fbpx

«Ιστορίες πολλών οκτανίων σε σιρκουί ερμηνειών», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 12

Είναι απλό το τι αναζητά ο μέσος θεατής από το κινηματογραφικό θέαμα. Καλές ιστορίες περίτεχνα δοσμένες να αγκαλιάζουν το καρδιακό πλέγμα μας, να ζεσταίνουν το συναίσθημα και να ερεθίζουν τους εγκεφαλικούς νευρώνες για να έχουμε να θυμόμαστε και να κρατούμε ανθεκτικά σημεία επαφής όταν αναφερόμαστε στην Τέχνη των τεχνών. Τα υπόλοιπα είναι τρίχες κατσαρές. Τα κουκιά, όπως λένε, στο συγκεκριμένο θέμα είναι σε απόλυτο αριθμό μετρημένα και κανέναν παζάρι δεν σηκώνει. Φυσικά και δεν πρόκειται για απαίτηση, αλλά για το αυτονόητο της ψυχαγωγίας.

Οι βαριές βιομηχανίες της 7ης Τέχνης ανά την υφήλιο, επί σειρά δεκαετιών, καταστάλαξαν με βαθιά γνώση στην φιλοσοφία της δύναμης ως προς την χρήση της κινούμενης εικόνας στον λαό και υπηρέτησαν ευλαβικά το αυτονόητο της Τέχνης του σινεμά. Όλοι γνωρίζουμε, πως ο κινηματογράφος είναι σημαντικό «όπλο» προπαγάνδας και η κοινωνιολογία της 7ης Τέχνης έχει αναπτύξει σε δεκάδες χιλιάδες πονήματα, δοκίμια και αναλύσεις το πόσο εύκολα η συνεχόμενη ροή κινηματογραφικών θεμάτων μπορεί να κατευθύνει και να μετασχηματίσει την πνευματική σκέψη του ανθρώπου, ώστε το πόπολο να δημιουργήσει πρότυπα, στην συνέχεια να αντιγράψει συμπεριφορές και στο τέλος να τα μιμηθεί έως πειθήνια να τα ασπασθεί. Σε αυτό, βέβαια, έχει συμβάλει τα μάλα και το αρραγές, παράλληλο κύκλωμα προώθησης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την μόδα, που όλα τους λειτουργούν συμμαχικά, πάνω από έναν αιώνα, στην ψυχολογία του θεατή και στην διαμόρφωση ενός κατευθυνόμενου κοινωνικού στάτους. Η πολιτική και η 7η Τέχνη στην εκατονταετία των καθαρμών, δυστυχώς, συμπορεύονται και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, απλά για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η αλήθεια είναι, ότι η κινηματογραφική υποκουλτούρα, και πιο συγκεκριμένα αυτή της ανιστόρητης, βαθιάς Εσπερίας, αντικατέστησε στα γρήγορα την πραγματική παιδεία και την γνώση, ενώ τώρα, τον 21ο αιώνα που διανύουμε, στην κορυφή της χωματερής του εγκεφαλικού πολτού, ειδικά της νεώτερης γενιάς, δεσπόζει η ατσαλάκωτη, ολοκαίνουργια σημαία του ονομαζόμενου «πολιτικά ορθού» ή όπως γνωρίζουμε, εμείς οι «μορφωμένοι» τον ορισμό του «politically correct». Τρομερό μπαϊράκι είναι τούτο. Όλα πλέον έχουν διαμορφωθεί με κολάσιμους ορισμούς αποπροσανατολίζοντας, πρώτον την αλήθεια που εκπορεύεται από το δικαίωμα της ελευθερίας και δεύτερον εάν έχεις τεκμηριωμένη θέση αντίρρησης πρέπει να το βουλώνεις για να μην τοποθετηθείς άκριτα στα αναχρονιστικά γκέτο με τα απόβλητα.

Η ανθρώπινη κοινωνικότητα πέρασε από σπουδαίους μόδιστρους και μοδίστρες για να κατασταλάξουν στο σημερινό πατρόν της στολής όχι μόνο του ιδίου χρώματος, αλλά και του ίδιου νούμερου για όλους. Δηλαδή, εάν το γκρίζο, ουάν σάιζ, ρούχο του πολιτικά ορθού πέσει στον εύσωμο άνθρωπο σαν βαφτιστικό, πρέπει να αδυνατίσει ταχύτατα για την υγεία του και για να του ταιριάζει ταμάμ το γκρίζο μπλουζάκι αλλιώς θα είναι ο ξεφτίλας «ταμπελάτος» και ο περίγελος της παρέας. Ή το αντίθετο για έναν πολύ αδύνατο άνθρωπο, που θα είναι σαν σακί επάνω του, πρέπει να διαμορφώσει την εικόνα του αναλόγως με το «ρούχο». Αγαπητοί μου, αρχόντισσες και άρχοντες, όσοι από εσάς είστε εκτός κάδρου, συντονιστείτε άμεσα.

Στην αυγή της νέας χιλιετίας και των μυριάδων αλλαγών παγκοσμίως, πάντα προς το χείριστο σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, το σινεμά, εξ΄ αρχής, έλαβε ξεκάθαρη θέση στο θέμα σχεδιασμού του πατρόν και στο πως θα ραφτεί το γκρίζο, ουάν σάιζ, «ρούχο». Ο κινηματογράφος των ευρωπαϊκών χωρών επιτυχώς έστησε τις διεθνιστικές του εξέδρες, απελευθερώνοντας τα μοντέλα του στο catwalk για να παρουσιάσει την κολεξιόν της μιας κοψιάς και του ενός χρώματος σε θεματικές όπως: «σεξουαλική ιδιαιτερότητα», «φυλετισμός», «εργασία», «πλούτος», «μνήμη», «γνώση», «γεωπολιτική».

Δέκα χρόνια, ίσως και παραπάνω, βομβαρδιζόμαστε άπληστα από άπειρες ταινίες art house και μη, με σενάρια που ως θέμα τους διαχειρίζονται την σεξουαλική ιδιαιτερότητα, τους πάσης φύσεως ταλαίπωρους ασιατικής και αραβικής καταγωγής ανθρώπους που βρίσκονται στην γηραιά ήπειρο, την φτώχια, την ανεργία, τα ναρκωτικά, την παραβατικότητα, την παραχάραξη ιστορικών γεγονότων, την διεκδίκηση εδαφών. Κινηματογραφικές, δραματικές ιστορίες, εμβαπτισμένες στη θλίψη και την εξαθλίωση, πανομοιότυπες με τις ιστορίες της καθημερινότητας μας, που τις βιώνουμε άλλοι από κοντά, άλλοι από μακριά, τις ξαναβλέπουμε στην πολύτιμη, δίωρη ψυχαγωγική μας ανάπαυλα. Μόνο έτσι όμως εμπεδώνεται ο σεβασμός απέναντι στο νέο πολιτισμικό λάβαρο και γίνεται αποδεκτό το γκρίζο, ανθρώπινο, ουάν σάιζ, ρούχο.

Η φιλοσοφία του σινεμά πλέον είναι η πολιτική της ζωής. Ανάλογα συμπεριφέρεται και η μικρή οθόνη. Λίγα είναι τα αξιόλογα κινηματογραφικά ταξίδια του θεατή στις σκοτεινές αίθουσες. Κουρασμένος, μπουχτισμένος, βασανισμένος ως βυζαντινός οσιομάρτυρας να βλέπει την επιμονή προβολής του νέου κοινωνικού στάτους σαν διδασκαλία επιβολής, στρέφει τα νώτα του στις εν λόγω κινηματογραφικές προτάσεις, σιχτιρίζοντας την ώρα και τις στιγμές που διέθεσε αλλά και τα χρήματα που ξόδεψε.

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η όποια εισπρακτική επιτυχία του «Τζόκερ», όπου κι αν προβλήθηκε η ταινία. Ο κλόουν ήρωας, αν και ψυχασθενής, αντιστάθηκε στο «κύμα», κατατρόπωσε τα μπαϊράκια, αποξήλωσε τις ταμπέλες και ισοπέδωσε το σύστημα του πολιτικά ορθού. Ο εφιάλτης μετασχηματίστηκε σε ονειρεμένο κινηματογραφικό θέαμα και το στοίχημα κερδήθηκε στα ταμεία. Οι θεατές γοητεύτηκαν, μέθυσαν με την τρέλα του Άρθουρ, αναφωνώντας λυτρωτικά: «επιτέλους, μια καλή ταινία!» Τα κινηματογραφικά ένστικτα του μέσου ανθρώπου που αναζητά την ψυχαγωγία δικαιώθηκαν εορταστικά. Παγίδα ή όχι και το πως λειτουργεί στην ψυχική χάρτα του κάθε θεατή το σενάριο είναι ένα ζήτημα, εντελώς, προσωπικό για τον κάθε έναν.

Θαύμασα, πέρα ως πέρα, τον 42χρονο, χημικό μηχανικό Σάκη με μεταπτυχιακό στο Μάντσεστερ, που εργάζεται στον φούρνο από τα μέσα της δεκαετούς κρίσης, παρασκευάζοντας φρατζόλες ψωμιού και τσουρέκια – παρά ταύτα είναι νοστιμότατα – όταν προχθές βρέθηκε σε αντίλογο με δύο πελάτες του μαγαζιού. Νέοι, επίσης, μορφωμένοι άνθρωποι, ένα από αυτά τα φερόμενα ως «politically correct», ζευγάρια της κρισιανής Ελλάδος, επίσης σαραντάρηδων ηλικιακά, δικηγόρων, που ανακάλυψαν την Αμερική φέτος και άκριτα κοτσάρουν «ταμπέλες» στους ανθρώπους. Πέτυχα μόνο το φινάλε τού εύστροφου Σάκη, που ευγενικά, ήρεμα και χαμογελώντας, έκλεισε τον μεταξύ τους διάλογο, λέγοντας στην κυρία και τον κύριο: «…έχετε δίκιο. Χαρακτηρίστε με, ομοφοβικό, φυλετιστή, ελληναρά, φασίστα, απολίτιστο, εθνικόφρονα, ξεπερασμένο, παρωχημένο, αγράμματο, αμόρφωτο, ότι ακόμα θέλετε και αμέσως πετάξτε με μακριά σας, στην άκρη, για να απελευθερωθώ. Σύντομα όμως, σας παρακαλώ!»

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Κόντρα σε Όλα»

(Le Mans ’66)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μάνγκολντ
  • Με τους: Ματ Ντέιμον, Κρίστιαν Μπέιλ, Κατριόνα Μπάλφ, Τρέισι Λετς, Τζος Λούκας, Ρέμο Τζινόρε, Ρέι ΜακΚίννον
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Odeon

H πραγματική ιστορία του οραματιστή Αμερικανού πρωταθλητή του Λεμάν και μετέπειτα σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον – πολύ καλός) και του ατρόμητου Άγγλου μηχανικού και επαγγελματία οδηγού Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ – επίσης καταπληκτικός), οι οποίοι έδωσαν μάχη ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, τους νόμους της φυσικής, στον χρόνο και με τους προσωπικούς τους δαίμονες για να κατασκευάσουν ένα επαναστατικό, αγωνιστικό αυτοκίνητο για την Φορντ και να αναμετρηθούν με τα αήττητα αγωνιστικά του Έντσο Φεράρι (Ρέμο Τζινόρε – καλός) στον περίφημο αγώνα αντοχής των 24 ωρών του Λε Μαν στη Γαλλία το 1966.

Άριστη παραγωγή, υπέροχα στημένο το βιογραφικό των δυο ιστορικών φυσιογνωμιών από τον χώρο του αυτοκινήτου, του Σέλμπι και του Μάιλς, ζωντανές, καθηλωτικές οι ερμηνείες των Ντέιμον και Μπέιλ, ενώ η ατμόσφαιρα των σίξτις είναι μοναδικά δοσμένη σε διάκοσμο, ρούχα, αυτοκίνητα και νοοτροπία. Εν ολίγοις, η ταινία είναι ένα αξιοθαύμαστο, κινηματογραφικό θέαμα, που στα 152 λεπτά της προβολής της περνάς υπέροχα.

Η καταπληκτική μουσική της ταινίας, δια χειρός  των Μάρκο Μπελτράμι και Μπακ Σάντερς είναι ένα γόνιμο, νοσταλγικό ταξίδι στις κινηματογραφικές μουσικές συνθέσεις περασμένων δεκαετιών, που δένει αρμονικά και κερδοφόρα στο βλέμμα του θεατή με την καλλιτεχνική φωτογραφία του βραβευμένου, Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ («Walk the Line», «Nebraska»).

Από τα μεγάλα ατού του φιλμ είναι οι δυο πρωταγωνιστές της, που ο καθένας τους ξεχωριστά και με το δικό του στιλ, πραγματικά, δίνουν τα «γκάζια» τους. Ο χαρακτήρας του σκληρού, δίκαιου και εξαιρετικά συμπαθή Αμερικάνου Κάρολ Σέλμπι, βρίσκει την ευήλια νησίδα του στην ερμηνευτική του Ματ Ντέιμον και ο σκληροτράχηλος Άγγλος δίχως όρια, ο γεμάτος πάθος για καινοτομία και σταθερή αγάπη για το αυτοκίνητο και τους αγώνες, Κεν Μάιλς αποθεώνεται, κυριολεκτικώς από τον χειμαρώδη Κρίστιαν Μπέιλ. Και οι δυο ηθοποιοί βραβευμένοι με Όσκαρ, ο μεν Ματ Ντέιμον μαζί με τον Μπεν Άφλεκ για το σενάριο της ταινίας  του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» (1997) και ο δε Κρίστιαν Μπέιλ για τον Δεύτερο Ανδρικό Ρόλο στην ταινία «Fighter» (2010), και αμφότεροι με πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, παραδίδουν γενναιόδωρα στην υποκριτική τέχνη του σινεμά τον καλύτερο εαυτό τους. Χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων και οι δυο ηθοποιοί.

Ο 56χρονος Νεοϋορκέζος παραγωγός και σκηνοθέτης Τζέιμς Μάνγκολντ, τεσταρισμένος με τον βαθμό άριστα δέκα στην κινηματογραφική βιογραφία του τραγουδιστή της κάντρι Τζόνι Κας, «Walk the Line» με τον Χοακίν Φίνιξ, ρομαντικός και ευαίσθητος στο «Kate & Leopold» με την Μεγκ Ράιαν και τον Χιού Τζάκμαν, αξιόλογος στην δράση εντός του γουλβερινικού, κύκνειου άσματος «Λόγκαν», είναι ο κινηματογραφιστής που έδωσε ερμηνευτικό εκτόπισμα στον Σιλβέστερ Σταλόνε πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καιτέλ και τον Ρέι Λιότα με το αστυνομικό θρίλερ «Cop Land» του 1997.

Στην βιογραφική ταινία του «Κόντρα σε Όλα», ο Μάνγκολντ πετυχαίνει το ζητούμενο, που είναι, πρωτίστως το καλό θέαμα στην άψογη και ακριβή παραγωγή με πλούσιο κάστ και πλάνα που κόβουν την ανάσα από τους αγώνες αυτοκινήτων (νευρικό και συγχρόνως ευρύχωρο μοντάζ των Άντριου Μπάκλαντ, Ντερκ Γουέστερβελντ και Μάικλ ΜακΚάσκερ), αλλά και την δυνατότητα να ενταχθεί ο θεατής στην ψυχολογία και το σκεπτικό των δυο υπαρκτών προσώπων μέσα από τις ερμηνείες του Ντέιμον και του Μπείλ.

Ταινία πολλών οκτανίων όχι μόνο για άνδρες, αλλά και για γυναίκες, καθώς η σοφή ρήση: «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», επιβεβαιώνεται με τον ρόλο της πολύ καλής Ιρλανδής ηθοποιού Κατριόνα Μπάλφ, που υποδύεται την δυναμική Μόλι, την σύζυγο του Άγγλου Κεν Μάιλς. Την ταινία θα την δούμε στα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Μην την χάσετε!

«Χωρίς Οικογένεια»  

(Remi Sans Famille)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου για όλη την οικογένεια (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Μπλοσιέ
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Μαλόμ Πακίν, Βιρζινί Λεντουαγιέν, Ζακ Περέν, Λουντιβίν Σανιέ
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Ρεμί (Μαλόμ Πακίν – πολύ καλός ο πιτσιρικάς), ένα ορφανό αγόρι, μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, την ευγενική Κυρία Μπαρπεράν, μέχρι που ο θετός πατέρα του επιστρέφει σακάτης και τον πουλάει σε έναν μυστηριώδη, περιπλανώμενο θιασάρχη, τον  Βιταλίς (Ντανιέλ Οτέιγ – εξαιρετικός). Κοντά του, ο Ρεμί σκληραγωγείται στη δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου θιάσου, όπου τραγουδάει για να κερδίσει το ψωμί του. Με παρέα τον πιστό του σκύλο Καπί και τη μικρή μαϊμού Ζολί-Κερ, ο Ρεμί θα περιηγηθεί στη Γαλλία και μέσα από γνωριμίες, φιλίες, αλλά και μοναξιά, θα καταλήξει να μάθει το μυστικό της καταγωγής του.

Η ταινία κανονικά ήταν να βγει τα περσινά Χριστούγεννα, αλλά η ομπρέλα της Μέρι Πόπινς την κράτησε στο ράφι της αναμονής για ένα χρόνο. Βασισμένη στο ομώνυμο κλασικό, βραβευμένο, αριστούργημα του 1878 της γαλλικής λογοτεχνίας του Εκτόρ Μαλό, η δραματική ιστορία του μικρού Ρεμί έχει γυριστεί στο παρελθόν τέσσερις φορές για τον κινηματογράφο, αρχής γενομένης από την βωβή του Ζορζ Μονκά το 1913 και άλλες τόσες σε τηλεταινίες και μια κινουμένων σχεδίων. Προσωπικά δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κάποια από τις κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος του Μαλό, το οποίο διάβασα στην ηλικία των 11 ετών. Πρώτη φορά για μένα είναι αυτή η ταινία του Αντουάν Μπλοσιέ και ενθυμούμενος το βιβλίο, πραγματικά έμεινα ικανοποιημένος από την καλή δουλειά του στο πεδίο της παραγωγής, παρότι έχει παρέμβει σε κάποια σημεία διαφορετικά από το βιβλίο για την οικονομία χρόνου.

Ο Μπλοσιέ κρατάει την παραμυθένια διάσταση και ως νέος κινηματογραφιστής, είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, γεμίζει με σύγχρονες ανάσες την ιστορία, αποφεύγοντας την κλασικούρα, κινηματογραφώντας με μικρά δάνεια από επιβεβαιωμένους παραμυθάδες της 7ης Τέχνης, όπως ο Τιμ Μπάρτον επί παραδείγματι, αλλά αυτό δεν χαλάει καθόλου την γενική εικόνα. Με σταθερή την πορεία πάνω στο υπέροχο βιβλίο του Μαλό, ο Μπλοσιέ μεταφέρει ο ίδιος σεναριακά την πλοκή στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ελευθερία ως προς την ανάπτυξη της, βάζει και τις δικές του πινελιές, τόσο στην δραματουργία, όσο και στην περιπέτεια του πιτσιρικά, αλλά και την σχέση του με τον πλανόδιο μουσικό Βιταλίς.

Ο μικρός Μαλόμ Πακίν, εκτός από πανέμορφος παίζει μια χαρά και η παρουσία του έμπειρου Ντανιέλ Οτέιγ στον ρόλο του Βιταλί ποτίζει αισθαντικά και αγαπησιάρικα το μεγαλείο της οδύσσειας ως προς την ενηλικίωση του Ρεμί. Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν θα απογοητευτούν και όσοι δεν το γνωρίζουν είναι μια καλή κινηματογραφική πρόταση για να συστηθούν μαζί του.

Γονείς, απολαύστε την ταινία μαζί με τα τέκνα σας ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένη, καθώς η ιστορία του μικρού Ρεμί είναι για ηλικίες άνω των 9 ετών, που μπορούν κάλλιστα να διαβάσουν τους υπότιτλους. Είναι μια ευάερη όαση στην συνεχόμενη animation μπαλαφάρα του σινεμά για μικρούς αλλά και για μεγάλους κινηματογραφόφιλους.

 «Ένας Καλός Ψεύτης»

(The Good Liar)

 

 

  • Είδος: Δραματικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Κόντον
  • Με τους: Έλεν Μίρεν, Ιαν Μακ Κέλεν, Ράσελ Τόβεϊ, Τζιμ Κάρτερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Ρόι Κόρτνεϊ (Ίαν ΜακΚέλεν- όπως πάντα υπέροχος), ένας επαγγελματίας απατεώνας, έχει βάλει στο μάτι τον επόμενο στόχο του: τη χήρα Μπέτι ΜακΛις (Έλεν Μίρεν – πάντα υπέροχη) με τεράστια περιουσία στη διάθεση της και ο Ρόι σκοπεύει να πάρει ό,τι της ανήκει. Από την πρώτη τους συνάντηση, ο Ρόι αρχίζει να βομβαρδίζει την Μπέτι με τα δοκιμασμένα κόλπα του και η Μπέτι, που μοιάζει γοητευμένη, παρασύρεται. Αλλά αυτή τη φορά, αυτό που ξεκίνησε σαν μια ακόμα κομπίνα κλιμακώνεται σε ένα κυνηγητό γάτας-ποντικιού όπου παίζονται όλα για όλα. Αποκαλύψεις ενός δόλου πιο σκοτεινού οδηγούν το ζευγάρι σε ένα ναρκοπέδιο κινδύνου, ίντριγκας και προδοσίας.

