fbpx

Ο Θεριστής

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ο Θεριστής»   

(Le Semeur)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Μαρί Φρανσέν
  • Με τους: Πολίν Μπουρλέτ, Ζεραλντίν Παϊλάς, Αλμπάν Λενουάρ, Φρανσουάζ Λεμπρούν
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Filmtrade
  • Διακρίσεις: βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν

Ένα θέμα υπέροχο, που μέσα του κυοφορεί ο γυναικείος δυναμισμός, η ανεξέλεγκτη θηλυκή ορμή, το υπέροχον της φύσης που δεσπόζει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της δημιουργίας. Το ορατόν και αόρατον Κάλλος υλοποιημένο απόλυτα και ισχυρά στην γυναικεία υπόσταση. Ένα θέμα ικανό να απογειώσει το κινηματογραφικό σύμπαν και να προσδώσει όχι μόνο κοινωνική διάσταση, αλλά και φιλοσοφική ανάλυση περί αναγκαιότητας, της αιτίας των μεταβολών και της αφθαρσίας αλλά και το σπουδαιότερο: το αέναον των αλλαγών και της μεταβολής με βασικό ρυθμιστή τον ερωτισμό στην φύση-γυναίκα, τόσο στο υλικό, όσο και στο πνευματικό πεδίο, διαλύοντας κάθε ανούσια και φαιδρή πεποίθηση που υπάρχει μέχρι σήμερα περί της γυναίκας, της παρουσίας της και των σημαντικών ρόλων της στην Γη. Καταπληκτικό!  Ατυχώς, όμως, η Γαλλίδα σκηνοθέτις Μαρί Φρανσέν στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους δειλιάζει, κι εν μέσω αγνωσίας, σε πλήρες ναρκισσιστικό παραλήρημα, εγκαταλείπει την γόνιμη πλευρά του κάμπου και καταπιάνεται με το εικαστικό μέρος, αξιοποιώντας ανάλαφρα, επιδερμικά την δυναμική του θέματος, που είναι σαν θηρίο στο κλουβί, κινηματογραφώντας εξαιρετικά κάδρα της φύσης, δίνοντας μαθήματα ζωγραφικού νατουραλισμού. Ο «Θεριστής» είναι ντυμένος με μια πανέμορφη φορεσιά αλλά δεν έχει ψυχή.  

Αξίζει παράλληλα, να αναφέρουμε μια μικρή ιστορία. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο κείμενο «L’ Homme Semence» (ο Σπόρος) που γράφτηκε το 1919 από την δασκάλα Βιολέτ Αϊγιό (Violette Ailhaud), γεννημένη το 1835 στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Άλπ ντε Οτ Προβάνς (Alpes de Haute Provence). Μετά τον θάνατο της δασκάλας το 1925, δόθηκε στους  κληρονόμους της ένας σφραγισμένος φάκελος με οδηγίες προς τον συμβολαιογράφο που χειριζόταν τα θέματα της διαθήκης, να μην ανοιχτεί πριν το καλοκαίρι του 1952. Όταν ο φάκελος τελικά ανοίχτηκε, οι οδηγίες για το περιεχόμενο του φακέλου – ένα χειρόγραφο – ήταν να παραδοθεί αποκλειστικά και μόνο σε μία γυναίκα κληρονόμο που έπρεπε να έχει ηλικία μεταξύ 15 και 30 ετών. Σύμφωνα με τις οδηγίες, η Ιβελίν που είχε ηλικία 24 ετών απέκτησε το χειρόγραφο κείμενο το οποίο παρέδωσε σε έναν Γάλλο εκδότη. Από τότε το  «L’ Homme Semence» (Ο Σπόρος) έχει δει το φως σε πληθώρα εκδόσεων και έχει εμπνεύσει σειρά θεατρικών και χορευτικών παραστάσεων.

Με γνώμονα την ιστορικότητα του χειρογράφου της δασκάλας Βιολέτ Αϊγιό, η ταινία της Μαρί Φρανσέν τοποθετείται στην ναπολεόντια εκκαθάριση των αντιφρονούντων στην ταραγμένη πολιτικά Γαλλία του 1852 (αυτοκράτορας ο Λουδοβίκος-Ναπολέων ο Γ΄ ανιψιός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη). Η ανελευθερία και οι συλλήψεις αντικαθεστωτικών ερημώνουν από άνδρες ένα ολόκληρο χωριό, κάπως απομονωμένο σε μια κοιλάδα κάτω από τις γαλλικές Άλπεις. Η νεαρή Βιολέτ (Πολίν Μπουρλέτ- καλή) είναι σε ηλικία γάμου, μόνο που η μικρή, αγροτική κοινωνία της πλήττεται από λειψανδρία. Δεν υπάρχει άνδρας ούτε για δείγμα, οπότε όλες οι αγροτικές και οι κτηνοτροφικές εργασίες διευθετούνται αποκλειστικά από τις γυναίκες ηλικίας άνω των 15 χρόνων. Νέες, ελεύθερες, μητέρες με παιδιά, ηλικιωμένες, γηραιές στρώνονται στον κάματο της γης, ασχολούμενες και με το νοικοκυριό, κρατώντας το χωριό ζωντανό. Τα ερωτικά ένστικτα, περισσότερο των νεαρών σε ηλικία γυναικών, έχουν κτυπήσει κόκκινο, αλλά άνδρας πουθενά. Οι ημέρες, οι μήνες περνούν έρχεται η σπορά, μετά ο θερισμός και οι δουλειές σκληρές σε μέγεθος τεράστιου βουνού. Οι νιές συμφωνούν και καταλήγουν μεταξύ τους, πως εάν, τυχόν, βρεθεί κάποιος άνδρας στο χωριό να τον μοιράζονται όλες. Και ω του θαύματος, μετά από λίγες ημέρες καταφθάνει ένας περαστικός άνδρας ακμαίος και δυνατός, μορφωμένος και λυγερός σαν κυπαρίσσι που αναζητά κατάλυμα για να περάσει την νύχτα. Συστήνεται ως ο Ζαν ο σιδεράς (καμιά σχέση με τον «Μίμη τον Σιδερά» της Λίνα Βερτμίλερ) και ως αντάλλαγμα της φιλοξενίας θα πεταλώσει τα άλογα του χωριού. Οι γυναίκες όμως έχουν άλλα σχέδια στο μυαλό τους για τον Ζαν τον σιδερά και προσπαθούν να τον κρατήσουν στο χωριό, όχι μόνο για να τις βοηθήσει στον θερισμό των χωραφιών, αλλά και για αναπληρώσει το σεξουαλικό κενό που υπάρχει. Ο Ζαν ερωτεύεται την Βιολέτ, η σχέση τους προχωράει σε όλα τα επίπεδα και οι υπόλοιπες κοπελιές σαν ξαναμμένες μαινάδες υπενθυμίζουν στην φίλη τους την υπόσχεση που είχαν δώσει σε περίπτωση εμφάνισης ανδρός στο χωριό. Η Βιολέτ τηρεί την υπόσχεση και αφήνει τον Ζαν να «τακτοποιήσει» όλες τις ανύπαντρες κοπελιές, καθιστώντας μια δυο από αυτές έγκυες, μαζί και την Βιολέτ. Ξάφνου, μετά από μήνες, σκάνε μύτη στο χωριό οι πρώτοι άνδρες που είχαν συλληφθεί και τώρα απελευθερώθηκαν, ενώ σε μερικές ημέρες θα ακολουθήσουν και όσοι επέζησαν από τις κακουχίες των φυλακών και των εξοριών. Γλέντια τρελά! Λιποθυμιές και αναστάτωση δημιουργείται στον γυναικείο πληθυσμό με τα τις κοιλιές ορισμένων γυναικών τούμπανο από τα «βόλια» του Ζαν του σιδερά. Ταραγμένη από τις αφίξεις των ξεχασμένων ανδρών είναι και η ερωτευμένη, έγκυος Βιολέτ. Κι εδώ θα παρθούν οι μεγάλες αποφάσεις. Καλή η σκηνοθεσία που θυμίζει γκαλερί με υπέροχα ζωγραφικά εκθέματα, ρηχή η συνολική ρητορική περί γυναίκας, έρωτος, εξουσίας, συντροφικότητας. Μια μικρή ένσταση θέτω όσο αφορά τον ανέμπνευστο ελληνικό τίτλο της ταινίας από την εταιρεία διανομής. Ο άνδρας που εμφανίζεται στο χωρίο δεν είναι «Θεριστής», που παραπέμπει σε άρνηση και σκότος. Θεός φυλάξοι…. Σπορέας είναι, σπέρνει ζωή, αναπτερώνει την σκέψη, κατευνάζει την αγριότητα, καλμάρει τα αδάμαστα, ερωτικά ένστικτα κυριολεκτικώς, όπως αναφέρει άλλωστε και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, «Le Semeur».                  

