fbpx

«Απολαυστικοί Μελ Γκίμπσον και Βινς Βον, πληθωρική, ρυθμική η Νάταλι Πόρτμαν και «Εμείς» οι τρομακτικοί», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ψυχαγωγία! Κύριο ζητούμενο στην θέαση κινηματογραφικών ταινιών, κίνητρο ακατάρριπτο που, ως γνωστόν, εκπορεύεται πάντα από το προϊόν της Τέχνης του σινεμά. Όταν όμως αυτό το προϊόν είναι θλιβερό και ανελέητα υποδεέστερο των βασικών προδιαγραφών του, τότε ο θεατής εύλογα θα αμυνθεί και θα στρέψει τα μούτρα του σε άλλες οδούς και λιβάδια για να ανακαλύψει την ψυχική του τέρψη. Και ο επαγγελματικός χώρος αυτής της ψυχαγωγίας αρχίζει την κλάψα για την μείωση των εισιτηρίων.

Το σημείο εκκίνησης για την απίστευτη σε μέγεθος προβολή κακών ταινιών ξεκινάει από την «θεία κονόμα», όπως εύστοχα αποκαλούν οι αφανείς «ψαγμένοι» την οδυνηρή εικόνα που φιγουράρει ένδοξα στο κάδρο της εποχής και μάλιστα στον χώρο των Τεχνών. Πλείστες σε αριθμό κινηματογραφικές παραγωγές κάτω του μετρίου, άνευ ενδιαφέροντος ανατρέπονται εν είδει χωματερής στο σινεφίλ πεδίο των επιλογών.

Μια, δυο, τρεις φορές ο ανυποψίαστος θεατής θα ακολουθήσει την φόλα, τέταρτη όμως όχι, καθότι εκτός του ενστίκτου υπάρχει και η εμπειρία, διάολε, ως οπλικό σύστημα στο ανθρώπινο είδος, ακόμα κι αν δεν είναι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου.

Οι αιθουσάρχες από την άλλη δακρύζουν, βλέποντας τους χώρους τους άδειους, όταν αποφασίζουν να τρέξουν τα γραφεία διανομής 8, 9 και 10 ταινίες εβδομαδιαίως, που ζήτημα είναι εάν αξίζει η μια από δαύτες. Υπάρχουν όμως οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, υπάρχει η «ευλογημένη μονέδα», που ακολουθεί την εντελώς αδιάφορη και συνήθως κακή ταινία.

Χρήμα που διανέμεται αφειδώς από ευρωπαϊκά κονδύλια σε προωθητικές κατευθύνσεις για την κινηματογραφική παραγωγή ή «βοηθήματα» για το καλό της Τέχνης, κατά το ηπιότερον, ώστε να υπάρχει το κατάλληλο «καύσιμο» για να σηκωθεί η ταινία στο άσπρο πανί, διότι από μόνη της και «ασιδέρωτη» μηδέ οι γονείς του σκηνοθέτη  θα έκοβαν εισιτήριο.

Προβάλλεται το προϊόν, τακτοποιούνται οι λογαριασμοί και οι όποιοι θεατές του αδιάφορου και φτηνού θεάματος, που εναπόθεσαν τον οβολό τους στο ταμείο, αυτοκρίνονται ως τα εξιλαστήρια θύματα της υπόθεσης ή ως πέπονες κατά το αρχαιότερον. Τέχνη σου λέει, ο καλοπροαίρετος και διψασμένος για ψυχαγωγία θεατής, ευρωπαϊκό, φιλμικό προϊόν, ξανασκέφτεται έντιμα, το τολμάει και τσουπ, μάπα το σταφύλι. Εν τω μεταξύ η κριτική είναι απούσα.

Και φτάσαμε στο δεύτερο σημαντικό και φλέγον ζήτημα, που ανάγεται σε πρώτο. Κριτική ταινιών!

Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που παρακολουθεί σινεμά η ανάγνωση της κριτικής μιας ταινίας;

Γνώση, ενημέρωση, τροφή για σκέψη, πιθανώς παρακίνηση για έξοδο, ταύτιση απόψεων, ακόμα και γόνιμη διαφωνία του σινεφίλ αναγνώστη με τον γράφοντα. Περισσότερο όμως είναι η επαφή, η ξενάγηση από έγκυρες πένες σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο που ονομάζεται σινεμά, όπου οι επαγγελματίες του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού χώρου παρακολουθούν ταινίες και με την γνώση, την κατάρτιση και την εμπειρία που διακρίνει τον κάθε ένα ξεχωριστά καταγράφουν και συνάμα αναλύουν το ειδικό βάρος του κάθε δημιουργήματος.  

Ε, αυτό το αλισβερίσι πάνε να το καταργήσουν όταν αναγκάζουν τον όποιο συνάδελφο κριτικό να παρακολουθεί σαν είλωτας τρεις ταινίες ημερησίως, συνολικής διάρκειας 375 λεπτών (6,5 ώρες!!!), όπου μερικές από αυτές την ίδια ώρα, γιατί στις 12:00 προβάλλουν ταινία με τον Μελ Γκίμπσον και τον Βινς Βον στο κέντρο της Αθήνας και στις 12:30 σε καλούν να «αναρριχηθείς» στους Αμπελοκήπους για να παρακολουθήσεις, παράλληλα, οσκαροβραβευμένο ντοκιμαντέρ. Γίνεται; Εκτός του καζανοκέφαλου που θα αποκτήσεις με τόσες ώρες, συνεχόμενης προβολής, φυσικά και δεν γίνεται, παρά μόνον, ω του γενετικού, βιολογικού επιτεύγματος, εάν και εφόσον διαθέτεις ανθεκτικό κλώνο.

Ο θεατής που δεν θα διαβάσει την κριτική μιας ταινίας (συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτήν) θα παραμείνει στο αθέατο (κάτι που ίσως το θέλουν), δεν θα ενημερωθεί γιατί ο επαγγελματίας κριτικός εξοντώθηκε στις συμπληγάδες πέτρες του κακού προγραμματισμού από τις εταιρείες διανομής.

Απομακρύνουν εμάς από εσάς. Αργά και μεθοδικά καταργούν τον γόνιμο διάλογο μας, τις αντιρρήσεις σας και τις διαφωνίες σας, το ύψιστο δικαίωμα να διαβάζετε για μια ταινία και εσείς να επιλέγετε εάν επιθυμείτε ή όχι να την παρακολουθήσετε.

Ο έγκριτος συνάδελφος και φίλος Ηλίας Φραγκούλης έγραψε στο άρθρο του στο freecinema (εδώ), αλλά όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις υπόγειες και κατασκότεινες διαδρομές, φωνή βοώντος εν τη ερήμω.. μα πολύ έρημος, άνευ οάσεων!              

«Τα Δύο Πρόσωπα του Νόμου»

(Dragged Across Concrete)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σ. Κρέιγκ Ζάλερ
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Βινς Βον, Ντον Τζόνσον, Λόρι Χόλντεν, Τζένιφερ Κάρπεντερ
  • Διάρκεια: 159’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικανός Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ είναι από τους νέους σκηνοθέτες που πραγματικά έχει μαγνητίσει το ενδιαφέρον μου. Σκληρός, λεπτομερειακός, άψογος αφηγητής, αρκετές φορές τρομακτικός και πάντα επί της ουσίας ξεδιπλώνει το νήμα των κινηματογραφικών ιστοριών του δίχως να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ανθρώπινη, στυγνή βία, είτε αυτή εκπορεύεται από την στρεβλή θέαση των πραγμάτων, είτε από το ζωώδες, ένστικτο της επιβίωσης, για τον Ζάλερ είναι το καθαρό καύσιμο των πολλών οκτανίων, χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός . Το πορτρέτο της παράνοιας στις ταινίες του χαρακτηρίζεται από την ιανική φιλοσοφία που οι καλοί και οι κακοί τρέφονται από την ίδια ενέργεια, είτε τα κίνητρα τους είναι παρανοϊκά και ερεβώδη, είτε είναι αγαθά και αναγκαία.

Κι εδώ ο Ζάλερ λύνει άνετα την κινηματογραφική εξίσωση του απάνθρωπου, της φρίκης και της λογικής, όπως συνέβη και στο ντεμπούτο του με το εμπνευσμένο, εκτός της γνωστής φόρμας, των γουέστερν «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του 2015, αλλά και στην συνέχεια του με το «Καυγάς στο Μπλοκ 99» του 2017, όπου η αβυσσαλέα ερμηνεία του Βινς Βον μας κέρδισε ολοκληρωτικά.

Ο Αμερικανό-Ιουδαίος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός (με το όνομα Czar γράφει, ερμηνεύει τραγούδια και παίζει ντραμς στην χέβι μέταλ μπάντα «Realmbuilder») στις ταινίες του είναι ακραία ωμός και εξαιρετικά καλός σε αυτό που διαχειρίζεται. Θα σκεφτόταν κάποιος, πως ο άνθρωπος και το κτήνος είναι οι σταθερές που αντλούν όλη την αφοσίωση του Ζάλερ. Με τον απίθανο Μελ Γκίμπσον σε πρώτο πλάνο και τον επίσης άριστο, χειμαρρώδη Βινς Βον δίπλα του, η ταινία δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να πάρεις ανάσα.

Καθηλωτικό police story στην νέο noir φόρμα κινηματογράφησης. Μια ληστεία στη μέση με πολλούς αποδέκτες, όπου οι έντιμοι, σκληροί μπάτσοι υποκύπτουν στην εύκολη ανεύρεση χρήματος. Για να σώσουν τις οικογένειες τους περνούν στην αντιπέρα όχθη της παρανομίας, ενώ οι ψυχασθενείς κακοποιοί και η σύγχρονη, ελώδης κοινωνία της πλέμπας και των μικροαστών  εναρμονίζονται με το κοινωνικό σχόλιο, το βιτριολικό χιούμορ, την αγωνία της περιπέτειας σε ρυθμό της δράσης που θυμίζει το «ζεστό» χνώτο του Μάικλ Μαν.

Σενάριο καλογραμμένο από τον ίδιο τον Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ στο μοτίβο του male buddy, να λειτουργεί σε πάνω από δυο επίπεδα ιστοριών με χαρακτήρες, αλλά και την ευκίνητη, περιφερειακή γυναικεία παρουσία, τα αγχωτικά, περίτεχνα κλειστά φωτογραφικά του Αμερικανό-Ινδού Μπέντζι Μπακσί (στενός συνεργάτης του Ζάλερ στις ταινίες του) και το μοναδικό,  ηλεκτρισμένο μουσικό ένδυμα του Τζεφ Χέριοτ, των σοουλάδων O’ Jays, αλλά και του ίδιου του Ζάλερ, λειτουργούν διακριτικά, συγκεντρώνοντας την χρονική αίσθηση της αφήγησης, την τεντώνουν δίχως να την διαλύουν.

Ένας σκληρός, παλαιάς κοπής αστυνομικός, ο Μπρετ Ρίντζμαν (Μελ Γκίμπσον – πολύ καλός) και ο ευέξαπτος, κατά 20 χρόνια, νεότερος συνεργάτης του, ο Άντονι Λουρασέτι (Βινς Βον – πολύ καλός), τίθενται σε διαθεσιμότητα όταν ένα βίντεο που δείχνει τις σκληρές μεθόδους καταστολής που ακολουθούν, διαρρέει στο διαδίκτυο.

Η σύζυγος του Μπρετ, η Μέλανι (Λόρι Χόλντεν , καλή), πρώην αστυνομικός κι αυτή, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και χρειάζεται συνεχώς θεραπεία με ακριβά φάρμακα, ενώ η έφηβη κόρη του τραμπουκίζεται ενίοτε από τους έγχρωμους συνομηλίκους στην υποβαθμισμένη, προβληματική γειτονία που διαμένουν. Ο Άντονι, από την άλλη, είναι ερωτευμένος με μια όμορφη, έξυπνη γιάπισα, που επιθυμεί μεν να την νυμφευθεί, αλλά ο πενιχρός μισθός του και το επάγγελμα του αστυνομικού θεωρεί πως δεν είναι αρκετά για να της χαρίσει την ευτυχία.

Με τα ελάχιστα χρήματα και χωρίς καμία επιλογή, οι απογοητευμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν την πληροφορία για έναν κακοποιό που έχει μπόλικο, βρώμικο χρήμα και τον παρακολουθούν στενά για να του ξαφρίσουν το μαύρο παραδάκι.

Ξαφνικά συνειδητοποιούν, πως αυτός και μερικοί ακόμα ετοιμάζουν μια μεγάλη ληστεία. Ενώ βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για να αποκτήσουν τα αναγκαία χρήματα βουτάνε στην δίνη των γεγονότων, όπου το σκηνικό είναι βίαιο, σκληρό και θανατηφόρο.

«Εμείς»

(Us)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει το σκεπτικό του στο προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.     

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.

«Vox Lux»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπρέιντι Κορμπέτ
  • Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Τζουντ Λο, Ράφεϊ Κάσιντι, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο 31χρονος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης  Μπρέιντι Κορμπέτ βρίσκεται ακόμα συμπιεσμένος από το κέφυλος που δεν έχει σπάσει για να βρει την προσωπική του ταυτότητα και το δικό του, αυθεντικό σκηνοθετικό βήμα.

Το 2015 τον γνωρίσαμε στο ντεπούντο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία «Η Γέννηση ενός Ηγέτη», που προσπάθησε να αναπτυχθεί σκηνοθετικά και θεματολογικά ως  Μίχαελ Χάνεκε στην «Λευκή Κορδέλα». Στο «Vox Lux» «μεταμφιέζεται» σε Λαρς φον Τρίερ, σε πιο μπαρόκ απόδοση,  κι απέναντι από τον φακό του στήνει την δύναμη που ονομάζεται Νάταλι Πόρτμαν.

Να αναφέρουμε, ότι ο Κορμπέτ, με την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε (Funny Games), όπως και σε ταινία του «αιρετικού» Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ (Melancholia). Αν και είναι γεννημένος στην ηπειρωτική Αριζόνα της Βόρειας Αμερικής, το δημιουργικό του βλέμμα είναι στραμμένο, σχεδόν καθηλωμένο θα λέγαμε, στους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Η ταινία του είναι υπερφίαλη και μοιάζει με γλυκό όνειρο που ξυπνάς γρήγορα γιατί βαρέθηκες να βλέπεις μια επαναλαμβανόμενη πράξη με διαφορετικούς τρόπους ειπωμένη. Μεγάλη η διάρκεια της, οπότε φλυαρεί ακατάσχετα. Χρησιμοποιεί τον Γουίλεμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή (φιοριτούρα άνευ λόγου που δεν είναι αναγκαία και δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην ιστορία), διέπεται από ναρκισσισμό στα πλάνα του και καταλαμβάνεται από βασανιστική αγωνία για το πως θα κλείσει την πόρτα κατάμουτρα στο θέμα που άνοιξε. Από ένα σημείο κι έπειτα κάνει κύκλους διψασμένος γύρω από την πηγή και δεν φρενάρει για να χρησιμοποιήσει το μαγγανοπήγαδο και να πιεί δροσερό νερό.

Η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα ρόλο που τον βγάζει με το γνωστό, άψογο ταμπεραμέντο της  και ως σπουδαία, ποπ σταρ τραγουδάει  Sia, χορεύει, παίζει καταπληκτικά σε μια ακόμα ταινία που τελικά δεν την δικαιώνει. Επιβάλλεται, σύντομα μάλιστα, να βρει την σωστή βάρκα και να διανύσει το ερμηνευτικό ποτάμι σε ασφαλή όχθη και όχι να αναλώνει το ταλέντο της σε άνευρες και βαρετές ταινίες. Από το 2015, απ΄ όταν, δηλαδή, «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» έχουμε να την απολαύσουμε σε παραγωγή της προκοπής. Οι πειραματικές επιλογές της του στιλ «Jackie», «Πλανητάριο» και ο «Αφανισμός» του νετφλιξιακού σύμπαντος, τώρα το ακατέργαστο «Vox Lux», κούρασαν τους θεατές της και σίγουρα την ίδια. 

Το 1999, η έφηβη Σελέστ (Ράφεϊ Κάσιντι – καλή) επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Ένας οπλισμένος συμμαθητής και φίλος της εισβάλει και αδειάζει τις σφαίρες τού οπλοπολυβόλου του πάνω στους ανυποψίαστους έφηβους μαθητές δολοφονώντας ένα σημαντικό αριθμό παιδιών, πληγώνοντας και την ίδια την Σελέστ.

Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μία ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της (Στέισι Μάρτιν – καλή) και ενός μάνατζερ (Τζουντ Λο – μικρή η παρουσία του αλλά πάντα γοητευτική). Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της  θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ.  

Το 2017 η, ενήλικη πια, Σελέστ (Νάταλι Πόρτμαν – πολύ καλή) ετοιμάζει την μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάζει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο «Vox Lux», η αδάμαστη, αθυρόστομη  σταρ, πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με την μητρότητα, την τρέλα και την δόξα στην εποχή του τρόμου.

«Ακίνητο Ποτάμι»

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
  • Σενάριο: Κάτια Γκουλιώνη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ιντρα Μπούρκοφσκα, Γιούρις Μπαρτκεβίτς
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Danaos Films

Η νέα μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή («Πολαρόιτ», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Μέσα στο Δάσος»), με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον Σπύρο Κρίμπαλη. Η παραγωγή είναι διεθνής και η ταινία, τo «Ακίνητο Ποτάμι», γυρίστηκε εξολοκλήρου στην χιονισμένη Ρωσία και στην επίσης ασπροντυμένη Λετονία. Εξαιρετική η φωτογραφία του Γάλλου Σιμόν Μποφίς (Μαχαίρι στην Καρδιά), καθότι είναι και ο μοναδικός ενδιαφέρον πόλος όλης της παραγωγής.

 Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μία βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα.

Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνομωσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία.

Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Όταν η οντολογία σε φιλοσοφικό επίπεδο επιχειρεί την σύγκρουση με το βαθύ θρησκευτικό πριγκιπάτο του ιερατικού δόγματος και η λογική επιδίδεται παραδίπλα σε ακατέργαστες τούμπες εντυπωσιασμού, ψάχνεις εναγωνίως, διάολε, να ανακαλύψεις τι στο καλό ήπιε ο σεναριογράφος και φυσικά τον κρυπτοχριστιανό, Greek orthodox σκηνοθέτη.

Δεν θα είναι λίγοι οι θεατές που ευλόγως θα αναρωτηθούν με ψιθυριστή απορία, ειδικά στο φινάλε, εάν πίσω από την παραγωγή ο βασικός, ανώνυμος χορηγός είναι η Μονή Πετράκη ή σύσσωμο το αθωνίτικο, Περιβόλι της Παναγιάς.     

Εκτός της γενικότερης αφασίας και του σεναριακού αλαλούμ, που αυτοκρατορικά εξουσιάζουν την πλοκή της ιστορίας του Φραντζή, η ταινία, με την παρρησία εφηβικού θράσους, πλασάρεται ως φόρος τιμής στον Ταρκόφσκι. Τούτο να το εκλάβουμε έντρομοι ως αφορισμό προς τον μέγα Ρώσο σκηνοθέτη ή απλά ως απειλή;

Εδώ σταματώ το γράψιμο για την συγκεκριμένη ταινία, που μηδέ ειρμού, μηδέ πρωτοτυπίας, μηδέ φαντασίας κατασκευάστηκε και φυσικά καμία σχέση με τον Ταρκόφσκι έχει. Πάμε λοιπόν από την αρχή, εάν και εφόσον υπάρχει κάποιο σοβαρό και πρωτίστως ορατό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο, ελληνικό σινεμά.    

«Ο Διερμηνέας»

(The Interpreter)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Σλοβακία, Τσεχία, Αυστρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάρτιν Σούλικ
  • Με τους: Γίρι Μένζελ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Ama Films

Ο 80χρονος Άλι ανακαλύπτει πως πρώην αξιωματικός των SS περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εκτέλεση των γονιών του.

Αποφασισμένος να εκδικηθεί καταφθάνει στη Βιέννη, όπου θα γνωρίσει τον 70χρονο Γκέοργκ, γιο του αξιωματικού. Η επίσκεψη θα γίνει αφορμή για ένα ταξίδι των δυο αντρών στη Σλοβακία και στα μυστικά του παρελθόντος.

Ο βραβευμένος Πίτερ Σιμόνισεκ του «Τόνι Έρντμαν» συναντά σε χρέη ηθοποιού τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν»), σε μία πανέμορφη ταινία δρόμου που έχει αφετηρία το ιστορικό δράμα και προορισμό την κωμωδία περί της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Σούλικ, ζυγίζει ευγενικά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, με την αρωγή δύο εξεχόντων ηθοποιών και της εξαίσιας χημείας τους.

Προβάλλονται επίσης:

  • Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Free Solo» των: Ελίζαμπεθ Τσάι Βασαρχέλι και Τζίμι Τσιν (Neo Films)
  • Το πολιτικό θρίλερ «Επίθεση στη Βομβάη» του Ελληνο-Αυστραλού Άντονι Μάρας (Spentzos Film)
  • Η γαλλική ταινία «Σε Πόλεμο» του Στεφάν Μπριζέ (Seven Films)
  • Η σπονδυλωτή ταινία «Βερολίνο Σ’ Αγαπώ» 11 σκηνοθετών (Tanweer)

«Η σκληρή Άγρια Δύση και η «ψυχασθενής» Ιζαμπέλ-«Γκρέτα»-Ιπέρ διασχίζουν θριαμβευτικά το «αρκτικό» κινηματογραφικό τοπίο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Απορία γεννημένη των τελευταίων ετών αναδύεται τάχιστα εκφραζόμενη απλά και κατανοητά για το μέσο νου, ότι ουδείς και ουδεμία, εκ του απαστράπτοντος, κινηματογραφικού συστήματος, δεν έχει αποφύγει το κολάν ένδυμα και την χρωματιστή μπέρτα του υπερήρωα.

Άπαντες του «ουράνιου», φιλμικού στερεώματος, μικροί μεγάλοι, πάντα σε ερμηνευτικό εύρος εννοώ, ηθοποιάρες, ηθοποιοί, σταρς και αστεράκια της φακής, σταρλετίτσες και επίδοξες ντίβες βόλεψαν το δέμας τους σε στενάχωρα, φουτουριστικά λαμέ και βινίλ υφάσματα για να υποδυθούν κάποιον καλό σωτήρα με θεϊκές δυνάμεις σε πρώτο ή δεύτερο ρόλο ή τέλος πάντων κάποιον διαβολικό καταστροφέα που θέλει σώνει και καλά να ισοπεδώσει τον γαλάζιο πλανήτη μας.

Το μεγάλα studios, συμπεριλαμβανομένου κι αυτό της Ντίσνεϊ, που εξώφθαλμα διαφαίνεται η κυριαρχία της στο αμερικάνικο «Βατικανό», έχουν μετασχηματιστεί σε τεμένη και οι «χρυσές» βάνες της μονέδας και της καταξίωσης στην μεγάλη οθόνη μαγνητίζουν, άνευ ιδιαίτερων αμυνών, όλο το έμψυχο δυναμικό της σύγχρονης υποκριτικής σκηνής του σινεμά.

Ουδείς, τουλάχιστον από αυτούς που γουστάρουμε ως φάτσες και ερμηνευτές, δεν έχει ξεφύγει από την φάκα του στενάχωρου, διαπλανητικού κολάν ή του ευρύχωρου, διαγαλαξιακού χιτώνα και της τενεκεδένιας στολής. Όλοι, ασυζητητί, προσκύνησαν το τέμενος, φόρεσαν στολές και όλοι τους απέκτησαν μυστηριακά, εξωτικά και μυστηκιστικά ονόματα που θα μείνουν άφθαρτα στο βιογραφικό τους. Ουδείς αναμάρτητος!

Ο πρώτος τον λίθον βαλέτω, στο να συμμετέχουν, δηλαδή, τρανά ονόματα της 7ης Τέχνης σε μεταφορές χάρτινων ηρώων στην μεγάλη οθόνη, σε υποστηρικτικούς ρόλους μαϊντανού, είναι ο πολύς και αξιαγάπητος Μάρλον Μπράντο, όταν το 1978 και έπειτα από τον σαρωτικό «Νονό» του 1972 και των «Φυγάδων του Μιζούρι», φόρεσε τον λευκό, υπέρφαρδο χιτώνα, υποδυόμενος τον σοφό, λευκότριχο πατέρα του Σούπερμαν, Τζορ Ελ. Είναι η πρώτη αξιόλογη, κινηματογραφική μεταφορά του χάρτινου, εξωγήινου υπερήρωα της DC comics, σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Ντόνερ και τον αείμνηστο Κρίστοβερ Ριβ στον ομώνυμο ρόλο.

Για 12 ημέρες γυρισμάτων, διάβασον διάβασον(!) ο μέγιστος Μπράντο πληρώθηκε με το αστρονομικό ποσό της εποχής των 3,7 εκατομμυρίων δολαρίων, συν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό επί των ακαθαρίστων κερδών της ταινίας. Η συγκεκριμένη εξωπλανητική αμοιβή για τον ελάχιστο χρόνο συμμετοχής του ηθοποιού κάλυπτε επίσης και το sequel το οποίο γυρίστηκε ταυτόχρονα με την πρώτη ταινία, αλλά ο Μάρλον δεν εμφανίστηκε στο δεύτερο μέρος, καθώς είχε ασκήσει αγωγή εναντίον του παραγωγού Ίλια Σαλκάιντ, υποστηρίζοντας, ότι ο Μεξικανός παραγωγός δεν του είχε αποδώσει το συμφωνημένο ποσοστό των κερδών του.

Τελικά, ο Μάρλον κέρδισε την αγωγή, ρίχνοντας στον τραπεζικό του λογαριασμό, περίπου τα 14 εκατομμύρια δολάρια για 10 λεπτά γυρισμάτων(!!!) Τα δε πλάνα του sequel με τον Μπράντο, που δεν παίχτηκαν, για την ιστορία να αναφέρουμε, πως χρησιμοποιήθηκαν στο «Superman: Η Επιστροφή» (Superman Returns) το 2006 με πρωταγωνιστή τον Μπράντον Ρουθ και τον Μάρλον Μπράντο στον «άλλο κόσμο». Ευτυχώς γιατί θα ζήταγε και τους τόκους.

Καταλαβαίνω, πως θα αναλογιστείτε, με το δίκιο σας άλλωστε, μεγάλους ηθοποιούς σε ρόλους χάρτινων ηρώων που άφησαν εποχή στο τότε σέλιλοιντ, όπως ο Τζάκ Νίκολσον ως Τζόκερ στον «Μπάντμαν» του Τιμ Μπάρντον. Μα αυτά ήταν τα νόστιμα τυράκια, οι προθάλαμοι που οδήγησαν στην σημερινή σινε-θύελλα, που δεν έχουν αφήσει τίποτα απολύτως όρθιο και σε κάθε παρακατιανό και δευτεράντζα ηρωάκι δίνουν και από μια κινηματογραφική υπόσταση.    

Πάνω που κουβεντιάζαμε ότι ο sui generis Χοακίν Φίνιξ κρατάει άμυνες και με σθένος γυρίζει τα μούτρα του από την άλλη στους χάρτινους υπερήρωες, να ο «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς που θα προβληθεί τον Οκτώβριο του 2019. Και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο κοντά του. Τι απέμεινε; Μια Ρέιτσελ Γουάιζ και ένας Ράιαν Γκόσλινγκ, διάολε! Ελπίζουμε να κρατήσουν έναν κάποιο χαρακτήρα…        

«Οι Αδελφοί Σίστερς»

(The Sisters Brothers)

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζακ Οντιάρ
  • Με τους: Τζον Σ. Ράιλι, Χοακίν Φίνιξ, Τζέικ Τζίλενχαλ, Ριζ Άχμεντ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Spentzos Films
  • Διακρίσεις: Ασημένιος Λέοντας Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Βενετίας 2018 – Βραβεία Σεζάρ: Σκηνοθεσίας, Ήχου, Φωτογραφίας, Παραγωγής

Κι όμως αυτή η ταινία, παρότι είναι συνεργασία αμερικάνικης και γαλλικής παραγωγής, εξαιρέθηκε από τα βραβεία Όσκαρ για να προωθήσουν το νετφλιξιακό «Roma», για να δώσουν καλλιτεχνική υπόσταση στην Marvel με τον «Black Panther», για να τσιμπήσουν άλλοθι με το δαχτυλισμένο «Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία» και για να υποδείξουν πολιτισμό, «δημοκρατία»  και ισότητα με το άνευρο «Αν η Οδός Μπιλ Μπορούσε να Μιλήσει».

Ούτε μια υποψηφιότητα στον Γάλλο δουλευταρά Ζακ Οντιάρ στην πρώτη του αμερικάνικη ταινία ή στην σαρωτική ερμηνεία του Τζον Σ. Ράιλι ή στην άψογη μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά ή στην παραλυτική φωτογραφία του Βέλγου Μπενουά Ντεμπί, εάν φυσικά θέλετε να αναφερθούμε σε αδικίες.

Τελικά, μόνο οι εκτός αμερικανικής επικράτειας σκηνοθέτες έχουν τα κότσια να μιλήσουν καθαρά και ακομπλεξάριστα για την σωστή εικόνα που περιβάλλει την ιστορία του έθνους της αστερόεσσας. Και αυτό μάλλον ενοχλεί τους, ας πούμε, ντόπιους. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Οντιάρ και τον Τομά Μπιντεγκέν και βασίζεται στην ομότιτλη, δυνατή νουβέλα του 44χρονου, βραβευμένου Καναδού συγγραφέα Πάτρικ ντεΓουίτ.

Δυο αντίθετοι μεταξύ τους χαρακτήρες, όπως είναι τα αδέλφια και πληρωμένοι δολοφόνοι, Έλι και Τσάρλι Σίστερς ταξιδεύουν από το Όρεγκον της βορειοδυτικής ακτής έως το Τζάκσονβιλ της νοτιοανατολικής ακτής στην δεκαετία του 1850, τοποθετημένοι στο ιστορικό πλαίσιο προ της έναρξης του αμερικανικού, εμφυλίου πολέμου, όταν δηλαδή ακόμα ο ορισμός «Άγρια Δύση» κυριολεκτούσε ως πανέμορφη και ατίθαση γη. Πλήθος μεταναστών όλων των τύπων, κυρίως ανεγκέφαλων εγκληματιών, ο πρώτος «πυρετός» του χρυσού και η αχαρτογράφητη φύση παραδομένη στο ανθρώπινο μένος.

