fbpx

«Οι Άθλιοι»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Les Miserables)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λατζ Λι
  • Με τους: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών – Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας»

Στη Μονφερμέιγ, στα προάστια του Παρισιού, εκεί που ο Βικτόρ Ουγκό έστησε το σκηνικό για τους «Άθλιους» και σήμερα είναι μουσουλμανικό γκέτο, δρα μια ομάδα της αστυνομίας κατά του εγκλήματος.

Σε μια κατά τ’ άλλα συνηθισμένη περίπολο, το drone ενός μαύρου πιστσιρικά καταγράφει ένα βίαιο σκηνικό ενός από τους τρεις αστυνομικούς, που θα μπορούσε να εκθέσει την ομάδα και τις μεθόδους τους. Η αστυνομική περίπολος μπαίνει σε έναν αγώνα δρόμου για να ανακτήσει το οπτικό υλικό και να το εξαφανίσει για να μην ενοχοποιηθούν.

Ταινία εμπνευσμένη από την εξέγερση στο Παρίσι το 2005, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του 40χρονου, μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Λατζ Λι με καταγωγή από το Μαλί, που γεννήθηκε και ζει στο Μονφερμέιγ και για μια πενταετία κινηματογραφούσε κάθε είδους γεγονότα, αλλά και την δράση των αστυνομικών στην νευραλγική περιοχή. Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η αγεφύρωτη σχέση του νόμου με τις 30 περίπου, διαφορετικές, μουσουλμανικές φυλές και σημείο έναρξης των ταραχών ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2008 στην περιοχή  Σεν Σεντ Ντενί του Μονφερμέιγ και αφορούσε την δολοφονία ενός έφηβου μουσουλμάνου από την αστυνομία. Το συμβάν όμως ο Λατζ Λι το διαμορφώνει ήπια, ως έναν απλό τραυματισμό, που επίσης γίνεται η αιτία ενός μικρού, αιματηρού πολέμου. Η συγκεκριμένη ταινία για να μην μπερδευτείτε,  δεν έχει καμία σχέση με τους «Άθλιους», του Βικτόρ Ουγκό, παρά μόνο η περιοχή, που στο μυθιστόρημα του εξαιρετικού ρομαντιστή συγγραφέα διαδραματίζεται μια από τις περιπέτειες του Γιάνι Αγιάνι. 

Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Κονγκολέζοι, Αλγερινοί, Μαλινέζοι, όταν «ανεξαρτητοποιήθηκαν» από τον γαλλικό ζυγό, όρμησαν στην Δύση, τι το καλύτερο για ταυτούς και δη εκεί που γνώριζαν την γλώσσα να μπορούν να επικοινωνούν και είχαν την δυνατότητα να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα. Οι αποικιοκράτες Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι ουδέποτε έτρεφαν συμπάθεια στους γηγενείς κατοίκους, σκλάβους των αποικιών τους, κάτι το οποίο διαιωνίζεται μέχρι σήμερα, ακόμα πιο έντονα, αφού τους έχουν και μέσα στα ποδάρια τους, μεγαλώνοντας η δεύτερη γενιά, όπως είναι και ο Γαλλό-Μαλινέζος σκηνοθέτης της ταινίας Λατζ Λι.

Το σενάριο, όπως διατυπώνει ο σκηνοθέτης, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρεμπιπτόντως τα έχουμε δει στην μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκατοντάδες φορές και από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Εδώ έχουμε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε εφαρμογή ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας. Κινούμενη κάμερα, άφθονη βία, γρήγοροι ρυθμοί, ποδοσφαιρικοί πανηγυρισμοί, καλοί και κακοί μουσουλμάνοι, καλοί και κακοί αστυνομικοί, τσαμπουκάδες, φτώχια, παραβατικότητα, συγκρούσεις με τον νόμο, νεύρα τεντωμένα, ένα λιοντάρι άσχετο που ξέφυγε ή κλάπηκε από ένα τσίρκο, μουσουλμανική μαφία, σοφοί και ειρηνικοί ιμάμηδες, νεολαία ετοιμοπόλεμη για να εκδικηθεί και τέλος η, out of the blue, ειδεχθής πράξη που θα ανάψει την θρυαλλίδα στο αλαλούμ της ταινίας.

Ο Λατζ Λι προσπαθεί να μοιράσει τις ευθύνες και να φέρει ως κύριο υπαίτιο το σύστημα αλλά η πρόταση του δεν πείθει και ο φακός του είναι αρκετά θολός ως προς την εστίαση και την καθαρότητα της καταγραφής. Οι φευγαλέες σεκάνς με τις οικογένειες και τις προσωπικές στιγμές των αστυνομικών είναι αστείες στην ταινία, αφού ο χρόνος που τους προσφέρει είναι κόκκος άμμου στην εξέλιξη της ιστορίας. Μοδάτη, καλλιτεχνική προσέγγιση θέματος με κατατρεγμένες, μουσουλμανικές μειονότητες, μετανάστες έχοντας ως φρούριο την αντικειμενικότητα στο όποιο σενάριο, που δεν υπάρχει σενάριο, ακόμα και στο φοβικά αποστασιοποιημένο φινάλε της, που είναι εντελώς στον αέρα. Αλλάχ ουάχμπαρ!

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Last Christmas»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Εμίλια Κλαρκ, Χένρι Γκόλντινγκ, Έμα Τόμπσον, Μισέλ Γέο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Κέιτ (Εμίλια Κλάρκ – πολύ καλή), κόρη της μετανάστριας Πέτρα (Έμα Τόμπσον – απίθανη και πάλι) και με προβλήματα υγείας, βρίσκεται στο Λονδίνο δυσαρεστημένη, παρέα με μια στοίβα κακών αποφάσεων που έχει πάρει στη ζωή της, ακούγοντας το χτύπημα των κουδουνιών στα παπούτσια της – μια άλλη ενοχλητική συνέπεια από τη δουλειά της ως «ξωτικό» σε ένα χριστουγεννιάτικο κατάστημα με ιδιοκτήτρια την Σάντα (Μισέλ Γέο – καλή). H Κέιτ έχει καλή φωνή. Τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι pop star, αλλά την έχει παραμελήσει. Ο Τομ (Χένρι Γκόλντινγκ – καλόυτσικος) φαίνεται πολύ καλός για να είναι αληθινός, όταν μπαίνει στη ζωή της και αρχίζει να βλέπει και να καταλαβαίνει πολλούς από τους εσωτερικούς της φραγμούς. Καθώς το Λονδίνο μεταμορφώνεται στην πιο υπέροχη εποχή του χρόνου, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί για τους δυο τους.

