InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Τρι, Δεκ
Tο διάβασαν 242 άτομα (242 Views)

«Εβίβα Διόνυσε, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

002-Druk-Mads-Mikkelsen-Photo-By-Henrik-Ohsten


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 60

Τα τρία αγόρια της οικογένειας του πατριάρχη Εμμανουήλ και της αυτοκράτειρας Όλγας, δηλαδή του πατέρα και της μητέρας μου, αποκαταστάθηκαν φτιάχνοντας τις δικές τους οικογένειες. Με την εντολή του πάτερ φαμίλια και το χρυσόβουλο της σπιτικής, θηλυκής «δύναμης», της μάτερ, αποφασίστηκε πως άπαντα τα μέλη της οικογένειας ιδανικό είναι να συνγευματίζουν στο πατρικό μας κάθε Κυριακή μεσημέρι, εκτός απροόπτου. Χαράς ευαγγέλια, όπως λένε, τέτοιου είδους «εντολές», καθότι η μάνα Όλγα, καθ' ομολογία, με το χέρι στην καρδιά και αντικειμενικά, ήταν πρώτης γραμμής μαγείρισσα, σεφ πολλών καρατίων, εύσημα που δικαίως τα απόκτησε από το στενό οικογενειακό και το ευρύτερο, κοινωνικό περιβάλλον, άπαντες φιλώντας τα «χρυσά» χεράκια της για τα ουράνια εδέσματα της. Ήταν λοιπόν αδύνατον να αρνηθούμε τέτοιου είδους αποφάσεις, αφού η κυρία Όλγα είχε μετασχηματίσει τον χώρο της κουζίνας σε ναό μόνο για μυημένους στις ιδιαίτερες γεύσεις και ιερουργούσε πάνω από τα σκεύη της με μεράκι σαν να ερωτοτροπεί με τα λογής υλικά των αλμυρών και των γλυκών δημιουργημάτων που φούρνιζε, τηγάνιζε, έψηνε. Σπουδαία μαγείρισσα, πιστέψτε με!

Η μάνα μας, λοιπόν, κάθε Κυριακή, εντός της εντεταλμένης εργασίας, έπρεπε να ταΐσει την πολυμελή οικογένεια που απαριθμούσε 15 νοματέους, καθώς η φαμίλια πολλαπλασιάστηκε ταχύτατα σε αριθμό μελών, εντός εφικτού χρονικού διαστήματος. Εμείς, βέβαια, γνωρίζαμε πως θα απολαμβάναμε σπουδαίες συνταγές σε ποιότητα και ποσότητα, συνηθισμένοι από την κατασκευαστική δεινότητα της μητέρας μας, η οποία είχε ανάγει την μαγειρική σε επιστήμη, αλληλογραφώντας, μάλιστα, επί σειρά ετών και σε τρεις γλώσσες με έξι Ευρωπαίους σεφ, ανταλλάσοντας μεταξύ τους σκέψεις, διορθώνοντας συνταγές, ανακαλύπτοντας καινούργιες. Το φαγητό έρεε ασταμάτητα στο μεγάλο, κυριακάτικο τραπέζι και τα πιρούνια κυριολεκτικώς πυρακτωνόντουσαν. Τόσο τα αδέλφια μου, όσο και εγώ κοιτούσαμε με αγωνία την κατανάλωση που λάμβανε χώρα την στιγμή του γεύματος, σκεπτόμενοι, εύλογα κάθε φορά, ότι δεν θα περισσέψει τίποτα για να πάρουμε μαζί στα σπίτια μας και αρχίζαμε, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «τρολάρισμα» για να κατευνάσουμε την ένταση της όρεξης των ομοτράπεζων μας, ξεφουρνίζοντας αστεία περί σιλουέτας και καλής φυσικής κατάστασης. Ουδείς όμως από τους φαγανούς της φυλής των «μασάει» επτοείτο και συνέχιζαν ακάθεκτοι.

Οι φύλακες όμως είχαν γνώση και η κυρία Όλγα πάντα μεριμνούσε οι ποσότητες των φαγητών να είναι τέτοιες, που να περισσεύει άφθονο φαγητό, ικανό να τοποθετείται ευλαβικά με την λήξη του γεύματος στα ιερά τάπερ, τα δυναμικά ταψάκια μιας χρήσης, άλλα τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα, ακόμα και σε τεράστια μπολ, ισομερώς μοιρασμένα τα εδέσματα και για τις τρεις οικογένειες. Είναι αυτό που λέμε χαμογελώντας σήμερα, «τα ταπεράκια πηγαινοέρχονται από σπίτι σε σπίτι» και αλήθεια είναι. Η γιαγιά Σόνια, με εντολή της αυτοκράτειρας Όλγας, ξεκινούσε την μοιρασιά, όμοια με την προσεκτική διανομή της πλούσιας λείας παρανόμων, δίχως να ρίξει ή να αδικήσει κάποιον. Όταν, μάλιστα, έφτανε σε κάποιο από τα εδέσματα της μάνας μας, το οποίο δεν είχε δεχθεί το ανελέητο πιρούνιασμα, όπως τα υπόλοιπα γιατί είχαμε σκάσει, τότε η γιαγιά Σόνια το έδειχνε επικριτικά στην μάνα μας και εκείνη το έστρεφε σε εμάς, λέγοντας με παράπονο: «Αυτό σχεδόν το αφήσατε! Το θέλετε ή να το δώσω στον Έκτορα και την Ίρμα;». Ο Έκτωρ και η Ίρμα, παρεμπιπτόντως, ήταν το αγαπημένο ζεύγος λυκόσκυλων της οικογένειας μας.

