fbpx

«Θηλυκοί κατάσκοποι, ζόμπι, ληστείες και η επιστροφή της εξαφανισμένης κυρίας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το σίγουρο είναι ότι οι κινηματογραφικές επανεκδόσεις σε αποκατεστημένες, ψηφιακά κόπιες, που προβάλλονται και φέτος στους θερινούς κινηματογράφους, τρέχουν βέλος, σχίζοντας θαρραλέα το νωθρό και βαρετό σινε-τοπίο των σύγχρονων παραγωγών.

Δεν θέλει φλυαρία το πράγμα. Βλέπεις τον ασπρόμαυρο «Κύριο Βερντού» με τον Τσάπλιν ή την έγχρωμη «Πισίνα» με τον Ντελόν, επί παραδείγματι, και είσαι από την κορυφή έως τα νύχια ενδεδυμένος στην νοσταλγία. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όπως άλλωστε μου εκμυστηρεύτηκαν, περνούν απίθανα: «Η αίσθηση της καλής ταινίας είναι το ζήτημα, βρε παιδί μου, αλλά και ο χώρος μια απίθανη, χρονοκάψουλα. Ταξίδι σπουδαίο», είπαν και το χαμόγελο γόνδολα στο πρόσωπο. Οι δε νεώτεροι κινηματογραφόφιλοι, που δεν έχουν το αστάρι του παρελθόντος αλειμμένο δοξαστικά στο κύτταρο τους, (ας με συγχωρέσουν, αλλά έτσι είναι), περνούν τζετ σε αυτές τις προβολές, πρώτον γιατί απολαμβάνουν ταινίες απαράμιλλης κινηματογραφικής τέχνης σε πανέμορφα θερινά σινεμά (όλοι πια οι χώροι είναι εξαιρετικά καλαίσθητοι και φροντισμένοι και τα κυλικεία τους φουλ επανδρωμένα) και δεύτερον βιώνουν κινηματογραφικές στιγμές που τις έχουν ακούσει αφηγηματικά από γιαγιάδες, παππούδες και γονείς. Λίγο είναι αυτό;

Το έχουμε γράψει παλαιότερα και το επαναλαμβάνω: Ελάχιστες είναι οι ταινίες της σύγχρονης σοδειάς, ειδικά οι καλοκαιρινές, που αξίζουν, κι αυτές είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κάθε χρόνο η ποιότητα σε σεναριακή αξία χαμηλώνει αισθητά τον πήχη, ενώ, πραγματικά, οι τεχνολογικοί άθλοι αυξάνονται ραγδαία στις παραγωγές. Άσε δε αυτό το τρομερό της μίμησης που το σινεμά αντιγράφει την μικρή οθόνη και είναι σαν να βλέπεις τηλεοπτικές σαπουνόπερες στην μεγάλη οθόνη με σενάρια που από το πρώτο δεκάλεπτο συστήνεσαι εγκάρδια με την μπαλαφάρα που θα δεις και ξέρεις τι θα συμβεί στην συνέχεια. 

Δεν θέλει πολύ κουβέντα το θέμα. Το παλιό είναι αλλιώς, διαθέτει χάδι στις αισθήσεις, δημιουργεί ατμόσφαιρα, έχει ζουμί το σενάριο και η ασπρόμαυρη εικόνα στο καλοκαιρινό άσπρο πανί προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία, όπως και το έγχρωμο εκείνης της εποχής. Θέρος χωρίς κινηματογραφική νοσταλγία γίνεται; Όχι βέβαια!

«Η Κόκκινη Τζόαν»

(Green Book)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τρέβορ Ναν
  • Με τους: Τζούντι Ντεντς, Σόφι Κούκσον, Τομ Χιούτζες, Στίβεν Κάμπελ Μουρ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Weird Wave

Η ηλικιωμένη χήρα Τζόαν Στάνλεϊ (Τζούντι Ντεντς – πολύ καλή), που διαμένει στο ήσυχο αγγλικό προάστιο και περιποιείται τα λουλούδια της, διαβάζει στην πρωινή εφημερίδα για τον θάνατο ενός υψηλού αξιωματούχου της αγγλικής κυβέρνησης και την σκοτεινή σχέση του με το πρώην καθεστώς της σοβιετικής ένωσης. Ξαφνικά στο ήρεμο σπιτικό της εισβάλει ένοπλη η ομάδα εθνικής ασφάλειας, όπου την συλλαμβάνουν με την κατηγορία της κατασκοπείας, καθώς την εποχή του δεύτερου μεγάλου πολέμου και ενώ συμμετείχε ως επιστήμων στην ομάδα δημιουργίας της ατομικής βόμβας παρέδωσε το «κλειδί» της κατασκευής της στους Σοβιετικούς.

Η ηλικιωμένη, που κρατούσε μυστικό την ιδιότητα της κατασκόπου όλα αυτά τα χρόνια, καλείται να αποκαλύψει στις ανακριτικές αρχές την εξαιρετικά περιπετειώδη ζωή της και να απολογηθεί για τον έρωτά της με τον κατάσκοπο των Σοβιετικών, Λίο (Τομ Χιούτζες – καλός), αλλά και με τον επικεφαλής της έρευνας από την πλευρά των Άγγλων, τον επιστήμονα Μαξ Ντέιβις (Στίβεν Κάμπελ Μουρ – καλός).

Η αφήγηση μιας ολόκληρης ζωής, πολυτάραχης, γεμάτη εντάσεις και προδοσίες, που ξεκινάει με την έναρξη του μεγάλου πολέμου το 1938 και την νεαρή φοιτήτρια εφαρμοσμένης Φυσικής του πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, Τζόαν (Σόφι Κούκσον – καλή).

Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία της Αγγλίδας κατασκόπου Μελίτα Νόργουντ (25 Μαρτίου 1912 – 2 Ιουνίου 2005), η οποία από την Κα Γκε Μπε χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη θηλυκή κατάσκοπος με το κωδικό όνομα «Χόλα».

Ο σκηνοθέτης Τρέβορ Ναν (σερ παρακαλώ), καθότι τέως καλλιτεχνικός διευθυντής της «Royal Shakespeare Company», του Βασιλικού Εθνικού Θεάτρου και τώρα του «Royal Theatre, Haymarket» (το τρίτο παλαιότερο λονδρέζικο θέατρο που χρονολογείται από το 1720), βραβευμένος για τις μουσικές, θεατρικές του παραστάσεις, αλλά και για τα τηλεοπτικά θεατρικά ντοκιμαντέρ, καταπιάνεται εντελώς χαλαρά με το θέμα της κατασκόπου στην ταινία, προβάλλοντας έναν κάποιον ιδεαλισμό της εποχής και τον έρωτα πρωτίστως ως κίνητρα που οδήγησαν την κινηματογραφική Τζόαν Στάνλεϊ να συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς. Βέβαια, στην πραγματικότητα η ηρωίδα ήταν «βαμμένη» κομμουνίστρια και μαζί με τον σύζυγό της μαχόντουσαν για το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα (ILP) από το 1936 για να προσχωρήσουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας (CPGB).

Σε αυτή την επιδερμική αναφορά για τις δραστηριότητες της  Μελίτα Νόργουντ, ο Ναν παραλείπει σοβαρότατα βιογραφικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα ρομαντικό, ερωτικό προπολεμικό και μεσοπολεμικό flashback, στα όρια του μελό, ειδικά με τον δικηγόρο γιός της που δεν πιστεύει στα αυτιά του, πως η μητέρα του ήταν πράκτορας των Σοβιετικών. Με τον αγγλικό ακαδημαϊσμό να ηγείται αυτοκρατορικά στην κινηματογράφηση (μοιάζει με καλοστημένη τηλεταινία), ξεχωρίζουν οι ερμηνείες της καταπληκτικής Τζούντι Ντεντς (η «Μ» στον Τζέιμς Μποντ), αλλά και αυτή της Σόφι Κούκσον (η Ρόξι στα δυο «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία»), που τέλος πάντων διασώζουν κάπως την κατάσταση.

«Anna»

 

 

  • Είδος: Κατασκοπικό, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Λικ Μπενσόν
  • Με τους: Σάσα Λους, Ελεν Μίρεν, Λουκ Εβανς, Γκίλιαν Μέρφι
  • Διάρκεια: 119’
  • Διανομή: Odeon

Η ορφανή και πανέμορφη Άννα Πολιάτοβα  (Σάσα Λους- καλή) με τις σπουδαίες σκακιστικές επιδόσεις, ζει μια άθλια ζωή ως σύντροφος Ρώσου μικροκακοποιού. Την εποχή του ψυχρού πολέμου στρατολογείται από έναν πράκτορα την KGB, τον Άλεξ Τσένκοφ (Λουκ Έβανς – καλός), που πιστεύει ότι έχει το μυαλό και τις απαραίτητες δεξιότητες που μπορούν να φανούν χρήσιμες στην κυβέρνηση.

Η εκπαιδεύτρια και μέντορας της Άννα, η σκληροπυρηνική και τελειομανής Όλγκα (Έλεν Μίρεν – πάντα άψογη) δεν πιστεύει ότι η Άννα μπορεί να τα βγάλει πέρα στην πρώτη της αποστολή. Και ενώ πετυχαίνει την δύσκολη αποστολή της, η εκπαιδεύτρια της Όλγκα την προωθεί στην ενεργό δράση με κάλυψη τον χώρο του μόντελινγκ με έδρα το Παρίσι, όπου διαπρέπει και συγχρόνως αναλαμβάνει να βγάλει από την μέση τα ανεπιθύμητα στοιχεία της ΕΣΣΔ. Εκεί γνωρίζει τον πράκτορα της CIA Λένι Μίλερ (Γκίλιαν Μέφι – ρόλος πρωινού γεύματος για τον σπουδαίο Ιρλανδό ηθοποιό των «Peaky Blinders») και αρχίζουν οι διπλοί και οι τριπλοί ρόλοι στο αιματηρό παιχνίδι των κατασκόπων.  

Ο Γάλλος σκηνοθέτης των μπλοκμπάστρες Λικ Μπενσόν, αμέσως μετά από το ευφάνταστο «Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες», φανερά γοητευμένος, προφανώς, από το «Atomic Blonde» και τον «Κόκκινο Σπουργίτη», σύγχρονες παραγωγές με θηλυκούς πράκτορες να εξολοθρεύουν στόχους σε ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα, δίνει την δική του εκδοχή αντίστοιχα με την «Anna», σκούζοντας σαν μικρό παιδί: «θέλω και ΄γω, θέλω και ΄γω βόλτα με αυτό το ποδήλατο».

Γνωστό το μοτίβο, ωραίο το πρόσωπο της Σάσα Λους, όπως δηλαδή προστάζει η σύγχρονη συνταγή θηλυκού εξολοθρευτή-κατασκόπου, χλιδή, ολίγον γκλάμουρ και σκηνοθετική αισθητική είναι τα κυρίαρχα συστατικά της ταινίας.

Η δράση, που είναι το ζητούμενο  στο είδος των ταινιών, πιάνει διακριτικά το κόκκινο στο στροφόμετρο με όλα τα αεράτα και δυναμικά αεροπλανικά (μάστορας ο Μπενσόν σε αυτό, που το πρόσφερε γενναιόδωρα με την «Lucy»), ενώ τα διάφορα σεναριακά μυστικά που ξεδιπλώνονται (ε, να έχει και κάποια αγωνία το θέμα), διανθισμένα από το δυνατό κάστινγκ, πέφτουν με κρότο στον σιδερένιο κουβά του κλισέ για να σφουγγαριστεί στη συνέχεια η εύπεπτη επιφάνεια της ταινίας.

Σκηνοθετικά το έχει ο Λικ, αλλά έπρεπε, διάολε να είχε παραμείνει στην αναντικατάστατη «Νικίτα» του. Άλλωστε είναι ο «βαρόνος» του είδους.     

«Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν»

(The Dead Don't Die)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
  • Με τους: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη Σέντερβιλ, κάπου στην κεντρική, βόρεια Αμερική, φαίνονται τα πάντα ήσυχα και ασφαλή στην ρουτινιάρικη καθημερινότητα της. Όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Η σελήνη τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά.

Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονταν με όλους.

Με την ζεστή αγκαλιά των υπέροχων: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς και Ίγκι Ποπ, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο αγαπητός των κινηματογραφόφιλων,  Τζιμ Τζάρμους, έπειτα από το βαμπιρικό «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», αποφασίσει με την γνωστή cool διάθεση και την αέρινη κινηματογράφηση του να καταπιαστεί με τα απέθαντα ζόμπι.

Όλα καλά, όλα χαλαρά, ήρεμα και αστεία ενίοτε στο περιβάλλον του Τζάρμους, που η βία και ο τρόμος του παραδοσιακού, κινηματογραφικού είδους των ζόμπι, αντιμετωπίζονται με το γνωστό στιλάκι του σκηνοθέτη, μόνο που οι νευρώνες αυτής της ταινίας του είναι αποξηραμένοι και άοσμοι. Καλύτερα, θα έλεγα, πως είναι χαμένοι κάπου στην μετάφραση σαν μια πλακίτσα μεταξύ φίλων που αποφάσισαν όλοι μαζί, μια αγκαλιά όπως αναφέραμε, να φτιάξουν ταινιούλα και να περάσουν όμορφα ανακατεύοντας κοκτεϊλοειδώς διάφορα στοιχεία, όπως σάτιρα, βία, ποπ κολτούρα και μπόλικες αντιγραφές απουσία έμπνευσης.

Με τις καταφανείς επιρροές του και το πλήθος των αναφορών από τα κλασικά: «Το Ζωντανό Πτώμα» (White Zombie – 1932) του Βίκτορ Χαλπερίν, τον Ζακ Τουρνέρ (Περπάτησα με ένα Ζόμπι- 1943), τον Τζορτζ Ρομέρο (Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών – 1968), ακόμα και από το τηλεοπτικό «Walking Dead», ο Τζιμ Τζάρμους, πραγματικά, δεν ξέρει τι θέλει και που σκοπεύει τελικά.

Η ταινία δεν βγάζει τίποτα απολύτως, απ΄ όπου κι αν την κοιτάξεις και μάλιστα καλοπροαίρετα. Ούτε ατμόσφαιρα έχει, ούτε κάπου διαφοροποιείται, ούτε απλώνει το χεράκι της, όπως μας έχει συνηθίσει ο Τζάρμους, να μας χαϊδέψει και να μας κλείσει το ματάκι έξυπνα. Από τον «γεια σου» σερίφη και τον βοηθό του έως την εξωγήινη Ζέλντα απλώσαμε με δυο μανταλάκια ίσως την πιο βαρετή ταινία του. Εκτός πάλι, εάν ήθελε ο Αμερικανός, ανεξάρτητος, καθ΄ όλα αξιαγάπητος auteur, να σκηνοθετήσει πύρκαυλος μια ταινία με ζόμπι σε old fashion απόδοση και ό,τι βγει. Μαζί του και επαυξάνω, αλλά να την κρατήσει σπίτι του για να την βλέπει με το παρεάκι.

Προσωπικά, παραμένω ακόμα στην όμορφη γεύση του τελευταίου «Paterson» (2016). Δυσκολάκι το μονοπάτι του mainstream, αγαπητέ Τζίμι. Τώρα στα μεγαλώματα σε βασανίζει το δίλλημα: ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς;    

«Η Ληστεία της Στοκχόλμης»

(Stockholm)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μπουντρό
  • Με τους: Ίθαν Χοκ, Νούμι Ραπάς, Μάρκ Στρονγκ
  • Διάρκεια: 92΄
  • Διανομή: Seven Films

Στοκχόλμη, 1973. O Λαρς (Ίθαν Χοκ – καλός), ένας Αμερικανός πρώην κατάδικος, εισβάλλει στη μεγαλύτερη τράπεζα της Σουηδικής πρωτεύουσας με σκοπό, όχι μόνο να αδειάσει το χρηματοκιβώτιο, αλλά και να απαιτήσει από τις αρχές να ελευθερώσουν τον φυλακισμένο φίλο του Γκούναρ Σόρενσον (Μαρκ Στρονγκ – καλός).

Γοητεύοντας σταδιακά τους όμηρους υπαλλήλους της τράπεζας με την χαρισματική, ευαίσθητη, αλλά και λίγο ανισόρροπη προσωπικότητά του, θα τους κάνει, όχι μόνο να τον υπερασπιστούν, αλλά να θελήσουν να τον βοηθήσουν να ξεφύγει απ’ τον στενό κλοιό της αστυνομίας και να δραπετεύσει με εκατομμύρια.

Μία από τις υπαλλήλους μάλιστα, η Μπιάνκα (Νούμι Ράπας, καλή) θα αρχίσει να τρέφει αισθήματα απέναντί του.

Ο όρος «σύνδρομο της Στοκχόλμης» προήλθε μετά την ληστεία που έγινε σε υποκατάστημα της τράπεζας Kreditbanken στο Νόρμαλμστοργκ, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, τον Αύγουστο του 1973. Δύο ένοπλοι άνδρες, ο Γιαν-Έρικ Όλσσον και ο Κλαρκ Όλοφσον εισέβαλαν σε αυτήν και απήγαγαν 4 υπαλλήλους της τράπεζας, τους Ελίζαμπετ Όλντγκρεν, Κρίστιν Ένμαρκ, Μπιργκίτα Λούντμπλαντ και τον Σβεν Σάφστρομ, για 6 μέρες σε θησαυροφυλάκιο της τράπεζας Sveriges Kreditbank. Ήταν η πρώτη ποινική εκδήλωση στη Σουηδία που καλύφθηκε ζωντανά στην τηλεόραση. Μετά τη σύλληψη των δραστών, οι όμηροι προσπάθησαν να συλλέξουν χρήματα, για να ενισχύσουν οικονομικά τον δικαστικό αγώνα των απαγωγέων τους και αρνήθηκαν μάλιστα να καταθέσουν εναντίον τους, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν περισσότερο φοβισμένοι από την αστυνομία παρά από τους ληστές κατά την διάρκεια της εξαήμερης ομηρίας τους. Είχαν σαφέστατα συμπαθήσει τους απαγωγείς τους, κάτι το οποίο έδωσε ακαδημαϊκό ενδιαφέρον στο ζήτημα.

 Αυτό είναι και το περιεχόμενο της ταινίας του βραβευμένου Καναδού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μπουντρό, που τον γνωρίσαμε το 2015 στο βιογραφικό «Η Επιστροφή ενός Θρύλου», πάλι με τον Ίθαν Χοκ στον ρόλο του θρυλικού, τρομπετίστα της τζαζ Τσετ Μπέκερ.

Το σενάριο της ταινίας (γραμμένο από τον σκηνοθέτη) βασίστηκε σε άρθρο του δημοσιογράφου Ντάνιελ Λανγκ, δημοσιευμένο στην εφημερίδα New Yorker το 1974, με τον τίτλο «The Bank Drama». Το άρθρο εξιστορούσε πώς το 1973 οι όμηροι σε μια ληστεία τράπεζας στην Στοκχόλμη, δέθηκαν με τους απαγωγείς τους και στράφηκαν εναντίον των αρχών. και αυτό βλέπουμε. Την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ληστές και ομήρους, δίχως να υπάρχει αναμεταξύ τους βία και τρόμος. 

Το στήσιμο του Μπουντρό διακρίνεται από μια έντονη θεατρικότητα, καθώς όλη η πλοκή εκτυλίσσεται στους χώρους μιας τράπεζας, όπου εμφανίζονται από τα δεξιά ή τα αριστερά αστυνομικοί, μέλη των οικογενειών των ομήρων σαν να ξεπηδούν από πόρτες και διαδρόμους του σκηνικού στο θεατρικό πάλκο οι εξωγενείς πρωταγωνιστές που επηρεάζουν την υπόθεση. Αυτό έχει ένα γούστο γιατί σκέφτεσαι πως στην ήσυχη Σουηδία του 1973 κυριαρχεί η αθωότητα και τέλος πάντων η αστυνομία, μερικώς, διαθέτει μια ανθρωπιά.

Με τον Μπομπ Ντίλαν των seventies να άδει από ραδιοφώνου, ο πληθωρικός Ίαν Χοκ βγαίνει μπροστά σηκώνοντας όλη την ταινία επάνω του. Η απίθανη Νούμι Ραπάς («Το Κορίτσι με το Τατουάζ» στην αυθεντική σουηδική, κινηματογραφική έκδοση) είναι διαφορετική, απ΄ ότι την έχουμε συνηθίσει, υποδυόμενη την μικροαστή τραπεζοϋπάλληλο, όμηρο που γοητεύεται από τον χειμαρρώδη ληστή. Καλοβαλμένη ταινία χωρίς να υπογράφει υπερβάσεις στο είδος των heist movies, με χιούμορ και το στοιχείο της αφέλειας θετικά δουλεμένο.

«Η Κυρία Εξαφανίζεται»

(The Lady Vanishes)

 

  • Είδος: Θρίλερ μυστηρίου (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Αγγλία (1938) – επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Αλφρεντ Χίτσκοκ
  • Με τους: Μάργκαρετ Λόκγουντ, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Πολ Λούκας, Ντάμε Μέι Γουίτι, Σεσίλ Πάρκερ, Λίντεν Τράβερς, Νότον Γουέιν
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Βραβείο σκηνοθεσίας του Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης (NYFCC Award)
  • Η ταινία προβάλλεται: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι) και Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα)

Επιστρέφοντας από τις διακοπές της, η Ίρις (Μάργκαρετ Λόκγουντ – πολύ καλή), μια νεαρή Αγγλίδα που ετοιμάζεται να παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπά, γνωρίζει στο τρένο μια γηραιά κυρία, που, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, εξαφανίζεται. Η κοπέλα ψάχνει να τη βρει.

Οι συνταξιδιώτες όμως αρνούνται ότι την έχουν ποτέ συναντήσει και ένας ψυχίατρος προσπαθεί να την πείσει ότι έχει παραισθήσεις. Στην πραγματικότητα, το τρένο είναι σφηκοφωλιά παράλογα ηρωικών και ψύχραιμων πρακτόρων και η γηραιά «εξαφανισμένη» κυρία ονόματι Μις Φρόι – και αυτή μυστικός πράκτορας – είναι δεμένη και φιμωμένη.

Η Ιρις κοντεύει να πιστέψει ότι τρελάθηκε. Κι όλοι οι υπόλοιποι, κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να το πιστέψει. Ευτυχώς, όμως, τις έρευνές της συνδράμει ο νεαρός μουσικολόγος ερευνητής Γκίλμπερτν Ρένταμαν (Μάικλ Ρεντγκρέιβ – πολύ καλός).

Όταν το τρένο παγιδεύεται κοντά στα σύνορα και δέχεται ένοπλη επίθεση, η μις Φρόι (Ντάμε Μέι Γουίτι – καλή) κάτω από τους επιδέσμους μιας ψευδο-άρρωστης κατορθώνει να αποδράσει. Ξανασυναντιούνται όλοι μαζί στην Σκότλαντ Γιαρντ, όπου η μις Φρόι αφήνει το μήνυμα – για το οποίο διακινδύνευσε τη ζωή της, κλεισμένο στις εισαγωγικές φράσεις μιας μουσικής μελωδίας.

Η τελευταία ταινία της αγγλικής περιόδου του μέτρ του μυστηρίου Άλφρεντ Χίτσκοκ, η οποία τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ με αποτέλεσμα ο Χίτσκοκ να εγκαταλείψει τα  Gainsborough Studios του Ίσλινγκτον και να μετακομίσει δια παντός στην Μέκκα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο’ Σέλζινγκ, μάλιστα, είχε πει, ότι «ο Χίτσκοκ είχε πράγματι μέλλον στο κινηματογράφο του Χόλιγουντ».

Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε την ταινία ως την 35η καλύτερη αγγλική ταινία του 20ού αιώνα, ενώ το 2017 μια δημοσκόπηση αποτελούμενη από 150 ηθοποιούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, παραγωγούς και κριτικούς για το περιοδικό «Time Out» έδειξε, πως «Η Κυρία Εξαφανίζεται» κατέλαβε την 31η θέση, ως η καλύτερη ταινία από δημιουργίας του αγγλικού σινεμά.

Το σενάριο των Σίντεϊ Τζίλιατ και Φρανκ Λόντερ είναι βασισμένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα «The Wheel Spins» (1936) της Αγγλίδας συγγραφέως Έθελ Γουάιτ (Έθελ Λίνα Γουάιτ: 2 Απριλίου 1876 – 13 Αυγούστου 1944), το οποίο έπειτα από την μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία σε σκηνοθεσία του Χίτσκοκ, το θέμα γνώρισε πάμπολλες μεταφορές στην τηλεόραση και κινηματογραφικές διασκευές.

Υπέροχη χιτσκοκική ατμόσφαιρα, μυθοπλασία με δομή αστυνομικού μυστηρίου η ταινία ξετυλίγεται στο εσωτερικό του θρυλικού Οριάν Εξπρές και παίρνει σάρκα και οστά από ένα εξαίρετο καστ ηθοποιών με χαρισματικό χιούμορ, σασπένς και κοφτούς διαλόγους.

Η ταινία ανάβει το αστέρι της καταπληκτικής Μάργκαρετ Λόκγουντ στον ρόλο της Ίρις, που αρχικά ο σκηνοθέτης θεωρούσε την Λίλι Πάλμερ ως την επικρατέστερη πρωταγωνίστρια. Και όπως πάντα συμβαίνει στις ταινίες του, ο Χίτσκοκ «δαχτυλίζει» ευγενικά το βιβλίο της  Έθελ Γουάιτ, δίνοντας περισσότερη ένταση στην πλοκή, αλλά και σαφείς πολιτικές αναφορές στην κατάσταση προ του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Μην την χάσετε!      

«Διαβόητος serial killer, κωμωδίες και η επιστροφή του Τσάκι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την διασκευή αριστουργημάτων ή σπουδαίων κομματιών από τον χώρο των Τεχνών, προσωπικά, ερμηνεύω την πράξη ως ένα νόμιμο βιασμό. Το σύμπαν της μουσικής, του κινηματογράφου και αυτό του θεάτρου υποφέρουν περισσότερο των υπολοίπων Τεχνών από την διαστροφική κυριαρχία της «διασκευής», που όταν διασκευάζεις σημαίνει ότι είσαι άδειος από έμπνευση και στείρος από ιδέες για πρωτογενή δημιουργία.

Ας αφήσουμε στην άκρη το εύκολο αφήγημα, που λέει: «εκφράζει μια άλλη άποψη ο καλλιτέχνης και για αυτό το διασκεύασε». Σε ποιο εκφράζει άποψη ο «καλλιτέχνης» στον ξένο αμπελώνα; Αν ο οποιοσδήποτε «καλλιτέχνης» έχει δική του άποψη, εμπρός, λοιπόν, ας γράψει δικό έργο.

Όποιοι «διασκευάζουν» το οτιδήποτε είναι στυγνοί βιαστές, ρηχοί καλλιτέχνες, τυχάρπαστοι, που για να ανεβάσουν ένα σκαλοπάτι την οντότητα τους αντλούν δύναμη και ενέργεια από τις πλάτες άλλων, μεγάλων δημιουργών που δυστυχώς έχουν αποχωρήσει από την Γη των ανθρώπων. Από τους Beatles μόνο ο Τζον Λένον αποδέχθηκε τον Τζο Κόκερ στην διασκευή του «With a Little Help from My Friends», που τραγούδησε στο Γούντστοκ το 1969, λέγοντας συμπαθητικά και καλοπροαίρετα, τότε, για τον Κόκερ: «πανάθεμα τον αυτός ο βραχνοκόκορας έχει ψυχή». Το αναφέρω διότι είναι, ίσως, η μόνη έντιμη, βαθιά εσωτερική – για πολλούς λόγους –  διασκευή, ολοκαινούργιου τραγουδιού, που ήταν ήδη διάσημο, αφού  ενάμιση χρόνο πριν το Γούντστοκ το άλμπουμ των Beatles: «Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band», γάζωνε στα τσαρτς και η μπάντα ετοιμαζόταν για το κύκνειο άσμα της: «Let it Be».  

Αρκετά ασπρόμαυρα b-movies της δεκαετίας του ‘50 πέρασαν τον ευρύχωρο σωλήνα της διασκευής και διακτινίστηκαν στα σαλόνια του mainstream με υψηλά budgets, γνωρίζοντας μεγαλύτερη επιτυχία και αναγνώριση από το κοινό, όπως η «Μύγα» (The Fly – 1986 ) του Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ ή  «Η Απειλή» (The Thing – 1982) του Τζον Κάρπεντερ. Δεν συμβαίνει τίποτα παραπάνω στις διασκευές, παρά η συμμετοχή της τεχνολογίας είναι αυτή που αλλάζει την ατμόσφαιρα του πρωταρχικού δημιουργήματος αλλιώς το νευρικό σύστημα παραμένει το ίδιο.     

Είναι εντελώς διαφορετικό το «μεταφέρω» ως έχει το αυθεντικό δημιούργημα και εντελώς διαφορετικό το «διασκευάζω», κοινώς του βγάζω τους οφθαλμούς, το κακοποιώ, ασελγώντας κατά το δοκούν πάνω σε κάτι που έχει αφήσει το δικό του, ιδιαίτερο στίγμα στην ιστορία της Τέχνης. Όλοι μας, πολλές φορές έχουμε βρεθεί σε καθεστώς ομηρίας, ουκ ολίγων διασκευών, άλλοτε ως αυτήκοοι και άλλοτε ως αυτόπτες μάρτυρες είτε στον κινηματογράφο, είτε στην μουσική, είτε στο θέατρο και, βέβαια, αμέτρητες είναι οι φορές που τραβήξαμε τις τρίχες της κεφαλής μας με αυτό που είδαμε και ακούσαμε.

Στην άνυδρη πλαγιά των «διασκευών» του σινεμά, του τραγουδιού και του θεάτρου στήθηκαν τρανές καριέρες, αναδείχθηκαν ερμηνευτές, στεφανώθηκαν ηθοποιοί του πάλκου και της μεγάλης οθόνης και όλα αυτά στην ράχη άλλων ανθρώπων, που κάποτε εμπνεύστηκαν να γυρίσουν μια θαυμάσια ταινία, να γράψουν όμορφους στίχους, να συνθέσουν μελωδίες για αξέχαστα τραγούδια και να σηκώσουν στην θεατρική σκηνή έργα που άφησαν εποχή.

Ο λόγος ύπαρξης της φασιστικής και φρικτής τακτικής που ονομάζεται «διασκευή», θεωρώ πως είναι ένας και μοναδικός: Να σβηστούν οι μνήμες της ιστορίας. Μνήμες που μέσα τους γεννήθηκε το όποιο δημιούργημα Τέχνης. Κι εκείνο το παλαιό, το υπέροχο και διαχρονικό, που φέρει μύρια αρώματα, ήχους, φωνές και σκέψεις άλλων στιγμών, το πλασάρουν οι βέβηλοι και οι αμύητοι ενδεδυμένο στην σύγχρονη οπτική, καταλήγοντας να μοιάζει με πεντάρφανο κλόουν πτωχευμένου τσίρκου.

Η κλασσική μουσική από την άλλη πλευρά είναι παγιδευμένη σε άλλου είδους διαστροφή, σε αυτή που ονομάζεται «περφεξιονισμός», έχοντας απολέσει την ψυχή της, καταλήγοντας ένα άνευρο σώμα να κινείται μηχανικά με έντονα τα σημάδια του αυτισμού, αναπνέοντας ξηρό, μουχλιασμένο αέρα ραντισμένο με φρεσκοκομμένα ροδοπέταλα.

Τα εικαστικά, η Τέχνη της συγγραφής και της ποίησης γλύτωσαν από τις διασκευές όχι όμως από τις πλαστογραφίες, ενώ η Τέχνη της ιστορίας, εδώ και αιώνες βρίσκεται σε μόνιμη παραχάραξη.   

«Τεντ Μπάντι, Ένας Γοητευτικός Δολοφόνος»

(Extremely Wicked, Shockingly Evil and Vile)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζο Μπέρλιντζερ
  • Με τους: Ζακ ‘Εφρον, Λίλι Κόλινς, Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ, Τζον Μάλκοβιτς
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Τεντ Μπάντι (Ζακ Έφρον – πολύ καλός!) είναι ωραίος, έξυπνος, μορφωμένος, αθλητικός, χαρισματικός, τρυφερός και ως φοιτητής της Νομικής γνωρίζει την νέα, ανύπαντρη μητέρα Λιζ Κένταλ (Λίλι Κόλινς –καλή!), ερωτεύονται και οι τρεις τους ζουν ως μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Ένα βράδυ η αστυνομία σταματάει τον σκαραβαίο του Τεντ για έλεγχο ρουτίνας και ο αστυνομικός, βλέποντας στο πίσω κάθισμα διάφορα ύποπτα αντικείμενα  συλλαμβάνει τον Μπάντι και αμέσως στοιχειοθετείται κατηγορητήριο για μια σειρά από ειδεχθείς φόνους γυναικών σε πάνω από έξι πολιτείες των Η.Π.Α.

