διότι, όπως ενημέρωσαν τους γονείς μου, διέθετε ελεύθερη πρόσβαση προς την καρδιά του κακού. Η κυρία Όλγα και η γιαγιά Σόνια άρχισαν να φτιάχνουν δροσερούς χυμούς, οι βρεγμένες και οι στεγνές πετσέτες ήταν σε ημερησία διάταξη, άφθονα τα κρύα μπουκάλια με νερό, όλα στην διάθεση των μαχόμενων πυροσβεστών, ακόμα και ελαφριά γεύματα, που οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι δεν έβαζαν μπουκιά στα στόματα τους. Στην γειτονιά μας διέμεναν και δυο γνωστοί πολιτικοί της τότε κυβέρνησης με υπουργικό θώκο μάλιστα, οι οποίοι εγκατέλειψαν, ω της τύχης, τα σπίτια τους για θερινές διακοπές μια ημέρα πριν ξεκινήσει το ολοκαύτωμα. Τελικά, σε σύνολο δεκατριών ωρών και πόλεμο στήθος με στήθος, κατάφεραν οι πυροσβέστες να αποτρέψουν την γοργή κατάβαση του ανήμερου στοιχείου στην κατοικημένη ζώνη.

Έπειτα από δυο, περίπου, ημέρες μυθικής μάχης με τις φλόγες, μόλις τοποθετήθηκε υπό έλεγχο η πύρινη λαίλαπα ηρεμώντας το κακό, αποκαλύφθηκε το τρομερό, σεληνιακό τοπίο. Ένδεκα χιλιάδες στρέμματα καμένης γης ο απολογισμός, ευτυχώς δίχως ανθρώπινα θύματα, ενώ εκατοντάδες μικρά και μεγάλα ζώα, διάφορα είδη ερπετών και πτηνών είχαν θυσιαστεί αβοήθητα. Μόνο όποιοι έχουν ζήσει από κοντά τέτοιου είδους όλεθρο θα κατανοήσουν, το πως είναι να συνθλίβεται η ανθρώπινη καρδιά από τον πόνο, βλέποντας τον επίγειο παράδεισο να μετασχηματίζεται σε κόλαση εντός μηδενικού χρόνου.

Το «Δάσος των Θεών» έπαψε να υπάρχει και μια εικόνα του πατέρα μου με τον επικεφαλής αξιωματικό της ομάδας των πυροσβεστών σφραγίστηκε στην μνήμη μου. Περιέγραφε με κομμένη την ανάσα και γόο ψυχής ο δόλιος κυρ Μανώλης, όπως ήξερε καλά να αφηγείται, το τι βασίλευε πριν δυο ημέρες στην μαύρη όψη που άφησε πίσω της η επέλαση της φωτιάς. Ο καπνισμένος και εξαντλημένος από τον άνισο αγώνα βαθμοφόρος έσφιξε τον ώμο του πατέρα μου με αληθινή κατανόηση, λέγοντας του: «καθαρός εμπρησμός ήταν κύριε Παπαϊωσήφ με επτά διαφορετικές εστίες στο δάσος και δυο αντίθετες στην περιφέρεια του μετώπου για να μην μείνει τίποτα όρθιο. Μελετημένα όλα!»

Ο Μανώλης έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητος και το φαιό από την στάχτη πρόσωπο του έλαβε εκείνη την γνωστή έκφραση της επιβεβαίωσης, απατώντας: «Σε τέσσερα με πέντε χρόνια, αγαπητέ μου, θα αρχίσει να γεμίζει ο τόπος τσιμέντο, σίδερο και γυαλί.»