Tomb Raider: Lara Croft

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

 «Tomb Raider: Lara Croft»         

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση
  • Σκηνοθεσία: Ρόαρ Ούθαγκ
  • Με τους: Αλίσια Βικάντερ, Ντόμινικ Γουέστ, Γουόλτον Γκόγκινς, Ντάνιελ Γου
  • Διάρκεια: 118΄
  • Διανομή: Tanweer

Να μην το ματιάσω το θέμα, αναφέρω πως ελάχιστοι είναι οι ηθοποιοί ερμηνευτικών αξιώσεων, μετρημένοι στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, που δεν έχουν περάσει από την φαντασμαγορική εξέδρα του κινηματογραφικού action hero και δεν έχουν φορέσει μπέρτα, κολάν, μάσκες, κουκούλες και να έχουν υπερδυνάμεις. Ο Ντανιέλ Ντει Λούις, ας πούμε, είναι ένας από αυτούς. Ο Χόακιν Φοίνιξ είναι ακόμα ένας που κρατάει σταθερά το υποκριτικό επίπεδο. Ο Κέισι Άφλεκ, αρνείται να ακολουθήσει, τουλάχιστον ακόμα, τον δρόμο που χάραξε, πολλάκις ο αδελφός του. Ο Μπεν Φόστερ, η Έμα Στόουν ακόμα ο Μπράντ Πιτ και ο Ράιαν Γκόσλινγκ παραμένουν σταθερά ακλόνητοι σε ανθρωποκεντρικούς ρόλους και στα «γήινα» επίπεδα του ρεαλιστικού σινεμά. Σειρά έχει η 30χρονη, Σουηδή ηθοποιός, βραβευμένη με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου Αλίσια Βικάντερ (Το Κορίτσι Από την Δανία), καθώς λαμβάνει σκυτάλη από την Αντζελίνα Τζολί, υποδυόμενη στο φιλόδοξο reboot την ατρόμητη, videogame περσόνα Λάρα Κροφ. Εδώ πιάνει το νήμα της ιστορίας από την αρχή για το πως, δηλαδή, δημιουργήθηκε η αμείλικτη κυνηγός των μυστηρίων και του αποκρυφισμού σε πέντε ηπείρους.

Η Λάρα Κρόφτ (Αλίσια Βικάντερ, ωραίο φατσόνι, αλλά ακόμα δεν με έχει πείσει ως ηθοποιός αξιώσεων), βεριτάμπλ Αγγλίδα, παρότι γόνος αμύθητης περιουσίας του ομίλου Κροφτ, δεν αναφώνησε το γνωστό «όξω φτώχια και μιζέρια», αλλά εργάζεται άοκνα ως ντελιβρού, ζει σε καταγώγια, είναι άφραγκη, συναναστρέφεται με άτομα εκτός του λίμπρο ντόρο κύκλου της, διότι δεν αποδέχεται την κληρονομιά του σκοτωμένου, επί επταετίας, πατέρα της, λόρδου Ρίτσαρντ Κροφτ (Ντόμινικ Γουέστ, καλούτσικος), γιατί τον θεωρεί ζωντανό, τουλάχιστον στην καρδιά της. Έχει απαξιώσει αρχοντικά, απέραντες εκτάσεις γης, πλούτο, χρήμα και ζει ασκητικά.  Ο γενικός δερβέναγας των επιχειρήσεων Κροφτ, η σιδηρά κυρία Άνα Μίλερ (Κριστίν Σκοτ Τόμας – αν και παίζει ελάχιστα στην ταινία είναι απίθανη), την έχει στο λάου λάου για να υπογράψει την αποδοχή της κληρονομιάς και να αναλάβει τα σκήπτρα της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας, ειδάλλως οι εταιρείες, όπως είναι ακέφαλες, θα πουληθούν. Το αποφασίζει, λοιπόν, πηγαίνει στα γραφεία της εταιρείας σαν φτωχοσυγγενής (αμερικανιά τρανή με τον ρεσεψιονίστ να μην την αφήνει να περάσει στα ενδότερα του ομίλου, λόγω αμφίεσης και μη γνωρίζοντας πια είναι) και πάνω που είναι έτοιμη να ρίξει τις τζίφρες και να απολαύσει ζωή χαρισάμενη, ο νομικός σύμβουλος της σερβίρει έναν ιαπωνικό γρίφο (ξυλοκατασκευή σαν τους γρίφους του ΝταΒίντσι), που γίνεται η αιτία να ανακαλύψει την μυστική ζωή του πατέρα της. Εκτός από λόρδος, επιχειρηματίας, πλούσιος και δυνατός, ήταν και ερευνητής, αναζητητής, αρχαιολόγος, μυστικιστής, αποκρυφιστής, looks like Ιντιάνα Τζόουνς, που ως αποστολή και σκοπό ζωής είχε να διαφυλάξει ένα μεγάλο μυστικό: Να εμποδίσει μια σκοτεινή και τρομερή σε δύναμη οργάνωση να αφυπνίσει την δαιμονική, Γιαπωνέζα, μάγισσα Χιμίκο, από τον κρυφό τύμβο της σε ένα αχαρτογράφητο ιαπωνικό νησί, ώστε να μην σκορπίσει τον παγκόσμιο όλεθρο και το αιώνιο σκότος. Η Λάρα τα παρατάει όλα και τρέχει να ψάξει το παρελθόν του πατέρα της και το πως κατάληξε να τον δολοφονήσουν.

Το γλυκό και παιδικό προσωπάκι της Βικάντερ είναι μια άλλη εκδοχή Λάρα Κροφτ, διαφορετική από αυτή που γνωρίσαμε στο φιλήδονο look της Τζολί με τις χειλάρες της και το λάγνο βλέμμα. Ο δυναμισμός και η δράση παραμένουν, σχεδόν τα ίδια (λιγότερα αεροπλανικά κόλπα) με τον Νορβηγό σκηνοθέτη Ρόαρ Ούθαγκ, (του οικολογικού disaster film «Το Κύμα») να δίνει μια πιο γήινη και ρεαλιστική υπόσταση στην Κρόφτ στο μορφολογικό καλούπι της Βικάντερ. Δεν είναι πάντα επιτυχημένες οι προσπάθειες της, τρώει ξύλο, δεν είναι το τέλειο πλάσμα που δεν λαθεύει, λίγο αδέξια, αλλά εξ΄ ίσου αποφασιστική, επίμονη, γενναία ένα καλοφτιαγμένο, ατίθασο πνεύμα. Αυτές οι μικρές αλλά σημαντικές διαφορές ίσως να είναι το ρίσκο της παραγωγής και θα τεθούν σοβαρά υπόψη εάν θα ακολουθήσει ή όχι ένα sequel της ταινίας, καθώς οι φανατικοί θεατές τέτοιου είδους ταινιών θέλουν το απόλυτο θηλυκό, που εξολοθρεύει θεούς και δαίμονες με μια πιστολιά, βελιά, τσεκουριά… ή ότι άλλο, τέλος πάντων, χρησιμοποιεί η ψηφιακή ηρωίδα. Ίσως πάλι να είναι και το ζητούμενο και να αποδειχθεί επιτυχία. Μια Λάρα Κρόφτ πιο σάρκινη, πιο ανθρώπινη στις αισθήσεις του κοινού της δράσης και της περιπέτειας.     