Όταν η  ανησυχία μετατρέπεται σιγά σιγά σε παράνοια η Λιζ αναγκάζεται να αναρωτηθεί πόσο καλά γνωρίζει τον άνδρα με τον οποίο μοιράζεται την ζωή της, καθώς όλο και περισσότερες αποδείξεις έρχονται στο φως, αλλά και να αποφασίσει αν ο Τεντ είναι αλήθεια αθώος ή ένοχος.

Παραγωγή της τηλεοπτικής πλατφόρμας Netflix, η οποία παίζεται ήδη στο αμερικάνικο streaming. Καλοφτιαγμένη σκηνοθετικά ταινία, η οποία διακρίνεται από δυο σημαντικά σημεία:

Πρώτον, ότι στα 110΄ λεπτά προβολής δεν βλέπεις ούτε έναν φόνο του Μπάντι, παρά μόνο στοιχεία και την δεκαετή προσπάθεια του πιο γνωστού, Αμερικάνου κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνου γυναικών για να αθωωθεί στα δικαστικά έδρανα πριν καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα στις 24 Ιανουαρίου 1989 (42 ετών) στην κρατική φυλακή Μπράντφορντ Κάουντι της  Φλόριντα.

Δεύτερον: η άριστη ερμηνεία του Ζακ Έφρον («The Greatest Showman», «Baywatch», «Ανυπόφοροι Γείτονες», «Hairspray»), που κυριολεκτικώς τσαλακώνει το ανάλαφρο, γοητευτικό προφίλ του ωραίου, ηθοποιού απευθείας στο τραχύ δέρμα ενός υπαρκτού χαρακτήρα – διόλου ευχάριστου για το αμερικάνικο κοινό – να παίζει παλικαρίσια σε ρόλο απαιτήσεων και να αναδύεται με τις καλύτερες των εντυπώσεων και αλώβητος. Μπράβο του!

Το σενάριο του Μάικλ Βέρβι στηρίζεται στο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Κένταλ: «The Phantom Prince: My Life With Ted Bundy» και λειτουργεί τόσο στην πλοκή, όσο και σκηνοθετικά σε πραγματικά γεγονότα, δίχως να γίνεται παραποίηση ή αλλοίωση των στοιχείων, αλλά να καταδεικνύει όχι το παρελθόν του διαταραγμένου ανθρώπου, αλλά το πόσο ασυνήθιστα ήταν οργανωμένος και υπολογιστικός ως εγκληματίας που χρησιμοποίησε τις εκτεταμένες γνώσεις του για τις μεθόδους επιβολής του νόμου, αποφεύγοντας την ταυτοποίηση για χρόνια, καθώς τα θύματα του (δυο ημέρες πριν εκτελεστεί ομολόγησε 30 δολοφονίες γυναικών από το 1974 έως το 1978) κάλυπταν επτά διαφορετικές πολιτείες.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι η πολυετής δίκη του Τεντ Μπάντι είναι η πρώτη στα τηλεοπτικά χρονικά των Η.Π.Α. που μεταδόθηκε απευθείας στους δέκτες του αμερικανικού λαού.

«Το Αριστούργημά Μου»

(Mi Obra Maestra / My Masterpiece)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκαστόν Ντουπράτ
  • Με τους: Αντρέα Ακάτο, Λουκάς Αράντο, Ραούλ Αρεβάλο
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Αρτούρο είναι ένας γοητευτικός, εκλεπτυσμένος και αρκετά αδίστακτος γκαλερίστας. Έχει τη δική του γκαλερί στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, μια πόλη που τον συναρπάζει.

Ο Ρένζο είναι ένας δύστροπος καλλιτέχνης, ένας πικρόχολος ζωγράφος σε σαφή παρακμή. Μισεί οποιαδήποτε μορφή κοινωνικότητας και ζει απομονωμένος σε ένα απεριποίητο σπίτι.

Παρόλο που τους δύο άντρες τους συνδέει  μια παλιά φιλία, δε συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Οι απόψεις και οι ιδέες τους είναι τόσο αντίθετες, που δημιουργούν συνέχεια μεταξύ τους μεγάλες εντάσεις και συγκρούσεις. Ωστόσο, παρά τις διαφορές αυτές, είναι σπουδαίοι φίλοι. Και αυτή η κωμωδία είναι γι’ αυτή τη φιλία και τις συνέπειες της.

Μετά τη βραβευμένη στη Βενετία ταινία του, τον πραγματικά εξαιρετικό: «Επιφανή Πολίτη», ο Γκαστόν Ντουπράτ, επιλέγει την ίδια εγκεφαλική λίμνη του χιούμορ και της κωμωδίας που γελάς, αλλά πονάς και θλίβεσαι ταυτοχρόνως.

Ο τόνος αυτής της ταινίας ταιριάζει υπέροχα και στους δυο σπουδαίους ηθοποιούς (Γκιγιέρμο Φρανσέγια και Λουίς Μπραντόνι), που προσφέρουν στην ταινία δύο καλές ερμηνείες. Η ταινία έχει ένταση, δράμα, συγκίνηση αλλά και πολύ χιούμορ. Εκτός από την συναρπαστική ιστορία που συνδέεται με τις απάτες στον κόσμο της τέχνης, η ταινία αντικατοπτρίζει τις αντιφάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τα όρια της.

Η παραγωγή ολοκληρώθηκε σε 8 εβδομάδες με γυρίσματα στο Μπουένος Άιρες, στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και στο εντυπωσιακό φυσικό τοπίο του Σαν Σαλβαδόρ.

«Η Κούκλα του Σατανά»

(Child's Play)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α., Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κλέβμπεργκ
  • Με τους: Όμπρεϊ Πλάζα, Μαρκ Χάμιλ, Γκάμπριελ Μπέιτμα
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Odeon

Η νεαρή μητέρα Κάρεν  (Όμπρεϊ Πλάζα), δωρίζει στον γιο της Άντι (Γκάμπριελ Μπέιτμαν) μια κούκλα Buddi, μη γνωρίζοντας την απειλητική και δολοφονική φύση που κρύβεται μέσα της.

H αιμοδιψής κούκλα, που πλέον διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη, επιστρέφει για να σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο, στοιχειώνοντας σκέψεις, ψυχές και παιχνίδια.

Reboot για την «Κούκλα του Σατανά», το γνωστό Τσάκι που σήκωσε κάγκελο τις τρίχες των θεατών το 1988 (Child’s Play), σε σκηνοθεσία, τότε, του Τομ Χόλαντ. Τώρα, στην εποχή της ψηφιακής εξουσίας και της τεχνητής νοημοσύνης η κούκλα τρόμος πρέπει να έχει το δικό της βήμα δράσης. Έτσι, γύρισαν τον ηλεκτρονικό δαιμονισμένο Τσάκι ξανά από την αρχή, δίνοντας μάλιστα και αρκετά στοιχεία για την αιτία που μεταμορφώθηκε σε σκοταδόψυχη κούκλα.

Εμείς νοσταλγικά επιλέγουμε τον Τσάκι των eighties, δαγκωτό, κι ας μπει ένα τέλος στις ανασυστάσεις των κινηματογραφικών ταινιών και στα remake. Νισάφι πια με αυτό το «βιολί», σε λίγο το σινεμά δεν θα διαθέτει ιστορία, αλλά θα καταντήσει μια αστραπιαία πληροφορία με ημερομηνία λήξης.   

«Θεέ μου τι σου Κάναμε; 2»

(Qu’est-ce qu’on a encore fait au bon Dieu?)      

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Φιλίπ ντε Σοβερόν
  • Με τους: Κριστιαν Κλαβιέ, Σαντάλ Λομπί
  • Διάρκεια: 99΄
  • Διανομή: Odeon

Στην πρώτη ταινία, ο υποψήφιος για Σεζάρ Κριστιάν Κλαβιέ (Αστερίξ και Οβελίξ: Επιχείρηση Κλεοπάτρα), υποδύεται τον Κλοντ, ο οποίος ζει μαζί με την γυναίκα του Μαρί που υποδύεται η Σαντάλ Λομπί (Τα Χέρια σου στα Γόνατά μου).

Οι αξιαγάπητες κόρες τους Οντίλ, Ιζαμπέλ και Σεγκολέν έχουν παντρευτεί τον Εβραίο Νταβίντ, τον Αλγερινό Ρασίντ και τον Κινέζο Τσάο, αντίστοιχα. Το κερασάκι στην τούρτα μπαίνει από την μικρότερη κόρη τους, Λορ, που τους ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί τον Ιβοριανό Σαρλ. Όλα, βέβαια, τελειώνουν καλά και ο Κλοντ και η Μαρί μαθαίνουν να αγαπούν τη διαφορετικότητα των γαμπρών τους.

Στο σίκουελ, το πρόβλημά τους είναι ότι οι κόρες τους, όχι μόνο παντρεύτηκαν ξένους γαμπρούς, αλλά σχεδιάζουν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, είτε για προσωπικούς είτε για επαγγελματικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας του Σαρλ, Αντρέ Κοφί, θα έρθει αντιμέτωπος με μια έκπληξη.

Με την πρώτη ταινία να σπάει ταμεία στη Γαλλία με έσοδα 12 εκατομμύρια, και 174 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, ήταν αναμενόμενο να γίνει και σίκουελ. «Ήταν έκπληξη η επιτυχία της πρώτης ταινίας και μου έκανε εντύπωση το πόσο καλά τα πήγε στο εξωτερικό. Όταν τα θέματα είναι παγκόσμια, το χιούμορ μπορεί να δουλέψει παντού», δηλώνει ο σκηνοθέτης της ταινίας Φιλίπ ντε Σοβερόν.

Την σκηνοθεσία αναλαμβάνει και πάλι ο υποψήφιος για Goya Φιλίπ ντε Σοβερόν, ο οποίος έχει αναλάβει και το σενάριο μαζί με τον Γκι Λοράν. «Ήμουν στην εξοχή την περίοδο των εκλογών. Άκουγα ανθρώπους να λένε ότι θα φύγουν από την Γαλλία αν βγει ένα συγκεκριμένο κόμμα και παρατήρησα ότι πολλές μειονότητες εξέφραζαν παράπονα για τις διακρίσεις που γίνονται εναντίον τους», αναφέρει ο ντε Σοβερόν περιγράφοντας το πώς του ήρθε η ιδέα για την ιστορία του σίκουελ.

Και συνεχίζει λέγοντας ότι εμπνέεται από πράγματα που βλέπει και που συμβαίνουν γύρω του. «Η πρώτη ταινία ήταν και η πρώτη πηγή έμπνευσης. Στόχος μου ήταν οι χαρακτήρες να αντιμετωπίσουν καινούργια προβλήματα».

«Ο Αραχνάνθρωπος, ο κύριος Βερντού και η Γκλόρια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κρύφτηκε ο ήλιος και το σκούρο χάδι της νύχτας φανέρωσε τις στιγμές ηρεμίας κάτω από ουρανό, τον άδειο από άστρα γιατί τα έντονα, δικά μας φώτα νικούν εγωιστικά τις μικρές λάμψεις του παρελθόντος να αποκαλυφθούν. Απάνεμο μέχρι στιγμής βράδυ με τους φτερωτούς τραγουδιστάδες να συνεχίζουν ακούραστα το μονότονο άσμα τους στα κλαδιά και τα φυλλώματα των δένδρων, όσο το ζεστό χνώτο θερμαίνει ακόμα την όρεξη για ξεγνοιασιά.

Καθισμένος στο πρώτο δεξί, ξύλινο παγκάκι της προβλήτας με την θάλασσα μπροστά του παραδομένη σε άλλα χρώματα, ολομόναχος με το βιβλίο στα χέρια παζάρευε το μεσοδιάστημα της έλλειψης φωτεινού βοηθήματος, εάν έφτασε η στιγμή για να εγκαταλείψει τον καλπασμό στις αράδες των σελίδων ή να συνεχίσει. Τον βοήθησε η πλοκή του μυθιστορήματος στην απόφαση του, που βρέθηκε να είναι αποστασιοποιημένη από τα σημαντικά, τοποθετώντας ήρεμα τον μικρό, χάρτινο σελιδοδείκτη στην θέση της παύσης και να κλείσει τελικά το βιβλίο. Τράβηξε από τα μάτια του τα τετράγωνα, σιδερένια γυαλιά πρεσβυωπίας τα ρίξε δίχως θήκη στην πάνινη τσάντα μαζί με το βιβλίο και έμεινε εκεί να κοιτά την ανησυχία του νερού, που νοιώθει άβολα στην απουσία του φωτός. Η μικρομέγαλη σελήνη θα παίξει τώρα τον δικό της ρόλο, με δανεική αίγλη για να κερδίσει τις εντυπώσεις.  Ήπιε δυο δυνατές γουλιές καφέ, άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε μια άλλη ανάγνωση, αυτή την φορά ακριβώς στο πάνω κάτω σκουρόχρωμο τακίμι του ορίζοντα. Η κίνηση από λογής ανθρώπους να βολτάρουν ράθυμα στο πλακόστρωτο είναι αυξημένη. Τα φώτα της Κοινότητας, προγραμματισμένα όπως είναι, άναψαν όλα μαζί και ο μόλος άλλαξε όψη.

Μπροστά από τα μάτια του, δυο πόδια απόσταση, περνάει μια οικογένεια. Η νεαρή μητέρα με την θρησκευτική μαντίλα περασμένη στο κεφάλι και το δροσερό μακρύ φόρεμα σαν ριχτάρι πάνω της σπρώχνει το καρότσι με το βρέφος, μάλλον κορίτσι, ενώ ο επίσης νεαρός πατέρας σπρώχνει κι αυτός ένα δεύτερο καρότσι με το αγοράκι να κοιμάται του καλού καιρού από τα υπνωτιστικά λόγια της βραδινής άπνοιας. Γύρω τους ακολουθεί ήσυχα ένα ανήλικο ζευγάρι τέκνων, αγόρι και κορίτσι, από έξι έως επτά χρόνων πάνω κάτω και τα δύο. Σταμάτησαν το βάδισμα τους για λίγο στην άκρη της προβλήτας και κοίταξαν αμίλητοι το θαλασσινό νερό την στιγμή που το αναστάτωνε το πρώτο βραδινό βοριαδάκι, μετασχηματίζοντας την ατμόσφαιρα. Η πρώτη δροσιά της νύχτας και οι τραγουδιστάδες στα δένδρα σταμάτησαν.

Η ατάραχη, νεανική, ανδρική φωνή από την αντίθετη κατεύθυνση της οικογένειας θορύβησε ευχάριστα τον νεαρό πατέρα, που έστριψε τον λαιμό του όταν είδε προφανώς κάποιον γνωστό του να σέρνει περήφανα κι αυτός ένα ριγωτό, μπλε καρότσι με ένα μωρό αγόρι αναπαυτικά καθισμένο να ακολουθεί κι αυτό ανυπεράσπιστο το μονοπάτι του Μορφέα στο δροσιστικό αέρι. Κάτι είπαν εκείνος και η γυναίκα του άλλου σε μια άγνωστη γλώσσα και ο νεοφερμένος άνδρας χαμογελώντας έδειξε πίσω του την επίσης νεαρή γυναίκα, κι αυτή με θρησκευτική μαντήλα στο κεφάλι, φαρδιά, δροσιστική πουκαμίσα και παντελόνι να πλησιάζει κρατώντας μπόλικες χαρτοπετσέτες στα χέρια της και τρία πιτσιρίκια, από πέντε έως δέκα ετών, να την ακολουθούν, τελετουργικά αφοσιωμένα στα παγωτά χωνάκια που απολάμβαναν.

Δυο φιλικά, νεαρά ζευγάρια που αντάμωσαν στην απογευματινο-βραδινή, οικογενειακή βόλτα τους στην προβλήτα με φόντο τα νυχτερινά νερά του αργοσαρωνικού. Κοίταζε απέναντι του με αριθμητικό συλλογισμό αυτή την παρέα των δέκα, ξένων ανθρώπων. Τέσσερις ενήλικες και οκτώ ανήλικα να μιλούν μεταξύ τους με λόγια που δεν κατανοούσε. Τέσσερις, άγνωστοι νέοι άνθρωποι, μάλλον ξενιτεμένοι από την χώρα τους και ριζωμένοι εδώ, δεν σταμάτησαν να αναπνέουν ζωή, φέρνοντας στον κόσμο ακόμα οκτώ καινούργιους ανθρώπους. Τα νέα ζευγάρια εδώ, στο κλέος του ηττημένου παρόντος, που μεγαλώνουν δυο τέκνα είναι ήρωες, πάνω από δυο τέκνα είναι μουσειακό είδος, ενώ οι πολύτεκνοι είδος προς εξαφάνιση.   

Έπιασε τον καφέ και την πάνινη τσάντα, σηκώθηκε από το παγκάκι με ένα μειδίαμα αυτοκριτικής στα χείλη. Η σκέψη του έριξε μια τελευταία βουτιά στα προσωπικά του σκουρόχρωμα νερά σαν αντίο της όμορφης βραδιάς μέχρι να συναντηθούν ξανά. Τα δικά του βλαστάρια έφυγαν και τα δυο πριν τρία χρόνια από δω που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, δόξα τω Θεώ αξιοπρεπώς, έως τα 25 χρόνια τους, και καλά σπουδαγμένα εκτοξεύτηκαν στην παραζάλη της απόγνωσης για να σφηνώσουν σαν χρυσές βολίδες σε άλλα ξένα, απλά για να ζήσουν. Εκείνος και η γυναίκα του σε κάποια στιγμή του μικρού, γήινου χρόνου θα αποχωρίσουν από τούτο το γλέντι και πίσω τους θα έχουν αφήσει τον ίδιο αριθμό ζωής. Ούτε έναν παραπάνω διάολε, ούτε έναν…  

«Ο Κύριος Βερντού»

(Monsieur Verdoux)

  • Είδος: Μαύρη κωμωδία (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (1947) – σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία : Τσάρλι Τσάπλιν
  • Με τους: Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρθα Ρέι, Γουίλιαμ Φρόλεϊ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ «Θησείο» (Θησείο) – Σινέ «Ριβέρια» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Ο ηθικός, τίμιος οικογενειάρχης κύριος Ανρί Βερντού (Τσαρλς Τσάπλιν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) απολύεται από ταμίας τράπεζας εξαιτίας της μεγάλης, μεταπολεμικής, οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την καλοσυνάτη, ανάπηρη γυναίκα του και το μικρό γιο του, αρχίζει κρυφά να παντρεύεται πλούσιες χήρες και με διάφορα τεχνάσματα να αποκτά τα χρήματα τους. Ύστερα τις εξαφανίζει, δολοφονώντας τες με διάφορους τρόπους.

Ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται με το εμπόριο παλαιών επίπλων και αντικειμένων, σκαρφίζεται διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του καπετάνιου, του μηχανικού ακόμα και του ράφτη και με άλλα ονόματα και ως «κυανοπώγων» ο Βερντού προσεγγίζει κάθε μοναχική, ηλικιωμένη κυρία, που βρίσκεται στο πλατύσκαλο της απόγνωσης, αντιμετωπίζοντας τα θηράματα του ως μια ακόμα επιχειρηματική δυνατότητα για να εξοικονομήσει χρήματα, παίζοντας παράλληλα και στο χρηματιστήριο με τα χρήματα από την λεία των «δουλειών» του .

Η οικογένεια μια εξαφανισμένης γυναίκας κινεί τις υποψίες στην αστυνομία, που συγκρίνει 14 άλυτες υποθέσεις δολοφονίας γυναικών και τον θέτει υπό στενή παρακολούθηση, προσπαθώντας να συλλάβουν τον κατά συρροή δολοφόνο την στιγμή ενός ακόμα γάμου του.

Ένα πραγματικό διαμάντι της 7ης Τέχνης φτιαγμένο από την αρχή έως το τέλος από τον Τσάρλι Τσάπλιν και δεν το συναντάμε συχνά, σχεδόν σπάνια θα αναφέρω, στις μεγάλες οθόνες. Η ιστορία βασίζεται στα κατορθώματα του πραγματικού Γάλλου serial killer γυναικών Ανρί Λαντρί (Henri Désiré Landru: 1869 – 1922), που εκτελέσθηκε στην γκιλοτίνα, αφού βρέθηκε ένοχος για τις δολοφονίες 11 γυναικών και ενός νεαρού άνδρα.

Η ιδέα και κατόπιν ο πιλότος της ταινίας γράφτηκε από έναν άλλο καταπέλτη της 7ης Τέχνης, τον Όρσον Γουελς, ο οποίος ήθελε ο ίδιος να το σκηνοθετήσει με πρωταγωνιστή τον Τσάπλιν. Ο μέγας Τσάρλι Τσάπλιν, όμως έλεγε, πως «δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα σκηνοθετήσει τον Τσάπλιν και ούτε πρόκειται ποτέ να βρεθεί».

Ο Γουέλς που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση εκείνη την εποχή πούλησε το σενάριο στον Τσάπλιν έναντι του ευτελούς ποσού των 5.000 δολαρίων και όταν το πήρε στα χέρια του αυτή η ιδιοφυΐα το άλλαξε εντελώς. Παραμέρισε τον αλητάκο, που το κοινό τον είχε συνηθίσει σε αυτό τον ρόλο και μεταμορφώθηκε εξαιρετικά σε έναν κυνικό, ψυχρό, αλλά συναισθηματικό, ευγενικό, αστείο πολλές φορές στυγερό δολοφόνο. Η παραγωγή, η σκηνοθεσία, η μουσική και ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκουν στον ίδιο τον Τσαρλς Τσάπλιν, που σε αυτή την ταινία αποκαλύπτεται το μεγαλείο του πολυτάλαντου και πολυμορφικού καλλιτέχνη.

Επτά χρόνια μετά τον καταιγιστικό «Δικτάτορα», που ξετινάζει τον σκοτεινό ναζισμό, στον «Κύριο Βερντού», ο Τσάπλιν αδιακρίτως σέρνει τα εξ΄ αμάξης στους πολεμοκάπηλους, που στήνουν παγκόσμιους πολέμους και αφανίζουν ανθρώπους για ίδιον όφελος. Η απολογία του στο δικαστήριο και στο κελί της φυλακής είναι μοναδική κινηματογραφική στιγμή.

Η ταινία που κυκλοφόρησε στην Αμερική ακριβώς μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου στις 11 Απριλίου 1947 (κατόπιν της απελευθέρωσης του πλανήτη από τους Γερμανούς, απελευθερώνεται και ο Τσάπλιν από τον απίθανο «αλητάκο» του) δεν πήγε καθόλου καλά εισπρακτικά, γιατί κυνηγήθηκε και προπηλακίστηκε από τις διάφορες στρατιωτικές οργανώσεις βετεράνων πολεμιστών. Στην Ευρώπη εκείνης της εποχής και ύστερα η ταινία έσκισε.  

Τούτο το κινηματογραφικό αριστούργημα (η ταινία προτάθηκε για το βραβείο Όσκαρ Καλύτερο Πρωτότυπου Σεναρίου το 1947) δημιούργησε το γόνιμο έδαφος, πέντε χρόνια μετά, για να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει ο Τσάπλιν μαζί με την Κλερ Μπλουμ και τον Μπάστερ Κίτον στα άσβεστα της ψυχής μας «Φώτα της Ράμπας» (Limelight – 1952).

Εάν δεν έχετε δει τον «Κύριο Βερντού» μην χάσετε την ευκαιρία, καθώς είναι και σε θερινό σινεμά, οπότε η κινηματογραφική εμπειρία θα είναι αναντικατάστατη. Απολαύστε την!          

«Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του»

(Spider-Man: Far from Home)

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας, Marvel comic (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Γουάτς
  • Με τους: Τομ Χόλαντ, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Τζέικ Γκίλενχαλ, Ζεντάγια, Κόμπι Σμάλντερς, Τζον Φαβρό, Μαρίσα Τομέι
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Έπειτα από την επική μάχη με τον τιτάνα Θάνος που έφερε πίσω στη ζωή τον Πίτερ Πάρκερ –Σπάιντερμαν (Τομ Χόλαντ) και τους φίλους του, αλλά και δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους, ο έφηβος Πίτερ συνεχίζει να πενθεί για τον θάνατο του μέντορα του, Τόνι Σταρκ – Iron Man, του οποίου η θυσία έκανε την επιστροφή του δυνατή. Όπου και να κοιτάξει βλέπει παντού τον Σταρκ, κάτι που κάνει να νιώθει την απώλεια ακόμα πιο έντονα.

O Σπάιντερμαν βρίσκει παρηγοριά στα λόγια του Χάπι Χόγκαν (Τζον Φαβρό), ενώ ο Νικ Φιούρι (Σάμιουελ Τζάκσον) ψάχνει επειγόντως τον Πάκερ και ο Πάρκερ τον αγνοεί για να αναχωρήσει μαζί με τους φίλους και συμμαθητές του σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Βενετία, αφήνοντας στην άκρη για λίγες ημέρες τα υπερηρωϊκά κατορθώματα.

Στην Βενετία όμως επιτίθενται τα τεράστια Στοιχειακά Πλάσματα, που το καθένα εκπροσωπεί ένα από τα τέσσερα στοιχεία: τη Γη, τον Αέρα, το Νερό και τη Φωτιά. Αυτά τα ενεργειακά πλάσματα έχουν ξεπηδήσει από μία τρύπα στο σύμπαν, ως συνέπεια των συμβάντων των δύο τελευταίων ταινιών των Εκδικητών.

Ο Πίτερ θα συναντήσει τον Κούεντιν Μπεκ, γνωστός και ως Μιστέριο (Τζέικ Γκίλενχαλ), έναν υπερήρωα που έρχεται από μία παράλληλη Γη και είναι αποφασισμένος να σταματήσει την εισβολή των Στοιχειακών Πλασμάτων.  O Φιούρι, Ο Μιστέριο και ο Σπάιντερμαν θα ενώσουν τις δυνάμεις τους, παρότι ο μικρός έχει τις αντιρρήσεις του, για να αντιμετωπίσουν το κακό. Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά απ΄ ότι δείχνουν και ο Σπάιντερμαν, ο τολμηρός ήρωας της γειτονιάς, καλείται να αντιμετωπίσει μια τρομερή κατάσταση πάνω από τις δυνάμεις του.

Αυτόνομο μεν επεισόδιο για τον Σπάιντι, αλλά η ροή του βρίσκεται στον απόηχο των δυο προηγούμενων Εκδικητών, αφού το «φάντασμα» του Σταρκ κυριαρχεί σε όλη την πλοκή. Ο Μιστέριο μαζί με τον Δόκτωρα Ότο Οκτάβιους, στον «χάρτινο» Spiderman, είναι οι δυο πιο ισχυροί του αντίπαλοι.

Η παραγωγή της Marvel με τον Τζον Γουάτς στο σκηνοθετικό τιμόνι απλώνει διακριτικά τα ποδαράκια της και προς Ευρώπη μεριά, καθώς η τουριστική, πλωτή Βενετία γεύεται την σπουδαία παρουσία των υπερηρώων, για να μην φωνάζουν μερικοί μερικοί, πως το M.C.U. αφορά μόνο το U.S.A. Αυτός που είναι έξω από τα «νερά» του είναι ο Γκίλενχαλ ως Κούεντιν Μπεκ – Μιστέριο… εντελώς ξενέρωτος.

Ο Τομ Χόλαντ παρά τα 23 χρόνια στις πλατούλες του, σέρνει μια χαρά το εφηβικό άρμα με το ακατέργαστο συναίσθημα, τις αγαπούλες, τα αδέξια φλερτ για να μπει στο ζουμί της υπόθεσης, που ερμηνεύεται ως ακόμα μια μαρβελική ταινία με τα ψηφιακά εφέ δράσης στα «κόκκινα», τον ασταμάτητο θόρυβο και ξανά μανά τα ίδια και τα ίδια. Είναι πασιφανές, πως όλο αυτό το σύμπαν των superheroes αλλάζει διάσταση και σφαίρα ενδιαφέροντος (ε, γέρασαν κάποιοι) για να κρατήσει το νταβαντούρι αφού φέρνει θεατές και γεμίζει τα ταμεία…ακόμα.

Η φάμπρικα των κινηματογραφικών ηρώων με τα κολάν και τις μάσκες – εκτός της ετήσιας υπερ-παραγωγής της (κάθε χρόνο έχουμε δόση, είτε από Marvel, είτε από DC) –  όσο προχωράει και προοδεύει τεχνολογικά, ολοένα και πιο ρηχά κολυμπάει σεναριακά. Για την προεφηβική ηλικία ο Σπάιντι είναι μια χαρά. Ως εκεί όμως.

«Γκλόρια»

(Gloria Bell)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Χιλή (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπάστιαν Λέλιο
  • Με τους: Τζούλιαν Μουρ, Τζον Τορτόυρο, Μάικλ Σέρα,
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η διαζευγμένη Γκλόρια (Τζούλιαν Μουρ – καλή), μάνα δυο ενήλικων τέκνων και γιαγιά ενός βρέφους, είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που περνάει τις μέρες της σε μία συντηρητική δουλειά γραφείου ως ασφαλίστρια  και τις νύχτες της, ενίοτε, σε χορευτικές πίστες σε διάφορα κλαμπ, όπου ξεδίνει χορεύοντας στους disco ρυθμούς των επιτυχιών 70s και 80s.

Μετά τη γνωριμία της με τον πρώην στρατιωτικό, νυν ιδιοκτήτη πάρκου paint ball, Άρνολντ (Τζον Τορτούρο – καλός) σε μία νυχτερινή έξοδο της, βρίσκεται να ζει έναν αναπάντεχο έρωτα, με όλες τις χαρές και τις επιπλοκές των ραντεβού, της αναζήτησης ταυτότητας της και της οικογένειας. Μόνο που ο Άρνολντ έχει αδυναμία στις δυο βληματερές θυγατέρες του που του κάνουν την ζωή πατίνι. 

Ριμέικ της γνωστής, υπέροχης και βραβευμένης «Γκλόρια» του Χιλιανού σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Λέλιο – πέρσι η ταινία του «Μια Φανταστική Γυναίκα» κράτησε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας – σε αμερικάνικη έκδοση αυτή την φορά σκηνοθετημένο ξανά από τον Λέλιο. Η Χιλιανή ηθοποιός Παουλίνα Γκαρσία που υποδύθηκε μοναδικά την ελεύθερη «Γκλόρια» το 2013 (όσοι δεν την έχετε δει, την προτείνω), παραδίδει την σκυτάλη στην Αμερικάνα Τζούλια Μουρ για να απολαύσουν και οι μεγαλοκυρίες των Η.Π.Α. τι εστί βερίκοκο στα fifty something.

Οι λόγοι που ένας σκηνοθέτης γυρίζει το ίδιο έργο σε διαφορετικές γλώσσες και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές είναι γνωστοί και δεν χρειάζονται επεξηγήσεις και αναλύσεις. Ο πρώτος τα χρήματα και ο δεύτερος είναι τα χρήματα.

Το ταμπεραμέντο της Παουλίνα Γκαρσία αδιαμφισβήτητα είναι το «πυρ» απέναντι στον «πάγο», της εξαιρετικής κατά άλλα Μουρ και η Τζούλιαν δεν προσδίδει το κάτι τις παραπάνω στο όλο θέμα. Εάν ήταν μικρότερη ηλικιακά η Ντάιαν Κίτον σίγουρα είχε στο τσεπάκι της τον ρόλο, ακόμα κι αν διαρρηγνύει τα ιμάτια του ο Λέλιο, ότι την σκηνοθέτησε ξανά γιατί του το ζήτησε η ίδια η Τζούλιαν Μουρ.   

Να έστηνε το ριμέικ κάποιο αμερικανάκι, φρέσκος σκηνοθέτης να το δεχθώ, αλλά ξανά ο Σεμπάστιαν; Είναι δηλαδή σαν να πουν στον Τζεφ Μπεκ να παίξει το  Superstition σε συναυλία στην μαύρη Ήπειρο και να το τραγουδήσει στα σουαχίλι…   

«70 Πεντακοσάρικα»

(70 Binladens / 70 Big Ones)      

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια, Δράση
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κόλντο Σέρα
  • Με τους: Εμα Σουάρεζ, Χιούγκο Σίλβα
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Weird Wave

Η Ρακέλ πρέπει, πάση θυσία, να βρει 35.000 ευρώ ή αλλιώς 70 πεντακοσάευρα μέσα σε 24 ώρες, για να τα παραδώσει σε κάποιους εκμεταλλευτές που κρατούν την κόρη της. Μετά από πολλές αρνήσεις δανειοδότησης από διάφορες τράπεζες, κατορθώνει να πείσει μια τράπεζα να της χορηγήσει το δάνειο.