Η ιστορία της ταινίας, από την αρχή έως το τέλος της, κοσμείται μελωδικά με την δύναμη των τραγουδιών του αείμνηστου Τζορτζ Μάικλ, σαν να είναι ένα tribute στον καλλιτέχνη. Τα τραγούδια του, βέβαια αποτελούν έναν ακόμα στοιχείο στο σενάριο, λαδώνοντας τα γρανάζια της ρομαντικής περιπέτειας.

Μελοδραματική, ρομαντική ιστορία γραμμένη από την Έμα Τόμπσον και τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Γκρεγκ Γουάιζ, ενώ ως σενάριο για την μεγάλη οθόνη το ανέλαβε πάλι η Τόμπσον μαζί με την Μπραϊόνι Κίμινγκς. Το πνεύμα της ταινίας διαθέτει ως αιθέρια πνοή την χολιγουτιανή, κλασική, χριστουγεννιάτικη ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s a Wonderful Life – 1946) με τον Τζέιμς Στιούαρντ, οπότε δίχως να κάνουμε σπόιλερ καταλαβαίνετε, πάνω κάτω, τι συμβαίνει.

Η Εμίλια Κλαρκ το έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών και, αβλεπί, κρεμάει το φόρεμα της δρακομάνας Καλίσι από το «Game of Thrones», που της χάρισε την διεθνή αναγνώριση, στην ντουλάπα του γόνιμου, τηλεοπτικού παρελθόντος της. Διαθέτει πολύ καλή φωνή, η ερμηνευτική της πείθει και γράφει καλά στον φακό. Δίπλα της η οσκαροβραβευμένη και έμπειρη Έμα Τόμπσον (τα μέγιστα αγαπημένη ηθοποιός σε εμένα), να «γαζώνει» στον ρόλο της μητέρα της, που δεν κιοτεύει να θέσει ξανά τον εαυτό της στην ευτράπελη διάσταση μιας μετανάστριας από την Γιουγκοσλαβία, που τρέμει τους διωγμούς από τους φυλετιστές Άγγλους.

Ο δε συμπρωταγωνιστής της Εμίλια Κλαρκ, ο συμπαθής, Μαλαισιανός Χένρι Γκόλντινγκ, πρώην μοντέλο με την άψογη οξφορδιανή προφορά να ραγίζουν τα οστά του αλησμόνητου, σερ Λόρενς Ολίβιε, που τον είδαμε σε ταινία πάλι του Πολ Φέιγκ, «Μια Μικρή Χάρη» του 2018, ικανοποιητικά ανταποκρίνεται στον ρόλο του και, φυσικά, τον «τρέχουν» με χίλια στην κούρσα των νέων και πολλά υποσχόμενων ηθοποιών.    

Το πρόβλημα της ταινίας, που στερείται γεύσης, ως χριστουγεννιάτικο, ρομαντικό έδεσμα με δραματική γέμιση, αφορά αποκλειστικά την οπτική του σκηνοθέτη Πολ Φέιγκ. Ο Φέιγκ αποτυπώνει στο σκηνικό του την μαγευτική ατμόσφαιρα των γιορτών (στολίδια, φώτα, δένδρα), ακούγονται τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Τζόρτζ Μάικλ, που δένουν την πλοκή σαν οδηγοί ξενάγησης στο παραμύθι, δεν διαθέτει όμως τον ρυθμό και το απαιτούμενο νεύρο με αποτέλεσμα το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας να είναι ο «κράχτης» των προηγούμενων ενενήντα λεπτών. Δηλαδή μια μονοτονία και ξαφνικά όλη η ιστορία εκρήγνυται στο φινάλε, όπου ξυπνάς και βγάζεις χαρτομάντιλο για να σκουπίσεις πρώτα τα βρεγμένα χείλη και έπειτα τα δακρυσμένα μάτια.         

Ευχάριστη έκπληξη, όπου και αυτή στο τέλος σερβίρεται, είναι ότι εκτός των γνωστών τραγουδιών του Τζόρτζ Μάικλ και των «Wham», που ακούγονται καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, στο φινάλε και στους τίτλους απολαμβάνουμε το ακυκλοφόρητο τραγούδι «This Is How (We Want You to Get High)», τρία χρόνια μετά τον χαμό του θρυλικού τραγουδιστή.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ένας Καλός Ψεύτης»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Good Liar)

 

 

  • Είδος: Δραματικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Κόντον
  • Με τους: Έλεν Μίρεν, Ιαν Μακ Κέλεν, Ράσελ Τόβεϊ, Τζιμ Κάρτερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Ρόι Κόρτνεϊ (Ίαν ΜακΚέλεν- όπως πάντα υπέροχος), ένας επαγγελματίας απατεώνας, έχει βάλει στο μάτι τον επόμενο στόχο του: τη χήρα Μπέτι ΜακΛις (Έλεν Μίρεν – πάντα υπέροχη) με τεράστια περιουσία στη διάθεση της και ο Ρόι σκοπεύει να πάρει ό,τι της ανήκει. Από την πρώτη τους συνάντηση, ο Ρόι αρχίζει να βομβαρδίζει την Μπέτι με τα δοκιμασμένα κόλπα του και η Μπέτι, που μοιάζει γοητευμένη, παρασύρεται. Αλλά αυτή τη φορά, αυτό που ξεκίνησε σαν μια ακόμα κομπίνα κλιμακώνεται σε ένα κυνηγητό γάτας-ποντικιού όπου παίζονται όλα για όλα. Αποκαλύψεις ενός δόλου πιο σκοτεινού οδηγούν το ζευγάρι σε ένα ναρκοπέδιο κινδύνου, ίντριγκας και προδοσίας.

