InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Τρι, Δεκ
Tο διάβασαν 395 άτομα (395 Views)

«Επιτέλους, μοσχοβόλησε η αίθουσα Ελλάδα!», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

MONDAY1110-ITP00224


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 59

Τα λαϊκά έδρανα και το πύρινο ειδώλιο του κατηγορουμένου στις, πάσης φύσεως μεγέθους γυάλινες οθόνες, στήθηκε σωστά την κατάλληλη ώρα και οι άνθρωποι δικάζουν νυχθημερόν, ασταμάτητα, ανελέητα, αδίστακτα, πριν ακόμα η υπόθεση φτάσει απέναντι από τα τυφλά μάτια της Θέμιδος. Δικάζουν με ασίγαστο πάθος οι άνθρωποι γιατί οι ινστρούχτορες και οι «διευθυντές» ορχήστρας της ανθρώπινης συνείδησης, ενορχηστρώνουν επιτήδεια και άνευ αιδούς, το μαύρο ικρίωμα επειδή θέλουν, επιθυμούν και χρειάζονται, δια καώς τούτη την συγκεκριμένη φλογερή περίοδο της Ελλάδος, οι άνθρωποι να δικάσουν και να ξεθυμάνουν, να δικάσουν και να ξεχαστούν, να δικάσουν και να αφοσιωθούν μανιωδώς στην ανεύρεση της αλήθειας, του όποιου ηθικού στοιχείου στην φιγούρα του ομορφόπαιδου και ανήθικου φονιά. Να ζυγίσουν δίκαια και να καταγράψουν ηλιθιωδώς το ήδη αυτονόητο βάρος ενός ακόμα βάρβαρου εγκλήματος στην πατρίδα μας και να στείλουν στην πυρά τον ένοχο, τον σύζυγο που υποδυόταν το καλόπαιδο. Αδιαφορώντας για ημέρες, πιθανώς και για μήνες, ο «δικαστής» λαός, όλα όσα ύπουλα τον έχουν περικυκλώσει και χθόνια, απάνθρωπα στενεύουν οι σχεδιαστές ακόμα περισσότερο τον κλοιό με σκοπό να εξοντώσουν αθόρυβα το πόπολο και το μέλλον του τούτες τις κρίσιμες στιγμές. Ησυχία σας παρακαλώ πολύ στο ακροατήριο. Σεβαστείτε την ιερή στιγμή: ο λαός δικάζει.

Το θέλουν οι άνθρωποι να δικάσουν, τρέμουν τα σωθικά τους από την πείνα και αυτό φαίνεται κι ακούγεται όταν στις σπιτικές τηλεοράσεις, επί 15ώρου βάσεως, η ένταση είναι στη διαπασών, να διαλαλούν οι λογής ψιττακοί της ενημέρωσης την πραμάτεια τους, το ιδανικό μοντέλο και σαν κολασμένα πνεύματα να αποπροσανατολίζουν, λέγοντας: «συγκλονίστηκε το πανελλήνιο», διαμορφώνοντας τον συνειδησιακό χάρτη όπως εκείνοι καλά ξέρουν. Τα καυτά υγειονομικά, τα αβέβαια εθνικά και τα ζόρικα εργασιακά και οικονομικά ζητήματα πέρασαν πανηγυρικά σε δεύτερες και τρίτες θέσεις ενδιαφέροντος της ενημέρωσης. Ούτε όταν η Ελλάδα χυνόταν πρόστυχα στο μεταλλικό κύπελλο της προδοσίας με συμφωνίες ξεπουλήματος δεν υπήρχε τέτοιο ενδιαφέρον, τέτοια ζέση και ανάγκη για λαϊκή δικαιοσύνη.