Την ώρα της διαδικασίας για το δάνειο, για κακή της τύχη, ορμούν στο κατάστημα μια σημαδεμένη στο πρόσωπο, πρώην φιλακόβια και ένα εξαρτημένο πρεζόνι για να ληστέψουν.  Ένας ντεντέκτιβ δολοφονείται από τον τρελαμένο τοξικομανή, καθώς ο αστυνομικός αναζητά μια μετανάστρια, η οποία βρίσκεται μέσα στην τράπεζα. Η απλή ληστεία καταλήγει σε μείζονος σημασίας θέμα για την αστυνομία με ομήρους και απειλές θανάτου.

Η Ρακέλ δεν πτοείται από τα γεγονότα γιατί πρέπει να εξασφαλίσει το χρηματικό ποσό, οπότε θα κάνει τα πάντα για να βρει και να παραδώσει τα 70 πεντακοσάευρα.

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «70 Binladens» (70 Μπιν Λάντενς), όπως, δηλαδή, αποκαλούν οι Ισπανοί τα χαρτονομίσματα των πεντακοσίων ευρώ. Αυτή η χώρα κινηματογραφικά παθαίνει διάφορες κράμπες και κολλήματα με την σεναριακή θεματική της. Παραπάνω από μια δεκαετία το ισπανικό σινεμά βούτηξε τις κινηματογραφικές παραγωγές του στον βαλτοτόπι των θρίλερ μυστηρίου και ως θεατές γευτήκαμε κάποια ελάχιστα καλά ταινιάκια, ενώ τώρα σειρά έχει το heist genre με γαρνιτούρα την ανατροπή και την ευφυΐα λάβαρο από το μέρος των ληστών.

 Η αλήθεια είναι ότι η τηλεοπτική επιτυχία «Caza de Papel» έχει ήδη ξεκινήσει να προκαλεί, δυσάρεστες σεισμικές δονήσεις στον ισπανικό κινηματογράφο και το πρώτο θύμα είναι η εν λόγω ταινία, που κινείται σε αυτό το ύφος. Δεν είναι «Caza de Papel» τα «70 Πεντακοσάρικα», αλλά απ΄ όπου κι αν την πιάσεις μυρίζει τσίκνα από το οινομαγειρείο «Caza de Papel».

Ο Κόλντο Σέρα, που είναι καθαρόαιμος σκηνοθέτης τηλεοπτικών σειρών (χώρος που μπορείς να κάνεις ότι θέλεις δίχως να κριθείς σκληρά), παραδίδει την δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του σε περίοδο 13 χρόνων. Η πρώτη του είναι το αδιάφορο, δραματικό θρίλερ «Ειδυλλιακός Εφιάλτης» (Bosque de Sombras) του 2006 με πρωταγωνιστή τον Γκάρι Όλντμαν που στην χώρα μας πέρασε απευθείας στο δίκτυο του dvd.

Σκηνοθετικά η ταινία είναι άτολμη, παρά την φαινομενική δράση, με έντονα τα στοιχεία της υπερβολής να κρώζουν: «εδώ σαπουνόπερα!», ενώ το σενάριο είναι σαθρό και εντελώς παραμελημένο στον τομέα της λεπτομέρειας του. Οι όποιες έξυπνες, ας πούμε, στιγμές ξεφουσκώνουν από την έλλειψη φροντίδας και απουσία προσοχής, ειδικά με την αντιμετώπιση των αστυνομικών δυνάμεων στο γεγονός της ληστείας, αλλά και σε κάποιες μελιστάλαχτες πενιές, που θα ήθελε ο σκηνοθέτης να κερδίσει το παιχνίδι των ανατροπών, αλλά το χάνει πανηγυρικά. Με αυτά και με εκείνα η απουσία του Πορφεσόρ είναι αισθητή.   

«Μια Ζωή Ταλαιπωρία»

(¿Qué he hecho yo para merecer esto?!! / What Have I Done to Deserve This?)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Ισπανία (1984) – σε νέες αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες. με αγγλικούς και ελληνικούς υπότιτλους
  • Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ
  • Με τις φωνές των: Κάρμεν Μάουρα, Λουί Ολαστότ, Ανχελ ντε Αντρες Λοπέζ, Βερόνικα Φορκέ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Trianon Filmcenter

Η Γκλόρια είναι μια ταλαιπωρημένη νοικοκυρά, που μένει σ’ ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών στα περίχωρα της Μαδρίτης κι είναι υποχρεωμένη να ξενοδουλεύει για να συμπληρώσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Με τον άντρα της, Αντόνιο, ταξιτζή στο επάγγελμα, δεν υπάρχει ίχνος επικοινωνίας.

Ο Αντόνιο, πρώην εραστής μιας γερμανίδας καλλιτέχνιδας, πήρε μέρος στην πλαστογράφηση κάποιων ερωτικών επιστολών που υποτίθεται ότι είχε γράψει ο Χίτλερ. Ο 12χρονος γιος τους, Μιγκέλ, είναι ομοφυλόφιλος και με χαρά δέχεται να «υιοθετηθεί» από έναν παιδεραστή οδοντίατρο. Ο 14χρονος γιος τους, Τόνι, πουλά ηρωίνη για ν’ αγοράσει ένα αγρόκτημα στην εξοχή. Το ίδιο όνειρο έχει και η γιαγιά, που έχει ως κατοικίδιο μια τεράστια σαύρα. 

Η Γκλόρια είναι γειτόνισσα με την Κριστάλ, μια καλόκαρδη πόρνη που θέλει να πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα κάνει καριέρα ως ηθοποιός, και τη Χουανί, μια στριμμένη νοικοκυρά που η κόρη της έχει τηλεκινητικές ικανότητες. Η Γκλόρια δουλεύει ως καθαρίστρια και στο σπίτι ενός ζεύγους συγγραφέων που, μέσω του Αντόνιο, προσπαθούν να έρθουν σ’ επαφή με την πρώην γερμανίδα ερωμένη του, για να εκδώσουν το δήθεν ημερολόγιο του Χίτλερ.

Η Γκλόρια αναγκασμένη να δουλεύει 18 ώρες το 24ωρο, έχει εθιστεί στις αμφεταμίνες, αλλά τις βρίσκει όλο και πιο δύσκολα χωρίς ιατρική συνταγή, κάτι που την κάνει φοβερά ευερέθιστη. Πρωταρχικός της στόχος είναι να βάλει σε τάξη στη ζωή της, ενώ όλα γύρω της καταρρέουν.

Με αυτή την ταινία (η τέταρτη κατά σειρά) το τρομερό παιδί του ισπανικού σινεμά Πέδρο Αλμοδόβαρ (35 χρόνων τότε), ξεκινάει να αναγνωρίζεται ως ο σκηνοθέτης του διαφορετικού, που έπλεξε περίτεχνα την ποπ κουλτούρα με το μελό και την κωμωδία ριγμένα στην πορσελάνινη χύτρα της αστικής υπερβολής.

Η παγκόσμια κινηματογραφοφιλία στρέφει ζωντανά και με ενδιαφέρον το βλέμμα της επάνω του και δεν διαψεύδεται, καθώς τέσσερα χρόνια αργότερα από την σουρεαλιστική ιστορία της Γκλόρια μας δίνει τις «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» και ο Πέδρο απογειώνει το χρωματικό, κινηματογραφικό του κάδρο στον ουρανό της αναγνώρισης.

Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ είχε πει, ότι :  «Ήμουν πετυχημένος στην Ισπανία από την αρχή, αλλά με θεωρούσαν προκλητικό. Με το «Μια Ζωή Ταλαιπωρία», έπεισα τους ανθρώπους ότι «είμαι μοντέρνος, αλλά έχω και συναισθήματα». Στην ταινία μίλησα για τις ρίζες μου, για τους ανθρώπους που έρχονται από τα μικρά χωριά τους και προσπαθούν να επιβιώσουν στη Μαδρίτη».  

«Πλανήτης δίχως Μπιτλς;», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μουσική ταυτότητα ως έθνος, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής απόκτησαν από την τζαζ των μαύρων. Πριν από τα μελαγχολικά μπλουζ, τα νευρικά δωδεκάμετρα του Δέλτα του Μισισιπί (Delta Blues) και τις μαύρες Big Bands του Κότον Κλαμπ με τις νέγρικες φωνές να συνθλίβουν τα πεζοδρόμια, οι Αμερικάνοι έποικοι διασκέδαζαν με ένα υβρίδιο ευρωπαϊκής, λαϊκής μουσικής (περισσότερο ιρλανδικής προέλευσης), μετέπειτα κάντρι, ενώ η ανώτερη τάξη ίδρωνε με χάρη και συμπάθιο στις αγγλοσαξωνικές σάλες της αποικίας, χορεύοντας πληθωρικά βιενέζικα βαλς, χαριεντιζόμενοι σε ανιαρές καντρίγιες και βαρετές πόλκες.

Οι φυτείες στον Νότο αναστέναζαν τραγουδιστικά από το μαράζι και τον θρήνο των σκλάβων, ενώ ο βιομηχανικός Βορράς, επίσης, αγκομαχούσε μελωδικά, σαν τσιταρισμένο έμβολο ατμομηχανής, από τον πόνο των μαύρων, πρώην σκλάβων, εργατών που βίωναν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Όσο οι μαύροι των Νότιων Πολιτειών της Αλαμπάμα, της Τζόρτζια, του Σεντ Λούις και της Λουιζιάνα δημιουργούσαν τον σπαρακτικό θρήνο των μπλούζ και καθιέρωναν τον οδοντωτό, χορευτικό ήχο του Ράγκταϊμ (Σκοτ Τζόπλιν), τόσο οι μαύροι του Βορρά στην Φιλαδέλφεια, το Σικάγο και το Ντιτρόιτ μετασχημάτιζαν το θρήνο και τον εκστασιασμό σε έντεχνη τζαζ.

Σε μια από τις προσπάθειες να τα βρούνε οι «πάνω» με τους «κάτω» Αμερικάνους πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, δηλαδή ο τραχύς, βιομηχανικός Βορράς με την Νότια, αγροτική δύναμη των Η.Π.Α., μια επιτροπή, αποτελούμενη από την ελίτ της Ντίξι Λαντ (Dixieland – Συνομοσπονδιακά Κράτη νότια της γραμμής Mason-Dixon), επισκέφθηκε τις μεγάλες, εργοστασιακές μονάδες του Βορρά, που το 85% των εργαζομένων ήταν μαύροι σε άθλια κατάσταση και με μισθούς πείνας, αμειβόμενοι 50 έως 60% κάτω του νόμιμου, «λευκού» μεροκάματου.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους «απελεύθερους» σκλάβους ήταν ανέστιοι και ζούσαν όλοι μαζί, φύρδην μίγδην κοινοβιακά, σε τεράστιους χώρους με τις οικογένειες τους, εκτεθειμένοι στο ψύχος, στις αρρώστιες και την πείνα.  

Οι Βόρειοι κόμπαζαν στους «απολίτιστους» και «βάρβαρους» Νότιους, όπως συνήθως αποκαλούσε ο Βορράς το Ντίξι, για την ελευθερία που «δημοκρατικά» χάρισαν στους σκλάβους. Οι Νότιοι όμως βλέποντας την ζοφερή εικόνα του εύρωστου, βιομηχανικού Βορρά με τους μαύρους σε ελεεινή κατάσταση, έβαλαν σπαρταριστά γέλια και σκωπτικά αποκρίθηκαν στους κυβερνητικούς Βόρειους: «Τουλάχιστον ο δικός μας Μπαρμπά Θωμάς έχει και μια καλύβα».

Αυτά συνέβαιναν στις Βόρειες Πολιτείες της Αμερικής, που η χολιγουτιανή κινηματογραφία αποφεύγει να εκθέσει, προβάλλοντας μόνο την βαναυσότητα των περιοχών του Νότου προς τους μαύρους. Η ταινία docfiction του 1971, των Ιταλών ντοκιμαντεράδων Τζιαλτέρο Τζακοπέτι και Φράνκο Προσπέρι «Αντίο Θείε Τομ» (Addio zio Tom), αν και είναι μια γροθιά στο στομάχι του θεατή – παρότι το θέμα είναι ξεπερασμένο σήμερα, στην εποχή του προκάλεσε σοκ – ακόμα και αυτοί οι δυο κινηματογραφιστές ασχολήθηκαν με τους μαύρους του Νότου και όχι με αυτούς του Βορρά.

Οι Αφρικανοί, που δια της βίας σύρθηκαν από τους λασπόκαρδους Αγγλοσάξωνες, τους Ολλανδούς και τους Φράγκους, ως σκλάβοι αρχικά στην Ευρώπη και κατόπιν στην μεγάλη αποικία των Γουίνσδορ, που ονομάστηκε Η.Π.Α., δεν προσέδωσαν μόνο μουσική ταυτότητα στον Νέο Κόσμο, που έπασχε σοβαρά από πολιτιστικό υπόβαθρο. Καθάρισαν το τοπίο στον χορό, το τραγούδι και, βέβαια, τα κορμιά τους διασχίζουν μέχρι σήμερα ένδοξα κάθε μορφή αθλητικού στίβου.

Πώς θα ήταν, λοιπόν, ένας πλανήτης δίχως τους μαύρους των σπορ και φυσικά δίχως τους μαύρους των Τεχνών, που άπαντες οι λευκούληδες έμαθαν από τους άθλους τους και τους αντέγραψαν. Ιστορικά να το πιάσουμε το θέμα οι ξέφρενοι ρυθμοί του Ragtime γεννούν το τσάρλεστον, έπειτα το swing και τέλος αναδύεται το Rock & Roll και πάει λέγοντας. Όσο για το τραγούδι τον χορό και τον αθλητισμό, ε, τι να γράψουμε…

Γιάννη και Κώστα Αντετοκούνμπο ένα απέραντο ευχαριστώ!!!    

«Yesterday»

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί φαντασίας
  • Παραγωγή: Αγγλία(2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ
  • Με τους: Χιμές Πατέλ, Λίλι Τζέιμς, Εντ Σίραν, Κέιτ ΜακΚίνον
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο μαυριδερός Τζακ Μάλικ (Χιμές Πατέλ- καλός), είναι ένας τραγουδοποιός που δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει από τον σωρό και το όνειρό του να πετύχει στη μουσική βιομηχανία μοιάζει να απομακρύνεται συνεχώς. Ο άσημος τραγουδοποιός ζει σε μια μικρή Βρετανική πόλη και οι προσπάθειες του για να σταθεί στο κεφαλόσκαλο της επιτυχίας και της φήμης γρήγορα ξεθωριάζουν, παρά την αφοσίωση και την υποστήριξη της καλύτερης παιδικής του φίλης, Έλι (Λίλι Τζέιμς – καλή).

Μετά από ένα μυστηριώδες γενικό blackout, ο Τζακ πέφτει σε χωροχρονικό λούπινγκ και όταν συνέρχεται ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε έναν κόσμο, που οι Μπίτλς δεν υπήρξαν ποτέ στο διεθνές μουσικό προσκήνιο, ούτε καν στην ανθρώπινη συλλογική μνήμη. Τους θυμάται μόνο ο Τζακ, οπότε οικειοποιείται τα γνωστά χιτς.

Έτσι, λοιπόν ο νεαρός τραγουδιστής αρχίζει να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγαλύτερου συγκροτήματος όλων των εποχών στο Ίντερνετ, σε κοινό που δεν τους έχει ακούσει ποτέ, ενώ μοιράζει δωρεάν ένα σιντάκι με τις επιτυχίες του συγκροτήματος τραγουδισμένες από τον ίδιο.

Τις «πρωτότυπες» και εμπνευσμένες συνθέσεις του, ακούει ο διάσημος τραγουδοποιός της Αγγλίας Έντ Σίραν (παίζει τον εαυτό του), ο οποίος προσκαλεί τον Τζακ να σαπορτάρει μια συναυλία του στην οποία το πρόσωπο της βραδιάς γίνεται ο Τζακ και όχι ο Εντ Σίραν.

Πέφτουν οι δισκογραφικές εταιρείες επάνω του και με την βοήθεια της μάνατζερ Ντέμπρα (Κέιτ ΜακΚίνον – πολύ καλή), αρχίζει η μεταμόρφωση του Τζακ, που η φήμη του εκτοξεύεται στα ουράνια και ο ήχος των Μπίτλς για μια φορά ακόμα ξεσηκώνει την νεολαία.

Όμως, όσο πιο διάσημος γίνεται, τόσο κινδυνεύει να χάσει την Έλι, το μόνο πρόσωπο που πραγματικά πίστεψε σε αυτόν, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ανακαλύψει, αφού δεν υπήρξαν ποτέ οι Μπίτλς, που στο καλό είναι τα μέλη του συγκροτήματος που στον κόμσο που βρίσκεται δεν έγιναν ποτέ διάσημοι.

Γοητευτική, γλυκιά, νοσταλγική η επιστροφή του Άγγλου σκηνοθέτη και παραγωγού Ντάνι Μπόιλ των επιτυχιών («Trainspotting 1 &2», «Η Παραλία», «127 Ώρες», «Slumdog Millionaire»).

Έπειτα από το χαμηλών προσδοκιών δεύτερο μέρος του «Τ2-Trainspotting» του 2017, προσγειώνεται ομαλά, χιουμοριστικά, και μελωδικά σε ένα εξυπνούλη σενάριο μουσικής και αγάπης από την καλή πένα του Ρίτσαρντ Κέρτις («Αγάπη Είναι», «Μπρίτζετ Τζόουνς», «Τέσσερεις Γάμοι και Μια Κηδεία», «Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ») απλά και μόνο ο Κέρτις και ο Μπόιλ να υπενθυμίσουν στους παλαιότερους και να ενημερώσουν τους νεότερους μουσικόφιλους, πως τα τραγούδια των Μπιτλς δεν γνωρίζουν εποχή, μήτε χρόνο, μήτε τόπο και είναι η επιτομή της ροκ, που μετασχημάτισε ριζικά τον χάρτη της σύγχρονης μουσικής.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα καταφέρνει καλά ο τηλεοπτικός, Αφρικανός, δεύτερης γενιάς Άγγλος ηθοποιός σαπουνόπερας Χιμές Πατέλ, λαμβάνοντας το βάφτισμα του πυρός, ερμηνευτικά, σε μεγάλου μήκους ταινία και μάλιστα υπό της σκηνοθετικής μπαγκέτας του σπουδαίου Ντάνι Μπόιλ.

Το εφεύρημα του Άγγλου σκηνοθέτη είναι, ότι ο Πατέλ ως Τζακ δεν είναι το όμορφο μουτράκι που συνδυαστικά με τα υπέροχα τραγούδια των Μπιτλς θα λιποθυμήσει ο κόσμος και δη ο κοριτσόκοσμος – εμφανισιακά είναι λίαν επιεικώς συμπαθής  – αλλά τον κυρίαρχο ρόλο της ταινίας τον κρατούν γερά οι διαχρονικές μελωδίες των «Σκαθαριών», που απ΄ όποιον κι αν είναι παιγμένες πάντα θα φυτεύονται βαθιά στο ανθρώπινο νοητικό και θα προκαλούν συγκίνηση, δέος, χαρά και φυσικά πανικό.

Επίσης υπάρχει και μια εμφάνιση έκπληξη του υπέροχου ηθοποιού Ρόμπερτ Κάρλαϊλ (του οποίου, by the way, το όνομα είναι ακαταχώρητο στα credits της ταινίας), που κυριολεκτικώς ζωντανεύει όλο το σενάριο και κερδίζει τις εντυπώσεις. Αν και γνωρίζω πως στις κριτικές που θα διαβάσετε όλοι θα σπεύσουν να προκάμουν (μην χάσουν!), προσωπικά θα το κρατήσω «τάφος» την έκπληξη, έτσι για να πάτε να δείτε την ταινία, εσείς οι φανατικοί Μπιτλόβιοι και να περάσετε όμορφα με τις μουσικές του Τζον, του Πολ, του Τζορτζ και του Ρίνγκο.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, πως ο μισός και πάνω οικονομικός προϋπολογισμός της παραγωγής ξοδεύτηκε στα πνευματικά δικαιώματα των γνωστών τραγουδιών των Μπιτλς που ακούγονται στην ταινία. Γουστόζικη και η αφίσα της ταινίας με τον Τζακ να διασχίζει την Abbey Road ολομόναχος με την κιθάρα κρεμασμένη στην πλάτη…Καλόόόόοό!!!    

«Το Ένστικτο της Ζωής»

(Animal)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – θρίλερ
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Μπο
  • Με τους: Γκιγιέρμο Φραντσέλα, Κάρλα Πίτερσον, Γκλόρια Καρά, Μαρτσέλο Σουμπιότο
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Αντόνιο (Γκιγιέρμο Φραντσέλα – καλός) είναι ευκατάστατος, συντηρητικός αστός που έχει την ζωή του άριστα ρυθμισμένη. Αγαπημένη, πενταμελής οικογένεια, καλή  δουλειά ως μάνατζερ παραγωγής στο εργοστάσιο παρασκευής κρέατος, όμορφο σπίτι, σύζυγο «αστέρι» δίπλα του, με την γιόγκα της και τις κοινωνικές δραστηριότητες και τέκνα μια χαρά και πάνω απ΄ όλα καλός άνθρωπος. Στο πρωινό τζόγκινγκ πέφτει ξαφνικά στον δρόμο ξερός και η ιατρική διάγνωση είναι νευρική ανεπάρκεια.

 Δυο χρόνια μετά ο Αντόνιο βρίσκεται στο ίδιο αστικό περιβάλλον με την οικογένεια δίπλα του υποστηρικτικά όσο εκείνος είναι αναγκασμένος να επισκέπτεται το νοσοκομείο και την μονάδα τεχνητού νεφρού μέχρι να βρεθεί συμβατός δότης για την απαιτούμενη μεταμόσχευση.

Η λίστα αναμονής μακριά, η γραφειοκρατία άκαμπτη και ο απελπισμένος νεφροπαθής, κατευθύνεται στην μαύρη αγορά, ανακαλύπτοντας μέσω Ίντερνετ ένα νεαρό, περιθωριακό ζευγάρι, που διατίθεται ο συμβατός, άνεργος Ελιάς να προσφέρει το νεφρό του στον πάσχοντα με αντάλλαγμα ένα σπίτι του γούστου της κοπέλας του, πλήρως επιπλωμένο. Ο Αντόνιο συμφωνεί.

Τα θέματα περιπλέκονται τόσο από την πλευρά του νεαρού δότη, όσο και από την οικογένεια του Αντόνιο, που για να σώσει την ζωή του είναι αναγκασμένος να ξοδέψει όλες τις οικονομίες του, εκπληρώνοντας την επιθυμία του Ελιά και της εγκύου Λούσι, παραλαμβάνοντας το πολυπόθητο νεφρό. Η φούσκα στην οποία ζούσε σκάει και ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ, Αργεντινός σεναριογράφος για το «Birdman», Αρμάντο Μπο (εγγονός του διάσημου ηθοποιού Αρμάντο Μπο και γιος του επίσης ηθοποιού Βίκτορ Μπο), στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του χειρίζεται για μια ακόμα φορά το ανθρώπινο δράμα πίσω από την κοινωνική δυναμική της ψευδαίσθησης με καύσιμο την ζωή και τον θάνατο.

Με συγκρατημένη κινητικότητα ο φακός του δημιουργεί ένα εργόχειρο καταστάσεων, κεντώντας παράλληλα και με τα νήματα του θρίλερ για να καταλήξει σε ένα φιλμικό αποτέλεσμα, που, βέβαια, το έχουμε δει αρκετές φορές.

Ο Γκιγιέρμο Φραντσέλα με τα περίεργα, σχεδόν γυάλινα μάτια, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Μπο και ως ο κυρίαρχος ήρωας της ιστορίας, που ανατρέπονται όλα τα δεδομένα της «τακτοποιημένης» ζωής του, νικάει το παρωχημένο και στέκεται αλώβητος έως το φινάλε της ταινίας. Με τον ελαφρύ, κοινωνικό διδακτισμό στο σενάριο, πως όλα δεν είναι χρήμα στη ζωή, αλλά και η πρόνοια πρέπει να είναι πιο ευαίσθητη σε τέτοιου είδους θέματα, οι υπερβάσεις στην πλοκή είναι σχεδόν αναμενόμενες.

Αυτό που ένας σεναριογράφος δεν προκύπτει και ευέλικτος σκηνοθέτης ή το αντίθετο, ο Μπο που κάνει την δουλειά των δυο εδώ, βλέπουμε την κυριαρχία της γραφής του, αλλά και την αδυναμία της προσαρμογής αυτής της δύναμης στην σκηνοθεσία. Λίγο το επιπόλαιο, λίγο το σάτρα πάτρα, το στήσιμο δεν ξεφεύγει από την τηλεοπτικά φιλοσοφία του «ψαγμένου» δράματος, παρότι τα πλάνα είναι κυρίως χολιγουτιανά, οι αδυναμίες είναι εμφανείς.

Ε, ο δικός μας Πάνος Κοκκινόπουλος δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τον Αργεντινό Αρμάντο Μπο, τουλάχιστον σκηνοθετικά. Σεναριακά το «Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά και ο μετασχηματισμός του ανθρώπου σε κτήνος, εν ονόματι της επιβίωσης, σαφώς, είναι καθοριστικό σημείο αναφοράς στο κινηματογραφικό είδος.         

«Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο»

(Murder by Death)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, αστυνομικό
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία Η.Π.Α. (1976) – σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μουρ
  • Με τους: Αϊλίν Μπρέναν, Τρούμαν Καπότε, Τζέιμς Κόκκο, Πίτερ Φολκ, Αλεκ Γκίνες, Ντέιβιντ Νίβεν, Πίτερ Σέλερς
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: Seven Films

Οι πιο διάσημοι ντετέκτιβ του κόσμου προσκαλούνται σε μια μυστηριώδη, απομονωμένη έπαυλη για δείπνο, ένα επίσης μυστηριώδες βράδυ από έναν παράξενο, εκκεντρικό οικοδεσπότη.

Ο οικοδεσπότης ανακοινώνει στους προσκεκλημένους τους, ότι θα γίνει ένας φόνος μέσα στο σπίτι μέχρι τα μεσάνυχτα και εκείνοι καλούνται να λύσουν το μυστήριο. Η αμοιβή του νικητή είναι 1 εκατομμύριο δολάρια.

Την περιποίηση των καλεσμένων την αναλαμβάνει ο τυφλός μπάτλερ και η μουγκή μαγείρισσα.

Να ξεκινήσουμε, γράφοντας πως η «Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο» αποτελεί μια από τις σπάνιες κινηματογραφικές εμφανίσεις του διάσημου συγγραφέα Τρούμαν Καπότε («Εν Ψυχρώ», «Πρόγευμα στο Τίφανις»), ο οποίος Καπότε υποδύεται τον εμπνευστή αυτής της πρόσκλησης και του δείπνου μετά φόνου.

Οι χαρακτήρες που απαρτίζουν την ντεντεκτιβική κομπανία είναι βασισμένοι στους γνωστούς, μυθιστορηματικούς χαρακτήρες των αμερικανικών noir  αστυνομικών διηγημάτων και αυτών της Αγκάθα Κρίστι, αλλά δεν φέρουν τα ίδια ονόματα.

Η ταινία του Αμερικανού, τηλεοπτικού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μουρ, ο οποίος έφυγε από την ζωή σε ηλικία 56 χρόνων το 1896 είναι το ντεμπούτο του σε ταινία μεγάλου μήκους και μάλιστα το σενάριο το υπογράφει ο σπουδαίος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, τετράκις υποψήφιος για Όσκαρ, Νίλ Σάιμον.

Το ενδιαφέρον είναι, πως η ταινία είναι κωμωδία-παρωδία των αστυνομικών ταινιών του είδος με πλοκή εντελώς αστεία, αλλά η επιτυχία της κρύβεται στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Ο Νιλ Σάιμον, παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων στο πλατό, για να κάνει μικροαλλαγές στο σενάριο μη τυχόν δεν αρέσουν στον Άλεκ Γκίνες, ο οποίος υποδύεται εξαιρετικά τον τυφλό μπάτλερ. Θα περάσετε όμορφα.     

«Οι Αόρατες»

(Les Invisibles)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λουί-Ζουλιέν Πετί
  • Με τους: Οντρέ Λαμί, Κορίν Μασιέρο, Νοεμί Λόβσκι, Ντέμπορα Λουκουμόεβα, Σάρα Σούκο, Πάμπλο Πόλι
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Weird Wave

Με απόφαση του Δήμου, το κέντρο υποδοχής άστεγων γυναικών Envol πρόκειται να κλείσει.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν μόνο τρεις μήνες στη διάθεσή τους για να επανεντάξουν στην κοινωνία, με κάθε τρόπο, τις γυναίκες που έχουν στη μέριμνά τους. Πλαστογραφούν, καταφεύγουν στο ψέμα και προσπαθούν να βρουν οποιοδήποτε «μέσο» για να ανασταλεί η απόφαση. Για αυτό το διάστημα, τα πάντα επιτρέπονται, αρκεί οι γυναίκες να «σωθούν».

Οι γυναίκες αποτελούν το 40% του άστεγου πληθυσμού της Γαλλίας. Δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει καθώς οι περισσότερες κρύβονται για να γλιτώσουν τη βία των δρόμων. Γι’ αυτό και γίνονται «αόρατες».

«Τον Αύγουστο του 2014 η Κλερ Λαζενί, που σκηνοθέτησε ένα ντοκιμαντέρ για τις άστεγες γυναίκες («Αόρατες γυναίκες, ζώντας στους δρόμους») μου έδωσε το βιβλίο που είχε γράψει προκειμένου να ολοκληρώσει το ντοκιμαντέρ της. Εκεί καταγράφονται οι συναντήσεις της Κλερ με κοινωνικές λειτουργούς και άστεγες γυναίκες, οι έρευνές της, οι εκπλήξεις που βίωσε κατά τη διάρκεια των ερευνών όπως και η γνωριμία και η σχέση της με τις γυναίκες αυτές.

Το βιβλίο με εξέπληξε ευχάριστα. Δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματολογικό, κοινωνιολογικό και βαρύ τόνο που περίμενα πως θα έχει, λόγω του θέματος. Αντιθέτως, με συνεπήρε η πολύ ανθρώπινη ιστορία που έχει μέσα της όλα τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας.

Οι γυναίκες αυτού του βιβλίου ήταν εξαιρετικά πολυεπίπεδες, συγκινητικές και ενίοτε αστείες, παρά την τραγική τους πορεία. Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου μέσα σε δύο ώρες, νιώθοντας ταυτόχρονα τόσο προβληματισμένος όσο και χαρούμενος που, άμεσα, ζήτησα από την παραγωγό μου να μεριμνήσει τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου.

Ήμασταν πεπεισμένοι πως αυτές οι γυναίκες, οι τόσο εύθραυστες και αγωνιστικές συνάμα, θα αποτελούσαν το ιδανικό θέμα μιας ταινίας. Ανάμεσά τους βρίσκουμε γυναίκες όπως η Κατρίν, που έχει περάσει τα 50 και κοιμάται οπουδήποτε και η Ζουλί, που στα 25 της, αρνείται να αποδεχθεί την κατάστασή της», γράφει ο σκηνοθέτης Λουί-Ζουλιέν Πετί.

«Αnnabele Comes Home»

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάρι Ντάουμπερμαν
  • Με τις φωνές των: Πάτρικ Γουίλσον, Βέρα Φαρμίγκα, ΜακΚένα Γκρέις, Μάντισον Άιζμαν, Κέιτι Σαρίφ
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Tanweer

Αποφασισμένοι να εμποδίσουν την Annabelle από το να προκαλέσει τον όλεθρο, οι δαιμονολόγοι Εντ (Πάτρικ Γουίλσον) και Λορέν Γουόρεν (Βέρα Φαρμίγκα) κλειδώνουν τη δαιμονική κούκλα στο δωμάτιο με τα καταραμένα αντικείμενα, την τοποθετούν με ασφάλεια σε μία προθήκη και ζητούν την ευλογία ενός ιερέα.

Μία δαιμονική νύχτα τρόμου παραμονεύει όταν η 10χρονη κόρη τους, Τζούντι, και οι φίλες της επισκέπτονται το δωμάτιο, ξυπνάνε την Annabelle και όλα τα κακά πνεύματα που κατοικούν εκεί.

Στη νέα ταινία, η περιβόητη κούκλα έχει πολλούς φίλους και οι δημιουργοί είχαν στη διάθεση τους καταπληκτικούς χαρακτήρες για να εμπνευστούν, λίγοι εκ των οποίων είναι άνθρωποι.