Πρόσωπα & Ιστορίες

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Πρόσωπα & Ιστορίες» 

(Visages Villages / Faces Places)

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά και JR
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ Κανών 2017 – Βραβείο Κοινού Φεστιβάλ Τορόντο

Βραβευμένη με το Τιμητικό Όσκαρ για τα εξήντα και βάλε χρόνια πορείας της στην διεθνή κινηματογραφική ιστορία, η Ανιές Βαρντά, η 89χρόνη σήμερα, γυναίκα σύμβολο, ορόσημο της γαλλικής nouvelle vague, κι όλα αυτά τα συναφή και ωραία, αλα μπρατσέτα με τον νεαρό σκηνοθέτη και συγγραφέα, επ΄ ονόματι JR (φωτογράφος, μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας, εικαστικός καλλιτέχνης δρόμου), έφτιαξαν μια γλυκούλα και τρυφερή ταινία-ντοκιμαντέρ, έχοντας σε πρώτο πλάνο τον άγνωστο άνθρωπο της υπαίθρου, τον χωριάτη και σχεδόν ξεχασμένο εργάτη της καθημερινότητας. Ντοκιμαντέρ, απ΄ αυτά που οι φίλοι μας οι Γάλλοι ξέρουν καλά, οι μπαγάσηδες, να ζουζουνίζουν καλαίσθητα το εσωτερικό συναίσθημα του θεατή. Λες, λοιπόν σιγοψιθυρίζοντας στον εαυτό σου: Ανιές Βαρντά είναι αυτή, προς την δύση της γόνιμης ζωής της, νέος φιλόδοξος με καλούτσικη ιδέα για προβολή και διασημότητα ο 34χρονος JR (θαυμαστής και λάτρης της Βαρντά) και τσουπ να τα βραβεία, να οι υποψηφιότητες για Όσκαρ, να η φήμη, να η αναγνωρισιμότητα. Τι άλλο να επιζητά ο Τζεϊαρούλης, ο ασημούλης από την ζωή του. Ασπίδα και φως η γηραιά, ουχί παροπλισμένη, Ανιές στον τσαχπίνη συν-σκηνοθέτη του doc. Είναι από τις δουλειές που το καλλιτεχνικό-κινηματογραφικό κατεστημένο «προσκύνησε» ευλαβικά, ένεκα Ανιές Βαρντά, και οι γραφίδες, τα πλήκτρα των υπολογιστών ξεχείλισαν από διθυράμβους και εγκώμια διεθνώς. Το Οσκαράκι, όμως ως Καλύτερου Ντοκιμαντέρ δεν το τσίμπησε φέτος. Μέχρι εκεί, είπαν και ο JR, πέρασε από το σκότος της αφάνειας στο φως των σπουδαίων. Η Βαρντά ακλόνητη, άλλωστε τι ανάγκη έχει, πια, μια γυναίκα μύθος. Αβάντα στον νεαρούλη έκανε και τίποτα άλλο. Να είναι καλά και πάντα μάχιμη.

Η Ανιές Βαρντά και ο JR ταξιδεύουν παρεάκι στην γαλλική ύπαιθρο με τον αυτοκινούμενο σκοτεινό θάλαμο του συν-σκηνοθέτη φωτογραφίζοντας απλούς ανθρώπους. Τεράστιες εκτυπώσεις των προσώπων τους κοσμούν άχαρα και ακαλαίσθητα σημεία, προκαλώντας αίσθηση και συγκίνηση στους απλοϊκούς ανθρώπους. Από την άλλη η απίθανη Βαρντά κάνει γνωριμίες, συνομιλεί με τους κατοίκους των χωριών και των επαρχιακών πόλεων, μαθαίνει τις ιστορίες τους, δίνοντας μια ευχάριστη πινελιά ανθρωπιάς στο ντοκιμαντέρ – καταγραφή αυτού του ταξιδιού. Όλοι χαρούμενοι με την ιδέα του JR και τα γιγαντιαία πορτρέτα των ανθρώπων βαλμένα σε γκρίζους, θλιβερούς τοίχους, σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, σε μουντά τοπία, πυροδοτούν μια στιγμιαία χαρά στις άχαρες ζωές τους….στιγμιαία. That’s all !!!   

Μούσα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Μούσα»               

(Muse)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Χάουμε Μπαλαγκουέρο
  • Με τους: Φράνκα Ποτέντε, Ελιοτ Κόουαν, Άνα Ουλαρου, Κρίστοφερ Λόιντ  
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Weird Wave & Feelgood

Ο θάνατος της Βεατρίκη Πορτινάρι το 1290, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Δάντη Αλιγκέρι, στάθηκε η αφορμή, που ο Αλιγκέρι έπιασε την λογοτεχνική πένα και έγραψε την «Θεία Κωμωδία». Η μούσα του, το σύμβολο της αιώνιας γυναίκας, στοιχειώνει κάθε στιγμή την έμπνευση του, εξυμνώντας την σε όλα τα έργα του, εξιδανικεύοντας την σε θεϊκό, αλλά και δαιμονικό σύμβολο, τόσο στην θεολογική, όσο και στην φιλοσοφική διάσταση του έργου, ως την αιώνια γυναίκα που προκαλεί την αναταραχή στα πάθη του. Μεσαίωνας γαρ και η ζωή του Αλιγκέρι στα άκρα. Το βασίλειο της έμπνευσης επιδέχεται βία. Πολύ καλό! Ο Κουβανός συγγραφέας του μυθιστορήματος «Η Γυναίκα με το Νούμερο 13» (εκδόσεις Πατάκη), του Χοσέ Κάρλος Σομόθα (ψυχίατρος στο επάγγελμα), ο οποίος ζει από ενός έτους στην Μαδρίτη και βασίζεται το σενάριο της ταινίας, είναι ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς εκπροσώπους των μυθιστορημάτων μυστηρίου, τρόμου και φαντασίας. Με εφαλτήριο την έμπνευση, τον οίστρο, την θεϊκή τρέλα της δημιουργίας, ο συγγραφέας δημιουργεί τις επτά «καταραμένες», μεσαιωνικές μούσες, τις «κυράδες», όπως τις κατονομάζει, των ποιητών και των λογοτεχνών (καμία σχέση με τις εννέα ελληνικές Μούσες του Ελικώνα), που στοίχειωσαν και συνεχίζουν να στοιχειώνουν την έμπνευση πολλών σημαντικών «εργατών» της συγγραφικής Τέχνης, αφήνοντας πίσω τους το στίγμα του «καταραμένου» στον συγγραφέα, όπως ο Μίλτον, ο Πόε, ο Σαίξπηρ, ο Ρεμπό. Τα γραπτά τους όμως έγιναν σημεία αναφοράς, λιμάνια ψυχικού ανεφοδιασμού για όλους τους ρομαντικούς, τους πονεμένους, τους ερωτευμένους και τους ιδεαλιστές, κατατρεγμένους αυτού του πλανήτη. Ο Σομόθα στο βιβλίο του, πραγματικά κινείται εμπνευσμένα στο πεδίο της αποκρυφιστικής πλοκής και στην κάθε μια μούσα-κυρά δίνει ξεχωριστά από μια ιδιότητα, όπως: Η πρώτη, Προσκαλεί. Η δεύτερη, Επικαλείται. Η τρίτη, Ψεύδεται. Η τέταρτη, Τιμωρεί. Η πέμπτη, Προφητεύει. Η έκτη, Παθιάζει και η τελευταία, έβδομη μούσα-κυρά, Κρύβει. Ότι ακριβώς συμβαίνει από την δημιουργία ενός εμπνευσμένου γραπτού, έως την ψυχοσύνθεση του ίδιου του συγγραφέα κατά την περίοδο της έναρξης και της τελείωσης του έργου του. Οι διαφορές του βιβλίου με την ταινία είναι, ότι στο βιβλίο οι «κυράδες» είναι 13 τον αριθμό, ενώ στην μεγάλη οθόνη για οικονομία κινηματογραφικού χρόνου περιορίστηκαν στις 7. Επίσης, ο ήρωας στο βιβλίο είναι πραγματικά ποιητής, ενώ στην ταινία ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή μεσαιωνικής λογοτεχνίας, που θέλει να γράψει βιβλίο, αλλά συνεχώς το αναβάλει. Το βιβλίο του Σομόθα το αναλαμβάνει ο ομόσταυλος του, ο αγαπητός μετρ του ισπανικού, κινηματογραφικού τρόμου, ο Καταλανός στυλίστας σκηνοθέτης, Χάουμε Μπαλαγκουέρο («Rec 1, 2, 4», «Θυρωρός»), σε αγγλόφωνη απόδοση, προσφέροντας καλό σινεμά σε αυτό το είδος. Ο Μπαλαγκουέρο, μάλιστα, ασχολήθηκε και με το σενάριο, ώστε να μεταφερθεί σωστά το βιβλίο στην μεγάλη οθόνη.  Άλλωστε είναι παράδοση για τον ισπανικό κινηματογράφο, που κρατάει δυνατά και εντυπωσιακά τα ηνία στην κατηγορία του θρίλερ, ο οποίος συνεχώς εξελίσσεται προς το θετικότερο. Η ταινία δεν σε αφήνει να ξαποστάσεις και μέσα από την άψογη φωτογραφία της οδηγεί τον θεατή με την ιδιότητα του ντεντέκτιβ, βαθιά κι ακόμα βαθύτερα στα σκοτεινά και δαιδαλώδη περάσματα της μυσταγωγίας του τρόμου. Το ευκολόχρηστο της ιστορίας, που διευκολύνει τον θεατή να παρακολουθήσει καλύτερα την πλοκή, εναπόκειται στην μελετημένη προσεκτικά σεναριακή δουλειά, ώστε η κάθε σπαζοκεφαλιά να καθίσταται σαφής και οι συνδέσεις να γίνονται άμεσα, δίχως κενά και απορίες. Ο Χάουμε Μπαλαγκουέρο με την καλοσκηνοθετημένη «Μούσα» ανέβασε ένα σκαλί παραπάνω τον αποκρυφιστικό τρόμο, που είχαμε άλλωστε πολύ καιρό να δούμε στην μεγάλη οθόνη.      