Κουρδισμένοι μοναδικά για γουέστερν στόρι οι ήρωες, σαν φόρος τιμής στον μεγάλο του είδους Τζον Φορντ, όπως ο μεγάλος αδελφός, ο συναισθηματικός, προσγειωμένος και συγκρατημένος Έλι Σίστερ (Τζον Σ. Ράιλι), αλλά και ο νεώτερος μέθυσος, επιπόλαιος και παρορμητικός Τσάρλι Σίστερ (Χοακίν Φίνιξ), φονιάδες και οι δυο, μέσα από τις διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις τους κεντούν ένα ιδιαίτερο road movie που ισορροπεί επιδέξια στο δραματικό στοιχείο και στο πικρό χιούμορ, που πηγάζουν από τις αλήθειες. Το τεντωμένο σχοινί της επικίνδυνης σχοινοβασίας είναι η ίδια η Βόρεια Αμερική και ο παρανοϊκός ψυχισμός του γρήγορου πλουτισμού των εποίκων σε μια χώρα που κατακτήθηκε βίαια με αγνωσία, από την βαρβαρίλα και τα Κολτ.

Ο  Ζακ Οντιάρ ιστοριογραφεί, απελευθερώνοντας το ένστικτο του ρίχνει ανθεκτικούς, σκηνοθετικούς κάβους στην ιστορία δυο ανθρώπων – όχι και οι καλύτεροι του χωριού όπως λένε – για να καταλήξει σε ένα απίθανο φινάλε που λειτουργεί ως ιάμα στην οδύσσεια της ψυχής.             

Ο Έλι (Τζον Σ. Ράιλι – καταπληκτικός) και ο Τσάρλι (Χοακίν Φίνιξ – πολύ καλός όπως πάντα άλλωστε) είναι οι περιβόητοι πιστολάδες-φονιάδες Sister Broters, που τα πιστόλια τους είναι στην δούλεψη του «Καπετάνιου» Ρούντγκερ Χάουερ), ενός εύπορου «νονού» της εποχής. Άσοι στο πιστόλι, ο μεγάλος αδελφός, που είναι «κολλημένος» σε έναν παλιό όμορφο έρωτα με μια γυναίκα, νταντεύει και προστατεύει τον φιλόδοξο, τρελαμένο μικρό, που θέλει σύντομα να γίνει «Καπετάνιος» στην θέση του «Καπετάνιου».

Ο Καπετάνιος αναθέτει στα αδέλφια Σίστερ ακόμα μια αποστολή, που έχει να κάνει με την ανεύρεση κάποιου Χέρμαν Γουόρμ (Ριζ Άχμεντ –καλός), ο οποίος έκλεψε κάτι σημαντικό από το αφεντικό. Τον καλοσυνάτο Γουόρμ, όμως, τον παρακολουθεί, πάλι με εντολή του Καπετάνιου, ο ιχνηλάτης περιηγητής Τζον Μόρις (Τζέικ Τζίλενχαλ – καλός) για να ενημερώνει τους δολοφόνους αδελφούς που ακριβώς βρίσκεται το θύμα. Ο Μόρις που διαβάζει την «Ζωή στο Δάσος» του Χένρι Θορό, γράφει για το ταξίδι του στην ενδοχώρα, εντυπωσιάζεται από την ομορφιά της αμερικανικής υπαίθρου, μαθαίνει την αλήθεια, πως τελικά ο Καπετάνιος θέλει τον καλοσυνάτο Γουόρμ όχι γιατί είναι κλέφτης, αλλά γιατί είναι χημικός και έχει ανακαλύψει μια φόρμουλα που εντοπίζει τα κοιτάσματα χρυσού στα ποταμίσια νερά.

Οι περιβόητοι πιστολέρο, αδελφοί Σίστερ και η τρομερή φήμη τους ως οι αδίστακτοι φονιάδες να προηγείται από πόλη σε πόλη, διασχίζουν με πολλούς κινδύνους – από ανθρώπους και από την φύση – την βόρεια Αμερική από την δύση έως την ανατολή. Σε μια πόλη ως σημείο συνάντησης, τα αδέλφια συνειδητοποιούν ότι ο ιχνηλάτης Μόρις και ο προοδευτικός, χημικός Γουόρμ τα βρήκαν μεταξύ τους. Οπότε το κυνήγι τους στο τέλος του έχει δυο θύματα.   

«Η Χήρα»

(Greta)

 

  • Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Τζόρνταν
  • Με τους: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Κλόε Γκρέις Μόρετζ, Μάικα Μονρόε
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Το ότι πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε θρίλερ του Νιλ Τζόρνταν είναι μια καλή αφορμή για σινεμά σε σκοτεινή αίθουσα. Και αυτό το κερδίζει σπαθάτα ο βραβευμένος με Όσκαρ για το «Παιχνίδι των Λυγμών» Ιρλανδός σκηνοθέτης, πρώτον με την αφήγηση του και δεύτερον – που γίνεται αίφνης πρώτο –  με την απίθανη Ιζαμπέλ. Ε, για μια φορά ακόμα είναι αξεπέραστη αυτή η πολυεπίπεδη ηθοποιός. Ρόλος που φαίνεται ότι τον «διασκεδάζει» και σαν σαγηνευτική ιέρεια σε τραβάει στο απίθανο της.

Ο Τζόρνταν αποδίδει αλφάδι την καλή, αγγλική, θριλερική σχολή των κοντινών πλάνων με κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, όπως στην «Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα», κινηματογραφώντας πολύ έξυπνα, επίσης, την πολύβουη αμερικανική πόλη εντελώς σε English style, κάτι που προσδίδει μια γοητεία στο στόρι. Το σενάριο του Νιλ Τζόρνταν και του Ρέι Ράιτ ακολουθεί σωστά τον σκοτεινό δρόμο της αγωνίας που οδηγεί στην ψυχρή παράνοια η οποία πηγάζει από μια «γλυκιά» γυναίκα, που εξολοθρεύει γυναίκες.

Η φιλοσοφία της κατ΄ εξακολούθησης δολοφόνου, λόγω τραυματικού παρελθόντος, η μοναχικότητα και η σύγχρονη έξαψη μιας πόλης ως το κέντρο του κόσμου φτιάχνουν μια ταπισερί με ήρεμο φαινομενικά θέμα, για να καταλήξει αρκετά σύντομα σε ένα καλοβαλμένο θρίλερ ταμάμ για κινηματογράφο.

Η Κλόι Γκρέις Μόρετζ, που μας αρέσει και η κινηματογραφική της πορεία πηγαίνει βέλος στέκεται ακλόνητη δίπλα στο μεγαθήριο που ονομάζεται Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν είναι το θρίλερ που θα σε αφήσει σέκο. Είναι έντιμο, καλογυρισμένο και σίγουρα θα το ευχαριστηθείτε!    

Η Φράνσις (Κλόι Γκρέις Μόρετζ – πολύ καλή), μία νεαρή σερβιτόρα που πενθεί τον θάνατο της μητέρας της, ανακαλύπτει μία χαμένη τσάντα στο μετρό της Νέας Υόρκης και αποφασίζει να την επιστρέψει στην κάτοχο της.

Αυτή είναι η αρχή μίας ασυνήθιστης φιλίας με την αινιγματική χήρα Γκρέτα (Ιζαμπέλ Ιπέρ – άψογη!), παρά τη δυσαρέσκεια της καλύτερης της φίλης Έρικα (Μάικα Μονρόε – καλή) που κατά τα άλλα βοηθάει την Γκρέις να εγκλιματιστεί στη μεγάλη πόλη.

Η Φράνσις αγνοεί τις ανησυχίες της φίλης της, όμως τα κίνητρα της Γκρέτα είναι πιο νοσηρά από αυτά που φαντάζεται ο ανθρώπινος νους.

«Οι Αγώνες Μας»

(Nos Batailles)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Σενέζ
  • Με τους: Ρομέν Ντιρίς, Λουσί Ντεμπέ, Λετίσια Ντος
  • Διάρκεια: 98 λεπτά
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: One From the Heart

Η δομή της ταινίας είναι φτιαγμένη από δύο ιστορίες που τέμνονται: την εξαφάνιση της συζύγου και μητέρας, της Λώρα και τους εργατικούς αγώνες στους οποίους είναι αναμεμειγμένος ο Ολιβιέ. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια αντιστροφή: από τη μία ένας άνδρας που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του με τα δύο του παιδιά, κάτι που δεν είναι συχνό στις ταινίες και από την άλλη η σταδιακή μείωση της ανθρώπινης αξίας στην τωρινή μορφή του καπιταλισμού.

 Ο Γκιγιόμ Σενέζ αν και Βέλγος στην καταγωγή -κάνοντας πολλούς να μιλούν για έναν δημιουργό πιστό στην παράδοση των αδερφών Νταρντέν- και στην δεύτερη ταινία του αντλεί περισσότερο από την αμεσότητα και τη ζεστασιά του σινεμά του μεγάλου Κεν Λόουτς.

Με όχημα μια από τις ωραιότερες και απρόσμενες ερμηνείες του Ρομέν Ντιρίς, μια απόλυτα επίκαιρη, οικουμενικής εμβέλειας δημιουργία των καιρών μας όπου συμπλέκονται μοναδικά το προσωπικό με το πολιτικό, η στράτευση με την ανάγκη για ατομικότητα, το δράμα με το χιούμορ. Το αποτέλεσμα είναι ένας μοναδικός, συγκινητικός ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και αντίσταση, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες μας.

Ο Ολιβιέ κάνει ό,τι μπορεί για να αντιμετωπίσει καθημερινά τις αδικίες ενάντια στους υπαλλήλους στο εργοστάσιο όπου εργάζεται.

Αλλά από τη μια μέρα στην άλλη, όταν η σύζυγός του εγκαταλείπει ξαφνικά την οικογένεια τους, μένει μόνος του να τα βγάλει πέρα με τις ανάγκες των παιδιών, τις προκλήσεις της καθημερινότητας και τη δουλειά του. Αντιμέτωπος με αυτές τις νέες ευθύνες, αγωνίζεται να βρει μια ισορροπία. Γιατί η Λώρα δεν θα επιστρέψει.

«Arctic»

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζο Πένα
  • Σενάριο: Μαντς Μίκελσεν, Μαρία Θέλμα Σμαραντότιρ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο Τζο Πένα στο σκηνοθετικό του σημείωμα γράφει: «Τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα το πόσο εύθραυστος είναι ο άνθρωπος όσο η εικόνα μιας και μόνης κουκίδας να περιπλανιέται στον απέραντο ωκεανό του λευκού χιονιού. Τίποτα δεν αποτυπώνει παραστατικότερα την αντοχή όσο ένας άνθρωπος που περπατάει αργά μέσα σε δεινή θύελλα, σε σημείο που να μην μπορείς καν να τον διακρίνεις στη χιονοθύελλα.

Η τούνδρα ήταν η καταλληλότερη τοποθεσία για να γυριστεί η ταινία. Το πιο σκληρό περιβάλλον πάνω στη Γη που μπορεί να επιβιώσει κανείς.

Παρόλα αυτά, για μένα η ταινία δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) μια παραβολή για την πάλη ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση. Η ταινία αφορά στον αλτρουισμό ακόμα και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Από την αρχή, ήταν ξεκάθαρο πως ο Όβεργκορντ, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να είναι πρότυπο ανδρός. Δεν κάνουμε καμία αναδρομή στο παρελθόν του, δεν έχουμε φωτογραφίες της οικογένειάς του, ούτε καν κάποιο σημάδι βέρας. Ο πρωταγωνιστής δεν αναζητά κάποιο νόημα στη ζωή του, κάποια αίσθηση του ανήκειν, ή εξιλέωση για παρελθόντα λάθη.

Ο Μαντς Μίκελσεν σε μια πολύ καλή ερμηνεία.

Ένας άνδρας μετά την πτώση του αεροπλάνου του παγιδεύεται στην καρδιά της Αρκτικής (είναι η περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο, στον αντίποδα της Ανταρκτικής). Προσπαθεί να επιβιώσει κατασκευάζοντας το δικό του καταφύγιο, κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να βρει τροφή, αλλά και να αποφύγει τους κινδύνους που προκύπτουν, ενώ την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να στέλνει σήματα S.O.S., ελπίζοντας σε διάσωση.

Πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην ασφάλεια του καταφυγίου του ή αν θα αναζητήσει ενδεχόμενη σωτηρία στο άγνωστο και εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον της Αρκτικής.

Προβάλλονται επίσης:

Το ανιμέισον  «Το Πάρκο των Θαυμάτων» του Τζος Απελμπάουμ (Odeon)

«Η μοναδική σούπερ-ηρωίδα της Marvel συστήνεται κινηματογραφικά», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ένα καλό πανοραμικό πλάνο να μοιάζει με ζωή, άλλοτε η σιωπή κι άλλοτε ένα μουσικό θέμα να συνοδεύει την εικόνα, δίχως φωνές και μεταλλικούς ήχους. Η εσωτερικότητα της ημέρας, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται είναι βωβή σαν να πηγαίνει αντίθετα στους εγωιστές ήχους. Α, ξέχασα να συμπεριλάβω κι ένα φως από σημείο που να μπορεί να κινείται όσο ακίνητο κι αν φαίνεται, είτε είναι πρωί, είτε είναι εσπέρα. Όχι βράδυ γιατί η νύχτα δεν έχει ίχνος σιωπής μηδέ έξω μηδέ μέσα της. Για αυτό το φως καλύτερα είναι να αγγίζει την δράση πρωινές ώρες. Αν θέλει ο σκηνοθέτης το βάζει και την μεσημβρία ακριβώς στο κέντρο του πλάνου για καλύτερη ορατότητα δίχως σκιές.

Σκέφτεται ο γραφιάς το σενάριο και οι πρωταγωνιστές περιμένουν να διαβάσουν τις ατάκες τους. Υπάρχει χρόνος αρκετός. Μια ζωή ολόκληρη σαν κινηματογραφική ταινία. Άλλωστε τι να πεις. Περιμένουν οι άνθρωποι κάτω από το πανοραμικό πλάνο που επέλεξε ο σκηνοθέτης για να στιγματίσει το μεγαλείο της απλότητας. Μια στάλα χρόνου χωνεμένης αντοχής γι αυτά που πέρασαν, για αυτά που ζουν, για ό,τι έρθει και πιθανώς να μην τα προλάβουν.

Πάντα ελπίζουν οι ηθοποιοί για την καλύτερη ερμηνεία του ρόλου σαν ζωή κάτω από ένα καλό πανοραμικό πλάνο ώρα μεσημεριού. Θόρυβος κανένας. Ηρεμία και ο σκηνοθέτης είναι μαγεμένος, το ίδιο και οι θεατές στην σκοτεινή αίθουσα με τις σκιές στο άσπρο πανί.

Γράμματα και μουσική. Ένα πονεσιάρικο βιολί, μια σκιαγμένη τρομπέτα, ένα θυμωμένο τύμπανο, ένα διονυσιακό έγχορδο και η πλοκή ανάβει.  Δέος, έκσταση. Εκτεθειμένες εικόνες, άθλοι, ζωή, ταινία δίχως τέλος…  

«Captain Marvel»

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση φαντασίας (Marvel)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άνα Μπόντεν και Ράιαν Φλεκ
  • Με τους: Μπρι Λάρσον, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Μπεν Μέντελσον, Ντζίμον Χόνσου, Τζουντ Λο, Ανέτ Μπένινγκ, Λασάνα Λιντς, Κλαρκ Γκρεγκ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η Marvel  εφορμά στο μεγάλο πανί με το δικό του κορίτσι σωτήρα, σε σόλο εμφάνιση και όπως η Wonder Woman της DC comics, σώζει γαλαξίες και πλανητικά συστήματα. Είναι η μόνη, τελικά, που μπορεί να αντιμετωπίσει τον ισοπεδωτή Θάνος.

Γενεαλογικά, να αναφέρουμε εν τάχει, ότι η ιστορία της Captain Marvel ή Βερς κατά το εξωγήινο ή Κάρολ Ντένβερς κατά το γήινο, είναι αρκετά πολύπλοκη, καθώς δεν είναι η πρώτη σχεδιασμένη Captain Marvel στο γνωστό σύμπαν των super heros της Marvel, είναι όμως η πιο γνωστή και η πιο αγαπητή.

Προηγήθηκαν περί τους πέντε με έξι χάρτινους ήρωες – άνδρες και γυναίκες – με αυτόν τον τίτλο, αλλά η δυναμική Κάρολ Ντένβερς γεννημένη το 1968 από τον συγγραφέα Ρόι Τόμας και το πενάκι του Τζιν Κόλαν, είναι αυτή που αποφασίστηκε να εκπροσωπήσει κινηματογραφικά την υπέρτατη, θηλυκή δύναμη της Marvel, ως η γήινη αξιωματικός της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας με σούπερ δυνατότητες λόγω μιας κβαντο-έκρηξης. Στις «χάρτινες» περιπέτειες της έχει χαρακτηριστεί ως ο σπουδαιότερος, γυναικείος χαρακτήρας της Marvel, απόλυτα μαχητική, εκδικητική και αποτελεσματική.

Ως ταινία, τώρα, είναι αυτό που είναι και ευχαριστεί τους φανατικούς του είδους. Οι συνεργάτες Άνα Μπόντεν και Ράιαν Φλεκ στην σκηνοθεσία (νέοι και ψιλοανεξάρτητοι της κινηματογραφικής σκηνής) κουρδίζουν ευπρεπώς, κατά το απαραίτητον του θεαματικού, εφετζίδικου genre, την περιπέτεια και την δράση με κορυφαία παρουσία μια σούπερ γυναίκα στον χώρο των comics να κινείται σε ουρανό και γη. Βέβαια, για να είμαστε σωστοί, η Αμερικανίδα ηθοποιός Μπρι Λάρσον ως Captain Marvel – Κάρολ Ντένβερς δεν διαθέτει την αρχοντιά, το class και την δωρική στιβαρότητα της Ισραηλίτισσας Γκαλ Γκαντότ-Wonder Woman και ως αμερικανάκι η Μπρι (βέρα Καλιφορνέζα) που ενσαρκώνει την ηρωίδα της «αλητοπαρέας» Marvel έχει το τσίφτικο ύφος και το στυλάκι που χρειάζεται.

Κατά τα άλλα στο rock, γήινο περιβάλλον που διαδραματίζεται η πλοκή, χρονολογικής περιόδου αρχών της δεκαετίας του ΄90 ο διάκοσμος είναι σωστά στημένος με τέτοιο τρόπο που να δίνει τα αναγνωρίσιμα, ιστορικά στοιχεία της περιόδου, είτε μέσα από την μουσική ακολουθία της ταινίας, είτε από διάφορα αντι-ψυχροπολεμικά σλόγκαν και motos εκείνης της εποχής.

Υπάρχει και ο αειθαλής Σάμιουελ Λ. Τζάκσον που δίνει τον ρυθμό, τον τόνο στην δράση με χιούμορ, ουχί ακόμα μονόφθαλμος (εξηγεί την απώλεια του ματιού) αλλά σε νεότητα ως πράκτορας Men in Black, Νικ Φιούρι που ανακαλύπτει και συνεργάζεται με την Captain Marvel, ενώ ατυχώς συστήνεται στα nineties ως πράκτορας της Ασπίδας (Shield), τίτλος της οργάνωσης, που κινηματογραφικά τουλάχιστον, αποδόθηκε στο πρώτο επεισόδιο του Iron Man (ουπς..λαθάκι!). Το αλατοπιπέρισμα της παραγωγής προκύπτει από τον Τζουντ Λο και την Ανέτ Μπένινγκ σε καταλυτικούς για το στόρι, γαρνιτούρα, ρόλους.  

Η πολύτιμη γέφυρα για το κινηματογράφιλο κοινό κτίστηκε κατάλληλα και η Captain Marvel είναι έτοιμη, πάνοπλη για να αντιμετωπίσει τον σκληροτράχηλο, μακελάρη Θάνος στην πολυαναμενόμενη ναυαρχίδα της Marvel: «Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη», κάπου στις 25 Απριλίου 2019. Λάβετε τώρα μια πρόγευση για τον μεγάλο  αντίπαλο του συμπαντικού εξολοθρευτή και.. be patient fellas!

Η γαλαζοαίματη Βερς είναι η πολεμίστρια από την αριστοκρατική φυλή των ηρώων Κρι που ως φύλακες της τάξης ανά τους πλανήτες καταστέλλουν κάθε παράνομη πράξη των κακών Σκραλ.

Όταν αναλαμβάνει την πρώτη της αποστολή με την καταδίωξη του αρχηγού των Σκραλ σε ένα απόμερο πλανήτη του συστήματος και την απελευθέρωση ενός αιχμαλώτου Κρι, η επιχείρηση στραβώνει και η Βερς βρίσκεται αιχμάλωτη των Σκραλ, που την επιβάλλουν σε ένα βασανιστήριο μνήμης.

Ξαφνικά ανακαλύπτει, ότι τελικά δεν είναι μια καθαρόαιμη Κρι, αλλά η γήινη αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, που έχασε την μνήμη της μετά από ένα ατύχημα, που της χάρισε κάποιες σούπερ δυνάμεις που δεν γνώριζε.

Σε γήινο έδαφος μεταφέρεται η δράση στην δεκαετία του ενενήντα, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όπου η Βερς αρχίζει να ανακαλύπτει το παρελθόν της.

Ο πλανήτης όμως κινδυνεύει από τους Σκραλ, που εκτός των άλλων έχουν την δυνατότητα της πολυμορφίας, οπότε η Βερς, πρώην γήινη πιλότος Κάρολ Ντένβερς, θα αναλάβει να τακτοποιήσει το θέμα και με την βοήθεια του πράκτορα Νικ Φιούρι της μυστικής οργάνωσης «Ασπίδα» θα προσπαθήσουν να αποτρέψουν την καταστροφή.

«Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης»

(Under the Silver Lake)

 

  • Είδος: Noir περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ
  • Με τους: Άντριου Γκάρφιλντ, Ράιλι Κέο, Τόφερ Γκρέις
  • Διάρκεια: 139’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Σαμ (Άντριου Γκάρφιλντ – καλός) είναι ένας ρέμπελος, απογοητευμένος και άνεργος 33χρονός που ξοδεύει τον χρόνο του προσπαθώντας να βρει ενδιαφέρον στην ανιαρή καθημερινότητα του.

Κάτω από τον ζεστό, ουρανό του Λος Άντζελες ανταμώνει μια όμορφη κοπέλα, την γειτόνισσα Σάρα (Ράιλι Κέο – καλή) η οποία χρησιμοποιεί την κοινόχρηστη πισίνα του συγκροτήματος που κατοικεί. Βρίσκει ενδιαφέρον στη Σάρα, την φλερτάρει και όταν μετά από δυο ημέρες αυτή εξαφανίζεται χωρίς εξηγήσεις, ο Σαμ βάζει σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει τους λόγους που η μορφονιά χάθηκε ανεξήγητα από το πρόσωπο της γης. 

Ξεκινάει μία σουρεαλιστική αναζήτηση στο μεταμοντέρνο, ηλεκτρισμένο Λος Άντζελες των αντιθέσεων, ώστε να ανακαλύψει το μυστικό που κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση της και έχει σχέση με την απαγωγή και τον μετέπειτα θάνατο ενός εκκεντρικού δισεκατομμυριούχου. Ο Σαμ θα αρχίσει να κολυμπάει σε άγνωστα νερά, χαμένος στα πιο ζοφερά και μυστηριώδη βάθη της παράνοιας μιας πόλης που άλλο δείχνει και άλλο είναι.

Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ ο σκηνοθέτης, Αμερικανός, γνωστός από το καλοβαλμένο θριλεράκι του 2014 «Σε Ακολουθεί» (It Follows), στην τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, είναι σωστά ευθυγραμμισμένος στο είδος του σινεμά που θέλει να φιλμάρει και σε ότι «ψελλίζει» στα ενδιαφέροντα του καρέ.

Ο Μίτσελ σερβίρει ένα καλό γλύκισμα διαφόρων γεύσεων, που οι σινεφίλ και οι αρκετοί πνευματοδεμένοι με τις νεοεποχίτικες συνομωσίες θα «γλυκαθούν» τα μάλα. Παίζει χαριτωμένα σε όλο το φάσμα της ποπ κουλτούρας και οτιδήποτε έχει «κάψει» τον ανθρώπινο εγκέφαλο, δεκαετίες τώρα, το περνάει γενεές δεκατέσσερις.

«Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης» έχει καλή κινηματογραφική βάση, είναι γουστόζικο και ξεδιπλώνεται με συγκρατημένο νεύρο στο νέο-noir σύμπαν δίχως να γίνεται χαζό και αδιάφορο.

Ο Άντριου Γκάρφιλντ εξελίσσεται σε ηθοποιό προδιαγραφών και υποστηρίζει άψογα αυτό που ο Μίτσελ σπρώχνει μπροστά. Και είναι εμφανής η αγάπη, η εκτίμηση στον μετρ του τρόμου Άλφρεντ Χίτσκοκ, αλλά και στον μέγιστο δασκάλο Ντέιβιντ Λιντς.

«Αδέλφια εξ' Aίματος»

(La Τerra dell' Αbbastanza / Boys Cry)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: των αδελφών Νταμιάνο και Φάμπιο Ινοζέντσο
  • Με τους: Αντρέα Καρπεντζάνο, Ματέο Ολιβέτι, Μιλένα Μαντσίνι
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Danaos Films

 

«La Τerra dell’ Αbbastanza», όπως είναι ο πρωτότυπος, ιταλικός τίτλος της ταινίας ερμηνεύεται ως «Η Γη της Επαγγελίας». Μόνο που είναι σχήμα οξύμωρο αφού η ιστορία της ταινίας είναι ακριβώς το αντίθετο από μια «στεριά ευημερίας». Συμμορίες, μαφία, χαμένα όνειρα, τοξικό παρών, αβέβαιο μέλλον για δυο παιδικούς, επιστήθιους φίλους, εν μέσω κοινωνικών αδιεξόδων επέλεξαν τον χώρο της παρανομίας και του εγκλήματος για να αντλήσουν υπόσταση και να επιβιώσουν, κάπου στα περίχωρα της Ρώμης.  

Ντεμπούτο των αδελφών Νταμιάνο και Φάμπιο Ινοζέντσο σε ταινία μεγάλου μήκους και μια χαρά τα πάνε. Η θλίψη και η εσωτερική αβεβαιότητα της σύγχρονης γενιάς είναι άριστα αποτυπωμένη στα πρόσωπα, στα ιδανικά και τα αντανακλαστικά των δυο νέων ανθρώπων. Μοιάζει σαν ταινία καταγγελίας των δυο αδελφών σκηνοθετών, αλλά και σαν γερό τεστ των κινηματογραφικών τους δυνατοτήτων.

Μια ιστορία με ανοιχτό το παράθυρο διεξόδου, που ως δρόμος μπλοκάρεται εξ΄ αρχής από την απέλπιδη επιλογή δυο νέων ανθρώπων που ολοφάνερα διαπιστώνουν την απόλυτη σκλαβοποίηση του συστήματος. Μαφιόζοι για τον σεβασμό και το άφθονο χρήμα και ο υπόκοσμος ως εφήμερο καταφύγιο στον δρόμο δίχως προοπτική και επόμενη μέρα. Στην άκρη της πορείας ο εγκλωβισμός.  

Ενδιαφέρουσα πρώτη κινηματογραφική δουλειά των αδελφών Ινοζέντσο , που δεν έχουν κάποια σπουδή ή τεχνική κατάρτιση, γραμμένη σε δικό τους σενάριο, είναι μια ταινία σκοτεινή, τραγική και συνάμα ειρωνική. Υπέροχοι και οι δυο νέοι ηθοποιοί, ο Αντρέα Καρπεντζάνο και ο εκφραστικότατος Ματέο Ολιβέτι, που κλέβουν κυριολεκτικώς την παράσταση.

Γκανγκστερικό δράμα που κινείται στην υγρή και παγερή ατμόσφαιρα του «Γόμορρα», τεστάροντας τα όρια και τις αντοχές της αληθινής φιλίας.      

Ο Μίρκο (Ματέο Ολιβέτι,- πολύ καλός) και ο Μανόλο (Αντρέα Καρπεντζάνο – καλός), είναι κολλητοί φίλοι από παιδιά. Ζουν και οι δύο σε μονογονεϊκές οικογένειες που δύσκολα τα βγάζουν πέρα, κάπου στα προάστια της Ρώμης. Περνούν τις μέρες τους στη σχολή και τις νύχτες τους κάνοντας βόλτες με το αμάξι, κάνοντας όνειρα για τις γυναίκες, τον έρωτα, τις δουλειές που θα βρουν, τα χρήματα που θα κερδίσουν και μια καλύτερη ζωή που έρχεται.

Ένα βράδυ, παρασύρουν άθελά τους με το αμάξι έναν άγνωστο πεζό και στη συνέχεια τον εγκαταλείπουν αβοήθητο στην άσφαλτο. Αυτό που δεν γνωρίζουν, είναι ότι στην πραγματικότητα έχουν σκοτώσει έναν πληροφοριοδότη της αστυνομίας και ότι με αυτό τον τρόπο έχουν μόλις εξαργυρώσει μια θέση στην τοπική συμμορία μαφιόζων.

Οι ανέσεις που τους εξασφαλίζει το εύκολο χρήμα και οι αυταπάτες μιας ακμάζουσας καριέρας στην πυραμίδα της μαφίας, «μεθούν» τους δύο νέους που πολύ σύντομα θα συνειδητοποιήσουν ότι ο κόσμος του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι η γη της επαγγελίας που αναζητούσαν.

«O Τυχοδιώκτης του Παρισιού »

(L’ Empereur de Paris)     

  • Είδος: Βιογραφική περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν Φρανσουά Ρισέτ
  • Σενάριο: Βενσάν Κασέλ, Όλγα Κιριλένκο, Φρέγια Μέιβορ, Όγκουστ Ντιλ, Φαμπρίς Λουκινί, Ντενί Μενοσέ, Tζέιμς Τιερέ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon – Audio Visual

Υπαρκτό πρόσωπο ο ήρωας και μέτρ των αποδράσεων Βιντόκ και μάλιστα η νεανική ζωή του έχει καταγραφεί ως βίος και πολιτεία ενός τυχοδιώκτη απατεώνα, που πριν γίνει ο σπουδαίος ντεντέκτιβ αστυνόμος των γαλλικών Αρχών του 19ου αιώνα, σπατάλησε το βιός του σε μονομαχίες, γυναίκες, κλοπές, φυλακίσεις και αποδράσεις.