Ο Πάτρικ Γουίλσον, που επιστρέφει στον ρόλο του Εντ Γουόρεν, λέει ότι ο ίδιος και η συμπρωταγωνίστρια του Βέρα Φαρμίγκα «αγαπάμε αυτούς τους ρόλους γιατί ξέρουμε ότι θα έχουμε δράμα με πολύ τρόμο, πολύ σκοτάδι, αλλά και στιγμές που δείχνουμε την άλλη πλευρά αυτού του ζευγαριού. Ειδικά σε αυτή την ταινία, ο ρόλος μας είναι κυρίως αυτός των τρυφερών γονιών της Τζούντι».

Δίπλα στον Γουίλσον, η Φαρμίγκα που υποδύεται τη Λορέν Γουόρεν για τέταρτη φορά προσθέτει ότι αυτό που της αρέσει σε αυτές τις ιστορίες «είναι η αγνότητα της αγάπης τους και πόσο συνδεδεμένοι είναι , πώς ισορροπούν μεταξύ τους. Αυτό και η ιδέα ότι η πίστη τους τούς δίνει δύναμη, σε αντίθεση με το σκοτάδι που αντιμετωπίζουν».

Ο σκηνοθέτης Γκάρι Ντάουμπερμαν απόλαυσε τη συνεργασία με τη Φαρμίγκα και τον Γουίλσον: «Η ευκαιρία να τους σκηνοθετήσω ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ξέρουν αυτούς τους χαρακτήρες πολύ καλά και έχουν φοβερές ιδέες  για το πώς να δουλέψουν πάνω σε μία σκηνή. Ήταν πολύ υποστηρικτικοί. Δεδομένου ότι αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία, ήταν υπομονετικοί και συνεργάσιμοι και ήταν ωραίο που τους είχα κοντά μου».

«Το γνωστό παριζιάνικο παρεάκι επανακάμπτει, τα ντισνεϊκά παιχνίδια και οι επανεκδόσεις», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι επανασυνδέσεις φίλων ή γενικότερα οι παρέες που κρατούν χρόνια είναι ένα ακόμα αγαπημένο θέμα της μεγάλης οθόνης. Αγαπητό, πρωτίστως, γιατί έχει κάτι από τις δικές μας συνήθειες και ενδιαφέρον γιατί η φιλία – αυτή η ανεκτίμητη και δυσκολοαποκτηθείσα ανθρώπινη προίκα – το δέσιμο ζωής ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους από τα νεανικά χρόνια δημιουργεί στις αισθήσεις μας ένα γοητευτικό, ελκτικό πεδίο, αλλά και μια περίεργη βαρυτική ατμόσφαιρα που άλλοτε προσαρμόζεσαι και το ευχαριστιέσαι ως θέαμα, κι άλλοτε ίπτασαι αδέξια στο κενό ψάχνοντας κάπου να πιαστείς, να σταθεροποιηθείς γιατί, διάολε, μοιάζεις τόσο συγκλονιστικά με κάποιον από αυτούς.

Νέοι και νέες, κάποτε μια όμορφη, νεανική συντροφιά, ένα παρεάκι απόλυτα εμβαπτισμένο στην ανεμελιά και την μποέμικη ζωή των νιάτων και των συμπαμαρτυρούντων αυτών, όπου ενηλικιώθηκε και ο καθένας τους διάλεξε διαφορετικό δρόμο ζωής, χάθηκαν από την σφαίρα της συντροφιάς και ως σαράντα κάτι χρόνων πιά, ανεβάζουν σισύφια τις προσωπικές τους ογκώδεις πέτρες στην κορφή του βουνού. Και να η επανασύνδεση, το αντάμωμα έπειτα από χρόνια. Άλλοι άνθρωποι, μα εκείνη η σπίθα της νιότης ασθενική αλλά ζωντανή. Τα προβλήματα, οι αλλαγές, οι συμβιβασμοί, ακόμα και η ενήλικη ελευθεριότητα, τα ράθυμα, νοητικά αντανακλαστικά αναδύονται ως βραχώδεις αποφύσεις στο πάλαι ποτέ ανέμελο και φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος των ιδεών τους. 

Ο πρώτος που «γυάλισε» άψογα το κινηματογραφικό τζάμι αυτού του θέματος, για να βλέπει πεντακάθαρα ο θεατής το γεγονός και την αντανάκλαση του ειδώλου του στην αυγή της δεκαετίας των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών – αναφερόμαστε στην κρίσιμη δεκαετία των έιτις –  είναι ο σκηνοθέτης Λόρενς Κάσνταν το 1983 με την εκπληκτική ταινία «Η Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill).

Θυμάστε, βέβαια, τα ζενερίκ έναρξης, που κατά την άποψη μου πρέπει να έχουν ήδη τοποθετηθεί ευλαβικά σε περίοπτη θέση, εκεί, στο πάνθεον της παγκόσμιας κινηματογραφίας: Η μεγάλη επιτυχία του Μάρβιν Γκέι με την αμερικάνικη ιδιωματική έκφραση «I Heard It Through the Grapevine» («το έφερε τ΄αμπέλι», συνήθως για τις φήμες το χρησιμοποιούν), να ακούγεται ολόκληρο το τραγούδι, την στιγμή που ενημερώνεται η «παλιο-παρέα» για το απονενοημένο του φίλου τους με εμβόλιμα πλάνα το εξαιρετικό, τελετουργικό της ένδυσης του αυτόχειρα.

Μια συντροφιά επτά ανθρώπων από τα τρομερά σίξτις και σέβεντις, που έχουν να ειδωθούν κάμποσα χρόνια: η Γκλεν Κλόουζ, η Τζόμπεθ Γουίλιαμς, η Μέρι Κάι Πλέις, ο Κάλβιν Κλάιν, ο Γουίλιαμ Χαρτ, ο Τζεφ Γκόλντμπλαμ και ο Τόμ Μπέρεντζερ – όλη η νέα, η «ψαγμένη» φουρνιά ηθοποιών του Χόλιγουντ εκείνης της εποχής– συγκεντρώνονται ξανά για να παραστούν στην κηδεία του φίλου τους και η ταινία του Κάσνταν πυρακτώνεται συθέμελα.

Το ευχάριστα «πένθιμο» reunion, στο ευφυέστατο σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και της Μπάρμπαρα Μπένετεκ, κυλάει σαν υδράργυρος στις καινούργιες κοινωνικές αισθήσεις του υλισμού και της απαξίας από μια γενιά, που παρά τους μεγάλους αγώνες και τις πολιτισμικές μάχες που έδωσε, κράτησε το διαχωριστικό τζάμι της ψευδαίσθησης ακέραιο και άθραυστο, ραγίζοντας όμως τα ίδια τα πρόσωπα. Ο ιδεαλισμός, η ποίηση, η ελευθερία, ο έρωτας, η πραγματική φιλότητα είναι ο νεκρός φίλος που επέλεξε την φυγή και τελικά τον κηδεύουν όλοι μαζί σαν φαρισαίοι, σαν «εφιάλτες» μιας προδομένης γενιάς. Και η ταυτότητα των νέων κοινωνικών δεδομένων με τον νεοεποχίτικο αλληθωρισμό, το τραμπαλιζόμενο politically correct εν μέσω ημιμάθειας, life style, γιόγκας και σαπουνόπερας, σκιαγραφείται αθόρυβα στην παρουσία της Μεγκ Τίλι, το σεξουαλικό «νυμφίδιο», την σύντροφο του νεκρού Αμερικάνου και ευαίσθητου «αδελφού».

Για την ιστορία απλά να αναφέρουμε, ότι τον ρόλο του νεκρού φίλου στην «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) , ο Λόρενς Κάσνταν, τον έδωσε στον άσημο, τότε, Κέβιν Κόστνερ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε σε ένα πλάνο, καθώς ο σκηνοθέτης τα αφαίρεσε όλα στο μοντάζ.    

«Θάνατος στη Βενετία»

(Death in Venice)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (1971) – σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι
  • Με τους: Ντερκ Μπόγκαρντ, Σιλβάνα Μάγκανο, Ρομόλο Βάλι, Μπιόρν Άντρεσεν
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Bibliotheque΄
  • Διακρίσεις: 4 Βραβεία Bafta (Φωτογραφίας, Ενδυματολογίας, Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Καλύτερης Μουσικής) – Φεστιβάλ Κανών 1971: Τιμητικό Βραβείο στον Λουκίνο Βισκόντι για το συνολικό έργο του στην 7η Τέχνη
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ Βοξ (Εξάρχεια – με ώρες προβολής 20:50 και 23:05) – Σινέ Ζέφυρος (Πετράλωνα – με ώρες προβολής 21:00 και 23:00) – Σινέ Όαση (Παγκράτι – με ώρες προβολής 20:50 και 23:05)

Υπέροχη ταινία βασισμένη στη νουβέλα του νομπελίστα λογοτέχνη Τόμας Μαν («Der Tod in Venedig», δημοσιευμένη το 1912) σκηνοθετημένη από τον Ιταλό νεορεαλιστή Λουκίνο Βισκόντι, το οποίο έργο μεταφέρθηκε και σε τηλεταινία το 1990 από τον σκηνοθέτη σεξπηρικών έργων Ρόμπιν Λαφ.

Ο συνθέτης Γκούσταβ φον Άσενμπαχ (Ντερκ Μπόγκαρντ) αποφασίζει απογοητευμένος να αποτραβηχτεί μέχρι την Βενετία για να βρει τον εαυτό του και να συνεφέρει την καρδιά του ύστερα από καταπονετική και αγχώδη εργασία. Η πόλη όμως προσβάλλεται από επιδημία χολέρας και οι αρμόδιες αρχές δεν ενημερώνουν τους παραθεριστές για να μην φύγουν.

Ο διάσημος συνθέτης με σοβαρά προβλήματα υγείας, τελικά, δεν καταφέρνει να βρει την ησυχία και την γαλήνη που επιθυμεί, καθώς ερωτεύεται τον Τάντζιο (Μπιόρν Άντρεσεν), ένα νεαρό αγόρι που παραθερίζει οικογενειακώς εκεί.

Εξαιρετικά μινιμαλιστική σε διαλόγους η ταινία βασίζεται περισσότερο στη μουσική του Γκουστάβ Μάλερ (το Adagietto από την Πέμπτη Συμφωνία, το οποίο ανοίγει και κλείνει την ταινία, καθώς και τμήματα από την Τρίτη Συμφωνία εξαίσια ταιριασμένα), στις μεστές εικόνες, αλλά και στις σκέψεις του θεατή. Μουσική και εκπληκτικά τοπία στήνουν τον καμβά του Βισκόντι.

Μέσα από τις κρυφές κάμερες για μεγαλύτερη αυθεντικότητα ο Βισκόντι στήνει τον βωβό για τον σιωπηλό, καταπιεσμένο έρωτα του κομψού συνθέτη (Ντερκ Μπόγκαρντ – υπέροχος) στο θηλυπρεπές αγόρι, του οποίου τη λιτή και ατημέλητη ομορφιά θαυμάζει μέσα από κλεφτές ματιές. Δεν του μιλάει ποτέ, δεν το αγγίζει, δεν το πλησιάζει. Μια βασανιστική σκοποφιλία στο κάλλος που προέρχεται πέρα από τα συνηθισμένα και τα στερεότυπα.

Παρόμοια εμπειρία και συναισθήματα είχε βιώσει και ο Τόμας Μαν. Γι  αυτό τον λόγο η νουβέλα του, την οποία ακολούθησε πιστά ο Βισκόντι στο σενάριο αλλάζοντας μόνο την ιδιότητα του ήρωα από συγγραφέα σε μουσικό, είναι μια προσωπική καταγραφή συναισθημάτων του Γερμανού λογοτέχνη προς ένα ελκυστικό αγόρι 13 χρόνων με ναυτικό κοστούμι, που συνάντησε στις οικογενειακές του διακοπές το 1911 στην Βενετία.   

Ο «Θάνατος στη Βενετία», σε σενάριο του Νικολά Μπανταλουτσκό και του Λουκίνι Βισκόντι (προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερων Κοστουμιών ο Πιέρο Τόσι) είναι ένα καλοδουλεμένο εγκώμιο για τον έρωτα, την οδύνη και την βαναυσότητά που προκαλεί η σύγκρουση της απολλώνιας εγκράτειας με το διονυσιακό πάθος, ακόμη και αν αυτός ο ίδιος ο έρωτας ξεφεύγει από τις κοινωνικές νόρμες και κατευθύνεται σε λάθος πρόσωπα, αν υπάρχουν λάθος πρόσωπα στον έρωτα.

«Μικρά Αθώα Ψέματα 2»

(Nous Finirons Ensemble)

 

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Κανέ
  • Με τους: Φρανσουά Κλουζέ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Ζιλ Λελούς, Λοράν Λαφίτ, Μπενουά Μαζιμέλ
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Odeon

Ο Μαξ (Φρανσουά Κλουζέ ) σε ηλικιακή κρίση θέλει να πουλήσει το εξοχικό του, να μείνει μόνος του, γεμάτος παραξενιές, χωρισμένος και με καινούργιο ταίρι, η οποία νέα σύντροφος του προσκαλεί κρυφά εκείνη την «παλιο-παρέα» ως έκπληξη στα 60α γενέθλια του.

Η παρέα καταφθάνει στο γνωστό σπίτι του Μαξ. Η Μαρί (Μαριόν Κοτιγιάρ) στο ίδιο στιλ όπως ήταν αλλά με παιδί, ο Έρικ (Ζιλ Λελούς) διάσημος ηθοποιός και πλούσιος με παιδί κι αυτός δίχως σύντροφο, ο Βανσάν (Μπενουά Μαζιμέλ) χωρισμένος και σε σχέση με άνδρα και ο αγαθούλης Αντουάν (Λοράν Λαφίτ) σαν να μην πέρασε ούτε ημέρα από πάνω του.

Στην μια εβδομάδα που θα περάσουν ξανά μαζί τις διακοπές τους θα ξεκινήσουν γεγονότα και καταστάσεις έτοιμα να ανάψουν την θρυαλλίδα που οδηγεί απευθείας στην μπαρουταποθήκη των ανθρώπινων συμπεριφορών.    

Εάν έχετε ήδη παρακολουθήσει την πρώτη ταινία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Γκιγιόμ Κανέ «Μικρά Αθώα Ψέματα» (2011) και πραγματικά μείνατε ευχαριστημένοι από την vise versa θεματική της «Μεγάλης Ανατριχίλας» αλά γαλλικά, εδώ, συγγνώμη, αλλά θα απογοητευθείτε.

Είναι το γνώριμο ίσων δόσεων μιξάζ χιούμορ και δράματος, αυτή τη φορά σε υπερβολικό βαθμό, είναι οι ίδιοι ακριβώς ηθοποιοί, που ότι είχαν να δώσουν το πρόσφεραν γενναιόδωρα στην πρώτη έντιμη ταινία του Κανέ, με αποτέλεσμα στο δεύτερο μέρος να αρχίσουν οι βερμπαλιστικές, φράγκικες ερμηνείες για να καλυφθούν τα χαοτικά, αναμασημένα θέματα του σεναρίου, που μοιάζουν με τηλεοπτικό big brother.

Η ατυχία είναι, ότι από μόνοι τους οι Γάλλοι και εν ονόματι της κονόμας, δεν τραβάνε χειρόφρενο, καταστρέφοντας τα όποια αρώματα, τις όποιες γεύσεις άφησε η πρώτη συμπαθητική ιδέα, προ δεκαετίας περίπου, κατασκευάζοντας αυτοκρατορικά ανούσιες, δεύτερες συνέχειες στραγγαλισμένες στα πάσης φύσεως κλισέ με σκοπό, και καλά, να δημιουργήσουν ένα δεύτερο smash hit.

Η οδός της πεπατημένης είναι ξεκάθαρη στην ταινία και μυαλό δεν βάζουν, αν και θεματικά λειτουργεί αυτόνομα, δίχως ο θεατής αναγκαστικά να έχει δει την πρώτη μεγάλη επιτυχία του Γκιγιόμ Κανέ.

Ουδείς από τους γκράντε Γάλους πρωταγωνιστές δεν διασώζει την κατάσταση. Πάραυτα «μεγάλη ανατριχίλα» δημιουργείται στον θεατή από αυτό το επαναλαμβανόμενο, αφώτιστο και ανέμπνευστο sequel, με σοβαρό κίνδυνο να παρασύρει  στο βάραθρο του Καιάδα και εκείνο το πρώτο, το καλό.      

«Ο Έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ»

(Vita & Virginia)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τσάνια Μπάτον
  • Με τους: Τζέμα Άρτερτον, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Ρούπερτ Πένρι-Τζόουνς, Πίτερ Φερντινάντο
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Seven Films

Στο Λονδίνο του 1920, η ασυμβίβαστη ποιήτρια και μέλος της υψηλής κοινωνίας Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ (Τζέμα Άρτερτον) και η θρυλική, επίσης ασυμβίβαστη συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ (Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι), θα ξεκινήσουν μια ταραχώδη, παθιασμένη σχέση, που θα ξεπεράσει όλα τα κοινωνικά ταμπού, θα αλλάξει για πάντα τις ζωές τους και το έργο τους θα μείνει στην ιστορία.

«Ο Έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της 33χρονης Αγγλίδας Τσάνια Μπάτον, όπου το σενάριο της ίδιας της σκηνοθέτιδας και της Άιλιν Άτκινς είναι εν μέρει βασισμένο στην αλληλογραφία των δύο γυναικών.

Μια ερωτική σχέση που ενέπνευσε την Βιρτζίνια Γουλφ να γράψει ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της: το «Ορλάντο».

«Η Ευτυχία»

(Le Bonheur)   

 

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (1965) σε αποκατεστημένη ψηφιακά κόπια
  • Σκηνοθεσία : Ανιές Βαρντά
  • Με τους: Ζαν-Κλοντ Ντρουότ, Κλερ Ντρουότ
  • Διάρκεια: 80’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου (1965) – Βραβείο Louis Delluc ως η καλύτερη Γαλλική ταινία της χρονιάς

Ο Φρανσουά ζει ευτυχισμένος με τη σύζυγο του Τερέζ και τα δύο τους παιδιά σε ένα εργατικό προάστιο του Παρισιού. Εκείνος είναι ξυλουργός και εκείνη μοδίστρα.

Όταν ο Φρανσουά πάει σε μια άλλη πόλη για δουλειά γνωρίζει την Εμιλί, υπάλληλο ταχυδρομείου, και ξεκινάει μια σχέση μαζί της που θα φέρει δραματικές αλλαγές στην οικογενειακή του ζωή.

«Η Ευτυχία» παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην ψηφιακά αποκαταστημένη της μορφή που επιμελήθηκε η ίδια η Ανιές Βαρντά.

Η Ανιές Βαρντά, μετά την ασπρόμαυρη «Κλεό από τις 5 στις 7», επέστρεψε με μια έντονα πολύχρωμη ταινία, πλαισιωμένη από τη μουσική του Μότσαρτ, με αναφορές στους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους, αλλά και τον Ζαν Ρενουάρ, καθώς μια σκηνή από την ταινία του «Πρόγευμα στη Χλόη» (Le Dejeuner sur L’Herbe – Picnic on the Grass) εμφανίζεται να παίζει στην τηλεόραση μέσα στην ταινία. 

Βουτηγμένη στα καλοκαιρινά χρώματα με την παλέτα της να κινείται σταδιακά προς το μελαγχολικό Φθινόπωρο, η Βαρντά καταθέτει με αριστουργηματικό τρόπο το δικό της ανατρεπτικό στοχασμό πάνω στην έννοια του έρωτα, της πίστης και βέβαια της ίδιας της ευτυχίας διαλύοντας μεθοδικά κάθε μελοδραματικό στερεότυπο. Ένας μοναδικός ύμνος στην ίδια τη ζωή, το απρόοπτο και το τυχαίο  και μια δημιουργία που παραμένει μοναδικά μοντέρνα με τον πιο αναπάντεχα τρόπο.

«Φαντάστηκα ένα καλοκαιρινό ροδάκινο με τα τέλεια χρώματά του και μέσα του υπάρχει ένα σκουλήκι. Φαντάστηκα πίνακες του ιμπρεσιονισμού που μεταδίδουν μια αίσθηση μελαγχολίας παρόλο που απεικονίζουν καθημερινές ευτυχισμένες σκηνές. Άκουσα Μότσαρτ και σκέφτηκα την υπεροχή του θανάτου. Έγραψα το σενάριο γρήγορα, το γυρίσαμε γρήγορα, όπως το ζωντανό φως των καλοκαιριών που περνούν γρήγορα. Σε έναν κόσμο γεμάτο από προκατασκευασμένες εικόνες ευτυχίας, είναι ενδιαφέρον να διαλύεις τα κλισέ», γράφει η Ανιές Βαρντά.

«Toy Story 4»

 

 

  • Είδος: Animation, περιπέτεια (και μεταγλωττισμένο και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζος Κούλεϊ
  • Με τις φωνές των: Τομ Χανκς, Τιμ ‘Αλεν, Ανι Ποτς, Τόνι Χέιλ, Τζόρνταν Πιλ, Κριστίνα Χέντρικς – και στην μεταγλώτισση: Άλκη Κούρκουλου, Γιώργου Λιάντου, Μαρίας Πλακίδη, Φοίβου Ριμένα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο Γούντι ήταν πάντα σίγουρος για τη θέση του στον κόσμο και προτεραιότητα του είναι η φροντίδα του παιδιού του, είτε είναι ο Άντι είτε η Μπόνι. Οπότε, όταν το καινούριο παιχνίδι της Μπόνι, που είναι καρπός χειροτεχνίας από αναλώσιμα υλικά και ακούει στο όνομα Φόρκι αυτοαποκαλείται «σκουπίδι», ο Γούντι αναλαμβάνει να του δείξει ότι πρέπει να αγκαλιάσει το γεγονός ότι είναι ένα παιχνίδι.

Όταν η Μπόνι παίρνει την παρέα σε οικογενειακή εκδρομή, ο Γούντι καταλήγει σε μία απρόσμενη παράκαμψη που του επιφυλάσσει μία συνάντηση με τη χαμένη του φίλη Λόλα.

Μετά από χρόνια μοναχικής περιπλάνησης, το περιπετειώδες πνεύμα της Λόλα και οι εμπειρίες της στον δρόμο έρχονται σε αντίθεση με την ντελικάτη, πορσελάνινη επίστρωση της. Πάνω που ο Γούντι και η Λόλα συνειδητοποιούν ότι οι δύο κόσμοι τους είναι μακριά σε ό,τι αφορά τη ζωή τους ως παιχνίδια, την ίδια στιγμή καταλαβαίνουν ότι αυτή είναι η πιο ασήμαντη έγνοια τους.

Το 1995, το «Toy Story» άλλαξε το κινούμενο σχέδιο με την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του. Τέσσερα χρόνια μετά, το «Toy Story 2»  συνέχισε αυτή την πορεία που ολοκληρώθηκε με το «Toy Story 3».

Τι ξεχωριστό είχαν αυτοί οι χαρακτήρες που άγγιξαν τόσο κόσμο; Σύμφωνα με τον Άντριου Στάντον, που έχει συνυπογράψει τα σενάρια της σειράς, έχει να κάνει με τη μαγεία τους. «Όλοι, είτε το ξέρουν είτε όχι, επιθυμούν τα παιχνίδια τους να ζωντανέψουν» λέει. «Ένας λόγος που άρεσαν αυτοί οι χαρακτήρες είναι γιατί έχουν κάτι το ενήλικο και όχι κάτι αφελές. Τους δώσαμε ένα πιο γονεϊκό ρόλο».

 «Οι χαρακτήρες της σειράς έχουν κερδίσει τις καρδιές μεγάλων και μικρών σε όλο τον κόσμο, όπως συμβαίνει με τις κλασικές ταινίες», σχολιάζει ο Tom Hanks που δίνει τη φωνή του στον Γούντι. «Είναι γεμάτες με αθώους χαρακτήρες που ζουν συνεχείς περιπέτειες. Τους ξέρουμε όλοι και αναρωτιόμαστε ποιοι θα ήμασταν αν ήμασταν παιχνίδια».

«Χορευτικά παντός είδους για όλες τις ηλικίες και άλλα ευφάνταστα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Όταν αρχίζει η συγκριτική μέθοδος, τότε ακαριαία έχει αρχίσει να εξαϋλώνεται το όποιο ενδιαφέρον για το κάθε τι. Το διακρίνω έντονα στις συζητήσεις των αυθεντικών κινηματογραφόφιλων, νεότερων και παλαιότερων, όχι σε ντεμέκ «σινεφίλ», που δηλώνουν, και καλά, «λάτρεις» της 7ης Τέχνης, του «ευρωπαϊκού» και του «ασιατικού» σινεμά (εντελώς λανθασμένοι κινηματογραφικοί χαρακτηρισμοί), οι οποίοι, ορίντζιναλ κινηματογραφόφιλοι, αναφέρουν απογοητευμένα, ότι πλέον οι σύγχρονες ταινίες νοσούν σοβαρά από έμπνευση. Η ουσία στον θυσιαστικό βωμό του υπερ-θεάματος.

Το ψυχαγωγικό θέαμα, όπως ο κινηματογράφος, είναι πάντα ταυτόσημο με το γνωσιακό πεδίο του θεατή. Αντίστοιχη θέση, θαρρώ πως επικρατεί στην θεατρική τέχνη και στις παραστάσεις που ανεβαίνουν στις διάφορες σκηνές της χώρας μας. Το επιφανειακό και ανέμπνευστο, λαϊκό προϊόν ψυχαγωγίας βρίσκεται σε ρότα βαθιάς εξαθλίωσης και ουδένα λωρίκιο ή κλιβάνιο προστατεύει την ίδια την Τέχνη, πόσο, μάλιστα, τον θεατή.

Η σύγχρονη, κινηματογραφική ηθογραφία απασχολεί το «φαίνεσθαι», την εφήμερη επιφάνεια και όχι την εσωτερικότητα, όπως γινόταν παλαιότερα, πριν μισό αιώνα περίπου, στα διάφορα κινηματογραφικά σενάρια, τα προερχόμενα από το είδος του δράματος, της περιπέτειας, του περί έρωτος και φαντασίας, των επικών μύθων, ακόμα και σε αυτά της δράσης. Οι σημερινές ερμηνείες των ηθοποιών είναι με άρτια καλλιτεχνική κατάρτιση όχι όμως με ψυχή. Όπως επίσης στα σύγχρονα, μουσικά δρώμενα, που ακούς την μουσική σύνθεση άψογα παιγμένη, ένα τραγούδι καλλίφωνα δοσμένο, αλλά δίχως εσωτερική πνοή και συναίσθημα. Οι Τέχνες απώλεσαν το νευρικό τους σύστημα και η αισθαντική χρυσόσκονη μετασχηματίστηκε σε εντυπωσιακό χαρτοπόλεμο άνευ μαγείας.

Για να καταλήξουμε στο μαζικό ενδιαφέρον θεατών και ακροατών, σε βαθμό απληστίας, προς την λατρεία του κινηματογραφικού θορύβου των υπερ-θεαμάτων, των σεναρίων απουσίας αιδούς, αυτών που σφυροκοπούν ύπουλα τις εναπομείνασες ανθρώπινες αρετές και ονομάζονται «art house», αλλά και του κακόηχου τραγουδιού από μοδάτους, άφωνους ερμηνευτές, τα γεμάτα στίχους εκ του προχείρου από γραφιάδες, διαθέτοντας «την μορφή του χοίρου», όπως γράφει και ο σατυρικός ποιητής μας Γιώργος Σουρής.

Φταίει ή δεν φταίει ο θεατής και ο ακροατής για όλη αυτή την αισχύνη στο πνευματικό και συνάμα θεραπευτικό μέρος της νόησης και της ψυχής, που αφορά η συμβολή των Τεχνών στον άνθρωπο. Ο Κουμφούκιος γράφει, πως: «Αν θέλετε να δείτε πότε καταρρέει μια κοινωνία, δείτε τι μουσική ακούει» και ο παππούς μας, ο Θείος Πλάτων στους «Νόμους» του, αντιστοίχως αναφέρει: «Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι νόμοι της πολιτείας».

Για εμάς πάντως, από την πλευρά της θέασης και της ακρόασης εν έτει 2019, φρεσκάρισα τον μύθο του Αισώπου:  «Ζες κα Ασχύνη», που ο μέγας Έλληνας παραμυθάς, εκτός των γνωστών του μύθων, που αναμασάμε με τα πουλάκια τις αλεπουδίτσες και τα άλλα συμπαθή ζωάκια, έγραψε και υπέροχες ιστορίες όπως η παραπάνω, οι οποίες συμπεριλαμβανόντουσαν στην διδακτέα ύλη της πρώτης βασικής εκπαίδευσης των προγόνων μας. Ήταν ένα γερό «φρεσκάρισμα» για να κατανοήσω απόλυτα την απώλεια της αιδούς όχι μόνο από την Τέχνη, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο.  

«Κολύμπα ή Αλλιώς Βυθίσου»

(Le Grand Bain / Sink or Swim)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζιλ Λελούς
  • Με τους: Γκιγιόμ Κανέ, Ματιέ Αμαλρίκ, Ζαν-Χιου Ανγκλάντ, Φιλίπ Κατρίν, Μπενουά Πελβούρντ, Βιρζινί Εφιρά, Μαρίνα Φόις
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Spentzos Film
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού Fischer στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου.

Ανδροπαρέα με μέσο όρο ηλικίας τα 45 χρόνια, άπαντες στα σαγόνια της ηλικιακής κρίσης με τα μύρια προσωπικά προβλήματα (εργασιακά, οικογενειακά, συναισθηματικά) και στον πυρήνα της κοινωνικής απαξίας, αποφασίζουν να ιδρύσουν την πρώτη ανδρική, γαλλική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης στην  δημόσια πισίνα της περιοχής τους.

Αψηφούν την ειρωνεία και τον εξευτελισμό που τους υποβάλλουν οι γύρω τους  και προπονούνται από μία ξεπεσμένη πρωταθλήτρια του αθλήματος, πρώην αλκοολική,  που προσπαθεί και η ίδια να ξεπεράσει τα προσωπικά της θέματα.

Όλοι μαζί ξεκινούν την τρελή περιπέτεια που στην διαδρομή της θα ανακαλύψουν τις χαμένες αξίες της ζωής και φυσικά αρκετά ξεχασμένα στοιχεία των εαυτών τους, αλλά και των ανθρώπων που τους περιβάλλουν.

Έπειτα από ένα πλούσιο μπουκέτο τσουκνίδων από τον κινηματογραφικό κήπο της γαλλικής μετριότητας και της σαχλαμάρας, που βομβαρδιστήκαμε τους τελευταίους μήνες, να, ένα πολύχρωμο αγριολούλουδο που διαθέτει άρωμα, ψυχούλα και βαδίζει σταθερά και ανθρώπινα στο πλακόστρωτο του εφικτού και του ρεαλιστικού σινεμά με κομμάτια θλίψης, αλλά και γέλιου.

Αυτός ο καλοφτιαγμένος, αισιόδοξος «κλαυσίγελως» παίζει να γίνει και το χιτάκι του καλοκαιριού, που αν και είναι ταινία με σενάριο χειρουργικά τοποθετημένο στην ανδρική ιδιοσυγκρασία, οι κυρίες, πιστέψετε με, θα το απολαύσουν τα μάλα.

Ο αξιόλογος Γάλλος ηθοποιός Ζιλ Λελούς, πιστός στο περιβάλλον της αστικής κωμωδίας με κοινωνικό υπόβαθρο στήνει με μεράκι την δεύτερη κατά σειρά, προσωπική, μεγάλου μήκους ταινίας του («Οι παλαβές Περιπέτειες του Γκουστάβ Κλοπ» (βγήκε μόνο σε dvd) «6+1 Απιστίες»), πάλι με την ανδρική φιγούρα σε πρώτο πλάνο, προσκαλώντας super starς του σύγχρονου, γαλλικού σινεμά να πλαισιώσουν το εγχείρημα του.

Επικεφαλής των «αποτυχημένων» ο απίθανος καταθλιπτικός Ματιέ Αμαλρίκ («Στην Πύλη της Αιωνιότητας», «Μπάρμπαρα», «Ξενοδοχείο Grand Budapest», «Quantum of Solace», «Το Σκάφανδρο Και Η Πεταλούδα»), να κρατάει την μπαγκέτα –  είναι το κάτι άλλο αυτός ο άνθρωπος – και να ενώνει δίπλα του, τον αχώνευτο, καταπιεστικό πατέρα Γκιγιόμ Κανέ («Μεγάλωσε Αν Τολμάς», «Καλά Χριστούγεννα», «Αγάπα με Αν Τολμάς»), το λαμόγιο επιχειρηματία στο χείλος της πτώχευσης Μπενουά Πελβούρντ («Ο Αξιαγάπητος Κύριος Τροχίδης», «Ανώνυμοι Ρομαντικοί») και τον αποτυχημένο μουσικό που επιμένει να ροκάρει αμετανόητα σαν έφηβος  Ζαν-Χιου Ανγκλάντ («Κλεμμένες Ζωές», «Βασίλισσα Μαργκό»).