Ο καθηγητής Σάμιουελ Σόλομον (Έλιοτ Κόουαν –καλός) είναι ένα κινούμενο ράκος έπειτα από την αυτοκτονία της ερωμένης και φοιτήτριας του μέσα στο σπίτι του. Ένα χρόνο είναι άνεργος και αρκετό καιρό, τον στοιχειώνει ένα όνειρο. Βλέπει έναν τελετουργικό φόνο-θυσία μιας άγνωστης γυναίκας μέσα σε ένα σπίτι. Εξομολογείται το βάσανο του στην συνάδελφο και φίλη του, Σούζαν (Φράνκα Ποτέντε, «Τρέξε Λόλα, Τρέξε», Χωρίς Ταυτότητα: Τζέσιον Μπορν), η οποία τον συμβουλεύει να ηρεμήσει, ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται για το αποκρυφιστικό, τελετουργικό του θέματος που λαμβάνει χώρα στο όνειρο. Δυο ημέρες μετά οι εφημερίδες ανακοινώνουν την δολοφονία μιας γυναίκας στο σπίτι της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως στο όνειρο του καθηγητή ενώ στην φωτογραφία ο Σάμιουελ αναγνωρίζει την δολοφονημένη γυναίκα που βλέπει στον εφιάλτη του. Αρχίζει την έρευνα και κάποια στιγμή συναντιέται με την Ρέιτσελ (Άνα Ουλαρου, πολύ καλή), η οποία δουλεύει ως χορεύτρια στριπτιζέζ και έχει δει το ίδιο όνειρο με τον καθηγητή. Ο μεν Σάμιουελ αναζητάει απαντήσεις για να ηρεμήσει η ψυχούλα του, η, δε Ρέιτσελ ψάχνει ένα παράξενο αντικείμενο που σχετίζεται με τον θάνατο της γυναίκας και το όλο τελετουργικό. Η κοπέλα με την βοήθεια του καθηγητή βρίσκει αυτό που θέλει, το αρπάζει και εξαφανίζεται. Ο καθηγητής μπλεγμένος περισσότερο από πριν και με μια παλιά φωτογραφία που δείχνει μια ανδροπαρέα νέων (την έκλεψε από το σπίτι της δολοφονημένης), και στην οποία φωτογραφία είναι γραμμένη η φράση «λευκός κύκλος», ζητάει την βοήθεια της φίλη του Σούζαν που είναι εξπέρ στην αποκρυφιστική λογοτεχνία. Μαθαίνει πως ο «λευκός κύκλος» υπήρχε προ εξηκονταετίας και αποτελούταν από πέντε «φευγάτους» φοιτητές φίλους, παθιασμένους με τους απανταχού καταραμένους ποιητές και συγγραφείς. Κανείς από αυτούς όμως δεν ζει για να δώσει εξηγήσεις, καθώς πέθαναν όλοι τους με φρικτό τρόπο, παρά μόνο ένας, ο Μπέρναντ Ράσεν (Κρίστοφερ Λόιντ, καλός), ο οποίος είναι δηλωμένος νεκρός μεν, δίχως να έχει βρεθεί ποτέ το νεκρό του σώμα, δε. Ο Σάμιουελ πρέπει να βρει τον Ράσεν. Επαναλαμβάνω, πως αρκετά χρόνια έχουμε να απολαύσουμε στο άσπρο πανί ένα καλό θρίλερ τρόμου και οι «Μούσες» εξαργυρώνουν την αναμονή.    

Μετά το Χωρισμό

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Μετά το Χωρισμό»            

(Jusqu’à la Garde / Custody)

 

  • Είδος: Κοινωνικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Ξαβιέ Λεγκράν
  • Με τους: Ντενίς Μενοσέ, Λεά Ντρουκέρ, Τομάς Γκιοριά
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Αργυρό Λιοντάρι Καλύτερης Σκηνοθεσίας – Βραβείο Καλύτερης Πρώτης Ταινίας 74ο Φεστιβάλ Βενετίας

Ενδιαφέρουσα κινηματογραφική προσέγγιση ενός διαζυγίου, που μετασχηματίζεται σε θρίλερ τρόμου, να σου κόβει την ανάσα, κάτι σαν τις «Νύχτες με τον Εχθρό μου», του Τζόζεφ Ρούμπεν, που γλείφει την «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, κερνώντας στο φουλ τον θεατή σαμπρολική και χιτσκοκική αδρεναλίνη. Καλή η δουλειά του ηθοποιού Ξαβιέ Λεγκράν (Συνήθεις Εραστές) στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία. Σκηνοθετημένη προσεκτικά με φοβικές γωνίες λήψεις, κάδρα έντονης ανθρώπινης αντίδρασης, εκρηκτικές σκηνές λεκτικής και ψυχολογικής βίας που σπέρνουν ένταση και τρόμο μαζί με καλές ερμηνείες, τόσο του υπέροχου, πληθωρικού Ντενίς Μενοσέ (Άδωξοι Μπάσταρδη), αλλά και του πιτσιρικά Τομάς Γκιοριά. Θα ήθελα να επισημάνω το εικαστικό μέρος της αφίσας αυτής της ταινίας, που είναι καταπληκτικό. Μια γυναικεία πλάτη (αυτή της δικαστίνας, του νόμου), δεξιόθεν ο πρώην σύζυγος που στοχεύει με το βλέμμα του την πρώην σύζυγο. Ευφυέστατη εικαστική προσέγγιση για το conceprt της ταινίας, που δεν είναι το διαζύγιο στο αυτό κάθε αυτό στο σενάριο, αλλά η κρίση και οι αποφάσεις των ανθρώπων του νόμου σε σημαντικές υποθέσεις, που αφορούν οικογένειες, τέκνα, επιμέλειες, διατροφές και ανατινάζουν το σέναριο. Ως γνωστόν η δικαιοσύνη δεν αποφασίζει για το δίκιο, αλλά ερμηνεύει το δίκαιον, που εάν διαθέτεις καλό και ευέλικτο δικηγόρο, όσο λαδιάρης, βίαιος και ψυχάκιας μπορεί να είσαι, πετυχαίνεις παπάδες, παίρνοντας το «δίκαιον» με το μέρος σου. Πολλές φορές οι λανθασμένες αποφάσεις από τους διαχειριστές του ανθρώπινου νόμου υπέρ του άδικου καταλήγουν σε ολέθριες εξελίξεις, όσο εξόφθαλμη καταδικαστέα κι αν είναι η υπόθεση που έχουν μπροστά τους