Ο μεγάλος αδελφός μου, με σοβαρό και ψαρωτικό ύφος να τραμπαλίζεται στο νήμα του χιούμορ, απαντούσε συνήθως με περιεχόμενο ανταλλάγματος: «Θα το πάρω εγώ, εάν μετά τον μεσημεριανό μας καφέ φτιάξεις μια ξεγυρισμένη μπουγάτσα που έχουμε επιθυμήσει!» Πριν καλοσκεφτεί η κυρία Όλγα την πρόταση του λατρεμένου πρωτότοκου της, που δεν χαλούσε χατίρι στο κορώνι της, ο μεσαίος αδελφός μου και 'γω, πεταγόμασταν ευθύς, φωνάζοντας: «Άσε τον συμφεροντολόγο και μοίρασε το σε εμάς τους δυο και δεν χρειαζόμαστε δωροδοκίες!», τονίζοντας ο μεσαίος αδελφός μου, πως «ένα εγγυημένο και δοκιμασμένο προϊόν δεν χρειάζεται «λάδωμα» για να καταναλωθεί». Συμφωνούσα μαζί του και η γιαγιά Σόνια χαμογελώντας το μοίραζε ήδη στα τρία μέρη.

Επιτέλους, σε χρονιά ορόσημο για πολλούς λόγους ένας άθλιος και ακαμάτης εξάδελφος μου νυμφεύθηκε μια, επίσης, φρικτή, πλην πλουσία κοπέλα και έπρεπε να παρευρεθούμε οικογενειακώς στην σούπερ γαμήλια τελετή και στα παρελκόμενα αυτής. Αρνήθηκα ρητώς να τιμήσω τον γάμο του με την παρουσία της οικογένειας μου, αιτιολογώντας στους γονείς μας τεκμηριωμένα και με αποδείξεις την θέση μου, που, φυσικά, θύμωσαν και για δέκα ημέρες προσπαθούσαν να αλλάξουν την άποψη μου, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα και τις δυνάμεις που υπήρχαν με πλήρη, όμως, αποτυχία.

Ένα απόγευμα, τρεις ημέρες πριν τον γάμο με προκάλεσε ο πατέρας μου στο γραφείο του, δήθεν για να αναθέσει στην αφεντιά μου μια οικογενειακή εξυπηρέτηση και αφού τα είπαμε ήρθε στο δια ταύτα.

«Αποφασίσαμε με την μητέρα σου να συμπληρώσω το χρηματικό ποσό που υπολείπεται για την αγορά του φουσκωτού σκάφους που τόσο πολύ θέλεις, όπως το θέλεις, εφόσον αλλάξεις γνώμη και έρθεις μαζί μας στον γάμο του Μίλτου και της Κατερίνας.»

Τσεκάρισα εάν πραγματικά σοβαρολογεί και δεν είναι κάποια παγίδα και όταν διαπίστωσα, πως όντως τα λόγια και η υπόσχεση του διαθέτουν προδιαγραφές γρανιτένιας στιβαρότητας και ανθεκτικότητας, απάντησα: «Γιατί το κάνεις τώρα, αφού ξέρεις πως τόσο καιρό έχω ζοριστεί οικονομικά για να μπορέσω να καλύψω το χρηματικό ποσό της αγοράς;»

«Γιατί πρέπει να ακολουθήσεις την οικογένεια. Είναι ο γάμος του ξαδέλφου σου και επειδή είσαι αρνητής και αδιάφορος του συγκεκριμένου γεγονότος, προτείνω αυτή την ανταλλαγή. Την συμμετοχή σου που δεν θέλεις, με τα χρήματα της βάρκας που θέλεις. Αποδέχεσαι την πρόταση μου;»

Τον κοίταξα στα μάτια και στο λεπτό επάνω δέχθηκα. Τότε σηκώθηκε από το γραφείο του και πλησίασε θαλερά και ήρεμα στο κάθισμα κοντά μου με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ελάχιστα λυτρωτικό και αρκετά ύπουλο.

«Είσαι νέος και γεμάτος δύναμη, έτοιμος να στύψεις την ζωή, απολαμβάνοντας τους γλυκούς και τους πικρούς χυμούς της, εσύ και η οικογένεια σου. Είσαι το φως αυτή της πατρίδας, που προσπαθεί να προοδεύσει και να ανταγωνιστεί άλλα κράτη στον στίβο των διεκδικήσεων. Τα αήττητα όπλα σου είναι η ψυχή σου, το μυαλό σου, οι Αρετές σου και ως Έλλην νέος, σε διαβεβαιώνω πως αυτό ζυγίζει βαρύτερα από οποιονδήποτε άλλο νέο άνθρωπο της Γης. Θυμάσαι ένα μεσημέρι στο σπίτι πριν μερικούς μήνες, που αντέδρασες μαζί με τον Άγη, για την τακτική του μεγάλου αδελφού σας ως προς την δωροδοκία για ένα φαγητό της μάνας σας; Θυμάσαι;»

Σκέφτηκα για λίγο, έφερα αμέσως την εικόνα στο μυαλό μου και απάντησα ξέπνοα στον Μανώλη: «Ναι». Είχα καταλάβει τα πάντα, γαμώτο!