Επτά ετερόκλητοι, πλαδαροί άνδρες από 38 έως 53 χρόνων, με το νευρικό σύστημα στα κόκκινα, «κτυπημένοι» από την κατάθλιψη, την αφραγκία, την μοναξιά και άλλες μύριες αποτυχίες σε οικογενειακό και συναισθηματικό επίπεδο, λίγο πριν την καθολική απόγνωση στην σφαίρα της ζωής, κατάστηθα λαβωμένοι από την κρίση της ηλικίας βουτάνε στα ύδατα της κάθαρσης – πισίνα στο σενάριο – και αναδύονται ψυχωμένα και με σκοπό να λάβουν μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα συγχρονισμένης κολύμβησης ανδρών.

Ψυχανάλυση στα αποδυτήρια, ανδρικό μπαλέτο στο υγρό στοιχείο, γέλιο, δράμα, καλές στιγμές του γαλλικού σινεμά, ειδικά στην σεκάνς που ο  Πελβούρντ προσπαθεί να εμψυχώσει τους συν-αθλητές του πριν τον κρίσιμο αγώνα, ραπίζοντας ο Ζιλ Λελούς με χιούμορ τις αμερικανιές σε αντίστοιχα, χολιγουντιανά φιλμς.

Μουσική φουλ στην εϊτίλα, από Tears For Fears και Ολίβια Νιούτον Τζον έως Φιλ Κόλινς και Imagination. Η σκηνοθεσία του Λελούς είναι προσεγμένη και σε σενάριο του ιδίου και των Αχμέντ Χαμιντί και Ζουλιάν Λαμπροσκίνι, κτίζεται ένα ευχάριστο δίωρο.        

«Κορίτσια Κάποιας Ηλικίας»

(Poms)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζάρα Χέις
  • Με τους: Νταϊάν Κίτον, Τζάκι Γουίβερ, Παμ Γκρίερ, Ρέα Πέρλμαν, Σήλια Γουέστον, Φίλις Σόμερβιλ
  • Διάρκεια: 91΄
  • Διανομή: Seven Films

Άρρωστη με καρκίνο και ημερομηνία λήξης στην ζωή της, η μοναχική Μάρθα (Ντάιαν Κίτον  -καλή), έπειτα από σαράντα χρόνια αφήνει το σπίτι της και αποσύρεται, με μαύρη καρδιά, στα σύγχρονα και άνετα «νεκροταφεία ελεφάντων», όπου ηλικιωμένοι άνθρωποι στην ψευδαίσθηση του πολυτελούς οικισμού των «συνταξιούχων» περιμένουν το τέλος τους απασχολούμενοι με διάφορες ανοησίες.

Το Sun Spring είναι ο πολυτελής οικισμός ευγηρίας που η Μάρθα θα γνωρίσει την Σέριλ (Τζάκι Γουίβερ –καλή) και οι δυο γυναίκες αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια ομάδα μαζορετών (η Μάρθα στα νεανικά της χρόνια ήταν μαζορέτα)

Παρότι οι αντιρρήσεις των υπεύθυνων του οικισμού και των συγγενών των γιαγιάδων είναι έντονες, οι γουρμασμένες κυρίες θα αποδείξουν ότι δεν είναι ποτέ πολύ αργά για καινούργιες αρχές.

Εάν έχετε δει την μεγάλη επιτυχία του Πίτερ Κατανέο «Άντρες με τα Όλα τους» (The Full Monty -1997), αλλάξτε φύλο στους πρωταγωνιστές, προσθέστε τέσσερις δεκαετίες στις ηλικίες τους, αρθριτικά, ζάχαρο, χοληστερίνη, οστεοπόρωση κι άλλες παθήσεις των γηρατειών στην βιολογική υγεία τους, ενσταλάξτε δράμα του συρμού, όπως ετοιμοθάνατη, καλή καρκινοπαθής, πλην όμως αισιόδοξη και έχετε το φτωχότατο «Poms» (Κορίτσια Κάποιας Ηλικίας).

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας για την τηλεοπτική ντοκιμαντερίστρια Σάρα Χέις, (συν-σεναριογράφος), η οποία βάζει όλο το στόρι στην μέγγενη των κλισέ της αμερικανικής δραματουργίας με πινελιές αισιοδοξίας, χορευτικών και το διαλύει εντελώς, τρυφερά, συγκινητικά, ως είθισται, άνευ χαρτομάντιλου.

Η Χέιζ διαθέτει ένα δυνατό καστ από παλαίμαχες και «μπαρουτοκαπνισμένες» πρωταγωνίστριες της 7ης Τέχνης των πρώτων και των δεύτερων ρόλων: Παμ Γκρίερ, Ρέα Πέρλμαν, Νταϊάν Κίτον, Τζάκι Γουίβερ, Φίλις Σόμερβιλ, την Σήλια Γουέστον (πάλι σε ρόλο αντιπαθητικής στριμμένης) αφήνοντας ανεκμετάλλευτη την δυναμική των εν λόγω κυριών και ασχολείται με αλλότρια. Επιδερμικό, άνευρο και εντελώς επίπεδο με θολή ματιά προς το δώμα της τρίτης ηλικίας.      

«Booksmart»

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ολίβια Γουάιλντ
  • Με τους: Κάιτλιν Ντέβερ, Μπίνι Φελντστάιν, Τζέσικα Γουίλιαμς, Λίζα Κούντροου, Γουίλ Φόρτε, Τζέισον Σουντεΐκις
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Odeon

Επιστήθιες φίλες και αριστούχες μαθήτριες, οι Έιμι (Κέιτλιν Ντέβερ) και Μόλι (Μπίνι Φέλντσταϊν) πίστευαν ότι έχοντας τη μύτη τους χωμένη μονίμως στα βιβλία θα υπερτερούσαν των έξαλλων συμμαθητριών τους.

Την παραμονή της αποφοίτησής τους, η πραγματικότητα τους χτυπάει την πόρτα καθώς συνειδητοποιούν ότι έχασαν πολλά όσο ήταν βουτηγμένες στα βιβλία τους.

Αποφασισμένες να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, προσπαθούν να χωρέσουν τέσσερα χρόνια διασκέδασης σε ένα μόνο βράδυ χαοτικής περιπέτειας που κανένα βιβλίο δεν θα μπορούσε να τις προετοιμάσει γι’ αυτό.

Η ηθοποιός Ολίβια Γουάιλντ («Η Επιστροφή των Νεκρών», «Ο Απίστευτος Μπαρτ Γουοντερστόουν», «Οι Λέξεις»), αποφάσισε να δοκιμαστεί και πίσω από την κάμερα, ακριβώς στην θέση του σκηνοθέτη. Πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους και ορμάει στα κοριτσίστικα, εφηβικά απωθημένα.

Με την συμπαθητική Κάιτλιν Ντέβερ και την πληθωρική Μπίνι Φελντστάιν, μαθητάρες και οι δυο, η Γουάιλντ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γλεντιού και του κεφιού στο γνωστό καφριλέ, αμερικάνικο, εφηβικό χιούμορ, κομμένο και ραμμένο πάνω στο καταπιεσμένο, κοριτσίστικο πατρόν. Η σκηνοθεσία, το σενάριο (Κέιτι Σίλμπερμαν, Σάρα Χάσκινς, Σουζάνα Φόγκελ και Έμιλι Χάλπερν), η παραγωγή (Τζέσικα Έλμπαουμ) και οι πρωταγωνίστριες είναι γυναίκεια υπόθεση.  

Το 2007 στο ίδιο μοτίβο γίναμε μάρτυρες του γεμάτου σπυράκια εφηβείας, αγορίστικου «Superbad» του Γκρεγκ Μοτόλα, που αποκάλυψε το φαινόμενο Τζόνα Χιλ, σειρά, λοιπόν για τις «Booksmart». Στις γνωστές και μη εξαιρετέες, μαθητικές χοντρο-χοντράδες δεν εξαιρούνται τα σπασικλάκια.    

«Μάρτυρας Κατηγορίας»

(Witness for the Prosecution)

 

 

  • Είδος: Δικαστικό noir δράμα (Α/Μ) – σε πλήρως αποκατεστημένη ψηφιακή κόπια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1957)
  • Σκηνοθεσία: Μπίλι Γουάιλντερ
  • Με τους: Τάιρον Πάουερ, Μαρλέν Ντίτριχ, Τσαρλς Λότον, Έλσα Λάντσεστερ
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Έλσα Λάντσεστερ)

Ο αποτελεσματικός αλλά αυστηρός δικηγόρος Σερ Γουίλφριντ Ρόμπαρτς (Τσαρλς Λότον – εξαιρετικός) επιστρέφει στο γραφείο του στο Λονδίνο για να αναρρώνει από το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη. Καλείται, όμως, να υπερασπιστεί τον Λέοναρτντ Στίβεν Βόουλ (Τάιρον Πάουερ – πολύ καλός), παρά τις προειδοποιήσεις της προσωπικής του νοσοκόμας, της κας Πλίμσολ (Έλσα Λάντσεστερ – απίθανη!) και των γιατρών του να μην ασχοληθεί με νομικές υποθέσεις.

Ο Βόουλ είναι ο βασικός ύποπτος σε υπόθεση δολοφονίας. Ο Λέοναρντ είναι πολέμησε στον Β’ μεγάλο πόλεμο και είναι παντρεμένος με την αγαπημένη, Γερμανίδα σύζυγό του Κριστίν Χελμ (Μάρλεν Ντίντριχ – καταιγιστική!). Είναι άνεργος και κατηγορείται ότι δολοφόνησε την πλούσια ηλικιωμένη, εκκεντρική και μοναχική γυναίκα Έμιλι Τζέιν Φρεντς (Νόρμα Βάρντεν), η οποία ήταν «τσιμπημένη» μαζί του, τον είχε υπό την προστασίας της αλλά και δικαιούχο στην διαθήκη της για να κληρονομήσει ο Βόουλ 80.000 λίρες. Το μοναδικό του άλλοθι είναι η μαρτυρία της γυναίκας του Κριστίν. Η κατάθεση της, όμως δεν θα γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο, αφού είναι η σύζυγός του.

Ο δικηγόρος Ρόμπαρτς  θεωρεί ότι Βόουλ είναι αθώος. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η αινιγματική Κριστίν καλείται απροσδόκητα να καταθέσει στο δικαστήριο, όταν άρχισαν να αποκαλύπτονται μυστικά για τη ζωή των εμπλεκομένων.

Το σενάριο της ταινίας (γραμμένο από τον ίδιο τον Μπίλι Γουάλιντερ) είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι (πρωτοκυκλοφόρησε σε συνέχειες το 1925 σε αγγλικό περιοδικό με τον τίτλο «Traitor Hands», ενώ στην Αμερική εκδόθηκε το 1948) και είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου έργου της συγγραφέως, το οποίο υπήρξε μεγάλη εμπορική αλλά και καλλιτεχνική επιτυχία.

Ο Αυστριακο-ουγγρικής καταγωγής, ο εξάκις οσκαροβραβευμένος σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος Μπίλι Γουάιλντερ (22, Ιουνίου, 1906 – 27 Μαρτίου 2002) των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών της χρυσής περιόδου του Χόλιγουντ: «Η Λεωφόρος της Δύσης» (1950), «Γλυκιά μου, Σαμπρίνα» (1954) «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» (1959) και «Η Γκαρσονιέρα» (1960), μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το συγκλονιστικό δικαστικό δράμα της Αγκάθα Κρίστι, με τις εξαιρετικές ερμηνείες των Τάιρον Πάουερ και Μαρλέν Ντίτριχ. Η ταινία προτάθηκε για 6 Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α΄ Ανδρικός Ρόλος, Β’ Γυναικείος Ρόλος, Ήχος, Μοντάζ), ενώ τιμήθηκε με την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Έλσα Λάντσεστερ).

Ο μέγας Μπίλι Γουάιλντερ αφού προσάρμοσε ευέλικτα το κείμενο της Αγκάθα Κρίστι σε κινηματογραφικό σενάριο έστησε σκηνοθετικά ένα μοναδικό δικαστικό δράμα, επιτομή στο κινηματογραφικό είδος, με εμβάθυνση στους χαρακτήρες και noir ατμόσφαιρα δίχως να γίνεται κουραστικός. Έξυπνοι διάλογοι, ανατροπές και η κλιμάκωση στο φινάλε που παγώνει και τον πιο υποψιασμένο θεατή. Η φωτογραφία του Ράσελ Χάρλαν και το μοντάζ του Ντάνιελ Μάντελ είναι απίστευτα.   

Η Γερμανίδα σταρ Μάρλεν Ντίτριχ ήταν από την αρχή η μία από τις δυο επικρατέστερες ηθοποιούς για τον ρόλο της Κριστίν μαζί με την Βίβιαν Λι. Η Ντίτριχ θεώρησε εγγύηση την παρουσία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Μπίλι Γουάιλντερ και έτσι δέχτηκε να πρωταγωνιστήσει. Ο δε Γουάιλντερ προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας αλλά έχασε από τον Ντέιβιντ Λιν, σκηνοθέτη της ταινίας «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι».

Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει συμπεριλάβει στις 10 καλύτερες ταινίες δικαστικού δράματος. Ο «Μάρτυρας Κατηγορίας» (1957), είναι ο τελευταίος ρόλος του Τάιρον Πάουερ, καθώς ο ηθοποιός, έπειτα από την εξαιρετική ερμηνεία του στην ταινία του Γουάιλντερ, έφυγε από την ζωή τον Νοέμβριο του 1958 από καρδιακή προσβολή, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της επόμενης ταινίας του, «Ο Σολόμωντας και η Βασίλισσα του Σαβά» (Solomon and Sheba -1959). Τον αντικατέστησε ο Γιούλ Μπρίνερ.

«Νουρέγιεφ: Το Λευκό Κοράκι»

(The White Crow)

 

 

  • Είδος: Δραματική βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία, Σερβία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρέιφ Φάινς
  • Με τους: Όλεγκ Ιβένκο, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Τσουλπάν Κχαμάτοβα, Ρέιφ Φάινς
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Odeon

Η ζωή του κορυφαίου Ρώσου χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο οποίος κατά την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου κατέφυγε στη Γαλλία και εξέπληξε όλο τον κόσμο με το ταλέντο του.

Με τη μοναδική του παρουσία, ο Νουρέγιεφ έλαμψε ως το πιο διάσημο αστέρι του μπαλέτου, ένας αδάμαστος και όμορφος χορευτής που ένιωσε περιορισμένος από τη ζωή της δεκαετίας του ‘50 στο Λένινγκραντ και άνοιξε τα φτερά του για τη Δύση.

Το φλερτάρισμά του με δυτικούς καλλιτέχνες και ιδέες τον οδήγησε σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι κυνηγητού με την KGB. Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Πριν από 20 χρόνια, ο καταξιωμένος ηθοποιός, πλέον και σκηνοθέτης, Ρέιφ Φάινς («Κοριολανός», «Η Αόρατη Γυναίκα») διάβασε τη βιογραφία της Τζούλι Κάβανο για τον θρυλικό χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ. «Αν και δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του μπαλέτου και δεν ήξερα πολλά για τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ, με συνεπήρε η ιστορία των πρώιμων χρόνων του», θυμάται ο Φάινς, θεωρώντας ότι τα πρώτα χρόνια του χορευτή είναι πολύ κινηματογραφικά.

Αυτό αντιλήφθηκε και η παραγωγός Γκαμπριέλ Τάνα, η οποία είχε συνεργαστεί ξανά με τον Φάινς και αποφάσισε ότι αυτή θα είναι η επόμενη συνεργασία τους. Η Τάνα είχε μεταξύ άλλων και προσωπικό ενδιαφέρον για την ταινία. Ήταν μπαλαρίνα μέχρι τα 17 της και όταν ήταν μικρή είχε δει τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ σε μια παράσταση να χορεύει με τη διάσημη μπαλαρίνα Μαργκότ Φοντέιν. Είχε μάλιστα συναντήσει τον Νουρέγιεφ κάποιες φορές, μιας και η μητέρα της γνώριζε μια φίλη του χορευτή. «Η ζωή του ήταν συναρπαστική», δηλώνει ενθουσιασμένη η Τάνα. «’Ηταν συναρπαστικός ως άνθρωπος και εξαιρετικός καλλιτέχνης. Πήγε το μπαλέτο σε άλλο επίπεδο. Ήταν ένας σούπερ σταρ».

Η Τάνα και ο Φάινς εμπιστεύτηκαν τον θεατρικό συγγραφέα και υποψήφιο για Όσκαρ σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέαρ («Οι Ώρες», «Σφραγισμένα Χείλη») για να τους κάνει την ιδέα πραγματικότητα. Ο Φάινς λέει για τον Χέιρ: «Γράφει προκλητικούς χαρακτήρες. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο Ντέιβιντ γράφει πράγματα με δυνατό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Κατανοεί το πολιτικό κλίμα της ιστορίας μας».

Η ιστορία αποτελείται από τρία μέρη: Παρίσι 1961, Λένινγκραντ ’55-’61 και τέλη του ‘40, κατά τα παιδικά χρόνια του Νουρέγιεφ. Το καλό με αυτό τον τρόπο αφήγησης είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να δεις. Ο θεατής περιμένει να δει ποια κατεύθυνση θα πάρει η ταινία.

Η πρώτη πρόκληση του σκηνοθέτη ήταν να βρει τον Νουρέγιεφ του. «Καταλήξαμε σε πέντε υποψηφίους και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αυτός ο Ουκρανός χορευτής, ο Όλεγκ Ιβένκο», εξηγεί ο Φάινς. «Διέκρινα ένα σπάνιο υποκριτικό ταλέντο, ενώ είναι και ένας δυνατός χορευτής που σωματικά μοιάζει στον Νουρέγιεφ. Στις πρόβες τα έπιανε όλα πολύ γρήγορα, ενώ είχε και κάτι ο τρόπος που στεκόταν μπροστά την κάμερα».

Στην ταινία συναντάμε και το «τρομερό παιδί» του σύγχρονου μπαλέτου Σερκέι Πολούνιν (Ο Χορευτής) στον ρόλο του Γιούρι Σολόβιεφ, συγκάτοικου του Νουρέγιεφ στο Παρίσι.

«Ζουν ανάμεσά μας: Τρολς, μεταλλαγμένοι, εξωγήινοι και κομπιναδόρισσες», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μόλις βάλεις τα πόδια σου στο έδαφος της ασκεπούς κινηματογραφικής αίθουσας σε πιάνουν τα νοσταλγικά σου, όπως όταν ετοιμάζεσαι να ρίξεις το κέρμα σε πολύχρωμο, φωτισμένο juke box με 45άρια και την επιλογή στην τύχη. Απλά να ακούσεις το «γέρικο» ροκαμπίλι από στέρεο μεγάφωνα, κι όταν το μικρό βινύλιο αρχίσει τα «σκρατς» από την χρήση, τότε είναι που το μυαλό στήνει στο τσακ μπαμ τα γεφύρια του με το παρελθόν για να δεθεί με το ευάερο της ψυχής.

Το ίδιο συναίσθημα νοιώθεις  με το πρώτο σούρσιμο των ποδιών στο στρωμένο χαλίκι του θερινού σινεμά πριν καθίσεις στην καρέκλα. Μοιάζει να προσκαλείς την Μνημοσύνη στην τρανή συνέλευση των στιγμών μιας διαχρονικής αξίας, που σε μεταμορφώνει κυριολεκτικώς. Πρώτα ο ήχος μετά οι ευωδιές, έπειτα η συνολική εικόνα και τέλος η ατμόσφαιρα. Έτσι λειτουργεί το εσωτερικό κύκλωμα και οι αναμνήσεις ξεπηδούν σαν βεγγαλικά στον έναστρο ουρανό της ζωής. Σε περίπτωση δε, που η ταινία ανήκει σε χρονικές περιόδους παραγωγής περασμένων δεκαετιών, λίγο το ασπρόμαυρο στο πανί ή το ήρεμο ολίγον ξεθωριασμένο έγχρωμο σαν σχολική φωτογραφία Κόντακ, το πανηγύρι των αισθήσεων και των συναισθημάτων δε έχει τελειωμό.

Πήγατε θερινό σινεμά αυτές τις ημέρες; Αισθανθήκατε τον χωροχρονικό δίαυλο μέσα σας να φωτίζεται ξανά με τους φανούς άλλων εποχών και να πιάνει επαφή με τον προσωπικό σας ουρανό και τους δικού σας, αδιάρρηκτους, μυστικούς μύθους; Είναι πάντως σφραγίδα άρρηκτη και συνάμα γλυκός, μεταλλικός ήχος, κάτι σαν κουδούνισμα, όλο αυτό που συμβαίνει όταν βρίσκεσαι μέσα στον ανοιχτό χώρο της καλοκαιρινής αίθουσας. Ακόμα κι όταν προβάλλεται στο άσπρο πανί η μεγαλειώδης χαζομάρα, ζημιωμένος δεν βγαίνεις στο τέλος. Μπορεί στα επόμενα πέντε λεπτά από το φινάλε της ταινίας να μην θυμάσαι τίποτα απ΄ ό,τι παρακολούθησες, η αίσθηση, όμως της δίωρης παραμονής σε αυτές τις εξαίσιες οάσεις με την συντροφιά σου ή και μόνος είναι απαράμιλλη και αναντικατάστατη.

Τις προάλλες πήγαμε σε θερινό σινεμά της Αθήνας μας και ενώ η ταινία ήταν πραγματικά αξιόλογη, εξομολογούμαι αβίαστα, ότι παράλληλα το βλέμμα και την προσοχή μου τα διεκδικούσε ανοιχτά η επιβλητική, φωτισμένη θωριά του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως, που στεκόταν αγέρωχα μια ανάσα απόσταση από τον κινηματογράφο, πάνω από την κεφαλή μας. Οπότε σκέφτεσαι, πως εάν τυχόν δεν γνωρίζεις το τι θα δεις και η κινηματογραφική επιλογή είναι στα κουτουρού, με το καρπούζι να καταλήγει μάπα στο τέλος όπως λένε, όλο κάτι το διαφορετικό θα μαγνητίσει το βλέμμα και την προσοχή σου.

Σε μικρό διάλογο με τον ελαφρύ και σωστά δροσερό, φρουτένιο οίνο, το αράπικο φιστίκι στο τραπεζάκι – όλοι πια οι θερινοί έχουν τραπέζια -, τις μεθυστικές μυρωδιές των γύρω λουλουδιών, να συναγωνίζονται εγωιστικά η μία ην άλλη και την ανοιχτωσιά του χώρου κερδίζεις ένα όμορφο, εποικοδομητικό βράδυ καθημερινής εξόδου. Άντε, να ρίχνεις πού και πού τις ματιές σου στην γαλλική, την ισπανική και την ιταλική σύγχρονη, βαρετή ταινία.   

Το επόμενο πρωί σίγουρα θα αφηγηθείς την έξοδο σου με τον σύντομο τίτλο «σινεμαδάκι» και όταν ερωτηθείς για το πόσο καλή ήταν ταινία, σίγουρα, θα απαντήσεις «τρωγόταν!» ακόμα κι αν δεν βλεπόταν, ακόμα κι αν δεν θυμάσαι τίποτα από αυτήν. Ήταν ο ήχος από το χαλικάκι, ήταν η ατμόσφαιρα, ήταν η βραδιά με την μουσική, τις εικόνες, τα σχόλια, το άπνοο της θερινής νύχτας, ήταν η διαδρομή της ψυχής στην ξεκούραση και οι μύριες καλαίσθητες αισθήσεις που σαν αποφασισμένοι αρσιβαρίστες, να φορέσουν το χρυσό μετάλλιο, σήκωσαν νικηφόρα όλο το φορτίο της ημέρας για να απαντήσεις μελένια, πως πέρασες ευχάριστα.

«Η Παράσταση Αρχίζει…» και, πανάθεμά την, είναι μια ολόκληρη ιστορία η ταινία της ζωής μας.                       

«Σύνορα»

(Gräns / Border)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα φαντασίας
  • Παραγωγή: Σουηδία, Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλί Αμπάσι
  • Με τους: Εύα Μέλαντερ, Ίρο Μιλόνοφ, Τζόργκεν Θόρσον, Στεν Λούγκρεν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών

Η τερατόμορφη,  40χρονη Τίνα (Εύα Μέλαντερ – καταπληκτική!) εργάζεται στο τελωνείο του σουηδικού λιμένα, ελέγχοντας τους επιβάτες των πλοίων. Η εκ γενετής, βιολογική «ανωμαλία» της στα χρωμοσώματα δίνει την δυνατότητα στην γυναίκα να οσμίζεται, κυριολεκτικώς, από μακριά, όπως τα ζώα, την ανθρώπινη ντροπή, την ενοχή και την οργή, με αποτέλεσμα, δίχως να ψάξει τις αποσκευές των διερχομένων επιβατών, γνωρίζει για τον κάθε έναν ξεχωριστά εάν έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα, όπως την μεταφορά λαθραίου αλκοόλ στις αποσκευές τους, που απαγορεύεται ρητώς και δια ροπάλου στην Σουηδία ή εάν πρόκειται να τελέσει κάποια εγκληματική πράξη. Η δε όσφρησή της είναι πάντα εύστοχη και αλάθητη.

 Η Τίνα συζεί στο σπίτι της με τον αραχτό, κατά τα άλλα ήσυχο ανθρωπάκο, τον Ρόλαντ (Τζόργκεν Θόρσον – καλός), που συστήνεται ως εκπαιδευτής σκύλων, συνεχώς ηττημένος στα καλλιστεία  των τετράποδων, που δεν την ενοχλεί και με ανύπαρκτη την μεταξύ τους ερωτική δραστηριότητα είναι μια συντροφιά κοντά της. Ο ηλικιωμένος χήρος, φερόμενος ως πατέρας της (Στεν Λούγκρεν – εξαιρετικός) βρίσκεται στην φροντίδα ενός οίκου ευγηρίας να πάσχει από ελαφριά μορφή γεροντικής άνοιας και η Τίνα, που τον αγαπάει τον επισκέπτεται αρκετά συχνά.

Το ετερόκλιτο ζευγάρι, Τίνα και Ρόλαντ, διαμένει σε σπίτι στο δάσος δίπλα στην λίμνη, όπου η απόλυτη επαφή της γυναίκας με την φύση, την γη (περπατάει συνεχώς ξυπόλυτη), το νερό και τα άγρια ζώα, αναζωογονεί τον ψυχισμό της. Κατά την διάρκεια της εργασίας της οσμίζεται έναν κοστουμάτο, «καθώς πρέπει» επιβάτη και στον έλεγχο που του γίνεται η Τίνα ανακαλύπτει πως ο εν λόγω κυριλέ τύπος μεταφέρει υλικό παιδικής πορνογραφίας. Ο ένοχος, έπειτα από τις ανακρίσεις, αποκαλύπτει την συμμετοχή του σε αισχρό κύκλωμα παιδόφιλων της χώρας. Η αστυνομία ζητάει την βοήθεια της Τίνας, που μπορεί και «μυρίζει» τους ενόχους και μαζί με τους ντεντέκτιβ θα ανακαλύψει την νοσηρή πηγή της σεξουαλικής κακοποίησης βρεφών.

Η ρουτίνα, αλλά και η ζωή της γυναίκας θα αλλάξουν συθέμελα όταν από το πόστο του ελέγχου της θα περάσει ένας όμοιος της, ένα «αρσενικό» δίχως μυρωδιά, ο επίσης τερατόμορφος Βορ (Ίρο Μιλόνοφ – πολύ καλός). Οι δυο τους θα κάνουν παρέα, θα του νοικιάζει το σπιτάκι δίπλα στο δικό της, θα ερωτευτούν και ο σκληροτράχηλος Βορ θα αρχίσει να αποκαλύπτει στην ευαίσθητη και φιλήσυχη Τίνα ποια ακριβώς είναι, από πού προέρχεται, το πως να συμπεριφέρεται στους κακούς ανθρώπους και ποιος τελικά είναι ο σκοπός της. Η Τίνα θα πρέπει να αποφασίσει να αποδεχθεί την φύση της ή να συνεχίσει να ζει όπως έχει μάθει ανάμεσα στους ανθρώπους.        

Ατόφιο διαμαντάκι του φανταστικού σινεμά, ένα απίθανο, τρομακτικό παραμύθι που αναπνέει και τρέφεται, εξ΄ ολοκλήρου, στο ρεαλιστικό, ανθρώπινο σύμπαν. Ταινία γεμάτη ζωή, ρυθμό, ένταση, αγωνία και έκδηλο συναίσθημα, ικανό να σου σφίξει το στομάχι κόμπο. Ένας υπέροχος μετασχηματισμός πανάρχαιων δοξασιών με επικίνδυνα τέρατα και ανατριχιαστικά πλάσματα της «φαντασίας», που όταν τα διαβάζουμε ή όταν τα ακούμε εν είδει αφήγησης μας δημιουργούν ρίγη. Υπάρχουν στην εποχή μας, ζουν ανάμεσά μας, φέρονται και ντύνονται ανθρώπινα για να καταφέρουν να επιβιώσουν, αλλά δεν ξεχνούν τι είναι, από που προέρχονται και τι πρέπει να κάνουν.

Ο 42χρονος, Ιρανός σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του (Shelley -2016), δεν απομακρύνεται διόλου από το προσωπικό του ύφος και συνεχίζει όπως και στην πρώτη του ταινία να διευθετεί με ευφυΐα και μαστοριά την ευαίσθητη συνορογραμμή που πραγματεύεται ανάμεσα στον άνθρωπο και στο «τέρας». Πεδίο δράσης τρανό χρησιμοποιεί τον μυθικό τρόμο και την ανθρώπινη φρίκη, δίχως να υποπίπτει στα ολισθήματα του κλισέ, της χαοτικής δομής ή του παρωχημένου.

Δεν είναι αποκρουστικό το θέμα, αντιθέτως διακρίνεται από πρωτόγονο ερωτισμό, δεν στοχεύει στο λατρευτικό τέμενος του αίματος, διασχίζει διακριτικά το παράδοξο με πλούσιο συναίσθημα και γοητεύει με την ιδιαίτερη σχοινοβασία του στο πεδίο των επιλογών της σκοτεινής και της φωτεινής όχθης, αλλά και την συνύπαρξη των μυθικών πλασμάτων με τους ανθρώπους, γιατί εκτός από τις καλές νεράιδες, τους μονόκερους, τα καλοπροαίρετα ξωτικά και τους νάνους υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού, που ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τα ανθρώπινα, φοβισμένα ώτα και τις «πειραγμένες» αισθήσεις.  

Καταπληκτικός μάστορας, σπουδαίος στυλίστας της εικόνας ο Αμπάσι, έχοντας στα χέρια του το διήγημα του άκρως εμπνευσμένου, Σουηδού συγγραφέα του μεταφυσικού τρόμου Τζον Αβίντε Λίντγκβιστ (το καταπληκτικό βιβλίο του «Άσε το Κακό να Μπει» – γυρίστηκε σε ταινία το 2008 σε σκηνοθεσία του Τόμας Άλφρεντσον), καταφέρνει να ισορροπήσει με ρεαλισμό την σεναριακή αφήγηση ακριβώς στο γράδο της αποδοχής της ιστορίας από τους θεατές, δίχως η πλοκή να χάσει χιλιοστό ενδιαφέροντος, από ρυθμό, αγωνία και τακτοποιημένη φαντασία, αλλά και να μην εμβαπτισθεί το θέμα του συγγραφέα Λίντγκβιστ στην κολυμπήθρα του παρατραβηγμένου.

Η δουλειά στο μακιγιάζ του Γκόραν Λάνστρομ και της Πάμελα Γκόλνταμερ, αλλά και στις αλλαγές σε πρόσωπο, μαλλιά και σώμα, τόσο πάνω στην υπέροχη, 44χρονη, Σουηδή ηθοποιό Εύα Μέλαντερ (υποδύεται την τερατόμορφη Τίνα) – η οποία παρεμπιπτόντως είναι μια χαρά γυναίκα -, όσο και στον πληθωρικό, Φιλανδό ηθοποιό Ίρο Μιλόνοφ («Η Πιο Ευτυχισμένη Μέρα στη Ζωή του Όλι Μάκι» – 2016), που υποδύεται τον, επίσης, τερατόμορφο Βορ και άλλα διάφορα κόλπα, χάρισαν στα «Σύνορα» του Αλί Αμπάσι μια υποψηφιότητα στα  Όσκαρ 2019 στην Κατηγορία του Μακιγιάζ –Κομμώσεις. Η ταινία δεν πέρασε απαρατήρητη στο φεστιβάλ των Κανών, αποσπώντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην κατηγορία «Ένα Κάποιο Βλέμμα».