Ευγένιος Φρανσουά Βιντόκ και τα κατορθώματα του, λένε, πως ενέπνευσαν σπουδαίους, μεταναπολεόντιους Γάλλους συγγραφείς, όπως τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ, τον Βίκτωρα Ουγκό για τον Γιάνι Αγιάνι των «Αθλίων» αλλά και τον Αμερικάνο Έντγκαρ Άλαν Πόε. Μια θρυλική  μορφή της ταραγμένης περιόδου της αυτοκρατορίας του Βοναπάρτη, ο οποίος θεωρείται και ο πατέρας της σύγχρονης εγκληματολογίας, καθώς ήταν ο ιδρυτής και ο πρώτος διευθυντής της γνωστής Sûreté Nationale, όπως ενημερώνουν οι εγκυκλοπαίδειες.

Στην κάμερα του  Γάλλου σκηνοθέτη Ζαν Φρανσουά Ρισέτ έχουν καδραριστεί διάφοροι σταρς από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Ο Ίθαν Χοκ, ο Λόρενς Φίσμπερν και ο Γκάμπριελ Μπερν, όταν ο Ρισέτ έστησε το 2005 το remake του Τζον Κάρπεντερ «Επίθεση στο Σταθμό 13», Ο Μελ Γκίμπσον το 2015 στην «Βίαιη Δικαιοσύνη» και δεν αναφερόμαστε στους Γάλλους Ζεράρ Ντεπαρντιέ και Βενσάν Κασέλ στις ταινίες «Δημόσιος Κίνδυνος 1 & 2».

Ο Ρισέτ είναι καλός χειριστής της περιπέτειας και εδώ χρησιμοποιεί ξανά τον Κασέλ, που όπως και ο Ντεπαρντιέ είναι από τους σύγχρονους, άνδρες Γάλλους ηθοποιούς-σταρ με χολιγουτιανό διαβατήριο. Καλή μούρη ο Βενσάν ως Βιντόκ, μόνο που η διαχείριση του συναισθήματος του απατεώνα με καρδιά και τσαγανό χρειαζόταν περισσότερη δουλειά.

Το στόρι είναι δομημένο σε παλαιομοδίτικη φόρμα κινηματογράφησης (σαν να διαβάζεις τα «Κλασικά Εικονογραφημένα» για όσους θυμούνται), δίχως να χάνει σε αίγλη και ο Ρισέτ σε πολλά πλάνα χρησιμοποιεί φιλμ των 35 mm με πλούσια σκηνικά, καλή επιμέλεια στον τομέα της ενδυματολογίας, στην διεύθυνση παραγωγής (Φρανσουά Αμέλ) και την φωτογραφία (Μανού Ντακόζ), να προσδίδουν κατάλληλη ατμόσφαιρα στην περιπέτεια, κάτι που προσωπικά μου άρεσε. Πλούσια και καλοστημένη ταινία. Μια καλή πινελιά είναι και η παρουσία του «παγωμένου» Γερμανού ηθοποιού Όγκουστ Ντιλ («Άδωξοι Μπάσταρδη», «Kursk: Η Τελευταία Αποστολή») στον ρόλο του εγκληματία Ναθάνιελ.

Φυσικά είναι καλύτερη παραγωγή, σε ρεαλιστικό πεδίο δράσης και καταγραφής από το μεταφυσικό και αλχημιστικό «Vidocq, Η Μάσκα του Τρόμου» του 2001 σε σκηνοθεσία του επίσης Γάλλου σκηνοθέτη της «Catwoman», Πιτόφ με πρωταγωνιστή τον Ζεράρ Ντεμπαρντιέ.       

Στο απόγειο της βασιλείας του Ναπολέοντα, ο Βιντόκ (Βενσάν Κασέλ – καλός), ο μόνος άνθρωπος που απέδρασε με επιτυχία από δύο φυλακές υψηλής ασφαλείας, είναι ένας θρύλος στον κόσμο των παρανόμων. Αφού θεωρήθηκε νεκρός μετά από την τελευταία, εντυπωσιακή του απόδραση μαζί με ένα ακόμα εγκληματία κατάδικο, τον Ναθάνιελ (Όγκουστ Ντιλ – καλός), ο πρώην κακοποιός κρατάει πια χαμηλό προφίλ, ως ένας απλός έμπορος ρούχων.

Στον πάγκο με τα τόπια στην πολυσύχναστη παριζιάνικη, λαϊκή αγορά ο Βιντόκ γνωρίζει και βοηθά την κλέφτρα Ανέτ (Φρέγια Μέιβορ), που την κυνηγά ο αστυνόμος Ντουμπιγιάρ (Ντενί Μενοσέ), αφού η κοπελιά έχει ξαφρίσει κάποια ρολόγια από τις τσέπες περαστικών. Στην συνέχεια την σώζει από ένα ντουέτο κακοποιών, που περίμεναν μεγαλύτερη λεία από τα κλοπιμαία.

Το παρελθόν του όμως δεν τον αφήνει ήσυχο, καθώς αυτοί που προσπάθησαν να κακοποιήσουν την Ανέτ και τους ξυλοφόρτωσε ήταν πρώην συγκρατούμενοι του και τον αναγνώρισαν ως τον θρυλικό Βιντόκ. Μαχαιρώνουν κάποιον  και κατηγορούν τον Βιντόκ ως δολοφόνο. Για να αποδείξει την αθωότητα και τις καλές προθέσεις του, κλείνει μια συμφωνία με την αστυνομία. Να καταδιώξει και να συλλάβει πρώτα τους δυο πραγματικούς μαχαιροβγάλτες που τον κατηγόρησαν άδικα και στην συνέχεια όλους τους κλέφτες και δολοφόνους του Παρισιού, μαζί και τον αρχηγό τους με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Χωρίς καν να το προσπαθεί, ο Βιντόκ γίνεται από πρώην κατάδικος αστυνόμος.

 

«Ένα Όμορφο Αγόρι»

(Beautiful Boy)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Φέλιξ Φον Γκρόνιγκεν
  • Με τους: Στιβ Καρέλ, Τίμοθι Σαλαμέ, Μόρα Τίρνεϊ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Ένα βαθιά συγκινητικό πορτρέτο της ακλόνητης αγάπης ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας και της απόλυτης δέσμευσης της απέναντι στην προσπάθεια του νεαρού γιου, για απεξάρτηση. Η ταινία βασίζεται στα απομνημονεύματα του καταξιωμένου δημοσιογράφου Ντέιβιντ Σέφ, αλλά και του γιού του, Νικ Σεφ: «Beautiful Boy: A Father’s Journey Through His Son’s Addiction», περιγράφοντας μια σκληρή πραγματικότητα: ότι ο εθισμός είναι μια ασθένεια που δεν κάνει διακρίσεις και μπορεί να χτυπήσει οποιαδήποτε οικογένεια ανά πάσα στιγμή.

Το 2005, ο καταξιωμένος δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σεφ έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Ο Εθισμένος Γιος μου» για το New York Times Magazine. Mια συγκλονιστική,  ειλικρινή και αξέχαστη κατάθεση ψυχής για τη μάχη που έδινε ο γιος του Νικ, με τον εθισμό του στα ναρκωτικά. Ταυτόχρονα περιέγραφε τις δικές του προσπάθειες να σώσει την οικογένειά του – τη δεύτερη σύζυγό του Κάρεν και τα δύο πολύ μικρότερα παιδιά τους – στη διάρκεια μιας δεκαετούς δοκιμασίας.

Δύο χρόνια αργότερα, ο παραγωγός Τζέρεμι Κλάινερ της Plan B Entertainment ,  έμαθε ότι ο Σεφ είχε γράψει ένα βιβλίο για τον 10ετή αγώνα του γιου του, με τίτλο «Ένα Όμορφο Αγόρι» και ταυτόχρονα ο ίδιος ο Νικ είχε γράψει τα δικά του απομνημονεύματα με τίτλο «Tweak». Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα και δημιούργησαν ένα συναισθηματικό, πολυεπίπεδο πορτρέτο μιας  οικογένειας σε κρίση. Όταν ο Κλάινερ μοιράστηκε τα βιβλία με τους συνεργάτες του, τους παραγωγούς Ντίντι Γκάρντνερ και Μπραντ Πιτ, πρότεινε ένα ασυνήθιστο σενάριο.

Κάθε βιβλίο ήταν από μόνο του συγκινητικό και σημαντικό, ο συνδυασμός τους, όμως, θα μπορούσε να γίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι δύο διαφορετικές οπτικές απέναντι στα ίδια γεγονότα συνδυάστηκαν για το σενάριο μιας ταινίας.

O τίτλος του βιβλίου και της ταινίας «A Beautiful Boy» προέρχεται από το ομότιτλο τραγούδι που έγραψε ο Τζον Λένον , όταν γεννήθηκε ο γιος του, Σον. Το τραγούδι «Beautiful Boy» είχε πάντα μεγάλη σημασία για τον Ντέιβιντ Σεφ, αφού στην αρχή της δημοσιογραφικής του καριέρας είχε πάρει συνέντευξη από τον Λένον.

Στα 18 του χρόνια, ο Νίκολας Σεφ (Τίμοθι Σαλαμέ) είναι καλός μαθητής, συντάκτης της σχολικής εφημερίδας, ηθοποιός στις θεατρικές παραστάσεις του σχολείου και μέλος της ομάδας υδατοσφαίρισης. Φανατικός αναγνώστης και ταλαντούχος καλλιτέχνης, ο Νικ είναι έτοιμος για το κολέγιο.

Είχε αρχίσει να πειραματίζεται με τα ναρκωτικά όταν ήταν 12 ετών, αλλά στα τέλη της εφηβείας του δοκίμασε για πρώτη φορά μεθαμφεταμίνη και, όπως έγραψε κι ο ίδιος, «ο κόσμος έγινε ξαφνικά από ασπρόμαυρος, technicolor».

Ο Nικ, πολύ γρήγορα μεταμορφώθηκε, από ένα παιδί που απλά δοκίμαζε περιστασιακά ουσίες, σ’ έναν πλήρως εξαρτημένο έφηβο. Ανάμεσα σε αποτυχημένες προσπάθειες αποτοξίνωσης, εξαφανίσεις και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν και καθώς ο Νικ βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στον κόσμο των ναρκωτικών, ο πατέρας του, Ντέιβιντ Σεφ (Στιβ Καρέλ) αγωνίζεται να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη και με την δύναμη της αγάπης, να σώσει το «όμορφο αγόρι» του από τα συντρίμμια της εξάρτησης.

«Iαν ΜακΚέλεν: Ρόλος Ζωής»

(McKellen: Playing The Part)

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ- βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Τζο Στίβενσον
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Neo Films

Βασισμένη σε μια συνέντευξη 14 ωρών, η ταινία «Ίαν ΜακΚέλεν: Ρόλος Ζωής» είναι ένα ταξίδι στις σημαντικές στιγμές της ζωής του σπουδαίου Άγγλου ηθοποιού ΜακΚέλεν, από την πρώιμη παιδική ηλικία σε μια απαιτητική καριέρα που τον έθεσε υπό το φως της δημοσιότητας για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Πλήθος φωτογραφιών από το προσωπικό αρχείο του ΜακΚέλεν και κινηματογραφικά ανακατασκευασμένων σκηνών, ο θεατής γίνεται μάρτυρας της λάμψης αυτού του ακατέργαστου ταλέντου μέσα από την ένταση, την διαφορετικότητα και την αφοσίωση.

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ για τον Ίαν ΜακΚέλεν, Τζο Στίβενσον, αποφοίτησε από την Κινηματογραφική Ακαδημία της Νέας Υόρκης σε ηλικία μόλις 17 ετών.

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ως σκηνοθέτη και παραγωγού ήταν το «Chicken» το 2015, ενώ με τον Άγγλο ηθοποιό Στίβεν Φράι γύρισε την τηλεταινία «he Happy Prince with Stephen Fry», βασισμένη στο παραμύθι του Όσκαρ Γουάιλντ.

Κατά βάση θεατρικός ηθοποιός, εξαίσιος ερμηνευτής σεξπηρικών έργων, ως ο σπουδαιότερος ηθοποιός της γενιάς του έχει χαρακτηριστεί, ο Ιάν ΜακΚέλεν.

Ακτιβιστής, ομοφυλόφιλος, σπουδαίος άνθρωπος, αναφέρουν όσοι τον συναναστρέφονται, έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με την συμμετοχή του σε δυο blockbuster κινηματογραφικές τριλογίες του σκηνοθέτη Πίτερ Τζάκσον («Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» και «Χόμπιτ») υποδυόμενος τον μάγο Γκάνταλφ.

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε «Κάθε Χίλια Χρόνια» του Κρίστοφερ Λάντον (Tanweer)

Το ντεμπούτο της Τώνιας Μισιαλή με την μεγάλου μήκους ταινία «Παύση» Από τις 7 Μαρτίου θα προβάλλεται μόνο στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Το ντοκιμαντέρ  του Χρήστου Πυθαρά «Σόπι – Μια Ημέρα Ακόμη» που θα προβληθεί στον κινηματογράφο «Δαναός» στις 9, 10, 16 και 17 Μαρτίου 2019.

«Ιστορίες γυναικών σε χρόνους παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κινηματογραφικό ενσταντανέ: Ελλάς 2019.

Τον συνάντησα ξανά το πρωί, κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου, να κάθεται στην ίδια θέση, όπως κάθε ημέρα άλλωστε, με μια χαρτόκουτα στα πισινά να τον προφυλάσσει από τις κρύες πλάκες του πεζοδρομίου, μπροστά από την βιβλιοθήκη. Δίπλα του, συντροφιά ένα όμορφο, μαλλιαρό τετράποδο με κομψό παλτουδάκι στην ράχη και δερμάτινο, κόκκινο λουρί, ήσυχο, σχεδόν ακίνητο. Είχε ξανά απλωμένο το χέρι του με το πλαστικό κύπελλο και την χειρόγραφη ταμπέλα μπροστά του: «Είμαι Άστεγος, Βοήθεια».

Παλίκαρος, γύρω στα 35 με 40 χρόνων, ψηλός, ρωμαλέος, με ταλαιπωρημένα ενδύματα φτωχού ανθρώπου και βλέμμα ολοζώντανο ικανό να πιάσει αδιαπραγμάτευτα την πέτρα και να την μετατρέψει σε ασβέστη. Κι όμως, είναι επαίτης, διάολε, ένας ακόμα επαίτης!

Με το αμαρτωλό, διάφανο κύπελλο ανά χείρας, ελάχιστα ψιλά ριγμένα μέσα του, να τα βλέπει ο κόσμος, αμίλητος, έντεχνα βλοσυρό ύφος, απλωμένο το δέμας του στην χαρτόκουτα ανιχνεύει τις ευαισθησίες των περαστικών και με δόλωμα, πρωτίστως, για τον γυναικείο πληθυσμό, το χαριτωμένο σκυλάκι σιμά του. Τεχνάσματα των οκνηρών. Δεν άντεξα, πλησίασα ευγενικά κοντά του και ρώτησα γεμάτος απορία:

«Είσαι άρρωστος, άνθρωπέ μου;», αφελής προσέγγιση, διότι εάν ήταν άρρωστος δεν θα στηνόταν πέντε ώρες οκλαδόν στο ηρωικό αγιάζι των ημερών.

«Όχι, άστεγος είμαι και δεν έχω χρήματα», απάντησε συμπληρωματικά. Απλά τον κοίταξα γεμάτος θλίψη και τον άφησα να συνεχίζει το «μεροκάματο του οκνηρού».

Τελείωσαν οι δημοσιογραφικές προβολές και τέσσερις ώρες μετά ήταν ακόμα εκεί, έξω από την στέγη της σοφίας, στο κρύο, κάτω από τον μουντό ουρανό μαζί με το σκυλί του. Συνέχιζε να επαιτεί.

Έτρεξα για να προλάβω την κανονισμένη συνάντηση με «κρατικό λειτουργό» στην εφορία, ώστε να τακτοποιήσω τι άλλο… οφειλές. Δεν εργαζόμαστε πια. Δουλεύουμε νυχθημερόν μόνο και μόνο για να επιβιώνουμε ως πειθήνια εγγεγραμμένα μέλη ενός παγκόσμιου κλαμπ που γεννά λογαριασμούς, φόρους, εκκρεμότητες, δόσεις, νέες, οικονομικές υποχρεώσεις και φυσικά την ανάγκη του καταλύματος και της τροφής. Ω δαίμονες!

Τελείωσα αίσια με τα φορολογικά, τω Θεώ δόξα, και συνέχισα στο πρόγραμμα μου, που περιελάμβανε συνέντευξη σε καφέ του κέντρου. Ο συνεντευξιαζόμενος με έστησε περί την μισή ώρα. Οι καλλιτέχνες πάντα διαθέτουν την απώλεια του χρόνου και το γνωρίζω, οπότε δεν στεναχωριέμαι, δεν τους κακολογώ. Άλλωστε είχα αρχίσει να γράφω τα θέματα μου για το InTownPost στον υπολογιστή αφημένος στην θαλπωρή του χώρου με έναν καφέ συντροφιά, ώσπου ένας ψηλός, 30χρονος διέκοψε το γράψιμο με την ευγενική φωνή του: «Συγγνώμη κύριε, μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;»

Τον κοίταξα ευθύς στα μάτια και το βλέμμα του είχε την ίδια ζωντάνια με αυτή του επαίτη. Κρατούσε έναν σακίδιο στο χέρι και διέθετε χαμόγελο τεντωμένο τόξο. «Παρακαλώ!» απάντησα, που συνήθως αποφεύγω τέτοιου είδους συνομιλίες καθότι γνωρίζω που καταλήγουν.

Έβγαλε την αστυνομική του ταυτότητα, την άφησε με αυτοπεποίθηση στο τραπέζι και είπε: «Είμαι αυτός που γράφει. Δουλεύω ως νόμιμος πωλητής στην εταιρεία και εάν αγοράσετε από εμένα θα έχετε και απόδειξη. Δεν πουλάω «μαύρα». Είμαι η βιτρίνα και το μαγαζί του δρόμου».

Γέλασα με την καρδιά μου από την τοποθέτηση και το πλασάρισμα που έκανε: «βιτρίνα» και «μαγαζί» του δρόμου; Μα είναι καταπληκτικό, ευφάνταστο, σκέφτηκα. Τον κοίταξα καλά από πάνω μέχρι κάτω. Παλίκαρος, νέος, δυνατός, αποφασισμένος, κουρασμένος, αλλά όχι παραδομένος, όχι πονηρός και καθόλου τεμπελης.

«Όλη την ημέρα είμαι στους δρόμους και πουλάω βαμβακερές, ανδρικές κάλτσες», ανάφερε, μάλιστα, και την ελληνική εταιρεία, γνωστή στο εν λόγω προϊόν. Παρουσίασε την πραμάτεια του προσεκτικά και αγόρασα κάποια ζευγάρια. Με έπεισε. Πραγματικά, έβγαλε απόδειξη με σφραγίδα της εταιρείας, κατέγραψε στο στέλεχος το αντίτιμο και το παρέδωσε στα χέρια μου, δίχως να φλυαρεί και να μυξοκλαίει. Περήφανος, επαγγελματίας, εργαζόμενος γυρολόγος για να επιβιώσει στο σκοτεινό βασίλειο της κρίσης. Τον ρώτησα, αδιάκριτα αυτή την φορά, εάν είναι ευχαριστημένος με την δουλειά του.

«Κούραση μεγάλη», απάντησε λακωνικά και μια φανερωμένη χαρμολύπη κέντησε την επιφάνεια του πρόσωπο του σαν να ευχαριστεί που υπάρχει κι αυτό για να ζήσει και ταυτόχρονα σαν να ήθελε να κρύψει εικόνες του παρελθόντος του, ότι κάποτε τα πράγματα ήταν καλύτερα στη ζωή του.

Μπορεί να ήταν ψέμα αυτή η performance με σκοπό να πουλήσει και η απόδειξη πιθανώς, να είναι πλαστή. Το σίγουρο όμως ήταν, ότι δεν κοπροσκύλιαζε ο παλίκαρος, δεν επαιτούσε, δε κρατούσε αυτός ο εύρωστος, νέος άνθρωπος το αμαρτωλό, διάφανο, πλαστικό ποτήρι με την σπαραξικάρδια, χειρόγραφη επιγραφή και δεν έσερνε μαζί του συναισθηματικά δολώματα εν είδει χαριτωμένων σκύλων.

Πλάνο φινάλε: Οι κάλτσες πλύθηκαν, φόρεσα ένα ζευγάρι και όντως είναι ζεστές, όπως ακριβώς το διαφήμιζε ντόμπρα και με παρρησία το προϊόν του.

Στόρι σε μια Ελλάδα ψυχρή, αδιάφορη, άλλοτε καυτή σαν πάγος.   

«Η Δουλειά Της»

(Her Job)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Σερβία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νίκου Labôt
  • Με τους: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Δημήτρης Ήμελλος, Μαρία Φιλίνη, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Ελένη Καραγιώργη, Δανάη Πριμάλη, Ορφέας Αγγελόπουλος, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Γεωργία Τσαγκαράκη, Ειρήνη Ασημακοπούλου, Αρετή Σεϊνταρίδου
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου) 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1ο Βραβείο Fipresci Καλύτερης Πρώτης Ταινίας Μεγάλου Μήκους – Βραβείο Υoung Fipresci, Φεστιβάλ Βαρσοβίας

Η παρθενική εμφάνιση σε ταινία μεγάλου μήκους του βραβευμένου,  ντοκιμαντερίστα και μικρομηκά Νίκου Χαραλαμπόμπουλου («Ο Σκύλος») ή  Νίκου Labôt κατά το νεώτερο, φέρνει σε πρώτο πλάνο την Ελληνίδα γυναίκα, σύζυγο, μάνα της οικονομικής ύφεσης, που ανακαλύπτει την υπόσταση της μέσα από την πρώτη της δουλειά ως καθαρίστρια εμπορικού κέντρου.

Ο διάκοσμος του σεναρίου οικείος στον θεατή, σημερινός, πονετικός, άμεσος και συνάμα βίαιος, έχει να κάνει με το σπίτι, τα τέκνα, τον άνεργο σύζυγο που αναλώνεται σε δουλειές του ποδαριού, την ανέχεια, το άδειο ψυγείο, τις στερήσεις και τελικά την αναγκαστική φυγή της συζύγου από την οικιακή φροντίδα προς τους ολισθηρούς δρόμους της σύγχρονης εργασίας ή καλύτερα της δουλείας και της στυγνής εκμετάλλευσης.

Καλοβαλμένη ταινία ελληνικής, γαλλικής και σέρβικης παραγωγής, σε γραφή σεναρίου από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την Κατερίνας Κλειτσιώτη εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα, όπως αναφέρει ο δημιουργός της, με την ελληνική, σινε-καλλιτεχνική «περηφάνια» αποτυπωμένη πλήρως στα πλάνα της, να χάνει σε κάποια σημεία στην δομή του στόρι την ανάσα της – άλλωστε είναι η πρώτη μεγάλου μήκους για τον Νίκο Labôt -, την  ωραία φωτογραφία του Διονύση Ευθυμιόπουλου πλαισιωμένη στο ευπρεπές μοντάζ της Γαλλίδας Ντούνια Σισόφ. Το μεγάλο ατού της, βέβαια, είναι η ερμηνεία της ηθοποιού   Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη στις γερές πλάτες της.

Με ακόμα δυο σημαντικά επίπεδα ανάγνωσης που προσπαθεί να σμιλεύσει ο Labôt πάνω στην ίδια την οντότητα της φοβισμένης, γυναίκας νοικοκυράς του σήμερα, που ορμάει, ένεκα ανάγκης, στον εργασιακό στίβο και στην επίπλαστη αυτονομία και χειραφέτηση της στην ζούγκλα της εκμετάλλευσης, της βίας αλλά και της απαξίωσης από το πρώτο, αρσενικό του σπιτιού της.   

Είναι η ιστορία της σαραντάχρονης, σχεδόν αναλφάβητης νοικοκυράς Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου  – πολύ καλή) μητέρα δυο τέκνων, που θα χρειαστεί να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά, όταν ο άντρας της Κώστας (Δημήτρης Ήμελλος – καλός) θα χάσει τη δική του.

Μη έχοντας πολλά προσόντα, θα προσληφθεί για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εταιρείας καθαρισμού σ’ ένα νέο πολυκατάστημα. Εκεί, παρά τις συνθήκες εκμετάλλευσης και εργασιακής απαξίωσης, θα βιώσει μια πρωτόγνωρη αίσθηση οικονομικής και συναισθηματικής ανεξαρτησίας που θα την βοηθήσει να σταθεί για πρώτη φορά στα πόδια της.

«Δύση Ηλίου»

(Napszállta / Sunset)

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ουγγαρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λάζλο Νέμες
  • Με τους: Τζούλι Τζάκαμπ, Σούζαν Γουέστ, Βλαντ Ιβάνοφ, Ουρς Ρεχν
  • Διάρκεια: 148’
  • Διανομή: Filmtrade
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικών Fipresci 75ου Φεστιβάλ Βενετίας

Από το ζενίθ στο ναδίρ. Μόνο με αυτές τις δύο λέξεις κατορθώνω να προσεγγίσω την πρώτη και την δεύτερη κινηματογραφική δουλειά του βραβευμένου Ούγγρου σκηνοθέτη, με το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, Λάζλο Νέμες.

Πραγματικά, αδημονούσα να παρακολουθήσω την επόμενη ταινία του μετά τον αφοπλιστικό, τον μοναδικό για τα κινηματογραφικά δεδομένα «Γιο του Σαούλ» του 2015. Τι ταινία, τι δύναμη, τι ερεβώδης ποίηση, τι ελευθερία κίνησης στην κάμερα, τι σινεμά φιλμαρισμένο στα 35 mm, τι διείσδυση στην ανθρώπινη κόλαση και συνάμα στην εύοσμη λύτρωση. Έπος! Και τώρα στην «Δύση Ήλιου», την απόλυτα εξαρθρωμένη ταινία, όπως ακριβώς και η απόδοση του τίτλου της στα ελληνικά.

Φλύαρος, φοβισμένος, μονότονος, περισσότερο χαμένος και καθόλου συγκεντρωμένος ο Νέμες, για 148 λεπτά της ώρας παίζει με τα φωτογραφικά κάδρα, γυρισμένη και αυτή σε 35 mm, παίζει με τα σκηνικά του, παίζει με την ίδια, ασταμάτητη κίνηση της κάμερας, όπως και στον «Γιό του Σαούλ», παίζει αλληγορικά με το επιτηδευμένα πειραγμένο, έντονο φως του πρωινού ήλιου και το σκοτάδι της νύχτας, παίζει με τα πορτρέτα της  Τζούλι Τζάκαμπ, για να μας επικοινωνήσει, αν δεν κάνω λάθος, κάτι για την ματαίωση, κάτι για την απώλεια, κάτι που κάποτε ήταν η χώρα του και τώρα δεν είναι. Απλά και ξάστερα, περί όνου σκιάς η αφήγηση του.

Ο Νέμες ξεκάθαρα αγαπάει το σινεμά και την εικόνα της τέχνης που υπηρετεί. Στην ταινία αποδεικνύει περίτρανα αυτή την λατρεία, αλλά με τόσο κάλλος και καλλιτεχνία αμελεί την βασική ουσία που είναι το σενάριο και στο κουβάρι των τόσων πληροφοριών – οι περισσότερες από αυτές άχρηστες – και την πληθώρα των στοιχείων που συσσωρεύονται, το μόνο που καταφέρνει είναι να αποσυντονίσει το ενδιαφέρον και να κουράσει τον θεατή. Ελπίζω να μην είναι ο σκηνοθέτης πυροτέχνημα και να μην παρακολουθήσαμε την προσωπική, καλλιτεχνική του δύση.    

Βουδαπέστη 1913, στην καρδιά της Ευρώπης, ιστορικά τοποθετημένη πριν την έναρξη του Α’  μεγάλου πολέμου, στην τελευταία φάση της κραταιής Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η νεαρή Ίριζ Λάιτερ (Τζούλι Τζάκαμπ  – καλή) φτάνει στην Βουδαπέστη ελπίζοντας να εργαστεί ως καπελού στο θρυλικό κατάστημα- πιλοποιείο που κάποτε ανήκε στους γονείς της.

Παρόλα αυτά ο νέος ιδιοκτήτης  Όσκαρ Μπρίλλ (Βλαντ Ιβάνοφ  – καλός)  δεν δέχεται να την προσλάβει. Τη στιγμή της άφιξής της στο κατάστημα, γίνονται προετοιμασίες για την υποδοχή σημαντικών καλεσμένων της ουγγρικής αριστοκρατίας ένας άνδρας προσεγγίζει την Ίριζ αναζητώντας κάποιον Κάλμαν Λάιτερ, για τον οποίο – και παρόλο που φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνην- η Ίριζ δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτε.

Αρνούμενη να φύγει από την πόλη, η Ίριζ  αρχίζει να αναζητά τον Κάλμαν Λάιτερ, τον μοναδικό συνδετικό κρίκο με το χαμένο παρελθόν της.  Αυτή η αναζήτηση την οδηγεί μακριά από τα λαμπερά φώτα του καταστήματος Λάιτερ, στους σκοτεινούς δρόμους μιας Βουδαπέστης που αρχίζει να αντανακλά την αναστάτωση ενός πολιτισμού που ετοιμάζεται να βυθιστεί στο χάος.

«Ζωή»

(Zoe)

 

  • Είδος: Ερωτικό επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντρέικ Ντορέμους
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Λέα Σεντού, Τέο Τζέιμς, Ρασίντα Τζόουνς, Κριστίνα Αγκιλέρα
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Odeon

Όλα όσα διαδραματίζονται στην τελευταία φουτουριστική ταινία του Καλιφορνέζου Ντρέικ Ντορέμους (Like Crazy) είναι άπαντα δανεισμένα από κάπου άλλου. Το «Blade Runner» διασταυρώνεται με την «Τεχνητή Νοημοσύνη» και «Ο Άνθρωπος των Δύο Αιώνων» αγκαλιάζεται σφιχτά με το «Από Μηχανής».