Η ταινία ξεκινά σε ένα γραφείο δικαστικής διαιτησίας με μια δικαστίνα, ένα χωρισμένο ζευγάρι και τους συνηγόρους τους. Η ταλαιπωρημένη γυναίκα Μύριαμ (Λεά Ντρουκέρ, καλή), που έχει βιώσει τα πάνδεινα από τον τραμπούκο, βίαιο πρώην σύζυγο της, Αντουάν (Ντενίς Μενοσέ, τρομακτικά υπέροχος) έχει καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα για μην  πλησιάζει εκείνην και τα τέκνα τους. Η συνήγορος υπεράσπισης του Αντουάν με άψογη ρητορική, νομικίστικα τσαλίμια, επικαλούμενη, μάλιστα, την βαθύτατη ανάγκη του πατέρα να βλέπει τον ανήλικο του γιο του (υπάρχει και θυγατέρα αλλά είναι ενήλικη) και την πειθαρχημένη συμπεριφορά του σε θέματα διατροφής, ζητά από το δικαστήριο την από κοινού επιμέλεια για τον μικρό Ζουλιάν (Τομάς Γκιοριά, πολύ καλός). Από την άλλη, η συνήγορος της φοβισμένης Μυριάμ εκθέτει στην δικαστίνα ανατριχιαστικά γεγονότα με πρωταγωνιστή τον άξεστο και βίαιο χαρακτήρα του πρώην τύραννου συζύγου και πατέρα Αντουάν τόσο απέναντι στα τέκνα του, όσο και στην βασανισμένη πρώην σύζυγό του. Η σκηνή της διένεξης στο δικαστικό γραφείο είναι μοναδική και εκεί είναι όλο το ζουμί της ταινίας. Η δικαστίνα, βάσει νόμου, εξετάζοντας και τα επιχειρήματα του πατέρα, ενώ διακρίνει, ότι υπάρχει ζωντανό θέμα βίαιης συμπεριφοράς από την πλευρά του, έπειτα από μερικές ημέρες βγάζει απόφαση υπέρ του αιτήματος τους, εγκρίνοντας την κοινή επιμέλεια με κάποιους όρους, τρίχες κατσαρές. Η μάνα αλλάζει κρυφά σπίτι, που το γνωρίζουν μόνο οι γονείς της, προσπαθώντας να μην έρχεται σε επαφή με τον Αντουάν. Ο Αντουάν, που στόχος του είναι η γυναίκα του, τραμπουκίζει συνεχώς τον μικρό Ζουλιάν μέχρι που μαθαίνει την διεύθυνση της Μυριάμ. Κι ο τρόμος αρχίζει να σε κυκλώνει. Ο χαρακτήρας του Αντουάν, μια μόνιμη, ανθρώπινη απειλή για το περιβάλλον του, γεμάτη αρρώστια και αθεράπευτες συμπεριφορές, αναδύεται έντεχνα, κορυφώνοντας την αγωνία, που σε προετοιμάζει για ένα φινάλε άκρως ρεαλιστικό και  κινηματογραφικό. Το παρακολουθείς με την ψυχή στο στόμα.    

Αγκάθι

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Αγκάθι»              

(Thorn)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Γαβριήλ Τζάφκας
  • Με τους: Νέελ Ρόνχολτ, Γιενς Σέττερ Λάσσεν, Βίμπεκε Χάστρουπ, Όλαφ Γιοχάνεσσεν
  • Διάρκεια: 82’
  • Διανομή: Filmcenter Τριανόν

Ταινία με δυο πρωτιές. Είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Έλληνα σκηνοθέτη Γαβριήλ Τζάφκα σε μεγάλου μήκους ταινία (βραβευμένος μικρομηκάς) και δεύτερον, το «Αγκάθι» είναι η πρώτη κινηματογραφική συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδος και Δανίας. Ο Τζάφκας μετά τις σπουδές του στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, αναζήτησε την τύχη εκτός των τειχών της χώρας (γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, εδώ δεν υπάρχει προκοπή) και από το 2013 είναι μέλος της «Super16 -Nordisk Film» και μέλος της Ένωσης Σκηνοθετών της Δανίας. Ο Γιώργος Λάνθιμος στην Δύση και ο Γαβριήλ Τζάφκας στον ψυχρό βορρά της Δανίας.

Νιόπαντρο, νεαρό ζευγάρι περνάει, κάτι, σαν μήνα του μέλιτος στο κτήμα της συζύγου στην δανέζικη ύπαιθρο. Ένα επίσης ζευγάρι ηλικιωμένων γειτόνων υπάρχει στην ιστορία, που ο μεν σύζυγος κυνηγάει στα δάση, ψάχνοντας τριάντα χρόνια έναν κλέφτη και η μεν σύζυγος είναι μονίμως κλεισμένη στο σπίτι και σαν την Πηνελόπη υφαίνει τον αργαλειό της. Το νεαρό ζευγάρι περνάει ζωή χαρισάμενη με γέλια, έρωτες, βόλτες με το άλογο στο δάσος, ώσπου η κοπέλα χάνει στο πυκνό την βέρα του γάμου και ο νέος το άλογο του. Τρελαίνεται αυτός και ξεχύνεται στα δάση για να βρει τον κλέφτη, που άκουσε από τον ηλικιωμένο, για να πάρει πίσω το άλογο του, αλλά και να ανακαλύψει την βέρα της γυναίκας του. Πέφτει σε μια παγίδα για ζώα, τραυματίζεται, τον περιθάλπει ο ηλικιωμένος άνδρας σε μια καλύβα, ενώ η νεαρά, τσίτα στην αγωνία για τον άνδρα της, πιάνει επαφή με την ηλικιωμένη γειτόνισσα. Ένα έντονο όνειρο του νεαρού, σαν αληθινό βίωμα, γίνεται η εμμονή του, νομίζοντας, ότι υπάρχει τρίτος άνθρωπος που τον φλερτάρει η γυναίκα του και την βέρα της δεν την έχασε, αλλά η ίδια την πρόσφερε σε εκείνον, τον άγνωστο άνδρα.

Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται στα πρώτα 55 λεπτά της ώρας σε μια ταινία διάρκειας 82 λεπτών. Νέοι στην εξοχή, ωραία πλάνα και ξανά ωραιότερα, landscape πλάνα σε φωτογραφικό ντελίριο, ένα χαμένο άλογο μαζί με ένα δαχτυλίδι, καλλιτεχνικό travelling εντός σπιτιού, παράξενοι γείτονες, αυστηρά, μετρημένοι διάλογοι των πέντε δευτερολέπτων και ο θεατής αναζητά το σενάριο στην μεγαλόπρεπη στασιμότητα του. Ξαφνικά, ω, ναι, ξαφνικά, εκεί που το άνω βλέφαρο είναι έτοιμο να ανταμώσει με το κάτω, ξεπηδάει  το ενδιαφέρον από την γραφίδα και τον φακό του Τζάφκα, κι αρχίζει να ανοίγει το μάτι. Η γνώση της μοναξιάς με εχθρό την ζήλια διασταυρώνονται σε δρόμους ζωής παρέα με τον φόβο της απόρριψης, του γυναικείου, ερωτικού παιγνίου, της σωματικής φθοράς και του θανάτου. Το δράμα για ό,τι δεν εξομολογήθηκε και κρατήθηκε κρυφό, μετασχηματίστηκε σε τοίχο ικανό να χωρίσει δυο ανθρώπους που αγαπιούνται παράφορα. Φιλοσοφικό δοκίμιο, που αναρριχάται στις παρυφές της ανάσας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και μάλιστα της «Περσόνας» του 1966. Μια άκαμπτη ευθεία σιωπών και βλεμμάτων, λιγόλογη και ακατανόμαστη ως φοβικό μυστικό. Το «Αγκάθι» δεν έχει το νεύρο της «Περσόνας», αλλά την κινηματογραφική αφήγηση της αγγελοπουλικής νωθρότητας. Άλλωστε ο συγχωρεμένος Τεό θαύμαζε την «Περσόνα» του Μπέργκμαν, τοποθετώντας την στις δέκα καλύτερες ταινίες από καταβολής σινεμά. Ο Τζάφκας αξιοποιεί την κινηματογραφική του παιδεία, η οποία είναι πολύ καλή, εάν εξαιρέσεις  δυο σημεία σημαντικής σεναριακής επεξήγησης, που μένουν στο κενό, παίζοντας με την χωροχρονική συγγένεια, παντρεύοντας την με τον ψυχισμό και την εσωτερικότητα των ηρώων του. Απολογία, αναζήτηση, κάθαρση και θεραπεία σε δυο χρόνους, αυτού του παρελθόντος και αυτού του παρόντος είναι αυτή η άκαμπτη ευθεία των σιωπών, που αναφέραμε, αρχής γενομένης με το ανάλαφρο και γεμάτο ξεγνοιασιά τραγούδι της Ντόρις Ντέι «Que Sera Sera», καταλήγοντας στο κλείσιμο της αυλαίας με την γεμάτη εμπειρία, μεστή φωνή του Λέοναρντ Κοέν στο εκπληκτικό, «It Seemed The Better Way». Το «Αγκάθι» γίνεται άκακο και το αίμα τού χρόνου στεγνώνει λάθη, σβήνει τα μυστικά. Πολλά υποσχόμενος ο Γαβριήλ Τζάφκας.

Death Wish

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Death Wish»    

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Ιλάι Ροθ
  • Με τους: Μπρους Γουίλις, Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο, Ελίζαμπεθ Σου, Ντιν Νόρις, Κίμπερλι Ελίς, Καμίλα Μορόνε
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1974 η καλτ ταινία «Death Wish» του Μάικλ Γουίνερ (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλν) με πρωταγωνιστή τον «ανέκφραστο» Τσάρλς Μπρόνσον προκάλεσε αίσθηση, καθώς η Αμερική (τα μεγάλα αστικά κέντρα) καταγράφανε αστρονομικά ποσοστά εγκληματικότητας. Από την άλλη το ευαίσθητο θέμα της αυτοδικίας σε κράτος χαοτικών συνθηκών δικαιοσύνης, τάραξε τα λιμνάζοντα νερά, της τότε, αμερικανικής κοινωνίας. Βέβαια ο ήρωας της ταινίας του 1974, φιλήσυχος οικογενειάρχης, αρχιτέκτονας και μετέπειτα ως μοναχικός εκδικητής, εξολοθρεύει τα μέλη της συμμορίας που εισέβαλαν στο σπίτι του, βίασαν την κόρη του και σκότωσαν την γυναίκα του, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την ζοφερή εικόνα μια άθλιας Νέας Υόρκης, πνιγμένη στο έγκλημα. Η μορφή του Μπρόνσον μετά το γεγονός αποκαλύπτεται υπέροχη, καθώς βιώνει την εκδίκηση στην απόλυτη μοναξιά και το μίσος, μεταμορφώνοντας τον σε τραγική φιγούρα super hero και αγγέλου της δικαιοσύνης στα μάτια των φοβισμένων και τρομαγμένων συμπολιτών του. Αυτή άλλωστε ήταν και η επιτυχία της ταινίας πριν ακόμα στρογγυλοκαθίσει στον «θρόνο» του οικογενειάρχη εκδικητή ο πληθωρικός Λιαμ Νίσον.

Το ίδιο συμβαίνει και στο remake του ψιλοσπλατερά σκηνοθέτη Ιλάι Ροθ («Καταφύγιο του Τρόμου», «Μην Ανοίξεις») με ελάχιστες διαφορές από την πρώτη ταινία. Διαφορές που επισημαίνονται, στο ότι ο ήρωας Πολ Κέρσεϊ (Μπρους Γουίλις), είναι χειρουργός (το πρωί σώζει ζωές και το βράδυ αφαιρεί) έχει αδελφό τον Φράνκ (Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο) και η κόρη του, Τζόρνταν (Καμίλα Μορόνε) δεν βιάζεται, αλλά πληγώνεται από σφαίρα και πέφτει σε κώμα. Επίσης, λόγω εποχής, η χρήση της τεχνολογίας και η διαφήμιση υπέρ της οπλοκατοχής είναι τα highlights της ταινίας του Ροθ (άντε και σε δείπνο με τον Τραμπ, εύχομαι). Η επιλογή του Μπρους εύστοχη. Είναι ηθοποιός που έχει παίξει τα πάντα, και ως σύζυγος και πατέρας Τζον ΜακΛέιν στην κινηματογραφική «πολυλογία» του «Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει» τα έχει καταφέρει περίφημα. Έτσι, και δω ο ρόλος του εκδικητή είναι ταμάμ. Καλή η σκηνοθεσία, ρηχή, όμως, η ενδοσκόπηση του ήρωα με το παρατσούκλι «Χάρος» σε ένα Σικάγο φουλ στο έγκλημα. Για την αμερικανιά του θέματος αναφέρουμε, ότι εκτός της δικής του υπόθεσης που πρέπει να την κλείσει με το να σκοτώσει τους εγκληματίες, ο γιατρουδάκος, αφού έχει πάρει το κολλάει, αναλαμβάνει εργολαβικά και μια δυο δουλίτσες για να δικαιώσει τους αδύναμους, αυτούς που δεν έχουν το σθένος να πάρουν το νόμο στα χέρια τους.      

Foxtrot

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Foxtrot»         

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Σάμουελ Μαόζ
  • Με τους: Λιόρ Ασκενάζι, Σάρα Άντλερ, Γιονατάν Σιράι
  • Διάρκεια: 108΄
  • Διανομή: Seven
  • Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Βενετίας 2017

Παιχνίδι της μοίρας που μετασχηματίζει καταλυτικά τις ανθρώπινες ζωές. «Ό,τι είναι γραφτό να γίνει θα γίνει», λέει ο Ομάρ Σαρίφ στο Πίτερ Ο΄ Τουλ, παίζοντας με το θέμα της ανθρώπινης τύχης, όταν ένας Άραβας πέφτει από την καμήλα του και μένει πίσω από τους υπόλοιπους, μόνος στην καυτή, θανατηφόρα έρημο. «Τίποτα δεν είναι γραφτό!», απαντάει πεισματικά ο Λόρενς και επιστρέφει με κίνδυνο την ζωή του να σώσει τον άτυχο άνθρωπο. Ο Άραβας σώζεται, ο Άγγλος υπολοχαγός γίνεται ο σωτήρα του, κι έπειτα από μερικές ημέρες, ο σωτήρας αναγκάζεται να εκτελέσει τον Άραβα ως δολοφόνο στην μεγαλειώδη ταινία του Ντέβιντ Λιν, «Λόρενς της Αραβίας». Το θέμα που πραγματεύεται η δεύτερη κατά σειρά  ταινία  του Ισραηλίτη Σάμουελ Μαόζ (Λίβανος) είναι καραμπινάτο ανθρωποκεντρικό μεν, αλλά το αντιπολεμικό στοιχείο του σεναρίου, δε, αποζητά και αυτό την δική του μερίδα.

Ο Μίκαελ και η Ντάφνα χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους όταν η πόρτα του σπιτιού τους χτυπάει και δύο αξιωματικοί του στρατού, ανακοινώνουν στο ζεύγος, ότι ο γιος τους, ο Γιόναταν, πέθανε ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Εκπληκτική η σκηνή της έναρξης, περισσότερο από την αντίδραση του πατέρα στο δυσάρεστο νέο, αφού την μητέρα οι στρατιωτικοί την «απενεργοποίησαν» αμέσως με υπνωτική ένεση για να ηρεμήσει. Το χάσιμο, η σύγχυση στις σκέψεις και το βλέμμα του πατέρα είναι καταπληκτικά κινηματογραφημένα. Φυσικά, η γη άνοιξε κάτω από τα πόδια του, πέφτοντας στο κενό της αβύσσου. Και πιος δεν θα το πάθαινε αυτό με ένα τέτοιο συγκλονιστικό νέο. Τα πράγματα δυσκολεύουν και ο πατέρας του σκοτωμένου γιού πρέπει να ανταπεξέλθει στα διαδικαστικά θέματα τέτοιων περιπτώσεων, τόσο από την πλευρά των συγγενών, όσο και από αυτή του στρατού που υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο. Απηυδισμένος από τις υπερβολικές εκδηλώσεις πένθους των συγγενών και την στρατιωτική γραφειοκρατία, ο Μίκαελ βυθίζεται σ’ ένα αυτοκαταστροφικό παραλήρημα θυμού για να βιώσει τελικά ένα αδιανόητο μπαράζ ανατροπών, το οποίο συναγωνίζεται σε σουρεαλισμό τις στρατιωτικές εμπειρίες του χαμένου για πάντα παιδιού του.

Foxtrot, είναι ο γνωστός χορός, αλλά και η ερμηνεία του «F» στον στρατιωτικό κώδικα-αλφαβητάρι επικοινωνίας. Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω τις όποιες ανατροπές προκύπτουν στο σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, και τσαλακώσω την ξεχωριστή αίσθηση του καθενός, βλέποντας την ταινία. Είναι καλοσκηνοθετημένη, οι ερμηνείες υποδειγματικές και καλή φωτογραφία. Το αντιπολεμικό μήνυμα, όμως, που θέλει να περάσει ο Μαόζ είναι σαθρό και δεν συνάδει με το υπόλοιπο δραματουργικό στοιχείο της ταινίας που είναι ενδιαφέρον. Ισραηλίτες, τακτοποιημένοι αστοί, που βρίσκονται σε συναισθηματική κρίση είναι το plot και ένα παιχνίδι της μοίρας, αυτό που λέμε, το απρόσμενο τραπουλόχαρτο ικανό να αλλάξει όλη την στρατηγική, για άλλους θεόσταλτο, για άλλους τυχαίο (το ζευγάρι, παρεμπιπτόντως είναι άθεοι και δεν ακολουθούν τις επιταγές του Ταλμούδ). Η ηθική της σεναρίου αναπτύσσεται μέσω της παρουσίας του πατέρα, που άλλωστε είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής όχι μόνο της ταινίας, αλλά για όλα τα μέλη της οικογένειας. Για άλλους ήρωας, για άλλους εγωιστής και τύραννος.      

Do it Yourself

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

    «Do it Yourself»      

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιλιφώνης
  • Με τους: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μάκης Παπαδημητρίου, Μυρτώ Αλικάκη, Αργύρης Ξάφης, Πάνος Κορώνης, Θέμης Πάνου, Χρήστος Λούλης
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon

Ω, ναι το έχει ο Τσιλιφώνης. Και, μάλιστα, το διαχειρίζεται άψογα. Ξέρει σινεμά ο νεαρός, είναι διαβασμένος, κατατοπισμένος ο Δημήτρης. Αποφεύγει τις ελληνικές κακοτοπιές και φτιάχνει ταινίες (ταινία, καθότι είναι η πρώτη του) που σε κρατούν σε  ενδιαφέρον. Ολοστρόγγυλη παραγωγή, δίχως γωνιές και γρέζια, θολούρα, αρπαχτές και μιζέρια. Ταινία με καθαρή δράση, γρήγορο, σφιχτό μοντάζ, καλή χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, γοητευτική φωτογραφία και λήψεις αριστοτεχνικές. Ελάχιστα παραπάνω δούλεμα χρειαζόταν το σεναριάκι μόνο. Μια χαρά! Μπράβο στον Δημήτρη Τσιλιφώνη, εντυπωσιακό αποτέλεσμα για την πρώτη του δουλειά. Νοικοκυρεμένος, κινηματογραφικά πειθαρχημένος, μετρημένος και όχι χαμένος σε προσωπικούς ναρκισσισμούς ακαταλαβίστικών αφηγήσεων, βγάζει αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος στην Ελλάδα ζει και σκέφτηκε ρεαλιστικά, πως μια ταινία δράσης, με δόση εφέ, σκοτωμούς και βατή σεναριακή περιπετειώδη πλοκή, που, φυσικά, να σέβεται τον εαυτό της, τους θεατές, και να μην είναι ο φτωχοσυγγενής της παρέας, χρειάζεται δομημένη παραγωγή και το μυαλό συγκεντρωμένο. Ο Δημήτρης Τσιλιφώνης τα επιστράτευσε και αξιοπρεπώς λειτούργησε σαν ελβετικό ρολόι, αν και η κινηματογραφική παιδεία του είναι εκ Δυσμάς ορμώμενη.

 Ο Άλκης, ένας μικροαπατεώνας, φτωχοδιάβολος (Κωνσταντίνος Ασπιώτης, καλός)  συμφωνεί να πρωταγωνιστήσει σε ένα viral βίντεο με σκοπό να αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του παράνομου επιχειρηματία (Χρήστος Λούλης) και με αυτό να σώσει την ζωή του, που έχει μπει στο στόχαστρο συμμοριών. Όταν συνειδητοποιεί ότι οι συνεργοί του πρόκειται να τον σκοτώσουν, έχει μερικές, μόνo, ώρες για να αποδράσει από το στούντιο πορνό ταινιών, που τον έχουν φυλακισμένο. Ελλάδα του σήμερα, του γρήγορου πλουτισμού, του μαύρου χρήματος, της παρανομίας και της διαφθοράς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της πολιτικο-κοινωνικής ζωής. Μια χώρα δίχως όνειρα για τους νέους ανθρώπους. Η παραβατικότητα επιλέγεται ως δρόμος διαφυγής. Η εικόνα ενός κράτους ειδομένη από την οπτική γωνιά ενός νεότατου κινηματογραφιστή, άνευ διδασκαλιών, κλούβιων μηνυμάτων και ελπιδοφόρων γεύσεων. Εκεί, όπου οι «ιερές» εξουσίες του συστήματος ζυμώνονται με το έγκλημα, όπως η δικηγόρος του διεφθαρμένου επιχειρηματία (Ναταλία Δραγούμη) που είναι ο ιθύνων νους της εκτέλεσης του Άλκη (αναρωτιούνται μετά, γιατί δολοφονούν τους δικηγόρους μέσα στα γραφεία τους). Όλα συμβαίνουν σε μια νύχτα και οι χρονικές αναδρομές ή οι σεναρικές μετατοπίσεις είναι φτιαγμένες με μαεστρία, ώστε να καταλαβαίνει ο θεατής που βρίσκεται και τι συμβαίνει. Η παραγωγή εξαιρετική, ενώ οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών αληθοφανείς και άμεσες. Απλά, το «Do It Yourself» είναι σινεμά σε έναν τόπο, που δεν συμπαθεί το σινεμά, αν και η επιθυμία των νέων σκηνοθετών είναι τεράστια. Το πιο σημαντικό απ΄ όλα είναι, ότι ο Δημήτρης Τσιλιφώνης με τα μέσα που διαθέτει σε χώρα όπως η Ελλάδα, έφτιαξε μια αξιοπρεπέστατη ταινία.       

Ο Θάνατος του Στάλιν

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

«Ο Θάνατος του Στάλιν»   

(The Death of Stalin)

