fbpx

Death Wish

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Death Wish»    

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Ιλάι Ροθ
  • Με τους: Μπρους Γουίλις, Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο, Ελίζαμπεθ Σου, Ντιν Νόρις, Κίμπερλι Ελίς, Καμίλα Μορόνε
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1974 η καλτ ταινία «Death Wish» του Μάικλ Γουίνερ (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλν) με πρωταγωνιστή τον «ανέκφραστο» Τσάρλς Μπρόνσον προκάλεσε αίσθηση, καθώς η Αμερική (τα μεγάλα αστικά κέντρα) καταγράφανε αστρονομικά ποσοστά εγκληματικότητας. Από την άλλη το ευαίσθητο θέμα της αυτοδικίας σε κράτος χαοτικών συνθηκών δικαιοσύνης, τάραξε τα λιμνάζοντα νερά, της τότε, αμερικανικής κοινωνίας. Βέβαια ο ήρωας της ταινίας του 1974, φιλήσυχος οικογενειάρχης, αρχιτέκτονας και μετέπειτα ως μοναχικός εκδικητής, εξολοθρεύει τα μέλη της συμμορίας που εισέβαλαν στο σπίτι του, βίασαν την κόρη του και σκότωσαν την γυναίκα του, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την ζοφερή εικόνα μια άθλιας Νέας Υόρκης, πνιγμένη στο έγκλημα. Η μορφή του Μπρόνσον μετά το γεγονός αποκαλύπτεται υπέροχη, καθώς βιώνει την εκδίκηση στην απόλυτη μοναξιά και το μίσος, μεταμορφώνοντας τον σε τραγική φιγούρα super hero και αγγέλου της δικαιοσύνης στα μάτια των φοβισμένων και τρομαγμένων συμπολιτών του. Αυτή άλλωστε ήταν και η επιτυχία της ταινίας πριν ακόμα στρογγυλοκαθίσει στον «θρόνο» του οικογενειάρχη εκδικητή ο πληθωρικός Λιαμ Νίσον.

Το ίδιο συμβαίνει και στο remake του ψιλοσπλατερά σκηνοθέτη Ιλάι Ροθ («Καταφύγιο του Τρόμου», «Μην Ανοίξεις») με ελάχιστες διαφορές από την πρώτη ταινία. Διαφορές που επισημαίνονται, στο ότι ο ήρωας Πολ Κέρσεϊ (Μπρους Γουίλις), είναι χειρουργός (το πρωί σώζει ζωές και το βράδυ αφαιρεί) έχει αδελφό τον Φράνκ (Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο) και η κόρη του, Τζόρνταν (Καμίλα Μορόνε) δεν βιάζεται, αλλά πληγώνεται από σφαίρα και πέφτει σε κώμα. Επίσης, λόγω εποχής, η χρήση της τεχνολογίας και η διαφήμιση υπέρ της οπλοκατοχής είναι τα highlights της ταινίας του Ροθ (άντε και σε δείπνο με τον Τραμπ, εύχομαι). Η επιλογή του Μπρους εύστοχη. Είναι ηθοποιός που έχει παίξει τα πάντα, και ως σύζυγος και πατέρας Τζον ΜακΛέιν στην κινηματογραφική «πολυλογία» του «Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει» τα έχει καταφέρει περίφημα. Έτσι, και δω ο ρόλος του εκδικητή είναι ταμάμ. Καλή η σκηνοθεσία, ρηχή, όμως, η ενδοσκόπηση του ήρωα με το παρατσούκλι «Χάρος» σε ένα Σικάγο φουλ στο έγκλημα. Για την αμερικανιά του θέματος αναφέρουμε, ότι εκτός της δικής του υπόθεσης που πρέπει να την κλείσει με το να σκοτώσει τους εγκληματίες, ο γιατρουδάκος, αφού έχει πάρει το κολλάει, αναλαμβάνει εργολαβικά και μια δυο δουλίτσες για να δικαιώσει τους αδύναμους, αυτούς που δεν έχουν το σθένος να πάρουν το νόμο στα χέρια τους.      

Foxtrot

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Foxtrot»         

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Σάμουελ Μαόζ
  • Με τους: Λιόρ Ασκενάζι, Σάρα Άντλερ, Γιονατάν Σιράι
  • Διάρκεια: 108΄
  • Διανομή: Seven
  • Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Βενετίας 2017

Παιχνίδι της μοίρας που μετασχηματίζει καταλυτικά τις ανθρώπινες ζωές. «Ό,τι είναι γραφτό να γίνει θα γίνει», λέει ο Ομάρ Σαρίφ στο Πίτερ Ο΄ Τουλ, παίζοντας με το θέμα της ανθρώπινης τύχης, όταν ένας Άραβας πέφτει από την καμήλα του και μένει πίσω από τους υπόλοιπους, μόνος στην καυτή, θανατηφόρα έρημο. «Τίποτα δεν είναι γραφτό!», απαντάει πεισματικά ο Λόρενς και επιστρέφει με κίνδυνο την ζωή του να σώσει τον άτυχο άνθρωπο. Ο Άραβας σώζεται, ο Άγγλος υπολοχαγός γίνεται ο σωτήρα του, κι έπειτα από μερικές ημέρες, ο σωτήρας αναγκάζεται να εκτελέσει τον Άραβα ως δολοφόνο στην μεγαλειώδη ταινία του Ντέβιντ Λιν, «Λόρενς της Αραβίας». Το θέμα που πραγματεύεται η δεύτερη κατά σειρά  ταινία  του Ισραηλίτη Σάμουελ Μαόζ (Λίβανος) είναι καραμπινάτο ανθρωποκεντρικό μεν, αλλά το αντιπολεμικό στοιχείο του σεναρίου, δε, αποζητά και αυτό την δική του μερίδα.

Ο Μίκαελ και η Ντάφνα χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους όταν η πόρτα του σπιτιού τους χτυπάει και δύο αξιωματικοί του στρατού, ανακοινώνουν στο ζεύγος, ότι ο γιος τους, ο Γιόναταν, πέθανε ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Εκπληκτική η σκηνή της έναρξης, περισσότερο από την αντίδραση του πατέρα στο δυσάρεστο νέο, αφού την μητέρα οι στρατιωτικοί την «απενεργοποίησαν» αμέσως με υπνωτική ένεση για να ηρεμήσει. Το χάσιμο, η σύγχυση στις σκέψεις και το βλέμμα του πατέρα είναι καταπληκτικά κινηματογραφημένα. Φυσικά, η γη άνοιξε κάτω από τα πόδια του, πέφτοντας στο κενό της αβύσσου. Και πιος δεν θα το πάθαινε αυτό με ένα τέτοιο συγκλονιστικό νέο. Τα πράγματα δυσκολεύουν και ο πατέρας του σκοτωμένου γιού πρέπει να ανταπεξέλθει στα διαδικαστικά θέματα τέτοιων περιπτώσεων, τόσο από την πλευρά των συγγενών, όσο και από αυτή του στρατού που υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο. Απηυδισμένος από τις υπερβολικές εκδηλώσεις πένθους των συγγενών και την στρατιωτική γραφειοκρατία, ο Μίκαελ βυθίζεται σ’ ένα αυτοκαταστροφικό παραλήρημα θυμού για να βιώσει τελικά ένα αδιανόητο μπαράζ ανατροπών, το οποίο συναγωνίζεται σε σουρεαλισμό τις στρατιωτικές εμπειρίες του χαμένου για πάντα παιδιού του.

Foxtrot, είναι ο γνωστός χορός, αλλά και η ερμηνεία του «F» στον στρατιωτικό κώδικα-αλφαβητάρι επικοινωνίας. Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω τις όποιες ανατροπές προκύπτουν στο σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, και τσαλακώσω την ξεχωριστή αίσθηση του καθενός, βλέποντας την ταινία. Είναι καλοσκηνοθετημένη, οι ερμηνείες υποδειγματικές και καλή φωτογραφία. Το αντιπολεμικό μήνυμα, όμως, που θέλει να περάσει ο Μαόζ είναι σαθρό και δεν συνάδει με το υπόλοιπο δραματουργικό στοιχείο της ταινίας που είναι ενδιαφέρον. Ισραηλίτες, τακτοποιημένοι αστοί, που βρίσκονται σε συναισθηματική κρίση είναι το plot και ένα παιχνίδι της μοίρας, αυτό που λέμε, το απρόσμενο τραπουλόχαρτο ικανό να αλλάξει όλη την στρατηγική, για άλλους θεόσταλτο, για άλλους τυχαίο (το ζευγάρι, παρεμπιπτόντως είναι άθεοι και δεν ακολουθούν τις επιταγές του Ταλμούδ). Η ηθική της σεναρίου αναπτύσσεται μέσω της παρουσίας του πατέρα, που άλλωστε είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής όχι μόνο της ταινίας, αλλά για όλα τα μέλη της οικογένειας. Για άλλους ήρωας, για άλλους εγωιστής και τύραννος.      

