fbpx

Πρώτο πλάνο γυναίκες σε «παιχνίδια» συμφιλίωσης, αποπλάνησης, εφηβείας και μουσικής. Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι πατριάρχες του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος, οι master class chef της ψυχροπολεμικής περιόδου, των οποίων αρκετά βιβλία πέρασαν και στην μεγάλη οθόνη, είναι ο Τζον Λε Καρέ (19 Οκτωβρίου 1931) και ο Ίαν Φλέμιγνκ (28 Μαΐου 1908 – 12 Αυγούστου 1964). Τα πραγματικά και ολοκληρωμένα ονόματα τους είναι για τον Τζον Λε Καρέ: Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνουελ και για τον Ίαν Φλέμινγκ: Ίαν Λάνκαστερ Φλέμινγκ. Σκληρή, αλλά και ρομαντική η πένα τους κατέγραψαν, ο πρώτος ακόμα γράφει, τα άδυτα των μυστικών υπηρεσιών, που με φιλοπατρία και αποφασιστικότητα υπηρέτησαν και οι δύο. Ακραιφνείς Άγγλοι, προστάτες της αυτοκρατορίας και του στέμματος, ενταγμένοι, ο μεν Λε Καρέ στην υπηρεσία της ΜΙ-5, κι έπειτα της ΜΙ-6, ο δε Φλέμινγκ στην υπηρεσία αντικατασκοπείας του αγγλικού, πολεμικού ναυτικού. Ο Λε Καρέ, παρότι πλούσιο το συγγραφικό του έργο, από το 1961 έως το 2016, έγραψε 23 βιβλία, δεν καθιέρωσε έναν συγκεκριμένο ήρωα-πράκτορα, σε αντίθεση με τον Φλέμινγκ, που είναι ο «πατέρας» του πράκτορα 007, του κοσμοπολίτη Τζέιμς Μποντ σε 15 βιβλία του από το 1953 έως το 1966. Ο Λε Καρέ κατάγεται από φτωχή οικογένεια του χωριού Πουλ στο Ντόρσετ, ο πατέρας του μπήκε φυλακή για χρέη και η μητέρα του τον εγκατέλειψε όταν ήταν πέντε ετών. Ο Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνουελ, άρχισε να γράφει κατασκοπευτικές ιστορίες όταν ήταν πρόξενος στο Αμβούργο το 1961 και το πρώτο του μυθιστόρημα, «Πρόσκληση για τους Νεκρούς», το υπογράφει με το ψευδώνυμο Τζον Λε Καρέ (Ιωάννης ο Τετράγωνος στα γαλλικά), αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα λόγω της θέσης που υπηρετούσε, ως ενεργός αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών στην αυλή της Αυτής Μεγαλειότητας.Ο Φλέμινγκ ήταν από εύπορη, μεγαλοαστική οικογένεια, γεννημένος στο αριστοκρατικό προάστιο Μέιφερ του Λονδίνου. Η μητέρα του πασίγνωστη κυρία των κοσμικών κύκλων και ο πατέρας του βουλευτής του συντηρητικού κόμματος, σκοτώνεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον βαθμό του ταγματάρχη. Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, μάλιστα, είχε γράψει μια υπέροχη νεκρολόγια στους Τάιμς για τον εξαιρετικό, Άγγλο αξιωματικό Βαλεντάιν Φλέμινγκ. Την πρώτη κατασκοπευτική περιπέτεια την γράφει το 1953 και είναι το «Καζίνο Ρουαγιάλ». Στα 85 χρόνια του ο Τζον Λε Καρέ, και συγκεκριμένα τον περασμένο Σεπτέμβριο, επανέφερε στο προσκήνιο τον παλιό φίλο και αγαπημένο ήρωα του, Τζόρτζ Σμάιλι της Βρετανικής Μυστικής Υπηρεσίας, που πρωταγωνιστεί ξανά στο καινούργιο του βιβλίο, το 24ο κατά σειρά, με τον τίτλο: «A Legacy of Spies». Είναι η συνέχεια της πρώτης μεγάλη του επιτυχίας, «Ο Άνθρωπος που Γύρισε από το Κρύο» (1963) και ο Σμάιλι εμφανίζεται σε νέες περιπέτειες από την «ένδοξη», σκοτεινή εποχή των κατασκόπων.   

«Stringless»

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Κοβότσος
  • Παραγωγή – Σενάριο: Άγγελος Κοβότσος
  • Διάρκεια: 87΄
  • Διανομή: New Star
  • Διακρίσεις: Βραβείο κοινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το οδοιπορικό μιας φωνητικής ορχήστρας, που αποτελείται από πέντε γυναικείες φωνές. Ελληνίδες και μετανάστριες που ζουν στην Θεσσαλονίκη. Με κοινό σημείο επαφής την μουσική, έφτιαξαν το πολυφωνικό σύνολο «Stringless» (σε μετάφραση: χωρίς χορδές), αλλά ελληνιστί και ηχητική απόδοση της λέξης είναι «Στρίγγλες». Ένα παιχνίδι της λέξης και του λόγου καθ΄ όλα αληθινό και μελωδικό στην διάσταση του θέματος του ντοκιμαντέρ, που ναι μεν οι, πραγματικά, ταλαντούχες γυναίκες δεν χρησιμοποιούν όργανα, παρά μόνο τις εξαιρετικές φωνές τους, έχοντας μεταξύ τους αρκετά προβλήματα όσο αφορά την συνύπαρξη και τις συνεργασία τους. Δεν το κρύβουν άλλωστε στις on camera εξομολογήσεις τους και ως γυναίκες με έντονη καλλιτεχνική φύση που είναι, επιδίδονται και στην προσωπική αυτοκριτική τους. Το ταλέντο τους και το λογοπαίγνιο του ονόματος του γκρουπ εκμεταλλεύεται ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άγγελος Κοβότσος για να κινηματογραφήσει ένα τριετές οδοιπορικό με τον φακό του επικεντρωμένο στα εμπόδια, τις έριδες, τα γεννητούρια, ακόμη και στις απώλειες δικών των ανθρώπων, που σημάδεψαν την ύπαρξη αυτού του μουσικού σχήματος. Ένα σχήμα, που ενώ έχει τη λογική και την πειθαρχία της ομάδας, ταυτόχρονα ακτινοβολεί και την προσωπικότητα της κάθε μιας ξεχωριστά από τις γυναίκες μέλη του.

Γυναικεία υπόθεση, ωραίο το θέμα του βραβευμένου μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Άγγελου Κοβότσου («Ραντεβού», «Το Ασανσέρ», «Ιστορία των Χρόνων μου- Μ. Κακογιάννης», «Έβγα Ήλιε, Κάτσε Ήλιε»). Η ιδέα ανταμώνει γρήγορα την δημιουργία ενός γκρουπ που οι μουσικοί του θα χρησιμοποιούν ως μόνο όργανο την ανθρώπινη φωνή. Από την αρχή της δημιουργίας τους οι «Stringless» σημαδεύονται από την πολυπολιτισμική τους προέλευση. Δημιουργήθηκαν το 2013 στη Θεσσαλονίκη. Η ιδέα του μουσικού, πολυφωνικού σχήματος, που να στηρίζεται σε έξη (σήμερα πέντε) γυναικείες φωνές, ξεκίνησε από την Αλμπένα Κούτοβα, την μουσικό, την τραγουδίστρια και δασκάλα της γιόγκα από τη Βουλγαρία, η οποία ζει εδώ και πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και την Ελιόνα Σιντζάρι από την Αλβανία, μουσικό με υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές στην πατρίδα της αλλά και στη Ρουμανία, όπου ζει κι εκείνη στη Ελλάδα. Η Αλμπένα κι η Ελιόνα απευθύνθηκαν στην μουσικό από τη Θεσσαλονίκη Έλσα Μουρατίδου με καταγωγή από τον Πόντο και στη συνέχεια ακολούθησαν η Βασιλική Αλεξίου, η Κατερίνα Μαυροφρύδου, η Στέλλα Γιαλτζή και το νέο μέλος, η Δωροθέα Μιχαήλ. Μουσικά ιδιώματα από τη Βουλγαρία (δεν είναι τυχαίο ότι στη χώρα αυτή διαπρέπουν τα γυναικεία πολυφωνικά συγκροτήματα), την Αλβανία, τον Πόντο, την Ήπειρο, την Ανατολή, τη Μακεδονία, την Τουρκία, τα ρετρό του ‘30 και τα ρεμπέτικα, αλλά και κέλτικα, γκόσπελ, αφρικάνικα, ινδιάνικα και άλλα, αναμιγνύονται σε ένα πολιτισμικό μουσικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από την δεξιοτεχνία, την αφηγηματική ροή και την θεατρικότητα. Η πολυφωνική ενορχήστρωση είναι το ζητούμενο ακόμα και σε κομμάτια που δεν είναι από τη φύση τους πολυφωνικά. Όλες οι ενορχηστρώσεις γίνονται από το γκρουπ, δημιουργώντας άλλοτε μια εντελώς πρωτότυπη και διαφορετική πρόταση για κάποιο τραγούδι, άλλοτε είναι απλώς μια μεταγραφή των μουσικών οργάνων που συνοδεύουν μια μελωδία σε ήχο που μπορεί να παράγει το ανθρώπινο σώμα, είτε σαν πνευστό είτε σαν κρουστό.

Το ντοκιμαντέρ που συνέθεσε ο  Άγγελος Κοβότσος για το ταλαντούχο πολυφωνικό, γυναικείο γκρουπ δεν στέκεται μόνο στην μουσική παιδεία και την τραγουδιστική αξιοσύνη των κοριτσιών, αλλά περνάει και στην αναμεταξύ τους σχέση στην καθημερινή τους ζωή, στον δικό τους κόσμο, παρακολουθώντας την προσωπική διαδρομή της κάθε μιας, αναδεικνύοντας το ζήτημα της γυναικείας ταυτότητας με όχημα τη μουσική. Σε μια χώρα που η δημιουργία και το ταλέντο διώκονται με τον χειρότερο τρόπο στην εποχή μας και παρά τα οικονομικά προβλήματα, που διατρέχουν τέτοιου είδους σπουδαίες καλλιτεχνικές προτάσεις, σήμερα στην Ελλάδα της έκπτωσης, οι «Stringless», πέρα από τα προσωπικά τους σκαμπανεβάσματα ως ομάδα, επιμένουν επί σκηνής να γοητεύουν και να ενθουσιάζουν τον κόσμο. Καλή η έρευνα και ενδιαφέρουσα η καταγραφή του Άγγελου Κοβότσου, σε ένα ντοκιμαντέρ που κρατά το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Στη ταινία συνέβαλαν με την ποιότητά τους σημαντικοί Έλληνες κινηματογραφιστές: Ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Κορδελάς με την υπέροχη φωτογραφία του, ανέδειξε πρόσωπα και φυσικά τοπία (Ικαρία και Βοβούσα). Ο μοντέρ Γιάννης Κατσάμπουλας μέσα από ένα δημιουργικό μοντάζ ενίσχυσε τη δραματουργία της ταινίας. Ο μουσικοσυνθέτης και παραγωγός της ταινίας Βαγγέλης Φάμπας επιμελήθηκε τον με ιδιαίτερες απαιτήσεις και δυσκολίες ήχο. Η ταινία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο κοινό της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με την μαζική προσέλευση του κοινού (sold out και στις δυο προβολές) και με το Βραβείο Κοινού για ελληνική παραγωγή μεγάλου μήκους. Απολαύστε τις  «Stringless», γιατί το αξίζουν με το παραπάνω.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα»

La Villa

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
  • Με τους: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν, Ζεράρ Μεϊλάν, Αναϊς Ντεμουστιέ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Weird Wave

Ουκ ολίγες αναφορές υπάρχουν σε κινηματογραφικές ταινίες που ένα δυνατό γεγονός, σοβαρού περιστατικού υγείας ή θανάτου προσφιλούς προσώπου γίνεται η αιτία μάζωξης συγγενών ή φίλων, που έχουν να μιλήσουν, να ειδωθούν χρόνια, απλώνοντας σώψυχα και πίκρες. Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή σε αυτό το είδος των ταινιών είναι αυτή του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) του Λόρενς Κάσταν.  Εκεί, λοιπόν, όπου η αιτία της συγκέντρωσης, είναι κάποιος παθών ή θανών και η μορφή του είναι απλά μια άλαλη ή μια νοσταλγική εικόνα στην ταινία, εκεί ακριβώς από τους συγκεντρωμένους αρχίζει και το αναμεταξύ τους μεγάλο ξεκατίνιασμα επί του παρελθόντος. Γιατί, εάν είναι συγγενείς, όπως είναι τα τρία αδέλφια στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταξύ τους αποστάσεις έχουν παρθεί κάτω από ένα, δυο ή περισσότερα σοβαρά γεγονότα, επίσης, άλυτα, που σημάδεψαν τις ζωές τους και αναγκάστηκαν για χρόνια να σκορπίσουν στους ανέμους της πλήρους αδιαφορίας ο ένας για τον άλλον γεμάτοι θυμό και ουρανομήκη εγωισμό ο ένας για τον άλλον.

Και εδώ αρχίζει η ιστορία: Στο γραφικό και ειδυλλιακό λιμανάκι Μεζάν της Μασσαλίας χήρος, ηλικιωμένος πατέρας τριών τέκνων (δυο άνδρες, μια γυναίκα) προσβάλλεται από βαρύ εγκεφαλικό και πέφτει σε κατάσταση φυτού. Ο ένας από τους δυο γιούς, αυτός που διαμένει μαζί του και εργάζεται στην μπρασερία της οικογένειας του μασσαλιώτικου όρμου, προσκαλεί τα υπόλοιπα δυο αδέλφια του για να παραβρεθούν κοντά στον πατέρα, αλλά και για την διευθέτηση της κληρονομίας, καθώς οι γιατροί λένε, πως δεν υπάρχει πιθανότητα θεραπείας. Πρώτος στο πανέμορφο σπίτι της οικογένειας με θέα την θάλασσα καταφθάνει ο διανοούμενος λόγιος, αριστερών πεποιθήσεων γιος, που βρίσκεται σε δημιουργική ανομβρία, ο  Ζοζέφ (Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, καλός) με την κατά πολύ νεότερη του μνηστή, Μπερανζέρ (Αναίς Ντεμουστιέ, καλή) Ακολουθεί η αδελφή, η γνωστή ηθοποιός του γαλλικού θεάτρου και της τηλεόρασης, Ανζέλ (Αριάν Ασκαρίντ, όπως πάντα άψογη και πάντα παρούσα στις ταινίες του συζύγου της Ρομπέρ Γκεντιγκιάν) για να αρχίσει το ζύμωμα των καταστάσεων του παρελθόντος με φόντο έναν παλιό, όμορφο, αγνό κόσμο που διαλύεται, καταρρέει, ξεπουλιέται.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα» του αρμενικής καταγωγής, προοδευτικού Γάλλου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο» (2011) «Η Ιστορία Ενός Τρελού» (2015) «Ο Μίτος της Αριάν» (2014), «Μάριος και Ζανέτ», ταινία που προβλήθηκε μόνο στο 38ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997) έχει στρέψει την πυξίδα του πάνω στον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο», ψηλαφίζοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό περιβάλλον της μεσαίας τάξης σε ένα σύγχρονο κόσμο αλλαγών προς το χειρότερο. Με ευαισθησία, τακτ και εσωτερική ευγένεια, ο Γκεντιγκιάν θέτει τα ψυχικά ανθρώπινα τραύματα, τους εγωισμούς και τις εμμονές πάνω σε ανάλαφρο στρώμα, καταγράφοντας, άλλοτε δραματικά, άλλοτε ρομαντικά την επιφάνεια και την πυρήνα της ζωής, που είναι η αγάπη και η ξεγνοιασιά, η αδυναμία προστασίας του παλιού κόσμου και πως αυτά τα συναισθήματα με αρνητικό φορτίο μετασχηματίζονται από το βάρος τραγικών γεγονότων, τόσο οικογενειακών, όσο και κοινωνικών. Δεν είναι κακή η ταινία του, αντιθέτως με παρρησία και καλή γνώση της κάμερας στριφογυρίζει στους άξονες της ελπίδας και σε αυτή της αθωότητας άλλων εποχών, που ξεπουλιέται σήμερα ως περιβόητη εταίρα στις αγορές του παγκόσμιου, σχεδόν απρόσωπου, χρήματος. Μαρξιστής ο ίδιος, κάτι που δεν παραλείπει να διαλαλεί, στήνει σκηνικά καθαρού οξυγόνου (καλή η φωτογραφία του Πιερ Μιλόν), μοιράζοντας δίκαια τον κινηματογραφικό χρόνο σε δυο μέρη, σε αυτόν του παρελθόντος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το σήμερα και σε αυτόν του παρόντος που αφορά ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, κι ακόμα δεν έχουν απολέσει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τους. Δεν απουσιάζει το ρομαντικό και το ερωτικό στοιχείο, τόσο ανάμεσα στον θεατρόφιλο, νεαρό, βαρκάρη και ψαρά, τον αθεράπευτο θαυμαστή της Ανζέλ, όσο και της νεαρής και γεμάτης ενέργειας αρραβωνιάρας του ξεπεσμένου διανοούμενου αδελφού, που έχει βαρεθεί την κυκλοθυμία του και φλερτάρει με τον γιατρό και γιό των γειτόνων. Για να κυκλώσει όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται το θέμα με το οποίο ασχολείται ο  Γκεντιγκιάν – και είναι η μονάδα άνθρωπος ανάμεσα στις εποχές των αλλαγών, αλλά και της αδιαφορίας της μεσαίας τάξης στα μεγάλα γεγονότα – φέρνει στην πλοκή ένα γεγονός μεταναστευτικού χαρακτήρα και ύφους (τρία παιδιά λαθρομετανάστες), που η φονική βάρκα τους βυθίστηκε, πνίγοντας σημαντικό αριθμό επιβαινόντων μαζί και τους γονείς τους. Τα ορφανά παιδιά κρύβονται στο βουνό, τα καταδιώκει ο γαλλικός στρατός για να τα συλλάβουν, να τα βάλουν σε hot spots και από εκεί να τα προωθήσουν στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Γεγονός ευκολάκι, που θα μπορούσε να το αποφύγει ο Γκεντιγκιάν, ενώ το πάει τόσο καλά με το υπαρξιακό και να μην βγάλει μελοδραματικές μπουρμπουλήθρες το στόρι. Εδώ, βέβαια, φτιάχνει τον ανθρωπιστικό βατήρα για να επιδοθούν οι πρωταγωνιστές σε ευαίσθητες, περίτεχνες βουτιές στα ύδατα της αλληλεγγύης, της ελπίδας και της αγάπης προς τους δυστυχείς κατατρεγμένους της γης, καθότι όλη η οικογένεια, ιδεολογικά, είναι σε τροχιά αριστερού διεθνισμού, αλλά και στην ανατολή της αυτοκριτικής των μπερδεμένων ζωών τους. Είπαμε, Γάλλοι κινηματογραφιστές είναι αυτοί. Από την μια κλαίνε και οδύρονται για τα μύρια κακά που έχει προκαλέσει στη χώρα τους η αθρόα λαθρομετανάστευση (βλέπε Ελλάδα), κι από την άλλη φτιάχνουν τρυφερές ταινίες για τους μετανάστες, προκαλώντας δάκρυα. Το αναφέρει άλλωστε και η πινακίδα της μπρασερίας της οικογένειας, πάνω στο κύμα: «le mange- tout», τρώτε τα πάντα, φθηνά… ένεκα εποχών!