«Μόλις συνέτριψες την αξιοπρέπεια και την ελευθερία σου ως Άνθρωπος να επιλέγεις και να υποστηρίζεις την άποψη σου. Παρέδωσες την ανθεκτικότητα και τα πιστεύω σου στην δική μου ανηθικότητα. Σε δωροδόκησα για να λυγίσω την άκαμπτη επιλογή σου, που πιθανώς να θεωρώ ότι είναι σωστή. Δωροδόκησα την συνείδηση σου με ελάχιστο χρηματικό κόστος για να εξαγοράσω την δυνατότητα να σκέφτεσαι ελεύθερα, να μάχεσαι για αυτό ως νέος που είσαι και ΄συ υποτάχθηκες αμέσως στην δική μου βούληση, που πιθανώς να είναι λανθασμένη. Ανακάλυψα την αχίλλειο πτέρνα σου, μετρηθήκαμε και σε διέλυσα. Δεν πείστηκες από την προπαγάνδα και τις απειλές, που όλο αυτόν τον καιρό ασκήσαμε συντονισμένα με την μητέρα σου. Οι διαχρονικές, αιώνιες Αρετές σου ηττήθηκαν πανηγυρικά απέναντι στην ισχύ του εφήμερου και λιγοστού χρήματος. Για να τα λέμε και ελληνικά γιέ μου, σε «λάδωσα» και τα άρπαξες, γιατί μπορώ να το κάνω! Έλα μαζί μας στον γάμο και την επόμενη θα καλύψω το ποσό που θέλεις, όπως συνεννοηθήκαμε».

Εγκατέλειψα με κόπο την καρέκλα και ευθυτενής μεν, συντετριμμένος εσωτερικά δε, απάντησα κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια του. «Πατέρα κράτησε τα χρήματα, δεν θα ακολουθήσουμε στον γάμο του ξαδέλφου μου!» Εγκατέλειψα το γραφείο του με τις μουρμουρητές φωνές των Σπαρτιατών, των Αθηναίων, των Κορίνθιων, των Θηβαίων, των Κρητών και των Μακεδόνων να αναμειγνύονται αφοριστικά στο κρανίο μου με αυτές των φουστανελάδων και των στρατιωτών στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου. Έκλεισα την πόρτα και εξαφανίστηκα ντροπιασμένος.


Άσπρο Πάτο»

(Druk / Another Round)

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Δανία (2020)

Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ

Με τους: Μαντς Μίκελσεν, Τόμας Μπο Λάρσεν, Μάγκνους Μίλανγκ, Λας Ράντε, Μαρία Μπονεβί, Σούσε Βολντ

Διάρκεια: 117΄

Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας – 4 Βραβεία Ευρωπαϊκής Ακαδημίας (Καλύτερης ταινίας - Καλύτερης σκηνοθεσίας - Καλύτερου σεναρίου - Καλύτερης ανδρικής ερμηνείας για τον Μαντς Μίκελσεν) – Bραβείo Bafta Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας – Βραβείο Cesar Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας – 5 Βραβεία στα κινηματογραφικά βραβεία Δανίας

Διανομή: Rosebud 21


Υπάρχει μια θεωρία ότι γεννιόμαστε με ελαφρώς ελλιπή ποσότητα αλκοόλ στο αίμα μας και ότι η μέθη σε καθημερινή βάση -σε συνετά επίπεδα τουλάχιστον- θα άνοιγε το μυαλό μας, θα μείωνε τα προβλήματά μας και θα αύξανε τη δημιουργικότητά μας. Όταν η θεωρία αυτή εξάπτει την περιέργεια τεσσάρων φίλων, όλοι τους μεσήλικοι και βαριεστημένοι καθηγητές γυμνασίου, του Μάρτιν (Μαντς Μίκελσεν – μοναδικός!), του Τόμι (Τόμας Μπο Λάρσεν – πολύ καλός), του Πίτερ (Λας Ράντε – πολύ καλός) και του Νίκολταζ (Μάγκνους Μίλανγκ – πολύ καλός!), αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα πείραμα που απαιτεί να διατηρούν μια ελαφρά κατάσταση μέθης καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας. Αν ο Τσώρτσιλ κέρδισε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όντας μονίμως μεθυσμένος, ποιος ξέρει τι μπορούν να καταφέρουν μερικές γουλιές για τους ίδιους και τους μαθητές τους;

Αρχικά τα αποτελέσματα είναι θετικά: τα μαθήματά τους βελτιώνονται, οι γύρω τους ανταποκρίνονται ζεστά στην ανανεωμένη τους συμπεριφορά και οι ίδιοι νιώθουν πιο ζωντανοί, πιο γεμάτοι. Όμως, καθώς η κατανάλωση συνεχίζεται, μερικοί συνεχίζουν να ευδοκιμούν και μερικοί εκτρέπονται.


Κινηματογραφικό δοκίμιο πρώτης γραμμής για τον αγαπημένο και άκρως ταλαντούχο Δανό σκηνοθέτη Τόμας Βίντερμπεργκ («Το Κυνήγι», «Οικογενειακή Γιορτή», «Το Κοινόβιο»), που μαζί με τον έτερο πατριώτη του, τον Λαρς φον Τρίερ προσέδωσαν τα ανεξίτηλα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του σύγχρονου δανέζικου σινεμά, δημιουργώντας ο καθένας τους μια ξεχωριστή, κινηματογραφική σχολή επιδρώντας καταλυτικά στην παγκόσμια Τέχνη της κινούμενης εικόνας. Εάν ο Τρίερ είναι η «αρρώστια» προσωποποιημένη, τότε ο Βίντεμπεργκ παραμένει ο αναισθησιολόγος και συνάμα ο χειρουργός της βαθιά διαβρωμένης κοινωνίας, που λίγο πριν την ίαση στο ψυχρό, ανοξείδωτο κρεβάτι του χειρουργείου κόβει την κατάλληλη αρτηρία, διακόπτοντας την πολύτιμη ροή του αίματος στην καρδιά, αφήνοντας την μηχανική υποστήριξη να αναλάβει τα υπόλοιπα, διατηρώντας την ασθενή σε κώμα.