Στην ταινία του Αλί Αμπάσι διαισθάνθηκα μια βαθιά ζεστασιά τόσο στο φανταστικό, όσο και στο ρεαλιστικό πεδίο που κινείται η πλοκή. Άλλωστε τα πιο όμορφα και συναρπαστικά παραμύθια είναι πάντα τρομακτικά και διαβάζονται, ακούγονται ή βλέπονται, όπως στην περίπτωσή μας, είτε με βροχή και καταιγίδες, είτε κάτω από τον ήρεμο, έναστρο, καλοκαιρινό ουρανό.        

«X-Men: Ο Μαύρος Φοίνικας»

(X-Men: Dark Phoenix)

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση, επιστημονικής φαντασίας (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σάιμον Κίνμπεργκ
  • Με τους: Σόφι Τέρνερ, Τζένιφερ Λόρενς, Τζέσικα Τσαστέιν, Μάικλ Φασμπέντερ, Τζέιμς ΜακΑβόι.
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής Χ-Τσάρλς Εξέβιερ (Τζέιμς ΜακΑβόι), δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της «Αποκάλυψης», απολαμβάνει την εύνοια και την προστασία του προέδρου των Η.Π.Α. ενώ οι μεταλλαγμένοι μαθητές του σπουδάζουν άφοβα στον hi-tech, χλιδάτο, πύργο-σπουδαστήριο με την βασική ομάδα των ηρώων να έχουν προαχθεί σε εθνικοί ήρωες. Από την άλλη, ο Έρικ-Μαγκνίτο (Μάικλ Φασμπέντερ) έχει χωρίσει τα τσανάκια του με τον Εξέβιερ και αποτραβηγμένος από όλο αυτό το φανφαρόνικο πλαίσιο βρίσκεται εγκατεστημένος με την δική του ομάδα μεταλλαγμένων σε λιτό, οικολογικό καταυλισμό να διάγουν ασκητικό βίο μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Μια σημαντική αποστολή των X-Men στο διάστημα, δοσμένη απευθείας από τον πρόεδρο της Αμερικής στον καθηγητή, που αφορά την διάσωση του πληρώματος του διαστημικού λεωφορείου Εντέβορ, η προικισμένη με τρομακτικές δυνάμεις Τζιν (Σόφι Τέρνερ – η Σάνσα του «Game of Thrones»), πέφτει θύμα μιας απειλητικής, ηλιακής έκρηξης με αποτέλεσμα οι δυνατότητες της να ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο, φθάνοντας στο επίπεδο της Ολύμπιας θεάς. Οι συνέπειες είναι τραγικές καθώς οι νέες δυνάμεις στο σώμα της διχάζουν την προσωπικότητα της, αναδύοντας το κρυφό παρελθόν της απ΄ όταν ήταν μικρό κορίτσι και ο καθηγητής Εξέβιερ την ανέλαβε για την προστατεύσει από τον εαυτό της, αλλά και τους ανθρώπους από την Τζιν.

Παράλληλα με το υπαρξιακό ζήτημα της «θεάς», μια έκπτωτη, εξωγήινη φυλή δίχως πατρίδα, που αναζητά την πρωτογενή δύναμη της Τζιν, ώστε να ξαναφτιαχτεί ο πολιτισμός τους, βάζουν στο μάτι τον πλανήτη Γη ως χώρο για να φτιάξουν την νέα πατρίδα τους, φυσικά δίχως τους γήινους, αλλά και να κλέψουν την αήττητη υπερδύναμη της «θεάς» Τζιν. Ο αρχηγός των εξωγήινων, το άφυλο ον Βουκ, κατεβαίνει με την ομάδα του στον πλανήτη και για να αφομοιωθεί με τον πληθυσμό παίρνει το σώμα μιας τυχαίας γυναίκας (Τζέσικα Τσαστέιν).

Οι  X-Men έχουν να αντιμετωπίσουν δυο σοβαρές απειλές: Την σχιζοφρένεια της Τζιν που διαλύει και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμα της προσπαθώντας να ανακαλύψει το ποια τελικά είναι, αλλά και να ανατρέψουν τα καταστροφικά σχέδια των εξωγήινων.      

Η τελευταία ταινία των X-Men (main και prequel stories) που αποχώρησε από την μπαγκέτα της Marvel-Fox και ότι είδαμε είδαμε, καθώς το studio εξαγοράστηκε πέρυσι από τον κολοσσό Ντίσνεϊ. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι όταν ολοκληρώθηκε η ταινία και ήδη είχε περάσει η εταιρεία στα χέρια της Ντίσνεϊ, το φινάλε ξαναγυρίστηκε, διορθώθηκαν κάποιες σεκάνς με άνωθεν εντολή του καινούργιου ιδιοκτήτη για να μην μοιάζει η ταινία με άλλη παραγωγή της Marvel-Disney, που ετοιμαζόταν να βγεί και μάλλον είναι αυτή της Captain Marvel.

Εκεί, λοιπόν, σε αυτά τα σβήσε γράψε δημιουργήθηκε και ο αχταρμάς της υπόθεσης, για να χάσει η ταινία από ειρμό, ενδιαφέρον και συναίσθημα στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της prequel ιστορίας των X-Men, που ξεκίνησε το 2011 με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Ένα άκεφο φινάλε των μαρβελικών μεταλλαγμένων, που μας κράτησε καλή κινηματογραφική συντροφιά κοντά είκοσι χρόνια.

Κανονικά το «X-Men: Ο Μαύρος Φοίνικας» είναι ένα αυτόνομο comic book στο οποίο βασίζεται και το ομώνυμο επικό, κινηματογραφικό franchise ως επιστέγασμα, γραμμένο από τον θρύλο του χώρου Κρις Κλερμόντ, ενώ η εικονογράφηση του ανήκει στον Τζον Μπερν με πρώτη έκδοση το 1980. Ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Σάιμον Κίνμπεργκ («X-Men», «Λόγκαν», «Η Διάσωση»), που το έχει άνθρωπος να φιλμάρει δράση φαντασίας, χάνει τον μπούσουλα, προφανώς από τις διάφορες παρεμβάσεις και εν μέσω αρμαγεδδονικής καταστροφής βουτάει αδέξια το δημιούργημα του στο σύμπαν του δακρύβρεχτου μελό με τους υπέροχους ΜακΑβόι και Φασμπέντερ σε ρόλους Νίκου Ξανθόπουλου και Γιώργου Φούντα, αντιστοίχως (καταπληκτικοί οι Έλληνες ηθοποιοί στο κινηματογραφικό είδος που υπηρέτησαν επάξια).

Η Τζέσικα Τσαστέιν ως η μοχθηρή φιγούρα της ταινίας, την οποία εκτιμώ αφάνταστα, κατά πολύ αδυνατισμένη περιφέρεται με την συμμορία της σαν τον Φιλ Ντέφερ με πλατινέ μαλλί, μοιράζοντας θάνατο.

Η 23χρονη Σόφι Τέρνερ, μια χαρά κορίτσαρος, στον πρώτο της μεγάλο κινηματογραφικό ρόλο μετά την επιτυχία του «Game of Thrones», ρίχνουν όλη την ταινία επάνω της και πιστέψτε με, αδυνατεί να σύρει το απαιτητικό άρμα. Είναι άοσμη, άγευστη ως Τζιν (που είσαι μοναδική και δυναμική Φάμκε Γιάνσεν να δεις πως ήσουν νέα και να τρομάξεις), σχεδόν κομπλαρισμένη και ουδεμία κριτική πινελιά (θετική ή αρνητική) δεν πιάνει τόπο επάνω της, μηδέ σπουδαίο μέλλον διαβλέπω για την ηθοποιό Τέρνερ, τουλάχιστον για το συγκεκριμένο είδος των ταινιών. Η μουσική του Χανς Ζίμερ σκίζει.

Farewell X-Men… τουλάχιστον όπως σας ξέραμε!         

«Η Κομπίνα»

(The Hustle)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Κρις Άντισον
  • Με τους: Αν Χάθαγουεϊ, Ρέμπελ Γουίλσον, Άλεξ Σαρπ
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Τζόσεφιν Τσέστερφιλντ (Αν Χάθαγουεϊ) είναι η μοιραία γυναίκα με τη χλιδάτη ζωή και το κομοπολίτικο lifestyle, η οποία λειτουργεί σαν κομψό αρπακτικό, ξαφρίζοντας διαμάντια και περιουσίες ευκατάστατων αντρών στην λουσάτη γαλλική Ριβιέρα, οι οποίοι πέφτουν στη γοητεία της μέσα από τις ευρηματικές της κομπίνες.

Στο δρόμο της θα βρεθεί η Πένι Ραστ (Ρέμπελ Γουίλσον), η οποία ειδικεύεται σε αυτοσχέδιες μικροκομπίνες, χωρίς στρατηγική και ιδιαίτερες φιλοδοξίες. – αρκεί η αρπαχτή να φτάνει για να τα βγάζει πέρα. Η Πένι αποφασίζει να «ανοίξει τις προοπτικές της και να ταξιδέψει στην Γαλλία με στόχο τα πορτοφόλια των ευκατάστατων Ευρωπαίων.

Η άξεστη και αχαλίνωτη συμπεριφορά της θα σταθεί εμπόδιο στα σχέδια ακριβείας της Τζόσεφιν, οπότε, αντί να απαλλαγεί από το «παράσιτο» αναλαμβάνει να την εκπαιδεύσει, μεταμορφώνοντας την χύμα και ευτραφή μικρο-απατεώνισσα  σε κυριλέ συνεργό, για να δημιουργήσουν ένα αταίριαστο ντουέτο, που σκοπεύει στο πουγκί ενός δισεκατομμυριούχου του επιχειρηματικού χώρου της τεχνολογίας.

Remake του εκπληκτικού «Απατεώνες και Τζέντλεμεν» (Dirty Rotten Scoundrels  – 1988) με τον Μάικλ Κέιν και τον Στιβ Μάρτιν, το οποίο ήταν remake των υπέροχων «Ιστοριών του Κρεβατιού» (Bedtime Story – 1964) με τον Μάρλον Μπράντο και τον Ντέιβιντ Νίβεν. Και οι δυο αξέχαστες ταινίες βασίστηκαν σε μια ιδέα του Στάνλεϊ Σαπίρο και του Πολ Χένινγκ, γράφοντας εποχή η κάθε μια για ξεχωριστούς λόγους.

Η εν λόγω «Κομπίνα» του 2019, δεν έχει άνδρες ήρωες-απατεώνες που ξελογιάζουν πλούσιες, ηλικιωμένες κυρίες, αλλά εφάπτεται στο γυναικείο ταπεραμέντο της λεπτεπίλεπτης Αν Χάθαγουεϊ να ενδύεται όλο χάρη και στιλ σούπερ ντούπερ ρούχα και αξεσουάρ και σε αυτόν του αμπλαούμπλα και ψιλοκαφριλέ χαρακτήρα της Ρέμπελ Γουίλσον που προσπαθεί να βγάλει γέλιο.

Η Αμερικάνα Χάθαγουεϊ στην ταινία, εμφανώς βασανίζεται με την αγγλική προφορά, ενώ επιδίδεται βουλιμικά στο σπορ της πασαρέλας.

Η Αυστραλή Γουίλσον, συμπαθέστατη κατά άλλα στον χώρο της κωμωδίας, απλά μιμείται τον Στιβ Μάρτιν στο θηλυκό του, χωρίς όμως το αέρινο και αεικίνητο στοιχείο του σπουδαίου, κωμικού ηθοποιού.  

Ο 49χρονος, Ουαλός ηθοποιός Κρις Άντισον ντεμπουτάρει σκηνοθετικά στην μεγάλη οθόνη με ένα φιλμ ορόσημο στον χώρο της αμερικάνικης κωμωδίας καταστάσεων (τεράστια τόλμη το εγχείρημα), διακοσμημένο ερμηνευτικά και στις δυο παλαιότερες εκδοχές του από αιθέριες μορφές του παγκόσμιου σινεμά.

Το αποτέλεσμα που γευτήκαμε είναι ένα άνευρο φιλμ, χωρίς έμπνευση που από τα χείλη μου δεν γλίστρησε ούτε μισό δράμι μειδιάματος. Πολύ κρίμα, όταν όμορφες ταινίες στραπατσάρονται με αυτόν τρόπο στο τέμενος της κονόμας.

«Ένα Αγγελικό Πρόσωπο»

(Gueule D Ange / Angel Face)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Βανέσα Φιλό
  • Με τους: Μαριόν Κοτιγιάρ, Αιλίν Ακσού – Ετέξ, Αλμπάν Λενουάρ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Η Μαρλέν (Μαριόν Κοτιγιάρ) είναι  η μητέρα, που ζει και μεγαλώνει μόνη την οκτάχρονη κόρη της Έλι (Αιλίν Ακσού – Ετέξ). Αποφασίζει να παντρευτεί και κατά την διάρκεια της δεξίωσης του γάμου, ο νέος σύζυγος και η μικρή της κόρη πιάνουν στα πράσα την Μαρλέν να κάνει έρωτα με έναν άγνωστο καλεσμένο στην κουζίνα του μαγαζιού.

Παρατημένη από τον κερατωμένο σύζυγο συνεχίζει να ζει με την 8χρονη Ελί, πίνοντας και ξοδεύοντας την ζωή της σε μικρό απολαύσεις και διασκέδαση. Ένα βράδυ σε ένα κλαμπ που έχει πάει να διασκεδάσει με μια ελαφρόμυαλη φίλη της παίρνει την κόρη μαζί της και διαπιστώνει ότι το κοριτσάκι πίνει αβέρτα αλκοόλ. Της βάζει για λίγο τις φωνές και αφού την φλερτάρει ένας τύπος ρίχνει την πιτσιρίκα σε ένα ταξί με προορισμό το σπίτι και η Μαρλέν ακολουθεί νυχτιάτικα τον άγνωστο.

Η απουσία της μάνας κρατάει κάμποσες ημέρες, αδιαφορώντας για την ανήλικη κόρη της και η μικρή Έλι ολομόναχη αρχίζει έναν αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας για να ενωθεί και πάλι με την μητέρα της.

Πρώτη ταινία μεγάλου μήκους για την Γαλλίδα Βανέσα Φίλο με την ερμηνευτική υποστήριξη της οσκαροβραβευμένης Μαριόν Κοτιγιάρ, που έχουμε καιρό να δούμε καλή ταινία της.

Δυστυχώς και σε αυτή την, τραβηγμένη από τα μαλλιά, δραματική ταινία η Κοτιγιάρ σπαταλάει το ταλέντο της. Η σκηνοθέτις Φιλό από τα μουσικά βίντεο κλιπ παίρνει βάρκα και ξεχύνεται στους φουρτουνιασμένους ωκεανούς του κινηματογραφικού δράματος, δίχως να δώσει σημασία στην κατάσταση του πλεούμενου. Το βαρκάκι μπάζει από παντού νερά και η απέλπιδη προσπάθεια της απρόσεκτης, νεόκοπης σκηνοθέτιδας καταλήγει σε ναυάγιο.

Σέβομαι τον εαυτό μου και τους αναγνώστες, οπότε αδυνατώ να γράψω ξανά τους μύριους λόγους που ακόμα μια γαλλική ταινία του είδους, θερινής κατανάλωσης, είναι εντελώς αδιάφορη, κενή ενδιαφέροντος.

Ό,τι διαδραματίζεται στο σενάριο με την μικρή Αιλίν Ακσού – Ετέξ – το κοριτσάκι μια χαρά βγάζει την δουλειά – δεν συμβαίνει ούτε στις ακραίες κοινωνίες των βαρβάρων.

Αδιάφορη μάνα, αδιάφορο το σχολείο, αδιάφορη η γειτονιά, αδιάφορο όλο το σύγχρονο, δομημένο κοινωνικό σύμπαν απέναντι σε μια 8χρονη που ζει ολομόναχη, μπεκροπίνει και τριγυρίζει στους δρόμους σαν φτωχοδιάβολος;

Το ζητούμενο της Φιλό και των υπολοίπων σεναριογράφων είναι η οδύσσεια της μικρής να ξανασυναντηθεί με την βλαμμένη μάνα της, αγνοώντας αυτοκρατορικά τα όποια αντανακλαστικά του αστικού περιβάλλοντος στην εικόνα ενός μοναχικού μικρού κοριτσιού.

Κορυφαία στιγμή, είναι όταν η μικρή βρίσκει έναν πρώην αθλητή των καταδύσεων, «κρεμιέται» επάνω του, κοιμάται στο τροχόσπιτο του, κι αυτός δεν παραδίδει την μικρή στην αστυνομία για να μεριμνήσει η πολιτεία. Και άλλα πολλά γεγονότα στραγγαλισμένα από την γαλλική, κινηματογραφική οπτική του ναρκισσισμού και της ρεαλιστικής διαστροφής, που μόνο οι Φράγκοι καταφέρνουν να τα μετασχηματίζουν σε ταινίες. Δραματικό το δράμα της Φιλό και η Μαριόν Κοτιγιάρ σφουγγαρίζει τις σκάλες.    

«Ποιος Σκότωσε τη Λαίδη Γουίνσλεϊ;»

(Who Killed Lady Winsley?)

 

  • Είδος: Αστυνομική περιπέτεια, κοινωνική
  • Παραγωγή: Γαλλία, Τουρκία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Χινέρ Σαλίμ
  • Με τους: Μεχμέτ Κουρτουλούς, Εργκούν Κουγιουτσού, Εζγκί Μολά, Τουργκάι Αϊντίν, Αρίν Κουσακσιζόγλου, Μεσούτ Ακούστα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Λαίδη Γουίνσλεϊ, μία Αμερικανίδα συγγραφέας, δολοφονείται σε ένα από τα Πριγκηπόνησα. Ο διάσημος επιθεωρητής Φεργκάν, απόμακρος αλλά και μεθοδικός στην δουλειά του, καταφθάνει από την Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει την έρευνα.

Γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με καλά κρυμμένα μυστικά σε αυτό το πανέμορφο νησί, όπου τα ταμπού αφθονούν, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν δυνατοί και οι παραδόσεις είναι ισχυρότερες απ’ οτιδήποτε άλλο.

Μετά το «γουέστερν» «My Sweet Pepper Land», o Χινέρ Σαλίμ θέλησε να κάνει το εντελώς αντίθετο, όταν ήρθε η ώρα να επιλέξει το νέο του πρότζεκτ. Αν και ο σκηνοθέτης αγαπάει τις νουάρ αμερικανικές ταινίες από τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, δεν ήθελε να περιοριστεί στους κώδικες του είδους για την νέα του ταινία. Όπως λέει και ο ίδιος, «το σημείο εκκίνησης ήταν μια σταγόνα αίμα, αυτή που βρίσκεται στο μάτι της Λαίδης Γουίνσλεϊ και η οποία υποθέτουμε ότι ανήκει στον δολοφόνο της. Η Βερονίκ Βούτριχ, που έγραψε μαζί μου το σενάριο, αγαπάει τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι και χάρη σε εκείνη πραγματοποιήθηκε, ενδεχομένως υποσυνείδητα, μία ολίσθηση προς μία “ρετρό” ατμόσφαιρα που αγάπησα αμέσως. Οι ταινίες μυστηρίου είναι ένα είδος, το οποίο έχει οικειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια, οπότε χρειάστηκε να χαράξουμε την δική μας διαδρομή, με βάση την φαντασία μας, για να βρούμε τον σωστό τόνο για την ιστορία.»

Ο Χινέρ Σαλίμ επεδίωξε να πλησιάσει μετωπικά το ερώτημα της μοιχείας σε μια συντηρητική κοινωνία. Στην κοινωνία αυτή, η άπιστη γυναίκα συστηματικά θεωρείται ένοχη, την στιγμή που δεν συμβαίνει το ίδιο με τον άνδρα, όπως λέει ο σκηνοθέτης.

«Η απιστία μπορεί ακόμη και να ενισχύσει την αρρενωπότητά του άνδρα, ενώ η γυναίκα καταδικάζεται από όλους. Αυτή είναι μία από τις συνέπειες ενός πατριαρχικού συστήματος, που το συζητάμε λίγο ή και καθόλου. Παρόλ’ αυτά, δεν ήθελα να αναλωθώ στην κοινωνιολογική ανάλυση.  Έτσι λοιπόν, η οπτική γωνία της ταινίας μυστηρίου και της κωμωδίας ταίριαζαν απόλυτα με την αρχική μου πρόθεση. Υπάρχει κάτι το παράλογο σ’ αυτήν την απιστία που γενικεύεται για όλες τις γυναίκες του νησιού, αλλά η αντίδραση των συζύγων τους σηματοδοτεί την διάθεση ολόκληρης της κοινωνίας.»

«Αντίο Φίλε»

(Adieu l' Ami / Farewell Friend)

 

  • Είδος: Περιπέτεια (Σε επανέκδοση με νέες κόπιες)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία (1968)
  • Σκηνοθεσία : Ζαν Ερμάν
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Τσαρλς Μπρόνσον, Ολγά Ζορζ Πικό, Μπριζίτ Φοσέ, Μπερνάρ Φρεσόν
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Κινηματογράφοι και Ώρες Προβολών: (Ριβιέρα, Αθήνα: 08:45 & 11:00) –  (Όασις, Παγκράτι: 08:50 & 11:00) –  (Θησείο, Θησείο: 08:50 & 11:00) – (Αίγλη, Χαλάνδρι: 08:50 & 11:00) – (Ναταλί, Θεσ/νίκη: 08:50 & 11:00)

Μετά τον πόλεμο της Αλγερίας, δύο λεγεωνάριοι φίλοι φτάνουν στη Μασαλία για ένα νέο ξεκίνημα στην ζωή τους. Ο Ντίνο Μπαράν (Αλέν Ντελόν), γιατρός της Λεγεώνας των Ξένων, θα πεισθεί να βοηθήσει μια μυστηριώδη γυναίκα, την Ιζαμπέλ Μορό (Όλγκά Ζορζ Πικό), για να τοποθετήσει κάποια κλεμμένα ομόλογα μέσα στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας όπου εργάζεται. Θα προσληφθεί στην εταιρεία ως γιατρός, με βοηθό μία νεαρή που την αποκαλούν «Βατερλό» (Μπριζίτ Φοσέ).

Τα Χριστούγεννα επιδιώκει να διαρρήξει το χρηματοκιβώτιο, αλλά βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο λεγεωνάριο, αντίπαλό του Φραντς Προπ (Τσάρλς Μπρόνσον). Κλειδωμένοι στο υπόγειο ανοίγουν τελικά το χρηματοκιβώτιο, αλλά ανακαλύπτουν ότι τους έχουν εξαπατήσει και τους έχουν στήσει ενέδρα.

Ο Γάλλος Αλέν Ντελόν, ένα χρόνο μετά από τον «Δολοφόνο με το Αγγελικό Πρόσωπο» συναντά τον Αμερικανό Τσάρλς Μπρόνσον σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του γαλλικού σινεμά, καθιερώνοντας τον Μπρόνσον στον θόλο των αστέρων και τον Ντελόν πρωταγωνιστή πρώτου μεγέθους.  

Με κέντρο του σεναριακού κύκλου την φιλία ανάμεσα σε δυο άνδρες συμπολεμιστές, ο στυλίστας σκηνοθέτης Ζαν Ερμάν στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του κατασκευάζει ένα καλοβαλμένο heist film, που μοσχοβολά αξέχαστες στιγμές γαλλικού noir. Το σενάριο είναι του ίδιου του Ερμάν και του συγγραφέα Σεμπαστιέν Ζαπρισό.

Ο Τσάρλς Μπρόνσον έπειτα από την ταινία του Ρόμπερτ Άλντριτζ «Και Οι 12 Ήταν Καθάρματα» δένει με τον κατά 14 χρόνια μικρότερο του Αλέν Ντελόν και το αποτέλεσμα γράφει εποχή.   

«Ο «Ρουκετάνθρωπος» της παγκόσμιας showbiz και ο Κύπριος Τζίμι διασώζουν τον ρυθμό του ενδιαφέροντος», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την εποχή που προβλήθηκε στους κινηματογράφους η «Ολέθρια Σχέση» (Fatal Attraction -1987) του Άντριαν Λιν με τον Μάικλ Ντάγκλας και την Γκλεν Κλόουζ, βαρύς έπεσε ο προβληματισμός στους απανταχού «ζημιάρηδες» νυμφευμένους. Το διόλου φανταστικό σενάριο της ταινίας με την εξωσυζυγική σχέση επιπόλαιου ανδρός και την γυναίκα των επικών, σεξουαλικών συναντήσεων που στο φινάλε το περιφρονημένο θήλυ μεθοδευμένα οικοδομεί περιβάλλον φρίκης στον «οικογενειάρχη», δημιούργησε ουκ ολίγους εφιάλτες στις ζωές των φανατικών του ποδόγυρου.

Εδώ που τα λέμε δεν είναι και ασήμαντο να ποδοπατείς, σχεδόν να «καις» σε πυρά αλόγιστη τα όνειρα της κάθε γυναίκας που στην μορφή του τακτοποιημένου αρσενικού (ελεύθερου ή καπαρωμένου από άλλη γυναίκα με τέκνα) οραματίζεται τις σταθερές του γυναικείου ψυχισμού γύρω από την αποκλειστικότητα, την μητρότητα, αλλά και την εύμορφη εικόνα της νύφης με όλα τα συμπαρομαρτούντα, ειδικά όταν δεν έχει ανέλθει μαρμάρινες κλίμακες ναών και δημαρχείων. Μικροαστική πεποίθηση όλα τα παραπάνω, θα σκεφτείτε εύλογα, δυστυχώς όμως ολούθε στον πλανήτη οι κοινωνίες με αυτά τα υλικά στέριωσαν και αναπτύχθηκαν πολιτισμικά: Πιστότητα, αποκλειστικότητα, σεβασμός και αξιοπρέπεια στον σύντροφο της ζωής, εφόσον υπάρχει η αγάπη και όχι τσιλημπουρδήματα και από κανάρα σε κανάρα να φτερουγίζει ο κάθε σεξιστικός χοίρος.

Το ζητούμενο της αναφοράς μας είναι το τι ακριβώς μένει στον βυθό και στην επιφάνεια της καρδιάς του κάθε απατημένου ή ταπεινωμένου θηλυκού από την συμπεριφορά του ήδη «καπαρωμένου»  αρσενικού που λαχτάρησε εξωσυζυγικές δραστηριότητες για να ξεφύγει από την οικογενειακή ρουτίνα. Διακρίνουμε θυμό, μένος, πυρακτωμένο πάθος για εκδίκηση στο επίπεδο του αφανισμού, εφόσον το «αντράκι» την έχει απορρίψει καθολικά και ως μέταλλο που έλκετε από τον δυνατό μαγνήτη επιστρέφει ξανά στην ασφάλεια της γυναικός και στην θαλπωρή του σπιτιού του. Ο Άντριαν Λιν πέτυχε κινηματογραφικά όλο το περιβάλλον, αναδύοντας τα πραγματικά, σκοτεινά συναισθήματα της γυναίκας που πετάχτηκε σαν την τρίχα από το ζυμάρι και μετασχηματίζεται σε μαινάδα, αποφασισμένη να διαγράψει από τον χάρτη των ανθρώπων τον ξεφτίλα.

Ο ρεαλιστικός τρόμος, όπως ονομάζεται κινηματογραφικά το σεναριακό ένδυμα των συγκεκριμένων ταινιών θρίλερ επικεντρωμένο στην ταπεινωμένη γυναικεία ψυχοσύνθεση σε πλήρη δράση εντός του σκοτεινού βασίλειου της ψυχασθένειας, ουδεμία συγγένεια έχει με τον μισογυνιστικό χαρακτηρισμό της «γυναίκας αράχνης», που αφανίζει τα αρσενικά με ιδιοτελή, καθ΄ όλα σκεπτόμενα κίνητρα, κυρίως αυτά του πλούτου ή απλά και αμαζονικά την απαξία του ανδρικού φύλου.

Για να κλείσουμε σε παρεμφερές μοτίβο, αυτό της ενήλικης, θηλυκής ψυχασθένειας που βασανίζει εκδικητικά και μέχρι θανάτου τους άνδρες – πετυχημένο είδος στο μεγάλο πανί της 7ης Τέχνης – βλέπουμε την ταινία του 1990 «Misery» σε σκηνοθεσία Ρομπ Ράινερ με τον Τζέιμς Κάαν και την Κάθι Μπέιτς που της χάρισε και το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, βασισμένο στο βιβλίο του μετρ του τρόμου Στιβεν Κινγκ.

Βέβαια, εδώ έχουμε μια κλινική περίπτωση θηλυκής ύπαρξης σε συνδυασμό με την απομόνωση και την μοναχικότητα μιας γυναίκας της αμερικανικής υπαίθρου, που απίθωσε το alter ego της στην ηρωίδα ενός μπεστελερά συγγραφέα, ο οποίος αποφάσισε να βάλει τέλος στις λογοτεχνικές περιπέτειες της διάσημης ηρωίδας του. Και ο άνθρωπος – ω την ατυχία του –  έπεσε στα χέρια της φανατικής, θεότρελης θαυμάστριας του με το πένθιμο χειρόγραφο στη σάκα του. Εικάζω, ότι έπειτα από την ταινία του Ράινερ  αρκετοί συγγραφείς έγιναν πιο προσεκτικοί με τις χάρτινες ηρωίδες τους.   

Το αργεντίνικο, θρίλερ αριστούργημα του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα «Το Μυστικό στα Μάτια της» (El Secreto De Sus Ojos – 2009), που σύστησε στο ευρύτερο ελλαδικό, κινηματογραφόφιλο κοινό τον εξαίρετο ηθοποιό Ρικάρντο Νταρίν κινήθηκε στο ίδιο επίπεδο της γυναικείας εκδίκησης, αλλά σε βάθος χρόνου και με διαφορετικά κίνητρα (άλλωστε η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, αναφέρει η σοφή, λαϊκή κρίση), κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2010, πέρασε από το αλεστήρι του remake και σήκωσε την τρίχα κάγκελο από την επιδερμίδα μας.

Άνδρες, δίχως τον χαρακτήρα της συμβουλής, προσοχή: πίσω από την όποια μορφή του θηλυκού εξωτερικού ή εσωτερικού κάλλους, εν δυνάμει κρύβεται μια θεά Ήρα που δεν χωρατεύει και συνεχώς καραδοκεί.  

«Rocketman»

 

  • Είδος: Μιούζικαλ βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέξτερ Φλέτσερ
  • Με τους: Τάρον Ετζερτον, Τζέιμι Μπελ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ,
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Γεννημένος στο μεσοαστικό και καλοβαλμένο προάστιο Πίνερ στο Μίντλεσεξ  του βορειοδυτικού Λονδίνου το 1947, ο Ρέτζιναλ Κένεθ Ντουάιτ, κατά κόσμο Έλτον Τζον, έδειξε από μικρός ξεκάθαρα την έφεση του στην μουσική. Ο στρατιωτικός, σκληροτράχηλος πατέρας του, αδιάφορος για το παιδί και την οικογένεια του, εντελώς απών στις ανάγκες του μικρού Ρέτζι, αλλά και μια μάνα (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ  – καλή) να ψάχνει το κλειδί της ευζωίας, ο μικρός είχε ως μοναδικό στήριγμα την αφοσίωση της γιαγιάς (Τζέμα Τζόουνς – καλή), που τον οδήγησε να διδαχθεί μουσική.

Κερδίζει υποτροφία στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σε ηλικία 11 ετών και τα τραγούδια του Έλβις Πρίσλεϊ, αλλά και ο εκρηκτικός ήχος του Ρολ εντ Ρολ της εποχής ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες της επιτυχίας στον Ρέτζι, που άλλαξε το όνομα του σε Έλτον Τζον (Τάρον Έγκερτον – καταπληκτικός!).

Από εκεί και έπειτα, όπως βιογραφείται στην ταινία ακολουθούμε την πορεία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που με το ύφος, το στιλ, τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του καθιερώθηκε στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

Μια χρονική πορεία 30 χρόνων, από το 1960 έως το 1990, που ο Έλτον μπήκε σε κλινική απεξάρτησης από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η ταινία εκτός των μεγάλων επιτυχιών του αναφέρεται στην ομοφυλοφιλία του τραγουδιστή, τις ντρόγκες, τις κρεπάλες, αλλά και στην ανιδιοτελή, σταθερή φιλία με τον στιχουργό του Μπέρνι Ταουπίν (Τζίμι Μπέιλ – πολύ καλός) και την πρώτη ερωτική του σχέση του με τον, επί 28 συνεχόμενα χρόνια, μάνατζερ Τζον Ρίντ (Ρίτσαρντ Μάντεν – πολύ καλός).