Είναι μια κινηματογραφική έκπληξη να βλέπεις δυο θρύλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα μάλα αγαπημένους στο κινηματογραφόφιλο κοινό, να παίζουν ό ένας πλάι στον άλλον. Η βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν «Η Βασίλισσα» και ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ίαν ΜακΚέλεν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και «Gods and Monsters», γεμίζουν το άσπρο πανί σε μια ταινία που την παρακολουθείς αέρα, ακόμα κι αν στο τελευταίο 15λέπτο τα θέματα ξεκαθαρίζουν.

Η ιστορία ξεκινάει ρομαντικά με την προσέγγιση και το φλερτ των δυο ηλικιωμένων, συνεχίζεται παιχνιδιάρικα με τις απίστευτες κομπίνες του απατεώνα Ρόι και εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς εμβόλιμα φυτεύεται και μια ιστορία του μακρινού παρελθόντος της Μπέτι, που αναζητά εξιλέωση. Όλη η υποκριτική διαχείριση των τριών επιπέδων της ταινίας διεκπεραιώνεται απίθανα από τις παρουσίες του υπέροχου και της υπέροχης ΜαΚέλεν και Μίρεν.

Ο Αμερικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον, βραβευμένος με το Όσκαρ Μεταφοράς Σεναρίου της ταινίας «Gods and Monsters», πάλι με τον Ιάν ΜαΚέλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και σκηνοθέτης των δυο πρώτων κεφαλαίων της saga του βαμπιρικού «Twilight» και του «Κυρίου Χολμς», γνωρίζει τα τερτίπια του ΜαΚέλεν και απλά υποδέχεται στο φακό του την «καταιγίδα» που ονομάζεται Έλεν Μίρεν. Αμερικάνικη παραγωγή, καλή σκηνοθεσία με πρωταγωνιστές δυο βεριτάμπλ Άγγλους ηθοποιούς και θριλερικό στήσιμο σε φόρμα «Ποντικοπαγίδας».

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον Τζέφρι Χάτσερ (Mr. Holmes) και βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Νίκολας Σερλ. Καλό σινεμά για να περάσεις ευχάριστα ένα δίωρο, θαυμάζοντας δυο ηθοποιάρες, που για πρώτη φορά παίζουν μαζί.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Χωρίς Οικογένεια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Remi Sans Famille)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου για όλη την οικογένεια (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Μπλοσιέ
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Μαλόμ Πακίν, Βιρζινί Λεντουαγιέν, Ζακ Περέν, Λουντιβίν Σανιέ
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Ρεμί (Μαλόμ Πακίν – πολύ καλός ο πιτσιρικάς), ένα ορφανό αγόρι, μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, την ευγενική Κυρία Μπαρπεράν, μέχρι που ο θετός πατέρα του επιστρέφει σακάτης και τον πουλάει σε έναν μυστηριώδη, περιπλανώμενο θιασάρχη, τον  Βιταλίς (Ντανιέλ Οτέιγ – εξαιρετικός). Κοντά του, ο Ρεμί σκληραγωγείται στη δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου θιάσου, όπου τραγουδάει για να κερδίσει το ψωμί του. Με παρέα τον πιστό του σκύλο Καπί και τη μικρή μαϊμού Ζολί-Κερ, ο Ρεμί θα περιηγηθεί στη Γαλλία και μέσα από γνωριμίες, φιλίες, αλλά και μοναξιά, θα καταλήξει να μάθει το μυστικό της καταγωγής του.

Η ταινία κανονικά ήταν να βγει τα περσινά Χριστούγεννα, αλλά η ομπρέλα της Μέρι Πόπινς την κράτησε στο ράφι της αναμονής για ένα χρόνο. Βασισμένη στο ομώνυμο κλασικό, βραβευμένο, αριστούργημα του 1878 της γαλλικής λογοτεχνίας του Εκτόρ Μαλό, η δραματική ιστορία του μικρού Ρεμί έχει γυριστεί στο παρελθόν τέσσερις φορές για τον κινηματογράφο, αρχής γενομένης από την βωβή του Ζορζ Μονκά το 1913 και άλλες τόσες σε τηλεταινίες και μια κινουμένων σχεδίων. Προσωπικά δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κάποια από τις κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος του Μαλό, το οποίο διάβασα στην ηλικία των 11 ετών. Πρώτη φορά για μένα είναι αυτή η ταινία του Αντουάν Μπλοσιέ και ενθυμούμενος το βιβλίο, πραγματικά έμεινα ικανοποιημένος από την καλή δουλειά του στο πεδίο της παραγωγής, παρότι έχει παρέμβει σε κάποια σημεία διαφορετικά από το βιβλίο για την οικονομία χρόνου.

Ο Μπλοσιέ κρατάει την παραμυθένια διάσταση και ως νέος κινηματογραφιστής, είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, γεμίζει με σύγχρονες ανάσες την ιστορία, αποφεύγοντας την κλασικούρα, κινηματογραφώντας με μικρά δάνεια από επιβεβαιωμένους παραμυθάδες της 7ης Τέχνης, όπως ο Τιμ Μπάρτον επί παραδείγματι, αλλά αυτό δεν χαλάει καθόλου την γενική εικόνα. Με σταθερή την πορεία πάνω στο υπέροχο βιβλίο του Μαλό, ο Μπλοσιέ μεταφέρει ο ίδιος σεναριακά την πλοκή στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ελευθερία ως προς την ανάπτυξη της, βάζει και τις δικές του πινελιές, τόσο στην δραματουργία, όσο και στην περιπέτεια του πιτσιρικά, αλλά και την σχέση του με τον πλανόδιο μουσικό Βιταλίς.

Ο μικρός Μαλόμ Πακίν, εκτός από πανέμορφος παίζει μια χαρά και η παρουσία του έμπειρου Ντανιέλ Οτέιγ στον ρόλο του Βιταλί ποτίζει αισθαντικά και αγαπησιάρικα το μεγαλείο της οδύσσειας ως προς την ενηλικίωση του Ρεμί. Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν θα απογοητευτούν και όσοι δεν το γνωρίζουν είναι μια καλή κινηματογραφική πρόταση για να συστηθούν μαζί του.