Στην τελευταία του πολυβραβευμένη ταινία του με τον τίτλο: «Άσπρο Πάτο», το σημαντικό θέμα της μάστιγας του αλκοολισμού λαμβάνει vais versa διαστάσεις, αφήνοντας τον θεατή να παλινδρομεί στο σταυροδρόμι της μέθεξης και του θανάτου. Μια εξαιρετική σχοινοβασία και πισωγυρισμάτων σαν τον επιδέξιο σαλοπάτη σε ατραξιόν ψυχικών επιδεξιοτήτων, ενώπιον μιας στείρας και άνυδρης από φαντασία, δυναμική, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα κοινωνίας. Το σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Τομπίας Λίντχολμ κρώζει περίτεχνα την ηρακλείτια ρήση: «Βάκχος και Άδης ίδιον εστί», κατασκευάζοντας μια καθαρόαιμη ανδρική ιστορία που πραγματικά σε καθηλώνει. Ταινία εξαιρετικά αφιερωμένη στην θυγατέρα του Τόμας Βίντεμπεργκ, την 19χρονη Ίντα, η οποία θα υποδυόταν την κόρη του πρωταγωνιστή, αλλά έχασε την ζωή της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τέσσερις μέρες μετά την έναρξη των γυρισμάτων.

Η επανασύνδεση του Τόμας Βίντεμπεργκ, έπειτα από το «Κυνήγι» (2012), με τον καλύτερο ηθοποιό αυτή την στιγμή όχι μόνο της Δανίας αλλά ολόκληρου του κινηματογραφικού ευρωπαϊκού στερεώματος (προσωπική εκτίμηση αυτή), τον πολυεπίπεδο και δουλευτερά Μαντς Μίκελσεν αποφέρει γόνιμους καρπούς και ζωή στο εγχείρημα του σκηνοθέτη. Ο Μίκελσεν, κυριολεκτικώς δίνει τα ρέστα του σε μια ερμηνεία αριστούργημα, αποδίδοντας περίφημα τον ηττημένο καθηγητή ιστορίας Μάρτιν με τα ασφυκτικά, τελματωμένα και άλυτα προβλήματα στον οικογενειακό και τον επαγγελματικό στίβο, τα οποία απεγκλωβίζονται, μετασχηματιζόμενα σε εσωτερική ευφορία, χαρά, δύναμη από την εφαρμογή του «απελευθερωτικού» πειράματος μαζί με τους υπόλοιπους τρεις φίλους και συνάδελφους του, τον Τόμας Μπο Λάρσεν, τον Μάγκνους Μίλανγκ και τον Λας Ράντε, οι οποίοι είναι εξ'ίσου καταπληκτικοί. Ο Μίκελσεν, αδιαμφισβήτητα όμως είναι το κάτι άλλο!

Ο Δανός Βίντεμπεργκ ανοίγει την ταινία νηφάλια, βυθισμένη στην μουντή και άχρωμη, σύγχρονη ανθρώπινη πραγματικότητα, σε οδηγεί με σαμανικές διαδικασίες στο ιερό της απελευθέρωσης των μικροαστικών πεποιθήσεων, για να σε εντάξει στο θυσιαστήριο και να σε αποδεσμεύσει διονυσιακά με ένα εκπάγλου ομορφιάς φινάλε, σταθμό στην παγκόσμια κινηματογραφία.


Photo Gallery: «Άσπρο Πάτο»


«Κανένας»

(Nobody)

Είδος: Δράση περιπέτεια

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2021)

Σκηνοθεσία : Ίλια Ναϊσούλερ

Με τους: Μπομπ Όντενκερ, Κόνι Νίλσεν, Κρίστοφερ Λόιντ, RZA

Διάρκεια: 92'

Διανομή: Tulip Entertainment

Ο οικογενειάρχης εργαζόμενος Χατς Μάνσελ (Μπομπ Όντενκερ – αποκάλυψη και στην μεγάλη οθόνη), είναι ο υποτιμημένος και αρκετά παραγκωνισμένος πατέρας και σύζυγος, ο οποίος δέχεται τα χτυπήματα της ζωής χωρίς να αντιδρά. Είναι ο καθημερινός «Κανένας».

Όταν δύο ληστές εισβάλλουν στο σπίτι του ένα βράδυ, ο Χατς δεν βρίσκει το θάρρος να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την οικογένειά του, στην προσπάθειά του να μην προκαλέσει υπερβολική βία. Ο έφηβος γιος του, ο Μπλέικ, (Γκέιτζ Μονρόε -καλός) απογοητεύεται και η σύζυγός του, η Μπέκα (Κόνι Νίλσεν - καλή) δείχνει να απομακρύνεται. Ο απόηχος του συμβάντος έχει μεγάλο αντίκτυπο στην καταπιεσμένη οργή του Χατς, καθώς θα του ξεκλειδώσει ένστικτα και θα τον στείλει σε ένα σκοτεινό μονοπάτι το οποίο θα ανασύρει σκοτεινά μυστικά και φονικές δεξιότητες του παρελθόντος.


Όταν το στόρι της ταινίας στις πρώτες κιόλας σεκάνς, ξεκινάει με τον Μπομπ Όντενκερ να κάθεται χειροδέσμιος στο ημισκότεινο, ανακριτικό δωμάτιο της αστυνομίας με στραπατσαρισμένη την μούρη, γεμάτος αίμα και από το μπουφάν του να αποκαλύπτει ένα γλυκύτατο γατάκι, βγάζοντας μια ψαροκονσέρβα μαζί και ένα ανοιχτήρι από την τσέπη και ψύχραιμα, καπνίζοντας αμίλητος απέναντι στους δυο ντεντέκτιβ, να ανοίγει στο τραπέζι την κονσέρβα για να ταΐσει το γατί, ενώ το κινηματογραφικό πλάνο γεμίζει μελωδικά με την διασκευή της Νίνα Σιμόν στο «Don't Let Me Be Misunderstood» των Άνιμαλς, περιμένεις να ακολουθήσουν δυο εκδοχές: Ή θα δεις την μεγαλύτερη δηθενιά ή θα γίνεις μάρτυρας μιας ταινίας που υπόσχεται συνέχεια αντάξια της ευφάνταστης έναρξης της. Συμβαίνει το δεύτερο!