Το βιώνει με την ψυχή του ο λαός και αγωνιά ο λαός, ιδρώνει πατόκορφα ο λαός, δεν θέλει να χάσει ούτε μισό δευτερόλεπτο της εξέλιξης των στοιχείων του εγκλήματος ο λαός και αυτοί που αποτελούν την κρίσιμη μάζα του ελληνικού έθνους, όταν ταξιδεύουν με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, όταν σοφάρουν, όταν εργάζονται, όταν γευματίζουν, όταν περπατούν, όταν συνευρίσκονται με άλλους ανθρώπους, τότε φανερά ή κλεφτά βάζουν τον ήχο και την εικόνα στα γυάλινα μάτια και εθισμένοι αγκαλιάζουν ξανά το όνειδος και το φαρμάκι για να ενημερωθούν ως προς τα νέα δεδομένα και, φυσικά, για να είναι πάνοπλοι. Ετοιμοπόλεμοι και γνώστες, είτε στο μαγαζί, είτε στο γραφείο, είτε στο λεωφορείο, είτε στην αγορά, είτε στην ουρά της τράπεζας, είτε στο σπίτι, είτε στην παρέα, να βρίσκονται πανέτοιμοι να απαντήσουν, ευθέως και εμπεριστατωμένα, επί του θέματος και να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν αντικρούοντας τις απόψεις και τις θέσεις της όποιας άλλης πτέρυγας. Τέτοια θέληση για την «γνώση» και τέτοια αδημονία για την «μόρφωση» ο ελληνικός λαός δεν την υπέδειξε ούτε στην πρόσφατη, υγειονομική κρίση, που αποδεκάτισε και συνεχίσει να αποδεκατίζει χιλιάδες συνανθρώπους μας. Άλλο έγκλημα εκείνο και άλλο έγκλημα αυτό με το νεαρό ζευγάρι.

Κατόπιν της ημερησίας δίκης, οι άνθρωποι «συνήγοροι», «εισαγγελείς», «ένορκοι» και «δικαστές», αφού συσκεφθούν, θα κλείσουν αργά το βράδυ τις τηλεοράσεις, το διαδίκτυο, τα κινητά τηλέφωνα, θα κατεβάσουν κουρασμένα τα βλέφαρα στα μάτια τους, θα αναστενάξουν με ανακούφιση και ως γνήσιοι, υπεύθυνοι Έλληνες πατριώτες θα πλαγιάσουν ήσυχα, εκτονωμένοι πια και ήρεμα σκεφτόμενοι, πως το καθήκον τους εξετελέσθη. Η πατρίδα μας, θαρρώ πως έχει γερές πλάτες για να στηριχθεί.

Φωνή λαού, οργή Θεού, έλεγαν οι παλαιοί σοφοί και ο λαός απεφάνθη για σήμερα. Ύπνο τώρα και αύριο μέρα είναι… από νωρίς το ξημέρωμα.



«Monday»

Είδος: Ερωτικό, κοινωνικό

Παραγωγή: Ελλάδα (2020)

Σκηνοθεσία: Αργύρης Παπαδημητρόπουλος

Με τους: Σεμπάστιαν Σταν, Ντενίζ Γκoφ, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Ντόμινικ Τίπερ,

Έλλη Τρίγγου, Ανδρέας Κωνσταντίνου

Διάρκεια: 100΄

Διανομή: Tulip Entertainment


Ο Αμερικανός ντι τζέι Μίκι (Σεμπάστιαν Σταν – άνετος και άριστα προσαρμοσμένος στο ελλαδικό περιβάλλον), διαμένει και εργάζεται στην Αθήνα. Η επίσης Αμερικανίδα δικηγόρος Κλόι (Ντενίζ Γκoφ – πολύ καλή), που βρίσκεται στην Αθήνα, γνωρίζονται μεταξύ τους σε ένα πάρτι από τον Αργύρη (Γιώργος Πυρπασόπουλος - άψογος!) και γίνονται ζευγάρι έπειτα από μια επεισοδιακή, άκρως ερωτική καλοκαιρινή νύχτα.

Ο έρως στην πατρίδα του, η ανεμελιά, η χαλαρότητα της Ελλάδος θα κρατήσουν την Κλόι στην Αθήνα για να ζήσει μαζί με τον Μίκι μια ζωή από Παρασκευή σε Παρασκευή, προσπαθώντας να ξεχάσουν ότι οι δύσκολες Δευτέρες δεν υπάρχουν και δεν θα έρθουν ποτέ.


Επιτέλους μια ολόφωτη ελληνική ταινία γεμάτη δροσιά, φρεσκάδα και πλούσιο οξυγόνο για βαθιές κινηματογραφικές αναπνοές, ακόμα κι όταν αυτές σου κόβονται στιγμιαία από τις ανεπαίσθητες ατέλειες της ιστορίας. Ο σκηνοθέτης του καλοστημένου, ερωτικού θρίλερ «Suntan», Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, στην τέταρτη κατά σειρά ταινία του, φιλμάρει τους τρεις, βασικούς πρωταγωνιστές του, που δεν τον προδίδουν ούτε μισό λεπτό της ώρας: Την υπέροχη και βραβευμένη Ιρλανδή Ντενίζ Γκoφ με τις θεατρικές καταβολές, τον μαρβελικό σταρ Σεμπάστιαν Σταν με τον χολιγουτιανό αέρα και την, παντός καιρού και ανοιχτής διάθεσης, αξεπέραστη Ελλάδα. Και οι τρεις τους διαθέτουν στην μεγάλη οθόνη, αυτό που λένε, χημεία και άρρηκτο δέσιμο άνευ εργαστηριακών πειραμάτων και επικίνδυνων, εκρηκτικών δοκιμών.