Στο βιο-δημιουργικό hi tech περιβάλλον μιας πολυεθνικής, που κατασκευάζονται διάφορα συνθετικά, εξελιγμένα ανθρωποειδή με ιδιαίτερες ικανότητες να διασώσουν το ανθρώπινο συναίσθημα και την συντροφικότητα, παράλληλα πλασάρονται χάπια ερωτικής ευφορίας και σούπερ ηλεκτρονικοί υπολογιστές που πιστοποιούν το κατά πόσο ταιριάζεις ή όχι με τον σύντροφό σου. Δυστοπικό, κοντινό μέλλον που προσπαθεί να χαρτογραφήσει φοβικά την μοναχικότητα, την απώλεια του ρομαντισμού και την ανικανότητα να αγαπήσεις αληθινά.

Τυλιγμένο τσαπατσούλικα σε αρτίστικη σκηνοθετική αφήγηση, το στόρι παραμένει άνευρο και ψυχρό. Ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ ως ο επιστήμονας μηχανικός και δημιουργός των ανθρωποειδών που «αισθάνονται» – ενώ ο ίδιος στην προσωπική του ζωή συναισθηματικά είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως – δεν καταφέρνει να δώσει τον απαιτούμενο παλμό και να λειτουργήσει σωστά η πλοκή.

Ενδιαφέρουσα, όμως, είναι η συμμετοχή του ελληνικής καταγωγής Τέο Τζέιμς στον ρόλο του αρσενικού ανθρωποειδούς Ας. Η ομορφούλα Λέα Σεντού («Η Ζωή της Αντέλ») εδώ ως η πληθωρική Ζόι, προσωπικά δεν με έχει πείσει ακόμα για ηθοποιός προδιαγραφών.    

Ο Κόουλ  (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ) είναι ο μηχανικός τεχνητής νοημοσύνης που προσφέρει τεχνολογικά εργαλεία για ρομαντικές σχέσεις. Η πρώτη ανακάλυψη της εταιρείας του ήταν ένας αλγόριθμος που καθορίζει την πιθανότητα μιας επιτυχημένης σχέσης, ενώ το πρόσφατό έργο του είναι οι τεχνητοί άνθρωποι που έχουν σχεδιαστεί για να γίνουν το τέλειο ταίρι.

Ο Κόουλ στην τελειοποίηση τού πρώτου συνθετικού άνδρα, του Ας (Τέο Τζέιμς) ξεκινάει μια σχέση με την συνάδελφο του Ζόι (Λέα Σεϊντού). Η σχέση τους όμως εμπλέκεται με τα επιστημονικά προϊόντα και το μέλλον της εταιρείας.

Προβάλλονται επίσης:

Το siquel τρόμου «Γενέθλια Θανάτου 2» του Κρίστοφερ Λάντον (Tulip Entertainment)

Το animation «Ο Μαγικός Κήπος» των Αρνό Μπουρόν, Αντον Κρινγκς (Tanweer)

«Ο Ρώσος συγγραφέας Σεργκέι Ντοβλάτοφ, η υποψηφιότητα της Γκλεν Κλόουζ και ο φαροφύλακας Τζέραλντ Μπάτλερ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Άρτον και θέαμα» θα απολαύσουν και φέτος οι προσκεκλημένοι των βραβείων Όσκαρ στις 24 Φεβρουαρίου 2019. Το πρόγραμμα θέλει πρωτίστως το «θέαμα», η πνευματική βρώση δηλαδή, που θα ικανοποιηθεί δια μέσω των σινε-επιτευγμάτων της 7ης Τέχνης και των βραβεύσεων τους, κι έπειτα θα ακολουθήσει, ο καθιερωμένος «άρτος» – κάτι παραπάνω από παντεσπάνι φέρνει η εν λόγω τερψιλαρύγγιος κραιπάλη – για να μην μείνει ανικανοποίητο, εδώ που τα λέμε, και το ανθρώπινο, υλικό στοιχείο.

Κάθε εκλεκτός καλεσμένος σταρ, αφού ξεμπερδέψει στα γρήγορα με το άνευ παρουσιαστή γκραντ γκαλά της απονομής των χρυσών αγαλματιδών της 91ης τελετής της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, θα σπεύσει ταχύτητα, σε μορφή βέλους προς την σάλα, για να σταθεί όρθιος στον ευφάνταστο μπουφέ των εδεσμάτων, απολαμβάνοντας τις μοναδικές σνακ δημιουργίες του Βόλφγκανγκ Πακ, οι οποίες αρκετές από αυτές θα τηρούν τις αυστηρές προδιαγραφές για τους φανατικούς βίγκαν, συντροφιά, πάντα, με εκλεκτή σαμπάνια. Τα καθιστά δείπνα, όπως καλώς αντιλαμβάνεστε, ανήκουν πλέον στο ένδοξο παρελθόν του θεσμού.  

Ο Βόλφγκανγκ Πακ είναι ο πιο πλούσιος σεφ του πλανήτη, που, εκτός από ιδιοκτήτης του γνωστού εστιατορίου «Spago» στο Νίαρ Γουέστ Χόλιγουντ του Μπέβερλι Χιλς, για 25 συνεχή χρόνια έχει την απόλυτη ευθύνη του διάσημου μενού της βραδιάς των βραβείων Όσκαρ. Έτσι, ως ένας ακόμα σταρ στο είδος του, επιμελήθηκε πειθαρχημένα και αυτή την χρονιά τον μυθικό μπουφέ στο Ντόλμπι Θιάτερ, που περιμένουν άπαντες οι προσκεκλημένοι, είτε είναι οι νικητές, είτε είναι οι ηττημένοι της βραδιάς.

Ο διάσημος, 70χρονος Αυστριακός σεφ στο χαλιφικών διαστάσεων δείπνο των 30 πιάτων, που έχει προγραμματίσει, επί χάρτου εξ΄ αρχής, ευελπιστεί και φέτος να «ερεθίσει» γευστικά τους ουρανίσκους όλων των φανατικών του θαυμαστών.

Χλιδή, φώτα, ευωχία, πλούτος, διασημότητες, γεύσεις και φυσικά Τέχνη, καθότι και οι «μύθοι» θέλουν την καλοπέραση τους.   

«Εξόριστος Συγγραφέας»

(Dovlatov)

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Ρωσία, Σερβία, Πολωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ
  • Με τους: Μίλαν Μάριτς, Ντανίλα Κοζλόφσκι, Έλενα Σουτζέκα, Άρθουρ Μπεσάστνι
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2018

Σοβιετική ένωση, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν, κοινοβιακή συμβίωση, ο Λεονίτ Μπρέζνιεφ στα πράγματα, σκληρή προπαγάνδα, αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ της παλιάς Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, Λένινγκραντ 1971 και έξι σεναριακές ημέρες μαζί με τον αντιφρονούντα, αρμενο-ιουδαϊκής καταγωγής δημοσιογράφο και συγγραφέα Σεργκέι Ντοβλάτοφ (3 Σεπτεμβρίου 1941 – 24 Αυγούστου 1990), που έβλεπε πέρα από τα σιδεροπλεγμένα όρια της σοβιετίας, τότε, στην δεκαετία του εβδομήντα.

Η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία για τον Ρώσο μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ, που συστήνεται όμως για πρώτη φορά στο ελληνικό σινεφίλ κοινό, αφού οι προηγούμενες ταινίες του δεν πέρασαν στο δίκτυο της εγχώριας διανομής μας. Κι αυτή ήρθε με το στολίδι της Αργυρής Άρκτου στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 2018.

Σπεσιαλίστας της εικόνας ο 43χρονος, μοσχοβίτης σκηνοθέτης Αλεξέι Γκερμάν Τζ., γεννημένος στην τότε Σοβιετική Ένωση, όντας παίδας όταν η τέως σιδηρά χώρα του έζησε την κατάρρευση και το πέρασμα της στην ένδεια και τον διασυρμό.

Χρωματική και ατμοσφαιρική φωτογραφία πραγματικά υπέροχα, επιμελημένη και η αποτύπωση μιας εποχής, άκρως νοικοκυρεμένη, θα έλεγα, όπου οι «διανοούμενοι», οπότε και αντικαθεστωτικοί, άρχισαν να κοινωνικοποιούνται και να δραστηριοποιούνται έντονα, ακυρώνοντας το υπάρχον καθεστώς και… «αλληθωρίζοντας» δυτικά.

Στο «παρεάκι» του Ντοβλάτοφ και σε αυτή την διανοουμενίστικη κοινότητα των σέβεντις υπήρχαν οι γνωστοί, βραβευμένοι συγγραφείς και ποιητές, όπως ο Γιεβγένικ Βέβινγκ , ο Ανατόλι Ναϊμάν , ο νομπελίστας, ποιητής Τζόζεφ Μπρόντσκι, ο Σεργκέι Λόλφ και ο Αλέξανδρο Νεά. Κατάργηση του διαφορετικού, καταπίεση, κυνήγι των αντιφρονούντων, συλλήψεις, βία, ισοπέδωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εξορίες.

Το συγκεκριμένο κλίμα, των ανθρώπων της «διανόησης», και με τίποτα παραπέρα δεν ασχολείται, ο  Αλεξέι Γκερμάν Τζ., το οποίο κινηματογραφικά το σετάρει καλά, ιδωμένο από το βλέμμα του συγγραφέα Ντοβλάτοφ, που δεν συμβιβάστηκε ουδέποτε με τις φόρμες της νομενκλατούρας και τις απαγορεύσεις δημοσιεύσεων από συγγραφείς που δεν ανήκαν στην εν λόγω ένωση.

Η ηρεμία του συγγραφέα, το χιούμορ, ο σαρκασμός μεταφέρεται σε όλη την κίνηση του σεναρίου με  λεπτομερείς, άκρως σινεφίλ περιγραφές (θα μπορούσε να είναι πιο μαζεμένες στην αφήγηση τους) και πραγματικά ο  Σέρβος ηθοποιός Μίλαν Μάριτς, που υποδύεται τον Ρώσο συγγραφέα, αποδίδει μεταξένια την εσωτερική απαλότητα, αλλά και το αδέσμευτο του χαρακτήρα του ήρωα.

Χαμηλών τόνων ταινία με τζαζ μουσική υπόκρουση, άπαιχτη η αισθητική της φωτογραφίας του Πολωνού μαστοράκου της «Ίντα» και του «Ψυχρού Πολέμου», Λούκατς Ζάλ (ανοιχτές οι αναφορές του σοβιετικού ρεαλισμού), ταινία φιλμασρισμένη εξ’ ολοκλήρου στην κρύα Αγία Πετρούπολη (τέως Λένινγκραντ), ενώ δεν διαθέτει τις μεγάλες εκρήξεις και τις κοινωνιολογικές προεκτάσεις που μετασχηματίζουν χαρακτήρες, καταφέρνει να σε φέρει κοντά της με την ατμόσφαιρα.

Φθινόπωρο του 1971 στο Λένινγκραντ και η επέτειος της οκτωβριανής επανάστασης γιορτάζεται με δόξα και τιμές. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σεργκέι Ντοβλάτοφ, που ακόμα δεν έχει καταφέρει να δημοσιεύσει γραπτά του, γιατί δεν θέλει να ενταχθεί στο αναξιοπρεπές, κρατικό σύστημα της ένωσης συγγραφέων, που ελέγχει και λογοκρίνει τους συγγραφείς, πάραυτα βλέπει συνεχώς στον ύπνο του τον Μπρέζνιεφ. Ζει στο γεμάτο φασαρία κοινοβιακό διαμέρισμα, μαζί με άλλους ετερόκλητους ανθρώπους, όπου δεν του επιτρέπει να απομονωθεί και να γράψει. Καυστικό χιούμορ, αιχμηρό πολλές φορές είναι το μοναδικό όπλο άμυνας σε μια κατάσταση που απεχθάνεται.

Με αφορμή μια αφελή ταινία προσφέρει την δυνατότητα στον Ντοβλάτοφ να γράψει και να εκδώσει κείμενο του, αλλά το θέμα, όπως το χειρίζεται, χειροτερεύει την επαγγελματική και την οικογενειακή του κατάσταση.    

«Σοφία»

(Sofia)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Κατάρ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μυριάμ Μπεν’ Μπαρέκ
  • Με τους: Μαχά Αλεμί, Λούμπνα Αζαμπάλ, Σάρα Πέρλες
  • Διάρκεια: 86’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σεναρίου «Ένα Κάποιο Βλέμμα» φεστιβάλ Κανών – Βραβείο Fipresci (Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου) φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία για την Μαροκινή σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Μυριάμ Μπεν’ Μπαρέκ, η οποία διαμένει στο Βέλγιο και έπειτα από πέντε μικρού μήκους ταινίες, εφορμά αρτίστικα και γοητευτικά, πρώτα στην καταγραφή κι έπειτα στην γεφύρωση των κοινωνικών αντιθέσεων που επικρατούν στην αραβική γενέτειρά της. Οι σκληροί και απάνθρωποι νόμοι του Μαρόκου, που αφορούν τις γυναίκες, τις σεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου με την απόκτηση τέκνων και την οικογενειακή υπόληψη, στοιχίζονται καλοβαλμένα στον φακό της Μπεν’ Μπαρέκ σε σενάριο της ίδιας.

Ο νόμος 409 του μαροκινού, ποινικού κώδικα είναι αυτός που επιβάλλει βαριά ποινή φυλάκισης σε γυναίκες που συμμετέχουν σε σεξουαλικές περιπτύξεις εκτός γάμου. Ακόμα πιο σκληρά γίνονται τα πράγματα, για τα θήλεα, όταν οι «παράνομες», ερωτικές «συναντήσεις» φέρουν και καρπούς αγνώστου πατρός ή πατρός που αποποιείται την πατρότητα του τέκνου.

Σε πρώτη ανάγνωση αυτή είναι η ιστορία της ευκατάστατης, νεαρής Σοφία, που ναι μεν κατέστη έγκυος – κάτι που δεν το ήθελε -, αλλά ο ερωτικός σύντροφος της, που τον αποκαλύπτει έπειτα από την γέννα, είναι ένας νεαρός από την αντιπέρα κοινωνική όχθη της Καζαμπλάνκα, αυτή της φτωχολογιάς και των κατώτερων ανθρώπων.

Η δεύτερη ανάγνωση είναι η αντιμετώπιση της εύπορης οικογένειας στο «ατύχημα» της Σοφία, όπου εδώ να πούμε, ότι η εννεάμηνη κυοφορία της ήταν σχεδόν «αόρατη» λόγω μη αποδοχής της εγκυμοσύνης από την ίδια την Σοφία. Η δε τρίτη και τελευταία αναφορά που προσφέρει στον θεατή η Μυριάμ Μπεν’ Μπαρέκ είναι η ίδια η Σοφία στο πως ξεδιπλώνει στις γυναίκες της οικογένειας (μάνα, θεία και ξαδέλφη), το χρονικό αυτής της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.

Το καταπληκτικό της ταινίας, ενώ εντάσσεται στο οικογενειακό δράμα – αποφεύγει τα μελό και τα δακρύβρεχτα του είδους – είναι ότι ναι μεν ως θεατής είσαι αφοσιωμένος στο άνευ ανάσας ράλι για να προλάβουν εντός εικοσιτετραώρου να δηλώσουν στο νοσοκομείο τον πατέρα του νεογέννητου (αυστηρός μαροκινός νόμος), ξαφνικά αναπτύσσεται μια τρομερή σε μέγεθος συμμαχία γυναικών, που στρατηγικά προσπαθούν να κρατήσουν στην επιφάνεια αλώβητη την νεαρή Σοφία, μακριά από το ανδροκρατούμενο μένος των αυστηρών ηθο-θρησκευτικών νόμων, αλλά και να προστατεύσουν την τιμή της οικογένειας από ένα γεγονός-ανατροπή, βαρύτερο και απροσπέλαστο από θεόρατη, άβατη οροσειρά.

Εξαιρετική η σκηνοθετική ακολουθία και για πρώτη «μεγάλη» ταινία της Μπεν’ Μπαρέκ… μπράβο της!             

Η εικοσάχρονη Σοφία ζει με τους γονείς της στην «πολιτισμένη» κοινωνία της Καζαμπλάνκα. Ανακαλύπτει μαζί με την ξαδέρφη της και φοιτήτρια της ιατρικής, ότι βρίσκεται σε άρνηση εγκυμοσύνης και γεννάει εκτός γάμου. Στο Μαρόκο η εγκυμοσύνη εκτός γάμου είναι παράνομη και τιμωρείται με φυλάκιση.

Το νοσοκομείο της δίνει ακριβώς 24 ώρες για να δηλώσει την ταυτότητα του πατέρα πριν την καταγγείλουν στις αρχές. Η Σοφία δηλώνει τον νεαρό και φτωχό Ομάρ, ο οποίος πέφτει από τα σύννεφα όταν πληροφορείται το νέο. Οι δυο οικογένειες έρχονται σε συνάντηση για να πείσουν το νέο να αναλάβει τις ευθύνες του και να προχωρήσουν γρήγορα στον γάμο, πριν εκπνεύσει η προθεσμία.

Ο συναισθηματικά εύθραυστος Ομάρ που αισθάνεται σαν αρνί για σφαγή, δεν μπορεί να αντιδράσει στην καταιγίδα που έπεσε στο κεφάλι του, καθότι σε τέτοια σημαντικά θέματα τον λόγο έχει η μάνα του, που καταλαβαίνει γρήγορα τι συμβαίνει και πώς μπορεί να κερδίσει από την κατάσταση. Βλέπει τον γάμο σαν έναν τρόπο να ξεφύγει από τη φτώχεια ο γιός της και να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας του, χάρις στη δουλειά που θα του προσφέρει η ευκατάστατη οικογένεια της Σοφίας.

«Ο Σεισμός»

(Skjelvet / The Quake)

 

  • Είδος: Δραματική ταινία καταστροφής
  • Παραγωγή: Νορβηγία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Αντρέας Άντερσεν
  • Με τους: Κρίστοφερ Τζόνερ, Άνε Νταλ Τορπ, Κάθριν Θόρμποργκ Γιόχανσεν, Χανγκ Τραν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Neo Films

Ταινία καταστροφής νούμερο 2 σε συνέχεια του πετυχημένου «Κύματος» του 2015, αυτή τη φορά στο Όσλο με σεισμό που φέρνει τα πάνω κάτω. Και εδώ η ταινία ενισχύεται από το οικογενειακό στόρι της διάσωσης των αγαπημένων ανθρώπων του γεωλόγου Κρίστιαν, ο οποίος είναι ακόμα ταραγμένος από το μεγάλο τσουνάμι, που δεν το έχει ξεπεράσει.

Πειστικά τα εφέ, καλή κινηματογράφηση να κυκλώνει την αγωνία στην σκηνοθετική δουλειά του Νορβηγού Τζον Αντρέας Άντερσεν.

Από το νερό στη γη και οι καταστροφές ξανά στο επίκεντρο της παραγωγής να επαναλαμβάνονται και συνάμα να αποδυναμώνει εκείνη η  ωραία αίσθηση που προκάλεσε το «Κύμα», ότι μπορούν να φτιαχτούν καλά disaster films και εκτός Χόλιγουντ.

Το 1904, ένας σεισμός μεγέθους 5,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ συγκλόνισε το Όσλο. Το επίκεντρο του σεισμού ήταν στο ρήγμα του Όσλο το οποίο εκτείνεται κάτω από την πρωτεύουσα της Νορβηγίας. Σεισμοί μικρότερου μεγέθους εξακολουθούν να συμβαίνουν στην περιοχή ακόμα και σήμερα.

Οι γεωλόγοι δεν είναι απολύτως σίγουροι, αλλά υπάρχουν ενδείξεις που υποδεικνύουν ότι ένας εξαιρετικά ισχυρός σεισμός είναι πολύ πιθανό να συμβεί στο κοντινό μέλλον στο Όσλο. Το πότε θα συμβεί αυτό, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει με σιγουριά. Ίσως σε 100 χρόνια, ίσως σε 10 χρόνια, ίσως σήμερα, που τελικά συμβαίνει, ισοπεδώνοντας τα πάντα.

«Η Σύζυγος»

(The Wife)     

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σουηδία, Αγγλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Μπιορν Ρούνγκε
  • Με τους: Γκλεν Κλόουζ, Τζόναθαν Πράις, Κρίστιαν Σλέιτερ, Μαξ Αϊρόνς
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Seven Films –  Spentzos Film

Ήμουν περίεργος να διαπιστώσω την βαρύτητα της υποψηφιότητας της Γκλεν Γκλόουζ για το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, παρακολουθώντας την ταινία «Η Σύζυγος». Τελικά, τα παιχνίδια που παίζονται σε τέτοιου είδους βραβεύσεις είναι πολύπλοκα όχι όμως δυσανάγνωστα, όπως γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας.

Αντικειμενικά να αναφέρουμε πως η Ολίβια Κόλμαν στην «Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου δεν κινδυνεύει, μόνο που για την υπέροχη Κλόουζ είναι η έβδομη υποψηφιότητα της, οπότε μην παραξενευτείτε εάν δείτε το αγαλματάκι να απιθώνεται στα χέρια της Γκλεν και όχι της καταπληκτικής Ολίβια.

Η σπουδαία Αμερικανίδα ηθοποιός, ως γνωστόν, έχει διεκπεραιώσει δύσκολους και πρωτότυπους ρόλους μπροστά από τις κάμερες και «Η Σύζυγος» στο υποκριτικό παρελθόν της μοιάζει με ρολάκι της σειράς και ως ρολάκι ουδεμία απογείωση από μεριάς της δεν υφίσταται. Στο εγκλωβιστικό κλισέ μιας μικροαστής ηρωίδας που θα μπορούσε να την παίξει η πάσα μια ηθοποιός μέτριων έως καλών προδιαγραφών και να τονώσει το βιογραφικό της, η Γκλεν Κλόουζ μπαίνει στην γραμμή σαν πρωτάρα και με τα χέρια απλωμένα «ζητιανεύει» τον χρυσόδερμο Όσκαρ. Και για αυτό πιθανώς να το «τσιμπήσει» το βραβείο, επειδή από την Ακαδημία είναι η εξάκις παραμελημένη, αδικημένη ηθοποιάρα και όχι γιατί αξίζει Όσκαρ η ερμηνεία της.

Το σενάριο βασίζεται στο ομότιτλο, πετυχημένο βιβλίο της Μεγκ Γούλιτζερ, το οποίο η σεναριογράφος Τζέιν Άντερσον το έφερε στα «ροζ» όρια γυναικείου αναγνώσματος του συρμού με επίκεντρο την καταπιεσμένη προσωπικότητα της γυναίκας που επαναστατεί εν μέσω νομπελικής βράβευσης του εγωιστή, νάρκισσου, λογοτέχνη, ατάλαντου συζύγου της, ενώ όλη η δόξα και η επιτυχία του οφείλεται αποκλειστικά στο εμπνευσμένο, συγγραφικό ταλέντο της συζύγου. Ώπα, περίμενε λίγο να σταθώ καλά…

Σαράντα χρόνια «Η Σύζυγος» υπομένει τον άθλιο, εγωπαθή, γκομενάκια, φιγουρατζή συγγραφέα της φακής, είναι η δουλάρα, ghost writer που γράφει τα βιβλία του και αυτός τα υπογράφει για δικά του, γίνονται επιτυχίες, προτείνεται, τελικά, για το βραβείο των βραβείων, χαίρονται και χοροπηδούν σαν τα ερίφια στο κρεβάτι και βρίσκει την στιγμή στη Σουηδία να στήσει σκηνή αποχαιρετισμού, βγάζοντας τα απωθημένα της γιατί τα πήρε ξανά στο κεφάλι με ακόμα δυο τρεις μαλακίες του; Απλά χαρακτηρισμένο εκ μέρους της, ως η ύψιστη «κατινιά» του αιώνα απούσας προσωπικότητας και όλο το comme il faut, το διανοουμενίστικο, στιβαρό της εξήντα φεύγα συνειδητοποιημένη συζύγου, της μητέρας πυλώνας και υποδειγματικής γιαγιάς, που ορθώνει χαρακτήρα από την αρχή της ταινίας, γίνεται κουρέλι απλωμένο στο μανταλάκι. Τόσο αφάνταστο τόσο πρόχειρο, τόσο εύκολο.

Κι αυτό το φινάλε, ακόμα μια ζητιανιά για δάκρυ. Αστειότητες και οι πραγματικά σκεπτόμενες γυναίκες, που τρέφουν σεβασμό, πολιτισμό, διακρίνονται από εσωτερικό κάλλος και σοφία στις υπάρξεις τους θα πρέπει να γελούν με την καρδιά τους. Ως εδώ. Εάν βραβευτεί αυτός ο ρόλος με Όσκαρ, η Γκλεν Κλόουζ θα μείνει στην ιστορία ως η ηθοποιός με το βραβείο «Άρλεκιν» ή «βίπερ Νόρα». Νισάφι!      

Η Τζόαν είναι η τέλεια σύζυγος. Επί σαράντα χρόνια έχει θυσιάσει το ταλέντο, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της για να στηρίξει το σύζυγο της και τη λογοτεχνική του καριέρα.

Ο γάμος τους έχει χτιστεί με άνισους όρους κι εκείνη έχει ξεπεράσει τα όρια της. Την παραμονή της βράβευσης του Τζο με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, η Τζόαν ετοιμάζεται να αποκαλύψει το μεγαλύτερο μυστικό της καριέρας του.

«Ο Φαροφύλακας»

(The Vanishing)

 

  • Είδος: Περιπέτεια, θρίλερ μυστηρίου
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Κρίστοφερ Νάιχολμ
  • Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Πίτερ Μούλαν, Κόνορ Σουίντελς
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Tanweer

Ψυχολογικό θρίλερ εμπνευσμένο από έναν αληθινό και αινιγματικό θρύλο, το μυστήριο των νησιών Φλάναν. Με φόντο ένα ομιχλώδες απομονωμένο νησί, ο ταλαντούχος Δανός Κρίστοφερ Νάιχολμ (The Killing, Taboo) σκηνοθετεί ένα κλειστοφοβικό και συγκινητικό θρίλερ εποχής με τις εξαιρετικές ερμηνείες των βετεράνων Πίτερ Μούλαν (Tyrannosaur) και Τζέραρντ Μπάτλερ (300) καθώς και του ανερχόμενου Κόνορ Σουίντελς (Sex Education).

Μία προσεγμένη ταινία για την απληστία και την εύθραυστη ανθρώπινη φύση που ξετυλίγει αργά και αποτελεσματικά την ιστορία, αιχμαλωτίζοντας το κοινό με τις ανατροπές και τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα της.

Η ιστορία της ταινίας ξεκινά πριν από 100 χρόνια με το μυστήριο των νησιών Φλάναν. Τον Δεκέμβριο του 1900, τρεις φαροφύλακες βρέθηκαν σε αυτό το  απόκρημνο νησιωτικό σύμπλεγμα της δυτικής Σκωτίας και εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη. Η μοίρα αυτών των αντρών, που ζούσαν στην απομόνωση στην άκρη του κόσμου, παραμένει μέχρι σήμερα ένα αίνιγμα.

Όταν οι αρχές κατάλαβαν ότι ο φάρος δεν λειτουργεί, έστειλαν μία ομάδα για να ερευνήσει την υπόθεση. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος των αντρών. Η περίπτωση να έχουν εγκαταλείψει και οι τρεις τον φάρο ήταν παράξενη. Μέσα στον φάρο, όμως, όλα φαίνονταν κανονικά. Τα ρολόγια ήταν σταματημένα και κάποιος είπε ότι μία καρέκλα ήταν αναποδογυρισμένη στην κουζίνα, κάτι που μπορεί και να ειπώθηκε για να εμπλουτιστεί η ιστορία.

Το σημαντικότερο ήταν ότι έλειπαν δύο αδιάβροχα, γεγονός που υπονοεί ότι ο τρίτος άντρας βγήκε χωρίς νιτσεράδα, κίνηση ανεξήγητη.

Τρεις φαροφύλακες πηγαίνουν για έξι εβδομάδες σε ένα ακατοίκητο νησί, 20 μίλια μακριά από τις δύσβατες ακτές της Σκωτίας. Καθώς ο αυστηρός και λιγομίλητος Τόμας (Πίτερ Μούλαν), o οικογενειάρχης Τζέιμς (Τζέραρντ Μπάτλερ) και ο νεαρός Ντόναλντ (Κόνορ Σουίντελς) τακτοποιούνται στη συνηθισμένη, μοναχική τους ρουτίνα, κάτι απρόσμενο και πιθανώς καταλυτικό συμβαίνει, όταν πέφτουν πάνω σε κάτι που δεν είναι δικό τους για να το κρατήσουν.

Ένα μπαούλο με ράβδους χρυσού, που βρίσκεται δίπλα σε έναν άνδρα που μοιάζει νεκρός, αλλά δεν είναι.  Έπειτα από μια μάχη σώμα με σώμα με τον Ντόναλντ, ο άγνωστος σκοτώνεται και το μπαούλο με το χρυσάφι μένει στους τρεις φαροφύλακες  

Ένα πλοίο εμφανίζεται από μακριά, που ψάχνει τον άγνωστο, νεκρό άνδρα και φυσικά το μπαούλο. Μία σκληρή μάχη για επιβίωση ξεκινά, ενώ η απληστία αντικαθιστά την πίστη και η απομόνωση τροφοδοτεί την παράνοια. Τρεις τίμιοι άντρες οδηγούνται στην καταστροφή.

 

Την κριτική της ταινίας:

«Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?), που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα στο InTownPost θα την βρείτε (εδώ)

Προβάλλονται επίσης:

Η δραματική ταινία «Αν η Οδός Μπιλ Μπορούσε να Μιλήσει» του Μπάρι Τζένκινς (Feelgood Entertainment)

Το βελγικής παραγωγής animation «Το Σκυλάκι της Βασίλισσας» του Μπεν Στάσεν (Odeon)

«Γυναίκες πίσω από τις κάμερες και απολαυστικοί μπόμπιρες σε πρώτο πλάνο» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι πραγματικά ιλαρής αντιμετώπισης, για έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, όλη αυτή η παρωδία που εκτυλίσσεται τα τελευταία δυο χρόνια στην πρώτη, μεγάλη βιομηχανία του διεθνούς σινεμά, το γνωστό Χόλιγουντ και έχει να κάνει με τις ερωτικές παρενοχλήσεις παντός φύλου, τις καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις και τα ροζ σκάνδαλα. Όλα αυτά τα τραγικά και βίαια συμβαίνουν στην κορυφή του πύργου, που αρκετοί ποθούν να κατακτήσουν. Εκεί… ναι εκεί, όπου οι χρηματικές αμοιβές για τους κορυφαίους είναι απόλυτα ταυτόσημες με βίο Ινδού χαλίφη, η εξουσία συναγωνίζεται Ολύμπιους θεούς, ενώ η παγκόσμια αναγνώριση και η δόξα των πάσης φύσεως πρωταγωνιστών του εν λόγω βασιλείου πιθανώς να ξεπερνούν με διαφορά στήθους αγίους, όσιους και γνωστούς ιερομάρτυρες.