Έπεσε έξω στην εκτίμηση του περί μεθοδευμένου εμπρησμού ο έμπειρος, αξιωματικός του πυροσβεστικού σώματος, διότι το επίσημο ανακοινωθέν που δημοσιεύτηκε στον Τύπο αναφερόταν σε φωτιά που προκλήθηκε από τις κολώνες του ηλεκτρικού ρεύματος. Και ο πατέρας μου, όμως, βγήκε εκτός πρόβλεψης γιατί όχι σε τέσσερα με πέντε χρόνια, αλλά σε τρία μόλις χρόνια ξεκίνησε η ταχύτατη ανοικοδόμηση στο πρώην «Δάσος των Θεών», ενώ στην χρονική διάρκεια της εξαετίας, όντως, ο τόπος βουλιμικά και ακαλαίσθητα πνίγηκε στο τσιμέντο, το σίδερο και το γυαλί. Ο πλούτος έρρεε ασύδοτα και η κοινωνική ανάδειξη του ανθρώπου στην οικονομική έκρηξη εκείνης της δεκαετίας, για να στηριχθεί στο πεδίο της ψευδαίσθησης, χρειαζόταν τα δεκανίκια του ακριβοπληρωμένου, χλιδάτου σπιτιού των βορείων προαστίων και της φιγουρατζίδικης, τετράτροχης άμαξας, άνω του ενός οχήματος, βεβαίως βεβαίως.

Με ανοιχτωσιά ψυχής και κατασταλαγμένα αναφέρω, πως ουδείς είναι αθώος και άμοιρος ευθυνών επί του σοβαρού και φλέγοντος θέματος, μηδέ οι κατέχοντες πλούτο, η «ελίτ», όπως άστοχα την χαρακτηρίζουμε πανάθεμα τους, μηδέ οι «εμπνευσμένοι» σχεδιαστές, ηγέτες, μηδέ, εμείς, οι απλοί άνθρωποι. Όλοι μας, κάποια στιγμή θα καθίσουμε στο σκαμνί του κατηγορουμένου για να απολογηθούμε, καθείς για τα λάθη του και επειδή ανήκω στους απλούς ανθρώπους, τα ερωτήματα επί σειρά δεκαετιών ψάχνουν τις απαντήσεις τους: γιατί φτιάχνουμε το κεραμίδι μας αυθαίρετα και άναρχα σε δασική περιοχή με τις πλάτες πολιτικών παραγόντων, το γνωστό και ως «μέσον», ελληνιστί, αφού γνωρίζουμε άριστα πως είναι παράνομο και κινδυνεύουμε; Γιατί θεμελιώνουμε το σπιτικό μας πάνω σε ορμητικά, αρχαία περάσματα ποταμών, επειδή οι πολιτικοί παράγοντες τα τάπωσαν φύρδην μίγδην για το «καλό» μας, αφού γνωρίζουμε άριστα πως είναι άκρως επισφαλής επιλογή και κινδυνεύουμε; Γιατί κατασπαράζεται ο φυσικός πλούτος και γίνονται στάχτη οι περιουσίες μας τους θερινούς μήνες; Γιατί «ναυαγούν» αύτανδρα τα σπίτια μας στα χειμαρρώδη νερά τους χειμερινούς μήνες; Γιατί θρηνούμε συνανθρώπους κάθε χρονιά εδώ και δεκαετίες; Θαρρώ, πως η απάντηση για έναν μέσο, σκεπτόμενο άνθρωπο είναι ξεκάθαρη: Με την ίδια ευκολία που αποκτήσαμε τις άδειες των οικοδομών σε άκρως αντιοικιστικές περιοχές και σημεία, ασκώντας το εθνικό σπορ του «λαδώματος», με την ίδια ευκολία οι ίδιοι «λαδωμένοι» σήμερα έχουν καλύτερους «πελάτες».

Τότε, ήταν τα οικόπεδα, οι μεζονέτες και οι βίλες, σήμερα είναι η «πράσινη ενέργεια», οι ανεμογεννήτριες, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα κέντρα αναψυχής. Οπότε η φύση κατακρεουργείται μεθοδικά χρόνο με τον χρόνο στον βωμό του κέρδους και οι ανθρώπινες περιούσιες, στο πιτς φιτίλι, αλλάζουν χέρια. Η αναλγησία του κρατικού μηχανισμού πάντα έλαμπε δια της παρουσία της, ολόφωτη στο στέρνο του σκότους και εκεί που οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια, οι διαφημιζόμενες στρατηγικές και ο τρανός προγραμματισμός ανάσχεσης του ολέθρου περιορίστηκαν στην ρεκλάμα και στο θεαθήναι, στην πράξη όμως ο ανθρώπινος βιός παραδίδεται αναιδώς στην πυρά.

