fbpx

«Gato Negro»… της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Σιωπή απλώστε όλοι τώρα. Θέλω να πω την ιστορία μου και να δικαιολογήσετε τα νεύρα, τις ταρζανιές και το βρωμόστομα μου.

Λοιπόν μάγκες, είμαι ένα κατάμαυρο γατί, σερνικό. Το καλοκαιράκι, στην ακρογιαλιά που λέει και το τραγουδάκι, που άκουγα συχνά πυκνά στο ταβερνάκι που τα τρωγα, την περνούσα φίνα. Έρχονταν κι άλλα φιλαράκια, τύχαινε και κανα  γκομενάκι και το έπαιρνα αγκαλιά, με τα αριστερό χεράκι μου για καμιά τσάρκα, τίποτις το πονηρόν.

Ένα βράδυ, εκεί που είχα διπλαρώσει μια μικρή – με τα αριστερό πάντα-, φαγωμένος όπως ήμουνα, την κάναμε για παραλία μεριά, τρελίτσες και τα τοιαύτα. Πριν είχα μπανίσει κάτι τύπους που κάθονταν και έτρωγαν στο στέκι μου. Θέλανε να μου δώσουν κι αυτοί φαί. Ρε την έχω κάνει ταράτσα σας λέω, τίποτα εκείνοι. Ξαφνικά μια μουρλοκούκου απ το παρεάκι σηκώνετε και έρχεται, με παίρνει αγκαλιά. Όχι τώρα μαρή καρακαηδόνα, δε βλέπεις; Με γράπωσε και με πήγε στο τραπέζι που κάθονταν άλλοι τρεις. Άρχισαν να λένε κάτι σου ξου, μου ξου κορδελάκια, πως ήμουν τάχα ίδιος με κάποιον Γιαννάκη

Απ΄ ότι άκουσα τη ξανθιά τη λέγανε Νότα και το μαντραχαλέα δίπλα Γιάννη. Καλούς τους έκοψα, με μπούκωναν κάτι ψαράκια κι εγώ δεν είπα όχι σε ένα παραπάνω μεζεκλίκι. Αλλά παιδιά μπάστα, θα με πνίξετε με αγκαλίτσες και χαδάκια και εγώ δεν είμαι εκείνος ο Γιαννάκης που όλο λέτε πως είμαστε τάλε κουάλε και πως πολύ σας λείπει τούτο το Σαββατοκύριακο, που την κάνατε απ την Αθήνα, πως την λένε.

Οι άλλοι από απέναντι, φίλοι τους πρέπει να ταν, με τρελάνανε στη φωτογραφία. Δε γουστάρω λέμε, είμαι από φυλή Τσερόκι κι εμείς δε τα πάμε καλά με κάτι τέτοια.

Για να μη τα πολυλογώ, μια στην αγκαλιά αυτής της ζουρλής, μια στην αγκαλιά εκείνου του αισθηματία, βρέθηκα σ ένα αυτοκίνητο. Απαγωγήηηηηη! Ώπα ώπα παιδιά τι γίνεται, που πάμε βραδιάτικα, ρεεεεεε…. Αυτή η μουρλέγκω έκατσε πίσω και κόντευε να με πνίξει απ τις αγκαλίτσες. Ο άλλος ο σαντιμεντάλ τύπος οδηγούσε και μια που τη λέγανε ξαδέρφη Γωγώ δίπλα του και όλο πίσω γυρνούσε να με δει και όλο γούτσου γούτσου ήτανε και κείνη. Συμπέρασμα: κανείς σωστός απ το παρεάκι.

Δεν αργήσαμε πολύ και φτάσαμε στο σπίτι αυτής της Γωγώς. Μέγκλα τσαρδάκι. Βελούδινοι καναπέδες και πολυθρόνες. Να σας πω: απ το χώμα και τις πετρούμπες που την έπεφτα και ησυχία δεν είχα, μια χαρά μου έκατσε το αραλίκι για ένα βραδάκι.

 

Την άλλη μέρα ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο και είπα δόξα σοι, γυρίζω πίσω στο χωριό μου. Χαιρετήσαμε κι αυτή τη Γωγώ, που τώρα μου τη λέγανε θεία.

Αλλά αυτή τη φορά πηγαίναμε και πηγαίναμε και χωριό δεν έβλεπα. Με νταλάκιασε κι ο ήλιος, πήρα και κάτι ύπνους και να σου φτάνουμε σε μια πόλη, Αθήνα τη λένε και πολλή φασαρία είχε.

Οι ρουφιάνοι με άφησαν, άκαρδα σ ένα γιατρό, που με κατατσίμπησε με ενέσεις, με ψέκασε λες και ήμουν κανένας λερός και όλοι μαζί λέγανε πόσο ωραίος είμαι, λες και δεν το ξέραμε και δώστου εξετάσεις για να μη κολλήσω κάτι, εκείνο τον άλλο το Γιαννάκη, ντε.

Αφού με πήραν απ το γιατρό με πήγαν σ ένα σπίτι. Φτου σου την ατυχία μου. Εκεί κατάλαβα πως αυτός ο Γιαννάκης ήταν κι αυτός γάτος. Τεράστιος και κατίμαυρος.

Στην αρχή μου έκανε κάτι χχχχχ, όχι ότι τώρα δεν τα συνεχίζει. Σιγά ρε μη φοβηθώ. Φλωράκος ο τύπος. Τους μίλαγε και στον πληθυντικό και όταν πηγαίνουν σε ένα δωμάτιο που το λένε κουζίνα, ο χλεχλές λέει «μητέρα σας παρακαλώ, θα ήθελα φαγητό». Το βράδυ που έρχεται απ τη δουλειά, αυτός που τον λένε πατέρα, ο Γιαννάκης ξαπλώνει μαζί του, ότι και καλά διαβάζουνε.

Εμένα μου πήρανε ένα γούνινο κρεβάτι και με βάλανε σ ένα δωμάτιο που το λένε γραφείο.

Μόνο μου ρε; Θα σας τα σπάσω όλα . Η στρίντζω που όλο χάδια ήταν στην αρχή, τώρα μου δίνει και καμιά στα πισινά. Τι ανυπάκουο με λέει, τι να με νουθετήσει και να με εκπαιδεύσει λες και είμαι καμιά Ρίτα. Τους έσπασα κι εγώ τα νεύρα και τώρα βγαίνω σε όλο το σπίτι και στα κεφάλια τους στο κρεβάτι. Τι; Όλοι μαζί και ο ψωριάρης χώρια;

Κάτι λέγανε σήμερα, που έπαιζα με τη μπάλα, γιατί είμαι και καλός μπαλαδόρος, αριστερό εξτρέμ, πως και καλά ενοχλούμε τους από κάτω. Σιγά μη σκίσετε κανα καλτσόν ρε.

Άμα μεγαλώσω λέω τώρα,  να γίνω μπαχαλάκιας και να ρίχνω μολότοφ στους γέρους μου.

                           Τσάγια,

                        ΖΟΥΜΠΗΣ.