«Κόκκινο Σπουργίτι»

Red Sparrow

 

  • Είδος: Κατασκοπευτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη–Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Σεργκέι Πολούνιν
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Odeon

Ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, έπειτα από την 30χρονη θητεία του στην CIA (βάσει βιογραφικού σημειώματος) και κατά την χαλαρή διάρκεια της σύνταξης του σκέφτηκε το αυτονόητο: Αντί να ξοδεύει τον καιρό του κουρεύοντας το γκαζόν, παίζοντας μπίνγκο ή να ψαρεύει πέστροφες, προτίμησε να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον άφθονο, ελεύθερο χρόνο του, επιστρατεύοντας τις πολύτιμες εμπειρίες του από την υπηρεσία και να αρχίσει το γράψιμο κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» είναι το πρώτο βιβλίο μιας ψυχροπολεμικής τριλογίας που περιλαμβάνει τα βιβλία: «Red Sparrow», «Palace of Treason», και «The Kremlin’s Candidate», όπου στηρίζεται και το σενάριο της ταινίας, βάζοντας στο επίκεντρο της πλοκής το γυναικείο παιχνίδι της σαγήνης και της ερωτικής αποπλάνησης. Αρχαία τέχνη, πάντα επιτυχημένη, που την έκαναν σχολείο οι Σοβιετικοί, στρατολογώντας όμορφες, Καυκάσιες κοπέλες, εκπαιδεύοντας τες, μάλιστα, σε πόρνες πολυτελείας, άδειες από συναίσθημα, ικανές όμως να γαντζώνουν στο ηδονικό τους αγκίστρι επιλεγμένους στόχους. Τα «Σπουργίτια», όπως ονομάζονται, δεν είναι μάχιμοι πράκτορες του όπλου, των πολεμικών τεχνών και των εκτελέσεων, αλλά μαστόρισσες στο ξελόγιασμα και ασχολούνται με το θύμα τους μέχρις ενός επιπέδου, μέχρι να αναλάβουν οι σκοτώστρες των μυστικών υπηρεσιών. Προφανώς υπήρχαν στην εποχή του ψυχροπολεμικού νταβαντουριού και, μάλλον, υπάρχουν μέχρι σήμερα τέτοιου είδους «όπλα» στις μάχες των κατασκόπων, για να το περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια ο κυρ- Μάθιους, ο δεν ξέρω ΄γω τι άνθρωπος της CIA ήταν.    

Η Ντομινίκα (Τζένιφερ Λόρενς, κι εδώ βάζει τα δυνατά της) είναι πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι. Πειθαρχημένη, άριστη χορεύτρια, άψογη στην δουλειά της είναι το καμάρι της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των ρωσικών μπαλέτων. Ο χαρακτήρας της είναι ατσάλινος, αυστηρός για να μπορέσει να επιβιώσει στον τεράστιο ανταγωνισμό του χώρου της και να σταθεί στην κορυφή, πολλές φορές την μεταμορφώνει σε μια κυνική και ψυχρή γυναίκα. Φροντίζει την αγαπημένη, άρρωστη μητέρα της και η επιτυχία στην μεγάλη σκηνή των γνωστών μπαλέτων της Ρωσίας είναι δεδομένη με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες, που θέλουν να την ρίξουν από το βάθρο της πρωτιάς. Ένα στημένο ατύχημα την ώρα της παράστασης, από μια συνάδελφο την στιγμή που χορεύει με τον Κονσταντίν (ο χορευτής Σεργκέι Πολούνιν σε δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση μετά το «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές»), καταστρέφει το πόδι της και βγαίνει εκτός μπαλετικών δραστηριοτήτων δια παντός. Τα πολλά σέα και τα μέα, οι ειδικές περιποιήσεις και οι ιατρικές παροχές από τον οργανισμό των Μπολσόι κόβονται μαχαίρι με κίνδυνο να χάσει την μητέρα της. Η Ντομινίκα εκδικείται ψυχρά και βίαια την αντίζηλο και τον εραστή της χορευτή, σακατεύοντας τους στο ξύλο, κι εδώ μπαίνει στον χορό ο θείος Βάνια (Ματίας Σένερτς, καλός), που εργάζεται στην SVR – μυστικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας -προτείνοντας στην αποφασιστική και συνάμα απελπισμένη ανιψιά του εργασία και μέλλον για να σώσει την μητέρα της. Μια απλή αποστολή ξελογιάσματος ενός Ρώσου ολιγάρχη καταλήγει σε λουτρό αίματος και αμέσως η πρώην δοξασμένη χορεύτρια βρίσκεται στα χέρια της τραχιάς εκπαιδεύτριας «Σπουργιτιών», Μάτρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, καλή). Η Ντομινίκα, θέλοντας και μη, για να μην στερήσει την φροντίδα της μητέρας της εντάσσεται στο πρόγραμμα και μεταμορφώνεται σε περίφημο, σεξουαλικό εργαλείο, που σκοπεύει στην αποπλάνηση διακεκριμένων αξιωματούχων του «εχθρού». Η ρωσική SVR με αξιωματικό επιχειρήσεων τον παρασημοφορημένο στρατηγό Κορτσνόι (Τζέρεμι Άιρονς, καλός) αναζητά τον Αμερικανό πράκτορα της CIA, Νέιτ Νας (Τζόελ Έτζερτον), ο οποίος Αμερικανός συνεργάζεται με κάποιον άγνωστο, Ρώσο πληροφοριοδότη. Ο πρόεδρος και ο υπουργός Ασφαλείας της Ρωσίας θέλουν τον προδότη στο πιάτο. Στέλνουν την όμορφη Ντομινίκα για να γοητεύσει τον πράκτορα Νας και να βγει το ψάρι-καταδότης στο αφρό.

Να ξεκινήσουμε από την πρωταγωνίστρια, την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό του Χόλιγουντ και την πιο πετυχημένη της γενιάς της, την Τζένιφερ Λόρενς (Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2015 για την βασίλισσα της σφουγγαρίστρας στην ταινία «Joy»). Η Λόρενς μπήκε στην καρδιά μου από την εμφάνιση της στην ταινιακή χιλμπιλιά «Στην Καρδιά του Χειμώνα» (Winter’s Bone – 2010). Στην ταινία της Ντέμπρα Γκράνικ η 20χρονη, τότε, Τζένιφερ αποκάλυψε τον ταλαντούχο εαυτό της, που δεν πέρασε απαρατήρητος και στη συνέχεια, ως γνωστόν, απογειώθηκε κινηματογραφικά με την τριλογία (τετραλογία για την μεγάλη οθόνη) των «Παιχνιδιών Πείνας». Από τότε συμμετέχει σε καλοδουλεμένους ρόλους, μόνο που είναι ρόλοι για σταριλίκι. Στο τελευταίο θρησκευτικό κρεσέντο του Ντάρεν Αρονόφσκι «Mother», ψιλοτσαλακώθηκε, αλλά και πάλι βγήκε αλώβητη από την γενικότερη ιουδαϊκή σαλατοποίηση της ταινίας. Ακόμα και το Όσκαρ της στο «Joy» δεν λες ότι είναι από τους ρόλους που καρφώνονται στο καύκαλο σου και δεν τους ξεχνάς. Έτσι και δω. Προσπαθεί φιλότιμα, βγάζει τον ρόλο, κάνει τις υπερβάσεις της και δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί τρεις τέσσερις φορές μπροστά στην κάμερα. Πάλι, όμως, ως ερμηνεύτρια προδιαγραφών έχει σκοντάψει σε τραυλό, αλλήθωρο, χωλό, γενικώς προβληματικό σενάριο για mainstream κοινό, με αποτέλεσμα ο υποκριτικός θησαυρός της να πηγαίνει στράφι. Από την άλλη, ο 47χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς, των τελευταίων τριών «Παιχνιδιών Πείνας», του «Νερού για Ελέφαντες», του «Ζωντανού Θρύλου» και του κινηματογραφικού του ντεμπούτο, «Κόνσταντιν» ξέρει καλά την Τζένιφερ Λόρενς  στο πως κινείται και αντιδρά στο φακό, όπως γνωρίζει και το πως να στήνει την δράση στο πλάνο. Η ολισθαίνουσα οδός σε αυτή την ταινία είναι, ότι χαρακτηρίζεται κατασκοπευτική περιπέτεια. Ναι μεν το concept λειτουργεί με το νευρικό σύστημα των ταινιών του είδους, αλλά μέχρι εκεί, δε. Η αντιρωσική προπαγάνδα βγάζει μάτι (όλα είναι άθλια στην Ρωσία, ενώ ακόμα και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας), η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι επίπεδη, άνευρη και δεν σε συναρπάζει, η πλοκή δεν λυνοδένει εγκεφαλικούς, σκοτεινούς γρίφους που να μυρίζουν αγγλούρα και πρακτορίλα – όσο δαιμόνιο κι αν είναι το γυναικείο μυαλό στο φινάλε της ταινίας – και φυσικά όταν τελειώνει δεν μένει κάτι τις για να το στριφογυρίσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου σου, εκτός από το συνεχές τσιτσίδωμα της Λόρενς, εάν κι αυτό δεν είναι ντουμπλαρισμένο. Άσε δε και με αυτή την απροσμέτρητη ανοησία, που Αμερικανοί ηθοποιοί παίζουν Ρώσους και μιλούν αγγλικά με βαριά, ρώσικη προφορά. Πολλοί επιθυμούν να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη και ο γραφιάς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων κυρ-Μάθιους είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι, όμως ούτε ο διαυγής και πολυσύνθετος Τζον Λε Καρέ, ούτε ο κοσμοπολίτης Ιαν Φλέμινγκ. Όλη η ταινία είναι η Τζένιφερ Λόρενς (εξ΄ ου και το σταριλίκι), ενώ οι υπόλοιποι βετεράνοι και νεόκοποι ηθοποιοί, απλά στολίζουν το λουλούδι ή το σπουργίτι.                   

«Lady Bird»

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Γκρέτα Γκέργουιγκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τίμοθι Σαλαμέ,
  • Διάρκεια: 93 ’
  • Διανομή: UIP
  • Διακρίσεις: 2 Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία: Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν.

Ακόμα μια κινηματογράφηση στην φευγάτη, κοριτσίστικη εφηβεία και την ενηλικίωση. Η Lady Bird (Σίρσα Ρόναν, υπέροχη) είναι η έφηβη που δεν την χωρά ο τόπος που ζει, που θέλει να γνωρίσει τον έρωτα και η πρώτη της αγάπη κάνει γκελ και είναι ομοφυλόφιλος, που δεν ανέχεται την νοσοκόμα μάνα της (Λόρι Μέτκλαφ, ακόμα μια εκρηκτική σχέση μάνας κόρης), που δεν αντέχει τον έξυπνο, αλλά φρικιό αδελφό της, που συμπιέζεται η προσωπικότητά της από το καθολικό λύκειο όπου σπουδάζει, όπως κι από τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα (άνεργος μπαμπάς), που θέλει να είναι πλούσια με ωραίο σπίτι, αλλά δεν είναι. Η Lady Bird εκτονώνει την συνολική αντιδραστικότητά της σε συμμετοχές μιούζικαλ σχολικών παραστάσεων και αναμένει, ως μάννα εξ ουρανού, την στιγμή που θα εγκαταλείψει αυτόν τον εφηβικό εφιάλτη για το κολέγιο, για θα βρεθεί ενήλιξ, χωμένη στις φτερούγες της ελευθερίας, μακριά απ΄ όλα.

Ανεξάρτητο φιλμ (παρεξηγημένη πια η έννοια του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά) με μια πολύ καλή ερμηνεία της 23χρονης Σίρσα Ρόναν («Παραδεισένια Οστά», «Εξιλέωση», «Χάνα», «Brooklin») και μέχρι εκεί. Χιλιοειπωμένο θέμα, κινηματογραφημένο σε όλες τις διαστάσεις του, αυτή την φορά από την 34χρονη, Αμερικανίδα ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Γκρέτα Γκέργουιγκ στην δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά, έπειτα από τις «Νύχτες και Σαββατοκύριακα», όσοι το είδατε στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών – Νύχτες Πρεμιέρας του περιοδικού Σινεμά. Τώρα, για ποιο λόγο την τρέχουν με χίλια αυτή την ταινία είναι απορίας άξιον. Εκτός από την συγκομιδή των δυο Χρυσών Σφαιρών σε μια άσχετη κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία (μηδέ κωμωδία, μηδέ μιούζικαλ είναι): Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν, η ταινία είναι υποψήφια σε πέντε οσκαρικές κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη Σίρσα Ρόναν, Σεναρίου και Β’ Γυναικείου Ρόλου για την Λόρι Μέτκλαφ στην πρώτη υποψηφιότητα τής ηθοποιού σε αυτό τον θεσμό. Η Σίρσα Ρόναν είναι ηθοποιός προδιαγραφών με άριστες περγαμηνές και δυο φορές προτεινόμενη για το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου («Brooklin» (2015), «Εξιλέωση»(2007)) και την ταινία την βγάζει αέρα. Σίγουρα είναι ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά τις νεαρές μαμάδες και τις θυγατέρες τους και αντιστρόφως. 

