InTownPost

Ακολουθήστε μας :

25
Κυρ, Ιουλ
Tο διάβασαν 213 άτομα (213 Views)

«Φλέγοντα οικογενειακά ζητήματα με τον πατέρα και την χήρα», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

BBU-07966_R


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 61

Τοπίο τρομακτικό να ξεπερνάει σε ατμόσφαιρα κινηματογραφική ταινία δυστοπικού σεναρίου, πέραν από τα γνωστά και τα συνηθισμένα όρια της ανθρώπινης φαντασίας. Μπροστά τα αγέρωχα βουνά και πίσω η ομορφιά της θάλασσας, στη μέση ερείπια παντού, πετρωμένοι άνθρωποι ολόγυρα, ατσάλινα ψεύδη όμοια με άκαμπτες βελόνες, εγκάρσια περασμένες στα αιθερικά σώματα απελευθερώνουν το αθέατο, πνευματικό αίμα. Σύγχρονες εικόνες μιας εχθρικής και πένθιμης εποχής. Η πατρίδα του φωτός καθολικά υποδουλωμένη, άδειοι οι ουρανοί από τα πτηνά των άστρων. Κατάφεραν οι κόρακες, οι γύπες και οι ύαινες να διχάσουν την πατρίδα μας και να μετατρέψουν τον άγιο τόπο σε απόλυτο σκότος. Το δε πνεύμα αυτής παραδόθηκε ημιθανές στα μιαρά θηρία, θεωρώντας ότι το παιχνίδι έλαβε τέλος, έληξε και κάθε αντίσταση από μέρους μας είναι πλέον μάταιη και πως τίποτα δεν μας ανήκει πια, μηδέ το Έαρ των πολέμων.

Οι «αρχιτέκτονες» της γήινης πορείας του ανθρώπινου είδους διαμόρφωσαν το γνωστό επιτυχημένο τρίπτυχο «πρόβλημα – αντίδραση – λύση» με όλα τα πεδία εφαρμογής του πλήρως ελεγχόμενα, έτσι ώστε ο επίσημος κάτοικος του πλανήτη να μην μπορεί να ξεφύγει και εγκλωβισμένος, έρημος να παραδοθεί στα ερεβώδη σχέδια, που ερμηνεύονται δυσοίωνα για τον γήινο άνθρωπο. Νομίζουν πως κέρδισαν και έχουν το νικηφόρο προβάδισμα στην τελική μάχη ενός πολέμου εκατοντάδων αιώνων, την ύστατη σύγκρουση όπως λένε, που θα καθορίσει το μέλλον της Γαίας και των ανθρώπων της και δη των Έμψυχων Ανθρώπων της. Ακούτε, βλέπετε, ενημερώνεστε συνεχώς, πως μόνο στην Ηλιακή Ελλάδα και πουθενά αλλού δεν εφαρμόζουν τόσο ειδεχθή μέτρα για αυτό που έφτιαξαν και θέλουν διακαώς να εγκαταστήσουν, επιμόνως να προστατεύσουν ώστε να ξεμπερδεύουν μια και καλή, πρωτίστως από τα δύσκολα, που είμαστε εμείς, για να ασχοληθούν στην συνέχεια με τα εύκολα, που είναι οι άλλοι. Το αγκάθι, το αιχμηρό σημείο που προκαλούσε μέγιστα προβλήματα στα σχέδια τους ήταν, πάντα, η κάποτε ελεύθερη Ελλάδα, που όταν κατάφεραν, τελικά, να υποδουλώσουν με ήπιους αρχικά τρόπους, βλέπε ρωμαϊκή αυτοκρατορία, κατόπιν με βάρβαρες και βίαιες μεθόδους, βλέπε βυζαντινή και οθωμανική κυριαρχία, αναζητούν την εξόντωση της.

Αναλογιστείτε καθαρά και έντιμα τα ιστορικά χρόνια, από το 146 π.Χ. και την μάχη της Λευκόπετρας της Κορίνθου, όταν η Ελλάδα μας πέφτει στην κυριαρχία των βάρβαρων Ρωμαίων, μέχρι σήμερα, το έτος 2021, πότε ήμασταν πραγματικά ελεύθεροι ως Έθνος, ως πολίτες ενός ελεύθερου κράτους να αποφασίζει αυτοδύναμα και δημοκρατικά για την τύχη του; Σκεφτείτε αντικειμενικά και ελεύθεροι πνευματικά, μακριά από κάθε είδους ανούσιας πεποίθησης και εφήμερης, σαθρής επιθυμίας, ως αληθινοί, Έμψυχοι Έλληνες, ως αήττητοι Παίδες και Κόρες των θεών, αυτόχθονες και γηγενείς κάτοικοι μιας μοναδικής πατρίδας που θέλουν να την λεηλατήσουν, πόσα χρόνια ήμασταν πραγματικά ελεύθεροι να αποφασίζουμε για τους εαυτούς μας, για το παρών και το μέλλον μας. Τα χρόνια αθροιστικά δεν ξεπερνούν τα τέσσερα ή τα πέντε σε μια ιστορική χρονική διάρκεια 2.167 ετών, ενώ όλα τα υπόλοιπα πολεμούσαμε με την ψυχή κρατημένη στα δόντια για την ελευθερία μας. Μαχόμασταν για την απαλλαγή μας από τους ρυπαρούς βάρβαρους με τα σάλια του ερέβους να στάζουν από τα ματωμένα σαγόνια τους, ώσπου ανακάλυψαν, ακριβώς μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο του 20ου αιώνα, το ακριβοθώρητο πατρόν για να ράψουν επάνω μας το ζηλευτό, θανατικό κοστούμι και να μας ξαποστείλουν. Χρήμα και πολιτική, διχασμός και φθόνος, το ανίατο τραύμα που έφτιαξε χιλιάδες θυσιαστήρια συνειδήσεων, να υποδέχονται ψυχή ελληνική, πνεύμα ελληνικό και τώρα σώμα Ελλήνων, απλά και μόνο για να πρωταγωνιστούμε στο ήδη παγιδευμένο παιχνίδι της ζωής.