Do it Yourself

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

    «Do it Yourself»      

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιλιφώνης
  • Με τους: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μάκης Παπαδημητρίου, Μυρτώ Αλικάκη, Αργύρης Ξάφης, Πάνος Κορώνης, Θέμης Πάνου, Χρήστος Λούλης
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon

Ω, ναι το έχει ο Τσιλιφώνης. Και, μάλιστα, το διαχειρίζεται άψογα. Ξέρει σινεμά ο νεαρός, είναι διαβασμένος, κατατοπισμένος ο Δημήτρης. Αποφεύγει τις ελληνικές κακοτοπιές και φτιάχνει ταινίες (ταινία, καθότι είναι η πρώτη του) που σε κρατούν σε  ενδιαφέρον. Ολοστρόγγυλη παραγωγή, δίχως γωνιές και γρέζια, θολούρα, αρπαχτές και μιζέρια. Ταινία με καθαρή δράση, γρήγορο, σφιχτό μοντάζ, καλή χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, γοητευτική φωτογραφία και λήψεις αριστοτεχνικές. Ελάχιστα παραπάνω δούλεμα χρειαζόταν το σεναριάκι μόνο. Μια χαρά! Μπράβο στον Δημήτρη Τσιλιφώνη, εντυπωσιακό αποτέλεσμα για την πρώτη του δουλειά. Νοικοκυρεμένος, κινηματογραφικά πειθαρχημένος, μετρημένος και όχι χαμένος σε προσωπικούς ναρκισσισμούς ακαταλαβίστικών αφηγήσεων, βγάζει αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος στην Ελλάδα ζει και σκέφτηκε ρεαλιστικά, πως μια ταινία δράσης, με δόση εφέ, σκοτωμούς και βατή σεναριακή περιπετειώδη πλοκή, που, φυσικά, να σέβεται τον εαυτό της, τους θεατές, και να μην είναι ο φτωχοσυγγενής της παρέας, χρειάζεται δομημένη παραγωγή και το μυαλό συγκεντρωμένο. Ο Δημήτρης Τσιλιφώνης τα επιστράτευσε και αξιοπρεπώς λειτούργησε σαν ελβετικό ρολόι, αν και η κινηματογραφική παιδεία του είναι εκ Δυσμάς ορμώμενη.

 Ο Άλκης, ένας μικροαπατεώνας, φτωχοδιάβολος (Κωνσταντίνος Ασπιώτης, καλός)  συμφωνεί να πρωταγωνιστήσει σε ένα viral βίντεο με σκοπό να αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του παράνομου επιχειρηματία (Χρήστος Λούλης) και με αυτό να σώσει την ζωή του, που έχει μπει στο στόχαστρο συμμοριών. Όταν συνειδητοποιεί ότι οι συνεργοί του πρόκειται να τον σκοτώσουν, έχει μερικές, μόνo, ώρες για να αποδράσει από το στούντιο πορνό ταινιών, που τον έχουν φυλακισμένο. Ελλάδα του σήμερα, του γρήγορου πλουτισμού, του μαύρου χρήματος, της παρανομίας και της διαφθοράς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της πολιτικο-κοινωνικής ζωής. Μια χώρα δίχως όνειρα για τους νέους ανθρώπους. Η παραβατικότητα επιλέγεται ως δρόμος διαφυγής. Η εικόνα ενός κράτους ειδομένη από την οπτική γωνιά ενός νεότατου κινηματογραφιστή, άνευ διδασκαλιών, κλούβιων μηνυμάτων και ελπιδοφόρων γεύσεων. Εκεί, όπου οι «ιερές» εξουσίες του συστήματος ζυμώνονται με το έγκλημα, όπως η δικηγόρος του διεφθαρμένου επιχειρηματία (Ναταλία Δραγούμη) που είναι ο ιθύνων νους της εκτέλεσης του Άλκη (αναρωτιούνται μετά, γιατί δολοφονούν τους δικηγόρους μέσα στα γραφεία τους). Όλα συμβαίνουν σε μια νύχτα και οι χρονικές αναδρομές ή οι σεναρικές μετατοπίσεις είναι φτιαγμένες με μαεστρία, ώστε να καταλαβαίνει ο θεατής που βρίσκεται και τι συμβαίνει. Η παραγωγή εξαιρετική, ενώ οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών αληθοφανείς και άμεσες. Απλά, το «Do It Yourself» είναι σινεμά σε έναν τόπο, που δεν συμπαθεί το σινεμά, αν και η επιθυμία των νέων σκηνοθετών είναι τεράστια. Το πιο σημαντικό απ΄ όλα είναι, ότι ο Δημήτρης Τσιλιφώνης με τα μέσα που διαθέτει σε χώρα όπως η Ελλάδα, έφτιαξε μια αξιοπρεπέστατη ταινία.       

Ο Θάνατος του Στάλιν

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

«Ο Θάνατος του Στάλιν»   

(The Death of Stalin)