Ως γνωστόν και, σαφώς, άπαντες γνωρίζουμε, πως εάν δεν υπάρχει η ζήτηση, δεν υφίσταται η προσφορά. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανθρώπινη επιθυμία για τον υλικό πλούτο, τόσο διανθίζεται σε «ευελιξία» διεκπεραίωσης και η προσφορά. Πάντα υπάρχει έτοιμο ζωγραφισμένο το κάδρο της εκπληρώσεως των επιθυμιών και ξέρουμε, διάολε, πως τσαλαβουτάμε στα στάσιμα, ελώδη ύδατα της ιεροσυλίας και της ανομίας. Καταλήξαμε οι επιθυμίες να είναι απαλλαγμένες από ηθικούς και ιερούς φραγμούς, ευλαβικά καρφιτσωμένες στο εικονοστάσι της θείας κονόμας, όταν διακαώς απαιτούμε να υλοποιηθούν άμεσα με όποιον τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο, αθέμιτος είναι εφόσον πρόκειται για απαγορευμένο καρπό, νόμιμο ή παράνομο, παράνομος είναι εφόσον πρόκειται για δημόσια περιουσία που δεν τους ανήκει.

Το ξέρουμε οι μπαγάσηδες όσο κανένας άλλος, καθώς επιπλέει φανερά σαν πεταμένος φελλός στην πρώτη επιφάνεια της συνείδησης μας αιώνες τώρα, το που και το πως περπατάμε τόσα χρόνια. Και επειδή η συμπεριφορά αναπαράγει συμπεριφορά, συνάμα με ένα φίνα οργανωμένο, εθνομηδενιστικό σχέδιο με την δική μας συναίνεση - διότι ο «βολεμένος» και ο «τακτοποιημένος» ουδέποτε αντιδρά - η πραγματικά βασανισμένη Μάνα Φύση και ο αδιόρθωτος «πονηρούλης», Έλλην αστός άνθρωπος θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο διηνεκές απροστάτευτοι και χαροκαμένοι στο μανταλάκι της εκάστοτε προσφοράς.



«Η Γεύση της Απιστίας»

(A Taste of Hunger / Smagen af Sult)

Είδος: Κοινωνικό, αισθηματικό

Παραγωγή: Δανία, Σουηδία (2021)

Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Μπόε

Με τους: Νίκολαϊ Κόστερ-Βαλντάου, Κατρίνε Γκρέις-Ροσένταλ

Διάρκεια: 100'

Διανομή: Rosebud 21


Στα ηνία του μοδάτου εστιατορίου της Κοπεγχάγης είναι η Μάγκι (Κατρίνε Γκρέις-Ροσένταλ - καλή) και ο Κάρστεν (Νίκολαϊ Κόστερ-Βαλντάου – καλός), όπου εκείνη είναι ανθρωπολόγος με ειδικότητα στα γεύματα και έχει δημιουργήσει το μοναδικό περιβάλλον του εστιατορίου, ενώ εκείνος είναι σεφ που έχει αναλάβει να κάνει τα μαγικά του στην κουζίνα, προσπαθώντας να αποκτήσει φήμη. Η επαγγελματική τους επιτυχία ως ακατανίκητου ζευγαριού της γκουρμέ σκηνής μπορεί να συγκριθεί μόνο με την προσωπική τους ευτυχία, που έχει συμπληρωθεί με ένα ζευγάρι τέκνων.

Οι δυο τους μοιάζουν να τα έχουν όλα, ή μάλλον σχεδόν όλα: το περιβόητο αστέρι Μισελέν, αυτή η τόσο σημαντική διάκριση, που μπορεί να εκτοξεύσει τη φήμη ενός εστιατορίου μέσα σε μια νύχτα, ακόμη τους διαφεύγει και το ζευγάρι μοιάζει αποφασισμένο να θυσιάσει τα πάντα για να πετύχει το όνειρό του. Στο ακούραστο κυνήγι της απόλυτης αναγνώρισης, όμως, θα ξεχάσουν ότι τα καλύτερα γεύματα στη ζωή είναι αυτά που μοιραζόμαστε με άλλους. Μια μέρα, ο Κάρστεν βρίσκει ένα γράμμα που αναφέρει, ότι η γυναίκα του αγαπά κάποιον άλλον.