Γονείς, απολαύστε την ταινία μαζί με τα τέκνα σας ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένη, καθώς η ιστορία του μικρού Ρεμί είναι για ηλικίες άνω των 9 ετών, που μπορούν κάλλιστα να διαβάσουν τους υπότιτλους. Είναι μια ευάερη όαση στην συνεχόμενη animation μπαλαφάρα του σινεμά για μικρούς αλλά και για μεγάλους κινηματογραφόφιλους.       

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Κόντρα σε Όλα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Le Mans ’66)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μάνγκολντ
  • Με τους: Ματ Ντέιμον, Κρίστιαν Μπέιλ, Καϊτρόνια Μπάλφ, Τρέισι Λετς, Τζος Λούκας, Ρέμο Τζινόρε, Ρέι ΜακΚίννον
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Odeon

H πραγματική ιστορία του οραματιστή Αμερικανού πρωταθλητή του Λεμάν και μετέπειτα σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον – πολύ καλός) και του ατρόμητου Άγγλου μηχανικού και επαγγελματία οδηγού Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ – επίσης καταπληκτικός), οι οποίοι έδωσαν μάχη ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, τους νόμους της φυσικής, στον χρόνο και με τους προσωπικούς τους δαίμονες για να κατασκευάσουν ένα επαναστατικό, αγωνιστικό αυτοκίνητο για την Φορντ και να αναμετρηθούν με τα αήττητα αγωνιστικά του Έντσο Φεράρι (Ρέμο Τζινόρε – καλός) στον περίφημο αγώνα αντοχής των 24 ωρών του Λε Μαν στη Γαλλία το 1966.

Άριστη παραγωγή, υπέροχα στημένο το βιογραφικό των δυο ιστορικών φυσιογνωμιών από τον χώρο του αυτοκινήτου, του Σέλμπι και του Μάιλς, ζωντανές, καθηλωτικές οι ερμηνείες των Ντέιμον και Μπέιλ, ενώ η ατμόσφαιρα των σίξτις είναι μοναδικά δοσμένη σε διάκοσμο, ρούχα, αυτοκίνητα και νοοτροπία. Εν ολίγοις, η ταινία είναι ένα αξιοθαύμαστο, κινηματογραφικό θέαμα, που στα 152 λεπτά της προβολής της περνάς υπέροχα.

Η καταπληκτική μουσική της ταινίας, δια χειρός  των Μάρκο Μπελτράμι και Μπακ Σάντερς είναι ένα γόνιμο, νοσταλγικό ταξίδι στις κινηματογραφικές μουσικές συνθέσεις περασμένων δεκαετιών, που δένει αρμονικά και κερδοφόρα στο βλέμμα του θεατή με την καλλιτεχνική φωτογραφία του βραβευμένου, Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ («Walk the Line», «Nebraska»).

Από τα μεγάλα ατού του φιλμ είναι οι δυο πρωταγωνιστές της, που ο καθένας τους ξεχωριστά και με το δικό του στιλ, πραγματικά, δίνουν τα «γκάζια» τους. Ο χαρακτήρας του σκληρού, δίκαιου και εξαιρετικά συμπαθή Αμερικάνου Κάρολ Σέλμπι, βρίσκει την ευήλια νησίδα του στην ερμηνευτική του Ματ Ντέιμον και ο σκληροτράχηλος Άγγλος δίχως όρια, ο γεμάτος πάθος για καινοτομία και σταθερή αγάπη για το αυτοκίνητο και τους αγώνες, Κεν Μάιλς αποθεώνεται, κυριολεκτικώς από τον χειμαρώδη Κρίστιαν Μπέιλ. Και οι δυο ηθοποιοί βραβευμένοι με Όσκαρ, ο μεν Ματ Ντέιμον μαζί με τον Μπεν Άφλεκ για το σενάριο της ταινίας  του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» (1997) και ο δε Κρίστιαν Μπέιλ για τον Δεύτερο Ανδρικό Ρόλο στην ταινία «Fighter» (2010), και αμφότεροι με πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, παραδίδουν γενναιόδωρα στην υποκριτική τέχνη του σινεμά τον καλύτερο εαυτό τους. Χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων και οι δυο ηθοποιοί.

Ο 56χρονος Νεοϋορκέζος παραγωγός και σκηνοθέτης Τζέιμς Μάνγκολντ, τεσταρισμένος με τον βαθμό άριστα δέκα στην κινηματογραφική βιογραφία του τραγουδιστή της κάντρι Τζόνι Κας, «Walk the Line» με τον Χοακίν Φίνιξ, ρομαντικός και ευαίσθητος στο «Kate & Leopold» με την Μεγκ Ράιαν και τον Χιού Τζάκμαν, αξιόλογος στην δράση εντός του γουλβερινικού, κύκνειου άσματος «Λόγκαν», είναι ο κινηματογραφιστής που έδωσε ερμηνευτικό εκτόπισμα στον Σιλβέστερ Σταλόνε πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καιτέλ και τον Ρέι Λιότα με το αστυνομικό θρίλερ «Cop Land» του 1997.

Στην βιογραφική ταινία του «Κόντρα σε Όλα», ο Μάνγκολντ πετυχαίνει το ζητούμενο, που είναι, πρωτίστως το καλό θέαμα στην άψογη και ακριβή παραγωγή με πλούσιο κάστ και πλάνα που κόβουν την ανάσα από τους αγώνες αυτοκινήτων (νευρικό και συγχρόνως ευρύχωρο μοντάζ των Άντριου Μπάκλαντ, Ντερκ Γουέστερβελντ και Μάικλ ΜακΚάσκερ), αλλά και την δυνατότητα να ενταχθεί ο θεατής στην ψυχολογία και το σκεπτικό των δυο υπαρκτών προσώπων μέσα από τις ερμηνείες του Ντέιμον και του Μπείλ.

Ταινία πολλών οκτανίων όχι μόνο για άνδρες, αλλά και για γυναίκες, καθώς η σοφή ρήση: «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», επιβεβαιώνεται με τον ρόλο της πολύ καλής Ιρλανδής ηθοποιού Καϊτρόνια Μπάλφ, που υποδύεται την δυναμική Μόλι, την σύζυγο του Άγγλου Κεν Μάιλς. Την ταινία θα την δούμε στα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Μην την χάσετε!

