fbpx

«Μια καρδερίνα ταξιδεύει στο διάστημα με στολή, αλλά δίχως οξυγόνο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 4

Ο «κρισιανός» άνθρωπος είναι το ολοκαίνουργιο μοντέλο του εργοστασίου παραγωγής. Τα χαρακτηριστικά και τα κοινωνικά ιδιώματα του διαμορφώνονται ταχύτητα στην εποχή του ζόφου, ενώ αποκαλύπτεται άνευ δυσκολιών το βαθύ κράτος της εγωπαθούς μικροψυχίας, που μόνο την φιγούρα του εαυτού μας διακρίνουμε στο ευρύ πλάνο του μεγάλου Κόσμου. Το αστείο της υπόθεσης είναι, πως ένα σοβαρό, σε αριθμό, ποσοστό ανθρώπων γνωρίζει ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός αλλά εμείς στραβά αρμενίζουμε και η διαγωγή του πλοίου μας, λίαν επιεικώς, είναι άθλια, αλλά ουδείς πτοείται.

«Survivor»! Το νέο αλάνθαστο εργαλείο κοινωνικοποίησης σε πλήρη εξέλιξη, όπως άλλωστε καταδεικνύει, συνεχώς, σε ταχύρρυθμη εκπαίδευση ο γνωστός διαμορφωτής και έγκριτος, στρατάρχης συνειδήσεων, Τιβίς.

Αναζητάμε το δόλιο «μέσον», για να βολευτούμε όπως όπως. Ψάχνουμε εναγωνίως τον ανήλιαγο, ρυπαρό φωταγωγό της παμπάλαιας πολυκατοικίας για να κρυφτούμε, δήθεν, να εξαφανιστούμε από το πρόβλημα. Όσο εμείς την «κάνουμε» αθόρυβα, σαν λωποδύτες, από το πεδίο του συμβάντος, ένεκα φόβου, δειλίας ή απάθειας το πρόβλημα παραμένει στον τόπο του, παίζει μόνο του, γιγαντώνεται, δυναμώνει και με υπομονή περιμένει να επανακάμψουμε. Και κάποια στιγμή επιστρέφουμε, είτε εμείς οι ίδιοι, είτε οι απόγονοι μας. Πάντως επιστρέφουμε, αλλά και πάλι «Survivor».  

Κινηματογραφικό σκηνικό πρώτο, κρισιανής περιόδου πριν δυο ημέρες στο μετρό, απογευματινοβραδινή ώρα κατόπιν εξαντλητικής εργασίας. Δυο, περιποιημένες, ηλικιωμένες κυρίες στα ζευγαρωμένα καθίσματα απέναντι μου συζητούν για κάποια γνωστή τους, που κατάφερε να «χώσει» με τα πολλά τον ανεπρόκοπο γιό της σε μια υπηρεσία του Δημοσίου με την προηγούμενη κυβέρνηση. Το «παιδί», τώρα, παίρνει έναν μισθό όχι σπουδαίο, αλλά βρίσκεται ασφαλής κάτω από την προστατευτική, κρατική ομπρέλα και έχει, διάολε, μερικά γρόσια στην τσέπη του.

«Μπράβο στην Γιώτα!», αναφώνησε με χωλό θαυμασμό η μια εκ των δυο κυριών, κοιτώντας στιγμιαία την οροφή του βαγονιού, σκεφτόμενη πονηρά στο κρισιανό, «Survivor» μυαλό της: «γαμώτο τα κατάφερε η κοντή!» Μάλλον κοντή εικάζω πως θα είναι η κυρία Γιώτα. Οι βραχύσωμες γυναίκες, ιστορικά, καταφέρνουν τα μέγιστα.

Δεν έμεινε όμως εκεί και συνέχισε, ενώ άρχισε να αδειάζει απροκάλυπτα τα φαρμακερά φίλτρα της Μήδειας στην τοποθέτηση της: «Το ίδιο θα έκανα και ΄γω. Ποιος τα βγάζει πέρα σήμερα με μισή σύνταξη και ένα ενοίκιο από γκαρσονιέρα. Τα γράμματα δεν τα ‘παιρνε ο μπουνταλάς της. Το Δημόσιο είναι μια χαρά. Ξεμπέρδεψε η άμοιρη. Συνεχώς έδινε στον έναν, έδινε στην άλλη και τελειωμό δεν είχε. Και ο άντρας στο σπίτι άφαντος. Ηρωίδα η Γιώτα! Άφραγκος, άνεργος, σπιτωμένος με γκόμενα ο λεγάμενος την άφησε με δυο παιδιά να παλεύει με τα θηρία. Από τον έναν ησύχασε, τουλάχιστον. Η κόρη της, τι κάνει; Κι αυτή με τα γράμματα και τα σχολεία δεν είχε καλές σχέσεις, αλλά δεν την φοβάμαι. Είναι λεπτούλα με ωραίο σωματάκι, με ματάκια όμορφα, μυτούλα μια χαρά, σκέτη γαλλιδούλα είναι. Θα τα καταφέρει. Θα τον βρει τον δρόμο της».

Εσείς τι καταλάβατε από αυτή την απάντηση της εβδομήντα φεύγα κυρίας προς την ετέρα εβδομήντα φεύγα κυρία, εκτός του ό,τι πέρασε σαν οδοστρωτήρας πάνω από μια ολόκληρη οικογένεια; Η απλή και γραμμένη στο γόνυ εκτίμηση από την ελληνική, κρισιανή εποχή μαρτυράει, πως: Τέκνο αρσενικό που δεν παίρνει τα γράμματα και είναι ρέμπελος εκ πεποιθήσεως, διαιωνίζουμε το γνωστό σπορ των ασπασμών σε κατουρημένες ποδιές πολιτικών «μέσων», που τα ψηφίσαμε προφανώς, για να «παστώσουμε» τον οκνηρό μας σπόρο στο Δημόσιο και να πληρώνουμε τον μπουνταλά της μέχρι να αποθάνουμε. Παλαιόθεν καλή τακτική, επιτυχημένη συνήθως με εξασφαλισμένο το αποτέλεσμα, ανάλογα της καπατσοσύνης και της επιμονής του ψηφοφόρου. Εξ’ ου και η άνωθεν βεβαιότητα μου για το μέγεθος του γυναικείου δέματος της κυρίας Γιώτας.  

Τέκνο θηλυκό, χαριτόβρυτο, ευπαρουσίαστο, ευθυτενές με φράγκικα χαρακτηριστικά (από που και ως που οι Φράγκοι όμορφοι, μόνο η κυρία το γνωρίζει), αλλά σκράπας από μόρφωση δεν το «φοβόμαστε καθόλου», διότι και οι βίζιτες είναι μια εργασία μέχρι να βρεθεί ο, κάπως, εύρωστος μουστερής για να λιποθυμήσει με την γαλλική μύτη της νεαράς και να την κάνει δική του με όρκους αιώνιας αγάπης. Και αυτή παλαιά τακτική είναι, αλλά στο παρελθόν τέτοιου είδους «ευαίσθητα» θέματα οργανωνόντουσαν επιχειρησιακά με νου και γνώση από τις μανάδες των θυγατέρων εν κρυπτώ, στο αθέατο για μην γινόμασταν και ρεντίκολο στην γειτονιά, στην κοινωνία.

Σήμερα, πάνω στο κρισιανό ικρίωμα της καρατόμησης των αξιών, δεν φοβόμαστε, δεν ντρεπόμαστε διόλου ως άνθρωποι, δεν ερυθριούμε ως σύντροφοι συντρόφου στην ζωή, δεν μολύνεται η συνείδησή μας ως γονείς, καθότι η επιβίωση του κρισιανού ανθρώπου, με όποιον τρόπο, είναι μείζονος σημασίας και όλα βγαίνουν φόρα παρτίδα, ξεκάθαρα και άκριτα σε μια εγωπαθή εξουσία με σαφή αφετηρία και δίχως τέλος. Αντί να διορθώνουμε, επιδεινώνουμε την νοσηρότητα. Είπαμε: «Survivor»!

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ad Astra»

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Γκρέι
  • Με τους: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Odeon

Στο εγγύς μέλλον θανατηφόρα περιστατικά συμβαίνουν στη Γη, καθώς συχνότατα ξεσπούν πυρκαγιές και συντρίβονται αεροπλάνα εξαιτίας βραχυκυκλωμάτων στο δίκτυο, που με τη σειρά τους προκαλούνται από ραδιενεργά ρεύματα. Το επιστημονικό κονκλάβιο των Η.Π.Α., που είναι μια εταιρεία κολοσσός, πιστεύει πως οφείλονται σε κοσμικές ακτίνες, προκαλούμενες έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υπό την ονομασία «Σχέδιο Λίμα». Η εν λόγω αποστολή έλαβε χώρα κοντά στον Κρόνο πριν από αρκετά χρόνια και τα μέλη του πληρώματος χάθηκαν στο διάστημα.

 Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ – καλός), σχεδιαστής της μεγαλύτερης κεραίας του διαστήματος ως προς την αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής (παραλίγο να του κοστίσει την ζωή), τώρα, ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του (Τόμι Λι Τζόουνς – καλός στην ολιγόλεπτη συμμετοχή του), αλλά και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Το όνομα του Νεοϋρκέζου Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Νύχτα μάς Ανήκει») στο σκηνοθετικό πιλοτήριο του «Ad Astra», από μόνο του προσδίδει μια προβληματική, που, σαφέστατα, έχει να κάνει με το ταινιακό του παρελθόν. Ο Γκρέϊ, σκηνοθετικά «πειραματίζεται» από το 1994 με διάφορα είδη σινεμά και σε αυτά τα 25 χρόνια της θητείας του στην 7η Τέχνη, ακόμα συμπεριφέρεται σαν φοιτητής σε εξεταστική και όχι σαν πτυχιούχος με κατασταλαγμένη άποψη και ακλόνητη θέση.

Οι συνεργασίες του, πάντα είναι ευδόκιμες, με εύστοχες επιλογές σε συνεργάτες, τόσο στο ερμηνευτικό πεδίο, χρησιμοποιώντας ηθοποιούς με ιδιαίτερα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά (Τιμ Ροθ, Σαρλίζ Θερόν, Χοακίν Φίνιξ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζέρεμι Ρένερ, Τσάρλι Χάναμ), όσο και στο τεχνικό μέρος (μοντάζ, μουσική, φωτογραφία). Η κάθε του ταινία είναι αψεγάδιαστα δομημένη ως παραγωγή.

Οι προβληματικές αρχίζουν έντονα από το ειδικό βάρος και το εκτόπισμα που προσδίδει στα έργα του. Ενώ εξωτερικά είναι ένα άψογα αμπαλαρισμένο, εντυπωσιακό κουτί, το περιεχόμενο του μοιάζει σωστό αλλά είναι μια κινέζικη απομίμηση, που σε τρεις ημέρες θα σου μείνει στο χέρι. Κοινώς και απλοϊκά, ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει να με κρατά ανέπαφο με τα είδη του σινεμά που καταπιάνεται. Οι προβληματικές του δεν πείθουν και οι ιστορίες του δεν με «παραμυθιάζουν».

Ο Μπραντ Πιτ, ως πρώτης γραμμής επαγγελματίας διασώζει την κατάσταση στην ταινία με το συνεχές αφαιρετικό, στωικό, φιλοσοφικό ύφος σε ταξίδι αυτογνωσίας στο κενό του αχανούς διαστήματος. Ως μικρή επιβεβαίωση στην ταπεινή μου απορία, καταφθάνει τροχάδην η απάντηση, πως μόνο ένας Ντέιβιντ Φίντσερ και ένας Κουέντιν Ταραντίνο διθέτουν, τελικώς, την ικανότητα να διαχειριστούν και να βγάλουν μπροστά τον όποιο ερμηνευτικό χείμαρρο του καλού Μπραντ.

Εάν τοποθετήσουμε στην άκρη το τεχνικό σκέλος της ταινίας, που είναι επιμελημένο, μαζί με την καταπληκτική μουσική του 53χρονου, Γερμανού συνθέτη Μαξ Ρίχτερ («Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», «Επιστροφή στο Μοντόκ», «Miss Sloane», συνέθεσε και το υπέροχο: «On the Nature of Daylight» από την ταινία του Ντενί Βιλνέβ «Άφιξη»), το «Ad Astra», σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Ίθαν Γκρος, είναι ένα τρελό «σκονάκι» από την «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» (στο φουτουριστικό διάκοσμο της ταινίας), από το «Interstellar» (στο επιστημονικό-φιλοσοφικό υπέδαφος του σεναρίου) και από το «Gravity» (στα σημεία δράσης και περιπέτειας).

Η διαστημική πυξίδα του «Ad Astra» στον φανταστικό, τον επιστημονικό, αλλά και στον φιλοσοφικό ορίζοντα του θέματος είναι εντελώς απομαγνητισμένη. Η βελόνα της γυροφέρνει ζαλιστικά μέχρι το τέλος της ταινίας δίχως αποτέλεσμα και εμείς είμαστε χαμένοι στο διάστημα!      

   «Διαφυγή» 

(Crawl)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σερβία, Καναδάς, 2019
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Αζά
  • Με τους: Κάγια Σκοντελάριο, Μπάρι Πέπερ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Odeon

Σφοδρός τυφώνας χτυπά τη Φλόριντα και η Χέιλι (Κάγια Σκοντελάριο) αγνοεί τις εντολές εκκένωσης για να αναζητήσει τον αγνοούμενο πατέρα της (Μπάρι Πέπερ). Τελικά, τον εντοπίσει σοβαρά τραυματισμένο στο υπόγειο του πατρικού της και οι δυο τους θα παγιδευτούν από τα ορμητικά νερά που πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο το παραποτάμιο σπίτι.

Ο χρόνος που τους απομένει για να ξεφύγουν από την ισχυρή καταιγίδα εξαντλείται. Η Χέιλι και ο πατέρας της ανακαλύπτουν, ότι η ανερχόμενη στάθμη των υδάτων έφερε στην πόλη αλιγάτορες, που, αν μη τι άλλο, είναι απίστευτα πεινασμένοι.

Ο 41χρονος, Παριζιάνος Αλεξάντρ Αζά ήταν από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες, από τους πιονέρους, θα λέγαμε, του ακραίου, γαλλικού τρόμου, μιας νέας μορφολογίας στο σινεμά της φρίκης, που με την «Υπερένταση» του 2003 (Haute Tension) άνοιξε νέους ορίζοντες στο κινηματογραφικό είδος. Τράβηξε κατά Χόλιγουντ μεριά και το 2006 το γεμάτο ένταση και τρόμο  «Αίμα στους Λόφους» με τον Τεντ Λιβάιν και την Κάθλιν Κουίνλαν κατέδειξε, πως, πραγματικά, ο Αζά δεν ήταν ένα πυροτέχνημα γαμήλιας νύχτας. Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ελπιδοφόρα, για το κοινό του, κατασκευάζοντας, τελικά, μέτριες ταινίες τρόμου, χαμηλώνοντας κατά πολύ τον πήχη με την τριών διατάσεων εξωφρενικά «Πιράνχας» τού 2010.

Η διαφορετική αίσθηση του b-movie, που είχε δημιουργήσει με το γαλλικό αεράκι στην θεματολογία του μετασχηματίστηκε σε αποπνικτική ατμόσφαιρα επαναλαμβανόμενης ερημιάς δίχως έμπνευση. Εδώ, όμως, στην παραγωγή βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Ράιμι («Νεκρός την Αυγή», «Ένα Απλό Σχέδιο», «Darkman», «Ο Στρατός του Σκότους», «Γρήγορη και Θανάσιμη», αλλά και σκηνοθέτης των τριών πρώτων «Spiderman» με τον Τόμπι Μαγκουάιαρ), οπότε το θέμα αποκτά ενδιαφέρον.

Και έχει ενδιαφέρον η ταινία, για τους φανατικούς του είδους, που παρακολουθούν ταινίες με σαρκοφάγα θηλαστικά της γης να κατασπαράζουν ανθρώπους. Ο Αζά ναι μεν ακολουθεί το πατρόν ανάλογων ταινιών, αλλά είναι αρκετά πειθαρχημένος, πιο μυαλωμένος και η σκηνοθεσία του απελευθερώνεται αρκετά στο βιβλικό σκηνικό που έχει στήσει.

Η αγωνία παίζει στα σωστά επίπεδα, υπάρχει το απαραίτητο κλειστοφοβικό στοιχείο, το αίμα αναβλύζει άφθονο στα νερά της καταποντισμένης Φλόριντα, οι ψηφιακοί αλιγάτορες πείθουν  και ο Αζά χρησιμοποιεί έξυπνες και εύκαμπτες ιδέες κινηματογράφησης για να αυξήσει το αιματοβαμμένο της υπόθεσης, που ξεκινάει από τις μασέλες του αλιγάτορα και των λοιπών πεινασμένων υδρόβιων ερπετών.

Αν και έχουμε δει αρκετές μπιμουβιές με σαρκοφάγα κτήνη, ο βασιλέας όλων φυσικά είναι το «Jaws» του Σπίλμπεργκ και ελάχιστα πίσω του η πριγκίπισσα «Όρκα, Η Φάλαινα Δολοφόνος» του Μάικλ Άντερσον σε πιο καλλιτεχνικό ύφος. Η «Διαφυγή» του Αλεξάντρ Αζά, είναι ένα καλοστεκούμενο animal splatter, καθώς αρκετά χρόνια είχε να κάνει την εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη το συγκεκριμένο είδος και να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Εάν δεν κάνω λάθος το γιγαντιαίο φίδι του Αμαζονίου «Ανακόντα» του Λούις Λιόσα ήταν η τελευταία φορά, που, τέλος πάντων, είδαμε κάτι που να αξίζει.                

«Η Καρδερίνα»

(Goldfinch)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
  • Με τους: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Ελγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
  • Διάρκεια: 145’
  • Διανομή: Tanweer

Η μητέρα του 13χρονου Θίο Ντέκερ απομακρύνεται για λίγο από μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης, σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά και την μητέρα του Θίο.

Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο Θίο ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα που έχασε εκείνη τη φριχτή μέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους (1654), που στην αναταραχή της έκρηξης στο Μουσείο μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, χάους και θανάτου, πήρε μαζί του το έργο.

Βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ (The Goldfinch), ο Ιρλανδός σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας «Brooklyn» (2015), Τζον Κρόουλι, που οδήγησε την Σίρσα Ρόναν στα Όσκαρ, «δολοφονεί» κινηματογραφικά το στρουθιόμορφο, ωδικό πτηνό, επιτόπου, εβρισκόμενο, μάλιστα, εντός του κλουβιού του.

Αρχής γενομένης να αναφέρω, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Ταρτ. Το μυθιστόρημα σε μεταφορά κινηματογραφικού σεναρίου επιμελήθηκε από τον έμπειρο, θεατρικό και κινηματογραφικό συγγραφέα, Πίτερ Στρόγκαν («Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», «Ο Χιονάνθρωπος»). Πως έγινε να μοιάζει όλη η ιστορία με ευφάνταστο, μεγάλο, κόκκινο μπαλόνι γεμάτο Ήλιον, που ξέφυγε από τα χέρια μικρού παιδιού να ταξιδεύει με προορισμό το άγνωστο στην γήινη ατμόσφαιρα, είναι ένα μεγάλο, άλυτο μυστήριο.

Χαοτικό, ρηχό και άκρως προβληματικό το σενάριο, που καμιά τεχνική, της γραμμικής ή της ελικοειδούς κινηματογραφικής γραφής, δεν χαρακτηρίζει την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα τα εξοντωτικά 145 λεπτά της δραματικής πορείας προς την ενηλικίωση του έξυπνου, ορφανού μικρού και κατόπιν νέου Θίο, να μετασχηματίζονται στο βάρβαρο, ιαπωνικό βασανιστήριο της σταγόνας στο μέτωπο του θεατή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι εμπλέκεται και αυτός στον συγκεκριμένο γρίφο του χασίματος, όπου η πολύ καλή Νικόλ Κίντμαν με τα σούπερ ντυσίματα, ο πολλά υποσχόμενος, νεαρός Άνσελ Ελγκορτ (Baby Drive), αλλά και ο εξαιρετικός πιτσιρικάς Όουκς Φέγκλεϊ («Ο Πιτ και ο Δράκος του», «Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), να μην μπορούν να διασώσουν το σκάφος από το ναυάγιο.

Επίσης, από την πλευρά μας, την θέση, δηλαδή, ενός επαγγελματία ανθρώπου, που γράφει για κινηματογραφικές ταινίες, είναι αναιδές να τοποθετηθούμε με υποδείξεις, για το πως θα μπορούσε να ήταν η ταινία. Εμείς, μόνο το προϊόν βλέπουμε και αυτό κρίνουμε. Η ταινία «Καρδερίνα» του Τζον Κρόουλι, ως παραγωγή είναι καλοβαλμένη, αλλά νοσεί από αθεράπευτη «αλαλία». Απλά, δεν έχει τίποτα να πει.           

«Το Τελευταίο Μάθημα»

(L’Heure de la Sortie  / School’s Out)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Μαρνιέ
  • Με τους: Λοράν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave

Σε ένα φημισμένο σχολείο για ιδιοφυή παιδιά, ο μέχρι τώρα δάσκαλός τους αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια τους. Ο Πιέρ αναλαμβάνει τη θέση του δασκάλου και γρήγορα διακρίνει μια διάχυτη βία και εχθρότητα σε μία από τις τάξεις.

Η παγερή υπεροψία και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μαθητές τόσο εκείνον όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, του προκαλούν τρόμο και εμμονικές σκέψεις. Αδυνατώντας να κατανοήσει την επιθετική συμπεριφορά τους, επιχειρεί να εξιχνιάσει το μυστικό τους.

Σενάριο βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κριστόφ Ντουφοσέ (2002) και ο 47χρονος, Γάλλος δημοσιογράφος μόδας, συγγραφέας, μπλόγκερ και μικρομηκάς, Σεμπαστιάν Μαρνιέ, ντεμπουτάρει στη μεγάλη οθόνη στοχεύοντας ψηλά, μα πολύ ψηλά. Βλέποντας, όμως, ότι το ύψος του κινηματογραφικού εγχειρήματος που επιδιώκει να πετύχει είναι τρισθεόρατο, αποφασίζει να το γυρίσει σε τσαλαβουτήματα στα φιλοσοφικά ύδατα ολίγον άγνωστης λίμνης για την κινηματογραφική του εμπειρία.

Ο Μαρνιέ στέλνει την ταινία στα νερά, αλλά με το αδιαχείριστο, φιλοσοφικό βάρος που έχει προσδώσει στο σενάριο (γραμμένο από τον ίδιο) η ταινία βυθίζεται. Στην προσπάθεια του για να να την επαναφέρει δημιουργεί έντονα, θριλερικά ρεύματα καταστροφολογίας, κάτι σαν νιτσεϊκός, παραμορφωτικός καθρέπτης, έτσι για να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, που ταξιδεύει καρσί προς τον βυθό, μπας και διασώσει το άσωστο.

Θολώνει τα νερά, δημιουργεί εντυπώσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τις κινηματογραφικές παραγωγές, τις εκ Φραγκίας ορμώμενες και τέλος γεμίζει μπουρμπουλήθρες. Χάνεται η ορατότητα του σκοπού και το σενάριο αβοήθητο βυθίζεται, τελικά μια για πάντα αύτανδρο σε μια μέτρια σκηνοθετική προσέγγιση στον λασπώδη βυθό του χαμένου ονείρου.

Ο φιλόσοφος, ως θεατής αυτή την φορά, στέκει αμίλητος απέναντι από την γενιά της παγκοσμιοποίησης, που η τρομοκρατία, οι δολοφονίες μαθητών σε σχολεία και η περιβαλλοντική κρίση είναι καθημερινά φαινόμενα, δομώντας εσωτερική βία και τρόμο στους νέους ανθρώπους, αλλά και απάθεια, αδιαφορία στους κηδεμόνες τους που δεν προσπάθησαν να γεφυρώσουν τα επικίνδυνα χάσματα στην μεγάλη, κοινωνική κρίση του πλανήτη.

Προβληματισμένος ο φιλόσοφος χαϊδεύει το υπογένειο του. Μπορεί και να χαμογελάει με την εντελώς αδύναμη προσέγγιση του Σεμπαστιάν Μαρνιέ σε ένα από τα πιο σημαντικά φαινόμενα της εποχής. Και λοιπόν; Πρώτη φορά είναι που γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες υπερφίαλης, γαλλικής μαρέγκας;

 «Ο Φιλοξενούμενος» 

(L’Ospite  / The Guest)

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντούτσιο Κιαρίνι
  • Με τους: Ντανιέλε Παρίζι, Σίλβια Ντ’ Αμ
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: One from the Heart

Ο Γκουίντο, αναπληρωτής καθηγητής λογοτεχνίας και επίδοξος συγγραφέας, σκεφτόταν ότι είχε μια προγραμματισμένη ζωή, μέχρι που ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ένα «ατύχημα», κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης, προκαλεί εξελίξεις στη σχέση του με την κοπέλα του Κιάρα.

Λίγο πριν η Κιάρα πάρει το χάπι της επόμενης μέρας, ο Γκουίντο προτείνει να μην το πάρει τελικά και η Κιάρα του αποκαλύπτει τις αμφιβολίες της για τη σχέση τους. Αυτή είναι η αρχή της κρίσης στη σχέση τους καθώς ο Γκουίντο πακετάρει τα πράγματα του και φεύγει από το διαμέρισμα τους, αλλά για πού;

Φιλοξενούμενος από τον έναν καναπέ στον άλλον, ο Γκουίντο σύντομα διαπιστώνει ότι μπορεί να γνωρίζει σε βάθος το έργο του Ιτάλο Καλβίνο, αλλά ελάχιστα για να ξεκινήσει ξανά τη ζωή του.

Ιταλική κομεντί με ποιητική, κυριολεκτικώς, διάθεση στα προβλήματα, που οδηγούν στις μεγάλες αλλαγές κατά την πορεία μιας προγραμματισμένης ζωής ενός ανώριμου σαραντάρη, καθώς είναι μια χαρά καθηγητής, αλλά άπειρος στο να επιλύει προσωπικά θέματα και δη τα ερωτικά του.

Είναι η ταινία του 42χρονου, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντούτσιο Κιαρίνι («Φιμωμένος Έρωτας» -2014), από τις σύγχρονες «φωνές» του ιταλικού σινεμά. Αλήθεια τώρα, ο θεατής πόσες φορές έχει δει παρόμοια σενάρια, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης τον Γούντι Άλεν; Πανομοιότυπα σενάρια τοποθετημένα σε διαφορετικές γωνίες κινηματογραφικής αποτύπωσης; Αμέτρητα.

Καμία πρωτοτυπία, εκτός από την καλή εμφάνιση του Ντανιέλε Παρίζι στον ρόλο του έφηβου σαραντάρη καθηγητή. Άντε και μιας σκηνής, που ακούγεται το ποίημα «Βραδιάζει» του Ιταλο-Ζακυνθινού ποιητή Ούγκο Φόσκολο (1778-1827) τον οποίο θαύμαζε, μεταξύ άλλων ο Κερκυραίος ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός. That’s all folks!!!   

«Αγγλία ενωμένη, δυνατή, απομονωμένη στoν Πύργο της!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 3

Υπόθεση περί σεναρίου ταινίας: Το σενάριο, πληροφορούν, ότι είναι βασισμένο στο τάδε βιβλίο, όπερ σημαίνει, πως ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε από το ανάγνωσμα, η παραγωγή αγοράζει τα πνευματικά δικαιώματα από τον συγγραφέα ή τους κληρονόμους του, αναθέτει σε έναν έμπειρο γραφιά να το προσαρμόσει για την μεγάλη οθόνη και να, το καλό βιβλίο σε ταινία. Σωστά; Πάμε παρακάτω.

Διαβάζουμε, επίσης, ότι το σενάριο της ταινίας είναι, απλά, εμπνευσμένο από το τάδε βιβλίο.  Δηλαδή, ένας σκηνοθέτης ή κάποιος κινηματογραφικός σεναριογράφος διάβασε ένα μυθιστόρημα, επίσης ενθουσιάστηκε, αλλά η παραγωγή δεν απέκτησε τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου γιατί ο γραφιάς κράτησε μόνο την κεντρική ιδέα, «συνθέτοντας» ένα εντελώς δικό του, διαφορετικό, ίσως σε άλλο τόπο και χρόνο, μυθιστόρημα με άλλη πλοκή και ήρωες, που να μην μοιάζει καθόλου με το αυθεντικό δημιούργημα για να μην έχει και τα ανάλογα μπλεξίματα και τα οικονομικά έξοδα. Διακριτικά, όμως, για να μην γίνει ρεζίλι των σκυλιών, αναφέρει σε συνεντεύξεις, άντε και σε κάποιο σκηνοθετικό σημείωμα, την πηγή της έμπνευσής του. Αυτός ο άθλιος λωποδύτης όχι μόνο ξεπέρασε την φόρμα της διασκευής, άλλα εφόρμησε άπληστα στην σφαίρα της κλοπής και της παραχάραξης του αυθεντικού.

Όταν όμως το σενάριο της ταινίας είναι εξόφθαλμα βασισμένο σε γνωστό βιβλίο (και αυτό πουλάει η ρεκλάμα), το οποίο, μάλιστα, είναι ευπώλητο (μπεστ σέλερ, ελληνιστί), σεναριογράφος και σκηνοθέτης προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστοί στην πλοκή του χειρόγραφου (απειλή κινηματογραφικού χρόνου γαρ). Όσο το δυνατόν! Ορισμένοι το πετυχαίνουν, άλλοι πάλι όχι, αρχίζοντας τις εκπτώσεις και τις παραποιήσεις, καθιστώντας το σενάριο της ταινίας, οπότε και την σκηνοθεσία, σε έναν τραγέλαφο. Θέλει μαγκιά η εικονοποίηση του όποιου σοβαρού αναγνώσματος και είναι μέγας κινηματογραφικός άθλος να την βγάλει «καθαρή» ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης.

Το κοινό που θα παρακολουθήσει την ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο, χωρίζεται σε δυο κατηγορίες: Σε αυτούς που έχουν, κυριολεκτικώς, «ξετινάξει» τις σελίδες του διαβάζοντάς το, παράλληλα το έχουν λατρέψει και σε αυτούς που είναι, εντελώς, ανέπαφοι με το βιβλίο του συγκεκριμένου κινηματογραφικού θέματος, ερχόμενοι ως πρώτη επαφή με το θέμα από το όχημα της μεγάλης οθόνης.

Στα βιβλία του συρμού και της εφήμερης επιτυχίας, που μετά πέντε χρόνια δεν τα θυμάται ούτε η μητέρα του συγγραφέα και πέρασαν λόγω μόδας, δυστυχώς, στο σύμπαν της 7ης Τέχνης, τα συγχωροχάρτια, από την πρώτη κατηγορία των θεατών (αυτών των διαβαστερών), προσφέρονται αφειδώς στον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη, ένεκα της βιβλιομοδάτης μπούρδας, που διαβάστηκε κάπως ευχάριστα, στην ανάλαφρη ξεπέτα, βία, εντός τριών ημερών σε κάποια εύμορφη, ελληνική νησιώτική παραλία το ευγενές θέρος.

Τα βιβλία, όμως, που η ιδέα, η έμπνευση και η γραφή του λογοτέχνη (λογοτέχνη και όχι απλά συγγραφέα) έχουν σημαδέψει καίρια μια γενιά ή μια σημαντική, ιστορική περίοδο – είτε υπαρκτή, είτε φανταστική – και στην διαχρονικότητα τους ως αναγνώσματα παραμένουν ακόμα και τώρα οι άσβεστοι φανοί των εσωτερικών μας μαχών, τότε, το αναγνωστικό κοινό έχει απαιτήσεις, φίλοι μου, όταν το αγαπημένο τους βιβλίο παίρνει σάρκα και οστά στο μεγάλο άσπρο πανί.

Όταν η ταινία ανταποκρίνεται, στο μέτρο του δυνατού, στα προσωπικά ονείρατα του αναγνώστη (ποτέ δεν προσεγγίζει την τελειότητα του βιβλίου μια ταινία), το απαλό μειδίαμα ταύτισης βιβλίου και ταινίας στα χείλη του βιβλιόφιλου-κινηματογραφόφιλου είναι ο αόρατος κότινος θριάμβου στην κεφαλή του σκηνοθέτη. Ο συγγραφέας είναι προ πολλού δαφνοστεφανωμένος, οπότε μην αγχώνεστε.

Η άλλη κατηγορία, αυτή των κινηματογραφόφιλων που ποτέ δεν συστήθηκαν με τον αυθεντικό, γραπτό λόγο του σεναρίου θα κρίνουν την δημιουργία, απλά, ως μια ταινία και εάν πραγματικά ευχαριστήθηκαν από το θέαμα της κινούμενης εικόνας, ενδεχομένως να επισκεφτούν και τις σελίδες του μυθιστορήματος, ανακαλύπτοντας αυτά που ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης παράλειψαν ή «δακτύλισαν» εντέχνως από το πρωτογενές κείμενο για να συμμαχήσουν με τον απειλητικό φιλμικό χρόνο. Άντε να προσθέσουν ευλαβικά κάτι δικό τους, που δεν τραυματίζει ή να αλλοιώνει το συνολικό έργο.