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος «ξεμπλοκάρει» τον κινηματογραφικό του φακό, απενοχοποιεί τον ξαφνικό έρωτα ανάμεσα σε δυο σαραντάρηδες σφόδρα ερωτευμεύνους, που εμφανώς δεν θέλουν να ωριμάσουν, ειδικά όταν ζουν στην Ελλάδα, ενώ καταδιώκει με χιούμορ τις σεξουαλικές συνευρέσεις του ζευγαριού σε δρόμους, σε φορτηγά και σε υπόγειες, αθηναϊκές στοές, απογυμνώνοντας τον ελληνικό μικροαστισμό χριστουγεννιάτικα στο κέντρο της Αθήνας ώρα βραδινή σε μια καταπληκτική σκηνή να οδηγούν το δίκυκλο ολόγυμνοι. Τέλος, έπειτα από ένα μποέμικο στήσιμο απελευθερώνει την «Δευτέρα» της ενηλικίωσης για να επισκεφθεί το ζευγάρι και να τραβηχτεί η τελευταία φωτογραφία για το άλμπουμ της ανεμελιάς.

Τα πρόσωπα του Σεμπάστιαν Σταν και της Ντενίζ Γκoφ είναι αυθεντικά, άκρως ερωτικά και στραφταλίζουν μαγευτικά στο χρώμα της ελληνικής θάλασσας, τον γαλάζιο ουρανό της Πάρου και της Αντίπαρου, προσδίδουν χρωματική στην τσιμεντένια Κυψέλη και άδολα διονυσιάζονται στην, γιορτινά, φωτισμένη Πλατεία Συντάγματος. Ο Χρήστος Καραμάνης έκανε σπουδαία δουλειά στην φωτογραφία. Το σενάριο, γραμμένο από τον σκηνοθέτη και τον Ρομπ Χέιζ, είναι απλό, όμορφο, ανθρώπινο, ολοστρόγγυλο και στρωτό, απόλυτα κινηματογραφικό, δίχως τραύματα, κομπλεξικισμούς και νεοελληνικές, αφηρημένες έννοιες με φόντο το περιθώριο, διάολε. Ένα ευχάριστο, made in Greece λαβ στόρι, ανάμεσα σε δυο ενήλικες ανθρώπους, που δεν είναι Έλληνες, μιλάει αγγλικά και παρότι διαθέτει τα δραματικά του στοιχεία, βολεύεται άνετα στην ηλιόλουστη, αμμουδιά της ψυχής μας. Εύγε Αργύρη!


Photo Gallery: «Monday»

«Minari»

Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Λι Αϊζακ Τσανγκ

Με τους: Στίβεν Γιουέν, Γέρι Χαν, Άλαν Κιμ, Νόελ Κέιτ Τσο, Για Τσο Γιουν, Γουίλ Πάτον

Διάρκεια: 115'

Διακρίσεις: Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου (Για Τσο Γιουν) – Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας

Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής και Βραβείο Κοινού στο φεστιβάλ Σάντανς -

Βραβείο Bafta Β' Γυναικείου Ρόλου (Για Τσο Γιουν)

Διανομή: Feelggod Entertaiment


Τετραμελής, αμερικανο-κορεάτικη οικογένεια μετακομίζει από την ζωηρή Καλιφόρνια στο επαρχιώτικο, άτονο Άρκανσο και διαμένει σε τροχοβίλα εντός της γης που αγόρασε με τραπεζικό δάνειο, αναζητώντας το αμερικάνικο όνειρο. Ο πατέρας Τζέικομπ (Στίβεν Γιουέν – καλός) θέλει να καλλιεργήσει και να δημιουργήσει μια φάρμα με κορεάτικα λαχανικά, ενώ η σύζυγος Μόνικα (Νόελ Κέιτ Τσο – καλή) είναι εντελώς αντίθετη σε αυτή την προσπάθεια. Και οι δυο τους εργάζονται σε ένα εκκολαπτήριο. Οι οικονομικές δυσκολίες και οι διαφωνίες ανάμεσα στο ζευγάρι δημιουργούν δυσφορία και εντάσεις με μάρτυρες τα δυο τέκνα τους, εκ των οποίων ο μικρός έχει πρόβλημα με την καρδιά του.

