fbpx

«Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» 

(Tales of Ordinary Madness)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα (Παραγωγή 1981)
  • Σκηνοθεσία: Μάρκο Φερέρι
  • Με τους: Μπεν Γκαζάρα, Ορνέλα Μούτι, Σούζαν Ταιρέλ, Ρόι Μπρόκσμιθ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: 9 Διεθνή Βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας
  • και Καλύτερης Ηθοποιίας: (David di Donatello Awards – Golden Goblets, Italy – Italian National Syndicate of Film Journalists – San Sebastián International Film Festival (Fipresci Prize) – SESC Film Festival, Brazil)
  • Επανέκδοση σε ψηφιακές κόπιες στους κινηματογράφους: «Σινέ Ριβιέρα» (Εξάρχεια) και «Σινέ Όαση» (Παγκράτι)

Το μαργαριταρένιο περιδέραιο της ταινίας είναι το απίστευτο λογίδριο του Τσαρλς Σέρκιν περί «κομψότητας» στο τεράστιο θέατρο με τους ελάχιστους, βαριεστημένους θεατές να ψιλοκράζουν κάτι φτωχοδιάβολους καλλιτέχνες που βρίσκονται εκεί για να παρουσιάσουν τραγούδια τους, να απαγγείλουν, να πουν τα δικά τους, τα διαολεμένα σώψυχα τους. Από τα πρώτα λόγια το ολιγάριθμο κοινό αρχίζει να αποδυναμώνει την μπρόγκα από την δύναμη της σκέψης του μέθυσου αφηγητή, μέχρι που επικρατεί απόλυτη σιωπή. Σεκάνς μοναδική, ακριβώς στην έναρξη της ταινίας. Φοράς τα μαργαριτάρια, εάν θέλεις, και απολαμβάνεις, τα 101 λεπτά διάρκειας της ταινίας που αφορά την μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του κυνικού, Αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόβσκι από τον Ιταλό αντισυμβατικό σκηνοθέτη Μάρκο Φερέρι. Οι «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» μαζί με το «Ταχυδρομείο» είναι τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία, από τα πενήντα τον αριθμό, του Μπουκόβσκι. Δύο είναι οι αλήθειες ερχόμενος αντιμέτωπος με τέτοιου είδους ανθρώπους στην 7η Τέχνη, που συχνά προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις και εγκεφαλικά με τα πονήματα τους στις απονευρωμένες μάζες. Το πρώτο είναι, ότι ο Μπουκόβσκι ποτέ δεν αγαπήθηκε από τους Αμερικανούς ως συγγραφέας τους, παρά μόνο από τους Ευρωπαίους και μερικούς περιθωριακούς πυρήνες της σύγχρονης, αμερικανικής λογοτεχνίας, που αντιλήφθηκαν άμεσα την διασταύρωση της σκέψη του, γεννώντας στο χαρτί ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικό, ποιητικό υβρίδιο από τον σωκρατικό κυνισμό και τον ρομαντισμό του αυτόχειρα Καμί, ακόμα και του αφοριστικού ηθικοφιλοσοφικού προσανατολισμού του Νίτσε και του Ντοστογιέφσκι. Αυτά, φυσικά, ενοχλούν τα μέγιστα τους ακραιφνείς υπερασπιστές του αμερικανικού ονείρου που καθύβριζε συνεχώς ο Γερμανο –πολωνο – αμερικανός Χέινριχ, Καρλ Μπουκόβσκι (16 Αυγούστου 1920 — 9 Μαρτίου 1994). Η αληθινή, αθέατη, αμερικανική διανόηση τον αποδέχτηκε σιωπηρά δίχως φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, κι αυτό γιατί μέσα από την ποίηση του κι όχι από τα διηγήματα του, πραγματικά, ανακάλυψε ένα ατίθασο πνεύμα μεν, βαθιά πληγωμένο και απογοητευμένο δε, γεμάτο λυρισμό και ατόφια φιλοσοφική δραματουργία στο επίπεδο του σκληρού ρεαλισμού. Ο Μπουκόβσκι πατούσε απροκάλυπτα την οριακή γραμμή της μισανθρωπίας, από φιλοσοφική θέση και άποψη, αποφεύγοντας τα τοξικά προϊόντα της ευζωίας του συστήματος, καταργώντας συνάμα, τον φυσιολογικό τρόπο ζωής, ακολουθώντας την αλητεία, βιώνοντας την λιτότητα και τον κοσμικό μοναχισμό, πνιγμένος στο αλκοόλ και τους εφήμερους έρωτες, μαχόμενος με τους προσωπικούς του δαίμονες. Οι συντροφιές του ήταν οι μπεκρήδες, οι πουτάνες, οι λογής παρίες και οι περιθωριακοί, ανακαλύπτοντας ανάμεσά τους την αληθινή εικόνα όχι μόνο της Αμερικής αλλά όλου του σύγχρονου κόσμου. Δικαίως του προσάψανε τον χαρακτηρισμό του ποιητή του βρώμικου ρεαλισμού, που στην συνέχεια έγινε λογοτεχνικό κίνημα με πάμπολλους εκφραστές. Το δεύτερο είναι, ότι ο, εκ πεποιθήσεως, άθεος, Μιλανέζος σκηνοθέτης Μάρκο Φερέρι (11 Μαΐου 1928 – 9 Μαΐου 1997), ο πλέον αντικομφορμιστής, αναρχικός και αντισυμβατικός, ο δημιουργός των ταινιών: «Το Χαρέμι» (1967, η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον απίστευτο τίτλο: «Η Γκαρσονιέρα της Ανώμαλης»), «Το Μεγάλο Φαγοπότι» (1973), «Γεια σου Πίθηκε» (1978), «Πιπί, Κακά και… Νάνι» (1979), «Η Ιστορία της Πιέρα» (1983), «Το Μέλλον Είναι Γυναίκα» (1984), εντυπωσιασμένος από τον «καταραμένο» Μπουκόβσκι μεταφέρει το βιβλίο του «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» (Tales of Ordinary Madness) στην μεγάλη οθόνη. Από το συνολικό έργο του Φερέρι διαπιστώνουμε, πως κεντρικό πρόσωπο των ιστοριών του είναι η γυναίκα, που «παίζει» με το υπερφίαλο αρσενικό, δίνοντας αιχμηρές, σατυρικές διαστάσεις, ότι ο πλανήτης, τελικά, ανήκει στο ισχυρό θηλυκό, κάτι σαν τα μελίσσια που τον πρώτο λόγο έχουν οι κυρίαρχες βασίλισσες και τον τελευταίο, μέχρι θανάτωσης, οι άοκνοι «εργάτες» του μόχθου και της αναπαραγωγής. Αν και χαρακτηρίστηκε πολλάκις μισάνθρωπος ο Φερέρι, δεν είναι. Αντιθέτως η τοξική του σάτιρα διαθέτει φυλετική ταυτότητα και φυσικά είναι η σοβινιστική διάθεση του αρσενικού απέναντι στο φαινομενικά υποταγμένο θηλυκό, που τελικά γίνεται δούλος των παθών του και των αρχέγονων γυναικείων δυνάμεων. Καυστικά, αιρετικά αποτυπώνει το ερωτικό μπουκοβσκικό σύμπαν από μια δική του εντελώς οπτική, που δεν χάνει το φιλοσοφικό υπόβαθρο περί ελευθερίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων, αλλά τονίζει, πως ακόμα κι όταν ένας κατασταλαγμένος φιλόσοφος απολέσει την μούσα του, οδηγείται στην άβυσσο της αυτοκαταστροφής. Όταν προβλήθηκε η ταινία (1981) ο Μπουκόφσκι ήταν εν ζωή και δυσαρεστήθηκε τα μάλα, κατηγορώντας τον Φερέρι για υπερβάσεις στην ταινία, κατακρίνοντας μάλιστα τον Μπεν Γκαζάρα για μέτρια ερμηνεία. Αυτός είναι ο Μπουκόβσκι, που με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Το ότι ο Σωκράτης ήταν χωλός επηρέασε κάπως την ειρωνική και σκωπτική διάθεση του προς τους ανθρώπους.  Η σωματική βία που ο Μπουκόβσκι δέχτηκε από τον πατέρα του ως παιδί και η παραμόρφωση του προσώπου του λόγω της εφηβικής, επιθετικής ακμής αύξησαν τόσο τον θυμό, όσο και τον κυνισμό του στο ανθρώπινο.