Ταινίες με τις ιστορίες τους επικεντρωμένες στον δημιουργικό χώρο της κουζίνας μαγνητίζουν το ενδιαφέρον των θεατών και όσο πιο εξιδανικευμένη είναι η δημιουργική φαντασία των πρωταγωνιστών σεφ στα σενάρια, τόσο πιο ενδιαφέρον γίνεται το φιλμικό προϊόν. Ειδικά εάν αυτό είναι πασπαλισμένο με καυτό, ερωτικό υλικό, το θερμόμετρο της βράσης ανεβαίνει στα κόκκινα. Πετυχημένος ο κινηματογραφικός συνδυασμός έρωτος και φαγητού, καθώς οι Γάλλοι στοιχειοθέτες της τερψιλαρύγγιας διάστασης επιμένουν, πως ο έρωτας περνάει από το στομάχι. Η γαστρονομική πρόταση του Δανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κρίστοφερ Μπόε (Χρυσή Κάμερα Φεστιβάλ Καννών με το ντεμπούτο του στην «Ερωτική Αναπαράσταση» -2003), είναι απλή στην δομή της με τον ευφάνταστο σεφ να κυνηγά την αναγνώριση του εστιατορίου του, που, ως γνωστόν σημειώνεται με ένα αστέρι Μισελέν, ενώ παραμελεί, σχετικώς, γυναίκα και τέκνα. Οπότε το παραγκωνισμένο θηλυκό, μη κατανοώντας την προσπάθεια του αρσενικού, η οποία συμμετέχει χρηματικά στην προσπάθεια, πέφτει στην αγκαλιά νεαρού επιβήτορα. Παρατηρητές αυτού του οικογενειακού ράλι τα δυο τέκνα με αρκετή δόση ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Σεναριογράφος ο Μπόε και μαζί με τον Τομπίας Λίντχολμ, τον συγγραφέα των καταπληκτικών ταινιών «Άσπρος Πάτος» και του «Κυνηγιού», να βάζει το χεράκι του, δημιουργεί ο Μπόε την προσωπική του ελεγεία στο σνομπ και επιδεικτικό φαγητό για εκλεπτυσμένους ουρανίσκους, εν μέσω ενός αδύναμου οικογενειακού, ερωτικού δράματος με πρωταγωνίστρια την απιστία και φινάλε έκπληξη για τις εντυπώσεις, όπως το τελευταίο έδεσμα ενός μενού. Στην όψη και την περιγραφή των δελεαστικών πιάτων, οι χαρακτήρες της ιστορίας μοιάζουν με «βρώμικο» από καντίνα του δρόμου.

Ο σούπερ σταρ Τζέιμι Λάνιστερ του «Game of Thrones», ο Δανός ηθοποιός Νίκολαϊ Κόστερ-Βαλντάου, παίζει στην μητρική του γλώσσα, είναι συμπαθητικός ως αποφασισμένος σεφ έτοιμος να κατακτήσει την κορυφή, αλλά είναι κομμάτι άχρωμος και μάταια προσπαθεί να γεμίσει τον πληθωρικό κύβο του κολασμένου χαρακτήρα Μπράντλεϊ Κούπερ στην, περίπου, ίδιας θεματολογίας ταινία τού 2015, με τον ιλαρό ελληνικό τίτλο: «Ο Σεφ που Έπαιζε με τη Φωτιά» (Burnt). Η ανερχόμενη Κατρίνε Γκρέις-Ροσένταλ έχει δρόμο μπροστά της. Ο Κρίστοφερ Μπόε, πάραυτα, σκηνοθετεί με στιλ το εξεζητημένο του θέματος, διαιρώντας την δράση σε πέντε κεφάλαια, εμφανώς αφοσιωμένος στην αισθησιακή γευσιγνωσία και στην στιγμιαία συναισθηματική έκρηξη που προκαλεί ένα πιάτο θαλασσινών με σύκο.