Πραγματικά έμεινα ενεός από την σύλληψη, την απόδοση και την εξέλιξη της ταινίας δράσης του 38χρονου Ρώσου σκηνοθέτη Ίλια Ναϊσούλερ. Τον Ναϊσούλερ τον γνώρισα κινηματογραφικά στην πρωτότυπη ταινία του «Hardcore Henry» (2015), ακυρώνοντας εντελώς από το πλάνο το πρόσωπο του πρωταγωνιστή ήρωα και στην θέση του, για 96 λεπτά της ώρας, βλέπουμε μόνο ό,τι εκείνος βλέπει, εκτινάσσοντας την αδρεναλίνη, κυριολεκτικώς, στον ουρανό σε ένα θεότρελο μοντάζ. Περίμενα την επόμενη του ταινία του και να που κατέφθασε με παρρησία θάρρους, φρέσκιας έμπνευσης και απαράμιλλης τεχνικής να παρουσιάσει στο είδος της δράσης και της περιπέτειας μια ιστορία να λειτουργεί ρεαλιστικά απέναντι στην αεροπλανική και καρτουνίστικη απόδοση του «John Wick», να παίζει την ίδια μπάλα άλλα σε διαφορετική αλάνα από αυτή του «Equalizer» και να συμπεριφέρεται πιο αντιηρωικά από τον πατέρα του «Taken». Ο «Κανένας» Χατς Μάνσελ, είναι μια αυθεντική φιγούρα noir αφηγήματος, που ναι μεν τρώει πολύ ξύλο, τραυματίζεται, ματώνει, είναι ανθρώπινος, συναισθηματικός και δίκαιος, ενώ παράλληλα είναι σαρωτικός και αποτελεσματικά φονικός. Μια κινούμενη μηχανή θανάτου, που απλά θέλει να είναι ο καλός οικογενειάρχης, βιώνοντας την καθημερινή, αποπνικτική ρουτίνα: σπίτι, δουλειά, οικογένεια, δουλειά, σπίτι.

Ο ηθοποιός που υποδύεται τον ήρωα «Κανένα» ή Χατς Μάνσελ είναι η αποκάλυψη της επικής τηλεοπτικής σειράς, o δικηγόρος του «Breaking Bad» και του «Καλύτερα Κάλεσε τον Σολ », ο απολαυστικός Μπομπ Όντενκερ, η εκπληκτική φυσιογνωμία που δεν μπορείς να τραβήξεις το βλέμμα σου από το πρόσωπο του. Διαθέτει μαγικά συστατικά η φάτσα του, όπως το ύφος του, ένας χαριτωμένος, άνθρωπος της διπλανής πόρτας που εύκολα τον εμπιστεύεσαι, η ξεχωριστή χροιά στην φωνή του, κάτι ανάμεσα σε παράπονο, κατανόηση και ενοχή και, φυσικά, το άριστο ταλέντο του.

Το σενάριο της ταινίας ανήκει στον Ντέρεκ Κολστάντ των περιπετειών του «John Wick», ενώ στην παραγωγή της ταινίας βρίσκουμε τον Ντέιβιντ Λιτς του «John Wick» (2014) και «Atomic Blonde» (2017). Ο σκηνοθέτης Ίλια Ναϊσούλερ σκηνοθετεί τον ήρωα όπως πρέπει, στήνοντας, μάλιστα, μια σφιχτή χορογραφία χάρμα οφθαλμών στο μοντάζ, αυθεντικής συμπλοκής εντός του στενού χώρου ενός αστικού λεωφορείου, αλλά πλαισιώνει, παράλληλα, τον πρωταγωνιστή, ανάλαφρα, διακριτικά και καταλυτικά με τον 83χρονο «αγέραστο» Κρίστοφερ Λόιντ («Επιστροφή στο Μέλλον», «Οικογένεια Ανταμς»), στον ρόλο του πατέρα του Χατς, ο οποίος πραγματικά προσδίδει την χιουμοριστική πινελιά στην ιστορία ως δίκαιο επίχρισμα μαύρης κωμωδίας με άριστο μέτρο στην δοσολογία σε ταινία έντονης δράσης.

Ο «Κανένας» «τύφλωσε» έξυπνα ταινίες του είδους και απέκτησε ονοματεπώνυμο. Είναι ο Μπομπ Όντενκερ και βγάζει με θράσος την γλώσσα δυο πήχες στα γνωστά, κινηματογραφικά, φονικά ανθρωποεργαλεία των μυστικών υπηρεσιών.


Photo Gallery: «Κανένας»


«Το Νησί των Ψεμάτων»

(La Isla de las Mentiras)

Είδος: Κοινωνικό δράμα ιστορικής περιόδου, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα

Παραγωγή: Ισπανία, Αργεντινή, Πορτογαλία (2020)

Σκηνοθεσία: Πάουλα Κονς

Με τους: Νερέα Μπάρος, Ντάριο Γκραντινέτι, Αϊτόρ Λούνα

Διάρκεια: 93'

Διανομή: Weird Wave


Στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν το κύμα των ευρωπαίων μεταναστών προςτην αμερικανική ήπειρο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, ένα πλοίο με 260 μετανάστες από την Ισπανία και προορισμό το Μπουένος Άιρες ναυαγεί στις απότομες ακτές του νησιού Σαλβόρα.