Να ξεκινήσω από την εκπληκτική δουλειά της υποψήφιας για Όσκαρ μακιγιέζ Λίζι Γεωργίου (Φύλακες του Γαλαξία), που παρέλαβε τον Τάρον Έγκερτον (πρωταγωνιστής των δυο ταινιών «Kingsman») και τον έφερε ίδια μούρη ως Έλτον Τζον στην νεότητά του, κάτι που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές θα το διαπιστώσουν άμεσα. Να συνεχίσω με την φαντασμαγορική εργασία του ενδυματολόγου  Τζούλιαν Ντέι, που έδωσε όλη την ατμόσφαιρα της εποχής και το ύφος του καλλιτέχνη με τα κοστούμια υπερπαραγωγή. Άλλωστε ο Έλτον Τζον είναι ο μουσικός που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» του Glitter Rock ή Glam Rock με τα εξωφρενικά σατέν, τα φτερά, τα γεμάτα πολύχρωμες πούλιες ρούχα, μαζί και τα παπούτσια πλατφόρμες (T-Rex, David Bowie, Roxy Music, Gary Glitter, Slade).

Η ιστορία της ταινίας είναι βασισμένη στο σενάριο ενός μουσικο-θεατρικού σόου που είχε ανεβάσει ο Έλτον Τζον με τον σύζυγο του και συν-παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Φέρνις στο Λας Βέγκας και αφορούσε εν είδει βιογραφίας την πορεία του τραγουδιστή. Από εκεί και έπειτα ο σκηνοθέτης Ντέξτερ Φλέτσερ, που ολοκλήρωσε το οσκαρικό «Bohemian Rhapsody» – έπειτα από την αποχώρηση του Μπράιαν Σίνγκερ λόγω σκανδάλου –  έδωσε αυτό που ήθελε ο ίδιος ο Ελτον Τζον. Γκλάμουρ, αλήθειες και πολύ μουσική εντός και εκτός πλαισίου, δηλαδή, μια μιούζικαλ άποψη στυλ «All That Jazz», όπου ο ρεαλισμός ανταμώνει αισθητικά με το φαντασιακό.

Στην αρχή, αλήθεια είναι, ότι ένοιωσα άβολα με την προσθήκη μουσικοχορευτικών πλάνων, αλλά στην συνέχεια θεώρησα πως αυτή η άποψη δεν τραυματίζει το αποτέλεσμα, αφού δεν σβήνει με γομολάστιχα την ακολουθία των όποιων ερωτικών επιλογών του καλλιτέχνη, ούτε τις διαδρομές του  στους πάτους των μπουκαλιών με αλκοόλ και των ναρκωτικών ουσιών. Κοινώς δεν ωραιοποιεί, ούτε τεντώνει το δάχτυλο κραυγαλέα για να δείξει την κατάντια, αλλά ελαφραίνει την δυστυχία, μετασχηματίζοντας την σε τραγούδι.   

Το σενάριο του Λι Χολ (Μπίλι Έλιοτ) είναι καλά δομημένο σε όλα τα επίπεδα της πλοκής και τα τραγούδια λειτουργούν ως το γερό παξιμάδι που στεριώνει την βίδα στον ψυχισμού του Έλτον.

Η διεύθυνση παραγωγής του Μάθιου Βον («X-Men: Η Πρώτη Γενιά», «Fantastic Four»,  ο οποίος είχε σκηνοθετήσει τον Έλτον Τζον στην σύντομη εμφάνισή του στο «Kingsman) είναι ατσαλάκωτη κερδίζει τις εντυπώσεις και το σημαντικότερο είναι, πως ο Τάρον Έγκερτον τραγουδάει ο ίδιος, (ο μπαγάσας τα ρίχνει καλά), χορεύει και ερμηνεύει τον Έλτον με την ακρίβεια και την σταθερότητα ενός γνώμονα.

Το «Rocketman» δεν είναι το μελιστάλαχτο, δραματοποιημένο «Bohemian Rhapsody». Είναι ένα χύμα, έντιμο biopic που δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλο του, τολμηρό για τα συντηρητικά πατρόν των μεγάλων, χολιγουτιανών στούντιο αλλά και διασκεδαστικό συνάμα, κάτι που δεν τόλμησε, περισσότερο για εμπορικούς λόγους, η βιογραφία του Φρέντι Μέρκιουρι. Διαθέτει όλους τους προβληματισμούς τις ανασφάλειες, τις ευαισθησίες ενός μεγάλου, διάσημου και επιτυχημένου ροκ σταρ εν ζωή, που δεν κώλωσε να πει ανοιχτά… «Να, αυτός είμαι!» Αυτός είναι ο Έλτον Τζον, κυρίες και κύριοι. Απολαύστε τον!   

«Αναζητώντας τον Χέντριξ»

 

  • Είδος: Κομεντί, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κύπρος, Γερμανία, Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης
  • Με τους: Βίκυ Παπαδοπούλου, Αδάμ Βουσδούκος, Φατίχ Αλ, Οζγκούρ Καραντενίζ, Γιάννης Κόκκινος, Βαλεντίνος Κόκκινος, Τόνυ Δημητρίου, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Γεωργία Κωνσταντίνου
  • Διάρκεια: 93΄
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας Φεστιβάλ Tribeca – Βραβείο ΙΡΙΣ Καλύτερου Σεναρίου, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου

Ο Ελληνοκύπριος, Γιάννης (Αδάμ Μπουσδούκος – πολύ καλός), είναι ένας ξοφλημένος μουσικός, του οποίου η ζωή δεν κυλά όπως ακριβώς την είχε φανταστεί. Η κοπέλα του Κίκα (Βίκυ Παπαδοπούλου – καλή) τον έχει εγκαταλείψει, συνεχίζοντας την ζωή της με άλλη σχέση,  η σπιτονοικοκυρά του ζητάει τα ενοίκια της και τον απειλεί πως θα τον πετάξει στον δρόμο, ενώ οι «δανειστές» του, έχουν γίνει στενός κορσές. Σχεδιάζει να φύγει κρυφά το συντομότερο από την Λευκωσία για την Ολλανδία μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο, τον Τζίμι, ξεπουλώντας το βιος του για να μαζέψει τα χρήματα του ταξιδιού.

Όταν όμως ο σκύλος του σε μια βόλτα το σκάει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού, ο Γιάννης περνάει για πρώτη φορά μετά την τουρκική κατοχή την νεκρή ζώνη για να φέρει πίσω τον Τζίμι. Τον ανακαλύπτει στην τουρκική φρουρά και πάνω που είναι έτοιμος να περάσει ξανά στην κυπριακή Λευκωσία έχει να αντιμετωπίσει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία που απαγορεύει τη διέλευση ζώων στις ελεύθερες περιοχές.

Εγκλωβισμένος και απεγνωσμένος στα κατεχόμενα αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθεια της Κίκας, καθώς επίσης και του Χασάν (Φατίχ Αλ – πολύ καλός), ενός Τούρκου έποικου, που ζει με την οικογένεια του στα κατεχόμενα και στο σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης.

Ο Χασάν απευθύνεται στον λαθρέμπορο Τουρμπέκ (Οζγκούρ Καραντενίζ – καλός), που έχει την δυνατότητα να περάσει τον σκυλάκο δίχως προβλήματα, αλλά μια καρφωτή στραβώνει την δουλειά. Οι τέσσερις τους προσπαθούν να φυγαδεύσουν τον Τζίμι, πίσω στις ελεύθερες περιοχές.

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνοκύπριου Μάριου Πιπερίδη και σενάριο δικό του, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, είναι μια feelgood περιπέτεια με χιούμορ φτιαγμένη, που σε ξεναγεί σε έναν κόσμο εντελώς άγνωστο για τους Έλληνες. Ποιοι είναι οι Τούρκοι έποικοι που 45 χρόνια τώρα κατοικούν αόρατοι στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη.

Αυτοί που δεν είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά άνθρωποι που ήρθαν με εντολή από την ηγεσία της Τουρκίας για να κατοικήσουν στην κατακτημένη πλευρά του νησιού, ζώντας στα σπίτια των Κυπριών που εγκατέλειψαν μετά την εισβολή.

Ο Χασάν είναι δεύτερης γενιάς έποικος, νέος άνθρωπος με όνειρα για αυτόν και την οικογένεια του, πολυτεχνίτης, που θέλει να φύγει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή, καθώς το καθεστώς τον έχει εγκλωβίσει αδιέξοδα στην κατεχόμενη πλευρά της Λευκωσίας. Ως έποικος δεν έχει διαβατήριο, δεν μπορεί να περάσει την γραμμή και να δουλέψει στην αποκεί πλευρά, όπως οι Τουρκοκύπριοι και απλά συνεχίζει την θλιβερή ζωή του.

Ο Πιπερίδης απελευθερώνει τα μηνύματα ανθρωπιάς μέσα από την δράση που αναπτύσσεται κατά την διάρκεια της αναζήτησης και φυγάδευσης του σκύλου Τζίμι. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Τούρκο Χασάν και τον Κύπριο Γιάννη, ο οποίος μεγάλωσε στην Γερμανία και ποτέ του δεν πέρασε την διαχωριστική γραμμή είναι ισόβαρη, καθώς και οι δυο ήρωες είναι σε κενού πτώση, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.

Η ταινία έχει καλό ρυθμό και με όχημα το απλό σενάριο της διάσωσης ενός σκύλου, ξεδιπλώνεται μια όμορφη και ανθρώπινη ακολουθία, όπου το δράμα μετασχηματίζεται σε ενδιαφέρον, κινηματογραφικό προϊόν, διανθισμένο με κωμικές καταστάσεις δίχως να γίνεται φαιδρό. Τόσο ο Αδάμ Μπουδούκος ( πρωταγωνιστής στις ταινίες του Φατίχ Ακίν: «Μαζί, Ποτέ!», «Soul Kitchen») όσο και ο Φατίχ Αλ είναι εξαιρετικοί.

Ευπρεπής η σκηνοθετική δουλειά του Μάριου Πιπερίδη, που του χάρισε, μάλιστα, το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ Tribeca, βλέπεται ευχάριστα, αφήνοντας καλές εντυπώσεις.           

«Ma»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τέιτ Τέιλορ
  • Με τους: Οκτάβια Σπένσερ, Τζούλιετ Λιούις, Νταϊάνα Σίλβερς, Λουκ Έβανς, ΜακΚέιλι Μίλερ
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

H Σου Αν (Οκτάβια Σπένσερ – καλή), μια φαινομενικά άκακη και μοναχική γυναίκα ζει ήσυχα στην επαρχιακή πόλη του Οχάιο. Όταν η έφηβη Μάγκι (Νταϊάνα Σίλβερς) της ζητάει να αγοράσει αλκοόλ για εκείνη και την παρέα της, η Σου Αν βρίσκει την ευκαιρία να κάνει νέους φίλους. Οι έφηβοι ως γνωστόν στο τέλος της εβδομάδας θέλουν να φτιάξουν ένα παρτάκι και όπως συνηθίζουν μαζεύονται όλοι μαζί σε υπαίθριο μέρος που το ονομάζουν «βράχια», ανάβουν φωτιά, λένε σαχλαμάρες, πίνουν και ως συνήθως φλερτάρουν.   

Κατόπιν της αγοράς του αλκοόλ η Σου Αν προτείνει στην εφηβοπαρέα να τους παραχωρήσει το υπόγειο του σπιτιού της για να διασκεδάσουν, ώστε να είναι ασφαλή και να μη χρειαστεί να οδηγήσουν στην επιστροφή υπό την επήρεια του αλκοόλ. Οι νέοι αφού βλέπουν τον χώρο ξετρελαίνονται από το δώρο και συμφωνούν να αποδεχτούν την προσφορά και να στήνουν τα παρτάκια τους στο ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο, χορεύοντας και πίνοντας.

Υπάρχουν όμως κανόνες, που πρέπει να τους εφαρμόσουν: Ένα από τα παιδιά πρέπει να παραμείνει νηφάλιο για να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Δεν πρέπει να βλασφημούν. Δεν πρέπει να ανέβουν στον επάνω όροφο του σπιτιού και την Σου Αν να την φωνάζουν «Μα» (που σημαίνει μαμά).

Η Μάγκι παραβιάζει τον πρώτο όρο της συμφωνίας και ανεβάζει μια συμμαθήτρια της στον επάνω όροφο για να πάνε στην τουαλέτα. Μια μικρή περιοδεία στο σπίτι και μάλιστα στο δωμάτιο της Σου Αν αποκαλύπτει, ότι η φιλήσυχη και καλοπροαίρετη, μαύρη οικοδέσποινα, που εξυπηρετεί τα παιδιά να διασκεδάζουν έχει μια εμμονή με τους παλιούς συμμαθητές της, όταν εκείνη ήταν έφηβη, πριν 30 χρόνια και, βέβαια, οι περισσότεροι νέοι που παρτάρουν ανέμελα στο υπόγειό της είναι τα τέκνα των συμμαθητών της.

Όσο η παρέα των παιδιών σταδιακά απομακρύνεται φρικαρισμένη από τη συναναστροφή με τη ΜA, λόγω της ανατριχιαστικής αποκάλυψης και όσο δε χρειάζονται πια τη φιλοξενία της, η μυστηριώδης γυναίκα αρχίζει να γίνεται πιεστική και αυτό που αρχικά φάνταζε ως το τέλειο εφηβικό όνειρο αρχίζει να γίνεται εφιάλτης. Το σπίτι της Mα θα μεταμορφωθεί στο τέλειο σκοτεινό θέατρο που θα αναδυθούν παλιά, άσχημα γεγονότα έτοιμα για την μεγάλη εκδίκηση.

Η «Μα» του Αμερικανού σκηνοθέτη Τέιτ Τέιλορ (Υπηρέτριες) είναι η «Κάρι» σε προχωρημένη ηλικία, που άργησε να πάρει την εκδίκηση της. Φορμαρισμένο θρίλερ στο στοιχείο του ρεαλιστικού τρόμου, ένα πάντρεμα εφηβικού plot με ενήλικο σασμάν και την τραυματική εμπειρία μιας αγαθούλας μαθήτριας με τα ματομπούκαλα που τραμπουκίζεται αισχρά από όλο, σχεδόν, το σχολείο φυλαγμένο στα απόκρυφα δώματα του σεναρίου για να κυλήσει η αγωνία έως το τέλος που γίνεται το μεγάλο πατιρντί.

Η οσκαροβραβευμένη Οκτάβια Σπένσερ αρκετά έξω από τα νερά της, στήνει τους κατάλληλους, ψυχολογικούς αρμούς στο ανθρωπιστικό, κοινωνικό πλέγμα της ιστορίας στην αδιάφορη και ρουτινιάρικη επαρχία πόλη, που όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους.

Η παραγωγή του Τζέισον Μπλουμ («Τρέξε!», «Η Νύχτα με τις Μάσκες: Η Κάθαρση») διαχειρίζεται ικανοποιητικά το διαστροφικό κλίμα του σεναρίου και η σκηνοθεσία του Τείλορ πέφτει καθολικά επάνω στην έμπειρη ηθοποιό. Η κλιμακωτή μεταμόρφωση της Οκτάβια δεν έχει λάθη, αν και σκοντάφτει στον οργισμένο, εφηβικό περίγυρο, το γνωστό και μη εξαιρετέο υλικό για τις ταινίες του φανταστικού ή του ρεαλιστικού τρόμου των τελευταίων ετών. Άλλωστε, όπως έχει κατασταλάξει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, αίμα δίχως σχολιαρόπαιδα είναι σπίτι χωρίς θεμέλια, τελικά!        

«Αποκαλύψεις»

(El desentierro  / The Uncovering)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισπανία, Αργεντινή (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νάτσο Ρουιπέρεζ
  • Με τους: Λεονάρντο Σμπαράλια, Χαν Κορνέτ, Μίτσελ Νόερ, Άνα Τορέντ, Τζιελένα Τζοβανόβα
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Όταν o Ζόρντι επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε για να παραστεί στην κηδεία του δημάρχου θείου του, μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι, όπως πίστευε, θαμμένος στο νεκροταφείο του χωριού. Ο ξάδελφος του και γιός του μακαρίτη δημάρχου, ο Ντιέγκο, επίσης, πληροφορείται πως ο θάνατος του πατέρα του είναι δολοφονία, γιατί ο πρώτος άρχοντας του τόπου ήταν μπλεγμένος με την αλβανική μαφία σε σκάνδαλο δωροδοκίας. Αμέσως μετά, ο Ζόρντι διαπιστώνει ότι η Βέρα, μια νεαρή, Αλβανή κοπέλα που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του και την μητέρα της, είναι ακόμα ζωντανή.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, ο Ζόρντι αποφασίζει να μείνει στο χωριό και να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη στον πατέρα του. Το ίδιο και ο Ντιέγκο.

 Σύντομα θα αντιμετωπίσουν μια σειρά από μυστηριώδεις καταστάσεις και οδυνηρές αποκαλύψεις, ενώ διάφοροι φόνοι έχουν στόχο να εμποδίσουν τον Ζόρντι να μάθει την αλήθεια, που κρατάει είκοσι χρόνια πίσω.

Ισπανική περιπέτεια μυστηρίου και αποκαλύψεων, που ανοίγει τα χαρτιά της μέσα από τα μυστικά του παρελθόντος μιας οικογένειας. Συνεχόμενο flashback, δράση και σενάριο κάτω του μετρίου να συναγωνίζεται σε υφή και ειδικό βάρος ελληνικό, τηλεοπτικό σίριαλ του συρμού.

Υπερβολές, σε όλα τα επίπεδα που διαδραματίζεται η πλοκή της ταινίας, καθώς ότι μπορούσε να σκεφτεί ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Νάτσο Ρουιπέρεζ στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του για να κάνει ντόρο το πέταξε, δημιουργώντας ένα βαρετό και ανούσιο θέμα με μαφία, απαγωγές, φόνους, δωροδοκίες, πολιτική ίντριγκα, παιδική πορνεία, σωματεμπορία, οικογενειακό δράμα, φλογερούς έρωτες, θυσία, κάθαρση και εξιλέωση, το ένα να πέφτει μετά από το άλλο στο βλέμμα μας, δίχως να αφομοιώνεις το παραμικρό.

Οι ισπανικές κινηματογραφικές παραγωγές, που κρατούσαν το κουτί της Πανδώρας στα χέρια τους με ταινίες θρίλερ και μυστηρίου, έχουν αρχίσει, κάμποσο καιρό, να παίρνουν την κάτω βόλτα με προορισμό την άκριτη μετριότητα, πανέτοιμες να πιάσουν το διπλανό στασίδι με αυτές της Φραγκίας, που ως ευτελή, κινηματογραφικά προϊόντα κάνουν την εμφάνιση τους, ως είθισται, την περίοδο του ελληνικού θέρους.      

«Γκοτζίλα ΙΙ: Ο Βασιλιάς των Τεράτων»

(Godzilla: King of the Monsters)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ντάκερτι
  • Με τους: Μίλι Μπόμπι Μπράουν, Βέρα Φαρμίγκα, Κάιλ Τσάντλερ, Ζανγκ Ζιγί, Κεν Γουατανάμπε, Τσαρλς Ντανς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Τόμας Μίντλντιτς, Αίσα Χιντς
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Tanweer

Το ζευγάρι των επιστημόνων, που στο πρώτο μέρος του Γκοζίλα του 2014 έχασε το ένα από τα δυο τέκνα του, ανταμώνει ξανά με την θυγατέρα στην εφηβεία και την μητέρα να έχει ανακαλύψει υπερσύγχρονη συσκευή που επικοινωνεί με τα τέρατα.  

Ο οργανισμός Μόναρκ, μια κρυφή ζωολογική ομάδα με πακτωλό χρημάτων που δουλεύει για το κράτος, επιστρατεύει την μάνα εφευρέτη για να αρχίσει τον διάλογο με ένα από τα τέρατα που είναι περιορισμένο σε ειδικές εγκαταστάσεις. Πάνω που ξεκίνησαν η επιστήμονας και το τέρας να κουβεντιάζουν μια τρομοκρατική οργάνωση οικολογικών απόψεων περί ισορροπίας και διάσωσης του πλανήτη Γη, κλέβει την συσκευή, απάγει την μάνα και την κόρη με σκοπό να απελευθερώσει την τερατική συμμορία εναντίον της ανθρωπότητας για να σταματήσει η μόλυνση και η κακοποίηση της Γης από τους ανθρώπους και ο πλανήτης να αναγεννηθεί.

Η Μόθρα, ο Ρόνταν και η ερεβώδης τρικέφαλη Γκιντόρα θα έρθουν αντιμέτωποι με τον Γκοτζίλα.

Το 1954, όταν ο ιαπωνικός, πλαστικός Gojira (Γκότζιρα) έκανε την εμφάνιση του στις κινηματογραφικές οθόνες κατάκτησε μεμιάς τις καρδιές μας ως το απόλυτο τέρας καταστροφής, κατά πολύ χειρότερο και από τον γοριλοτεράστιο βασιλιά Κονγκ. Πλήθος παραγωγών με τον Γκότζιρα λειτουργούσε σαν μαγεμένος αυλός στην cult διάθεση του κάθε κινηματογραφόφιλου και ο Γκότζιρα, που μετασχηματίστηκε σε Γκοτζίλα κρατούσε ευάερο θεωρείο στις καρδίες μας.

Δεν είναι λίγο να βλέπεις έναν μυθικών διατάσεων δεινόσαυρο να ισοπεδώνει στο ατσούμπαλο πέρασμα του ολόκληρες πόλεις (μινιατούρες τότε) και να τα βάζει με ομόσταυλα τέρατα σε μονομαχίες μέχρι θανάτου. Δράση και καταστροφή που δεν είχε καμιά σχέση με τον ερωτίλο Κινγκ Κονγκ, καθώς ο Γκοτζίλα δεν δίνει ούτε τσακιστό σεντ για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έβγαινε στην πιάτσα και γινόταν γενική ανακαίνιση στον πλανήτη. Ε, μετά μπήκαν τα αμερικανάκια στο παιχνίδι γιατί είδαν πως έχει «ψωμί» το θέμα και άρχισε η στυγνή εμπορευματοποίηση, οπότε το τραχύ, cult άρωμα του πρωτόλειου θεάματος ξεθύμανε αισθητά στην ατμόσφαιρα του αδιάφορου και του ανούσιου.

Έτσι και στο νούμερο δυο αυτού του franchise (δεν συμπεριλαμβάνω τον Γκοτζίλα του Ρόναλντ Έμεριχ, 1998), που έστησε ένα ψηφιακό πανδαιμόνιο καταστροφής βάζοντας σε κώδωνα κενού αέρος όλο το συναίσθημα του θεατή, πλασάροντας και καλά, διάφορα μηνύματα οικολογικού ενδιαφέροντος και τρίχες κατσαρές.

Άφησε το τέρας να κάνει καλά αυτό που ξέρει και πέτα από την μέση την γαρνιτούρα που ονομάζεται άνθρωπος. Ούτως ή αλλιώς η ανθρώπινη παρουσία σε τέτοιου είδους ταινίες είναι αναλώσιμη και όχι ηρωική.

Τα τέρατα έτσι και βγουν, όπως στις ιαπωνικές παραγωγές, θα τα κάνουν όλα οικόπεδο και θα σταματήσουν μόνο όταν καταλάβουν ότι δεν έχουν αντίπαλο ή ενδιαφέρον. Κοντός ψαλμός αλληλούια: Σίγουρα θα δούμε σύντομα τον ζημιάρη Γκοτζίλα με τον καζανόβα Κινγκ Κονγκ να σφάζονται για τα μάτια μιας ωραίας. Το δεύτερο μέρος του Γκοτζίλα, πάντως δεν είναι ταινία με τέρατα, αλλά ταινία τεράτογλου.     

«Παραμύθια της Χαλιμάς, ο κακός Σούπερμαν, ένα σουτιέν και η «γαλλική επέλαση»», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι σουλτάνοι και οι βεζίρηδες στα διάφορα χαλιφάτα της Ασίας ξόδευαν τις νύχτες τους ακούγοντας ευφάνταστα «παραμύθια» με πρωταγωνιστές γενναίους ήρωες, όμορφες γυναίκες, πολλά τζίνια, ταχυδακτυλουργούς, σαλτιμπάγκους, τέρατα, ληστές και τρελούς μάγους. Τα πιο όμορφα και γεμάτα ενδιαφέρον «παραμύθια» τα αφηγείτο η Χαλιμά.

Ιστορίες με τολμηρούς ναυτικούς, που ταξίδευαν στα αχαρτογράφητα πέρατα του κόσμου, καλόκαρδους κλέφτες που τους αξίωσε η μοίρα να συναντήσουν παγιδευμένα τζίνια, σκληρούς μάγους που ήθελαν εξουσία, γοργόνες που μιλούσαν την γλώσσα των ανθρώπων, μαγεία και ιπτάμενα χαλιά κρατούσαν το ενδιαφέρον αμείωτο των Σασσινίδων βασιλέων της Περσίας. Ένα παραμύθι δίχως τέλος για κάθε νύχτα, λέει ο μύθος, από την φαντασία της Χαλιμάς, γνωστή και ως Σεχραζάντ, για να μην την εκτελέσει ο χαλίφης το πρωί, περιμένοντας το επόμενο βράδυ να ακούσει την συνέχεια από τα χείλη της. Παραμύθια που κράτησαν ολοζώντανη την αγωνία του μονάρχη για χίλιες νύχτες και ακόμα μια, ώσπου η Χαλιμά κέρδισε επάξια την ζωή της.

Οι «Χίλιες και Μια Νύχτες» (Arabian Nights) είναι η συρραφή εκατοντάδων, φανταστικών μύθων περιπέτειας, δράσης, έρωτα και αγάπης των περιοχών της Περσίας, της Μεσοποταμίας, μετέπειτα των Ινδιών, των αραβικών και μογγολικών περιοχών, που αντικατέστησαν κατά την χρυσή εποχή του Ισλάμ το περίφημο έπος της «Αλεξανδρέττας» με τις ιστορίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η «Αλεξανδρέττα», γνωστή και ως το «Μυθιστόρημα», ήταν οι ηρωποιημένες αφηγήσεις, οι γεμάτες ηρωισμό, δόξα, φαντασία και πλήθους αρετών, που γεννήθηκαν στον περσικό γεωγραφικό χώρο από τις «Φυλλάδες» του Μακεδόνα στρατηλάτη, τις οποίες επιμελούταν ο Καλλισθένης. Αμέτρητοι προφορικοί μύθοι από στόμα σε αυτί με κεντρικό ήρωα τον μεγάλο βασιλιά Ινσκεντερούν (Μέγας Αλέξανδρος) ενσωματώθηκαν στην περσική και την αραβική λαογραφία .

Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, ο Αλί Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες του, ο νεαρός και γενναίος κλέφτης της Βαγδάτης, ο Αμπντουλάχ ο Ψαράς μπορεί να προστέθηκαν μετέπειτα στο εν λόγω μυθικό έπος, που συγκέντρωσε σε βιβλίο πρώτος τον 10ο αιώνα ο Άραβας Ιμπν αλ Ναντίμ (πόσο κοντά είναι το αλ-Ναντίμ στο Αλαντίν), είναι όμως οι πιο διάσημες και αγαπητές στον δυτικό κόσμο από την μεγάλη και θρυλική μυθιστορία της Ασίας με τον τίτλο: «Χίλιες και Μια Νύχτες».

Το Χόλιγουντ βέβαια δεν έμεινε ανέπαφο σε αυτή την εξωτική και παραμυθένια φαντασία με τα κακόβουλα τζίνια, τους ληστές, τους χαλίφηδες, τους κακούς βεζίρηδες, το ονειρικό, πολύχρωμο περιβάλλον, το γεμάτο αρώματα, μπαχάρια, μετάξια και ανεκτίμητους θησαυρούς και το αραβο-περσικό έπος, τουλάχιστον οι πιο γνωστές ιστορίες της Χαλιμάς, πέρασαν στην μεγάλη οθόνη.

Ο Ντάγκλας Φέρμπανκς, καταχωρημένος στα κινηματογραφικά πράγματα ως ο πρώτος action man της 7ης Τέχνης, σε παραγωγή δική του γυρίζει το 1924 τον βωβό «Κλέφτη της Βαγδάτης» σε σκηνοθεσία Ραούλ Γουόλς και προκαλείται πανζουρλισμός, όπου ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός κρατάει τον ρόλο του ομώνυμου ήρωα. Αδιανόητα για την εποχή οπτικά εφέ, δράση, περιπέτεια, έρωτας, μαγεία και πολλά τέρατα φέρνουν την ταινία στο νούμερο 9 στην λίστα με τις 10 καλύτερες παραγωγές στην κατηγορία του φανταστικού σινεμά.

Το 1940 το μεγαλείο του «Κλέφτη της Βαγδάτης» ζωντανεύει ξανά στην μεγάλη οθόνη, όταν η Ευρώπη φλεγόταν από τον μεγάλο πόλεμο. Ο Αυστρο-ουγγαρέζος παραγωγός Αλεξάντερ Κόρντα άλλαξε περί τους έξι σκηνοθέτες για να τελειοποιήσει το φιλμ, το οποίο είναι το πρώτο στην ιστορία της 7ης Τέχνης που γυρίστηκε σε blue screens, λόγω των οπτικών εφέ. Αξέχαστος θα μείνει ο κλεφτάκος Αμπού, που τον υποδύεται ο Ινδο-αμερικανός ηθοποιός (Σαμπού Ντανταγκίρ), ενώ ο μπριλάντε, Γερμανός ηθοποιός Κόνραντ Βάιτ στον ρόλο του μοχθηρού βεζίρη Τζαφάρ με την συμμετοχή του επισφραγίζει το κινηματογραφικό επίτευγμα.

Το τεράστιο τρικουάζ τζίνι, που ξεπηδάει από το μαγικό λυχνάρι αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ερμηνευτικά ο μαύρος, Αμερικανός ηθοποιός Ρεξ Ίνγκραμ και οι τρεις επιθυμίες για δόξα, πλούτη, εξουσία είναι στην διάθεση του νεαρού Αμπού… τρεις, μόνο ευχές;;;

«Αλαντίν»

(Aladdin)

 

  • Είδος: Μουσική περιπέτεια (και μεταγλωττισμένο και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάι Ρίτσι
  • Με τους: Ναόμι Σκοτ, Γουίλ Σμιθ, Μπίλι Μάγκνουσεν, Μένα Μασούντ, Μάργουαν Κενζάρι
  • Διάρκεια: 128΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Οι γνωστές, μαγικές περιπέτειες του γοητευτικού, καλόκαρδου αλητάκου του δρόμου Αλαντίν (Μένα Μασούντ), της θαρραλέας και αποφασιστικής πριγκίπισσας Γιασμίν (Ναόμι Σκοτ), φυσικά,  του σκωπτικού τζίνι (Γουίλ Σμιθ – καλός), αλλά και του μοχθηρού βεζίρη Τζαφάρ (Μάργουαν Κενζάρι).

Όλα τα παραπάνω με μουσική, τραγούδι και χορευτικά.

Με νέες ηχογραφήσεις των αυθεντικών τραγουδιών της πανέμορφης, πρώτης ταινίας animation Αλαντίν (1992) της Ντίσνεϊ που έχουν γράψει ιστορία, όπως το «A Whole New World» (Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού), αλλά και νέα τραγούδια, το soundtrack της νέας live-action ταινίας παραγωγής, πάλι, της Ντίσνεϊ ήρθε για να προσελκύσει στις αίθουσες μικρούς και μεγάλους θεατές. Καθώς ο χαρακτήρας του κλέφτη της Βαγδάτης είναι ένας νεαρός της πιάτσας, που μαζί με την συνεργό του μαϊμού κλέβει για να ζήσει, χαρίζει παράλληλα τροφή σε φτωχούς, η Ντίσνεϊ αποφάσισε να δώσει τα σκηνοθετικά ηνία στον αγαπητό, Άγγλο Γκάι Ρίστι («Σέρλοκ Χολμς», «Δυο Καπνισμένες Κάνες», «Η Αρπαχτή», «Κωδικό όνομα U.N.C.L.E.», «Βασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού»).

Όπου, δηλαδή, σοκάκι, ρούγα και αλάνια, ο Ρίτσι στήνει το δικό του πανηγύρι δράσης και περιπέτειας με τα παρκούρ, τις διαφυγές στα στενά, τα ακροβατικά, το νευρικό, δίχως ανάσα μοντάζ. Έτσι, τουλάχιστον μας έμαθε και για αυτό τον αγαπήσαμε, ακόμα και στην δική του εκδοχή που αφορούσε τον βασιλιά Αρθούρο υποστηρίζει το όλο θέμα. Εδώ όμως είναι ένα εξωτικό παραμύθι με την μαγεία του, τα σέα και τα μέα του και ως γνωστόν το σωστό συστατικό του καλού παραμυθιού, που έχει ανάγκη την φαντασμαγορία του, είναι η καλή αφήγηση και πάνω απ΄ όλα η ατμόσφαιρα. Πόσο μάλιστα όταν η ιστορία εκτυλίσσεται σε παραμυθένιο χαλιφάτο. Σε αυτά ο Ρίτσι, δυστυχώς, έχασε το τόπι.