«Σπόρος»

Grain

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας Α/Μ
  • Σκηνοθεσία: Σεμίχ Καπλάνογλου
  • Με τους: Ζαν Μαρκ Μπαρ, Ερμίν Μπράβο, Γκριγκόριι Ντομπρίκιν
  • Διάρκεια: 123 ’
  • Διανομή: Ama Films

Θέλεις να σταθείς ρωμαλέα και με σθένος απέναντι στα παγκόσμια κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα, που αφανίζουν την ανθρώπινη ταυτότητα, μεταφέροντας, μάλιστα, ένα σφιχτοδεμένο, φιλοσοφημένο, οικουμενικό μήνυμα που να έχει σημασία, γνώση και δυναμικές άμυνας, αντίστασης προς αυτό το εχθρικό; Γράφεις ένα βιβλίο ή γυρίζεις μια ταινία ή ακόμα συνθέτεις μουσική. Το μεγάλο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης που εφαρμόζεται από όλες τις κυβερνήσεις σε ταχύς ρυθμούς με τα πολύπτυχα πρόσωπά της είναι μήλον της έριδος για πολλούς επίδοξους καλλιτέχνες της γραφής, της κινουμένης εικόνας και της μελωδίας. Έχουμε διαβάσει, έχουμε δει και έχουμε ακούσει ουκ ολίγες δημιουργίες επικεντρωμένες στο συγκεκριμένο θέμα. Άλλες καλές, άλλες μέτριες, άλλες ακατανόητες, κι άλλες εντελώς άκυρες. Που χωλαίνουν οι περισσότερες; Στην απουσία γνώσης για το ον άνθρωπος και τον σκοπό της παρουσίας του σε αυτό τον πλανήτη. Ο σκηνοθέτης του «Σπόρου», ο Τούρκος Σεμίχ Καπλάνογλου, διαβάζοντας μια συνέντευξη του, σε ένα σημείο έχει δίκιο: «…ότι οι κυρίαρχες κουλτούρες αφαιρούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών». Η πολιπολιτισμικότητα, άραγε, είναι το κόκκινο πανί της παγκοσμιοποίησης, κι αν είναι, τότε, γιατί οι ρυθμιστές, αρχιτέκτονες της νέας κατάστασης πραγμάτων στο παμπάλαιο σχέδιο τους πλημμυρίζουν τις δυτικές χώρες και δη το χριστιανικό ευρωπαϊκό κλαμπ με Ανατολίτες Ασιάτες και Άραβες, αναμειγνύοντας με αυτό τον τρόπο ήθη, έθιμα, γλώσσα και κουλτούρες;

Το άνω  ερώτημα δεν απασχολεί τον Τούρκο σκηνοθέτη στην ταινία του, που ευλαβικά προς τις ιερές γραφές του Κορανίου από την μια, κι από την άλλη την μυστική διδασκαλία των μουσουλμάνων Σούφι στήνει ένα δυστοπικό περιβάλλον σε μελλοντικό κόσμο, που ελέγχεται από τρομερές πολυεθνικές εταιρίες εστιασμένες στην γενετική μετάλλαξη των σπόρων. Η αναγκαία τροφή και το απαραίτητο νερό πρέπει να είναι ελεγχόμενα και να χρησιμοποιούνται από τους επικυρίαρχους ως μέσα χειραγώγησης, τρόμου και καταστολής. Γνωστό αυτό. Η μεγάλη εταιρία Novus Vita Corporation, που βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας και ελέγχει την τροφή δια μέσου της καλλιέργειας, τοποθετείται γεωγραφικά στο σημείο που υπάρχει πληθυσμός. Στην άλλη πλευρά της χώρας, η οποία έχει ως σύνορα κατά μήκος του δρόμου μια σειρά απροσπέλαστων θανατηφόρων ηλεκτρομαγνητικών πυλώνων, σημειώνεται ως η περιοχή των Νεκρών Τόπων. Μια αχανής έκταση γεμάτη ξηρασία, αρρώστιες και θάνατο. Οι έρευνες του καθηγητή Έρολ (Ζαν Μαρκ Μπαρ – «Απέραντο Γαλάζιο»), που εργάζεται στην εταιρία, έδωσαν το θλιβερό αποτέλεσμα, ότι οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι έχουν εκφυλιστεί με συνέπεια να κινδυνεύουν άμεσα οι καλλιέργειες, οπότε και η τροφή. Ο καθηγητής, βρίσκει μια παλιά μελέτη ενός χαμένου από τον κόσμο συναδέλφου και πρώην στελέχους της εταιρίας, που προφητεύει αυτή την δυσοίωνη κατάληξη των σπαρτών. Ο Έρολ με κίνδυνο την ζωή του ξεκινάει να ανακαλύψει τον χαμένο καθηγητή, ασκητή Τζεμίλ Ακμάν (Ερμίν Μπράβο, «Σαράγεβο Σ΄ Αγαπώ»), ο οποίος έχει «φύγει» για άλλες πολιτείες, ποιο ψαγμένες και πνευματικές, στις άβατες και απαγορευμένες  περιοχές των Νεκρών Τόπων. Μέσα από ένα πνευματικό οδοιπορικό, συντροφιά με τον άγιο άνθρωπο-καθηγητή, και σε αντίξοες συνθήκες, ο Έρολ (ο ευγενής δηλαδή) θα προσπαθήσει να αποκομίσει τις απαντήσεις, ώστε να σώσει την ανθρωπότητα από την πείνα.  

Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του βραβευμένου, Τούρκου σκηνοθέτη Σεμίχ Καπλάνογλου, ενός από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της γειτονικής μας χώρας, γνωστός από την τριλογία του: «Αυγό», «Γάλα» και «Μέλι», αλλά  και το «Μακριά από την Πατρίδα», που παρουσιάστηκε στο 42ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2001. Ακριβή παραγωγούλα, με γυρίσματα στο Ντιτρόιτ, την Καππαδοκία, την Γερμανία, αλλά και έναν εργατικό Ζαν Μαρκ Μπαρ στο cast, προσδίδοντας το γλυκό, ανάλαφρο, δυτικό αεράκι που μάλλον χρειαζόταν το concept για ευρύτερη κατανάλωση και αποδοχή. Η ταινία του Καπλάνογλου στο επίπεδο της αισθητικής είναι άψογη. Ασπρόμαυρη γυρισμένη, όπου για την, πραγματικά, εξαίσια φωτογραφία επιστράτευσε τον Άγγλο Ζιλ Νούτγκενς (Πάση Θυσία), εκπληκτικά κάδρα, λιγόλογη και γεμάτη αλληγορίες. Πλήθος αναφορών στο Κοράνι και την διδαχή των μουσουλμάνων Σούφι περί «Αναπνοής και Σιταριού» (ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «Grain» -εκτός από κόκκος είναι και τα σιτηρά), σπουδαίο κείμενο των Σούφι, που χρονολογείται κάπου ανάμεσα στον 11ο με 12ο αιώνα, και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Τούρκο ποιητή, μυστικιστή Σούφι, Γιουνούς Εμρέ, του ανθρώπου που με τα γραπτά του επηρέασε τα μέγιστα την τουρκική λογοτεχνία. Ο Καπλάνογλου με το στρωσίδι του κορανίου και τους σουφικούς γρίφους περί ανθρώπου, φύσης και ζωής, τα ασπρόμαυρα πλάνα και την βιβλική συμπεριφορά των ηρώων του (λιθοβολισμοί, καιόμενη βάτος, αβρααμικές θυσίες) πιάνει ανοικτή συνομιλία με το ταρκοφσκικό σύμπαν. Μόνο που η σύνδεση με το πνεύμα του Ταρκόφσκι δεν είναι επιτυχής, έχει παράσιτα, πολύ κακή αφήγηση, τεράστια διάρκεια (123’) και θεοκρατία τα μέγιστα. Αυτό είναι το πολιτιστικό μήνυμα του Τούρκου σκηνοθέτη ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση που μάχεται από το στασίδι του. Αλλάχ ουάχμπαρ!… παρακαλώ πάρτε το μηδέν μπας και ακουστείτε καλύτερα.

Κόκκινο Σπουργίτι

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Κόκκινο Σπουργίτι»                        

(Red Sparrow)

 

  • Είδος: Κατασκοπευτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη–Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Σεργκέι Πολούνιν
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Odeon

Ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, έπειτα από την 30χρονη θητεία του στην CIA (βάσει βιογραφικού σημειώματος) και κατά την χαλαρή διάρκεια της σύνταξης του σκέφτηκε το αυτονόητο: Αντί να ξοδεύει τον καιρό του κουρεύοντας το γκαζόν, παίζοντας μπίνγκο ή να ψαρεύει πέστροφες, προτίμησε να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον άφθονο, ελεύθερο χρόνο του, επιστρατεύοντας τις πολύτιμες εμπειρίες του από την υπηρεσία και να αρχίσει το γράψιμο κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» είναι το πρώτο βιβλίο μιας ψυχροπολεμικής τριλογίας που περιλαμβάνει τα βιβλία: «Red Sparrow», «Palace of Treason», και «The Kremlin’s Candidate», όπου στηρίζεται και το σενάριο της ταινίας, βάζοντας στο επίκεντρο της πλοκής το γυναικείο παιχνίδι της σαγήνης και της ερωτικής αποπλάνησης. Αρχαία τέχνη, πάντα επιτυχημένη, που την έκαναν σχολείο οι Σοβιετικοί, στρατολογώντας όμορφες, Καυκάσιες κοπέλες, εκπαιδεύοντας τες, μάλιστα, σε πόρνες πολυτελείας, άδειες από συναίσθημα, ικανές όμως να γαντζώνουν στο ηδονικό τους αγκίστρι επιλεγμένους στόχους. Τα «Σπουργίτια», όπως ονομάζονται, δεν είναι μάχιμοι πράκτορες του όπλου, των πολεμικών τεχνών και των εκτελέσεων, αλλά μαστόρισσες στο ξελόγιασμα και ασχολούνται με το θύμα τους μέχρις ενός επιπέδου, μέχρι να αναλάβουν οι σκοτώστρες των μυστικών υπηρεσιών. Προφανώς υπήρχαν στην εποχή του ψυχροπολεμικού νταβαντουριού και, μάλλον, υπάρχουν μέχρι σήμερα τέτοιου είδους «όπλα» στις μάχες των κατασκόπων, για να το περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια ο κυρ- Μάθιους, ο δεν ξέρω ΄γω τι άνθρωπος της CIA ήταν.    

Η Ντομινίκα (Τζένιφερ Λόρενς, κι εδώ βάζει τα δυνατά της) είναι πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι. Πειθαρχημένη, άριστη χορεύτρια, άψογη στην δουλειά της είναι το καμάρι της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των ρωσικών μπαλέτων. Ο χαρακτήρας της είναι ατσάλινος, αυστηρός για να μπορέσει να επιβιώσει στον τεράστιο ανταγωνισμό του χώρου της και να σταθεί στην κορυφή, πολλές φορές την μεταμορφώνει σε μια κυνική και ψυχρή γυναίκα. Φροντίζει την αγαπημένη, άρρωστη μητέρα της και η επιτυχία στην μεγάλη σκηνή των γνωστών μπαλέτων της Ρωσίας είναι δεδομένη με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες, που θέλουν να την ρίξουν από το βάθρο της πρωτιάς. Ένα στημένο ατύχημα την ώρα της παράστασης, από μια συνάδελφο την στιγμή που χορεύει με τον Κονσταντίν (ο χορευτής Σεργκέι Πολούνιν σε δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση μετά το «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές»), καταστρέφει το πόδι της και βγαίνει εκτός μπαλετικών δραστηριοτήτων δια παντός. Τα πολλά σέα και τα μέα, οι ειδικές περιποιήσεις και οι ιατρικές παροχές από τον οργανισμό των Μπολσόι κόβονται μαχαίρι με κίνδυνο να χάσει την μητέρα της. Η Ντομινίκα εκδικείται ψυχρά και βίαια την αντίζηλο και τον εραστή της χορευτή, σακατεύοντας τους στο ξύλο, κι εδώ μπαίνει στον χορό ο θείος Βάνια (Ματίας Σένερτς, καλός), που εργάζεται στην SVR – μυστικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας -προτείνοντας στην αποφασιστική και συνάμα απελπισμένη ανιψιά του εργασία και μέλλον για να σώσει την μητέρα της. Μια απλή αποστολή ξελογιάσματος ενός Ρώσου ολιγάρχη καταλήγει σε λουτρό αίματος και αμέσως η πρώην δοξασμένη χορεύτρια βρίσκεται στα χέρια της τραχιάς εκπαιδεύτριας «Σπουργιτιών», Μάτρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, καλή). Η Ντομινίκα, θέλοντας και μη, για να μην στερήσει την φροντίδα της μητέρας της εντάσσεται στο πρόγραμμα και μεταμορφώνεται σε περίφημο, σεξουαλικό εργαλείο, που σκοπεύει στην αποπλάνηση διακεκριμένων αξιωματούχων του «εχθρού». Η ρωσική SVR με αξιωματικό επιχειρήσεων τον παρασημοφορημένο στρατηγό Κορτσνόι (Τζέρεμι Άιρονς, καλός) αναζητά τον Αμερικανό πράκτορα της CIA, Νέιτ Νας (Τζόελ Έτζερτον), ο οποίος Αμερικανός συνεργάζεται με κάποιον άγνωστο, Ρώσο πληροφοριοδότη. Ο πρόεδρος και ο υπουργός Ασφαλείας της Ρωσίας θέλουν τον προδότη στο πιάτο. Στέλνουν την όμορφη Ντομινίκα για να γοητεύσει τον πράκτορα Νας και να βγει το ψάρι-καταδότης στο αφρό.

Να ξεκινήσουμε από την πρωταγωνίστρια, την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό του Χόλιγουντ και την πιο πετυχημένη της γενιάς της, την Τζένιφερ Λόρενς (Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2015 για την βασίλισσα της σφουγγαρίστρας στην ταινία «Joy»). Η Λόρενς μπήκε στην καρδιά μου από την εμφάνιση της στην ταινιακή χιλμπιλιά «Στην Καρδιά του Χειμώνα» (Winter’s Bone – 2010). Στην ταινία της Ντέμπρα Γκράνικ η 20χρονη, τότε, Τζένιφερ αποκάλυψε τον ταλαντούχο εαυτό της, που δεν πέρασε απαρατήρητος και στη συνέχεια, ως γνωστόν, απογειώθηκε κινηματογραφικά με την τριλογία (τετραλογία για την μεγάλη οθόνη) των «Παιχνιδιών Πείνας». Από τότε συμμετέχει σε καλοδουλεμένους ρόλους, μόνο που είναι ρόλοι για σταριλίκι. Στο τελευταίο θρησκευτικό κρεσέντο του Ντάρεν Αρονόφσκι «Mother», ψιλοτσαλακώθηκε, αλλά και πάλι βγήκε αλώβητη από την γενικότερη ιουδαϊκή σαλατοποίηση της ταινίας. Ακόμα και το Όσκαρ της στο «Joy» δεν λες ότι είναι από τους ρόλους που καρφώνονται στο καύκαλο σου και δεν τους ξεχνάς. Έτσι και δω. Προσπαθεί φιλότιμα, βγάζει τον ρόλο, κάνει τις υπερβάσεις της και δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί τρεις τέσσερις φορές μπροστά στην κάμερα. Πάλι, όμως, ως ερμηνεύτρια προδιαγραφών έχει σκοντάψει σε τραυλό, αλλήθωρο, χωλό, γενικώς προβληματικό σενάριο για mainstream κοινό, με αποτέλεσμα ο υποκριτικός θησαυρός της να πηγαίνει στράφι. Από την άλλη, ο 47χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς, των τελευταίων τριών «Παιχνιδιών Πείνας», του «Νερού για Ελέφαντες», του «Ζωντανού Θρύλου» και του κινηματογραφικού του ντεμπούτο, «Κόνσταντιν» ξέρει καλά την Τζένιφερ Λόρενς  στο πως κινείται και αντιδρά στο φακό, όπως γνωρίζει και το πως να στήνει την δράση στο πλάνο. Η ολισθαίνουσα οδός σε αυτή την ταινία είναι, ότι χαρακτηρίζεται κατασκοπευτική περιπέτεια. Ναι μεν το concept λειτουργεί με το νευρικό σύστημα των ταινιών του είδους, αλλά μέχρι εκεί, δε. Η αντιρωσική προπαγάνδα βγάζει μάτι (όλα είναι άθλια στην Ρωσία, ενώ ακόμα και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας), η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι επίπεδη, άνευρη και δεν σε συναρπάζει, η πλοκή δεν λυνοδένει εγκεφαλικούς, σκοτεινούς γρίφους που να μυρίζουν αγγλούρα και πρακτορίλα – όσο δαιμόνιο κι αν είναι το γυναικείο μυαλό στο φινάλε της ταινίας – και φυσικά όταν τελειώνει δεν μένει κάτι τις για να το στριφογυρίσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου σου, εκτός από το συνεχές τσιτσίδωμα της Λόρενς, εάν κι αυτό δεν είναι ντουμπλαρισμένο. Άσε δε και με αυτή την απροσμέτρητη ανοησία, που Αμερικανοί ηθοποιοί παίζουν Ρώσους και μιλούν αγγλικά με βαριά, ρώσικη προφορά. Πολλοί επιθυμούν να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη και ο γραφιάς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων κυρ-Μάθιους είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι, όμως ούτε ο διαυγής και πολυσύνθετος Τζον Λε Καρέ, ούτε ο κοσμοπολίτης Ιαν Φλέμινγκ. Όλη η ταινία είναι η Τζένιφερ Λόρενς (εξ΄ ου και το σταριλίκι), ενώ οι υπόλοιποι βετεράνοι και νεόκοποι ηθοποιοί, απλά στολίζουν το λουλούδι ή το σπουργίτι.                   

Lady Bird

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 Lady Bird  

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Γκρέτα Γκέργουιγκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τίμοθι Σαλαμέ,
  • Διάρκεια: 93 ’
  • Διανομή: UIP
  • Διακρίσεις: 2 Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία: Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν.

Ακόμα μια κινηματογράφηση στην φευγάτη, κοριτσίστικη εφηβεία και την ενηλικίωση. Η Lady Bird (Σίρσα Ρόναν, υπέροχη ) είναι η έφηβη που δεν την χωρά ο τόπος που ζει, που θέλει να γνωρίσει τον έρωτα και η πρώτη της αγάπη κάνει γκελ και είναι ομοφυλόφιλος, που δεν ανέχεται την νοσοκόμα μάνα της (Λόρι Μέτκλαφ, ακόμα μια εκρηκτική σχέση μάνας κόρης), που δεν αντέχει τον έξυπνο, αλλά φρικιό αδελφό της, που συμπιέζεται η προσωπικότητά της από το καθολικό λύκειο όπου σπουδάζει, όπως κι από τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα (άνεργος μπαμπάς), που θέλει να είναι πλούσια με ωραίο σπίτι, αλλά δεν είναι. Η Lady Bird εκτονώνει την συνολική αντιδραστικότητά της σε συμμετοχές μιούζικαλ σχολικών παραστάσεων και αναμένει, ως μάννα εξ ουρανού, την στιγμή που θα εγκαταλείψει αυτόν τον εφηβικό εφιάλτη για το κολέγιο, για θα βρεθεί ενήλιξ, χωμένη στις φτερούγες της ελευθερίας, μακριά απ΄ όλα.