Στο Λος Άντζελες (Lost Angeles χαμένοι άγγελοι, αποκαλεί την πόλη που αγάπησε και έζησε) ο περιπλανώμενος, μεσήλικας ποιητής και συγγραφέας Τσάρλς Σέρκιν (Μπεν Γκαζάρα – απίθανος) σβήνει τις καθημερινές δυσκολίες του στο αλκοόλ. Οι βόλτες του κάτω από τον καυτό ήλιο της δυτική ακτής και οι συναναστροφές του με ιδιαίτερες γυναίκες του βίτσιου και των ακροτήτων καταλήγουν στο εφήμερο σεξ. Πίνει, ξευτελίζεται, ερωτοτροπεί και γράφει συνεχώς αρνούμενος να εργασθεί, ενώ κάποια γραπτά του δείχνουν να κινούν το ενδιαφέρον ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου της Νέας Υόρκης. Σε ένα μπαρ γνωρίζει την όμορφη πόρνη Κας (Ορνέλα Μούτι – πολύ καλή) εθισμένη στον σαρκικό πόνο και τις αυτοκτονικές τάσεις, την οποία ερωτεύεται παράφορα. Οι μέρες τους κυλούν στην ελευθεριότητα, το ποτό, την δημιουργική έκρηξη του Τσαρλς, που αρχίζει να ξαναγράφει, έως την απάντηση του εκδοτικό οίκο που θέλει τελικά να εκδώσει την ποιητική συλλογή του συγγραφέα. Τον καλούν να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες και ο Τσαρλς αφήνει πίσω του την Κας, υποσχόμενος, πως μόλις βολευτεί θα την καλέσει να πάει μαζί του για μια νέα αρχή. Το ταξίδι στην ανατολική πλευρά της Αμερικής διαρκεί κάτι παραπάνω από ότι περίμενε, οι συζητήσεις με τους εκδότες πάνε κατά διαόλου, οι οποίοι τον θέλουν μόνιμα «μαντρωμένο» στην Νέα Υόρκη για να το παρακολουθούν, τον στρώνουν σε ένα γραφείο της εταιρείας για να γράφει με ωράριο. Και όπως είναι συνεχώς μεθυσμένος τα σπάει μαζί τους και ο Τσαρλς επιστρέφει στο Lost Angeles για να μάθει πως η όμορφη Κας αυτοκτόνησε, γεγονός που θα τον ωθήσει και πάλι στην ερήμωση.

Ο Μάρκο Φερέρι εφορμά στο σύμπαν του Μπουκόβσκι. Η Ευρώπη συναντά την Αμερική το 1981, εποχή που στα πράγματα είναι ο Ρόναλντ Ρίγκαν και οι κάτοικοι του βόρειου κομματιού της ηπείρου αλλάζουν ρότα, πάλι με τις πληγές τους ορθάνοιχτες. Ο γοητευτικός Νεοϋρκέζος ηθοποιός Μπεν Γκαζάρα  (28 Αυγούστου 1930 – 3 Φεβρουαρίου 2012) αγκαζέ με την φλογερή και άκρως ερωτική, Ρωμάνα ηθοποιό με τα γατίσια μάτια, Ορνέλα Μούτι (είναι 26 χρόνων στην ταινία, ακριβώς μετά την εκπληκτική κωμωδία του Φράνκο Καστελάνο που άφησε εποχή «Σεισμός στο Κρεβάτι μου» (Il Bisbetico Tonato) με τον Αντριάνο Τσελεντάνο), συνθέτουν την ψυχοσύνθεση της σύγχρονης Αμερικής, όπως ο Μπουκόβσκι δημιούργησε με τα μικρά, άθλια κομμάτια του παζλ της ανθρώπινης κατάντιας. Λαβωμένες ψυχές, όπως ακριβώς η όμορφη πόρνη Κας με τον θάνατο να κυριαρχεί στο σκεπτικό της και τον εμπνευσμένο, μεσήλικα ποιητή Τσαρλς να βιώνει το λούμπεν εν μέσω ερωτικών περιηγήσεων και αλκοόλ. Η οπτική προσέγγιση του Φερέρι  απογειώνει την εφιαλτική διαδρομή του ήρωα και οι όποιες άσκοπες περιπλανήσεις του αποκτούν νόημα, ραγίζοντας στο φινάλε το προστατευτικό γυαλί της ανθρώπινης κατάβασης στον υλισμό του εφήμερου και της παράνοιας με ένα υπέροχο ποίημα του συγγραφέα. Από τον πόνο και τον αυτοβασανισμό, το στραπατσάρισμα του ωραίου προσώπου έως την απομόνωση στο απέριττο κουκούλι της δημιουργίας ο πανταχού ερωτισμός αποτελεί την οδοσήμανση της χαμένης λεωφόρου.  Ένα λιτό δημιούργημα που αφήνεται ελεύθερο να ρολάρει ποιητικά και σκληρά στην ανθρώπινη μοναχικότητα. Ο Αριστοτέλης το έχει γράψει, πως η μοναξιά καταλήγει τον άνθρωπο τρελό ή κτήνος. Αξίζει να την δείτε!

«Γκοντάρ, Αγάπη Μου»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Γκοντάρ, Αγάπη Μου» 

(Le Redoutable) 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Σκηνοθεσία: Μισέλ Χαζαναβίσιους
  • Με τους: Λουί Γκαρέλ, Στεισί Μαρτίν, Μπερενίς Μπεζό
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Το ερώτημα που τίθεται βλέποντας την συγκεκριμένη ταινία –  μεταφορά του βιβλίου της πρώην γυναίκας του Ζαν Λικ Γκοντάρ, Ανέ Βιαζέμσκι, (δεν το έχω διαβάσει το βιβλίο) –  είναι το εξής: Είναι μια ταινία για τον Γκοντάρ, το «θείον βρέφος» της νουβέλ βαγκ; Αν ναι, τότε είναι προχειροδουλειά και τα μάλα αγιοποιημένη. Είναι μια ταινία για τον περιβόητο γαλλικό «Μάη του ΄68»; Εάν ναι, τότε είναι τόσο άδεια που…. «Μην βιάζεσαι, mon chéri…», αναφωνούν οι Γάλλοι. «Είναι μια ταινία που αφορά τον Γκοντάρ στον Μάη του ΄68, ντε!». Οπότε καταλαβαίνετε. Πιάσε το αυγό και κούρευτο. Ατμόσφαιρα, μουσική, στυλάκι, ξεγνοιασιά, Παρίσι late ’60, αντίδραση, επανάσταση και το πνεύμα του «ατίθασου», αμφισβητία Γκοντάρ να στριφογυρίζει σε κάθε πλάνο της ταινίας με στοχασμό και εξυπνακίστικα σχόλια. Αβαθές αποτέλεσμα για το «βύθιο», εμπνευσμένο γαλλόπουλο της νουβέλ βαγκ, που τόσα και τόσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί. Ο σκηνοθέτης του επιτυχημένου «Artist», Μισέλ Χαζαναβίσιους τοποθετεί τον πολύ καλό Λουί Γκαρέλ (Όλα Όσα Αγαπήσαμε) στον ρόλο του Γκοντάρ, προσπαθώντας να προσδώσει παλμό και ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο, ολίγον κομεντί biopic, αλλά από την πολύ προσπάθεια κουράζεται ο ίδιος και πέφτει σε ύπνο βαθύ. Το πως αποδίδει τον «Μάη του ΄68», είναι «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι». Για αυτό τον λόγο κρατάω μικρά καλάθια οτιδήποτε αφορά τους σύγχρονους, Γάλλους σκηνοθέτες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Φτιάχνουν κάτι καλό στην αρχή και αμέσως μετά αρπάζουν τον κάλαμον και αντί να πάνε για ψάρεμα τον ιππεύουν.