  • Είδος: Πολιτική Σάτιρα
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Ιανούτσι
  • Με τους: Τζέφρι Τάμπορ, Στιβ Μπουσέμι, Πάντι Κόνσινταϊν, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Τζέσιον Άιζακς, Όλγα Κιριλένκο
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Καμιά σχέση με κωμωδία δεν έχει η ταινία. Είναι σάτιρα και μάλιστα κατάμαυρη. Διαφορά τεράστια! Οι παλαιότεροι, μάλιστα, έλεγαν, πως «οι πολύ κακοί άνθρωποι είναι και αστείοι» και κάλλιστα μπορείς να αφηγηθείς τις πικρές ιστορίες τους δημιουργώντας κλαυσίγελο. Θα συμφωνήσω μαζί τους. Με το μυαλό ξεκάθαρο και την σκέψη απαλλαγμένη από φανατισμό, στερεότυπα και πεποιθήσεις θα δεις όλους αυτούς τους δυνάστες, συνήθως της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής που πέρασαν από την Γη, μαζί και τα επιτελεία τους, ως θλιβερούς κλόουν σε νοσηρή ατραξιόν τσίρκου. Βέβαια, αυτές οι τρομακτικές οντότητες που καθιέρωσαν την πολιτική τους φήμη και διαμόρφωσαν μια παγιωμένη κατάσταση πραγμάτων με τα έργα τους, κατά την διάρκεια της πολιτικής τους θητείας, αλλά και μετά θάνατον, η εν ζωή πορεία τους καταμετρήθηκε από εκτελέσεις και φόνους δεκάδων εκατομμυρίων, αντιφρονούντων ανθρώπων. Τα ολοκαυτώματα που προκάλεσαν εντός και εκτός των χωρών τους σε πολίτες γιατί είχαν διαφορετική άποψη, είναι ένα από τα σημαντικά σημεία της νοσηρότητας που χαρακτήριζε αυτές τις «μορφές». Με την δύναμη της εξουσίας, τον φόβο, το κνούτο και το μαχαίρι κυβέρνησαν ή βασίλεψαν ως απόλυτοι μονάρχες με μοναδικό σκοπό την διατήρηση του θρόνου, απαξιώνοντας την έννοια άνθρωπος. Εύλογα θα αναρωτηθείτε, ποιος μεγάλος ηγέτης δεν χρησιμοποίησε την τακτική του φόβου για να κυβερνήσει; Ουδείς, θα απαντήσω με παρρησία και όλοι τους συμμάχησαν ανίερα με τον τρόμο και τον εξαπέλυσαν στις μάζες για να τους φοβούνται και να είναι ήσυχοι. Δεν ήταν όμως ηγέτες αυτά τα δίποδα που έγραψαν ιστορία στην παγκόσμια πολιτική σφαίρα, κι αρκετοί από εμάς τα θαυμάζουμε, διότι το αξιακό τους σύστημα ήταν απόλυτα ενταγμένο στο σκοτάδι της ανελευθερίας, της οπισθοδρόμησης και του τρόμου, κενοί από αρετές. Ένα από αυτούς ήταν και ο σκληροτράχηλος, αιμοσταγής Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστός ως Ιωσήφ Στάλιν (18 Δεκεμβρίου 1878 – 5 Μαρτίου 1953), ο Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1922 έως το 1953. Με μια απλή σκέψη αμέσως καταλαβαίνεις, πως τέτοιου είδους σκοταδιστές κυβερνήτες, όπως ο Στάλιν ας πούμε, τι σόι συνεργάτες θα επέλεγε για να διεκπεραιώνουν τους ερεβώδεις σχεδιασμούς των κυβερνητικών του προγραμμάτων τους; Ο δαίμονας ποτέ δεν επιλέγει αγγέλους για βοηθούς, ως γνωστόν. Οπότε, μια, επίσης, νοσηρή, από εξ΄ ίσου κτήνη, αυλή, περιτριγύριζαν, συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν άνευ αντιρρήσεων, αιδούς και αναστολών τις εντολές του πρώτου άνδρα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Έπειτα από το δείπνο με τους επιτελικούς του, ο Στάλιν (Άντριαν ΜακΛάφιν) στη ντάτσα του, λίγο έξω από τη Μόσχα, και τα αναμεταξύ τους αστειάκια για το πως εκτέλεσαν τον τάδε ή την τάδε, ο Γ.Γ της Σοβιετικής Ένωσης αποσύρεται ευδιάθετος στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του για να κατακλιθεί (εκείνη την περίοδο ο Στάλιν είχε εξαπολύσει μια εκστρατεία εκκαθάρισης κατά το πρότυπο της εποχής του Μεγάλου Τρόμου τη δεκαετία του 1930). Πριν πέσει για ύπνο, λοιπόν, ο «πατερούλης», θέλει πρώτα να απολαύσει ιδιωτικώς σε βινύλιο το φρεσκοηχογραφημένο, live ρεσιτάλ της διεθνούς φήμης Ρωσίδας, πιανίστριας, Μαρία Γιουντίνα (Όλγα Κιριλένκο). Εντός του καλύμματος του δίσκου υπάρχει ένα κρυφό μπιλιέτο της ίδιας της καλλιτέχνιδας προς τον Στάλιν που γράφει: «κατάντησες την χώρα ερείπια». Ο Στάλιν το διαβάζει, ξεκαρδίζεται στα γέλια και ξαφνικά ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο τον βρίσκει στο δωμάτιο της ντάτσα του, ολομόναχο να σωριάζεται στο πάτωμα ηττημένος. Τον οριζοντιωμένο σώμα του «βασιλιά» ανακαλύπτει το πρωί η πιστή και αφοσιωμένη οικονόμος του, κι εν μέσω πρώτου πανικού και σύγχυσης ειδοποιούνται οι άμεσοι συνεργάτες του. Καταφθάνουν οι «πιστοί» του τέσσερις άνδρες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ (και υποψήφιοι διάδοχοι). Πρώτος εισβάλλει στο δωμάτιο ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, ο αδίστακτός σφαγέας Λαυρέντι Μπέρια (Σάιμον Ράσελ Μπιλ, καλός), ο οποίος ανακαλύπτει στο πάτωμα και το σημείωμα της Γιουντίνα. Ακολουθούν ο Αναπληρωτής Γ. Γραμματέας Γκεόργκι Μαλενκόφ (Τζέφρι Τάμπορ, καταπληκτικός), κι ο Μπέρια συναισθανόμενος την δυσκολία της κατάστασης αρχίζει να νουθετεί τον Μαλενκόφ για να αναλάβει την αρχηγία. Έρχεται ο κομματάρχης Νικίτα Σεργκιέγιεβιτς Χρουστσόφ (Στιβ Μπουσέμι, απίθανος) και ο σύμβουλος επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ (Μάικλ Παλίν των Μόντι Πάιθονς, πολύ καλός), τον οποίο ο Στάλιν τον είχε συμπεριλάβει στις διαβόητες λίστες θανάτου προς εξόντωση ως εχθρό του. Και ξαφνικά αυτοί οι σαστισμένοι, ισχυροί πολιτικοί της Σοβιετικής Ένωσης στέκουν πάνω από ακίνητο σώμα του Στάλιν αμήχανοι, γεμάτοι σαστιμάρα, προβληματισμό και φόβο, καταστρώνοντας αμέσως τα σχέδια της διαδοχής και τις στρατηγικές για το μέλλον της Σοβιετικής Ένωσης. Σκηνές απείρου κάλλους. Ειδοποιούν τον υπό δυσμένεια, από τον ίδιο τον Στάλιν, στρατάρχη και ήρωα του Β’ΒΠ, Γκεόργκι Ζούκοφ (Τζέσιον Άιζακς, απίθανος) τα τέκνα του Στάλιν, όπως την καταπιεσμένη Σβετλάνα Αλληλούγεβα Στάλιν (Αντρέα Ράιζμποροου), ο οποίος τύραννος πατέρα της – σπουργιτάκι την αποκαλούσε – είχε δολοφονήσει την αγαπημένη της θεία και τα δυο ετεροθαλή αδέλφια της (το 1967 η Σβελτάνα αυτομόλησε στις ΗΠΑ), αλλά και τον ψυχάκια γιό του, Βασίλι Στάλιν (Ρούπερτ Φρεντ). Οι αγώνες των μηχανορραφιών και των ραδιουργιών ξεκινούν, ενώ η καμαρίλα, η ίντριγκα, εν μέσω δραματικών καταστάσεων, παίρνει φωτιά.

Η εξειδίκευση, ας πούμε του ευφυέστατου και εύστοχου Σκοτσέζου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Αρμάντο Ιανούτσι, είναι η πολιτική σάτιρα. Γνωστός από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, πολιτικού ενδιαφέροντος «The Thick of It», αλλά και από το κινηματογραφικό «Πόλεμος Εκτός Προγράμματος» του 2009, το οποίο προτάθηκε και για το Όσκαρ Καλύτερης Μεταφοράς Σεναρίου, εγκαταλείπει την αγγλο-σαξωνική σφαίρα ενδιαφέροντος, καταπιάνεται με την Σοβιετική Ένωση και την περίοδο της «βασιλείας» του Ιωσήφ Στάλιν, αρχής γενομένης του περιστατικού του θανάτου του. Στην Ρωσία μάλιστα, ο πρόεδρος Πούτιν απαγόρευσε την προβολή της ταινίας. Πιο συγκεκριμένα, ο «Θάνατος του Στάλιν» και τα αληθινά, τρομακτικά γεγονότα που προέκυψαν μετά την αποχώρηση του από τα γήινα είναι καταγεγραμμένα σε δυο κόμικ ιστορίες με τους τίτλους:  «O Θάνατος του Στάλιν» και το «Δεύτερο Μέρος – Η Κηδεία» των Γάλλων Φαμπιάν Νούρι και Τιερί Ρόμπιν. Αυτή είναι η σεναρικαή βάση για να ασχοληθεί ο Ιανούτσι με τον έτερο γραφιά Ντέιβιντ Σνάιντερ και να περάσει την ιστορία του «Θανάτου του Στάλιν» στην μεγάλη οθόνη. Με το αγγλικό μέτρο της κινηματογράφησης, αυτό που δεν πλατιάζει και ελευθερώνει την ουσία του θέματος να εκδηλωθεί υπέροχα, αλλά και την θεατρική αισθητική των πλάνων, ο σκηνοθέτης κυκλώνει με την κωμική διάσταση του πράγματος τα τραγικά γεγονότα, επουδενί αλλοιώνοντας τα, αλλά, όπως αναφέραμε παραπάνω, το ακραίο κακό είναι και πολύ αστείο. Το πετυχαίνει άψογα ο  Ιανούτσι και η ταινία από τις πτυχές της θλίψης βγάζει πικρό γέλιο, καθώς οι υπέροχοι ηθοποιοί, της ψαγμένης κωμικής στόφας, επιλεγμένοι και από τις δυο ακτές του Ατλαντικού, το υποστηρίζουν μοναδικά και θαυμάσια, εμφανίζοντας την αθλιότητα, την μαυρίλα, τον σκοταδισμό των χαρακτήρων που υποδύονται με γέλιο. Μια τραγική ταινία που βγάζει γέλιο και δεν την χάνεις!   

Κόκκινο Σπουργίτι

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Κόκκινο Σπουργίτι»                        

(Red Sparrow)

 

  • Είδος: Κατασκοπευτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη–Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Σεργκέι Πολούνιν
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Odeon

Ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, έπειτα από την 30χρονη θητεία του στην CIA (βάσει βιογραφικού σημειώματος) και κατά την χαλαρή διάρκεια της σύνταξης του σκέφτηκε το αυτονόητο: Αντί να ξοδεύει τον καιρό του κουρεύοντας το γκαζόν, παίζοντας μπίνγκο ή να ψαρεύει πέστροφες, προτίμησε να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον άφθονο, ελεύθερο χρόνο του, επιστρατεύοντας τις πολύτιμες εμπειρίες του από την υπηρεσία και να αρχίσει το γράψιμο κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» είναι το πρώτο βιβλίο μιας ψυχροπολεμικής τριλογίας που περιλαμβάνει τα βιβλία: «Red Sparrow», «Palace of Treason», και «The Kremlin’s Candidate», όπου στηρίζεται και το σενάριο της ταινίας, βάζοντας στο επίκεντρο της πλοκής το γυναικείο παιχνίδι της σαγήνης και της ερωτικής αποπλάνησης. Αρχαία τέχνη, πάντα επιτυχημένη, που την έκαναν σχολείο οι Σοβιετικοί, στρατολογώντας όμορφες, Καυκάσιες κοπέλες, εκπαιδεύοντας τες, μάλιστα, σε πόρνες πολυτελείας, άδειες από συναίσθημα, ικανές όμως να γαντζώνουν στο ηδονικό τους αγκίστρι επιλεγμένους στόχους. Τα «Σπουργίτια», όπως ονομάζονται, δεν είναι μάχιμοι πράκτορες του όπλου, των πολεμικών τεχνών και των εκτελέσεων, αλλά μαστόρισσες στο ξελόγιασμα και ασχολούνται με το θύμα τους μέχρις ενός επιπέδου, μέχρι να αναλάβουν οι σκοτώστρες των μυστικών υπηρεσιών. Προφανώς υπήρχαν στην εποχή του ψυχροπολεμικού νταβαντουριού και, μάλλον, υπάρχουν μέχρι σήμερα τέτοιου είδους «όπλα» στις μάχες των κατασκόπων, για να το περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια ο κυρ- Μάθιους, ο δεν ξέρω ΄γω τι άνθρωπος της CIA ήταν.    

Η Ντομινίκα (Τζένιφερ Λόρενς, κι εδώ βάζει τα δυνατά της) είναι πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι. Πειθαρχημένη, άριστη χορεύτρια, άψογη στην δουλειά της είναι το καμάρι της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των ρωσικών μπαλέτων. Ο χαρακτήρας της είναι ατσάλινος, αυστηρός για να μπορέσει να επιβιώσει στον τεράστιο ανταγωνισμό του χώρου της και να σταθεί στην κορυφή, πολλές φορές την μεταμορφώνει σε μια κυνική και ψυχρή γυναίκα. Φροντίζει την αγαπημένη, άρρωστη μητέρα της και η επιτυχία στην μεγάλη σκηνή των γνωστών μπαλέτων της Ρωσίας είναι δεδομένη με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες, που θέλουν να την ρίξουν από το βάθρο της πρωτιάς. Ένα στημένο ατύχημα την ώρα της παράστασης, από μια συνάδελφο την στιγμή που χορεύει με τον Κονσταντίν (ο χορευτής Σεργκέι Πολούνιν σε δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση μετά το «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές»), καταστρέφει το πόδι της και βγαίνει εκτός μπαλετικών δραστηριοτήτων δια παντός. Τα πολλά σέα και τα μέα, οι ειδικές περιποιήσεις και οι ιατρικές παροχές από τον οργανισμό των Μπολσόι κόβονται μαχαίρι με κίνδυνο να χάσει την μητέρα της. Η Ντομινίκα εκδικείται ψυχρά και βίαια την αντίζηλο και τον εραστή της χορευτή, σακατεύοντας τους στο ξύλο, κι εδώ μπαίνει στον χορό ο θείος Βάνια (Ματίας Σένερτς, καλός), που εργάζεται στην SVR – μυστικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας -προτείνοντας στην αποφασιστική και συνάμα απελπισμένη ανιψιά του εργασία και μέλλον για να σώσει την μητέρα της. Μια απλή αποστολή ξελογιάσματος ενός Ρώσου ολιγάρχη καταλήγει σε λουτρό αίματος και αμέσως η πρώην δοξασμένη χορεύτρια βρίσκεται στα χέρια της τραχιάς εκπαιδεύτριας «Σπουργιτιών», Μάτρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, καλή). Η Ντομινίκα, θέλοντας και μη, για να μην στερήσει την φροντίδα της μητέρας της εντάσσεται στο πρόγραμμα και μεταμορφώνεται σε περίφημο, σεξουαλικό εργαλείο, που σκοπεύει στην αποπλάνηση διακεκριμένων αξιωματούχων του «εχθρού». Η ρωσική SVR με αξιωματικό επιχειρήσεων τον παρασημοφορημένο στρατηγό Κορτσνόι (Τζέρεμι Άιρονς, καλός) αναζητά τον Αμερικανό πράκτορα της CIA, Νέιτ Νας (Τζόελ Έτζερτον), ο οποίος Αμερικανός συνεργάζεται με κάποιον άγνωστο, Ρώσο πληροφοριοδότη. Ο πρόεδρος και ο υπουργός Ασφαλείας της Ρωσίας θέλουν τον προδότη στο πιάτο. Στέλνουν την όμορφη Ντομινίκα για να γοητεύσει τον πράκτορα Νας και να βγει το ψάρι-καταδότης στο αφρό.

Να ξεκινήσουμε από την πρωταγωνίστρια, την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό του Χόλιγουντ και την πιο πετυχημένη της γενιάς της, την Τζένιφερ Λόρενς (Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2015 για την βασίλισσα της σφουγγαρίστρας στην ταινία «Joy»). Η Λόρενς μπήκε στην καρδιά μου από την εμφάνιση της στην ταινιακή χιλμπιλιά «Στην Καρδιά του Χειμώνα» (Winter’s Bone – 2010). Στην ταινία της Ντέμπρα Γκράνικ η 20χρονη, τότε, Τζένιφερ αποκάλυψε τον ταλαντούχο εαυτό της, που δεν πέρασε απαρατήρητος και στη συνέχεια, ως γνωστόν, απογειώθηκε κινηματογραφικά με την τριλογία (τετραλογία για την μεγάλη οθόνη) των «Παιχνιδιών Πείνας». Από τότε συμμετέχει σε καλοδουλεμένους ρόλους, μόνο που είναι ρόλοι για σταριλίκι. Στο τελευταίο θρησκευτικό κρεσέντο του Ντάρεν Αρονόφσκι «Mother», ψιλοτσαλακώθηκε, αλλά και πάλι βγήκε αλώβητη από την γενικότερη ιουδαϊκή σαλατοποίηση της ταινίας. Ακόμα και το Όσκαρ της στο «Joy» δεν λες ότι είναι από τους ρόλους που καρφώνονται στο καύκαλο σου και δεν τους ξεχνάς. Έτσι και δω. Προσπαθεί φιλότιμα, βγάζει τον ρόλο, κάνει τις υπερβάσεις της και δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί τρεις τέσσερις φορές μπροστά στην κάμερα. Πάλι, όμως, ως ερμηνεύτρια προδιαγραφών έχει σκοντάψει σε τραυλό, αλλήθωρο, χωλό, γενικώς προβληματικό σενάριο για mainstream κοινό, με αποτέλεσμα ο υποκριτικός θησαυρός της να πηγαίνει στράφι. Από την άλλη, ο 47χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς, των τελευταίων τριών «Παιχνιδιών Πείνας», του «Νερού για Ελέφαντες», του «Ζωντανού Θρύλου» και του κινηματογραφικού του ντεμπούτο, «Κόνσταντιν» ξέρει καλά την Τζένιφερ Λόρενς  στο πως κινείται και αντιδρά στο φακό, όπως γνωρίζει και το πως να στήνει την δράση στο πλάνο. Η ολισθαίνουσα οδός σε αυτή την ταινία είναι, ότι χαρακτηρίζεται κατασκοπευτική περιπέτεια. Ναι μεν το concept λειτουργεί με το νευρικό σύστημα των ταινιών του είδους, αλλά μέχρι εκεί, δε. Η αντιρωσική προπαγάνδα βγάζει μάτι (όλα είναι άθλια στην Ρωσία, ενώ ακόμα και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας), η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι επίπεδη, άνευρη και δεν σε συναρπάζει, η πλοκή δεν λυνοδένει εγκεφαλικούς, σκοτεινούς γρίφους που να μυρίζουν αγγλούρα και πρακτορίλα – όσο δαιμόνιο κι αν είναι το γυναικείο μυαλό στο φινάλε της ταινίας – και φυσικά όταν τελειώνει δεν μένει κάτι τις για να το στριφογυρίσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου σου, εκτός από το συνεχές τσιτσίδωμα της Λόρενς, εάν κι αυτό δεν είναι ντουμπλαρισμένο. Άσε δε και με αυτή την απροσμέτρητη ανοησία, που Αμερικανοί ηθοποιοί παίζουν Ρώσους και μιλούν αγγλικά με βαριά, ρώσικη προφορά. Πολλοί επιθυμούν να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη και ο γραφιάς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων κυρ-Μάθιους είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι, όμως ούτε ο διαυγής και πολυσύνθετος Τζον Λε Καρέ, ούτε ο κοσμοπολίτης Ιαν Φλέμινγκ. Όλη η ταινία είναι η Τζένιφερ Λόρενς (εξ΄ ου και το σταριλίκι), ενώ οι υπόλοιποι βετεράνοι και νεόκοποι ηθοποιοί, απλά στολίζουν το λουλούδι ή το σπουργίτι.                   

Lady Bird

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 Lady Bird  

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Γκρέτα Γκέργουιγκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τίμοθι Σαλαμέ,
  • Διάρκεια: 93 ’
  • Διανομή: UIP
  • Διακρίσεις: 2 Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία: Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν.