Ανεξάρτητο φιλμ (παρεξηγημένη πια η έννοια του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά) με μια πολύ καλή ερμηνεία της 23χρονης Σίρσα Ρόναν («Παραδεισένια Οστά», «Εξιλέωση», «Χάνα», «Brooklin») και μέχρι εκεί. Χιλιοειπωμένο θέμα, κινηματογραφημένο σε όλες τις διαστάσεις του, αυτή την φορά από την 34χρονη, Αμερικανίδα ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Γκρέτα Γκέργουιγκ στην δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά, έπειτα από τις «Νύχτες και Σαββατοκύριακα», όσοι το είδατε στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών – Νύχτες Πρεμιέρας του περιοδικού Σινεμά. Τώρα, για ποιο λόγο την τρέχουν με χίλια αυτή την ταινία είναι απορίας άξιον. Εκτός από την συγκομιδή των δυο Χρυσών Σφαιρών σε μια άσχετη κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία (μηδέ κωμωδία, μηδέ μιούζικαλ είναι): Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν, η ταινία είναι υποψήφια σε πέντε οσκαρικές κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη Σίρσα Ρόναν, Σεναρίου και Β’ Γυναικείου Ρόλου για την Λόρι Μέτκλαφ στην πρώτη υποψηφιότητα τής ηθοποιού σε αυτό τον θεσμό. Η Σίρσα Ρόναν είναι ηθοποιός προδιαγραφών με άριστες περγαμηνές και δυο φορές προτεινόμενη για το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου («Brooklin» (2015), «Εξιλέωση»(2007)) και την ταινία την βγάζει αέρα. Σίγουρα είναι ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά τις νεαρές μαμάδες και τις θυγατέρες τους και αντιστρόφως. 

Σπόρος

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Σπόρος»      

(Grain)

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας Α/Μ
  • Σκηνοθεσία: Σεμίχ Καπλάνογλου
  • Με τους: Ζαν Μαρκ Μπαρ, Ερμίν Μπράβο, Γκριγκόριι Ντομπρίκιν
  • Διάρκεια: 123 ’
  • Διανομή: Ama Films

Θέλεις να σταθείς ρωμαλέα και με σθένος απέναντι στα παγκόσμια κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα, που αφανίζουν την ανθρώπινη ταυτότητα, μεταφέροντας, μάλιστα, ένα σφιχτοδεμένο, φιλοσοφημένο, οικουμενικό μήνυμα που να έχει σημασία, γνώση και δυναμικές άμυνας, αντίστασης προς αυτό το εχθρικό; Γράφεις ένα βιβλίο ή γυρίζεις μια ταινία ή ακόμα συνθέτεις μουσική. Το μεγάλο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης που εφαρμόζεται από όλες τις κυβερνήσεις σε ταχύς ρυθμούς με τα πολύπτυχα πρόσωπά της είναι μήλον της έριδος για πολλούς επίδοξους καλλιτέχνες της γραφής, της κινουμένης εικόνας και της μελωδίας. Έχουμε διαβάσει, έχουμε δει και έχουμε ακούσει ουκ ολίγες δημιουργίες επικεντρωμένες στο συγκεκριμένο θέμα. Άλλες καλές, άλλες μέτριες, άλλες ακατανόητες, κι άλλες εντελώς άκυρες. Που χωλαίνουν οι περισσότερες; Στην απουσία γνώσης για το ον άνθρωπος και τον σκοπό της παρουσίας του σε αυτό τον πλανήτη. Ο σκηνοθέτης του «Σπόρου», ο Τούρκος Σεμίχ Καπλάνογλου, διαβάζοντας μια συνέντευξη του, σε ένα σημείο έχει δίκιο: «…ότι οι κυρίαρχες κουλτούρες αφαιρούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών». Η πολιπολιτισμικότητα, άραγε, είναι το κόκκινο πανί της παγκοσμιοποίησης, κι αν είναι, τότε, γιατί οι ρυθμιστές, αρχιτέκτονες της νέας κατάστασης πραγμάτων στο παμπάλαιο σχέδιο τους πλημμυρίζουν τις δυτικές χώρες και δη το χριστιανικό ευρωπαϊκό κλαμπ με Ανατολίτες Ασιάτες και Άραβες, αναμειγνύοντας με αυτό τον τρόπο ήθη, έθιμα, γλώσσα και κουλτούρες;

Το άνω  ερώτημα δεν απασχολεί τον Τούρκο σκηνοθέτη στην ταινία του, που ευλαβικά προς τις ιερές γραφές του Κορανίου από την μια, κι από την άλλη την μυστική διδασκαλία των μουσουλμάνων Σούφι στήνει ένα δυστοπικό περιβάλλον σε μελλοντικό κόσμο, που ελέγχεται από τρομερές πολυεθνικές εταιρίες εστιασμένες στην γενετική μετάλλαξη των σπόρων. Η αναγκαία τροφή και το απαραίτητο νερό πρέπει να είναι ελεγχόμενα και να χρησιμοποιούνται από τους επικυρίαρχους ως μέσα χειραγώγησης, τρόμου και καταστολής. Γνωστό αυτό. Η μεγάλη εταιρία Novus Vita Corporation, που βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας και ελέγχει την τροφή δια μέσου της καλλιέργειας, τοποθετείται γεωγραφικά στο σημείο που υπάρχει πληθυσμός. Στην άλλη πλευρά της χώρας, η οποία έχει ως σύνορα κατά μήκος του δρόμου μια σειρά απροσπέλαστων θανατηφόρων ηλεκτρομαγνητικών πυλώνων, σημειώνεται ως η περιοχή των Νεκρών Τόπων. Μια αχανής έκταση γεμάτη ξηρασία, αρρώστιες και θάνατο. Οι έρευνες του καθηγητή Έρολ (Ζαν Μαρκ Μπαρ – «Απέραντο Γαλάζιο»), που εργάζεται στην εταιρία, έδωσαν το θλιβερό αποτέλεσμα, ότι οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι έχουν εκφυλιστεί με συνέπεια να κινδυνεύουν άμεσα οι καλλιέργειες, οπότε και η τροφή. Ο καθηγητής, βρίσκει μια παλιά μελέτη ενός χαμένου από τον κόσμο συναδέλφου και πρώην στελέχους της εταιρίας, που προφητεύει αυτή την δυσοίωνη κατάληξη των σπαρτών. Ο Έρολ με κίνδυνο την ζωή του ξεκινάει να ανακαλύψει τον χαμένο καθηγητή, ασκητή Τζεμίλ Ακμάν (Ερμίν Μπράβο, «Σαράγεβο Σ΄ Αγαπώ»), ο οποίος έχει «φύγει» για άλλες πολιτείες, ποιο ψαγμένες και πνευματικές, στις άβατες και απαγορευμένες  περιοχές των Νεκρών Τόπων. Μέσα από ένα πνευματικό οδοιπορικό, συντροφιά με τον άγιο άνθρωπο-καθηγητή, και σε αντίξοες συνθήκες, ο Έρολ (ο ευγενής δηλαδή) θα προσπαθήσει να αποκομίσει τις απαντήσεις, ώστε να σώσει την ανθρωπότητα από την πείνα.

Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του βραβευμένου, Τούρκου σκηνοθέτη Σεμίχ Καπλάνογλου, ενός από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της γειτονικής μας χώρας, γνωστός από την τριλογία του: «Αυγό», «Γάλα» και «Μέλι», αλλά  και το «Μακριά από την Πατρίδα», που παρουσιάστηκε στο 42ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2001. Ακριβή παραγωγούλα, με γυρίσματα στο Ντιτρόιτ, την Καππαδοκία, την Γερμανία, αλλά και έναν εργατικό Ζαν Μαρκ Μπαρ στο cast, προσδίδοντας το γλυκό, ανάλαφρο, δυτικό αεράκι που μάλλον χρειαζόταν το concept για ευρύτερη κατανάλωση και αποδοχή. Η ταινία του Καπλάνογλου στο επίπεδο της αισθητικής είναι άψογη. Ασπρόμαυρη γυρισμένη, όπου για την, πραγματικά, εξαίσια φωτογραφία επιστράτευσε τον Άγγλο Ζιλ Νούτγκενς (Πάση Θυσία), εκπληκτικά κάδρα, λιγόλογη και γεμάτη αλληγορίες. Πλήθος αναφορών στο Κοράνι και την διδαχή των μουσουλμάνων Σούφι περί «Αναπνοής και Σιταριού» (ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «Grain» -εκτός από κόκκος είναι και τα σιτηρά), σπουδαίο κείμενο των Σούφι, που χρονολογείται κάπου ανάμεσα στον 11ο με 12ο αιώνα, και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Τούρκο ποιητή, μυστικιστή Σούφι, Γιουνούς Εμρέ, του ανθρώπου που με τα γραπτά του επηρέασε τα μέγιστα την τουρκική λογοτεχνία. Ο Καπλάνογλου με το στρωσίδι του κορανίου και τους σουφικούς γρίφους περί ανθρώπου, φύσης και ζωής, τα ασπρόμαυρα πλάνα και την βιβλική συμπεριφορά των ηρώων του (λιθοβολισμοί, καιόμενη βάτος, αβρααμικές θυσίες) πιάνει ανοικτή συνομιλία με το ταρκοφσκικό σύμπαν. Μόνο που η σύνδεση με το πνεύμα του Ταρκόφσκι δεν είναι επιτυχής, έχει παράσιτα, πολύ κακή αφήγηση, τεράστια διάρκεια (123’) και θεοκρατία τα μέγιστα. Αυτό είναι το πολιτιστικό μήνυμα του Τούρκου σκηνοθέτη ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση που μάχεται από το στασίδι του. Αλλάχ ουάχμπαρ!… παρακαλώ πάρτε το μηδέν μπας και ακουστείτε καλύτερα.

Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα»    

(La Villa)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
  • Με τους: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν, Ζεράρ Μεϊλάν, Αναϊς Ντεμουστιέ
  • Διάρκεια: 107’ 
  • Διανομή: Weird Wave

Ουκ ολίγες αναφορές υπάρχουν σε κινηματογραφικές ταινίες, που ένα δυνατό γεγονός, σοβαρού περιστατικού υγείας ή θανάτου προσφιλούς προσώπου γίνεται η αιτία μάζωξης συγγενών ή φίλων, που έχουν να μιλήσουν, να ειδωθούν χρόνια, απλώνοντας σώψυχα και πίκρες. Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή σε αυτό το είδος των ταινιών είναι αυτή του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) του Λόρενς Κάσταν.  Εκεί, λοιπόν, όπου η αιτία της συγκέντρωσης, είναι κάποιος παθών ή θανών και η μορφή του είναι απλά μια άλαλη ή μια νοσταλγική εικόνα στην ταινία, εκεί ακριβώς από τους συγκεντρωμένους αρχίζει και το αναμεταξύ τους μεγάλο ξεκατίνιασμα επί του παρελθόντος. Γιατί, εάν είναι συγγενείς, όπως είναι τα τρία αδέλφια στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταξύ τους αποστάσεις έχουν παρθεί κάτω από ένα, δυο ή περισσότερα σοβαρά γεγονότα, επίσης, άλυτα, που σημάδεψαν τις ζωές τους και αναγκάστηκαν για χρόνια να σκορπίσουν στους ανέμους της πλήρους αδιαφορίας ο ένας για τον άλλον γεμάτοι θυμό και ουρανομήκη εγωισμό ο ένας για τον άλλον.

Και εδώ αρχίζει η ιστορία: Στο γραφικό και ειδυλλιακό λιμανάκι Μεζάν της Μασσαλίας χήρος, ηλικιωμένος πατέρας τριών τέκνων (δυο άνδρες, μια γυναίκα) προσβάλλεται από βαρύ εγκεφαλικό και πέφτει σε κατάσταση φυτού. Ο ένας από τους δυο γιούς, αυτός που διαμένει μαζί του και εργάζεται στην μπρασερία της οικογένειας του μασσαλιώτικου όρμου, προσκαλεί τα υπόλοιπα δυο αδέλφια του για να παραβρεθούν κοντά στον πατέρα, αλλά και για την διευθέτηση της κληρονομίας, καθώς οι γιατροί λένε, πως δεν υπάρχει πιθανότητα θεραπείας. Πρώτος στο πανέμορφο σπίτι της οικογένειας με θέα την θάλασσα καταφθάνει ο διανοούμενος λόγιος, αριστερών πεποιθήσεων γιος, που βρίσκεται σε δημιουργική ανομβρία, ο  Ζοζέφ (Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, καλός) με την κατά πολύ νεότερη του μνηστή, Μπερανζέρ (Αναίς Ντεμουστιέ, καλή) Ακολουθεί η αδελφή, η γνωστή ηθοποιός του γαλλικού θεάτρου και της τηλεόρασης, Ανζέλ (Αριάν Ασκαρίντ, όπως πάντα άψογη και πάντα παρούσα στις ταινίες του συζύγου της Ρομπέρ Γκεντιγκιάν) για να αρχίσει το ζύμωμα των καταστάσεων του παρελθόντος με φόντο έναν παλιό, όμορφο, αγνό κόσμο που διαλύεται, καταρρέει, ξεπουλιέται.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα» του αρμενικής καταγωγής, προοδευτικού Γάλλου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο» (2011) «Η Ιστορία Ενός Τρελού» (2015) «Ο Μίτος της Αριάν» (2014), «Μάριος και Ζανέτ», ταινία που προβλήθηκε μόνο στο 38ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997) έχει στρέψει την πυξίδα του πάνω στον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο», ψηλαφίζοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό περιβάλλον της μεσαίας τάξης σε ένα σύγχρονο κόσμο αλλαγών προς το χειρότερο. Με ευαισθησία, τακτ και εσωτερική ευγένεια, ο Γκεντιγκιάν θέτει τα ψυχικά ανθρώπινα τραύματα, τους εγωισμούς και τις εμμονές πάνω σε ανάλαφρο στρώμα, καταγράφοντας, άλλοτε δραματικά, άλλοτε ρομαντικά την επιφάνεια και τον πυρήνα της ζωής, που είναι η αγάπη και η ξεγνοιασιά, η αδυναμία προστασίας του παλιού κόσμου και πως αυτά τα συναισθήματα με αρνητικό φορτίο μετασχηματίζονται από το βάρος τραγικών γεγονότων, τόσο οικογενειακών, όσο και κοινωνικών. Δεν είναι κακή η ταινία του, αντιθέτως με παρρησία και καλή γνώση της κάμερας στριφογυρίζει στους άξονες της ελπίδας και σε αυτή της αθωότητας άλλων εποχών, που ξεπουλιέται σήμερα ως περιβόητη εταίρα στις αγορές του παγκόσμιου, σχεδόν απρόσωπου, χρήματος. Μαρξιστής ο ίδιος, κάτι που δεν παραλείπει να διαλαλεί, στήνει σκηνικά καθαρού οξυγόνου (καλή η φωτογραφία του Πιερ Μιλόν), μοιράζοντας δίκαια τον κινηματογραφικό χρόνο σε δυο μέρη, σε αυτόν του παρελθόντος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το σήμερα και σε αυτόν του παρόντος που αφορά ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, κι ακόμα δεν έχουν απολέσει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τους. Δεν απουσιάζει το ρομαντικό και το ερωτικό στοιχείο, τόσο ανάμεσα στον θεατρόφιλο, νεαρό, βαρκάρη και ψαρά, τον αθεράπευτο θαυμαστή της Ανζέλ, όσο και της νεαρής και γεμάτης ενέργειας αρραβωνιάρας του ξεπεσμένου διανοούμενου αδελφού, που έχει βαρεθεί την κυκλοθυμία του και φλερτάρει με τον γιατρό και γιό των γειτόνων. Για να κυκλώσει όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται το θέμα με το οποίο ασχολείται ο  Γκεντιγκιάν – και είναι η μονάδα άνθρωπος ανάμεσα στις εποχές των αλλαγών, αλλά και της αδιαφορία της μεσαίας τάξης στα μεγάλα γεγονότα – φέρνει στην πλοκή ένα γεγονός μεταναστευτικού χαρακτήρα και ύφους (τρία παιδιά λαθρομετανάστες), που η φονική βάρκα τους βυθίστηκε, πνίγοντας σημαντικό αριθμό επιβαινόντων μαζί και τους γονείς τους. Τα ορφανά παιδιά κρύβονται στο βουνό, τα καταδιώκει ο γαλλικός στρατός για να τα συλλάβουν, να τα βάλουν σε hot spots και από εκεί να τα προωθήσουν στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Γεγονός ευκολάκι, που θα μπορούσε να το αποφύγει ο Γκεντιγκιάν, ενώ το πάει τόσο καλά με το υπαρξιακό και να μην βγάλει μελοδραματικές μπουρμπουλήθρες το στόρι. Εδώ, βέβαια, φτιάχνει τον ανθρωπιστικό βατήρα για να επιδοθούν οι πρωταγωνιστές σε ευαίσθητες, περίτεχνες βουτιές στα ύδατα της αλληλεγγύης, της ελπίδας και της αγάπης προς τους δυστυχείς κατατρεγμένους της γης, καθότι όλη η οικογένεια, ιδεολογικά, είναι σε τροχιά αριστερού διεθνισμού, αλλά και στην ανατολή της αυτοκριτικής των μπερδεμένων ζωών τους. Είπαμε, Γάλλοι κινηματογραφιστές είναι αυτοί. Από την μια κλαίνε και οδύρονται για τα μύρια κακά που έχει προκαλέσει στη χώρα τους η αθρόα λαθρομετανάστευση (βλέπε Ελλάδα), κι από την άλλη φτιάχνουν τρυφερές ταινίες για τους μετανάστες, προκαλώντας δάκρυα. Το αναφέρει άλλωστε και η πινακίδα της μπρασερίας της οικογένειας, πάνω στο κύμα: «le mange-tout», τρώτε τα πάντα, φθηνά… ένεκα εποχών!

