fbpx

«Οι Νύχτες της Καμπίρια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1957) κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Φρανσουά Περιέ, Ενιο Γκιρολάμι, Μάριο Πασάντε
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας (1958) – Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Τζουλιέτα Μασίνα) και Ειδικό Βραβείο στον Φεντερίκο Φελίνι στο Φεστιβάλ Κανών (1957) – 4 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου Σκηνοθεσίας – Παραγωγής –Α΄και Β΄ Γυναικείου Ρόλου)

Η αγαθιάρα και φτωχιά, λαϊκή πόρνη, η Καμπίρια (Τζουλιέτα Μασίνα – καταπληκτική), που ζει κι επιβιώνει στις εργατικές συνοικίες της Ρώμης, μια νύχτα θα βρεθεί στην πολυτελή έπαυλη ενός σταρ του σινεμά. Από κει θα φύγει άπραγη, ενώ σε μια άλλη περίπτωση θα συμμετάσχει σε νούμερο ταχυδακτυλουργού ενός συνοικιακού βοντβίλ.

Εκεί θα την γνωρίσει ένας ομορφονιός, ο οποίος θα της πουλήσει έρωτα. Σε ένα τους ραντεβουδάκι θα την οδηγήσει σε ένα δασάκι δίπλα σε έναν γκρεμό, θα της αρπάξει όλες της τις οικονομίες και θα εξαφανιστεί. Η γλυκιά και αφελής Καμπίρια θα κλάψει για την εξαπάτησή της, αλλά στο συναρπαστικό φινάλε θα γίνει ένα με μια παρέα νέων αγοριών και κοριτσιών που κατηφορίζουν χαμογελαστοί, τραγουδώντας στον δρόμο. Η ζωή αποδεικνύεται υπέροχη ακόμα και μετά τη συντριβή.

Η «Καμπίρια» ως ταινία ανήκει στην πρώτη σκηνοθετική περίοδο του Φελίνι και είναι γυρισμένη ακριβώς μετά τους «Βιτελόνους» του 1953. Στο σενάριο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, στην παραγωγή βρίσκεται ο Ντίνο Ντε Λαουρέντις και στους διαλόγους πάλλεται η αιρετική και ευαίσθητη πένα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι.

Η δε ερμηνεία της Μασίνα είναι έντονη, δυνατή, εσωτερική, ένα τεράστιο, ορμητικό κύμα στην μεγάλη οθόνη που κατακλύζει τον θεατή.

Ο Φελίνι στήνει στα έξι μέτρα το καθολικό ιερατείο, σατιρίζοντας τα ψευδοθαύματα και το ανηλεές, θρησκευτικό εμπόριο της ελπίδας σε απλούς ανθρώπους που αναζητούν σανίδα σωτηρίας. Το Βατικανό γύρισε επιδεκτικά την πλάτη του στην ταινία, ενώ αρκετές σκηνές από την υπόθεση μπήκαν στο χειρουργικό κρεβάτι της λογοκρισίας και άνευ αναισθητικού αφαιρέθηκαν.

Την επιτυχία της «Καμπίρια», βέβαια, ουδείς και με ουδένα τρόπο δεν μπορούσε να την αναχαιτίσει και όπου προβλήθηκε δέχθηκε διθυράμβους και αμέσως σηκώθηκε στο θεατρικό σανίδι του Μπρόντγουεϊ με τον τίτλο «Sweet Charity».

Η συνέχεια γνωστή στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, καθώς το 1968, γυρίστηκε το κινηματογραφικό remake με τον ίδιο τίτλο σε σκηνοθεσία του Μπομπ Φος, σενάριο του Νιλ Σάιμον και πρωταγωνιστές την Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τον Ρικάρντο Μονταλμπάν, τον Σάμι Ντέιβις Τζ., την Μπάρμπαρα Μπουσέ και τον αειθαλή θεατράνθρωπο Τζον ΜακΜάρτιν.

Φυσικά η μουσική της ταινίας είναι του Νίνο Ρότα.

«Πορφυρά Ποτάμια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2000)
  • Σκηνοθεσία: Ματιέ Κασοβίτς
  • Με τους: Ζαν Ρενό, Βενσάν Κασέλ
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: StraDa Films

Δυο διαφορετικές αστυνομικές έρευνες, 300 χιλιόμετρα μακριά η μια από την άλλη, προβληματίζουν τους αστυνομικούς επιθεωρητές που τις αναλαμβάνουν. Ο Πιέρ Νιμάνς (Ζαν Ρενό) είναι ο έμπειρος επαγγελματίας, που αναλαμβάνει μια περίεργη υπόθεση στη Γκερνόν, μια κωμόπολη στους πρόποδες των Άλπεων, όπου το πανεπιστήμιο αποτελεί τον πυρήνα της.

Αντικείμενό του ένας απίστευτα βίαιος και μεθοδικά εκτελεσμένος φόνος. Από την άλλη έχουμε τον νέο, πανέξυπνο, μοναχικό άλλα και βίαιο αστυνομικό Μαξ Κερκεριάν (Βενσάν Κασέλ), που διεξάγει έρευνες σχετικά με έναν βεβηλωμένο τάφο σε νεκροταφείο του Σαρζάκ, αλλά και μια διάρρηξη δημοτικού σχολείου.