Είναι φύσει αδύνατον, όταν το σενάριο μιας ταινίας είναι βασισμένο σε ένα σπουδαίο βιβλίο, να μην περάσει από την ηλεκτρισμένη κρίση του αναγνώστη-θεατή. Πως να το κάνουμε, δεν γίνεται! Σε άλλη περίπτωση, πάλι, δεν είναι εφικτό ο σκηνοθέτης να βασίζει μεν την ταινία του σε ένα σπουδαίο ανάγνωσμα και στην συνέχεια δε, να κάνει ό,τι του κατέβει στην γκλάβα. Η ταινία, βέβαιον είναι, πως μαθηματικά θα ακολουθήσει την οδό της κατακραυγής, της αυτοχειρίας της, οπότε και της αποτυχίας.   

Υφίσταται μια διαδικασία προσωπική, ξεκίνησε παιδιόθεν φτάνοντας έως σήμερα, όταν διαβάζω ένα βιβλίο και οι πρώτες του σελίδες με έχουν συνεπάρει, κάπου στην μέση η ιστορία με έχει αιχμαλωτίσει στην μαγεία της, οπότε αμέσως το φέρνω στην σκέψη μου ως ταινία, δημιουργώντας την δική μου διανομή ρόλων με γνωστούς ηθοποιούς. Ως ερασιτέχνης σκηνοθέτης, λοιπόν, με τον νου, σκέφτομαι πως θα έκανα εκείνο με την δείνα ηθοποιό, πως το άλλο με εκείνον τον ηθοποιό και η φαντασία μου αλωνίζει αγόγγυστα στον δημιουργικό αργαλειό του ανέφικτου. Μικρό και αθώο βίτσιο, ας πούμε. Τελειώνοντας το ανάγνωσμα, σκέφτομαι, επίσης, ενθουσιασμένος πόσο υπέροχο θα είναι να γυριζόταν σε ταινία από κάποιον έμπειρο σκηνοθέτη (τον έχω ήδη ονοματίσει, ανάλογα το μυθιστόρημα που διαβάζω), ως ένα χαζό στοίχημα με τον εαυτό μου στο κατά πόσο πλησίασα τα γούστα του κινηματογραφιστή στο casting.  

Εικάζω, ας με συγχώρεσε τε, πως είναι ένα πανέμορφο τελετουργικό, άρρηκτα συνδεδεμένο με όλους όσους διαβάζουν και συνάμα είναι αθεράπευτα κινηματογραφόφιλοι. Για τον λόγο αυτόν και μόνο δεν αποδέχομαι οποιαδήποτε αιτιολογία που να αφορά ταινία, όταν το σενάριο της βασίζεται σε σπουδαίο βιβλίο και δεν είναι, απλά, εμπνευσμένο από κάποιο ανάγνωσμα. Οι σελίδες του όποιου μυθιστορήματος σημείωσαν στην υγρή γη της ανθρώπινης, γόνιμης φαντασίας βαθύτατο, διαχρονικό και άσβεστο χνάρι. Και αυτό απαιτεί σεβασμό και προσοχή.

Τρανό παράδειγμα στα κινηματογραφικά πράγματα είναι η επιτυχημένη τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Σπουδαίοι σκηνοθέτες του φανταστικού επιχείρησαν να την μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη και εγκατέλειψαν το σχέδιο λόγω της πολυπλοκότητας του λογοτεχνικού έπους. Ο πανέξυπνος σκηνοθέτης Τζορτζ Λούκας, ακραιφνής θαυμαστής του Τόλκιν, εμπνεύστηκε από την ιδέα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και γύρισε το δικό του διαστημικό έπος «Star Wars» το 1977 σε τρεις συνέχειες. Δεν το έκρυψε ποτέ ο «λωποδυτάκος» Λούκας, πως η ανεκτίμητη πηγή της έμπνευσης του είναι η saga του «Δαχτυλιδιού» και όλοι οι ήρωές του αποτελούν ξεκάθαρη αντιγραφή από αυτούς του Τόλκιν. Σύντομα καταφθάνει το καινούργιο «Star Wars» και θα αναλύσουμε προσεχώς σε άρθρο όλη αυτή την ιστορία.

Ο Πίτερ Τζάκσον, παρότι τόλμησε το ακατόρθωτο για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, φέρνοντας τα πάνω κάτω με νέα δεδομένα και τεχνικές στο χώρο του επικού-φανταστικού σινεμά, αρχικά στην πρώτη τριλογία οι «ταγμένοι» Ringers, οι άγρυπνοι «φύλακες» της Μέσης Γης τον πέρασαν γενεές δεκατέσσερις για τα λάθη, τις παραλείψεις και τις αλλοιώσεις των νοημάτων που ταξινόμησε στις κινηματογραφικές σεναριακές μεταφορές στην τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Στο «Χόμπιτ», όμως, ο σκηνοθέτης έγινε πιο προσεκτικός, διαθέτοντας, βέβαια, την άνεση των τριών ταινιών για εμπορικούς λόγους.

Επαναλαμβάνω, λοιπόν, πως ταινία βασισμένη σε γνωστό βιβλίο ποτέ δεν λειτουργεί αυτόνομα και φυσικά ποτέ δεν μπορείς να την παρακολουθήσεις ως νεόφερτη, σεναριακή ιδέα, εφόσον έχεις διαβάσει την ιστορία και την έχεις αγαπήσει. Οι καλλιτεχνικοί ακροβατισμοί σε ξένο σώμα και δη επιτυχημένο μόνο ερασιτεχνισμό και απειρία αναδεικνύουν. Αλλιώς ο κάθε σκηνοθέτης και σεναριογράφος ας φτιάξουν κάτι δικό τους.                  

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

«Ο Πύργος του Downton»

(Downton Abbey)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Αγγλία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ένγκλερ
  • Με τους: Χιου Μπόνβιλ, Τζιμ Κάρτερ, Μισέλ Ντόκερι, Ελίζαμπεθ ΜακΓκάβερν, Ιμέλντα Στόντον, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Tulip Entertainmen

Η άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Ε΄ της Αγγλίας μετά της συζύγου του, βασίλισσας Μαίρης, θα σημάνει συναγερμό στο «επάνω» σπίτι όπου διαμένει η οικογένεια του φεουδάρχη λόρδου Κρόλεϊ, αλλά κυρίως στο «κάτω» σπίτι με το υπηρετικό προσωπικό, καθώς τα πάντα πρέπει να είναι στην εντέλεια και ο χρόνος είναι περιορισμένος για μια επίσκεψη τέτοιων απαιτήσεων.

Βρισκόμαστε στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του ’20 και τα χρόνια της μεγάλης, αγγλικής δόξας έχουν παρέλθει. Η αριστοκρατική τάξη βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας εποχής και η άλλοτε καλογυαλισμένη μηχανή του σπιτιού αρχίζει και παρουσιάζει προβλήματα στη λειτουργία της. Φυσικά το δείπνο πρέπει να είναι άριστο σε κάθε του λεπτομέρεια, η υποδοχή οφείλει να είναι αλάνθαστη και η ψυχαγωγία του βασιλικού ζεύγους αντάξια της φήμης της οικογένειας Κρόλεϊ.

Όλες οι πτυχές αυτής της σημαντικής επίσκεψης έχουν προσχεδιαστεί άριστα, μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια και το πιστό, υπηρετικό προσωπικό του Downton Abbey καλείται να ξεπεράσει κάθε δύσκολο εμπόδιο προκειμένου να τιμήσει την ιστορία της φιλοξενίας του σπιτιού.

Το τηλεοπτικό φαινόμενο «Ο Πύργος του Downton», μετά από μια δεκαετία ζωής, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σκηνοθεσία του Αμερικανού, θεατρικού παραγωγού και σκηνοθέτη Μάικλ Ένγκλερ, που είχε αναλάβει 4 τηλεοπτικά επεισόδια της σειράς, αλλά και 8 επεισόδια του, επίσης επιτυχημένου «Sex and the City».

Ουδέποτε παρακολούθησα το τηλεοπτικό «Ο Πύργος του Downton», οπότε ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός της ταινίας με την σειρά δεν υφίσταται στα γραφόμενα. Συστήθηκα απ΄ ευθείας με το κινηματογραφικό προϊόν το οποίο όλο το set είναι μια κορυφαία αγγλούρα με την θεατρική, σεξπηρική εκφορά του λόγου των, εμφατικά, τονισμένων λέξεων στην προπαραλήγουσα και την παραλήγουσα, κουρδισμένη από την αμερικάνικη, σκηνοθετική μπαγκέτα του Ένγκλερ. Δηλαδή, ρυθμός θανατικά αργός, πλοκή γεωμετρικά επίπεδη συνδυαζόμενα από κορυφαία ντεκόρ και άριστη ενδυματολογία, που οφείλεται όμως στην εργασία της αγγλικής παραγωγής στην ταινία.

Μην αυταπατάστε, δεν είναι αγγλικό σινεμά. Άγγλοι ηθοποιοί πρωταγωνιστούν γυρισμένη η παραγωγή εξ’  ολοκλήρου στην αγγλική ύπαιθρο, έτσι για τον αέρα και το άρωμα της υπόθεσης, προφανώς όπως και στο σήριαλ. Οι Άγγλοι κινηματογραφιστές θα το δούλευαν διαφορετικά το θέμα, με τσεκουράτη θέση και κρομγουελινή άποψη, εν όψει μάλιστα των τελευταίων πολιτικών εξελίξεων της γηραιάς Αλβιόνας. Εδώ παίζουν μπάλα οι Γιάνκις, οπότε καταλαβαίνετε τι μέλει γενέσθαι.  

Το ψιλοπροοδευτικό αμερικανάκι στρέφει την πυξίδα του αδέξια στον επερχόμενο απομονωτισμό της Αγγλίας με τους φεουδάρχες και την πλέμπα ενωμένους σε μια γροθιά για την εύρυθμη συνέχεια της μικρής κοινωνίας, σε μια ταινία να μιμείται ακατέργαστα τον αγγλικό ακαδημαϊσμό. Ανασύρω αυτό που είχε ειπωθεί, εάν ενθυμούμαι καλώς από τον Άρη Βελουχιώτη: «τον γιό της πλύστρας να φοβάσαι» και εδώ αποδεικνύεται περίτρανα, βλέποντας όλους τους καταπιεσμένους και ανασφάλιστους δούλους να υποκλίνονται και να επιδίδονται σε ρεβεράντζες και γλειψίματα στο βασιλικό ζεύγος, όμοια με την άρχουσα τάξη προς τους μονάρχες της.

Το σεναριακό ενδιαφέρον είναι ανάλαφρα στραμμένο στις πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές της Αγγλίας εκείνης της εποχής (1927), που δεν διαφέρουν από τις σημερινές, με κάποιες, μικρές, πινελιές παλ χρωμάτων κοινωνικού απόηχου σε ενδοεσωτερικά ζητήματα των «άνω» και των «κάτω» περί αγγλοσαξωνικής παράδοσης, κληρονομιάς, πολιτισμού και έρωτα, έτσι, για να μην πάει άπατη η δίωρη, βαρετή υπόθεση.

«Είσαι Έτοιμος;»

(Ready or Not)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: των Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ
  • Με τους: Σαμάρα Γουίβινγκ, Άνταμ Μπρόντι, Μαρκ Ο’ Μπράιεν, Χένρι Τσέρνι
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Η ερωτική σχέση της Γκρέις (Σαμάρα Γουίβινγκ – καλή) με τον Άλεξ (Μαρκ Ο’ Μπράιαν) ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή γαμήλια τελετή στην πατρική, γοτθικού ρυθμού, έπαυλη του γαμπρού.  Ο γάμος πραγματοποιείται δίχως πρόβλημα, αλλά η οικονομικά εύρωστη και εκκεντρική οικογένεια του Άλεξ έχει κάποιες παραδόσεις. Ετοιμάζεται να δεχτεί τη νύφη στην φαμίλια της με έναν ασυνήθιστο τρόπο.

Το βράδυ του γάμου θα παίξουν ένα οικογενειακό παιχνίδι, που κρατάει από τα παλιά, φέρνοντας τα πάνω κάτω στο νεαρό ζευγάρι. Η Γκρέις, που είναι η πρωταγωνίστρια αυτού του παράδοξου εθίμου, ως νέο μέλος θα προσπαθήσει να επιβιώσει από τις σκοτεινές και παράξενες διαθέσεις της αλλόκοτης οικογένειας του Άλεξ, ακόμα και αν χρειαστεί να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού μια για πάντα.

Ξεκινάει τόσο καλά το στόρι. Τοποθετεί τον θεατή αργά και προσεκτικά σε μια περιποιημένη ατμόσφαιρα γκορ τρόμου με μια έξυπνη ιδέα, πανέτοιμος για να απολαύσει ενήλικο σπλάτερ. Ξαφνικά, στο τέλος της πρώτης ενότητας ανατρέπονται τα πάντα και η όμορφη ιδέα, όμορφα καίγεται σε ό,τι πιο κλισέ υπάρχει. Μέσα στα αποκαΐδια ξεφυτρώνει και ένας ζαβός υβριδικός συνδυασμός σατανο-βαμπιρισμού ως γρήγορη διαφυγή, μια όπως όπως σεναριακή διάσωση από τα ελώδη μονοπάτια που έμπλεξαν οι μικροκομηκάδες σκηνοθέτες: Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ («Ο Ερχομός του Διαβόλου», 2014) στην δεύτερη απόπειρα τους σε μεγάλου μήκους ταινία.

Πιο εφηβικό δεν γίνεται, αν και η καλή φωτογραφία του Μπρετ Τζάκοβιτς και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του gothic σπιτιού προσδίδει ένα τόνο αισιοδοξίας, δυστυχώς όλο το concept είναι μια ακόμα πληγή στο ήδη βασανισμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου. Η παρουσία της νεαρής, Αυστραλής κουκλάρας Σαμάρα Γουίβινγκ («Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» και της νετφλιξιακής «Νταντάς»), κόρη του σκηνοθέτη και συγγραφέα Σιμόν Γουίβινγκ, αλλά και ανεψιά του αγαπημένου μας ηθοποιού Χιούγκο Γουίβινγκ («Matrix», «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»), είναι απίθανη και σύντομα θα βρεθεί ο ρόλος που θα την βγάλει μπροστά.

Η Σαμάρα Γουίβινγκ μαζί με την Ιταλίδα συνομήλική της, Ματίλντα Άννα Ίνγκριντ Λουτζ (Revenge) είναι σαφώς το νέο, χολιγουτιανό δροσιστικό αεράκι, ακολουθώντας όμως την καταιγιστική και αφοπλιστική παρουσία της εξαιρετικής, κατά τέσσερα χρόνια μικρότερη τους Αγγλίδας, Φλόρενς Που (Μεσοκαλόκαιρο).

Σίγουρα τα εφηβάκια θα ξετρελαθούν με την ταινία, παρότι το cast είναι ενήλικο, η ιστορία διαθέτει το γνωστό, αιματοβαμμένο χιούμορ, την κατάμαυρη πλακίτσα του και μερικές, έξυπνες ανατροπές προς το τέλος που αρέσουν στους κινηματογραφόφιλους του είδους.

«Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε»    

(Angel Has Fallen)                                

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρικ Ρόμαν Γουό
  • Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μόργκαν Φρίμαν, Πάιπερ Περάμπο, Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, Φρέντερικ Σμιντ, Ντάνι Χιούστον
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

 

Ύστερα από την απόπειρα δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Άλαν Τράμπουλ (Μόργκαν Φρίμαν) και τον τραυματισμό του, ο πρόεδρος πέφτει σε κώμα. Ο έμπιστός του μυστικός πράκτορας Μάικ Μπάνινγκ (Τζέραρντ Μπάτλερ), ως ο μόνος επιζών της επίθεσης, κατηγορείται άδικα και τίθεται υπό κράτηση.

Δραπετεύει κατά την μεταφορά του στις φυλακές με την βοήθεια των εξτρεμιστών στρατιωτικών που σχεδίασαν την επίθεση με αποτέλεσμα να βρεθεί εντελώς μόνος του. Επιδιώκει να αποδείξει την αθωότητα του, οπότε θα χρειαστεί να αποφύγει την υπηρεσία του και να ξεγελάσει το FBI ώστε να εντοπίσει ποιος απειλεί τον Πρόεδρο.

Απεγνωσμένος να βρει την αλήθεια στρέφεται στον αποσυρμένο και ξεχασμένο πατέρα του, Κλέι Μπάνινγκ (Νικ Νόλτε) με σκοπό να προστατεύσει την οικογένειά του, αλλά και να σώσουν τη χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο.

Σε ακολουθία του «Ο Όλυμπος Έπεσε» (2013) και «Το Λονδίνο Έπεσε» (2016), είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» (όλα «πέφτουν» σε αυτή την τριλογία), με τον Μπάτλερ να προστατεύει με αυταπάρνηση και όλο του το Είναι τους προέδρους των Η.Π.Α.. Έτσι και εμείς «πέφτουμε» στην ζεστή χύτρα της επαναλαμβανόμενης δράσης. Το είδος καλά κρατάει το ηνία της ανιαρής περιπέτειας με τα ήδη γνώριμα στοιχεία και ο Τζέραρντ Μπάτλερ βαφτίζεται πανηγυρικά ο προεδρικός σωστάκιας εν ονόματι, πάντα, της παγκόσμιας ειρήνης και ευημερίας

Ο Καλιφορνέζος ηθοποιός, stunman και σκηνοθέτης Ρικ Ρόμαν Γουό, που έχει αναλάβει την ευθύνη της εν λόγω ταινίας, το 2008 γύρισε μια καλοβαλμένη και ενδιαφέρουσα δραματική, βίαιη περιπέτεια «Ο Κατάδικος» (Felon) με τον ξεχασμένο σήμερα Στίβεν Ντορφ, πλαισιωμένο από τον Σαμ Σέπαρντ, την Άνι Άρτσερ και τον Βαλ Κίλμερ. Ακολούθησε το μετριότατο αλλά επιτυχημένο στις Η.Π.Α. «Καρφί» με τον Ντουέιν – Ροκ – Τζόνσον και ο Γουό θα επιστρέψει στο γνώριμο περιβάλλον των φυλακόβιων με το συμπαθητικό «Shot Caller» (2017), που δεν ευτύχησε της ελληνικής διανομής και πρωταγωνιστή τον Δανό ηθοποιό Νικολάι Κόστερ Βελντάου (ο Τζέιμι Λάνιστερ του «Game of Thrones»).

Στην πέμπτη κατά σειρά ταινία του: «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» ως το τρίτο μέρος με την ίδια θεματική και τον ίδιο ήρωα (ελπίζουμε να είναι και το τελευταίο), ο Γουό ακολούθησε την πεπατημένη οδό του σαματά, της βαβούρας, αναδεικνύοντας την ισχύ της βαθιάς Εσπερίας, που εξολοθρέυει εσωτερικές συνομωσίες εις βάρος του καλού πρέζιτεντ οφ γιούζα. Δηλαδή, απαραίτητα στοιχεία για συγκεκριμένο είδος περιπέτειας που εξυπηρετεί σκηνοθετικά ο Γουό.

Η παρουσία του εξαιρετικού, «γέροντα» πιά, βετεράνου του Βιετνάμ και αυτοεξόριστου στο δάσος, Νικ Νόλτε, με την μορφή κάτι ανάμεσα σε Μωυσή και Αη Βασίλη από την Καισάρεια, ως κινηματογραφικό τέχνασμα δεν καταφέρνει να προσδώσει πόντους στο θέμα.

Η παραγωγή φιλμάρει σε Αμερική, Αγγλία και στα στούντιο της Βουλγαρίας, όπου γυρίζει και ο Σταλόνε τους «Αναλώσιμους»  – στην Σόφια έχουν στηθεί «χρυσές δουλειές» και εμείς εδώ περί τα αλλότρια τυρβάζουμε -, η ταινία είναι ένα ακατανίκητο copy paste διαφόρων, όμοιων συνομωσιολογικού ενδιαφέροντος ιστοριών δράσης με σκληροτράχηλους, ταγμένους στο καθήκον μυστικούς πράκτορες παρά τω προέδρω, ανατινάξεις, μαγκιές, ηρωισμοί και ο πλανητάρχης, πάνω απ΄ όλα, να είναι ασφαλής, γερός και δυνατός. Έχουμε τον Ράμπο που διασώζει χωριουδάκια και άπορες κορασίδες, τώρα αποκτήσαμε και τον Μάικ Μπάνινγκ, που κρατάει με το στανιό στη ζωή προέδρους.

Άλαν Τράμπουλ; Μα είναι όνομα για μαύρο πρόεδρο των Η.Π.Α; Σκέτη ειρωνεία είναι!

«Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές»

(Murder on the Orient Express)

 

  • Είδος: Θρίλερ μυστηρίου
  • Παραγωγή: Αγγλία Η.Π.Α (1974) σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ
  • Με τους: ‘Αλμπερτ Φίνεϊ, Λόρεν Μπακόλ, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ζακλίν Μπισέ, Ζαν-Πιερ Κασέλ, Σον Κόνερι, Άντονι Πέρκινς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ
  • Διάρκεια: 131΄
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) – 3 βραβεία Bafta: Β’ Ανδρικού Ρόλου (σερ Τζον Γκίλγουντ), Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) και Μουσικής (Ρίτσαρντ Μπένετ)

Ο διάσημος Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό (Άλμπερτ Φίνεϊ – υπέροχος!) ταξιδεύει με το Οριάν Εξπρές, αλλά εξαιτίας μιας τρομερής χιονοθύελλας, το τρένο σταματά στα μισά της διαδρομής Κωνσταντινούπολης-Παρισιού.

Ξαφνικά, ένας από τους επιβάτες του τρένου, ύποπτος για την υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας ενός μικρού κοριτσιού, βρίσκεται δολοφονημένος. Ο Πουαρό αναλαμβάνει να ρίξει φως στην υπόθεση. Όλοι έχουν κίνητρο, όλοι είναι ύποπτοι, αλλά όλοι έχουν ένα καλό άλλοθι. Μυστήριο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του θρυλικού ντεντέκτιβ.

Το ομώνυμο βιβλίο της «βασίλισσας» του αστυνομικού μυστηρίου, Αγκάθα Κρίστι, είναι το περισσότερο κινηματογραφημένο μυθιστόρημα από κάθε άλλο της συγγραφέως. Ως βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 1934 στην Αγγλία, ενώ στις 28 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. με τον τίτλο: «Murder in the Calais Coach» (Φόνος στην Κλινάμαξα του Καλαί). Διαφορετικός τίτλος για την Αμερική, ώστε να μην προκαλέσει σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό και μπερδευτεί με το μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκριν «Stamboul Train» το οποίο κυκλοφορούσε στις Η.Π.Α από το 1932 με τον τίτλο «Orient Express».

Έπειτα από αρκετές απογοητευτικές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των βιβλίων της Κρίστι, η αυστηρή Άγκαθα αποφάσισε να μην πουλήσει ποτέ ξανά πνευματικά δικαιώματα των βιβλίων της για να μεταφερθούν σε ταινίες. Ο πρόεδρος, όμως της EMI, Νατ Κόλεμαν ζήτησε τη βοήθεια του Λόρδου Λούις Μάουνμπάντεν για να πείσει τη αλύγιστη Άγκαθα να επιτρέψει τη μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Ο Λόρδος Λούις Μάουνμπάντεν ήταν ο πατέρας του παραγωγού της ταινίας Τζον Μπρέιμπουν.

Η 84χρονη Αγκάθα Κρίστι, τελικά υπέκυψε στην πολιορκία του Μάουνμπάντεν και, έτσι, τον Νοέμβριο του 1974 παρακολούθησε, μάλιστα, την πρεμιέρα στον κινηματογράφο που προβλήθηκε η ταινία. Όπως είπε η ίδια η συγγραφέας: «είναι η μόνη μεταφορά βιβλίου μου σε κινηματογραφική ταινία με την οποία έμεινα απόλυτα ικανοποιημένη». Συγκεκριμένα, αισθάνθηκε ότι η απόδοση του Άλμπερτ Φίνεϊ πλησίασε κατά πολύ τον χαρακτήρα του ήρωα της, Ηρακλή Πουαρό. Αν και, όπως γράφτηκε, το κινηματογραφικό μουστάκι του Βέλγου ντεντέκτιβ δεν την είχε εντυπωσιάσει τόσο. Η παρουσία της Άγκαθα Κρίστι στην πρεμιέρα της ταινίας ήταν η τελευταία της δημόσια εμφάνιση. Η διάσημη συγγραφέας αποχώρησε από τον κόσμο των ανθρώπων δεκατέσσερις μήνες αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου 1976.

Η ταινία όμως με αυτό το σουπερ, διεθνές cast ηθοποιών έγραψε σπουδαία, κινηματογραφική ιστορία. Η σκηνοθεσία του Αμερικανού Σίντεϊ Λιούμετ (25 Ιουνίου 1924 – 9 Απριλίου 2011) είναι άκρως ατμοσφαιρική, αποδίδοντας μοναδικά την πλοκή και το μυστήριο του βιβλίου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και σε μέγιστο βαθμό όλες τις υποκριτικές δυναμικές των πρωταγωνιστών. Με δυνατό σύμμαχο το κλειστοφοβικό περιβάλλον των βαγονιών της αμαξοστοιχίας και την αγωνία να ρέει ποταμηδόν σε ένα χώρο δίχως διαφυγή, ο σκηνοθέτης των «Δώδεκα Ενόρκων», της Σκυλίσιας Μέρας», αλλά και του τρομερού «Δικτύου», πραγματικά μεγαλουργεί.

Η δε ερμηνεία του εξαιρετικού, 37χρονου, τότε, θεατρικού ηθοποιού Άλμπερτ Φίνεϊ που αποχώρησε τον περασμένο Φεβρουάριο από την ζωή (9 Μαΐου 1936 – 7 Φεβρουαρίου 2019) στον ρόλο του Ηρακλή Πουαρό, είναι ονειρεμένη και προσωπικά εκτιμώ, καλύτερη από αυτή του Πίτερ Ούστινοφ, που έχουμε συνηθίσει. Ο Φίνεϊ ανήκει στην μεταπολεμική, αγγλική στόφα των μεγάλων ανδρών ηθοποιών, όπως ο Άλαν Μπέιτς, ο Μάικλ Κέιν, ο Ρίτσαρντ Χάρις και ο Πίτερ Ο’ Τουλ, που η θεατρομάνα Αγγλία πρόσφερε γενναιόδωρα και για πολλοστή φορά στις ανάγκες του Χόλιγουντ.

Ο 37χρονος Φίνεϊ, ήταν η τρίτη επιλογή για υποδυθεί τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο του Βέλγο ντεντέκτιβ, Πουαρό. Ο ρόλος προσφέρθηκε αρχικά στον σερ ‘Αλεκ Γκίνες, που δεν ήταν διαθέσιμος, όπως και στον Πολ Σκόφιλντ, που επίσης ήταν κλεισμένος εκείνη την χρονική στιγμή. Για να πλησιάσει ηλικιακά ο Φίνεϊ τον Πουαρό, δηλαδή την ηλικία των 55-60 χρόνων, σε καθημερινή βάση, ο ηθοποιός υποβαλλόταν σε πολύωρο, ειδικό μακιγιάζ για να αποκτήσει την ώριμη μορφή του αγαπημένου, αλλά ιδιότυπου ντετέκτιβ.

Για την σημειολογία της κινηματογραφικής ιστορίας, που μας αρέσει τα μάλα, να αναφέρουμε, ότι για τον σερ Σον Κόνερι είναι η δεύτερη φορά που κινηματογραφικά παίζει χαρακτήρα, ταξιδεύοντας με το «Οριάν Εξπρές». Η πρώτη ήταν το 1963, ως Τζέιμς Μποντ στην δεύτερη ταινία του 007, «Από την Ρωσία με Αγάπη», (From Russia with Love) όταν συναντιέται σιδηροδρομικώς με τον Σοβιετικό, δολοφόνο πράκτορα Ντόναλντ – Ρεντ – Γκραντ, που υποδύεται ο αξέχαστος Ρόμπερτ Σόου.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Έχω παρακολουθήσει κάθε κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου μυθιστορήματος της Αγκάθα Κρίστι, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου, ακόμα κι αυτή την πρόσφατη, υπερφίαλη πρόταση του Κένεθ Μπράνα. Ε, τούτη, ως η πρώτη, είναι αξεπέραστη, μια πραγματική απόλαυση. Μην την χάσετε!

«Ο Καταδικασμένος» 

( / Ikiru / To Live)    

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (1953) σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα
  • Με τους: Τακάσι Σιμούρα, Σινίτσι Χιμόρι, Μινόρου Τσιάκι
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο (Ασημένια Άρκτος) Επιτροπής Φεστιβάλ Βερολίνου (1954) – Καλύτερης Ταινίας στα κινηματογραφικά Βραβεία Kinema Junpo (1953)
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Άστυ» (Κοραή 4) και Σινέ «Πτι Παλαί» (Ριζάρη 24)

Ένας στερημένος από χαρές δημόσιος υπάλληλος, o Κάντζι Γουτανάμπε (Τακάσι Σιμούρα – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) πληροφορούμενος ότι θα πεθάνει σύντομα από καρκίνο στο στομάχι, προσπαθεί να ζήσει κάποιες εφήμερες απολαύσεις, σταματώντας να πηγαίνει στη δουλειά και σπαταλώντας τις οικονομίες του σε διασκεδάσεις.

Τελικά, αφιερώνει τις τελευταίες του μέρες σε ένα κοινωνικό έργο μετατρέποντας έναν σκουπιδότοπο σε παιδική χαρά. Στην κηδεία του, συνάδελφοι και συγγενείς συγκεντρώνονται για να τον τιμήσουν, όμως καθένας έχει την δική του εκδοχή για τα κίνητρα και τον χαρακτήρα του μακαρίτη.

Ο «αυτοκράτορας» του ιαπωνικού σινεμά, Ακίρα Κουροσάβα (23 Μαίου 1920 – 6 Σεπτεμβρίου 1998), ο ποιητής των κινηματογραφικών ονείρων, αλλά και ο σαμουράι της 7ης Τέχνης στην 13η κατά σειρά ταινία του, φιλμάρει μια πανδαισία συναισθημάτων σε ασπρόμαυρο φορμάτ μεν, αλλά γεμάτες χρώμα ανθρωπιάς δε. Γυρισμένη το 1953, μα, τόσο επίκαιρη και καυτή θεματολογικά ταινία, που η διαχρονικότητα της παραμένει σταθερή και ανεξίτηλη.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τους Σινόμπου Χαϊσμότο, Χίνετο Ογκούνι και τον ίδιο τον Κουροσάβα, εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1890). Η ταινία ταξιδεύει στους βατούς διαδρόμους του ιταλικού νεορεαλισμού, όπως άλλωστε εκφράζει και η αφηγηματική του σκηνοθέτη, αλλά και στην σιγουριά των αμερικανών τεχνικών κινηματογράφησης. Πάνω απ΄ όλα όμως κυριαρχεί το αφηγηματικό «πνεύμα» του Ιάπωνα δημιουργού με τις καφκικές ανάσες, εκπνέοντας την ζώσα ενέργεια στην πλοκή. Το νόημα της ζωής, αλλά και η ίδια η σκέψη μιας χαμένης ζωής μπροστά στην αναγγελία ενός προδιεγεγραμμένου θανάτου συμφιλιώνονται και αφομοιώνονται ουσιαστικά σε ένα σώμα με σκοπό. Ο Ακίρα αποδομεί το σύστημα και την οικογένεια και ανασυντάσσει την ανθρώπινη οντότητα μοναδικά.

Ο εις εκ των τριών σεναριογράφων του «Καταδικασμένου», ο Χίνετο Ογκούνι είχε φανταστεί τον ήρωα ως μέλος της ιαπωνικής μαφίας Γιάκουζα και όχι ως τον απονευρωμένο και υποταγμένο υπαλληλάκο του κρατικού, γραφειοκρατικού συστήματος. Ο Κουροσάβα όμως επεκράτησε στο να δοθεί η ιδιότητα του γραφειοκράτη υπαλλήλου στον Κάντζι Γουτανάμπε, έχοντας στην σκέψη του παράλληλα και το καθρεπτίζον είδωλο του φοβερού Μπάρτλεμπι, από το διήγημα του Χέρμαν Μελβίλ: «Μπάρτλεμπι, ο Γραφιάς» του 1853.   

Είναι και το σπαραξικάρδιο τραγούδι, «Gondola no Uta», που τραγουδάει στην ταινία ο ίδιος ο Τακάσι Σιμούρα, με το χιόνι να πέφτει στην κούνια της παιδικής χαράς, που ο ίδιος έφτιαξε πριν φύγει από την ζωή. Από τις πιο ποιητικές σεκάνς του παγκόσμιου σινεμά σε ρεσιτάλ φωτογραφίας του Ασακάζου Νακάι. Το τραγούδι γράφτηκε το 1915 και μιλάει για τις γυναίκες που πρέπει να βρουν την μεγάλη αγάπη πριν κλείσει ο χρόνος της ζωής τους. Μάλιστα, ο Κουροσάβα υπέδειξε στον Τακάσι Σιμούρα (από τους μόνιμους συνεργάτες του σκηνοθέτη), πώς για να το τραγουδήσει σωστά διοχετεύοντας το εσωτερικό συναίσθημα πρέπει να αισθάνεται σαν ένας ξένος σε ένα κόσμο που πιστεύει πως δεν υπάρχει. Υπέροχη στιγμή.