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Δυστυχώς Απουσιάζατε»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Sorry We Missed You)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

O Ρίκι, η Άμπι και τα δύο τους παιδιά, ο Σεμπ και η Λίζα ζουν στο Νιούκαστλ. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ρικι αλλάζει συνεχώς δουλειές, ενώ η Άμπι που αγαπά τη δική της, είναι να φροντίζει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Άμπι πουλάει το αυτοκίνητο της και ο Ρίκι αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

Κατόπιν του βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στους κόλπους της αποδεκατισμένης, αγγλικής εργατικής κοινωνίας σε τοξικούς καιρούς όσο αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και το δικαίωμα μιας θέσης στο ήλιο. Ο Λόουτς στην σκηνοθεσία και ο στενός συνεργάτης του Πολ Λάβερτι στο σενάριο συνθέτουν ένα ακόμα κοινωνικό δράμα στην καρδιά των παραγωγικών τάξεων, ξανά στην καρδιά του πάλαι ποτέ ενεργού, βιομηχανικού Νιουκάστλ, που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και τον συνεχή, βασανιστικό αγώνα της επιβίωσης απλών ανθρώπων.

Αυτή την φορά ο 83χρονος, βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα ζευγάρια και την οικογένεια, καθώς οι ήρωες της ιστορίας είναι σαραντάρηδες γονείς μαζί με τα δυο τέκνα τους, που ακόμα κολυμπούν απεγνωσμένα στα άχρωμα, άγρια νερά της κοινωνικής αβεβαιότητας και της επαγγελματικής ανασφάλειας. Στο προσκήνιο του σεναρίου και η δύναμη της τεχνολογίας, που ως αδίστακτο εξουσιαστικό μέσο στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος-ρουφιάνος της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» μετασχηματίζει βάρβαρα τον καταναλωτή σε ένα αρνητικό, σκληρό και απαιτητικό ον, ενώ τον επαγγελματία μεροκαματιάρη σε δούλο υπερεργασίας άνευ ελπίδας, να λειτουργεί με το σκεπτικό ενός survivor: «ο θάνατος σου η ζωή μου».

Παρότι ο Λόουτς των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, έφτασε να διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, καλά να είναι ο άνθρωπος να σκηνοθετεί ταινίες, πάλι καταγράφει ρεαλιστικά και περίτεχνα τα μαύρα και άραχνα γεγονότα της ζοφερής καθημερινότητας μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται στα τελευταία στάδια της κατάρρευσης, καθ’ όλα γνώριμης σε εμάς. Το θέμα όμως παραμένει στην μεστή καταγραφή του και μάλιστα, ως αφήγηση φτάνει στο ύστατο πλατύσκαλο της δραματοποιημένης κλίμακας, ικανό να σου πλακώνει την ψυχή σαν βουνίσιος ογκόλιθος.

Όπως και στην ταινία «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο σκηνοθέτης βαλτώνει για μια φορά ακόμα στα θλιβερά κοινωνικά, πολιτισμικά γεγονότα αυτά καθεαυτά, φωνάζοντας με την γέρικη φωνή του: «Να κοίτα καλά, αυτή είναι η κατάντια!», δίχως να ανοίγει, ως «σοφός» γέρων, έστω μια περσίδα να περάσει το ελάχιστο του φωτός. Άφθονο και ανεξέλεγκτο κινηματογραφικό δράμα!

Πέντε σπίτια παρακάτω από το δικό μου, ο 37χρονος, πτυχιούχος τοπογράφος και οικογενειάρχης Αντώνης, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, με την σύζυγο του Ειρήνη να δουλεύει κυλιόμενο ωράριο στην γραμματεία μικροβιολογικού κέντρου, βιώνει ακριβώς το ίδιο θέμα με την ταινία. Μεταφορέας είναι, είλωτας, κούριερ αυτοαπασχολούμενος με σύμβαση σε εταιρεία και μπλοκάκι. Τις τελευταίες ημέρες που ανταμώνουμε είναι σαν ακούω τον Ρίκι. Να πάω να το δω και στο σινεμά;

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Richard Says Goodbye)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουέιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζόνι Ντεπ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ντάνι Χιούστο
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Ρίτσαρντ (Τζόνι Ντεπ – καλός),  διαγνώστηκε με μη αναστρέψιμο καρκίνο των πνευμόνων. Ο γιατρός τού δίνει ενάμιση χρόνο ζωής αν κάνει θεραπεία, όμως εκείνος αποφασίζει να μην κάνει, μειώνοντας τον χρόνο στους έξι μήνες. Μετά το σοκ εγκαταλείπει τα προσχήματα, τις κοινωνικές συμβάσεις για να ζήσει όσο του απομένει έντονα και ελεύθερα.

Πέφτει με τα μούτρα σε κάθε πιθανή «αμαρτία»: Πίνει, καπνίζει μαριχουάνα, κάνει σεξ με αγόρια και κορίτσια, ξεστομίζοντας αδιανόητες προσβολές, εισπράττοντας έτσι περισσότερη χαρά από ποτέ. Με τον νέο τρόπο ζωής και καθώς ο χρόνος του εξαντλείται, ο Ρίτσαρντ θα καταλάβει πολλά πράγματα για τη ζωή, ενώ θα έρθει κοντά με τους ανθρώπους που αγαπά, για ένα τελευταίο αντίο.

Η ρεαλιστική πληροφορία, η προερχόμενη από επίσημα ιατρικά χείλη, που κόβει τα ανθρώπινα ήπατα και έχει να κάνει με την ημερομηνία λήξης της βιολογικής μας ύπαρξης, πάντα θα είναι ένα περιζήτητο «γλύκισμα» για συγγραφείς και σκηνοθέτες. Ένα «γλύκισμα», βέβαια, καλυμμένο σε συνηθισμένο, απλό περιτύλιγμα, που το περιεχόμενο του, το «γλυκό» δηλαδή, διαφοροποιείται από τον τρόπο που θα το παρασκευάσει ο κάθε «patiser» για να προκύψει δελεαστικό.