Ας μην γελιόμαστε και ας κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, άνευ αλληθωρισμού στους οφθαλμούς και τραυλίσματος στην γλώσσα μας. Άπαντες γνωρίζουμε τι σημαίνει δόξα, φήμη, χρήμα, Χόλιγουντ. Παρότι βρίσκεται πολύ κοντά στην πόλη των Αγγέλων, είναι ένα στιβαρό, κλειστό «κράτος» καθόλου πλασμένο αγγελικά από την δημιουργία του. Ο δρόμος της καλλιτεχνικής αναγνώρισης και οι εύρωστοι τραπεζικοί λογαριασμοί προϋποθέτουν τραχιά ανηφόρα, αντίξοες συνθήκες, «δώρα» και «ανταλλάγματα» διόλου ευχάριστα, ασυνήθιστες προσφορές, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μέχρι να φτάσει στο σημείο, που ο κάθε καλλιτέχνης έχει βάλει τον προσωπικό του πήχη. Βέβαια, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνθέτουν τον υγιή, αξιακό γνώμονα μιας ανιδιοτελούς καριέρας με αρετές, γνώση και ταλέντο, αλλά – πάντα υπάρχει ένα «αλλά» –  το σύστημα, δυστυχώς, έτσι είναι δομημένο. Ή το διαλύεις εν μια νυκτί συθέμελα ή το ακολουθείς ή συνεχίζεις να πλένεις πιάτα και να βγάζεις τα σκουπίδια στη καφετέρια του Λάρι. Ξέρεις πολύ καλά, που πας να μπλέξεις όταν διαβείς τις πύλες της ψευδαίσθησης, ειδικά όταν είσαι γυναίκα.

Γνωστό τοις πάσι, ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι ανδροκρατούμενος, αδίστακτος, άκαμπτος, τερατώδης και άπασα θηλυκή ύπαρξη, εάν είναι φίνα και χαριτόβρυτη – ακόμα και ανδρική – κατά 97 τοις εκατό θα περάσει από την «κλίνη» του Προκρούστη ή από τα «πευκάκια» του Σίνη του Πιτυοκάμπτη. Όπως έχει το πράγμα, σήμερα που μιλάμε ξεκάθαρα, είτε το αποδέχεσαι και προχωράς, είτε κάνεις μια καταγγελία στο πρώτο μουντάρισμα που θα δεχθείς και αμέσως επιστρέφεις στο γλυκό σου σπίτι.

Τώρα, γιατί συνέβη όλο αυτό το νταβαντούρι με τις διώξεις, οι οποίες πολλές από αυτές ήταν συμβάντα προ 20ετίας και 15ετίας, δεν μένει παρά να ρίξουμε μια ήρεμη ματιά στο πως λειτουργεί η «συμπαθέστατη» σε πολλούς σινεφίλ ηθική της Μαφίας.

Ξεκαθαρίσματα, νέες περιοχές δράσης, αλλαγή φρουράς, μετατόπιση εδαφών, πλούτου και εξουσίας, όπου, φυσικά, σε έναν εσωτερικό πόλεμο τα κρυφά όπλα εξόντωσης είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και οι απώλειες σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα έμψυχο δυναμικό. Οι ισχυροί πατρόνοι, όπως μεγαλο-παραγωγοί, μεγαλο-σκηνοθέτες και ηθοποιοί ουράνιου βεληνεκούς, όλοι πρωτοκλασάτοι, από αυτούς τους σταθερούς, για πολλά χρόνια, ενοίκους του ψηλού πύργου της κινηματογραφικής μέκκας, έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών, από υπαλληλάκια, σταρλετίτσες, επίδοξους ζεν πρεμιέ, καθότι τα λιανά και τα ημι-άσημα, οι αμελητέες μονάδες δηλαδή, έχουν κι αυτές τις «υπηρεσίες» και τα «καθήκοντα» τους.

Όταν είναι να «χυθεί αίμα» για τις ριζικές ενδο-αλλαγές και την μεταμόρφωση του παλαιού σε νέο τοπίο, οι αθέατοι, κυβερνήτες «δαίμονες» απαιτούν θυσίες «γαλαζοαίματων» και όχι πλέμπας χωρικών. Εξουσία, αγαπητοί μου φίλοι, «η ηδονή των ηδονών», όπως εύστοχα την περιγράφει ο Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του. Έτσι αναπνέουν και συμπεριφέρονται, δυστυχώς, τα κραταιά βασιλεία, από αρχαιοτάτων χρόνων.

Έχουν συμβεί, άλλωστε, αρκετές φορές στο παρελθόν και κατά την διάρκεια της «χρυσής» ιστορίας της κινηματογραφικής βιομηχανίας παρόμοια γεγονότα, σκάνδαλα, κακοποιήσεις απασχόλησαν τα κοινά. Κάποιοι, γυναίκες ως επί το πλείστον, έχοντας φήμη, δόξα και χρήμα, που αντιστάθηκαν με ηρωικό σθένος και σήκωσαν πραγματικά γενναίο ανάστημα στην σήψη, δίχως να χειραγωγούνται από μυστήρια κέντρα, ώιμε(!), τους έφαγε το μαύρο, άχαρο σκότος και η βουλιμική μαρμάγκα.

Ο νοσηρός κύκλος του Χόλιγουντ, δηλαδή του αμερικάνικου Βατικανού, δεν κλονίστηκε διόλου με τις φανφάρες, τις τυμπανοκρουσίες, τα κινήματα στιλ «#MeToo» στην Αμερική και «#BalanceTonPorc» στην Γαλλία και, πιστέψτε με, ακριβώς με το ίδιο και απαράλλαχτο μολυσμένο «οξυγόνο» όπως πριν, συνεχίζει ακλόνητα να ευθυγραμμίζει εξουσιατικά μέχρι σήμερα τα ερεβώδη πάθη και τις κολασμένες ακμές του.

Προσέξτε λίγο όμως, πως όλες οι βαριές καταγγελίες που εκθρόνισαν, πιθανώς ενοχλητικούς «βασιλιάδες» και «πρίγκιπες» της κινηματογραφικής και της τηλεοπτικής βιομηχανίας, στέλνοντας τους στο πυρ το εξώτερον, έγιναν από εντελώς άσημα ονόματα, που ναι μεν πέρασαν κάποια στιγμή ασυζητητί από την στενωπό των «ληστών»  – να είστε σίγουροι γι αυτό – και «ρολάκι» ή «θεσούλα», που τόσο πολύ ποθούσαν δεν πήραν για κάποιους λόγους. Απλά, τους χρησιμοποίησαν εποικοδομητικά στον σωστό χρόνο, όπως όταν περιμένεις στωικά και με την σοφία του μεγάλου παίχτη την κατάλληλη στιγμή, ώστε να θυσιάσεις σε μια παρτίδα σκάκι τρεις στρατιώτες και έναν στρατηγό για να φτάσεις με πύργο και βασίλισσα στο ποθητό ματ. Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!  

«Η Νηπιαγωγός»

(The Kindergarten Teacher)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σάρα Κολαντζέλο
  • Με τους: Μάγκι Τζίλενχαλ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάρκερ Σέβακ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: StraDa FIlms
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance

Εκτιμώ, προσωπική άποψη εκφράζω, πως είναι από τις πλέον «ενοχλητικές» ταινίες των τελευταίων ετών, που έχω δει. Αυτό που λέμε, ότι θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση είναι αλήθεια και εξομολογούμαι, ότι θα την ξαναδώ αυτή την εβδομάδα με ηρεμία.

Η γεύση που άφησε στον πνευματικό μου ουρανίσκο, πάντως, τείνει προς το πικρό ως σφαιρική εικόνα του θέματος, μια πικρία όχι προς το θέμα που πραγματεύεται, αλλά στον τρόπο που συνέλαβε και πραγμάτωσε την «πικρή» αλήθεια η περίφημη σκηνοθέτις Σάρα Κολαντζέλο. Έπειτα από ένα βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (Halal Vivero) το 2006, η Κολαντζέλο γυρίζει το 2014 την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (Little Accidents) για να έρθουμε σε απόλυτη επαφή σήμερα με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, την «Νηπιαγωγό», που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο αμερικάνικο φεστιβάλ του  Sundance.

Γυναικεία ματιά σε μια ιστορία που σχοινοβατεί στην καλά ακονισμένη λεπίδα της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχασθένειας του politically correct. Ο πυγμαχικός αγώνας μέχρι εξόντωσης ανάμεσα στην ανοησία και στην ανιδιοτέλεια της βούλησης στο να διασώσω από το τέλμα την διαφορετικότητα. Απίστευτα δύσκολη η χαρτογράφηση για την  Νεοϋορκέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα, όταν το υποκείμενο διάσωσης είναι ένας πεντάχρονος που σκαρφίζεται στοίχους και ξαφνικά, σαν θεία επιφοίτηση απαγγέλει ποίηση σαν να είναι ενήλικας.

Το ίδιο ζόρικο είναι και ο χαρακτήρας της αστής γυναίκας, μητέρας και συνάμα νηπιαγωγού με την κοινότυπη ζωή, την γεμάτη τοξικά προϊόντα εντός και εκτός του οίκου της, που αντιλαμβάνεται το παιδί θαύμα και δια μέσω του ταλέντου του προσπαθεί να χωρίσει στα δυο τον ωκεανό της σήψης, της αδιαφορίας και να αναδείξει τον πιτσιρικά.

Η Σάρα Κολαντζέλο κτίζει περίτεχνα τρία στέρεα ανισόπεδα επίπεδα στην ταινία της, που όμως με ανεμόσκαλα την ποίηση επικοινωνούν άψογα μεταξύ τους: αυτό της σημερινής, στείρας, πνευματικής κοινωνίας με τα μύρια αδιέξοδα, του ψυχολογικού δράματος, αλλά και του θρίλερ, κλιμακώνοντας παράλληλα την ένταση για να φτάσει στο φινάλε στα μη αποδεκτά, κοινωνικά μεγέθη της ακρότητας, σαν απονενοημένη ενέργεια, που θα αφήσει σε πολλούς πικρή γεύση. Στην εποχή των smartphones, των videogames, των όπλων και των πολέμων τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση, διερωτάται στο σενάριο της η  Κολαντζέλο. Και το ερώτημα μεταμορφώνεται αίφνης σε θυμωμένο τζίνι, που ήταν βασανιστικά κλεισμένο σε μια γυναίκα που ανακάλυψε ενδιαφέρον για την ζωή.

Για μια φορά ακόμα η εκπληκτική Μάγκι Τζίλενχαλ (αδελφή του Τζέικ), στοχεύει διάνα σε ρόλο («Η Γραμματέας», «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού») και μαγεύει με την καθηλωτική της ερμηνεία. Ο δε πιτσιρικάς Πάρκερ Σέβακ είναι απόλαυση. Ταινία έκπληξη για καλή σκέψη και πολύ συζήτηση.      

H Λίζα Σπινέλι (Μάγκι Τζίλενχαλ – υπέροχη) είναι η σαραντάρα, ευαίσθητη δασκάλα σε νηπιαγωγείο που ζει μια συμβατική ζωή με την οικογένεια της στο Στέιετν Άιλαντ.

Μητέρα δυο τέκνων, ενός αγοριού που θέλει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και μιας έφηβης κόρης που ασχολείται συνεχώς με το κινητό της, ξοδεύει την καθημερινότητα της, παρακολουθώντας μαθήματα ποίησης σε νυχτερινό σχολείο με δάσκαλο τον Σάιμον (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ – πολύ καλός) , έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς της.

Ξαφνικά ανακαλύπτει τυχαία πως στην τάξη που διδάσκει, ο πεντάχρονος μαθητής της Τζίμι Ρόι (Πάρκερ Σέβακ – καταπληκτικός) έχει έμφυτο ταλέντο στην ποίηση.

Ερευνά το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και αντικρίζει την αλήθεια, πως ο μικρός ζει με τον πατέρα του, άνθρωπο της νύχτας και την αδιάφορη νταντά που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Διαπιστώνει την πλήρη απάθεια της οικογένειας στο ταλέντο του Τζίμι Ρόι, παρά τις συστάσεις της, ότι ο πεντάχρονος είναι ένας Μότζαρτ της ποίησης.

Τότε βάζει σκοπό της ζωής της, φτάνοντας στα άκρα να αποκαλύψει το ταλέντο του μικρού στον κόσμο.

«Αλίτα: O Άγγελος της Μάχης»

(Alita: Battle Angel)

 

  • Είδος: Περιπέτεια Επιστημονικής Φαντασίας (3D)
  • Παραγωγή: Καναδάς, Αργεντινή, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ
  • Με τους: Ρόζα Σαλαζάρ, Μαχερσάλα Αλι, Εϊζα Γκονζάλεζ, Τζένιφερ Κόνελι, Μισέλ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία βασισμένη στο επιτυχημένο manga του Γιουκίτο Κισίρο η «Αλίτα: Ο Άγγελος της Μάχης» ορμάει στην μεγάλη οθόνη σε ένα φαντασμαγορικό 3D γεμάτο δράση και περιπέτεια. Στην παραγωγή ο Τζέιμς Κάμερον («Τιτανικός», «Άβαταρ») και στην σκηνοθεσία ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ («Machete», «Αμαρτωλή Πόλη»). Ένα δίδυμο σε παραγωγή και σκηνοθεσία που πραγματικά το ευχαριστιέσαι.

Blockbuster παραγωγή με τα όλα της (η πρώτη του 2019 για εμάς), καθώς ο Κάμερον, όπως τουλάχιστον γράφουν οι αναφορές, ασχολείται με την Αλίτα από το 1999 για να την περάσει ως φλος ρουαγιάλ στο άσπρο πανί. Απομακρύνθηκε από τον φακό της κάμερας, λέμε τώρα, άφησε τον τρελάρα Ροντρίγκεζ να κάνει την φασίνα και ασχολήθηκε με το τεχνικό μέρος του θέματος που κυριολεκτικώς ζωγραφίζει.

Άριστο 3D, hi tech καταστάσεις, φουτουριστικός διάκοσμος, απαισιόδοξο μέλλον, φουλ περιπέτεια και δράση σαν να βρίσκεσαι κολλημένος σε κονσόλα video game. Όλη η ταινία είναι ένα εργόχειρο, μεγαλείο εικόνας και ήχου, που οι φανατικοί του είδους δεν θα αποχωρήσουν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι.

Οι ερμηνείες είναι τοποθετημένες ακριβώς στο ζύγι των απαιτήσεων του συγκεκριμένου genre χωρίς ιδιαίτερο πλούτο υποκριτικής αλλά ούτε μιζέριας. Έντιμη διεκπεραίωση αφού τον πρώτο λόγο έχει η σύγχρονη ψηφιακή εξουσία της 7ης Τέχνης.    

Όταν η Αλίτα (Ρόζα Σάλαζαρ) ξυπνά χωρίς να θυμάται ποια είναι σε έναν δυστοπικό μέλλον, έναν κόσμο φτωχό και δύσκολο που δεν αναγνωρίζει, την περιμαζεύει ο Ίντο (Κριστόφ Βαλτς), ο ευγενικός βιο-μηχανικός επιστήμονας που έχει χάσει την κόρη του και αντιλαμβάνεται ότι κάπου μέσα σε αυτό το ανθρωποειδές (cyborg) κρύβεται η καρδιά και η ψυχή μιας νεαρής γυναίκας με ξεχωριστό παρελθόν, δίνοντας στο εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία πατρότητας.

Όταν η Αλίτα μαθαίνει να περιπλανιέται στη νέα της ζωή και στους επικίνδυνους δρόμους της Άιρον Σίτι, ο Ίντο προσπαθεί να την προφυλάξει από το αινιγματικό παρελθόν της, τη στιγμή που ο «περπατημένος» νέος της φίλος, το παιδί της πιάτσας, ο Χιούγκο (Κίαν Τζόνσον) είναι διατεθειμένος να τη βοηθήσει να επαναφέρει τις μνήμες της.

Εν τω μεταξύ στην πόλη, όπου είναι μαζεμένες φυλές από διάφορους πλανήτες κυριαρχεί ένα βάρβαρο παιχνίδι ζωής και θανάτου, που έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Η Αλίτα ενθουσιάζεται και θέλει να λάβει μέρος.

Μόνο όταν οι φονικές και διεφθαρμένες δυνάμεις της πόλης καταδιώκουν την Αλίτα, εκείνη ανακαλύπτει ένα στοιχείο για το παρελθόν της, ότι διαθέτει μοναδικές γνώσεις στις πολεμικές ικανότητες και αυτοί που είναι στην εξουσία θα κάνουν τα πάντα για να τις υποτάξουν. Αν καταφέρει να τους ξεφύγει, ίσως να είναι το κλειδί για τη σωτηρία των φίλων της, της οικογένειάς της και του κόσμου που έμαθε να αγαπά.

«Καπερναούμ»

(Capernaum)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Λίβανος, Γαλλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ναντίν Λαμπακί
  • Με τους: Ζαΐν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σιφεράβ, Μπολαγουατιφέ Τρέζερ Μπανκολέ
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής και Οικουμενικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών

Η θρησκευτική ιστορία, κατά τα γραφάς όπως συνηθίζουμε να λέμε, αναφέρει ότι στην Καπερναούμ ο μεσσίας έκανε θαύματα, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο και έναν παραλυτικό. Στην «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, όμως, επικρατεί το χάος βασιλεύει ο κίνδυνος, οι φτωχοί μετανάστες, τα παντρολογήματα άγουρων, μικρών κοριτσιών με εύρωστους, οικονομικά ηλικιωμένους άνδρες, οι κλοπές τροφίμων από ανήλικους, η αλητεία, η παιδική θνησιμότητα, το σημαντικό «χαρτί» που πιστοποιεί ότι είσαι εσύ, η εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένδεια, η ανυπαρξία, δηλαδή, ένας εμετικός κόσμος γεμάτος τρόμο, θλίψη, πόνο, θάνατο…Oh dear Jesus were are you?

Ταινία γροθιά στο στομάχι, καθώς μοιράζεται τεχνικά ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη καταγγελία, ένα καλοφτιαγμένο doc fiction, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ερασιτέχνες. Όσα μας αφηγείται στο σενάριο της η πανέμορφη Λιβανέζα Λαμπακί είναι όλα αλήθεια και γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικά στον φακό της με την συμμετοχή του άφθαστου 10χρονου ή 12χρονου – ποιος γνωρίζει άλλωστε την ηλικία του – ερασιτέχνη ηθοποιού Ζαΐν Αλ Ραφέεα στον ρόλο του τρομερού Ζαΐν, που μας βουτάει στην σκατότρτυπα της μεγαλούπολης χωρίς ανάσα, εκεί που συμβαίνουν τα αδιανόητα.

Στενάχωρη, πραγματικά, ταινία, αλλά τόσο ρεαλιστικά φτιαγμένη, που σηκώνεσαι από το κάθισμα και ο κόμπος στο υπογάστριο έχει εξαπλωθεί πάνω από τον πυλωρό να καταλαμβάνει το μισό στέρνο. Τα έχουμε ακούσει, πήραμε γεύσεις από αναφορές δημοσιογραφικών ρεπορτάζ με θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση ανήλικων ανθρώπων, αλλά τούτο εδώ ξεπερνάει κάθε όριο. Και, ω δαίμονα, είναι πέρα ως πέρα αληθινό, άνευ υπερβολών και τονωτικών ενέσεων. Είναι γυμνό, σκληρό, κολασμένα απάνθρωπο. Είναι και η απίστευτη φάτσα του Ζαΐν (στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγας από τη Συρία και βρίσκεται στον Λίβανο για να γλιτώσει από τον πόλεμο στην χώρα του και ζει τα τελευταία 8 χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες), που αυτό το απίθανο, βρώμικο, λασπωμένο «μούτρο» με το βλέμμα φάρο σε τσαλακώνει πιότερο, είναι το ασμίλευτο της ερμηνείας του, είναι η τρεχάλα του για να μείνει ζωντανός, να επιβιώσει.

Έντονη και αξιόλογη η δουλειά της 45χρονης  Ναντίν Λαμπακί στην τέταρτη κατά σειρά ταινία της («Caramel», «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες», «Ριο Σε Αγαπώ»), που σε αφήνει εντελώς εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο στην σύγχρονη ύβρη να σιχτιρίσεις ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος. Μικροί άνθρωποι βάναυσα χυμένοι στο μολυσμένο ποτάμι της «μοντέρνας» κοινωνίας ανακαλύπτουν τις διόδους επιβίωσης μιας δολοφονικής καθημερινότητας χωρίς παρών. Ξεναγός μας ο Ζαΐν, ο αφανής ήρωας των αποτυχημένων κοινωνιών, ο άξιος εκπρόσωπος των κακοποιημένων και των παραμελημένων μικρών ανθρώπων στον πλανήτη,  που τον διάλεξε η Λαμπακί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους υποψήφιους πιτσιρικάδες του δρόμου.

Και αυτός ο μικρός, ατίθασος Ηρακλής επαναστατεί και σέρνει την αδιάφορη οικογένεια του στο δικαστήριο κατηγορώντας τους γονείς του για έλλειψη αγάπης, προστασίας, θέτοντας το ουράνιο ερώτημα: «Γιατί με φέρατε στην ζωή, αφού δεν μπορείτε να με φροντίζετε;» Μοναδικό!!!!

Αξίζει να παρακολουθήσετε την ταινία παρότι είναι σκληρή η αφήγηση της και τα γεγονότα σε καταβάλουν, όμως γύρω από το πηχτό σκοτάδι του αφανισμού που τυλίγει την παιδική αθωότητα, η Ναντίν Λαμπακί διακριτικά αφήνει αμυδρά να διαφαίνεται ένα χρυσαφένιο ένδυμα προστασίας πλεγμένο με νήματα τρυφερότητας, δύναμης και ανθρωπιάς σαν την αθέατη αρματωσιά σπουδαίου, αθάνατου ήρωα

Λίβανος, αίθουσα δικαστηρίου. Ο 12χρονος Ζαΐν πρόσφυγας από τη Συρία, παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστή, ο οποίος τον ρωτάει γιατί θέλει να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς. «Επειδή με έφεραν στον κόσμο!», απαντάει o μικρός, κάνοντας έτσι την δική του επανάσταση απέναντι στους γονείς του για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, για την παντελή αδυναμία τους να του παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία.

Αντιμέτωπος με αδιανόητες δυσκολίες και εμπόδια, ο μικρός Ζαΐν θα ξεκινήσει ένα απίστευτο, γεμάτο δυσκολίες ταξίδι για να αναζητήσει την δική του ταυτότητα, μέσα στον αμείλικτο κόσμο που έχουν φτιάξει γι’ αυτόν οι μεγάλοι.

Και για το ρεπορτάζ του θέματος να αναφέρουμε, ότι δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση του Φεστιβάλ Καννών και την βράβευση της ταινίας, η παραγωγή πληροφορήθηκε ότι ο Ζαΐν και η οικογένειά του θα μετανάστευαν στη Νορβηγία. Πλέον, εκείνος και τα αδέρφια του πηγαίνουν σχολείο, ενώ ολόκληρη η οικογένεια πήρε νορβηγική υπηκοότητα.

Ζουν σήμερα σε ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο, που έχει θέα την θάλασσα, και συμμετέχουν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ένταξης για να μάθουν νορβηγικά και να προσαρμοστούν στην κουλτούρα της χώρας.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με πολλές πιθανότητες να το κερδίσει, από τους εξ΄  ίσου υπέροχους «Κλέφτες Καταστημάτων».

«Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;»

(Can You Ever Forgive Me?)     

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάριελ Χέλερ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία που κατεβαίνει ολοταχώς στην οσκαρική κούρσα, διεκδικώντας τρία αγαλματίδια: Διασκευασμένου Σεναρίου, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Μελίσα ΜακΚάρθι) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ). Και στις τρεις κατηγορίες που είναι τοποθετημένη παίζει καθαρά, καθώς και το σενάριο και οι δυο ρόλοι είναι αξιοπρόσεκτα και όντως αξίζουν τις υποψηφιότητες. Βέβαια η Μελίσα ΜακΚάρθι έχει να αντιμετωπίσει την Ολίβια Κόλμαν της «Ευνοούμενης» και την Γκλεν Γκλόουζ της «Wife» στον Α΄ Γυναικείο Ρόλο, ενώ ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ στον Β΄ Ανδρικό θα «κονταροκτυπηθεί» με τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως είναι ο Μαχερσάλα Αλί του «Πράσινου Βιβλίου» και ο Άνταμ Ντράιβερ του «BlacKkKlansman: H Παρείσφρηση».

Πάντως, τόσο η πληθωρική ΜακΚάρθι, όσο και ο μπριλάντε Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ είναι άψογοι στην δεύτερη ταινία της Καλιφορνέζας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Μάριελ Χέλερ. Είναι από αυτές, ρε γαμώτο, που μοσχοβολούν μπίτνικ, νεοϋρκέζικο άρωμα ανακατεμένο με νοθευμένο ουίσκι, κλεισούρα, αποτυχία και ξεθυμασμένη ναφθαλίνη, δηλαδή, ατμόσφαιρα μιας εποχής που αγαπάνε οι σινεφίλ. Με σωστό προσανατολισμό η σκηνοθεσία και δίχως να πλατσουρίζει σε ανοησίες, δίνει τον απαιτούμενο αέρα στην βροντερή, πλην όμως εκπληκτική ερμηνεία της ΜακΚάρθι και τον άπλετο χώρο στο ταπεραμέντο του υπέροχου, Άγγλου ηθοποιού Γκραντ, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την υποψηφιότητα του για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου βγήκε έξω στον δρόμο και πανηγύριζε, ο θεόμουρλος (υπάρχει σχετικό βίντεο).

Το προσεγμένο σενάριο της Νικόλ Χολοφσένερ και του Τζεφ Γουίτι (υποψήφιοι για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο-αυτοβιογραφία της συγγραφέως Λι Ίσραελ (3 Δεκεμβρίου 1939 – 24 Δεκεμβρίου 2014), που από επιτυχημένη βιογράφος επιφανών γυναικών με ευπώλητες εκδόσεις, κατέληξε δεινή πλαστογράφος επιστολών αλληλογραφίας διάσημων, όπως των: Ντόροθι Πάρκερ, Ερνστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τις οποίες μοσχοπουλούσε σε συλλέκτες μέχρι που την «τσίμπησε» το FBI.   

Από τη λίστα των μεγάλων Αμερικανών πλαστογράφων ξεχωρίζει μια γυναίκα: η ειρωνική, η καυστική, η εγωίστρια, η άφιλη, η λεσβία, η γατόφιλη και ψιλο-αλκοολική Λι Ίσραελ (Μελίσα ΜακΚάρθι – πολύ καλή), νυν άφραγκη, τέως επιτυχημένη συγγραφέας βιογραφιών της Κάθριν Χέπμπορν, της Ταλούλα Μπάνκχεντ, της Εστέ Λόντερ και της δημοσιογράφου Ντόροθι Κιλγκάλεν κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80.

Στο μικρό της διαμέρισμα στο Μανχάταν, παρέα με την γάτα της, που δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει, η Ίσραελ δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν φτωχή και εξαθλιωμένη. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μια τόσο ταλαντούχα συγγραφέας όσο η ίδια, θα κατέληγε τόσο χαμηλά. Μια συγγραφέας που δεν έβγαζε την δική της φωνή σε γραπτό, αλλά καταπιανόταν με τις ζωές διάσημων προσώπων.

Όταν δεν διέθετε τα χρήματα για μια εξέταση της γάτας της στον κτηνίατρο, πούλησε όλα τα αντικείμενα αξίας που είχε στην κατοχή της και μέσα σε αυτά ένα αυθεντικό γράμμα της Κάθριν Χέπμπορν για 200 δολάρια. Τότε ένας κόσμος με απέραντες δυνατότητες ανοίχτηκε μπροστά της.

Για να γλιτώσει τη χρεοκοπία άρχισε να δακτυλογραφεί σε αντίκες γραφομηχανές με παλιά επιστολόχαρτα διάφορες, πλαστές επιστολές διασήμων και να τις πουλάει στους συλλέκτες ως αυθεντικές. Βοηθό σε αυτή την απάτη έχρισε έναν φίλο της από τις παλιές καλές εποχές, τον μεσήλικα, ξοφλημένο, ομοφυλόφιλο, Άγγλο ηθοποιό Τζακ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ – επίσης πολύ καλός).

Η παράνομη φάμπρικα πήγαινε μια χαρά ώσπου μια πλαστή επιστολή εξετάστηκε ενδελεχώς από έναν αγοραστή συλλέκτη με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η αυθεντικότητά της.

Η Λι Ίσραελ έγραψε το βιβλίο «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?) το 2008.        

«Έρωτας Χωρίς Τέλος»

(Sin Fin)

 

  • Είδος: Ερωτικό, επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σεζάρ Εστέμπαν Αλέντα και Χοσέ Εστέμπαν Αλέντα
  • Με τους: Χαβιέρ Ρέι, Μαρία Λεόν
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν ο ντροπαλός, κοινωνικά αμήχανος Χαβιέ συναντά τη Μαρία, ένα δραστήριο, εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι, είναι η αρχή ενός πανέμορφου ρομάντζου. Δεκαπέντε χρόνια μετά και το τοπίο δεν είναι πια ειδυλλιακό. Η εμμονή του Χαβιέ για τη δουλειά του και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μαρίας εμφανίζονται στο προσκήνιο και ειδικά στη Μαρία.  Η σχέση τους περνάει κρίση.

Ο Χαβιέ συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να την βοηθήσει. Πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο για να ξαναγράψουν τη μοίρα της Μαρίας και να αποφύγουν την άθλια πραγματικότητα που ζουν.  Μαζί, να ξαναζήσουν και να θυμηθούν τη μαγεία της πρώτης ημέρας που συναντήθηκαν, δεκαπέντε χρόνια πριν, με την ελπίδα ότι η Μαρία θα γίνει πάλι το χαρούμενο, ζωηρό κορίτσι που ερωτεύτηκε.

Θα ήθελε να είναι δακρύβρεχτο, θα ήθελε να είναι μελό, θα ήθελε να είναι ερωτικό και ρομαντικό, θα ήθελε να είναι επιστημονικής φαντασίας. Μα, τίποτα από αυτά δεν είναι.