Ο «Καταδικασμένος» ήταν από τις αγαπημένες ταινίες του Ακίρα Κουροσάβα, ενώ βρίσκεται στην λίστα του Αμερικανού κριτικού ταινιών Στίβεν Σνάιντερ με τις 1001 ταινίες που πρέπει να δει ο κινηματογραφόφιλος πριν αποχωρήσει από την ζωή. Σύμφωνα με το BBC η ταινία του Κουροσάβα καταλαμβάνει την 72η θέση των μη αγγλόφωνων αριστουργημάτων της 7ης Τέχνης. Μην την χάσετε!

«Αυτή, Αυτό και τα Μυστήρια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 2

Η Αλίκη των ογδόντα επτά Μάηδων, η ψιλόλιγνη μορφή με το συγκαταβατικό χαμόγελο, το άπληστα δεμένο στα πλούσια, σαρκώδη χείλη της, να μοιάζει με αρματωμένο, πειρατικό καράβι έπειτα από σπουδαία κουρσέματα στα Αρχιπελάγη της ζωής, έλεγε με την απαλή και θρεπτική σαν μητρικό γάλα φωνή της: «Να ξέρεις Γιώργο μου, είσαι αυτό που σκέφτεσαι. Βλέπεις τον εαυτό σου σκλάβο, σκλάβος είσαι. Βλέπεις τον εαυτό σου αποτυχημένο, άτυχο, αδικημένο ή ριγμένο, όλα αυτά είσαι. Σε σκέφτεσαι, ελεύθερο, μαχητή, δίκαιο, μετρημένο και ήρεμο; Ε, αυτά θα είσαι και έτσι θα συναλλάσσεσαι με τα απειλητικά στίφη των ηλιθίων. Η ανθρώπινη ζωή είναι ο μέγας πόλεμος της ψυχής και οι νικητές ελάχιστοι. Το πέρασμα από την μια όχθη του άγριου και ορμητικού ποταμού στην άλλη είναι δύσκολο και να γνωρίζεις πως δεν είναι για όλους. Να το θυμάσαι όταν θα έχω αποχωρήσει από τα γήινα και θελήσεις να το διασχίσεις. Πνίγονται αμέτρητοι, χάνονται μυριάδες στα μαύρα, φουσκωμένα νερά του και όσοι βγαίνουν σώοι απέναντι είναι οι εκλεκτοί, μετρημένοι στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού».

Αυτή ήταν η Αλίκη μου. Έφυγε από την ζωή των ανθρώπων, μόλις προχθές, ημέρα Κυριακή, την πρώτη του Σεπτεμβρίου του έτους 2019 σαν μεταφυσικό, κλεισμένο ραντεβού με την ημερομηνία του ερχομού της: 1η Σεπτεμβρίου 1932.

Η Αλίκη ήταν η τρίτη, κατά σειρά, θυγατέρα μεγαλοαστικής, αθηναϊκής οικογένειας, που γνώρισε απέραντες χαρές, πλούτη, δύναμη, αναγνώριση, αλλά και βαθιές, κατασκότεινες λύπες, οικονομικές καταστροφές, ένδεια, αβεβαιότητα, γευόμενη συνάμα την ανθρώπινη απόρριψη γιατί ήταν καλύτερη τους. Πάντα, όμως στεκόταν αλύγιστη και άκαμπτη σαν εκείνους τους μεγαλοπρεπείς, ακατέργαστους ψηλούς, πέτρινους όγκους, τους φυτεμένους στα σώματα των άγριων νερών, τους εκτεθειμένους στο μένος του υγρού στοιχείου, ψιθυρίζοντας συνεχώς στις δύσκολες στιγμές της, ως άντληση εσωτερικής δύναμης, μια κρητική μαντινάδα που την υπεραγαπούσε: «Η κορφή είναι πάντα κορφή κι ας είναι χιονισμένη. Τον βράχο δέρνει η θάλασσα μα πάντα βράχος μένει».

Οι απώλειες αγαπημένων της ανθρώπων, οι περισσότεροι σε νεαρά ηλικία, την σημάδεψαν καίρια και με απέραντη γνώση κράτησε τις προσωπικές της αποστάσεις από το λεγόμενο μοιραίο, το προδιαγεγραμμένο, το ανεξήγητο, ακολουθώντας αισιόδοξα και ανθρώπινα όλες τις προκλήσεις. Πουθενά δεν κιότεψε και ουδέποτε χαρακτηρίστηκε ως ρίψασπις. Αδιαμαρτύρητα μαχόταν μέχρις εσχάτων στα τραγικά γεγονότα που την αντάμωναν σαν να δοκίμαζε η ίδια η φύση της ζωής τις αντοχές της, την πίστη της και την πνευματικής της ρώμη. Έπειτα από τις μακροχρόνιες, πάσης φύσεως, μάχες της αναφωνούσε συνειδητοποιημένα με ελαφρό μειδίαμα: «όπαλακια, δεν πειράζει!», να έρχεται όμως στα χείλη της σαν ελεγεία, βγαλμένη από την βοή της μάχης και τις οπλές των ματωμένων αλόγων.

Κάπνιζε ένα πακέτο Καρέλια την ημέρα και έπινε ως σώφρων και μόνο με παρέα, μέχρι τα τελευταία μέτρα της γήινης πορείας της. Αθεράπευτη κοκέτα, ποτέ ατημέλητη, ήταν η θρυλική, δυναμική ξανθομαλλούσα θεά στα νιάτα της με την θανατική κορμάρα και τα αστραφτερά μάτια στο χρώμα του νεφρίτη, δημιουργώντας παρανάλωμα σε εκατοντάδες ανδρικές καρδιές στα κολαστήρια του έρωτα. Διέθετε, όμως μια μαλαματένια κουβέντα για τον κάθε έναν επίδοξο εραστή.

Γνώρισε πολέμους, εμφύλιους, τις εφιαλτικές, πολιτικές καταστάσεις και την πολιτιστική, ιστορική χρεοκοπία της Ελλάδας, αναφέροντας γλυκόπικρα: «Είναι τραγικό, ο μεγαλύτερος δοσίλογος του σκότους να είναι ο ίδιος ο ελληνικός λαός». Σπούδασε στο Κέιμπριτζ, Αγγλική Λογοτεχνία, παρότι επιθυμούσε τις Η.Π.Α., αλλά οι γονείς της θεωρούσαν μακρινή, οπότε και απαγορευτική την μεταξύ τους απόσταση.

Το μεταπτυχιακό της το πήρε στο Παρίσι σε ηλικία 38 ετών και στα 43 της κέρδισε το διδακτορικό της. Εργάσθηκε 23 χρόνια σε κάποιο πανεπιστήμιο του Μπορντό, που δεν ενθυμούμαι ποιο, με απέραντες στερήσεις και ουρανομήκη εμπόδια, ως καθηγήτρια στην έδρα του Κλασικού Ελληνισμού, γράφοντας τέσσερα βιβλία, που ποτέ δεν τα εξέδωσε. «Η προίκα των τέκνων και των εγγονιών μου», είχε πει κάποτε για τα γραπτά της. Ρούφηξε μονοκοπανιά την γενιά του Μάη του ’68, προκαλώντας τήν, τότε, καλλιτεχνική, παρισινή νομενκλατούρα ως την φάρα των «πουλημένων αξιών» και της «ιδιοτελούς επανάστασης».

Γνώρισε προσωπικά τον Βάρναλη, τον Τσαρούχη, τον Βεντούρα, τον τρελο-Κερκυραίο όπως τον αποκαλούσε και σε ηλικία 37 χρόνων συνέφαγε με τον Τόλκιν, αλλά και με τον Ντερκ Μπόγκαρντ, τον εκθαμβωτικό, νεαρό Μάικλ Κέιν, τον Κλοντ Λελούς και άλλους γνωστούς, που δεν υπάρχει λόγος να αναφέρουμε γιατί θα θυμώσει. Η μεγάλη της αγάπη ήταν ο Δημήτρης Λιαντίνης, που συχνά καυγάδιζαν σαν χειμαρρώδη, έφηβα πνεύματα, άλλοτε τηλεφωνικώς και άλλοτε δια ζώσης, όπως μας εξιστορούσε η Μυρτώ, πάνω στις, «φαινομενικά», αγεφύρωτες απόψεις τους: «Κόντευε να με τρελάνει ο ξεροκέφαλος Λάκωνας», έλεγε και άναβε ένα τσιγάρο για να καλμάρει. Η «φυγή» του Λιαντίνη μάθαμε πως στοίχησε στην Αλίκη και πάντα τον ανέφερε στις συζητήσεις μας.    

Μετά το Νόμπελ του Ελύτη, οι Γάλλοι φοιτητές της την παρότρυνα να προσκαλέσει στο πανεπιστήμιο τον νομπελίστα και εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο λόγος ήταν γιατί η Αλίκη θεώρησε, ότι ο μέγας, Έλλην ποιητής ξεπουλήθηκε στα θρησκευτικά ιερατεία για την δόξα.

Την Αλίκη την γνώρισα μέσω της θυγατέρας της, την Μυρτώ, πριν δεκα εννέα χρόνια σε μια εκδρομή στο ναό του Απόλλωνα στο Λύκειο Όρος της Μεγαλόπολης Αρκαδίας. Από τότε γίναμε αχώριστοι. Ποτέ δεν ήρθε σε γάμο με τον πατέρα των τέκνων της και ο γιός της, ο Ζαν, και η θυγατέρα της, η Μυρτώ, μεγάλωσαν μαζί της, απουσία πατρός. Τολμηρό για εκείνες τις εποχές όχι πάντως για την Αλίκη, που ήταν γυναικάρα στο έξω της και παλίκαρος στο μέσα της.            

Στα τέλη του Ιούλιου η Αλίκη κατέβηκε με τον εγγονό της, τον Έκτορα, σε μια από τις καθιερωμένες επισκέψεις της στην Βάρκιζα. Ξοδέψαμε ένα υπέροχο βράδυ με ούζο, που το λάτρευε, στον Ναυτικό Όμιλο, δίπλα στην θάλασσα, κουβεντιάζοντας για την Τύχη, την θέα Τύχη των δυο όψεων. Η ώρα έφτασε 4 το ξημέρωμα και οι εννιά τον αριθμό ομοτράπεζοι ήταν γαντζωμένοι ακούραστα από τα χείλη της, γερά δεμένοι στην δύναμη του νου της, το νεανικό σφρίγος της, την ανδρεία της σκέψης της, την γοητεία της ηλικίας της και την γλυκιά της αύρα. Πώς πέρασε η ώρα, ούτε που το νοιώσαμε. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για τα μέσα του Σεπτεμβρίου. Δεν προλάβαμε. Η συνάντηση της με την «απελευθέρωση» της γήινης αποστολής της είχε καθοριστεί και αναβολή, μάλλον, δεν έπαιρνε.

Καλό ταξίδι εύχομαι να έχεις πανέμορφη και αγαπημένη μου Αλίκη και είναι βέβαιον πως θα συναντηθούμε κάπου, κάποτε ξανά για να συνεχίσουμε. Η συλλεκτική αφίσα της ταινίας «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» ως δώρο σου σε κάποια γενέθλια μου κοσμεί τον βορειοδυτικό τοίχο, εκ δεξιών του γραφείου μου, για να σε θυμάμαι. Όπως και το ξύλινο δελφίνι σου, το σουβενίρ από ένα ταξίδι σου στη Φαιστό, φυλάει, προσεκτικά τα νώτα μου. Και θα σε θυμάμαι πάντα, Δέσποινα και Αλικάκι μου, γιατί πρόσφερες ανιδιοτελώς, σε όποιον τις αναζητούσε, τις κρυφές, άρρητες μυσταγωγικές λέξεις, αυτές που σέρνουν τον βράχο της σπηλιάς για να φωτίσει την είσοδο και τα σκοτεινά δώματα ο Λαμπαδίας μας.    

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Κέιτ Μπλάνσετ, Μπίλι Κρούνταπ, Κρίστεν Γουίγκ, Έμα Νέλσον
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Η δυναμική και μποέμισα Μπερναντέτ Φοξ (Κέιτ Μπλάνσετ – απίθανη όπως πάντα!) ζει άεργη μια υπέροχη ζωή στο καινούργιο, τεράστιο σπίτι της στο Σιάτλ μαζί με τον σύζυγο της – ιδιοκτήτη εταιρείας λογισμικού -, τον  Έλγκι (Μπίλι Κρούνταπ – καλός) και την 13χρονη, έξυπνη κόρη της, Μπι (Έμα Νέλσον –καλή), η οποία είναι τάλε κουάλε η μητέρα της σε νεαρή ηλικία.

Το μόνο που απουσιάζει από την Μπερναντέτ είναι η περιπέτεια. Πρώην σπουδαία αρχιτέκτων, η μοναδική καταγεγραμμένη γυναίκα στην δεκάδα των σπουδαίων, Αμερικανών αρχιτεκτόνων, που άλλαξαν την φιλοσοφία στα οικιστικά δεδομένα, αποφάσισε κάποια στιγμή να αφήσει πίσω της το δημιουργικό της επάγγελμα, τα χρήματα, την δόξα και να απομονωθεί στο Σιάτλ.

Όταν η Μπερναντέτ εξαφανίζεται πριν από ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική, μπαϊλντισμένη από την μετριότητα και την ανθρώπινη βλακεία, η 13χρονη κόρη της θα κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει, ανακαλύπτοντας στην πορεία συγκλονιστικά στοιχεία από το παρελθόν της μητέρας της.

Σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρία Σεμπλ, που κυκλοφόρησε το 2012 και ένα χρόνο μετά η Annapurna Pictures και η Color Force εξασφάλισαν τα δικαιώματα για την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία και σενάριο του 59χρονου Τεξανού, υποψήφιου για Όσκαρ Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Μεγαλώνοντας» – 2014).

Το plot είναι βατό, απλό, κατανοητό και πραγματεύεται την εγκλωβισμένη δημιουργικότητα εμπνευσμένων, ευφυών ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τον επαγγελματικό στίβο λόγω υπαρξιακών απόψεων – εδώ είναι η αρχιτέκτων Μπερναντέτ – και αναγκάστηκαν να βιώνουν μια συμβατική ζωή πολιορκούμενοι ανηλεώς από την βαρεμάρα και την κοινωνική ρηχότητα. Ο Λόρενς Φίσμπερν το διατυπώνει μοναδικά στην ταινία: «Όταν οι δημιουργικοί άνθρωποι σταματούν να δημιουργούν, είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία». Και αυτό γίνεται. Η Μπερναντέτ είναι μια κινούμενη βόμβα που την ενοχλούν τα πάντα και οι πάντες.

Υπέροχα και ωραία έως εδώ και η Μπλάνσετ (μέγιστη κινηματογραφική περσόνα πια) ερμηνευτικά υποστηρίζει άψογα τον χαρακτήρα της ηρωίδας (ευκολάκι για την Κέιτ), με καλογραμμένους διαλόγους και πολιτισμένη, ενδιαφέρουσα κόντρα ανάμεσα στο καταξιωμένο θηλυκό και το επίσης, έξυπνο αρσενικό, που έχει δίπλα του μια θρυλική αρχιτέκτονα, ρισκάροντας, επίσης, επαγγελματικά στον χώρο της τεχνολογίας (παίζει αδιόρατα η ζήλεια από την πλευρά του αρσενικού, δίχως να είναι αυτοσκοπός). Μαζί με δυο τρία ευχάριστα και καλά κινηματογραφημένα περιστατικά, που εξηγούν τους λόγους της ανίας που νοιώθει η εγκλωβισμένη Μπερνανέτ, η ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ρολάρει primavista, δίνοντας, μάλιστα, όμορφους τόνους στην ψυχοσύνθεση της ευφυούς γυναίκας, που βρίσκεται σε δημιουργική ακαμψία.

Η συνταγή χαλάει, όταν μετά από ένα σοβαρό γεγονός με το FBI, που κινδύνεψε το ζευγάρι να χάσει όλη την περιούσια του και ευθυνόταν η Μπερναντέτ, ξεκινάει η άνευ προηγουμένων αμερικανιά και το κινηματογραφικό όνειρο στοιχειώνεται άδοξα σε γλυκανάλατη περιπέτεια αναζήτησης της αρχιτεκτόνισσας κατά μεριά του Νότιου Πόλου και της Ανταρκτικής, ψάχνοντας εκεί η κυρία τον χαμένο της εαυτό.

Ενώ ο  Λινκλέιτερ το έχει το θέμα με τις οικογενειακές διαφορές, την σχέση του ζευγαριού που βρίσκεται σε ελώδη κατάσταση, όπως το «Πριν τα Μεσάνυχτα», καταφέρνοντας να βγάζει μια γλυκιά θεατρικότητα, στα τελευταία 45 λεπτά, περίπου, της ταινίας χάνει τον προσανατολισμό του και βουτάει λαίμαργα στα ζαχαρένια βάζα της κομεντί. Η Μπλάνσετ απτόητη, απλά κερδίζει επάξια τον μισθό της και τους θεατές.     

(It Chapter Two)         

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άντι Μουσιέτι
  • Με τους: Τζέιμς ΜακΑβόι, Τζέσικα Τσάστεϊν, Μπιλ Χέιντερ, Αϊζέια Μουσταφά, Τζέι Ράιαν, Τζέιμς Ράνσον, Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Άντι Μπιν, Τζάντεν Μαρτέλ, Γουάιτ Όλεφ, Σοφία Λίλις, Φιν Γούλφχαρντ, Τζέρεμι Ρέι Τέιλορ, Τσόουζεν Τζέικομπς, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ, Ξαβιέ Ντολάν
  • Διάρκεια: 169’
  • Διανομή: Tanweer

Κάθε 27 χρόνια το κακό επισκέπτεται την πόλη του Ντέρι. Ο αιμοσταγής κλόουν Πέινγουαϊζ επέστρεψε. Οι δρόμοι των κεντρικών χαρακτήρων διασταυρώνονται και πάλι.

Μπορεί οι φίλοι από το «Κλαμπ των Χαμένων» να έχουν μεγαλώσει και να έχουν φύγει μακριά, ο όρκος, όμως, που έδωσαν ως προέφηβοι να συγκεντρωθούν όταν θα εμφανιστεί το κακό πρέπει να εκπληρωθεί. Και έτσι γίνεται.

Μια δολοφονία 27 χρόνια μετά από εκείνα τα τρομερά γεγονότα, το κρίσιμο τηλεφώνημα φέρνει πίσω την παρέα στο Ντέρι, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν για να μάθουν την προέλευση του «Αυτού» και, φυσικά, να δώσουν το οριστικό τέλος .

Το να επαναλαμβάνεσαι ως γραφιάς δεν είναι ό,τι το καλύτερο και αναφέρομαι στον εαυτό μου. Το «Αυτό», το Πρώτο και το Δεύτερο βιβλίο, είναι από τα πιο δυνατά μυθιστορήματα φανταστικού τρόμου του «βασιλιά» της ανατριχίλας Στίβεν Κινγκ. Η πένα του Κινγκ στο πρώτο βιβλίο μεγαλουργεί και στο δεύτερο χάνεις τον ύπνο σου.

Επαναλαμβάνομαι, λοιπόν, γράφοντας, πως ο δημοφιλής και καθ΄ όλα αγαπητός και πολύ-βραβευμένος Αμερικανός παραμυθάς των σκοτεινών ιστοριών, που δημιούργησε μια τεράστια σχολή με μύριους μαθητές ανά τον κόσμο, είναι για να διαβάζεται και σπανίως, κάτω από ειδικές συνθήκες να βλέπεται. Ελάχιστοι σκηνοθέτες συν-ταξίδεψαν γόνιμα με την πνευματική πολυπλοκότητα του Κινγκ και όσοι το πέτυχαν οι ταινίες τους έγραψαν ιστορία στην 7η Τέχνη.

Επαναλαμβάνω: Ελάχιστοι και κάποια στιγμή θα γράψουμε ένα άρθρο για τις επιτυχημένες συζεύξεις των λίγων σκηνοθετών που ταυτίστηκαν με την πνευματική διάσταση του Κινγκ και ποια είναι τελικά τα «μαγικά» συστατικά που εκτόξευσαν στον ουρανό τις ταινίες τους. Ο Κίνγκ, αν και σούπερ εμπνευσμένος και φτασμένος συγγραφέας ιστοριών τρόμου, αλλά και άλλων μυθιστορημάτων, δεν στεφανώνεται με τον νικηφόρο, κινηματογραφικό κότινο ως προς τις μεταφορές των βιβλίων του στο άσπρο πανί. Σε αυτό, βέβαια, δεν φταίει ο συγγραφέας, αλλά ο σκηνοθέτης.

Οι υπόλοιποι, εκτός αυτών των ελαχίστων σκηνοθετών, που ονειρεύτηκαν να μεταφέρουν μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη και, δυστυχώς, το όνειρό τους υλοποιήθηκε είναι για να πετάνε σουσαμάκι στα περιστέρια της πλατείας Συντάγματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον εν λόγω σκηνοθέτη, Άντι Μουσιέτι, που φιλμάρισε και το Πρώτο μέρος του «Αυτού», το οποίο γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και κάπως βλεπόταν η ταινία. Στο Δεύτερο Κεφάλαιο του «Αυτού» η βαρεμάρα στην πλοκή σε συνδυασμό με την μεγάλη διάρκεια προβολής (169 λεπτά) σε στέλνουν κυριολεκτικώς αδιάβαστο. Η ταινία είναι εντελώς κλισαρισμένη και εκτός του ότι το μοντάζ έχει τον ασυμμάζευτο, λειτουργεί δίχως ρυθμό και ατμόσφαιρα σαν οι σεκάνς να είναι τοποθετημένες σε μια βάση όπως τα γνωστά τουβλάκια της Λέγκο, δίχως καμπύλες και στρογγυλάδες. Το δε σημαντικό στοιχείο που αφορά την προέλευση του κακού Πέινγουαϊζ είναι τόσο πρόχειρα δουλεμένο, που δεν ξέρεις από πια μεριά να γύρεις να κοιμηθείς.

Οι παρουσίες των, κατά τα άλλα, εξαιρετικών ηθοποιών: Τζέιμς ΜακΑβόι, Μπιλ Σκάρσγκαρντ και της Τζέσικα Τσάστεϊν, λειτουργούν ως κράχτες και όχι επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε άπειρος ηθοποιός θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους μονοδιάστατους και επίπεδους ρόλους σε αυτή την αδιάφορη ταινία τρόμου του Μουσιέτι, που ως βιβλίο έγραψε ιστορία. Κρίμα και πάλι κρίμα για την απουσία δυναμικής. Goodnight to everybody!

(The Last Movie)                                

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1971) κόπια ψηφιακά αποκαταστημένη σε 4Κ
  • Σκηνοθεσία: Ντένις Χόπερ
  • Με τους: Ντένις Χόπερ, Στέλα Γκαρσία, Ντον Γκόρντον, Τζούλι Ανταμς, Σίλβια Μάιλς, Πίτερ Φόντα, Σάμιουελ Φούλερ, Κρις Κριστόφερσον
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (1971)

Κατά τη διάρκεια γυρίσματος ενός χολιγουτιανού γουέστερν σε ένα απομακρυσμένο χωριό στο Περού ένας ηθοποιός χάνει την ζωή του από ατύχημα. Όταν η παραγωγή ολοκληρώνεται, ο κασκαντέρ Κάνσας (Ντένις Χόπερ –πολύ καλός!), παραμένει εκεί, προσπαθώντας να βρει τη λύτρωση στην απομόνωση του Περού και στην αγκαλιά μιας πρώην πόρνης.

Την ίδια στιγμή, οι ντόπιοι Προυβιανοί έχουν καταλάβει το εγκαταλειμμένο σκηνικό της ταινίας και ξεκινούν να στήσουν μια τελετουργική, ρεαλιστική αναπαράσταση της παραγωγής, με τον Κάνσας ως το εξιλαστήριο θύμα τους.

Για πρώτη φορά προβάλλεται στην Ελλάδα η ταινία του Ντένις Χόπερ σε δίκτυο διανομής (προβλήθηκε το 2004 στα 35 mm στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας), που ενώ καταχειροκροτήθηκε στην Βενετία το 1971, κερδίζοντας το βραβείο των Κριτικών, η Universal ακύρωσε την διανομή της, ως αντισυμβατική παραγωγή, τοποθετώντας το 35άρι φιλμ στο ράφι.

Η ταινία για δεκαετίες ήταν ο χαμένος θρύλος, το χρυσό Γκράαλ για τους κινηματογραφόφιλους και μόνο κάποιες προβολές γινόντουσαν από μια κακής ποιότητας βιντεοκασέτα VHS. Γι αυτό στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και στην προβολή της «Τελευταίας Ταινίας» του Χόπερ είχε συμβεί το αδιαχώρητο.

Από μόνη της, λοιπόν, η δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του Χόπερ, έπειτα από τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη» (Easy Rider) είχε αποκτήσει το ανεξίτηλο άρωμα του ακριβοθώρητου cult movie. Ανάμεσα στους φανατικούς της θαυμαστές και σε αυτούς που βοήθησαν όσο λίγοι στην διάσωσή της, συγκαταλέγεται και ο Άλεξ Κοξ («Repo Man», «Straight to Hell», «Σιντ και Νάνσι»).

Έτσι το 2018 ολοκληρώθηκε επιτέλους η ψηφιακή της αποκατάσταση σε ποιότητα 4Κ και προβλήθηκε με επιτυχία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Σειρά και της Ελλάδας να απολαύσουν οι κινηματογραφόφιλοι το πραγματικά ενδιαφέρον δημιούργημα του Ντένις Χόπερ, που μαζί με τον σκηνοθέτη, παίζουν επίσης: ο Κρις Κριστόφερσον, αλλά και ο προσφάτως αποθανών, έτερος «Easy Rider», Πίτερ Φόντα.

 Η ιστορία είναι γραμμένη από τον Στιούαρτ Στερν, τον συγγραφέα του «Επαναστάτη Χωρίς Αιτία» (1955) με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ντιν, όπου ο Ντένις Χόπερ έχει ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Την σεναριακή μεταφορά της «Τελευταίας Ταινίας» ανέλαβε ο ίδιος ο Χόπερ, διαμορφώνοντας τα σκηνοθετικά στοιχεία, ώστε ο επηρεασμός από το αρτηριακό σύστημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ να είναι εμφανής.

Δείτε την διότι, κατά πρώτον είναι σπουδαίο μουσειακό είδος και κατά δεύτερον για την εποχή της είναι, πραγματικά, καινοτόμος ταινία. Αναλογιστείτε, ότι γυρίστηκε το 1971 με προϋπολογισμό ενός εκατομμυρίου δολαρίων, εποχή που το Χόλιγουντ διένυε την μεγάλη, υπαρξιακή κρίση του. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ένα από τα major studios, όπως είναι η Universal, να έπαθε καρδιακή εμβολή, βλέποντας την ταινία του Χόπερ με τους εύστοχους, πειραματικούς ακροβατισμούς της, αλλά και την καλλιτεχνική μεν, αυθάδεια δε, προς το χολιγουτιανό σύστημα. Όχι μόνο έβαλαν την ταινία του στα αζήτητα, αλλά για μια δεκαετία ο Ντένις Χόπερ ήταν εξόριστος από την μεγάλη «οικογένεια» της μέκκας του σινεμά.   

(Le Notti di Cabiria)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1957) κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Φρανσουά Περιέ, Ενιο Γκιρολάμι, Μάριο Πασάντε
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας (1958) – Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Τζουλιέτα Μασίνα) και Ειδικό Βραβείο στον Φεντερίκο Φελίνι στο Φεστιβάλ Κανών (1957) – 4 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου Σκηνοθεσίας – Παραγωγής –Α΄και Β΄ Γυναικείου Ρόλου)

Η αγαθιάρα και φτωχιά, λαϊκή πόρνη, η Καμπίρια (Τζουλιέτα Μασίνα – καταπληκτική), που ζει κι επιβιώνει στις εργατικές συνοικίες της Ρώμης, μια νύχτα θα βρεθεί στην πολυτελή έπαυλη ενός σταρ του σινεμά. Από κει θα φύγει άπραγη, ενώ σε μια άλλη περίπτωση θα συμμετάσχει σε νούμερο ταχυδακτυλουργού ενός συνοικιακού βοντβίλ.

Εκεί θα την γνωρίσει ένας ομορφονιός, ο οποίος θα της πουλήσει έρωτα. Σε ένα τους ραντεβουδάκι θα την οδηγήσει σε ένα δασάκι δίπλα σε έναν γκρεμό, θα της αρπάξει όλες της τις οικονομίες και θα εξαφανιστεί. Η γλυκιά και αφελής Καμπίρια θα κλάψει για την εξαπάτησή της, αλλά στο συναρπαστικό φινάλε θα γίνει ένα με μια παρέα νέων αγοριών και κοριτσιών που κατηφορίζουν χαμογελαστοί, τραγουδώντας στον δρόμο. Η ζωή αποδεικνύεται υπέροχη ακόμα και μετά τη συντριβή.

Η «Καμπίρια» ως ταινία ανήκει στην πρώτη σκηνοθετική περίοδο του Φελίνι και είναι γυρισμένη ακριβώς μετά τους «Βιτελόνους» του 1953. Στο σενάριο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, στην παραγωγή βρίσκεται ο Ντίνο Ντε Λαουρέντις και στους διαλόγους πάλλεται η αιρετική και ευαίσθητη πένα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι.

Η δε ερμηνεία της Μασίνα είναι έντονη, δυνατή, εσωτερική, ένα τεράστιο, ορμητικό κύμα στην μεγάλη οθόνη που κατακλύζει τον θεατή.

Ο Φελίνι στήνει στα έξι μέτρα το καθολικό ιερατείο, σατιρίζοντας τα ψευδοθαύματα και το ανηλεές, θρησκευτικό εμπόριο της ελπίδας σε απλούς ανθρώπους που αναζητούν σανίδα σωτηρίας. Το Βατικανό γύρισε επιδεκτικά την πλάτη του στην ταινία, ενώ αρκετές σκηνές από την υπόθεση μπήκαν στο χειρουργικό κρεβάτι της λογοκρισίας και άνευ αναισθητικού αφαιρέθηκαν.

Την επιτυχία της «Καμπίρια», βέβαια, ουδείς και με ουδένα τρόπο δεν μπορούσε να την αναχαιτίσει και όπου προβλήθηκε δέχθηκε διθυράμβους και αμέσως σηκώθηκε στο θεατρικό σανίδι του Μπρόντγουεϊ με τον τίτλο «Sweet Charity».

Η συνέχεια γνωστή στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, καθώς το 1968, γυρίστηκε το κινηματογραφικό remake με τον ίδιο τίτλο σε σκηνοθεσία του Μπομπ Φος, σενάριο του Νιλ Σάιμον και πρωταγωνιστές την Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τον Ρικάρντο Μονταλμπάν, τον Σάμι Ντέιβις Τζ., την Μπάρμπαρα Μπουσέ και τον αειθαλή θεατράνθρωπο Τζον ΜακΜάρτιν.

Φυσικά η μουσική της ταινίας είναι του Νίνο Ρότα.

(Les Rivières Pourpres)     

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2000)
  • Σκηνοθεσία: Ματιέ Κασοβίτς
  • Με τους: Ζαν Ρενό, Βενσάν Κασέλ
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: StraDa Films

Δυο διαφορετικές αστυνομικές έρευνες, 300 χιλιόμετρα μακριά η μια από την άλλη, προβληματίζουν τους αστυνομικούς επιθεωρητές που τις αναλαμβάνουν. Ο Πιέρ Νιμάνς (Ζαν Ρενό) είναι ο έμπειρος επαγγελματίας, που αναλαμβάνει μια περίεργη υπόθεση στη Γκερνόν, μια κωμόπολη στους πρόποδες των Άλπεων, όπου το πανεπιστήμιο αποτελεί τον πυρήνα της.

Αντικείμενό του ένας απίστευτα βίαιος και μεθοδικά εκτελεσμένος φόνος. Από την άλλη έχουμε τον νέο, πανέξυπνο, μοναχικό άλλα και βίαιο αστυνομικό Μαξ Κερκεριάν (Βενσάν Κασέλ), που διεξάγει έρευνες σχετικά με έναν βεβηλωμένο τάφο σε νεκροταφείο του Σαρζάκ, αλλά και μια διάρρηξη δημοτικού σχολείου.