Εκείνο το βράδυ με κακοκαιρία, ομίχλη και χαμηλή ορατότητα δυο γυναίκες σκοτώνουν τον τύραννο επιστάτη του νησιού και μαζί με μια ακόμα σπεύδουν να βοηθήσουν τους άμοιρους ναυαγούς, κατορθώνοντας να σώσουν μερικούς. Η επίμονη έρευνα του δημοσιογράφου Λεόν (Ντάριο Γκραντινέτι – αξιοπρεπής) για το ναυάγιο θα εντείνει τις φήμες πως υπάρχει δόλος πίσω από την τραγωδία.


Κινηματογραφικό ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους για την Ισπανίδα Πάουλα Κονς, ενώ το σενάριο γραμμένο από την ίδια την σκηνοθέτιδα και τον Λουίς Μαρίας είναι εμπνευσμένο από τα πραγματικά γεγονότα του, προ ενός αιώνος, πολύνεκρου ναυαγίου στη Γαλικία. Η Κονς ορθώνει ένα καλό σκηνικό στην βραχώδη ράχη ενός νησιού, που ζουν φτωχοί άνθρωποι σε πρωτόγονες συνθήκες να τους εκμεταλλεύεται η ισπανική πλουτοκρατία, στήνοντας παιχνίδια θανάτου για οικονομικό όφελος. Οι άνδρες αποπλέουν με τις βάρκες για το πολυήμερο ψάρεμα και στο νησί παραμένει ο γυναικείος πληθυσμός και τα ανήλικα μαζί με τον αδίστακτο επιστάτη, που επιτηρεί τις εργασίες και τους ανθρώπους.

Πρωταγωνίστριες της ταινίας, είναι τρεις γυναίκες, τρεις τραγικές φιγούρες με τον φακό της σκηνοθέτιδας επικεντρωμένο στην μορφή της νεαρής Μαρία (Νερέα Μπάρος – καλή), καθώς είναι η μοναδική που αντιδρά στην καταπίεση. Με προσανατολισμό την ταξική πάλη, διανθισμένη με τα άγρια ένστικτα των κατοίκων του νησιού και την αδιαφορία της πλουτοκρατίας, η Πάουλα Κονς φέρνει στην επιφάνεια το ναυάγιο της Σάντα Ίζαμπελ των 256 νεκρών, που συνέβη το 1921, αλλά και ένα έγκλημα, προσδίδοντας στην ήδη ζοφερή ατμόσφαιρα θριλερική διάσταση. Η παρουσία του δημοσιογράφου στο νησί, που θεωρεί, ότι πίσω από όλα αυτά κρύβεται ο δόλος, δίνει την δυνατότητα να κοιτάξουμε πιο σφαιρικά την αισχρή κατάσταση που επικρατεί σε δουλοπάροικους, που άθελα τους ή εσκεμμένα συμμετέχουν στην νοσηρή τάξη πραγμάτων, την ενορχηστρωμένη από ολιγάρχες, πολιτικούς.

Η Ισπανίδα σκηνοθέτις υπόσχεται μια καλή ταινία, μόνο που ξανοίγεται σε αχαρτογράφητα νερά και αναγκάζεται να διασχίσει κολυμπώντας έναν υποτονικό δίαυλο, προσπαθώντας να διασώσει την ουσία του εγχειρήματος της. Εν μέρει το καταφέρνει αλλά είναι μούσκεμα από την κορυφή έως τα νύχια των ποδιών της.


Photo gallery: «Το Νησί των Ψεμάτων»


«Το Κάλεσμα 3: Ο Διάβολος Με Έβαλε να το Κάνω

(The Conjuring 3: The Devil Made Me Do It)

Είδος: Τρόμου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2021)

Σκηνοθεσία: Μάικλ Τσέιβς

Με τους: Πάτρικ Γουίλσον, Βέρα Φαρμίγκα, Ρούιρι Ο' Κόνορ

Διάρκεια: 112'

Διανομή: Tanweer


Κονέκτικατ 1981: Το διάσημο ζευγάρι ερευνητών υπερφυσικών φαινομένων, ο Εντ και η Λορέιν Γουόρεν (Πάτρικ Γουίλσον και Βέρα Φαρμίγκα – σταθεροί σε αυτό που υποστηρίζουν), βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιο ανατριχιαστική υπόθεση της καριέρας τους. Στην διαδικασία ενός εξορκισμού σε 8χρονο, ο σατανάς φεύγει από το σώμα του μικρού και μπαίνει στο σώμα του νεαρού Άρνι (Ρούιρι Ο' Κόνορ).

Ο Άρνι στην συνέχεια είναι κατηγορούμενος για την στυγνή δολοφονία του κτηματία Μπρούνο Σάουλς με 22 μαχαιριές και ο νεαρός επικαλείται τη δαιμονοληψία ως ελαφρυντικό. Οι Γουόρεν προσπαθούν να πείσουν το δικαστήριο ότι είναι αθώος.


Το franchise ταινιών τρόμου «Κάλεσμα» του Τζέιμς Γουάν («Σε Βλέπω» και «Insidious», επίσης franchise), διανύει την τρίτη κατά σειρά συνέχεια στην μεγάλη οθόνη, αυτή την φορά στα χέρια του σκηνοθέτη Μάικλ Τσέιβς, που κατόπιν της πρώτης του μετριότατης ταινίας, «Η Κατάρα της Γιορόνα» (2019), συνεχίζει στο είδος του παραφυσικού τρόμου, επιθυμώντας να συντηρήσει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες του χριστιανικού ζεύγους Γουόρεν, των φημισμένων ερευνητών του παράδοξου όπως το ξεκίνησε ο Τζέιμς Γουάν. Μια επιθυμία που δυστυχώς παραμένει ανεκπλήρωτη, καθώς τα συμβάντα που διαδραματίζονται στην ιστορία, μπορεί να αερίζονται από την αύρα ενός αστυνομικού θρίλερ, συμπιέζονται όμως αφόρητα από τις αναμασημένες και χιλιοειδωμένες ιδέες του πλούσιου κινηματογραφικού πεδίου της σατανολογίας και της μαγείας.