Εμείς, λοιπόν, είμαστε το εμπόδιο, η αδιόρθωτη ανωμαλία στα σχεδία τους, φτάνοντας στο κομβικό σημείο να μας διχάσουν ξανά με πρόσχημα αυτή την φορά την λεγόμενη εθνική υγεία και αυτή την στιγμή να υφίσταται στην Ελλάδα μια πολιτική εξουσία μόνο για αυτούς που υπέκυψαν και εντάχθηκαν στις προσταγές των μορμολύκειων. Οι υπόλοιποι που υπερασπίζονται το ουράνιο δικαίωμα της πολύτιμης ελευθερίας και της ατομικής βούλησης να εκφράζονται διαφορετικά, βρίσκονται στο πυρ το εξώτερον με απομόνωση, κατάργηση της κοινωνικότητας, ακύρωση των προνομίων και της χαράς, που πάλεψαν και αγωνιστήκαν οι ίδιοι και οι πρόγονοι τους να αποκτήσουν, έστω στο χρυσόθολο σύμπαν της ψευδαίσθησης.

Ο αέρας πλέον μεταφέρει την δύσοσμη μυρωδιά της σήψης. Ο ελλαδικός ήλιος φωτίζει τη γη των διχασμένων. Τα παιδιά απροστάτευτα εγκατέλειψαν τις αλάνες, φόρεσαν προσωπεία και βουτούν στα υπνωτιστικά βάθη της σαγήνης των άνυδρων γυάλινων ματιών. Η Ανθούσα του πάθους κατεβάζει το φαρμάκι σε δόσεις αργά, πρόσωπο απέναντι στο πρόσωπο της νυκτωδίας του χρόνου, εκεί που θνήσκει η ψυχή και το σώμα μένει πεντάρφανο. Άφοροι οι αγροί και θολές οι λίμνες, βαλσαμωμένα ενθύμια. Οι ποιητές εκτελέστηκαν και τα στέκια τους άδειασαν, σφραγίστηκαν με διπλές και τριπλές αλυσίδες, ο Έλληνας χάνει την ιστορία του, ζει στην αγκαλιά της λήθης. Καμιά ιστορία δεν χάνεται στον χρόνο παρά μόνο κρύβεται από τον χρόνο για να διαφυλάξει το ιερό της σώμα, περιμένοντας να αποκαλυφθεί.

Διάβασα προσφάτως το εξής εξαιρετικό μεν, θλιβερό δε και, πραγματικά, ταράχτηκα: «Κάποτε οι Έλληνες πρόσφεραν την ζωή τους για την Ελευθερία τους. Σήμερα, οι Έλληνες προσφέρουν την Ελευθερία τους για την ζωή τους!»



«Black Widow»

Είδος: Δράση, περιπέτεια

Παραγωγή: H.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Κέιτ Σόρτλαντ

Με τους: Σκάρλετ Γιοχάνσον, Φλόρενς Που, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Ρέιτσελ Βάις,

Ντέιβιντ Χάρμπουρ, Ρέι Γουινστόουν, Γουίλιαμ Χαρτ

Διάρκεια: 133΄

Διανομή: Feelgood Entertainment

Μια επικίνδυνη συνωµοσία φέρνει τη Νατάσα Ρομανόφ, γνωστή και ως «Black Widow», αντιμέτωπη µε τις ρίζες της. Ένας αντίπαλος την καταδιώκει ανελέητα και η Νατάσα θα βρεθεί να παλεύει µε το κατασκοπικό παρελθόν της, αλλά και την κατεστραμμένη οικογένεια που άφησε πίσω της πριν γίνει µία από τους «Εκδικητές».

Μεγαλωμένη στο Οχάιο η μικρή Νατάσα (Σκάρλετ Γιοχάνσον – καλή), μαζί με την μητέρα της Μελίνα (Ρέιτσελ Γουάις – καλή) και την μικρή αδελφή της Γιλένα (Φλόρενς Που – καλή), από πατέρα Σοβιετικό πράκτορα, τον Αλεξέι (Ντέιβιντ Χάρμπουρ - αδύναμος ρόλος για τον αστυνομικό Τζέιμς Χόπερ του Stranger Things) με δράση στο αμερικανικό έδαφος, όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητα του, η οικογένεια διαλύεται. Έπειτα από μια εικοσαετία η Νατάσα ανταμώνει το παρελθόν της και αναζητά την μικρή της αδελφή, που κι αυτή είναι μια από τις αήττητες «Χήρες» του σοβιετικού στρατού.