Stringless

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Stringless»

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Κοβότσος
  • Παραγωγή – Σενάριο: Άγγελος Κοβότσος
  • Διάρκεια: 87΄
  • Διανομή: New Star 
  • Διακρίσεις: Βραβείο κοινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το οδοιπορικό μιας φωνητικής ορχήστρας, που αποτελείται από πέντε γυναικείες φωνές. Ελληνίδες και μετανάστριες που ζουν στην Θεσσαλονίκη. Με κοινό σημείο επαφής την μουσική, έφτιαξαν το πολυφωνικό σύνολο «Stringless» (σε μετάφραση: χωρίς χορδές), αλλά ελληνιστί και ηχητική απόδοση της λέξης είναι «Στρίγγλες». Ένα παιχνίδι της λέξης και του λόγου καθ΄ όλα αληθινό και μελωδικό στην διάσταση του θέματος του ντοκιμαντέρ, που ναι μεν οι, πραγματικά, ταλαντούχες γυναίκες δεν χρησιμοποιούν όργανα, παρά μόνο τις εξαιρετικές φωνές τους, έχοντας μεταξύ τους αρκετά προβλήματα όσο αφορά την συνύπαρξη και τις συνεργασία τους. Δεν το κρύβουν άλλωστε στις on camera εξομολογήσεις τους και ως γυναίκες με έντονη καλλιτεχνική φύση που είναι, επιδίδονται και στην προσωπική αυτοκριτική τους. Το ταλέντο τους και το λογοπαίγνιο του ονόματος του γκρουπ εκμεταλλεύεται ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άγγελος Κοβότσος για να κινηματογραφήσει ένα τριετές οδοιπορικό με τον φακό του επικεντρωμένο στα εμπόδια, τις έριδες, τα γεννητούρια, ακόμη και στις απώλειες δικών των ανθρώπων, που σημάδεψαν την ύπαρξη αυτού του μουσικού σχήματος. Ένα σχήμα, που ενώ έχει τη λογική και την πειθαρχία της ομάδας, ταυτόχρονα ακτινοβολεί και την προσωπικότητα της κάθε μιας ξεχωριστά από τις γυναίκες μέλη του.

Γυναικεία υπόθεση, ωραίο το θέμα του βραβευμένου μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Άγγελου Κοβότσου («Ραντεβού», «Το Ασανσέρ», «Ιστορία των Χρόνων μου- Μ. Κακογιάννης», «Έβγα Ήλιε, Κάτσε Ήλιε»). Η ιδέα ανταμώνει γρήγορα την δημιουργία ενός γκρουπ που οι μουσικοί του θα χρησιμοποιούν ως μόνο όργανο την ανθρώπινη φωνή. Από την αρχή της δημιουργίας τους οι «Stringless» σημαδεύονται από την πολυπολιτισμική τους προέλευση. Δημιουργήθηκαν το 2013 στη Θεσσαλονίκη. Η ιδέα του μουσικού, πολυφωνικού σχήματος, που να στηρίζεται σε έξη (σήμερα πέντε) γυναικείες φωνές, ξεκίνησε από την Αλμπένα Κούτοβα, την μουσικό, την τραγουδίστρια και δασκάλα της γιόγκα από τη Βουλγαρία, η οποία ζει εδώ και πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και την Ελιόνα Σιντζάρι από την Αλβανία, μουσικό με υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές στην πατρίδα της αλλά και στη Ρουμανία, όπου ζει κι εκείνη στη Ελλάδα. Η Αλμπένα κι η Ελιόνα απευθύνθηκαν στην μουσικό από τη Θεσσαλονίκη Έλσα Μουρατίδου με καταγωγή από τον Πόντο και στη συνέχεια ακολούθησαν η Βασιλική Αλεξίου, η Κατερίνα Μαυροφρύδου, η Στέλλα Γιαλτζή και το νέο μέλος, η Δωροθέα Μιχαήλ. Μουσικά ιδιώματα από τη Βουλγαρία (δεν είναι τυχαίο ότι στη χώρα αυτή διαπρέπουν τα γυναικεία πολυφωνικά συγκροτήματα), την Αλβανία, τον Πόντο, την Ήπειρο, την Ανατολή, τη Μακεδονία, την Τουρκία, τα ρετρό του ‘30 και τα ρεμπέτικα, αλλά και κέλτικα, γκόσπελ, αφρικάνικα, ινδιάνικα και άλλα, αναμιγνύονται σε ένα πολιτισμικό μουσικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από την δεξιοτεχνία, την αφηγηματική ροή και την θεατρικότητα. Η πολυφωνική ενορχήστρωση είναι το ζητούμενο ακόμα και σε κομμάτια που δεν είναι από τη φύση τους πολυφωνικά. Όλες οι ενορχηστρώσεις γίνονται από το γκρουπ, δημιουργώντας άλλοτε μια εντελώς πρωτότυπη και διαφορετική πρόταση για κάποιο τραγούδι, άλλοτε είναι απλώς μια μεταγραφή των μουσικών οργάνων που συνοδεύουν μια μελωδία σε ήχο που μπορεί να παράγει το ανθρώπινο σώμα, είτε σαν πνευστό είτε σαν κρουστό.

Το ντοκιμαντέρ που συνέθεσε ο  Άγγελος Κοβότσος για το ταλαντούχο πολυφωνικό, γυναικείο γκρουπ δεν στέκεται μόνο στην μουσική παιδεία και την τραγουδιστική αξιοσύνη των κοριτσιών, αλλά περνάει και στην αναμεταξύ τους σχέση στην καθημερινή τους ζωή, στον δικό τους κόσμο, παρακολουθώντας την προσωπική διαδρομή της κάθε μιας, αναδεικνύοντας το ζήτημα της γυναικείας ταυτότητας με όχημα τη μουσική. Σε μια χώρα που η δημιουργία και το ταλέντο διώκονται με τον χειρότερο τρόπο στην εποχή μας και παρά τα οικονομικά προβλήματα, που διατρέχουν τέτοιου είδους σπουδαίες καλλιτεχνικές προτάσεις, σήμερα στην Ελλάδα της έκπτωσης, οι «Stringless», πέρα από τα προσωπικά τους σκαμπανεβάσματα ως ομάδα, επιμένουν επί σκηνής να γοητεύουν και να ενθουσιάζουν τον κόσμο. Καλή η έρευνα και ενδιαφέρουσα η καταγραφή του Άγγελου Κοβότσου, σε ένα ντοκιμαντέρ που κρατά το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Στη ταινία συνέβαλαν με την ποιότητά τους σημαντικοί Έλληνες κινηματογραφιστές: Ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Κορδελάς με την υπέροχη φωτογραφία του, ανέδειξε πρόσωπα και φυσικά τοπία (Ικαρία και Βοβούσα). Ο μοντέρ Γιάννης Κατσάμπουλας μέσα από ένα δημιουργικό μοντάζ ενίσχυσε τη δραματουργία της ταινίας. Ο μουσικοσυνθέτης και παραγωγός της ταινίας Βαγγέλης Φάμπας επιμελήθηκε τον με ιδιαίτερες απαιτήσεις και δυσκολίες ήχο. Η ταινία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο κοινό της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με την μαζική προσέλευση του κοινού (sold out και στις δυο προβολές) και με το Βραβείο Κοινού για ελληνική παραγωγή μεγάλου μήκους. Απολαύστε τις  «Stringless», γιατί το αξίζουν με το παραπάνω.

Η βραβευμένη ταινία «Invisible» του Δημήτρη Αθανίτη σε ειδική προβολή στην «Ίριδα»

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

 
Το Invisible, η ταινία του Δημήτρη Αθανίτη με τον Γιάννη Στάνκογλουμετά από ένα τεράστιο ταξίδι με τουλάχιστον εκατό σταθμούς, έρχεται για μια τελευταία προβολή στο κέντρο της Αθήνας, το Σάββατο 3 Μαρτίου 2018 στην «Ίριδα» παρουσία του σκηνοθέτη.

Με 14 διεθνή Βραβεία, συμμετοχές σε πάνω από 35 φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, 17 εβδομάδες
στις αίθουσες της Αθήνας και πρεμιέρες σε 30 πολεις σε όλη την Ελλάδα, ο «Αόρατος» έρχεται στην Ίριδα 
για μια ειδική προβολή, από τον Κινηματογραφικό Τομέα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Την ταινία θα παρουσιάσει ο Δημήτρης Αθανίτης, που θα μιλήσει με τους θεατές μετά την προβολή.

 

Υπόθεση της ταινίας:
Όταν ο Άρης, ένας μοναχικός 35άρης, χωρισμένος, που δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο απολύεται
χωρίς καμιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύμα
μιας ακραίας αδικίας. Όμως ο Άρης δεν είναι μόνος του. Έχει μαζί του και τον εξάχρονο γιο του.

Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Κόρα Καρβούνη, Κώστας Ξυκομηνός, Εύα Στυλάντερ

Κάθε Μέρα, Μία Άλλη Μέρα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Κάθε Μέρα, Μία Aλλη Μέρα»     

(Every Day)

 

  • Είδος: Ερωτική νεανική – Επιστημονικής Φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Σάκσι
  • Με τους: Ανγκούρι Ράις, Μαρία Μπέλο, Ντέμπι Ράιαν, Κόλιν Φορντ, Τζάστις Σμιθ, Οουεν Τιγκ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Odeon

Υπάρχει ή, τέλος πάντων, υπήρχε ποτέ έφηβη ή έφηβος σε αυτή τη Γη, ηλικίας από 13 έως 17, άντε 18 χρόνων, που να ερωτεύτηκε σφόδρα και να έπεσε στα πατώματα, ανιχνεύοντας πρώτα την ψυχή, κι όχι την μούρη ή την κορμάρα ή το στυλ αυτού ή αυτής που φλερτάρει; Γιατί εάν υπάρχει, τότε λανθασμένη εφηβεία έζησα μαζί με μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπων αυτού του πλανήτη. Όλη η ψυχολογία του έφηβου ανθρώπου στηρίζεται στις εικονικές προσλαμβάνουσες, κι όχι στην ψυχική διείσδυση και την συγκομιδή των αρετών και των προτερημάτων του ανθρώπου που γοητεύεται. Η εξωτερική εμφάνιση είναι η πρώτη εικόνα. Ακόμα και η όμορφη Εσμεράλδα ένιωσε αποστροφή κοιτάζοντας για πρώτη φορά τον καμπούρη, κωδωνοκρούστη Κουασιμόδο στην «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτορος Ουγκό. Δεν έπεσε στην αγκαλιά του με την μια (ποτέ δεν έπεσε, άλλωστε), ούτε άρχισε τις γλύκες μαζί του. Πέρασε καιρός μέχρι να αντιληφθεί το μεγαλείο και την καλοσύνη της ψυχής του (τρελά καψούρης ήταν ο άμοιρος Κουάσι με την τσαχπίνα τσιγγάνα) και η Εσμεράλδα να αρχίσει να νοιώθει κάτι. Άρα, το έξω μας παίζει πολύ σοβαρό ρόλο ως προς την αποδοχή μας στο άλλο φύλλο, πόσο μάλιστα όταν ο άνθρωπος βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα την περίοδο της εφηβείας του. Σε ένα πλήθος προτύπων, άσχετα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, ο νέος, ακόμα και ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πολιορκείται ανελέητα από όλα τα είδη των τεχνών και του Τύπου, με σκοπό την μίμηση ή την σύγκριση. Απλό το ερώτημα: Μια ωραία, εφηβική ύπαρξη, ανεξαρτήτου φύλλου, με όλες τις χάρες της ομορφιάς και του Κάλλους, γεμάτη αυτοπεποίθηση και μπρίο είναι δυνατόν να γοητευτεί, στην συνέχεια να ερωτευτεί και να συνυπάρξει με έναν άλλον άνθρωπο γεμάτο μορφολογικά ελαττώματα; Μην αρχίσετε τις άγονες φιλοσοφικές τοποθετήσεις. Η απάντηση είναι μια και ξεκάθαρη. Όχι, Βέβαια! Ακόμα κι αν ο ελαττωματικός, μορφολογικά, άνθρωπος είναι ό,τι πιο καλοκάγαθο και ευγενικό πλάσμα ζει και αναπνέει στη οικουμένη. Αλλά για να το προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα, οι αρχαίοι παππούδες μας έλεγαν, και συγκεκριμένα ο Αγησίλαος, πως «όποιος σφάλει στο σώμα σφάλει και στο μυαλό». Ελάχιστες, μικρές στον αριθμό, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, απλά για να επιβεβαιώνουν τον αρχικό κανόνα.

Η όμορφη και καλών επιδόσεων μαθήτρια, η έφηβη Ριάνον (Ανγκούρι Ράις, καλή) ερωτεύεται μια ψυχή με το όνομα, Έι (Α), η οποία παράξενη και αγνώστου προέλευσης ψυχή, καθημερινά τοποθετείται σε διαφορετικό ανθρώπινο σώμα (ώρα 11:45 αλλάζει κορμί), επιλεγμένο ηλικιακά (έφηβοι, αγόρια κορίτσια) για να ζήσει εμπειρίες ζωής, κυριεύοντας καθολικά, μάλιστα, την συνειδητότητα του ατόμου που κυριεύει. Σε κάποια μετάβαση του, ο Έι (Α), μπαίνει στο σώμα του ανέμελου έφηβου Τζάστιν (Τζάστις Σμιθ), ο οποίος είναι το boyfriend της Ριάνον. Ο Τζάστιν αλλάζει συμπεριφορά και από κλασσικός έφηβος που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, σπαρίλα, ηλεκτρονικά, μπύρες με φίλους, ψιλοπαρτάκιας, για μια ημέρα γίνεται ο ιππότης με το άσπρο άλογο, προσφέροντας ένα ειδυλλιακό, πρωτόγνωρο, ρομαντικό απόγευμα στην Ριάνον. Η Ριάνον δαγκώνει την λαμαρίνα περισσότερο από πριν με τον Τζάντιν, αλλά δεν γνωρίζει, πως όλες αυτές τις ομορφιές και την αγάπη τις εξεδήλωσε η αερομεταφερόμενη ψυχή  Έι (Α), που ήταν στο σώμα του Τζάστιν. Εδώ η ψυχή ερωτεύτηκε την ομορφούλα μας. Την επόμενη ημέρα η ψυχή μεταφέρεται σε μια νεοφερμένη κοπέλα του σχολείου και ο ανυπεράσπιστος Τζάστιν  στην ρουτίνα της εφηβείας του. Η κοπέλα με την ψυχή Έι (Α) μέσα της εκδηλώνεται φιλικά στην Ριάνον, ή Ριάνον ψιλοκομπλάρει, αλλά η ψυχή, καθότι ερωτευμένη δεν το βάζει κάτω. Το επόμενο πρωί τσακώνει έναν θρησκόληπτο, ομοφυλόφιλο, έφηβο, μετά ένα παχύσαρκο, ολίγον τρομακτικό έφηβο, κι εκεί η Ριάνον αρχίζει να μαθαίνει την αλήθεια, καθώς την ενημερώνει από το κινητό, κάθε φορά που μεταφέρεται σε καινούργιο σώμα, ποιο ακριβώς είναι. Η ψυχή Έι (Α) και η έφηβη ερωτεύονται τρελά, ζώντας τον έρωτα τους από σώμα σε σώμα διαφόρων τύπων εφήβων (μαύρος, Ασιάτισσα με αυτοκτονικές τάσεις, βλαχαδερό, βουτυρομπεμπές, χοντροί, κοντοί ψηλοί και πάει λέγοντας), μέχρι που φτάνει η στιγμή να παρθεί η μεγάλη απόφαση, για το τι θα γίνει με την περίπτωση τους.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο μπεστ σέλερ του  συγγραφέα Ντέιβιντ Λέβιθαν «Κάθε Μέρα Άλλος» (εκδόσεις Πατάκη), ο οποίος Λέβιθαν είναι ο συν-σεναριογράφος της πετυχημένης νεανικής κομεντί «Όταν ο Νικ Ερωτεύτηκε τη Νόρα». Την σκηνοθετική ευθύνη έχει ο  Μάικλ Σάκσι (καλός), του «Έρωτας από την Αρχή», με τον Τσάνιγκ Τέιτουμ και την Τζένιφερ Γκάρνερ, σχεδόν, ιδίου ύφους ταινία. Η 17χρονη Ανγκούρι Ράις, που την πρωτοείδαμε να υποδύεται την κόρη του Ράιαν Γκόσλινγκ στην ταινία «Nice Guys» και μετά στην ταινία της Σοφίας Κόπολα «Αποπλάνηση» είναι εξαιρετική στον ρόλο της Ριάνον, κρατάει πολύ ώριμα την ταινία επάνω της και δεν είναι σαχλοκούδουνο, εκτιμώντας, ότι η νεαρά θα έχει λαμπρή κινηματογραφική συνέχεια.