 Παρίσι 1967. Ο γνωστός σκηνοθέτης Ζαν Λικ Γκοντάρ γυρίζει την «Κινέζα» ( La Chinoise) με τη γυναίκα που αγαπά, την κατά είκοσι χρόνια μικρότερη του Ανέ Βιαζέμσκι (Στεισί Μαρτίν  – καλούτσικη). Ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι καθώς είναι, παντρεύονται. Αλλά οι κακές κριτικές που παίρνει η ταινία οδηγούν τον δημιουργό στην ενδοσκόπηση. Ο Μάης του ΄68 θα εντείνει τη διεργασία και η κρίση που περνάει ο κινηματογραφιστής Γκοντάρ θα τον αλλάξει σε βάθος. Από διάσημος σκηνοθέτης θα μετατραπεί σε μαοϊστή περιθωριακό καλλιτέχνη, εξίσου παρεξηγημένο όσο και ακατανόητο.

«Κορίτσι για Φίλημα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Κορίτσι για Φίλημα»   

(I Feel Pretty)

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Άμπι Κον και Μαρκ Σίλβερσταϊν
  • Με τους: Έιμι Σούμερ, Μισέλ Γουίλιαμς, Έμιλι Ρατακόφσκι, Τομ Χόπερ, Ρόρι Σκόβελ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Spentzos Films

Η τσουπωτή, νεαρά, Νεοϋρκέζα Ρενέ (Έιμι Σούμερ – πολύ καλή) γνωρίζει άριστα πόσο σημαντική είναι η εμφάνιση στους ανθρώπους και για αυτό τον λόγο αρχίζει την γυμναστική για να ρίξει κιλά και να ανεβεί η αυτοπεποίθηση της. Εργάζεται μάλιστα στον διάσημο οίκο γυναικείων καλλυντικών «ΛεΚλερ» (η χειρότερη υπάλληλος είναι Ελληνίδα τοπ μόντελ), χωμένη κάπου σε ένα υπόγειο στο ηλεκτρονικό αρχείο, που δεν την ανταμώνει ανθρώπου μάτι, παρά μόνο ο χύμα αμπλαούμπλας συνάδελφός της Ίθαν (Ρόρι Σκόβελ, καλός). Με χαμηλή αυτοεκτίμηση και ναυαγισμένη την αυτοπεποίθηση της η καλόκαρδη Ρενέ συγκεντρώνει φουλ της γκάφας σε ότι κάνει. Ένα βαρβάτο πέσιμο από το ποδήλατο της γυμναστικής κοπανάει το κεφάλι και ξαφνικά αντικρίζει τον εαυτό στον καθρέφτη ως συλφίδα και κουκλάρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι συνεχίζουν να την βλέπουν όπως κανονικά είναι. Η αυτοπεποίθηση της ανεβαίνει στα ουράνια και αρχίζει να συμπεριφέρεται με την ίδια καλή καρδιά αλλά ως μανεκέν. Η περίεργη και απότομη αλλαγή της δημιουργεί προβλήματα στις αγαπημένες της φίλες της (εξ΄ ίσου παχουλές), αλλά την εκτοξεύει στον θόλο της μεγάλης εταιρίας, πλάι στην εγγονή της ιδρύτριας, την Άβερι Λεκλέρ( Μισέλ Γουίλιαμς, πολύ καλή), αλλά και στην συμπάθεια και την εκτίμηση της ίδιας της ιδιόρρυθμης προέδρου, Λίλι Λεκλέρ (αγέραστη και υπέροχη η Λορίν Χάτον). Οι ιδέες της για το λανσάρισμα μιας πιο οικονομικά προσιτής σειράς γυναικείων καλλυντικών την φέρνουν στην πρώτη γραμμή της δράσης. Επίσης, γνωρίζει και ένα τυπάκο, που όπως όλοι, έτσι και αυτός γοητεύεται από την μπριόζα και ακομπλεξάριστη προσωπικότητα της παχουλής Ρενέ, η οποία νομίζει ότι είναι στιλάκι.

Ταινία ορόσημο για τον ευτραφή, γυναικείο πληθυσμό, ταινία με πρωταγωνίστρια την Έιμι Σούμερ («Κατακούτελα», «Όμηροι Διακοπών») η οποία είναι χάρμα οφθαλμών. Είναι ο σωματότυπός της προς το Large μέγεθος και, μάλλον, για τις ανάγκες της ταινίας θα ανέβηκε στο X-Large, άλλα στο σύνολο της δεν είναι αποκρουστική. Διαθέτει λαμπερό χαμόγελο, ωραία πόδια και αλέγρα διάθεση που σκλαβώνει. Αμερικανιά που έχει κάτι από «Μαρία η Άσχημη» και κάτι από το «Βαριά Ερωτευμένος» (Shallow Hal) των αδελφών Φαρέλι. Γουστόζικο με το γνωστό χάπι έντ.          

«Βασικός Ύποπτος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Βασικός Υποπτος»          

(Spinning Man) 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Σάιμον Κάιζερ
  • Με τους: Γκάι Πιρς, Μίνι Ντράιβερ, Αλεξάντρα Σιπ, Οντέγια Ρας, Τζέιμι Κένεντι, Κλαρκ Γκρεγκ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

O Έβαν Μπερτς (Γκάι Πιρς – καλός) είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Έχει μία φαινομενικά ειδυλλιακή ζωή με τη γυναίκα του Έλεν (Μίνι Ντράιβερ – καλή) και τα δύο παιδιά τους. Όμως, το παρελθόν του Έβαν κρύβει μια σειρά από ακατάλληλες σχέσεις με φοιτήτριες. Έχοντας ήδη αναγκαστεί να μετακομίσει λόγω αυτής της ανάρμοστης συμπεριφοράς, η οικογένεια θα καταρρεύσει, όταν ο Έβαν θεωρηθεί ο βασικός ύποπτος για την εξαφάνισης μιας νεαρής φοιτήτριας (Οντέγια Ρας). Ο ντετέκτιβ Ρόμπερτ Μάλοϊ  (Πιρς Μπρόσναν – πολύ καλός) αναλαμβάνει την υπόθεση και παλεύει να ανακαλύψει την αλήθεια, πριν το επόμενο χτύπημα του Έβαν. Η πάντα υποστηρικτική Έλεν, αρχίζει να χάνει την πίστη της, καθώς είναι δύσκολο να ξεχωρίσει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Εντωμεταξύ, ο Έβαν προσεγγίζει μια όμορφη φοιτήτρια, την Άννα (Αλεξάντρα Σιπ) με σκοπό να γίνει η επόμενη ερωμένη ή το επόμενο θύμα του.

Ενώ είναι ένα καλό αστυνομικό θρίλερ, που ασχολείται με την επιλεκτική, ανθρώπινη μνήμη και το στηρίζουν υπέροχα τόσο ο Γκάι Πιρς, όσο και ο Πιρς Μπρόσναν, το σενάριο (Μάθιου Άλντριχ) και η κινηματογράφηση της πλοκής από τον Σάιμον Κάιζερ προς το φινάλε νοσούν από αιφνίδιο αλληθωρισμό, μετατρέποντας το εύκολο σε ακατανόητο. Αμιγώς τηλεοπτικός σκηνοθέτης ο Κάιζερ, προφανώς του έπεσε «βαριά» το ομότιτλο βιβλίο του Τζορτζ Χαράρ (Spinning Man – 2003) ως ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη, κάτι που ούτε ο συν-σεναριογράφος του οσκαρικού animation «Coco», Μάθιου Άλντριχ κατάφερε να το συμμαζέψει. Κρίμα!   