Φιλότιμη προσπάθεια και μάλιστα με αρκετό μεράκι συντελείται την τελευταία δεκαετία, από την πλευρά της κινηματογραφικής βιομηχανίας, η επικράτηση φαντασμαγορικών παραγωγών με θεματολογικό πυρήνα τον μετανθρωπισμό. Τα μεγάλα στούντιο, ολοένα και περισσότερο, φέρνουν στο προσκήνιο μεταλλαγμένους ή πειραγμένους υπερ-ήρωες, ακόμα και ήρωες διαθέτοντας θεϊκές δυνάμεις και ακόμα περισσότερους με τεχνολογικές δυνατότητες, εκπορευόμενοι από το πλούσιο και ευφάνταστο, χάρτινο βασίλειο των κόμιξ, ικανοί να προστατεύουν και να σώζουν την ανθρωπότητα του πλανήτη. Φλέβα χρυσού αποδείχθηκε το πάνθεον της DC και της Marvel, τόσο στο πεδίο της φαντασίας, όσο και σε αυτό της παραγωγής χρήματος στα ταμεία. Το δε μήνυμα που διοχετεύεται, εμμέσως πλην σαφώς, σε αυτές τις ταινίες με αποδέκτες τους συνειδησιακούς νευρώνες του εφηβικού και του νεανικού φιλοθεάμονος κοινού, κάπως πονηρά και σαγηνευτικά είναι: «τώρα ναι, μπορείς να γίνεις ένας ήρωας σαν κι αυτούς». Θα ήταν, λοιπόν, άδικο, να απουσιάζει από τα έδρανα της υπερ-ηρωικής κομιξάδικης, κινηματογραφικής συντροφιάς η πειθαρχημένη και φονική, πλην αξιαγάπητη, όμορφη και αποτελεσματική «Black Widow», που προκάλεσε αίσθηση στους φανατικούς του είδους με την πρώτη της εμφάνιση το 2010 στην ταινία «Iron Man 2» και στην συνέχεια να συμμετέχει σε ακόμα έξι ταινίες της εν λόγω συντροφιάς.

Η Νατάσα Ρομανόφ, που ενσαρκώνει η Σκάρλετ Γιοχάνσον, είναι ευαίσθητη και ανθρώπινη, αποκαλύπτοντας το στίγμα του σκοτεινού παρελθόντος της, αυτοβιογραφούμενη σε μια κινηματογραφική παραγωγή αξιοπρεπώς διακοσμημένη με την ανάλογη δράση, τους έντονους ρυθμούς περιπέτειας, πλαισιωμένη από ένα καταπληκτικό καστ, ξεκινώντας με την χρυσή λίρα Αγγλίας, την υπέροχη ηθοποιό Φλόρενς Που («Μεσοκαλόκαιρο», «Lady Macbeth»), η οποία, ομολογώ δυστυχώς, ότι εδώ χαμήλωσε αισθητά τον ερμηνευτικό πήχη. Χρονικά το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον Τζακ Σέιφερ και τον Νέντ Μπένσον, τοποθετείται κάπου ανάμεσα των ιστοριών του «Captain America: Εμφύλιος Πόλεμος» και «Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας», όπου στην δεύτερη ταινία γνωρίζουμε πως η Μαύρη Χήρα θυσιάζεται για το καλό της ανθρωπότητας (εξηγείται ο λόγος αυτής της απόφασης), οπότε, μάλλον, δεν θα την ξαναδούμε, αφού η «Black Widow», ως prequel, εγκαινιάζει, όπως αναφέρουν οι υπεύθυνοι, την τέταρτη φάση του κινηµατογραφικού σύµπαντος της Marvel. Ταινία που αναβλήθηκε η προγραμματισμένη προβολή της ένεκα της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης για να αποκαλυφθεί τώρα και, προφανώς, φιλοδοξεί να αποζημιώσει τους θεατές της.

Η Αυστραλή σκηνοθέτις Κέιτ Σόρτλαντ, που το ελληνικό κοινό την γνώρισε το 2012 με «Τα Παιδιά του Πολέμου» (Lore), αναλαμβάνει ακόμα μια γυναικεία υπόθεση, αυτή τη φορά από το σύμπαν των super heroes της κινηματογραφικής Marvel και καταλήγει σε ένα ικανοποιητικό άθροισμα, παντρεύοντας ισοδύναμα χαρακτήρες και δράση, δίχως το ένα να ληστεύει το άλλο. Εντάξει, μην υπερβάλουμε, δεν διυλίζει τον κώνωπα στις συναισθηματικές πτυχές του θέματος, ούτε ενδοσκοπεί στα υπαρξιακά πεδία, αλλά η έντιμη, φαντασμαγορική «Μαύρη Χήρα», είναι αυτό που είναι ως παραγωγή, δηλαδή Marvel και οι «θεοί» κατανοούν και συγχωρούν τα πάντα.