Είναι μια κινηματογραφική έκπληξη να βλέπεις δυο θρύλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα μάλα αγαπημένους στο κινηματογραφόφιλο κοινό, να παίζουν ό ένας πλάι στον άλλον. Η βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν «Η Βασίλισσα» και ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ίαν ΜακΚέλεν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και «Gods and Monsters», γεμίζουν το άσπρο πανί σε μια ταινία που την παρακολουθείς αέρα, ακόμα κι αν στο τελευταίο 15λέπτο τα θέματα ξεκαθαρίζουν.

Η ιστορία ξεκινάει ρομαντικά με την προσέγγιση και το φλερτ των δυο ηλικιωμένων, συνεχίζεται παιχνιδιάρικα με τις απίστευτες κομπίνες του απατεώνα Ρόι και εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς εμβόλιμα φυτεύεται και μια ιστορία του μακρινού παρελθόντος της Μπέτι, που αναζητά εξιλέωση. Όλη η υποκριτική διαχείριση των τριών επιπέδων της ταινίας διεκπεραιώνεται απίθανα από τις παρουσίες του υπέροχου και της υπέροχης Μακέλεν και Μίρεν.

Ο Αμερικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον, βραβευμένος με το Όσκαρ Μεταφοράς Σεναρίου της ταινίας «Gods and Monsters», πάλι με τον Ιάν ΜαΚέλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και σκηνοθέτης των δυο πρώτων κεφαλαίων της saga του βαμπιρικού «Twilight» και του «Κυρίου Χολμς», γνωρίζει τα τερτίπια του ΜαΚέλεν και απλά υποδέχεται στο φακό του την «καταιγίδα» που ονομάζεται Έλεν Μίρεν. Αμερικάνικη παραγωγή, καλή σκηνοθεσία με πρωταγωνιστές δυο βεριτάμπλ Άγγλους ηθοποιούς και θριλερικό στήσιμο σε φόρμα «Ποντικοπαγίδας».

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον Τζέφρι Χάτσερ (Mr. Holmes) και βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Νίκολας Σερλ. Καλό σινεμά για να περάσεις ευχάριστα ένα δίωρο, θαυμάζοντας δυο ηθοποιάρες, που για πρώτη φορά παίζουν μαζί.  

 «Last Christmas» 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Εμίλια Κλαρκ, Χένρι Γκόλντινγκ, Έμα Τόμπσον, Μισέλ Γέο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Κέιτ (Εμίλια Κλάρκ – πολύ καλή), κόρη της μετανάστριας Πέτρα (Έμα Τόμπσον – απίθανη και πάλι) και με προβλήματα υγείας, βρίσκεται στο Λονδίνο δυσαρεστημένη, παρέα με μια στοίβα κακών αποφάσεων που έχει πάρει στη ζωή της, ακούγοντας το χτύπημα των κουδουνιών στα παπούτσια της – μια άλλη ενοχλητική συνέπεια από τη δουλειά της ως «ξωτικό» σε ένα χριστουγεννιάτικο κατάστημα με ιδιοκτήτρια την Σάντα (Μισέλ Γέο – καλή). H Κέιτ έχει καλή φωνή. Τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι pop star, αλλά την έχει παραμελήσει. Ο Τομ (Χένρι Γκόλντινγκ – καλόυτσικος) φαίνεται πολύ καλός για να είναι αληθινός, όταν μπαίνει στη ζωή της και αρχίζει να βλέπει και να καταλαβαίνει πολλούς από τους εσωτερικούς της φραγμούς. Καθώς το Λονδίνο μεταμορφώνεται στην πιο υπέροχη εποχή του χρόνου, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί για τους δυο τους.

Η ιστορία της ταινίας, από την αρχή έως το τέλος της, κοσμείται μελωδικά με την δύναμη των τραγουδιών του αείμνηστου Τζορτζ Μάικλ, σαν να είναι ένα tribute στον καλλιτέχνη. Τα τραγούδια του, βέβαια αποτελούν έναν ακόμα στοιχείο στο σενάριο, λαδώνοντας τα γρανάζια της ρομαντικής περιπέτειας.

Μελοδραματική, ρομαντική ιστορία γραμμένη από την Έμα Τόμπσον και τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Γκρεγκ Γουάιζ, ενώ ως σενάριο για την μεγάλη οθόνη το ανέλαβε πάλι η Τόμπσον μαζί με την Μπραϊόνι Κίμινγκς. Το πνεύμα της ταινίας διαθέτει ως αιθέρια πνοή την χολιγουτιανή, κλασική, χριστουγεννιάτικη ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s a Wonderful Life – 1946) με τον Τζέιμς Στιούαρντ, οπότε δίχως να κάνουμε σπόιλερ καταλαβαίνετε, πάνω κάτω, τι συμβαίνει.

Η Εμίλια Κλαρκ το έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών και, αβλεπί, κρεμάει το φόρεμα της δρακομάνας Καλίσι από το «Game of Thrones», που της χάρισε την διεθνή αναγνώριση, στην ντουλάπα του γόνιμου, τηλεοπτικού παρελθόντος της. Διαθέτει πολύ καλή φωνή, η ερμηνευτική της πείθει και γράφει καλά στον φακό. Δίπλα της η οσκαροβραβευμένη και έμπειρη Έμα Τόμπσον (τα μέγιστα αγαπημένη ηθοποιός σε εμένα), να «γαζώνει» στον ρόλο της μητέρα της, που δεν κιοτεύει να θέσει ξανά τον εαυτό της στην ευτράπελη διάσταση μιας μετανάστριας από την Γιουγκοσλαβία, που τρέμει τους διωγμούς από τους φυλετιστές Άγγλους.

Ο δε συμπρωταγωνιστής της Εμίλια Κλαρκ, ο συμπαθής, Μαλαισιανός Χένρι Γκόλντινγκ, πρώην μοντέλο με την άψογη οξφορδιανή προφορά να ραγίζουν τα οστά του αλησμόνητου, σερ Λόρενς Ολίβιε, που τον είδαμε σε ταινία πάλι του Πολ Φέιγκ, «Μια Μικρή Χάρη» του 2018, ικανοποιητικά ανταποκρίνεται στον ρόλο του και, φυσικά, τον «τρέχουν» με χίλια στην κούρσα των νέων και πολλά υποσχόμενων ηθοποιών.    

Το πρόβλημα της ταινίας, που στερείται γεύσης, ως χριστουγεννιάτικο, ρομαντικό έδεσμα με δραματική γέμιση, αφορά αποκλειστικά την οπτική του σκηνοθέτη Πολ Φέιγκ. Ο Φέιγκ αποτυπώνει στο σκηνικό του την μαγευτική ατμόσφαιρα των γιορτών (στολίδια, φώτα, δένδρα), ακούγονται τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Τζόρτζ Μάικλ, που δένουν την πλοκή σαν οδηγοί ξενάγησης στο παραμύθι, δεν διαθέτει όμως τον ρυθμό και το απαιτούμενο νεύρο με αποτέλεσμα το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας να είναι ο «κράχτης» των προηγούμενων ενενήντα λεπτών. Δηλαδή μια μονοτονία και ξαφνικά όλη η ιστορία εκρήγνυται στο φινάλε, όπου ξυπνάς και βγάζεις χαρτομάντιλο για να σκουπίσεις πρώτα τα βρεγμένα χείλη και έπειτα τα δακρυσμένα μάτια.         

Ευχάριστη έκπληξη, όπου και αυτή στο τέλος σερβίρεται, είναι ότι εκτός των γνωστών τραγουδιών του Τζόρτζ Μάικλ και των «Wham», που ακούγονται καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, στο φινάλε και στους τίτλους απολαμβάνουμε το ακυκλοφόρητο τραγούδι «This Is How (We Want You to Get High)», τρία χρόνια μετά τον χαμό του θρυλικού τραγουδιστή.

 «Οι Άθλιοι»

(Les Miserables)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λατζ Λι
  • Με τους: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών – Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας»

Στη Μονφερμέιγ, στα προάστια του Παρισιού, εκεί που ο Βικτόρ Ουγκό έστησε το σκηνικό για τους «Άθλιους» και σήμερα είναι μουσουλμανικό γκέτο, δρα μια ομάδα της αστυνομίας κατά του εγκλήματος.

Σε μια κατά τ’ άλλα συνηθισμένη περίπολο, το drone ενός μαύρου πιστσιρικά καταγράφει ένα βίαιο σκηνικό ενός από τους τρεις αστυνομικούς, που θα μπορούσε να εκθέσει την ομάδα και τις μεθόδους τους. Η αστυνομική περίπολος μπαίνει σε έναν αγώνα δρόμου για να ανακτήσει το οπτικό υλικό και να το εξαφανίσει για να μην ενοχοποιηθούν.

Ταινία εμπνευσμένη από την εξέγερση στο Παρίσι το 2005, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του 40χρονου, μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Λατζ Λι με καταγωγή από το Μαλί, που γεννήθηκε και ζει στο Μονφερμέιγ και για μια πενταετία κινηματογραφούσε κάθε είδους γεγονότα, αλλά και την δράση των αστυνομικών στην νευραλγική περιοχή. Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η αγεφύρωτη σχέση του νόμου με τις 30 περίπου, διαφορετικές, μουσουλμανικές φυλές και σημείο έναρξης των ταραχών ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2008 στην περιοχή  Σεν Σεντ Ντενί του Μονφερμέιγ και αφορούσε την δολοφονία ενός έφηβου μουσουλμάνου από την αστυνομία. Το συμβάν όμως ο Λατζ Λι το διαμορφώνει ήπια, ως έναν απλό τραυματισμό, που επίσης γίνεται η αιτία ενός μικρού, αιματηρού πολέμου. Η συγκεκριμένη ταινία για να μην μπερδευτείτε,  δεν έχει καμία σχέση με τους «Άθλιους», του Βικτόρ Ουγκό, παρά μόνο η περιοχή, που στο μυθιστόρημα του εξαιρετικού ρομαντιστή συγγραφέα διαδραματίζεται μια από τις περιπέτειες του Γιάνι Αγιάνι. 

Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Κονγκολέζοι, Αλγερινοί, Μαλινέζοι, όταν «ανεξαρτητοποιήθηκαν» από τον γαλλικό ζυγό, όρμησαν στην Δύση, τι το καλύτερο για ταυτούς και δη εκεί που γνώριζαν την γλώσσα να μπορούν να επικοινωνούν και είχαν την δυνατότητα να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα. Οι αποικιοκράτες Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι ουδέποτε έτρεφαν συμπάθεια στους γηγενείς κατοίκους, σκλάβους των αποικιών τους, κάτι το οποίο διαιωνίζεται μέχρι σήμερα, ακόμα πιο έντονα, αφού τους έχουν και μέσα στα ποδάρια τους, μεγαλώνοντας η δεύτερη γενιά, όπως είναι και ο Γαλλό-Μαλινέζος σκηνοθέτης της ταινίας Λατζ Λι.

Το σενάριο, όπως διατυπώνει ο σκηνοθέτης, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρεμπιπτόντως τα έχουμε δει στην μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκατοντάδες φορές και από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Εδώ έχουμε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε εφαρμογή ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας να καταλήγει μυθοπλασία γραμμένη στο γόνυ. Κινούμενη κάμερα, άφθονη βία, γρήγοροι ρυθμοί, ποδοσφαιρικοί πανηγυρισμοί, καλοί και κακοί μουσουλμάνοι, καλοί και κακοί αστυνομικοί, τσαμπουκάδες, φτώχια, παραβατικότητα, συγκρούσεις με τον νόμο, νεύρα τεντωμένα, ένα λιοντάρι άσχετο που ξέφυγε ή κλάπηκε από ένα τσίρκο, μουσουλμανική μαφία, σοφοί και ειρηνικοί ιμάμηδες, νεολαία ετοιμοπόλεμη για να εκδικηθεί και τέλος η, out of the blue, ειδεχθής πράξη που θα ανάψει την θρυαλλίδα στο αλαλούμ της ταινίας.

Ο Λατζ Λι προσπαθεί να μοιράσει τις ευθύνες και να φέρει ως κύριο υπαίτιο το σύστημα αλλά η πρόταση του δεν πείθει και ο φακός του είναι αρκετά θολός ως προς την εστίαση και την καθαρότητα της καταγραφής. Οι φευγαλέες σεκάνς με τις οικογένειες και τις προσωπικές στιγμές των αστυνομικών είναι αστείες στην ταινία, αφού ο χρόνος που τους προσφέρει είναι κόκκος άμμου στην εξέλιξη της ιστορίας. Μοδάτη, καλλιτεχνική προσέγγιση θέματος με κατατρεγμένες, μουσουλμανικές μειονότητες, μετανάστες έχοντας ως φρούριο την αντικειμενικότητα στο όποιο σενάριο, που δεν υπάρχει σενάριο, ακόμα και στο φοβικά αποστασιοποιημένο φινάλε της, που είναι εντελώς στον αέρα. Αλλάχ ουάχμπαρ!

«Δεύτερος γύρος για την «Λάμψη» και την χώρα των ζόμπι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 11

Είμαστε γεμάτοι ιστορίες. Από δημιουργίας του ανθρώπου είναι σαν εκδίδονται λογής περιπέτειες σε βιβλίο, άλλοτε σε αυτοτελή επεισόδια και άλλοτε σε συνέχειες, όμοια με κινηματογραφικά σενάρια να διαδραματίζονται πότε στην σφαίρα του ακραίου ρεαλισμού και πότε στα βασίλεια του παράδοξου. Καμιά από αυτές δεν είναι ίδια με την άλλη. Όλες όμως διαθέτουν ένα φινάλε. Το τέλος του ήρωα ή των ηρώων της κάθε διαφορετικής ιστορίας ως προς την πραγμάτωση του σκοπού.

Τα μυθιστορήματα ή τα κινηματογραφικά σενάρια φτάνουν την ιστορία μέχρι του σημείου που, συνήθως, διαγράφεται ένα αίσιο τέλος στην όποια περιπέτεια των πρωταγωνιστών, κάτι σαν κάθαρση, σαν ένας ολόφωτος ήλιος στα δεινά, απλά για να αφήνουν μια γλυκιά γεύση στον συναισθηματικό ουρανίσκο του αναγνώστη ή του θεατή. Στην δράση της κοινωνικότητας της κάθε ιστορίας το δίκιο λαμβάνει τον θώκο που του αξίζει, ενώ το άδικο κουτρουβαλιάζεται στα σκοτεινά ερέβη ως η σκοτεινή ανταμοιβή των απεχθών πράξεων, εάν υπάρχουν. Ως μικροί άνθρωποι μάθαμε από τα παραμύθια το ζαχαρένιο τέλος της κάθε ιστορίας να εκφωνείται κάπως έτσι: «…και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα».

Ακόμα και στους μυητικούς μύθους με τα λογής τέρατα και τις απόκοσμες, δαιμονικές παρουσίες το καλό πρυτανεύει στο τέλος και επέρχεται η ποθητή ισορροπία. Στις δε αστυνομικές ή κοινωνικές ιστορίες, εκεί δηλαδή όπου υπάρχει συνήθως η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, προερχόμενη από ιδιοτελείς σκοπούς είτε από θυμό, είτε από οργή, το ηθικό δίδαγμα κάθε αναγνώσματος ή κινηματογραφικού έργου που αναδύεται διαλαλεί, ότι τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και αργά ή γρήγορα η δικαιοσύνη θα αποδοθεί στον θύτη.

Έρχεται, λοιπόν, ο Γούντι Άλεν με το «Match Point» και ανατρέπει τα δεδομένα, προσφέροντας στον θύτη την ευκαιρία να διασωθεί και να μην πληρώσει για το έγκλημά του. Ένα τέτοιου είδους κινηματογραφικό σενάριο θέλει κότσια, από την στιγμή που, παιδιόθεν, έχουμε διδαχθεί και στην συνέχεια διαιωνίζουμε διδακτικά στους απογόνους μας την πορεία του ορατού ή του αθέατου αντιτίμου των πράξεων μας. Πόσο μάλλον να βλέπεις στο μεγάλο πανί, ότι ο άτιμος δολοφόνος τις σκαπουλάρει, βγαίνει λάδι και τελικώς «έζησε αυτός καλά και εμείς…».

Ο θάνατος, το ανθρώπινο τέλος δηλαδή, ήταν, είναι και θα είναι ο δεύτερος, ισχυρότερος εχθρός του ανθρώπου. Ο πρώτος είναι ο εαυτός του. Όλοι μας, ουδεμίας και ουδενός εξαιρουμένου, στο άκουσμα και μόνο του βιολογικού τέλους μας παγώνει το αίμα μας, ενώ το έξω μας βιώνει ακραίες πολικές συνθήκες σε σημείο παράλυσης. Ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που συνειδητοποιούν ως μια σοφή σκέψη το ενδεχόμενο, ότι τα πάντα στον απέραντο Κόσμο που έχουν μια αρχή, συνεπώς έχουν και ένα τέλος. Όταν δε, είμαστε νέοι, ενεργοί, ακμαίαοι, με σώας τα φρένας και μας πληροφορήσει ο δείνα γιατρός, ότι τελείωσε το λαδάκι μας και ήγγικεν το τέλος μας, τότε αρχίζει το γλέντι.   

Άπασες οι θρησκείες στο θέμα του θανάτου συμπεριφέρονται, αποκλειστικά για τους ενάρετους ανθρώπους, σαν ταξιδιωτικά γραφεία μοιράζοντας πολλά υποσχόμενες μπροσούρες περιγράφοντας ειδυλλιακούς, χλοερούς τόπους αναψυχής, κρυστάλλινα νερά, χαλαρωτικές μουσικές, πιλάφια, ουρί, πολύχρωμα, ουράνια φώτα, νιρβάνες, ηρεμία και μια ζηλευτή γαλήνη, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά.

Μαρτυρίες ανθρώπων που πήγαν και ήρθαν έπειτα από ολιγόλεπτο ταξίδι στο επέκεινα αναφέρουν, πραγματικά, για μια πρωτόγνωρη ανακούφιση, μια απαλλαγή από τα γήινα βάρη, ένα ξελάφρωμα από έννοιες και άγχη, καθώς βάδιζαν σε ένα φωτεινό τούνελ μόνοι τους ή με συντροφιά προς άγνωστη κατεύθυνση.

Τα στρατόπεδα που έχουν στηθεί πέριξ αυτής της αντίληψης είναι δυο και τρίτο δεν χωρεί. Αυτό των διάφορων θρησκευτικών δογμάτων που κυριαρχούν στον πλανήτη, ότι η ψυχή δεν χάνεται και συνεχίζει το ταξίδι των μετεμψυχώσεων της (Βουδισμός-Ινδουισμός). Η ψυχή πηγαίνει στο παραδεισένιο αναψυκτήριο, περιμένοντας την δεύτερη παρουσία για να κατέλθει στο ίδιο σώμα, που φυσικά έχει γίνει σκόνη (Χριστιανισμός). Η ψυχή εντάσσεται στην ροή της θεϊκής ουσίας ες αεί (Εβραϊσμός) και ακόμα, ότι τοποθετείται σε χώρους με τρισθεόρατα βουνά από πιλάφι και εκπάγλου ομορφιάς ουρί (μόνο για άνδρες το Ισλάμ). Η αντιπέρα όχθη, βέβαια, για τους μη θρησκευόμενους και ενάρετους είναι η κόλαση με τις γνωστές, καυτές παροχές της.

Υπάρχει και το δεύτερο στρατόπεδο, επίσης ισχυρό όπως και το προηγούμενο, αυτό που ελληνιστί χαρακτηρίζουμε ως «one and out life», δηλαδή «ζωή μια και έξω», άνευ των παραπάνω ονειρεμένων διαμονών στα πεντάστερα καταλύματα και, φυσικά, άνευ επιστροφής στο γήινο θέατρο. «Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει η έδρα μας», διατυμπανίζουν με παρρησία οι διάφοροι ζηλωτές του απτού ρεαλισμού και του αθεϊσμού.

Μετά θάνατον, δηλαδή, σκορπίζεται το αόρατο της ανθρώπινης οντότητας σε οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο προς το άπειρο του σύμπαντος, είτε αυτό είναι η αποθηκευμένη σκέψη μας σε υλοποιημένη δράση και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, είτε είναι το αδάμαστο, συσσωρευμένο συναίσθημα μας. Μηδέ παράδεισοι, μηδέ τάρταρα, μηδέ θεία δίκη και καθαρτήρια, βλέπε το ανήθικο «Match Point», του Γούντι Άλεν. Σε αυτό που συμφωνούν απόλυτα οι δυο διαφορετικές απόψεις για το ανθρώπινο τέλος είναι στο θέμα της ύλης, όπου το σαρκίο μας τοποθετείται ευλαβικά στην αγκαλιά της γης για να αφομοιωθεί από την δύναμη της.

Σημαντικό είναι, πως ο ημιμαθής άνθρωπος ουδέποτε θα συμβιβαστεί με το ζήτημα του τέλους του σε αυτό τον πλανήτη και ο λόγος είναι, ότι ουδείς από τους παραπάνω, πολλά υποσχόμενους προορισμούς των θρησκευτικών δογμάτων δεν μπορεί να τον πείσει για το τι ακριβώς είναι το «τέλος». Ο φόβος του θανάτου θα ροκανίζει βασανιστικά τον πολύτιμο, μικρό χρόνο της ζωής του και ως φενάκη, μη μπορώντας διαφορετικά, θα χρησιμοποιεί αστεία και κωμικά όλα τα παραπάνω «δεκανίκια» όχι για να απελευθερωθεί, αλλά για να ζήσει κι άλλο, κι άλλο, πανάθεμά τον.

Μόλις εμφανιστεί το μοιραίο, ως ο συνεπής προγραμματισμός της ειμαρμένης, σε όποιο έτος της ηλικίας κι αν διανύουμε, συνειδητά θα κατουρηθούμε επάνω μας, για να μην περιγράψω κάτι το σκληρότερο. Αμέσως κατανοώ παράλληλα και την εύλογη απορία μας. Οι «αθώοι», μικροί άνθρωποι, τα βρέφη, πού στο καλό εντάσσονται σε όλο αυτό το σχέδιο ζωής και θανάτου, όταν εγκαταλείπουν τα γήινα πριν ακόμα δοκιμάσουν τις γεύσεις τις ζωής, τεστάροντας τις δυναμικές τους ως ανθρώπινα όντα; Σε αυτή την απορία επιτρέψτε μου να γράψω, πως ο καθένας μας ας ανακαλύψει τις απαντήσεις κατά την διάρκεια της σύντομης διαδρομής μας. Γνωρίζουμε, όμως πολύ καλά, πως στις βρεφικές και τις μικρές ηλικίες υπάρχει πλούσια συνείδηση, ολοκάθαρη μάλιστα σαν διαυγές κρύσταλλο, συνείδηση ενταγμένη ακέραια και ολοκληρωτικά στην Αλήθεια και την Ελευθερία, καθώς δεν έχουν προλάβει να αλλοτριωθούν από την ανθρώπινη ανοησία.

Στον πυρήνα της ουσίας, τελικά, δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, πως, δαίμονα, αναζητούμε το σπουδαίο νόημα του «τέλους» μας, αφού έχουμε χάσει την ιστορία μας με πρωταγωνιστές εμάς τους ίδιους; Είναι ένα ερώτημα που με βασανίζει πολλά χρόνια. Δεν συμφιλιωθήκαμε με τα λάθη μας, ούτε καν παρατηρήσαμε τις ανοησίες μας και διαρκώς επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο σε διαφορετικό διάκοσμο, ενώ ως «ευλογημένοι» σέρνουμε σισύφια το βαρύ άρμα της θρησκευτικής «αμαρτίας». Ταπεινοί και χειραγωγήσιμοι «δούλοι» είμαστε ενός παντοκράτορα, αυτοκράτορα, δικτάτορα…

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Δόκτωρ Ύπνος»

(Doctor Sleep)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικ Φλάναγκαν
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Κάιλεχ Κάραν, Κλιφ Κέρτις Νατάλια Ρέγιες
  • Διάρκεια: 153’
  • Διανομή: Tanweer

Με αρκετά ψυχολογικά τραύματα από την εξωφρενική, παιδική εμπειρία του στο ξενοδοχείο «Overlook», ο Ντάνι Τόρανς (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ – καλός) προσπαθεί να βρει την εσωτερική του ηρεμία. Αλκοολικός και κοινωνικά χαμένος, σε μια αναπάντεχη, μεταφυσική συνάντηση με την μικρή και θαρραλέα Άμπρα (Κάιλεχ Κάραν – καλή), θα αλλάξει η ζωή του.

Η Άμπρα διαθέτει τις ίδιες ακριβώς πνευματικές ιδιότητες με τον Ντάνι, την γνωστή ως «λάμψη» και οι δυο τους θα επιστρατεύσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την δαιμονική Rose the Hat (Ρεμπέκα Φέργκιουσον – καλή), την αρχηγό μιας συμμορίας μεταφυσικών δολοφόνων, με την ονομασία «The True Knot» (ο Δεσμός), που αναζητούν προικισμένους ανθρώπους με υπερφυσικές δυνάμεις, απλά για να «ρουφήξουν» την αύρα τους και να γίνουν αθάνατοι.

Να θεωρήσουμε, πως αυτή η ταινία – βασιζόμενο το σενάριο στο ομότιτλο βίβλο (ημερομηνία έκδοσης 2013) -, είναι ο απόλυτος «εξορκισμός» του Στίβεν Κινγκ στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Οι λάτρεις της «Λάμψης» του 1980, γνωρίζουν, πάραυτα, την επί δεκαετιών διαμάχη ως προς την αντιπάθεια που τρέφει ο Κινγκ στον Κιούμπρικ, λόγω της «άστοχης» σεναριακής, διαχείρισης των χαρακτήρων του βιβλίου από τον αξέχαστο σκηνοθέτη, κάτι που ο συγγραφέας δεν «χώνεψε» ποτέ και, μάλιστα, ποτέ δεν το συγχώρεσε στον Στάνλεϊ, καθώς το μυθιστόρημα εμπεριέχει πλείστα βιογραφικά στοιχεία του Κινγκ, όπως ο αλκοολισμός του, τα οποία ο σκηνοθέτης, αυτοκρατορικά, τα μετέθεσε στον κάλαθο των αχρήστων. Η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πάντως είναι το φιλμ ορόσημο στο κινηματογραφικό είδος του μεταφυσικού τρόμου, παρότι ο Κίνγκ γεννά φλύκταινες στο άκουσμα της.    

Να, λοιπόν και η συνέχεια της, που οι φανατικοί του συγγραφέα περιμένουν να απολαύσουν. Άλλο στόρι και άλλο ύφος. Αναλογιστείτε μόνο το δυσβάσταχτο βάρος και την πίεση μεγατόνων που ένοιωσε ο Αμερικανός Μάικ Φλάναγκαν όταν σκηνοθετούσε το sequel ενός θέματος, που ο κατά τα άλλα ο προσηνής και συνεργάσιμος Στίβεν Κινγκ, προφανώς θα φιλούσε καραούλι μην και συμβούν στον «Doctor Sleep» τα ίδια παρατράγουδα με αυτά της «Λάμψης». Η συγγραφή του βιβλίου, ως συνέχεια, είναι εμφανώς μια εσωτερική εντολή του Κινγκ, ένας φόρος τιμής για να δικαιώσει το αγαπημένο του πρώτο μέρος, που «κακόπεσε» κινηματογραφικά στα χέρια του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.   

Ο Φλάναγκαν με αυτή την ταινία δεν αγγίζει παρθενικά τα «ιερά» γραπτά του μετρ του τρόμου. Σκηνοθέτησε ικανοποιητικά το νετφλιξιακό «Το Παιχνίδι του Τζέραλντ», ενώ οι περγαμηνές του πίσω από τον φακό μαρτυρούν κινηματογραφιστή που εργάζεται αποκλειστικά στο σινεμά του τρόμου: («Ouija: Η Πηγή του Κακού», «Somnia», «Hush», «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως»), συνοδεύοντας, μάλιστα, τις ταινίες του τόσο στη σεναριακή εκπόνηση, όσο και στην επίπονη δουλειά του μοντάζ. Έτσι και εδώ, στην μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο και στο μοντάζ ηγείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης και δεν τα πηγαίνει διόλου άσχημα, καθώς όλες οι ταινίες που αφορούν τον Κινγκ ως προς την παράδοξη και μεταφυσική τους γραφή, κινηματογραφικά είναι, άπασες, προβληματικές, έως αποτυχημένες.

Οι ερμηνείες είναι συμπαγείς, η φωτογραφία του Μάικλ Φιμογκνάρι άψογη και η σεκάνς του φινάλε στο γνωστό, ορεινό ξενοδοχείο «Overlook», για τους παλαιότερους, θα οργανώσει ένα νοσταλγικό ταξίδι ήχου και εικόνας στην, τότε, παράνοια του Τζακ Τόρενς. Το σίγουρο είναι, ότι δεν θα ενταχθείτε στην ψυχρή και ανατριχιαστική, κιουμπρικιανή ατμόσφαιρα της προ 39ετίας «Λάμψης», αλλά σε μια μοντέρνα, καλοστημένη ταινία τρόμου, που τα στοιχεία της πλοκής διαθέτουν την απαιτούμενη θριλερική αγωνία και η δράση της χαϊδεύει με άποψη και διακριτικά την διαλεκτική και το στιλ των «X-Men», αλλά και του υπέροχου, τηλεοπτικού «Sense 8».

Πάντως, αυτά που ο Κίνγκ θέλει να περάσει στο μεγάλο πανί, και αφορούν το κτίσιμο των χαρακτήρων, ο Φλάναγκαν τα υπηρετεί ευλαβικά και με ζήλο. Σε μια περίοδο που το κινηματογραφικό είδος του τρόμου βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση ο «Δόκτωρ Ύπνος» είναι μια καλή πρόταση, που δεν «κοιμάσαι».

«Zombieland: Διπλή Βολή»

(Zombieland: Double Tap)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλάισερ
  • Με τους: Γούντι Χάρελσον, Τζέσι Άιζενμπεργκ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Έμα Στόουν, Λουκ Γουίλσον, Ροζάριο Ντόουσον, Ζόι Ντόιτς
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Χάος και τρελές καταστάσεις, που εκτυλίσσονται από τον Λευκό Οίκο μέχρι την ενδοχώρα, φέρνουν αντιμέτωπους: τον Ταλαχάσι (Γουντι Χάρλεσον – δεν έχασε διόλου το κέφι του), τον Κολόμπους (Τζέσι Άιζενμπεργκ – σαν να μην πέρασε μέρα από πάνω του), την Γουίτσιτα (Έμα Στόουν – απαραίτητη η παρουσία της) και την Λίτλ Ροκ (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν – ενηλικιώθηκε), με τα νέα είδη ζόμπι, τα οποία έχουν εξελιχθεί εντός της δεκαετίας που πέρασε.

Καινούριοι επιζήσαντες του σπάνιου πια ανθρώπινου είδους ανακαλύπτονται και νέα καταφύγια έρχονται στο προσκήνιο της περιπέτειας των τεσσάρων φίλων. Πάνω απ’ όλα, όμως, το παρεάκι πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της δικής του αυτοσχέδιας οικογένειας, καθώς τα χρόνια πέρασαν και εκείνοι μεγάλωσαν.

Ο κινηματογραφικός θρίαμβος του cult «Zombieland» εν έτει 2009, προφανώς απαιτούσε μια συνέχεια. Συνήθως, όταν μια μεγάλη επιτυχία, ως προϊόν που αναπάντεχα έκοψε άφθονη μονέδα και έπειτα από μια δεκαετία ρίχνεται στο χυτήριο για να κραματοποιηθεί σε μορφή sequel, τότε είσαι προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσεις την ενδεχόμενη τραγωδία. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, ότι η υπέροχη, πρωτογενής ιδέα θα σαλατοποιηθεί ξανά στον βωμό του χρήματος. Κι όμως, το sequel «Zombieland: Double Tap» κρατάει σταθερά το ύψος και την διάθεση του, δίχως, βέβαια, να ανεβάζει κλίμακες στα πεδία της υπέρβασης, αλλά είναι το ίδιο σαρκαστικό, το ίδιο ξεκαρδιστικό και το ίδιο περιπετειώδες.  

Στο σκηνοθετικό τιμόνι παραμένει ο ίδιος καπετάνιος, αφού ο Αμερικανός Ρούμπεν Φλάισερ γνωρίζει τον σφυγμό και την ρότα του plot σαν την τσέπη του. Με τηλεοπτική θητεία σε διάφορες σειρές και με το «Venon» πίσω του, ο Φλάισερ χαράζει ξανά την σκηνοθετική διαδρομή ενός σεναρίου που τελικά έχει πλάκα και γελάς αβίαστα, από το πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της έναρξης, κανιβαλίζοντας ακόμα και το screen logo της Columbia Pictures, έως το φινάλε έκπληξη, που προσφέρει αβίαστα μια φρεσκάδα στο φιλμ.

Το δεύτερο μέρος της κωμικής περιπέτειας τρόμου με ζόμπι, που έδωσε τον κινηματογραφικό νεολογισμό στο είδος ως «zomedy», κυλάει νερό, ενώ παράλληλα η γνωστή τετράδα διανθίζεται με έξτρα συμμετοχές-παρουσίες, αρχής γενομένης από τον Λουκ Γουίλσον, έως την Ζόι Ντόισον και την υπέροχη Ροζαριο Ντόουσον.

«Η Δύναμη της Αλήθειας»

(Donbass)

 

  • Είδος: Δράμα, πολιτικο-κοινωνική σάτιρα
  • Παραγωγή: Γερμανία, Ουκρανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Πολωνία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λοζνίτσα
  • Με τους: Ταμάρα Γιατσένκο, Λουντμίλα Σμοροντίνα, Μπόρις Καμόρζιν
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Κανών 2018
  • Προβολή της ταινίας: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Το Ντόνμπας (Donbass) είναι η περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας, που οι άνθρωποι του ζουν στις δυο πλευρές του χάσματος ενός εμφύλιου πολέμου.

Ο τακτικός στρατός της Ουκρανίας και οι εθελοντές μάχονται τις αυτονομιστικές ομάδες, υποστηριζόμενες από τη Ρωσία του Πούτιν. Η διαφθορά, η εγκληματικότητα όλων των ειδών, ο τρόμος και η προπαγάνδα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της σύρραξης. Η δε ταπείνωση είναι συνηθισμένη.

Το παλμαρέ του Λευκορώσου σκηνοθέτη  Σεργκέι Λοζνίτσα είναι στα ντοκιμαντέρ και μόνο τρεις ταινίες μεγάλου μήκους προηγούνται του «Donbass». Μέσα σε αυτές εντάσσεται και το βραβευμένο στις Κάνες από την Fripesci «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» του 2012, που απόλαυσαν και οι Έλληνες κινηματογραφόφιλοι. Η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του μυθοπλασίας είναι «Η Δύναμη της Αλήθειας», όπου η ρεαλιστική γραφή του Λοζνίτσα καταπιάνεται με τα δραματικά και συνάμα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην συγκεκριμένη περιοχή της Ουκρανίας στο χρονικό διάστημα του 2014 κατά την εμφύλια σύρραξη ανάμεσα στον τακτικό στρατό της χώρας με την υποστήριξη της Δύσης και τους αντικυβερνητικούς φιλορώσους που απαιτούσαν την αυτονομία τους.

Η αλήθεια είναι, πως ένας πόλεμος και δη ένας εμφύλιος δύσκολα καταγράφεται αντικειμενικά, εφόσον είναι ένα ιστορικό γεγονός, που κόστισε σε νεκρούς και εδάφη, χωρίζοντας σε δυο αντίθετα μέρη τον λαό. Αν και οι δεκατρείς ιστορίες που πλαισιώνουν την ταινία βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, πάλι, το όποιο μάτι πίσω από τον φακό μπορεί εύκολα να πολιορκηθεί από το συναίσθημα και την προσωπική άποψη του δημιουργού.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και διακρίνεις έντονα την μεγαλύτερη εικόνα που θέλει να εδραιώσει ως βασικό ρυθμό της ταινίας, μετασχηματίζοντας κάποιες στιγμές το τραγικό σε κωμικό, στην χρωματική της μαύρης κωμωδίας, αλλά και το δραματικό σε σάτιρα. Πραγματική σχοινοβασία το εγχείρημα, καθώς υπάρχουν ιστορίες που πραγματικά σου κόβεται η αναπνοή. Τελικά το αποτέλεσμα κυβοποιείται αίσια και βγαίνει στον βαθμό του ρεαλισμού, ικανό να σε προβληματίσει, αφού πόλεμος και κοινωνία συνυπάρχουν στην βίαιη αντιπαράθεση τους.

Η ντοκιμαντερίστικη εμπειρία του Λοζνίτσα ταξινομεί ξεκάθαρα τα όρια και τις θέσεις ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την μυθοπλασία. Η πολιτική διαφθορά, το χρήμα, οι ολιγάρχες, ο στρατός, οι αντάρτες, η προπαγάνδα και οι απλοί πολίτες στην μέση όλων των συμφερόντων Ανατολής και Δύσης είναι το τέλειο σκηνικό και συνάμα η μαγιά για τα καλοστημένα «σκετσάκια» τούτου του γλυκόπικρου και κωμικοτραγικού φιλμ με την καλή αφήγηση, που είτε αποτυπώνονται από την κινούμενη κάμερα, είτε με τα σταθερά πλάνα είναι μια ωμότατη καταγγελία στα αίσχη που διαπράχθηκαν και, πραγματικά, αξίζει να παρακολουθήσετε με ενδιαφέρον.

Ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά σίγουρα προσφέρει γεωγραφικά το ήθος και τις συνήθειες εθνών στον κατάλληλο χρόνο με όχημα ένα πραγματικό γεγονός ή μια ιστορία. Η χειμωνιάτικη απεικόνιση του Ντόνμπας στην ταινία του Σεργκέι Λοζνίτσα είναι ακριβώς όπως και οι καρδιές των ανθρώπων του: λασπωμένο, ερημωμένο, άλλοτε σκληρό και χυδαίο, άλλοτε πένθιμο και άλλοτε χαρούμενο όπως η διάθεση στην τελετή ενός γάμου.

«Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά»

(Richard Says Goodbye)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουέιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζόνι Ντεπ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ντάνι Χιούστο
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Ρίτσαρντ (Τζόνι Ντεπ – καλός),  διαγνώστηκε με μη αναστρέψιμο καρκίνο των πνευμόνων. Ο γιατρός τού δίνει ενάμιση χρόνο ζωής αν κάνει θεραπεία, όμως εκείνος αποφασίζει να μην κάνει, μειώνοντας τον χρόνο στους έξι μήνες. Μετά το σοκ εγκαταλείπει τα προσχήματα, τις κοινωνικές συμβάσεις για να ζήσει όσο του απομένει έντονα και ελεύθερα.

Πέφτει με τα μούτρα σε κάθε πιθανή «αμαρτία»: Πίνει, καπνίζει μαριχουάνα, κάνει σεξ με αγόρια και κορίτσια, ξεστομίζοντας αδιανόητες προσβολές, εισπράττοντας έτσι περισσότερη χαρά από ποτέ. Με τον νέο τρόπο ζωής και καθώς ο χρόνος του εξαντλείται, ο Ρίτσαρντ θα καταλάβει πολλά πράγματα για τη ζωή, ενώ θα έρθει κοντά με τους ανθρώπους που αγαπά, για ένα τελευταίο αντίο.

Η ρεαλιστική πληροφορία, η προερχόμενη από επίσημα ιατρικά χείλη, που κόβει τα ανθρώπινα ήπατα και έχει να κάνει με την ημερομηνία λήξης της βιολογικής μας ύπαρξης, πάντα θα είναι ένα περιζήτητο «γλύκισμα» για συγγραφείς και σκηνοθέτες. Ένα «γλύκισμα», βέβαια, καλυμμένο σε συνηθισμένο, απλό περιτύλιγμα, που το περιεχόμενο του, το «γλυκό» δηλαδή, διαφοροποιείται από τον τρόπο που θα το παρασκευάσει ο κάθε «patiser» για να προκύψει δελεαστικό.

Το μυστικό κρύβεται στην ουσία του εδέσματος και στα συστατικά που θα χρησιμοποιηθούν στην συνταγή, ώστε να αιχμαλωτίσουν αισθαντικά, γλυκά και με γνώση τον αναγνώστη ή τον θεατή στο νόημα του μεγαλείου της ανθρωπινής ζωής απέναντι στο επικείμενο τέλος και όχι στον ανθρωπάκο που όταν έλαβε την πληροφορία ότι θα εγκαταλείψει τα γήινα να επιδίδεται σε χοντράδες και βλακείες ως προς την στρεβλή έννοια της κοινωνικής απενοχοποίησης, επειδή τελειώνει η ζωή του. Αυτό ορίζει τον ημιμαθή και καταπιεσμένο άνθρωπο, που οδηγεί το στραπατσαρισμένο όχημα του θυμού, αντί του ανάλαφρου της ελευθερίας.

«Ελεύθερος» άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν πληροφορηθείς ότι, οσονούπω φτάνει το τέλος σου, αλλά είσαι ελεύθερος και απολαμβάνεις με γνώση και φρόνηση τον ερχομό τού τέλους σου. Ο μοναδικός σκηνοθέτης που διαχειρίστηκε σωστά τούτο το δύσκολο και πολύπλοκο κινηματογραφικό «γλύκισμα», από διαφορετική γωνία θέασης είναι ο Πίτερ Γουίαρ στην ταινία «Σχέση Ζωής» (Fearless – 1993) με τον Τζεφ Μπρίτζες, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου, Ραφαέλ Ιγκλέσιας. Στην τρίτη ηλικία, που προκύπτει ξανά ο μετασχηματισμός της ανθρωπινής συμπεριφοράς στην πληροφορία του θανάτου, η ταινία του Ρομπ Ράινερ «Επιθυμίες… στο Παρά Πέντε!» (The Bucket List – 2007) με τον Τζακ Νίκολσον και τον Μόργκαν Φρίμαν, η ιστορία θα κινηθεί γλυκερά, χιουμοριστικά ανθρώπινα και ώριμα στην σφαίρα των ανθρώπινων επιθυμιών που δεν εκπληρώθηκαν.

Η ταινία του Γουέιν Ρόμπερτς «Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά» είναι μια ανοησία για καταπιεσμένους, ανελεύθερους, ενήλικες μεσοαστούς που μαθαίνουν το νέο τού τέλους τους και αποφασίσουν να βγάλουν χολή και να δοκιμάσουν ανούσιες γεύσεις ζωής. Το δυσάρεστο είναι, ότι ο Τζόνι Ντεπ, βγάζει τον ρόλο καλά, υποδυόμενος τον καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, που, διάολε, το διάβασμα, τουλάχιστον, ανοίγει ορίζοντες. Αντιθέτως, μεταμορφώνεται σε έναν ξινό, σημαιοφόρο της απάθειας και της βλακείας, ένα κακέκτυπο του μηδενιστή ήρωα Μερσό από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί.  Ρηχοί και  ανούσιοι προβληματισμοί σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γουέιν Ρόμπερτς στην δεύτερη ταινία του, για το πασάλειμμα του άκρως σημαντικού θέματος, αυτού της αναγγελίας του πρόωρου θανάτου που φέρνει τα επάνω κάτω, προσθέτει, εκτός των άλλων, ως βέρος θιασώτης της αμερικανιάς, άφθονη, παχυντική σαντιγί, οικογενειακών, συναισθηματικών εκκρεμοτήτων, ένεκα πατρικής και συζυγικής παρελθούσης αδιαφορίας, που πρέπει να κλείσουν άμεσα προ της αναχώρησης του ήρωα. Παχυντικό, κινηματογραφικό έδεσμα άπειρων θερμίδων, που δεν μεταβολίζεται με τίποτα.  

«Δυστυχώς Απουσιάζατε»

(Sorry We Missed You)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

O Ρίκι, η Άμπι και τα δύο τους παιδιά, ο Σεμπ και η Λίζα ζουν στο Νιούκαστλ. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ρικι αλλάζει συνεχώς δουλειές, ενώ η Άμπι που αγαπά τη δική της, είναι να φροντίζει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Άμπι πουλάει το αυτοκίνητο της και ο Ρίκι αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

Κατόπιν του βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στους κόλπους της αποδεκατισμένης, αγγλικής εργατικής κοινωνίας σε τοξικούς καιρούς όσο αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και το δικαίωμα μιας θέσης στο ήλιο. Ο Λόουτς στην σκηνοθεσία και ο στενός συνεργάτης του Πολ Λάβερτι στο σενάριο συνθέτουν ένα ακόμα κοινωνικό δράμα στην καρδιά των παραγωγικών τάξεων, ξανά στην καρδιά του πάλαι ποτέ ενεργού, βιομηχανικού Νιουκάστλ, που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και τον συνεχή, βασανιστικό αγώνα της επιβίωσης απλών ανθρώπων.

Αυτή την φορά ο 83χρονος, βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα ζευγάρια και την οικογένεια, καθώς οι ήρωες της ιστορίας είναι σαραντάρηδες γονείς μαζί με τα δυο τέκνα τους, που ακόμα κολυμπούν απεγνωσμένα στα άχρωμα, άγρια νερά της κοινωνικής αβεβαιότητας και της επαγγελματικής ανασφάλειας. Στο προσκήνιο του σεναρίου και η δύναμη της τεχνολογίας, που ως αδίστακτο εξουσιαστικό μέσο στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος-ρουφιάνος της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» μετασχηματίζει βάρβαρα τον καταναλωτή σε ένα αρνητικό, σκληρό και απαιτητικό ον, ενώ τον επαγγελματία μεροκαματιάρη σε δούλο υπερεργασίας άνευ ελπίδας, να λειτουργεί με το σκεπτικό ενός survivor: «ο θάνατος σου η ζωή μου».

Παρότι ο Λόουτς των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, έφτασε να διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, καλά να είναι ο άνθρωπος να σκηνοθετεί ταινίες, πάλι καταγράφει ρεαλιστικά και περίτεχνα τα μαύρα και άραχνα γεγονότα της ζοφερής καθημερινότητας μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται στα τελευταία στάδια της κατάρρευσης, καθ’ όλα γνώριμης σε εμάς. Το θέμα όμως παραμένει στην μεστή καταγραφή του και μάλιστα, ως αφήγηση φτάνει στο ύστατο πλατύσκαλο της δραματοποιημένης κλίμακας, ικανό να σου πλακώνει την ψυχή σαν βουνίσιος ογκόλιθος.

Όπως και στην ταινία «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο σκηνοθέτης βαλτώνει για μια φορά ακόμα στα θλιβερά κοινωνικά, πολιτισμικά γεγονότα αυτά καθεαυτά, φωνάζοντας με την γέρικη φωνή του: «Να κοίτα καλά, αυτή είναι η κατάντια!», δίχως να ανοίγει, ως «σοφός» γέρων, έστω μια περσίδα να περάσει το ελάχιστο του φωτός. Άφθονο και ανεξέλεγκτο κινηματογραφικό δράμα!

Πέντε σπίτια παρακάτω από το δικό μου, ο 37χρονος, πτυχιούχος τοπογράφος και οικογενειάρχης Αντώνης, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, με την σύζυγο του Ειρήνη να δουλεύει κυλιόμενο ωράριο στην γραμματεία μικροβιολογικού κέντρου, βιώνει ακριβώς το ίδιο θέμα με την ταινία. Μεταφορέας είναι, είλωτας, κούριερ αυτοαπασχολούμενος με σύμβαση σε εταιρεία και μπλοκάκι. Τις τελευταίες ημέρες που ανταμώνουμε είναι σαν ακούω τον Ρίκι. Να πάω να το δω και στο σινεμά;

«Ο Terminator άραγε μπορεί να «πολεμήσει» τον Joker;», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 10

Φασαρία και ντόρος, σχόλια και κριτικές άνευ λόγου, ενώ γνωρίζουμε πως ο πυρήνας της αιτίας είναι ξεκάθαρος. Ω κρισιανέ άνθρωπε, ναι εσύ, που με την πρώτη ευκαιρία ακατάπαυστα κρίνεις δυναμικά, έχει δει τα μούτρα σου στην γυαλιστερή επιφάνεια του προσωπικού σου μύθου; Τα φαινόμενα των καιρών, αγαπημένοι μου, θα σταθούν ακριβοδίκαια ως αμερόληπτα ζύγια στο ακριβώς απέναντι, χάλκινο δισκάκι της μικρής πλάστιγγας και η αλήθεια μας θα μετρηθεί στο ακέραιο.

Οι έφηβοι με τα σκέρτσα τους στην μαθητική παρέλαση της φετινής, εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου είναι ο λόγος αυτών των σκέψεων. Χαζή πέρα ως πέρα η αφορμή για προβληματισμό, αλλά σπουδαία για παρατήρηση στην κρισιανή εποχή του «survivor» ανθρώπου, αυτού που εδώ και χρόνια έχει αποκαθηλώσει από εντός του το όποιο αξιακό σύστημα. Αληθινό ή ψεύτικο το βίντεο που δημοσιεύθηκε είναι αφορμή για παρατήρηση όχι του γεγονότος, αλλά ως γεγονός να φτιάξουμε μια βόλτα προς τους ενδότερους κήπους μας.  

Οι παίδες και οι κορασίδες, αδιαμφισβήτητα αποκαλούνται το μέλλον μιας χώρας, ενός έθνους και για αυτό στην αρχαιότητα και στα ύστερα χρόνια έδιναν σημασία στην παιδεία και στην εκπαίδευση των μικρών και νέων ανθρώπων. Τα αγόρια ενηλικιωνόντουσαν με τον πόλεμο, υπερασπίζοντας τα ιερά και τα όσια της πατρίδος τους για να μην καταστούν νωθροί και βαλτώσουν στην απάθεια της μακροχρόνιας ειρήνης, οπότε και στην πνευματική ακαμψία. Άνδρες πια, γνώριζαν την αξία της εργασίας ως προσφορά στην Πόλη και έπειτα ως μέσο για να βιώνουν μια αξιοπρεπή ζωή. Τα δε κορίτσια, κυριολεκτικώς σπούδαζαν την θεϊκή εργασία του θεματοφύλακα της οικογένειας και το πως να εξυψώνουν στα τέκνα τους το ιδεώδες της περίφημου ακολουθίας του «ομ» (όμ-αιμον, ομ-όθρησκον, ομ-όγλωσσον, ομ-ότροπον), κρατώντας ως γυναίκες ακλόνητο, εν πλήρει τάξη, εύρυθμο και απόρθητο το πρώτο και το τελευταίο οχυρό της ανθρώπινης προόδου, αυτό της Οικογενειακής Εστίας. Σπουδαία και ύψιστη εργασία, απερίγραπτα δύσκολη.

Η παιδεία ως βασική τροφή προς τα τέκνα από την μητέρα και τον πατέρα ήταν ο θεμέλιος λίθος του ελληνικού, αξιακού συστήματος για να ακολουθήσει η εκπαίδευση από την Πολιτεία και να βρει γόνιμο και φιλόξενο έδαφος στην ψυχή κάθε νέου και νέας. Όταν οι μικροί άνθρωποι άκουγαν στο σχολείο τούς Μύθους του Αισώπου γνώριζαν πάνω κάτω περί τίνος πρόκειται για τον μέγα μύστη και «παραμυθά», οπότε οι Δάσκαλοι κατέβαιναν ακόμα βαθύτερα στα νοήματα, ταξινομώντας ευλαβικά τα ωφέλιμα στα ψυχικά ράφια των μικρών μαθητών.

Οι έφηβοι των μεγαλύτερων τάξεων, σφαιρικά, γνώριζαν για τον αήττητο Αχιλλέα, τον τολμηρό Έκτορα, τον πατριώτη Αίαντα, τον πολυμήχανο Οδυσσέα, την Κασσάνδρα, την Εκάβη και την ωραία Ελένη της Ιλιάδας από το σπίτι τους, και για πολλούς ήταν οι θρυλικοί ήρωες τους, οπότε το έργο των Δασκάλων-Εκπαιδευτών ευθύς ανέβαινε επίπεδο, μιλώντας για την αξία των ηρώων στην ίδια την ζωή απέναντι στα υψηλά ιδανικά, τον Έρωτα, την Ανδρεία και την προσέγγιση στον θάνατο, αλλά και την καθαρή έννοια της Πατρίδας.

Αυτή ήταν η βασική τους «σχολική» εκπαίδευση μέχρι να φτάσουν στην λήξη της εφηβείας. Από εκεί και έπειτα, όσοι ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους δεν είχαν παρά να επιλέξουν κάποια από τις μεγάλες, γνωστές ή λιγότερες γνωστές σχολές ονομαστών φιλοσόφων και σπουδαίων Διδασκάλων, πάντα επί πληρωμή, κάτι σαν τα σημερινά πανεπιστήμια.

Η μαθητεία δεν ήταν δωρεάν και μάλιστα ήταν υψηλού κόστους σε τέτοιου είδους Σχολές και, φυσικά, η ουράνια γνώση δεν ήταν για όλους όχι υποτιμητικά, αλλά ρεαλιστικά, καθώς οι σημαντικές παραγωγικές διαδικασίες ήταν εξ΄ ίσου μείζονος σημασίας για την ζωή και την διατήρηση της Πόλης Κράτους. Ο πολίτης-οπλίτης, πάντα μοίραζε τις δραστηριότητες ανάμεσα στον πολιτικό και στρατιωτικό βίο της πόλης και σε αυτόν της οικογένειας και της βιοποριστικής εργασίας του. Όπως και γυναίκα στην πρώτη γραμμή είχε την εύρυθμη πορεία της οικογένειας και τις υποχρεώσεις της στις ανάγκες της Πόλης.

Σήμερα, σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, οι νέοι δεν γνωρίζουν ούτε τι γιορτάζει η πατρίδα τους στις μεγάλες εθνικές επετείους, ούτε τους λόγους για τους οποίους οργανώνεται μια παρέλαση σε εθνικό επίπεδο. Στήνονται με αδειανές τις ιστορικές μνήμες σαν μολυβένιοι άνθρωποι σε τριάδες και βηματίζουν άψυχα στις κεντρικές λεωφόρους των πόλεων.

Δεν θα εκφράσω την θέση μου εάν είναι θλιβερό ή απογοητευτικό το γεγονός της αγνωσίας τους. Αυτό, αφορά αποκλειστικά και μόνο την Εστία όπου γεννήθηκαν και ανατράφηκαν και στην συνέχεια την Εκπαίδευση τους στα διάφορα σχολεία που μαθήτευσαν.

Δεν είναι το θέμα η ελλιπής προσοχή τους στον να διδαχθούν τι σημαίνει ιστορικά μια εθνική επέτειος που αφορά την Πατρίδα τους. Φυσικά και δεν έδωσαν την κατάλληλη προσοχή, αφού ο τρόπος που παραδίδεται τέτοιου είδους γνώση είναι λίαν επιεικώς χαρακτηρισμένη ως ένοχη. Η πυρακτωμένη μύτη του δόρατος είναι η απόλυτη αποτυχία των γονέων και των δασκάλων απέναντι στους μικρούς, έφηβους και νέους ανθρώπους, που δεν ενεργοποίησαν καίρια και σεισμικά έντονα το ενδιαφέρον τους, ώστε να ανοίξουν διάπλατα τα ώτα και τους οφθαλμούς τους για να ρουφήξουν έως το μεδούλι των οστών τους την δύναμη, την ανθρώπινη αξία, το ιδεώδες της ελευθερίας και τα ιδανικά εκείνων των πρωταγωνιστών στην ιστορία της Πατρίδας τους.

Αγαπητοί γονείς, αξιότιμοι δάσκαλοι και καθηγητές, αμφότεροι, μάλλον αποτύχατε παταγωδώς και, κυρίες και κύριοι, δικαιολογίες δεν υπάρχουν. Παρακαλώ πολύ, για αυτόν λόγο μην κρίνετε τους νέους μας για τα καμώματά τους. Όποιος ή όποια από τους υπέροχους βλαστούς αυτής της χώρας μας, που αναφέρουν, σήμερα, ως ιστορικό δεδομένο, ότι: «ο Κολοκοτρώνης αποδεκάτισε τους εισβολείς Γερμανούς στα βουνά της Αλβανίας», είναι ολότελα δικά σας δημιουργήματα και θεωρώ ότι ως γονείς και ως δάσκαλοι νοιώθετε κάπως άβολα όταν ακούτε τέτοια μαργαριτάρια ή όχι; Για τους γονείς, να μαρτυρήσω την αλήθεια μου, δεν κόβω το κεφάλι μου για το αν αισθάνονται άσχημα, αλλά για τους εκπαιδευτικούς;

Ξαφνικά κάποιοι απ΄ αυτούς τους σημερινούς «στούρνους», όπως τους αποκαλούν, σύρουν αύριο το βαρύ πέπλο της λήθης και ανακαλύψουν την μυστική δίοδο του δάσους προς το βασίλειο της γνώσης, της αλήθειας στην τρανή ιστορία τους και αγαπήσουν την πατρίδα του, κατανοώντας, επίσης, την οικουμενική σημασία τού να είναι γεννημένοι ως Έλληνες, θα είναι ένα δικό τους επίτευγμα, ένας προσωπικός τους άθλος και όχι δικός σας, αγαπητοί γονείς που δεν είχατε τον χρόνο μαζί τους και εσείς αξιότιμοι δάσκαλοι, που δεν ασχοληθήκατε κάπως παραπάνω μαζί τους. Αυτή την προσπάθεια των νέων ανθρώπων ανεξαρτήτου φύλου την χαιρετίζω από ψυχής.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Εξολοθρευτής: Σκοτεινό Πεπρωμένο»

(Terminator: Dark Fate)     

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τιμ Μίλερ
  • Με τους: Λίντα Χάμιλτον, Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, Μακένζι Ντέιβις, Νατάλια Ρέγιες
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Odeon

Έχουν περάσει περισσότερο από δύο δεκαετίες από τότε που η Σάρα Κόνορ (Λίντα Χάμιλτον – άψογη!) εμπόδισε την Ημέρα της Κρίσης, άλλαξε το μέλλον και ξαναέγραψε τη μοίρα της ανθρωπότητας.

Αυτή την φορά, η Ντάνι Ράμος (Ναταλία Ρέγιες) ζει μια απλή ζωή στην Πόλη του Μεξικού με τον αδερφό της (Ντιέγκο Μπονέτα) και τον πατέρα της όταν ένας υψηλά προηγμένος και θανάσιμος Εξολοθρευτής, ο Rev-9 (Γκάμπριελ Λούνα), ταξιδεύει πίσω στο χρόνο για να την κυνηγήσει και να την σκοτώσει. Η επιβίωση της Ντάνι εξαρτάται από τη συνεργασία της με δύο γυναίκες: τη Γκρέις (Μακένζι Ντέιβις – καλή), μια παντοδύναμη πολεμίστρια από το μέλλον και την σκληραγωγημένη Σάρα Κόνορ. Καθώς ο Rev-9 καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του χωρίς οίκτο κυνηγώντας τη Ντάνι, οι τρεις γυναίκες ζητούν την βοήθεια του Εξολουερυτή T-800 (Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ – welcome back Arnie!), με το όνομα Καρλ, από την εποχή της Σάρα, που μπορεί να είναι η τελευταία τους ελπίδα.

Αστεία, αστεία ο μεταλλικός και αήττητος «Terminator» από το μέλλον, έκλεισε αισίως τα 35 χρόνια κινηματογραφικής ζωής. Νιός ήμουν όταν τον πρωτοείδα και έμεινα με το στόμα ανοιχτό από την σεναριακή σύλληψη και την πρωτοποριακή, σκηνοθεσία του Τζέιμς Κάμερον.

Να, λοιπόν, που το 2019 προβάλλεται ένα ακόμα sequel, αυτή την φορά ως η τρίτη, αυθεντική συνέχεια του κινηματογραφικού επεισοδίου «Εξολοθρευτής 2: Μέρα Κρίσης» (1991), όταν ο Κάμερον καθόταν στην σκηνοθετική καρέκλα. Ξεχάστε όλα τα προηγούμενα franchise «Terminators» που έχουν παρεμβληθεί, έπειτα από το δεύτερο μέρος του 1991 και αφεθείτε στην ιστορία με τον Κάμερον να επιστρέφει στην επιμέλεια της παραγωγής και σκηνοθέτη τον Τιμ Μίλερ  του πρώτου «Deadpool». Ικανοποιητικό δίδυμο.       

Το στόρι είναι, αμιγώς, γυναικεία υπόθεση γεμάτο δράση, καθώς η Ντέιβις η Ρέγιες και η επανακάμψασα Χάμιλτον αγωνίζονται για την σωτηρία του κόσμου. Η 63χρονη, κατά τα άλλα, απαστράπτουσα Λίντα, δίχως βελτιωτικές χειρουργικές σε πρόσωπο και σώμα, αλλά με την φθορά του χρόνου να ομορφαίνει μοναδικά αυτή την γυναίκα, παρουσιάζεται ξανά στον ρόλο που την έκανε διάσημη, γεμίζοντας για μια φορά ακόμα την οθόνη με την δυναμική παρουσία της.

Σπουδαίο σημείο της νέας προσεγμένης παραγωγής του καινούργιου «Terminator» είναι, φυσικά, η συνάντηση της Λίντα Χάμιλτον και του Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, που λαμβάνει και τον ρόλο του οικογενειάρχη-προστάτη. Εξαιρετική η Χάμιλτον, αναλλοίωτος και ο λιγομίλητος Άρνι με τις ατάκες του. Ο δε καινούργιος «Εξολοθρευτής», το εξελιγμένο Rev-9, που υποδύεται ο Γκάμπριελ Λούνα, έχει πολλά στοιχεία από το εξωφρενικό μοντέλο του 1991, το Τ-1000, που ερμηνεύει ο Ρόμπερτ Πάτρικ, ενώ προστέθηκαν και άλλες αναβαθμισμένες δυνατότητες ικανές να ανεβάσουν την αγωνία, όπως τότε.

Καλή ταινία στο είδος της δράσης του φανταστικού σινεμά, που έχουμε καιρό να απολαύσουμε, θυμίζοντας, αρκετά, τις παλιές καλές εποχές. Νοσταλγία και θέαμα απόλυτα ταυτισμένα και ντυμένα στα όμορφα τους!

   «Πόνος και Δόξα» 

(Dolor y Gloria)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ισπανία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ
  • Με τους: Αντόνιο Μπαντέρας, Πενέλοπε Κρουζ, Λεονάρντο Σμπαράλια
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας (Αντόνιο Μπαντέρας) 72ο Φεστιβάλ Κανών

Ο Σαλβαδόρ Μάγιο (Αντόνιο Μπαντέρας – πολύ καλός), είναι σκηνοθέτης του κινηματογράφου που πλέον βρίσκεται στην παρακμή του. Στιγμιότυπα της ζωής του  διαδραματίζονται στο παρόν και άλλα τα θυμάται: την παιδική του ηλικία στη δεκαετία του ’60, τη στιγμή που μετανάστευσε μαζί με τους γονείς του σε ένα χωριό στη Βαλένθια αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, την πρώτη του ερωτική επιθυμία, τον πρώτο του έρωτα στη Μαδρίτη τη δεκαετία του ’80, τον πόνο αυτού του χωρισμού ενώ ο έρωτας ήταν ακόμα έντονος. Την συγγραφή ως τη μόνη θεραπεία να ξεχνάει ό,τι δεν ξεχνιέται, την πρώτη επαφή του με το σινεμά, και το απέραντο κενό που δημιουργεί η αδυναμία να συνεχίζει να σκηνοθετεί ταινίες.

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αυτοβιογραφείται, κλείνοντας με αυτή την ταινία την κινηματογραφική τριλογία, που αφορά την ζωή του: «Ο Νόμος του Πόθου» (1987) και «Κακή Εκπαίδευση» (2004). Η αλήθεια είναι, ότι ως ταινία δεν διαθέτει την γνωστή αλμοδοβαρική δυναμική των προηγούμενων δουλειών του και εάν δεν ήταν ο Αντόνιο Μπαντέρας στον πρωταγωνιστικό ρόλο, που ανεβάζει τον ρυθμό με την ερμηνεία του και κρατάει κάπως το ενδιαφέρον, πραγματικά θα ήταν μια ταινία του σωρού. Άλλωστε ο ηθοποιός απέσπασε και το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο 72ο Φεστιβάλ των Κανών.

Το κινηματογραφικό μοτίβο παραμένει το ίδιο και απαράλλαχτο, όπως μας έχει συνηθίσει ο Πέδρο, αλλά η απουσία ευρηματικότητας στο σενάριο καθιστά το δημιούργημα ασθενές.

Οκ, είναι σημαντικός κινηματογραφιστής ο βραβευμένος, Ισπανός σκηνοθέτης και στην 45χρονη πορεία του στην 7η Τέχνη, μας χάρισε, περίπου, 30 ταινίες, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της τελευταίας. Λίγο το χιούμορ, κάπως το δράμα, οι ευαισθησίες, οι ενδιάμεσες αναδρομές στο παρελθόν, η υπαρξιακή παλινδρόμηση, η αγάπη προς την μητέρα του, οι έρωτες με τους άνδρες της ζωής του, συνθέτουν, μέσες άκρες, το σύνολο του σκεπτικού ενός φτασμένου, 75χρονου, ιδιαίτερου σκηνοθέτη του σινεμά που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην μεγάλη οθόνη.

Και για αυτή την τρίτη κατά σειρά παραγωγή με θέμα την ζωή του, ο σκηνοθέτης προσκάλεσε δυο αγαπημένους του ηθοποιούς, την Πενέλοπε Κρουζ να υποδυθεί την μητέρα του όταν ο ήρωας είναι σε μικρή ηλικία και τον Αντόνιο Μπαντέρας, που είναι ο Πέδρο Αλμοδόβαρ.

Δεν τρελάθηκα με την ταινία και αναφέρω, πως με κράτησε ανέπαφο με τους προβληματισμούς της, οι οποίοι παρουσιάζουν έντονα σημάδια κόπωσης.     

 «Το Σενάριο που Άναψε Φωτιές»

(Tel Aviv on Fire)         

 

 

  • Είδος: Πολιτικο-κοινωνική σάτιρα
  • Παραγωγή: Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ισραήλ, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σαμέχ Ζοάμπι
  • Με τους: Καίς Νασίφ, Λούμπνα Αζαμπάλ, Γιανίβ Μπιτόν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Seven Films

Ο 30χρονος, Παλαιστίνιος ασκούμενος σε τηλεοπτικό στούντιο, πηγαίνει καθημερινά στη Ραμάλα για τα γυρίσματα της δημοφιλούς σαπουνόπερας «Το Τελ Αβίβ φλέγεται».

Στο σημείο ελέγχου του Ισραηλινού στρατού, συναντά έναν αξιωματικό που του δίνει ιδέες για το σενάριο και σύντομα η καριέρα του θα εκτοξευθεί.

Ο Παλαιστίνιος σκηνοθέτης Σαμέχ Ζοάμπι ρίχνει το ισραηλινο-παλαιστίνιο πρόβλημα ξανά στο τραπέζι και το σερβίρει στο κοινό φτιαγμένο με την συνταγή της σάτιρας, που ενίοτε αλιεύει τον γέλωτα του θεατή.

Απλή ταινία με καλή διάθεση φτιαγμένη και τηλεοπτική προσέγγιση στην σκηνοθεσία, εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δυο λαοί μεταξύ τους, αλλά μοιράζονται με ζέση το ίδιο σήριαλ. Συμπαθής ο πρωταγωνιστής Καίς Νασίφ στον ρόλο του σεναριογράφου της τηλεοπτικής σαπουνόπερας με τον τίτλο «Tel Aviv on Fire», που διαδραματίζεται την χρονική περίοδο του 1967, ενώ εμπνέεται από τον Ισραηλινό στρατιωτικό, ο οποίος συνεχώς τον πιέζει να αλλάζει την πλοκή.

Κατά τα άλλα τίποτα το φοβερό και το πρωτότυπο στην χαμηλότονη κινηματογραφική παραγωγή, που απαλά και ανθρώπινα, έχοντας ως όχημα την κωμωδία, προτείνει ένα ειρηνικό «χέρι» στους δυο λαούς.

Η ταινία είναι η επίσημη πρόταση του Λουξεμβούργου για το Όσκαρ στην κατηγορία της Ξενόγλωσσης Ταινίας.

«Το Κορίτσι και το Λιοντάρι»

(Mia and the White Lion)                              

 

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια για όλη την οικογένεια (η ταινία θα προβάλλεται και μεταγλωττισμένη)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Γερμανία, Νότια Αφρική (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζιλ ντε Μεστρ
  • Με τους: Ντανιά Ντε Βιλιέρ, Μελανί Λοράν, Λάνγκλεϊ Κερκγουντ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

H ζωή της δεκάχρονης Μία ανατράπηκε όταν η οικογένεια της αποφάσισε να αφήσει το Λονδίνο για να αναλάβει μία φάρμα με λιοντάρια στην Αφρική. Όταν γεννιέται ένα πανέμορφο λευκό λιονταράκι με το όνομα Τσάρλι, η Μία βρίσκει ξανά τη χαρά και αναπτύσσει έναν ιδιαίτερο δεσμό μαζί του.

Όταν ο Τσάρλι γίνεται τριών, η ζωή του κοριτσιού ανατρέπεται ξανά όταν ανακαλύπτει ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό. Η Μία απελπίζεται και μόνο στην ιδέα ότι ο Τσάρλι μπορεί να κινδυνεύει αποφασίζει να φύγει μαζί του. Οι δύο φίλοι ξεκινάνε ένα απίστευτο ταξίδι στη σαβάνα της Νότιας Αφρικής αναζητώντας ένα μέρος όπου ο Τσάρλι θα ζήσει ελεύθερος και ασφαλής.

Για τους παλαιότερους κινηματογραφόφιλους θα αναφέρω την πανέμορφη ταινία του Τζέιμς Χιλ, εν έτη 1966 με τον τίτλο «Born Free» (ελλ. τίτλος «Γεννημένη Ελεύθερη») που αφορά την ελευθερία της λιονταρίνας Έλσα, η οποία μεγάλωσε σε αιχμαλωσία για να πουληθεί στην συνέχεια σε ζωολογικό κήπο. Πραγματική ιστορία βασισμένη στο βιβλίο της Τσέχας φυσιοδίφη Τζόι Άνταμσον (20 Ιανουαρίου 1910 – 3 Ιανουαρίου 1980). Η ταινία, μάλιστα απέσπασε και δυο Όσκαρ και τα δυο στις μουσικές κατηγορίες (Τραγουδιού και Μουσικής) και στον συνθέτη Τζον Μπάρι.  Όσοι δεν έχετε δει την ταινία ανεπιφύλακτα συστήνω να ψάξετε να την βρείτε.   

Στο ίδιο μοτίβο ακριβώς κινείται και «Το Κορίτσι και το Λιοντάρι», γυρισμένο στη Νότια Αφρική, με κάποιες αλλαγές και προσθήκες για να μην είναι copy paste με το «Born Free», οπότε θα προσελκύσει το κοινό που στοχεύει.

Ταινία φτιαγμένη για όλη την οικογένεια, αρκετά συγκινητική, τρυφερή που ο όμορφος, λευκός λιονταρής Τσάρλι περπατάει σταθερά και με ασφάλεια στα βαθιά ίχνη της «Γεννημένης Ελεύθερης», Έλσα.

«Στoν βαρύ ίσκιο του «Joker» είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 9

Το δύσκολο είναι να ανακαλύψεις τα θετικά σημεία της ζωής όταν η οντότητά μας βιώνει το αξεπέραστο έρεβος, τον τάραχο της τον μεγάλο. Είναι τρομακτικό και μόνο να σκέφτεσαι, πως σε αυτό τον πλανήτη που δημιουργήθηκε για να εργασθεί η Ελευθερία και η Χαρά, ελάχιστοι είναι αυτοί σήμερα, που διάγουν βίο απροβλημάτιστο. Δεν υπάρχει ανθρώπινο κουκούλι δίχως να βασανίζεται από ένα βαρύ και ασήκωτο σταυρό, κρυφό ή φανερό, εξομολογημένο ή ανομολόγητο, βαθιά εγκατεστημένο να δηλητηριάζει τα ορατά και αόρατα ανθρώπινα σωθικά. Είναι γνωστό, πως ο άνθρωπος της δεύτερης χιλιετίας δεν ζει, αλλά επιβιώνει τοποθετημένος στην διάσταση της πνευματικής καταστολής. Ένα δέμας γεμάτο προβλήματα.

Ζωή με την απουσία πνεύματος δεν υφίσταται και αυτό είναι πέρα για πέρα ξεκάθαρο, τόσο φιλοσοφικά όσο και ιστορικά. Μέγας άθλος η χειραγώγηση τους, τρανό επίτευγμα η καθοδήγηση τους, ο απροπροσανατολισμός και η ανελευθερία, που συντελείται πανταχόθεν στους καιρούς μας. Ένας συνάδελφος εξέφρασε τις προάλλες την ανθρώπινη καθημερινότητα ως μια επανάληψη. Τραγικό λάθος, αγαπητέ, απάντησα προβληματισμένος, εάν θεωρούμε την καθημερινότητα μας ως επανάληψη, ως αντιγραφή όμοια με μια προηγούμενη. Τότε είμαστε καταδικασμένοι. Κάθε ημέρα μας είναι ξεχωριστή, όπως με την κάθε ανατολή του ηλίου ξεκινάει μια καινούργια ζωή.

Μπορεί να υπάρχει ένα στημένο 24ωρο πρόγραμμα υποχρεώσεων που διεκπεραιώνουμε, μία μόντα δηλαδή, αλλά κάθε λεπτό της είναι διαφορετικό από το προηγούμενο, ανόμοιο από το χθεσινό και μέσα του πάλλεται η αιωνιότητα, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά. Μοιάζουν ίδια γιατί δεν δίνουμε σημασία πλέον σε ό,τι πράττουμε, αλλά είναι τόσο διαφορετικές οι στιγμές. Οι λέξεις μας, οι κινήσεις μας, τα βλέμματα μας, τα συναισθήματα, οι αντιδράσεις μας, οι σιωπές και ο θόρυβος που προκαλούμε όλα είναι διαφορετικά από κάθε άλλη στιγμή. Τίποτα το ίδιο. Ακόμα και η όποια Χαρά της στιγμής, ο όποιος πόνος της στιγμής είναι εντελώς ξεχωριστά και ανόμοια με τα προηγούμενα.

Αυτή είναι μια υπέροχη μελέτη στην οντότητα μας και κάθε φορά που προσέχουμε και είμαστε παρόντες στο χρόνο και στον χώρο διαπιστώνουμε την μεγάλη διαφορετικότητα της ζωής, κατανοούμε τους δεσμούς που μας ενώνουν με τη γη που πατάμε και με το πρόβλημα που ταλανίζει την σκέψη μας.

Πόσες φορές έχουμε αποχωρήσει από το σπίτι μας και καθ΄ οδόν σκεφτόμαστε εάν απενεργοποιήσαμε τον θερμοσίφωνα, εάν κλειδώσαμε την πόρτα, εάν κλείσαμε την μπαλκονόπορτα. Πόσες φορές κινούμαστε στον χώρο μας και σκεφτόμαστε προβληματισμένοι εάν τακτοποιήσαμε μικροδουλειές ρουτίνας, τις οποίες δουλειές τις πράξαμε αλλά δεν το θυμόμαστε. Είμαστε απόντες απ΄ όλα γιατί κυριαρχεί ο πόνος και ένα ανυπέρβλητο εσωτερικό ανάθεμα από τα υπέρογκα προβλήματα επιβίωσης, οπότε και η ημέρα μας, φαινομενικά, είναι η ίδια με την προηγουμένη, σαν να παίζουμε συνεχώς το ίδιο σενάριο σε μια σχιζοφρενική ταινία.

Ο χώρος και ο χρόνος, αυτοκράτορες ελέω θεού, χωρίς εμάς πρωταγωνιστές στο πλατό της ψευδαίσθησης, με έναν σκηνοθέτη πίσω από την κάμερα να γεμίζει την ταινία του με την πορεία της εξόντωσης τού ήρωα. Χαζομάρα υψίστου μεγέθους, θαρρώ. Η κάθε στιγμή είναι διαφορετική, είναι δική μας και η αφοσίωση μας σε αυτή είναι ο αυτοσχεδιασμός της διάσωσής μας, είναι η γνώση και η απόλαυση της ζωής.

Ρίξτε μια ματιά το πως συμπεριφέρονται οι άνθρωποι κατά την διάρκεια του γεύματος τους. Παρατηρήστε – προσεκτικά όμως – το πως διαχειρίζονται την τροφή τους, τι επιλέγουν για να τραφούν, τον τρόπο που τρώνε και θα κατανοήσετε τα πάντα περί της σημερινής ανθρώπινης πνευματικότητας και Ελευθερίας. Στην τροφή αποκαλύπτεται ο Άνθρωπος. Η διαδικασία του φαγητού, πανάθεμα την, είναι ο τρομερός σπιούνος της όποιας συμπεριφοράς και της παιδείας μας. Είναι το τι τέρατα ή αγγέλους κρύβει πίσω της η αυλαία της σκηνής που προβάλουμε. Πλέον μας αφορούν γελοία και φαιδρά γεγονότα γεμάτα θλίψη, πόνο, βλακεία σαν να προσπαθούμε να δώσουμε κουράγιο στο προσωπικό μας βάρος, όποιο κι αν είναι αυτό, για να γίνει ελαφρύτερος ο σταυρός, ει δυνατόν, εκστομίζοντας ψυθιριστά, άνανδρα και ανέντιμα: «ευτυχώς, υπάρχουν και χειρότερα!»

Δεν είμαστε άφραγκοι από χρήμα, μηδέ άρρωστοι. Είμαστε απένταροι πνευματικά και νοσούμε συνειδησιακά στην αθλιότητα που προκαλεί μυριάδες αρρώστιες. Το δε χειρότερο είναι, ότι είμαστε απαθείς και δεν μετασχηματίζουμε απολύτως τίποτα, επιμένοντας στην παντοκρατορία του άθλιου.

Στην τηλεοπτική σειρά «Walking Dead» και στην έναρξη των τίτλων προβάλλεται ένα σοφό γκράφιτι γραμμένο σε έναν τοίχο σαν μια κατασταλαγμένη διαπίστωση: «Away with you», γράφει ο τοίχος, δηλαδή «Μακριά μαζί σου». Υπάρχει ο πόλεμος της εξόντωσης, είναι γνωστός, βρίσκεται μαζί μου στην σφαίρα μου και κινείται καταστροφικά εναντίον μου, αλλά με γνώση είμαι μακριά του, πολύ μακριά του.  

Μόνο η αθλιότητα, η βλακεία, η εφήμερη, πολύχρωμη κροτίδα και ό,τι διαθέτει ημερομηνία λήξεως μαγνητίζουν πια την πνευματική μας όρεξη. Αποδεδειγμένα, αυτός είναι ο κρυφός βιολογικός πόλεμος προς το πνεύμα μας, που μας καθιστά άρρωστους. Εξαθλιωμένο πνεύμα, έχει ως συνέπεια την εξαθλίωση της βιολογικής μας οντότητας. Όλα μοιάζουν να γίνονται ερήμην μας αλλά όχι, καθώς είμαστε καθολικά υπεύθυνοι και τίποτα δεν εφαρμόζεται δίχως την έγκρισή μας. Ο εαυτός μας ανήκει σε εμάς και συμμετέχουμε ενεργά στην πορεία του προς το ζενίθ, το ίδιο ενεργά και προς το ναδίρ.

Άσε δε, την μόδα της άκαρπης παρελθοντολαγνείας, που τεμαχίζει διακριτικά και σταθερά τον υγιή πόθο, την καυτή επιθυμία της δημιουργίας, λειτουργώντας σαν μεθυστικό, ασιατικό όπιο ικανό να ευνουχίζει τις δυναμικές για κάθε τι καινούργιο. Και ο Ενθουσιασμός του παρόντος χρόνου, που θα διατρέξει σαν υδράργυρος την αιωνιότητα συντροφιά με τις ιστορικές μνήμες του παρελθόντος μας, που στο καλό τον ενταφιάσαμε; Τι προίκα θα αφήσουμε, διάολε, στις επερχόμενες γενεές; Μια ζόμπι κοινωνία ηλιθίων «survivor»;

Η τέλεια παράδοση, η μεγάλη ήττα του φερόμενου σπουδαίου όντος, που ονομάζεται «Άνθρωπος». Φτιαχτήκαμε για σπουδαία πράγματα, δεν ήμασταν έτσι, ρε γαμώτο!

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Οικογενειακή Ευτυχία Α.Ε.»

(Downton Abbey)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Βέρνερ Χέρτσογκ
  • Με τους: Μαχίρο Τανιμότο, Ίσι Γιουίτσι
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Filmtrade

Η εταιρεία «Οικογενειακή Ευτυχία Α.Ε.» (Family Romance LLC) μισθώνει ηθοποιούς που αναπληρώνουν συγγενείς, φίλους ή αγαπημένα πρόσωπα για λογαριασμό των πελατών της, ώστε να εξασφαλίζεται αυτό ακριβώς που δηλώνει η επωνυμία της: η οικογενειακή ευτυχία. Οι υπάλληλοι της εταιρείας συμπαρίστανται στους πελάτες αναλαμβάνοντας ρόλους σε πάρτι, γάμους, κηδείες ακόμη και σε ιδιαίτερα προσωπικές στιγμές.

Ένας εικονικός κόσμος, άλλες φορές κωμικός, συχνά τραγικός και ιδιαιτέρως παράξενος.

Ο Βαυαρός σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτσογκ στα εβδομήντα επτά χρόνια του παραμένει επίκαιρος, άκοπος και βαθιά αισθαντικός στο σύγχρονο πλαίσιο της ανθρώπινης μοναξιάς και της κοινωνικής βαρβαρότητας και αυτή τη φορά ως περιπετειώδης εξερευνητής, χώνεται στον πυρήνα της ιαπωνικής κοινωνίας. Θα μπορούσε η πλοκή της ταινίας να εκτυλίσσεται σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, όπως έπραξε ο Γιώργος Λάνθιμος στην ταινία μυθοπλαστίας του, τις «Άλπεις» το 2011. Ο Χέρτσογκ όμως παρουσιάζει αυτό καθ΄ αυτό το γεγονός, όπως ακριβώς υφίσταται και δρα στην ασιατική χώρα.

Συνδυάζοντας την ντοκιμαντερίστικη ματιά του ο σκηνοθέτης μαζί με το σενάριο μυθοπλασίας, γραμμένο από τον ίδιο, εκθέτει ένα πραγματικό φαινόμενο που κινείται εμπορικά και με επιτυχία μάλιστα, στα κοινωνικά δρώμενα της Ιαπωνίας. Ενοικίαση ηθοποιών που παίζουν ρόλους για να προσφέρουν στους πελάτες την χαρά, την ευτυχία που απουσιάζουν από τις ζωές τους. Ξαφνιάζεσαι με το φαινόμενο, προβληματίζεσαι και ψάχνεις τα περιθώρια να σκεφτείς εάν τελικά η ίδια η ζωή είναι μια υπέροχη ψευδαίσθηση, μια ταινία με ρόλους που ως βασικό πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη έχει εμάς τους ίδιους ή εμείς οι άνθρωποι είμαστε ανίκανοι να δούμε την ζωή κατάματα. Το ακόμα παραπάνω και πιο άβολο της υπόθεσης είναι, ότι οι ήρωες της ταινίας εντάσσονται σε αυτή την ψευδαίσθηση, παίζοντας τον ρόλο τους υπέροχα.

Από τις ταινίες μικρού μήκους, τα ντοκιμαντέρ στην Σαχάρα και στα ηφαίστεια, τον «Αγκίρε, η Μάστιγα του Θεού» (1972) και τον «Τυχοδιώκτη του Αμαζονίου» («Φιτζκαράλντο» 1982) με τον Κλάους Κίνσκι έως την «Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη» (2009) με τον Νίκολας Κέιτζ και τώρα με την «Οικογενειακή Ευτυχία Α.Ε.» ο «αγέραστος νεανίας», Βέρνερ Χέρτσογκ θα είναι πάντα ο καταγραφέας δυνατών καταστάσεων σε πέντε ηπείρους.

Σε ήσυχους ρυθμούς, να εναλλάσσονται οι διαθέσεις, από την σάτιρα στο δράμα και μια καλή φωτογραφία κατρακυλάμε από την φανταστική πλαγιά του κοινωνικού «προβλήματος» για να βρεθούμε στο πλάτωμα του εφιαλτικού ρεαλισμού όπως μόνο ο Χέρτσογκ ξέρει να διαχειρίζεται. Να σημειώσουμε επίσης, ότι ο πρωταγωνιστής Ίσι Γιουίτσι, που κρατά άλλωστε όλο το βάρος της ταινίας δεν είναι ηθοποιός, αλλά είναι καταπληκτικός. Στην πραγματική του ζωή είναι ο ιδρυτής της εταιρείας «Family Romance LLC» (Οικογενειακή Ευτυχία), που εμπνεύστηκε ο Χέρτσγοκ και εργάζεται υποδυόμενος συγγενείς, φίλους ή αγαπημένα πρόσωπα κατά παραγγελία. Η επαγγελματική του κάρτα, μάλιστα, έχει το σλόγκαν της εταιρείας του που είναι: «Περισσότερη ευχαρίστηση από αυτήν που η πραγματικότητα μπορεί να προσφέρει».

   «Κρατικά Μυστικά»

(Official Secrets)

 

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Αγγλία Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάβιν Χουντ
  • Με τους: Κίρα Νάιτλι, Ματ Σμιθ, Ρέιφ Φάινς, Ρις Ίφανς, Ίντιρα Βάρμα, Κάθριν Κέλι, Μάθιου Γκουντ
  • Διάρκεια: 123 λεπτά
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Tanweer

Η μεταφράστρια του Αρχηγείου Επικοινωνιών των μυστικών υπηρεσιών της αγγλικής κυβέρνησης, η Κάθριν Γκαν (Κίρα Νάιτλι – καλή), παντρεμένη με Ιρακινό, διαρρέει το 2003 στον Τύπο – για να προστατεύσει τον αγγλικό λαό από τις ψευδείς πληροφορίες – ένα άκρως απόρρητο e-mail των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που ζητούσε από τις αγγλικές μυστικές υπηρεσίες να κατασκοπεύσουν άλλα κράτη μέλη του ΟΗΕ με σκοπό να εκβιάσουν μία θετική ψήφο από τις χώρες αυτές για την νατοϊκή εισβολή στο Ιράκ.

Αποδέχεται την ενέργεια της και όταν ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος της με βάση τον νόμο περί κρατικών μυστικών, η Γκαν και ο δικηγόρος της Μπεν Έμερσον (Ραλφ Φάινς  – καλός) κάνουν ό,τι μπορούν για να υπερασπιστούν τις πράξεις της. Καθώς η ζωή, η ελευθερία και ο γάμος της απειλούνται, καλείται να υπερασπιστεί τα πιστεύω της.

Σενάριο βασισμένο στο βιβλίο των: Μαρσία και Τόμας Μίτσελ, να περιγράφει την πραγματική ιστορία της Αγγλίδας, whistleblower Κάθριν Γκαν, που εργαζόταν στην αγγλική υπηρεσία πληροφοριών G.C.H.Q. (Government Code Head Quarters) και έβγαλε στη  φορά τον μηχανισμό παραπληροφόρησης περί χημικών όπλων στο Ιράκ, αλλά και τις μεθόδους άσκησης πίεσης από την αμερικανική N.S.A. σε έξι μικρότερα κράτη του Ν.Α.Τ.Ο, για να κερδίσουν την ψήφο τους περί στρατιωτικής εισβολής.

Ο Νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης Γκάβιν Χουντ χειρίζεται ψύχραιμα και αντικειμενικά το θέμα, δίχως να αφήσει κενά και ερωτηματικά, αλλά και δίχως να σταθεί υποστηρικτικά σε κάποια από τις δυο όχθες των εμπλεκομένων χωρών σε αυτό το σκάνδαλο, δηλαδή της Αμερικής του Τζορτζ Μπους Τζ. και της Αγγλίας του Τόνι Μπλερ, που τα έκαναν «πλακάκια».

Ο Χουντ μετά το σκληρό «Tsotsi» του 2005, αλλά και των, σχεδόν, αντίστοιχων σε θεματολογία, ταινιών του: «Έκδοση Κρατουμένου» (2007) και «Αόρατος Εχθρός» (2015) διαθέτει την εμπειρία της κινηματογράφησης στο είδος, συντηρώντας ικανοποιητικά την πλοκή το επίπεδο του πολιτικού θρίλερ. Επίσης, το άκρως ενδιαφέρον σημείο της ταινίας είναι η σοβαρή επισήμανση στο σενάριο των Γκρέγκορι και Σάρα Μπερνστάιν, Γκάβιν Χουντ, που αφορά την κατάρρευση της δημοσιογραφικής ελευθερίας, παγκοσμίως, έπειτα από την 9η Σεπτεμβρίου 2001. Όπως αναφέρει και δείχνει εύστοχα η ταινία, όλα τα Μ.Μ.Ε. έχουν μετασχηματιστεί σε γραφεία Τύπου των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Αν και η παραγωγή είναι αμερικανο-αγγλική, εμφανής είναι η μπιμπισιακή κυριαρχία στο στήσιμο και ευτυχώς για αυτό. Πολύ καλή η Κίρα Νάιτλι, που είχαμε καιρό να την δούμε σε ταινία της προκοπής, αλλά και ο Ρέιφ Φάινς, πάντα άψογος στο ρόλο του συνηγόρου υπεράσπισης της Κάθριν Γκαν. Ενδιαφέρον έχει και το πως τελικά αντιμετώπισε η αγγλική κυβέρνηση αυτή την τρομερή διαρροή μυστικών εγγράφων μέχρι την τελική διαδρομή της υπόθεσης στα δικαστικά έδρανα.    

«Τζούντι»

(Judy)         

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Γκουλντ
  • Με τους: Ρενέ Ζελβέγκερ, Τζέσι Μπάκλεϊ, Φιν Γουίτροκ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Spentzos Film

Χειμώνας 1968: Ο θρύλος της showbiz Τζούντι Γκάρλαντ (Ρενέ Ζελβέγκερ – πολύ καλή) φθάνει στο Λονδίνο για μία σειρά sold out εμφανίσεων στο διάσημο κέντρο διασκέδασης  «The Talk of the Town».

Έχουν περάσει 30 χρόνια από την ταινία «Ο Μάγος του Οζ» που της χάρισε παγκόσμια καταξίωση, και ενώ η φωνή της έχει αποδυναμωθεί, τα προβλήματα του αλκοολισμού είναι έντονα, η προσωπική της ζωή είναι χάλια και εντελώς απένταρη με δυο ανήλικα τέκνα προσπαθεί να ξαναφτιάξει μια καριέρα και να βγάλει χρήματα.

Οι Άγγλοι την περιμένουν με ανοιχτές τις αγκαλιές αλλά η συμπεριφορά της Τζούντι είναι ένας ζωντανός εφιάλτης, προκαλώντας προβλήματα στους θαμώνες του κέντρου διασκέδασης, στους συνεργάτες της και στην ίδια.

Η δεύτερη ταινία του Λονδρέζου Ρούπερτ Γκουλντ, έπειτα από το άνευρο «True Story» του 2015, το οποίο δεν συστήθηκε με την ελληνική διανομή και ξεκουράζεται σε τηλεοπτική, συνδρομητική πλατφόρμα.  

Το biopic της Τζούντι Γκάρλαντ κατά την τελευταία περίοδο της ζωής της, λίγους μήνες πριν αποχωρήσει από τα γήινα, απιθώνεται στα χέρια ενός «μικρού» σκηνοθέτη με πρωταγωνίστρια την υπέροχη Ρενέ Ζελβέγκερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η ταινία πάσχει από σεναρικαή δομή, ατμόσφαιρα και ρυθμό, ενώ τον όποιο σφυγμό ζωής τον προσφέρει από την ψυχή της η Ρενέ, που πραγματικά τα δίνει όλα. Παίζει, τραγουδάει και γεμίζει την οθόνη. Όλη αυτή η «πτωχή» ταινία στο όνομα της Τζούντι είναι η Ρενέ, η μεταμορφωμένη, βέβαια, Ζελβέγκερ, που λες και είναι μια άλλη γυναίκα από εκείνη που γνωρίζουμε, ένεκα των χειρουργικών επεμβάσεων και της αδυναμίας.

Τα flashback στην μικρή ηλικία της ηθοποιού όταν γύριζε τον «Μάγο του Οζ» έχουν ένα ενδιαφέρον και αφορούν την κακοποίηση της Τζούντι από την κτηνώδη συμπεριφορά του μεγαλοπαραγωγού Λούις Μάγιερ, αγγίζοντας ακόμα και την σεξουαλική παρενόχληση προς την ανήλικη, εναρμονισμένα άπαντα στην μόδα που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια με τα διάφορα κινήματα περί νοσηρού Χόλιγουντ.

Κρίμα γιατί μια Γκάρλαντ, που άφησε βαθύ το αποτύπωμα της στην χρυσή εποχή της Μέκκας του σινεμά άξιζε κάτι περισσότερο.       

«Η Μάχη της Επικράτησης»

(The Current War)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2017)
  • Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Γκομέζ – Ρεγιόν
  • Με τους: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Μάικλ Σάνον, Νίκολας Χουλτ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Το 1880 ο εφευρέτης Τόμας Έντισον (Μπένεντικτ Κάμπερμπατς – καλός) και ο επιχειρηματίας Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ (Μάικλ Σάνον – καλός) βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας θρυλικής διαμάχης για την ηλεκτροδότηση του κόσμου που θα σηματοδοτούσε την έναρξη μιας νέας εποχής.

Ο Έντισον υποστήριζε την παροχή του συνεχούς ρεύματος, ενώ ο Γουέστινγκχαουζ το εναλλασσόμενο, με την υποστήριξη πολλών Ευρωπαίων βιομηχάνων και, φυσικά, με την ανεκτίμητη βοήθεια του Νίκολα Τέσλα (Νίκολας Χουλτ).

Ταινία που έμεινε για δυο, σχεδόν, χρόνια βρισκόταν στο ράφι λόγω της αποκαθήλωσης του νούμερου ένα παραγωγού του Χόλιγουντ Χάρβεϊ Γουάινσταϊν με τα γνωστά θέματα. Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2017 και από εκείνη την πρεμιέρα καταχωνιάστηκε λόγω των γεγονότων για να εμφανιστεί ξανά.

Ένα εφευρέτης, όπως ο Τόμας Έντισον και ένας επιχειρηματίας, όπως ο Τζορτζ Γουέστινγκχαουζ στην μάχη της ηλεκτροδότησης και ό,τι συνεπάγεται από αυτό το επίτευγμα είναι το σενάριο. Η κινηματογραφική ιστορία τους στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, όμως με πολλές, πάμπολλες βασικές παραλείψεις σημαντικών καταστάσεων, περισσότερο από την πλευρά του Έντισον.

Ο σκηνοθέτης Αλφόνσο Γκομέζ – Ρεγιόν αφήνει ακούρδιστο το οργανάκι του και εκεί που περιμένεις να δεις το βάθος των αιτιών και την πραγματική σύγκρουση των συμφερόντων, περί τα αλλότρια τυρβάζει. Καλή η ατμόσφαιρα της ιστορικής περιόδου που διαδραματίζεται η πλοκή και οι ερμηνείες των δυο καταπληκτικών ηθοποιών: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και Μάικλ Σάνον είναι πλήρεις στους ρόλους των δυο πληθωρικών μορφών της επιστημονικής ιστορίας και μισητών αντιπάλων.

Η ταινία, δυστυχώς, είναι γεμάτη στεγανά και στην κορύφωση για να μαθευτεί η αλήθεια για το τι κουμάσι ήταν ο Έντισον, πως πέρασε το δικό του για να ηλεκτροδοτηθεί ο κόσμος με δολοφονική ενέργεια, αλλά και ποια σκοτεινά κέντρα εξυπηρετούσε, πάνω σε όλα αυτά ξαφνικά κόβεται το φως με τον λογαριασμό στην εταιρεία πληρωμένο.

 «3 Δευτερόλεπτα»

(The Informer)

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέα Ντι Στέφανο
  • Με τους: Τζόελ Κίναμαν, Άνα Ντε Αρμάς, Ρόζαμουντ Πάικ, Κλάιβ Όουεν,
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Πιτ, πρώην παρασημοφορημένος πεζοναύτης των Ειδικών Δυνάμεων βλέπει τον κόσμο του να ανατρέπεται όταν φυλακίζεται ύστερα από ένα καβγά προκειμένου να προστατέψει την γυναίκα του.

Του δίνεται η ευκαιρία να αποφυλακιστεί άμεσα αν εκτελέσει χρέη πληροφοριοδότη για το FBI και χρησιμοποιήσει τις ικανότητες του για να αποκαλύψει τον ισχυρό Πολωνό μαφιόζο της Νέας Υόρκης. Αλλά όταν η επιχείρηση του FBI καταλήγει με ένα νεκρό μυστικό αστυνομικό, ο Πιτ αντί να αποφυλακιστεί, βρίσκεται ξανά στην φυλακή να παίζει το κεφάλι του κορώνα γράμματα.

Αναφέρουμε, πως ό,τι διαδραματίζεται στην δεύτερη ταινία του Ρωμαίου  ηθοποιού και σκηνοθέτη Αντρέα Ντι Στέφανο (Χαμένος Παράδεισος – 2015), το έχουμε αναλύσει διεξοδικά, διαγωνίως, κάθετα, οριζοντίως σε εκατοντάδες ταινίες του είδους. Το καλόπαιδο, οικογενειάρχης μπαίνει στην φυλακή και για να γλυτώσει μετατρέπεται σε «καρφί» του FBI, αλλά το FBI τον «πουλάει» και ξανά μάνα στη φυλακή για να δώσει τον αγώνα του.

Καλή η σκηνοθεσία, πολύ καλός και ο ωραίος, Σουηδός πρωταγωνιστής Τζόελ Κίναμαν (RoboCop  – 2014), διαβλέποντας να σημειώνει μελλοντικά μια καλή καριέρα σε ρόλους του κινηματογραφικού είδους.

Αγγλική, προσεγμένη παραγωγή, τυπικές οι παρουσίες σε ρόλους διεκπεραίωσης της Ρόζαμουντ Πάικ και του Κλάιβ Όουεν, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται σε περιβάλλον φυλακής υψηλής ασφάλειας με κάθε καρυδιάς καρύδι, καλά κινηματογραφημένο.       

«Αντίστροφη Μέτρηση»

(Countdown)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζάστιν Ντεκ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Λάιλ, Αν Γουίντερς, Τσάρλι ΜακΝτέρμοτ, Αντριάνα Μπαζάρα
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Odeon

Όταν μια νοσοκόμα κατεβάζει μια εφαρμογή στο κινητό της που ισχυρίζεται πως μπορεί να προβλέψει πότε θα πεθάνει ένας άνθρωπος, η εφαρμογή της την προειδοποιεί πως της απομένουν μονάχα τρεις μέρες ακόμα.

Καθώς ο χρόνος κυλάει και ο θάνατος πλησιάζει, πρέπει να βρει ένα τρόπο να σώσει την ζωή της πριν να είναι πολύ αργά.

Η πρωταγωνίστρια της σειράς «You» σε ταινία τρόμου.

Στο θανάσιμα πληγωμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου, συνεχίζεται η κακοποίηση της πληγής με αποτέλεσμα το αγιάτρευτο του θέματος να συνεχίζεται αδιάκοπα με την κάθε εφιαλτική βλακεία να φιλμάρεται.

Ουδεμία πρωτοτυπία, κλεμμένες ιδέες, εφηβική διάσταση ενδιαφέροντος για χαβαλέ και χάσιμο ώρας. Το «The Ring» παίρνει φύλλο πορείας στην σύγχρονη τεχνολογία του application στα κινητά τηλέφωνα και τα κλισέ πέφτουν βροχηδόν.

Άσε δε την θρησκευτική προπαγάνδα που εξουσιάζει την δαιμονική επίλυση της πλοκής με τον νεαρό «σπασίκλα» και φανατικό ιερωμένο που ακούει ραπιές, καταναλώνει junke food και είναι ειδήμων στα παραφυσικά. Πιάσε το αυγό και εξόρκισέ το…   

«Συμπαθητικά και πανέμορφα «παράσιτα» που ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 8

Ξεπεράστηκαν τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα, απεφάνθη προχθές ο κύριος Ανδρέας ο περιπτεράς, ακραιφνής φιλο-βασιλικός και νοσταλγός όχι του ροκ εν ρολ, αλλά του Παττακού και του Παπαδόπουλου όχι του Σπύρου «στην υγειά μας ρε παιδιά», αλλά του άλλου του Γεωργίου, του γνωστού της χουντικής επταετίας. Χρηματάκια, όμως, στην παλάμη από την πώληση των τσιγάρων δεν θωρεί και συνεχώς γκρινιάζει έξω από το «μαγαζί», όπως αποκαλεί το περίπτερο, που πραγματικά μοιάζει με σούπερ μάρκετ τσέπης. Το ποσοστό κέρδους μειωμένο στο επίπεδο της ακαμψίας και στην πίστα να φιγουράρει το πλαστικό χρήμα, αυτά τα άξια τέκνα των κάπιταλ κοντρολς αντί των μετρητών, οπότε, βάλε στην σούμα και την προμήθεια των τράπεζων, τελικά, «τρώει η φακή το λάδι» κατά το σοφόν και λαϊκότερον.

Στις κρίσεις της αλήθειας του, ενίοτε, ο 75χρονος, κύριος Ανδρέας έξω από το περίπτερο κρώζει ως λαβωμένος μαυροκόραξ:  «τι λες παλικάρι μου, ερχόντουσαν στο μαγαζί για εφημερίδες, τσιγάρα, πούρα οι κύριοι, δυο τρία περιοδικά οι κυρίες, σοκολάτες, αναψυκτικά, παγωτά τα πιτσιρίκια και άφηναν το πενηντάευρο για πλάκα. Τώρα, αέρας και λουκουμόσκονη. Καπνός, χαρτάκια, φιλτράκια, σκατάκια και ένα νερό για παρηγοριά. Αυτό είναι επιτάφιος όχι δουλειά!»

Το «μαυροκόραξ» στον κύριο Ανδρέα κολλάει μόνο εδώ από εμένα, γιατί το κανονικό του παρατσούκλι είναι: «βασιλιάς». «Μαυροκόραξ» καθότι δηλωμένος ρουφιάνος της αστυνομίας πόλεων στα νιάτα του ως κλασίκ περιπτεράς μισού αιώνα και βάλε, δεν το έκρυψε ποτέ άλλωστε. Παρότι τρεις φορές παραθέριζε στο νοσοκομείο με κατάγματα, σπασίματα, διασείσεις ως πληρωμές της νέμεσης από τα ρουφιανιλίκια του, μυαλό δεν έβαλε. Σε μια από τις τρεις «περιοδείες» του στα νοσηλευτικά ιδρύματα έχασε τον δεξί του όρχι γιατί «έδωσε» ψυχρά δυο κοπελιές στην ασφάλεια, παλιές γειτονοπούλες. Άγνωστο και μυστήριο το «γιατί» κάρφωσε τα κορίτσια στους μπασκίνες, εκεί κατά το 1972 και όπως αναφέρουν τα αδιάψευστα, ιστορικά κατάστιχα της γειτονιάς δεν μάθαμε ποτέ τον λόγο. Κατέφθασαν, όμως, κάτι χάι τάουερς οικοδόμοι με χέρια σαν κλαπέτα υδρορροής του Μόρνου, ποτίζοντας τον κύριο Ανδρέα πέντε ντεπόζιτα ξύλο, ώρα βραδινή στην άφωτη πλευρά του δρόμου προς το σπίτι του. Για τα δυο κορίτσια που έπεσαν στα χέρια της ασφάλειας δεν μάθαμε ποτέ κάτι διότι οικογενειακώς εξαφανίστηκαν, αλλά το βρωμόξυλο που εισέπραξε για το χαφιεδιλίκη ο κύριος Ανδρέας στάθηκε η αιτία της απώλειας του.  

Η απώλεια, βέβαια, του δεξιού όρχεως χαμήλωσε αισθητά το φλογερό, εθνικιστικό του ταμπεραμέντο και η αλήθεια είναι, ότι το έφερνε βαρέως που δεν ήταν το ζερβό «μπαλάκι», αλλά το δεξί, το καλό. Τέκνα, πάντως έφερε στην ζωή, τρία τον αριθμό, δυο αγόρια μια χαρά παλικάρια και μια θυγατέρα υπέροχη, τακτοποιημένα και τα τρία από εργασία, οικογένεια και πλούτη. Έξι οικόπεδα σπαρμένα σε διάφορα μέρη του ελλαδικού χώρου, 1.200 λιόριζες στην Κόρινθο, μισή πολυκατοικία στο Μπουρνάζι, δυο καταστήματα στο Κουκάκι και τρία εξοχικά στην Αρτέμιδα, όλα βγαλμένα από το περίπτερο – «μαγαζί», που το 1968 έστησε μπροστά έναν ανάπηρο πολέμου, ιερολοχίτη θείο του για να βγάλει την άδεια. Κάθε φορά, που καταβαίνουν οι λεβέντες του μαζί και η θυγατέρα του στο περίπτερο ο κύριος Ανδρέας τους φιγουράρει στα πέριξ, κερνώντας διάφορα από την καφετέρια και κορδώνεται σαν πετεινός. Διακρίνω όμως στους γηραιούς παρευρισκόμενους, που ξέρουν καλά τις ιστορίες περί του ενός όρχεως, να αστράφτουν τα χαμογελαστά πρόσωπα τους απέναντι στα τέκνα του Ανδρέα και να μπερδεύονται τα βλέμματα τους στο αμήχανο κενό κάπου μεταξύ ουρανού και γης.

Το παρατσούκλι «βασιλιάς» αντάμωσε τον κύριο Ανδρέα τον καιρό της μεταπολίτευσης, όταν ο Μίδας ο ευγενικός κουρέας της πλατείας, που άκουγε όπερα, διάβαζε τον Μαρξ και τον Πρόκλο μέχρι αποστήθισης, είχε άχτι ασίγαστο τον «μαυροκόρακα» περιπτερά. Ήθελε να του τα σούρει δυνατά και έξω από τα δόντια, όσο κρατούσε αχώνευτα μέσα του στα πέτρινα χρόνια της δικτατορίας για να τον κάνει ρεζίλι και να μάθει ο κόσμος το ποιόν του. Ο χαμηλότονος και λεπτεπίλεπτος κουρεύς Μίδας – ο θεός να τον συγχωρέσει – σε μια λεκτική ιδεολογική και ταξική διαμάχη με τον κύριο Ανδρέα τον αποκάλεσε τολμηρά «χαφιέ», «φασίστα» και «μονάρχι», ξεμπροστιάζοντας τον στους καταστηματάρχες που είχαν στήσει σιωπηρή κερκίδα. Ο Δημήτρης ο σερβιτόρος, παρακολουθώντας τους πολιτικούς διαξιφισμούς κουρέα και περιπτερά, άρπαξε το «μονάρχις» και στο πιτς φιτίλι το έφερε στο «βασιλιάς». Άρεσε στον κύριο Ανδρέα το παρατσούκλι, αν και ο επιθετικός χαρακτηρισμός του μπαρμπέρη Μίδα ήταν διαφορετικός και η στόχευση για αλλού, ο περιπτεράς ξετρελάθηκε να τον αποκαλούν «βασιλιά». Έχει μέσα της το γαλαζοαίματο η λέξη και νοιώθει μια ανάταση εσωτερική, εφόσον λατρεύει και τους άνακτες. Όσο για τον χαρακτηρισμό του «χαφιέ» και του «φασίστα» δεν ίδρωσε στάλα το αυτί του, διότι είναι βαθιά πεπεισμένος ότι είναι πατριώτης και επιτελεί εθνικό έργο για το καλό της πατρίδας.