Η έρευνά των δυο υποθέσεων τον οδηγεί στα χνάρια του μυστηριώδους θανάτου ενός κοριτσιού είκοσι χρόνια πριν. Η δύο έρευνες θα συγκλίνουν και τελικά θα συναντηθούν φέρνοντας στο φως ένα απίστευτο παρελθόν.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα, μέτρ των αστυνομικών ιστοριών, Ζαν Κριστόφ Γκρανζέ σε σκηνοθεσία του Ματιέ Κασοβίτς (Μίσος). Τα  «Πορφυρά Ποτάμια»  ήρθαν ακριβώς τρία χρόνια μετά από την όχι και τόσο επιτυχημένη ταινία του Κασοβίτς «Δολοφόνοι» (1997) και ο σκηνοθέτης είναι φανερά συγκεντρωμένος στην προσπάθεια να κτίσει ένα αστυνομικό θρίλερ υψηλών προδιαγραφών για να πάρει τα πάνω του.

Δεν το πετυχαίνει, παρότι ακολουθεί, στο μέτρο του δυνατού, όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές του κινηματογραφικού είδους, αρχής γενομένης από τα ειδεχθή εγκλήματα έως την ακολουθία των ερευνών, δυστυχώς, η ταινία, όσο έντιμη θέλει να δείχνει, πάσχει σοβαρά από ατμόσφαιρα, ρυθμό και εκπλήξεις. Όλα εκτυλίσσονται ταχύτατα και τα κλου ξοδεύονται επίσης γρήγορα με αποτέλεσμα ο δρόμος για το αποθεωτικό φινάλε να πλακώνεται από χιονοστιβάδα και χάνεται.

«Παρανοϊκές μάνες και μούσκουλα κόντρα στην Γλυκιά Ζωή», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 1

«Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει. Τοις των φίλων λόγοις αεί πιστεύομεν…» Είναι η αρχή και οι τέσσερις, σταθερές προτάσεις του πρώτου κειμένου που άρχισε να συστήνεται σε εμάς η αρχαία ελληνική γλώσσα, για όσους θυμούνται, όταν περάσαμε κομπλαρισμένοι το κατώφλι του Γυμνασίου, πριν αρκετά χρόνια. Το αποστηθίσαμε σχεδόν το κείμενο. Ήταν τόσο δυνατό, που επιθυμούσαμε να το κάνουμε δικό μας. Νομίσαμε πως καταγράφηκε κυτταρικά και σφραγίστηκε ντιενεϊκά στα αξιακά κελύφη των συμπεριφορών μας. Τουλάχιστον έτσι θέλαμε να πιστεύουμε.

Σε συνέχεια της όποιας πορείας μας, στις ανταγωνιστικές περιόδους των ενηλικιώσεων μας, όταν η εγωπάθεια τυφλωμένη από την έπαρση μεγάλωνε και ολοένα ψήλωνε στην αρένα του χρόνου, όλα τα περί φιλίας και ειδικά τα περί φιλότητας, ανά πάσα στιγμή, μάτωναν και αιμορραγούσαν μέχρι θανάτου, στις ανίερες συγκρούσεις της καθιέρωσης με άλλα σκληρά και ανελέητα, ευτελούς δυναμικής αποφθέγματα, όπως «η κατσίκα του γείτονα να αποθάνει», «εγώ είμαι καλύτερος από σένα», «θα σου βγάλω το μάτι πριν βγάλεις το δικό μου».

Φτάσαμε, τελικά, να κοιταζόμαστε σαν τα αγρίμια που ανταμώνουν στα πυκνά, ανήλιαγα δάση και μυρίζονται γρυλλίζοντας, φέρνοντας βόλτες το ένα γύρω από το άλλο έως ότου στήσουν τα όρια της απρόσωπης δύναμης για να αισθάνονται ασφαλή και να ψελλίσουν, πιθανώς, μερικές ανθρώπινες λέξεις. Η μυσταγωγική πίστη της φιλίας γέμισε πυώδεις φλύκταινες ανασφάλειας, ψεύδους, δειλίας και ο λόγος του φίλου, του συντρόφου έγινε μια φούσκα από παραγεμισμένο, ψυχρό αέρα να μοσχοβολά λεηλατημένο, χέρσο βουνό.

Η εγωπάθεια εντός μας μετασχηματίστηκε σε αήττητη Τιτανίδα κατασπαράζοντας ως θεά του λευκού πηλού, πρωτίστως, τον ξενιστή και έπειτα το περιβάλλον του. Η εμπιστοσύνη στον φίλο, στον σύντροφο τρέχει καρατομημένη σαν την σφαγμένη όρνιθα στις πλακόστρωτες αυλές των ιδανικών και των ονείρων. Αστείο το θέαμα και ο τόπος μοσχοβολά βασιλικό, γαρδένια και νυχτολούλουδο. Η δυστυχία μου χορταίνει την ευτυχία σου. Έτσι λένε και είναι άσκοπη όλη η ανθρώπινη πορεία στον πανδαμάτορα χρόνο.

Ας ξεχάσουμε επιτέλους αυτό που συνεχώς σέρνουμε σαν λείψανο πίσω μας σηκώνοντας σκόνη στο ήδη θολό τοπίο και δικαιολογούμαστε φαντασμαγορικά, λέγοντας: «δεν μπορώ γιατί δεν έχω χρόνο!». Πάντα θα μπορούμε και, φυσικά, ποτέ δεν θα έχουμε χρόνο. Ξέχασες, πως από δημιουργίας του, ο χρόνος έχει εσένα και όχι εσύ αυτόν.

Και συνεχίζει εκείνο το απλό κείμενο της Α’ Γυμνασίου : «Ει κινδυνεύετε, ω φίλοι, τους των ανθρώπων τρόπους γιγνώσκετε. Οι μεν γαρ άπιστοι φίλοι ού μετέχουσι του κινδύνου, οι δε πιστοί συνκινδυνεύουσι τοις φίλοις.»         

 

 

  • Είδος: Δράμα, θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Σουηδία Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ
  • Με τους: Βερλέ Μπετένς, Ανί Κοζένς, Μεχντί Νεμπού
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Danaos Films – Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Κριτικής Επιτροπής 20ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος (2019)

Βρυξέλλες, αρχές της δεκαετίας του ’60 Η δεκαετία του ’60 στις Βρυξέλες  βρίσκει την Αλίς (Βερλέ Μπετένς  – καλή) και τη Σελίν (Ανί Κοζένς  – καλή), δυο στενές φίλες, να μένουν σε διπλανά σπίτια, μαζί με τις οικογένειές τους, και φαινομενικά να έχουν τις τέλειες ζωές. Οι άνδρες τους τις αγαπάνε, οι 7χρονοι γιοι τους, ο Μαξίμ και ο Τεό, είναι επίσης φίλοι. Παίζουν μαζί και τα γενέθλια πάρτι τους μαζί και άλλες δραστηριότητες που περνούν όμορφα με τους φίλους και τις οικογένειές τους.

Η τέλεια αυτή αρμονία διαταράσσεται όταν ο Μαξίμ, ο γιός της Σελίν, χάνει τραγικά τη ζωή του. Το ξαφνικό αυτό ατύχημα, θα φέρει αντιμέτωπες τις δύο οικογένειες και θα ταράξει τις ζωές τους. Τα συναισθήματα αγάπης θα δώσουν τη θέση τους στην καχυποψία και τη παράνοια. Οι δύο μητέρες θα ωθήσουν στα όρια τη φιλιά τους στην προσπάθεια τους να προστατέψουν τις οικογένειες τους.

«Πρόκειται για τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος «Derrière la Haine» (Πίσω από το Μίσος) της Βελγίδας συγγραφέως Μπάρμπαρα Αμπέλ, σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη. Ο 48χρονος Βέλγος κινηματογραφιστής της «Παράνομης» (2010), Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ, δυστυχώς, πάσχει από το γνωστό σύνδρομο: έφτασα μια χαρά στην δροσερή πηγή αλλά γάργαρο νερό δεν ήπια γιατί την τελευταία στιγμή, γλίστρησα, έπεσα κάτω, έσπασα χέρια πόδια και έγινα εκατό κιλά αηδία.

Άπαντα πανέμορφα σε ατμόσφαιρα, άψογα δομημένα και άρτια τεχνικώς στην τρίτη κατά σειρά ταινία του Ντεπασέ, ταξιδεύουμε νοσταλγικά στο χιτσκοκικό περιβάλλον της δεκαετίας των σίξτις, κατά Βέλγιο μεριά, με τις υπέροχες χρωματικές στα πλάνα και με σχετική αγωνία από τις υπερ-προστατευτικές μανάδες, που δυσάρεστα γεγονότα τις μετασχηματίζουν σε εμμονικά, ψυχασθενή όντα. Μέχρι εκεί καλά.

Η ψυχονοητική μονομαχία που στήνει ο Βέλγος ανάμεσα στις δυο μητέρες, προσπαθώντας να εξακριβωθεί ποια από τις δυο είναι τελικά η παρανοϊκή που δημιουργεί το πρόβλημα, εκπνέει σύντομα.

Η δύσκολη διαδρομή που έχει επιλέξει στυλιστικά στην ταινία του ο σκηνοθέτης εμφανώς τον εξαντλεί, αναζητώντας να την κλείσει με τις λιγότερο δυνατόν απώλειες. Εκεί που επιβάλλεται να τοποθετηθεί το δια ταύτα στην πλοκή περί μητρότητας και τα θέματα ευλαβικά να ταξινομηθούν με εξυπνάδα, λογική και ειρμό στις θέσεις τους για να μπορούμε, διάολε, να δικαιολογήσουμε τα 97 λεπτά αναμονής, τότε ο φίλτατος Ολιβιέ Μασέ και Ντεπασέ χάνει τα αυγά και τα καλάθια, αποφασίζοντας να κορυφώσει τα του φινάλε του σε μια out of the blue σχηματική κατάσταση, που μοσχοβολά απειρία και απέραντο φράγκικο άρωμα μετριότητας και ακόμα παρακάτω.

 

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
  • Με τους: Ντουέιν Τζόνσον, Τζέισον Στέιθαμ, Ίντρις Έλμπα, Βανέσα Κίρμπι, Έλεν Μίρεν
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο Χομπς (Ντουέιν Τζόνσον – ως έχει) και ο Σο (Τζέισον Στέιθαμ και αυτός ως έχει) είναι οι άσπονδοι φίλοι που θα αναγκαστούν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συμφωνήσουν σε μια άβολη συνεργασία για το γενικότερο καλό. Άλλωστε, ο κόσμος κινδυνεύει από τα σχέδια ενός αδίστακτου αναρχικού τρομοκράτη, του Μπρίξτον Λορ (Ίντρις Έλμπα – εκτός τόπου και χρόνου), ο οποίος είναι έτοιμος να εξαπολύσει μια ανυπολόγιστη βιοχημική καταστροφή που θα αφανίσει την ανθρωπότητα.

Σε συνεργασία με το δίδυμο Χομπς και Σο για την μεγάλη μάχη με τον αδίστακτο, μεταλλαγμένο τρομοκράτη, ρόλο-κλειδί έχει η πράκτορας της MI6, Χάτι (Βανέσα Κίρμπι), η οποία είναι η αδερφή του Ντέκαρντ Σο.     

Από το 2001 που ξεκίνησε, το συγκεκριμένο franchise και μετά από 8 πετυχημένες ταινίες, 5 δισεκατομμύρια εισπράξεις παγκοσμίως στο box-office, η σειρά ταινιών «The Fast & Furious» δημιουργεί το πρώτο της spin-off, στο ίδιο και απαράλλαχτο μοτίβο της άκρατης βαβούρας, της υπερφυσικής δράσης και της άμετρης κλωτσοπατινάδας με το δίδυμο – λίρα Αγγλίας για τα ταμεία – Τζόνσον και Στέιθαμ (Hobbs & Shaw, αντιστοίχως).

Το τί διαδραματίζεται σε αυτό το χρονικό διάστημα των 135 λεπτών προβολής είναι να το βλέπει η Marvel, η DC comics και να δακρύζουν. Απολύτως τίποτα το ανθρώπινο δεν συμβαίνει.

Όλα είναι υπερφυσικά, εξώκοσμα, πέραν πραγματικότητας και αληθοφάνειας σαν να μην ενδιαφέρει τον Ντέιβιντ Λιτς («Atomic Blonde», «Deadpool 2»), σκορδοκαΐλα του δηλαδή, εάν οι πρωταγωνιστές είναι ανθρώπινα όντα και όχι διαστημικές, άφθαρτες μηχανές.

Ο δε εξαιρετικός  Ίντρις Έλμπα νοιώθει τόσο άβολα στο set, μαζί του κι εμείς, ενώ υπάρχουν στιγμές που θες να τον φυγαδέψεις από τα πλάνα και να τον κρύψεις για να πάψει να ρεζιλεύει τον εαυτό του. Μπορεί να έχασε το κοστούμι του Μποντ, αλλά, θαρρώ, ότι αυτό ξεπερνάει και τον ίδιο ως ηθοποιό.   

 

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία Γαλλία (1960) κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ανίτα Εκμπεργκ, Ανούκ Εμέ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Κοστουμιών (Πιέρο Γκεράρντι) – Χρυσός Φοίνικας φεστιβάλ Κανών (1960) – Πρώτο Βραβείο Κριτικών Κινηματογράφου Νέας Υόρκης – Ιταλικό Χρυσό Κύπελλο Σκηνοθεσίας (Φεντερίκο Φελίνι) – Τρία βραβεία της Ένωσης Ιταλών Δημοσιογράφων (Ανδρικής Ερμηνείας –  Σεναρίου – Παραγωγής)

Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – καταπληκτικός!) είναι δημοσιογράφος στη Ρώμη της δεκαετίας του 1950 και καλύπτει τις κοινωνικές ειδήσεις: σταρ του κινηματογράφου, θαύματα και σκάνδαλα της αριστοκρατίας.

Ζητάει ένα βαθύτερο νόημα στην ζωή και νομίζει ότι το μυστικό της ζωής βρίσκεται στον πλούτο, ο οποίος κατά την γνώμη του απελευθερώνει τον άνθρωπο από την συμβατότητα της ζωής. Όταν όμως χάνει τον καλύτερό του φίλο, καταλαβαίνει ότι αλλού είναι το νόημα της ζωής.

Με ένα πρόλογο, επτά καταλυτικά κεφάλαια και ένα επίλογο, στιγμές γεμάτες από σημαντικές συναντήσεις, ο Μαρτσέλο αρχίζει να αλλάζει σκεπτικό και οπτική.

Το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι, που τον καθιέρωσε στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα. Η θρυλική ταινία «La Dolce Vita» είναι ο προθάλαμος του κορυφαίου «8 ½» (1963) με τον ίδιο ήρωα, παρόμοιες προβληματικές και τις ξεκάθαρες αποστάσεις του Φελίνι από τον κινηματογραφικό νεορεαλισμό. Στην Ιταλία έσπασε τα ταμεία με 13.617.148 θεατές, ενώ στην Γαλλία για μη γαλλική παραγωγή έφτασε τους 2.956.094 θεατές.

Η αστική παρακμή αντικατοπτρίζεται με στυλ στην λεία επιφάνεια ενός αξιακού συστήματος  άνευ ήθους και ιερότητας, όπως ακριβώς το άγαλμα του Ιησού που εγκαταλείπει την πόλη μεταφερόμενο σε ένα ελικόπτερο και τις καμπάνες να κτυπούν σαν ένα θρησκευτικό σχόλιο του Φελίνι στην έναρξη της ταινίας, ότι κάθε τι το αγνό είναι πια παρελθόν.

Όσο για την μυθική σεκάνς της ταινίας στην Φοντάνα ντι Τρέβι, για την ιστορία να γράψουμε, ότι γυρίστηκε σε μια εβδομάδα τον μήνα Μάρτιο, όταν ακόμα οι νύχτες στην ιταλική πρωτεύουσα είναι ακόμα πολύ κρύες. Σύμφωνα με τον Φελίνι, σε συνέντευξή του στον γνωστό δημοσιογράφο της νυχτερινής Ρώμης, Κοστάντσο Κονσταντίνι, αναφέρει, ότι η εκρηκτική ηθοποιός Ανίτα Έκμπεργκ βρισκόταν μέσα στο κρύο νερό μόνο με το μαύρο φόρεμά της για ώρες δίχως να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, συνηθισμένη στα κρύα, Σουηδή ούσα.

Ο δε Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, από την άλλη, έπρεπε να φορέσει δυο και τρία αδιάβροχα κάτω από τα ρούχα του για να ζεσταθεί και ακόμα τουρτούριζε από το κρύο. Για να δώσει το τελικό πλάνο της σκηνής και ενώ ένοιωθε σαν να είναι χωμένος σε κατάψυξη, ήπιε, σχεδόν, ένα μπουκάλι βότκα, μέθυσε εντελώς και γύρισε την σκηνή που έμεινε στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά.

Στην ταινία ακούγεται, βέβαια, για πρώτη φορά ο όρος «paparazzo» που αφορά τους «δαιμόνιους» φωτογράφους, όταν προσπαθούν να «κλέψουν» φωτογραφικά προσωπικές στιγμές από τις διασημότητες.

Σε ερώτηση στον Φελίνι για την λέξη «paparazzo», ο σκηνοθέτης απάντησε, ότι προέρχεται από τον φωτογράφο φίλο του δημοσιογράφου Μαρτσέλο, τον Παπαράτσο (υποδύεται στην ταινία ο ηθοποιός Γουόλτερ Σαντέσο) και είναι μια καλαβρέζικη ερμηνεία της ιταλικής λέξης «passero», που σημαίνει «σπουργίτης». Όπως ο ίδιος ο Φελίνι είχε πει, ότι: «Οι φωτογράφοι που χορεύουν και διασκεδάζουν γύρω από τις διασημότητες και τους σταρς, θυμίζουν σπουργίτια».

Για την μουσική του Νίνο Ρότα, τα λόγια περισσεύουν και ο μέγιστος Νίνο θαυματοποιεί και εδώ. Από τα πρώτα μέτρα των μουσικών θεμάτων του score, άλλοτε ελεγειακά, άλλοτε νευρικά και μοντέρνα με ηλεκτρική κιθάρα, άλλοτε το γνωστό του ξέγνοιαστο τσιρκολέτο, άλλοτε αναγεννησιακά και ρομαντικά με τα πειθαρχημένα πνευστά του ανοίγουν αισθαντικά τους ταξιδιάρικους, νοσταλγικούς διαύλους στο υπέροχο σύμπαν της αξέχαστης «Γλυκιάς Ζωής».

«Ηλιοστάσιο εμπνευσμένου τρόμου και ο Ταραντίνο αναδομεί το Χόλιγουντ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Στην εποχή μου, οι κοπέλες δεν πασαλειβόντουσαν σαν πόρνες. Ντυνόντουσαν ανθρώπινα και δεν γυρνούσαν στα σπίτια τους τα ξημερώματα πιωμένες, αφού πρώτα έχουν βγάλει τα «μάτια» τους με τον πάσα ένα άγνωστο. Για να συναντηθώ με την μάνα σου στην ηλικία σου έπρεπε να στηθεί ολόκληρο επιχειρησιακό σχέδιο. Ο παππούς Τάσος ήταν κέρβερος με τις κόρες του», λέει συνομήλικος μου πατέρας στον 17χρονο γιό του.

«Στην εποχή σου, απ΄ ότι έχω ακούσει πατέρα, οι γονείς των κοριτσιών, μαζί και ο παππούς Τάσος, κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Μια χαρά τα κατάφερναν οι κοπέλες με σύμμαχο τις μάνες τους. Έτσι λένε οι ιστορίες της γιαγιάς για την μαμά και τις θείες μου. Η διαφορά σήμερα είναι, ότι τα κορίτσια δεν ταΐζουν βλακόχορτο τους γονείς τους και ό,τι κάνουν το κάνουν στα ίσα», απαντάει ήρεμα ο γιός, που κάθεται πλάι στην ξαπλώστρα με το ένα από τα δυο ακουστικά του κινητού τηλεφώνου στο αυτί του. Το άλλο αυτί είναι αδέσμευτο για να ακούει τον πατέρα του.

«Τί θα δώσεις στα παιδιά σου αύριο για να κατανοήσουν την γενιά σου, να την θαυμάσουν και να προσπαθήσουν να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι από εσένα; Ε, τι ιστορίες θα δώσεις;», αντεπιτίθεται ο συνομήλικος μου κηδεμόνας, μιμούμενος σε ύφος την ολύμπια ηρεμία του ψύχραιμου απογόνου του, δαγκώνοντας όμως το κάτω χείλος του σε άσκηση αυτοσυγκράτησης.

«Ό,τι έδωσες εσύ σε μένα από την δική σου γενιά, θα δώσω και γώ από την δική μου στα παιδιά μου», ξεπετάει στο πιτς φιτίλι ο ευέλικτος έφηβος τον κουρασμένο, εμμονικό ενήλικα.

«Μα, δεν έχετε τίποτα. Είστε η γενιά του τίποτα. Διαδίκτυο, ηλεκτρονικά και η φιλοσοφία του αράχτογλου και κωλοβάρεμα γωνία είστε όλοι οι νέοι σήμερα, ειδικά τα αγόρια. Ποιοι είναι ταγοί του πνεύματος σας, οι μεγάλοι μουσικοί, οι συγγραφείς και τα βιβλία που θα άνοιξουν τους ορίζοντες σας για να πάτε ένα βήμα παρακάτω και να μιλάς για αυτούς στα παιδιά σου με υπερηφάνεια και δέος; Τα τηλεοπτικά πρωινάδικα ή ο κάθε γελοίος ανώμαλος που μοστράρεται στο γιουτιούμπ να λέει ηλιθιότητες και τον έχετε κάνει θεό;  Καλά για πολιτικούς δεν κάνω λόγο, γιατί απ΄ ότι φαίνεται το μέλλον σας διαγράφεται αμφίβολο πολιτικά», αποκαλύπτεται ο πατέρας αλλάζοντας πλευρό στην ξαπλώστρα για να κοιτάει καλύτερα τον γιό του τώρα που πήρε φόρα.

«Δεν έχεις άδικο, αλλά αυτά τα περί γκουρού, φιλοσοφίας και πολιτικών μην την ψάχνεις από την γενιά μου. Ρώτα τους συνομήλικους σου και την δική σου γενιά τι έκανε γι αυτό. Εμείς ακόμα δεν προλάβαμε να σκάσουμε μύτη. Όταν η γενιά μου θα θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, θα λύσει το ενεργειακό πρόβλημα και θα ταξιδεύουμε εκτός του πλανητικού μας συστήματος σε άλλους ήλιους και αστέρες, τότε, κάνε μου ξανά την ερώτηση. Ό,τι μας αφήσατε, αυτό πήραμε», αποκρίνεται με δυνατό άπερκατ απευθείας στο σαγόνι του ξαφνιασμένου πατέρα.

«Δηλαδή εμείς φταίμε που είσαστε άδειοι και η πνευματική σας κενότητα σας δημιουργεί μεγαλύτερο σαματά από τρύπιο γκαζοντενεκέ; Εμείς φταίμε που δεν ανοίγετε ένα βιβλίο να βγάλετε τα στραβά σας; Εμείς φταίμε, που είσαστε συνεχώς στην ζητιανιά για να αγοράζετε καλώδια και ηλεκτρονικές βλακείες; Εμείς φταίμε που αντί να έχεις το φλερτάκι σου στην ηλικία που είσαι με μια κοπελιά της προκοπής για να μοιράζεστε τους προβληματισμούς σας, έχεις παντρευτεί τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο; Η γενιά μου φταίει που από την καρέκλα του κομπιούτερ σηκώνεσαι και στον καναπέ της τηλεόρασης προσγειώνεσαι βλέποντας άθλιες ταινίες και να ακούς ακόμα πιο άθλια μουσική; Για όλα εμείς φταίμε; Του χρόνου το έθνος θα εμπιστευτεί την κρίση σου και εσύ, σίγουρα, κάποια μαλακία θα ψηφίσεις. Και εκεί εμείς φταίμε, η γενιά μου; Πραγματικά, προβληματίζομαι με σένα, περισσότερο όμως στεναχωριέμαι για τα μυαλά που κουβαλάς!», όρμησε ο πατέρας ακόμα πιο ορεξάτος και ξαναμμένος πάνω στο λεκτικό ρινγκ με τον γιό του περί προίκας και παρακαταθήκης των γενεών.

«Η αλήθεια, ρε συ πατέρα είναι, ότι πρέπει να στεναχωριέσαι, αλλά όχι τώρα. Σε πέντε χρονάκια όμως, που θα πάρω το πτυχίο μου από το Πολυτεχνείο, γιατί θα το πάρω, να είσαι θλιμμένος που θα την κοπανήσω από σένα, την μαμά, την αδελφή μου, τους φίλους μου αλλά και από την Ελλάδα που ξέρεις πόσο την λατρεύω, για να κάνω ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και φυσικά να βρω εργασία κάπου στα ξένα για να ζήσω με την οικογένεια μου. Γιατί η γενιά σου, που εσύ τόσο θαυμάζεις και συνεχώς νοσταλγείς σαν να είναι βασίλειο παραμυθιού, μας χάρισε μια διαλυμένη οικονομία, ανεργία, κλέφτες και προδότες πολιτικούς και πάνω απ΄ όλα την αβεβαιότητα για το παρόν και το μέλλον. Ένα είναι το σίγουρο φάδερ: τα δικά μου παιδιά δεν θα τα έχουν αυτά εκεί που θα είμαι».

Ο πατέρας δεν απάντησε. Σιωπηλός και με όψη κέρινου ομοιώματος γύρισε ξανά πλευρά, αυτή την φορά προς την δική μου μεριά και με κοίταξε, καθώς καθόμουν δίπλα του, κάνοντας πως διαβάζω το βιβλίο μου. Ο έφηβος δίχως να τον κοιτάξει, ατάραχος και αδιάφορος έβαλε και το δεύτερο ακουστικό στο άλλο αυτί, εκείνο το ελεύθερο και βούτηξε λαίμαργα τα μάτια του στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου, τερματίζοντας με την μια την συζήτηση.  

«Ακούς ο μπαγάσας θράσος; Για όλα έχει μια δικαιολογία. Εμείς είμαστε οι υπεύθυνοι τώρα…», αποκρίνεται απογοητευμένος, με ένα θλιβερό χαμόγελο στα χείλη του να με κοιτά, αναζητώντας σανίδι συμπαράστασης.

«Ε, αφού είμαστε Θάνο μου υπεύθυνοι, είμαστε! Τράβα να ρίξεις μια βουτιά να συνέλθεις γιατί έχεις κορώσει και γυρνώντας θα πάμε για τάβλι και ουζάκι. Έμαθα πως το ταβερνάκι δίπλα έχει φίνο χειροποίητο ψωμί, ωραίο τσίρο και σπέσιαλ πετροσωλήνες με λαδορίγανι».              

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Σουηδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Άρι Άστερ
  • Με τους: Φλόρενς Που, Τζακ Ρέινορ, Γουίλιαμ Τζάκσον Χάρπερ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Tanweer

Η Ντάνι (Φλόρενς Πού – καταπληκτική!) και ο Κρίστιαν (Τζάκ Ρέινορ – καλός) είναι ένα νεαρό ζευγάρι από την Αμερική, του οποίου η σχέση είναι υπό διάλυση. Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία (η αδελφή της αυτοκτονεί στο σπίτι σκοτώνοντας τους γονείς της), γεγονός που ταράζει την Ντάνι, το πένθος τους φέρνει πάλι κοντά.

Η αγοροπαρέα του Κρίστιαν έχει κανονίσει να ταξιδέψει στην Σουηδία την περίοδο των λευκών νυχτών για να παραστούν στις γιορτές του θερινού ηλιοστασίου ενός απομονωμένου χωριού που πιστεύει στα παλαιά έθιμα. Η Ντάνι για να είναι μαζί με τον Κρίστιαν αυτοπροσκαλείται.

Αυτό που ξεκινάει σαν μία ανέμελη καλοκαιρινή περιπέτεια σε ένα ηλιόλουστο, φυσικό καταφύγιο στα βορειοευρωπαϊκά δάση, λαμβάνει άλλη τροπή, όταν οι φιλόξενοι, χαμογελαστοί κάτοικοι, οι ντυμένοι στα λευκά με τα πλεγμένα στεφάνια λουλουδιών στα μαλλιά προσκαλούν τους καλεσμένους να συμμετέχουν σε εορτασμούς που μεταμορφώνουν αυτόν τον παράδεισο σε ένα όλο και πιο ανησυχητικό και ενοχλητικό μέρος.

Τόση νοσηρότητα και τόσο τρόμο κάτω από τον έντονο, γεμάτο ζωή και ομορφιά, δυνατό ήλιο πρώτη φορά έχω δει. Πιστέψτε με, είναι φοβερό, πανδύσκολο το μέσο που επιλέγει ο σκηνοθέτης για να εκφράζει το απόλυτο σκότος να είναι η φωτεινότητα του ήλιου. Μόνο από αυτό το σκεπτικό, την ασύλληπτη ιδέα και την άκρως στυλιζαρισμένη υλοποίηση της, όλες οι ταινίες τρόμου ξαφνικά γίνονται αλοιφή για τα μπρούτζα.

Τρανή και απέραντη η κινηματογραφική νίκη του Άρι Άστερ στην δεύτερη ταινία του, που κατάφερε να μας ρίξει από το βροχερό, μουντό και καταθλιπτικό άστυ, απαζάρευτα στα κατάφυτα, πολύχρωμα χωράφια, στα λουσμένα από το εκρηκτικό, καλοκαιρινό, βόρειο, σουηδικό φως και να γίνουμε μάρτυρες της πιο αλλόκοτης ιστορίας τρόμου, που δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Η ψίχα της ταινίας είναι ανελέητα τρομακτική και ο σφυγμός της, που κτυπάει στην καρδιά της κοινωνικότητας, αγγίζει τα όρια του εμφράγματος. Πολλά χρόνια είχα να δω τέτοια δύναμη και ένταση σαν να βρισκόμουν εκεί, στις τελετές τους, στις μυήσεις τους, καταλυμένος από την ανικανότητα της απόδρασης, της φυγής για να σωθώ, ω δαίμονα. Απίθανο!

Το έγραψα παρακολουθώντας πέρσι την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τον τίτλο: «Η Διαδοχή» (Hereditary), το πόσο εντυπωσιακός, σωστός και ευφυής είναι αυτός ο 33χρονος σεναριογράφος και σκηνοθέτης που ακούει στο όνομα Άρι Άστερ και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Όσο συγκρατημένος ήμουν στο ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους, η δεύτερη κατά σειρά ταινία του με κέρδισε καθολικά.

Ξεκινώντας από την παραλυτική φωτογραφία του 40χρονου, Πολωνού Πάβελ Πογκορζέλσκι και την μυσταγωγική μουσική να σου ξεριζώνει τρίχες, δια χειρός του 35χρονου, Άγγλου Χάξαν Κλοκ (κατά κόσμο Μπόμπι Κρλιψ), το σκηνικό που προτείνει ο ταλαντούχος Άστερ μοσχοβολά σεβεντίλα από την κορυφή έως τα νύχια των κάτω άκρων. Δική του σύνθεση μυθολογίας, δικός του σκοτεινός κόσμος ενταγμένος στην λάμψη του ηλιακού φωτός. Νέοι δημιουργοί στο set απόλυτα συγκεντρωμένοι, ολοκληρωτικά εμπνευσμένοι σε μια πρωτοποριακή δημιουργία στο βασανισμένο είδος του τρόμου γεμάτη φρεσκάδα και ήλιο.

Η δε 23χρονη, Αγγλίδα Φλόρενς Που, αυτό το εξαιρετικό πλάσμα, η ηθοποιός που μας καθήλωσε το 2016 ως σύγχρονη «Λαίδη Μάκμπεθ» στην ταινία του Γουίλιαμ Όλντροϊντ, είναι ό,τι καλύτερο ως επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ντάνι. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι μια χαρά βέβαια για τους ρόλους που έχουν αναλάβει από τον Άρι Άστερ και είναι ρόλοι έντεχνα αφομοιωτικοί στο σεναριακό, νοσηρό περιβάλλον που ταξιδεύει μοναδικά η Που.

Επίσης δύσκολο ως θέση δράσης στην αφήγηση, ώστε να αποδοθεί σωστά το στοιχειωμένο new age πνεύμα του έργου, που φλερτάρει πρόστυχα και αναιδέστατα τον απολυταρχισμό του 21ο αιώνα, θυμίζοντας άλλες σκοτεινές εποχές. Δεν έχει να κάνει με τις ανόητες, εφηβικές ταινίες τρόμου, τα splatter με τα προβλέψιμα, σαχλά jump scares. Το «Midsommar» εργάζεται σε άλλα επίπεδα, εσωτερικά και μύχια, βανδαλίζοντας ξενδιάντροπα την ψυχοσύνθεση και την ανάγκη του αδαή, δυτικού ανθρώπου για αλήθειες και νοητική κάθαρση. 