Το σκηνικό θα αλλάξει άρδην στην οικογένεια όταν καταφθάνει από την Κορέα η αθυρόστομη, «πανούργα», αλλά τρυφερή γιαγιά (Για Τσο Γιουν - καλή), η οποία φέρνει μαζί της και τους σπόρους του ασιατικού, υδρόφιλου, πικάντικου μυρωδικού Μιναρί για να τους φυτέψει.


Υπάρχουν τριών ειδών σκηνοθέτες: αυτοί που χειροκροτούνται από τους κριτικούς και το κινηματογραφικό σύστημα, αφήνοντας παγερά αδιάφορους του θεατές, αυτοί που οι κριτικοί και το κινηματογραφικό σύστημα τους σνομπάρει, αλλά οι ταινίες τους κάνουν θραύση στα ταμεία και αυτοί που έχουν εξισορροπήσει την Τέχνη στην ευθεία της τέλειας συνύπαρξης του εμπορικού και του καλλιτεχνικού σινεμά, κερδίζοντας τον σεβασμό και των δυο πλευρών. Ο Κορεάτης Λι Αϊζακ Τσανγκ αφού παράτησε τις σπουδές περί οικολογίας και φαρμακευτικής στο Γέιλ στράφηκε στα κινηματογραφικά πράγματα. Έπειτα από μικρού μήκους ταινίες συστήνεται στο κοινό, σκηνοθετώντας το μεγάλου μήκους δράμα για την σφαγή των Τούτσι και Χούτου στην Ρουάντα και τον τίτλο «Μουνιουρανγκάμπο» - «Munyurangabo» – 2007, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την ίδια χρονιά -, το οποίο άρεσε τα μάλα στους κριτικούς και το κινηματογραφικό σύστημα, αλλά «πάγωσε» στις προτιμήσεις των θεατών, με τις αμερικανικές αίθουσες να μετρούν στα ταμεία τους αράχνες και μύγες, αντί δολαρίων. Ακολούθησαν δυο ακόμα ταινίες που πέρασαν απευθείας στο περιβάλλον του dvd, που επίσης, δεν έτυχαν καλής αποδοχής από το κοινό, οδηγώντας τον Λι Αϊζακ Τσανγκ να εγκαταλείψει τις κάμερες και τα πλατό για να το γυρίσει στο καθηγητηλίκι στο πανεπιστήμιο της Γιούτα. Πάντα όμως υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία για όλους, όπως λένε. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισε να ημι-αυτοβιογραφηθεί, συντάσσοντας το σενάριο του ανάλαφρου δράματος «Minari», τιμώντας πρωτίστως το «αμερικανικό όνειρο» και τις δυσκολίες που υπάρχουν για να το κατακτήσεις, αρκεί να πιστέψεις, το «όνειρο». Εάν δεν τιμήσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει, ξαναλέει η λαϊκή σοφία.

Το «Minari» δεν είναι αυτό που ονομάζουμε μεγάλη ταινία, ούτε ταινία προδιαγραφών, ικανή να σε βυθίσει στον πυθμένα των χαρακτήρων για να αναδυθείς με θησαυρούς στην ψυχή σου. Έχει φως, έχει γαλήνη, ηρεμία-ακόμα και οι καυγάδες του ζευγαριού δεν προκαλούν νευρικότητα στον θεατή – διαθέτει μια σφαιρική καταγραφή της αργόρυθμης και θρησκοληπτικής, επαρχιώτικης κοινωνίας για να φτάσουμε στο δια ταύτα που ονομάζεται Για Τσο Γιουν (Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου) και είναι η γιαγιά, υποτίθεται το «δέκα το καλό» της ιστορίας, που κάνει την διαφορά. Πραγματικά εξομολογούμαι, πως, ναι μεν η γιαγιά με το τσεκουράτο, συχνά «σκανταλιάρικο», κορεάτικο ταπεραμέντο, δημιουργεί ξινίλες στον πιτσιρικά εγγονό (προφανώς είναι ο σκηνοθέτης σε μικρή ηλικία), πιστέψτε, όμως, δεν συστήθηκα διόλου με κάτι ιδιαίτερο και πρωτότυπο, τέτοιο που να ανοίξει τα μάτια μου πύλες κάστρου τεράστιες από τον ενθουσιασμό. Ειδικά στο φινάλε, ο Λι Αϊζακ Τσανγκ, μεταφέρει μια εντελώς απλοϊκή, έως παιδιάστικη δραματική κατάληξη, αποδυναμώνοντας την ουσία του θέματος.