Η ιδέα, ως ιδέα συγγραφής βιβλίου και έπειτα μεταφοράς σε σενάριο, φαντάζει εν πρώτοις καλή, αλλά στο γέμισμα της είναι πάμπτωχη, έως άδεια, διαβάζοντας, μάλιστα, το κίνητρο του συγγραφέα που τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο, ότι: «…τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, όταν δεν έχεις τον εξωτερικό παράγοντα;». Σκέψεις ενός ενήλικα ανθρώπου, που προφανώς θα είχε προβληματική εφηβεία μέσα στην απόρριψη. Ουδείς έφηβος σκέφτεται όπως ο εν λόγω συγγραφέας. Τέλος πάντων, εικάζω, πως η ταινία θα έχει ανταπόκριση στο εφηβικό κοινό και δη στο κοριτσίστικο.               

Αναχώρηση για Παρίσι 15:17

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Αναχώρηση για Παρίσι 15:17»  

(The 15:17 to Paris)

 

  • Είδος: Βιογραφική Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους: Αντονι Σάντλερ, Αλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν, Τζούντι Γκριρ, Τζένα Φίσερ, Ρέι Κορασάνι, Τόμας Λένον και Τόνι Χέιλ
  • Διάρκεια: 194 ’
  • Διανομή: Tanweer

Ο γερόλυκος Κλιντ Ίστγουντ στα 88 χρόνια της ζωής του σκηνοθετεί ακόμα ταινίες, ξεπερνώντας και τον Τζον Χιούστον που στα 81 του σκηνοθέτησε τους «Δουβλινέζους» (1987). Ζωή να έχει ο άνθρωπος, καθώς και αυτή η δημιουργία του δεν αναδύει διόλου γεροντίλα και μανιέρα. Εμμονή, ίσως. Μια εμμονή όμως που την θαυμάζω και ο λόγος είναι, ότι επιβεβαιώνει τα μέγιστα αυτό που λέει: «κάποτε οι ήρωες έψαχναν για συγγραφείς, τώρα οι συγγραφείς ψάχνουν για ήρωες». Αυτή είναι η εμμονή του Κλιντ: Να αναδεικνύει τους πραγματικούς ήρωες της πατρίδας του, αυτούς που τίμησαν την Αμερική (συμφωνείς ή δεν συμφωνείς είναι η αλήθεια), είτε στα πεδία των μαχών, είτε κατά την διάρκεια του επαγγελματικού τους καθήκοντος, ακόμα κι όταν βρίσκονται σε ταξίδι αναψυχής με αυταπάρνηση να σώζουν ανθρώπινες ψυχές. Μια ενέργεια που απουσιάζει από το συνειδησιακό σύμπαν του βολεμένου και απαθούς, σύγχρονου ανθρώπου. Η  ταινία «Αναχώρηση για Παρίσι 15:17» ίσως είναι η τελευταία του τρίπτυχου, μπορεί και όχι, που περιλαμβάνει τον «Ελεύθερο Σκοπευτή», τον «Sully», ταινιών που αφορούν τα πραγματικά ανδραγαθήματα, τους ηρωισμούς, τους άθλους υπαρκτών Αμερικανών πολιτών, γράφοντας την δική τους ιστορία. Γιατί να κατηγορήσω έναν σπουδαίο δημιουργό για αυτή την εμμονή του, όταν ως γήινα όντα βιώνουμε μια εποχή δίχως θετικά πρότυπα, βουτηγμένοι έως την άκρη των χειλέων μας στην κινηματογραφική άρνηση, την ανωμαλία, την κατήφεια και την παρακμιακή θλίψη, που πολλοί επικροτούν ως αριστουργήματα. ΄Ο,τι και είναι οι άνθρωποι που επιλέγει ο Κλιντ, απ΄ όποιο κοινωνικό στρώμα ή υπόστρωμα  προέρχονται, κατάφεραν να γίνουν γνωστοί διεθνώς ως ήρωες. Κι  αυτό, ο γεροντόβραχος Ίστγουντ, ως γνήσιος Αμερικανός που είναι, μπορεί και το προβάλει από το καλλιτεχνικό μέσο που υπηρετεί τόσα χρόνια και μπράβο του! Άλλωστε όλες οι δουλειές του σκηνοθετικά είναι άψογες, βραβευμένες και δεν είναι βαρετές.

 

Μια αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την διεθνή κοινή γνώμη τον Αύγουστο του 2015. Είναι η ιστορία των τριών νέων ανθρώπων που γνωριζόντουσαν από μικρά παιδιά, φτάνοντας στην ηλικία των 22 χρόνων για να αποφασίσουν να ταξιδέψουν παρέα στην κεντρική και την δυτική Ευρώπη. Ο σπουδαστής κολεγίου ‘Αντονι Σάντλερ, ο Ελληνοαμερικάνος εθνοφρουρός του Όρεγκον, Άλεκ Σκαρλάτος, και ο διασώστης του αμερικανικού στρατού, Σπένσερ Στόουν (οι πραγματικοί ήρωες είναι και οι πρωταγωνιστές της ταινίας), ταξιδεύουν με το γαλλικό τρένο «Θαλής» από τις Βρυξέλλες προς το Παρίσι. Άοπλοι και με κίνδυνο τις ζωές τους, μαζί ακόμα έναν επιβάτη, τον Τζέφρι Ι. Στερν ακινητοποιούν έναν Μαροκινό τρομοκράτη, οπλισμένο με Καλάσνικοφ ΑΚ47, ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο δεσμίδες και ένα μαχαίρι, που είχε σκοπό να δολοφονήσει και τους 554 επιβάτες της αμαξοστοιχίας. Το γεγονός ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μέσα από τα ΜΜΕ, μέχρι που ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ παρασημοφόρησε με το μετάλλιο της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής, την υψηλότερη διάκριση του γαλλικού κράτους, τους τέσσερις ήρωες πρωταγωνιστές, καθώς στην συνέχεια συνάντησαν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος τους αποκάλεσε «τους καλύτερους της Αμερικής».

 

Ο Κλίντ Ίστγουντ δεν μένει στο αυτό καθεαυτό γεγονός, αλλά το σενάριο που είναι βασισμένο στο βιβλίο  «The 15:17 to Paris: The True Story of a Terrorist, a Train, and ThreeAmerican Heroes» των Άντονι Σάντλερ, Άλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν και Τζέφρι Ι. Στερν, καταγράφει τις ζωές των τριών φιλών, την γνωριμία τους (τον Άντονι Σάντλερ τον γνώρισαν στην εφηβεία), τις ασχολίες τους και το πως έφτασαν να βρεθούν και οι τρεις στο ευρωπαϊκό ταξίδι αναψυχής ως επιβάτες στο συγκεκριμένο τρένο, την συγκεκριμένη ώρα. Γυρίσματα έγιναν στην Ολλανδία, την Γαλλία, την Ιταλία και όπως οι προηγούμενες ταινίες του Κλιντ, έτσι και αυτή διακρίνεται από την σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία και τον αλάνθαστο ρυθμό της αφήγησης. Μια έντιμη παραγωγή με την υπογραφή του βετεράνου Κλιντ Ίστγουντ. 

Τα «φαντάσματα» της Αμερικής και οι ναζιστικοί δαίμονες σε δυο πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες. Ο Κλιντ Ίστγουντ βάζει σύγχρονους ήρωες να παίξουν τους εαυτούς τους»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μεθοδικά κονιορτοποιήθηκε, χάθηκε στην πνοή της λήθης εκείνο, το μιας άλλης εποχής, παιχνίδι που στήναμε παιδιόθεν (τα αγοράκια ως επί το πλείστον), με τους «καμπόιδες και τους ινδιάνους», όταν ακόμα τα ηρωικά πρότυπα στις παρέες των πιτσιρικάδων, έφεραν μπότες, σπιρούνια και εξάσφαιρα Κολτ. Η κινηματογραφική ψυχαγωγία περασμένων δεκαετιών, όταν το είδος του γουέστερν μεσουρανούσε στις μεγάλες οθόνες, ο πάνοπλος αποικιοκράτης ήταν εκείνος ο μεγαλόψυχος ήρωας, που «γενναία» και συστηματικά εξολόθρευε τους «άγριους», γηγενείς κατοίκους στο γενικότερο και άψογα σχεδιασμένο ολοκαύτωμα της Γης της Επαγγελίας. Από τον «Στρατιώτη Μπλου» (1970) του Ράλφ Νέλσον έως το «Χορεύοντας με τους Λύκους», (1990) του Κέβιν Κόστνερ οι ινδιάνικες φυλές της Βορείου Αμερικής άρχισαν να αποκτούν μια διαφορετική οπτική στις συνειδήσεις των σκεπτόμενων πολιτών του έθνους της αστερόεσσας. Οι ερωτήσεις που γεννήθηκαν για τις απάνθρωπες μεθόδους του αφανισμού των γηγενών Αμερικανών και για την εξουσία, μέχρι απληστίας, των αχανών εκτάσεων από λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, land lords, δεν βρήκαν ποτέ απάντηση, τουλάχιστον από επίσημα χείλη. Τους ινδιάνους της Αμερικής, ποτέ δεν θα τους έκαναν ζάφτι τα ελεεινά, λασπόκαρδα μεταναστευτικά ασκέρια των Ευρωπαίων. Το κατάλαβαν καλά οι ορδές των Ούννων, των Φράγκων και των Σαξόνων μεταναστών, όταν τους είδαν για μια και μοναδική φορά ενωμένους και ψυχωμένους εναντίον του οργανωμένου στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, κατατροπώνοντας τον υπερφίαλο και φιλόδοξο στρατηγό Κάστερ. Μετά άρχισαν ξανά να σκορπίζουν, το έριξαν στα πλιάτσικα, φούντωσαν οι αναμεταξύ τους διαφορές και το «χλωμό» ανθρωπάκι εκμεταλλεύτηκε την στιγμή και τους διέλυσε. Από τη μια τους πότιζε «νερό που καίει» κι από την άλλη δημιουργούσε επιδρομές σε καταυλισμούς, σφάζοντας απροκάλυπτα και αδιακρίτως οτιδήποτε στεκόταν όρθιο σε δυο πόδια. Το ζήτημα των γηγενών κατοίκων της Βόρειας Αμερικής παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα. Αν και γκετοποιημένοι, αδικημένοι και αποδυναμωμένοι, δεν παύει να είναι μια καυτή, ολόασπρη πέτρα, που σιωπηλά ζητάει δικαίωση και την γη της, που έκλεψαν οι απολίτιστοι.     

«Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου»  

(Hostiles)

  • Είδος: Γουέστερν
  • Σκηνοθεσία: Σκοτ Κούπερ
  • Με τους: Κρίστιαν Μπέιλ, Γουές Στάντι, Ρόζαμουντ Πάικ, Σκοτ Σέπερντ, Μπεν Φόστερ, Aνταμ Μπιτς, Τζέσε Πλέμονς, Ρόρι Κοκρέιν
  • Διάρκεια: 133’
  • Διανομή: Odeon

 

Είναι αυτό που ονομάζουμε καθαρόαιμο γουέστερν με όλα τα ενδιαφέροντα, old fashion συστατικά τού κινηματογραφικού είδους και με την δυναμική ανάπτυξης της πλοκής απόλυτα ευθυγραμμισμένη στα σημερινά δεδομένα της σκηνοθετικής αντίληψης. Πολυεδρικό φιλμ, καθ΄ όλα στέρεο, με όλες τις πλευρές του τοποθετημένες στην σωστή οπτική δράσης, ώστε έντεχνα να αποκαλύπτεται η ένταση, η αμφιβολία, το καθήκον, το ανθρώπινο συναίσθημα και να καταγράφεται σταδιακά και γόνιμα η πορεία της λύτρωσης.  Καλοί, κακοί, βίαιοι, θύτες και θύματα, ένα δεμάτι ανθρώπινων χαρακτήρων εκδηλώνουν τις παρουσίες τους, διασχίζοντας την πολλά υποσχόμενη γη της αμερικανικής υπαίθρου του 1892. Πορεία κολασμένη, τόσο για την σωματική ακεραιότητα των ηρώων, όσο και για τα τοξικά κατάλοιπα της ψυχής.  

Ο μεγάλος εμφύλιος έχει τελειώσει, το ξεπάστρεμα των γηγενών Αμερικανών έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία (ελάχιστοι ινδιάνοι το παλεύουν ακόμα μεμονωμένα) και η γη της βαθιάς, ευλογημένης Εσπερίας έχει αρχίσει να διαφεντεύεται από τα χλωμά πρόσωπα. Ο επίσημος στρατός των ενωμένων πολιτειών (των Βορείων για να είμαστε συγκεκριμένοι), με τα επανδρωμένα και οργανωμένα οχυρά-στρατόπεδα διασκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του βορειοαμερικανικού, κατακτημένου ορίζοντα ελέγχουν και ρυθμίζουν στρατιωτικά την επικράτεια που βρίσκεται σε αναβρασμό προόδου. Πόλεις από τους υπάρχοντες αποίκους, αλλά και νεομετανάστες Ευρωπαίους (αυτοί κι αν ήταν λαθρομετανάστες) στήνονται γρήγορα στις ασφαλείς πια περιοχές. Το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτείνεται με ραγδαίους ρυθμούς και η νέα εποχή ανατέλλει. Οι διάφορες φυλές των ηττημένων Ινδιάνων έχουν περιοριστεί από την κυβέρνηση σε ενδεδειγμένους γεωγραφικούς χώρους (γκέτο), θάβοντας οριστικά οι πολέμαρχοι το τόμαχοκ του πολέμου. Στο Νέο Μεξικό υπάρχει το οχυρό Μπέρινγκερ, που υπηρετεί ο θρυλικός ινδιανοφάγος λοχαγός Τζότζεφ Μπλόγκερ (Κρίστιαν Μπέιλ, απίθανος), ο οποίος με ρητή και αμετάκλητη διαταγή του διοικητή του, κόντρα στις πεποιθήσεις του, αναλαμβάνει μια αποστολή: Να μεταφέρει τον χειρότερο εχθρό του, τον ετοιμοθάνατο, καρκινοπαθή, αιχμάλωτο αρχηγό των Σεγιέν, το Κίτρινο Γεράκι (Γουές Στάντι, αυτή τη φορά ως ινδιάνος είναι σοφός και ήρεμος) στην όμορφη Μοντάνα, για να δει την πατρώα γη του για τελευταία φορά πριν εγκαταλείψει η ψυχή του τα γήινα. Μια δημοσιοσχετίστικη αποστολή, που οργανώθηκε επιμελώς από τα κυβερνητικά επιτελεία των ΗΠΑ, παρουσιάζοντας οι σφαγείς κατακτητές το καλό, το ειρηνικό και το συνενωτικό προσωπείο τους, τόσο στους εναπομείναντες, αποδεκατισμένους ινδιάνους, όσο και στο γενικότερο πλαίσιο του πολιτικά ορθού της νέας κατάστασης πραγμάτων. Ο φύλαρχος με την οικογένεια του, μια μικρή σε αριθμό ομάδα στρατιωτών και ο λοχαγός Μπλόγκερ, που μισεί θανάσιμα τον ινδιάνο (ο αρχηγός είχε σκοτώσει τους φίλους και συμπολεμιστές τού λοχαγού), ξεκινούν το ταξίδι τους. Κατά την διαδρομή συναντούν την σαλταρισμένη, χαροκαμένη μάνα και σύζυγο, Ρόζαλι Κουέιντ (Ρόζαμουντ Πάικ, εκπληκτική) να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στην διαλυμένη αγροικία της και να «περιποιείται» τα τρία σκοτωμένα παιδιά της, ενώ ο άνδρας της είναι κι αυτός νεκρός από την επιδρομή μιας ομάδας ανένταχτων Απάτσι. Η γυναίκα ακολουθεί την ομάδα του λοχαγού Τζόζεφ στο ταξίδι και όλοι μαζί για να επιβιώσουν πρέπει να ξεπεράσουν, όχι μόνο τους εξωτερικούς κινδύνους αλλά και τους εσωτερικούς τους δαίμονες.