Μοναδική ταινία, που τα  147 λεπτά του χρόνου προβολής της σε έχει συνεχώς στην πρίζα. Αρχικά στο δυτικό, αστικό τοπίο της αποδεκατισμένης μεγαλούπολης με τις αυτοκτονικές τάσεις των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα της μοναξιάς, της αδιαφορίας, τον φιλοτομαρισμό στο βασίλειο της αβεβαιότητας – εύστοχο ως κοινωνικό σχόλιο του Άστερ – και στην συνέχεια στην απλωσιά της εκπάγλου ομορφιάς φύσης και τις διάφορες, παγανιστικές αιρέσεις που τιμούν την μάνα Γη και τα δώρα της με ανταλλάγματα, αλλά και την χρήση ψυχότροπων, φυτικών ουσιών, εν είδει παγιδευτικού σαμανισμού …. Αν είναι δυνατόν! Πρώτα απ΄ όλα τα ανταλλάγματα είναι η ισοπέδωση του ανθρώπινου εγωισμού, η εξάλειψη του φόβου του θανάτου για να μετασχηματιστεί ξανά ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος σε σκλάβο άλλων πεποιθήσεων. Ο διττός ορισμός της ανελευθερίας στην ταινία βρήκε τον καλύτερο αφηγητή της.

Ως νέος θεός του πολέμου, ο Άστερ, βεβηλώνει μεσοκαλοκαιριάτικα κάθε τι που ποτέ δεν αφυπνίζεται για να το στείλει καρσί και αδιάβαστο στον Άδη. Καθηλωτικό, ευφυές, απλά έξοχο!                        

 

 

  • Είδος: Κουέντιν Ταραντίνο
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο
  • Με τους: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκο Ρόμπι, Αλ Πατσίνο
  • Διάρκεια: 161’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Στο Λος Άντζελες του 1969 τα πάντα είναι ρευστά και όλα αλλάζουν. Ο πρώην επιτυχημένος και νυν ξεπεσμένος, τηλεοπτικός αστέρας Ρικ Ντάλντον (Λεονάρντο ΝτιΚάπριο – θαυμάσιος!!!), που πρωταγωνιστούσε χρόνια στην γουέστερν σειρά «Bounty Law», των δεκαετιών ΄50 και ΄60, αλλά και ο επί πολλών χρόνων κασκαντέρ του, ήρωας του πολέμου, φίλος και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, Κλιφ Μπουθ (Μπραντ Πιτ – εξαιρετικός!!!) προσανατολίζονται προς στη νέα εποχή, που προστάζει η βιομηχανία του θεάματος και την οποία με δυσκολία αναγνωρίζουν πια.

Στην γειτονιά του ηθοποιού Ρικ Ντάλντον, δίπλα στο σπίτι του, στο 10050 Σιέλο Νράιβ του Μπένετικτ Κάνιον στην δυτική πλευρά του Λος Άντζελες, μετακομίζει το ζεύγος Ρομάν Πολάνσκι και Σάρον Τέιτ (η υποψήφια για Όσκαρ Μαργκότ Ρόμπι – μετά από δυο δυνατές ερμηνείες στις ταινίες: «Εγώ η Τόνια» και «Μαίρη, Η Βασίλισσα της Σκοτίας» εδώ είναι μια αέρινη figurant χωρίς να λέει πολλά), για να ζήσουν στην καρδιά του πολύβοου Χόλιγουντ των πάρτι και των ευκαιριών.

Ο νεαρός, Γάλλος «δανδής» σκηνοθέτης Πολάνσκι έχει γυρίσει «Την Νύχτα των Βρυκολάκων» (1967) και «Το Μωρό της Ροζ Μαρί» (1968), καθιερώνοντας τον στους σημαντικούς, νέους σκηνοθέτες της γενιάς του. Η αιθέρια, ξανθιά, Τεξανή Σάρον Τέιτ, το μοντέλο με την εύθραυστη, την διάφανη ομορφιά που μπήκε στο χώρο του κινηματογραφικού θεάματος με τις ταινίες «Η Νύχτα των Βρυκολάκων» και «Η Κοιλάδα με τις Κούκλες» (1967),  έχει τελειώσει τα γυρίσματα της κομεντί με πρωταγωνιστή τον Ντιν Μάρτιν: «Τα Μυστικά των Κατασκόπων» («The Wrecking Crew», 1968) και οι σινεκριτικοί ρίχνουν αχόρταγα τα βλέμματα τους επάνω της.

Ο ανασφαλής, ηθοποιός Ρικ και ο αφοσιωμένος κασκαντέρ του Μπουθ, ως τηλεοπτικά υποπροϊόντα μιας άλλης εποχής προσπαθούν να διασχίσουν τον δίαυλο με τις καταιγιστικές εξελίξεις στην βιομηχανία του κινηματογράφου και να συμμετέχουν στις μεγάλες αλλαγές, τις πιο καλλιτεχνικές και χίπικες, θεωρώντας ότι μάλλον, χάνουν το τρένο.

Η γειτόνισσα του Σάρον Τέιτ είναι έτοιμη για να την αγκαλιάσει θερμά η νέα φόρμα πραγμάτων της κινηματογραφικής Εδέμ, ενώ στο «σπίτι της αγάπης», όπως αποκαλούσε την νέα κατοικία της στο Λος Άντζελες, θα φέρει στον κόσμο των ανθρώπων τον καρπό του έρωτα της με τον σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι.     

Ώριμος κινηματογραφικά ο Ταραντίνο στην ένατη κατά σειρά ταινία του αφηγείται ένα παραμύθι με πραγματικούς και επινοημένους ήρωες, δροσίζοντας τις κινηματογραφικές μας μνήμες με ολόφρεσκο νερό αθωότητας και άκρατης ευαισθησίας.

Μια ταινία δίχως σενάριο κατά βάση λειτουργεί ερευνητικά, νοσταλγικά σαν ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστή το ίδιο το θέαμα, ως περιοδεύοντα προσκυνητή που επιστρέφει στον ιερό τόπο της ψευδαίσθησης για να αποτείνει φόρο τιμής στο τέμπλο του ονειρικού σκηνικού με βαθύ σεβασμό και εκτίμηση σε εκείνο που χάθηκε και δεν υπάρχει πια.

Ο Ντι Κάπριο και ο Πιτ είναι οι δυο φωτεινές σκιές μιας εποχής που η λαϊκή ψυχαγωγία, όπως είναι το σινεμά, βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος, διανύοντας σοβαρότατη υπαρξιακή κρίση στο μέχρι τότε κινηματογραφικό μοντέλο της υπερβολής και της χλιδής. Είναι υπέροχοι και οι δυο τους και οι ρόλοι τους κινούνται σαν ηλεκτρόνια σε πρώτο και δεύτερο επίπεδο της ταινίας. Είναι οι μορφές του παρελθόντος που ξεθωριάζουν από την ανασφάλεια σε ένα κόσμο που η πολιτισμική ταυτότητα του αμερικανικού έθνους κομματιάζεται για μια φορά ακόμα στην εύφορη γη των ευκαιριών.   

Απαράμιλλη ατμόσφαιρα εποχής (καταπληκτική η φωτογραφία του βετεράνου Ρίτσαρντ Ρίτσαρσον), αναπλάθοντας ταυτόχρονα σημαντικά γεγονότα που καθιέρωσαν το φινάλε της σημαντικής, χολιγουτιανής περιόδου των σίξτις, ο Ταραντίνο λειτουργεί πίσω από την κάμερα ως ιστοριογράφος και συνάμα ως νοσταλγός. Δεν είναι άλλωστε πρωτόγνωρο φαινόμενο στο σινεμά του Κουέντιν, να «δαχτυλίζει» καταλυτικά τη ιστορική ροή μιας χρονικής περιόδου, σημαδεμένης καίρια από συμβάντα που καθιέρωσαν ένα εντελώς διαφορετικό, κοινωνικό και ιστορικό στάτους.

Το 2009 με την ταινία «Άδωξοι Μπάσταρδη» αποφάσισε να δολοφονήσει τον Αδόλφο Χίτλερ μέσα σε ένα κινηματογράφο του Παρισιού υπογράφοντας την δική του, προσωπική λήξη του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Έτσι και εδώ, ο πολυπράγμων σκηνοθέτης ως απάντηση στο «Helter Skelter» και στην πιο διάσημη νεολαιίστικη «οικογένεια» του μηδενισμού, στην εκπνοή της εποχής εκείνης, χρησιμοποιεί τα πολύχρωμα και ονειρικά κάδρα της κινηματογραφικής δύναμης που ξεκίνησε να γκρεμίζει το «Bigger than Life» του αμερικανικού ονείρου. Κι όμως στην ψυχή της ταινίας εναποθέτει ως κυρίαρχο στοιχείο το ατόφιο, ανθρώπινο συναίσθημα να νικάει τους δράκους και τα σκοτεινά στοιχειά στο μαγεμένο δάσος. Το «Bigger Than Life» ενυπάρχει όμως ολοζώντανο στο μεντάλιτι του Ταραντίνο και πάλλεται ως ανήσυχο κύτταρο, κάτι που το βλέπουμε σε πλήρη ανάπτυξη σε όλες τις ταινίες του και δεν το προδίδει.

Αυτός είναι, φίλοι μου ο Κουέντιν! Θαρρώ πως δεν χρειάζεται πια την επιβεβαίωση κανενός. Είναι μια κατηγορία από μόνος του σε ένα κινηματογραφικό είδος εντελώς δικό του που το κόπιαραν δεκάδες μεταγενέστεροι δημιουργοί της 7ης Τέχνης. Είτε τον γουστάρεις ως σκηνοθέτη, είτε δεν τον γουστάρεις, ποτέ δεν σακάτεψε την υπογραφή του και φυσικά ακόμα ξέρει να αφηγείται γοητευτικές ιστορίες. Βίαιος ξε-βίαος ο κόσμος του Ταρντίνο – εδώ είναι ήρεμος και γλυκός όσο ποτέ – τα κινηματογραφικά του παραμύθια, πάντα, ξεκινούν κάπως έτσι: «Once Upon a Time… in Hollywood»! 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν
  • Με τους: Τίμοθι Σαλαμέ, Ελ Φάνινγκ, Σελένα Γκομέζ, Τζουντ Λο, Ρεμπέκα Χολ. Ντιέγκο Λούνα, Λιβ Σράιμπερ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο πλούσιος νεαρός Γκάτσμπι (Τιμοτέ Σαλαμέ) γεννημένος στην Νέα Υόρκη που του αρέσει η παλιά μουσική, οι παλιές ταινίες του Χόλυγουντ και οι βροχερές μέρες στην πόλη και η επίσης πλούσια και ανέμελη Άσλεϊ (Ελ Φάνινγκ) από την Αριζόνα, που θέλει να γίνει δημοσιογράφος είναι το νεαρό ζευγάρι φοιτητών που φτάνουν στη «πόλη που δεν κοιμάται ποτέ» με σκοπό να περάσουν ξέγνοιαστα το Σαββατοκύριακο τους σ ένα πολυτελές ξενοδοχείο της πόλης.  

Η όμορφη Άσλεϊ κανονίζει να πάρει συνέντευξη από τον γνωστό σκηνοθέτη του Χόλιγουντ Ρόναλντ Πόλαρντ (Λιβ Σράιμπερ), ο οποίος, κατά την διάρκεια της συνέντευξης προτείνει στην νεαρή κοπέλα να δουν μαζί την νέα του ταινία. Η Άσλεϊ ακυρώνει το πρόγραμμα που είχε με τον Γκάτσμπι και ακολουθεί στο στούντιο τον σκηνοθέτη, εκτιμώντας πως είναι μια σπουδαία στιγμή της ζωής της.

Ο Γκάτσμπι βγαίνει μόνος του βόλτα στην Νέα Υόρκη και ως πρωταγωνιστής σε μια πειραματική ταινία φίλου συναντά την αδελφή μιας πρώην κοπέλας του, την Σάνον (Σελίνα Γκομέζ). Όλα τα σχέδια της Άσλεϊ και του Γκάτσμπι  θα ανατραπούν για τα καλά και θα περάσουν ο καθένας μόνος του τις επόμενες ώρες περιπλανώμενοι στην βροχερή πόλη συναντώντας διάφορους ανθρώπους. Στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης στην Νέα Υόρκη οι δυο νέοι θα μάθουν πολλά περισσότερα από αυτά που φαντάζονταν

Κατόπιν της αναζωπύρωσης των καταγγελιών της θετής κόρης του Γούντι Άλεν, που ισχυρίζεται ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά σε ηλικία επτά ετών και την κατακραυγή των πρωταγωνιστών της ταινίας: Τίμοθι Σαλαμέ και Ρεμπέκα Χολ ως προς την αισχρή συμπεριφορά του Άλεν στην κόρη του – δήλωσαν ότι μετάνιωσαν για την συνεργασία τους με τον γνωστό σκηνοθέτη, δωρίζοντας μάλιστα τις αμοιβές τους από την ταινία σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις – η παραγωγός εταιρία Amazon, έβαλε την ταινία στα αζήτητα για να μην πιάσει πάτο στο box office. Τελικά, η ταινία αγοράστηκε από μια ευρωπαϊκή εταιρία διανομής και έτσι «ξεκλείδωσε» η προβολής της, τουλάχιστον για την Ευρώπη.

Και να μην απελευθερωνόταν η τελευταία ταινία του Άλεν σε ευρωπαϊκό δίκτυο προβολής δεν θα χάναμε κάτι το σπουδαίο. Ο σκηνοθέτης επαναλαμβανόμενος οικτρά στα γνωστά, ρομαντικά και αγαπησιάρικα κλισέ του περί Νέας Υόρκης και με τον νεαρό πρωταγωνιστή και υποψήφιο για Όσκαρ Τίμοθι Σαλαμέ στο «Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά σου» να παίζει λες και είναι ο Γούντι Άλεν σε ηλικία 24 χρόνων δεν παραδίδει κάτι το καινούργιο και ενδιαφέρον.

Βαρετό μέχρι εξάντλησης, κοινότυπο μέχρι αηδίας, με σπαρτιάτικο σενάριο στο όριο του ανέμπνευστου, η ταινία είναι ένα πρόχειρο κολάζ από «Νευρικό Εραστή», «Μανχάταν» και «Ημέρες Ραδιοφώνου». Ούτε η εξαιρετική φωτογραφία του μετρ Στοράρο σώζει την κατάσταση.

Η τελευταία μεγάλη και εμπνευσμένη ταινία του Άλεν, προσωπική εκτίμηση αυτή, είναι το «Μια Νύχτα στο Παρίσι» (2011). Από εκεί και έπειτα γινόμαστε θεατές των επαναλαμβανομένων γεροντικών εμμονών του Γούντι.    

(Höstsonaten / Autumn Sonata)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Σουηδία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία (1978), κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
  • Με τους: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λιβ Ούλμαν, Λένα Νίμαν, Χάλβαρ Μπγιόρκ
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (1979)

Η Σαρλότ (Ίνγκριντ Μπέργκμαν – υπέροχη), μια πιανίστρια διεθνούς φήμης που βρίσκεται σε κατάθλιψη συναντά έπειτα από επτά χρόνια την κόρη της Εύα (Λιβ Ούλμαν – καταπληκτική) η οποία ζει με τον πάστορα σύζυγό της Βίκτωρ (Χάλβαρ Μπγιόρκ – πολύ καλός), αναζητώντας επιβεβαίωση και συναισθηματική κάλυψη από το ταπεινωμένο κορίτσι. Η συνάντηση μάνας και κόρης εξελίσσεται σε μια τρομερή σύγκρουση, μέσα από μια σειρά εξομολογήσεων που ξεχειλίζουν ταυτόχρονα από αγάπη και μίσος.

Δύο χαρακτήρες, της μάνας και της κόρης, που είναι δύο κόσμοι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Η κόρη της οποίας είναι εύκολο να αγαπήσει και δύσκολο να αγαπηθεί και η μάνα της οποίας είναι εύκολο να αγαπηθεί και δύσκολο να αγαπήσει.

Όταν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις εξαφανιστούν, οι αλήθειες θα εμφανιστούν και θα πληγώσουν όλους τους εμπλεκομένους ανεπανόρθωτα. Όλοι θύτες και θύματα της μοιραίας απόφασης που συνωμοτικά πήραν: να ζήσουν μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές, φόβο και υπέρμετρο εγωισμό.

Μοναδική και αξεπέραστη κινηματογραφική συνάντηση της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, της Λιβ Ούλμαν και του σκηνοθέτη Ίγκμαρ Μπέργκμαν σε μια ταινία που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο είδος του «κλειστού» δράματος ή δράματος δωματίου, που ο Μπέργκμαν γνωρίζει να διαχειρίζεται ενδοσκοπικά. Το δυνατό σενάριο του Σουηδού σκηνοθέτη, το γεμάτο εξομολογήσεις και μετατοπίσεις ευθυνών στις οικογενειακές σχέσεις είναι μια προσωπική κατάθεση ψυχής, ευλαβικά τοποθετημένη πάνω στην μελαγχολική σύνθεση του πρελούδιου του Σοπέν, ώστε να μοιάζει με αποχαιρετισμό στην υπέροχη Ίνγκριντ από τα κινηματογραφικά πλατό, καθώς είναι η τελευταία ταινία τής 46χρονης, σπουδαίας θητεία της στην 7η Τέχνη, γυρισμένη, μάλιστα, στην χώρα της.

Ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν, που βρισκόταν τότε στην Γερμανία, αποφεύγοντας τις σουηδικές αρχές λόγω προσωπικών φορολογικών εκκρεμοτήτων για να φτιάξει την ταινία θεώρησε ως βασική προϋπόθεση την συμμετοχή της Ίνγκριντ και της Λιβ. Πρώτη ταινία μαζί, οι δυο Μπέργκμαν έγραψαν ιστορία με την «Φθινοπωρινή Σονάτα». Γνωστή η σχέση αγάπη και μίσους ανάμεσα στον σκηνοθέτη και την ηθοποιό κατά την διάρκεια του φιλμαρίσματος. Η Μπέργκμαν εκείνη την περίοδο της ζωής της είχε εγχειριστεί προσφάτως για καρκίνο και μερικές ημέρες μετά την έναρξη των γυρισμάτων οι γιατροί διαπίστωσαν μετάσταση.  

Η ταινία είναι ο ίδιος ο Μπέργκμαν τον οποίο ενσαρκώνει εξαίσια η Ίνγκριντ ως μάνα που αδιαφόρησε για την κόρη της επτά ολόκληρα χρόνια για να ζήσει ελεύθερη, κάτι αντίστοιχο με τον σκηνοθέτη και τα δικά του τέκνα. Όπως και η Μπέργκμαν, όταν εγκατέλειψε τον πρώτο της σύζυγο για να ζήσει με τον Ροσελίνι, είχε να δει την κόρη της από τον πρώτο γάμο αρκετά χρόνια.

Βαθιά ανθρώπινη, βασανιστικά αληθινή, ένα διαρκές παιχνίδι συναισθηματικής εξουσίας από έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Εάν δεν την έχετε δει μην την χάσετε!  

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Ιταλία (1988), με κόπια ψηφιακά αποκατεστημένη
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Με τους: Γουόλτερ Ματάου, Ρομπέρτο Μπενίνι
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Danaos Films

Στη Ρώμη, ο Αμερικανός ιερέας Μορίς (Γουόλτερ Ματάου – απολαυστικός!), προσπαθεί να βρει ισορροπία μεταξύ της προσωπικής και πνευματικής του ζωής, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μια μέρα τον καλούν για τον εξορκισμό μιας γυναίκας, της Τζουντίνας και το δαιμόνιο που φαίνεται να την είχε καταλάβει δεν είναι παρά ένας φοβισμένος διαβολάκος (Ρομπέρτο Μπενίνι).

Το ανήσυχο, πλακατζίδικο δαιμόνιο θέλει να ανακαλύψει και να απολαύσει τις χαρές της γήινης ζωής και έτσι ακολουθεί παντού τον ιερέα. Όταν όμως συναντήσει τυχαία τη Νίνα, θα νιώσει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ερωτευμένος τώρα ο διαβολάκος, θα αποδεσμεύσει τον Μορίς από την παρουσία του και θα τρέξει πίσω της.

Η τρίτη σκηνοθετική δουλειά του βραβευμένου με Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Η Ζωή είναι Ωραία», Ρομπέρτο Μπενίνι. Στον «Διαβολάκο», ο Μπενίνι εμπνέεται από την καθολική του οικογένεια και δομεί την ιστορία γύρω από τον αυστηρό και πειθαρχημένο ιερέα και τον ανήσυχο διαβολάκο που διψά για τα απολαυστικά δώρα της γήινης ζωής.

Λογοπαίγνια, παρανοήσεις, κωμικές καταστάσεις και η μανιέρα του Μπενίνι στην πρώτη γραμμή. Ιταλική ταινία φάρσας και σάτιρας με ένα απολαυστικό Γουόλτερ Ματάου να περνά τα πάνδεινα από τον εκμαυλιστή δαίμονα Μπενίνι.

Η ταινία σύστησε τον Ιταλό σκηνοθέτη και ηθοποιό στο ευρύτερο, ευρωπαϊκό κινηματογραφόφιλο κοινό και παρά τον ρόλο του Γουόλτερ Ματάου, αλλά και την συμμετοχή του Μπενίνι στην ταινία του Τζιμ Τζάρμους το 1986 «Στην Παγίδα του Νόμου», ο άτακτος «διαβολάκος» δεν προβλήθηκε ποτέ στις Η.Π.Α.    

«Ο δεκαπενταύγουστος αφηγείται ιστορίες με, χλιδή, ναρκωτικά, έρωτα και σπορ αυτοκίνητα σε ένα τσάι με κυρίες κάτω από τον κόκκινο ήλιο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Τι τρέλα, τί κολασμένη παράνοια κι αυτή γεννημένη από την ανθρώπινη ανοησία. Προ διημέρου, ακριβώς στον φάρυγγα του θέρους, βρέθηκα σε μια από αυτές τις απολαυστικές, ελληνικές παραλίες, τις χάρμα οφθαλμών που οι αισθήσεις των ένλογων όντων παραλύουν, στήνοντας διθυράμβειο χορό, παραθαλάσσιος τόπος ανελέητα διαφημιζόμενος σε όλα τα φυλλάδια απανταχού της Γης διανθισμένος με εγκωμιαστικούς, επιθετικούς προσδιορισμούς ως «παραδεισένιος», «μαγευτικός» και «εκθαμβωτικός».

Με τα προσωπικά μας σύνεργα προστασίας απέναντι στον δυνατό, καυτό ήλιο του Αυγούστου, καθώς η παραλία δεν έχει ηττηθεί, τουλάχιστον ακόμα, από τον απύθμενο λαϊκισμό της μισθωμένης ξαπλώστρας, η ολιγομελής συντροφιά μας αποφάσισε ομόφωνα να ξοδέψουμε γόνιμα ολόκληρη την ημέρα μας. Όχι μόνο τις πρωινές ώρες αλλά και τις στιγμές της άκρατης γοητείας του δειλινού στον όρμο θαύμα της φύσης, κάνοντας πάμπολλες βουτιές, κουβεντιάζοντας, διαβάζοντας, αποδεχόμενοι ευχάριστα τα διάφορα, ελαφρά εδέσματα που είχαμε ετοιμάσει και κατά διαστήματα, κατακτημένοι από την παραζάλη της ζέστης και την μαγεία του τοπίου, να παραδινόμαστε σε μικρές, μεσημεριανές σίεστες κάτω από τις ομπρέλες στην απλωμένη πετσέτα, έχοντας ως στρώμα την ψιλή άμμο, την ανακατεμένη ισόποσα με το λιλιπούτειο, λευκό βότσαλο.

Ώσπου λίγο μετά την μεσημβρία και με τον αμείλικτο ηλιάτορα καρσί στον ουράνιο θόλο, σε ελάχιστη απόσταση από εμάς εγκαταστάθηκε μια ακόμα παρέα οκτώ νέων ανθρώπων, με μέσο όρο ηλικίας τα 35 με 40 χρόνια, επίσης, ισότιμα μοιρασμένη σε γυναίκες και άνδρες, προφανώς, ζευγάρια. Το πρώτο τέταρτο των συζητήσεων τους – συνομιλούσαν χαριτωμένα με αρκετά έντονο τον ήχο της φωνής τους, που να επιζητούσες να μην στήσεις αυτί, αναγκαστικά σε καθιστούσαν μάρτυρα των πάντων – το ανάλωσαν σχολιάζοντας θετικά το μαγευτικό του τόπου και πόσο δίκιο είχαν κάποιοι αναμεταξύ τους, που επέμεναν να έρθουν.

Έριξαν τις θορυβώδεις, χορταστικές βουτιές τους στα φιλόξενα, ελληνικά, τιρκουάζ ύδατα, δροσίστηκαν τα μέγιστα, μείωσαν αισθητά την σωματική αψάδα και επανήλθαν στις ομπρέλες τους όλο χαμόγελα, χαρά και θαυμασμό. Αποκάλυψαν ως ταχυδακτυλουργοί από το φορητό ψυγείο τους τα κύπελλα με τους κρύους καφέδες, άναψαν τα τσιγάρα τους και η παράνοια ξεκίνησε αυθόρμητα ως κατάθεση ψυχής από μια χαριτόβρυτη γυναίκα, φρεσκοπαντρεμένη, όπως ενημερωθήκαμε. Είπε, λοιπόν: «Δεν αντέχω άλλο. Θέλω βροχές, κρύο και χειμώνα. Φτάνει το καλοκαίρι. Αρκετά!»

Ακούστηκε τόσο δυνατά και με τέτοια απόγνωση βγαλμένη η επιθυμία της από τα χείλη της, που εμείς, άνευ σχολίων, κοιταχτήκαμε με απορία και αμέσως μεταμορφωθήκαμε σε ολόασπρα, πεντελικά μάρμαρα. Η παρέα της, άκριτα, ακολούθησε τον γεμάτο ένταση συλλογισμό της και σε αυτό το εκπάγλου, φυσικής ομορφιάς, καλοκαιρινό τοπίο άρχισαν να συζητούν με ζέση, για μια άλλη εποχή του χρόνου με βροχές, χιόνια, τσουχτερό κρύο, μάλλινα ρούχα, μπότες, κασκόλ, παλτά, σκουφιά, χιονισμένα καταφύγια και πυρακτωμένες, πέτρινες εστίες σε ομιχλώδη όρη, κοψίδια, λουκάνικα και γουρουνοπούλες, φτάνοντας έως τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Ακούραστα για δυο ώρες, περίπου και με ενδιάμεσες, σύντομες επισκέψεις στα ευεργετικά νερά του Αρχιπελάγους, εν είδει εμβαπτισμού θα έλεγα, δρόσιζαν στα γρήγορα τα ιδρωμένα κορμιά τους για να μην πλαντάξουν, επέστρεφαν συνεχίζοντας να περιγράφουν με ζουμερές λεπτομέρειες τις προσωπικές τους, χειμερινές αποδράσεις, εκτός τόπου και παρόντος χρόνου, εξορκίζοντας καθολικά και διεστραμμένα όχι μόνο την παρούσα εποχή, την έναρξη του αυγουστιάτικου μήνα, την θερινή στιγμή, αλλά και την ίδια την εικόνα της μυθικής παραλίας που βίωναν μπροστά τους, ώρα δυο το μεσημέρι. Η εώα επιτολή του Σείριου τον μήνα Αύγουστο είναι άμεσα συνυφασμένη με την καταλυτική παρουσία του Ήλιου στην ανθρώπινη οντόντητα, καθώς το λαμπρότερο άστρο του Μεγάλου Κυνός ανατέλλει, διασχίζοντας τον αστερισμό του Λέοντα.

Γνωστά στην αρχαιότητα τα «κυνικά καύματα», από την αυξημένη, ηλιακή ακτινοβολία την συγκεκριμένη ετήσια περίοδο για όσους δεν ήταν προσεκτικοί. Έντονο, σπάνιο και καθαρό, ουράνιο φως δηλαδή, σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής και οι μήνες: Εκατομβαιών (16 Ιουλίου έως 14 Αυγούστου), Μεταγειτνιών (15 Αυγούστου έως 12 Σεπτεμβρίου) ως οι δυο πρώτοι μήνες του αττικού ημερολογίου ήταν εξαιρετικά αφιερωμένοι στον Απόλλωνα, τον θεό του φωτός. Στον δε μισό μήνα Εκατομβαιών και στο άλλο μισό μήνα Μεταγειτνιών οι Έλληνες γιόρταζαν τα σπουδαία Παναθήναια αφιερωμένα στην θεά Αθηνά.

Την παράνοια, την διαστροφή να μην ζούμε την όποια στιγμή που καθορίζει το «Τώρα» δεν είναι κάτι καινούργιο. Τους χειμερινούς μήνες μυριάδες συζητήσεις σε παρέες αλλά και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης υμνολογούν και αναζητούν το θέρος, αγνοώντας την ωραιότητα του παρόντος χρόνου. Όταν έρχεται το θέρος, αντίστοιχες συζητήσεις και αναρτήσεις αναζητούν απεγνωσμένα τον χειμώνα. Είναι υπαρκτή η τρέλα.

Ο Έλλην άνθρωπος συνεχίζει να είναι απών από τον εαυτό του, την στιγμή που τον καθορίζει, αλλά και την ιστορία του.      

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Πόρτο Ρίκο, Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νικ Χαμ
  • Με τους: Λι Πέις, Τζέισον Σουντέκις, Έριν Μοριάρτι, Τζούντι Γκριρ, Κόρεϊ Στολ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Τζιμ Χόφμαν (Τζέισον Σουντέκις) είναι ένας μέσος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών που εργάζεται σκληρά ως πιλότος και περιστασιακό  βαποράκι. Όταν ο Τζιμ συλλαμβάνεται  κατά την διάρκεια των οικογενειακών του διακοπών να εισάγει κοκαΐνη στις ΗΠΑ, ο φιλόδοξος πράκτορας του FBI Μπένεκτιτ Τζ. Τίσα (Κόρεϊ Στολ) το βλέπει σαν μια ευκαιρία να κερδίσει μία τεράστια επιτυχία για την Υπηρεσία  χρησιμοποιώντας τον Τζιμ για να παγιδεύσει τον προμηθευτή του.

Έτσι ο Τζιμ στρατολογείται, μετακομίζει στο Σαν Ντιέγκο και γίνεται  το «καρφί» του FBI. Εκεί θα βάλλει στην άκρη τα καθήκοντα του όταν γνωρίσει τον διάσημο γείτονα του, τον μηχανικό αυτοκινήτων και σχεδιαστή, Τζον ΝτεΛόριαν (Λι Πέις).

Σύντομα μπαίνει στον κύκλο του ΝτεΛόριαν γοητευμένος από  το όραμα του να φέρει την επανάσταση στην αμερικάνικη αυτοκινητοβιομηχανία.

Όταν όμως το όνειρο του ΝτεΛόριαν καταλήγει σε αποτυχία και ο πράκτορας Τίσα βρίσκεται πολύ κοντά στην σύλληψη του, ο Τζιμ άξαφνα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άντρες που θέλουν απελπισμένα να πετύχουν.

Η Αμερική των σέβεντις ξανά μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, αποτυπώνοντας αυτή την φορά – εκτός της κολομβιανής εισβολής των ναρκωτικών που έσπασε το ασιατικό καρτέλ και έκανε τις διωκτικές αρχές να χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια – , την ιστορία μιας σημαντικής μορφής από τον χώρο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ένα από τα μεγάλα αφεντικά της Τζένεραλ Μότορς που αποφάσισε να αυτονομηθεί, σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας παράλληλα το αμερικανικό όνειρο για ένα exotic car, πέρα των συνηθισμένων, τετράτροχων υπνοδωματίων που οδηγούσαν στα χάιγουεϊς τα αμερικανάκια. Ο μηχανικός Τζον ΝτεΛόριαν ήταν πραγματικά ο «πρίγκιπας» του Ντιτρόιτ, ο εμπνευστής και ο σχεδιαστής πολλών μοντέλων αυτοκινήτων που άφησαν εποχή στην ιστορία των τεσσάρων τροχών.

Τέτοιου είδους οραματιστές, όπως ο Τζον ΝτεΛόριαν δεν χωρούν στην ήδη κατεχόμενη αμερικανική βιομηχανία των «Τριών Αδελφών» (Big Three), που είναι η Τζένεραλ Μότορς, η Φορντ Μότορ Κόμπανι και η Κράισλερ, σημερινή Fiat Chrysler Automobiles US. Θυμηθείτε την εκπληκτική ταινία με τον Τζεφ Μπρίτζες «Τάκερ: Ο Άνθρωπος και το Όνειρο του» (Tucker – 1988) του Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον πόλεμο που δέχθηκε ο κατασκευαστής αυτοκινήτων Πρέστον Τάκερ από τις «τρεις μεγάλες αδελφές» για να μην βγει σε παραγωγή το αυτοκίνητο του.

Ο 62χρονος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Νικ Χαμ («Η Τρύπα», «Ο Ψίθυρος των Αγγέλων», «Σκοτώνοντας τον Μπόνο», που προβλήθηκε μόνο στο φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας), το ίδιο μετριοπαθής στα αντανακλαστικά του και εντελώς έξω από τα χωρικά ύδατα της θεματολογίας του, ασχολείται επιδερμικά με μια υπόθεση, που συγκλόνισε το παραγωγικό σύμπαν του αυτοκινήτου στην Αμερική προς τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, προσπαθώντας να ρίξει φως στο παρασκήνιο αυτής της ιστορίας. Δεν τα καταφέρνει και διασημότητες, ναρκωτικά, χλιδή, άνθρωποι με πραγματικά οράματα, διωκτικές αρχές, πληροφοριοδότες και σκάνδαλα μιας σημαντικής δεκαετίας πετιούνται όπως όπως στο μπλέντερ για να κτυπηθούν με βιάση, καταλήγοντας σε ένα άγευστο, χλιαρό κοκτέιλ, που έχει μεν ατμόσφαιρα αλλά όχι ψυχή και σώμα.