Το μυστικό κρύβεται στην ουσία του εδέσματος και στα συστατικά που θα χρησιμοποιηθούν στην συνταγή, ώστε να αιχμαλωτίσουν αισθαντικά, γλυκά και με γνώση τον αναγνώστη ή τον θεατή στο νόημα του μεγαλείου της ανθρωπινής ζωής απέναντι στο επικείμενο τέλος και όχι στον ανθρωπάκο που όταν έλαβε την πληροφορία ότι θα εγκαταλείψει τα γήινα να επιδίδεται σε χοντράδες και βλακείες ως προς την στρεβλή έννοια της κοινωνικής απενοχοποίησης, επειδή τελειώνει η ζωή του. Αυτό ορίζει τον ημιμαθή και καταπιεσμένο άνθρωπο, που οδηγεί το στραπατσαρισμένο όχημα του θυμού, αντί του ανάλαφρου της ελευθερίας.

«Ελεύθερος» άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν πληροφορηθείς ότι, οσονούπω φτάνει το τέλος σου, αλλά είσαι ελεύθερος και απολαμβάνεις με γνώση και φρόνηση τον ερχομό τού τέλους σου. Ο μοναδικός σκηνοθέτης που διαχειρίστηκε σωστά τούτο το δύσκολο και πολύπλοκο κινηματογραφικό «γλύκισμα», από διαφορετική γωνία θέασης είναι ο Πίτερ Γουίαρ στην ταινία «Σχέση Ζωής» (Fearless – 1993) με τον Τζεφ Μπρίτζες, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου, Ραφαέλ Ιγκλέσιας. Στην τρίτη ηλικία, που προκύπτει ξανά ο μετασχηματισμός της ανθρωπινής συμπεριφοράς στην πληροφορία του θανάτου, η ταινία του Ρομπ Ράινερ «Επιθυμίες… στο Παρά Πέντε!» (The Bucket List – 2007) με τον Τζακ Νίκολσον και τον Μόργκαν Φρίμαν, η ιστορία θα κινηθεί γλυκερά, χιουμοριστικά ανθρώπινα και ώριμα στην σφαίρα των ανθρώπινων επιθυμιών που δεν εκπληρώθηκαν.

Η ταινία του Γουέιν Ρόμπερτς «Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά» είναι μια ανοησία για καταπιεσμένους, ανελεύθερους, ενήλικες μεσοαστούς που μαθαίνουν το νέο τού τέλους τους και αποφασίσουν να βγάλουν χολή και να δοκιμάσουν ανούσιες γεύσεις ζωής. Το δυσάρεστο είναι, ότι ο Τζόνι Ντεπ, βγάζει τον ρόλο καλά, υποδυόμενος τον καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, που, διάολε, το διάβασμα, τουλάχιστον, ανοίγει ορίζοντες. Αντιθέτως, μεταμορφώνεται σε έναν ξινό, σημαιοφόρο της απάθειας και της βλακείας, ένα κακέκτυπο του μηδενιστή ήρωα Μερσό από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί.  Ρηχοί και  ανούσιοι προβληματισμοί σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γουέιν Ρόμπερτς στην δεύτερη ταινία του, για το πασάλειμμα του άκρως σημαντικού θέματος, αυτού της αναγγελίας του πρόωρου θανάτου που φέρνει τα επάνω κάτω, προσθέτει, εκτός των άλλων, ως βέρος θιασώτης της αμερικανιάς, άφθονη, παχυντική σαντιγί, οικογενειακών, συναισθηματικών εκκρεμοτήτων, ένεκα πατρικής και συζυγικής παρελθούσης αδιαφορίας, που πρέπει να κλείσουν άμεσα προ της αναχώρησης του ήρωα. Παχυντικό, κινηματογραφικό έδεσμα άπειρων θερμίδων, που δεν μεταβολίζεται με τίποτα.        

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Η Δύναμη της Αλήθειας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Donbass)

 

  • Είδος: Δράμα, πολιτικο-κοινωνική σάτιρα
  • Παραγωγή: Γερμανία, Ουκρανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Πολωνία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λοζνίτσα
  • Με τους: Ταμάρα Γιατσένκο, Λουντμίλα Σμοροντίνα, Μπόρις Καμόρζιν
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Κανών 2018
  • Προβολή της ταινίας: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Το Ντόνμπας (Donbass) είναι η περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας, που οι άνθρωποι του ζουν στις δυο πλευρές του χάσματος ενός εμφύλιου πολέμου.

Ο τακτικός στρατός της Ουκρανίας και οι εθελοντές μάχονται τις αυτονομιστικές ομάδες, υποστηριζόμενες από τη Ρωσία του Πούτιν. Η διαφθορά, η εγκληματικότητα όλων των ειδών, ο τρόμος και η προπαγάνδα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της σύρραξης. Η δε ταπείνωση είναι συνηθισμένη.

Το παλμαρέ του Λευκορώσου σκηνοθέτη  Σεργκέι Λοζνίτσα είναι στα ντοκιμαντέρ και μόνο τρεις ταινίες μεγάλου μήκους προηγούνται του «Donbass». Μέσα σε αυτές εντάσσεται και το βραβευμένο στις Κάνες από την Fripesci «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» του 2012, που απόλαυσαν και οι Έλληνες κινηματογραφόφιλοι. Η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του μυθοπλασίας είναι «Η Δύναμη της Αλήθειας», όπου η ρεαλιστική γραφή του Λοζνίτσα καταπιάνεται με τα δραματικά και συνάμα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην συγκεκριμένη περιοχή της Ουκρανίας στο χρονικό διάστημα του 2014 κατά την εμφύλια σύρραξη ανάμεσα στον τακτικό στρατό της χώρας με την υποστήριξη της Δύσης και τους αντικυβερνητικούς φιλορώσους που απαιτούσαν την αυτονομία τους.