Photo gallery: «Η Γεύση της Απιστίας»


«Αδέρφια σε Σύγκρουση»

(Rams)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Αυστραλία (2020)

Σκηνοθεσία: Τζέρεμι Σιμς

Με τους: Σαμ Νιλ, Μάικλ Κέιτον, Μιράντα Ρίτσαρντσον

Διάρκεια: 115'

Διανομή: Neo Films


Στην απομακρυσμένη Δυτική Αυστραλία, δύο αποξενωμένα αδέρφια που ζουν ο ένας πλάι στον άλλον ο Κόλιν (Σαμ Νιλ - εξαιρετικός) και ο Λες (Μάικλ Κέιτον, επίσης απίθανος) είναι στα μαχαίρια. Εκτρέφουν ξεχωριστά κοπάδια προβάτωντα οποία κατάγονται από ένα βραβευμένο οικογενειακό γενεαλογικό δέντρο.

Όταν το βραβευμένο κριάρι του Λες διαγιγνώσκεται με μια σπάνια και θανατηφόρα ασθένεια, οι αρχές διατάζουν τη θανάτωση όλων των προβάτων στην κοιλάδα. Ενώ ο Κόλιν προσπαθεί με έξυπνο τρόπο να ξεγελάσει τις αρχές, ο Λες επιλέγει το μονοπάτι της οργισμένης ανυπακοής.



Από την Ισλανδία στην Αυστραλία, καθώς τα «Αδέλφια σε Σύγκρουση», είναι ριμέικ της εξαιρετικής και βραβευμένης ταινίας του 2015 με τον τίτλο: «Δεσμοί Αίματος» (Hrútar / Rams ), του Ισλανδού Γκρίμουρ Χακόναρσον. Ο ΑυστραλόςΤζέρεμι Σιμς δεν αλλάζει απολύτως τίποτα, μικροπράγραματα δηλαδή, από το αρχικό σενάριο της ταινίας του Χακόναρσον, απλά τοποθετεί τον υπέροχο, Ιρλανδό ηθοποιό Σαμ Νιλ και τον σαρωτικό Αυστραλό Μάικλ Κέιτον στις θέσεις των δυο αδελφών κτηνοτρόφων, που δεν ανταλλάσσουν ούτε κουβέντα μεταξύ τους για σαράντα χρόνια, ενώ ζουν στο ίδιο αγρόκτημα και έχουν τον ίδιο ποιμενικό σκύλο, που ο μεν ένας τον αποκαλεί Κιπ, ο δε άλλος Φλος. Σκοπός τους είναι να ανταπεξέλθουν στην συμφορά που βρήκε τον τόπο με τον ιό O.J.D., όπως αναφέρεται στο σενάριο, αφού με εντολή του κράτους πρέπει να θυσιάσουν τα κοπάδια τους για να μην κινδυνεύσουν οι ανθρώπινες ζωές.

Τα παραδοσιακά πρόβατα Κλάγκαν, η φονική επιδημία στα ζώα, η ξεροκεφαλιά των δυο αδελφών Γκρίμουνσον, ο ήπιος χαρακτήρας του Κόλιν και ο έντονος του Λες, η μοναχικότητα, η απομακρυσμένη, αχανής ύπαιθρος, η κοινότητα και τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στα μέλη της λόγω του ιού μεταφέρονται ατόφια στο ριμέικ του Τζέρεμι Σιμς, οπότε οποία η χρησιμότητα ύπαρξης μιας ταινίας αφού ήδη υπάρχει και είναι με ψυχή ειπωμένη πριν έξι χρόνια, ενώ η καινούργια δεν προσφέρει ουδεμία σπίθα διαφοροποίησης από την προηγούμενη; Το θέαμα ως κινηματογραφική πρόταση, εφόσον προϋπάρχει η ιστορία, με τον Νίλ και τον Κέιτον στα καρέ της νέας εκδοχής δεν σε απογοητεύει.


Photo gallery: «Αδέρφια σε Σύγκρουση»


«Νύχτα Πρεμιέρας»

(Opening Night)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1977) - Έγχρωμο σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες.

Σκηνοθεσία : Τζον Κασαβέτις

Με τους: Τζίνα Ρόουλαντς, Μπεν Γκαζάρα, Τζον Κασαβέτις, Τζόαν Μπλοντέλ, Λάουρα Τζόνσον, Πολ Στιούαρτ

Διάρκεια: 144'

Διακρίσεις: 2 Βραβεία Φεστιβάλ Βερολίνου: Αργυρή Άρκτος Γυναικείας Ερμηνείας (Τζίνα Ρόουλαντς) και Βραβείο Interfilm Ότο Ντιμπέλιους (ex aequo)

Προβάλλεται στους κινηματογράφους: «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Η διάσημη ηθοποιός του κινηματογράφου Μιρτλ Γκόρντον (Τζίνα Ρόουλαντς – εξαιρετική ερμηνεία), που έχει περάσει στο θεατρικό σανίδι με την ίδια επιτυχία, βρίσκεται στις τελευταίες πρόβες εκτός πόλης, στο Νιού Χέβεν του Κονέκτικατ, για το καινούργιο της έργο, «Η Δεύτερη Γυναίκα», πριν ξεκινήσει η προβολή του στο Μπρόντγουεϊ. Η Μιρτλ, μέσω της συμπεριφοράς της, προκαλεί προβλήματα σε όσους ασχολούνται με την παράσταση, όπως: οι συνάδελφοί της ηθοποιοί, ειδικά ο πρωταγωνιστής και πρώην εραστή της Μορίς (Τζον Κασαβέτις – καταπληκτικός), ο σκηνοθέτης, Μάνι Βίκτορ (Μπεν Γκαζάρα – πολύ καλός), ο οποίος αντιμετωπίζει δικά του ζητήματα σε από μια σειρά συζυγικών προβλημάτων με τη σύζυγό του, η συγγραφέας του θεατρικού έργου Σάρα Γκουντ (Τζόαν Μπλοντέλ – πολύ καλή) και ο παραγωγός Ντέβιντ Σάμιουελς (Πολ Στιούαρτ – μπριλάντε όπως πάντα). Το πρόβλημα είναι ότι η Μιρτλ δεν μπορεί να ταυτιστεί με την ώριμη ηρωίδα του θεατρικού έργου, καθώς είναι απρόθυμη να δεχτεί ότι και ίδια γερνάει. Η ασταθής συμπεριφορά τής πρωταγωνίστριας επιδεινώνεται από την υπερβολική χρήση αλκοόλ, ενώ τα πράγματα λαμβάνουν μια απρόσμενη καθοδική πορεία, όταν η Μιρτλ γίνεται μάρτυρας του τυχαίου, αυτοκινητικού δυστυχήματος έξω από το θέατρο, προκαλώντας τον θάνατο της όμορφης, 17χρόνης Νάνσι (Λάουρα Τζόνσον – καλή), φανατικής θαυμάστριας της ηθοποιού.

Η Μιρτλ αρχίζει να βλέπει οράματα για τη Νάνσι και δηλώνει ότι μπορεί να ενεργοποιήσει και να απενεργοποιήσει αυτά τα οράματα, χρησιμοποιώντας τας στο έργο, οδηγούμενη σε μια κατάσταση εκτός ελέγχου, καθώς η Νάνσι αντιπροσωπεύει τις ελπίδες και τα όνειρα μιας νέας γυναίκας και όχι της Μιρτλ. Η θεατρική παράσταση βυθίζεται ολοένα στην δίνη των υπαρξιακών, γυναικείων προβληματισμών με κίνδυνο το έργο να τιναχθεί στο αέρα πριν την νύχτα της μεγάλης πρεμιέρας.