Μονότονη, θλιβερή, ισπανική μπαλαφάρα αλυσοδεμένη γερά στην τηλεοπτική αντίληψη των σίριαλ ρομάντζας του συρμού και παρωχημένης σκηνοθεσίας άλλων εποχών, κάτι σε στιλ «Εκείνο το Καλοκαίρι», του αείμνηστου Βασίλη Γεωργιάδη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό στα χειρότερά του.

Διάτρητο το σενάριο από όλες τις πλευρές και οι πρωταγωνιστές μουρμουράνε κοφτά και καταθλιπτικά κοιτάζονται στα μάτια πότε με τον αέρα στα μαλλιά τους, πότε με το κύμα να σκάει στην ακρογιαλιά και τον πορτοκαλόχρυσο ήλιο να φωτίζει τα πρόσωπα τους.

Τα δε ακόρντα του ως σιγόντο ηχούν φάλτσα και παράταιρα στο περιβάλλον της επιστημονικής φαντασίας και των ταξιδιών στον χρόνο, που όλο το κατασκεύασμα καταλήγει, σχεδόν, στο να μην βγάζεις νόημα. 

«Μια Προσωπική Ιστορία»

(Una Questione Privata)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
  • Με τους: Λούκα Μαρτινέλι, Λορέντζο Ριτσέλμι, Βαλεντίνα Μπελιέ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Συνδικάτου Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου

Εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφική νουβέλα «Μία Προσωπική Ιστορία» του Μπέπε Φενόλιο, το κύκνειο άσμα των αδελφών Ταβιάνι μάς μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1943, όταν ο νεαρός Μίλτον ερωτεύεται τη Φούλβια, η οποία, όπως φαίνεται δεν τρέφει ανάλογα συναισθήματα και απλώς, της αρέσει το βάθος της σκέψης του και τα γράμματα που της γράφει. 

Ένα χρόνο μετά, ο Μίλτον έχει μπει στην Αντίσταση και πολεμά στο πλάι των ανταρτών ενάντια στους Ναζί. Όταν, τυχαία, μαθαίνει ότι η Φούλβια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον επίσης αντάρτη και κοινό τους φίλο, Τζόρτζιο, ο Μίλτον αποφασίζει να πάει και να τον βρει και να του μιλήσει.

Ο Τζόρτζιο, όμως, έχει μόλις συλληφθεί από τους Φασίστες. Τώρα ο Μίλτον πρέπει να ισορροπήσει την επιθυμία του να πολεμήσει τους Ναζί, τη φιλία του με τους άλλους συμπολεμιστές του στην Αντίστασης μεταξύ των οποίων είναι και ο Τζόρτζιο, αλλά και την αγάπη του για την Φούλβια.

Οι αδελφοί Ταβιάνι, έχοντας ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ιταλική Αντίσταση, αποτυπώνουν ανάγλυφα και με μοναδική αυθεντικότητα την εποχή και σκηνοθετούν μια συναρπαστική ταινία για την αθωότητα της νιότης και τον έρωτα. Στο φόντο, μία Ιταλία χτυπημένη από τη φτώχεια και ένας αντάρτικος πόλεμος, ξένος για τα ειωθότα της δικής μας εποχής…

 Άλλωστε, ο έρωτας όταν συνοδεύεται από ζήλια, πάντα οδηγεί σε οριακές καταστάσεις (που έχουν εμπνεύσει μεγάλους τραγωδούς) πόσο μάλλον σε συνθήκες, ήδη εμπόλεμες, όπου το ΕΓΩ πρέπει να θυσιαστεί για το καλό του ΕΜΕΙΣ και για ιδανικά μεγαλύτερα από την προσωπική ευτυχία και αυτοπραγμάτωση.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Η Ταινία Lego 2» του Μάικ Μίτσελ (Tanweer)

«Παγωμένος Λίαμ Νίσον και ασιατικό σινεμά», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ερασιτεχνισμός σε αυτή την χώρα, τελικά, είναι το μπαϊράκι της μεγαλειώδους πτώσης μας. Μην παραξενεύεστε καθόλου. Και η κάθοδος ενός κράτους στα ερέβη έχει την σημαία της. Το δικό μας είναι ο γυαλιστερός, ξεβράκωτος αμπλαούμπλας με τα γουρλωτά, από έκπληξη, μάτια και την γλώσσα έξω κάπως χλευαστικά.

Ταινία με Χρυσή Σφαίρα στολισμένη, φουλ βραβεία παντού, 10 οσκαρικές υποψηφιότητες, κατασκευαστικά χρεωμένη σε σύγχρονο Έλληνα δημιουργό, σούπερ ντούπερ καστ και μια κουστωδία από άρθρα ύμνους, διθυράμβους να βοά η οικουμένη όλη και να δημιουργείται τέτοιο μπάχαλο στην δική μας διανομή; Πού (;)… μα, στην γενέτειρα χώρα του σκηνοθέτη, διάολε! Είναι δυνατόν; Οι όποιες υποδείξεις κατόπιν εορτής είναι εντελώς άσφαιρες και φυσικά όσες κι αν γράψεις θα είναι ακόμα μια σταγόνα στον ωκεανό της ανοησίας.

Στην εποχή του εκμαυλισμού και του τεχνολογικού φασισμού, όπου τα πάντα έχουν διάρκεια ζωής ελάχιστων δευτερολέπτων και οι ημερομηνίες λήξεως έχουν φθίνουσα πορεία, εκεί που η όποια πνευματική δημιουργία μεταμορφώνεται στο πιτς φιτίλι σε μαλλιαρό τόπι από το ψηφιακό κλοτσοσκούφι, εμείς λοιπόν, η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αντί να προστατεύσουμε το εξαιρετικό, το στήνουμε στον τοίχο και από τα τρία μέτρα δολοφονούμε κάθε τι, που πιθανώς να ανεβάσει ένα κλικ πιο πάνω από το μηδέν το πατριωτικό θερμόμετρο μέσα μας.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως γράφοντας, πως είναι εντελώς διαφορετικό το «δολοφονώ» από το «σκοτώνω». Στο πρώτο υπάρχει ο δόλος, το σχέδιο ενώ στο δεύτερο, απλά, είναι η μετάβαση από το φως της ζωής στο σκότος του θανάτου σε στιγμές άμυνας, όταν κινδυνεύει η σωματική σου ακεραιότητα ή η πατρίδα σου, η οικογένεια σου ή η ίδια η ζωή σου. Εμείς όμως «δολοφονούμε». Γιατί όμως; Γιατί η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου έτυχε τέτοιας μεταχείρισης από την Ελλάδα; Αν όχι οι πρώτοι, τουλάχιστον από τους πρώτους έπρεπε να είμαστε στην παγκόσμια διανομή και αντ΄ αυτού γίναμε ουραγοί, ο τελευταίος τροχός της άμαξας σε ένα θέμα που μας αφορά, έστω ως κοινή πατρίδα με τον Έλληνα δημιουργό.

Η ταινία, «Η Ευνοούμενη», ενώ ήταν προγραμματισμένη να προβληθεί στην χώρα μας, αρχικά στις 3 Ιανουαρίου, ω του θαύματος «φτερούγισε» για την 7η Φεβρουαρίου. Ω μυστήριο, τρανό και άλυτο, που καμιά εξήγηση σοβαρού επιπέδου δεν δόθηκε από την εταιρεία διανομής. Τελικά, με πιέσεις και συναδέλφους που έβαλαν τις φωνές και ο ταινιακός προγραμματισμός εισέπραξε το κράξιμο της αρκούδας, όπως λένε, στις 31 Ιανουαρίου, δηλαδή, την περασμένη εβδομάδα, βγήκε η ταινία, άκουσον άκουσον, σε δυο αθηναϊκές αίθουσες ως preview screenings και η ελληνική περιφέρεια να κοιτάει σαν χαζή την άκυρη κίνηση, ψιθυρίζοντας δίκαια: «μα καλά, εμείς είμαστε χωριάτες και παρακατιανοί;» Τα νταουνλοντάδικα στο ιντέρνετ δε, κινούνται με ταχύτητα σίφουνα και «Η Ευνοούμενη» το τελευταίο δεκαήμερο φορτώνεται στις σπιτικές οθόνες λες και είναι γαλέτα σε περίοδο εκστρατείας. Τέτοιο χάλι και ρεζιλίκι!

Προσέξτε τώρα το μέγεθος της υποκρισίας και της πολιτικής μισαλλοδοξίας. Ενεργοποιώ αμέσως την μνήμη και σας υπενθυμίζω ένα κινηματογραφικό περιστατικό ακριβώς προ 15ετίας.

Την ημέρα της πρεμιέρας στην Ελλάδα του πρώτου μέρους της τριλογίας του αείμνηστου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που Δακρύζει» στις 12 Φεβρουαρίου 2004 (Πρωθυπουργός ο Κων/νος Σημίτης και υπουργός Πολιτισμού ο Ευάγγελος Βενιζέλος)  με παράλληλη προβολή στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου (οπού συμμετείχε η ταινία και τίποτα δεν πήρε), υπήρξε απευθείας σύνδεση, μέσω δορυφόρου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο Βερολίνο (άκουσον!) Το κοινό της πρεμιέρας στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και την Πάτρα παρακολούθησε, – δώστε προσοχή – σε απευθείας μετάδοση τον χαιρετισμό του σκηνοθέτη από την γερμανική πρωτεύουσα. Ένα χαιρετισμό που προλόγισε, μάλιστα, ο τότε υπουργός Πολιτισμού. Ε ρε, χλιδή και μεγαλεία για τον Έλληνα Σκηνοθέτη!!! Άλλο όμως είναι ο Γιώργος Λάνθιμος της αλλοδαπής, κι άλλο ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος της ημεδαπής, Κρόνιας Ελλάδας, της χώρας με την μια και μοναδική ταχύτητα στο σασμάν της προόδου… της όπισθεν.  

«Ψυχρή Καταδίωξη»

(Cold Pursuit)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, Νορβηγία, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χανς Πέτερ Μόλαντ
  • Με τους: Λίαμ Νίσον, Τομ Μπέιτμαν, Τομ Τζάκσον, Γουίλιαμ Φόρσαιθ, Έμι Ρόσουμ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ακόμα μια ταινία, αυτή την φορά από την παγωμένη, βόρεια Ευρώπη, που πήρε το «εισιτηριάκι» για την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και από την χιονισμένη, ορεινή Νορβηγία κατέληξε στο, επίσης, χιονοσκεπασμένο Κίχο του Κολοράντο.

Οι διαφορές εδώ όμως είναι άκρως σημαντικές από τα υπόλοιπα, γνωστά εξαμερικανισμένα ριμέικ. Πρώτον, ότι ο εξαιρετικός, Νορβηγός σκηνοθέτης Χανς Πέτερ Μόλαντ, που έγινε γνωστός στο κινηματογραφόφιλο κοινό από την πικρόχολη περιπέτεια «Με Σειρά Εξαφάνισης» του 2014, πήρε την ταινία του και με το διασκευασμένο σενάριο του Αμερικανού Φρανκ Μπόλντουιν την ρολάρισε στο Χόλιγουντ, σκηνοθετώντας ο ίδιος το ριμέικ.

Την θέση του ερασιτέχνη, εκδικητή Στέλαν Σκάσγκαρντ (υπέροχος) αναλαμβάνει ο χειμαρρώδης και άκαμπτος, επίσης, πανύψηλος Λίαμ Νίσον, ο οποίος τα πάει μια χαρά. Ο Μπόλντουιν στο σενάριο επιδίδεται σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, που αφορούν περισσότερο την αμερικανική επικράτεια, αλλά κρατάει τον ρυθμό αφήγησης στην σκηνοθετική γραμμή του Νορβηγού Μόλαντ.

Ταινία που ανακατεύει το πικρό με το γλυκό, την περιπέτεια με την αγωνία, το χιούμορ με το δράμα, το γελοίο με το αστείο και τον Ταραντίνο με τους αδελφούς Κοέν. Ευχάριστη και η παρουσία του αγαπητού Γουίλιαμ Φόρσαιθ, ενώ ο αδέκαστος και ολίγον αδέξιος περί φόνων Λίαμ στα σένια του μετά από πολύ καιρό να τα βάζει με πανηλίθιους, δολοφονικούς μαφιόζους που φέρουν απίστευτα παρατσούκλια.

Στο Κίχο του Κολοράντο η θερμοκρασία είναι 10 βαθμοί υπό του μηδενός και ολοένα χαμηλώνει. Στο γκλαμουράτο χειμερινό θέρετρο των Βραχωδών Ορέων η τοπική Αστυνομία συνήθως δεν έχει δουλειά μέχρι την ημέρα που ο γιος του Νελς Λίμα Νίσον – καλός), ενός ταπεινού οδηγού εκχιονιστικού μηχανήματος του δήμου και βραβευμένου από την κοινότητα, δολοφονείται ύστερα από εντολή του «Βίκινγκ», του τοπικού ναρκο-βαρόνου.

Οργισμένος και εξοπλισμένος με τα βαριά μηχανήματα, ο Νελς αποφασίζει να εξολοθρεύσει το καρτέλ ξεπαστρεύοντας ένα, ένα τα μέλη του, αλλά το μόνο που γνωρίζει από φόνους είναι ό,τι έχει διαβάσει στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

Καθώς τα πτώματα στοιβάζονται, σφοδρός πόλεμος ξεσπά μεταξύ του ναρκο-βαρόνου και του αρχιμαφιόζου «Γουάιτ Μπουλ» και οι πλαγιές της μικρής πόλης από ολόλευκες βάφονται κόκκινες.

«Το Γύρισμα της Τύχης»

(Hattrick)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ιράν (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ραμτίν Λαβαφιπούρ
  • Με τους: Αμίρ Τζαντιντί, Παρινάζ Ιζαντιάρ, Σαμπέλ Αμπάρ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Ama Films

Η μεγάλη του Ιράν κινηματογραφική σχολή, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτής της ταινίας, δηλαδή, η σχολή του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί για να είμαστε πιο σαφείς. Ο 43χρονος  δημιουργός της ταινίας, Ραμτίν Λαβαφιπούρ γεννημένος στο Ιράν και στην τρίτη μεγάλη μήκους του περίτρανα επιβεβαιώνει, πως είναι ένα γνήσιο τέκνο της φαραντιανής εκπαίδευσης και δεν το κρύβει άλλωστε. Κολάσιμες ομοιότητες και ίδιος τρόπος «γραφής» με το σινεμά του βραβευμένου συμπατριώτη του.

Στόρι που περιορίζεται επίμονα στον χώρο ενός αυτοκίνητου (το μικρότερο σε διάρκεια χρόνου) και σε ένα σπίτι με φόντο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που προβάλει απευθείας η τηλεόραση (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας). Οι γνωστές «μάχες» ανάμεσα σε τέσσερις νέους ανθρώπους (δυο γυναίκες και δυο άνδρες) και κέντρο βάρους τις σύγχρονες, μαύρες τρύπες της ιρανικής, αστικής κοινωνίας. Σιγά τα ωά και μάλιστα αρκετά επιπόλαια κτυπημένα για να γίνει σωστή η ομελέτα.

Σενάριο που δεν λειτουργεί δελεαστικά, βασανιστικά φλύαρο, πλήθος κενών και αναπάντητων ερωτημάτων στα δρώμενα, έωλα μηνύματα, με καλούτσικες ερμηνείες και βασιλεύουσα, η κινηματογραφο-θεατρική κάμερα, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από τοίχο σε τοίχο, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια ο ιρανικός κινηματογράφος.

Χαμηλών προσδοκιών ο Ραμτίν Λαβαφιπούρ, καθώς το έχουμε δει ξανά και ξανά το θέμα και μάλιστα πιο ολοκληρωμένο από τον πρωτομάστορα Φαραντί, οπότε μια συμπαθητική σκηνοθεσία με όμορφη φωτογραφία κλειστών χώρων από μόνα τους δεν είναι αρκετά.   

Περασμένα μεσάνυχτα και ο αστός Φαρσάντ με την έγκυο γυναίκα του επιστρέφουν από ένα πάρτι, έχοντας μαζί στο αυτοκίνητο τους τον παιδικό του φίλο και μια κοπέλα που γνώρισε πρόσφατα. Χρέη, δανεικά, κάτι οικόπεδα δίχως αξία, ένα οικονομικό αλισβερίσι και αποκαλύπτεται ότι ο Φαρσάντ είναι δεινός τζογαδόρος, που παίζει πολλά χρήματα στο ποδοσφαιρικό «στοίχημα».

 Κατά την διαδρομή κτυπάει με το αυτοκίνητο έναν άνθρωπο (που ποτέ δεν βλέπουμε), νομίζουν ότι τον σκότωσαν και για να αποφύγουν την αστυνομία μεταφέρονται σε κατάσταση ημι-πανικού στο σπίτι της κοπέλας του φίλου του Φαρσάντ. Ο τύπος όμως, δεν χολοσκάει με το ατύχημα (δεν γνωρίζουμε εάν ζει ή πέθανε ο υποτιθέμενος, κτυπημένος άνθρωπος), γιατί το μυαλό του είναι απασχολημένο στο στοίχημα, καθώς έχει ποντάρει ένα χοντρό, χρηματικό ποσό που παίζεται η υπόληψη του, ο γάμος και η φιλία του.

Στο σπίτι της κοπέλας που καταλήξανε οι τέσσερις τους και με την τηλεόραση να μεταδίδει το ματς, μπερδεμένοι και φοβισμένοι ψάχνουν για να πράξουν το σωστό. Οι αρχικές συνομιλίες για το ατύχημα αντικαθίστανται σύντομα από συζητήσεις σχετικά με κρυμμένα μυστικά.

«Ο Χαρισματικός»

(The Prodigy)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νίκολας ΜακΚάρθι
  • Με τους: Τέιλορ Σίλινγκ, Κολμ Φιόρε, Μπρίτανι Άλεν, Ντέιβιντ Κόλσμιθ, Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, Μπρίτανι Άλεν, Πίτερ Μούνεϊ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Διαβασμένος σωστά στο σινεμά τρόμου ο 49χρονος, Αμερικανός Νίκολας ΜακΚάρθι στην τρίτη κατά σειρά ταινία του (Η Συμφωνία). Σενάριο με συμπαθητικές, θα μπορούσαμε να πούμε, μεταφυσικές ανατροπές και έδαφος δράσης ένα αγόρι, που μέσα του εγκαταστάθηκε η ψυχή ενός παράφρονα, κατά συρροή δολοφόνου γυναικών με ιδιαίτερη προτίμηση στα άνω άκρα των θηλυκών.

Η σκηνοθετική χαρτογράφηση, ως επί το πλείστον, είναι ένα σκοτεινό, προωθημένο copy paste, πάνω στον μέγιστο του είδους, Μάριο Μπάβα, ενώ η αγωνία κλιμακώνεται άνευ εφηβικών jump scares, καθώς το plot αφορά και το ενήλικο κοινό. Οκ, θα αναλογιστείτε εύλογα: «Ξανά μια ταινία τρόμου με σατανόπαιδο;» Δεν θα διαφωνήσω, αλλά το «Prodigy» στο είδος του μεταφυσικού – ψυχολογικού θρίλερ συντηρεί την απαραίτητη ατμόσφαιρα και είναι φιλότιμα φτιαγμένο.

Στην συγκεκριμένη παραγωγή μόνο, αυτό που δεν «κουμπώνει» σωστά είναι οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών – εκτός του πιτσιρικά Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, που βγάζει πένα το psychο -, οι υπόλοιποι λειτουργούν σε μονοδιάστατο βηματισμό, εντελώς άνευρα με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Η Τέιλορ Σίλινγκ ως μητέρα του κατειλημμένου μικρού απλά επιπλέει στο σενάριο και δεν επιδίδεται σε ερμηνευτικά μακροβούτια στον βυθό του δράματος που την κατατρέχει, ώστε να μας πάρει μαζί της. Ενδιαφέρουσα η μουσική του Τζόζεφ Μπισάρα («Η Κατάρα» «Insidious») σε συνθέσεις με πνευστά και έγχορδα μόνο, αλλά και το μοντάζ που συντηρεί ρυθμό και ένταση.  

Την ίδια στιγμή που η αστυνομία σκοτώνει τον περιβόητο, ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ του Οχάιο έξω από το σπίτι του, την ίδια ακριβώς στιγμή η Σάρα (Τέιλορ Σίλινγκ), φέρνει στον κόσμο τον γιό της Μάιλς (Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ).

Ο 2χρονος Μαίλς αρχίζει να φανερώνει μια ξεχωριστή για την ηλικία του ευφυΐα μέχρι που θα φτάσει στην ηλικία των οκτώ ετών, όπου θα συμβούν δυσάρεστες και βίαιες αποκαλύψεις, που αφορούν τον ψυχισμό του παιδιού. Η Σάρα αρχίζει να πιστεύει πως ο γιος της κυριεύεται από υπερφυσικές, χθόνιες δυνάμεις. Ο Μάιλς όμως έχει κυριευτεί από την ψυχή του δολοφόνου γυναικών του Οχάιο, που χρησιμοποιεί το σώμα του πιτσιρικά για δικούς του λόγους.  

Ανησυχώντας για την ασφάλεια της οικογένειάς της καλείται να διαλέξει ανάμεσα στο μητρικό ένστικτο που την προτρέπει να προστατεύσει τον Μάιλς, και την απεγνωσμένη ανάγκη της να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Η Σάρα θα αναζητήσει τις απαντήσεις στο παρελθόν, σε μια τρομακτική διαδρομή όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αντίληψη και την πραγματικότητα θα γίνει θολή.

«Απαγορευμένες Συναντήσεις»

(The Reports on Sarah and Saleem)     

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Παλαιστίνη, Γερμανία, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μουάγιαντ Άλαγιαν
  • Με τους: Αντίμπ Σαφάντι, Σιβάν Κρέτσνερ, Ισάι Γκόλαν, Μάισα Αμπτ Ελχάντι
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Σάρα είναι Ισραηλινή και έχει μία καφετέρια στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ο Σαλίμ είναι Παλαιστίνιος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και κάνει παραδόσεις σε επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Σάρα.

Παρόλο που ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, η Σάρα και ο Σαλίμ διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, ρισκάροντας έτσι την φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή των οικογενειών τους.

Όταν μία ριψοκίνδυνη μεταμεσονύχτια συνάντησή τους πάει στραβά, ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν όλα μεγαλώνει και οι δύο τους παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ οι απελπισμένες προσπάθειές τους να σώσουν ό, τι έχει μείνει από τις ζωές τους, κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αμείλικτο κατοχικό μηχανισμό και τις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις, ο Σαλίμ και η Σάρα βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξαπάτησης και παρανοήσεων, που ούτε η αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του.

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της μαύρης κωμωδίας του «Love, Theft and Other Entaglements» στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Μουάγιαντ Άλαγιαν επιστρέφει με μια ιστορία που κρύβει στον πυρήνα της απαγορευμένες επιθυμίες, μυστικά και ψέματα. «Αρχικά ήθελα να κάνω το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο με την ιστορία αυτή», εξηγεί ο Άλαγιαν. «Μου αρέσουν οι ανατροπές της ζωής. Μου αρέσει να ακούω για την ριζοσπαστική πλευρά της ζωής, το αναπάντεχο, το απρόοπτο. Πώς οι ζωές αλλάζουν για πάντα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν το δευτερόλεπτο αυτό περάσει και αντιμετωπίζουν ό, τι έρχεται μετά. Είναι τόσο μικρή η απόσταση που σε χωρίζει από την καταστροφή. Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ που γνωρίζω εγώ».

«Θέλουμε να κάνουμε ταινίες για ανθρώπους σε θέσεις και καταστάσεις που είναι μεγαλύτερες από τους ίδιους», εξηγεί ο Ράμι Άλαγιαν, αδελφός του Μουάγιαντ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο της ταινίας. «Άνθρωποι που δεν έχουν τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές της ζωής. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες για το πώς τα καταφέρνεις, πώς ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά».

Έχοντας δουλέψει χρόνια πάνω στην ιστορία, τα δύο αδέλφια επανήλθαν σε αυτήν μετά την επιτυχία της πρώτης τους ταινίας. «Όταν επιστρέψαμε στο σενάριο», εξηγεί ο Μουάγιαντ Άλαγιαν, «συζητήσαμε επί μακρόν για τις διάφορες δομές και οπτικές γωνίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ιστορία. Δεν περίμενα την πρόταση του Ράμι να βάλουμε και τους τέσσερις χαρακτήρες στο κέντρο της ιστορίας, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι είχε δίκιο: το περίπλοκο υπόβαθρο των χαρακτήρων είναι βασικό για να τους καταλάβουμε, χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και την αίσθηση των διχασμένων κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της».

«Η Κλεμμένη Πριγκίπισσα»

(Vykradena pryntsesa: Ruslan i Lyudmyla / The Stolen Princess: Ruslan and Ludmila)

 

  • Είδος: Animation μεταγλωττισμένο στα Ελληνικά
  • Παραγωγή: Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Όλε Μαλαμούτζ
  • Οι φωνές των: Παύλου Πιέρρου, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Γιώργου Σκουφή, Νίκου Παπαδόπουλου, Δημήτρη Μάριζα, Θανάση Κουρλαμπά, Άρη Γεροντάκη, Βασίλη Μήλιου, Άλκη Ζερβού, Παναγιώτη Τσακαλάκου, Μαρία Ζερβού
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Neo Films

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή των γενναίων ιπποτών, των πανέμορφων πριγκιπισσών και των πολεμιστών μάγων. Ο Ρούσλαν, ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που ονειρεύεται να γίνει κάποτε ιππότης, συναντά την όμορφη Μίλα και την ερωτεύεται πριν συνειδητοποιήσει ότι είναι η κόρη του Βασιλιά.

 Ωστόσο, η αγάπη τους δεν θα προλάβει να ανθίσει καθώς ο Τσόρνομορ, ο κακός μάγος, κλέβει τη Μίλα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Ρούσλαν και προσπαθεί να απομυζήσει την αγάπη της για να τροφοδοτήσει τη μαγεία του.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ρούσλαν ξεκινάει μια επική περιπέτεια ώστε να σώσει την κλεμμένη πριγκίπισσα και να αποδείξει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τη μαγεία.

Η Μίλα είναι η κόρη του Βασιλιά και σε όλη της τη ζωή έχει βιώσει τον κόσμο μόνο μέσω της τεράστιας συλλογής βιβλίων της.

Είναι γεμάτη αυτοεκτίμηση και πανέξυπνη, και δεν μπορεί να φανταστεί μια ζωή που θα προκύψει από προξενιό, με αποτέλεσμα να επαναστατεί κατά του άγριου και αδυσώπητου πατέρα της. Μόνο όταν η αληθινή αγάπη τής χτυπά την πόρτα, αρχίζει να ονειρεύεται τη ζωή που ήταν γραφτό να ζήσει – πάντα όμως σύμφωνα με τους δικούς της όρους.

Ο Ρούσλαν είναι ένας φτωχός περιπλανώμενος βάρδος που όλα τα υπάρχοντά του χωρούν σε μια χειράμαξα καθώς εκείνος ταξιδεύει και δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη.

Συχνά, καθώς διασκεδάζει τους πολίτες, υποδύεται γενναίους χαρακτήρες και ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά τους στην προσωπικότητά του. Ο Ρούσλαν έχει έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ηθικής και του δικαίου και πολλές φορές προσπαθεί να σώσει τους υπόλοιπους συνάδελφους καλλιτέχνες από δύσκολες καταστάσεις.

Ο Τσόρνομορ κρύβεται σε ένα πελώριο κάστρο κρυμμένο στα βάθη της Γουόντερλαντ, ένα μέρος στο οποίο μπορείς να φτάσεις μόνο μέσω μιας μυστικής πύλης.

Μία από τις αδυναμίες του είναι ότι χρειάζεται να αναπληρώσει τις μαγικές του δυνάμεις με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκτηθούν. Για το σκοπό αυτό, απαγάγει δεσποσύνες και κλέβει τη ζωτική τους ενέργεια μέσω μιας δραματικής τελετής που τις μεταμορφώνει σε πέτρα.

Προβάλλονται επίσης:

Το πρώτο ευρωπαϊκό computer screen movie, που κέρδισε το βραβείο νεότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Scopophilia» της Ναταλίας Λαμπροπούλου και της Ηλέκτρας Αγγελετοπούλου.

«Σαρωτική, Αξιαγάπητη και «Ευνοούμενη»» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αφορμή τούτου του μικρού κειμένου, προ της παρουσίασης των εβδομαδιαίων ταινιών, είναι, φυσικά, η επιτυχία του Έλληνα σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου και η αξιόλογη πορεία του στην δύσκολη και απαιτητική αλλοδαπή. Ένας Έλληνας εκτός των τειχών, όπως τόσοι άλλοι, που ανεβάζει τον πήχη σε τρανά, καλλιτεχνικά ύψη τα τελευταία χρόνια της μακάβριας, ελληνικής μιζέριας. Για να εξηγούμεθα και να είμαστε δίκαιοι στις υπεύθυνες θέσεις που βρισκόμαστε, να γράψουμε πως ουδεμία σχέση ή συγγένεια έχει η Ελλάδα με τις επιτυχίες του Γιώργου Λάνθιμου, παρά μόνο ότι ο άνθρωπος είναι γέννημα θρέμμα Έλληνας. Πέραν αυτού η όποια ταύτιση του στιλ: «Ο Γιώργος κάνει υπερήφανη την Ελλάδα» ή «Η Ελλάδα στα Όσκαρ» ή όποια άλλη ανοησία εκφέρεται λαϊκίστικα, είναι απλά μάντολες.

Εάν ήθελε μερίδιο από την διεθνή επιτυχία του Λάνθιμου η χώρα μας, ας μεριμνούσε να κρατήσει το τέκνο της στις φτερούγες της, μαζί και όλους τους υπόλοιπους, και τότε ο σκηνοθέτης ας εμφανίζεται στις βραβεύσεις με  ansanble την γαλανόλευκη, που λέει ο λόγος. Ό,τι κατάφερε ο Γιώργος Λάνθιμος είναι απόλυτη εργασία του προσωπικού του ταλέντου, της δύναμης, του μόχθου και των γόνιμων επαφών που εκτίμησαν την κινηματογραφική του γραφή, τον προώθησαν για να φτάσει με το σπαθί του στο βάθρο των μέγιστων. Από εκεί και έπειτα η Ελλάδα είναι μια πιο εσωτερική έννοια, μια βαθιά ριζωμένη ιδέα για τον κάθε μετανάστη, που δεν ταυτίζεται με το ερεβώδες παρών, όταν το κάθε κουβέρνο αναγκάζει το μέλλον του έθνους να φτιάξει βαλίτσες για να γλυτώσει από την ελώδη και «θανατερή» περιοχή.