Ακόμα μια κινηματογράφηση στην φευγάτη, κοριτσίστικη εφηβεία και την ενηλικίωση. Η Lady Bird (Σίρσα Ρόναν, υπέροχη ) είναι η έφηβη που δεν την χωρά ο τόπος που ζει, που θέλει να γνωρίσει τον έρωτα και η πρώτη της αγάπη κάνει γκελ και είναι ομοφυλόφιλος, που δεν ανέχεται την νοσοκόμα μάνα της (Λόρι Μέτκλαφ, ακόμα μια εκρηκτική σχέση μάνας κόρης), που δεν αντέχει τον έξυπνο, αλλά φρικιό αδελφό της, που συμπιέζεται η προσωπικότητά της από το καθολικό λύκειο όπου σπουδάζει, όπως κι από τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα (άνεργος μπαμπάς), που θέλει να είναι πλούσια με ωραίο σπίτι, αλλά δεν είναι. Η Lady Bird εκτονώνει την συνολική αντιδραστικότητά της σε συμμετοχές μιούζικαλ σχολικών παραστάσεων και αναμένει, ως μάννα εξ ουρανού, την στιγμή που θα εγκαταλείψει αυτόν τον εφηβικό εφιάλτη για το κολέγιο, για θα βρεθεί ενήλιξ, χωμένη στις φτερούγες της ελευθερίας, μακριά απ΄ όλα.

Ανεξάρτητο φιλμ (παρεξηγημένη πια η έννοια του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά) με μια πολύ καλή ερμηνεία της 23χρονης Σίρσα Ρόναν («Παραδεισένια Οστά», «Εξιλέωση», «Χάνα», «Brooklin») και μέχρι εκεί. Χιλιοειπωμένο θέμα, κινηματογραφημένο σε όλες τις διαστάσεις του, αυτή την φορά από την 34χρονη, Αμερικανίδα ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Γκρέτα Γκέργουιγκ στην δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά, έπειτα από τις «Νύχτες και Σαββατοκύριακα», όσοι το είδατε στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών – Νύχτες Πρεμιέρας του περιοδικού Σινεμά. Τώρα, για ποιο λόγο την τρέχουν με χίλια αυτή την ταινία είναι απορίας άξιον. Εκτός από την συγκομιδή των δυο Χρυσών Σφαιρών σε μια άσχετη κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία (μηδέ κωμωδία, μηδέ μιούζικαλ είναι): Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν, η ταινία είναι υποψήφια σε πέντε οσκαρικές κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη Σίρσα Ρόναν, Σεναρίου και Β’ Γυναικείου Ρόλου για την Λόρι Μέτκλαφ στην πρώτη υποψηφιότητα τής ηθοποιού σε αυτό τον θεσμό. Η Σίρσα Ρόναν είναι ηθοποιός προδιαγραφών με άριστες περγαμηνές και δυο φορές προτεινόμενη για το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου («Brooklin» (2015), «Εξιλέωση»(2007)) και την ταινία την βγάζει αέρα. Σίγουρα είναι ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά τις νεαρές μαμάδες και τις θυγατέρες τους και αντιστρόφως. 

Σπόρος

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Σπόρος»      

(Grain)

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας Α/Μ
  • Σκηνοθεσία: Σεμίχ Καπλάνογλου
  • Με τους: Ζαν Μαρκ Μπαρ, Ερμίν Μπράβο, Γκριγκόριι Ντομπρίκιν
  • Διάρκεια: 123 ’
  • Διανομή: Ama Films

Θέλεις να σταθείς ρωμαλέα και με σθένος απέναντι στα παγκόσμια κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα, που αφανίζουν την ανθρώπινη ταυτότητα, μεταφέροντας, μάλιστα, ένα σφιχτοδεμένο, φιλοσοφημένο, οικουμενικό μήνυμα που να έχει σημασία, γνώση και δυναμικές άμυνας, αντίστασης προς αυτό το εχθρικό; Γράφεις ένα βιβλίο ή γυρίζεις μια ταινία ή ακόμα συνθέτεις μουσική. Το μεγάλο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης που εφαρμόζεται από όλες τις κυβερνήσεις σε ταχύς ρυθμούς με τα πολύπτυχα πρόσωπά της είναι μήλον της έριδος για πολλούς επίδοξους καλλιτέχνες της γραφής, της κινουμένης εικόνας και της μελωδίας. Έχουμε διαβάσει, έχουμε δει και έχουμε ακούσει ουκ ολίγες δημιουργίες επικεντρωμένες στο συγκεκριμένο θέμα. Άλλες καλές, άλλες μέτριες, άλλες ακατανόητες, κι άλλες εντελώς άκυρες. Που χωλαίνουν οι περισσότερες; Στην απουσία γνώσης για το ον άνθρωπος και τον σκοπό της παρουσίας του σε αυτό τον πλανήτη. Ο σκηνοθέτης του «Σπόρου», ο Τούρκος Σεμίχ Καπλάνογλου, διαβάζοντας μια συνέντευξη του, σε ένα σημείο έχει δίκιο: «…ότι οι κυρίαρχες κουλτούρες αφαιρούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών». Η πολιπολιτισμικότητα, άραγε, είναι το κόκκινο πανί της παγκοσμιοποίησης, κι αν είναι, τότε, γιατί οι ρυθμιστές, αρχιτέκτονες της νέας κατάστασης πραγμάτων στο παμπάλαιο σχέδιο τους πλημμυρίζουν τις δυτικές χώρες και δη το χριστιανικό ευρωπαϊκό κλαμπ με Ανατολίτες Ασιάτες και Άραβες, αναμειγνύοντας με αυτό τον τρόπο ήθη, έθιμα, γλώσσα και κουλτούρες;

Το άνω  ερώτημα δεν απασχολεί τον Τούρκο σκηνοθέτη στην ταινία του, που ευλαβικά προς τις ιερές γραφές του Κορανίου από την μια, κι από την άλλη την μυστική διδασκαλία των μουσουλμάνων Σούφι στήνει ένα δυστοπικό περιβάλλον σε μελλοντικό κόσμο, που ελέγχεται από τρομερές πολυεθνικές εταιρίες εστιασμένες στην γενετική μετάλλαξη των σπόρων. Η αναγκαία τροφή και το απαραίτητο νερό πρέπει να είναι ελεγχόμενα και να χρησιμοποιούνται από τους επικυρίαρχους ως μέσα χειραγώγησης, τρόμου και καταστολής. Γνωστό αυτό. Η μεγάλη εταιρία Novus Vita Corporation, που βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας και ελέγχει την τροφή δια μέσου της καλλιέργειας, τοποθετείται γεωγραφικά στο σημείο που υπάρχει πληθυσμός. Στην άλλη πλευρά της χώρας, η οποία έχει ως σύνορα κατά μήκος του δρόμου μια σειρά απροσπέλαστων θανατηφόρων ηλεκτρομαγνητικών πυλώνων, σημειώνεται ως η περιοχή των Νεκρών Τόπων. Μια αχανής έκταση γεμάτη ξηρασία, αρρώστιες και θάνατο. Οι έρευνες του καθηγητή Έρολ (Ζαν Μαρκ Μπαρ – «Απέραντο Γαλάζιο»), που εργάζεται στην εταιρία, έδωσαν το θλιβερό αποτέλεσμα, ότι οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι έχουν εκφυλιστεί με συνέπεια να κινδυνεύουν άμεσα οι καλλιέργειες, οπότε και η τροφή. Ο καθηγητής, βρίσκει μια παλιά μελέτη ενός χαμένου από τον κόσμο συναδέλφου και πρώην στελέχους της εταιρίας, που προφητεύει αυτή την δυσοίωνη κατάληξη των σπαρτών. Ο Έρολ με κίνδυνο την ζωή του ξεκινάει να ανακαλύψει τον χαμένο καθηγητή, ασκητή Τζεμίλ Ακμάν (Ερμίν Μπράβο, «Σαράγεβο Σ΄ Αγαπώ»), ο οποίος έχει «φύγει» για άλλες πολιτείες, ποιο ψαγμένες και πνευματικές, στις άβατες και απαγορευμένες  περιοχές των Νεκρών Τόπων. Μέσα από ένα πνευματικό οδοιπορικό, συντροφιά με τον άγιο άνθρωπο-καθηγητή, και σε αντίξοες συνθήκες, ο Έρολ (ο ευγενής δηλαδή) θα προσπαθήσει να αποκομίσει τις απαντήσεις, ώστε να σώσει την ανθρωπότητα από την πείνα.

Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του βραβευμένου, Τούρκου σκηνοθέτη Σεμίχ Καπλάνογλου, ενός από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της γειτονικής μας χώρας, γνωστός από την τριλογία του: «Αυγό», «Γάλα» και «Μέλι», αλλά  και το «Μακριά από την Πατρίδα», που παρουσιάστηκε στο 42ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2001. Ακριβή παραγωγούλα, με γυρίσματα στο Ντιτρόιτ, την Καππαδοκία, την Γερμανία, αλλά και έναν εργατικό Ζαν Μαρκ Μπαρ στο cast, προσδίδοντας το γλυκό, ανάλαφρο, δυτικό αεράκι που μάλλον χρειαζόταν το concept για ευρύτερη κατανάλωση και αποδοχή. Η ταινία του Καπλάνογλου στο επίπεδο της αισθητικής είναι άψογη. Ασπρόμαυρη γυρισμένη, όπου για την, πραγματικά, εξαίσια φωτογραφία επιστράτευσε τον Άγγλο Ζιλ Νούτγκενς (Πάση Θυσία), εκπληκτικά κάδρα, λιγόλογη και γεμάτη αλληγορίες. Πλήθος αναφορών στο Κοράνι και την διδαχή των μουσουλμάνων Σούφι περί «Αναπνοής και Σιταριού» (ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «Grain» -εκτός από κόκκος είναι και τα σιτηρά), σπουδαίο κείμενο των Σούφι, που χρονολογείται κάπου ανάμεσα στον 11ο με 12ο αιώνα, και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Τούρκο ποιητή, μυστικιστή Σούφι, Γιουνούς Εμρέ, του ανθρώπου που με τα γραπτά του επηρέασε τα μέγιστα την τουρκική λογοτεχνία. Ο Καπλάνογλου με το στρωσίδι του κορανίου και τους σουφικούς γρίφους περί ανθρώπου, φύσης και ζωής, τα ασπρόμαυρα πλάνα και την βιβλική συμπεριφορά των ηρώων του (λιθοβολισμοί, καιόμενη βάτος, αβρααμικές θυσίες) πιάνει ανοικτή συνομιλία με το ταρκοφσκικό σύμπαν. Μόνο που η σύνδεση με το πνεύμα του Ταρκόφσκι δεν είναι επιτυχής, έχει παράσιτα, πολύ κακή αφήγηση, τεράστια διάρκεια (123’) και θεοκρατία τα μέγιστα. Αυτό είναι το πολιτιστικό μήνυμα του Τούρκου σκηνοθέτη ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση που μάχεται από το στασίδι του. Αλλάχ ουάχμπαρ!… παρακαλώ πάρτε το μηδέν μπας και ακουστείτε καλύτερα.

Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα»    

(La Villa)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
  • Με τους: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν, Ζεράρ Μεϊλάν, Αναϊς Ντεμουστιέ
  • Διάρκεια: 107’ 
  • Διανομή: Weird Wave

Ουκ ολίγες αναφορές υπάρχουν σε κινηματογραφικές ταινίες, που ένα δυνατό γεγονός, σοβαρού περιστατικού υγείας ή θανάτου προσφιλούς προσώπου γίνεται η αιτία μάζωξης συγγενών ή φίλων, που έχουν να μιλήσουν, να ειδωθούν χρόνια, απλώνοντας σώψυχα και πίκρες. Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή σε αυτό το είδος των ταινιών είναι αυτή του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) του Λόρενς Κάσταν.  Εκεί, λοιπόν, όπου η αιτία της συγκέντρωσης, είναι κάποιος παθών ή θανών και η μορφή του είναι απλά μια άλαλη ή μια νοσταλγική εικόνα στην ταινία, εκεί ακριβώς από τους συγκεντρωμένους αρχίζει και το αναμεταξύ τους μεγάλο ξεκατίνιασμα επί του παρελθόντος. Γιατί, εάν είναι συγγενείς, όπως είναι τα τρία αδέλφια στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταξύ τους αποστάσεις έχουν παρθεί κάτω από ένα, δυο ή περισσότερα σοβαρά γεγονότα, επίσης, άλυτα, που σημάδεψαν τις ζωές τους και αναγκάστηκαν για χρόνια να σκορπίσουν στους ανέμους της πλήρους αδιαφορίας ο ένας για τον άλλον γεμάτοι θυμό και ουρανομήκη εγωισμό ο ένας για τον άλλον.

Και εδώ αρχίζει η ιστορία: Στο γραφικό και ειδυλλιακό λιμανάκι Μεζάν της Μασσαλίας χήρος, ηλικιωμένος πατέρας τριών τέκνων (δυο άνδρες, μια γυναίκα) προσβάλλεται από βαρύ εγκεφαλικό και πέφτει σε κατάσταση φυτού. Ο ένας από τους δυο γιούς, αυτός που διαμένει μαζί του και εργάζεται στην μπρασερία της οικογένειας του μασσαλιώτικου όρμου, προσκαλεί τα υπόλοιπα δυο αδέλφια του για να παραβρεθούν κοντά στον πατέρα, αλλά και για την διευθέτηση της κληρονομίας, καθώς οι γιατροί λένε, πως δεν υπάρχει πιθανότητα θεραπείας. Πρώτος στο πανέμορφο σπίτι της οικογένειας με θέα την θάλασσα καταφθάνει ο διανοούμενος λόγιος, αριστερών πεποιθήσεων γιος, που βρίσκεται σε δημιουργική ανομβρία, ο  Ζοζέφ (Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, καλός) με την κατά πολύ νεότερη του μνηστή, Μπερανζέρ (Αναίς Ντεμουστιέ, καλή) Ακολουθεί η αδελφή, η γνωστή ηθοποιός του γαλλικού θεάτρου και της τηλεόρασης, Ανζέλ (Αριάν Ασκαρίντ, όπως πάντα άψογη και πάντα παρούσα στις ταινίες του συζύγου της Ρομπέρ Γκεντιγκιάν) για να αρχίσει το ζύμωμα των καταστάσεων του παρελθόντος με φόντο έναν παλιό, όμορφο, αγνό κόσμο που διαλύεται, καταρρέει, ξεπουλιέται.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα» του αρμενικής καταγωγής, προοδευτικού Γάλλου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο» (2011) «Η Ιστορία Ενός Τρελού» (2015) «Ο Μίτος της Αριάν» (2014), «Μάριος και Ζανέτ», ταινία που προβλήθηκε μόνο στο 38ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997) έχει στρέψει την πυξίδα του πάνω στον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο», ψηλαφίζοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό περιβάλλον της μεσαίας τάξης σε ένα σύγχρονο κόσμο αλλαγών προς το χειρότερο. Με ευαισθησία, τακτ και εσωτερική ευγένεια, ο Γκεντιγκιάν θέτει τα ψυχικά ανθρώπινα τραύματα, τους εγωισμούς και τις εμμονές πάνω σε ανάλαφρο στρώμα, καταγράφοντας, άλλοτε δραματικά, άλλοτε ρομαντικά την επιφάνεια και τον πυρήνα της ζωής, που είναι η αγάπη και η ξεγνοιασιά, η αδυναμία προστασίας του παλιού κόσμου και πως αυτά τα συναισθήματα με αρνητικό φορτίο μετασχηματίζονται από το βάρος τραγικών γεγονότων, τόσο οικογενειακών, όσο και κοινωνικών. Δεν είναι κακή η ταινία του, αντιθέτως με παρρησία και καλή γνώση της κάμερας στριφογυρίζει στους άξονες της ελπίδας και σε αυτή της αθωότητας άλλων εποχών, που ξεπουλιέται σήμερα ως περιβόητη εταίρα στις αγορές του παγκόσμιου, σχεδόν απρόσωπου, χρήματος. Μαρξιστής ο ίδιος, κάτι που δεν παραλείπει να διαλαλεί, στήνει σκηνικά καθαρού οξυγόνου (καλή η φωτογραφία του Πιερ Μιλόν), μοιράζοντας δίκαια τον κινηματογραφικό χρόνο σε δυο μέρη, σε αυτόν του παρελθόντος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το σήμερα και σε αυτόν του παρόντος που αφορά ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, κι ακόμα δεν έχουν απολέσει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τους. Δεν απουσιάζει το ρομαντικό και το ερωτικό στοιχείο, τόσο ανάμεσα στον θεατρόφιλο, νεαρό, βαρκάρη και ψαρά, τον αθεράπευτο θαυμαστή της Ανζέλ, όσο και της νεαρής και γεμάτης ενέργειας αρραβωνιάρας του ξεπεσμένου διανοούμενου αδελφού, που έχει βαρεθεί την κυκλοθυμία του και φλερτάρει με τον γιατρό και γιό των γειτόνων. Για να κυκλώσει όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται το θέμα με το οποίο ασχολείται ο  Γκεντιγκιάν – και είναι η μονάδα άνθρωπος ανάμεσα στις εποχές των αλλαγών, αλλά και της αδιαφορία της μεσαίας τάξης στα μεγάλα γεγονότα – φέρνει στην πλοκή ένα γεγονός μεταναστευτικού χαρακτήρα και ύφους (τρία παιδιά λαθρομετανάστες), που η φονική βάρκα τους βυθίστηκε, πνίγοντας σημαντικό αριθμό επιβαινόντων μαζί και τους γονείς τους. Τα ορφανά παιδιά κρύβονται στο βουνό, τα καταδιώκει ο γαλλικός στρατός για να τα συλλάβουν, να τα βάλουν σε hot spots και από εκεί να τα προωθήσουν στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Γεγονός ευκολάκι, που θα μπορούσε να το αποφύγει ο Γκεντιγκιάν, ενώ το πάει τόσο καλά με το υπαρξιακό και να μην βγάλει μελοδραματικές μπουρμπουλήθρες το στόρι. Εδώ, βέβαια, φτιάχνει τον ανθρωπιστικό βατήρα για να επιδοθούν οι πρωταγωνιστές σε ευαίσθητες, περίτεχνες βουτιές στα ύδατα της αλληλεγγύης, της ελπίδας και της αγάπης προς τους δυστυχείς κατατρεγμένους της γης, καθότι όλη η οικογένεια, ιδεολογικά, είναι σε τροχιά αριστερού διεθνισμού, αλλά και στην ανατολή της αυτοκριτικής των μπερδεμένων ζωών τους. Είπαμε, Γάλλοι κινηματογραφιστές είναι αυτοί. Από την μια κλαίνε και οδύρονται για τα μύρια κακά που έχει προκαλέσει στη χώρα τους η αθρόα λαθρομετανάστευση (βλέπε Ελλάδα), κι από την άλλη φτιάχνουν τρυφερές ταινίες για τους μετανάστες, προκαλώντας δάκρυα. Το αναφέρει άλλωστε και η πινακίδα της μπρασερίας της οικογένειας, πάνω στο κύμα: «le mange-tout», τρώτε τα πάντα, φθηνά… ένεκα εποχών!