Για την ιστορία και τους κινηματογραφόφιλους, πάντως, να αναφέρουμε, πως το αυτοκίνητο που κατασκεύασε ο Τζον ΝτεΛόριαν (6 Ιανουαρίου 1925 – 19 Μαρτίου 2005) το θρυλικό σπορ DeLorean με τις πόρτες φτερά και έγινε η αιτία να πτωχεύσει η εταιρεία του, αφού τον ανακάτεψαν σε υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών (αθωώθηκε πανηγυρικά το 1984), είναι το αυτοκίνητο που «πρωταγωνιστεί» στην blockbuster τριλογία των έιτις σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ζεμέκις «Επιστροφή στο Μέλλον» (Back to the Future – 1985) με πρωταγωνιστή τον νεαρούλη, τότε, Μάικλ Τζ. Φοξ.

Περιμένουμε τα καλύτερα για το αυτοκίνητο, εκεί κάπου τον Νοέμβριο 2019 στη βιογραφική ταινία του σκηνοθέτη Τζέιμς Μάνγκολτ «Κόντρα σε Όλα» (Ford v Ferrari), που πραγματεύεται την συνεργασία του Αμερικανού σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον) και του οδηγού αγώνων Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ), ρίχνοντας το 1966 στις πίστες το αγωνιστικό Φορντ για να κτυπήσουν την κυριαρχία της Φεράρι στον εικοσιτετράωρο αγώνα αντοχής, Λε Μαν.

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ρότζερ Μισέλ
  • Με τους: Aϊλίν Άτκινς, Τζούντι Ντεντς, Τζόαν Πλοουράιτ, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 83’
  • Διανομή: Neo Films

Κατά καιρούς, τέσσερις παλιές φίλες, όλες τους εξαίσιες ηθοποιοί, συναντιούνται στην αγγλική ύπαιθρο και συζητούν, θυμούνται και γελούν. Αυτή τη φορά, άφησαν τις κάμερες να τις κινηματογραφήσουν.

Η ταινία ντοκιμαντέρ είναι ένας ξεχωριστός εορτασμός των ζωών και των επαγγελματικών σταδιοδρομιών τεσσάρων κινηματογραφικών ειδώλων της Αγγλίας. Της Άιλιν Άτκινς, της Τζούντι Ντεντς, της Τζόαν Πλοουράιτ και της Μάγκι Σμιθ. Και οι τέσσερις κατάφεραν να μετατραπούν από αρχάριες ηθοποιοί της δεκαετίας του ’50 σε κινηματογραφικές «γαλαζοαίματες». Παρακολούθησαν τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες τους να μεγαλώνουν και να ακμάζουν και γιόρτασαν τα σκαμπανεβάσματα της ζωής μαζί.

Σκηνοθετημένη από τον Νοτιοαφρικανό Ρότζερ Μισέλ (Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ), τούτο το ντοκιμαντέρ, προσκαλεί τους θεατές να περάσουν χαλαρά και άνετα 83 λεπτά με αυτές τις «θρυλικές» κυρίες του αγγλικού θεάτρου και του σινεμά.

Με άνεση συνομιλούν, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, άντε και σαμπάνιας, για τις ζωές τους τότε και τώρα, τις εμπειρίες τους στο θέατρο, στην τηλεόραση και στο σινεμά, σχολιάζουν τους γάμους τους με το γνωστό, αγγλικό χιούμορ και τις αναμνήσεις που έχουν από τότε που ήταν νέες μέχρι σήμερα, καθώς αναπολούν τα χρόνια που έζησαν με τη σοφία της ηλικίας τους.

Ο Ρότζερ Μισέλ απλά κινηματογραφεί τις αυθόρμητες, πνευματώδεις συζητήσεις τους και όλο το concept μοιάζει με εκείνες τις επιτυχημένες, τηλεοπτικές εκπομπές της Σεμίνας Διγενή στην κρατική τηλεόραση της δεκαετίας του ογδόντα, που σε ένα στρογγυλό τραπέζι διάφορες διασημότητες από τον χώρο των Τεχνών μιλούσαν για τις ζωές και τα έργα τους.

Ε, για την μεγάλη οθόνη χρειαζόταν το κάτι τις περισσότερο από αυτή την κοζερί των σπουδαίων κυριών με τα εβδομήντα χρόνια θητεία στο θεατρικό πάλκο των ερμηνειών και των σπουδαίων ταινιών.

 

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία (1971) σε επανέκδοση με νέα ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Τέρενς Γιανγκ
  • Με τους: Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν, Τοσίρο Μιφούνε, Ούρσουλα Άντρες, Τζιάν Μαρία Βολοντέ, Καπισίν
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Ώρα προβολής: 23.00 Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Αστέρι» (Ίλιον) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Φλέρυ» (Καλλιθέα) – Ώρα προβολής: 23.00

Ο ληστής Λινκ Στιουάρτ (Τσαρλς Μπρόνσον) συνεταιρίζεται με τον Γκος (Αλέν Ντελόν) για να ληστέψουν ένα τρένο. Στο τρένο όμως, από το Σαν Φρανσίσκο προς την Ουάσιγκτον ταξιδεύει και ο νέος Ιάπων πρεσβευτής, με τους σαμουράι- σωματοφύλακες του και ένα πανάκριβο, χειροποίητο χρυσό σπαθί, δώρο προς τον Προεδρο των Η.Π.Α.

Ο Γκος όμως, αφού επιδοθεί σε μία τεράστια σφαγή στο τρένο, σκοτώνει τον ένα από τους δύο σωματοφύλακες, αλλά ο άλλος, Κουρόντα (Tοσίρο Μιφούνε) ορκίζεται εκδίκηση, δίνοντας στον εαυτό του προθεσμία 7 ημερών για να πάει το σπαθί πίσω στον Ιάπωνα πρέσβη, διαφορετικά θα προχωρήσει σε Σεπούκου (χαρακίρι), ως την ένδειξη αποτυχίας του.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης των τριών πρώτων κινηματογραφικών περιπετειών του πιο διάσημου πράκτορα της μεγάλης οθόνης, του Τζέιμς Μποντ, ο γεννημένος στην Σαγκάη της Κίνας, Τέρενς Γιανγκ («Δόκτωρ Νο», «Από την Ρωσία με Αγάπη», «Επιχείρηση Κεραυνός»), βουτάει στα ξεροτόπια της άγριας Δύσης και των κολτ, με πυξίδα την μόντα των σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, χρησιμοποιώντας ένα διεθνές καστ από ανατολή και δύση, δίνοντας όμως μια ιδιαίτερη, κινηματογραφική αίσθηση στην ιστορία του συγγραφέα και μετέπειτα σεναριογράφου, Λάρντ Κέινογκ («Γραμμή Αίματος» – 1979).

Με εμφανή τα στοιχεία της ταινίας του Λεόνε «Ο Καλός, Ο Κακός και ο Άσχημος» του 1966, ως έμπειρος σκηνοθέτης στο περιβάλλον της δράσης, ο Τέρενς Γιάνγκ (20 Ιουνιου 1915 – 7 Σεπτεμβρίου 1994), προσφέρει την δική του πνοή στους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ταινίας (Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν και Τοσίρο Μιφούνε, αντιστοίχως), τοποθετώντας την «Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο» μπορεί όχι στα κορυφαία γουέστερν, αλλά σίγουρα στα κλασικά του είδους.

Η ταινία καθιέρωσε τον Τσάρλς Μπρόνσον σταρ πρώτου μεγέθους στην χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου και ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον την κατέταξε στα τρία καλύτερα του γουέστερν μαζί με την «Άμαξα της Αγωνίας» («Stagecoach» -1939) και «Το Κόκκινο Ποτάμι» («Red River» – 1948).

Για την χρωματική της κινηματογραφικής ιστορίας – σημειολογίας να αναφέρουμε πρώτον, ότι η χημεία των δυο ηθοποιών: Ντελόν και Μπρόνσον είναι ήδη άριστα δοκιμασμένη από το «Αντίο Φίλε» («Adieu l’ Αmi» – 1968) του Ζαν Ερμάν, που έφτιαξε τους δυο ηθοποιούς σούπερ αστέρες και δεύτερον, ότι οι συμπρωταγωνιστές, ο Τσαρλς Μπρόνσον και ο σπουδαίος, Ιάπων Τοσίρο Μιφούνε έχουν κάτι κοινό. Ο μεν Μιφούνε πρωταγωνιστεί στους θρυλικούς «7 Σαμουράι» του 1954 σε σκηνοθεσία του Ακίρα Κουροσάβα, ο δε Μπρόνσον στο αμερικάνικο remake της ταινίας του 1960 «Και οι Επτά Ήταν Υπέροχοι», του Τζον Στάρτζες.

Η μουσική της ταινίας, γραμμένη από τον αχώριστο συνθέτη του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν, τον αισθαντικό Μορίς Ζαρ («Λόρενς της Αραβίας») είναι απλά απίθανη.    

(Körhinta)

 

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ουγγαρία (1955) σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση 4Κ από το εργαστήριο Magyar Labor των Ουγγρικών αρχείων κινηματογράφου
  • Σκηνοθεσία: Ζόλταν Φάμπρι
  • Με τους: Μάρι Τέρετσικ, Ίμρε Σόος, Άνταμ Σίρτες, Μπέλα Μπάρσι, Μάνι Κις
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Carousel Films

Ο Ίστβαν, γαιοκτήμονας, αποχωρεί από την κολλεκτίβα των αγροτών και απαγορεύει στην κόρη του Μάρι να βλέπει τον Μάτε, αγαπημένο της και υπέρμαχο του συνεταιρισμού.

Ο Μάτε αντιδρά αλλά κι η Μάρι δεν αποδέχεται τα σχέδια που έχει γι’ αυτήν ο πατέρας της. Η χειραφέτησή της συγκλονίζει την οικογένειά της, ενώ οι συγκρούσεις με αφορμή την κολλεκτιβοποίηση κορυφώνονται.

Το Φεστιβάλ Καννών του 1956 σημαδεύτηκε από ένα πρωτοφανές συμβάν: Ένας νεαρός κριτικός των Cahiers du Cinema, προκάλεσε επεισόδιο κατά τη διάρκεια της απονομής, εξοργισμένος για την άδικη, μη βράβευση ενός φιλμ και της πρωταγωνίστριάς του. Η διαμαρτυρία του ήταν τόσο έντονη που το φεστιβάλ του απαγόρευσε την είσοδο και για την επόμενη χρονιά. Ο κριτικός ονομαζόταν Φρανσουά Τρυφό, η ταινία για την οποία διαμαρτυρήθηκε ήταν το «Καρουζέλ» του Ζόλταν Φάμπρι και η πρωταγωνίστριά του Μάρι Τέρετσικ.

Ένα πραγματικό αριστούργημα της 7ης Τέχνης που βάζει το ουγγρικό σινεμά στον χάρτη. Για πρώτη φορά σε ταινία του ανατολικού μπλοκ, η εστίαση αποσπάται από την ταξική σύγκρουση, το στυλιζάρισμα και η αφήγηση ξεπερνούν τα στερεότυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για την έκρηξη του ουγγρικού «Νέου Κύματος» που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια μετά αναδεικνύοντας στη συνέχεια στο κινηματογραφόφιλο κοινό την σπουδαία σχολή των Μαγυάρων σκηνοθετών (Γιαν Καντάρ, Μπέλα Ταρ, Ίλντικο Ενιέντι).

Το «Καρουζέλ» εισάγει μοντέρνους αφηγηματικούς κανόνες και στυλ, διαθέτοντας δυο σκηνές ανθολογίας του παγκόσμιου σινεμά: την εξαιρετικά πολύπλοκη τεχνικά σκηνή του Καρουζέλ, μια από τις πρώτες σκηνές που η αιώρηση αποδίδεται με τέτοια αληθοφάνεια, όπου ο διευθυντής φωτογραφίας, ο Μπάρναμπας Χέγκι μένει στην ιστορία, αλλά και την σκηνή του χορού, ένα αριστούργημα του μοντάζ με 77 cut σε δυο λεπτά. Παράλληλα, ο Ζόλταν Φάμπρι (15 Οκτωβρίου 1917 – 23 Αυγούστου 1994) εγκαινιάζει την αφήγηση μέσω ενδιάμεσων φλας μπακ που θα εξελίξει αργότερα και θα γίνει σήμα κατατεθέν του.

Ο Φάμπρι, έπειτα από εξαντλητικό κάστινγκ, επέλεξε την δεκαοχτάχρονη Μάρι Τέρετσικ, θεατρική ηθοποιό στα πρώτα της βήματα, πρωτόβγαλτη τότε στο σινεμά. Στο πλευρό του καταξιωμένου Ίμρε Σόος, η Τέρετσικ έλαμψε σε κάθε σκηνή, έγινε το «πρόσωπο» της ταινίας και ξεκίνησε μια τεράστια καριέρα που φτάνει ως τις μέρες μας με πάνω από εκατό φιλμ στο ενεργητικό της και συνεργασίες με όλα τα ιερά τέρατα του Ουγγρικού σινεμά.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε το 1957 με τον τίτλο: «Τίποτα δεν Σβήνει τον Πόθο».

Μοναδικές ερμηνείες σε μια έξοχη κινηματογραφική γραφή. Μην την χάσετε!!!

«Λαμόγια πολιτικοί, ερωτική πίτσα, μαφιόζες και Σικελοί στην «στράτα» του Φελίνι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κάποιοι αδειάζουν τις βαλίτσες και τους σάκους με τα τσαλακωμένα και γεμάτα άμμο ρούχα. Άλλοι, πάλι, ετοιμάζουν βαλίτσες και σάκους με φρεσκοπλυμένα, σιδερωμένα ρούχα. Για κάποιους οι θερινές διακοπές ολοκληρώθηκαν, όσο αναφορά το πρώτο σκέλος, τουλάχιστον, ενώ για κάποιους άλλους ξεκίνησαν ή θα ξεκινήσουν σύντομα. Και ο Δεκαπενταύγουστος στο άστυ θα ερημώσει, μερικώς, τα πολυσύχναστα, τα θορυβώδη περάσματα, τα στέκια και τα πνεύματα θα αποτραβηχτούν σε ολιγοήμερη ραστώνη και ανελέητη διασκέδαση. Η ψυχαγωγία θα πάρει τα ρεπό που της αναλογούν και ο μπροστάρης διονυσιασμός θα έχει τον πρώτο λόγο.  

Έτσι γίνεται σε αυτή την χώρα, που η θαλπωρή του πνευματικού Ήλιου δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό συμβαίνει σε τούτη την πατρίδα με τις φιλόξενες θάλασσες και τα προσιτά βουνά. Και όλη η νύχτα με την κλέφτρα μήνιν καρφωμένη στο κρυφό του έξ-αλού ανθρώπινου να επιβεβαιώνει αέναα την εν-θεω-ουσία. Ενθουσιασμός, λοιπόν και εποχή θερινή, που τα πάντα διαθέτουν ορατό ή αόρατο άλλοθι.

Να περάσετε πανέμορφα όσοι από εσάς θα εγκαταλείψετε τα τείχη των πόλεων, το ίδιο εύμορφα να συνεχίσετε όσοι από εσάς θα παραμείνετε εντός των τειχών. Η ομορφιά μιας ήσυχης γειτονιάς σε προάστιο ή συνοικία αντιστοιχεί με εσωτερικό θρίαμβο.

Δεν ξέχασα την υπόσχεση μου για την ανάλυση του μυητικού, κινηματογραφικού παραμυθιού «Ο Λύκος και το Γεράκι» (Ladyhawke). Απλά, τα στοιχεία που μάζεψα ξεπερνούν κατά πολύ τον περιορισμένο χώρο του παρόντος προλόγου, οπότε σύντομα να το αναμένετε από το site μας σε μορφή άρθρου. Είναι ενδιαφέρον τα μάλα.

Καλή ξεκούραση και διασκεδάστε με την ψυχή σας σαν να μην υπάρχει αύριο. Ποιος γνωρίζει άραγε τι μας ξημερώνει. 

 

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν
  • Με τους: Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μόνικα Λόπεζ, Νάτσο Φρεσνέτα, Γιοσέπ Μαρία Που
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Rosebud .21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Επτά βραβεία Goya: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α’ και Β’ Ανδρικής Ερμηνείας, Σεναρίου, Μουσικής, Μοντάζ και Ήχου

Σε μία παραθαλάσσια πόλη της Ισπανίας, μια ομάδα, μέλη ενός πολιτικού κόμματος της χώρας, περνούν τον χρόνο τους σε εντυπωσιακά γιοτ και ακριβά εστιατόρια. Πίσω από την επιφανειακή βιτρίνα, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα: η καθημερινότητά τους περιλαμβάνει ξέπλυμα χρήματος, ύποπτες συναλλαγές, περίεργα πάρε-δώσε και ειδικές «χάρες» προς επιχειρηματίες.

Ο Μανουέλ (Αντόνιο ντε λα Τόρε – πολύ καλός), ο τοπικός γραμματέας του κόμματος, ένας φαινομενικά φιλικός άνδρας και αξιοπρεπής πολίτης που φροντίζει τους φίλους και την οικογένειά του, αγαπάει την γυναίκα του Ινές (Μόνικα Λόπεζ) και ο οποίος έχει αρκετή επιρροή, ακθώς είναι ένα από τα φαβορί για να αναλάβει την θέση του Προέδρου, βλέπει την τέλεια ζωή του να απειλείται μετά από την αποκάλυψη ενός μεγάλου σκανδάλου, που εμπλέκει τον ίδιο και τον φίλο του, Πάκο (Νάτσο Φρεσνέτα).

Ο Μανουέλ προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του, καθώς τα μίντια αρχίζουν να αποκαλύπτουν το σκάνδαλο σε όλη του την κλίμακα. Είναι, όμως, πεπεισμένος ότι η καταιγίδα θα περάσει και ότι το κόμμα θα φέρει τα πράγματα στην θέση του, όπως έκανε πάντα όταν είχε μπλεξίματα κάποιο από τα μέλη του.

Όμως, αυτή τη φορά το κόμμα του γυρνά την πλάτη και μόνο ο Πάκο βγαίνει αλώβητος. Μέσα σε μια νύχτα, ο Μανουέλ αποβάλλεται από το «βασίλειο», στιγματισμένος στα μάτια της δημόσιας γνώμης και προδομένος από εκείνους, οι οποίοι, λίγες ώρες νωρίτερα, πίστευε ότι ήταν φίλοι του. Όμως, παρόλο που το κόμμα σκοπεύει να ρίξει όλο το φταίξιμο πάνω του, ο Μανουέλ δεν δέχεται να πέσει μόνος του.

Ζοφερή και απέλπιδη είναι η εικόνα που δίνει στο πολιτικό συμπάν στην νέα ταινία του ο βραβευμένος, Ισπανός  Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει» – 2016), παρά ταύτα είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Ο σκηνοθέτης, βέβαια, αφηγείται γεγονότα που συμβαίνουν στην Ισπανία, δίχως να κατονομάζει πολιτικές παρατάξεις, πρόσωπα και συγκεκριμένες καταστάσεις (μοιάζει κάπως με το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι), αλλά ως γνωστόν όλο αυτό το νοσηρό, πολιτικό περιβάλλον είναι απόλυτα ταυτοποιημένο με τις απανταχού κυβερνήσεις στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, ανεξαιρέτως. Κάτι, δηλαδή, που το γνωρίζει και ο πιο αφελής γήινος, ασχέτως αν κάνει την πάπια και συνεχώς ψηφίζει ως εθελόδουλος.

Η προσπάθεια του Σορογκόγιεν στον «Έκπτωτο» είναι να καταδείξει ωμά και σταράτα τα αντανακλαστικά στο μυϊκό και νευρικό σύστημα της πολιτικής όταν αυτή απειλείται συθέμελα από βαρβάτα σκάνδαλα, ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους, εξιλαστήρια θύματα και αδύναμους κρίκους για να σηκώσουν το βάρος της σήψης και το σύστημα να συνεχίσει αλώβητο το σκοτεινό του έργο. Επίκαιρο θέμα, θα έλεγα, που εκτυλίσσεται σε ήρεμο ρυθμό αφήγησης και ως συμπαθής διαχειριστής του σασπένς, ο Σορογκόγιεν καταλήγει με ανατροπή, ειδικά προς το τέλος.

Σκηνοθετικά δεν υφίσταται το απογειωτικό, μηδέ μετασχηματίζεται το ευκόλως εννοούμενο σε κάτι ζόρικο ή σημαντικό. Απλά, συν-τρέχεις μαζί του γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις στην ερημιά και στο τέλος της διαδρομής σε περιμένει το πάρτι. Η ταινία θεωρήθηκε, μάλιστα, από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς στην Ισπανία και τιμήθηκε με επτά βραβεία Γκόγια.

 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Καναδάς, Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντόναλντ Πέτρι
  • Με τους: Έμα Ρόμπερτς, Χέιντεν Κρίστενσεν, Ντάνι Αγιέλο, Αντρέα Μάρτιν
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Spentzos Film

  

Στους δρόμους της «Μικρής Ιταλίας» του Τορόντο ανθίζει ο έρωτας. Η νέα, όμορφη σεφ Νίκη (‘Εμα Ρόμπερτς) επιστρέφει στην πατρίδα της για να ανανεώσει την Visa της και ξεκινάει μία σχέση με τον παιδικό της φίλο Λίο (Χέιντεν Κρίστενσεν), έναν μάγειρα ειδικό στην κατασκευή πίτσας, με όνειρο να φτιάξει κάποτε το δικό του εστιατόριο.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι γονείς τους έχουν ανταγωνιστικά εστιατόρια το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο και είναι θανάσιμοι εχθροί!

Ο έμπειρος στις ρομαντικές κομεντί Ντόναλντ Πέτρι («Έρωτας αλά Ελληνικά», «Πως να Χωρίσετε σε 10 Μέρες», «Miss… με το Ζόρι!», «Οι Γκρινιάριδες») εμφανώς κουρασμένος, καταπονημένος και αθεράπευτα «κολλημένος» στα ίδια και στα ίδια – τα σημεία κόπωσης είχαν ήδη παρουσιαστεί στον «Έρωτας αλά Ελληνικά» – κάνει μια επαναλειψούλα εφ΄ όλης της ύλης στα κλισέ του κινηματογραφικού είδους.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αποκαλύπτονται εν μέσω γαστρονομικών προτάσεων και ιταλικών εδεσμάτων και ο έρως ανάμεσά τους ευδοκιμεί από τις κόντρες και τις αντιρρήσεις των δυο οικογενειών. Πιο τετριμμένο δεν γίνεται. Πάντως ο Νεοϋρκέζος Ντόναλντ Πέτρι πρέπει να έχει ένα θέμα με την «αμαρτωλή» πίτσα, καθώς το 1988 το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη ξεκίνησε με την ταινία «Mystic Pizza» και πρωταγωνίστρια την νεαρά, 21χρονη τότε, Τζούλια Ρόμπερτς.      

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (1969) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Ανρί Βερνέιγ
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Ζαν Γκαμπέν, Λίνο Βεντούρα, Αμεντέο Νατζάρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών, 1957

Η μικρή και καλά οργανωμένη, σικελική φαμίλια των Μαναλέζε με αρχηγό τον Βιτόριο Μαναλέζε (Ζαν Γκαμπέν – καταπληκτικός!!!)  βοηθάει τον φυλακισμένο κακοποιό Ροζέρ Σαρτέ (Αλέν Ντελόν – απίθανος!!!) να δραπετεύσει, ώστε να τους βοηθήσει στη μεγάλη κλοπή διαμαντιών που σχεδιάζουν από μια έκθεση στην καρδιά της Ρώμης.

Ενώ η συμμορία οργανώνει το χτύπημα, ένας συνεργάτης τους από την Αμερική, ο Τόνι Νικόζια (Αμεντέο Νατζάρι – πολύ καλός) προτείνει να καταλάβουν το αεροπλάνο που θα μεταφέρει τα διαμάντια. Συγχρόνως, ο επιθεωρητής Λε Γκοφ (Λίνο Βεντούρα – ένας και μοναδικός!!!), που τους κυνηγάει μέχρι να τους πιάσει, έχει πληροφορηθεί τα σχέδιά τους, συνεργάζεται με το FBI για να τους συλλάβει πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. Έξυπνος ο αρχηγός της συμμορίας Βιτόριο αλλάζει το πρόγραμμα και όλα παίρνουν διαφορετική τροπή.  

Έχουν γραφτεί άπειρες σελίδες και έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για το εξαιρετικό φιλμ «Η Συμμορία των Σικελών», που το άρωμα του μέχρι σήμερα είναι ανεξίτηλο και άφθαρτο. Απλά να αναφέρουμε, πως τρεις θρύλοι του παγκόσμιου σινεμά, τρία μεγαθήρια της 7ης Τέχνης (Γκαμπέν, Ντελόν και Βεντούρα) βρέθηκαν μαζί στην ταινία του μπριλάντε Γαλλο-αρμένιου σκηνοθέτη Ανρί Βερνέιγ (γεννημένος ως Ασότ Μαλακιάν στο Ροδοστό της Ανατολικής Θράκης: 15 Οκτωβρίου 1920 – 11 Ιανουαρίου 2002), μαρκάροντας ανεξίτηλα το είδος των γαλλικών, γκανγκστερικών φιλμς.

Ο βραβευμένος Ανρί Βερνέιγ, που από τον κινηματογραφικό του φακό πέρασαν όλοι οι γνωστοί, σπουδαίοι Γάλλοι ηθοποιοί της εποχής – ακόμα και ο Λουί Ντε Φινές, εκτός του Μπουρβίλ –, δικαίως χαρακτηρίστηκε «ο πιο Αμερικανός των Γάλλων σκηνοθετών». Η ταινία γυρίστηκε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά) με τους ίδιους πρωταγωνιστές.

Σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα γκανγκστερικών ιστοριών, Ογκούστ Λε Μπρεντόν (18 Φεβρουαρίου 1913 – 31 Μαΐου 1999), το φιλμ διακρίνεται από την αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Βερνέιγ, το σασπένς, την δράση δίχως εφέ και στο σφιχτό μοντάζ του Πιέρ Ζιλέτ. Μαφιόζικη ατμόσφαιρα με κώδικες στην καρδιά της νουβέλ βαγκ εποχής και ερμηνείες που έχουν γίνει σχολή μέχρι σήμερα, ρολάρουν αισθαντικά, απόλυτα κινηματογραφικά πάνω στις μουσικές του Ένιο Μορικόνε.

Υπ΄ όψιν, ότι από την συγκεκριμένη, πρωταγωνιστική τριανδρία, ηθοποιοί όπως ο Ζαν Γκαμπέν, ο Αλέν Ντελόν και ο Λίνο Βεντούρα δεν έχουν αντικατασταθεί τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ειδικά οι δυο μορφές, αυτή του Ζαν Γκαμπέν και του Λίνο Βεντούρα. Εάν δεν την έχετε δει, μην την χάσετε!   

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1954) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Αντονι Κουίν, Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ
  • Διάρκεια: 104΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας – Αργυρός Λέοντας Φεστιβάλ Βενετίας – 3 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου
  • Προβολή Ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και Σινέ «Όασις» (Παγκράτι)

Η Τζελσομίνα (Τζουλιέτα Μαζίνα – απόλαυση!!!) ένα ονειροπαρμένο και καλοκάγαθο πλάσμα που βλέπει μόνο το καλό στους άλλους, πωλείται, κυριολεκτικώς λόγω φτώχειας, από τη μητέρα της στον Ζαμπανό (Άντονι Κουίν – καταπληκτικός!!!) έναν βάρβαρο, πλανόδιο καλλιτέχνη τσίρκου.

 Ο Ζαμπανό συμπεριφέρεται με το χειρότερο τρόπο στη Τζελσομίνα και δεν διστάζει να την απατήσει με άλλες γυναίκες. Έπειτα από μια έκρηξη βίας του Zαμπανό, η Tζελσομίνα αποφασίζει να δραπετεύσει. Σε ένα γειτονικό χωριό βλέπει την παράσταση ενός άλλου περιπλανώμενου, του ισορροπιστή «Il Matto», δηλαδή, του Tρελού (Pίτσαρντ Mπέιζχαρτ – υπέροχος!!!) και μένει έκθαμβη.

Ο Ζαμπανό όμως τη βρίσκει και την αναγκάζει να τον ακολουθήσει. Οι δυο τους πλέον αποτελούν μέλη του προσωπικού ενός τσίρκου. Στο ίδιο τσίρκο εργάζεται κι ο ισορροπιστής «Τρελός» που είχε μαγέψει τη Τζελσομίνα με τα ακροβατικά του.

Ο «Τρελός» θα βοηθήσει τη Τζελσομίνα να καταλάβει ότι αγαπά τον Ζαμπανό παρά τον βίαιό χαρακτήρα του, κι ότι εκείνος τη χρειάζεται. Στην  Τζελσομίνα θα δοθούν πολλές ευκαιρίες για να σπάσει τα δεσμά της και να ξεφύγει από τον τύραννο. Εκείνη, όμως, θα παραμείνει δίπλα του για να υπομείνει τις βίαιες του εκρήξεις.

Το αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι «La Strada», γνωστό στην χώρα μας με τον δακρύβρεχτο, μελό τίτλο «Πουλημένη απ’ τη Μητέρα της» παραγωγής 1954, καθιερώνει το είδος του νεορεαλιστικού σινεμά στα στασίδια της 7ης Τέχνης. Καθαρόαιμη δραματουργία, γροθιά στο μαχαίρι, που ο Φελίνι στήνει υπέροχα στην κάμερα.

Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του σκηνοθέτη, καθώς είναι αυτή που του χάρισε την διεθνή αναγνώριση, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί «Οι Βιτελόνι» (I Vitelloni – 1953), η οποία όμως άργησε να λάβει τα εύσημα που της άξιζαν από το διεθνή τύπο.

Στον ρόλο της Τζελμονίνα με τα μεγάλα, αστραφτερά και μελαγχολικά μάτια πρωταγωνιστεί η ακαταμάχητη Τζουλιέτα Μασίνα, η σύζυγος του Φελίνι για πενήντα χρόνια, που πάνω της κρεμάστηκε όλη ταινία. Σκηνές που σου κόβουν την ανάσα και σκίζουν την καρδιά σου. Στο πεδίο των εσωτερικών συγκρούσεων η αιώνια μάχη των συναισθημάτων, του έρωτα και του μίσους, η καρατόμηση της αθωότητας και η απαλότητα της καλοσύνης να τυλίγουν σαν αέρινο πέπλο το βλέμμα και τις σκέψεις του θεατή.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, μάλιστα, εξέφρασε σοβαρό ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός κινούμενου σχεδίου βασισμένο στα χαρακτηριστικά της Τζελσομίνα, όπως, επίσης, υπήρχαν προτάσεις από κουκλοποιούς να κατασκευάσουν την Τζελσομίνα και να την διοχετεύσουν στο εμπόριο με το όνομα της.  «Θα μπορούσα να έχω ζήσει στην «Τζελσομίνα», τουλάχιστον, για είκοσι χρόνια», δήλωσε με χιούμορ ο Φελίνι.

Η καλόκαρδη Τζελσομίνα, όταν μαθαίνει από τον «Τρελό» να παίζει την τρομπέτα, την απολαμβάνουμε σε μια μοναδική, κινηματογραφική σεκάνς με την υπέροχα μελαγχολική μελωδία του «Travelling Down A Lonely Road» του Νίνο Ρότα. Ε, για τον μέγιστο συνθέτη, οι μελωδίες του στο περιβάλλον της ταινίας έγραψαν εποχή.

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέα Μπερλόφ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Τίφανι Χάντις, Ελίζαμπεθ Μος
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Tanweer

Νέα Υόρκη, 1978. Τα 20 οικοδομικά τετράγωνα με τα ενεχυροδανειστήρια, τους οίκους ανοχής και τα διαβόητα μπαρ ανάμεσα στην 8η Λεωφόρο και τον ποταμό Χάντσον, που ανήκουν στην ιρλανδική μαφία και είναι γνωστά ως Χελς Κίτσεν, δεν είναι το πιο εύκολο μέρος να ζει κανείς. Ή το πιο ασφαλές.

Όταν τρεις μαφιόζοι μπαίνουν φυλακή, οι γυναίκες τους θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, συνεχίζοντας το «έργο» τους. Πρωτοστατούν στις κομπίνες και αναγνωρίζονται ως άξια μέλη της τοπικής μαφίας.