Η έρευνά των δυο υποθέσεων τον οδηγεί στα χνάρια του μυστηριώδους θανάτου ενός κοριτσιού είκοσι χρόνια πριν. Η δύο έρευνες θα συγκλίνουν και τελικά θα συναντηθούν φέρνοντας στο φως ένα απίστευτο παρελθόν.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα, μέτρ των αστυνομικών ιστοριών, Ζαν Κριστόφ Γκρανζέ σε σκηνοθεσία του Ματιέ Κασοβίτς (Μίσος). Τα  «Πορφυρά Ποτάμια»  ήρθαν ακριβώς τρία χρόνια μετά από την όχι και τόσο επιτυχημένη ταινία του Κασοβίτς «Δολοφόνοι» (1997) και ο σκηνοθέτης είναι φανερά συγκεντρωμένος στην προσπάθεια να κτίσει ένα αστυνομικό θρίλερ υψηλών προδιαγραφών για να πάρει τα πάνω του.

Δεν το πετυχαίνει, παρότι ακολουθεί, στο μέτρο του δυνατού, όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές του κινηματογραφικού είδους, αρχής γενομένης από τα ειδεχθή εγκλήματα έως την ακολουθία των ερευνών, δυστυχώς, η ταινία, όσο έντιμη θέλει να δείχνει, πάσχει σοβαρά από ατμόσφαιρα, ρυθμό και εκπλήξεις. Όλα εκτυλίσσονται ταχύτατα και τα κλου ξοδεύονται επίσης γρήγορα με αποτέλεσμα ο δρόμος για το αποθεωτικό φινάλε να πλακώνεται από χιονοστιβάδα και χάνεται.

«Η Τελευταία Ταινία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1971) κόπια ψηφιακά αποκαταστημένη σε 4Κ
  • Σκηνοθεσία: Ντένις Χόπερ
  • Με τους: Ντένις Χόπερ, Στέλα Γκαρσία, Ντον Γκόρντον, Τζούλι Ανταμς, Σίλβια Μάιλς, Πίτερ Φόντα, Σάμιουελ Φούλερ, Κρις Κριστόφερσον
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (1971)

Κατά τη διάρκεια γυρίσματος ενός χολιγουτιανού γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού ένας ηθοποιός χάνει την ζωή του από ατύχημα. Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο κασκαντέρ Κάνσας (Ντένις Χόπερ –πολύ καλός!), παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης.

Την ίδια στιγμή, οι ντόπιοι Προυβιανοί έχουν καταλάβει το εγκαταλειμμένο σκηνικό της ταινίας και ξεκινούν να στήσουν μια τελετουργική, ρεαλιστική αναπαράσταση της παραγωγής, με τον Κάνσας ως το εξιλαστήριο θύμα τους.

Για πρώτη φορά προβάλλεται στην Ελλάδα η ταινία του Ντένις Χόπερ σε δίκτυο διανομής (προβλήθηκε το 2004 στα 35 mm στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας), που ενώ καταχειροκροτήθηκε στην Βενετία το 1971, κερδίζοντας το βραβείο των Κριτικών, η Universal ακύρωσε την διανομή της, ως αντισυμβατική παραγωγή, τοποθετώντας το 35άρι φιλμ στο ράφι.

Η ταινία για δεκαετίες ήταν ο χαμένος θρύλος, το χρυσό Γκράαλ για τους κινηματογραφόφιλους και μόνο κάποιες προβολές γινόντουσαν από μια κακής ποιότητας βιντεοκασέτα VHS. Γι αυτό στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και στην προβολή της «Τελευταίας Ταινίας» του Χόπερ είχε συμβεί το αδιαχώρητο.

Από μόνη της, λοιπόν, η δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του Χόπερ, έπειτα από τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη» (Easy Rider) είχε αποκτήσει το ανεξίτηλο άρωμα του ακριβοθώρητου cult movie. Ανάμεσα στους φανατικούς της θαυμαστές και σε αυτούς που βοήθησαν όσο λίγοι στην διάσωσή της, συγκαταλέγεται και ο Άλεξ Κοξ («Repo Man», «Straight to Hell», «Σιντ και Νάνσι»).

Έτσι το 2018 ολοκληρώθηκε επιτέλους η ψηφιακή της αποκατάσταση σε ποιότητα 4Κ και προβλήθηκε με επιτυχία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Σειρά και της Ελλάδας να απολαύσουν οι κινηματογραφόφιλοι το πραγματικά ενδιαφέρον δημιούργημα του Ντένις Χόπερ, που μαζί με τον σκηνοθέτη, παίζουν επίσης: ο Κρις Κριστόφερσον, αλλά και ο προσφάτως αποθανών, έτερος «Easy Rider», Πίτερ Φόντα.

 Η ιστορία είναι γραμμένη από τον Στιούαρτ Στερν, τον συγγραφέα του «Επαναστάτη Χωρίς Αιτία» (1955) με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ντιν, όπου ο Ντένις Χόπερ έχει ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Την σεναριακή μεταφορά της «Τελευταίας Ταινίας» ανέλαβε ο ίδιος ο Χόπερ, διαμορφώνοντας τα σκηνοθετικά στοιχεία, ώστε ο επηρεασμός από το αρτηριακό σύστημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ να είναι εμφανής.

Δείτε την διότι, κατά πρώτον είναι σπουδαίο μουσειακό είδος και κατά δεύτερον για την εποχή της είναι, πραγματικά, καινοτόμος ταινία. Αναλογιστείτε, ότι γυρίστηκε το 1971 με προϋπολογισμό ενός εκατομμυρίου δολαρίων, εποχή που το Χόλιγουντ διένυε την μεγάλη, υπαρξιακή κρίση του. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ένα από τα major studios, όπως είναι η Universal, να έπαθε καρδιακή εμβολή, βλέποντας την ταινία του Χόπερ με τους εύστοχους, πειραματικούς ακροβατισμούς της, αλλά και την καλλιτεχνική μεν, αυθάδεια δε, προς το χολιγουτιανό σύστημα. Όχι μόνο έβαλαν την ταινία του στα αζήτητα, αλλά για μια δεκαετία ο Ντένις Χόπερ ήταν εξόριστος από την μεγάλη «οικογένεια» της μέκκας του σινεμά.   

«Το Αυτό: Κεφάλαιο 2»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άντι Μουσιέτι
  • Με τους: Τζέιμς ΜακΑβόι, Τζέσικα Τσάστεϊν, Μπιλ Χέιντερ, Αϊζέια Μουσταφά, Τζέι Ράιαν, Τζέιμς Ράνσον, Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Άντι Μπιν, Τζάντεν Μαρτέλ, Γουάιτ Όλεφ, Σοφία Λίλις, Φιν Γούλφχαρντ, Τζέρεμι Ρέι Τέιλορ, Τσόουζεν Τζέικομπς, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ, Ξαβιέ Ντολάν
  • Διάρκεια: 169’
  • Διανομή: Tanweer

Κάθε 27 χρόνια το κακό επισκέπτεται την πόλη του Ντέρι. Ο αιμοσταγής κλόουν Πέινγουαϊζ επέστρεψε. Οι δρόμοι των κεντρικών χαρακτήρων διασταυρώνονται και πάλι.

Μπορεί οι φίλοι από το «Κλαμπ των Χαμένων» να έχουν μεγαλώσει και να έχουν φύγει μακριά, ο όρκος, όμως, που έδωσαν ως προέφηβοι να συγκεντρωθούν όταν θα εμφανιστεί το κακό πρέπει να εκπληρωθεί. Και έτσι γίνεται.

Μια δολοφονία 27 χρόνια μετά από εκείνα τα τρομερά γεγονότα, το κρίσιμο τηλεφώνημα φέρνει πίσω την παρέα στο Ντέρι, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν για να μάθουν την προέλευση του «Αυτού» και, φυσικά, να δώσουν το οριστικό τέλος .

Το να επαναλαμβάνεσαι ως γραφιάς δεν είναι ό,τι το καλύτερο και αναφέρομαι στον εαυτό μου. Το «Αυτό», το Πρώτο και το Δεύτερο βιβλίο, είναι από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα φανταστικού τρόμου του «βασιλιά» της ανατριχίλας Στίβεν Κινγκ. Η πένα του Κινγκ στο πρώτο βιβλίο μεγαλουργεί και στο δεύτερο χάνεις τον ύπνο σου. Επαναλαμβάνομαι, λοιπόν, γράφοντας, πως ο δημοφιλής και καθ΄ όλα αγαπητός και πολύ-βραβευμένος Αμερικανός παραμυθάς των σκοτεινών ιστοριών, που δημιούργησε μια τεράστια σχολή με μύριους μαθητές ανά τον κόσμο, είναι για να διαβάζεται και σπανίως, κάτω από ειδικές συνθήκες να βλέπεται. Ελάχιστοι σκηνοθέτες συν-ταξίδεψαν γόνιμα με την πνευματική πολυπλοκότητα του Κινγκ και όσοι το πέτυχαν οι ταινίες τους έγραψαν ιστορία στην 7η Τέχνη. Επαναλαμβάνω: Ελάχιστοι και κάποια στιγμή θα γράψουμε ένα άρθρο για τις επιτυχημένες συζεύξεις των λίγων σκηνοθετών που ταυτίστηκαν με την πνευματική διάσταση του Κινγκ και ποια είναι τελικά τα «μαγικά» συστατικά που εκτόξευσαν στον ουρανό τις ταινίες τους. Ο Κίνγκ, αν και σούπερ εμπνευσμένος και φτασμένος συγγραφέας ιστοριών τρόμου, αλλά και άλλων μυθιστορημάτων, δεν στεφανώνεται με τον νικηφόρο, κινηματογραφικό κότινο ως προς τις μεταφορές των βιβλίων του στο άσπρο πανί. Σε αυτό, βέβαια, δεν φταίει ο συγγραφέας, αλλά ο σκηνοθέτης.

Οι υπόλοιποι, εκτός αυτών των ελαχίστων σκηνοθετών, που ονειρεύτηκαν να μεταφέρουν μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη και, δυστυχώς, το όνειρό τους υλοποιήθηκε είναι για να πετάνε σουσαμάκι στα περιστέρια της πλατείας Συντάγματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον εν λόγω σκηνοθέτη, Άντι Μουσιέτι, που φιλμάρισε και το Πρώτο μέρος του «Αυτού», το οποίο γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και κάπως βλεπόταν η ταινία. Στο Δεύτερο Κεφάλαιο του «Αυτού» η βαρεμάρα στην πλοκή σε συνδυασμό με την μεγάλη διάρκεια προβολής (169 λεπτά) σε στέλνουν κυριολεκτικώς αδιάβαστο. Η ταινία είναι εντελώς κλισαρισμένη και εκτός του ότι το μοντάζ έχει τον ασυμμάζευτο, λειτουργεί δίχως ρυθμό και ατμόσφαιρα σαν οι σεκάνς να είναι τοποθετημένες σε μια βάση όπως τα γνωστά τουβλάκια της Λέγκο, δίχως καμπύλες και στρογγυλάδες. Το δε σημαντικό στοιχείο που αφορά την προέλευση του κακού Πέινγουαϊζ είναι τόσο πρόχειρα δουλεμένο, που δεν ξέρεις από πια μεριά να γύρεις να κοιμηθείς.

Οι παρουσίες των, κατά τα άλλα, εξαιρετικών ηθοποιών: Τζέιμς ΜακΑβόι, Μπιλ Σκάρσγκαρντ και της Τζέσικα Τσάστεϊν, λειτουργούν ως κράχτες και όχι επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε άπειρος ηθοποιός θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους μονοδιάστατους και επίπεδους ρόλους σε αυτή την αδιάφορη ταινία τρόμου του Μουσιέτι, που ως βιβλίο έγραψε ιστορία. Κρίμα και πάλι κρίμα για την απουσία δυναμικής. Goodnight to everybody!

«Πού Χάθηκες, Μπερναντέτ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Κέιτ Μπλάνσετ, Μπίλι Κρούνταπ, Κρίστεν Γουίγκ, Έμα Νέλσον
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Η δυναμική και μποέμισα Μπερναντέτ Φοξ (Κέιτ Μπλάνσετ – απίθανη όπως πάντα!) ζει άεργη μια υπέροχη ζωή στο καινούργιο, τεράστιο σπίτι της στο Σιάτλ μαζί με τον σύζυγο της – ιδιοκτήτη εταιρείας λογισμικού -, τον  Έλγκι (Μπίλι Κρούνταπ – καλός) και την 13χρονη, έξυπνη κόρη της, Μπι (Έμα Νέλσον –καλή), η οποία είναι τάλε κουάλε η μητέρα της σε νεαρή ηλικία.

Το μόνο που απουσιάζει από την Μπερναντέτ είναι η περιπέτεια. Πρώην σπουδαία αρχιτέκτων, η μοναδική καταγεγραμμένη γυναίκα στην δεκάδα των σπουδαίων, Αμερικανών αρχιτεκτόνων, που άλλαξαν την φιλοσοφία στα οικιστικά δεδομένα, αποφάσισε κάποια στιγμή να αφήσει πίσω της το δημιουργικό της επάγγελμα, τα χρήματα, την δόξα και να απομονωθεί στο Σιάτλ.

Όταν η Μπερναντέτ εξαφανίζεται πριν από ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική, μπαϊλντισμένη από την μετριότητα και την ανθρώπινη βλακεία, η 13χρονη κόρη της θα κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει, ανακαλύπτοντας στην πορεία συγκλονιστικά στοιχεία από το παρελθόν της μητέρας της.

Σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρία Σεμπλ, που κυκλοφόρησε το 2012 και ένα χρόνο μετά η Annapurna Pictures και η Color Force εξασφάλισαν τα δικαιώματα για την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία και σενάριο του 59χρονου Τεξανού, υποψήφιου για Όσκαρ Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Μεγαλώνοντας» – 2014).

Το plot είναι βατό, απλό, κατανοητό και πραγματεύεται την εγκλωβισμένη δημιουργικότητα εμπνευσμένων, ευφυών ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τον επαγγελματικό στίβο λόγω υπαρξιακών απόψεων – εδώ είναι η αρχιτέκτων Μπερναντέτ – και αναγκάστηκαν να βιώνουν μια συμβατική ζωή πολιορκούμενοι ανηλεώς από την βαρεμάρα και την κοινωνική ρηχότητα. Ο Λόρενς Φίσμπερν το διατυπώνει μοναδικά στην ταινία: «Όταν οι δημιουργικοί άνθρωποι σταματούν να δημιουργούν, είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία». Και αυτό γίνεται. Η Μπερναντέτ είναι μια κινούμενη βόμβα που την ενοχλούν τα πάντα και οι πάντες.

Υπέροχα και ωραία έως εδώ και η Μπλάνσετ (μέγιστη κινηματογραφική περσόνα πια) ερμηνευτικά υποστηρίζει άψογα τον χαρακτήρα της ηρωίδας (ευκολάκι για την Κέιτ), με καλογραμμένους διαλόγους και πολιτισμένη, ενδιαφέρουσα κόντρα ανάμεσα στο καταξιωμένο θηλυκό και το επίσης, έξυπνο αρσενικό, που έχει δίπλα του μια θρυλική αρχιτέκτονα, ρισκάροντας, επίσης, επαγγελματικά στον χώρο της τεχνολογίας (παίζει αδιόρατα η ζήλεια από την πλευρά του αρσενικού, δίχως να είναι αυτοσκοπός). Μαζί με δυο τρία ευχάριστα και καλά κινηματογραφημένα περιστατικά, που εξηγούν τους λόγους της ανίας που νοιώθει η εγκλωβισμένη Μπερνανέτ, η ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ρολάρει primavista, δίνοντας, μάλιστα, όμορφους τόνους στην ψυχοσύνθεση της ευφυούς γυναίκας, που βρίσκεται σε δημιουργική ακαμψία.

Η συνταγή χαλάει, όταν μετά από ένα σοβαρό γεγονός με το FBI, που κινδύνεψε το ζευγάρι να χάσει όλη την περιούσια του και ευθυνόταν η Μπερναντέτ, ξεκινάει η άνευ προηγουμένων αμερικανιά και το κινηματογραφικό όνειρο στοιχειώνεται άδοξα σε γλυκανάλατη περιπέτεια αναζήτησης της αρχιτεκτόνισσας κατά μεριά του Νότιου Πόλου και της Ανταρκτικής, ψάχνοντας εκεί η κυρία τον χαμένο της εαυτό.

Ενώ ο  Λινκλέιτερ το έχει το θέμα με τις οικογενειακές διαφορές, την σχέση του ζευγαριού που βρίσκεται σε ελώδη κατάσταση, όπως το «Πριν τα Μεσάνυχτα», καταφέρνοντας να βγάζει μια γλυκιά θεατρικότητα, στα τελευταία 45 λεπτά, περίπου, της ταινίας χάνει τον προσανατολισμό του και βουτάει λαίμαργα στα ζαχαρένια βάζα της κομεντί. Η Μπλάνσετ απτόητη, απλά κερδίζει επάξια τον μισθό της και τους θεατές.     

«Μητρικό Ένστικτο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Duelles)        

 

 

  • Είδος: Δράμα, θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Σουηδία Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ
  • Με τους: Βερλέ Μπετένς, Ανί Κοζένς, Μεχντί Νεμπού
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Danaos Films – Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Κριτικής Επιτροπής 20ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος (2019)

Βρυξέλλες, αρχές της δεκαετίας του ’60 Η δεκαετία του ’60 στις Βρυξέλες  βρίσκει την Αλίς (Βερλέ Μπετένς  – καλή) και τη Σελίν (Ανί Κοζένς  – καλή), δυο στενές φίλες, να μένουν σε διπλανά σπίτια, μαζί με τις οικογένειές τους, και φαινομενικά να έχουν τις τέλειες ζωές. Οι άνδρες τους τις αγαπάνε, οι 7χρονοι γιοι τους, ο Μαξίμ και ο Τεό, είναι επίσης φίλοι. Παίζουν μαζί και τα γενέθλια πάρτι τους μαζί και άλλες δραστηριότητες που περνούν όμορφα με τους φίλους και τις οικογένειές τους.

Η τέλεια αυτή αρμονία διαταράσσεται όταν ο Μαξίμ, ο γιός της Σελίν, χάνει τραγικά τη ζωή του. Το ξαφνικό αυτό ατύχημα, θα φέρει αντιμέτωπες τις δύο οικογένειες και θα ταράξει τις ζωές τους. Τα συναισθήματα αγάπης θα δώσουν τη θέση τους στην καχυποψία και τη παράνοια. Οι δύο μητέρες θα ωθήσουν στα όρια τη φιλιά τους στην προσπάθεια τους να προστατέψουν τις οικογένειες τους.

Πρόκειται για τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος «Derrière la Haine» (Πίσω από το Μίσος) της Βελγίδας συγγραφέως Μπάρμπαρα Αμπέλ, σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη. Ο 48χρονος Βέλγος κινηματογραφιστής της «Παράνομης» (2010), Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ, δυστυχώς, πάσχει από το γνωστό σύνδρομο: έφτασα μια χαρά στην δροσερή πηγή αλλά γάργαρο νερό δεν ήπια γιατί την τελευταία στιγμή, γλίστρησα, έπεσα κάτω, έσπασα χέρια πόδια και έγινα εκατό κιλά αηδία.

Άπαντα πανέμορφα σε ατμόσφαιρα, άψογα δομημένα και άρτια τεχνικώς στην τρίτη κατά σειρά ταινία του Ντεπασέ, ταξιδεύουμε νοσταλγικά στο χιτσκοκικό περιβάλλον της δεκαετίας των σίξτις, κατά Βέλγιο μεριά, με τις υπέροχες χρωματικές στα πλάνα και με σχετική αγωνία από τις υπερ-προστατευτικές μανάδες, που δυσάρεστα γεγονότα τις μετασχηματίζουν σε εμμονικά, ψυχασθενή όντα. Μέχρι εκεί καλά.

Η ψυχονοητική μονομαχία που στήνει ο Βέλγος ανάμεσα στις δυο μητέρες, προσπαθώντας να εξακριβωθεί ποια από τις δυο είναι τελικά η παρανοϊκή που δημιουργεί το πρόβλημα, εκπνέει σύντομα.

Η δύσκολη διαδρομή που έχει επιλέξει στυλιστικά στην ταινία του ο σκηνοθέτης εμφανώς τον εξαντλεί, αναζητώντας να την κλείσει με τις λιγότερο δυνατόν απώλειες.

Εκεί που επιβάλλεται να τοποθετηθεί το δια ταύτα στην πλοκή περί μητρότητας και τα θέματα ευλαβικά να ταξινομηθούν με εξυπνάδα, λογική και ειρμό στις θέσεις τους για να μπορούμε, διάολε, να δικαιολογήσουμε τα 97 λεπτά αναμονής, τότε ο φίλτατος Ολιβιέ Μασέ και Ντεπασέ χάνει τα αυγά και τα καλάθια, αποφασίζοντας να κορυφώσει τα του φινάλε του σε μια out of the blue σχηματική κατάσταση, που μοσχοβολά απειρία και απέραντο φράγκικο άρωμα μετριότητας και ακόμα παρακάτω.

«Fast & Furious: Hobbs & Shaw»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
  • Με τους: Ντουέιν Τζόνσον, Τζέισον Στέιθαμ, Ίντρις Έλμπα, Βανέσα Κίρμπι, Έλεν Μίρεν
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο Χομπς (Ντουέιν Τζόνσον – ως έχει) και ο Σο (Τζέισον Στέιθαμ και αυτός ως έχει) είναι οι άσπονδοι φίλοι που θα αναγκαστούν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συμφωνήσουν σε μια άβολη συνεργασία για το γενικότερο καλό. Άλλωστε, ο κόσμος κινδυνεύει από τα σχέδια ενός αδίστακτου αναρχικού τρομοκράτη, του Μπρίξτον Λορ (Ίντρις Έλμπα – εκτός τόπου και χρόνου), ο οποίος είναι έτοιμος να εξαπολύσει μια ανυπολόγιστη βιοχημική καταστροφή που θα αφανίσει την ανθρωπότητα.

Σε συνεργασία με το δίδυμο Χομπς και Σο για την μεγάλη μάχη με τον αδίστακτο, μεταλλαγμένο τρομοκράτη, ρόλο-κλειδί έχει η πράκτορας της MI6, Χάτι (Βανέσα Κίρμπι), η οποία είναι η αδερφή του Ντέκαρντ Σο.     

Από το 2001 που ξεκίνησε, το συγκεκριμένο franchise και μετά από 8 πετυχημένες ταινίες, 5 δισεκατομμύρια εισπράξεις παγκοσμίως στο box-office, η σειρά ταινιών «The Fast & Furious» δημιουργεί το πρώτο της spin-off, στο ίδιο και απαράλλαχτο μοτίβο της άκρατης βαβούρας, της υπερφυσικής δράσης και της άμετρης κλωτσοπατινάδας με το δίδυμο – λίρα Αγγλίας για τα ταμεία – Τζόνσον και Στέιθαμ (Hobbs & Shaw, αντιστοίχως).

Το τί διαδραματίζεται σε αυτό το χρονικό διάστημα των 135 λεπτών προβολής είναι να το βλέπει η Marvel, η DC comics και να δακρύζουν. Απολύτως τίποτα το ανθρώπινο δεν συμβαίνει. Όλα είναι υπερφυσικά, εξώκοσμα, πέραν πραγματικότητας και αληθοφάνειας σαν να μην ενδιαφέρει τον Ντέιβιντ Λιτς («Atomic Blonde», «Deadpool 2»), σκορδοκαΐλα του δηλαδή, εάν οι πρωταγωνιστές είναι ανθρώπινα όντα και όχι διαστημικές, άφθαρτες μηχανές.

Ο δε εξαιρετικός  Ίντρις Έλμπα νοιώθει τόσο άβολα στο set, μαζί του κι εμείς, ενώ υπάρχουν στιγμές που θες να τον φυγαδέψεις από τα πλάνα και να τον κρύψεις για να πάψει να ρεζιλεύει τον εαυτό του. Μπορεί να έχασε το κοστούμι του Μποντ, αλλά, θαρρώ, ότι αυτό ξεπερνάει και τον ίδιο ως ηθοποιό.   

«La Dolce Vita»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία Γαλλία (1960) κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ανίτα Εκμπεργκ, Ανούκ Εμέ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Κοστουμιών (Πιέρο Γκεράρντι) – Χρυσός Φοίνικας φεστιβάλ Κανών (1960) – Πρώτο Βραβείο Κριτικών Κινηματογράφου Νέας Υόρκης – Ιταλικό Χρυσό Κύπελλο Σκηνοθεσίας (Φεντερίκο Φελίνι) – Τρία βραβεία της Ένωσης Ιταλών Δημοσιογράφων (Ανδρικής Ερμηνείας –  Σεναρίου – Παραγωγής)

Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – καταπληκτικός!) είναι δημοσιογράφος στη Ρώμη της δεκαετίας του 1950 και καλύπτει τις κοινωνικές ειδήσεις: σταρ του κινηματογράφου, θαύματα και σκάνδαλα της αριστοκρατίας.

Ζητάει ένα βαθύτερο νόημα στην ζωή και νομίζει ότι το μυστικό της ζωής βρίσκεται στον πλούτο, ο οποίος κατά την γνώμη του απελευθερώνει τον άνθρωπο από την συμβατότητα της ζωής. Όταν όμως χάνει τον καλύτερό του φίλο, καταλαβαίνει ότι αλλού είναι το νόημα της ζωής.

Με ένα πρόλογο, επτά καταλυτικά κεφάλαια και ένα επίλογο, στιγμές γεμάτες από σημαντικές συναντήσεις, ο Μαρτσέλο αρχίζει να αλλάζει σκεπτικό και οπτική.

Το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι, που τον καθιέρωσε στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα. Η θρυλική ταινία «La Dolce Vita» είναι ο προθάλαμος του κορυφαίου «8 ½» (1963) με τον ίδιο ήρωα, παρόμοιες προβληματικές και τις ξεκάθαρες αποστάσεις του Φελίνι από τον κινηματογραφικό νεορεαλισμό. Στην Ιταλία έσπασε τα ταμεία με 13.617.148 θεατές, ενώ στην Γαλλία για μη γαλλική παραγωγή έφτασε τους 2.956.094 θεατές.

Η αστική παρακμή αντικατοπτρίζεται με στυλ στην λεία επιφάνεια ενός αξιακού συστήματος  άνευ ήθους και ιερότητας, όπως ακριβώς το άγαλμα του Ιησού που εγκαταλείπει την πόλη μεταφερόμενο σε ένα ελικόπτερο και τις καμπάνες να κτυπούν σαν ένα θρησκευτικό σχόλιο του Φελίνι στην έναρξη της ταινίας, ότι κάθε τι το αγνό είναι πια παρελθόν.

Όσο για την μυθική σεκάνς της ταινίας στην Φοντάνα ντι Τρέβι, για την ιστορία να γράψουμε, ότι γυρίστηκε σε μια εβδομάδα τον μήνα Μάρτιο, όταν ακόμα οι νύχτες στην ιταλική πρωτεύουσα είναι ακόμα πολύ κρύες. Σύμφωνα με τον Φελίνι, σε συνέντευξή του στον γνωστό δημοσιογράφο της νυχτερινής Ρώμης, Κοστάντσο Κονσταντίνι, αναφέρει, ότι η εκρηκτική ηθοποιός Ανίτα Έκμπεργκ βρισκόταν μέσα στο κρύο νερό μόνο με το μαύρο φόρεμά της για ώρες δίχως να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, συνηθισμένη στα κρύα, Σουηδή ούσα.

Ο δε Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, από την άλλη, έπρεπε να φορέσει δυο και τρία αδιάβροχα κάτω από τα ρούχα του για να ζεσταθεί και ακόμα τουρτούριζε από το κρύο. Για να δώσει το τελικό πλάνο της σκηνής και ενώ ένοιωθε σαν να είναι χωμένος σε κατάψυξη, ήπιε, σχεδόν, ένα μπουκάλι βότκα, μέθυσε εντελώς και γύρισε την σκηνή που έμεινε στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά.

Στην ταινία ακούγεται, βέβαια, για πρώτη φορά ο όρος «paparazzo» που αφορά τους «δαιμόνιους» φωτογράφους, όταν προσπαθούν να «κλέψουν» φωτογραφικά προσωπικές στιγμές από τις διασημότητες.

Σε ερώτηση στον Φελίνι για την λέξη «paparazzo», ο σκηνοθέτης απάντησε, ότι προέρχεται από τον φωτογράφο φίλο του δημοσιογράφου Μαρτσέλο, τον Παπαράτσο (υποδύεται στην ταινία ο ηθοποιός Γουόλτερ Σαντέσο) και είναι μια καλαβρέζικη ερμηνεία της ιταλικής λέξης «passero», που σημαίνει «σπουργίτης». Όπως ο ίδιος ο Φελίνι είχε πει, ότι: «Οι φωτογράφοι που χορεύουν και διασκεδάζουν γύρω από τις διασημότητες και τους σταρς, θυμίζουν σπουργίτια».

Για την μουσική του Νίνο Ρότα, τα λόγια περισσεύουν και ο μέγιστος Νίνο θαυματοποιεί και εδώ. Από τα πρώτα μέτρα των μουσικών θεμάτων του score, άλλοτε ελεγειακά, άλλοτε νευρικά και μοντέρνα με ηλεκτρική κιθάρα, άλλοτε το γνωστό του ξέγνοιαστο τσιρκολέτο, άλλοτε αναγεννησιακά και ρομαντικά με τα πειθαρχημένα πνευστά του ανοίγουν αισθαντικά τους ταξιδιάρικους, νοσταλγικούς διαύλους στο υπέροχο σύμπαν της αξέχαστης «Γλυκιάς Ζωής».

«Φθινοπωρινή Σονάτα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Höstsonaten / Autumn Sonata)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Σουηδία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία (1978), κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
  • Με τους: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λιβ Ούλμαν, Λένα Νίμαν, Χάλβαρ Μπγιόρκ
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (1979)

Η Σαρλότ (Ίνγκριντ Μπέργκμαν – υπέροχη), μια πιανίστρια διεθνούς φήμης που βρίσκεται σε κατάθλιψη συναντά έπειτα από επτά χρόνια την κόρη της Εύα (Λιβ Ούλμαν – καταπληκτική) η οποία ζει με τον πάστορα σύζυγό της Βίκτωρ (Χάλβαρ Μπγιόρκ – πολύ καλός), αναζητώντας επιβεβαίωση και συναισθηματική κάλυψη από το ταπεινωμένο κορίτσι. Η συνάντηση μάνας και κόρης εξελίσσεται σε μια τρομερή σύγκρουση, μέσα από μια σειρά εξομολογήσεων που ξεχειλίζουν ταυτόχρονα από αγάπη και μίσος.

Δύο χαρακτήρες, της μάνας και της κόρης, που είναι δύο κόσμοι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Η κόρη της οποίας είναι εύκολο να αγαπήσει και δύσκολο να αγαπηθεί και η μάνα της οποίας είναι εύκολο να αγαπηθεί και δύσκολο να αγαπήσει.

Όταν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις εξαφανιστούν, οι αλήθειες θα εμφανιστούν και θα πληγώσουν όλους τους εμπλεκομένους ανεπανόρθωτα. Όλοι θύτες και θύματα της μοιραίας απόφασης που συνωμοτικά πήραν: να ζήσουν μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, φόβο και υπέρμετρο εγωισμό.

Μοναδική και αξεπέραστη κινηματογραφική συνάντηση της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, της Λιβ Ούλμαν και του σκηνοθέτη Ίγκμαρ Μπέργκμαν σε μια ταινία που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο είδος του «κλειστού» δράματος ή δράματος δωματίου, που ο Μπέργκμαν γνωρίζει να διαχειρίζεται ενδοσκοπικά. Το δυνατό σενάριο του Σουηδού σκηνοθέτη, το γεμάτο εξομολογήσεις και μετατοπίσεις ευθυνών στις οικογενειακές σχέσεις είναι μια προσωπική κατάθεση ψυχής, ευλαβικά τοποθετημένη πάνω στην μελαγχολική σύνθεση του πρελούδιου του Σοπέν, ώστε να μοιάζει με αποχαιρετισμό στην υπέροχη Ίνγκριντ από τα κινηματογραφικά πλατό, καθώς είναι η τελευταία ταινία τής 46χρονης, σπουδαίας θητεία της στην 7η Τέχνη, γυρισμένη, μάλιστα, στην χώρα της.

Ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν, που βρισκόταν τότε στην Γερμανία, αποφεύγοντας τις σουηδικές αρχές λόγω προσωπικών φορολογικών εκκρεμοτήτων για να φτιάξει την ταινία θεώρησε ως βασική προϋπόθεση την συμμετοχή της Ίνγκριντ και της Λιβ. Πρώτη ταινία μαζί, οι δυο Μπέργκμαν έγραψαν ιστορία με την «Φθινοπωρινή Σονάτα». Γνωστή η σχέση αγάπη και μίσους ανάμεσα στον σκηνοθέτη και την ηθοποιό κατά την διάρκεια του φιλμαρίσματος. Η Μπέργκμαν εκείνη την περίοδο της ζωής της είχε εγχειριστεί προσφάτως για καρκίνο και μερικές ημέρες μετά την έναρξη των γυρισμάτων οι γιατροί διαπίστωσαν μετάσταση.  

Η ταινία είναι ο ίδιος ο Μπέργκμαν τον οποίο ενσαρκώνει εξαίσια η Ίνγκριντ ως μάνα που αδιαφόρησε για την κόρη της επτά ολόκληρα χρόνια για να ζήσει ελεύθερη, κάτι αντίστοιχο με τον σκηνοθέτη και τα δικά του τέκνα. Όπως και η Μπέργκμαν, όταν εγκατέλειψε τον πρώτο της σύζυγο για να ζήσει με τον Ροσελίνι, είχε να δει την κόρη της από τον πρώτο γάμο αρκετά χρόνια.

Βαθιά ανθρώπινη, βασανιστικά αληθινή, ένα διαρκές παιχνίδι συναισθηματικής εξουσίας από έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Εάν δεν την έχετε δει μην την χάσετε!  

«Ο Διαβολάκος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Il Piccolo Diavolo) 

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Ιταλία (1988), με κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Με τους: Γουόλτερ Ματάου, Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Danaos Films

Στη Ρώμη, ο Αμερικανός ιερέας Μορίς (Γουόλτερ Ματάου – απολαυστικός!), προσπαθεί να βρει ισορροπία μεταξύ της προσωπικής και πνευματικής του ζωής, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μια μέρα τον καλούν για τον εξορκισμό μιας γυναίκας, της Τζουντίνας και το δαιμόνιο που φαίνεται να την είχε καταλάβει δεν είναι παρά ένας φοβισμένος διαβολάκος (Ρομπέρτο Μπενίνι).

Το ανήσυχο, πλακατζίδικο δαιμόνιο θέλει να ανακαλύψει και να απολαύσει τις χαρές της γήινης ζωής και έτσι ακολουθεί παντού τον ιερέα. Όταν όμως συναντήσει τυχαία τη Νίνα, θα νιώσει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ερωτευμένος τώρα ο διαβολάκος, θα αποδεσμεύσει τον Μορίς από την παρουσία του και θα τρέξει πίσω της.

 

Η τρίτη σκηνοθετική δουλειά του βραβευμένου με Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Η Ζωή είναι Ωραία», Ρομπέρτο Μπενίνι. Στον «Διαβολάκο», ο Μπενίνι εμπνέεται από την καθολική του οικογένεια και δομεί την ιστορία γύρω από τον αυστηρό και πειθαρχημένο ιερέα και τον ανήσυχο διαβολάκο που διψά για τα απολαυστικά δώρα της γήινης ζωής.

Λογοπαίγνια, παρανοήσεις, κωμικές καταστάσεις και η μανιέρα του Μπενίνι στην πρώτη γραμμή. Ιταλική ταινία φάρσας και σάτιρας με ένα απολαυστικό Γουόλτερ Ματάου να περνά τα πάνδεινα από τον εκμαυλιστή δαίμονα Μπενίνι.

Η ταινία σύστησε τον Ιταλό σκηνοθέτη και ηθοποιό στο ευρύτερο, ευρωπαϊκό κινηματογραφόφιλο κοινό και παρά τον ρόλο του Γουόλτερ Ματάου, αλλά και την συμμετοχή του Μπενίνι στην ταινία του Τζιμ Τζάρμους το 1986 «Στην Παγίδα του Νόμου», ο άτακτος «διαβολάκος» δεν προβλήθηκε ποτέ στις Η.Π.Α.