Photo Gallery: «Black Widow»

«Νίκος Καρούζος: Ο Δρόμος για το Έαρ»

Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ

Παραγωγή: Ελλάδα (2020)

Σκηνοθεσία : Γιάννης Καρπούζης

Με τον: Γιώργο Καταλειφό

Συμμετέχουν (με σειρά εμφάνισης): Γιώργος Ξένος, Σάββας Μιχαήλ, Κωστής Παπακόγκος,

Τίτος Πατρίκιος, Πότα Κακαβά, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Ευριπίδης Γαραντούδης,

Θεόδωρος Ρακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Σαββίδης, Μαίρη Μεϊμαράκη,

Τάσος Γουδέλης, Θάνος Σταθόπουλος, Αντώνης Φωστιέρης, Απόστολος Γιαγιάννος,

Μανόλης Πρατικάκης, Αριστείδης Βετούλης, Irene Larsson, Σταύρος Στρατηγάκος,

Εύα Μπέη, Θάνος Κωνσταντινίδης

Φωτογραφία: Γιάννης Καρπούζης, Γιάννης Κανάκης

Μουσική: Γιάννης Χαρούλης, Κλέων Αντωνίου, Λευτέρης Ανδριώτης

Έρευνα: Ηλίας Λιατσόπουλος

Διάρκεια: 101'

Διακρίσεις: Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2020

Προβάλλεται στον θερινό κινηματογράφο: «Στέλλα» (Τενέδου 34, Φωκίωνος Νέγρη – Κυψέλη)

Διανομή: Weird Wave


Ένας επίμονος ερευνητής (Γιώργος Καταλειφός) εξετάζει την ταραχώδη ζωή και το ανεξερεύνητο έργο του μοντερνιστή ποιητή Νίκου Καρούζου. Καταδύεται έτσι σε ένα πλήθος αρχείων, ταινιών γυρισμένων σε φιλμ σούπερ 8 και ιστορικών γεγονότων, περνάει από τη συννεφιασμένη Αθήνα, το Ναύπλιο, την Κρονστάνδη και τη Στοκχόλμη, για να καταλήξει στο «έαρ», στην «άνοιξη» της ιστορίας που δεν έχει έρθει ακόμη.

Αριστερός και χριστιανός, ερημίτης και αλκοολικός, ο «καταραμένος» ποιητής Νίκος Καρούζος (1926 – 1990) κυνηγήθηκε από την παρακρατική, φασιστική οργάνωση «Χ» κι έζησε για χρόνια εξόριστος, αλλά μετουσίωσε απαράμιλλα τις εμπειρίες του στο χαρτί. Το ελληνικό κράτος για μια ακόμα φορά αποκάλυψε το ανάλγητο προσωπείο του και τιμητικά πρόσφερε στον ποιητή ένα ευτελές ποσό ως σύνταξη δημιουργίας δεύτερης κατηγορίας.

«Δεν είναι πια

(ο θάνατος)

δεν ήτανε πριν

(η ανυπαρξία)

και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.

Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου

μ' ένα κάψιμο.

Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα

κάποιο δέντρο είμαι

κ' έγινε ποτάμι η ρίζα μου

τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν' η θάλασσα

και το ποτάμι πάει……» (Νίκος Καρούζος, 1961)


Όποιοι Έλληνες, ειδικά οι νέοι αυτής της εποχής, δεν γνωρίζουν τον αντισυμβατικό, αισθαντικό ποιητή Νίκο Καρούζο, το λείο και αφηγηματικό ντοκιμαντέρ του Αθηναίου Γιάννη Καρπούζη - το οποίο είναι και το σκηνοθετικό του ντεμπούτο -, κατορθώνει να ανοίξει τον κατάλληλο, ευάερο και ευήλιο δίαυλο των συστάσεων με ένα από τους ομορφότερους στοχαστές της ελληνικής, μεταπολεμικής ποίησης. Μια μορφή των γραμμάτων είναι ο Νίκος Καρούζος, που για χρόνια έζησε παραγκωνισμένος, αν και βραβευμένος, δεν γονάτισε στα κομματικά τεμένη, αν και πραγματικός αριστερός με την οντολογική έννοια, αποχώρησε από την ζωή άπορος, όταν άλλοι ομόσταυλοι και γλυκεροί «προσκυνητές» απολάμβαναν δάφνες και δόξα.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρπούζης δεν αγιογραφεί τον ποιητή, αλλά αποκαλύπτει την εσωτερική δυναμική του λόγου του, που είναι απόρροια της σκέψης του, μιας σκέψης βασανισμένης, πολλές φορές πικραμένης, μα πάντα ελληνικής, πλεγμένη άριστα στην αδαμάντινη χρήση της ουράνιας γλώσσας μας: «αυτός που δάμασε την τίγρη των λέξεων», αναφέρει ο γιατρός του. Είναι ο άνθρωπος με την ψυχή στο βλέμμα των ματιών, στους ήχους των ώτων, στην ίδια την ζωή, που αναζητά πνεύμα ελεύθερο. Μια σειρά ανθρώπων αναφέρουν γεγονότα, στιγμές από την ζωή του ποιητή, ξεκινώντας από τον Τίτο Πατρίκιο, την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουρκ, τον Τάσο Σταθόπουλο, έως τον θετό γιό του, τον καθηγητή βυζαντινολογίας, τον Αλέξιο Σαββίδη, που αγάπησε σαν πραγματικό του γιο.