Η αλήθεια είναι, πως ένας πόλεμος και δη ένας εμφύλιος δύσκολα καταγράφεται αντικειμενικά, εφόσον είναι ένα ιστορικό γεγονός, που κόστισε σε νεκρούς και εδάφη, χωρίζοντας σε δυο αντίθετα μέρη τον λαό. Αν και οι δεκατρείς ιστορίες που πλαισιώνουν την ταινία βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, πάλι, το όποιο μάτι πίσω από τον φακό μπορεί εύκολα να πολιορκηθεί από το συναίσθημα και την προσωπική άποψη του δημιουργού.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και διακρίνεις έντονα την μεγαλύτερη εικόνα που θέλει να εδραιώσει ως βασικό ρυθμό της ταινίας, μετασχηματίζοντας κάποιες στιγμές το τραγικό σε κωμικό, στην χρωματική της μαύρης κωμωδίας, αλλά και το δραματικό σε σάτιρα. Πραγματική σχοινοβασία το εγχείρημα, καθώς υπάρχουν ιστορίες που πραγματικά σου κόβεται η αναπνοή. Τελικά το αποτέλεσμα κυβοποιείται αίσια και βγαίνει στον βαθμό του ρεαλισμού, ικανό να σε προβληματίσει, αφού πόλεμος και κοινωνία συνυπάρχουν στην βίαιη αντιπαράθεση τους.

Η ντοκιμαντερίστικη εμπειρία του Λοζνίτσα ταξινομεί ξεκάθαρα τα όρια και τις θέσεις ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την μυθοπλασία. Η πολιτική διαφθορά, το χρήμα, οι ολιγάρχες, ο στρατός, οι αντάρτες, η προπαγάνδα και οι απλοί πολίτες στην μέση όλων των συμφερόντων Ανατολής και Δύσης είναι το τέλειο σκηνικό και συνάμα η μαγιά για τα καλοστημένα «σκετσάκια» τούτου του γλυκόπικρου και κωμικοτραγικού φιλμ με την καλή αφήγηση, που είτε αποτυπώνονται από την κινούμενη κάμερα, είτε με τα σταθερά πλάνα είναι μια ωμότατη καταγγελία στα αίσχη που διαπράχθηκαν και, πραγματικά, αξίζει να παρακολουθήσετε με ενδιαφέρον.

Ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά σίγουρα προσφέρει γεωγραφικά το ήθος και τις συνήθειες εθνών στον κατάλληλο χρόνο με όχημα ένα πραγματικό γεγονός ή μια ιστορία. Η χειμωνιάτικη απεικόνιση του Ντόνμπας στην ταινία του Σεργκέι Λοζνίτσα είναι ακριβώς όπως και οι καρδιές των ανθρώπων του: λασπωμένο, ερημωμένο, άλλοτε σκληρό και χυδαίο, άλλοτε πένθιμο και άλλοτε χαρούμενο όπως η διάθεση στην τελετή ενός γάμου.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Zombieland: Διπλή Βολή»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Zombieland: Double Tap)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλάισερ
  • Με τους: Γούντι Χάρελσον, Τζέσι Άιζενμπεργκ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Έμα Στόουν, Λουκ Γουίλσον, Ροζάριο Ντόουσον, Ζόι Ντόιτς
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Χάος και τρελές καταστάσεις, που εκτυλίσσονται από τον Λευκό Οίκο μέχρι την ενδοχώρα, φέρνουν αντιμέτωπους: τον Ταλαχάσι (Γουντι Χάρλεσον – δεν έχασε διόλου το κέφι του), τον Κολόμπους (Τζέσι Άιζενμπεργκ – σαν να μην πέρασε μέρα από πάνω του), την Γουίτσιτα (Έμα Στόουν – απαραίτητη η παρουσία της) και την Λίτλ Ροκ (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν – ενηλικιώθηκε), με τα νέα είδη ζόμπι, τα οποία έχουν εξελιχθεί εντός της δεκαετίας που πέρασε.

Καινούριοι επιζήσαντες του σπάνιου πια ανθρώπινου είδους ανακαλύπτονται και νέα καταφύγια έρχονται στο προσκήνιο της περιπέτειας των τεσσάρων φίλων. Πάνω απ’ όλα, όμως, το παρεάκι πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της δικής του αυτοσχέδιας οικογένειας, καθώς τα χρόνια πέρασαν και εκείνοι μεγάλωσαν.

Ο κινηματογραφικός θρίαμβος του cult «Zombieland» εν έτει 2009, προφανώς απαιτούσε μια συνέχεια. Συνήθως, όταν μια μεγάλη επιτυχία, ως προϊόν που αναπάντεχα έκοψε άφθονη μονέδα και έπειτα από μια δεκαετία ρίχνεται στο χυτήριο για να κραματοποιηθεί σε μορφή sequel, τότε είσαι προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσεις την ενδεχόμενη τραγωδία. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, ότι η υπέροχη, πρωτογενής ιδέα θα σαλατοποιηθεί ξανά στον βωμό του χρήματος. Κι όμως, το sequel «Zombieland: Double Tap» κρατάει σταθερά το ύψος και την διάθεση του, δίχως, βέβαια, να ανεβάζει κλίμακες στα πεδία της υπέρβασης, αλλά είναι το ίδιο σαρκαστικό, το ίδιο ξεκαρδιστικό και το ίδιο περιπετειώδες.  

Στο σκηνοθετικό τιμόνι παραμένει ο ίδιος καπετάνιος, αφού ο Αμερικανός Ρούμπεν Φλάισερ γνωρίζει τον σφυγμό και την ρότα του plot σαν την τσέπη του. Με τηλεοπτική θητεία σε διάφορες σειρές και με το «Venon» πίσω του, ο Φλάισερ χαράζει ξανά την σκηνοθετική διαδρομή ενός σεναρίου που τελικά έχει πλάκα και γελάς αβίαστα, από το πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της έναρξης, κανιβαλίζοντας ακόμα και το screen logo της Columbia Pictures, έως το φινάλε έκπληξη, που προσφέρει αβίαστα μια φρεσκάδα στο φιλμ.