Η ταινία επικεντρώνεται στην πρώτη δίκη για φόνο στις Η.Π.Α., όπου ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε δαιμονοληψία, κάτι που προσδίδει ένα ενδιαφέρον. Μην χαίρεστε, όμως, διότι ταχύτατα εξαφανίζεται αυτό το ενδιαφέρον, σαν το άσπρο κουνέλι στο καπέλο του ταχυδακτυλουργού, για να αφοσιωθεί ο σκηνοθέτης στα μιαρά, αποκρουστικά πνεύματα, στους σατανάδες και στις τεχνικές του jump scare. Κάθε φορά που προβάλλεται στην μεγάλη οθόνη ένα «Κάλεσμα», ολοένα χαμηλώνει το ηλικιακό ενδιαφέρον των θεατών. Το επόμενο ούτε το κυριακάτικο κατηχητικό δεν θα ενδιαφέρει.


Photo gallery: «Το Κάλεσμα 3: Ο Διάβολος Με Έβαλε να το Κάνω


«Πώς να Σκοτώσεις τον Πρωταγωνιστή σου»

(The Comeback Trail)

Είδος: Κωμωδία

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Τζορτζ Γκάλο

Με τους: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μόργκαν Φρίμαν, Τόμι Λι Τζόουνς, Ζακ Μπραφ, Εμίλ Χιρς

Διάρκεια: 104'

Διανομή: Tanweer


Ο άπληστος κινηματογραφικός παραγωγός Μαξ Μπάρμερ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο – δράμα), χρωστάει χρήματα στο αφεντικό της μαφίας Ρίτζι Φοντέιν (Μόργκαν Φρίμαν – δεύτερο δράμα) και για σώσει το τομάρι του σκαρφίζεται να γυρίσει μια ταινία απάτη με έναν γερασμένο, μέθυσο και ξεπεσμένο αστέρα των γουέστερν, τον Ντιουκ Μοντάνα (Τόμι Λι Τζόουνς – ο μόνος που αξίζει). Ο δολοπλόκος Μπάμπερ ασφαλίσει τον Ντιούκ έναντι ενός σοβαρού ποσού, με σκοπό να σκοτώσει τον ηθοποιό στα γυρίσματα, για να εισπράξει την ασφάλεια και να πληρώσει τον μαφιόζο.

Ο παππούς Ντιουκ Μοντάνα όμως αναζωογονείται και παίρνει ζεστά την επανάκαμψη του στα κινηματογραφικά πλατό προσφέροντας τον καλύτερο εαυτό του στον ρόλο, ενώ κάθε προσπάθεια του παραγωγού για να τον βγάλει από την μέση αποτυγχάνει παταγωδώς και ο Μοντάνα παραμένει ανθεκτικός.


Σχεδόν κάθε χρόνο η βιομηχανία του σινεμά επιστρατεύει αγαπητούς γεροντόβραχους ή γκραν κάσες γυναίκες ηθοποιούς, δημιουργώντας σχήματα ζεύγους, τρίο ή κουαρτέτου, να συμμετέχουν εντός κινηματογραφικών παραγωγών άλλοτε σε κοινωνικές ταινίες, δράσης ή κωμωδίες, συνήθως πρόχειρων και άθλιων σεναρίων, απλά και μόνο για να «τσιμπήσει» το κινηματογραφόφιλο κοινό, να μπει στην αίθουσα για να απολαύσει συγκεντρωμένους γηραιούς σταρς σε μια παραγωγή. Από την πλευρά των ηλικιωμένων σήμερα ηθοποιών, τέτοιους χαζούς ρόλους, όταν μεσουρανούσαν, θα τους απέρριπταν αμέσως πριν ακόμα διαβάσουν την μισή πρώτη σελίδα. Αλλά το χρήμα στην τρίτη ηλικία είναι αναγκαίο και ξεπληρώνει πολλές υποχρεώσεις, κλείνει τρύπες, ταΐζει ανήλικα τέκνα, καταβάλει διατροφές και σβήνει εκκρεμότητες.

Η ταινία σε σενάριο του Τζορτζ Γκάλο και του Τζος Πόσνερ είναι ριμέικ του «The Comeback Trail» (1982), σε σκηνοθεσία του Χάρι Χούργουιτς. Ο Τζορτζ Γκάλο δεν είναι αυτό που ονομάζουμε σκηνοθέτης προδιαγραφών, ενώ ως σεναριογράφος μας χάρισε την ιστορία της εκπληκτικής κωμωδίας δράσης του Μάρτιν Μπρεστ «Ο Διώκτης του Μεσονυχτίου» (1988) με τον εξαιρετικό Τσαρλς Γκρόντιν (έφυγε από την ζωή στις 18 Μαΐου 2021 σε ηλικία 86 ετών) δίπλα στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που ο Ντε Νίρο τότε δοκίμασε για πρώτη φορά στην καριέρα τον ρόλο σιγόντο πλάι σε έναν σπουδαίο κωμικό ηθοποιό.

Η ταινία με τους τρεις υπέροχους κατά τα άλλα ηθοποιούς, είναι μια ρηχή σάτιρα, σκηνοθετημένη στα γρήγορα για το παρασκήνιο του χολιγουτιανού σύμπαντος, παρακολουθώντας τους γουρμασμένους: Ρόμπερτ, Μόργκαν και Τόμι να αυτοσαρκάζονται και να απομυθοποιούνται χαλαρά και αστεία, προσπαθώντας μάταια να τεντώσουν ευχάριστα το χειλάκι του θεατή. Μόνο θλίψη παρακαλώ!