Η Αντρέα Μπερλόφ, υποψήφια για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου της βιογραφίας «Straight Outta Compton», που έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία στην Αμερική, βασίζεται στο graphic novel της Vertigo, γράφει το σενάριο και κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με αυτή τη γυναικοκρατούμενη περιπέτεια για τη μαφία στο περιβόητο Χελς Κίτσεν της δεκαετίας του ‘70.

«Η ταινία έχει να κάνει με ανθρώπους που ποτέ δεν τους έχουν πάρει στα σοβαρά, που συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να χαλαρώσουν και να αφεθούν. Πρέπει να αναλάβουν ευθύνες και δράση», αναφέρει η δημιουργός Αντρέα Μπερλόφ,  που κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο. «Αυτό που κινητοποιεί αυτές τις γυναίκες και ο τρόπος που παίρνουν τον έλεγχο είναι συναρπαστικό και κάτι το οποίο όλοι καταλαβαίνουμε. Μπαίνουν στις δουλειές των συζύγων τους και καταλήγουν να τις διευθύνουν καλύτερα και πιο θαρραλέα».

Παρομοίως, η Μπερλόφ δεν παίζει με την ταινία. Μία περιπέτεια με δυνατές πρωταγωνίστριες και γυναίκες σε ρόλους κλειδιά πίσω από την κάμερα, απαιτεί γνώση ενός κινηματογραφικού είδους που δεν συνηθίζει να βάζει τις γυναίκες στην κορυφή. Η ταινία ανατρέπει την κλασική ιστορία μαφίας και της δίνει μία σύγχρονη υφή με πολλή δράση, στυλ και συναρπαστικές ανατροπές.

«Οι ταινίες για τη μαφία είναι από τις αγαπημένες μου», τονίζει η δημιουργός. «Η ευκαιρία να πω μία ιστορία για αυτές τις τρεις αναπάντεχες αρχηγούς του οργανωμένου εγκλήματος, που ξεκινάνε από το μηδέν και μαθαίνουν όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά αναδεικνύονται σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, είναι αναζωογονητική και συναρπαστική».

Η πληθωρική Μελίσα ΜακΚάρθι πρωταγωνιστεί ως Κάθι, μία σύζυγος και μητέρα που κάνει τα πάντα για τους δικούς της ανθρώπους και που αποκτά ό,τι επιθυμεί. Η ΜακΚάρθι ενθουσιάστηκε με την ταινία και το καταιγιστικό, αιχμηρό σενάριο της Μπερλόφ. «Έχει μία λιτότητα στο γράψιμο της που είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Χωράει πολλά σε μία λήψη και αυτός είναι σωστός τρόπος για να ειπωθεί μία τέτοια ιστορία. Όταν τη συνάντησα πρώτη φορά ήταν ξεκάθαρη για το ύφος και το στυλ της ταινίας, τη δύναμη και τη βία χωρίς περιστροφές. Είναι πάντα καλό όταν προσφέρεις κάτι αναπάντεχο στο κοινό».

Για μερικούς, μόνο η σκέψη της ΜακΚάρθι ή της Χάντις θα υπονοούσε ένα διαφορετικό είδος ταινίας απλώς γιατί, παρά το εύρος τους, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με κωμωδίες.

«Χορός, δράση, θάνατος και ζωή. Συστατικά ανθρώπινης ψυχής», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την φύση του θανάτου, ουδέποτε κατάφεραν να την προσδιορίσουν οι σύγχρονοι φιλόσοφοι δίχως να υφίσταται στην σκέψη τους το σκαλοπάτι της αμφιβολίας και το συναίσθημα του φόβου. Οι πρόγονοι μας, αυτοί οι κοσμογονικοί στοχαστές, δια των μυητικών εισόδων στην φιλοσοφία, το θέατρο, την ποίηση, τον έρωτα, ακόμα και σε αυτή την ατμόσφαιρα του τρομερού πολέμου, κατέγραψαν την σημασία του θανάτου, διαλαλώντας ευεργετικά την ανεκτίμητη ζωή.

Ναι, μην παραξενεύεστε διόλου. Εάν δεν γνωρίζουμε το «Τέλος» με την διττή του σημασία του, τότε, ουδέποτε θα κατανοήσουμε την ζωή, οπότε ό,τι βιώνουμε, με αγνωσία, είναι μια πανηγυρική ψευδαίσθηση, που μας πλημμυρίζει φοβίες για το μεγάλο φινάλε μας. Ο ορισμός της φιλοσοφίας κατά τον θείο Πλάτωνα, όπως τα είπε ο Σωκράτης δηλαδή, είναι η «γνώση του θανάτου» . Μάθε τον θάνατο και θα γνωρίσεις την ζωή, κοντολογίς.

Ο Ρούτγκερ Χάουερ έφυγε από τον κόσμο των ανθρώπων την 19η Ιουλίου 2019 σε ηλικία 75 χρόνων. Στον εμβληματικό ρόλο του ως ρέπλικα Ρόι Πάτι στην ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ «Blade Runner» (1982), αναζητούσε τις μνήμες ζωής για να σφραγίσει το Τέλος στο περίγραμμα μιας ανθρωπομηχανής. Πρωταγωνιστής όμως ο Ρούτγκερ Χάουερ ειναι και στο εξαιρετικό, μυητικό παραμύθι «Ο Λύκος και το Γεράκι» (Ladyhawke) του 1985 σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Ντόνερ. Για αυτό το εξαιρετικό φιλμ, που πάλι έχει σχέση με την ζωή και την πλευρά του θανάτου- Έρωτα θα αναφερθούμε την άλλη εβδομάδα.

Έως τότε εύχομαι καλό θέρος και να περνάτε ξέγνοιαστα. Ασφαλή και όμορφα ταξίδια σε όσους εγκαταλείψουν τις πόλεις.         

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Ισπανία, Κούβα, Αγγλία, Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ισιάρ Μπολέιν
  • Με τους: Κάρλος Ακόστα, Σαντιάγο Αλφόνσο
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Seven Films

«Yuli» είναι το παρατσούκλι που δόθηκε στον σπουδαίο χορευτή Κάρλος Ακόστα από τον πατέρα του, Πέντρο και αφορά το όνομα του θεού του πολέμου Ογκούν των ιθαγενών της Κούβας. Η μόνη μόρφωση που έλαβε ο μικρός Yuli (ο πιτσιρικάς Έντισον Μανουέλ Ολβέρα απολαυστικός) ήταν στους δρόμους μιας υποβαθμισμένης γειτονιάς στην Αβάνα. Αλλά ο Πέντρο ήξερε ότι ο γιος του έχει φυσικό ταλέντο στο χορό και τον ανάγκασε να πάει στην Εθνική Σχολή Χορού της Κούβας.

Παρά τις αρχικές αντιδράσεις και την άρνηση να παρακολουθεί τα μαθήματα στην σχολή, ο Κάρλος Ακόστα  μαγεύτηκε από τον κόσμο του χορού και δημιούργησε τον δικό του μύθο ως ένας από τους καλύτερους χορευτές της γενιάς του κι ως ο πρώτος μαύρος καλλιτέχνης που ενσάρκωσε τον Ρομέο στο Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου, στο οποίο συνέχισε την καριέρα του για 17 χρόνια.

Το σενάριο της ταινίας είναι εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφία του Κάρλος Ακόστα, «No way home: Α Cuban dancer’s story» δημοσιευμένη το 2007 από τη Harper Collins UK, τη Scribner US και τη Schott στη Γερμανία. Την ίδια χρονιά, μάλιστα, εμφανίστηκε στην ταινία που σκηνοθέτησε η Νάταλι Πόρτμαν για το «New York, I Love You».

Η Ισπανίδα σκηνοθέτις Ιθίαρ Μπολάιν («Η Ελιά», «Ακόμα κι η Βροχή»), έχοντας μαζί της τον σεναριογράφο του Κεν Λόουτς, Πολ Λάβερτι («Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι», «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ»), αλλά και τον ίδιο τον Κάρλος Ακόστα να παίζει τον εαυτό του, συνθέτει ένα υπέροχο βιογραφικό πίνακα, παρουσιάζοντας σε φίνο και καλά φορμαρισμένο, σκηνοθετικό πλαίσιο, άλλοτε ξέγνοιαστα, άλλοτε δραματουργικά, κι άλλοτε αποθεωτικά την ζωή του χορευτή από τα πρώτα του βήματα, έως την παγκόσμια καταξίωση του.

Με ντοκιμαντερίστικη οπτική, δίχως όμως να είναι doc-fiction αλλά καθαρή μυθοπλασία στηριγμένη σε αληθινά γεγονότα, η ταινία συναρπάζει, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη εικόνα τόσο στον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Ακόστα, όσο στο περιβάλλον και την κουλτούρα που μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε.

Τα βιογραφικά στοιχεία του χορευτή  ξεδιπλώνονται έξυπνα και με στυλ στα κινηματογραφικά καρέ να θυμίζουν την «Κάρμεν» του Κάρλος Σάουρα, καθώς οι έντονες βιωματικές στιγμές του ήρωα τονίζονται από εξαιρετικές χορευτικές performances από τον ίδιο και τους χορευτές της σχολής χορού, «Acosta Danza», που έχει ιδρύσει στην Αβάνα, κι έχει δημιουργήσει το «Carlos Acosta international Dance foundation».

 

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζον Χέρτζφελντ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόνε, Τζιν Ζιάνγκ Ντέιβ Μπαουτίστα, Τζέιμι Κινγκ
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon

Ο Ρέι Μπρέσλιν (Σιλβέστερ Σταλόνε) και η ομάδα του διασταυρώνονται με τον Σεν (Τζιν Ζιάνγκ), έναν ακόμα περιβόητο δραπέτη και σύμμαχο που αναζητά την απαχθείσα κόρη ενός Κινέζου δισεκατομμυριούχου επενδυτή, ο οποία κρατείται ως όμηρος από τον γιο του πρώην συνεταίρου του Ρέι.

Η δίψα τους για εκδίκηση και η νέα τους αποστολή θα συγκρουστούν όταν διαρρήξουν το τρομερό Devil’s Station, μια αδιαπέραστη γοτθική φυλακή, όπου το πλούσιο κορίτσι μαζί με συνεργάτιδα του Ρέι, την Άμπι (Τζέιμι Κινγκ), βρίσκονται εκεί.

Το τρίτο μέρος της εν λόγω κινηματογραφικής τριλογίας, που ξεκίνησε το 2013 συστήνοντας στο κοινό τον ήρωα Ρέι Μπρέσλιν, άσο των αποδράσεων, κινείται και αυτή την φορά στο ίδιο σεναριακό μοτίβο με τις προηγούμενες. Κλωτσομπόυνι, σφαίρες, λίγο τεχνολογία και ντεκόρ φυλακές «κλουβιά», που, και καλά, δεν σε βρίσκει ούτε η μητέρα σου.

Καμία έμπνευση στο σενάριο και ο Σλάι καλά κρατάει όλο αυτό το μπουκέτο δράσης, με όμορφες και έντεχνες ρεβεράτζες στους καλούς Κινέζους που επενδύουν στην Αμερική για το καλό των Αμερικάνων. Η παραγωγός εταιρεία της ταινίας είναι κινέζικη άλλωστε και μερικές «υποκλίσεις» δεν βλάπτουν στο ήδη αλλοτριωμένο από τους Ασιάτες Χόλιγουντ.    

 

  • Είδος: Δραμεντί (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (1963) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια (η ταινία θα προβληθεί με ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους)
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Κλαούντια Καρντινάλε, Ανούκ Εμέ
  • Διάρκεια: 138’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 1964 – Όσκαρ Ενδυματολογίας σε Ασπρόμαυρη Ταινία (Πιέρο Τζεράρντι)

Ο Γκουίντο Ανσέλμι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – καταπληκτικός!), είναι ο σκηνοθέτης που περνά μια κριτική περίοδο στην προσωπική και καλλιτεχνική ζωή του, ενώ βασανίζεται από φαντασιώσεις και έμμονες ιδέες που σχετίζονται με την καθολική του παιδεία, τις σχέσεις του με το σεξ, τις γυναίκες, που ως ιδανική γυναίκα φαντασιώνεται την Κλαούντια (Κλαούντια Καρντινάλε), αλλά και την αναζήτηση ενός νοήματος στη δουλειά του.

Εικόνες από την ταινία που γυρίζει συγχέονται με εφιάλτες, αλλά όλη αυτή η σύγχυση πραγματικότητας και φαντασίας καταλήγει σε μια χαρούμενη φαραντόλα, όπου όλα αποκτούν νόημα.

Το αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι (20 Ιανουαρίου 1920 – 31 Οκτωβρίου 1993), που βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1964. Μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και από τις σημαντικότερες, αν όχι η κορυφαία στιγμή της φελινικής δημιουργικής τέχνης.

Σκηνοθετημένη ακριβώς μετά από την «Γλυκεία Ζωή» (La Dolce Vita – 1960), ο Φελίνι προσφέρει στον τίτλο της ταινίας του τον αριθμό «8 ½», δίνοντας με αυτό τον τρόπο τον αριθμό των ταινιών που είχε σκηνοθετήσει έως το 1963, δηλαδή έξι ταινίες, δύο μικρού μήκους και μια με συν-σκηνοθεσία με τον Αλμπέρτο Λατουάτα, τον Μικελάντζελο Αντονιόνι κι ακόμα πέντε σκηνοθέτες το 1953 (L’ Amore in Città). Ιστορικά όμως, πριν το «8 ½» και έπειτα από την «Γλυκεία Ζωή» συγκεκριμένα το 1962 ο Φελίνι συμμετέχει ως συν-σκηνοθέτης μαζί με Βιτόριο Ντε Σίκα, τον Λουκίνο Βισκόντι και τον Μάριο Μονιτσέλι στην ταινία «Βοκάκιος ‘70».

Το «8 ½» (Otto e Mezzo) σε σενάριο του Φελίνι είναι η απαστράπτουσα, σουρεαλιστική δραμεντί, είναι η avant-garde ταινία, η απόλυτα κλασσική στο είδος της, που την βλέπεις ξανά και ξανά, καθώς ο ήρωας Γκουίντο Ανσέλμι, που ενσαρκώνει μοναδικά ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, είναι ο Φελίνι, είναι οι σκέψεις του, οι δαίμονες και οι άγγελοι ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Η ταινία βρίσκεται στις 10 κορυφαίες της λίστας της  BFI Top 50 ταινίες όλων των εποχών, ενώ  κατέλαβε την τρίτη θέση στην διεθνή δημοσκόπηση που διεξήχθη από το British Film Ιinstitute και βρίσκεται στη συλλογή του Βατικανού με τις 45 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.

Η ακαταμάχητη μουσική του Νίνο Ρότα μια πανδαισία ακουστικής, τα απίθανα κοστούμια του Πιέρο Τζεράρντι, τα  δε κοκάλινα γυαλιά, οράσεως και ηλίου, του Μαρτσέλο, τί μόδα κι αυτή, ποιος και δεν τα φόρεσε εκείνη την εποχή.  

(The Seventh Seal)       

 

 

  • Είδος: Επική φαντασία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Σουηδία (1957) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Ινγκμαρ Μπέργκμαν
  • Με τους: Μαξ φον Σίντοου, Μπενγκτ Έκεροτ, Γκούναρ Μπιόρνστραντ, Μπίμπι Αντερσον
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Bραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών, 1957

Ο απογοητευμένος ιππότης Αντόνιο Μπλοκ (Μαξ φον Σίντοου – καταπληκτικός!)  και ο μηδενιστής ιπποκόμος του Γιενς (Γκούναρ Μπιόρνστραντ – εξαίσιος!) επιστρέφουν από τις σταυροφορίες σε μια Σουηδία που μαστίζεται από την πανούκλα. Στο δρόμο τους θα συναντήσουν τον Θάνατο (Μπενγκτ Έκεροτ – ανατριχιαστικά απίθανος!), ο οποίος θα ζητήσει από τον Ιππότη να τον ακολουθήσει.

Εκείνος, για να κερδίσει χρόνο, μήπως και μπορέσει να βρει απαντήσεις στις υπαρξιακές αγωνίες και τα μεταφυσικά προβλήματα που τον ταλανίζουν προτείνει στο Θάνατο να παίξουν μια παρτίδα σκάκι και όταν τελειώσει, αυτή να είναι και η τελευταία προθεσμία του.

Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Ζωγραφιά στο Ξύλο» και είναι το φιλμικό δημιούργημα που καθιέρωσε τον Μπέργκμαν ως παγκοσμίου φήμης σκηνοθέτη.

Ο τίτλος αναφέρεται σε ένα απόσπασμα από το Βιβλίο της Αποκάλυψης, που χρησιμοποιείται τόσο στην αρχή της ταινίας όσο και στο τέλος, ξεκινώντας από τις λέξεις «..και όταν το αρνί άνοιξε την έβδομη σφραγίδα , υπήρχε σιωπή στον ουρανό για το διάστημα μισής ώρας» (Κεφ. 8). Εδώ το μοτίβο της σιωπής αναφέρεται στη σιωπή του Θεού, που είναι και το κυρίαρχο θέμα της ταινίας, καθώς το σπάσιμο της Έβδομης Σφραγίδας θα αποκαλύψει το μυστικό της ανθρώπινης ζωής.

Με τον απίθανο Μαξ φον Σίντοου στον ρόλο του ιππότη και τον Γκούναρ Μπιόρνστραντ σε αυτό του ιπποκόμου, να κυριαρχούν ως ένα συναρπαστικό δίδυμο θέσεων και αντιθέσεων περί ζωής, θρησκείας και θανάτου ο Μπέργκμαν απλώνει μοναδικά τα υπαρξιακά ζητήματα σε μια ταινία ορόσημο του παγκόσμιου κινηματογράφου.  Μαζί τους, η εξωπραγματική μορφή του Θανάτου, που υποδύεται εξαιρετικά ο Μπενγκτ Έκεροτ.

Στον πυρήνα της ανθρώπινης φοβίας του Τέλους ο Μπέργκμαν προσπαθεί να δώσει απαντήσεις. Η εικονογραφία, μάλιστα, της εκκλησίας στην ταινία, που είναι ο «Χορός του Θανάτου» είναι εμπνευσμένη από τις τοιχογραφίες της εκκλησίας που κήρυττε ο πατέρας του Σουηδού σκηνοθέτη, καθότι πάστορας και όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μπέργκμαν: «Γεννήθηκα σε μια οικογένεια πάστορα κι εκεί γρήγορα μαθαίνει κανείς να βλέπει πίσω από τα παρασκήνια της ζωής και του θανάτου». Η φωτογραφία του πραγματικά εμπνευσμένου Γκούναρ Φίσερ είναι ένα χάρμα οφθαλμών.

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, περιπέτεια, σάτιρα
  • Παραγωγή: Καναδάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντενί Αρκάν
  • Με τους: Αλεξάντερ Λαντρί, Μαξίμ Ρόι, Μαριπέ Μοράν, Ερίκ Μπρουνό
  • Διάρκεια: 127΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο διανοούμενος 36χρονος με διδακτορικό στη φιλοσοφία Πιερ-Πολ Νταούστ (Αλεξάντερ Λαντρί), αναγκάζεται να εργαστεί ως κούριερ για να τα βγάλει πέρα.

Μία μέρα, εν ώρα εργασίας, γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ένοπλης ληστείας που πάει στραβά: δύο νεκροί και τσάντες γεμάτες εκατομμύρια πεταμένες κάτω. O Πιερ-Πολ έρχεται αντιμέτωπος με το δίλημμα του να φύγει με άδεια χέρια ή να πάρει τα λεφτά και να φύγει.

«Είμαστε όλοι υπόδουλοι της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η ηθική παρακμή της αυτοκρατορίας άρχισε να μας επηρεάζει δραστικά. Η παντοδυναμία του χρήματος είναι μόνο ένα από τα συμπτώματα. Θα βρεθούν αρκετά ισχυρά αντιβιοτικά για να αντιμετωπιστεί αυτή η γάγγραινα;», γράφει στο σκηνοθετικό του σημείωμα ο υποψήφιος για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (Η Επέλαση των Βαρβάρων), Ντενί Αρκάν.

Ο 78χρονος σκηνοθέτης εξηγεί πώς προέκυψε η ιδέα του σεναρίου και πώς ήταν η διαδικασία της συγγραφής. «Μερικά χρόνια πριν, δύο μαύροι άντρες πήγαν στην αγορά του Μόντρεαλ. Διπλοπάρκαραν το αυτοκίνητο τους και άφησαν τα φλας αναμμένα. Μπήκαν σε μία μπουτίκ και σκότωσαν δύο ανθρώπους. Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο ανθρώπους, παρ’ όλα αυτά σκότωσαν δύο θύματα και έφυγαν με το αυτοκίνητο. Αυτή η ενέργεια ήταν τόσο βίαιη και αναίσχυντη, κυρίως επειδή δεν προσπάθησαν να κρύψουν αυτό που έκαναν. Μου έκανε φοβερή εντύπωση αυτή η ιστορία. Ήξερα τον ερευνητή που είχε αναλάβει την υπόθεση, οπότε του μίλησα. Επρόκειτο για τη διαφορά λογαριασμών ανάμεσα σε δύο συμμορίες στο Μόντρεαλ».

Η έρευνα του δημιουργού σύντομα τον διαφώτισε σχετικά με τα τεράστια ποσά που διακινούνται στο εμπόριο ναρκωτικών. «Μιλάμε για εκατομμύρια δολάρια. Τα χαρτονομίσματα είναι πάντα μικρής αξίας» αναφέρει. Ως εκ τούτου, όσοι εμπλέκονται «καταλήγουν με βουνά χαρτονομισμάτων και δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Αυτό το γεγονός με οδήγησε να ασχοληθώ με το ξέπλυμα χρημάτων».

Όσο περισσότερο σκάλιζε αυτό το φαινόμενο, ο Αρκάν  έκανε έρευνα σε διάφορες εγκληματικές ενέργειες και έτσι η ιστορία άρχισε να παίρνει μορφή στο χαρτί.

«Περί ερώτων και ψυχανάλυσης εν μέσω τρόμου και ληστείας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κάποτε, ξεκλείδωνες όλο αγωνία χαράς το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού και γέμιζες τα χέρια σου επιστολές με γραμματόσημα για όλη την οικογένεια από φίλους και γνωστούς της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Μύριες ευχετήριες κάρτες την περίοδο των γιορτών, καρτ ποστάλ από ταξίδια αγαπημένων, καλαίσθητες προσκλήσεις σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και, φυσικά, πολύχρωμους φακέλους με αρωματισμένες σελίδες ερώτων από το εκάστοτε «σπλάχνο», που ζούσε στο ίδιο ή σε όμορο προάστιο και το αντάμωνες μόνο το ευλογημένο Σαββατοκύριακο, ένεκα επιβεβαρυμμένου σχολικού προγράμματος μετά διαβασμάτων. Και έπρεπε να απαντήσεις γράφοντας, να τρέξεις στο ταχυδρομείο, να βάλεις γραμματόσημα και να τα στείλεις, περιμένοντας ξανά απαντήσεις. Οι φλύαρες τηλεφωνικές συνομιλίες ελέγχονταν με στρατιωτική πειθαρχία από τον πατριάρχη της οικογένειας αλλά και την σπαρτιάτισσα μάνα αγοριών, οπότε η τέχνη της γραφής ήταν σε ημερησία διάταξη και τα σπιτικά γραμματοκιβώτια είχαν λόγο ύπαρξης. Αλληλογραφία ονομαζόταν και μέσα της νανούριζε γόνιμα κάθε φανερό και μύχιο της οντότητας σου.

Τώρα, ξεκλειδώνεις με τρόμο το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού και γεμίζεις τα χέρια σου από ψυχρούς λογαριασμούς, ειδοποιήσεις καθυστερήσεων πληρωμών, απρόσωπα και ακαλαίσθητα διαφημιστικά φυλλάδια delivery και στην καλύτερη των περιπτώσεων χαρτάκια από το ταχυδρομείο για να παραλάβεις προσωπικά και με ταυτότητα, πάλι, κάποιο έγγραφο από δημόσια υπηρεσία για να καταβάλλεις χαράτσια. Τα υπόλοιπα τα έχει αναλάβει το ηλεκτρονικό μέιλ.

Κάποτε, ως μαθητές του λυκείου, όλη την εβδομάδα μαζεύαμε πενηνταράκι προς πενηνταράκι, δραχμή προς δραχμή το χαρτζιλίκι για να γεμίσει το απαιτούμενο ποσό και να απολαύσουμε δυο κινηματογραφικές ταινίες: μια το Σάββατο έξι με οκτώ το βράδυ και άλλη μια την Κυριακή τέσσερις με έξι, μεσημερο-απογευματινή προβολή. Υπήρχε και η αθεράπευτη μανία της αγοράς βινυλίου, οπότε το δίλλημα: «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» στο ταμειακό μας, δηλαδή, σινεμά ή μουσική βρισκόταν συνεχώς στο ικρίωμα. Τα βιβλία τα εξασφάλιζε η λατρεμένη, καθηγήτρια και οικογενειακή μας φίλη, η κα Νίκη Αλεξιάδου, που την ενημέρωνα μηνιαίως ποια είναι αυτά που με ενδιαφέρουν, συν τις δικές της, ιδιαίτερες λογοτεχνικές προτάσεις. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός μου, ο Άγης, διέσωζε ενίοτε την κατάσταση του θλιβερού προϋπολογισμού μου, αφού πρώτα έβγαζε την ψυχή μου από κάθε οπή του κρανίου μου. Η ευλογημένη, σωτήρια γιαγιά Σόνια, την τελευταία, κρίσιμη στιγμή, σαν διπλός πράκτορας υπερδυνάμεων, έχωνε κρυφίως, λαμπερά, αναπάντεχα εικοσαρικάκια στο πάνινο πορτοφόλι.    

Ντυνόμασταν με στολή εξόδου. Πραγματική ιεροτελεστία: Το καθαρό τζιν, το μακό με την στάμπα του Frank Zappa and the Mothers ή αυτή των Thin Lizzy, ενώ πεντακάθαροι, να μοσχοβολούμε από πάνω μέχρι κάτω, άλλοτε στους πιπεράτους συνδυασμούς της «Brut», που η μάνα μου φώναζε πως μυρίζω σαν αράπης (Αιγυπτιώτισσα ούσα), κι άλλοτε στα ανάλαφρα και αέρινα αρώματα της «Eau Sauvage», που άρεσε στο «πρόσωπο».

Εκείνη, ανάλογα των περιστάσεων (καταλαβαίνεται τι εννοώ), ενδεδυμένη με ολόσωμο φόρεμα ή τζιν σωλήνα να τονίζει τα καλλίγραμμα κάτω άκρα της, περιποιημένα μαλλιά να μοσχοβολούν όλες τις εποχές του χρόνου και διακριτικά ριγμένες επάνω της οι μεθυστικές στάλες του «Opium» ή του μοιραίου «Magie Noire» ετοιμοπόλεμες ώστε να στείλουν τις αισθήσεις σου, άνευ επιστροφής, στον ουράνιο θόλο του διονυσιασμού.

Το σύνηθες και «ιπποτικό» της καλής συμπεριφοράς εκείνης της εποχής, όταν ήσουν με την αγαπημένη σου σε έξοδο όχι πάντα πετυχημένο και εξασφαλισμένο,  ήταν το αρσενικό να βάλει το εισιτήριο της καλής του μαζί με το αναψυκτικό των δυο καλαμακίων στην φιάλη και από ένα σακουλάκι με σποράκια. Το ποπ κορν εκείνων των εποχών δεν τρώγονταν με τίποτα, καθώς έμοιαζε να δοκιμάζεις κόντρα πλακέ σε μικρές μπουκιές, ενώ για τα τσιπς χρειαζόσουν την Ερυθρά Θάλασσα για να ξεδιψάσεις. Το δε μαγευτικό κωκ ή το σαγηνευτικό σάμαλι, που το λαχταρούσαμε και οι δυο μας, ήταν απλησίαστα. Κάποιες φορές μοιραζόμασταν ένα τεμάχιο οι δυο μας.

Εάν δε, η ταινία που καιγόσουνα να δεις παιζόταν σε κινηματογραφική αίθουσα εκτός του προαστίου σου, ο προϋπολογισμός επιβαρυνόταν με τα κόμιστρα των μέσων μαζικών μεταφοράς. Πλήρωναν τότε, διάολε, συνειδητοποιημένα οι άνθρωποι στα λεωφορεία και σπανίως, έως καθόλου, λειτουργούσαν στο τζαμπέ και στο λαθραίο. Όμορφες, μεγάλες στιγμές ζωής, τρανά και υπέροχα όλα τους σε αέναη κίνηση, ζωντανή και θυελλώδης η αίσθηση των μικρών άθλων.

Τώρα, την ταινία που θέλεις, διακαώς, να δεις την κατεβάζεις μηχανικά από τα τορεντάδικα, παραγγέλνεις στο σουβλατζίδικο «Τα Τρία Μαχαιρώματα» τα τοξικά πιτόγυρα σου με τα υγρά παρελκόμενα και στρώνεσαι σαν την όρκα στον καναπέ με το σώβρακο, την άθλια αθλητική φόρμα ή την πυζάμα για να την δεις μόνος ή με το ταίρι σου. Άντε, έχεις ρίξει και ένα ντουζάκι προηγουμένως για να φύγει κάπως η οσμή της σκλαβιάς από πάνω σου.     

 

 

  • Είδος: Ερωτικό, κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σαφί Νεμπού
  • Με τους: Ζιλιέτ Μπινός, Νικόλ Γκαρσιά, Φρανσουά Σιβίλ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Rosebud 21

Η Κλερ (Ζιλιέτ Μπινός) είναι μία χωρισμένη μητέρα δύο παιδιών και καθηγήτρια πανεπιστημίου, η οποία μόλις έχει χωρίσει από τον νεαρό εραστή της, Λουντό.

Στο διαδίκτυο, όμως, έχει επινοήσει μία άλλη, πιο επιθυμητή περσόνα για να κατασκοπεύσει τον πρώην της: αυτή είναι η Κλάρα, μία όμορφη και ξέγνοιαστη 20άρα, που σύντομα θα γνωριστεί με τον φίλο και βοηθό του Λουντό, Aλεξ.

Η επικοινωνία τους ξεκινά αθώα, γρήγορα όμως η έλξη τους είναι ακαταμάχητη και ο Aλεξ πιέζει την Κλερ να συναντηθούν από κοντά. Εγκλωβισμένη στο πλασματικό της «πρόσωπο», η Κλερ είναι σε αδιέξοδο. Πού, όμως, σταματά το ψέμα και πού ξεκινά η αλήθεια;

Ακόμα μια γαλλική ταινία επικεντρωμένη στις σχέσεις γυναίκα και άνδρα, μάλιστα ώριμης γυναίκας και νεαρού και το σεξ με την γνωστή φράγκικη διαχείριση του θέματος στα όρια της κινηματογραφικής εμμονής, όπως άλλωστε μας έχουν συνηθίσει.

Ο «Θεϊκός Μαρκήσιος» Ντε Σαντ το είχε ξεκαθαρίσει το διαστροφικό τοπίο για τους συμπατριώτες του από το 1780, οπότε οι όποιες γαλλικές, σεξουαλικές εμμονές είναι καθ΄ όλα εύλογες και κατανοητές. 

Η ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Σαφί Νεμπού, έπειτα από το καλοβαλμένο «Στα Δάση της Σιβηρίας» του 2016 και με σενάριο βασισμένο στην νουβέλα της βραβευμένης γαλλίδας συγγραφέως Καμίλ Λορένς σχεδιάζει την ψευδαίσθηση του άλλου εαυτού και στη συνέχεια της εξαπάτησης, λειτουργώντας ακριβώς στην οριογραμμή του πόθου, του έρωτα αλλά και της μοναχικότητας, «ράβοντας» αφοδράριστη όλη την ταινία πάνω στην Μπινός.

Ενδιαφέρουσα η σκηνοθεσία, καλή η κίνηση της κάμερας και κλισαρισμένες ανατροπές στο φινάλε εμπλουτίζουν το «Ποια Νομίζεις Ό,τι Είμαι» με ελαφρά ραντίσματα αγωνίας. Η Μπινός, που ωθεί το ερμηνευτικό της βάρος στην αλέα των εκφράσεων με την επιφάνεια του προσώπου της σε πρώτο πλάνο διασχίζει τον δίαυλο των σεναριακών εκπλήξεων ικανοποιητικά, ψάχνοντας όμως ακόμα την μεγάλη ταινία στην περίοδο της ώριμης καριέρας της.  

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Λαρς Κλέβμπεργκ
  • Με τους: Κάθριν Πρέσκοτ, Γκρέις Ζαμπρίσκι, Σαμάνθα Λόγκαν
  • Διάρκεια: 88’
  • Διανομή: Odeon

Η μοναχική έφηβη Μπερντ Φίτσερ (Κάθριν Πρέσκοτ), που θέλει να γίνει φωτορεπόρτερ, δεν έχει ιδέα για τα κρυφά μυστικά που τυλίγουν τη vintage Polaroid τύπου SX-70, φωτογραφική μηχανή που βρήκε τυχαία ο φίλος της σε ένα παζάρι και της την χάρισε. Όποιος φωτογραφίζεται όμως εξοντώνεται από μια σκοτεινή οντότητα που εμφανίζεται στη φωτό.