Καλή η γιαγιάκα, συνάμα τρανός και ο ντόρος και, φυσικά, το μάρκετινγκ που στήθηκε για μια υποκριτική παρουσία, όμοια με χαλαρό περίπατο σε ανοιχτό λιβάδι, για να λάβει, μάλιστα, το Όσκαρ, η, κατά τα άλλα, συμπαθής Για Τσο Γιουν. Άδικη, βέβαια, πέρα έως πέρα η κρίση της Ακαδημίας, αφού στα φετινά βραβεία και στην εν λόγω κατηγορία υπήρχε μια άλλη γιαγιά, υψηλών προδιαγραφών αυτή τη φορά, που πραγματικά είναι το «δεκάρι» και άξιζε το αγαλματίδιο εκατό τοις εκατό. Αυτή είναι η ακαταμάχητη Γκλεν Κλόουζ και η ερμηνεία της ως γιαγιά στο «Hillbilly Elegy». Γράψαμε παραπάνω, πως υπάρχουν οι σκηνοθέτες που χειροκροτούνται από τους κριτικούς και το κινηματογραφικό σύστημα, αφήνοντας παγερά αδιάφορους τους θεατές. Το υδρόφιλο ζαρζαβατικό «Minari» μηδέ πικάντικο είναι, μηδέ πρωτότυπο και ως ασιατικός μαϊντανός χωνεύεται εύκολα.


Photo Gallery: «Minari»


«Αμερικάνικη Προδοσία»

(American Traitor: The Trial of Axis Sally)

Είδος: Δικαστικό δράμα ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2021)

Σκηνοθεσία: Μάικλ Πόλις

Με τους: Μέντοου Γουίλιαμς, Αλ Πατσίνο, Τόμας Κρέτσμαν

Διάρκεια: 107'

Διανομή: Tanweer


Το 1948, ο διάσημος δικηγόρος Τζέιμς Λόφλιν (Αλ Πατσίνο – ρόλος που δεν πρέπει να είναι υπερήφανος ο Αλ), αναλαμβάνει την πολύκροτη υπόθεση, που αφορά την υπεράσπιση ως προς την αποκατάσταση της φήμης της κατηγορούμενης γυναίκας ως προδότριας Αμερικανίδας, της Μίλντρεντ Γκίλαρς (Μίντοου Γουίλιαμς - προσπαθεί), εκφωνήτριας της ναζιστικής προπαγάνδας, γνωστή και ως η Σάλι του Άξονα , συνεργαζόμενη με τον Γιόζεφ Γκέμπελς (Τόμας Κρέτσμαν - καλός).

Είναι στο χέρι του Λόφλιν να αποδείξει, ότι η Αμερικανίδα Γκίλαρς από το Οχάιο και η Σάλι του Άξονα, η πιο μισητή γυναίκα στην μεταπολεμική Αμερική, δεν υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό.


Η βασισμένη σε αληθινά ιστορικά γεγονότα ταινία του Καλιφορνέζου Μάικλ Πόλις («Ληστεία στην Καταιγίδα», «90 Λεπτά στον Παράδεισο»), παρέχει γενναιόδωρα το πεδίο για να εξελιχθεί το στόρι σε ένα καλοφτιαγμένο, πολυεπίπεδο φιλμ με ιστορικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και ψυχολογικές προεκτάσεις, χρησιμοποιώντας τα σπουδαία ατού που προσφέρει. Πρώτον το σκιώδες περιβάλλον του δεύτερου μεγάλου πολέμου και δη αυτό της ναζιστικής προπαγάνδας και της στρατολόγησης αντιπάλων υπό την καθοδήγηση του Γιόζεφ Γκέμπελς, και δεύτερον την ελκυστική ατμόσφαιρα του πολέμου, αλλά και της δικαστικής αίθουσας σε μια υπόθεση με οκτώ κατηγορίες περί προδοσίας από γυναίκα. Ο Πόλις στο πρώτο κιόλας μισάωρο και σαν καταιγίδα αποδεκατίζει όλα τα ατού του, σερβίροντας ένα υπερφίαλο δημιούργημα, αφήνοντας, φυσικά, ανεκμετάλλευτη και την παρουσία του Αλ Πατσίνο.