Το ντοκιμαντέρ «Ο Δρόμος για το Έαρ», που αφορά τον Νίκο Καρούζο, τον ποιητή που κατάφερε να φιλοξενήσει την Άνοιξη στην Τέχνη των τεχνών είναι μια αντικειμενική καταγραφή που απουσίαζε από την ελληνική τοιχογραφία των σπουδαίων ανθρώπων, αυτών που έδωσαν ανάσα και χρώμα στα γκρίζα και τα χλωμά χρόνια της νεότερης Ελλάδος. Μην το χάσετε!


Photo Gallery: «Νίκος Καρούζος: Ο Δρόμος για το Έαρ»


«Ο Πατέρας»

(The Father)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Γαλλία, Βρετανία (2020)

Σκηνοθεσία: Φλόριαν Ζελέρ

Με τους: Άντονι Χόπκινς, Ολίβια Κόλμαν, Μαρκ Γκάτις, Ίμοτζεν Πουτς, Ρούφους Σίγουελ, Ολίβια Γουίλιαμς

Διακρίσεις: 2 Όσκαρ (Α' Ανδρικού Ρόλου στον Άντονι Χόπκινς, Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου)

2 Βραβεία Bafta (Α' Ανδρικού Ρόλου στον Άντονι Χόπκινς, Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου)

Διάρκεια: 97'

Διανομή: Spentzos Film


Ο ηλικιωμένος συνταξιούχος μηχανικός, Άντονι (Άντονι Χόπκινς – εξαιρετικός!) ζει στο άνετο, λονδρέζικο διαμέρισμα του, ενώ η κόρη του Αν (Ολίβια Κόλμαν – υπέροχη) ανακοινώνει ότι θα φύγει για να ζήσει στο Παρίσι με τον αγαπημένο της. Ο Άντονι δεν θέλει να αφήσει την βολή του, και η κόρη του προσλαμβάνει μια νοσοκόμα για τον εξυπηρετεί, αλλά ο πατέρας επιμένει πως δεν χρειάζεται βοήθεια.

Η Αν ανησυχεί επίσης, καθώς ο πατέρας της δείχνει σημάδια άνοιας. Την ίδια στιγμή, κάθε φορά που δεν μπορεί να βρει κάτι, αναρωτιέται αν είναι στο διαμέρισμά του κι αρχίζει να υποπτεύεται ακόμη και την κόρη του, ότι τον μπερδεύει ηθελημένα για να τον πείσει ότι κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό του.


Θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, αλλά και σεναριογράφος ο σαράντα δυο μάηδων Γάλλος Φλόριαν Ζελέρ (σεναριογράφος μιας ακόμα γαλλικής μπαρούφας του 2018 «Ερωτευμένος με τη Γυναίκα μου»), εφορμά ασύλληπτα δυναμικά και φιγουρατζίδικα στα κινηματογραφικά πράγματα, στήνοντας απέναντι από την παρθενική του κάμερα βαρβάτους Άγγλους, οσκαροβραβευμένους ηθοποιούς. Ύψιστες οι προσδοκίες και πάτος το αποτέλεσμα.

Το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Κρίστοφερ Χάμπτον (Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου), πλουμιστό και δαντελένιο, ανοιγοκλείνει τις εγκεφαλικές θύρες ενός γηραιού ανθρώπου που πάσχει από άνοια, (εμείς βλέπουμε εντός ενός διαμερίσματος, με θεατρική δομή ό,τι βιώνει και αντιλαμβάνεται το χαμένο μυαλό του πρωταγωνιστή), να φαντάζει ως σύλληψη ιδιαίτερη και καινοτόμος σαν τον πρωτόπλαστο Αδάμ στον κήπο της Εδέμ. Ο ακραιφνής ρεαλισμός αποκτά φαντασιακές διαστάσεις μέσα από διαλόγους εντελώς παιδικούς – ψέματα, τα παιδιά παίζουν λεκτικά σε ανώτερα, ευφυή πεδία –, οπότε η διαλογική ανάμεσα στους πρωταγωνιστές είναι η πεμπτουσία της εκλαΐκευσης, δηλαδή εντελώς χαμηλού επιπέδου, κάτι που τόσο ο Άντονι με την υποκριτική του δεινότητα το απογειώνει σε διαστημικές σφαίρες (Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου), ενώ η Ολίβια με δυο μόνο απλές συναισθηματικές εκφράσεις: αυτής της κατανόησης και της θλίψης και τις δυο όμως, με ένα απαλό, συγκαταβατικό χαμόγελο στο πρόσωπο, προσεδαφίζει αναίμακτα το εγχείρημα στα πούπουλα.

Ακόμα μια ταινία επικεντρωμένη στο τρομερό ζήτημα της άνοιας, αυτή την φορά με ήρωα έναν καλοζωισμένο και αγαπητό «πατέρα», που αρνείται να αποχώρησει από την ασφάλεια του σπιτιού του. Το δε φινάλε της, ο Φλόριαν Ζελέρ οπλίζεται με μπουχτιστικό μελόδραμα και σαν διαρρήκτης που δεν ικανοποιήθηκε από το συναισθηματικό ριφιφί τηλεοπτικό-θεατρικού ύφους, στα τελευταία λεπτά απαιτεί εκβιαστικά φουσκοθαλασσιές, απειλώντας να δει δάκρυ στα μάτια των θεατών. Εάν δεν υπήρχε ο Χόπκινς, αγαπητοί μου, να απλώσει με την παρουσία του φως και εκτόπισμα στο ανέστιο σενάριο και τα πλάνα να γεμίσουν οξυγόνο, η ταινία θα πήγαινε απευθείας στον κάδο ανακύκλωσης. Ο μέγιστος, λοιπόν, άθλος είναι, ότι σε μια άνευ ψυχής κινηματογραφική φανφάρα, βρέθηκαν δυο ικανότατοι και έμπειροι ηθοποιοί να δώσουν παλμό και κίνηση, εκεί που το καρδιογράφημα έδειχνε, εκ προοιμίου, ευθεία γραμμή.


Photo gallery: «Ο Πατέρας»


«Πέρυσι στο Μάριενμπαντ»

(L' Annee Derniere a Marienbad)

Είδος: Δράμα

Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία (1961) – Α/μ, σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Αλέν Ρενέ

Με τους: Ντελφίν Σεϊρίγκ, Τζιόρτζιο Αλμπερτάτσι, Σασά Πιτοέφ

Διακρίσεις: Χρυσός Λέων στο φεστιβάλ Βενετίας 1961

Διάρκεια: 94'

Διανομή: Summer Classics


Ένας ανώνυμος άντρας (Χ) πολιορκεί μια γοητευτική, αινιγματική γυναίκα (Α) μέσα στο λαμπερό σκηνικό ενός αριστοκρατικού ξενοδοχείου στην ευρωπαϊκή παραθεριστική πόλη Μάριενμπαντ. Ισχυρίζεται ότι είχαν συναντηθεί και φλέρταραν εκεί έναν χρόνο νωρίτερα, προσπαθώντας να την πείσει να φύγει μαζί του, κάτω από το βλέμμα του βλοσυρού συνοδού της (Μ).

Ενώ η ίδια στην αρχή αρνείται τα πάντα, η σχέση τους ξεδιπλώνεται μέσω θραυσμάτων μνήμης ή φαντασίας που όμως δεν ταιριάζουν ποτέ.


Η λέξη πασπαρτού «πέρυσι» και ο γεωμετρικός χώρος του πολυτελούς, μπαρόκ ξενοδοχείου στα πλάνα του Ρενέ, είναι ο ήχος και η οπτική μιας ονειροπαγίδας του υποσυνειδήτου, που αφορά μια γυναίκα και έναν άνδρα, να γλιστρούν σε ένα αισθητικό λαβύρινθο μνήμης του διαχειρίσιμου κυνισμού και του έρωτα ποιητή. Ο Αλέν Ρενέ καταργεί την κλασική, κινηματογραφική αφήγηση στο «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ», εγκαταλείποντας τον θεατή στο μεταίχμιο του χρόνου, της πραγματικότητας και της αλήθειας, για να ανακαλύψει μόνος του την συνδετική οριοθέτηση του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και του μέλλοντος. Μια αναζήτηση που μοιάζει με εκλεπτυσμένη τυμβωρυχία στις ατέρμονες διαδικασίες του θυμικού, που όμως δεν καταλήγουν πουθενά. Και αυτό είναι το μεγαλείο της ταινίας: αποχωρείς από την αίθουσα και μαζί σου σέρνεις ένα ογκώδες, αλλά ανάλαφρο ερωτηματικό να επιδρά διαφορετικά στον ψυχισμό του κάθε θεατή.

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Αλέν Ρενέ (1922 – 2014) καθιερώθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα αμέσως μόλις εμφανίστηκε στο περιβάλλον των ταινιών μεγάλου μήκους το 1959 με την «Χιροσίμα Αγάπη μου», για να ανοίξει δυο χρόνια μετά τον ψυχαναλυτικό διάλογο με την ταινία «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» σε σενάριο του Αλέν-Ρομπ Γκριγιέ (1922 -2008). Ενταγμένος στο «νέο κύμα» της γαλλικής κινηματογραφίας, αποστασιοποιημένος, όμως, από το πολιτικό σινεμά της γενιάς του, δημιούργησε την δική του ρότα πάνω στις εσωτερικές ανθρώπινες διεργασίες με όρμους την καλλιτεχνική διάσταση των εικόνων και των έργων τέχνης, αλλά και τους συνειρμούς που παράγουν, καταργώντας τις συμβατικές τεχνικές αφήγησης. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην σεκάνς της ταινίας, «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» όταν ο άνδρας (Χ) λέει στη γυναίκα (Α), ότι είναι στη διάθεσή του, αλλά εξακολουθεί να είναι απρόσιτη, δείχνοντας της ένα γλυπτό με τον Τάνταλο να προσπαθεί να φτάσει ένα τσαμπί σταφύλι. Η ελληνική μυθολογική φιγούρα του Ταντάλου τιμωρήθηκε για να υποφέρει αιώνια στα τάρταρα, σε μια λίμνη με νερό κάτω από ένα οπορωφόρο δέντρο με χαμηλά κλαδιά, με τον καρπό να ξεφεύγει από τη σύλληψή του και το νερό να υποχωρεί πάντα πριν να καταφέρει να πιει.

Για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε πως την ενδυματολογική φροντίδα της ταινίας ανέλαβε η Γαλλίδα σχεδιάστρια Κοκό Σανέλ και η κολεξιόν Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011 του, επίσης, σχεδιαστή μόδας Καρλ Λάγκερφελτ ήταν εμπνευσμένη από την ταινία «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ».


Photo gallery: «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ»


«Κραυγές και Ψίθυροι»

(Cries and Whispers / Viskningar och rop)

Είδος: Κοινωνικό δράμα ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Σουηδία (1972) – Έγχρωμο, σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Με τους: Χάριετ Άντερσον, Κάρι Σίλβαν, Ίνγκριντ Τούλιν, Λιβ Ούλμαν, Έρλαντ Γιόζεφσον

Διάρκεια: 91'

Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας (1974) στον Σβεν Νίκβιστ -

Μεγάλο Τεχνικό Βραβείο (Technical Grand Prize) στον Ίγκμαρ Μπέργκμαν του φεστιβάλ Κανών (1973)

Προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους: «Στέλλα» (Κυψέλη), «Κάρμεν» (μετρό Κατεχάκη),

«Δάφνη» (Δάφνη) και σε άλλες επιλεγμένες αίθουσες

Διανομή: Weird Wave


Στο γύρισμα του αιώνα, λίγο πριν μπει ο εικοστός, σε μία εξοχική έπαυλη μοναδικής ομορφιάς, τρεις αδελφές ανταμώνουν για να παρηγορήσουν την μία που πεθαίνει από καρκίνο. Η Άγκνες (Χάριετ Άντερσον) είναι μόλις 37, αλλά η ζωή της πλησιάζει στο τέλος της. Παίζει λίγο πιάνο, ζωγραφίζει λίγο, αλλά είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, που στην καθημερινότητά του υπάρχει μόνο η περίπου συνομήλική της οικιακή βοηθός Άννα (Κάρι Σίλβαν).

Όταν η κατάσταση της υγείας της επιδεινώνεται, έρχονται στο οικογενειακό αρχοντικό οι δύο αδελφές της για να χαρίσουν στην ετοιμοθάνατη παρηγοριά και αγάπη. Όμως είναι τόσο διαφορετικές οι αδελφές μεταξύ τους: η μεγαλύτερη, η Κάριν (Ίνγκριντ Τούλιν), είναι εγκλωβισμένη σε ένα άτυχο γάμο με κάποιον μεγαλύτερό της, που μισεί και σιχαίνεται.Κάτω από την κοινωνικό προσωπείο που με μεγάλη επιμέλεια συντηρεί, η γυναίκα είναιδυστυχισμένη και οργισμένη για το αδιέξοδο στην προσωπική της ζωή. Τελείως διαφορετικός χαρακτήρας είναι η μικρότερη αδελφή, που έρχεταικι αυτή για να συμπαρασταθεί στην Άγκνες, η Μαρία (Λιβ Ούλμαν), η οποία είναι εξωστρεφής, καλοπαντρεμένη και ευτυχισμένη, όντας ωστόσο μια ρηχή, φιλάρεσκη γυναίκα, που η μόνη της έννοια είναι να περνάει καλά και να είναι αρεστή στους άλλους.

Αυτό το εκρηκτικό μείγμα ψυχοσυνθέσεων των τριών γυναικών, οι οποίες ενώνονται μόνο από το αίμα και τη αγάπη μεταξύ τους, θα οδηγήσει σε έντονες συγκρούσεις, καθώς οι τρεις γυναίκες θυμούνται και επαναξιολογιούν την κοινή τους πορεία, αλλά και τις ξεχωριστές διαδρομές στη ζωή τους.



Η ταινία «Κραυγές και Ψίθυροι» του 1972, γυρίστηκε στο αγαπημένο σπίτι του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στο νησί Φάρο (Faro) στις όχθες της Βαλτικής, όπου το συγκεκριμένο δράμα με πρωταγωνίστριες τις τέσσερις γυναίκες, ο δημιουργός αποτυπώνει τις τέσσερις διαφορετικές εκφάνσεις της μητέρας του. Όπως σε όλες τις ταινίες του, έτσι και εδώ το θρησκευτικό στοιχείο είναι παρών και οπτικοποιείται ανθρώπινα μέσα από την παρουσία του ιερέα-εξομολογητή με την χαμένη πίστη, αλλά και καλλιτεχνικά με το υπέροχο πλάνο της γυμνόστηθης οικιακής βοηθού Άννα, να κρατά στην αγκαλιά την νεκρή Άγκνες, να φέρνει στην «Πιετά» του Μιχαήλ Αγγέλου.

Η παιδική ηλικία του σκηνοθέτη και η σχέση με την μητέρα του ανοιγοκλείνουν τον συναισθηματικό κρουνό του δημιουργού για να ορθώσει ένα κινηματογραφικό αριστούργημα γεμάτο κραυγές εσωτερικού πόνου και θανάτου, αλλά και ψίθυρους που δυσκολεύουν την γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στην ανθρώπινη αγάπη και την απαξίωση. Στις υπέροχες αναδρομές ζωής των τριών αδελφών γυναικών, ο Μπέργκμαν ακυρώνει την παρουσία του κόκκινου χρώματος, που κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας του, απελευθερώνοντας τα λαμπερά χρώματα της ζωής να μιλήσουν ανοιχτά για τις μνήμες σε ένα πραγματικό ρεσιτάλ φωτογραφίας του Σβεν Νίκβιστ (1922 -2006), που κράτησε και το Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας.

Μια μοναδική ταινία που ο χρόνος δεν κατάφερε να αλλοιώσει, ούτε να θολώσει την αξία της στο παραμικρό, παραμένοντας ένα κατεργασμένο, σπάνιο πολύχρωμο διαμάντι όσες δεκαετίες κι αν περάσουν.


Photo gallery: «Κραυγές και Ψίθυροι»


«Η Ταβέρνα της Τζαμάικα»

(Jamaica Inn)

Είδος: Μυστηρίου, ιστορικής χρονικής περιόδου

Παραγωγή: Αγγλία (1939) – Α/μ, σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ

Με τους: Τσαρλς Λότον, Μορίν Ο' Χάρα, Ρόμπερτ Νιούτον, Μαρί Νέι, Λέσλι Μπάνκς

Διάρκεια: 98'

Προβάλλεται στου θερινούς κινηματογράφους: «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) – «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Σε μία απόκρημνη και βραχώδη ακτή της Κορνουάλλης το 1819, μία συμμορία ντόπιων κακοποιών ληστεύει πλοία που με δόλο τα οδηγούν να τσακίζονται με κακοκαιρία στα άγρια βράχια και στην συνέχεια να δολοφονούν όσους ναυαγούς επιβιώνουν, ώστε να μη μπορούν να τους καταδώσουν. Μόνο που τα ναυάγια είναι προσχεδιασμένα από τον μυστηριώδη εγκέφαλο της σπείρας. Εκεί φτάνει η όμορφη και θαρραλέα Ιρλανδή Μαίρη Γκέλερ (Μορίν Ο' Χάρα) για να επισκεφτεί την θεία της Πέσιεντ (Μαρί Νέι) στο πανδοχείο «Τζαμάικα», αγνοώντας ότι είναι το στέκι της συμμορίας και ο άξεστος θείος της Τζος (Λέσλι Μπάνκς) είναι ο αρχηγός αυτής.

Ταυτόχρονα, οι ναυτιλιακές εταιρίες στέλνουν στην περιοχή ένα «δικό τους άνθρωπο», τον Τζεμ (Ρόμπερτ Νιούτον) προκειμένου να εξιχνιάσει τα απανωτά, θανατηφόρα ναυάγια, ο οποίος εντάσσεται στην συμμορία για να διαλευκάνει τα εγκλήματα. Όταν όμως οι ληστές ανακαλύπτουν το λόγο της παρουσίας του εκεί, αποφασίζουν να τον σκοτώσουν.


Είναι το πρώτο από τρία βιβλία της Αγγλίδας συγγραφέως Δάφνη ντι Μωριέ (1907 – 1989), που ο Άλφρεντ Χίτσκοκ σκηνοθέτησε για την μεγάλη οθόνη, για να ακολουθήσουν: η «Ρεβέκα» το 1940 και τα «Πουλιά» το 1963, όπως, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα» είναι η τελευταία ταινία του Χιτς, που εντάσσεται στην αγγλική περίοδο του σκηνοθέτη, πριν περάσει στην άλλη όχθη του Ατλαντικού με τελικό προορισμό την Μέκκα του δυτικού σινεμά.

Ταινία του Χιτς, χαμηλώνει την αίσθηση της αγωνίας και του μυστηρίου από τα μεγέθη που έχει συνηθίσει να τροφοδοτεί ο σκηνοθέτης το κοινό του. Το μαγικό χαλί βέβαια, από την έναρξη έως το φινάλε είναι η πληθωρική παρουσία του Άγγλου ηθοποιού Τσαρλς Λότον, ο οποίος, παρότι ο ρόλος του μοιάζει με κινούμενη άμμο έτοιμος να καταπιεί τους ήρωες της περιπέτειας, καταφέρνει συνάμα να σκορπά ολόγυρα μια θαυμαστή, άκρως γοητευτική αύρα, μετασχηματίζοντας όλη την ατμόσφαιρα. Ο Χίτσκοκ χρησιμοποιεί τον Λότον ως το απόλυτο ιανικό μέσο για να φουσκώσει την παράνοια που αναζητεί στην σατανική μορφή του σερ Χάμφρεϊ Πένγκαλα με το αλαζονικό, διεστραμμένο ύφος και τα βιτριολικά σχόλια ταξικού περιεχομένου.

Η Ιρλανδή ηθοποιός Μορίν Ο' Χάρα, μετέπειτα σταρ του Χόλιγουντ, είναι μόλις 19 χρόνων και συμμετέχει στην δεύτερη ταινία της με ένα ολοκληρωμένο ρόλο, η οποία είναι πρώτη ταινία της, καθώς το «My Irish Molly» του 1938, προβλήθηκε μετά την «Ταβέρνα της Τζαμάικα», το 1940. Πρώτος σημαντικός ρόλος για την ηθοποιό και η πρώτη της ταινία με διανομή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που τα στούντιο άρχισαν να ενδιαφέρονται για την όμορφη Ιρλανδή.


Photo gallery: «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα»

«Ναι μεν δυσάρεστος, αλλά σαφής και άκρως ενδιαφέρ...
«Εβίβα Διόνυσε, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!», κριτικ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/