Η κορυφαία σεκάνς της Τζίνα Ρόουλαντς μόνη με τον καθρέπτη στο θεατρικό καμαρίνι, κινηματογραφική σκηνή ολίγων δευτερολέπτων, ικανή όμως να γεφυρώσει νομοτελειακά το σενάριο στο χωροχρονικό δρομολόγιο του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Τζον Κασαβέτις στην άρνηση μιας όμορφης και διάσημης ηθοποιού, ότι μεγαλώνει. Ο χρόνος στο χθες και στο παρών, η φθορά, η διάσημη σταρ γυναίκα που ζει μόνο για τον εαυτό της δίχως ευθύνες, ο πραγματικός έρωτας που αγνόησε, την αρπάζουν και την πετούν στην μεταφυσική άβυσσο της συνειδητοποίησης ανέτοιμη, ανυπεράσπιστη σαν ξεπεσμένη αστή, έτοιμη να διαλυθεί και να σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Η Ρόουλαντς, πραγματικά σαρώνει στο πέρασμα της σε μια ερμηνεία μεγατόνων, υποδυόμενη την απαστράπτουσα, ταλαντούχα και συνάμα νευρωτική και αλκοολική ηθοποιό Μιρτλ (ταλαιπωρήθηκε πολύ η ηθοποιός για να προσεγγίσει την συγκεκριμένη εικόνα της ηρωίδας), μιας γυναίκας ελαττωματικής μεν, αλλά στο πέρασμα της ισοπεδώνει όλες τις γυναίκες με την προσωπικότητα της. Το θανατηφόρο ατύχημα της νεαρής θαυμάστριας δημιουργεί το πρώτο, σημαντικό ρήγμα στην προστατευτική, άθραυστη πανοπλία της και την δονεί συθέμελα, πως μόνο ο χρόνος είναι αυτός που προσδιορίζει την αρχή, την μέση και το τέλος της ανθρώπινης ζωής. Και σε αυτό το νήμα ο κάθε άνθρωπος προσαρμόζεται αναγκαστικά.

Ο ιδιαίτερος και ξεχωριστός τρόπος γραφής και σκηνοθεσίας του Τζον Κασαβέτις, που θαυμάζω τα μάλα, είναι ορμητικός, χειμαρρώδης και καταλυτικός, διαθέτοντας ένα εξαιρετικό «εργαλείο» απέναντι από τον κινηματογραφικό του φακό, την σύζυγο του, την ηθοποιό των πολλών καρατίων, Τζίνα Ρόουλαντς να υλοποιεί το ζητούμενο. Ο Ελληνοαμερικανός Τζον Κασαβέτις δεν αμύνεται πουθενά στην εξέλιξη της ιστορίας, που είναι ένα σπουδαίο ψυχογράφημα ρεαλιστικών και μεταφυσικών διαστάσεων. Με το εκτός γραμμών δαιμόνιο που τον διακρίνει, ακόμα και όταν η ταινία δεν βρήκε διανομή στις Η.Π.Α., ορμάει κατά μετώπον σε μια πολυεπίπεδη ερμηνεία καταστάσεων με κεντρικό θέμα τον γυναικείο ψυχισμό και τον κόσμο του θεάματος, θέτοντας την δράση και την αντίδραση στο σταυροδρόμι των συμβιβασμών, υπό όρους όμως. Είναι η ταινία που καθιέρωσε τον σκηνοθέτη στους αξιόλογους και σκεπτόμενους Αμερικανούς δημιουργός της 7ης Τέχνης και για μένα προσωπικά, βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα των αριστουργημάτων.

«Η ζωή είναι μια κωμωδία με βάναυσο τρόπο ειπωμένη», λέει η ατάκα της Μίρτλ στην θεατρική παράσταση. Εάν, λοιπόν, η «Παράσταση Αρχίζει» του Μπομπ Φόσε το 1979 έδωσε την θεαματική, μιούζικαλ εκδοχή στην μεταφυσική διάσταση της ανθρώπινης ζωής και του θανάτου με πρωταγωνιστή έναν άνδρα από τον χώρο του θεάματος, δυο χρόνια πριν, ο Τζον Κασαβέτις με την «Νύχτα Πρεμιέρας» πρόσφερε αξιοθαύμαστα την ρεαλιστική και μεταφυσική διάσταση του πανδαμάτορα χρόνου και το πως επιδρά σε μια επιτυχημένη γυναίκα από τον χώρο του θεάματος. Μην την χάσετε!


Photo Gallery: «Νύχτα Πρεμιέρας»


«Τα 400 Χτυπήματα»

(Les Quatre Cents Coups)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Γαλλία (1959) - Α/μ σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες.

Σκηνοθεσία: Φρανσουά Τριφό

Με τους: Ζαν-Πιερ Λεό, Κλερ Μοριέρ, Αλμπέρ Ρεμί, Γκι Ντεκόμπλ, Ζορζ Φλαμάν

Διάρκεια: 99'

Διακρίσεις: 3 βραβεία Φεστιβάλ Κανών (1959):Χρυσός Φοίνικας Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και βραβείο O.C.I.C.