Το δεύτερο μέρος της κωμικής περιπέτειας τρόμου με ζόμπι, που έδωσε τον κινηματογραφικό νεολογισμό στο είδος ως «zomedy», κυλάει νερό, ενώ παράλληλα η γνωστή τετράδα διανθίζεται με έξτρα συμμετοχές-παρουσίες, αρχής γενομένης από τον Λουκ Γουίλσον, έως την Ζόι Ντόισον και την υπέροχη Ροζαριο Ντόουσον.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Δόκτωρ Ύπνος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Doctor Sleep)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικ Φλάναγκαν
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Κάιλεχ Κάραν, Κλιφ Κέρτις Νατάλια Ρέγιες
  • Διάρκεια: 153’
  • Διανομή: Tanweer

Με αρκετά ψυχολογικά τραύματα από την εξωφρενική, παιδική εμπειρία του στο ξενοδοχείο «Overlook», ο Ντάνι Τόρανς (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ – καλός) προσπαθεί να βρει την εσωτερική του ηρεμία. Αλκοολικός και κοινωνικά χαμένος, σε μια αναπάντεχη, μεταφυσική συνάντηση με την μικρή και θαρραλέα Άμπρα (Κάιλεχ Κάραν – καλή), θα αλλάξει η ζωή του.

Η Άμπρα διαθέτει τις ίδιες ακριβώς πνευματικές ιδιότητες με τον Ντάνι, την γνωστή ως «λάμψη» και οι δυο τους θα επιστρατεύσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την δαιμονική Rose the Hat (Ρεμπέκα Φέργκιουσον – καλή), την αρχηγό μιας συμμορίας μεταφυσικών δολοφόνων, με την ονομασία «The True Knot» (ο Δεσμός), που αναζητούν προικισμένους ανθρώπους με υπερφυσικές δυνάμεις, απλά για να «ρουφήξουν» την αύρα τους και να γίνουν αθάνατοι.

Να θεωρήσουμε, πως αυτή η ταινία – βασιζόμενο το σενάριο στο ομότιτλο βίβλο (ημερομηνία έκδοσης 2013) -, είναι ο απόλυτος «εξορκισμός» του Στίβεν Κινγκ στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Οι λάτρεις της «Λάμψης» του 1980, γνωρίζουν, πάραυτα, την επί δεκαετιών διαμάχη ως προς την αντιπάθεια που τρέφει ο Κινγκ στον Κιούμπρικ, λόγω της «άστοχης» σεναριακής, διαχείρισης των χαρακτήρων του βιβλίου από τον αξέχαστο σκηνοθέτη, κάτι που ο συγγραφέας δεν «χώνεψε» ποτέ και, μάλιστα, ποτέ δεν το συγχώρεσε στον Στάνλεϊ, καθώς το μυθιστόρημα εμπεριέχει πλείστα βιογραφικά στοιχεία του Κινγκ, όπως ο αλκοολισμός του, τα οποία ο σκηνοθέτης, αυτοκρατορικά, τα μετέθεσε στον κάλαθο των αχρήστων. Η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πάντως είναι το φιλμ ορόσημο στο κινηματογραφικό είδος του μεταφυσικού τρόμου, παρότι ο Κίνγκ γεννά φλύκταινες στο άκουσμα της.    

Να, λοιπόν και η συνέχεια της, που οι φανατικοί του συγγραφέα περιμένουν να απολαύσουν. Άλλο στόρι και άλλο ύφος. Αναλογιστείτε μόνο το δυσβάσταχτο βάρος και την πίεση μεγατόνων που ένοιωσε ο Αμερικανός Μάικ Φλάναγκαν όταν σκηνοθετούσε το sequel ενός θέματος, που ο κατά τα άλλα ο προσηνής και συνεργάσιμος Στίβεν Κινγκ, προφανώς θα φιλούσε καραούλι μην και συμβούν στον «Doctor Sleep» τα ίδια παρατράγουδα με αυτά της «Λάμψης». Η συγγραφή του βιβλίου, ως συνέχεια, είναι εμφανώς μια εσωτερική εντολή του Κινγκ, ένας φόρος τιμής για να δικαιώσει το αγαπημένο του πρώτο μέρος, που «κακόπεσε» κινηματογραφικά στα χέρια του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.   

Ο Φλάναγκαν με αυτή την ταινία δεν αγγίζει παρθενικά τα «ιερά» γραπτά του μετρ του τρόμου. Σκηνοθέτησε ικανοποιητικά το νετφλιξιακό «Το Παιχνίδι του Τζέραλντ», ενώ οι περγαμηνές του πίσω από τον φακό μαρτυρούν κινηματογραφιστή που εργάζεται αποκλειστικά στο σινεμά του τρόμου: («Ouija: Η Πηγή του Κακού», «Somnia», «Hush», «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως»), συνοδεύοντας, μάλιστα, τις ταινίες του τόσο στη σεναριακή εκπόνηση, όσο και στην επίπονη δουλειά του μοντάζ. Έτσι και εδώ, στην μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο και στο μοντάζ ηγείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης και δεν τα πηγαίνει διόλου άσχημα, καθώς όλες οι ταινίες που αφορούν τον Κινγκ ως προς την παράδοξη και μεταφυσική τους γραφή, κινηματογραφικά είναι, άπασες, προβληματικές, έως αποτυχημένες.

Οι ερμηνείες είναι συμπαγείς, η φωτογραφία του Μάικλ Φιμογκνάρι άψογη και η σεκάνς του φινάλε στο γνωστό, ορεινό ξενοδοχείο «Overlook», για τους παλαιότερους, θα οργανώσει ένα νοσταλγικό ταξίδι ήχου και εικόνας στην, τότε, παράνοια του Τζακ Τόρενς. Το σίγουρο είναι, ότι δεν θα ενταχθείτε στην ψυχρή και ανατριχιαστική, κιουμπρικιανή ατμόσφαιρα της προ 39ετίας «Λάμψης», αλλά σε μια μοντέρνα, καλοστημένη ταινία τρόμου, που τα στοιχεία της πλοκής διαθέτουν την απαιτούμενη θριλερική αγωνία και η δράση της χαϊδεύει με άποψη και διακριτικά την διαλεκτική και το στιλ των «X-Men», αλλά και του υπέροχου, τηλεοπτικού «Sense 8».

Πάντως, αυτά που ο Κίνγκ θέλει να περάσει στο μεγάλο πανί, και αφορούν το κτίσιμο των χαρακτήρων, ο Φλάναγκαν τα υπηρετεί ευλαβικά και με ζήλο. Σε μια περίοδο που το κινηματογραφικό είδος του τρόμου βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση ο «Δόκτωρ Ύπνος» είναι μια καλή πρόταση, που δεν «κοιμάσαι».

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη