fbpx

«70 Πεντακοσάρικα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(70 Binladens / 70 Big Ones)      

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια, Δράση
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κόλντο Σέρα
  • Με τους: Εμα Σουάρεζ, Χιούγκο Σίλβα
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Weird Wave

Η Ρακέλ πρέπει, πάση θυσία, να βρει 35.000 ευρώ ή αλλιώς 70 πεντακοσάευρα μέσα σε 24 ώρες, για να τα παραδώσει σε κάποιους εκμεταλλευτές που κρατούν την κόρη της. Μετά από πολλές αρνήσεις δανειοδότησης από διάφορες τράπεζες, κατορθώνει να πείσει μια τράπεζα να της χορηγήσει το δάνειο.

Την ώρα της διαδικασίας για το δάνειο, για κακή της τύχη, ορμούν στο κατάστημα μια σημαδεμένη στο πρόσωπο, πρώην φιλακόβια και ένα εξαρτημένο πρεζόνι για να ληστέψουν.  Ένας ντεντέκτιβ δολοφονείται από τον τρελαμένο τοξικομανή, καθώς ο αστυνομικός αναζητά μια μετανάστρια, η οποία βρίσκεται μέσα στην τράπεζα. Η απλή ληστεία καταλήγει σε μείζονος σημασίας θέμα για την αστυνομία με ομήρους και απειλές θανάτου.

Η Ρακέλ δεν πτοείται από τα γεγονότα γιατί πρέπει να εξασφαλίσει το χρηματικό ποσό, οπότε θα κάνει τα πάντα για να βρει και να παραδώσει τα 70 πεντακοσάευρα.

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «70 Binladens» (70 Μπιν Λάντενς), όπως, δηλαδή, αποκαλούν οι Ισπανοί τα χαρτονομίσματα των πεντακοσίων ευρώ. Αυτή η χώρα κινηματογραφικά παθαίνει διάφορες κράμπες και κολλήματα με την σεναριακή θεματική της. Παραπάνω από μια δεκαετία το ισπανικό σινεμά βούτηξε τις κινηματογραφικές παραγωγές του στον βαλτοτόπι των θρίλερ μυστηρίου και ως θεατές γευτήκαμε κάποια ελάχιστα καλά ταινιάκια, ενώ τώρα σειρά έχει το heist genre με γαρνιτούρα την ανατροπή και την ευφυΐα λάβαρο από το μέρος των ληστών.

 Η αλήθεια είναι ότι η τηλεοπτική επιτυχία «Caza de Papel» έχει ήδη ξεκινήσει να προκαλεί, δυσάρεστες σεισμικές δονήσεις στον ισπανικό κινηματογράφο και το πρώτο θύμα είναι η εν λόγω ταινία, που κινείται σε αυτό το ύφος. Δεν είναι «Caza de Papel» τα «70 Πεντακοσάρικα», αλλά απ΄ όπου κι αν την πιάσεις μυρίζει τσίκνα από το οινομαγειρείο «Caza de Papel».

Ο Κόλντο Σέρα, που είναι καθαρόαιμος σκηνοθέτης τηλεοπτικών σειρών (χώρος που μπορείς να κάνεις ότι θέλεις δίχως να κριθείς σκληρά), παραδίδει την δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του σε περίοδο 13 χρόνων. Η πρώτη του είναι το αδιάφορο, δραματικό θρίλερ «Ειδυλλιακός Εφιάλτης» (Bosque de Sombras) του 2006 με πρωταγωνιστή τον Γκάρι Όλντμαν που στην χώρα μας πέρασε απευθείας στο δίκτυο του dvd.

Σκηνοθετικά η ταινία είναι άτολμη, παρά την φαινομενική δράση, με έντονα τα στοιχεία της υπερβολής να κρώζουν: «εδώ σαπουνόπερα!», ενώ το σενάριο είναι σαθρό και εντελώς παραμελημένο στον τομέα της λεπτομέρειας του. Οι όποιες έξυπνες, ας πούμε, στιγμές ξεφουσκώνουν από την έλλειψη φροντίδας και απουσία προσοχής, ειδικά με την αντιμετώπιση των αστυνομικών δυνάμεων στο γεγονός της ληστείας, αλλά και σε κάποιες μελιστάλαχτες πενιές, που θα ήθελε ο σκηνοθέτης να κερδίσει το παιχνίδι των ανατροπών, αλλά το χάνει πανηγυρικά. Με αυτά και με εκείνα η απουσία του Πορφεσόρ είναι αισθητή.   

«Γκλόρια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Gloria Bell)       

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Χιλή (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπάστιαν Λέλιο
  • Με τους: Τζούλιαν Μουρ, Τζον Τορτόυρο, Μάικλ Σέρα,
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η διαζευγμένη Γκλόρια (Τζούλιαν Μουρ – καλή), μάνα δυο ενήλικων τέκνων και γιαγιά ενός βρέφους, είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που περνάει τις μέρες της σε μία συντηρητική δουλειά γραφείου ως ασφαλίστρια  και τις νύχτες της, ενίοτε, σε χορευτικές πίστες σε διάφορα κλαμπ, όπου ξεδίνει χορεύοντας στους disco ρυθμούς των επιτυχιών 70s και 80s.

Μετά τη γνωριμία της με τον πρώην στρατιωτικό, νυν ιδιοκτήτη πάρκου paint ball, Άρνολντ (Τζον Τορτούρο – καλός) σε μία νυχτερινή έξοδο της, βρίσκεται να ζει έναν αναπάντεχο έρωτα, με όλες τις χαρές και τις επιπλοκές των ραντεβού, της αναζήτησης ταυτότητας της και της οικογένειας. Μόνο που ο Άρνολντ έχει αδυναμία στις δυο βληματερές θυγατέρες του που του κάνουν την ζωή πατίνι. 

Ριμέικ της γνωστής, υπέροχης και βραβευμένης «Γκλόρια» του Χιλιανού σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Λέλιο – πέρσι η ταινία του «Μια Φανταστική Γυναίκα» κράτησε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας – σε αμερικάνικη έκδοση αυτή την φορά σκηνοθετημένο ξανά από τον Λέλιο. Η Χιλιανή ηθοποιός Παουλίνα Γκαρσία που υποδύθηκε μοναδικά την ελεύθερη «Γκλόρια» το 2013 (όσοι δεν την έχετε δει, την προτείνω), παραδίδει την σκυτάλη στην Αμερικάνα Τζούλια Μουρ για να απολαύσουν και οι μεγαλοκυρίες των Η.Π.Α. τι εστί βερίκοκο στα fifty something.

Οι λόγοι που ένας σκηνοθέτης γυρίζει το ίδιο έργο σε διαφορετικές γλώσσες και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές είναι γνωστοί και δεν χρειάζονται επεξηγήσεις και αναλύσεις. Ο πρώτος τα χρήματα και ο δεύτερος είναι τα χρήματα. Το ταμπεραμέντο της Παουλίνα Γκαρσία αδιαμφισβήτητα είναι το «πυρ» απέναντι στον «πάγο», της εξαιρετικής κατά άλλα Μουρ και η Τζούλιαν δεν προσδίδει το κάτι τις παραπάνω στο όλο θέμα. Εάν ήταν μικρότερη ηλικιακά η Ντάιαν Κίτον σίγουρα είχε στο τσεπάκι της τον ρόλο, ακόμα κι αν διαρρηγνύει τα ιμάτια του ο Λέλιο, ότι την σκηνοθέτησε ξανά γιατί του το ζήτησε η ίδια η Τζούλιαν Μουρ.   

Να έστηνε το ριμέικ κάποιο αμερικανάκι, φρέσκος σκηνοθέτης να το δεχθώ, αλλά ξανά ο Σεμπάστιαν; Είναι δηλαδή σαν να πουν στον Τζεφ Μπεκ να παίξει το  Superstition σε συναυλία στην μαύρη Ήπειρο και να το τραγουδήσει στα σουαχίλι…   

«Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Spider-Man: Far from Home)    

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας, Marvel comic (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Γουάτς
  • Με τους: Τομ Χόλαντ, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Τζέικ Γκίλενχαλ, Ζεντάγια, Κόμπι Σμάλντερς, Τζον Φαβρό, Μαρίσα Τομέι
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Έπειτα από την επική μάχη με τον τιτάνα Θάνος που έφερε πίσω στη ζωή τον Πίτερ Πάρκερ –Σπάιντερμαν (Τομ Χόλαντ) και τους φίλους του, αλλά και δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους, ο έφηβος Πίτερ συνεχίζει να πενθεί για τον θάνατο του μέντορα του, Τόνι Σταρκ – Iron Man, του οποίου η θυσία έκανε την επιστροφή του δυνατή. Όπου και να κοιτάξει βλέπει παντού τον Σταρκ, κάτι που κάνει να νιώθει την απώλεια ακόμα πιο έντονα.

O Σπάιντερμαν βρίσκει παρηγοριά στα λόγια του Χάπι Χόγκαν (Τζον Φαβρό), ενώ ο Νικ Φιούρι (Σάμιουελ Τζάκσον) ψάχνει επειγόντως τον Πάκερ και ο Πάρκερ τον αγνοεί για να αναχωρήσει μαζί με τους φίλους και συμμαθητές του σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Βενετία, αφήνοντας στην άκρη για λίγες ημέρες τα υπερηρωϊκά κατορθώματα.

Στην Βενετία όμως επιτίθενται τα τεράστια Στοιχειακά Πλάσματα, που το καθένα εκπροσωπεί ένα από τα τέσσερα στοιχεία: τη Γη, τον Αέρα, το Νερό και τη Φωτιά. Αυτά τα ενεργειακά πλάσματα έχουν ξεπηδήσει από μία τρύπα στο σύμπαν, ως συνέπεια των συμβάντων των δύο τελευταίων ταινιών των Εκδικητών.

Ο Πίτερ θα συναντήσει τον Κούεντιν Μπεκ, γνωστός και ως Μιστέριο (Τζέικ Γκίλενχαλ), έναν υπερήρωα που έρχεται από μία παράλληλη Γη και είναι αποφασισμένος να σταματήσει την εισβολή των Στοιχειακών Πλασμάτων.  O Φιούρι, Ο Μιστέριο και ο Σπάιντερμαν θα ενώσουν τις δυνάμεις τους, παρότι ο μικρός έχει τις αντιρρήσεις του, για να αντιμετωπίσουν το κακό. Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά απ΄ ότι δείχνουν και ο Σπάιντερμαν, ο τολμηρός ήρωας της γειτονιάς, καλείται να αντιμετωπίσει μια τρομερή κατάσταση πάνω από τις δυνάμεις του.

Αυτόνομο μεν επεισόδιο για τον Σπάιντι, αλλά η ροή του βρίσκεται στον απόηχο των δυο προηγούμενων Εκδικητών, αφού το «φάντασμα» του Σταρκ κυριαρχεί σε όλη την πλοκή. Ο Μιστέριο μαζί με τον Δόκτωρα Ότο Οκτάβιους, στον «χάρτινο» Spiderman, είναι οι δυο πιο ισχυροί του αντίπαλοι.

Η παραγωγή της Marvel με τον Τζον Γουάτς στο σκηνοθετικό τιμόνι απλώνει διακριτικά τα ποδαράκια της και προς Ευρώπη μεριά, καθώς η τουριστική, πλωτή Βενετία γεύεται την σπουδαία παρουσία των υπερηρώων, για να μην φωνάζουν μερικοί μερικοί, πως το M.C.U. αφορά μόνο το U.S.A. Αυτός που είναι έξω από τα «νερά» του είναι ο Γκίλενχαλ ως Κούεντιν Μπεκ – Μιστέριο… εντελώς ξενέρωτος.

Ο Τομ Χόλαντ παρά τα 23 χρόνια στις πλατούλες του, σέρνει μια χαρά το εφηβικό άρμα με το ακατέργαστο συναίσθημα, τις αγαπούλες, τα αδέξια φλερτ για να μπει στο ζουμί της υπόθεσης, που ερμηνεύεται ως ακόμα μια μαρβελική ταινία με τα ψηφιακά εφέ δράσης στα «κόκκινα», τον ασταμάτητο θόρυβο και ξανά μανά τα ίδια και τα ίδια. Είναι πασιφανές, πως όλο αυτό το σύμπαν των superheroes αλλάζει διάσταση και σφαίρα ενδιαφέροντος (ε, γέρασαν κάποιοι) για να κρατήσει το νταβαντούρι αφού φέρνει θεατές και γεμίζει τα ταμεία…ακόμα.

Η φάμπρικα των κινηματογραφικών ηρώων με τα κολάν και τις μάσκες – εκτός της ετήσιας υπερ-παραγωγής της (κάθε χρόνο έχουμε δόση, είτε από Marvel, είτε από DC) –  όσο προχωράει και προοδεύει τεχνολογικά, ολοένα και πιο ρηχά κολυμπάει σεναριακά. Για την προεφηβική ηλικία ο Σπάιντι είναι μια χαρά. Ως εκεί όμως.

«Ο Κύριος Βερντού»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Monsieur Verdoux)  

  • Είδος: Μαύρη κωμωδία (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (1947) – σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία : Τσάρλι Τσάπλιν
  • Με τους: Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρθα Ρέι, Γουίλιαμ Φρόλεϊ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ «Θησείο» (Θησείο) – Σινέ «Ριβέρια» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Ο ηθικός, τίμιος οικογενειάρχης κύριος Ανρί Βερντού (Τσαρλς Τσάπλιν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) απολύεται από ταμίας τράπεζας εξαιτίας της μεγάλης, μεταπολεμικής, οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την καλοσυνάτη, ανάπηρη γυναίκα του και το μικρό γιο του, αρχίζει κρυφά να παντρεύεται πλούσιες χήρες και με διάφορα τεχνάσματα να αποκτά τα χρήματα τους. Ύστερα τις εξαφανίζει, δολοφονώντας τες με διάφορους τρόπους.

Ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται με το εμπόριο παλαιών επίπλων και αντικειμένων, σκαρφίζεται διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του καπετάνιου, του μηχανικού ακόμα και του ράφτη και με άλλα ονόματα και ως «κυανοπώγων» ο Βερντού προσεγγίζει κάθε μοναχική, ηλικιωμένη κυρία, που βρίσκεται στο πλατύσκαλο της απόγνωσης, αντιμετωπίζοντας τα θηράματα του ως μια ακόμα επιχειρηματική δυνατότητα για να εξοικονομήσει χρήματα, παίζοντας παράλληλα και στο χρηματιστήριο με τα χρήματα από την λεία των «δουλειών» του .

Η οικογένεια μια εξαφανισμένης γυναίκας κινεί τις υποψίες στην αστυνομία, που συγκρίνει 14 άλυτες υποθέσεις δολοφονίας γυναικών και τον θέτει υπό στενή παρακολούθηση, προσπαθώντας να συλλάβουν τον κατά συρροή δολοφόνο την στιγμή ενός ακόμα γάμου του.

Ένα πραγματικό διαμάντι της 7ης Τέχνης φτιαγμένο από την αρχή έως το τέλος από τον Τσάρλι Τσάπλιν και δεν το συναντάμε συχνά, σχεδόν σπάνια θα αναφέρω, στις μεγάλες οθόνες. Η ιστορία βασίζεται στα κατορθώματα του πραγματικού Γάλλου serial killer γυναικών Ανρί Λαντρί (Henri Désiré Landru: 1869 – 1922), που εκτελέσθηκε στην γκιλοτίνα, αφού κρίθηκε ένοχος για τις δολοφονίες 11 γυναικών και ενός νεαρού άνδρα.

Η ιδέα και κατόπιν ο πιλότος της ταινίας γράφτηκε από έναν άλλο καταπέλτη της 7ης Τέχνης, τον Όρσον Γουελς, ο οποίος ήθελε ο ίδιος να το σκηνοθετήσει με πρωταγωνιστή τον Τσάπλιν. Ο μέγας Τσάρλι Τσάπλιν, όμως έλεγε, πως «δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα σκηνοθετήσει τον Τσάπλιν και ούτε πρόκειται ποτέ να βρεθεί».

Ο Γουέλς που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση εκείνη την εποχή πούλησε το σενάριο στον Τσάπλιν έναντι του ευτελούς ποσού των 5.000 δολαρίων και όταν το πήρε στα χέρια του αυτή η ιδιοφυία το άλλαξε εντελώς. Παραμέρισε τον αλητάκο, που το κοινό τον είχε συνηθίσει σε αυτό τον ρόλο και μεταμορφώθηκε εξαιρετικά σε έναν κυνικό, ψυχρό, αλλά συναισθηματικό, ευγενικό, αστείο πολλές φορές στυγερό δολοφόνο. Η παραγωγή, η σκηνοθεσία, η μουσική και ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκουν στον ίδιο τον Τσαρλς Τσάπλιν, που σε αυτή την ταινία αποκαλύπτεται το μεγαλείο του πολυτάλαντου και πολυμορφικού καλλιτέχνη.

Επτά χρόνια μετά τον καταιγιστικό «Δικτάτορα», που ξετινάζει τον σκοτεινό ναζισμό, στον «Κύριο Βερντού», ο Τσάπλιν αδιακρίτως σέρνει τα εξ΄ αμάξης στους πολεμοκάπηλους, που στήνουν παγκόσμιους πολέμους και αφανίζουν ανθρώπους για ίδιον όφελος. Η απολογία του στο δικαστήριο και στο κελί της φυλακής είναι μοναδική κινηματογραφική στιγμή.

Η ταινία που κυκλοφόρησε στην Αμερική ακριβώς μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου στις 11 Απριλίου 1947 (κατόπιν της απελευθέρωσης του πλανήτη από τους Γερμανούς, απελευθερώνεται και ο Τσάπλιν από τον απίθανο «αλητάκο» του) δεν πήγε καθόλου καλά εισπρακτικά, γιατί κυνηγήθηκε και προπηλακίστηκε από τις διάφορες στρατιωτικές οργανώσεις βετεράνων πολεμιστών. Στην Ευρώπη εκείνης της εποχής και ύστερα η ταινία έσκισε.  

Τούτο το κινηματογραφικό αριστούργημα (η ταινία προτάθηκε για το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου το 1947) δημιούργησε το γόνιμο έδαφος, πέντε χρόνια μετά, για να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει ο Τσάπλιν μαζί με την Κλερ Μπλουμ και τον Μπάστερ Κίτον στα άσβεστα της ψυχής μας «Φώτα της Ράμπας» (Limelight – 1952).

Εάν δεν έχετε δει τον «Κύριο Βερντού» μην χάσετε την ευκαιρία, καθώς είναι και σε θερινό σινεμά, οπότε η κινηματογραφική εμπειρία θα είναι αναντικατάστατη. Απολαύστε την!          

«Αnnabele Comes Home»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάρι Ντάουμπερμαν
  • Με τις φωνές των: Πάτρικ Γουίλσον, Βέρα Φαρμίγκα, ΜακΚένα Γκρέις, Μάντισον Άιζμαν, Κέιτι Σαρίφ
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Tanweer

Αποφασισμένοι να εμποδίσουν την Annabelle από το να προκαλέσει τον όλεθρο, οι δαιμονολόγοι Εντ (Πάτρικ Γουίλσον) και Λορέν Γουόρεν (Βέρα Φαρμίγκα) κλειδώνουν τη δαιμονική κούκλα στο δωμάτιο με τα καταραμένα αντικείμενα, την τοποθετούν με ασφάλεια σε μία προθήκη και ζητούν την ευλογία ενός ιερέα.

Μία δαιμονική νύχτα τρόμου παραμονεύει όταν η 10χρονη κόρη τους, Τζούντι, και οι φίλες της επισκέπτονται το δωμάτιο, ξυπνάνε την Annabelle και όλα τα κακά πνεύματα που κατοικούν εκεί.

Στη νέα ταινία, η περιβόητη κούκλα έχει πολλούς φίλους και οι δημιουργοί είχαν στη διάθεση τους καταπληκτικούς χαρακτήρες για να εμπνευστούν, λίγοι εκ των οποίων είναι άνθρωποι.

Ο Πάτρικ Γουίλσον, που επιστρέφει στον ρόλο του Εντ Γουόρεν, λέει ότι ο ίδιος και η συμπρωταγωνίστρια του Βέρα Φαρμίγκα «αγαπάμε αυτούς τους ρόλους γιατί ξέρουμε ότι θα έχουμε δράμα με πολύ τρόμο, πολύ σκοτάδι, αλλά και στιγμές που δείχνουμε την άλλη πλευρά αυτού του ζευγαριού. Ειδικά σε αυτή την ταινία, ο ρόλος μας είναι κυρίως αυτός των τρυφερών γονιών της Τζούντι».

Δίπλα στον Γουίλσον, η Φαρμίγκα που υποδύεται τη Λορέν Γουόρεν για τέταρτη φορά προσθέτει ότι αυτό που της αρέσει σε αυτές τις ιστορίες «είναι η αγνότητα της αγάπης τους και πόσο συνδεδεμένοι είναι , πώς ισορροπούν μεταξύ τους. Αυτό και η ιδέα ότι η πίστη τους τούς δίνει δύναμη, σε αντίθεση με το σκοτάδι που αντιμετωπίζουν».

Ο σκηνοθέτης Γκάρι Ντάουμπερμαν απόλαυσε τη συνεργασία με τη Φαρμίγκα και τον Γουίλσον: «Η ευκαιρία να τους σκηνοθετήσω ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ξέρουν αυτούς τους χαρακτήρες πολύ καλά και έχουν φοβερές ιδέες  για το πώς να δουλέψουν πάνω σε μία σκηνή. Ήταν πολύ υποστηρικτικοί. Δεδομένου ότι αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία, ήταν υπομονετικοί και συνεργάσιμοι και ήταν ωραίο που τους είχα κοντά μου».

«Οι Αόρατες»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Les Invisibles)   

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λουί-Ζουλιέν Πετί
  • Με τους: Οντρέ Λαμί, Κορίν Μασιέρο, Νοεμί Λόβσκι, Ντέμπορα Λουκουμόεβα, Σάρα Σούκο, Πάμπλο Πόλι
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Weird Wave

Με απόφαση του Δήμου, το κέντρο υποδοχής άστεγων γυναικών Envol πρόκειται να κλείσει.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν μόνο τρεις μήνες στη διάθεσή τους για να επανεντάξουν στην κοινωνία, με κάθε τρόπο, τις γυναίκες που έχουν στη μέριμνά τους. Πλαστογραφούν, καταφεύγουν στο ψέμα και προσπαθούν να βρουν οποιοδήποτε «μέσο» για να ανασταλεί η απόφαση. Για αυτό το διάστημα, τα πάντα επιτρέπονται, αρκεί οι γυναίκες να «σωθούν».

Οι γυναίκες αποτελούν το 40% του άστεγου πληθυσμού της Γαλλίας. Δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει καθώς οι περισσότερες κρύβονται για να γλιτώσουν τη βία των δρόμων. Γι’ αυτό και γίνονται «αόρατες».

«Τον Αύγουστο του 2014 η Κλερ Λαζενί, που σκηνοθέτησε ένα ντοκιμαντέρ για τις άστεγες γυναίκες («Αόρατες γυναίκες, ζώντας στους δρόμους») μου έδωσε το βιβλίο που είχε γράψει προκειμένου να ολοκληρώσει το ντοκιμαντέρ της. Εκεί καταγράφονται οι συναντήσεις της Κλερ με κοινωνικές λειτουργούς και άστεγες γυναίκες, οι έρευνές της, οι εκπλήξεις που βίωσε κατά τη διάρκεια των ερευνών όπως και η γνωριμία και η σχέση της με τις γυναίκες αυτές.

Το βιβλίο με εξέπληξε ευχάριστα. Δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματολογικό, κοινωνιολογικό και βαρύ τόνο που περίμενα πως θα έχει, λόγω του θέματος. Αντιθέτως, με συνεπήρε η πολύ ανθρώπινη ιστορία που έχει μέσα της όλα τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας.

Οι γυναίκες αυτού του βιβλίου ήταν εξαιρετικά πολυεπίπεδες, συγκινητικές και ενίοτε αστείες, παρά την τραγική τους πορεία. Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου μέσα σε δύο ώρες, νιώθοντας ταυτόχρονα τόσο προβληματισμένος όσο και χαρούμενος που, άμεσα, ζήτησα από την παραγωγό μου να μεριμνήσει τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου.

Ήμασταν πεπεισμένοι πως αυτές οι γυναίκες, οι τόσο εύθραυστες και αγωνιστικές συνάμα, θα αποτελούσαν το ιδανικό θέμα μιας ταινίας. Ανάμεσά τους βρίσκουμε γυναίκες όπως η Κατρίν, που έχει περάσει τα 50 και κοιμάται οπουδήποτε και η Ζουλί, που στα 25 της, αρνείται να αποδεχθεί την κατάστασή της», γράφει ο σκηνοθέτης Λουί-Ζουλιέν Πετί.

«Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Murder by Death)      

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, αστυνομικό
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία Η.Π.Α. (1976) – σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μουρ
  • Με τους: Αϊλίν Μπρέναν, Τρούμαν Καπότε, Τζέιμς Κόκκο, Πίτερ Φολκ, Αλεκ Γκίνες, Ντέιβιντ Νίβεν, Πίτερ Σέλερς
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: Seven Films

Οι πιο διάσημοι ντετέκτιβ του κόσμου προσκαλούνται σε μια μυστηριώδη, απομονωμένη έπαυλη για δείπνο, ένα επίσης μυστηριώδες βράδυ από έναν παράξενο, εκκεντρικό οικοδεσπότη.

Ο οικοδεσπότης ανακοινώνει στους προσκεκλημένους τους, ότι θα γίνει ένας φόνος μέσα στο σπίτι μέχρι τα μεσάνυχτα και εκείνοι καλούνται να λύσουν το μυστήριο. Η αμοιβή του νικητή είναι 1 εκατομμύριο δολάρια.

Την περιποίηση των καλεσμένων την αναλαμβάνει ο τυφλός μπάτλερ και η μουγκή μαγείρισσα.

Να ξεκινήσουμε, γράφοντας πως η «Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο» αποτελεί μια από τις σπάνιες κινηματογραφικές εμφανίσεις του διάσημου συγγραφέα Τρούμαν Καπότε («Εν Ψυχρώ», «Πρόγευμα στο Τίφανις»), ο οποίος Καπότε υποδύεται τον εμπνευστή αυτής της πρόσκλησης και του δείπνου μετά φόνου.

Οι χαρακτήρες που απαρτίζουν την ντεντεκτιβική κομπανία είναι βασισμένοι στους γνωστούς, μυθιστορηματικούς χαρακτήρες των αμερικανικών noir  αστυνομικών διηγημάτων και αυτών της Αγκάθα Κρίστι, αλλά δεν φέρουν τα ίδια ονόματα.