Εφέ στο εφέ, οι φουλ έντονες χρωματικές στις εικόνες, ο γαλαζωπός Γουίλ Σμιθ ως τζίνι – ο άνθρωπος, πάραυτα το υποστηρίζει – τα τραγούδια και τα ερμαφρόδιτα χορευτικά στιλ Μπόλιγουντ και αμερικάνικου μιούζικαλ, καταλήγουν σε έναν αχταρμά, σε ένα επιφανειακό, κινηματογραφικό παραμύθι άνευ ψυχούλας.

Η υπογραφή του σκηνοθέτη Γκάι Ρίτσι είναι ανύπαρκτη και το δημιούργημα του άκρως φοβισμένο έως συμβατικό. Τα παραμύθια της Χαλιμάς, dear, όπως και κάθε παραμύθι θέλουν εσωτερική υπέρβαση και αυτό το στοιχείο στην ταινία λάμπει δια της απουσίας του.      

«Brightburn: Ζωντανή Κόλαση»

(The Mule)

 

  • Είδος: Θρίλερ τρόμου επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γιαροβέσκι
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μπανκς, Τζάκσον Νταν, Ντέιβιντ Ντένμαν, Ματ Τζόουνς
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Κάπου στο Κάνσας, στην ήρεμη, αγροτική πόλη Μπράιτμπερν ζει αγαπημένα ένα ζευγάρι. Έπειτα από πολλές άκαρπες προσπάθειες να γίνει μητέρα η Τόρι (Ελίζαμπεθ Μπανκς), ξαφνικά το όνειρο της πραγματοποιείται με τον ερχομό ενός μυστηριώδους μωρού από τον ουρανό, τοποθετημένο σε ένα κέφυλος εν είδει κάψουλας.

O Μπράντον (Τζάκσον Νταν) μοιάζει να ενσαρκώνει ό,τι επιθυμούσε η Τόρι και ο σύζυγος της Κάιλ (Ντέιβιντ Ντένμαν). Ο μικρός είναι έξυπνος, ταλαντούχος και γεμάτος περιέργεια για τον κόσμο. Αλλά, όσο πλησιάζει την εφηβεία, ο Μπράντον γίνεται ευέξαπτος, αγενής και αρχίζει να εκδηλώνει σκοτεινές δυνάμεις που η Τόρι αμφιβάλλει για τον ίδιο της τον γιο.

Όταν ο Μπράντον αρχίζει να συμπεριφέρεται τρομαχτικά σε όποιον τον ενοχλεί, οι συμμαθητές και οι πιο κοντινοί του άνθρωποι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο, αφού από παιδί θαύμα μεταμορφώνεται σε μοχθηρό εξολοθρευτή.

Παραγωγή με την υπογραφή του σκηνοθέτη Τζέιμς Γκαν (Φύλακες του Γαλαξία), αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα, ότι μπορεί να υπάρχει και ένας φρικαλέος υπερήρωας, των ίδιων και απαράλλαχτων δυνατοτήτων με αυτές του Σούπερμαν, που αντί να σώζει ανήμπορους και να χρησιμοποιεί τα εξωγήινα ταλέντα του για το καλό της Γης, εξολοθρεύει μοχθηρά  οτιδήποτε δεν ταυτίζεται μαζί του.

Η γοητευτική σεναριακή ιδέα του «the dark side of a super heroe» πέφτει στα χέρια του άπειρου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γιαροβέσκι (επίσης συν-σεναριογράφος), που στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (η πρώτη, πάλι ένα θρίλερ τρόμου επιστημονικής φαντασίας είναι με τον τίτλο «The Hive»), στερείται έντασης και ηλεκτρισμού στο νευρικό σύστημα της πλοκής, αποκαλύπτοντας ένα χωλό και προβλέψιμο θριλεράκι με μόνη διαφορά από τα υπόλοιπα του είδους, ότι ο πιτσιρικάς, ήρωας-σφαγέας κατάγεται από τα μακρινά άστρα.

Εν τω μεταξύ, το αστείο είναι, πως όλα είναι μια τέλεια αντιγραφή από το ιστορικό υπόβαθρο του Σούπερμαν (η αγροτική πόλη, υιοθετημένος από γονείς δίχως τέκνα, θαμμένο στον αχυρώνα βρίσκεται το μυστικό της καταγωγής του, κόκκινη μπέρτα, μητέρα που τον λατρεύει), με αποτέλεσμα να θυμώνεις για την έλλειψη έμπνευσης ως προς την εξέλιξη της ιδέας, αλλά και να σκέπτεσαι λογικά εάν τελικά η ταινία είναι μια σκοτεινή παρωδία για γέλια. Αλλά, δυστυχώς, δεν είναι για να γελάς, καθώς ο Γιαροβέσκι πουσάρει τα μάλα το δραματικό στοιχείο, ειδικά στο φινάλε.

Όταν η μωσαϊκή ιστορία: βρίσκω ένα μωρό από το πουθενά και το μεγαλώνω τοποθετηθεί σε καλύτερο πλαίσιο στο σύμπαν των horror films και ο σκηνοθέτης δεν παλιμπαιδίζει, τότε, πιθανώς με μεγάλη ευχαρίστηση να υπάρξει από τους θεατές μια καλύτερη ματιά στο θέμα.          

«Σκότωσα το Αφεντικό Μου»

(Rebelles)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Αλάν Μοντουί
  • Με τους: Σεσίλ Ντε Φρανς, Γιολάντε Μορό, Όντρεϊ Λαμί
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Seven Films

Χωρίς δουλειά ή προσόντα γενικότερα, η Σάντρα (Σεσίλ Ντε Φρανς), μια πρώην νικήτρια καλλιστείων, μετακομίζει ξανά με τη μητέρα της, μετά από 15 χρόνια. Βρίσκει δουλειά σε ένα τοπικό εργοστάσιο κονσερβοποίησης ψαριών, αλλά δεν τα πάει καλά με το άξεστο αφεντικό της, ο οποίος στην προσπάθεια του να την βιάσει στα εργατικά αποδυτήρια, κατά λάθος η Σάντρα τον ευνουχίζει. Στην παραζάλη του γεγονότος ότι έμεινε χωρίς μόριο, ο άνδρας πέφτει από τις σκάλες και σκοτώνεται.

Δύο κωλοπετσωμένες, γυναίκες συνάδελφοί της Σάντρα, που κι αυτές υποφέρουν από μυριάδες προβλήματα, είναι μάρτυρες του συμβάντος. Στα αποδυτήρια ανακαλύπτουν το σακ βουαγιάζ του αφεντικού γεμάτο ευρώ και αποφασίζουν να τα μοιραστούν, κρατώντας φυσικά τον θάνατο του  επτασφράγιστο μυστικό. Οι γυναίκες στήνουν τα όνειρα τους για το πως θα χρησιμοποιήσουν τα ουρανοκατέβατα ευρώ, τα οποία είναι πολλά, περιμένοντας την στιγμή να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους.

Τα χρήματα όμως ανήκουν στην τοπική μαφία, που εκτός των άλλων διακινεί ναρκωτικά και οι Αρχές, μαζί με τους μαφιόζους κυκλώνουν τις γυναίκες που προσπαθούν να γλυτώσουν.

Γαλλικό σινεμά, ξανά, με σεναριακό ιστό πλεγμένο ξανά γύρω από τα προβλήματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, την φτώχεια, την ανεργία και την οικονομική ανέχεια. Αυτή την φορά όμως το όποιο μαύρο δράμα του θέματος μετασχηματίζεται σε μαύρη κωμωδία, ραντισμένο εξόφθαλμα και αρκετά αδέξια από το ταραντινιακό συστατικό: «τα σπάμε όλα και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα».

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Αλάν Μοντουί στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ( συν-σκηνοθέτης της κωμωδίας «Vilaine») και ως συν-σεναριογράφος, στην προσπάθεια του να ξεφύγει από την μετριότητα μιας τηλεταινίας και να φτιάξει κάτι διαφορετικό γλιστράει άτσαλα στο υγρό σοκάκι του χιλιοειπωμένου θέματος και πέφτει με κωμικό τρόπο στην μαρμίτα του βαρετού.

Η  όμορφη Βελγίδα ηθοποιός Σεσίλ Ντε Φρανς («Για Καλό και Για Κακό», «Η Ζωή Μετά») πραγματικά γεμίζει την οθόνη, αλλά όταν το σενάριο και εν γένει όλο το ταινιακό οικοδόμημα σκορπίζεται σαν στάχτη κάτω από την φωτιά της απομίμησης, της χαζομάρας και της προχειρότητας, τα πάντα βυθίζονται στην ανελέητη κρίση της λήθης. Τελειώνει η ταινία και τα ξεχνάς όλα.

Ακόμα ένα φιλμικό ξεφόρτωμα από την υπερφίαλη Φραγκία για το φετινό, ελληνικό θέρος.    

«Το Πρόβλημά μου Είσαι Εσύ»

(En Liberte)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Σαλβαντορί
  • Με τους: Αντέλ Ενέλ, Οντρέ Τοτού, Πιο Μαρμέ, Νταμιέν Μπονάρ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Spentzos Film

Η Ιβόν είναι μία νεαρή αστυνομικός που χάνει τον άντρα της Σαντί, επίσης αστυνομικό, εν ώρα καθήκοντος. Η χήρα τον τιμάει σαν ήρωα πιστεύοντας ότι υπήρξε ένας άμεμπτος υπηρέτης του νόμου, αφηγούμενη ηρωικές στιγμές εν ώρα καθήκοντος του άνδρα της στον μικρό της γιό, αλλά και η τοπική κοινωνία στήνει άγαλμα στον γενναίο αστυνομικό για τα κατορθώματα του.

Μία ημέρα η Ιβόν ανακαλύπτει εντελώς τυχαία ότι ο Σαντί δεν ήταν παρά ένας ακόμα διεφθαρμένος μπάτσος και ο κόσμος της καταρρέει. Αποφασίζει να αποκαταστήσει όλες τις αδικίες που διέπραξε αυτός και έτσι συναντάει τον Αντουάν που έμεινε οκτώ χρόνια αδίκως φυλακισμένος.

O Αντουάν, όμως μετά τη άδικη καταδίκη του δεν πιστεύει πια στην δικαιοσύνη και πλέον έχει σαλτάρει. Μιλάει με τον εαυτό του και ρέπει προς την παρανομία, ενώ αγαπάει την αδελφή του Αγκνές . Η αστυνόμος Ιβόν θα κάνει τα πάντα για να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Γαλλική ταινία του Γαλλου-Τυνήσιου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Πιερ Σαλβαντορί («Κορίτσι για Σπίτι», «Σε Μια Αυλή στο Παρίσι»), με θέμα την αναθεώρηση των καταστάσεων στην ζωή των ανθρώπων και την επαναφορά της δικαιοσύνης στα λάθη.  

Παραγωγή που δεν διαφέρει καθόλου από τις δικές μας του συρμού, με την σουρεαλιστική και υπερεαλιστική διάθεση, ραντισμένες από κωμικές χρωματικές που αγγίζουν την διάσταση της μπαλαφάρας.

Η Οντρέ Τοτού ξανά στον ρόλο, της καλόκαρδης και εύθραυστης αδελφής, ξανά ο έρωτας ρυθμίζει τις δυναμικές, ξανά μια γαλλική ταινία κενή εντυπώσεων.    

«Το Σουτιέν»

The Bra

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γερμανία, Αζερμπαϊτζάν (2018)
  • Σκηνοθεσία : Βάιτ Χέλμερ
  • Με τους: Μίκι Μανόλοβιτς, Ντενί Λαβάν, Παθ Βέγκα
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Filmtrade

Ένα εμπορικό τρένο διασχίζει μια ατελείωτη, εύφορη κοιλάδα στους πρόποδες του Καυκάσου. Στην καμπίνα του οδηγού ο μηχανοδηγός Νουρλάν. Μέρα με τη μέρα οδηγεί το τραίνο διασχίζοντας ένα προάστιο του Μπακού, όπου τα κτήρια είναι τόσο κοντά στις γραμμές που αναγκάζεται να περνά ξυστά από τις αυλές και τα κτίσματα. Κάθε φορά που το τρένο πλησιάζει, οι άνδρες που πίνουν τσάι και οι γυναίκες που απλώνουν τα ρούχα τρέχουν να το αποφύγουν, μαζεύοντας στα γρήγορα τα υπάρχοντα τους.

Ο Αζίζ, ένα μικρό ορφανό παιδί, όταν βλέπει το πράσινο φως να ανάβει, τρέχει με τη σφυρίχτρα του κατά μήκος των γραμμών και ειδοποιεί τους κατοίκους να μαζέψουν τα πράγματα τους και να μπουν στα σπίτια τους. Ό,τι δεν προλαβαίνουν να μαζέψουν και τα παρασύρει το τρένο, ο Νουρλάν τα συγκεντρώνει στο τέλος της διαδρομής: Φτερά κοτόπουλων, παιδικές μπάλες, ακόμα και σεντόνια, που τα οποία χρήσιμα τα παραδίδει ο ίδιος στους κατόχους τους.

Την τελευταία μέρα πριν τη συνταξιοδότησή του, ο μηχανοδηγός βρίσκει σκαλωμένο στο τρένο ένα κάπως ιδιαίτερο σουβενίρ: ένα δαντελωτό, γαλάζιο σουτιέν. Η σκέψη του σουτιέν αναστατώνει τον Νουρλάν που πια δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Η απέραντη μοναξιά του τον οδηγεί να επιστρέψει στη γειτονιά και να αναζητήσει την ιδιοκτήτρια του στηθόδεσμου, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα για να πλησιάσει τις κυρίες των διαφόρων ηλικιών.

Η ταινία είναι βωβή μηδέ άηχη. Δεν έχει διαλόγους, διατηρώντας παράλληλα όλους τους φυσικούς ήχους που περιβάλλουν την ιστορία. Κατά βάση η ταινία του 51χρονου Γερμανού σκηνοθέτη  Βάιτ Χέλμερ διαθέτει μια γοητεία, καθώς το κάθε τι που συμβαίνει στα 90 λεπτά προβολής διεκπεραιώνεται σιωπηλά με έμφαση στην σωματική κίνηση και τις γκριμάτσες, όσο αφορά την ερμηνευτική του θέματος.

Με συναίσθημα, χιούμορ, αλλά και βαθιά πίκρα, ο Σέρβος ηθοποιός Μίκι Μανόλοβιτς, γνωστός από τις ταινίες του Εμίρ Κουστουρίτσα («Underground» και «Άσπρο Γάτος Μαύρος Γάτος»), στον ρόλο του μηχανοδηγού Νουρλάν αγκαλιάζει καταλυτικά το βλέμμα του θεατή, δίνοντας μια πνοή ζωής στις κινηματογραφικές φόρμες του Ζακ Τατί. Δεν είναι, βέβαια, ο Ιλό, αλλά ο ευσυνείδητος μηχανοδηγός που βιώνει απέραντα την μοναξιά, ψάχνοντας να βρει την συντροφικότητα και την αγάπη στην ξεκούραστη σκιά μιας γυναίκας, ενώ τα χρόνια και η προχωρημένη ηλικία έχουν νικήσει τον ζήλο. Υπ΄ όψιν, ότι στο σενάριο, παρά τον «πικάντικο» τίτλο της ταινίας «Το Σουτιέν» δεν υπάρχει ίχνος χυδαιότητας και σεξουαλικών στιγμών, αλλά μόνο ερωτισμό.   

Η μαγευτική φωτογραφία του Φελίξ Λίμπεργκ, η υπέροχη μουσική του Σιρίλ Μοράν, αντικαθιστούν την ανθρωπολαλιά, φτιάχνοντας ο Βάιτ Χέλμερ, πάντα στο δικό του σύμπαν, μια διαφορετική ταινία, ποιητική, ατμοσφαιρική, σκερτσόζικη, ολίγον παραμυθένια και γόνιμα μελαγχολική.       

«Ο Παραλίας»

(The Beach Bum)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χάρμονι Κορίν
  • Με τους: Μάθιου ΜακΚόναχι, Σνουπ Ντογκ, Ζακ Εφρον, Άιλα Φίσερ, Τζίμι Μπάφετ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο ξεπεσμένος ποιητής Μούντογκ (Μάθιου ΜακΚόνεχι – βολεμένος και ρόλος με πατήματα για τον υπέροχο ηθοποιό), που ζει πλέον ανάμεσα σε ποτάμια αλκοόλ, σύννεφα καπνού χασισιού και τα μαλακά μαξιλάρια της πλούσιας γυναίκας του (Άιλα Φίσερ) στο Μαϊάμι, χάνει την γυναίκα του σε αυτοκινητικό ατύχημα ενώ είναι «κομμάτια» και οι δυο τους από την ντρόγκα και το πιώμα.  

Η διαθήκη της πλούσιας αναφέρει πως η μισή περιουσία της θα περάσει στον Μούντογκ, μόνο, εάν και εφόσον στρωθεί να ξαναγράψει μια μεγαλειώδη ποιητική ανθολογία, ενώ η άλλη μισή μεταφέρεται στα χέρια της κόρης του. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο ασυμβίβαστος ποιητής θα βρεθεί άστεγος και θα πρέπει να τελειώσει το βιβλίο του ώστε να αντιμετωπίσει την οικονομική καταστροφή.

Σε αυτό το ταξίδι έμπνευσης θα τον βοηθήσουν οι φίλοι του: ένας πυρομανής (Ζακ Έφρον), ένας καπετάνιος με εμμονή στα δελφίνια (Μάρτιν Λόρενς), ένας ευγενικός ειδήμων του χόρτου (Snoop Dogg) και ένας παγκοσμίου φήμης τραγουδιστής που έχει κάνει καριέρα με το στυλ του μποέμ τύπου (Τζίμι Μπάφετ).

Από την κορυφή έως τα νύχια ο Μάθιου ΜακΚόνεχι στον ρόλο του Μουντογκ είναι μια καρικατούρα ένα γκροτέσκο υβρίδιο μποέμ και αντικομφορμιστή, ένα λιγδερό, κινούμενο ον ενδυματολογικά απαράδεκτο, που συνεχώς γελάει, απαγγέλει στίχους τύφλα στο μεθύσι και λιώμα από την ντρόγκα. Απελπιστικά κουραστική, κινηματογραφική φόρμα «ψαγμένου» ποιητή, που τα έχει όλα γραμμένα στα παλαιότερα των υποδημάτων και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πίνει, να μαστουρώνει και να πηδάει διάφορες, ροκανίζοντας την περιουσία της τρελάρας συζύγου του.

Στάση ζωής που δεν αγγίζει καθόλου την «καταραμένη» γενιά της αμερικανικής διανόησης, ούτε τις δικές μου προοπτικές περί πνευματικής δημιουργίας. Δεν πειραματίζεται ο ήρωας στις ουσίες και τις κραιπάλες, αλλά είναι ο σταθερός πυλώνας, η θέση της ζωής του. Είναι άκρως παρωχημένο, καθώς ο δυτικός σαμανισμός των μπίτνινγκς που μεσουράνησε στις μεταπολεμικές δεκαετίες ανήκει στο μακρινό παρελθόν. Η πνευματικότητα έχει ναδίρ και ζενίθ ακόμα και στον καλλιτεχνικό χώρο της Εσπερίας και είμαι εντελώς αντίθετος στην άποψη, ότι μεγάλα αριστουργήματα γράφτηκαν υπό του καθεστώτος τριπαρίσματος και μαστούρας.

Ο Μούντογκ είναι το ημίαιμο τέκνο του Μπουκόσφσκι με την απόλυτη παρακμή, έχοντας ως μαιευτήρα τον «dude» Λεμπόφσκι και νονό τον Λένι τον Βρομόστομο. Ο 46χρονος, Καλιφορνέζος σκηνοθέτης Χάρμονι Κορίν, που μέχρι σήμερα δεν έχει προσφέρει απολύτως τίποτα το ενδιαφέρον φιλμικά, παρά μόνο βίντεο κλιπς, καταθέτει μια επιφανειακή, stone ταινία δίχως σεναριακές σταθερές, εξυμνώντας, επίσης, άνοα τις όποιες διατάσεις πνευματικής δημιουργίας, που προέρχονται από την χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών. Μόνο οι όχθες της καφρίλας και της βαρβαρίλας είναι ορατές σε αυτή την ταινία, άντε και ο ήλιος του χλιδάτου Μαϊάμι.           

«Κομεντί, Δράση, Έρωτας και μια ζωή…Μπέργκμαν!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πασίγνωστο είναι, ότι από του Άη Δημήτρη και μετά στρώνουν τα χαλιά στα σπίτια και στην γιορτή του Κωνσταντίνου και της Ελένης αρχίζουν τα μαζέματα. Όπερ σημαίνει, πως ο φθινοπωρινός Οκτώβριος σημαδεύει την έναρξη των χειμωνιάτικων διαδικασιών, της εσωτερικότητας, των απολογισμών και της αυτογνωσίας, ενώ ο μυρωδάτος Μάιος σηκώνει την βαριά αυλαία για τον ανθρώπινο αμολισώνα, την εξωτερίκευση, την ελευθερία, την ξεγνοιασιά.

Ένα δεύτερο, δυνατό σημάδι ότι όλα αρχίζουν να αλλάζουν καιρικά και οι μάχες με τις ξαφνικές μπόρες, την βραδινή ψύχρα, την ψιλή κουβερτούλα που την θέλεις ακόμα στα πόδια όταν βλέπεις τηλεόραση στον καναπέ και το ανατριχιαστικό, μουντό πρωινό οδεύουν καθοριστικά προς την ήττα τους, είναι και οι εντατικές ετοιμασίες στις θερινές, κινηματογραφικές αίθουσες πριν ανοίξουν.

Εμείς, εδώ, στην γειτονιά μας έχουμε δυο θερινούς κινηματογράφους. Ο είς εξ΄ αυτών, η πανέμορφη «Ρία» μας, υφίσταται από το 1963, νήπιο ακόμα ο γράφων, ενώ ο έτερος το «Σινέ Βάρκιζα» άνοιξε τον επίσης ευάερο και εύοσμο χώρο του στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ήμουν πρώιμο εφηβάκι.

Κάθε βράδυ, σχεδόν, πηγαίναμε θερινό σινεμά, είτε ως παιδιά με τους γονείς μας, πορτοκαλάδα άνευ ανθρακικού και άοσμο καλαμπόκι στο διάλλειμα, είτε ως έφηβοι με την πολυμελή παρέα μας, άφραγκοι, γαλαρία, ενθουσιασμός, χαρά, είτε ως νέοι με το αμόρε μας, συζητήσεις, απόψεις, συμφωνίες, διαφωνίες και τέλος ως γονείς με τα τέκνα μας.

Άπειρες κινούμενες εικόνες άνοιξαν τις θύρες τους στην καλοκαιρινή σκέψη μου τόσα χρόνια, συντροφιά με τα γιασεμιά, τα αγριολούλουδα, τις πολύχρωμες φρέζιες, τις πυκνές, ψηλές πρασινάδες, την θαλασσινή αύρα να μοσχοβολά ο τόπος, να αφήνεσαι ενίοτε στις ακόρεστες ορέξεις των εντόμων. Το θερινό σινεμά ήταν από τις βασικές μας βραδινές εξόδους, ένα βήμα από τα σπίτια μας, δυο ανάσες δρόμος για τους μεγάλους κόσμους της 7ης Τέχνης. Τρεις είναι και οι ταινίες όλες αυτές τις δεκαετίες που όρθωσαν τρανό βασίλειο στην μνήμη μου, ουδέποτε θα ξεριζωθούν και έχουν να κάνουν με το θερινό σινεμά.

Η πρώτη είναι, μαζί με τον πατέρα και τον μεγαλύτερο σε ηλικία αδελφό μου, πιτσιρικάς στα δώδεκα ήμουν, όταν είδα την ταινία του Ρόμπερτ Όλντριτς «και οι Δώδεκα Ήταν Καθάρματα», μαρμαρωμένος, ασάλευτος, κυριολεκτικώς βιδωμένος στην πάνινη καρέκλα και το στόμα μου ορθάνοιχτο από δέος για μήνες. Η πρώτη μου «ακατάλληλη» ταινία.

Η δεύτερη ήταν το 1976, μικροέφηβοι μαζί με τον αγαπημένο, παιδικό μου φίλο Χρίστο (σήμερα καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας και φιλοσοφίας στο Στάμφορτ του Κονέκτικατ), ολομόναχοι, αφού κανείς από την παρέα μας δεν πήρε το ρίσκο, παρακολουθήσαμε τον «Εξορκιστή» του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Η επιστροφή από το σινεμά στα σπίτια μας βραδιάτικα έγινε με τα ποδήλατα ορθοπεταλιά, φουλάρα, βωβά με την καρδιά μας στο στόμα να συναγωνίζεται σε ένταση και ρυθμό, ξέφρενο, αφρικανικό ταμ ταμ, ενώ οι εφιάλτες κράτησαν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι που το ξαναείδαμε και με την σειρά μας τον «εξορκίσαμε».

Η τρίτη είναι το καλοκαίρι του 1994 όταν είδαμε οικογενειακώς τα «Μαθήματα Πιάνου» της Τζέιν Κάμπιον με την τετράχρονη θυγατέρα μου να κοιμάται από το πρώτο δεκάλεπτο στην αγκαλιά μου. Κάποια στιγμή προς το τέλος και ενώ οι μουσικές του Μάικλ Νάιμαν κεντούσαν μελωδικά την έναστρη, θερινή νύχτα, η μικρή άνοιξε τα μάτια της και μεταξύ ύπνου και ξύπνιου είπε: «Ωραία μουσική, μπαμπά. Να έρθουμε και αύριο να το δούμε».     

«Η Παράσταση Αρχίζει» σύντομα και φέτος στις όμορφες, σινε-οάσεις της χώρας μας. Αστέρια στην μεγάλη οθόνη, καλοκαιρινά αστέρια στον ζεστό, νυχτερινό ουρανό και ο συναγωνισμός τρανός . Καλή αρχή να έχουμε!        

«Μια Απίθανη Σχέση»

(Long Shot)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λεβάιν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Σεθ Ρόγκεν, Τζουν Ντάιαν Ραφαέλ
  • Διάρκεια: 125΄
  • Διανομή: Odeon

Ο Φρεντ Φλάρσκι (Σεθ Ρόγκεν – αήττητος) είναι ο ιδεαλιστής ρεπόρτερ που δεν κατάφερε να λάβει την αναγνώριση που ήλπιζε. Εργάζεται σε διαδικτυακή εφημερίδα, ορμάει στα δύσκολα ρεπορτάζ και ξεκακαρφώνει, νέο-ναζιστές, ρατσιστές, πλουτοκράτες και όλο το νοσηρό, κοινωνικό-πολιτικό σύστημα. Ανένταχτος, με ηθικές σταθερές, ψιλοκαφρούλης, ατσούμπαλος, αλλά αιχμηρός, τολμηρός, αυτοσαρκαστικός και αληθινός.

Η Σάρλοτ Φιλντ (Σαρλίζ Θερόν – καταπληκτική) είναι η σύγχρονη γυναικεία φιγούρα της πολιτικής. Υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής ούσα, ιδεαλίστρια, γεμάτη φως, ενέργεια, ομορφιά, δύναμη, πλάι σε έναν «βληματερό» πρόεδρο ηθοποιό, που ενώ είναι ο πρώτος άνδρας των Η.Π.Α. συνεχίζει να παίζει τον εαυτό του σε τηλεοπτικό σίριαλ, προτείνει στην Σάρλοτ να γίνει η επόμενη αρχηγίνα των Αμερικανών, γιατί ο ίδιος θέλει να αφήσει την πολιτική και να ασχοληθεί ολοκληρωτικά με την «δύσκολη» μετάβασή του από ηθοποιός της τηλεόρασης σε αστέρα του κινηματογράφου.

Η Σάρλοτ όμως είναι ο παιδικός-εφηβικός έρωτας του Φρεντ, όταν εκείνη ήταν 3 – 4χρόνια μεγαλύτερη του και ως μαθήτρια του λυκείου, οικολόγος και ακτιβίστρια έκανε μπέιμπι σίτινγκ, προκαλώντας μάλιστα και στύση στον προέφηβο. Ο Φρεντ, τελικά, παραιτείται από την εφημερίδα, όταν ενημερώνεται πως αγοράστηκε από έναν αδίστακτο μεγιστάνα του Τύπου και ως άνεργος ψάχνει για δουλειά. Τυχαία συναντιέται σε ένα επεισοδιακό γκαλά με την Σάρλοτ, ο παιδικός, ανεκπλήρωτος έρωτας πυρακτώνεται και η όμορφη πολιτικός γοητεύεται από το χιούμορ του, την ορμή και τα τσεκουράτα γραπτά του, οπότε τον προσλαμβάνει για να γράφει τους λόγους της, καθώς ετοιμάζεται για την κούρσα προς τον προεδρικό θώκο του Λευκού Οίκου.

Ο Φρεντ αποδέχεται την πρόταση και το ετερόκλητο ζευγάρι αρχίζει να βοηθά ο ένας τον άλλον, όταν ένας έρωτας γεννιέται στον δύσκολο κόσμο της πολιτικής και σε αυτόν της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων.    

Ό,τι πιο καινούργιο και φρέσκο στην συνταγή της αμερικάνικής κομεντί, στο γνωστό κινηματογραφικό είδος: «αγόρι αγαπάει κορίτσι» και αντιστρόφως με χιούμορ, καλό συγχρονισμό, γερή χημεία και δυο in to the point πρωταγωνιστές να μην σε αφήνουν να κουραστείς. Ο μεν Σεθ Ρόγκεν, αισθητά αδυνατισμένος (όπως και ο φίλος του Τζόνας Χιλ) ως άψογος χειριστής του είδους, πιο μαζεμένος από ότι τον έχουμε συνηθίσει, διεκπεραιώνει σούπερ τον ρόλο με τις ακρότητες των καταστάσεων, έντεχνα φορμαρισμένες όμως, πιο καλμαρισμένη την καφρίλα, ώστε να προσελκύσει η ταινία ηλικιακά μεγαλύτερο κοινό.

Το νόστιμο γλύκισμα της όλης υπόθεσης δεν είναι ο 37χρονος, πολυτάλαντος Καναδός κωμικός, παραγωγός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Σεθ Ρόγκεν, που όλοι γνωρίζουμε τους κινηματογραφικούς του «άθλους» («Superbad», «Το Τέλος του Κόσμου», «Φούντα Εξπρές», «50/50»), αλλά η κουκλάρα Σαρλίζ Θερόν που στα 44 χρόνια της με ένα Όσκαρ στα χέρια βούτηξε αβλεπί στο «καφριλέ», κωμικό σύμπαν της συντροφιάς του Ρόγκεν για να προσδώσει καύσιμο πολλών οκτανίων και να απογειώσει το όλο θέμα. Είναι απίθανη και κάποια στιγμή, αβίαστα μάλιστα, νομίζεις πως βλέπεις μια 25χρονη να εναρμονίζεται «αέρα» στο κλίμα. Τεράστια δοκιμή, ζόρικο τεστ για την ηθοποιό, ρίσκο μεγάλο για την Σαρλίζ που της βγήκε, τελικά, σε φλος ρουαγιάλ και μπράβο της. Ο προσανατολισμός της σε ολοένα και περισσότερο νεανικό κοινό («Μαχητές των δρόμων 8», «Atomic Blonde»), ετοιμάζει και την συνέχεια του  Atomic Blonde, δείχνει ηθοποιό που δοκιμάζεται συνεχώς.

Ο 42χρονος Νεοϋρκέζος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζόναθαν Λεβάιν διασχίζοντας το σινεμά τρόμου (Όλοι Ποθούν την Μάντι Λέιν – 2006), καταγράφοντας με ενδιαφέρον την νεανική, ανεξάρτητη, δραμεντί (Χυμαδιό – 2008), βρίσκει τελικά τον εαυτό του στο «50/50» για να καταλήξει στην καλά σκηνοθετημένη «Μια Απίθανη Σχέση», ως μια νέα μορφή κομεντί ίσων αποστάσεων από το γνωστό παλαιό είδος με πλήθος αναφορών στην ποπ κουλτούρα και τραγουδιών eighties (Blondie, Cameo, Cure, Bruce Springsteen, Roxette, Boyz II Men) στα σύγχρονα πράγματα, όπως την αγαθότητα να αναπαύεται μποέμικα στην ελαφριά χυδαιότητα, την περιθωριακή γουρουνιά, τον χαβαλέ και το άμεσο, τηλεοπτικό ενδιαφέρον του Game of Thrones ως must αναφορά για να δέσει η συνταγή.    

«Μπέργκμαν: Ενας Αιώνας»

(Searching for Ingmar Bergman)