Η αλήθεια είναι, ότι η Μέντοου Γουίλιαμς («10 Λεπτά Αγωνίας»), είναι η πρώτη της ταινία που βγαίνει μπροστά σε πρωταγωνιστικό ρόλο με τόσο ενδιαφέρον και συναρπαστικό υπόβαθρο στον χαρακτήρα που υποδύεται και προσπαθεί πραγματικά, φιλότιμα να προσδώσει οντότητα και δύναμη στην περσόνα Μίλντρεντ Γκίλαρς, με αποτέλεσμα η έλλειψη στήριξης από την φλύαρη και παραφουσκωμένη και αδέξια αφήγηση του Μάικλ Πόλις, η ηθοποιός να χάνεται αβοήθητη στον λασπώδη βάλτο της φανφάρας και της προχειρότητας.

Ο Αλ, τώρα, ως έμπειρος και παλιά καραβάνα στη σχέση σεναρίου, κάμερας σκηνοθέτη και ηθοποιού, καταλαβαίνει το ολίσθημα και αφήνεται να κυλήσει το στόρι διεκπεραιωτικά χωρίς κόλπα και εκπλήξεις, απλώς συμμετέχει ως γνήσιος Πατσίνο στα μεγέθη της συμπαθούς υπερβολής του. Είναι μια ταινία που, τελικά, η ίδια προδίδει τον εαυτό της.


Photo gallery: «Αμερικάνικη Προδοσία»


«Μπομπ ο Χαρτοπαίκτης»

(Bob le Flambeur)

Είδος: Γκανγκστερικό noir

Παραγωγή: Γαλλία (1956) – Α/μ σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ζαν-Πιερ Μελβίλ

Με τους: Ροζέρ Ντουσέν, Ιζαμπέλ Κόρεϊ, Γκι Ντεσόμπλ, Ντανιέλ Σοσί, Χάουαρντ Βέρνον

Διάρκεια: 102'

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους: «Αθηναία» (Κολωνάκι)

«Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – «Ζέφυρος» (Πετράλωνα)

Διανομή: Bibliotheque


Ο Μπομπ (Ροζέρ Ντουσέν – καταπληκτικός), είναι παλιός γκάγκστερ, που έπειτα από την φυλακή αποφασίζει να μην πλέξει ποτέ ξανά σε παρανομίες. Είκοσι χρόνια μετά ζει άνετο βίο στην Μονμάρτη, που του τον εξασφαλίζει η χαρτοπαιξία, οι ιπποδρομίες και κάθε είδους τζόγου. Ο αστυνομικός Λεντρού (Γκι Ντεκόμπλ – καλός) διατηρεί φιλικές σχέσεις μαζί του από συμπάθεια και εκτίμηση γιατί στο παρελθόν ο γκάνγκστερ είχε σώσει την ζωή του.

Έπειτα από ένα οδυνηρό σερί από χασούρες στον τζόγο, ο Μπομπ μένοντας στεγνός από χρήματα σχεδιάζει να επιστρέψει στην παρανομία και να ληστέψει το χρηματοκιβώτιο του καζίνου της Ντοβίλ. Τα πάντα έχουν μελετηθεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, όλα είναι σχεδιασμένα στην εντέλεια, εκτός από μία λεπτομέρεια: Η αστυνομία γνωρίζει τα πάντα.


Ο αυτοκράτωρ του γαλλικού noir, ο Ζαν-Πιερ Μελβίλ στην τέταρτη ταινία του σηκώνει την αυλαία για να αποκαλυφθεί αυτό που θα παρελάσει τα αμέσως επόμενα χρόνια στη γαλλική, κινηματογραφική σκηνή και ονομάστηκε nouvelle vague. Η άψογη νουαρική αφήγηση, η φιγούρα του μπριλάντε, ξανθού Μπομπ, του πρώην παράνομου, του κλέφτη με τον απαράβατο κώδικα ηθικής, που η φυλακή τον φρονίμεψε, τον νυν άρρωστο τζογαδόρο Μπόμπ, να χαίρει σεβασμού και εκτίμησης από τους ανθρώπους της νύχτας, αλλά και ο χαφιές, οι αστυνόμοι, οι στιβαρές και οι ελαφρόμυαλες γυναίκες, οι ηλίθιοι και οι μάγκες της πιάτσας και ο νεαρός μαθητής που εκπαιδεύει ο Μπομπ το πως να αποφεύγει τις κακοτοπιές και τις τοξικές παρέες, συνθέτουν το αδιάρρηκτο συμπαγές και αξεπέραστο δημιούργημα του Μελβίλ.