Η ταινία του Αμερικανού, τηλεοπτικού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μουρ, ο οποίος έφυγε από την ζωή σε ηλικία 56 χρόνων το 1896 είναι το ντεμπούτο του σε ταινία μεγάλου μήκους και μάλιστα το σενάριο το υπογράφει ο σπουδαίος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, τετράκις υποψήφιος για Όσκαρ, Νίλ Σάιμον.

Το ενδιαφέρον είναι, πως η ταινία είναι κωμωδία-παρωδία των αστυνομικών ταινιών του είδους με πλοκή εντελώς αστεία, αλλά η επιτυχία της κρύβεται στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Ο Νιλ Σάιμον, παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων στο πλατό, για να κάνει μικροαλλαγές στο σενάριο μη τυχόν δεν αρέσουν στον Άλεκ Γκίνες, ο οποίος υποδύεται εξαιρετικά τον τυφλό μπάτλερ. Θα περάσετε όμορφα.       

«Το Ένστικτο της Ζωής»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Animal)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – θρίλερ
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Μπο
  • Με τους: Γκιγιέρμο Φραντσέλα, Κάρλα Πίτερσον, Γκλόρια Καρά, Μαρτσέλο Σουμπιότο
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Αντόνιο (Γκιγιέρμο Φραντσέλα – καλός) είναι ευκατάστατος, συντηρητικός αστός που έχει την ζωή του άριστα ρυθμισμένη. Αγαπημένη, πενταμελής οικογένεια, καλή  δουλειά ως μάνατζερ παραγωγής στο εργοστάσιο παρασκευής κρέατος, όμορφο σπίτι, σύζυγο «αστέρι» δίπλα του, με την γιόγκα της και τις κοινωνικές δραστηριότητες και τέκνα μια χαρά και πάνω απ΄ όλα καλός άνθρωπος. Στο πρωινό τζόγκινγκ πέφτει ξαφνικά στον δρόμο ξερός και η ιατρική διάγνωση είναι νευρική ανεπάρκεια.

 Δυο χρόνια μετά ο Αντόνιο βρίσκεται στο ίδιο αστικό περιβάλλον με την οικογένεια δίπλα του υποστηρικτικά όσο εκείνος είναι αναγκασμένος να επισκέπτεται το νοσοκομείο και την μονάδα τεχνητού νεφρού μέχρι να βρεθεί συμβατός δότης για την απαιτούμενη μεταμόσχευση.

Η λίστα αναμονής μακριά, η γραφειοκρατία άκαμπτη και ο απελπισμένος νεφροπαθής, κατευθύνεται στην μαύρη αγορά, ανακαλύπτοντας μέσω Ίντερνετ ένα νεαρό, περιθωριακό ζευγάρι, που διατίθεται ο συμβατός, άνεργος Ελιάς να προσφέρει το νεφρό του στον πάσχοντα με αντάλλαγμα ένα σπίτι του γούστου της κοπέλας του, πλήρως επιπλωμένο. Ο Αντόνιο συμφωνεί.

Τα θέματα περιπλέκονται τόσο από την πλευρά του νεαρού δότη, όσο και από την οικογένεια του Αντόνιο, που για να σώσει την ζωή του είναι αναγκασμένος να ξοδέψει όλες τις οικονομίες του, εκπληρώνοντας την επιθυμία του Ελιά και της εγκύου Λούσι, παραλαμβάνοντας το πολυπόθητο νεφρό. Η φούσκα στην οποία ζούσε σκάει και ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ, Αργεντινός σεναριογράφος για το «Birdman», Αρμάντο Μπο (εγγονός του διάσημου ηθοποιού Αρμάντο Μπο και γιος του επίσης ηθοποιού Βίκτορ Μπο), στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του χειρίζεται για μια ακόμα φορά το ανθρώπινο δράμα πίσω από την κοινωνική δυναμική της ψευδαίσθησης με καύσιμο την ζωή και τον θάνατο.

Με συγκρατημένη κινητικότητα ο φακός του δημιουργεί ένα εργόχειρο καταστάσεων, κεντώντας παράλληλα και με τα νήματα του θρίλερ για να καταλήξει σε ένα φιλμικό αποτέλεσμα, που, βέβαια, το έχουμε δει αρκετές φορές.

Ο Γκιγιέρμο Φραντσέλα με τα περίεργα, σχεδόν γυάλινα μάτια, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Μπο και ως ο κυρίαρχος ήρωας της ιστορίας, που ανατρέπονται όλα τα δεδομένα της «τακτοποιημένης» ζωής του, νικάει το παρωχημένο και στέκεται αλώβητος έως το φινάλε της ταινίας. Με τον ελαφρύ, κοινωνικό διδακτισμό στο σενάριο, πως όλα δεν είναι χρήμα στη ζωή, αλλά και η πρόνοια πρέπει να είναι πιο ευαίσθητη σε τέτοιου είδους θέματα, οι υπερβάσεις στην πλοκή είναι σχεδόν αναμενόμενες.

Αυτό που ένας σεναριογράφος δεν προκύπτει και ευέλικτος σκηνοθέτης ή το αντίθετο, ο Μπο που κάνει την δουλειά των δυο εδώ, βλέπουμε την κυριαρχία της γραφής του, αλλά και την αδυναμία της προσαρμογής αυτής της δύναμης στην σκηνοθεσία. Λίγο το επιπόλαιο, λίγο το σάτρα πάτρα, το στήσιμο δεν ξεφεύγει από την τηλεοπτικά φιλοσοφία του «ψαγμένου» δράματος, παρότι τα πλάνα είναι κυρίως χολιγουτιανά, οι αδυναμίες είναι εμφανείς.