«Ακρότητες»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ακρότητες»            

(First Reformed) 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Πολ Σρέιντερ
  • Με τους: Ίθαν Χοκ, Αμάντα Σέιφριντ, Σεντρίκ Κάιλς, Βικτόρια Χιλ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Αιδεσιμότατος Έρνστ (Ίθαν Χοκ) είναι ένας μοναχικός πρώην στρατιωτικός που τώρα είναι πάστορας μιας μικρής εκκλησίας στην Νέα Υόρκη. Η εκκλησία του είναι πλέον ένα τουριστικό αξιοθέατο που επισκιάζεται από μία άλλη  κοντινή εκκλησία, την Άφθονη Ζωή, με υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις  και πλήθος πιστών. Όταν μια έγκυος πιστή παρακαλεί τον αιδεσιμότατο να συμβουλεύσει τον ακτιβιστή σύζυγό της, ο κληρικός νιώθει να βυθίζεται στο δικό του οδυνηρό παρελθόν αλλά και στο εξίσου δυσοίωνο μέλλον του ενώ η πίστη του δοκιμάζεται σοβαρά.

Ο 72χρονος σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ («Επάγγελμα Ζιγκολό», «Η Αγριόγατα»), στο σενάριο και την σκηνοθεσία δίνει μια ατμοσφαιρική ταινία, θίγοντας ζητήματα σχετικά με την θρησκευτική πίστη και την εμπορευματοποίησή της, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την βία. Η ερμηνεία του Ίθαν Χοκ είναι απίθανη.

Στο Βαθύ Γαλάζιο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Στο Βαθύ Γαλάζιο»

 (Submergence) 

  • Είδος: Ερωτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς
  • Με τους: Τζέιμς ΜακΑβόι, Αλίσια Βικάντερ, Αλεξάντερ Σίντικ, Ρέντα Καντέμπ
  • Διάρκεια:112’
  • Διανομή: Seven Films

Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι ο σπουδαίος και βραβευμένος Γερμανός auter Βιμ Βέντερς, ο δημιουργός των υπέροχων ταινιών, που έμειναν βαθιά ριζωμένες στις σινεφίλ επιλογές μου, όπως: «Στο Πέρασμα του Χρόνου» (1976), «Ένας Αμερικανός Φίλος» (1977), «Παρίσι Τέξας» (1984), «Τα Φτερά του Έρωτα» (1987) και το «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου» (1991), κατάφερε να αλλάξει αρκετά σημαντικά στην αρχιτεκτονική του πέριξ και του εντός της ανθρώπινης εσωτερικότητας σινεμά. Ο Βέντερς, μαζί με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και τον Βέρνερ Χέρτζογκ, θεωρείται από τους βασικούς εκπροσώπους του ρεύματος του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, που, βέβαια, η οπτική προσέγγιση των θεμάτων του ήταν εντελώς διαφοροποιημένη από αυτές του  Φασμπίντερ και του Χέρτζογκ, κάτι που εικονοποιήθηκε ολοκληρωτικά προς το τέλος της πρώιμης κινηματογραφικής του περιόδου (1969 – 1973) και της μετέπειτα μετάβασης του στην Αμερική. Καταγράφτηκε ως ένας πρωτοπόρος, ένας ευαίσθητος και ερωτικός κινηματογραφικός αφηγητής, που παρά την δωρική, γερμανική παιδεία και την λιτότητα των λέξεων οι εικόνες του κατάφεραν να αλώσουν κάθε τι άκαμπτο στις αισθήσεις μας. Για μένα ο Βέντερς, έπειτα από μια αξιόλογη, δημιουργική κινηματογραφική πορεία, σταμάτησε να καινοτομεί το 1991, εισερχόμενος στις επαναλήψεις και στον ήπιο, βατό διάλογο με τα θέματα που καταπιανόταν. Επίσης, ως εξαιρετικός ντοκιμαντερίστας που είναι, το 1999 τίναξε την μπάνκα στον αέρα με το «Buena Vista Social Club». Από τούδε και στο εξής, απλώς γυρίζει ντοκιμαντέρ και ταινίες.      

 Ο Βρετανός πράκτορας της ΜΙ6, Τζέιμς Μούρ (Τζέιμς ΜακΑβόι – υπέροχος) που πλασάρεται ως μηχανικός αρδευτικών έργων στην υποσαχάρια Αφρική των τζιχαντιστών, σε ανάπαυλα μερικών ημερών από την επικίνδυνη δουλειά του, ξεκουράζεται σε ένα ήσυχο, παραθαλάσσιο πανδοχείο της Νορμανδίας. Εκεί γνωρίζει την βιο-μαθηματικό των θαλασσών Ντάνι Φλάντερς (Αλίσια Βικάντερ – παραδόξως πολύ καλή) και μεταξύ τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας. Ένας έρωτας που πρέπει να διακοπεί, εφόσον ο Μουρ έχει αναλάβει την δύσκολη αποστολή με ρίσκο την ζωή του, να ταξιδέψει στη Σομαλία και να διεισδύσει στον πυρήνα της τζιχαντιστικής Αλ Κάιντα, αποτρέποντας τις αποστολές θανάτου με βομβιστές. Η δε επιστήμων Ντάνι πρέπει να καταδυθεί στα 3.500 μέτρα κοντά στις νήσους Φερόες με το μικρό, κίτρινο υποβρύχιο και κίνδυνο της ζωής της για να ανακαλύψει την προέλευση της ζωής, που θα αλλάξει όχι μόνο τις συνθήκες του δικού μας πλανήτη αλλά και των διαστημικών αποικήσεων. Ο Μουρ συλλαμβάνεται από τους τζιχαντιστές πριν ακόμα πατήσει το πόδι του στη Σομαλία. Βασανίζεται  και φυλακίζεται με την υπόνοια ότι είναι πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της δύσης, ανήμπορος να έρθει σε επικοινωνία με την αγαπημένη του Ντάνι. Η βιο-μαθηματικός που ταξιδεύει στο πλοίο εργαστήριο ετοιμάζεται για την μεγάλη της έρευνα στον σκοτεινό βυθό, αλλά η σκέψη της είναι στον Τζέιμς που δεν έχει λάβει κάποιο νέο του.