Σιγά σιγά οι φίλοι της Μπερντ δολοφονούνται τραγικά, οπότε μαζί τον Κόνορ (Τάιλερ Γιανγκ), το αγόρι που πάντα ήθελε να έχει, προσπαθούν να ανακαλύψουν την πηγή του προβλήματος για να εξοντώσουν την σκοτεινή και απόκοσμη σκιά, που κομματιάζει αδιακρίτως τους νέους και φίλους της Μπέρντ.    

Από τον παραγωγό των ταινιών τρόμου: «Σήμα Κινδύνου» και «Η Κατάρα» Κρις Μπέντερ και σκηνοθέτη τον Νορβηγό Λαρς Κλέβμπεργκ να ντεμπουτάρει σε μεγάλου μήκους ταινία, η «Polaroid» κινείται αρκετά έντιμα στο έδαφος του εφηβικού σπλάτερ με ελεγχόμενα jump scares και μετρημένες τις ποσότητες αίματος στα κινηματογραφικά καρέ.

Αρχικά ήταν 15λεπτη μικρομηκάδικη του ίδιου σκηνοθέτη και για την ατμόσφαιρα που κτίζει στο είδος ο Κλέβμπεργκ, ως πρώτη του απόπειρα δεν είναι τσαπατσούλικη. Παρότι ο χρόνος επιμηκύνθηκε στο εξαπλάσιο σχεδόν και το σενάριο άνοιξε, υπήρχε η περίπτωση να χάσει το τόπι.

Η ιδέα του σεναρίου αρχικά, όπως και στην μικρού μήκους είναι του Λαρς Κλέβμπεργκ, αλλά την σεναριακή πένα στην μεγάλου μήκους την κρατά ο τηλεοπτικός Μπλερ Μπάτλερ.

Οι φωτισμοί είναι άκρως παρατραβηγμένοι (παντού ημίφως, ακόμα και στα εστιατόρια), η φωτογραφία καλή, η πλοκή έχει ενδιαφέρον και το στόρι τρώγεται. Περισσότερο δούλεμα ήθελε το υπόβαθρο του κακού ως προσπάθεια αποστολής μηνυμάτων για την σχολική παρενόχληση και βία.

Ευχάριστη η παρουσία του Μιτς Πιλέτζι (ο Σκίνερ των X-Files) στον ρόλο του σερίφη.     

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1971) – επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Μάικ Νίκολς
  • Με τους: Τζακ Νίκολσον, Αν Μάργκρετ, Αρτ Γκάρφανκελ, Κάντις Μπέργκεν
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Αν Μάργκρετ)
  • Η ταινία προβάλλεται: Σινέ «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – Σινέ «Θησείο» (Θησείο)

Η ιστορία ακολουθεί τις ερωτικές περιπέτειες δύο συγκάτοικων του κολεγίου Άμχερστ σε μια περίοδο 25 ετών: από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο Σάντι (Αρτ Γκαρφάνγκελ- καλός), που σπουδάζει ιατρική είναι ο τύπος του ευγενικού και παθητικού άνδρα, ενώ ο Τζόναθαν (Τζακ Νίκολσον – απίθανος!), που σπουδάζει οικονομικά είναι αυτός του σκληρού και κυνικού αρσενικού.

Ο Σάντι ειδωλοποιεί τις γυναίκες, ενώ ο Τζόναθαν τις αντικειμενοποιεί, χρησιμοποιώντας συχνά τον όρο «ballbuster» (αμείλικτες) για να περιγράψει τις γυναίκες ως όντα με κύρια ευχαρίστηση στο να αρνιούνται την ευτυχία και την ικανοποίηση στους άνδρες, έχοντας μοναδικό σκοπό τον γάμο και την αποκλειστικότητα.

Ταινία αναφορά στον ηλεκτρισμένο και συνάμα αιματηρό διάλογο των ερωτικών σχέσεων ανδρός και γυναικός, που άνοιξε με τόλμη το θέμα ο Νίκολς σε μια εποχή που η αμερικανική, κοινωνική ταυτότητα βυθιζόταν ξανά αβοήθητη στο έλος του συντηρητισμού και του επιφανειακού καθωσπρεπισμού.

Βραβευμένος με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (Τα Απομεινάρια μιας Ημέρας), ο Γερμανός σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς (6 Νοεμβρίου 1931 – 19 Νοεμβρίου 2014) παίρνει στα χέρια του την ιστορία του βραβευμένου με Πούλιτζερ καρτουνίστα Τζουλς Φάιφερ (γραμμένο για θεατρική παράσταση) και την απογειώνει σκηνοθετικά, κυριολεκτικώς, στο μεγάλο πανί. Επιλέγει τον 34χρονο, τότε, Τζακ Νίκολσον για τον βασικό ρόλο του Τζόναθαν, καθώς άφησε άριστες εντυπώσεις με την εμφάνιση του το 1969 στο «Easy Rider» του Ντένις Χόπερ, για να γίνει «Η Γνωριμία της Σάρκας» το εφαλτήριο μιας μεγάλης καριέρας του ηθοποιού.

Οι ακροάσεις με την Τζέιν Φόντα, την Νάταλι Γουντ, την Ρακέλ Γουέλς και την Ντάιαν Κάνον, για το ποια θα αναλάβει τον ρόλο της Μπόμπι κράτησαν έξι μήνες, για να καταλήξει ο Νίκολς στην υπέροχη, ερωτική και ευαίσθητη κοκκινομάλλα Αν Μάργκρετ, ερμηνεία που της πρόσφερε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου. Μοναδική σκηνή στο παγκόσμιο κινηματογραφικό πάνθεον είναι ο εκρηκτικός διάλογος του Τζακ Νίκολσον με την Αν Μάργκρετ στο υπνοδωμάτιο, που όλη η Αμερική εκείνη την εποχή ακούει, βλέποντας σοκαριστικές αλήθειες, ειπωμένες έξω από τα δόντια.

Στο Άλμπανι της Τζόρτζια, μάλιστα, στις 13 Ιανουαρίου 1972, ένας κινηματογράφος που πρόβαλε την ταινία, η τοπική αστυνομία εξέδωσε ένταλμα έρευνας για το σινεμά και κατάσχεσε την κόπια, ενώ ο υπεύθυνος του κινηματογράφου καταδικάστηκε για το έγκλημα της «διανομής άσεμνου υλικού». Εν τω μεταξύ η ταινία, οπτικά δεν προβάλει κάτι το σοκαριστικό, αλλά ό,τι διαπραγματεύεται είναι απίστευτα διαχρονικό και βασανιστικά πραγματικό. Ιστορικά να αναφέρουμε, ότι είναι η πρώτη ταινία διεθνώς που παρουσιάζει on screen, την χρήση προφυλακτικού για την ερωτική πράξη. Μην την χάσετε!!!!

(Sibyl)               

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ζιστίν Τριέτ
  • Με τους: Βιρζινί Εφιρά, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Γκασπάρ Ουλιέλ, Σάντρα Ούλερ
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Spentzos Films

Η Σιμπίλ (Βιρζινί Εφιρά) είναι μια ψυχοθεραπεύτρια που έχει κουραστεί να κάνει αυτή τη δουλειά και αποφασίζει να τα παρατήσει και να επιστρέψει σε αυτό που την παθιάζει όσο τίποτα, την συγγραφή.

Όμως η τελευταία της ασθενής, η Μαργκό (Αντέλ Εξαρχόπουλος), μια μπερδεμένη ανερχόμενη ηθοποιός αποδεικνύεται ότι αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή έμπνευσης για το βιβλίο της. Ενθουσιασμένη σε βαθμό εμμονής, η Σιμπίλ  εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην θυελλώδη ζωή της Μαργκό. 

Είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία για την 41χρονη, Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Ζιστίν Τριέτ, δεύτερη όμως, μετά την «Victoria» (δεν πέρασε από την ελληνική διανομή), που βάζει τον γυναικείο ψυχισμό απέναντι από τον φακό της και πρώτη ταινία της Τριέτ που η σκηνοθέτις συστήνεται στο κινηματογραφόφιλο κοινό της χώρας μας.

Αδύναμη σκηνοθετικά ταινία, αρκετά ορμητική ως προς το κοινωνικό, προσκήνιο της αναθεώρησης αρκετών γυναικείων θεμάτων με το σενάριο να σκοντάφτει αισθητά τόσο στην μπερδεμένη δραματουργία και την χαμένη γραμμή των ισορροπιών, όσο και σε αυτή την επιθυμιών.  

Πέρα από την καλή αισθητική της σκηνοθεσίας, τις όμορφες παρουσίες της Βιρζινί Εφιρά και της Αντέλ Εξαρχόπουλος πραγματικά, δεν με έπεισε πουθενά. Μπερδεμένη ηρωίδα η Μαργκό, μπερδεμένη και η σκηνοθέτις Ζιστίν Τριέτ, τουλάχιστον ακόμα.       

 

 

  • Είδος: Δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τομ ΝτεΝούτσι
  • Με τους: Τσαζ Παλμιντέρι , Γουίλιαμ Φορσάιθ, Κλάιβ Στάντεν, Σαμίρα Γουάιλι , Θίο Ρόσι, Ντον Τζόνσον
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Συμμορία από μικροεγκληματίες αποπειράται να κάνει τη μεγαλύτερη ληστεία στην ιστορία της Αμερικής, κλέβοντας πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια από τη μαφία στην πιο μικρή πολιτεία των ΗΠΑ, το Ρόουντ Άιλαντ.

Για την εποχή της, ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ένοπλη ληστεία στην ιστορία των ΗΠΑ, με κάποια στοιχεία να λένε ότι έκλεψαν πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια σε ρευστό, χρυσό, ασήμι και κοσμήματα.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσα χρήματα υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο. Μέχρι σήμερα, οι αρχές δεν έχουν ανακαλύψει την περιουσία που κλάπηκε εκείνο το ήσυχο πρωινό του καλοκαιριού του 1975.

Καθαρόαιμο heist movie και ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης Τομ ΝτεΝούτσι, που γεννήθηκε στο Ρόουντ Άιλαντ την δεκαετία του ’80 μελέτησε εκτενώς το οργανωμένο έγκλημα για χρόνια.

Αναφέρει ο Τομ ΝτεΝούτσι: «Είμαι ένας Ιταλοαμερικανός από το Κράνστον, μία περιοχή του Ρόουντ Άιλαντ, όπου ζουν κυρίως Ιταλοαμερικανοί, και από τη στιγμή που δεν είχαμε επαγγελματικές, αθλητικές ομάδες, μεγαλώσαμε παρακολουθώντας τους γκάνγκστερς αντί τους αθλητές. Ενηλικιώθηκα ακούγοντας ιστορίες για αυτούς τους πληθωρικούς τύπους από τους θείους μου, τα ξαδέλφια μου και τα άλλα παιδιά. Αυτοί οι γκάνγκστερς ήταν σαν θρύλοι στη γειτονιά. Είχα ακούσει πολλές ιστορίες, αλλά χωρίς καμία αμφιβολία αυτή η ληστεία ήταν η πιο θρυλική. Τόσο απλή. Τόσο επικερδής. Για να μην αναφέρω, ότι οι πραγματικοί άνθρωποι της ιστορίας ήταν φοβεροί χαρακτήρες. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν μερικά από αυτά που συνέβησαν, γιατί ήταν εντελώς τρελά. Αλλά τότε το οργανωμένο έγκλημα ήταν μεγάλο ζήτημα στο Ρόουντ Άιλαντ. Ήταν σαν την Άγρια Δύση και για μένα αυτή είναι η πιο σπουδαία ιστορία εγκλήματος που έχει ειπωθεί, οπότε ήθελα να τη διηγηθώ κι εγώ».

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Προβιντένς στο Ρόουντ Άιλαντ, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το σημείο που ο αρχιμαφιόζος Ρέιμοντ Πατριάρκα ασκούσε την εξουσία με πυγμή. Η Προβιντένς ήταν το νούμερο τρία στην οργάνωση της μαφίας, μετά το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη. Ο σκηνοθέτης και η ομάδα παραγωγής συμβουλεύτηκαν τους ιστορικούς της πόλης και τα αρχεία της αστυνομίας για να αναπαραστήσουν σωστά την εποχή.

Τα κουστούμια της ταινίας ντύνουν τους ρόλους με τον πληθωρικό χαρακτήρα της δεκαετίας του ’70. Η ενδυματολόγος Μάουρα ΜακΚάθρι και η ομάδα της πέρασε ώρες σε μαγαζιά με παλιά ρούχα και έψαξε σε ιδιωτικές συλλογές για να βρει τα κατάλληλα κομμάτια. Σε μερικές περιπτώσεις, η ομάδα χρησιμοποίησε παλιό ύφασμα για να ράψει ειδικά κουστούμια

 

«Θηλυκοί κατάσκοποι, ζόμπι, ληστείες και η επιστροφή της εξαφανισμένης κυρίας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το σίγουρο είναι ότι οι κινηματογραφικές επανεκδόσεις σε αποκατεστημένες, ψηφιακά κόπιες, που προβάλλονται και φέτος στους θερινούς κινηματογράφους, τρέχουν βέλος, σχίζοντας θαρραλέα το νωθρό και βαρετό σινε-τοπίο των σύγχρονων παραγωγών.

Δεν θέλει φλυαρία το πράγμα. Βλέπεις τον ασπρόμαυρο «Κύριο Βερντού» με τον Τσάπλιν ή την έγχρωμη «Πισίνα» με τον Ντελόν, επί παραδείγματι, και είσαι από την κορυφή έως τα νύχια ενδεδυμένος στην νοσταλγία. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όπως άλλωστε μου εκμυστηρεύτηκαν, περνούν απίθανα: «Η αίσθηση της καλής ταινίας είναι το ζήτημα, βρε παιδί μου, αλλά και ο χώρος μια απίθανη, χρονοκάψουλα. Ταξίδι σπουδαίο», είπαν και το χαμόγελο γόνδολα στο πρόσωπο. Οι δε νεώτεροι κινηματογραφόφιλοι, που δεν έχουν το αστάρι του παρελθόντος αλειμμένο δοξαστικά στο κύτταρο τους, (ας με συγχωρέσουν, αλλά έτσι είναι), περνούν τζετ σε αυτές τις προβολές, πρώτον γιατί απολαμβάνουν ταινίες απαράμιλλης κινηματογραφικής τέχνης σε πανέμορφα θερινά σινεμά (όλοι πια οι χώροι είναι εξαιρετικά καλαίσθητοι και φροντισμένοι και τα κυλικεία τους φουλ επανδρωμένα) και δεύτερον βιώνουν κινηματογραφικές στιγμές που τις έχουν ακούσει αφηγηματικά από γιαγιάδες, παππούδες και γονείς. Λίγο είναι αυτό;

Το έχουμε γράψει παλαιότερα και το επαναλαμβάνω: Ελάχιστες είναι οι ταινίες της σύγχρονης σοδειάς, ειδικά οι καλοκαιρινές, που αξίζουν, κι αυτές είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κάθε χρόνο η ποιότητα σε σεναριακή αξία χαμηλώνει αισθητά τον πήχη, ενώ, πραγματικά, οι τεχνολογικοί άθλοι αυξάνονται ραγδαία στις παραγωγές. Άσε δε αυτό το τρομερό της μίμησης που το σινεμά αντιγράφει την μικρή οθόνη και είναι σαν να βλέπεις τηλεοπτικές σαπουνόπερες στην μεγάλη οθόνη με σενάρια που από το πρώτο δεκάλεπτο συστήνεσαι εγκάρδια με την μπαλαφάρα που θα δεις και ξέρεις τι θα συμβεί στην συνέχεια. 

Δεν θέλει πολύ κουβέντα το θέμα. Το παλιό είναι αλλιώς, διαθέτει χάδι στις αισθήσεις, δημιουργεί ατμόσφαιρα, έχει ζουμί το σενάριο και η ασπρόμαυρη εικόνα στο καλοκαιρινό άσπρο πανί προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία, όπως και το έγχρωμο εκείνης της εποχής. Θέρος χωρίς κινηματογραφική νοσταλγία γίνεται; Όχι βέβαια!

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τρέβορ Ναν
  • Με τους: Τζούντι Ντεντς, Σόφι Κούκσον, Τομ Χιούτζες, Στίβεν Κάμπελ Μουρ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Weird Wave

Η ηλικιωμένη χήρα Τζόαν Στάνλεϊ (Τζούντι Ντεντς – πολύ καλή), που διαμένει στο ήσυχο αγγλικό προάστιο και περιποιείται τα λουλούδια της, διαβάζει στην πρωινή εφημερίδα για τον θάνατο ενός υψηλού αξιωματούχου της αγγλικής κυβέρνησης και την σκοτεινή σχέση του με το πρώην καθεστώς της σοβιετικής ένωσης. Ξαφνικά στο ήρεμο σπιτικό της εισβάλει ένοπλη η ομάδα εθνικής ασφάλειας, όπου την συλλαμβάνουν με την κατηγορία της κατασκοπείας, καθώς την εποχή του δεύτερου μεγάλου πολέμου και ενώ συμμετείχε ως επιστήμων στην ομάδα δημιουργίας της ατομικής βόμβας παρέδωσε το «κλειδί» της κατασκευής της στους Σοβιετικούς.

Η ηλικιωμένη, που κρατούσε μυστικό την ιδιότητα της κατασκόπου όλα αυτά τα χρόνια, καλείται να αποκαλύψει στις ανακριτικές αρχές την εξαιρετικά περιπετειώδη ζωή της και να απολογηθεί για τον έρωτά της με τον κατάσκοπο των Σοβιετικών, Λίο (Τομ Χιούτζες – καλός), αλλά και με τον επικεφαλής της έρευνας από την πλευρά των Άγγλων, τον επιστήμονα Μαξ Ντέιβις (Στίβεν Κάμπελ Μουρ – καλός).

Η αφήγηση μιας ολόκληρης ζωής, πολυτάραχης, γεμάτη εντάσεις και προδοσίες, που ξεκινάει με την έναρξη του μεγάλου πολέμου το 1938 και την νεαρή φοιτήτρια εφαρμοσμένης Φυσικής του πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, Τζόαν (Σόφι Κούκσον – καλή).

Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία της Αγγλίδας κατασκόπου Μελίτα Νόργουντ (25 Μαρτίου 1912 – 2 Ιουνίου 2005), η οποία από την Κα Γκε Μπε χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη θηλυκή κατάσκοπος με το κωδικό όνομα «Χόλα».

Ο σκηνοθέτης Τρέβορ Ναν (σερ παρακαλώ), καθότι τέως καλλιτεχνικός διευθυντής της «Royal Shakespeare Company», του Βασιλικού Εθνικού Θεάτρου και τώρα του «Royal Theatre, Haymarket» (το τρίτο παλαιότερο λονδρέζικο θέατρο που χρονολογείται από το 1720), βραβευμένος για τις μουσικές, θεατρικές του παραστάσεις, αλλά και για τα τηλεοπτικά θεατρικά ντοκιμαντέρ, καταπιάνεται εντελώς χαλαρά με το θέμα της κατασκόπου στην ταινία, προβάλλοντας έναν κάποιον ιδεαλισμό της εποχής και τον έρωτα πρωτίστως ως κίνητρα που οδήγησαν την κινηματογραφική Τζόαν Στάνλεϊ να συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς. Βέβαια, στην πραγματικότητα η ηρωίδα ήταν «βαμμένη» κομμουνίστρια και μαζί με τον σύζυγό της μαχόντουσαν για το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα (ILP) από το 1936 για να προσχωρήσουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας (CPGB).

Σε αυτή την επιδερμική αναφορά για τις δραστηριότητες της  Μελίτα Νόργουντ, ο Ναν παραλείπει σοβαρότατα βιογραφικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα ρομαντικό, ερωτικό προπολεμικό και μεσοπολεμικό flashback, στα όρια του μελό, ειδικά με τον δικηγόρο γιός της που δεν πιστεύει στα αυτιά του, πως η μητέρα του ήταν πράκτορας των Σοβιετικών. Με τον αγγλικό ακαδημαϊσμό να ηγείται αυτοκρατορικά στην κινηματογράφηση (μοιάζει με καλοστημένη τηλεταινία), ξεχωρίζουν οι ερμηνείες της καταπληκτικής Τζούντι Ντεντς (η «Μ» στον Τζέιμς Μποντ), αλλά και αυτή της Σόφι Κούκσον (η Ρόξι στα δυο «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία»), που τέλος πάντων διασώζουν κάπως την κατάσταση.

 

 

  • Είδος: Κατασκοπικό, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Λικ Μπενσόν
  • Με τους: Σάσα Λους, Ελεν Μίρεν, Λουκ Εβανς, Γκίλιαν Μέρφι
  • Διάρκεια: 119’
  • Διανομή: Odeon

Η ορφανή και πανέμορφη Άννα Πολιάτοβα  (Σάσα Λους- καλή) με τις σπουδαίες σκακιστικές επιδόσεις, ζει μια άθλια ζωή ως σύντροφος Ρώσου μικροκακοποιού. Την εποχή του ψυχρού πολέμου στρατολογείται από έναν πράκτορα την KGB, τον Άλεξ Τσένκοφ (Λουκ Έβανς – καλός), που πιστεύει ότι έχει το μυαλό και τις απαραίτητες δεξιότητες που μπορούν να φανούν χρήσιμες στην κυβέρνηση.

Η εκπαιδεύτρια και μέντορας της Άννα, η σκληροπυρηνική και τελειομανής Όλγκα (Έλεν Μίρεν – πάντα άψογη) δεν πιστεύει ότι η Άννα μπορεί να τα βγάλει πέρα στην πρώτη της αποστολή. Και ενώ πετυχαίνει την δύσκολη αποστολή της, η εκπαιδεύτρια της Όλγκα την προωθεί στην ενεργό δράση με κάλυψη τον χώρο του μόντελινγκ με έδρα το Παρίσι, όπου διαπρέπει και συγχρόνως αναλαμβάνει να βγάλει από την μέση τα ανεπιθύμητα στοιχεία της ΕΣΣΔ. Εκεί γνωρίζει τον πράκτορα της CIA Λένι Μίλερ (Γκίλιαν Μέφι – ρόλος πρωινού γεύματος για τον σπουδαίο Ιρλανδό ηθοποιό των «Peaky Blinders») και αρχίζουν οι διπλοί και οι τριπλοί ρόλοι στο αιματηρό παιχνίδι των κατασκόπων.  

Ο Γάλλος σκηνοθέτης των μπλοκμπάστρες Λικ Μπενσόν, αμέσως μετά από το ευφάνταστο «Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες», φανερά γοητευμένος, προφανώς, από το «Atomic Blonde» και τον «Κόκκινο Σπουργίτη», σύγχρονες παραγωγές με θηλυκούς πράκτορες να εξολοθρεύουν στόχους σε ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα, δίνει την δική του εκδοχή αντίστοιχα με την «Anna», σκούζοντας σαν μικρό παιδί: «θέλω και ΄γω, θέλω και ΄γω βόλτα με αυτό το ποδήλατο».

Γνωστό το μοτίβο, ωραίο το πρόσωπο της Σάσα Λους, όπως δηλαδή προστάζει η σύγχρονη συνταγή θηλυκού εξολοθρευτή-κατασκόπου, χλιδή, ολίγον γκλάμουρ και σκηνοθετική αισθητική είναι τα κυρίαρχα συστατικά της ταινίας.

Η δράση, που είναι το ζητούμενο  στο είδος των ταινιών, πιάνει διακριτικά το κόκκινο στο στροφόμετρο με όλα τα αεράτα και δυναμικά αεροπλανικά (μάστορας ο Μπενσόν σε αυτό, που το πρόσφερε γενναιόδωρα με την «Lucy»), ενώ τα διάφορα σεναριακά μυστικά που ξεδιπλώνονται (ε, να έχει και κάποια αγωνία το θέμα), διανθισμένα από το δυνατό κάστινγκ, πέφτουν με κρότο στον σιδερένιο κουβά του κλισέ για να σφουγγαριστεί στη συνέχεια η εύπεπτη επιφάνεια της ταινίας.

Σκηνοθετικά το έχει ο Λικ, αλλά έπρεπε, διάολε να είχε παραμείνει στην αναντικατάστατη «Νικίτα» του. Άλλωστε είναι ο «βαρόνος» του είδους.     

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
  • Με τους: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη Σέντερβιλ, κάπου στην κεντρική, βόρεια Αμερική, φαίνονται τα πάντα ήσυχα και ασφαλή στην ρουτινιάρικη καθημερινότητα της. Όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Η σελήνη τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά.

Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονταν με όλους.

Με την ζεστή αγκαλιά των υπέροχων: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς και Ίγκι Ποπ, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο αγαπητός των κινηματογραφόφιλων,  Τζιμ Τζάρμους, έπειτα από το βαμπιρικό «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», αποφασίσει με την γνωστή cool διάθεση και την αέρινη κινηματογράφηση του να καταπιαστεί με τα απέθαντα ζόμπι.

Όλα καλά, όλα χαλαρά, ήρεμα και αστεία ενίοτε στο περιβάλλον του Τζάρμους, που η βία και ο τρόμος του παραδοσιακού, κινηματογραφικού είδους των ζόμπι, αντιμετωπίζονται με το γνωστό στιλάκι του σκηνοθέτη, μόνο που οι νευρώνες αυτής της ταινίας του είναι αποξηραμένοι και άοσμοι. Καλύτερα, θα έλεγα, πως είναι χαμένοι κάπου στην μετάφραση σαν μια πλακίτσα μεταξύ φίλων που αποφάσισαν όλοι μαζί, μια αγκαλιά όπως αναφέραμε, να φτιάξουν ταινιούλα και να περάσουν όμορφα ανακατεύοντας κοκτεϊλοειδώς διάφορα στοιχεία, όπως σάτιρα, βία, ποπ κολτούρα και μπόλικες αντιγραφές απουσία έμπνευσης.

Με τις καταφανείς επιρροές του και το πλήθος των αναφορών από τα κλασικά: «Το Ζωντανό Πτώμα» (White Zombie – 1932) του Βίκτορ Χαλπερίν, τον Ζακ Τουρνέρ (Περπάτησα με ένα Ζόμπι- 1943), τον Τζορτζ Ρομέρο (Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών – 1968), ακόμα και από το τηλεοπτικό «Walking Dead», ο Τζιμ Τζάρμους, πραγματικά, δεν ξέρει τι θέλει και που σκοπεύει τελικά.

Η ταινία δεν βγάζει τίποτα απολύτως, απ΄ όπου κι αν την κοιτάξεις και μάλιστα καλοπροαίρετα. Ούτε ατμόσφαιρα έχει, ούτε κάπου διαφοροποιείται, ούτε απλώνει το χεράκι της, όπως μας έχει συνηθίσει ο Τζάρμους, να μας χαϊδέψει και να μας κλείσει το ματάκι έξυπνα. Από τον «γεια σου» σερίφη και τον βοηθό του έως την εξωγήινη Ζέλντα απλώσαμε με δυο μανταλάκια ίσως την πιο βαρετή ταινία του. Εκτός πάλι, εάν ήθελε ο Αμερικανός, ανεξάρτητος, καθ΄ όλα αξιαγάπητος auteur, να σκηνοθετήσει πύρκαυλος μια ταινία με ζόμπι σε old fashion απόδοση και ό,τι βγει. Μαζί του και επαυξάνω, αλλά να την κρατήσει σπίτι του για να την βλέπει με το παρεάκι.

Προσωπικά, παραμένω ακόμα στην όμορφη γεύση του τελευταίου «Paterson» (2016). Δυσκολάκι το μονοπάτι του mainstream, αγαπητέ Τζίμι. Τώρα στα μεγαλώματα σε βασανίζει το δίλλημα: ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς;    

(Stockholm)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μπουντρό
  • Με τους: Ίθαν Χοκ, Νούμι Ραπάς, Μάρκ Στρονγκ
  • Διάρκεια: 92΄
  • Διανομή: Seven Films

Στοκχόλμη, 1973. O Λαρς (Ίθαν Χοκ – καλός), ένας Αμερικανός πρώην κατάδικος, εισβάλλει στη μεγαλύτερη τράπεζα της Σουηδικής πρωτεύουσας με σκοπό, όχι μόνο να αδειάσει το χρηματοκιβώτιο, αλλά και να απαιτήσει από τις αρχές να ελευθερώσουν τον φυλακισμένο φίλο του Γκούναρ Σόρενσον (Μαρκ Στρονγκ – καλός).

Γοητεύοντας σταδιακά τους όμηρους υπαλλήλους της τράπεζας με την χαρισματική, ευαίσθητη, αλλά και λίγο ανισόρροπη προσωπικότητά του, θα τους κάνει, όχι μόνο να τον υπερασπιστούν, αλλά να θελήσουν να τον βοηθήσουν να ξεφύγει απ’ τον στενό κλοιό της αστυνομίας και να δραπετεύσει με εκατομμύρια.

Μία από τις υπαλλήλους μάλιστα, η Μπιάνκα (Νούμι Ράπας, καλή) θα αρχίσει να τρέφει αισθήματα απέναντί του.

Ο όρος «σύνδρομο της Στοκχόλμης» προήλθε μετά την ληστεία που έγινε σε υποκατάστημα της τράπεζας Kreditbanken στο Νόρμαλμστοργκ, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, τον Αύγουστο του 1973. Δύο ένοπλοι άνδρες, ο Γιαν-Έρικ Όλσσον και ο Κλαρκ Όλοφσον εισέβαλαν σε αυτήν και απήγαγαν 4 υπαλλήλους της τράπεζας, τους Ελίζαμπετ Όλντγκρεν, Κρίστιν Ένμαρκ, Μπιργκίτα Λούντμπλαντ και τον Σβεν Σάφστρομ, για 6 μέρες σε θησαυροφυλάκιο της τράπεζας Sveriges Kreditbank. Ήταν η πρώτη ποινική εκδήλωση στη Σουηδία που καλύφθηκε ζωντανά στην τηλεόραση. Μετά τη σύλληψη των δραστών, οι όμηροι προσπάθησαν να συλλέξουν χρήματα, για να ενισχύσουν οικονομικά τον δικαστικό αγώνα των απαγωγέων τους και αρνήθηκαν μάλιστα να καταθέσουν εναντίον τους, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν περισσότερο φοβισμένοι από την αστυνομία παρά από τους ληστές κατά την διάρκεια της εξαήμερης ομηρίας τους. Είχαν σαφέστατα συμπαθήσει τους απαγωγείς τους, κάτι το οποίο έδωσε ακαδημαϊκό ενδιαφέρον στο ζήτημα.

 Αυτό είναι και το περιεχόμενο της ταινίας του βραβευμένου Καναδού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντρό, που τον γνωρίσαμε το 2015 στο βιογραφικό «Η Επιστροφή ενός Θρύλου», πάλι με τον Ίθαν Χοκ στον ρόλο του θρυλικού, τρομπετίστα της τζαζ Τσετ Μπέκερ.

Το σενάριο της ταινίας (γραμμένο από τον σκηνοθέτη) βασίστηκε σε άρθρο του δημοσιογράφου Ντάνιελ Λανγκ, δημοσιευμένο στην εφημερίδα New Yorker το 1974, με τον τίτλο «The Bank Drama». Το άρθρο εξιστορούσε πώς το 1973 οι όμηροι σε μια ληστεία τράπεζας στην Στοκχόλμη, δέθηκαν με τους απαγωγείς τους και στράφηκαν εναντίον των αρχών. και αυτό βλέπουμε. Την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ληστές και ομήρους, δίχως να υπάρχει αναμεταξύ τους βία και τρόμος. 

Το στήσιμο του Μπουντρό διακρίνεται από μια έντονη θεατρικότητα, καθώς όλη η πλοκή εκτυλίσσεται στους χώρους μιας τράπεζας, όπου εμφανίζονται από τα δεξιά ή τα αριστερά αστυνομικοί, μέλη των οικογενειών των ομήρων σαν να ξεπηδούν από πόρτες και διαδρόμους του σκηνικού στο θεατρικό πάλκο οι εξωγενείς πρωταγωνιστές που επηρεάζουν την υπόθεση. Αυτό έχει ένα γούστο γιατί σκέφτεσαι πως στην ήσυχη Σουηδία του 1973 κυριαρχεί η αθωότητα και τέλος πάντων η αστυνομία, μερικώς, διαθέτει μια ανθρωπιά.

Με τον Μπομπ Ντίλαν των seventies να άδει από ραδιοφώνου, ο πληθωρικός Ίαν Χοκ βγαίνει μπροστά σηκώνοντας όλη την ταινία επάνω του. Η απίθανη Νούμι Ραπάς («Το Κορίτσι με το Τατουάζ» στην αυθεντική σουηδική, κινηματογραφική έκδοση) είναι διαφορετική, απ΄ ότι την έχουμε συνηθίσει, υποδυόμενη την μικροαστή τραπεζοϋπάλληλο, όμηρο που γοητεύεται από τον χειμαρρώδη ληστή. Καλοβαλμένη ταινία χωρίς να υπογράφει υπερβάσεις στο είδος των heist movies, με χιούμορ και το στοιχείο της αφέλειας θετικά δουλεμένο.