Ε, ο δικός μας Πάνος Κοκκινόπουλος δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τον Αργεντινό Αρμάντο Μπο, τουλάχιστον σκηνοθετικά. Σεναριακά το «Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά και ο μετασχηματισμός του ανθρώπου σε κτήνος, εν ονόματι της επιβίωσης, σαφώς, είναι καθοριστικό σημείο αναφοράς στο κινηματογραφικό είδος.         

«Yesterday»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί φαντασίας
  • Παραγωγή: Αγγλία(2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ
  • Με τους: Χιμές Πατέλ, Λίλι Τζέιμς, Εντ Σίραν, Κέιτ ΜακΚίνον
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο μαυριδερός Τζακ Μάλικ (Χιμές Πατέλ- καλός), είναι ένας τραγουδοποιός που δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει από τον σωρό και το όνειρό του να πετύχει στη μουσική βιομηχανία μοιάζει να απομακρύνεται συνεχώς. Ο άσημος τραγουδοποιός ζει σε μια μικρή Βρετανική πόλη και οι προσπάθειες του για να σταθεί στο κεφαλόσκαλο της επιτυχίας και της φήμης γρήγορα ξεθωριάζουν, παρά την αφοσίωση και την υποστήριξη της καλύτερης παιδικής του φίλης, Έλι (Λίλι Τζέιμς – καλή).

Μετά από ένα μυστηριώδες γενικό blackout, ο Τζακ πέφτει σε χωροχρονικό λούπινγκ και όταν συνέρχεται ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε έναν κόσμο, που οι Μπίτλς δεν υπήρξαν ποτέ στο διεθνές μουσικό προσκήνιο, ούτε καν στην ανθρώπινη συλλογική μνήμη. Τους γνωρίζει μόνο Τζακ. Έτσι, λοιπόν ο νεαρός τραγουδιστής αρχίζει να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγαλύτερου συγκροτήματος όλων των εποχών στο Ίντερνετ, σε κοινό που δεν τους έχει ακούσει ποτέ, ενώ μοιράζει δωρεάν ένα σιντάκι με τις επιτυχίες του συγκροτήματος τραγουδισμένες από τον ίδιο.

Τις «πρωτότυπες» και εμπνευσμένες συνθέσεις του, ακούει ο διάσημος τραγουδοποιός της Αγγλίας Έντ Σίραν (παίζει τον εαυτό του), ο οποίος προσκαλεί τον Τζακ να σαπορτάρει μια συναυλία του στην οποία το πρόσωπο της βραδιάς γίνεται ο Τζακ και όχι ο Εντ Σίραν.

Πέφτουν οι δισκογραφικές εταιρείες επάνω του και με την βοήθεια της μάνατζερ Ντέμπρα (Κέιτ ΜακΚίνον – πολύ καλή), αρχίζει η μεταμόρφωση του Τζακ, που η φήμη του εκτοξεύεται στα ουράνια και ο ήχος των Μπίτλς για μια φορά ακόμα ξεσηκώνει την νεολαία.

Όμως, όσο πιο διάσημος γίνεται, τόσο κινδυνεύει να χάσει την Έλι, το μόνο πρόσωπο που πραγματικά πίστεψε σε αυτόν, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ανακαλύψει, αφού δεν υπήρξαν ποτέ οι Μπίτλς, που στο καλό είναι τα μέλη του συγκροτήματος που στον κόμσο που βρίσκεται δεν έγιναν ποτέ διάσημοι.

Γοητευτική, γλυκιά, νοσταλγική η επιστροφή του Άγγλου σκηνοθέτη και παραγωγού Ντάνι Μπόιλ των επιτυχιών («Trainspotting 1 &2», «Η Παραλία», «127 Ώρες», «Slumdog Millionaire»).

Έπειτα από το χαμηλών προσδοκιών δεύτερο μέρος του «Τ2-Trainspotting» του 2017, προσγειώνεται ομαλά, χιουμοριστικά, και μελωδικά σε ένα εξυπνούλη σενάριο μουσικής και αγάπης από την καλή πένα του Ρίτσαρντ Κέρτις («Αγάπη Είναι», «Μπρίτζετ Τζόουνς», «Τέσσερεις Γάμοι και Μια Κηδεία», «Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ») απλά και μόνο ο Κέρτις και ο Μπόιλ να υπενθυμίσουν στους παλαιότερους και να ενημερώσουν τους νεότερους μουσικόφιλους, πως τα τραγούδια των Μπιτλς δεν γνωρίζουν εποχή, μήτε χρόνο, μήτε τόπο και είναι η επιτομή της ροκ, που μετασχημάτισε ριζικά τον χάρτη της σύγχρονης μουσικής.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα καταφέρνει καλά ο τηλεοπτικός, Αφρικανός, δεύτερης γενιάς Άγγλος ηθοποιός σαπουνόπερας  Χιμές Πατέλ, λαμβάνοντας το βάφτισμα του πυρός, ερμηνευτικά, σε μεγάλου μήκους ταινία και μάλιστα υπό της σκηνοθετικής μπαγκέτας του σπουδαίου Ντάνι Μπόιλ.