Βέριταμπλ Σκώτος ο καταπληκτικός ΜακΑβόι, ορίτζιναλ Σουηδή η Βικάντερ και η κινηματογραφική χημεία, παρά το αντίξοον των καταγωγών τους, δένει, προσφέροντας ένα όμορφο ζευγάρι στην μεγάλη οθόνη. Το σενάριο της Έριν Ντίγκνάμ είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Σκωτσέζου δημοσιογράφου και πολεμικού ανταποκριτή JM Ledgard. Ο Βέντερς κινηματογραφεί υπέροχα τις αχανείς νορμανδικές ακτές, ενώ ο φακός του καταδύεται στον έρωτα των δυο ανθρώπων με κλειστά πλάνα, πλαισιωμένος από τα ουμανιστικά αναγνώσματα περί ζωής και θανάτου του Τζον Ντόου, αλλά και από το αίμα της σαρία την στιγμή του λιθοβολισμού μιας μουσουλμάνας στη Σομαλία. Ευαίσθητος και ρεαλιστικός ο Βέντερς συμπλέκει καλά τα δυο στοιχεία, αυτό του νερού που είναι η Ντάνι και αυτό της γης που εκπροσωπεί τον Τζέιμς, για να βιώσουν οι ήρωες τις προσωπικές τους αβύσσους ο ένας μακριά από τον άλλον. Ωραία, ρομαντικά, εύρυθμα καθ’  όλη την διάρκεια των δοκιμασιών του φινετσάτου ρομάντζου μέχρι που φτάνουμε στο δια ταύτα της θρησκευτικο-πολιτικής σύγκρουσης της πολιτισμένης Δύσης και του τριτοκοσμικού Ισλάμ, όταν ο αιχμάλωτος ήρωας αποκτά χάρη ζωής από τον αρχηγό των πολεμιστών της τζιχάντ και συνομιλεί με τον μορφωμένο, πιστό μουσουλμάνο γιατρό, Δρ Σαντίτ ( Αλεξάντερ Σίντικ, πολύ καλός), αλλά και με το ταγμένο, αδίστακτο πρωτοπαλίκαρο τζιχαντιστή Σαίφ (Ρέντα Καντέμπ – πολύ καλός). Τα επιδερμικά επιχειρήματα και από τις δυο πλευρές, που και οι δυο πλευρές θέλουν να καλυτερεύσουν τον κόσμο, ταρακουνάνε αισθητά το συνολικό, ερωτικό οικοδόμημα της ταινίας και οι ρωγμές που δημιουργούνται στους τοίχους χαλάνε τον εσωτερικό διάκοσμο για να οδηγηθεί η ταινία σε ένα φινάλε τόσο γλυκερό και δεδομένο που σου χαλάει την διάθεση. Πάντως είναι η πρώτη ταινία που καταγράφει τις εικονικές εκτελέσεις της τζιχάντ σε δυτικούς αιχμαλώτους και την εφαρμογή του σκληρού, ισλαμικού δίκαιου, την σαρία.           

«Jurassic World: Το Βασίλειο Έπεσε»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Jurassic World: Το Βασίλειο Έπεσε»        

(Jurassic World: Fallen Kingdom)     

 

  • Είδος: Δράση Περιπέτεια (και σε 3D)
  • Σκηνοθεσία: Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα
  • Με τους: Κρις Πρατ, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Ρέιφ Σπαλ, Τόμπι Τζόουνς, Τζέιμς Κρόμγουελ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τεντ Λιβάιν, Μπ.Ντ. Γουόνγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: UIP

Από τα πιο επιτυχημένα κινηματογραφικά franchise, δημιουργίας του δαιμόνιου Στίβεν Σπίλμπεργκ (είναι στην παραγωγή κι αυτής της ταινίας), που στηρίχθηκε στο ευφάνταστο βιβλίο του Μάικλ Κράιτον με χρονολογία γέννησης το 1993. Τα τελευταία 25 χρόνια οι, ανεξαρτήτου ηλικίας, φανατικοί θεατές των κλωνο-δεινοσαύρων έχουν απολαύσει περί τις πέντε περιπέτειες, αν δεν κάνω λάθος,  συμπεριλαμβανομένου και κάποια τυχάρπαστα, αποτυχημένα υβρίδια τους, που τόλμησαν να κλέψουν δόξα από το αρχικό δημιούργημα. Η αλήθεια είναι, ότι ο Σπίλμπεργκ σχεδίασε μόδα με τα υπερμεγέθη ερπετά. Σημειολογικά να αναφέρουμε, πως σε κάθε κινηματογραφικό Jurassic ακαταμάχητη παρουσία, ταυτισμένη άρρηκτα με το σύνολο των ταινιών και τον τίτλο, ως το ηθικό, ανθρωπιστικό πνεύμα του ζητήματος (το άλλοθι της απαράδεκτης ανομίας περί κλωνοποίησης των προϊστορικών ζώων)  είναι αυτό του ψηλού και συμπαθούς ηθοποιού Τζεφ Γκόλντμπλουμ, στον ρόλο του σκεπτικιστή επιστήμονα Μάλκομ, ο οποίος σε κάθε επεισόδιο προειδοποιεί τους ανθρώπους, «αφήστε τα γιγαντιαία ερπετά στην ησυχία τους. Είναι λάθος αυτό που κάνετε».  Όπου, λοιπόν, Jurrasic και Τζεφ μαζί, κάτι σαν τον «δεινοσαυρικό» αντίλογο ή την φωνή του φυσικού νόμου που ποτέ δεν εισακούστηκε και παραβιάστηκε κατάφορα. Ακόμα και στο sequel αυτής της new era Jurrasic, ο  Γκόλντμπλουμ εμφανίζεται για λίγο, ώστε να προειδοποιήσει ξανά και να τα πει χύμα ο άνθρωπος. Η ταινία, βέβαια, εν μέσω απαστράπτουσας περιπέτειας, αγωνίας, εξαιρετικών εφέ κρύβει μια «πονηριά», που είναι η έκπληξη της και δεν την μαρτυράω. Τόσο όμορφα δοσμένη, τόσο αριστοτεχνικά εναρμονισμένη στην συμπάθεια, την κατανόηση και την αγάπη, που είμαι σίγουρος, ότι θα την περάσετε επιδερμικά και όχι σκεπτικιστικά, κρώζοντας εσωτερικά μέσα σας: «Άει στο δαίμονα, κι εδώ;!;!;» Έτσι γίνεται. Η δύναμη της προπαγάνδας χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, φυσικά και το ανθρώπινο συναίσθημα κυρίως, για να περάσει με τρόπο και ηρεμία, γλυκά και ανώδυνα το μήνυμα της, δίχως να δημιουργεί κλυδωνισμούς και αναταράξεις. Η αφύπνιση και η αντίδραση του καθενός θα είναι η ανατροπή.

Το θεαματικό πάρκο της ιουρασικής περιόδου που βρίσκεται στο νησί Νούμπλαρ, τρία χρόνια μετά από το μεγάλο μακελειό είναι εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, παραδομένο στο απόλυτο χάος δίχως ανθρώπινη παρουσία με όλα τα προϊστορικά ζώα (φυτοφάγα και σαρκοφάγα) ελεύθερα να έχουν δημιουργήσει τον δικό τους ζωτικό χώρο. Η ίδια η φύση, κατανοώντας το παραβατικό του θέματος , όπως συνεχώς αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις, ενεργοποιεί το ηφαίστειο του νησιού για να σβήσει από τον χώρο κάθε τι που δεν ανήκει σε αυτόν. Η αρχική εταιρεία, που είχε την ιδέα της κλωνοποίησης των δεινοσαύρων και της κατασκευής του πρώτου πάρκου, (Τζουράσικ Πάρκ 1993) θέλει άμεσα να διασώσει ένδεκα σημαντικά είδη δεινοσαύρων, πριν ακόμα το ηφαίστειο εξαφανίσει κάθε τι έμβιο. Η εν λόγω εταιρεία με επικεφαλής έναν φιλόδοξο χαρτογιακά, τον Ίλαϊ Μιλς (Ρέιφ Σπαλ – καλός) επιστρατεύει την ακτιβίστρια, υπέρ της διάσωσης των τεράστιων ζώων, Κλερ (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ – καλή) και τον Όουεν (Κρις Πρατ – καλός) για να ηγηθούν της προσπάθειας διάσωσης των εναπομεινάντων δεινοσαύρων από το επερχόμενο καταστροφικό συμβάν, λέγοντας τους, πως επιθυμεί να μεταφέρει τα ζώα σε άλλο νησί για να ζήσουν μόνα τους μακριά από τους ανθρώπους. Ο Όουεν εντέλλεται να βρει την Μπλε, την επικίνδυνη ράπτορα, που την μεγάλωσε ο ίδιος και ακόμα αγνοείται στην άγρια φύση. Η Κλερ έχοντας αποκτήσει σεβασμό για αυτά τα πλάσματα, βάζει σκοπό της ζωής της να τα σώσει. Φτάνοντας στο νησί, κι ενώ η λάβα αρχίζει να ξεχύνεται, η σταυροφορία διάσωσης αποκαλύπτεται πως συνιστά μια συνωμοσία που απειλεί να οδηγήσει τα ζώα όχι σε προστατευμένο ελεύθερο περιβάλλον, όπως είχε υποσχεθεί ο Ίλάϊ, αλλά στα χέρια του αδίστακτου μεσίτη Γκούναρ Έβερσολ (Τόμπι Τζόουνς – υπέροχος) για να πουληθούν ζωντανά σε βαθύπλουτους συλλέκτες. Τα δεινοσαυράκια μεταφέρονται στην Καλιφόρνια για να εκπλειστηριαστούν κρυφίως από την κοινή γνώμη, που έχει αποφασίσει λογικώς και φυσικώς, τα ψυχρόαιμα, ογκώδη ζώα να τελειώσουν την ζωή τους με την καταστροφή του νησιού. Και στην έπαυλη της ηλιόλουστης Καλιφόρνιας, ως γνωστόν, γίνεται το έλα να δεις.