Stringless

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Stringless»

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Κοβότσος
  • Παραγωγή – Σενάριο: Άγγελος Κοβότσος
  • Διάρκεια: 87΄
  • Διανομή: New Star 
  • Διακρίσεις: Βραβείο κοινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το οδοιπορικό μιας φωνητικής ορχήστρας, που αποτελείται από πέντε γυναικείες φωνές. Ελληνίδες και μετανάστριες που ζουν στην Θεσσαλονίκη. Με κοινό σημείο επαφής την μουσική, έφτιαξαν το πολυφωνικό σύνολο «Stringless» (σε μετάφραση: χωρίς χορδές), αλλά ελληνιστί και ηχητική απόδοση της λέξης είναι «Στρίγγλες». Ένα παιχνίδι της λέξης και του λόγου καθ΄ όλα αληθινό και μελωδικό στην διάσταση του θέματος του ντοκιμαντέρ, που ναι μεν οι, πραγματικά, ταλαντούχες γυναίκες δεν χρησιμοποιούν όργανα, παρά μόνο τις εξαιρετικές φωνές τους, έχοντας μεταξύ τους αρκετά προβλήματα όσο αφορά την συνύπαρξη και τις συνεργασία τους. Δεν το κρύβουν άλλωστε στις on camera εξομολογήσεις τους και ως γυναίκες με έντονη καλλιτεχνική φύση που είναι, επιδίδονται και στην προσωπική αυτοκριτική τους. Το ταλέντο τους και το λογοπαίγνιο του ονόματος του γκρουπ εκμεταλλεύεται ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άγγελος Κοβότσος για να κινηματογραφήσει ένα τριετές οδοιπορικό με τον φακό του επικεντρωμένο στα εμπόδια, τις έριδες, τα γεννητούρια, ακόμη και στις απώλειες δικών των ανθρώπων, που σημάδεψαν την ύπαρξη αυτού του μουσικού σχήματος. Ένα σχήμα, που ενώ έχει τη λογική και την πειθαρχία της ομάδας, ταυτόχρονα ακτινοβολεί και την προσωπικότητα της κάθε μιας ξεχωριστά από τις γυναίκες μέλη του.

Γυναικεία υπόθεση, ωραίο το θέμα του βραβευμένου μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Άγγελου Κοβότσου («Ραντεβού», «Το Ασανσέρ», «Ιστορία των Χρόνων μου- Μ. Κακογιάννης», «Έβγα Ήλιε, Κάτσε Ήλιε»). Η ιδέα ανταμώνει γρήγορα την δημιουργία ενός γκρουπ που οι μουσικοί του θα χρησιμοποιούν ως μόνο όργανο την ανθρώπινη φωνή. Από την αρχή της δημιουργίας τους οι «Stringless» σημαδεύονται από την πολυπολιτισμική τους προέλευση. Δημιουργήθηκαν το 2013 στη Θεσσαλονίκη. Η ιδέα του μουσικού, πολυφωνικού σχήματος, που να στηρίζεται σε έξη (σήμερα πέντε) γυναικείες φωνές, ξεκίνησε από την Αλμπένα Κούτοβα, την μουσικό, την τραγουδίστρια και δασκάλα της γιόγκα από τη Βουλγαρία, η οποία ζει εδώ και πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και την Ελιόνα Σιντζάρι από την Αλβανία, μουσικό με υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές στην πατρίδα της αλλά και στη Ρουμανία, όπου ζει κι εκείνη στη Ελλάδα. Η Αλμπένα κι η Ελιόνα απευθύνθηκαν στην μουσικό από τη Θεσσαλονίκη Έλσα Μουρατίδου με καταγωγή από τον Πόντο και στη συνέχεια ακολούθησαν η Βασιλική Αλεξίου, η Κατερίνα Μαυροφρύδου, η Στέλλα Γιαλτζή και το νέο μέλος, η Δωροθέα Μιχαήλ. Μουσικά ιδιώματα από τη Βουλγαρία (δεν είναι τυχαίο ότι στη χώρα αυτή διαπρέπουν τα γυναικεία πολυφωνικά συγκροτήματα), την Αλβανία, τον Πόντο, την Ήπειρο, την Ανατολή, τη Μακεδονία, την Τουρκία, τα ρετρό του ‘30 και τα ρεμπέτικα, αλλά και κέλτικα, γκόσπελ, αφρικάνικα, ινδιάνικα και άλλα, αναμιγνύονται σε ένα πολιτισμικό μουσικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από την δεξιοτεχνία, την αφηγηματική ροή και την θεατρικότητα. Η πολυφωνική ενορχήστρωση είναι το ζητούμενο ακόμα και σε κομμάτια που δεν είναι από τη φύση τους πολυφωνικά. Όλες οι ενορχηστρώσεις γίνονται από το γκρουπ, δημιουργώντας άλλοτε μια εντελώς πρωτότυπη και διαφορετική πρόταση για κάποιο τραγούδι, άλλοτε είναι απλώς μια μεταγραφή των μουσικών οργάνων που συνοδεύουν μια μελωδία σε ήχο που μπορεί να παράγει το ανθρώπινο σώμα, είτε σαν πνευστό είτε σαν κρουστό.

Το ντοκιμαντέρ που συνέθεσε ο  Άγγελος Κοβότσος για το ταλαντούχο πολυφωνικό, γυναικείο γκρουπ δεν στέκεται μόνο στην μουσική παιδεία και την τραγουδιστική αξιοσύνη των κοριτσιών, αλλά περνάει και στην αναμεταξύ τους σχέση στην καθημερινή τους ζωή, στον δικό τους κόσμο, παρακολουθώντας την προσωπική διαδρομή της κάθε μιας, αναδεικνύοντας το ζήτημα της γυναικείας ταυτότητας με όχημα τη μουσική. Σε μια χώρα που η δημιουργία και το ταλέντο διώκονται με τον χειρότερο τρόπο στην εποχή μας και παρά τα οικονομικά προβλήματα, που διατρέχουν τέτοιου είδους σπουδαίες καλλιτεχνικές προτάσεις, σήμερα στην Ελλάδα της έκπτωσης, οι «Stringless», πέρα από τα προσωπικά τους σκαμπανεβάσματα ως ομάδα, επιμένουν επί σκηνής να γοητεύουν και να ενθουσιάζουν τον κόσμο. Καλή η έρευνα και ενδιαφέρουσα η καταγραφή του Άγγελου Κοβότσου, σε ένα ντοκιμαντέρ που κρατά το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Στη ταινία συνέβαλαν με την ποιότητά τους σημαντικοί Έλληνες κινηματογραφιστές: Ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Κορδελάς με την υπέροχη φωτογραφία του, ανέδειξε πρόσωπα και φυσικά τοπία (Ικαρία και Βοβούσα). Ο μοντέρ Γιάννης Κατσάμπουλας μέσα από ένα δημιουργικό μοντάζ ενίσχυσε τη δραματουργία της ταινίας. Ο μουσικοσυνθέτης και παραγωγός της ταινίας Βαγγέλης Φάμπας επιμελήθηκε τον με ιδιαίτερες απαιτήσεις και δυσκολίες ήχο. Η ταινία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο κοινό της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με την μαζική προσέλευση του κοινού (sold out και στις δυο προβολές) και με το Βραβείο Κοινού για ελληνική παραγωγή μεγάλου μήκους. Απολαύστε τις  «Stringless», γιατί το αξίζουν με το παραπάνω.