Διανομή: Summer Classics


Όταν ο δεκατριάχρονος Αντουάν τιμωρείται άδικα στο σχολείο από τον καθηγητή του, αποφασίζει να ακολουθήσει τον φίλο του Ρενέ και να κάνουν κοπάνα, αλλά στο τέλος της διασκεδαστικής του ημέρας αναγκάζεται να επιστρέψει στους κυκλοθυμικούς και μη διαθέσιμους γονείς του.

Τα πράγματα χειροτερεύουν τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι, κι ο Αντουάν για να χρηματοδοτήσει την απόπειρά του να το σκάσει, κλέβει μια γραφομηχανή από το γραφείο του πατριού του, καταλήγοντας σε ένα αναμορφωτήριο απ' όπου δραπετεύει τρέχοντας, μέχρι να δει για πρώτη φορά τον ωκεανό.



Είναι από τις ελάχιστες ταινίες του γαλλικού νέου κύματος (nouvelle vague), που βλέπω συχνά και ευχάριστα και, μάλλον, ίστορικά είναι αυτή που άναψε την θρυαλλίδα στην πυριτιδαποθήκη του ρεαλιστικού σινεμά, με την λιτή κινηματογράφηση σε ιστορίες όπου το συναίσθημα γκριζάρει, φλερτάροντας με τον άκαρπο μηδενισμό. Ο Φρανσουά Τριφό, όμως είναι συναισθηματικός, απαλός και συνάμα εκρηκτικός, τουλάχιστον εσωτερικά, οπότε στην πρώτη αυτοβιογραφική του ταινία αφηγείται την ιστορία του 13χρονου Αντουάν, που δεν θα αναζητούσε απεγνωσμένα την διαφυγή στην εικόνα της απεραντοσύνης του ωκεανού, εάν τον περιτριγύριζε μια στρωτή οικογένεια, ένα γόνιμο εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα, η δικαιοσύνη, η τρυφερότητα και η αγάπη. Τίποτα από αυτά δεν προσπαθεί να κατακτήσει, τίποτα από αυτά δεν προσπαθεί να αλλάξει, απλά θέλει να φύγει μακριά, να εξαφανιστεί.

Ναι μεν το «faire les 400 coups» είναι η γαλλική έκφραση που σημαίνει «κάνω κάθε είδους αταξία χωρίς να τηρώ τους νόμους και τους κανόνες», η καταγωγή της φράσης όμως καταφθάνει από το 1621 και τον Λουδοβίκο ΙΓ με τον πόλεμο εναντίον των προτεσταντών στην πόλη του Μονταούμπαν, κανονιοβολώντας τους κατοίκους με 400 πυροβολισμούς για να κάμψει το ηθικό τους, όπου και δε παραδόθηκαν. Έτσι και ο Αντουάν δεν κάμπτεται, παρότι δέχεται ασταμάτητους «κανονιοβολισμούς» και είναι έτοιμος να αποδεσμευτεί και να εφορμήσει στην ελευθερία, όπως το προεφηβικό του μυαλό έχει ζωγραφίσει τον ορισμό τού να είσαι και να αισθάνεσαι ελεύθερος.

Το αξιοθαύμαστο του Τριφό στην ταινία «Τα 400 Χτυπήματα», που είναι πραγματικά ένας σπουδαίος άθλος, ανήκει στην αποτύπωση του βλέμματος του μικρού Αντουάν, που υποδύεται ο 19χρονος τότε ηθοποιός Ζαν-Πιερ Λεό, ενώ η ταινία το 1960 προτάθηκε για το Όσκαρ στην κατηγορία «Πρωτότυπου Σεναρίου», για να χάσει το βραβείο από το σενάριο της ταινίας «Τα Απόρρητα της Κρεβατοκάμαρας» (Pillow Talk).


Photo gallery: «Τα 400 Χτυπήματα»

«Ιδρώτας, αίμα και σκυρόδεμα εντός και εκτός μεγάλ...
«Ακμαία νονά σε γερασμένη ακτή», κριτική των ταινι...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/