Από την πρώτη κιόλας ταινία του, το υπέροχο κάντρι «Crazy Heart» του 2009 (χάρισε το πρώτο Όσκαρ Ερμηνείας στον Τζεφ Μπρίτζες), ο Αμερικανός σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ, σήμερα σαράντα οκτώ μάηδων, έδειξε ότι έχει ψυχούλα στο να αποτυπώνει μια διαφορετική Αμερική, ελάχιστα σκαλοπάτια πριν τον θεοσκότεινο κοινωνικό πάτο. Όχι, δεν είναι πεσιμιστής, μηδέ καταγραφέας του αυτοκτονικού περιθωρίου. Περισσότερο μοιάζει με παιδί της πιάτσας, που διαθέτει νιονιό και καλή σκηνοθετική οπτική, αφήνοντας ελεύθερη την όποια προοπτική καλυτέρευσης του ανθρώπινου στοιχείου. Τουλάχιστον, αυτού του στοιχείου που αξίζει. Το αποδεικνύει άλλωστε στην αμέσως επόμενη δουλειά του το 2013 και στην «Σκουριασμένη Πόλη» (Out of the Furnace), πάλι με τον Κρίστιαν Μπέιλ και τον Κέισι Άφλεκ δίπλα του, οπότε, λες, «οκ… το έχει ο άνθρωπος και μας τα ρίχνει καλά». Στο «Black Mass» (Ανίερη Συμμαχία) του 2015, απογυμνώνει τον Τζόνι Ντεπ από τα blockbuster μπιχλιμπίδια του, τον μεταμορφώνει κυριολεκτικώς και τον αμολάει σε μια ατμοσφαιρική γκανγκστερική ταινία πολιτικού περιεχομένου που αφορά τα σάπια σωθικά της ίδιας της Αμερικής. Καταλήγοντας στο σημερινό «Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», διακρίνουμε έντονα, όπως και στο «Black Mass», την διάθεση του Κούπερ να βάζει στο αμόνι ιστορικά γεγονότα και το πως αυτά διαπλάθουν στο διηνεκές το status των συμπατριωτών του. Εδώ, ρίχνει την σφύρα με σθένος στο κομβικό σημείο, που ονομάζεται ως η καθολική επικράτηση των αποικιοκρατών στην γη της Αμερικής και το στραπατσάρει, αλλάζοντας του σχήμα και μορφή. Η πατριωτική μεν, εκδοχή του θέματος υλοποιείται αψεγάδιαστα στο πρόσωπο του υπηρεσιακού και υπάκουου αξιωματικού του στρατού (Κρίστιαν Μπέιλ), ο οποίος εκτελεί όλες τις διαταγές και τις αποστολές αποτελεσματικά, αλλά τελικά δε, αναδύεται ένας σκεπτικισμός, που πηγάζει από την μόρφωση του (διαβάζει τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ), για να τον οδηγήσει στην αμφισβήτηση. Η πορεία με τον άσπονδο ινδιάνο εχθρό του και η συνάντηση με την βαρυπενθούσα γυναίκα, που βλέπει ερυθρόδερμους και της σηκώνεται η τρίχα θα αρχίσουν να τραβούν το βαρύ πέπλο της ψυχής του και να τον απελευθερώνουν. Τον μετασχηματισμό του λοχαγού θα τον σχηματοποιήσει ένας κρατούμενος συμπολεμιστής τους (Μπεν Φόρεστ, καλός), ο οποίος οδηγείται σε απαγχονισμό, λόγω της βάρβαρης συμπεριφοράς του απέναντι σε ινδιάνους (εδώ καταγράφει ο Κούπερ και την υποκρισία).  

Οι κουβέντες  λιτές και στακάτες, όπως: «δεν ξέρεις πόσο αλλάζει τον άνθρωπο ένας πόλεμος» μας θυμίζουν τον, επίσης, πατριώτη, λοχαγό Τομ Χανκς στην «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ, που σκότωνε και πάλι σκότωνε για την ελευθερία, την πατρίδα, ενώ πριν καταταγεί ήταν ένας καλοσυνάτος, καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας. Το τι ήταν πριν τον στρατό και την ρετσινιά του αιμοσταγούς ινδιανοφάγου, ο μορφωμένος Κρίστιαν Μπέιλ δεν απαντάται στην ιστορία, αφήνοντας στον θεατή μια γλυκιά γεύση, εκεί, στην σεκάνς του φινάλε της ταινίας για να αποχωρήσεις από την σκοτεινή αίθουσα με την ταινία να μαμουνιάζει  μέσα στο κεφάλι σου. Μεστό γουέστερν, καλοσχηματισμένο, σε sinemascope format να γεμίζει η οθόνη, σύγχρονο, όλο κρεμασμένο πάνω στον υπέροχο Μπέιλ, άλλοτε με ανοιχτά πλάνα να φωτίζεται η γαλήνια ύπαιθρος, όπως προστάζει το είδος των ταινιών, κι άλλοτε με κοντινά γεμάτα σιωπές και αγωνία πορτρέτα. Προσεγμένο σενάριο  του βετεράνου Ντόναλντ Στιούαρτ (Όσκαρ Σεναρίου για τον «Αγνοούμενο», 1982 του Κώστα Γαβρά). Καλή δουλειά που σίγουρα θα αγνοηθεί στα επόμενα βραβεία Όσκαρ.  

«Μαζί ή Τίποτα»                      

(Aus dem Nichts  / In the Fade)

  • Είδος: Κοινωνικό-πολιτικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν
  • Με τους: Ντάιαν Κρούγκερ, Ντένις Μοσκίτο, Γιοχάνες Κρις, Ούλριχ Τουκούρ, Νουμάν Ατζάρ.
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Rosebud 21 / Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας – Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών (Ντάινα Κρούγκερ).

 

Ο ταλαντούχος και πολλάκις βραβευμένος Τουρκογερμανός σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν («Μαζί, Ποτέ!», «Η Άκρη του Ουρανού», «Soul Kitchen», «Η Μαχαιριά», «»Αντίο Βερολίνο»), είναι από τους αγαπημένους auteur των Ευρωπαίων σινεφίλ και ιδιαίτερα συμπαθής στην Ελλάδα. Φέτος, με την κατάκτηση της Χρυσής Σφαίρας στην κατηγορία της Ξενόγλωσσης Ταινίας, που συστήθηκε για τα καλά και στο κινηματογραφικό κοινό της αντιπέρα όχθης του Ατλαντικού, θα γίνει και των Αμερικανών. Αν και το θέμα που πραγματεύεται η ταινία και είναι η νεοναζιστική τρομοκρατία, δεν ξέρω πόσο θετικά θα τέρψει τα φυλλοκάρδια των Αμερικανών.

Η Γερμανίδα Κάτια (Ντάιαν Κρούγκερ, καταπληκτική), παντρεύεται στις φυλακές τον τιμωρημένο για εμπόριο ναρκωτικών, κουρδικής καταγωγής, σύντροφό της Νούρι (Νουμάν Ατζάρ). Ο Νούρι αποφυλακίζεται και ξεκινάει μια νέα ζωή, ανοίγοντας λογιστικό γραφείο, αφήνοντας πίσω του το παραβατικό παρελθόν του. Το ζευγάρι φέρνει στην ζωή τον γιο τους Ρόκο. Έπειτα από μερικά χρόνια, ένα πρωί, η Κάτια αφήνει στο γραφείο του άνδρα της τον μικρό Ρόκο για να τακτοποιήσει τις πρωινές δουλειές της. Το γραφείο του Κούρδου λογιστή γίνεται στόχος τρομοκρατικής, βομβιστικής επίθεσης με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο πατέρας και μικρός γιός του. Ο κόσμος της Κάτιας διαλύεται κι αποφασίζει να δώσει τέρμα στην ζωή της, καθώς δεν υπάρχει κανένα νόημα πια, δίχως τον αγαπημένο άνδρα και παιδί της. Το μήνυμα του δικηγόρου της, πως συνέλαβαν τους δράστες της βομβιστικής επίθεσης της δίνει κουράγιο και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει στα έδρανα του δικαστηρίου τους δολοφόνους της οικογένεια της. Οι ένοχοι είναι μέλη νεοναζιστικής οργάνωσης με διεθνές δίκτυο δράσης, που φθάνει έως την Ελλάδα και την οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Η κατάθεση στη δίκη του Έλληνα χρυσαυγίτη και ιδιοκτήτη ξενοδοχείου Νικόλα Μάκαρη (Γάννης Οικονομίδης, καλός) και κάποια στημένα δικονομικά τερτίπια της υπεράσπισης, η δικαστικά έδρα αθωώνει τους νεοναζί, δολοφόνους βομβιστές και η Κάτια βρίσκεται σε απόγνωση. Αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια της και να εκδικηθεί τον άδικο χαμό του άνδρα και του μικρού παιδιού της.

 

Είναι γνωστό, ότι η Ευρώπη βιώνει αισθητά στο πετσί της την ύστατη ζαριά του γερμανικού Ράιχ. Ο κόσμος το έχει τούμπανο και οι Γερμανοί κρυφό καμάρι, ότι σύσσωμο το βλέμμα του γερμανικού έθνους ήταν, είναι και θα είναι πάντα στραμμένο στο ένδοξο ναζιστικό παρελθόν τους και τα μεγαλεία τους. Όλα τα υπόλοιπα, περί μεταμέλειας και συγχωρήσεων είναι ψιμύθια για να βαυκαλιζόμαστε, πως όλα βαίνουν καλώς. Αυτό εκφράζει, έμμεσα και άμεσα ο Φατίχ Ακίν στην ταινία του και το αποτυπώνει, ο μπαγασας, εύστοχα, αρχής γενομένης με την δίκη παρωδία και τις συνοπτικές διαδικασίες που χρησιμοποιεί το δικαστικό σύστημα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το ναζιστικό τέρας υπάρχει και είναι ολοζώντανο στην σκοτεινή σπηλιά του, έτοιμο να κατασπαράξει ξανά το σύμπαν. Στην τελική απόφαση της Κάτιας, την οποία η Κρούγκερ ερμηνευτικά ανεβάζει στα ουράνια, ως γυναίκα, σύζυγος και μάνα, που ο δαίμονας του παρελθόντος αφάνισε στον παρόντα χρόνο τον κόσμο της δεν αντιδρώ διόλου, αλλά ως σκιά που κατάντησε μετά το τρομερό γεγονός που την βρήκε και την διαπίστωση, πως η χώρα της δεν ξέχασε, δεν τιμωρεί με την χειρότερη των ποινών, αντιθέτως υποθάλπει τέτοιους είδους ενέργειες, συμφωνώ με την κατάληξη της ταινίας που δίνει ο σκηνοθέτης. Καλή δουλειά του Ακίν, που αξίζει να δείτε για να διαπιστώσετε, πως εκείνο το παλιό, σκοτεινό τοπίο της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορία, που μετατόπισε το κέντρο βάρους της ανθρώπινης προόδου στο σκότος είναι σε εγρήγορση. Εμείς οι Έλληνες το βιώνουμε αυτά τα χρόνια έντονα σε όλους τους τομείς, σαν να μην πέρασαν επτά δεκαετίες από την απελευθέρωση της χώρας μας.                        

«Αναχώρηση για Παρίσι 15:17»  

(The 15:17 to Paris)

 

  • Είδος: Βιογραφική Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους: Αντονι Σάντλερ, Αλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν, Τζούντι Γκριρ, Τζένα Φίσερ, Ρέι Κορασάνι, Τόμας Λένον και Τόνι Χέιλ
  • Διάρκεια: 194 ’
  • Διανομή: Tanweer

Ο γερόλυκος Κλιντ Ίστγουντ στα 88 χρόνια της ζωής του σκηνοθετεί ακόμα ταινίες, ξεπερνώντας και τον Τζον Χιούστον που στα 81 του σκηνοθέτησε τους «Δουβλινέζους» (1987). Ζωή να έχει ο άνθρωπος, καθώς και αυτή η δημιουργία του δεν αναδύει διόλου γεροντίλα και μανιέρα. Εμμονή, ίσως. Μια εμμονή όμως που την θαυμάζω και ο λόγος είναι, ότι επιβεβαιώνει τα μέγιστα αυτό που λέει: «κάποτε οι ήρωες έψαχναν για συγγραφείς, τώρα οι συγγραφείς ψάχνουν για ήρωες». Αυτή είναι η εμμονή του Κλιντ: Να αναδεικνύει τους πραγματικούς ήρωες της πατρίδας του, αυτούς που τίμησαν την Αμερική (συμφωνείς ή δεν συμφωνείς είναι η αλήθεια), είτε στα πεδία των μαχών, είτε κατά την διάρκεια του επαγγελματικού τους καθήκοντος, ακόμα κι όταν βρίσκονται σε ταξίδι αναψυχής με αυταπάρνηση να σώζουν ανθρώπινες ψυχές. Μια ενέργεια που απουσιάζει από το συνειδησιακό σύμπαν του βολεμένου και απαθούς, σύγχρονου ανθρώπου. Η  ταινία «Αναχώρηση για Παρίσι 15:17» ίσως είναι η τελευταία του τρίπτυχου, μπορεί και όχι, που περιλαμβάνει τον «Ελεύθερο Σκοπευτή», τον «Sully», ταινιών που αφορούν τα πραγματικά ανδραγαθήματα, τους ηρωισμούς, τους άθλους υπαρκτών Αμερικανών πολιτών, γράφοντας την δική τους ιστορία. Γιατί να κατηγορήσω έναν σπουδαίο δημιουργό για αυτή την εμμονή του, όταν ως γήινα όντα βιώνουμε μια εποχή δίχως θετικά πρότυπα, βουτηγμένοι έως την άκρη των χειλέων μας στην κινηματογραφική άρνηση, την ανωμαλία, την κατήφεια και την παρακμιακή θλίψη, που πολλοί επικροτούν ως αριστουργήματα. ΄Ο,τι και είναι οι άνθρωποι που επιλέγει ο Κλιντ, απ΄ όποιο κοινωνικό στρώμα ή υπόστρωμα  προέρχονται, κατάφεραν να γίνουν γνωστοί διεθνώς ως ήρωες. Κι  αυτό, ο γεροντόβραχος Ίστγουντ, ως γνήσιος Αμερικανός που είναι, μπορεί και το προβάλει από το καλλιτεχνικό μέσο που υπηρετεί τόσα χρόνια και μπράβο του! Άλλωστε όλες οι δουλειές του σκηνοθετικά είναι άψογες, βραβευμένες και δεν είναι βαρετές.

 

Μια αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την διεθνή κοινή γνώμη τον Αύγουστο του 2015. Είναι η ιστορία των τριών νέων ανθρώπων που γνωριζόντουσαν από μικρά παιδιά, φτάνοντας στην ηλικία των 22 χρόνων για να αποφασίσουν να ταξιδέψουν παρέα στην κεντρική και την δυτική Ευρώπη. Ο σπουδαστής κολεγίου ‘Αντονι Σάντλερ, ο Ελληνοαμερικάνος εθνοφρουρός του Όρεγκον, Άλεκ Σκαρλάτος, και ο διασώστης του αμερικανικού στρατού, Σπένσερ Στόουν (οι πραγματικοί ήρωες είναι και οι πρωταγωνιστές της ταινίας), ταξιδεύουν με το γαλλικό τρένο «Θαλής» από τις Βρυξέλλες προς το Παρίσι. Άοπλοι και με κίνδυνο τις ζωές τους, μαζί ακόμα έναν επιβάτη, τον Τζέφρι Ι. Στερν ακινητοποιούν έναν Μαροκινό τρομοκράτη, οπλισμένο με Καλάσνικοφ ΑΚ47, ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο δεσμίδες και ένα μαχαίρι, που είχε σκοπό να δολοφονήσει και τους 554 επιβάτες της αμαξοστοιχίας. Το γεγονός ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μέσα από τα ΜΜΕ, μέχρι που ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ παρασημοφόρησε με το μετάλλιο της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής, την υψηλότερη διάκριση του γαλλικού κράτους, τους τέσσερις ήρωες πρωταγωνιστές, καθώς στην συνέχεια συνάντησαν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος τους αποκάλεσε «τους καλύτερους της Αμερικής».

Ο Κλίντ Ίστγουντ δεν μένει στο αυτό καθεαυτό γεγονός, αλλά το σενάριο που είναι βασισμένο στο βιβλίο  «The 15:17 to Paris: The True Story of a Terrorist, a Train, and ThreeAmerican Heroes» των Άντονι Σάντλερ, Άλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν και Τζέφρι Ι. Στερν, καταγράφει τις ζωές των τριών φιλών, την γνωριμία τους (τον Άντονι Σάντλερ τον γνώρισαν στην εφηβεία), τις ασχολίες τους και το πως έφτασαν να βρεθούν και οι τρεις στο ευρωπαϊκό ταξίδι αναψυχής ως επιβάτες στο συγκεκριμένο τρένο, την συγκεκριμένη ώρα. Γυρίσματα έγιναν στην Ολλανδία, την Γαλλία, την Ιταλία και όπως οι προηγούμενες ταινίες του Κλιντ, έτσι και αυτή διακρίνεται από την σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία και τον αλάνθαστο ρυθμό της αφήγησης. Μια έντιμη παραγωγή με την υπογραφή του βετεράνου Κλιντ Ίστγουντ. 