Το εφεύρημα του Άγγλου σκηνοθέτη είναι, ότι ο Πατέλ ως Τζακ δεν είναι το όμορφο μουτράκι που συνδυαστικά με τα υπέροχα τραγούδια των Μπιτλς θα λιποθυμήσει ο κόσμος και δη ο κοριτσόκοσμος –  εμφανισιακά είναι λίαν επιεικώς συμπαθής  – αλλά τον κυρίαρχο ρόλο της ταινίας τον κρατούν γερά οι διαχρονικές μελωδίες των «Σκαθαριών», που απ΄ όποιον κι αν είναι παιγμένες πάντα θα φυτεύονται βαθιά στο ανθρώπινο νοητικό και θα προκαλούν συγκίνηση, δέος, χαρά και φυσικά πανικό.

Επίσης υπάρχει και μια εμφάνιση έκπληξη του υπέροχου ηθοποιού Ρόμπερτ Κάρλαϊλ (του οποίου, by the way, το όνομα είναι ακαταχώρητο στα credits της ταινίας), που κυριολεκτικώς ζωντανεύει όλο το σενάριο και κερδίζει τις εντυπώσεις. Αν και γνωρίζω πως στις κριτικές που θα διαβάσετε όλοι θα σπεύσουν να προκάμουν (μην χάσουν!), προσωπικά θα το κρατήσω «τάφος» την έκπληξη, έτσι για να πάτε να δείτε την ταινία, εσείς οι φανατικοί Μπιτλόβιοι και να περάσετε όμορφα με τις μουσικές του Τζον, του Πολ, του Τζορτζ και του Ρίνγκο.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, πως ο μισός και πάνω οικονομικός προϋπολογισμός της παραγωγής ξοδεύτηκε στα πνευματικά δικαιώματα των γνωστών τραγουδιών των Μπιτλς που ακούγονται στην ταινία. Γουστόζικη και η αφίσα της ταινίας με τον Τζακ να διασχίζει την Abbey Road ολομόναχος με την κιθάρα κρεμασμένη στην πλάτη…Καλόόόόοό!!!    

«Toy Story 4»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Animation, περιπέτεια (και μεταγλωττισμένο και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζος Κούλεϊ
  • Με τις φωνές των: Τομ Χανκς, Τιμ ‘Αλεν, Ανι Ποτς, Τόνι Χέιλ, Τζόρνταν Πιλ, Κριστίνα Χέντρικς – και στην μεταγλώτισση: Άλκη Κούρκουλου, Γιώργου Λιάντου, Μαρίας Πλακίδη, Φοίβου Ριμένα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο Γούντι ήταν πάντα σίγουρος για τη θέση του στον κόσμο και προτεραιότητα του είναι η φροντίδα του παιδιού του, είτε είναι ο Άντι είτε η Μπόνι. Οπότε, όταν το καινούριο παιχνίδι της Μπόνι, που είναι καρπός χειροτεχνίας από αναλώσιμα υλικά και ακούει στο όνομα Φόρκι αυτοαποκαλείται «σκουπίδι», ο Γούντι αναλαμβάνει να του δείξει ότι πρέπει να αγκαλιάσει το γεγονός ότι είναι ένα παιχνίδι.

Όταν η Μπόνι παίρνει την παρέα σε οικογενειακή εκδρομή, ο Γούντι καταλήγει σε μία απρόσμενη παράκαμψη που του επιφυλάσσει μία συνάντηση με τη χαμένη του φίλη Λόλα.

Μετά από χρόνια μοναχικής περιπλάνησης, το περιπετειώδες πνεύμα της Λόλα και οι εμπειρίες της στον δρόμο έρχονται σε αντίθεση με την ντελικάτη, πορσελάνινη επίστρωση της. Πάνω που ο Γούντι και η Λόλα συνειδητοποιούν ότι οι δύο κόσμοι τους είναι μακριά σε ό,τι αφορά τη ζωή τους ως παιχνίδια, την ίδια στιγμή καταλαβαίνουν ότι αυτή είναι η πιο ασήμαντη έγνοια τους.

Το 1995, το «Toy Story» άλλαξε το κινούμενο σχέδιο με την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του. Τέσσερα χρόνια μετά, το «Toy Story 2»  συνέχισε αυτή την πορεία που ολοκληρώθηκε με το «Toy Story 3».

Τι ξεχωριστό είχαν αυτοί οι χαρακτήρες που άγγιξαν τόσο κόσμο; Σύμφωνα με τον Άντριου Στάντον, που έχει συνυπογράψει τα σενάρια της σειράς, έχει να κάνει με τη μαγεία τους. «Όλοι, είτε το ξέρουν είτε όχι, επιθυμούν τα παιχνίδια τους να ζωντανέψουν» λέει. «Ένας λόγος που άρεσαν αυτοί οι χαρακτήρες είναι γιατί έχουν κάτι το ενήλικο και όχι κάτι αφελές. Τους δώσαμε ένα πιο γονεϊκό ρόλο».

 «Οι χαρακτήρες της σειράς έχουν κερδίσει τις καρδιές μεγάλων και μικρών σε όλο τον κόσμο, όπως συμβαίνει με τις κλασικές ταινίες», σχολιάζει ο Tom Hanks που δίνει τη φωνή του στον Γούντι. «Είναι γεμάτες με αθώους χαρακτήρες που ζουν συνεχείς περιπέτειες. Τους ξέρουμε όλοι και αναρωτιόμαστε ποιοι θα ήμασταν αν ήμασταν παιχνίδια».