Καλή παραγωγή, ακόμα πιο εξελιγμένη πάνω στο ψηφιακό υπερθέαμα των δεινοσαύρων, καθώς η εταιρεία, ναυαρχίδα στο χώρο των οπτικών εφέ ILM ανέλαβε να δώσει «σάρκα κι οστά» στους δεινοσαύρους (νέες επιστημονικές μελέτες απέδειξαν πως δεν ήταν μόνο γκρι χρώματος, οπότε πλέον απέκτησαν και στη μεγάλη οθόνη χρώμα – τηρουμένων των αναλογιών) χρησιμοποιώντας animatronics αλλά και CGIs. Σε συνεργασία με παλαιοντολόγους, η δημιουργική ομάδα έφτιαξε το σκελετό των δεινοσαύρων σε κανονικές, για δεινόσαυρο διαστάσεις, και μετά προσέθεσε κίνηση μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες προσομοίωσης. Ο σκηνοθέτης των ταινιών: «Ορφανοτροφείο» (2007), του «The Impossible» (2016) και του εκπληκτικού «7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα» (2016), ο Ισπανός 43χρονος, Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα, τα πάει περίφημα, διατηρώντας σωστά τον ρυθμό της περιπέτειας, της δράσης και της αγωνίας, με τα ψηφιακά εφέ να μετασχηματίζουν το φανταστικό σε ρεαλιστικό. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στη Χαβάη (όπως άλλωστε και κάθε ταινία Jurassic) και στα Pinewood Studios της Αγγλίας. Η νέα εποχή του κινηματογραφικού Τζουράσικ με τον Κρις Πρατ και την Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, δυο αρκετά δυνατά πρόσωπα της μεγάλης οθόνης που έδεσαν μεταξύ τους, όχι υψηλών υποκριτικών απαιτήσεων, δημιούργησαν καλό νακ στους θεατές και ακριβώς μετά την προ τριετίας επιτυχία, άνοιξαν διάπλατα τον ολοκαίνουργιο τόμο με τα πολλά κεφάλαια, καθώς όπως ακούγεται η τρίτη κατά σειρά συνέχεια της new era Jurrasic με σκηνοθέτη ξανά τον Κόλιν Τρεβόροου (Jurassic World (2015)), ετοιμάζεται και προβλέπεται να βγει στις σκοτεινές αίθουσες το 2021. Ο Σπιλμπεργκόσαυρος ξέρει πάντα που βρίσκεται η καλή φλέβα χρυσού.    

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

(Knock)  

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Λορέν Λεβί
  • Με τους: Ομάρ Σι, Αλέξ Λουτζ, Ανά Ζιραρντό
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films

Ριμέικ της παλιάς ταινίας του Γάλλου Γκι Λεφράνκ, χρονολογίας 1951, με πρωταγωνιστή, τότε, τον θεατρικό ηθοποιό Λουί Ζουβέ. Ο θεατρικός ρόλος του Δόκτορος Knock (Κνοκ), σφράγισε χαρακτήρα στον Γάλλο ηθοποιό Ζουβέ, που τον ακολούθησε έως το τέλος της ζωής του, ας πούμε, σαν τον «Θύμιο» του δικού μας Κώστα Χατζηχρήστου. Ο Ζουβέ τον χαρακτήρα τού πανέξυπνου γιατρού Κνοκ τον καθιέρωσε αρχικά στο γαλλικό θέατρο, περί το 1923, ρόλος γραμμένος από τον διάσημο ποιητή και συγγραφέα Ζιλ Ρομέν (ιδρυτής και κυριότερος εκπρόσωπος του «ουνανιμιστικού» κινήματος, δεκαέξι φορές προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας) και έπειτα πέρασε στην μεγάλη οθόνη. Την σύγχρονη μεταφορά του εμβληματικού Γάλλου επαρχιακού γιατρού ανέλαβε η σεναριογράφος, σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Λορέν Λεβί. Τον λευκό γιατρό Κνοκ – Λουί Ζουβέ, αντικαθιστά ο πληθωρικός και ωραίος μαύρος ηθοποιός Ομάρ Σι («Άθικτοι», «Τζουράσικ Παρκ», «X-Men»).

Η ταινία ξεκινάει στην Μασσαλία του 1955 με τον μικροαπατεώνα Κνοκ (Ομάρ Σι, καλός) να είναι μπλεγμένος άγρια και με ημερομηνία λήξης από ένα τζογαδορίστικο χρέος, που εάν δεν το καταβάλει σε εικοσιτέσσερις ώρες θα του κοστίσει την ζωή. Κάπατσος και ευγενικός όπως είναι πείθει τον καπετάνιο επιβατηγού πλοίου να τον πάρει μαζί του ως γιατρό στο εξάμηνο ταξίδι στην Ινδία για να σωθεί από τους διώκτες του. Παντελώς άσχετος από την επιστήμη της ιατρικής διαβάζει συνεχώς τόμους επί τόμων στο πλοίο, εξυπηρετεί μικροσυμβάντα και αρχίζει να φτιάχνει αλοιφές και μαντζούνια για να θεραπεύσει πλούσιες τρελοαμερικάνες που τσουρουφλίζονται από την συνεχή έκθεση τους στο ήλιο. Η επιτυχία του κομπογιαννίτη γιατρού στα παρασκευάσματα είναι μεγαλειώδης και οι τιμές που τα πουλάει αστρονομικές. Ο Κνοκ φτιάχνει μια καλή χρηματική μπάζα για να σπουδάσει πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή της Μασσαλίας, διαβλέποντας, πως η συγκεκριμένη επιστήμη έχει πολύ «ψωμί», καθώς όλοι ενδιαφέρονται για την υγεία τους και ουδείς διστάζει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, αρκεί να γίνει ή να είναι καλά. Με το πέρας των ιατρικών του σπουδών του και πτυχίο με την βούλα, μεταφέρεται ως τοπικός γιατρός σε ένα πλούσιο χωριό των γαλλικών Άλπεων με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Το Σεν Μορίς γίνεται ο οικονομικός παράδεισος του γιατρού Κνοκ, αφού ο ηλικιωμένος, προκάτοχός του, ο Δρ Παρπαλέ (Νικολά Μαριέ, καλός) διένυσε μακρόχρονη θητεία στο αλπικό χωριό, διατηρώντας τους ασθενείς του υγιέστατους, καθώς κανείς δεν έπασχε από καμία νόσο, παρά από ελάχιστα αρθριτικά, κι αυτά στους ηλικιωμένους κατοίκους. Ο Κνοκ, όμως, είδε απέραντες προοπτικές σε αυτό χωριό. Βάζει στο κόλπο τον φαρμακοποιό και την γυναίκα του, που επί προηγούμενου γιατρού Παρπαλέ ,το γεμάτο αράχνες και σκόνη φαρμακείο είχε στοιχειώσει από πελατεία και ευθύς αρχίζει να μοιράζει ασθένειες σε πλούσιους και φτωχούς, γεμίζοντας χρήμα και δόξα. Αυτά τα δυο παράξενα φαινόμενα, μαζί με τον ίδιο, καταφερτζή Κνοκ μπήκαν στο στόχαστρο του λαμόγιου ιερέα, που ολοένα έβλεπε το ποίμνιο του να εξαφανίζεται με κατεύθυνση το ιατρείο του Κνοκ, αλλά και οι οβολοί των πιστών να μειώνονται αισθητά. Ο ωραίος και αυστηρός γιατρός, που η μπίζνα του τρέχει με χίλια, γίνεται μήλο της έριδος από τις θεότρελες νυμφομανείς του χωριού, αλλά και υποκείμενο σεβασμού από τους προύχοντες του τόπου. Αποτρέπει κάθε είδους σεξουαλική επαφή με τις πωρωμένες κυρίες και ερωτεύεται σφόδρα την όμορφη Αντέλ (Ανά Ζιραρντό, καλή), την παρατρεχάμενη μιας εύπορης τσιφλικού, η οποία Αντέλ πάσχει από φυματίωση. Με δικά του έξοδα, ο ερωτευμένος γιατρός, την στέλνει σε ακριβό σανατόριο για να θεραπευτεί και όσο η νεαρή κουράρεται το παράνομο παρελθόν του Κνοκ έρχεται στο Σεν Μορίς για να συναντήσει τον επιχειρηματία γιατρό. Καλοφτιαγμένη γαλλική κομεντί με το γέλιο της, το δραματικό στοιχείο της από την  Λορέν Λεβί, που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη πάνω στον καλό Ομάρ Σι, ο οποίος τα καταφέρνει περίφημα. Οι όποιες προεκτάσεις του θέματος, όπως: όλοι έχουμε δικαίωμα στην υγεία και στην αρρώστια, επιστήμη και θρησκεία, διαβαίνουν γρήγορα και επιδερμικά τα καταπράσινα τοπία των Άλπεων, παραμένοντας ευχάριστα στον γραφικό, σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού. Ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά.       

«Η Ληστεία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η Ληστεία»     

(Money) 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Γκέλα Μπαμπλουανί
  • Με τους: Βενσάν Ροτιέ, Ζορζ Μπαμπλουανί, Λουί-Ντο ντε Λενσάν, Ολιβιέ Ραμπουρντέν, Μπενουά Μαζιμέλ, Σαρλότ Βαν Μπερβεσελές
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Weird Wave

Επικεντρωμένο σενάριο στην δράση παραβατικών ενεργειών, όχι απαραίτητα από ανθρώπους τους περιθωρίου, αλλά από ψυχές που αναζητούν το καλύτερο σήμερα και αύριο στον πανταχόθεν διαβρωμένο κοινωνικό ιστό. Είναι η καινούργια ταινία του Γκέλα ή Τζέλα Μπαμπλουανί, σκηνοθέτη του υπέροχου «13 Τζαμέτι» (2005) και της αμερικανικής ολοκλήρωσης του με το  «13» (2010), ανεβάζοντας ένα σούπερ κάστ από Τζέισον Στέιθαμ, Μίκι Ρουρκ, Μάικλ Σάνον και Σαμ Ράιλι. Ο Μπαμπλουανί λατρεύει τον υπόκοσμο,  όταν, μάλιστα εμπλέκονται σε αυτόν απλοί, αδαείς φτωχοδιάβολοι, τσίτα στην απόγνωση, που για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο, πέφτουν σε «αρπαχτές» και, ω την ατυχία τους, τέτοιες «αρπαχτές» συνήθως είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ότι πιο φονικό υπάρχει. Η τυχαιότητα και η ανατροπή είναι τα καλά εργαλεία σε κάθε ταινία του και με αυτά στήνει τα αιματηρά δόκανα στην πλοκή. Θριλερικού ύφους και η «Ληστεία» με άφθονες ανατροπές, καλή σκηνοθεσία σενάριο με κάποια λαθάκια (Ζορζ Μπαμπλουανί και Βινσέντ Ροτιέρ) και η αγωνία να στέκει στην ακμή των αιχμηρών στύλων της μιας ανάσας. Ο Γεωργιανός σκηνοθέτης και γιός του σκηνοθέτη Τεμούρ Μπαμπλουάνι, έφυγε από την Τυφλίδα σε ηλικία 17 χρόνων για σπουδές κινηματογράφου στην Γαλλία και από εκεί άρχισε να ανοίγει τα φτερά του με επιτυχίες και βραβεία. Η ταινία διαθέτει ρυθμό, ένταση, καλές ερμηνείες, ευφάνταστη σκηνοθεσία και ο συνεργάτης του, ο Ταριέλ Μελιάβα σε άψογη φόρμα με καλή φωτογραφία. Φυσικά ο αδελφός τού σκηνοθέτη, ο Ζορζ Μπαμπλουανί ξανά έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στο «13 Τζαμέτι». Όλη η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε μια νύχτα κι αυτό ανεβάζει την αδρεναλίνη, καθώς η μια ανατροπή γεννά την επόμενη.

Παιδικοί φίλοι, μετανάστες, ο Ντανί (Ζορζ Μπαμπλουανί, καλός) και ο Ερίκ (Βενσάν Ροτιέ, καλός) δεν είναι παράνομοι αλλά εργάζονται στο λιμάνι της Χάβρης για να τα φέρουν βόλτα. Ο Ντανί έχει κάποιες συναναστροφές με την σέρβικη συμμορία της γειτονιάς, αποπληρώνοντας τυπικά και σταθερά ένα δάνειο. Η αδελφή του Ερίκ, η Άλεξ (Σαρλότ Ντε Μπερβεσέλ, καλή) είναι παρούσα σε ένα νταραβέρι «νονών» με τον γραμματέα πολιτικής προστασίας σε ένα παρακμιακό φαγάδικο, να παραδίδουν οι μαφιόζοι μια βαλίτσα με χρήματα στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, Μερσιέ (Λουί – Ντο Ντε Λενσάν, πολύ καλός) για να κάνει τα στραβά μάτια στο τεράστιο φορτίο ναρκωτικών που καταφθάνει στο λιμάνι. Η Άλεξ παρακολουθεί την πορεία της βαλίτσας και αμέσως ενημερώνει τον Ντανί και τον Ερίκ, πως μπορούν να κλέψουν εύκολα τα χρήματα από το σπίτι, λύνοντας το οικονομικό τους πρόβλημα μια για πάντα. Σχεδιάζουν τον τρόπο, αλλά μόλις μπαίνουν στο σπίτι, αντικρίζουν τον διεφθαρμένο πολιτικό έτοιμο να περάσει θηλιά στο λαιμό του και να αυτοκτονήσει, διότι η δίωξη συνέλαβε τους κακοποιούς, κατέσχεσε το φορτίο ναρκωτικών στο λιμάνι και ο αξιωματούχος βρέθηκε στο ικρίωμα των Μ.Μ.Ε. ως συνεργάτης της μαφίας. Από την μια η λαϊκή κατακραυγή, ο δημόσιος διασυρμός του πολιτικού ανδρός και από την άλλη τα τηλεφωνήματα από την πλευρά των μαφιόζων, του Σαρλ (Ολιβιέ Ραμπουρντέν, καλός, τον θυμάστε από την «Αρπαγή», ως ο Γάλλος πράκτορας), που θέλει πίσω την βαλίτσα με τα χρήματα. Η ληστεία τελικά ολοκληρώνεται, ο κρατικός λειτουργός γλυτώνει μεν την αυτοκτονία αλλά είναι σε άθλια κατάσταση, και οι τρεις φίλοι εξαφανίζονται από το σπίτι με την μπάζα μοιρασμένη σε ίσα μέρη και ο καθένας παίρνει τον δρόμο του. Ο άπληστος Ερικ, όμως μαζί με την αδελφή του Αλέξ θα επιστρέψουν στο σπίτι για να αρπάξει και το παραπάνω του, που είναι το χρηματοκιβώτιο με ό,τι έχει μέσα. Και τα παρατράγουδα αρχίζουν.

«1 9 4 5»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«1945»   

  • Είδος: Δράμα εποχής (Α/Μ)
  • Σκηνοθεσία: Φέρεντς Τόροκ
  • Με τους: Πίτερ Ρούντολφ, Μπενς Τασνάντι, Ταμάς Ζάμπο Κίμελ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Neo Films

Εάν έχεις την οποιαδήποτε απορία για την ξαφνική παρουσία ενός άγνωστου ανθρώπου στον χώρο σου, αμέσως ρώτα τον, ποιος είναι και τι θέλει. Όταν δεν προβαίνεις σε αυτή την απλή, κοινωνική διαδικασία συστάσεων, παρά αρχίσεις να εικάζεις τι και πως, τότε είσαι βαθιά, έως το μεδούλι των οστών σου, ένοχος για κάποιο κρυφό και βδελυρό ατόπημα. Παραμένοντας ανενημέρωτος, φοβισμένος και πανικόβλητος, ευθύς οι εικασίες σου μετασχηματίζονται σε Νέμεση και ανάλογα με την λαδιά που έχεις διαπράξει σε εξολοθρεύουν. Ωραιότατη βάση για να αναπτυχθεί εξαιρετικά η κατάμαυρη ιστορία του 47χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη Φέρεντς Τόροκ. Είναι το ασπρόμαυρο πορτρέτο, σε μορφή καταγραφής-διαμαρτυρίας της πολύπαθης Ουγγαρίας, ακριβώς μετά την λήξη του Β΄ ΠΠ, εξ΄ ου και ο τίτλος της ταινίας «1945». Είναι αυτό που βίωσε και η χώρα μας με την γερμανική κατοχή και τους γερμανόφιλους, Έλληνες, δοσίλογους (ο Θεός να τους κάνει Έλληνες), που άρχισαν να απολαμβάνουν, δυστυχώς έως σήμερα οι απόγονοι τους, τα «δώρα» των ναζί για την άριστη συνεργασία και την καλή διαγωγή τους στο Γ΄ Ράιχ. Είναι ο επίλογος ενός ματωμένου ημερολογίου, που υπάνθρωποι γύρω μας εκμεταλλεύτηκαν τις δολοφονικές διώξεις συνανθρώπων μας και πλούτισαν.  Σάμπως, μια από τα ίδια δεν συμβαίνει και σήμερα, εν ονόματι, πάντα, της «ευρωπαϊκής ένωσης», της «ευρωπαϊκής ακεραιότητας» και του «ευρωπαϊκού ιδεώδους;», πανάθεμα με; Το θέμα του σκηνοθέτη Τόροκ αμιγώς επικεντρωμένο στην γνωστή κακοποίηση των Ούγγρων Ιουδαίων από τους ναζί (διώξεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δημεύσεις περιουσιών και μεταφορά αυτών στα «καλόπαιδα» των γερμανόφιλων Ούγγρων), ουδεμία στιγμή εκστομίζει την λέξη «ναζί», «Γερμανία», «Γ΄ Ράιχ», «δοσίλογος», παρά η πλοκή και φυσικά η χρονολογία που εκτυλίσσεται το σενάριο προσφέρουν το αυτονόητο. Έξυπνο! Το συγκεκριμένο καλοστημένο τέχνασμα, δίνει διαχρονικότητα στο θέμα, σαν να μην άλλαξε τίποτα από το 1945 έως σήμερα και η ιστορία να επαναλαμβάνεται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Το σπουδαίο του Τόροκ είναι η άμεση θεατρικότητα στο δωρικό στήσιμο της ταινίας και η απουσία χρωμάτων, παραμένοντας στο ασπρόμαυρο που εκφράζει μεν την καλλιτεχνικότητα της ταινίας με την φωτογραφική σπουδή του γκουρού Ελέμερ Ραγκάλι, αλλά και το ασπρόμαυρο καταβάσιο στην γενικότερη ψυχοσύνθεση των θυμάτων και των ενόχων. Άσπρα και μαύρα ή το αντίθετο σε κάθε τι ρημαγμένο, σε κάθε τι που δεν διορθώνεται και πέρα για πέρα παραμένει ακριβά ζυγισμένο στην μισαλλοδοξία, στην προδοσία, τον φθόνο και την σιωπηρή τιμωρία.

Ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα του 1945, η βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι έπεσαν, ο πόλεμος κτύπησε την λήξη του και οι κάτοικοι του μικρού, ουγγρικού χωριού, ελεύθεροι από την γερμανική κατοχή (φαινομενικά) είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού κοινοτάρχη. Καταφθάνουν, όμως, στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Ιουδαίοι, κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη μπαούλα. Οι χωρικοί παθαίνουν αμόκ, τρέμοντας στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, που επέστρεψαν ζωντανοί για να διεκδικήσουν την χαμένη τους περιουσία. Αυτές τις περιουσίες των Ιουδαίων, δηλαδή, που οι ναζί, έπειτα από την αιχμαλωσία του τοπικού ιουδαϊκού στοιχείου, την παρέδωσαν με συνοπτικές διαδικασίες στους «φίλους», τους Ούγγρους γερμανόφιλους. Η παρουσία των Σοβιετικών στρατιωτών στο χωριό είναι ήδη έντονη παντού. Οι φίλα προσκείμενοι στην νέα κατάσταση πραγμάτων που διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας είναι εμφανής και όσοι αποδέχτηκαν ακίνητα, τιμαλφή, κτήματα κατατρεγμένων Ιουδαίων βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ευτράπελον της υπόθεσης είναι, ότι ο αστυνόμος του χωριού και «μπράβος» του τομαριού, χαφιέ κοινοτάρχη, κυκλοφορεί ακόμα με γερμανική στολή δίχως τα εθνόσημα ή τα οπλόσημα των Ες Ες, χρησιμοποιώντας και την γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με το καλάθι (απίθανο), προσφορά των κατακτητών. Το πρόσφατο, αισχρό παρελθόν αναδύεται με την άφιξη των δυο μαυροφορεμένων και βλοσυρών Ιουδαίων. Οι ευθύνες μετατίθενται από τον έναν, αναλόγως με το σθένος του καθενός ουτιδανού, στον άλλον και όσο διαρκεί η πεζοπορία των δυο σιωπηλών ανδρών (μοιάζει με νεκρική πομπή δυο ανθρώπων), από τον σταθμό του τρένου έως την πλατεία του χωριού, ακολουθώντας το αργό κάρο με τα δυο αινιγματικά μπαούλα τους, η μικρή, αγροτική κοινότητα, που συμπεριφέρθηκε χυδαία και προδοτικά στους συντοπίτες τους Ιουδαίους, μοιάζει να έχει αρπάξει στο κεφάλι ατομική βόμβα. Άπαντες αναφέρουν, ότι οι υποτιθέμενοι νεκροί γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θέλουν πίσω τα υπάρχοντα τους (φρικτό!). Γίνεται το σώσε σ΄ αυτό το στιβαρό δημιούργημα του  Φέρεντς Τόροκ (και συν-σεναριογράφος με τον Γκάμπορ Σάντο), μετρώντας το βαθύ ρήγμα του σκότους που επικρατεί στην ανθρώπινη φύση. Οι ερμηνείες απίθανες και ενώ δεν υπάρχει, καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, πουθενά η έντονη βία, η εσωτερικότητα του δημιουργήματος εκπέμπει δύναμη, ατόφιο πνεύμα, ειρωνεία και, ας πούμε, μια μικρή δόση ικανοποίησης ως προς το αισχρόν και το ποτατόν του θέματος, που είναι η αναίδεια και η ύβρις προς τους συνανθρώπους μας σε ζοφερές εποχές.