Πάντως, τοποθετώντας για λίγο τον Γιώργο Λάνθιμο στην άκρη, ό οποίος δεν θα σταματήσει να απασχολεί θετικά τον χώρο της 7ης Τέχνης, επιθυμώ να βάλω διακριτικά μια σκέψη στο τραπέζι, που με απασχολεί ως πολίτη αυτού του ευλογημένου τόπου, που ναι, είναι ευλογημένος, ασχέτως εάν εμείς οι Έλληνες δεν τον σεβόμαστε, δεν τον προστατεύουμε, συνεπώς δεν τον αγαπάμε.

Αγαπητοί μου φίλοι μου, έχετε παρατηρήσει κάπως, πως έπειτα από πολλές πολλές δεκαετίες η Ελλάδα, ως σημείο αναφοράς, αναδύεται ξανά στην επιφάνεια και ολοένα πιο συχνά, αν και αποικία χειρίστου είδους, συζητιέται και «παίζει» παντού ως η πολύτιμη εξέδρα ανασύστασης πραγμάτων; Στις επιστήμες, στις τέχνες, στον αθλητισμό, στον τουρισμό, στις εξαγωγές εκλεκτών, αγροτικών προϊόντων συμβαίνει μια πρωτοφανής επέλαση, βέβαια μικρή σε ένταση, αλλά διαφαίνεται άκρως σημαντική και με αυξητική δυναμική. Όποιος προκομμένος «αερίστηκε» από την πατρίδα μας προόδευσε τα μάλα σε όλους τους τομείς.

Όποιος ασχολήθηκε με σωφροσύνη στον παραγωγικό κλάδο, με στόχο τα προϊόντα του να ταξιδεύουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, δίχως καμιά βοήθεια από το ανάλγητο κράτος, στέφθηκε με επιτυχία και πολλοί από αυτούς για να βρούν την λεγόμενη επιχειρηματική τους υγεία, τράβηξαν τις δουλειές τους μακριά από τον νοσηρό, πύρινο κλοιό του ελληνικού, φορολογικού καθεστώτος.

Έπειτα, είναι και το απίστευτο κρεσέντο του τουρισμού που για εννιά μήνες «πνίγεται» η χώρα μας από αφίξεις ρεκόρ, ενώ παράλληλα όλοι μας έχουμε καταλήξει να είμαστε οι καμαρότοι και οι σερβιτόροι των Φράγκων, των Αγγλοσαξώνων, των Ούννων, όπως άριστα είχε προβλέψει άλλωστε και ο αείμνηστος «εθνάρχης», όταν έσπρωξε την χώρα μας τυφλά και απροετοίμαστα στο κατώφλι της τότε Ε.Ο.Κ.

Κάτι συμβαίνει θαρρείς, που δεν έχει να κάνει με εμάς, εδώ τους ουτιδανούς γηγενείς, καθώς η ιστορία μας παραχαράζεται σκαιώς και εμείς δεν αντιδρούμε, το παρελθόν μας γκρεμίζεται και εμείς απλά κοιτάζουμε την υπέροχη κουτρουβάλα, η χώρα αργά αργά διαμελίζεται, παραδίδεται και εμείς πάλι περιδιαβαίνουμε τις φωταγωγημένες λεωφόρους της απάθειας. Κάτι υπέροχο συμβαίνει εκεί έξω, ελπιδοφόρο όπου μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες Ελλήνων ανθρώπων, δικοί μας, λαμπροί άνθρωποι δομούν ένα νέο κοσμοδρόμιο ιδεών υψηλών προδιαγραφών, κάπου αλλού, με γνώση, σθένος, ταλέντο και απέραντη αγάπη θέλω να πιστεύω, για αυτό που είναι ως δημιουργικές οντότητες, ενώ η πατρίδα μας δεν έδωσε την δυνατότητα να το εκφράσουν, να το υλοποιήσουν.

Πάνω που θεωρούσαμε, ότι έπαψε ο φόρος του Μινώταυρου, η αποικία Ελλάς συνεχίζει να πληρώνει το αντίτιμο. Άλλωστε το πέρασμα από την μια όχθη στην άλλη του ορμητικού ποταμιού, ως γνωστόν, είναι για ελάχιστους.             

«Η Ευνοούμενη»

(The Favourite)

 

  • Είδος: Δραμεντί ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιρλανδία, Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
  • Με τους: Ολίβια Κόλμαν, Ρέιτσελ Βάις, Έμα Στόουν, Νίκολας Χουλτ, Τζο Άλγουιν
  • Διάρκεια: 120 λεπτά
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Α΄ Γυναικείου Ρόλου

Η βασίλισσα Άννα της Αγγλίας του οίκου των Στιούαρτ, η άνασσα δίχως απογόνους, ήταν η γυναίκα που μαζί με τον πανούργο και δολοπλόκο Γουλιέλμο της Οράγγης άλλαξαν την γραμμή αίματος του αγγλικού στέμματος, φτιάχνοντας το έδαφος για τους γνωστούς, σημερινούς Γουίνσδορ.

Ο Γιώργος Λάνθιμος φτιάχνει μια διακριτικά σκοτεινή, υπέροχα δραματική γεμάτη γλυκόπικρη σάτιρα και χιούμορ ταινία, παίζοντας έξυπνα στην αυλή του Μπάκιγχαμ και με σκωπτική διάθεση τοποθετεί στο σενάριο την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα της άστατης και βαθιά συμπλεγματικής γυναίκας που η κεφαλή της έφερε την κορώνα του νεοσύστατου  Βασίλειου της Μεγάλης Αγγλίας, συμπεριλαμβανομένης επίσημα τότε και τα κράτη της Σκωτίας και της Ιρλανδίας.

Στον ρόλο της τρομερής βασίλισσας η ασυναγώνιστη Ολίβια Κόλμαν που κατακτά τον θεατή από την πρώτη σεκάνς. Στον κύκλο της αυλής, στην διάσταση της τρέλας των γαλαζοαίματων, της δυσώδους καμαρίλας και της πολιτικής ίντριγκας (τότε  εμφανίζεται και ο δικομματισμός με τους Τόρις και τους Γουίγκς (Ουίγοι)) συμμετέχει ενεργά η παιδική φίλη της βασίλισσας Άννας, η πατριώτισσα σκύλα, σύμβουλος, Λαίδη Σάρα Τζένινγκς, που για ένα σοβαρό χρονικό διάστημα κυβερνούσε την Αγγλία και συνάμα ήταν παρτενέρ εντός και εκτός των στρωσιδιών του κρεβατιού της Άννας. Η Ρέιτσελ Βάις ως Λαίδη Σάρα είναι υπέροχη σε ένα ρόλο που σε αφήνει άφωνο, μια καταλυτική γυναικεία παρουσία, που κρατάει αυτοκρατορίες και διαλύει ανθρώπους.

Και για να συμπληρωθεί η θηλυκή τρόικα του Γιώργου Λάνθιμου, εμφανίζεται σαν σίφουνας η απένταρη και έκπτωτη Λαίδη, η ξαδέρφη της Σάρας που μετατρέπεται σε κοινωνικά ανερχόμενη καμαριέρα Άμπιγκεϊλ. Η επιλογή της Έμα Στόουν ως «Ευνοούμενης» του σεναρίου και της βασίλισσας, είναι εύστοχη και κυριολεκτικώς η ηθοποιός βγάζει τον καλύτερο εαυτό της, δίχως να την κατατρέχουν τα μιούζικαλ φαντάσματα, οι σκιές διαφόρων επιτυχιών και αλλοτινών σινε-προϊόντων. Υπόθεση αμιγώς γυναικεία όλη η ταινία, περίτεχνα φτιαγμένη, κάτι που θεωρώ, πως ταιριάζει ταμάμ ως διαχείριση στον Έλληνα σκηνοθέτη να καταπιάνεται με τον γυναικείο ψυχισμό.

Η θηλυκή τρίλιζα του Έλληνα σκηνοθέτη γεμίζει ισόρροπες γραμμές την οθόνη, ενώνοντας απέραντα καλλιτεχνικά και επί της ουσίας ρόλους, καταστάσεις σε ένα σενάριο με απίθανες φόρμες κινηματογράφησης. Όσοι έχετε παρακολουθήσει προσεκτικά το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου θα διαπιστώσετε, ότι είναι η καλύτερη ταινία του μετά τον «Κυνόδοντα», καθώς είναι και η πρώτη τού σκηνοθέτη που κινείται στο πλαίσιο του είδους ταινιών ιστορικής περιόδου. Δηλαδή, ως παραγωγή των 15 εκατομμυρίων δολαρίων περίπου, πραγματικά φυσάει. Σκηνοθετικά είναι αυτό που λέμε masterpiece και υποκριτικά ένα χάρμα οφθαλμών.

Αρχές του 18ου αιώνα. Η Αγγλία βρίσκεται σε πόλεμο με τους Γάλλους. Παρόλα αυτά, οι αγώνες πάπιας και η κατανάλωση ανανά βρίσκονται στο απόγειό τους. Η φιλάσθενη και άκληρη Βασίλισσα Άννα (Ολίβια Κόλμαν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ή!!!) με λατρεία στα κουνέλια (τα θεωρεί παιδιά της) βρίσκεται στον θρόνο και η στενή της φίλη, η Λαίδη Σάρα (Ρέιτσελ Βάις – α-π-ί-θ-α-ν-η!), σύζυγος του στρατηγού και δούκα του Μάρλμπορο, Τζον Τσόρτσιλ (οι πρόγονοι του Γουίστον Τσόρτσιλ), κυβερνά την χώρα στη θέση της βασίλισσας. Ο λόγος της είναι τσεκούρι και φωτιά. Την τρέμουν οι πολιτικοί, επιβλέπει τα οικονομικά του παλατιού, τιμωρεί και επιβραβεύει τους αυλικούς, μοιράζεται το ίδιο ερωτικό κρεβάτι με την βασίλισσα, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει για την υγεία και το συχνά απρόβλεπτο ταπεραμέντο της Άννας.

Όταν η νέα υπηρέτρια Άμπιγκεϊλ (Έμμα Στόουν – άψογη!), πρώην λαίδη και νυν άφραγκη άνευ τίτλου, καταφθάνει επεισοδιακά στο παλάτι για να ζητήσει δουλειά από την ξαδέλφη της Σάρα, τοποθετείται απαξιωτικά ως δουλικό στην κουζίνα. Σύντομα όμως η γοητεία της κινεί το ενδιαφέρον της ξαδέλφης, την παίρνει υπό την προστασία της και την τοποθετεί καμαριέρα της βασίλισσας.

Η Άμπιγκεϊλ, βλέποντας ότι τελικά άγγιξε τον στόχο της να βρίσκεται πλάι στην άνασσα, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να επιστρέψει στις αριστοκρατικές της ρίζες.

Οι δυο αντίπαλες, πολιτικές παρατάξεις της Αγγλίας εν καιρώ πολέμου βρίσκονται σε ρήξη (Τόρις και Ουίγοι) και οι τακτικές του πολέμου καταναλώνουν όλο τον χρόνο της Σάρα. Η Άμπιγκεϊλ χωρίς χάσιμο χρόνου παίρνει τη θέση της ξαδέλφης ως η συντροφιά της βασίλισσας σε όλα τα επίπεδα ανεξαιρέτως . Η φιλία βασίλισσας και καμαριέρας δίνει την ευκαιρία να κάνει πραγματικότητα τις φιλοδοξίες της και δεν θα αφήσει καμία γυναίκα, καμία πολιτική και… κανένα κουνέλι να σταθούν εμπόδιο στον δρόμο της.

Έχουμε μια ταινιάρα με το άψογο, κέντημα, μοντάζ του υποψηφίου για Όσκαρ Γιώργου Μαυροψαρίδη, ένα καλογραμμένο σενάριο της σχεδόν άγνωστης Ντέμπορα Ντέιβις και του τηλεοπτικού γραφιά Τόνι ΜακΝαμάρα, ενώ η φωτογραφία του Ιρλανδού Ρόμπι Ράιαν (Εγώ, ο Ντάνι Μπλέικ) με τις εναλλασσόμενες χρωματικές σε καθηλώνουν. Ειδικά, όταν η Βάις κινείται νυχτιάτικα και βιαστικά στα σκοτεινά, μυστικά περάσματα του παλατιού με ένα κερί στο χέρι και η κάμερα τραβάει σε χαμηλή και ευθεία λήψη, εκεί λες: όπα, μεγαλείο αγαπητέ μου!

Το σύνολο της ταινίας σφραγίζεται δοξαστικά με την προσεγμένη επιμέλεια της παραγωγής σε χλιδή και ατμόσφαιρα (πιάνει την εποχή εκατό τοις εκατό), αλλά και με το score του Τζόνι Μπερν, που εκτός των άλλων περιέχει μουσικά θέματα από Βιβάλντι, Μπαχ, Σούμπερτ. Όλη η ταινία θαρρείς, ότι είναι ένας πετυχημένος γάμος «Μπάρι Λίντον» και «Επικίνδυνων Σχέσεων», αλλά με άλλη πνοή, άλλη ματιά, άλλο ταμπεραμέντο.

Τώρα που απόλαυσα την ταινία καταλήγω, πως σίγουρα κινδυνεύει σοβαρά η Γκλεν Κλόουζ από την Ολίβια Κόλμαν για το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Αν και δεν έχω δει την «Wife» με τη Κλόουζ, εικάζω πως δεν πρόκειται να φτάσει μηδέ το μέτρο, μηδέ το ύψος και το εκτόπισμα της Κόλμαν. Η ηθοποιός παίζει με όλα της… τα μάτια, τα φρύδια, τα χείλη, τα ζυγωματικά και όλο το σώμα της είναι διαθέσιμα στον φακό του Γιώργου Λάνθιμου. Μπράβο της, Εύγε και στον Γιώργο Λάνθιμο! Και οι 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ βρίσκονται δίκαια στην ταινία. Μην την χάσετε!!!!     

«Flashback - Backtrace»

 

  • Είδος: Αστυνομικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Α. Μίλερ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόουν, Μέντοου Γουίλιαμς, Μάθιου Μοντίν
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Tanweer

Μια ακόμα police story στο κάδρο των ταινιών heist με πρωταγωνιστή τον γουρμασμένο Σλάι των 73 Μάηδων να μην το βάζει κάτω και να παίζει ξανά τον αστυνόμο, τον ήρωα που γράφει τον επίλογο σε ταινίες δράσης και περιπέτειας. Ο αγέρωχος Κλιντ σταμάτησε τα μπουνίδια και τα πιστολίδια στα 63 του, ρε γαμώτο, με την ταινία «Η δεύτερη Ευκαιρία» (In the Line of Fire). Το «Gran Torino» δεν πιάνεται γιατί μια καραμπίνα παίρνει ο «γέρος» και θυσιάζεται για το καλό των γειτόνων. Ο Σλάι όμως είναι αμετανόητος, καθώς συνεχίζει ακάθεκτος στην εξέδρα των ηρωισμών, ετοιμάζοντας προσεχώς το Ράμπο Νο 5, το Escape Plan 3, τους Αναλώσιμους υπ΄ αριθμόν 4 και πάει λέγοντας. Να είναι καλά ο άνθρωπος και να δέρνει, να σκοτώνει, να δαγκώνει σαν γέρικο λιοντάρι του βουνού.

Η ταινία του Μπράιαν Α. Μίλερ, που γράφει ότι θαύμαζε παιδιόθεν τον Σιλβέστερ Σταλόουν και ήθελε να φτιάξει μια ταινία μαζί του, κατάφερε το πρώτο… να έχει ως ηθοποιό τον έναν από τους τρεις διάσημους action men της δεκαετίας του ογδόντα. Ως ταινία είναι κάτω του μετρίου σε σενάριο και σκηνοθεσία. Αλλά και με το νούμερο 2 action man των έιτις γύρισε ταινία ο Μίλερ το 2015, τον Μπρους Γουίλις, την επίσης κάτω του μετρίου «Vice: Η Πόλη της Βίας».

Καμία έκπληξη, τα ίδια και τα ίδια σε ένα σενάριο αστυνομικού ενδιαφέροντος με προφανείς εξελίξεις και τον Μάθιου Μοντίν, που είναι ο άνθρωπος κλειδί της ιστορίας, συνεχώς σε αφασία. Ε, Σλάι είναι πάντα ο Σλάι…    

Μία ληστεία πάει στραβά στην μοιρασιά της λείας και γίνεται σφαγή ανάμεσα σε δυο ομάδες.

Ο μόνος επιζών ληστής (Μάθιου Μοντίν) παθαίνει αμνησία από σφαίρα στο κεφάλι. Φυλακίζεται σε νοσοκομείο και δεν θυμηθεί πού έκρυψε 5.000.000 δολάρια.

Όταν μία μυστηριώδης ομάδα τον βγάζει από το νοσοκομείο για να βρει τα λεφτά, του χορηγεί ένα πειραματικό φάρμακο που στέλνει το μυαλό του σε άλλες εποχές, αποκαλύπτοντας κρυμμένα μυστικά.

Όσο ο αστυνομικός (Σιλβέστερ Σταλόουν) βρίσκεται στα ίχνη του, ο ληστής παλεύει να θυμηθεί πριν ένας ξεχασμένος εχθρός τον ανακαλύψει και τον προλάβει.

«Αποδημητικά Πουλιά»

(Pájaros de Verano / Birds of Passage)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κολομβία, Δανία, Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία : των : Σίρο Γκέρα και Κριστίνα Γκαλέγκο
  • Με τους: Καρμίνα Μαρτίνεζ, Τζον Ναρβάεζ, Χοσέ Ακόστα, Χοσέ Βιθέντε Κότε
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Danaos Films – Filmtrade

Η εναρκτήρια νότα που ξεκίνησε το τραγούδι του εμπορίου ναρκωτικών στην Κολομβία, γίνεται προσωπική υπόθεση μέσα από την τραγική ιστορία μιας οικογένειας γηγενών, των Wayuu που βρίσκονται, σχεδόν αυθόρμητα, αναμεμειγμένοι στην αναπτυσσόμενη επιχείρηση πώλησης μαριχουάνας στους νέους Αμερικανούς της δεκαετίας του ‘70.

Όταν η απληστία και το πάθος έρχονται σε σύγκρουση με τους άγραφους νόμους τιμής, ξεσπά ένας εμφύλιος πόλεμος που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τον πολιτισμό και τις προγονικές παραδόσεις τους.

Μία ταινία βαμμένη στο χρώμα του ακόρεστου πάθους του σύγχρονου κόσμου που έρχεται σε βίαιη σύγκρουση με την παράδοση.

Τρία χρόνια αφότου διεκδίκησε το ξενόγλωσσο Όσκαρ, ο δημιουργός του εξωτικού «Στην Αγκαλιά του Φιδιού» μετακομίζει από τις ζούγκλες του Αμαζονίου στις ερήμους της Κολομβίας, για λογαριασμό ενός βίαιου και υποβλητικού έπους, που αποτέλεσε την επίσημη έναρξη του φετινού Δεκαπενθημέρου Σκηνοθετών στις Κάννες

Χωρισμένη σε πέντε κεφάλαια – τραγούδια, και καλύπτοντας ένα χρονικό πλαίσιο τριών δεκαετιών, από τα μέσα του ’60 μέχρι τις αρχές του ’80, η ταινία παρακολουθεί  δυο φατρίες ιθαγενών στην έρημο της Βόρειας Κολομβίας να συγκρούονται όταν τα νεώτερα μέλη τους εμπλέκονται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και στην πορεία παραβιάζουν τους κώδικες ηθικής με τους οποίους γαλουχήθηκαν.

«Η Θετική Πλευρά της Ζωής»

 (The Upside)     

 

  • Είδος: Κοινωνική δραμεντί
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Μπέργκερ
  • Με τους: Μπράιαν Κράνστον, Κέβιν Χαρτ, Νικόλ Κίντμαν
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Odeon

Για πολλοστή φορά το Χόλιγουντ «τσιμπάει» ένα διαμαντάκι από την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και το μεταποιεί σε αμερικάνικο φο μπιζού. Ω θεοί… «Η Θετική Πλευρά της Ζωής» είναι remake του γαλλικού blockbuster «Άθικτοι» (Intouchables) των: ‘Ερικ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς που πριν από οχτώ χρόνια έσπασε τα ταμεία, συγκίνησε όλο τον κόσμο και φώτισε υπέρλαμπρα τον αστέρα του Γαλλο-Σενεγαλέζου ηθοποιού Ομάρ Σι.

Οι παραγωγοί της ταινίας Τζέιον Μπλούμενταλ, Τοντ Μπλακ και Στιβ, σκέφτηκαν λοιπόν να προσφέρουν την αμερικανική άποψη στο γαλλικό κινηματογραφικό hit σε σκηνοθεσία Νιλ Μπέργκερ («Η Τριλογία της Απόκλισης», «Ο Μάγος Άιζενχαϊμ», «Απόλυτη Ευφυΐα»). Και φυσικά καμία σχέση το μεν με το δε, όσο feelgood κι αν προσπάθησαν να το κατασκευάσουν τα αμερικανάκια. Πως μοιάζει; Όπως ακριβώς είναι να τρως ναξιώτικο κολιό λιαστό και παριανή ξινομυζήθρα με τσίπουρο φτιαγμένα από Ταϊλανδέζο μετανάστη κάπου στο Μιζούρι. Θα τα δοκίμαζες; 

Αφάνταστο και χυδαία δαχτυλισμένο το σενάριο στην αμερικανική εκδοχή με τον συναισθηματικό χώρο ανάμεσα στους δυο άνδρες να γεμίζει ρωγμές, περισσότερο από την πλευρά του μαύρου «υπηρέτη», που κάνει, π.χ., φιγούρα στους φτωχούς του γκέτο με την Φεράρι του πλούσιου ή την άστοχη και αδέξια σεκάνς της συνάντησης σε γεύμα του τετραπληγικού, δισεκατομμυριούχου τεχνοκράτη με την γυναίκα που επιθυμεί ή το τραβηγμένο από τα μαλλιά American style happy end, κι άλλες αρκετές ανοησίες, που δεν θα αναφέρω.

Αμερικανιές, που η γαλλική εκδοχή δεν χρειαζόταν. Περιττά φτιασίδια για το φιλοθεάμον κοινό των ΗΠΑ, ικανά όμως να αλλοιώσουν όλο το υπέροχο υπόβαθρο και κάθε στιλ που στηρίζεται το βασικό, γαλλικό σενάριο. Άλλωστε η φιλία, τόσο του υπέροχου και εκφραστικού Φρανσουά Κλιζέ, όσο και του θυελλώδους Ομάρ Σιρ, γεφυρώθηκε ανιδιοτελώς, απαλλαγμένη από το ντεκόρ κοινοτυπιών και άλλων μελό ή μάγκικων στοιχείων. Σε άλλο ταμπλό έπαιξαν οι Γάλλοι και σε άλλο παίζουν οι Αμερικάνοι.

Άσε δε που ο Σι είναι ντερέκι (1,90 μ.), ομορφάντρας, στοιχείο καταλυτικό για τον ρόλο, ενώ ο καημένος Κέβιν Χαρτ με το ζόρι πιάνει το 1,60, όπου δίπλα στην Νικόλ Κίντμαν φαντάζει με νάνος. Φιλότιμες είναι οι προσπάθειες, πάντως, του πολύ καλού Μπράιαν Κράνστον και κατά τα άλλα άψογου Κέβιν Χαρτ, αλλά έως εδώ.             

Ο τετραπληγικός δισεκατομμυριούχος Φίλιπ Λακάς (Μπράιαν Κράνστον,  «Breaking Bad») προσλαμβάνει για βοηθό του έναν πρώην κατάδικο, ο οποίος είναι ελεύθερος υπό όρους, τον Ντελ Σκοτ (Κέβιν Χαρτ, «Jumanji: Καλώς Ήρθατε στη Ζούγκλα»), που βρίσκεται σε διάσταση με την γυναίκα του, μονίμως άφραγκος και σε άσχημη σχέση με τον γιό του, κοινώς ένας φτωχοδιάβολος που τα λέει χύμα και τσουβαλάτα. Κανείς δεν τον θέλει ως νοσοκόμο δίπλα στον κυριλέ τεχνοκράτη, ειδικά η πιστή και εργατική γραμματέας του Λακάς, η Ιβόν (Νικόλ Κίντμαν).

Ο καθηλωμένος στο αναπηρικό αμαξίδιο πλούσιος διακρίνει κάτι το ιδιαίτερο στον χαρακτήρα του Ντελ και αποφασίζει να τον προσλάβει, οπότε μια ιδιαίτερη σχέση αρχίζει να αναπτύσσεται ανάμεσα στον Φίλιπ και στον μαύρο νοσοκόμο του.

«Σέρλοκ Χολμς και Δρ. Γουάτσον»

(Holmes & Watson)

 

  • Είδος: κωμική περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Έϊταν Κόεν
  • Με τους: Γουίλ Φέρελ, Τζον Σ. Ράιλι, Λόρεν Λάπκους, Κέλι Μακντόναλντ, Ρέιφ Φάινς, Ρεμπέκα Χολ, Χιου Λόρι
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Είναι πλέον δεδομένο, ότι ο κωμικός Γουίλ Φέρελ είναι ταυτισμένος με την αμερικανική τρασιά, το άκρον άωτον της καφρο-κωμωδίας, ενώ είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών. Δυστυχώς, όλες οι ταινίες του αποτυπώνουν την θλιβερή όψη της αμερικάνικης κωμωδίας, που μάλιστα, έχει τεράστιο και φανατικό κοινό. Κάτι δηλαδή σαν τον αείμνηστο Στάθη Ψάλτη και σε πιο σύγχρονη εκδοχή τον Μάρκο Σεφερλή. Στην τελευταία του ταινία έβαλε στο στόχαστρο τον Σέρλοκ Χολμς και το αχώριστο ταίρι του, τον δρ Γουότσον, όπου στον ρόλο του γιατρού βλέπουμε τον επίσης πολύ καλό ηθοποιό Τζον Σ. Ράιλι, που τον απολαύσαμε τελευταίως ως Όλι στην υπέροχη ταινία «Χοντρός και Λιγνός».

Εδώ, δεν υπάρχει πεδίο κριτικής για να τοποθετηθούμε. Το συγκεκριμένο δίδυμο, Φέρελ και Ράιλι, για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι έχει συναντηθεί κινηματογραφικά στο παρελθόν δυο φορές. Η πρώτη είναι το 2006 στην ταινία «Ο Ελεεινός Ιππότης της Ασφάλτου» και η δεύτερη το 2008 στην ταινία «Αδέλφια για Κλάματα» σε σκηνοθεσία, και οι δυο ταινίες, του οσκαροβραβευμένου Άνταμ ΜακΚέι («Το Μεγάλο Σορτάρισμα» και «Vice: O Δεύτερος στην Ιεραρχία»).

Ο σκηνοθέτης Έιταν Κοέν στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του συνεργάζεται ξανά με τον Γουίλ Φέρελ και γενικώς κάνουν «ρόμπες» τον δαιμόνιο Άγγλο ντετέκτιβ και ήρωα του Σερ Κόναν Ντόιλ αλλά και τον γιατρό Γουότσον με τα κόμπλεξ κατωτερότητας.

Τώρα είναι απορίας άξιον ή σπάνε απλά πλάκα όταν στην ταινία συμμετέχουν ηθοποιάρες, όπως ο Ρέιφ Φάινς («Η Λίστα του Σίντλερ», «Άγγλος Ασθενής», «Ξενοδοχείο Grand Budapest») στον ρόλο του καθηγητή Μοριάρτι, του μεγάλου αντιπάλου του Χολμς, αλλά και ο Χιού Λιούρι (Δρ Χάουζ) και ο Στιβ Κούγκαν («Χονδρός και Λιγνός», «Philomena»). Μάλλον το δεύτερο, ε; Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις στα σοβαρά αυτή την οθονική αρβάλα.

Εντάξει γελάς σε κάποια σημεία, όπως γελάς όταν δεις κάποιον να σαβουριάζεται ένδοξα με το πρόσωπο μέσα σε τρεις καρτέλες με αυγά. Άρα συμπεράνουμε, ότι μάλλον όλοι οι παραπάνω είπαν να ξεσκάσουν λίγο και να παίξουν με τον Φέρελ σε μια απύθμενη βλακεία που είναι υποψήφια, νομίζω, περίπου για 10 Χρυσά Βατόμουρα. Τα Χρυσά Βατόμουρα είναι τα βραβεία για τις χειρότερες ταινίες, ο αντίποδας των Όσκαρ.         

Όταν ένα πτώμα αποκαλύπτεται μέσα στην τούρτα γενεθλίων του Χόλμς (Γουιλ Φέρελ), όλα δείχνουν ότι πίσω από τη νοσηρή έκπληξη κρύβεται το εγκληματικό μυαλό του Τζέιμς Μοριάρτι (Ρέιφ Φάινς).

Όμως, ο διάσημος ντετέκτιβ διατηρεί τις αμφιβολίες του. Όσο η έρευνα ανατρέπει όλα τα δεδομένα, ο Σέρλοκ Χολμς και ο Δρ. Γουάτσον (Τζον Σ. Ράιλι) αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη απειλή της συνεργασίας τους. To ντουέτο πρέπει να παραμείνει δεμένο για να βρει τον δολοφόνο, να σώσει τη Βασίλισσα και να αποκαταστήσει τη φήμη του.

Όλα τα παραπάνω με την προϋπόθεση ότι δε θα χωρίσουν οι δρόμοι τους εξαιτίας αυτής της μυστηριώδους υπόθεσης.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Τοσοδούλικα 2: Περιπέτεια στην Άκρη του Κόσμου» των Ελέν Ζιρό, Τομά Ζαμπό

«Χοντρός Λιγνός και άλλες βιογραφίες» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πραγματικά πόση μικροψυχία μπορεί να εμπεριέχει η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χάρηκαν με την επέλαση του Γιώργου Λάνθιμου στον τρανό τέμενος της μεγάλης γιορτής του παγκόσμιου σινεμά, όταν η ταινία του είναι υποψήφια για δέκα βραβεία Όσκαρ;

Κι όμως ο εγχώριος καλλιτεχνικός κύκλος, αλλά και απλοί πολίτες συντηρούν μέχρι σήμερα γκρίζες, μίζερες γραμμές και ενίοτε τοποθετούνται άνανδρα τόσο άσχημα και χυδαία απέναντι στην πρόοδο ενός δημιουργού, που θυμωμένα αναρωτιέσαι: «Μα, είναι δυνατόν!» Κακία, μαύρη χολή και ειρωνεία, που μεταφράζεται σε φθόνο και φόβο, ξέβρασαν τα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης για την επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου. Βρε δαίμονες, μην κρίνετε, μην πέφτετε επίπεδα σαν γλοιώδης μάζα και απολαύστε την επιτυχία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τον τόπο μας και διέπρεψε στην ξενιτιά, αφού το εδώ δεν είναι φιλόξενο, μηδέ ασφαλές και προστατευτικό, αλλά βρίθει τοξικότητας και δημιουργικού αφανισμού. Επιδιώξτε γόνιμη κριτική στο δημιούργημα και όχι στον δημιουργό του, πανάθεμα σας.  