«Mudbound: Δάκρυα στο Μισισιπή»        

(Mudbound)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Ντι Ρις
  • Με τους: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Τζέισον Κλαρκ, Γκάρρετ Χέντλουντ, Τζέισον Μίτσελ, Μέρι Τζ. Μπλάιτζ
  • Διάρκεια: 134΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

 Τα γνωστά και μη εξαιρετέα. Δηλαδή, πωρωμένος, αμερικανικός νότος (προ και μεταπολεμικής χρονικής περιόδου) με τις φυλετικές διαμάχες, τις αγεφύρωτες σχέσεις των μαύρων και των λεύκων με βάση την καλλιεργήσιμη, λασπωμένη γη και τα απατηλά όνειρα για ειρήνη, ευημερία και συνύπαρξη όλων των ανθρωποχρωμάτων, ως γνωστόν, δεν είναι κάτι το καινοτόμο για την 7η Τέχνη. Ταινία που το σενάριο της είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα της λευκούλας, Τεξανής συγγραφέως Χίλαρι Τζόρνταν. Ποια είναι, όμως, η διαφορά του  «Mudbound» (πιστή μετάφραση είναι «Οι Δεσμοί της Λάσπης») από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους; Είναι, ότι η σκηνοθέτις Ντι Ρις, πρώτον είναι γυναίκα, όπως και η συγγραφέας και δεύτερον, είναι Αφροαμερικάνα, που δεν είναι η συγγραφέας. Οπότε η κινηματογραφική οπτική της στην δεύτερη μεγάλους μήκους ταινία της Ρις, καθότι ασχολείται με ένα τόσο χιλιοειπωμένο λογοτεχνικό, μουσικό, θεατρικό, κινηματογραφικό θέμα, αξίζει την προσοχή μας. Κι όπου, βεβαίως, υπάρχει φυλετικό, αναπηρία και ομοφυλοφιλικό, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, σπεύδει να επιδείξει ζήλο και ευαισθησία, όπως τώρα, προτείνοντας την ταινία για Όσκαρ σε τέσσερις κατηγορίες (Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την Μέρι Τζ. Μπλάιτζ,  Καλύτερης Φωτογραφίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Μουσικής). Να επισημάνουμε, όμως, ότι το τραγούδι που ακούγεται στην ταινία με τον τίτλο: «Mighty River», ερμηνευμένο από την βαθιά soul φωνή της Μέρι Τζ. Μπλάιτζ (γραμμένο από την ίδια) και είχε προταθεί για Χρυσή Σφαίρα, είναι καταπληκτικό. Όπως όλο το score της ταινίας με έντονα τα blues και gospel στοιχεία, είναι δυνατό.

Δυο οικογένειες, οι λευκοί κτηματίες Μακάλαν και οι μαύροι εργάτες της γης Τζάκσον συνυπάρχουν με όλες τις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες που διακρίνουν τον αμερικανικό νότο. Οι Μακάλαν, δηλαδή, ο μορφωμένος, υπεύθυνος, μηχανολόγος Χένρι (Τζέισον Κλαρκ, καλός) και η καλοσυνάτη γυναίκα του, με γαλλικά και πιάνο, Λάουρα (Κάρεϊ Μάλιγκαν, καλή) μετακομίζουν από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του Μέμφις κυνηγώντας το όνειρο του συζύγου για ένα καλύτερο αύριο στην ύπαιθρο του Νότου. Αγοράζουν μια καλλιεργήσιμη έκταση με σκοπό να την εκμεταλλευτούν οικονομικά και να φτιάξουν την ζωή τους, που εκτός των δυο μικρών θυγατέρων τους, το ζευγάρι φορτώνεται και τον κακότροπο, γεροξούρα πατέρα του Χένρι, τον φυλετιστή και άξεστο Πάπι Μακάλαν  (Τζόναθαν Μπανκς, καλός). Από τα σαλόνια στα κατώγια, καθώς το σπίτι που διαμένουν καταμεσής των χωραφιών είναι ένας εφιάλτης. Ο αδελφός του Χένρι και γαμπρός της Λάουρα, ο ρομαντικός, ευαίσθητος, γοητευτικός μποέμ, Τζέμι Μακάλαν (Γκάρρετ Χέντλουντ, πολύ καλός) με την ένταξη της Αμερικής στον πόλεμο κατατάσσεται στην αεροπορία και βρίσκεται ως πιλότος βομβαρδιστικού στην καρδιά του Β΄ΠΠ και μάλιστα στις μάχες του Ειρηνικού με την Ιαπωνία. Παίζει και φλερτ ανάμεσα στον Τζέιμς και την λεπτεπίλεπτη Λαόυρα. Η μαύρη οικογένεια των Τζάκσον, δηλαδή, ο πάτερ φαμίλιας Χαπ (Ρομπ Μόργκαν, καλός), από προγόνους καραμπινάτους σκλάβους, εκτός της αγάπης, της φιλοτιμίας ως εργάτης – επιστάτης στην γη των Μακάλαν είναι και ο πάστορας στην μικρή εργατική, κοινωνία των μαύρων. Μαζί με την γυναίκα του Φλόρενς (Μέρι Τζ. Μπλάιτζ, καλή), η οποία είναι εμπειρική μαία και όλη την φτωχή και αγαπημένη, πολύτεκνη φαμίλια στήνουν σχέδια, κάνουν όνειρα για το πως θα αποκτήσουν, κάποια στιγμή, την δική τους γη, έπειτα από την κυβερνητική απόφαση περί μοιρασιάς τιμαρίων σε μαύρους γεωργούς. Προλαβαίνει όμως ο πόλεμος και τα σχέδια, τα όνειρα πάνε πίσω. Ο μεγάλος γιός της οικογένειας Τζάκσον, ο τολμηρός Ρόνσελ (Τζέισον Μίτσελ, καταπληκτικός), φεύγει για το μέτωπο και μάλιστα στα τεθωρακισμένα. Ως διοικητής άρματος, οι συμπολεμιστές του (παντός χρώματος) τον εκτιμούν, τον σέβονται και στο επιχειρησιακό θέατρο της δυτικής Ευρώπης, παρασημοφορείται για την ανδρεία του. Όσο διαρκεί ο πόλεμος σχετίζεται ερωτικά με μια λευκή, ξανθιά Γερμανίδα και όπως λέει ο ίδιος: «οι Ευρωπαίοι δεν έχουν φυλετικά σύνδρομα. Η ζωή για έναν μαύρο στην Ευρώπη είναι ίδια όπως για έναν λευκό». Ο πόλεμος τελειώνει και οι στρατιώτες επιστρέφουν στην πατρίδα, μαζί τους οι: Τζέιμς Μακάλαν και ο Ρόνσελ Τζάκσον. Οι δυο άνδρες που έζησαν την κόλαση του πολέμου δημιουργούν μια φιλία, η οποία δημιουργεί προβλήματα στην κοινωνία των λευκών και στους φυλετιστές νότιους. Οι δύο οικογένειες έρχονται σε σύγκρουση και ο θυμός, η οργή, η αδικία αποκαλύπτονται βίαια και απάνθρωπα στην υγρή γη των ονείρων. Μια δραματική εξέλιξη θα αναδείξει όλο το πρωτόγονο και απολίτιστο στοιχείο μεγάλης μερίδας του αμερικανικού λαού, που μέχρι σήμερα είναι ζωντανό και έντονο.

Το βιβλίο της  Χίλαρι Τζόρνταν δεν το έχω διαβάσει, αλλά κρίνοντας την κινηματογραφική μεταφορά του στο σενάριο της ομότιτλης ταινίας που επιμελήθηκε ο τηλεοπτικός σεναριογράφος και παραγωγός Βέρτζιλ Γουίλιμας («Εντατική», «24», «Criminal Minds») μαζί με την σκηνοθέτιδα Ντι Ρις, επισημαίνω μια καλή αφηγηματική ροή από τους ίδιους τους ήρωες, κάθε φορά που ξεδιπλώνονται οι ιστορίες τους. Έξυπνο, ευχάριστο και ξεκούραστο, καθώς υπάρχει αρκετό voice over στην ταινία. Ευαίσθητη η σκηνοθετική προσέγγιση της Ρις, έντονα και τα σημεία της διαμαρτυρίας ως προς την διαχείριση του άλυτου κοινωνικού ζητήματος των φυλετικών διακρίσεων. Η φωτογραφία της Ρέιτσελ Μόρισον, πραγματικά είναι αξιοπρόσεκτη, αιχμαλωτίζοντας τόσο το συναίσθημα των ηρώων, όσο και την άλλοτε λασπωμένη, άλλοτε ηλιόλουστη γη του αμερικανικού νότου. Βέβαια, η συγγραφέας έχει ράψει στα κεφάλαια της όλα τα λογοτεχνικά μοτίβα των συγγραφέων του κατατρεγμού της πατρίδας της, από τον Στάινμπεκ έως τον Σάλιντζερ, από την Ζόρα Νεάλες Χόρστον έως την Τόνι Μόρισον και την Άλις Γουόκερ. Μια στρωτή ιστορία με έντονο, δραματικό φινάλε, που δεν διαφέρει από άλλες του είδους. Τομές δεν υπάρχουν, παρά μόνο, ότι η Ευρώπη δεν έχει φυλετικά κόμπλεξ με τους μαύρους, όπως η Αμερική… Εκτός, εάν είναι μουσουλμάνοι. Η  Μέρι Τζ. Μπλάιτζ, που διεκδικεί το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου είναι στιβαρή και θαυμαστή, αλλά έχει να αντιμετωπίσει μια σκληρή αντίπαλο σε αυτή την κατηγορία, που ακούει στο όνομα Άλισον Τζάνεϊ και υποδύεται την αποκρουστική μητέρα της πρωταθλήτριας του πατινάζ Τόνια Χάρτινγκ στο biopic «Εγώ, η Τόνια».                     

 «Κάθε Μέρα, Μία Aλλη Μέρα»       

(Every Day)

 

  • Είδος: Ερωτική νεανική – Επιστημονικής Φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Σάκσι
  • Με τους: Ανγκούρι Ράις, Μαρία Μπέλο, Ντέμπι Ράιαν, Κόλιν Φορντ, Τζάστις Σμιθ, Οουεν Τιγκ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Odeon

 

Υπάρχει ή, τέλος πάντων, υπήρχε ποτέ έφηβη ή έφηβος σε αυτή τη Γη, ηλικίας από 13 έως 17, άντε 18 χρόνων, που να ερωτεύτηκε σφόδρα και να έπεσε στα πατώματα, ανιχνεύοντας πρώτα την ψυχή, κι όχι την μούρη ή την κορμάρα ή το στυλ αυτού ή αυτής που φλερτάρει; Γιατί εάν υπάρχει, τότε λανθασμένη εφηβεία έζησα μαζί με μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπων αυτού του πλανήτη. Όλη η ψυχολογία του έφηβου ανθρώπου στηρίζεται στις εικονικές προσλαμβάνουσες, κι όχι στην ψυχική διείσδυση και την συγκομιδή των αρετών και των προτερημάτων του ανθρώπου που γοητεύεται. Η εξωτερική εμφάνιση είναι η πρώτη εικόνα. Ακόμα και η όμορφη Εσμεράλδα ένιωσε αποστροφή κοιτάζοντας για πρώτη φορά τον καμπούρη, κωδωνοκρούστη Κουασιμόδο στην «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτορος Ουγκό. Δεν έπεσε στην αγκαλιά του με την μια (ποτέ δεν έπεσε, άλλωστε), ούτε άρχισε τις γλύκες μαζί του. Πέρασε καιρός μέχρι να αντιληφθεί το μεγαλείο και την καλοσύνη της ψυχής του (τρελά καψούρης ήταν ο άμοιρος Κουάσι με την τσαχπίνα τσιγγάνα) και η Εσμεράλδα να αρχίσει να νοιώθει κάτι. Άρα, το έξω μας παίζει πολύ σοβαρό ρόλο ως προς την αποδοχή μας στο άλλο φύλλο, πόσο μάλιστα όταν ο άνθρωπος βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα την περίοδο της εφηβείας του. Σε ένα πλήθος προτύπων, άσχετα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, ο νέος, ακόμα και ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πολιορκείται ανελέητα από όλα τα είδη των τεχνών και του Τύπου, με σκοπό την μίμηση ή την σύγκριση. Απλό το ερώτημα: Μια ωραία, εφηβική ύπαρξη, ανεξαρτήτου φύλλου, με όλες τις χάρες της ομορφιάς και του Κάλλους, γεμάτη αυτοπεποίθηση και μπρίο είναι δυνατόν να γοητευτεί, στην συνέχεια να ερωτευτεί και να συνυπάρξει με έναν άλλον άνθρωπο γεμάτο μορφολογικά ελαττώματα; Μην αρχίσετε τις άγονες φιλοσοφικές τοποθετήσεις. Η απάντηση είναι μια και ξεκάθαρη. Όχι, Βέβαια! Ακόμα κι αν ο ελαττωματικός, μορφολογικά, άνθρωπος είναι ό,τι πιο καλοκάγαθο και ευγενικό πλάσμα ζει και αναπνέει στη οικουμένη. Αλλά για να το προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα, οι αρχαίοι παππούδες μας έλεγαν, και συγκεκριμένα ο Αγησίλαος, πως «όποιος σφάλει στο σώμα σφάλει και στο μυαλό». Ελάχιστες, μικρές στον αριθμό, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, απλά για να επιβεβαιώνουν τον αρχικό κανόνα.

Η όμορφη και καλών επιδόσεων μαθήτρια, η έφηβη Ριάνον (Ανγκούρι Ράις, καλή) ερωτεύεται μια ψυχή με το όνομα, Έι (Α), η οποία παράξενη και αγνώστου προέλευσης ψυχή, καθημερινά τοποθετείται σε διαφορετικό ανθρώπινο σώμα (ώρα 11:45 αλλάζει κορμί), επιλεγμένο ηλικιακά (έφηβοι, αγόρια κορίτσια) για να ζήσει εμπειρίες ζωής, κυριεύοντας καθολικά, μάλιστα, την συνειδητότητα του ατόμου που κυριεύει. Σε κάποια μετάβαση του, ο Έι (Α), μπαίνει στο σώμα του ανέμελου έφηβου Τζάστιν (Τζάστις Σμιθ), ο οποίος είναι το boyfriend της Ριάνον. Ο Τζάστιν αλλάζει συμπεριφορά και από κλασσικός έφηβος που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, σπαρίλα, ηλεκτρονικά, μπύρες με φίλους, ψιλοπαρτάκιας, για μια ημέρα γίνεται ο ιππότης με το άσπρο άλογο, προσφέροντας ένα ειδυλλιακό, πρωτόγνωρο, ρομαντικό απόγευμα στην Ριάνον. Η Ριάνον δαγκώνει την λαμαρίνα περισσότερο από πριν με τον Τζάντιν, αλλά δεν γνωρίζει, πως όλες αυτές τις ομορφιές και την αγάπη τις εξεδήλωσε η αερομεταφερόμενη ψυχή  Έι (Α), που ήταν στο σώμα του Τζάστιν. Εδώ η ψυχή ερωτεύτηκε την ομορφούλα μας. Την επόμενη ημέρα η ψυχή μεταφέρεται σε μια νεοφερμένη κοπέλα του σχολείου και ο ανυπεράσπιστος Τζάστιν  στην ρουτίνα της εφηβείας του. Η κοπέλα με την ψυχή Έι (Α) μέσα της εκδηλώνεται φιλικά στην Ριάνον, ή Ριάνον ψιλοκομπλάρει, αλλά η ψυχή, καθότι ερωτευμένη δεν το βάζει κάτω. Το επόμενο πρωί τσακώνει έναν θρησκόληπτο, ομοφυλόφιλο, έφηβο, μετά ένα παχύσαρκο, ολίγον τρομακτικό έφηβο, κι εκεί η Ριάνον αρχίζει να μαθαίνει την αλήθεια, καθώς την ενημερώνει από το κινητό, κάθε φορά που μεταφέρεται σε καινούργιο σώμα, ποιο ακριβώς είναι. Η ψυχή Έι (Α) και η έφηβη ερωτεύονται τρελά, ζώντας τον έρωτα τους από σώμα σε σώμα διαφόρων τύπων εφήβων (μαύρος, Ασιάτισσα με αυτοκτονικές τάσεις, βλαχαδερό, βουτυρομπεμπές, χοντροί, κοντοί ψηλοί και πάει λέγοντας), μέχρι που φτάνει η στιγμή να παρθεί η μεγάλη απόφαση, για το τι θα γίνει με την περίπτωση τους.

Η ιδέα, ως ιδέα συγγραφής βιβλίου και έπειτα μεταφοράς σε σενάριο, φαντάζει εν πρώτοις καλή, αλλά στο γέμισμα της είναι πάμπτωχη, έως άδεια, διαβάζοντας, μάλιστα, το κίνητρο του συγγραφέα που τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο, ότι: «…τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, όταν δεν έχεις τον εξωτερικό παράγοντα;». Σκέψεις ενός ενήλικα ανθρώπου, που προφανώς θα είχε προβληματική εφηβεία μέσα στην απόρριψη. Ουδείς έφηβος σκέφτεται όπως ο εν λόγω συγγραφέας. Τέλος πάντων, εικάζω, πως η ταινία θα έχει ανταπόκριση στο εφηβικό κοινό και δη στο κοριτσίστικο.