  • Είδος: Πολιτική Σάτιρα
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Ιανούτσι
  • Με τους: Τζέφρι Τάμπορ, Στιβ Μπουσέμι, Πάντι Κόνσινταϊν, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Τζέσιον Άιζακς, Όλγα Κιριλένκο
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Καμιά σχέση με κωμωδία δεν έχει η ταινία. Είναι σάτιρα και μάλιστα κατάμαυρη. Διαφορά τεράστια! Οι παλαιότεροι, μάλιστα, έλεγαν, πως «οι πολύ κακοί άνθρωποι είναι και αστείοι» και κάλλιστα μπορείς να αφηγηθείς τις πικρές ιστορίες τους δημιουργώντας κλαυσίγελο. Θα συμφωνήσω μαζί τους. Με το μυαλό ξεκάθαρο και την σκέψη απαλλαγμένη από φανατισμό, στερεότυπα και πεποιθήσεις θα δεις όλους αυτούς τους δυνάστες, συνήθως της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής που πέρασαν από την Γη, μαζί και τα επιτελεία τους, ως θλιβερούς κλόουν σε νοσηρή ατραξιόν τσίρκου. Βέβαια, αυτές οι τρομακτικές οντότητες που καθιέρωσαν την πολιτική τους φήμη και διαμόρφωσαν μια παγιωμένη κατάσταση πραγμάτων με τα έργα τους, κατά την διάρκεια της πολιτικής τους θητείας, αλλά και μετά θάνατον, η εν ζωή πορεία τους καταμετρήθηκε από εκτελέσεις και φόνους δεκάδων εκατομμυρίων, αντιφρονούντων ανθρώπων. Τα ολοκαυτώματα που προκάλεσαν εντός και εκτός των χωρών τους σε πολίτες γιατί είχαν διαφορετική άποψη, είναι ένα από τα σημαντικά σημεία της νοσηρότητας που χαρακτήριζε αυτές τις «μορφές». Με την δύναμη της εξουσίας, τον φόβο, το κνούτο και το μαχαίρι κυβέρνησαν ή βασίλεψαν ως απόλυτοι μονάρχες με μοναδικό σκοπό την διατήρηση του θρόνου, απαξιώνοντας την έννοια άνθρωπος. Εύλογα θα αναρωτηθείτε, ποιος μεγάλος ηγέτης δεν χρησιμοποίησε την τακτική του φόβου για να κυβερνήσει; Ουδείς, θα απαντήσω με παρρησία και όλοι τους συμμάχησαν ανίερα με τον τρόμο και τον εξαπέλυσαν στις μάζες για να τους φοβούνται και να είναι ήσυχοι. Δεν ήταν όμως ηγέτες αυτά τα δίποδα που έγραψαν ιστορία στην παγκόσμια πολιτική σφαίρα, κι αρκετοί από εμάς τα θαυμάζουμε, διότι το αξιακό τους σύστημα ήταν απόλυτα ενταγμένο στο σκοτάδι της ανελευθερίας, της οπισθοδρόμησης και του τρόμου, κενοί από αρετές. Ένα από αυτούς ήταν και ο σκληροτράχηλος, αιμοσταγής Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστός ως Ιωσήφ Στάλιν (18 Δεκεμβρίου 1878 – 5 Μαρτίου 1953), ο Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1922 έως το 1953. Με μια απλή σκέψη αμέσως καταλαβαίνεις, πως τέτοιου είδους σκοταδιστές κυβερνήτες, όπως ο Στάλιν ας πούμε, τι σόι συνεργάτες θα επέλεγε για να διεκπεραιώνουν τους ερεβώδεις σχεδιασμούς των κυβερνητικών του προγραμμάτων τους; Ο δαίμονας ποτέ δεν επιλέγει αγγέλους για βοηθούς, ως γνωστόν. Οπότε, μια, επίσης, νοσηρή, από εξ΄ ίσου κτήνη, αυλή, περιτριγύριζαν, συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν άνευ αντιρρήσεων, αιδούς και αναστολών τις εντολές του πρώτου άνδρα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Έπειτα από το δείπνο με τους επιτελικούς του, ο Στάλιν (Άντριαν ΜακΛάφιν) στη ντάτσα του, λίγο έξω από τη Μόσχα, και τα αναμεταξύ τους αστειάκια για το πως εκτέλεσαν τον τάδε ή την τάδε, ο Γ.Γ της Σοβιετικής Ένωσης αποσύρεται ευδιάθετος στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του για να κατακλιθεί (εκείνη την περίοδο ο Στάλιν είχε εξαπολύσει μια εκστρατεία εκκαθάρισης κατά το πρότυπο της εποχής του Μεγάλου Τρόμου τη δεκαετία του 1930). Πριν πέσει για ύπνο, λοιπόν, ο «πατερούλης», θέλει πρώτα να απολαύσει ιδιωτικώς σε βινύλιο το φρεσκοηχογραφημένο, live ρεσιτάλ της διεθνούς φήμης Ρωσίδας, πιανίστριας, Μαρία Γιουντίνα (Όλγα Κιριλένκο). Εντός του καλύμματος του δίσκου υπάρχει ένα κρυφό μπιλιέτο της ίδιας της καλλιτέχνιδας προς τον Στάλιν που γράφει: «κατάντησες την χώρα ερείπια». Ο Στάλιν το διαβάζει, ξεκαρδίζεται στα γέλια και ξαφνικά ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο τον βρίσκει στο δωμάτιο της ντάτσα του, ολομόναχο να σωριάζεται στο πάτωμα ηττημένος. Τον οριζοντιωμένο σώμα του «βασιλιά» ανακαλύπτει το πρωί η πιστή και αφοσιωμένη οικονόμος του, κι εν μέσω πρώτου πανικού και σύγχυσης ειδοποιούνται οι άμεσοι συνεργάτες του. Καταφθάνουν οι «πιστοί» του τέσσερις άνδρες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ (και υποψήφιοι διάδοχοι). Πρώτος εισβάλλει στο δωμάτιο ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, ο αδίστακτός σφαγέας Λαυρέντι Μπέρια (Σάιμον Ράσελ Μπιλ, καλός), ο οποίος ανακαλύπτει στο πάτωμα και το σημείωμα της Γιουντίνα. Ακολουθούν ο Αναπληρωτής Γ. Γραμματέας Γκεόργκι Μαλενκόφ (Τζέφρι Τάμπορ, καταπληκτικός), κι ο Μπέρια συναισθανόμενος την δυσκολία της κατάστασης αρχίζει να νουθετεί τον Μαλενκόφ για να αναλάβει την αρχηγία. Έρχεται ο κομματάρχης Νικίτα Σεργκιέγιεβιτς Χρουστσόφ (Στιβ Μπουσέμι, απίθανος) και ο σύμβουλος επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ (Μάικλ Παλίν των Μόντι Πάιθονς, πολύ καλός), τον οποίο ο Στάλιν τον είχε συμπεριλάβει στις διαβόητες λίστες θανάτου προς εξόντωση ως εχθρό του. Και ξαφνικά αυτοί οι σαστισμένοι, ισχυροί πολιτικοί της Σοβιετικής Ένωσης στέκουν πάνω από ακίνητο σώμα του Στάλιν αμήχανοι, γεμάτοι σαστιμάρα, προβληματισμό και φόβο, καταστρώνοντας αμέσως τα σχέδια της διαδοχής και τις στρατηγικές για το μέλλον της Σοβιετικής Ένωσης. Σκηνές απείρου κάλλους. Ειδοποιούν τον υπό δυσμένεια, από τον ίδιο τον Στάλιν, στρατάρχη και ήρωα του Β’ΒΠ, Γκεόργκι Ζούκοφ (Τζέσιον Άιζακς, απίθανος) τα τέκνα του Στάλιν, όπως την καταπιεσμένη Σβετλάνα Αλληλούγεβα Στάλιν (Αντρέα Ράιζμποροου), ο οποίος τύραννος πατέρα της – σπουργιτάκι την αποκαλούσε – είχε δολοφονήσει την αγαπημένη της θεία και τα δυο ετεροθαλή αδέλφια της (το 1967 η Σβελτάνα αυτομόλησε στις ΗΠΑ), αλλά και τον ψυχάκια γιό του, Βασίλι Στάλιν (Ρούπερτ Φρεντ). Οι αγώνες των μηχανορραφιών και των ραδιουργιών ξεκινούν, ενώ η καμαρίλα, η ίντριγκα, εν μέσω δραματικών καταστάσεων, παίρνει φωτιά.

Η εξειδίκευση, ας πούμε του ευφυέστατου και εύστοχου Σκοτσέζου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Αρμάντο Ιανούτσι, είναι η πολιτική σάτιρα. Γνωστός από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, πολιτικού ενδιαφέροντος «The Thick of It», αλλά και από το κινηματογραφικό «Πόλεμος Εκτός Προγράμματος» του 2009, το οποίο προτάθηκε και για το Όσκαρ Καλύτερης Μεταφοράς Σεναρίου, εγκαταλείπει την αγγλο-σαξωνική σφαίρα ενδιαφέροντος, καταπιάνεται με την Σοβιετική Ένωση και την περίοδο της «βασιλείας» του Ιωσήφ Στάλιν, αρχής γενομένης του περιστατικού του θανάτου του. Στην Ρωσία μάλιστα, ο πρόεδρος Πούτιν απαγόρευσε την προβολή της ταινίας. Πιο συγκεκριμένα, ο «Θάνατος του Στάλιν» και τα αληθινά, τρομακτικά γεγονότα που προέκυψαν μετά την αποχώρηση του από τα γήινα είναι καταγεγραμμένα σε δυο κόμικ ιστορίες με τους τίτλους:  «O Θάνατος του Στάλιν» και το «Δεύτερο Μέρος – Η Κηδεία» των Γάλλων Φαμπιάν Νούρι και Τιερί Ρόμπιν. Αυτή είναι η σεναρικαή βάση για να ασχοληθεί ο Ιανούτσι με τον έτερο γραφιά Ντέιβιντ Σνάιντερ και να περάσει την ιστορία του «Θανάτου του Στάλιν» στην μεγάλη οθόνη. Με το αγγλικό μέτρο της κινηματογράφησης, αυτό που δεν πλατιάζει και ελευθερώνει την ουσία του θέματος να εκδηλωθεί υπέροχα, αλλά και την θεατρική αισθητική των πλάνων, ο σκηνοθέτης κυκλώνει με την κωμική διάσταση του πράγματος τα τραγικά γεγονότα, επουδενί αλλοιώνοντας τα, αλλά, όπως αναφέραμε παραπάνω, το ακραίο κακό είναι και πολύ αστείο. Το πετυχαίνει άψογα ο  Ιανούτσι και η ταινία από τις πτυχές της θλίψης βγάζει πικρό γέλιο, καθώς οι υπέροχοι ηθοποιοί, της ψαγμένης κωμικής στόφας, επιλεγμένοι και από τις δυο ακτές του Ατλαντικού, το υποστηρίζουν μοναδικά και θαυμάσια, εμφανίζοντας την αθλιότητα, την μαυρίλα, τον σκοταδισμό των χαρακτήρων που υποδύονται με γέλιο. Μια τραγική ταινία που βγάζει γέλιο και δεν την χάνεις!