Photo gallery: «Πώς να Σκοτώσεις τον Πρωταγωνιστή σου»


«Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ»

(Howard's End)

Είδος: Κοινωνικό ιστορικής χρονικής περιόδου

Παραγωγή: Αγγλία, Ιαπωνία, ΗΠΑ (1992) – Έγχρωμο σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Τζέιμς Αϊβορι

Με τους: Εμα Τόμσον, Αντονι Χόπκινς, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Τζόζεφ Μπένετ

Διάρκεια: 140'

Διακρίσεις: 3 Όσκαρ (Α' Γυναικείου Ρόλου για την Έμα Τόμσον), Σεναρίου, Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης – Χρυσή Σφαίρα Ερμηνείας Γυναικείου Ρόλου σε Δραματική Ταινία (Έμα Τόμσον) - 2 Βραβεία Bafta καλύτερο Γυναικείου Ρόλου (Έμα Τόμσον), Καλύτερης Ταινίας – Φεστιβάλ Κανών (Επετειακό Βραβείο στον Τζέιμς Άιβορι)

Προβάλλεται στου θερινούς κινηματογράφους: «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) – «Όασις» (Παγκράτι)

Διανομή: Bibliotheque


Με φόντο την εδουαρδιανή Αγγλία, οι δυο αδελφές, η Μάργκαρετ (Έμα Τόμσον – η απόλαυση της απόλαυσης) και η Έλεν Σλέγκελ (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ – μοναδική!) είναι δύο ανεξάρτητες, έξυπνες και καλλιεργημένες γυναίκες. Από την άλλη, η εύπορη, αριστοκρατική οικογένεια Γουίλκοξ με αρχηγό της οικογένειας τον συντηρητικό επιχειρηματία Χένρι Γουίκοξ (Άντονι Χόπκινς – εξαιρετικός!) παραμένει ακαλλιέργητη και εντελώς συμβατική με μοναδικό στόχο την αύξηση του πλούτου.

Όλα θα ξεκινήσουν όταν η νεαρή και ατίθαση Έλεν Σλέγκελ θα επισκεφθεί την κατοικία των Γουίλκοξ, το Χάουαρντς Εντ και εντυπωσιασμένη από τον κόσμο τους και τον τόσο διαφορετικό τρόπο σκέψης τους θα παρασυρθεί και σε μια στιγμή πάθους θα αρραβωνιαστεί τον Πολ Γουίλκοξ (Τζόζεφ Μπένετ – πολύ καλός) με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Ο δε αναπάντεχος θάνατος της κυρίας Ρουθ Γουίλκοξ (Βανέσα Ρεντγκρέιβ – πολύ καλή) και η διαθήκη της που παραχωρεί το Χάουαρντς Εντ στην Μάργκαρετ, θα φέρει κοντά τις δύο οικογένειες, τονίζοντας από τη µία µεριά τις αντιθέσεις τους, αλλά και δημιουργώντας περίεργες συμμαχίες.


Σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ (1879 – 1970), δουλεμένο περίτεχνα για κινηματογραφική ταινία από την συνεργάτιδα του Τζέιμς Άιβορι, την Γερμανο-Αμερικανίδα Ρουθ Πρόουλερ Ζαμπβάλα (1927 – 2013), καταλήγει αφηγηματικά σε μια ιστορία του σινεμά που ποτέ δεν ξεχνάς και πάντα αναφέρεσαι σε αυτήν με εσωτερική δροσιά. Στην παραγωγή της ταινίας βρίσκεται το άλλο μισό του Τζέιμς Άιβορι, ο Ινδο-Αμερικανός Ισμαήλ Μέρτσαντ, που μαζί με τον σκηνοθέτη δημιούργησαν το γνωστό, αχώριστο κινηματογραφικό ντουέτο. Ο Αμερικανός Τζέιμς Άιβορι διαθέτοντας μια άριστη σεναριακή γραφή, ένα επιτελείο ηθοποιών πραγματικό θησαυρό, και μια εκλεπτυσμένη παραγωγή, φιλμάρει αυτό που ξέρει καλά: ρηχούς, υπερόπτες Άγγλους αριστοκράτες να συγκρούονται κατά μέτωπον με καλλιεργημένους ανθρώπους κατωτέρων τάξεων, ενώ το κύτταρο του έρωτα να πάλλεται ενεργά ανάμεσα σε ετερόκλητους χαρακτήρες.

Ο Άιβορι αποστασιοποιημένος από κάθε μορφή ακαδημαϊσμού, αποτυπώνει την αγγλική νοοτροπία στην σημασία της ακρίβειας στις αρχές του 20ου αιώνα και στην δυναμική της βιομηχανικής επανάστασης που εγκαινίασε η βικτωριανή περίοδος για να διεισδύσει διακριτικά, αυθεντικά και καταλυτικά στο φλεγόμενο πεδίο των ταξικών αντιθέσεων, δίχως να αγνοεί το ανθρώπινο πάθος και τον έρωτα.

Παρακολουθώντας έπειτα από 28 χρόνια το «Χάουαρντ Εντ» συνειδητοποιείς το αναντικατάστατο κενό της απουσίας του τρίο: Άιβορι, Ζαμπβάλα και Μέρτσαντ στα κινηματογραφικά πράγματα του σήμερα.


Photo gallery: «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ»

«Φλέγοντα οικογενειακά ζητήματα με τον πατέρα και ...
«Επιτέλους, μοσχοβόλησε η αίθουσα Ελλάδα!», κριτικ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/