Κάθε Μέρα, Μία Άλλη Μέρα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Κάθε Μέρα, Μία Aλλη Μέρα»     

(Every Day)

 

  • Είδος: Ερωτική νεανική – Επιστημονικής Φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Σάκσι
  • Με τους: Ανγκούρι Ράις, Μαρία Μπέλο, Ντέμπι Ράιαν, Κόλιν Φορντ, Τζάστις Σμιθ, Οουεν Τιγκ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Odeon

Υπάρχει ή, τέλος πάντων, υπήρχε ποτέ έφηβη ή έφηβος σε αυτή τη Γη, ηλικίας από 13 έως 17, άντε 18 χρόνων, που να ερωτεύτηκε σφόδρα και να έπεσε στα πατώματα, ανιχνεύοντας πρώτα την ψυχή, κι όχι την μούρη ή την κορμάρα ή το στυλ αυτού ή αυτής που φλερτάρει; Γιατί εάν υπάρχει, τότε λανθασμένη εφηβεία έζησα μαζί με μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπων αυτού του πλανήτη. Όλη η ψυχολογία του έφηβου ανθρώπου στηρίζεται στις εικονικές προσλαμβάνουσες, κι όχι στην ψυχική διείσδυση και την συγκομιδή των αρετών και των προτερημάτων του ανθρώπου που γοητεύεται. Η εξωτερική εμφάνιση είναι η πρώτη εικόνα. Ακόμα και η όμορφη Εσμεράλδα ένιωσε αποστροφή κοιτάζοντας για πρώτη φορά τον καμπούρη, κωδωνοκρούστη Κουασιμόδο στην «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτορος Ουγκό. Δεν έπεσε στην αγκαλιά του με την μια (ποτέ δεν έπεσε, άλλωστε), ούτε άρχισε τις γλύκες μαζί του. Πέρασε καιρός μέχρι να αντιληφθεί το μεγαλείο και την καλοσύνη της ψυχής του (τρελά καψούρης ήταν ο άμοιρος Κουάσι με την τσαχπίνα τσιγγάνα) και η Εσμεράλδα να αρχίσει να νοιώθει κάτι. Άρα, το έξω μας παίζει πολύ σοβαρό ρόλο ως προς την αποδοχή μας στο άλλο φύλλο, πόσο μάλιστα όταν ο άνθρωπος βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα την περίοδο της εφηβείας του. Σε ένα πλήθος προτύπων, άσχετα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, ο νέος, ακόμα και ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πολιορκείται ανελέητα από όλα τα είδη των τεχνών και του Τύπου, με σκοπό την μίμηση ή την σύγκριση. Απλό το ερώτημα: Μια ωραία, εφηβική ύπαρξη, ανεξαρτήτου φύλλου, με όλες τις χάρες της ομορφιάς και του Κάλλους, γεμάτη αυτοπεποίθηση και μπρίο είναι δυνατόν να γοητευτεί, στην συνέχεια να ερωτευτεί και να συνυπάρξει με έναν άλλον άνθρωπο γεμάτο μορφολογικά ελαττώματα; Μην αρχίσετε τις άγονες φιλοσοφικές τοποθετήσεις. Η απάντηση είναι μια και ξεκάθαρη. Όχι, Βέβαια! Ακόμα κι αν ο ελαττωματικός, μορφολογικά, άνθρωπος είναι ό,τι πιο καλοκάγαθο και ευγενικό πλάσμα ζει και αναπνέει στη οικουμένη. Αλλά για να το προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα, οι αρχαίοι παππούδες μας έλεγαν, και συγκεκριμένα ο Αγησίλαος, πως «όποιος σφάλει στο σώμα σφάλει και στο μυαλό». Ελάχιστες, μικρές στον αριθμό, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, απλά για να επιβεβαιώνουν τον αρχικό κανόνα.

Η όμορφη και καλών επιδόσεων μαθήτρια, η έφηβη Ριάνον (Ανγκούρι Ράις, καλή) ερωτεύεται μια ψυχή με το όνομα, Έι (Α), η οποία παράξενη και αγνώστου προέλευσης ψυχή, καθημερινά τοποθετείται σε διαφορετικό ανθρώπινο σώμα (ώρα 11:45 αλλάζει κορμί), επιλεγμένο ηλικιακά (έφηβοι, αγόρια κορίτσια) για να ζήσει εμπειρίες ζωής, κυριεύοντας καθολικά, μάλιστα, την συνειδητότητα του ατόμου που κυριεύει. Σε κάποια μετάβαση του, ο Έι (Α), μπαίνει στο σώμα του ανέμελου έφηβου Τζάστιν (Τζάστις Σμιθ), ο οποίος είναι το boyfriend της Ριάνον. Ο Τζάστιν αλλάζει συμπεριφορά και από κλασσικός έφηβος που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, σπαρίλα, ηλεκτρονικά, μπύρες με φίλους, ψιλοπαρτάκιας, για μια ημέρα γίνεται ο ιππότης με το άσπρο άλογο, προσφέροντας ένα ειδυλλιακό, πρωτόγνωρο, ρομαντικό απόγευμα στην Ριάνον. Η Ριάνον δαγκώνει την λαμαρίνα περισσότερο από πριν με τον Τζάντιν, αλλά δεν γνωρίζει, πως όλες αυτές τις ομορφιές και την αγάπη τις εξεδήλωσε η αερομεταφερόμενη ψυχή  Έι (Α), που ήταν στο σώμα του Τζάστιν. Εδώ η ψυχή ερωτεύτηκε την ομορφούλα μας. Την επόμενη ημέρα η ψυχή μεταφέρεται σε μια νεοφερμένη κοπέλα του σχολείου και ο ανυπεράσπιστος Τζάστιν  στην ρουτίνα της εφηβείας του. Η κοπέλα με την ψυχή Έι (Α) μέσα της εκδηλώνεται φιλικά στην Ριάνον, ή Ριάνον ψιλοκομπλάρει, αλλά η ψυχή, καθότι ερωτευμένη δεν το βάζει κάτω. Το επόμενο πρωί τσακώνει έναν θρησκόληπτο, ομοφυλόφιλο, έφηβο, μετά ένα παχύσαρκο, ολίγον τρομακτικό έφηβο, κι εκεί η Ριάνον αρχίζει να μαθαίνει την αλήθεια, καθώς την ενημερώνει από το κινητό, κάθε φορά που μεταφέρεται σε καινούργιο σώμα, ποιο ακριβώς είναι. Η ψυχή Έι (Α) και η έφηβη ερωτεύονται τρελά, ζώντας τον έρωτα τους από σώμα σε σώμα διαφόρων τύπων εφήβων (μαύρος, Ασιάτισσα με αυτοκτονικές τάσεις, βλαχαδερό, βουτυρομπεμπές, χοντροί, κοντοί ψηλοί και πάει λέγοντας), μέχρι που φτάνει η στιγμή να παρθεί η μεγάλη απόφαση, για το τι θα γίνει με την περίπτωση τους.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο μπεστ σέλερ του  συγγραφέα Ντέιβιντ Λέβιθαν «Κάθε Μέρα Άλλος» (εκδόσεις Πατάκη), ο οποίος Λέβιθαν είναι ο συν-σεναριογράφος της πετυχημένης νεανικής κομεντί «Όταν ο Νικ Ερωτεύτηκε τη Νόρα». Την σκηνοθετική ευθύνη έχει ο  Μάικλ Σάκσι (καλός), του «Έρωτας από την Αρχή», με τον Τσάνιγκ Τέιτουμ και την Τζένιφερ Γκάρνερ, σχεδόν, ιδίου ύφους ταινία. Η 17χρονη Ανγκούρι Ράις, που την πρωτοείδαμε να υποδύεται την κόρη του Ράιαν Γκόσλινγκ στην ταινία «Nice Guys» και μετά στην ταινία της Σοφίας Κόπολα «Αποπλάνηση» είναι εξαιρετική στον ρόλο της Ριάνον, κρατάει πολύ ώριμα την ταινία επάνω της και δεν είναι σαχλοκούδουνο, εκτιμώντας, ότι η νεαρά θα έχει λαμπρή κινηματογραφική συνέχεια.

Η ιδέα, ως ιδέα συγγραφής βιβλίου και έπειτα μεταφοράς σε σενάριο, φαντάζει εν πρώτοις καλή, αλλά στο γέμισμα της είναι πάμπτωχη, έως άδεια, διαβάζοντας, μάλιστα, το κίνητρο του συγγραφέα που τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο, ότι: «…τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, όταν δεν έχεις τον εξωτερικό παράγοντα;». Σκέψεις ενός ενήλικα ανθρώπου, που προφανώς θα είχε προβληματική εφηβεία μέσα στην απόρριψη. Ουδείς έφηβος σκέφτεται όπως ο εν λόγω συγγραφέας. Τέλος πάντων, εικάζω, πως η ταινία θα έχει ανταπόκριση στο εφηβικό κοινό και δη στο κοριτσίστικο.