Λάτρης των συναισθημάτων που εκπορεύονται από τις σκιές και το ημίφως, με χρόνο δράσης από το βράδυ έως το ξημέρωμα, ο Μελβίλ γράφει το σενάριο της ταινίας και με οδηγό την ασπρόμαυρη φωτογραφία του εξαιρετικού Ανρί Ντεσέ («Ανθρωποκυνηγητό σε Δύο Ηπείρους», «Ο Επαγγελματίας», «Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο»), σκηνοθετεί αισθαντικά την ατέρμονη, υλιστική ανθρώπινη μάχη στα όλβια πεδία ενός παράνομου, χρησιμοποιώντας την καλλιτεχνική Μονμάρτη ως διάκοσμο της ζωής του. Η Μονμάρτη των κλαμπ, των βραδινών μπαρ, των φωτισμένων πινακίδων, της νυχτερινής, πολύβουης περατζάδας, αλλά και της Μονμάρτης το ξημέρωμα, που ο Μπομπ, πριν πάει για ύπνο, κάνει την τελευταία γύρα στις λέσχες για το κλείσιμο του τζόγου σε ζαριές και χαρτοπαιχτικές τσόχες, παρατηρώντας μια πόλη που ξυπνάει σαν να ξεφυλλίζεις αδηφάγα μεταπολεμικό περιοδικό ποικίλης ύλης.

Για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, πως για τον ρόλο του νεαρού, προστατευόμενου του Μπομπ, του Παολό, δοκιμάστηκε ο εντελώς άσημος τότε Αλέν Ντελόν, αλλά ο Μελβίλ δεν τόλμησε να δώσει τον ρόλο στον όμορφο Αλέν γιατί ήταν σίγουρος ότι θα επισκίαζε κάθε τι γύρω του, για να καταλήξει στον Ντανιέλ Σοσί. Ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Νιλ Τζόρνταν, μάλιστα, γύρισε σε ριμέικ τον «Μπομπ τον Χαρτοπαίκτη» το 2002 με τον τίτλο «Ο καλός Κλέφτης» και τον Νικ Νόλτε στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στακάτη, γραμμική αφήγηση, ιδανική ατμόσφαιρα, δουλεμένοι χαρακτήρες και δράση σε ένα αρυτίδιαστο φίλμ noir, σταθμό στην κινηματογραφική ιστορία, δια χειρός Ζαν-Πιερ Μελβίλ.


Photo gallery: «Μπομπ ο Χαρτοπαίκτης»


«Μπλε Βελούδο»

(Blue Velvet)

Είδος: Θρίλερ

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1986) – Έγχρωμο σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιντς

Με τους: Κάιλ ΜακΛάχλαν, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Ντένις Χόπερ, Λόρα Ντερν, Ντιν Στόκγουελ

Διάρκεια: 120'

Διανομή: Summer Classics


Ο νεαρός Τζέφρι (Κάιλ ΜακΛάχλαν – πολύ καλός) έχει μόλις επιστρέψει σε μια συνηθισμένη ήσυχη πόλη της αμερικανικής επαρχίας για να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του, όταν ανακαλύπτει ένα κομμένο ανθρώπινο αυτί σε ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι του.

Αποφασίζει να ερευνήσει το μυστήριο παράλληλα με την αστυνομία, και μπλέκεται σε μια σειρά αλλόκοτων και επικίνδυνων καταστάσεων, στις οποίες πρωταγωνιστούν ο ψυχωτικός, σαδιστής εγκληματίας Φρανκ Μπουθ (Ντένις Χόπερ - καταπληκτικός), η βασανισμένη τραγουδίστρια σε καμπαρέ Ντόροθι Βάλενς (Ιζαμπέλα Ροσελίνι – πολύ καλή) και η σκοτεινή πλευρά του ίδιου του πρώην αφελούς εαυτού του.


Ο σουρεαλιστής auteur του αμερικανικού σινεμά Ντέιβιντ Λιντς, κατόρθωσε να δημιουργήσει το προσωπικό του στιλ στο κινηματογραφικό σύμπαν, δωρίζοντας αριστουργηματικές ταινίες στο κοινό που τον παρακολουθεί με τους νευρώνες σε εγρήγορση και τις αισθήσεις αιχμάλωτες άνευ όρων από τις εικονοποιημένες ιστορίες του. Εικόνες ρευστοποιημένες σαν λιωμένο ασήμι να χύνονται καυτές για την κραματοποίηση με άλλες απερίγραπτες δυνάμεις. Ο Λιντς είναι ο σκηνοθέτης που κατάφερε να προσδώσει στην σφαίρα του αισθητισμού το κάλλος στην οδύνη και τον ανθρώπινο πόνο, να παντρέψει το πραγματικό με το φανταστικό, τον εφιάλτη με το όνειρο. Η τέχνη του σινεμά με την σειρά της δώρισε στον σκηνοθέτη τον ορισμό «lynchian», μαρτυρώντας μονολεκτικά, κατανοώντας περιεκτικά το ύφος και την διάθεση του καλλιτέχνη.

Το θρίλερ «Μπλε Βελούδο» είναι η τέταρτη ταινία του, καθώς έχουν προηγηθεί το ασπρόμαυρο εφιαλτικό «Eraserhead», που συστήνεται με θράσος στο κινηματογραφόφιλο κοινό, ακολουθεί το ναυάγιο του «Dune», που απεχθάνεται και ο ίδιος ο Λιντς για να φέρει στην μεγάλη οθόνη τον «Άνθρωπο Ελέφαντα», την ασπρόμαυρη βιογραφία του παραμορφωμένου Τζον Μέρικ. Αμέσως γυρίζει το «Μπλε Βελούδο» σε δικό του σενάριο, όπως όλες οι ταινίες του και η αρρωστημένη νοητικά Αμερική αποκτά οντότητα. Ο Λιντς ουδέποτε αγνόησε τον ανθρώπινο σοκαριστικό τρόμο και τον περιφέρει στις ιστορίες του άλλοτε ρεαλιστικά και ανατριχιαστικά και άλλοτε γκροτέσκα, απλά για να αναδείξει το μέγεθος της ισχύος στην ανθρώπινη αδυναμία.

Ο σαδιστής εγκληματίας Φρανκ Μπουθ, που υποδύεται ο Ντένις Χόπερ είναι οι δυο όψεις του ανθρώπινου σκότους: αυτής της ανωμαλίας, αλλά και της αδυναμίας, καθώς δεν μπορεί να σταθεί δίχως να εισπνέει καθαρό οξυγόνο από την φιάλη. Η βασανισμένη από τον Μπουθ τραγουδίστρια Ντόροθι Βάλενς, που υποδύεται η Ιζαμπέλα Ροσελίνι με τα μελαγχολικά μάτια, τραγουδώντας το «Blue Velvet», είναι επίσης οι δυο όψεις της γυναίκας θύματος: αυτής που υποκύπτει στις ανώμαλες ορέξεις του Μπουθ, αλλά και της δύναμης, που ασκεί, ελέγχοντας με αυτόν τον τρόπο τον βασανιστή και τύραννο της. Ο Ντέιβιντ Λιντς πραγματικά ζωγραφίζει στα κάδρα του και κάθε πλάνο είναι μια ξεχωριστή αναφορά σε εικαστικούς που επηρέασαν τον ίδιο και επέδρασαν καταλυτικά στην αισθητική του πορεία, όπως έντονα στην ταινία κυκλοφορεί το πνεύμα του Αμερικανού, ρεαλιστή ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ.

Για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, πως η Ισαμπέλα Ροσελίνι είναι στην πραγματικότητα ολόγυμνη κάτω από τη βελούδινη ρόμπα της στην τελετουργική σκηνή του βιασμού, γεγονός που ο Ντένις Χόπερ δεν γνώριζε, μέχρι που οι κάμερες ξεκίνησαν το φιλμάρισμα. Η Ροσελίνι άνοιξε τα πόδια της για να γονατίσει μπροστά της ο ηθοποιός και συμπρωταγωνιστής της. Επίσης, αρκετοί από τους ηθοποιούς που θα έπαιζαν τον ρόλο του Φρανκ βρήκαν τον χαρακτήρα πολύ αποκρουστικό, ακραίο και έντονο. Αντιθέτως ο Ντένις Χόπερ, λένε, πως αναφώνησε με χιούμορ: «πρέπει να παίξω τον Φρανκ. Επειδή είμαι ο Φρανκ!»

Το «Μπλε Βελούδο» δημιουργεί παραζάλη όχι αδικαιολόγητα, καθώς ο κυνισμός και παράλληλα η ερωτική αισθητική του ταράζουν την ήρεμη επιφάνεια της ανθρώπινης συνειδητότητας, εάν αυτό που φαίνεται στην σκοτεινή αίθουσα υπάρχει η πιθανότητα να είναι ανθρώπινο. Τουλάχιστον, πριν 35 χρόνια αυτό αναρωτήθηκα.


Photo gallery: «Μπλε Βελούδο»

«Εβίβα Διόνυσε, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!», κριτικ...
«Το νου σας ρεμάλια άνδρες, το νου σας!», κριτική ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/