Ο οικονομικός, παγκόσμιος πόλεμος που στήθηκε τα δέκα τελευταία χρόνια αποδεκατίζοντας έθνη και πολίτες, βάσει προγράμματος και στρατηγικής , καταγράφει σοβαρές απώλειες έμψυχου, πολύτιμου δυναμικού στην χώρα μας. Η μετανάστευση, για μια φορά ακόμα στα ελληνικά ιστορικά δεδομένα, έλαβε διαστάσεις ολοκαυτώματος. Οι άξιοι και οι ικανοί ενός έθνους, αυτή την φορά, ως απώλειες τούτου του σκοτεινού πολέμου αναγκάστηκαν να διαφύγουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να ζήσουν, να αναδείξουν τα προσόντα τους, να φανερώσουν την δυναμική τους, που η ανίκανη χώρα μας δεν τους επέτρεψε να τα εναποθέσουν στην πατρίδα τους. Και τι έμεινε, τελικά πίσω; Το έρμα, η σαβούρα, οι μετριότητες, ένας όχλος που μόνο πικρόχολη κριτική γνωρίζει να ασκεί.

Υπέροχα και εφιαλτικά επίκαιρα τα γράφει ο Ισοκράτης στον «Αρεοπαγιτικό» μετά το όνειδος του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξεκλήρισε τους ικανούς και άριστους, αφήνοντας στον αφρό την μπλέμπα. Οι Αθηναίοι με αγωνία αναζητούσαν να ευνοηθούν κατά την κλήρωση για να λάβουν θέση δικαστού εις την Ηλιαία, έτσι ώστε να λάβουν τον μισθό, τους, τρεις οβολούς, δηλαδή, κάπου μισή, αττική δραχμή για να εξοικονομήσουν τα στοιχειώδη έξοδα της ημέρας. Ίδια τότε, ίδια και σήμερα.

Σκηνοθέτα Γιώργο Λάνθιμε, μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη, αθλητές Γιάννη και Κώστα Αντετοκούνμπο, Στέφανε Τσιτσιπά, επιστήμονες: Ιωσήφ Σηφάκη, Γιώργο Παξινέ, Μαρία Σπυροπούλου, Γεώργιο Βρακά και πόσοι ακόμα Έλληνες του εξωτερικού που διαπρέπουν και σύντομα τα ονόματά τους θα ακουστούν, σας ευχαριστούμε και προοδεύστε μακριά, πολύ μακριά από την Ελλάδα, αλλά πάντα να την αγαπάτε και να την σκέφτεστε. Καλή επιτυχία Γιώργο Λάνθιμε για την 24η Φεβρουαρίου 2019, που λαμβάνει χώρα η 91η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Είθε η ταινία σου, η «Ευνοούμενη» να κτυπήσει 10 στα 10 αγαλματίδια.

«Χοντρός & Λιγνός»

(Stan & Ollie)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Σ. Μπερντ
  • Με τους: Στιβ Κούγκαν, Τζον Σ. Ράιλι
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Tanweer

Τρυφερή, αισθαντική, νοσταλγική (τουλάχιστον για όσους ενηλικιώθηκαν με τις ταινίες τους), ακριβής καταγραφή, ολόιδιοι οι δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί Στιβ Κούγκαν και Τζον Ράιλι στην απόδοση, τόσο υποκριτικά, όσο και κινησιολογικά των δυο σπουδαίων κωμικών, όλη η ταινία ως μονογραφία, είναι κρεμασμένη επάνω τους.

Με την στακάτη δυναμική του B.B.C. στα ηνία της παραγωγής, την βασανιστικά προσεγμένη απόδοση της εποχής, αλλά και τις γνωστές ενσταλάξεις του κινηματογραφικού ακαδημαϊσμού, αυτή η δουλειά είναι ένα όμορφο, απαλό χάδι μιας άλλης εποχής, που με στιβαρότητα και σεβασμό αποτυπώνει αυθεντικά τους χαρακτήρες του Όλι και του Σταν, δηλαδή του Χοντρού και του Λιγνού σε μια συγκεκριμένη περίοδο της καριέρας και των αναμεταξύ των σχέσεων. Η ταινία δεν είναι κωμωδία, παρά ένα συγκινητικό και ευαίσθητο, συνάμα σκληρό και αληθινό ανθρώπινο δράμα, μια απέραντη ιστορία, μεγάλης φιλίας μπροστά και πίσω από τα απαστράπτοντα φώτα της δημοσιότητας,  που αγγίζει καρδούλες.    

Ο Σκωτσέζος σκηνοθέτης της «Διαφθοράς» (2013) Τζον Σ. Μπερντ, κυριολεκτικώς γεωμετρεί πειθαρχημένα πάνω στις συμπεριφορές του θρυλικού διδύμου που άφησε εποχή στον κινηματογράφο του γέλιου και με προσοχή στήνει τον Κούγκαν και τον Ράιλι απέναντι του για να αποδώσουν   – καλύτερα δεν γίνεται –  δυο ογκόλιθους του slapstick, αλλά και της commedia dell’ arte, που μαζί με τον Μπάστερον Κίτον, τον Χάρολντ Λόιντ και τον Τσαρλς Τσάπλιν, ο Όλιβερ Χάρντι και ο Στάνλεϊ Λόρελ, έγραψαν την δική τους χρυσή ιστορία στις κινηματογραφικές οθόνες.

Είναι από τις πολύ καλές κινηματογραφικές δουλειές που ο χρόνος σου σίγουρα δεν πάει χαμένος, ακόμα και για τους νεότερους σε ηλικία θεατές, που τους έχουν ακουστά, καθώς αυτό το υπερδραστήριο, αστείο δίδυμο έχει περάσει πλέον στο εβένινο ράφι των μουσειακών εκθεμάτων.

Απλά και μόνο για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο Σταν Λόρελ και ο Όλιβερ Χάρντι θεωρούνται ένα από τα σπουδαιότερα κωμικά δίδυμα στην ιστορία του κινηματογράφου. Ανάμεσα στο 1927 και το 1950 έκαναν πάνω από 107 κινηματογραφικές εμφανίσεις (32 βουβές ταινίες μικρού μήκους, 40 ταινίες μικρού μήκους με ήχο, 23 μεγάλου μήκους, 12 ανεπίσημες εμφανίσεις σε άλλες ταινίες).

Πάντως η ταινία πριν μερικές ημέρες έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα στο Box Office του Λονδίνου με 2,41 εκ. λίρες.

Η κινηματογραφική βιογραφία του Σταν και του Όλι σε σενάριο του υποψήφιου για Όσκαρ Τζεφ Πόουπ  της «Philomena»,  με άριστη γραφή,  παρουσιάζει ένα εύστοχο πορτρέτο της δυνατής και τρικυμιώδους φιλίας των δύο αντρών, ενώ παράλληλα αποτίνει έναν συγκινητικό φόρο τιμής σε αυτούς τους θρύλους της κωμωδίας.

Με τη χρυσή εποχή τους ως βασιλιάδες της κωμωδίας στο Χόλιγουντ να ανήκει στο παρελθόν, οι εμβληματικοί Σταν Λόρελ (Στιβ Κούγκαν – εξαιρετικός!) και Όλι (Τζον Ράιλι – επίσης εξαιρετκός!) περιοδεύουν στη δεκαετία του πενήντα στη Μεγάλη Βρετανία σε μία απεγνωσμένη απόπειρα να δώσουν νέα πνοή στην καριέρα τους.

Μετά από μία συγκρατημένη αρχή, αυτή η κωμική δύναμη της φύσης συγκεντρώνει ορδές θαυμαστών, καινούριων και παλιών, που γοητεύονται από τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες των δύο θρύλων.

Όμως, καθώς η περιοδεία πλησιάζει στο μεγάλο φινάλε, το δίδυμο αντιμετωπίζει απειλητικά φαντάσματα του κοινού παρελθόντος. Οι δύο άντρες, που νιώθουν ότι το κύκνειο άσμα πλησιάζει, έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν ξανά πόση αγάπη τρέφει ο ένας για τον άλλον. Οι ιστορίες τους, τα πάθη τους, οι φόβοι τους, τα αμέτρητα διαζύγια, αλλά πάνω απ΄ όλα η αγάπη του κόσμου συγκεντρώνονται γύρω τους για να τους ακολουθήσουν στην τελευταία μεγάλη πορεία τους.  

«Η Αρχή της Ισότητας»

(On the Basis of Sex)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μίμι Λέντερ
  • Με τους: Φελίσιτι Τζόουνς, Άρμι Χάμερ, Τζάστιν Θερού, Σαμ Γουότερστον, Κάθι Μπέιτς
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Spentzos Film

Είναι πασιφανές, ότι οι Αμερικανοί μας διδάσκουν την βραχύσωμη ιστορία του έθνους τους μέσα από το σινεμά τους. Πιο πολλά γνωρίζουμε, εμείς οι Έλληνες, για πράγματα και πρόσωπα της βορειοαμερικανικής ηπείρου, παρά για  τους προγόνους και την ιστορία του τόπου μας. Η αλήθεια είναι ότι ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά γράφει την δική του ιστορία.

Έτσι λοιπόν, ακόμα ένα σημαντικό πρόσωπο του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμού, από το νομικό χώρο αυτή την φορά, φιγουράρει στην καινούργια ταινία της Μίμι Λέντερ («Χωρίς Αντάλλαγμα», «Ολέθρια Σύγκρουση», «Ο Ειρηνοποιός»), όπου η σκηνοθέτις άφησε για λίγο τα τηλεοπτικά πλατό για να ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες της Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ.

Ποια είναι η εν λόγω κυρία διερωτάστε ευλόγως; Μα, η πρώτη γυναίκα νομικός που τόλμησε να πατήσει πόδι με τακούνι στην ανδροκρατούμενη, ισχυρή Αμερική και καθώς είναι δημοκρατικών, πολιτικών θέσεων, (όπερ φιλελεύθερη και μαχητική, ας πούμε) προώθησε την ισότητα των φύλων και των δικαιωμάτων των γυναικών, κερδίζοντας πολλαπλές νίκες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φτάνοντας, μάλιστα, να αλλάξει «παλαιολιθικά» νομοσχέδια τα οποία είχαν γραφτεί και νομοθετηθεί από δημιουργίας του αμερικανικού έθνους. Δηλαδή, η γυναίκα να πάψει να είναι η εξαρτώμενη νοικοκυρούλα υπό της κηδεμονίας του δουλευτή, κουβαλητή ανδρός και να έχει την ίδια αντιμετώπιση και τα όμοια δικαιώματα από την πολιτεία. Το ευτράπελον είναι, ότι όχημα για τον αγώνα της, ως προς την αλλαγή του νομοσχεδίου, η δυναμική Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ χρησιμοποίησε την υπόθεση ενός καλοσυνάτου, ηλικιωμένου εργένη που περιποιόταν την ανήμπορη μητέρα του. Αμερικάνικα πράγματα…

Η Μίμι Λέντερ δεν φτιάχνει χαζές ταινίες. Τα έργα της είναι καλοβαλμένα (κορυφαίο γα μένα φιλμ της Λέντερ είναι η «Ολέθρια Σύγκρουση», ως ο αντίπους του μπλοκμπαστερικού Αρμαγεδδώνα) με την μόνη διαφορά, ότι ενώ είναι άρτιες τους λείπει η ψυχούλα, το καλό μαγείρεμα των συναισθημάτων και των εντάσεων όπως  λένε.

Και εδώ το ίδιο συμβαίνει, κάτι που οφείλεται μάλλον σε μια σημαντική παράλειψη από την κινηματογραφική βιογραφία της Ρουθ Μπάτλερ Γκίνσμπεργκ και είναι το ταξίδι της στην Σουηδία, που στην παγωμένη, ευρωπαϊκή χώρα και την έρευνα της στο κορυφαίο πανεπιστήμιο Λουντ της πόλης Σκάνια. Εκεί άλλαξε όλο το σκεπτικό της, καθώς βίωσε την έντονη παρουσία των γυναικών στα πολιτικά και τα κοινωνικά πράγματα της Σουηδίας. Σημαντική παράλειψη στο σενάριο από τον γραφιά Ντάνιελ Στιπελμαν. Αλλά όπως προαναφέραμε ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία.  

Η Φελίσιτι Τζόουνς φοράει παλικαρίσια όλη την ταινία επάνω της, αλλά ο φακός της Λέντερ, κινείται σαν την flatline παλμογράφου με κάποιες μικρές ενδείξεις ζωής για να μην σε πιάσει το βαθύ χασμουρητό. Εάν τυχόν, κυρίες μου (καθότι το θέμα σας αφορά) τυχόν γείρετε δι ελάχιστον στου καραβιού την πλώρη προς δίλεπτους υπνάκους, λόγω των δικονομικών τερτιπιών, είμαι σίγουρος, πως ο 33χρονος, clean cut Αμερικανός παίδαρος  Άρμι Χάμερ (Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά Σου) θα σας κρατήσει ξάγρυπνες επί των επάλξεων του ενδιαφέροντος. Εκτός του ότι είναι πανέμορφος ο μπαγάσας, τα λέει και ωραία.       

Γυναίκα σε κόσμο ανδρών. Είναι η πραγματική ιστορία της  Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ (Φελίσιτι Τζόουνς – ενδιαφέρουσα) μιας αγωνίστριας δικηγόρου και νέας μητέρας, γεννημένης και μεγαλωμένης στο αλάνικο Μπρούκλιν της Νέα Υόρκης, που αντιμετώπισε πολλές αντιξοότητες, όπως ο καρκίνος του αγαπημένου της συζύγου στους όρχεις του, αλλά και μια σειρά από εμπόδια στον αγώνα της για ίσα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Με σπουδές στη νομική σχολή του Χάρβαρντ και του Κολούμπια αρχές της δεκαετίας του ‘50, σύζυγος και μητέρα πριν ξεκινήσει το πανεπιστήμιο, όταν στην σειρά της ήταν μόνο τέσσερις φοιτήτριες σε μια εποχή που η Αμερική φρόντιζε τα τέκνα της με άφθονη τεστοστερόνη στην σκέψη της.

Είναι η μορφωμένη γυναίκα με έμφυτη την μαχητικότητα που τα βάζει με το ανδρικό κατεστημένο. Εύγευστο «δημοκρατικό» ορεκτικό, μέρες που είναι με τον Ντόναλντ στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ. Η νεαρή Ρουθ αναλαμβάνει μια «καμένη», όπως λένε, φορολογική υπόθεση μαζί με τον σύζυγό της, τον επίσης δικηγόρο Μάρτιν Γκίνσμπεργκ (Άρμι Χάμερ – καλός) με την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο τρόπος που τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν τις σεξουαλικές διακρίσεις και η καριέρα της θα αλλάξει τελείως πορεία.

«Γυναίκα σε Πόλεμο»

(Kona Fer í Stríð / Woman at War)

 

  • Είδος: Κοινωνική, πολιτική σάτιρα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Γαλλία, Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μπένεκτιτ Έρλινγκσον
  • Με τους: Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ, Γιόχαν Σίγκουρνδσον, Χουάν Καμίλο Ρόμαν Εστράντα, Γιόρουντουρ Ράγκναρσον
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Κινηματογραφικό Βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το 2018

Ο κινηματογράφος της Ισλανδίας, αυτού του κρύου, βορειοατλαντικού, ηφαιστειογενούς νησιού, ολοένα δίνει καλά δείγματα γραφής. Με απλή, βατή σκηνοθεσία, καλή φωτογραφία και μεστές σεναριακές γραμμές εισχωρεί στην ψίχα των θεμάτων που πραγματεύεται, προσφέροντας ενδιαφέρον στον θεατή.

Το συγκεκριμένο οικολογικό παραμύθι, καλοφτιαγμένο και δομημένο άριστα, με την μασκοφόρο εκδικήτρια και προστάτιδα του φυσικού κάλλους, την «γυναίκα του βουνού» όπως αυτοπροσδιορίζεται, εκφράζει σε απλό λόγο δίχως κορώνες και με χιούμορ, ότι κάθε άνθρωπος, μπορεί και έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να αλλάξει ο κόσμος.

Η ηρωίδα Χάλλα, που την υποδύεται η υπέροχη ηθοποιός με το ονοματεπώνυμο σωστό γλωσσοδέτη, Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ (ola la la… εντελώς Βίκινγκ κατάσταση) είναι απόλαυση, ενώ ο 49χρονος σκηνοθέτης Μπένεκτιτ Έρλινγκσον έφτιαξε μια όμορφη ηρωική περιπέτεια με ανθρωπιά, έχοντας στο κέντρο του ένα φλέγον ζήτημα όπως είναι η καταστροφή της φύσης από τις πολυεθνικές και τις τοξικές βιομηχανικές μονάδες, προσδίδοντας στο δραματικό υπόβαθρο του θέματος χιούμορ και σάτιρα. Εύστοχη και έξυπνη ταινία στην δεύτερη μεγάλου μήκους του Ισλανδού σκηνοθέτη

Στο Ρέικιαβικ του σήμερα, η 50χρονη Χάλλα (Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ – υπέροχη) ζει μια διπλή ζωή: Ο κόσμος την γνωρίζει ως την διευθύντρια της χορωδίας, ενώ ταυτόχρονα είναι η παθιασμένη ακτιβίστρια που έχει κηρύξει, κρυφά, πόλεμο ενάντια στην τοπική βιομηχανία αλουμινίου προκειμένου να διασώσει τη φύση της χώρας της και κατ’ επέκταση τους συνανθρώπους της.

Ξεκινώντας από μικρούς βανδαλισμούς, η Χάλλα καταφέρνει να προκαλέσει ένα βιομηχανικό σαμποτάζ, τόσο μεγάλο, που προκαλεί προβλήματα στα επιχειρηματικά σχέδια της ισλανδικής κυβέρνησης. Και ενώ η Χάλλα σχεδιάζει την πιο παράτολμη ακτιβιστική της ενέργεια, λαμβάνει ένα απρόσμενο γράμμα που ανατρέπει όλα όσα είχε προγραμματίσει, καθώς θα κληθεί να πάρει τη σημαντικότερη, και μη αναστρέψιμη, απόφαση στη ζωή της (αυτή είναι η ωραία έκπληξη της ταινίας που δεν την προδίδουμε).

Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, «η ταινία αυτή, όπως και η ζωή, εμπεριέχει τα πάντα και δεν επιδέχεται κατηγοριοποίησης σε κάποιο είδος…». Το μόνο σίγουρο είναι πως, για τον Μπένεντικτ Έρλινγκσον, όπως προκύπτει και από τη φιλμογραφία του, «τα δικαιώματα της φύσης» πρέπει να λογίζονται ισάξια με «τα ανθρώπινα δικαιώματα» και να προστατεύονται νομοθετικά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

«H Ντιλιλί στο Παρίσι»

(Dilili à Paris)

 

  • Είδος: Animation (Μεταγλωττισμένη και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μισέλ Οσελό
  • Στην ελληνική απόδοση ακούγονται οι φωνές των: Aναστασία Γουλιάμου, Bαγγέλης Ευαγγέλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Φώτης Πετρίδης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνος Στελούδης, Κωστής Σφυρικίδης, Κώστας Αποστολίδης, Βίνα Παπαδοπούλου, Κώστας Δαρλάσης, Θάνος Λέκκας, Τερέζα Καζιτόρη, Φοίβη Αποστολίδη
  • Μουσική: Γκαμπριέλ Γιαρέντ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Ο μάγος του χειροποίητου animation, ο Γάλλος καλλιτέχνης Μισέλ Οσελό, έπειτα από τον «Κιρικού και την Μάγισσα» και τους «Αζούρ και Ασμάρ», παρουσιάζει την μαγεία του Παρισιού και των μύθων του στην εποχή της Μπελ Επόκ να λαμβάνουν σάρκα οστά στην μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστρια στην νέα δημιουργία του η μικρή Ντιλιλί που στην περιπέτεια της να διαλευκάνει ένα αστυνομικό μυστήριο μας συστήνει όλες τις μεγάλες προσωπικότητες εκείνης της εποχής από τους χώρους των τεχνών, της μηχανικής, της επιστήμης, των ανακαλύψεων.

Περί τις 100 μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, η μουσική, η αρχιτεκτονική, το στιλ, η ατμόσφαιρα της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που έβριθε από πάσης φύσεως δημιουργία παρελαύνουν από το πενάκι του Οσελό.

Ολοζώντανο, σε συνδυασμό 3D και 2D animation χειροποίητων σχεδίων με φωτορεαλιστικό φόντο, η ταινία είναι ένα καλό θέαμα για μικρούς και μεγάλους.  

Μπελ Επόκ, σε ένα Παρίσι που σφύζει από ζωή και τέχνη. Με τη βοήθεια ενός φίλου της, η μικρή Ντιλιλί αποφασίζει να εξιχνιάσει τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις κοριτσιών, οι οποίες μαστίζουν την μεγαλούπολη.

Όσο προχωρά την έρευνά της, στο δρόμο της βρίσκει μία σειρά από απίθανους χαρακτήρες και επιφανείς φιγούρες της επιστήμης, της κοινωνίας και της τέχνης: συναντά τον Μονέ και τον Προυστ, τον Παστέρ και τον Ντεμπισί, γίνεται φίλη με την Μαρί Κιουρί, επισκέπτεται το γραφείο του Γουστάβου Άιφελ στην κορυφή του πύργου και ο Φερδινάνδος φον Ζέπελιν τής δανείζει το αερόπλοιό του.

Ο κάθε ένας από αυτούς τής δίνει στοιχεία για να την βοηθήσουν στην αποστολή της. Θα τα καταφέρει;

«Πιστό Αντίγραφο»

(Replicas)

 

  • Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζέφρι Ναχμάνοφ
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Άλις Ιβ, Τζον Ορτίζ, Τόμας Μίντλεντιτς
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ταινία ανεπαίσθητου εκτοπίσματος να ρέει άοσμα, άνευρα, άγευστα στην όχθη της επιστημονικής φαντασίας, που δεν είναι και τόσο φαντασία πια, καθώς πραγματεύεται την δημιουργία ανθρώπινων κλώνων και την ανασύσταση, επίσης, της ανθρώπινης συνείδησης. Θέμα τεραστίων διαστάσεων που ως ιδέα του παραγωγού και σεναριογράφου Στίβεν Χάμελ δεν είναι για πέταμα, αλλά η ανάπτυξη της με τον μονοδιάστατο Κιάνου Ριβς εξαερώνεται και χάνεται στο πουθενά.

Ο σκηνοθέτης Τζέφρι Ναχμάνοφ (η τρίτη κατά σειρά ταινία του, η πιο γνωστή είναι το «Παιχνίδι του Θανάτου» (2008)), αν και είναι επιτυχημένος σεναριογράφος («Μετά την Επόμενη Μέρα», «The Tourist») και παραγωγός, οι πιο δυνατές σκηνοθετικές του δουλειές αγκαλιάζουν τις τηλεοπτικές σειρές, εδώ σκηνοθετικά είναι κάτω του μετρίου.

Σε ένα σενάριο που μπάζει από χίλιες μεριές και μια κλισαρισμένη σκηνοθεσία, ο εντελώς άτονο Ριβς, όπως πάντα άλλωστε, πρωταγωνιστεί σε ένα κράμα μυστηρίου, δράματος και επιστημονικής φαντασίας, δίχως να αισθάνεσαι ως θεατής το παραμικρό ερέθισμα αγωνίας, έντασης, συμπάθειας ή αντιπάθειας. Πως τα καταφέρνει αυτός ο ηθοποιός να είναι ίδιος σε όλα τα κινηματογραφικά είδη, μόνο αυτός το γνωρίζει. Παρόμοιου, ανέκφραστου στιλ ήταν και ο αείμνηστος Τσαρλς Μπρόνσον. Δεν καταλάβαινες εάν έκλαιγε, γελούσε, θύμωνε, πονούσε, στεναχωριόταν.. ένα ύφος για όλα!  

Ο νευροεπιστήμονας Γουίλ Φόρεστ Κιάνου Ριβς) εργάζεται στην Λατινική Αμερική σε ένα hi tech κέντρο ερευνών, χρηματοδοτούμενο από σκοτεινά, κυβερνητικά κέντρα και γενικό κουμανταδόρο τον Τζόουνς (Τζον Ορτίζ), προσπαθώντας να πετύχει την μεταφορά της μνήμης και της συνείδησης νεκρών ανθρώπων σε ρομπότ με τεχνητό εγκέφαλο. Οι δοκιμές δεν πάνε και τόσο καλά, ενώ το Σαββατοκύριακο φεύγει με την σύζυγο και τα τρία τέκνα για ψάρεμα. Ένα ατύχημα καθ΄ οδόν ξεκληρίζει όλη την οικογένεια του.

Αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να τους φέρει πίσω ακόμα και αν αυτό σημαίνει να παραβιάσει τις αρχές του και να δημιουργήσει αντίτυπα των νεκρών ανθρώπων που αγαπούσε. Κρυφά από το εργαστήριο και με την βοήθεια του συνεργάτη του Εντ (Τόμας Μίντλεντιτς), κλεισμένος στο σπίτι του κατασκευάζει εξ΄ αρχής την χαμένη του οικογένεια.

«Μαίρη, Η Βασίλισσα της Σκοτίας»

(Mary, Queen of Scots)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζόσι Ρουρκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Μάργκοτ Ρόμπι, Τζακ Λόουντεν, Τζο Αλγουιν, Τζέμα Τσαν, Μάρτιν Κόμπστον, Ισμαήλ Κόρντοβα, Μπρένταν Κόιλ
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Film Tulip Entertainment

Αποτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορικής διαμάχης του 16ου αιώνα, των καθολικών παπιστών και των προτεσταντών που εκφραζόταν από δυο βασίλισσες, μια επίσημη όπως ήταν η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισαβέτ Ι και μια ανεπίσημη, όπως ήταν η Μαίρη Στιούαρτ, η βασίλισσα της Σκωτίας.

Όταν έχουμε ως σημείο αναφοράς την οσκαροβραβευμένη ταινιάρα «Elizabeth» του Σεκάρ Καπούρ, σε δυο μέρη, με την ηθοποιάρα Κέιτ Μπλάνσετ να γεμίζει την οθόνη και τις καρδιές μας, ως Virgin Queen, τα υπόλοιπα μοιάζουν με φιστίκι αράπικο για το ουισκάκι. Βέβαια, εδώ βλέπουμε την αντίπαλο της Ελισάβετ, την Μαίρη της Σκωτίας, που κληρονομικά της ανήκε ο θρόνος της Αγγλίας, την χαρακτηρισμένη και ως η «αδικημένη» βασίλισσα, που απομονωμένη, φυλακισμένη έχασε, τελικά, το κεφαλάκι της το 1587 στο Κάστρο του Φωτιρίνγκχαϊ.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία, της Αγγλίδας Τζόσι Ρουρκ. Η θεατρική σκηνοθέτις στήριξε το σενάριο στο βιβλίο «Queen of Scots: The True Life of Mary Stuart» του Τζον Γκάι. Σενάριο γραμμένο για τον κινηματογράφο από τον ειδικό της πολιτικής ίντριγκας, Μπο Γουίλεμον («Αι Ειδοί του Μαρτίου», «House of Cards»)

Να αναφέρουμε, ότι η σκηνοθέτις Τζόσι Ρούρκ δεν είναι τυχαία, καθώς από το 2012 είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Donmar Warehouse στο Λονδίνο, που από το σανίδι του έχουν περάσει ογκόλιθοι του θεατρικού, αγγλικού χώρου. Την 1η Μάρτιου του 2019,  μάλιστα, στο Donmar Warehouse ο Ίαν Μακέλεν θα παρουσιάσει μια σόλο μεταμεσονύκτια παράσταση για πολύ ειδικό κοινό. Όσοι τυχεροί βρεθείτε στην αγγλική πρωτεύουσα και μπορείτε μην την χάσετε.  

Η ταινία, βέβαια, που σχοινοβατεί αδέξια στο τεντωμένο σχοινί του ιστορικού δράματος και της σαιξπηρικής ανάλαφρης απόδοσης, βρίθει ανακριβειών και ολοφάνερα αποδεικνύει, ότι η Ρουρκ δεν στάθηκε αντάξια των προσδοκιών του κινηματογραφικού είδους. Δεν έχει πλούτο, χλιδή, αλλά η Σίρσα Ρόναν ως Μαίρη Στιούαρτ και η θεϊκή Μάργκοτ Ρόμπι – εντελώς αλλαγμένη για τον ρόλο της Ελισάβετ – ανταποκρίνονται και οι δυο ηθοποιοί σωστά στις όποιες προσταγές της «καπετάνισσας» Ρουρκ, αν και η Μαργκότ Ρόμπι στο μακιγιάζ βγαίνει κάποιες στιγμές σαν τον Μπόζο. Εντάξει, η Ελισάβετ το είχε παραξηλώσει με την φετιχιστική διάσταση της αγνότητας, σε σημείο τοτεμικής λατρείας πασαλείβοντας στο πρόσωπο της λευκό χρώμα,  άλλα όχι και έτσι.  

Στο σύνολο της, ως παραγωγή είναι προβληματική, ακόμα και το μοντάζ χάνει σε ρυθμό, κάτι σαν μια βιάση να καταδιώκει την σκηνοθέτιδα που προφανώς δεν γνωρίζει τους κινηματογραφικούς κανόνες. Άλλο θεατρικό σανίδι, άλλο τηλεόραση και άλλο η μεγάλη οθόνη. Ένα καλό στοιχείο που διέκρινα είναι η πολύ καλή φωτογραφία του Άγγλου, βετεράνου Τζον Μάθεσον («Μονομάχος», «Λόγκαν», «Παν», «Robin Hood» με τον Ράσελ Κρόου).