Με την κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά», έκλεισε το «μαγαζί» κοντά δυο μήνες, παραλύοντας τον κόμβο της πλατείας και τον κόσμο να τρέχει αλλού. Ήταν αποφασισμένος να μην ανοίξει το περίπτερο μέχρι να «ξεκουμπιστούν από την πατρίδα οι πλούσιοι, προδότες μπολσεβίκοι», διατυμπανίζοντας το απροκάλυπτα όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν. Δεν χαμπάριαζε που οι άνθρωποι του έλεγαν, ότι τους έκοψε τα πόδια και πρέπει να τρέχουν μια στάση δρόμο για να ψωνίσουν.

Το περίπτερο σήκωσε ρολά όταν ο ένας από τους δυο νεαρούς, αυτός που κρατούσε την απογευματινό-βραδινή βάρδια, έφερε μαντάτο στον κύριο Ανδρέα από τα γραφεία του Δήμου που δουλεύει τα πρωινά ως καθαριστής. Το δημοτικό συμβούλιο, είπε ο νεαρός, κατόπιν καταγγελιών θα έδινε νέα άδεια χρήσης περιπτέρου στην πλατεία για την εξυπηρέτηση του κοινού. Σε τέσσερις ώρες το «μαγαζί» του «βασιλιά» ήταν ξανά ανοικτό. Ο αφελής και πωρωμένος κύριος Ανδρέας πανικοβλήθηκε στην ιδέα, πως οι «μπολσεβίκοι» θα του πάρουν το στέκι και την θέση θα την καταλάβει κάποιος «κόκκινος».

Καμία προϋπόθεση και προγραμματισμός, βέβαια, για νέα άδεια περιπτέρου δεν προέκυπτε από τον Δήμο, καθότι ήταν ένα άριστα, μεθοδευμένο μύθευμα του τετραπέρατου νεαρού για να συνεχίσει να δουλεύει στο «μαγαζί» και φυσικά να εξακολουθεί να επιδίδεται ασυστόλως στην «τέχνη» της κλοπής, όπως αποδείχθηκε μερικούς μήνες αργότερα από την λογίστρια κόρη του «βασιλιά».                  

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

    «Παράσιτα»

(Parasite)     

 

 

  • Είδος: Κοινωνική σάτιρα, δράμα
  • Παραγωγή: Κορέα (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μπονγκ Τζουν-χο
  • Με τους: Σονγκ Κανγκ-χο, Τσόι Γόο-σικ, Παρκ Σο-νταμ, Λι Σουν-κιούν
  • Διάρκεια: 131’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Κανών 2019

Η νότα του σκηνοθέτη προς τους δημοσιογράφους: «Όταν γράψετε την κριτική για την ταινία, προσπαθήστε να αποκαλύψετε όσο το δυνατό λιγότερα για την ιστορία, από τη στιγμή που τα δύο αδέρφια αναλαμβάνουν να εργαστούν ως καθηγητές ιδιαιτέρων μαθημάτων, κάτι που αποκαλύπτεται και στο τρέιλερ. Η διακριτικότητα σας θα είναι ένα εξαιρετικό δώρο στο κοινό και την ομάδα που έκανε αυτή την ταινία. Υποκλίνομαι και σας εκλιπαρώ όχι spoilers. Σας ευχαριστώ, Μπονγκ Τζουν Χο».

Σεβόμαστε την απαίτηση του δημιουργού και προστατεύοντας συγχρόνως την μαγεία του σινεμά γράφουμε την περίληψη.

Η οικογένεια των Κιμ είναι αγαπημένη, αλλά είναι όλοι τους άνεργοι και το μέλλον τους διαγράφεται ζοφερό. Ο γιος της οικογενείας βρίσκει δουλειά ως καθηγητής ιδιαιτέρων αγγλικών μαθημάτων στην κόρη της πλούσιας οικογένειας Παρκ, ιδιοκτητών μια διεθνούς εταιρίας πληροφορικής, κι ελπίζει επιτέλους σε σταθερό εισόδημα. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινάει ένας χείμαρρος ατυχών συμβάντων, καθώς ο νεαρός καθηγητής αγγλικών συστήνει την αδελφή του ως σπουδαία παιδο-ψυχολόγο για να αναλάβει τον μικρό, αεικίνητο γιο της οικογένειας.   

Ο Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ Κανών 2019 και, πραγματικά, δικαίως κοσμήθηκε η ταινία με το συγκεκριμένο βραβείο. Από την αρχή έως το τέλος η ιστορία των «Παράσιτων» είναι ένα απίστευτο δοκίμιο επιβίωσης, σαν αυτό των «Μικρών Εξερευνητών» που σε μαθαίνει την χρήση των δυνατοτήτων της φύσης σε στιγμές «survivor». Ο Φρίντριχ Νίτσε στην «Γενεαλογία της Ηθικής» του, διατυπώνει με σαφήνεια τον διαχωρισμό ανάμεσα στον «αγαθό» και στον «ανδρείο» άνθρωπο.

Εδώ, λοιπόν, στην εξαιρετική ταινία του 50χρονου, Κορεάτη Μπονγκ Τζουν-χο ο βολεμένος, «αγαθός», φαινομενικά ασφαλής, μεγαλοαστός, πλούσιος άνθρωπος συναναστρέφεται τον πολυμήχανο, «ανδρείο», ευπροσάρμοστο άνθρωπο που θέλει να συνεχίσει να ζει πάση θυσία. Ο ταξικός διάκοσμος είναι ο γνωστός, δηλαδή, αυτός των οικονομικά εύρωστων ανθρώπων και αυτός των εντελώς πάμφτωχων, που ζουν στην κόψη του ξυραφιού. Κοινωνία ώρα μηδέν, τα παράσιτα ευδοκιμούν ένθεν και εκείθεν, ενώ τα ένστικτα έχουν τον πρώτο λόγο και στις δυο περιπτώσεις ανθρώπων, σε αυτή του βολεμένου και σε αυτή του πού την κεφαλήν κλίναι, «survivor».

Πανέξυπνη ταινία, που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, να κοιτάς την μεγάλη οθόνη σαν χάνος και να σιγο-ψιθυρίζεις «καλά, τι γίνεται εδώ;», προβληματισμό που θα τον ακούσεις και από τους διπλανούς σου. Ο Τζουν-χο δημιούργησε ένα κέντημα ψιλοβελονιά, απερίγραπτης λεπτομέρειας και φινέτσας, διατηρώντας όλους του κινηματογραφικούς κανόνες στο επίπεδο του άψογου, αρχής γενομένης από το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο, τα μεστά φωτογραφικά κάδρα του, την παραγωγή και τις εξαίσιες μεταβάσεις από την κωμωδία, στην καταμαύρη κωμωδία και από εκεί στο δράμα και τον τρόμο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση αυτή η κραματοποίηση κινηματογραφικών ειδών δίχως να βγει κάποιο ελάττωμα στο προϊόν. Κι όμως ούτε ένα τόσο δα ψεγάδι!

Όλα στην εντέλεια, ρυθμισμένα με την ακρίβεια υποδεκάμετρου, ειδικά όταν κάποια στοιχεία στην πλοκή σου θυμίζουν άλλες ταινίες, ο Μπονγκ Τζουν-χο, αφήνει απλά να σου θυμίζουν και όχι να είναι ίδια με εκείνες, καθώς δραπετεύει με αριστοτεχνικό τρόπο από το ναρκοθετημένο χωράφι του κλισέ.

Από τον τρομακτικό «Επισκέπτη» του 2006, που τον πρωτογνώρισα, στην θριλερική «Μητέρα» του 2009 (δυστυχώς προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης) και από το δυστοπικό επιστημονικής φαντασίας «Snowpiercer» στην παραμυθένια, γιγαντιαία γουρούνα «Όκτζα» του 2017 με τα οικολογικά μηνύματα, ο Τζουν-χο δεν δημιούργησε κενά αμφισβήτησης στο σινεμά του. Αντιθέτως εκμεταλλεύτηκε κάθε ίντσα του ταλέντου του και σκηνοθετικά περισσότερο ώριμος από κάθε άλλη φορά, δομεί πανέμορφα το στοιχείο που λατρεύει και είναι αυτό της υπερβολής. 

Διαχειρίζεται εκπληκτικά τα κινηματογραφικά περιθώρια και τα όρια της υπερβολής, καταλήγοντας την στο σημείο να τον εξυπηρετεί ακούραστα σε ό,τι θέλει να περάσει στην ταινία του με όχημα τον ρεαλισμό ή την αλληγορία, ακόμα και κάποιες, παρατραβηγμένες ζεν σοφιστίες. Η υπερβολή στο σινεμά του Μπονγκ Τζουν-χο μετατρέπεται στο πιο σημαντικό δομικό υλικό, απογειώνοντας το είδος στους επτά ουρανούς. Είναι ένας ευφάνταστος ρεαλιστής γεμάτος κέφι και δύναμη. Επουδενί μην χάσετε την ταινία, είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε απλά και δημιουργικά ως «σινεμά»!  

   «Συνώνυμα»    

(Synonymes)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ισραήλ, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ναντάβ Λαπίντ
  • Με τους: Τομ Μερσιέ, Κουεντίν Ντολμέρ, Λουίς Σεβιλότ
  • Διάρκεια: 123 λεπτά
  • Διάρκεια: 123’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2019.

Ο νεαρός Ισραηλινός Γιόαβ, είναι αποφασισμένος να αποκηρύξει την εθνικότητα του και να γίνει Γάλλος. Στο Παρίσι, εγκαταλείπει τη γλώσσα του και με τη βοήθεια ενός λεξικού επιχειρεί με κάθε τρόπο να επινοήσει μια νέα ταυτότητα για τον εαυτό του.

Ο Ναντάβ Λαπίντ κερδίζει την Χρυσή Άρκτο στο 69ο Φεστιβάλ του Βερολίνου δημιουργώντας ένα περιπετειώδες υπαρξιακό χρονικό ενός ξένου που ψάχνει τον εαυτό του σε έναν άγνωστο τόπο, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του όσα τον στοιχειώνουν.

Στο σημείωμα του σκηνοθέτη διαβάζουμε: Ο ήρωας της ταινίας ξεκινά ένα υπαρξιακό ταξίδι, βασισμένος σε μια ιδέα την οποία κυνηγά έως το τέλος. Μεταμορφώνεται νοητικά, σωματικά και πνευματικά, και μάλιστα σε καθημερινή βάση, καθώς περπατά στους δρόμους του Παρισιού, μουρμουρίζοντας συνώνυμα λέξεων. Αυτό που με ενθουσιάζει ως σκηνοθέτη είναι η δημιουργία μιας ταινίας πολύ σωματικής και ακατέργαστης, συμπαγούς και μερικές φορές ωμής, η οποία χρησιμεύει για να αναγεννηθούν ιδέες, να δημιουργηθεί χάος.  

Ο πρωταγωνιστής ίσως να υποφέρει από κάποιο μετατραυματικό στρες, ωστόσο είναι η ίδια η ζωή που του το προκαλεί και για αυτό προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν του, αποκηρύσσοντας εβραϊκές λέξεις και ανακαλύπτοντας νέες, γαλλικές… Την ίδια στιγμή, η ταυτότητα του είναι βαθιά εγγεγραμμένη στο σώμα του και αυτό φαίνεται παντού πάνω στο κορμί του. Ενδεχομένως γι’ αυτό προσπαθεί να το καταστρέψει ευθύς εξαρχής: πρώτα εκθέτοντας το στην παγωνιά – εν είδει συμβολικού θανάτου – έπειτα μένοντας χωρίς τροφή και, τέλος, εκδίδοντας το. Παρ’ όλες τις προσπάθειες, το σώμα του αρνείται να εξαφανιστεί και, ακριβώς τη στιγμή που το έχει ευτελίσει, περιέργως, αρχίζουν εβραϊκές λέξεις να βγαίνουν πάλι από το στόμα του. Αυτός ο χαρακτήρας είναι ένα είδος περιπλανώμενου σχίσματος.

Η ταινία βασίζεται στα προσωπικά μου βιώματα, δεκαεπτά χρόνια πριν. Σχεδόν κάθε σκηνή της ταινίας έχει όντως συμβεί στην πραγματικότητα, αλλά παράλληλα θέτει και υπαρξιακά ερωτήματα που αφορούν καθέναν μας: κατά πόσο είμαστε σκλάβοι του παρελθόντος μας και του τόπου καταγωγής μας, αντί για ελεύθερα πλάσματα; Θέλουμε στα αλήθεια αυτή την ελευθερία; Μπορούμε πραγματικά να μεταμορφωθούμε σε κάποιον άλλον;

«Επικίνδυνες Κυρίες»  

(Hustlers)         

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λορίν Σκαφάρια
  • Με τους: Κόνστανς Γου, Τζένιφερ Λόπεζ, Τζούλια Στάιλς, Λίλι Ράινχαρτ, Λίζο, Κάρντι Μπι
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Μια παρέα από γυναίκες στρίπερς στην Νέα Υόρκη που κατά  την περίοδο της  οικονομικής κρίσης του 2008 βλέπουν τους πελάτες τους και τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται. Με αρχηγό τη φιλόδοξη χωρισμένη μητέρα Ντέστινι (Κόνστανς Γου – καλή) και με τη βοήθεια της βετεράνου στρίπερ Ραμόνα (Τζένιφερ Λόπεζ – καλή)  θα ενώσουν τις δυνάμεις τους κλέβοντας και εξαπατώντας πλούσιους άντρες της Γουόλ Στριτ.

Το σχέδιο τους δουλεύει με μεγάλη επιτυχία μέχρι που τα πράγματα αρχίζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου.

Σενάριο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που δημοσιεύθηκαν σε άρθρο της δημοσιογράφου Τζέσικα Πλέσερ στο New York Magazine με τον τίτλο: «The Hustlers at Scores». Μια παρέα από θεογκόμενες στρίπερς αποφασίζουν να «ελαφρύνουν» τους τραπεζικούς λογαριασμούς των golden boys και να πιάσουν την καλή. Ε, και; Μπράβο και μια χαρά έπραξαν. Ωραίες γυναίκες δίπλα σε μπουνταλάδες, φλώρους άνδρες, που μόνο στον ύπνο τους συναναστρέφονται τέτοιες υπάρξεις, αδειάζουν τα πορτοφόλια τους, φουλ ναρκωμένοι από υπνωτικά.

Η κατασκευασμένη κατάρρευση της Lehman Brothers και η φτωχοποίηση της Αμερικής, μετέπειτα της Ευρώπης, ενεργοποίησε το δαιμόνιο, γυναικείο μυαλό και τα κορίτσια της πιάτσας είπαν να βγάλουν λεφτουδάκια, στοχοποιώντας άνδρες. Τώρα, εάν μέσα στα θύματα υπήρξαν και παράλληλες απώλειες, δηλαδή κάποιοι οικογενειάρχες με υποθήκες, απλήρωτα δάνεια και οικογενειακές υποχρεώσεις που έκαναν την εταιρική πιστωτική κάρτα χαρτοπόλεμο για τα μάτια μιας Ντάιμοντ και μιας Ντέστινι, ας πρόσεχαν τα αγοράκια που άπλωναν τα χέρια και τα ποδαράκια τους.     

Το out of the blue της υπόθεσης στην ταινία της μετριότατης σκηνοθέτιδας Λορίν Σκαφάρια είναι, ότι βάζει την pole dancer Τζένιφερ Λόπεζ με το εξωτικό όνομα Ραμόνα να ασκεί, αλάνικα μεν, κριτική δε κοινωνική στις Η.Π.Α., του στιλ: «Όλη η χώρα είναι ένα στριπτιτζάδικο», «πάρτους τα λεφτά αφού μας τα έχουν πάρει» κι άλλα τέτοια δυναμικά, φυσικά, εν μέσω αγορών πανάκριβων, γυναικείων επώνυμων αξεσουάρ, ενδυμάτων και υποδημάτων.

Ο λόγος που έγινε ταινία τελικά αυτό το γεγονός άνευ σημασίας, είναι ο χορός της J.Lo στην μπάρα (pole dancing) με τα νέα «πειραγμένα» οπίσθια της σε εκπληκτικές performance. That’s all!

 «Maleficent: Η Δύναμη του Σκότους»    

(Maleficent: Mistress of Evil)   

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019) με ελληνικούς υπότιτλους, μεταγλωττισμένη και 3D
  • Σκηνοθεσία: Χοακίμ Ρένινγκ
  • Με τους: Τερέζα Μαχόνι, Αντζελίνα Τζολί, Ελ Φάνινγκ, Μισέλ Φάιφερ, Τζούνο Τεμπλ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

H Mαλέφισεντ (Αντζελίνα Τζολί – καλή) και η βαφτιστήρα της Ορόρα (Ελ Φάνινγκ – καλή) έρχονται αντιμέτωπες με περίπλοκους οικογενειακούς δεσμούς -που ενώ τις φέρνουν κοντά την ίδια στιγμή τις ωθούν σε αντίθετες κατευθύνσεις- με αφορμή μία γαμήλια τελετή και την εμφάνιση απρόσμενων συμμάχων και σκοτεινών, πρωτόγνωρων δυνάμεων.

Ο μεγάλος εχθρός της Μαλέφισεντ είναι η διπρόσωπη βασίλισσα Ίνγκριθ (Μισέλ Φάιφερ – καλή), που προσπαθεί αν κρατήσει μακριά την Ορόρα από την νονά της Μαλέφισεντ.

Έπειτα από την μεγάλη εισπρακτική επιτυχία του 2014, το ντισνεϊκό, κινηματογραφικό παραμύθι αποκτά sequel με πρωταγωνίστρια ξανά την Αντζελίνα Τζολί, αλλά δίχως τον εμπνευσμένο και δις βραβευμένο με Όσκαρ στα Ειδικά Εφέ Ρόμπερτ Στρόμπεργκ, του οποίου σκηνοθετικό ντεμπούτο είναι η  Mαλέφισεντ. Στο σκηνοθετικό τιμόνι μπαίνει τώρα ο Νορβηγός σκηνοθέτης Χοακίμ Ρένινγκ του τελευταίου, «πεθαμένου»,  κεφαλαίου των «Πειρατών της Καραϊβικής: Η εκδίκηση του Σαλαζάρ», αλλά και του «Κον Τίκι».

Εφέ στο φουλ, περιπέτεια και δράση, μαγεία, μυθικά πλάσματα και νεράιδες θα κρατήσουν, πιθανώς, το ενδιαφέρον των μικρών θεατών σε εγρήγορση με την Αντζελίνα πιο σατανική από ποτέ.

Ένα παραμύθι ειπωμένο από φλύαρο αφηγητή που δημιουργεί περισσότερο θόρυβο παρά ατμόσφαιρα.     

«Ψηλά τα μάτια να ατενίζουν τα βουνά των ονείρων», Οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 7

Γεμάτο σταυροδρόμια είναι η πορεία της ζωής όχι σταυροδρόμια καταστάσεων, αλλά συναντήσεων. Στις διακλαδώσεις κατάλληλων στιγμών ανταμώνεις με ανθρώπους σαν προγραμματισμένο ραντεβού, που δεν ενθυμείσαι το πότε και αν το έκλεισες. Κι όμως, το χρονικό σημείο είναι καίριο, όπως και οι άνθρωποι με τους οποίους θα συναντηθείς είναι εξ’  ίσου σημαντικοί. Ακόμα και αυτοί που σου κάνουν την ζωή δύσκολη, αφόρητη, τους μισείς, τους απεχθάνεσαι είναι μια χαρά μαθήματα, μπορεί ακόμα να είναι και σπουδαίοι δάσκαλοι.

Η Δέσποινα ήταν αυτή που πλησίασε τον Ορφέα εντελώς κινηματογραφικά, όταν εκείνος ήταν χαμένος στον μαίανδρο ενός γρίφου τόσο δυνατού που κυριολεκτικώς δεν έβρισκε την λύση του, με αποτέλεσμα να κάνει άσκοπους κύκλους και συνεχώς να βρίσκεται στο ίδιο σημείο. Βρέθηκαν σε ένα νησί του Αιγαίου κάποιο φθινοπωρινό μεσημέρι με ησυχία στον τόπο και τον ήλιο να κρατάει πεισματικά το θερινό φως.

Ο Ορφέας ήταν με την αγαπημένη του, την Πασχαλίτσα και η Δέσποινα ήταν αυτό που λέμε η «μάγισσα». Μην τρομάζετε! Δεν μεταμόρφωνε τους ανθρώπους σε βατράχια και κουνάβια, ούτε κατασκεύαζε επικίνδυνα φίλτρα και ελιξίρια σε χάλκινες χύτρες ικανά να ελέγχουν τις διαθέσεις και τις ανθρώπινες επιθυμίες. Ήταν  κάτι σαν ιέρεια, κάτι σαν δασκάλα που γνώριζε καλά την «μαγεία» της ζωής.

Τίποτα το τυχαίο, ως γνωστόν, δεν συμβαίνει στην ανθρώπινη πορεία και έτσι οι δυο τους συναντήθηκαν πριν αρκετά χρόνια όταν ο νέος και ορφανός από γονείς Ορφέας ανακάλυψε τα μυστήρια του ανθρώπου και της Γης, προ πάντων όμως, την αγάπη και τον σεβασμό από την Δέσποινα, που τον επέλεξε και τον δίδαξε με υπομονή, στοργή αλλά και πειθαρχία. Χωρίς να είναι η μητέρα του, χωρίς να είναι κάποια επιστήθια φίλη του, ο νεαρός και «άπιστος» Ορφέας την εμπιστεύτηκε, ένοιωθε ασφαλής και στα πολλά χρόνια της γνωριμίας τους έμαθε πράματα και θάματα κοντά της.

Το κυριότερο ήταν ό,τι πρώτα έλυσε τον ακατανόητο, δικό του γρίφο και βρήκε την έξοδο από τον μαίανδρο που ήταν εγκλωβισμένος. Κατάφερε να διασχίσει τις ημιφωτισμένες κατακόμβες των μυστηρίων και να αναδυθεί στην επιφάνεια της ζωής, δίνοντας τις προσωπικές του μάχες στην αγρίλα της καθημερινότητας. Ταξίδεψε όσο κανένας άλλος σε κόσμους απλησίαστους, άγνωστους, βαθιά φυτεμένους στον αθέατο χάρτη του Κόσμου. Έμαθε να μην κρίνει τους ανθρώπους γιατί συνειδητοποίησε, πως για κάποιους, ο ίδιος, σίγουρα θα είναι ο κακός και ο μισητός. Εργάσθηκε εντατικά όχι πάντα με επιτυχία όπως αναφέρει, με τον εαυτό του, τούς θυμούς, τους εγωισμούς του και φυσικά αγκάλιασε τα προτερήματα του, συνάπτοντας ιερή συμμαχία να ζει ειρηνικά με τα αδιόρθωτα ελαττώματα του. Μέσα από τις μάχες που έδινε, αν και τις περισσότερες φορές ήταν ο ηττημένος της υπόθεσης, ενδύθηκε το «άφοβον». Κάθε ήττα και ένα καλό μάθημα γι αυτόν, μια σπουδή, μια γνώση στην ζωή, ακόμα και δύναμη για να συνεχίζει, αφού πάνω απ΄ όλα ήταν ζωντανός, ρωμαλέος, άφοβος και υγιής.

Άπειρες μάχες έδωσε και το σώμα του στολίστηκε από τραύματα, ολούθε. Επιπόλαιες πληγές, άλλοτε από απροσεξία και άλλοτε από λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές. Η Δέσποινα όμως δεν φώναζε ποτέ στον Ορφέα, δεν τον τιμωρούσε για τα λάθη του, δεν τον εγκατέλειπε. Ο Ορφέας συνεχώς μάθαινε, μόνος πια χωρίς την Πασχαλίτσα του, γιατί σε μια τυφλή σύγκρουση με τον πυρωμένο φύλακα του σκότους του σε λασπωμένο πεδίο την έδιωξε από κοντά του. Τότε όρμησε, πιθανώς θαρραλέα, πιθανώς απρόσεκτα και εγωιστικά, στον τρομακτικό, μαύρο κυκλώνα για να φτάσει ακριβώς στο τεράστιο, αδηφάγο «μάτι» του και να το κοιτάξει με ψυχή και θάρρος. Αυτό ήθελε, να συγκρουστεί με την ψευδαίσθηση και να την κατανοήσει έως το μεδούλι των οστών του.

Σε αυτό το σταυροδρόμι της ζωής, όταν επέστρεψε διαλυμένος αλλά ζωντανός, γνώρισα προσωπικά τον γείτονα Ορφέα στην διαδρομή του αστικού λεωφορείου μας, πριν τέσσερα χρόνια, επίσης σε μια δύσκολη, προσωπική μου περίοδο. Η γνωριμία μας έφερε μπροστά τις ζωές μας, έτσι σιγά σιγά και αφού κτίστηκε η εμπιστοσύνη ανάμεσά μας άρχισε να αφηγείται την μικρή μεγάλη ιστορία του με την Δέσποινα.

Άκουγα προσεκτικά, με τα μάτια και τα ώτα τεντωμένα, για τα «ταξίδια» τους, τους πολέμους του. Πληγωμένος για πολλοστή φορά, σήμερα είναι κρυμμένος, μόνος στο κουκούλι τού προσωπικού του μετασχηματισμού. Η αιτία είναι, πως καμιά σύντροφος του, αν και αγάπησε και αγαπήθηκε με πάθος, όπως λέει τουλάχιστον, δεν κατάφερε να ισορροπήσει την θεϊκή του τρέλα για γνώση με το να λειτουργεί ορθά στο γήινο πεδίο, σαν να είναι ον από άλλο κόσμο. Αυτό ήταν ασήκωτο για τον μεταφυσικό ρεαλισμό του γυναικείου ψυχισμού και στον γοό των μαχών του το χέρι του Ορφέα έμενε πάντα άδειο στον τοξικό αέρα της μοναξιάς. Το υποστηρίζει με παρρησία, πως αρκετές φορές φέρθηκε ανόητα και εγωιστικά με τις συντρόφους τους. Έτοιμος όμως είναι να ξεκινήσει πάλι τους αγώνες του μόλις ιαθεί, να το φτάσει το θέμα έως το τέλος του με όποιο κόστος. Ήταν, λέει, η υπόσχεση που έδωσε στην δασκάλα του.

Η Δέσποινα του, όπως την αποκαλούσε, έφυγε κι εκείνη, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, για το ταξίδι τής επιστροφής στην μεγάλη πατρίδα σε ηλικία 95 χρόνων το προηγούμενο βράδυ και δεν θα δει την νίκη του Ορφέα, εάν υπάρξει νίκη σε αυτή τη ζωή, αλλιώς στην επόμενη. Σίγουρα, όμως θα νιώσει το σθένος του εκεί που βρίσκεται και, εάν και εφόσον υπάρχει ακόμα, έστω στο ελάχιστο, κάποιο ίχνος ανθρωπίλας στην οντότητά της, τότε θα στείλει ένα μειδίαμα χαράς στον Ορφέα, τον μαθητή της. Πήγαμε μαζί στην εξόδιο ακολουθία της αγαπημένης του Δέσποινας γιατί ήταν συντετριμμένος και θεώρησα ότι χρειάζεται κάποιον δίπλα του σε αυτή την βαριά στιγμή της απώλεια του σαν να κλείνει ένα τρανό κεφάλαιο της ζωής του. Προσφέρθηκα να τον συνοδεύσω για παρέα και δεν το αρνήθηκε.

«Είναι κουτό κι ανώφελο να στεναχωριέμαι τόσο, αφού θα συναντηθούμε ξανά», είπε καθ΄ όδον για το κοιμητήριο και φόρεσε τα μαύρα γυαλιά ηλίου για να μην γυαλίζουν τα μάτια του από το υγρό συναίσθημα, που έκτιζε λεπτή, εύθραυστη μεμβράνη γύρω από το ασπράδι τους.

Ήταν αμίλητος από εκεί και έπειτα, είτε ήμασταν στο χώρο της εκκλησίας, είτε κατά την ταφή, είτε στο τέλος της διαδικασίας στο κυλικείο για τον καφέ. Χαιρέτισε πολλούς, σχεδόν όλους. Τον ήξεραν, χάρηκαν που τον είδαν ξανά. Κάποιοι, πάλι, προσπάθησαν να του μιλήσουν, αλλά ο Ορφέας με τον τρόπο του δεν έδωσε το δικαίωμα και τους κράτησε σε απόσταση για δικούς του λόγους. Στον δρόμο για το σπίτι, λίγο πριν φτάσουμε, χαμογέλασε και δίχως να με κοιτάξει μίλησε: «Είχα να δω την Δέσποινα κοντά μια δεκαετία. Σταματήσαμε να μιλάμε και κόψαμε τις επαφές. Σπάνια της τηλεφωνούσα».

«Γιατί;», ρώτησα με απορία.

«Με έδιωξε από κοντά της, Γιώργο», απάντησε κοφτά και σταμάτησε, μαθαίνοντας κάτι που δεν το ήξερα. Θεώρησα αγενές να επιμείνω να μάθω τους λόγους, οπότε δεν έβγαλα άχνα.

«Αισθάνθηκε πως είμαι απειλή», συνέχισε από μόνος του. «Νομίζω, πως δεν κατάφερα να σταθώ στο ύψος των απαιτήσεων και με εγκατέλειψε».

Σκέφτηκα, εάν είναι φρόνιμο να ανοίξω διάλογο ή να σταματούσα τις ερωτήσεις, αλλά, γαμώτο, δεν άντεξα: «Ήσουν απειλή, Ορφέα;»

«Πιθανώς. Τόσα χρόνια μαζί της, με όλα όσα πρόσφερε σε μένα, θα έπρεπε να διαχειρίζομαι την ζωή μου με σωφροσύνη. Απ΄ ότι φαίνεται δεν τα κατάφερα. Συνεχώς δίνω μάχες σε έναν πόλεμο που φαίνεται ίδιος. Κάτι δεν έγινε σωστά ή κάτι κάνω λάθος, αλλιώς δεν εξηγείται η επανάληψη. Ο αμαθής άνθρωπος είναι άκρως επικίνδυνος, Γιώργο, αλλά και ο άνθρωπος με γνώση φέρει τεράστια ευθύνη».

«Αισθάνομαι, πως είσαι υπερβολικός και λόγω της ημέρας συναισθηματικά φορτισμένος. Μια οντότητα σαν την Δέσποινα, όπως τόσο καιρό την περιγράφεις σε μένα, δεν θα σε έδιωχνε από κοντά της επειδή είσαι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Κάτι άλλο είχε κατά νου», αποκρίθηκα, πιστεύοντας ακράδαντα, πως πράγματι κάτι άλλο συνέβη για να χωρίσουν τόσο απράξενα ο μαθητής και η δασκάλα του.

«Όλοι όσοι ήταν κοντά της μάθαιναν, έπαιρναν από εκείνη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και στο τέλος οι μισοί από δαύτους την κούρασαν, την άδειασαν και οι άλλοι μισοί, δυστυχώς, την πρόδωσαν. Ήταν όλοι τους εκεί, τους είδες Γιώργο; Αυτή ήταν η μύχια πίκρα της. Η προδοσία τους. Εκτός από εμένα. Ποιος ξέρει. Ίσως να την πρόδιδα και ‘γω εάν δεν με έδιωχνε από κοντά της».

Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο. Ανοίξαμε στα γρήγορα την πόρτα του σπιτιού με σκοπό να παραγγείλουμε τηλεφωνικώς το γεύμα μας, καθότι η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα και πεινούσα σαν λιοντάρι του βουνού. Ο Ορφέας δεν ήθελε να βάλει τροφή στο σώμα του, οπότε έφτιαξα στα γρήγορα ένα σάντουιτς. Με τα μαύρα γυαλιά ακόμα στα μάτια ρίχτηκε μονοκόμματα στην πολυθρόνα τού σαλονιού αμίλητος, δίπλα στο παράθυρο, ελαφρά στραμμένο το κεφάλι του στο φθινοπωρινό, μουντό απόγευμα. Το μόνο που διέκρινα στο ανέκφραστο, ακίνητο πρόσωπο του ήταν δάκρυα, πολλά δάκρυα να χαράζουν τα ζυγωματικά του και να σκάνε με φόρα στο σκούρο σακάκι.

«Ο δάσκαλος επιλέγει τον μαθητή και όχι ο μαθητής τον δάσκαλο», είπε ξαφνικά κατά τις δωδεκάμισι το βράδυ, εξορίζοντας την σιωπή του χώρου. «Μεγάλο το ρίσκο για τον δάσκαλο. Ο μαθητής με την συμπεριφορά και τις σκέψεις του έχει την δύναμη να τον εξυψώσει στα σύμπαντα ή να τον ρίξει στην άβυσσο για πάντα. Αυτή είναι η μεγάλη εξουσία του μαθητή απέναντι στον δάσκαλο του. Είναι ένα επικίνδυνο, οπλισμένο «όπλο». Αυτός είναι και ο μέγας τρόμος του δασκάλου: η συμπεριφορά και η πρόοδος του μαθητή του. Η διάκριση, τελικά είναι η ύψιστη γνώση της ζωής. Ο ολόφωτος δρόμος της Ελευθερίας. Η δύναμη να βλέπεις πέρα από αυτό που κοιτάς. Κοιτάμε αλλά δεν βλέπουμε, Γιώργο! Η Δέσποινα με έδιωξε για να με σώσει από την πτώση που ακολούθησε γύρω της. Ήμουν η απειλή για κάποιους όχι για εκείνη. Με προστάτευσε, πραγματικά. Το πήρε όλο επάνω της!» Σηκώθηκε σαν έλασμα από την πολυθρόνα, τράβηξε τα μαύρα γυαλιά από το πρόσωπο του, έβγαλε το σκούρο σακάκι και με κοίταξε με ένα απαλό χαμόγελο που έπινα καφέ, κάπνιζα και διάβαζα στον καναπέ απέναντι του. Κοίταξα τα φτερά του να βγαίνουν ξανά στις πλάτες του. Δεν απάντησα.

«Θα φτιάξω αυγά τηγανητά με μπόλικες πατάτες τηγανητές μια πλούσια σαλάτα, θα πιούμε και καλό κρασί τέτοια μέρα που είναι. Τώρα, πείνασα και δίψασα μαζί. Θα μου κάνεις παρέα, έτσι;» πρότεινε ήρεμα και πριν λάβει την απάντηση μου, με μια κίνηση πέταξε έως την κουζίνα.

Ευχαριστώ τον Ορφέα για την ελευθερία να δημοσιεύσω το παραπάνω κείμενο.       

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα»

(Werk ohne Autor / Never Look Away)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ
  • Με τους: Τομ Σίλινγκ, Σεμπάστιαν Κοχ, Πόλα Μπίρ, Σάσκια Ρόζενταλ
  • Διάρκεια: 188’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Κουρτ μαζί με την αγαπημένη του, νεαρή και όμορφη θεία του, Ελίζαμπεθ (Σάσκια Ρόζενταλ – πολύ καλή), απολαμβάνουν την πολιτιστική εκδρομή τους στα μουσεία της όμορφης Δρέσδης του 1937. Το Τρίτο Ράιχ, ξεκινάει το πρόγραμμα ευγονικής και κάθε τι παράταιρο, ιδιαίτερο και μη Άρειο πρέπει να εξαφανιστεί. Η Ελίζαμπεθ, που εκφράζει την ομορφιά, την Τέχνη, την ευαισθησία μαζί και την τρέλα, κατά τους ναζιστές και δη από τον αλύγιστο ναζί γιατρό Καρλ Σίμπαντ (Σεμπάστιαν Κοχ – πολύ καλός) είναι ο προβληματικός φορέας ζωής. Η κοπέλα οδηγείται στο άσυλο και από εκεί στην εξόντωση.

Η Δρέσδη ισοπεδώνεται από τους συμμάχους το 1945, ο ναζισμός πέφτει, ο πόλεμος σταματάει, η Γερμανία χωρίζεται σε δυτική και ανατολική και ο έφηβος Κουρτ (Τομ Σίλινγκ – καλός) σπουδάζει ζωγραφική στην ανατολική πλευρά της χώρας. Ερωτεύεται την Έλι (Πόλα Μπίρ – πολύ καλή) και γνωρίζει τον αυστηρό πατέρα της που είναι ο γιατρός και πρώην ναζί Καρλ Σίμπαντ, ο οποίος απολαμβάνει τα οφέλη του ρώσικου σοσιαλισμού ως σπουδαίος μαιευτήρας του νέου, πολιτικού συστήματος, ενώ απεχθάνεται τον φίλο, ζωγράφο της κόρης του, καθώς ο νεαρός είναι χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. 

Ο Κουρτ και η Έλι παντρεύονται και διαφεύγουν στην Δυτική Γερμανία για να αρχίσουν μια νέα ζωή στον αέρα της ελευθερίας και των Τεχνών.  

Είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία μεγάλου μήκους του 46χρονου, βραβευμένου, Κολωνού σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, που το 2006 ντεμπουτάρισε στην μεγάλη οθόνη, τινάζοντας την μπάνκα του καλλιτεχνικού σινεμά στον αέρα με το αριστούργημα: «Οι Ζωές των Άλλων» (Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας).

Τέσσερα χρόνια μετά και ενώ οι Αμερικάνοι έτριβαν τα χέρια τους, θεωρώντας πως κρατούν στα χέρια τους τον νέο Φρανκ Κάπρα ή τον Τζόζεφ Μάκιενβιτς, στάζουν μονέδα, προσφέρουν την άνεση και τα μέσα στον Ντόνερσμαρκ για να γυρίσει τον χλιαρό έως νερόβραστο, χολιγουτιανό «Τουρίστα» με τους σούπερ σταρ: Τζόνι Ντεπ και την Αντζελίνα Τζολί. Η έλλειψη του αέρα της Κολωνίας, η απουσία της αύρας του Ρήνου είναι αισθητά τόσο στην οπτική, όσο και στην διάθεση του Γερμανού κινηματογραφιστή στην «τουριστική» ταινία, που πιστέψαμε, ότι οι «Οι Ζωές των Άλλων» είναι το πυροτέχνημα ενός ακόμα σκηνοθέτη που θα συναντήσει τα έδρανα της λήθης.

Ξοδεύτηκαν οκτώ χρόνια, από τον «Τουρίστα» και ο πανύψηλος, αριστοκράτης Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, παρότι διαμένει μόνιμα στο Λος Άντζελες, επί τροχάδην επιστρέφει καλλιτεχνικά στην πατρίδα του και μας παρουσιάσει την ταινία «Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα». Φίνο σινεμά στο είδος του κοινωνικού δράματος ιστορικής περιόδου με έντονα βιογραφικά στοιχεία από την ζωή του μεγάλου εικαστικού της Αλεμάνης, του Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Και ο σκηνοθέτης αρχίζει να βρίσκει τον εαυτό του, γράφοντας και το σενάριο.

Το κινηματογραφικό οικοδόμημα του Ντόνερσμαρκ στην ταινία του είναι η τέχνη και η πολιτική, να εκτυλίσσονται σε ισοδύναμα μέρη στο σενάριο. Μέσα στο πραγματικά όμορφο και ατμοσφαιρικό περιβάλλον (στην παραγωγή ξανά ο Κίριν Μπέργκ από τις «Ζωές των Άλλων»), ο Γερμανός σκηνοθέτης, που είναι ένας στρωτός story teller, οργανώνει την τραγική, ερωτική ιστορία δυο νέων αηδιασμένων από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθότι έζησαν έναν μεγάλο πόλεμο, την ισοπέδωση της πόλης τους, τον απόηχο των συνεπειών των ναζιστικών εγκλημάτων, τον διαμελισμό της χώρας τους και την βίαιη αναμόρφωση από το σταλινικό καθεστώς.

Από την αρνητική προπαγάνδα του Τρίτου Ράιχ στην Τέχνη σε κάθε τι μοντέρνο και καινοτόμο, περνάμε στο ανατολικό, καλλιτεχνικό κύμα του σοβιετικού ρεαλισμού για να καταλήξουμε στην δυτικότροπη ελευθερία της όποιας καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ο Ντόνερσμαρκ ταξινομεί σε τρεις σημαντικές δεκαετίες ιστορικά, πολιτισμικά πολιτικά και πολιτιστικά γεγονότα με ωραιότατο τρόπο, αισθαντικά δεμένα με την μουσική του εμπνευσμένου Γερμανού Μαξ Ρίχτερ («Ad Astra», «Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου») και η ταινία, παρότι είναι διάρκειας τριών ωρών, δεν κουράζει καθόλου.

Η πορεία του νεαρού καλλιτέχνη στο σενάριο είναι εμπνευσμένη και όχι βασισμένη, από την ζωή του σπουδαίου Γερμανού, εικαστικού Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ενώ η κριτική που ασκείται στα δυο ολοκληρωτικά καθεστώτα, αυτό του ναζισμού και του κομουνισμού, θα έλεγα, ότι δεν ξεπερνάει τα ήδη γνωστά.

Το βαρύ σχόλιο από τον σκηνοθέτη προς την μεριά της βαθιάς Εσπερίας, καθώς είναι βέρος Γερμανός και από αριστοκρατική οικογένεια, καταφθάνει όταν αποτυπώνει σε ελάχιστα, νυχτερινά πλάνα, με την απίθανη φωτογραφία του βετεράνου, Αμερικανού Κέιλεμπ Ντεσανέλ (έξι φορές υποψήφιος για Όσκαρ) τον φρικιαστικό, άνευ πολεμικού ερείσματος, βομβαρδισμό, από τα «συμμαχικά» αεροπλάνα, της «Βενετίας του Έλβα» όπως αποκαλούσαν την πανέμορφη Δρέσδη (πόλη γέννησης του Γκέρχαρντ Ρίχτερ).

Ο γερμανικός λαός δεν θα ξεχάσει ποτέ, όσες γενιές κι αν περάσουν, την 13η και την 14η Φεβρουαρίου 1945, την διήμερη, εγκληματική ενέργεια από τα αγγλο-αμερικάνικα βομβαρδιστικά και τους 120.000 αμάχους νεκρούς, μιας πόλης ανυπέρβλητης πολιτιστικής αξίας. Η ισοπέδωση της Δρέσδης τοποθετήθηκε ιστορικά, ως κορυφαίο, έγκλημα πολέμου, ισότιμα με την Χιροσίμα, δίχως φυσικά να ανοίξει ρουθούνι και για τις δυο επονείδιστες πράξεις προς το τέλος του πολέμου. Ο συγγραφέας Κουρτ Βόνεγκατ στο βιβλίο «Σφαγείο Νο 5» αποτυπώνει ρεαλιστικά και πραγματικά το ιστορικό γεγονός, το οποίο γυρίστηκε και σε ταινία το 1972 σε σκηνοθεσία του Τζορτζ Ρόι Χιλ.

Το πρόσωπο του ναζί γιατρού που υποδύεται εξαιρετικά ο Σεμπάστιαν Κοχ («Οι Ζωές των Άλλων», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι») είναι η μεγάλη αλήθεια στην νεότερη ιστορία του πλανήτη, για το πόσα σε αριθμό φρικιαστικά, ναζιστικά κτήνη και εν γένει ανθρωποκτήνη, κατάφερνουν να την «βγάζουν λάδι» για τα εγκλήματα τους, απολαμβάνοντας, μάλιστα, μια ζωή δίχως να έχουν συνειδητοποιήσει το παραμικρό για το κακό που προκάλεσαν.

Το κτήνος είναι πάντα κτήνος ακόμα και στην ίδια την οικογένεια του και εξαιρέσεις δεν κάνει. Και εδώ ο Ντόνερσμαρκ αφήνει τα ίδια περιθώρια δράσης στο καθαρό οξυγόνο της λύτρωσης, χρησιμοποιώντας ξανά την Τέχνη, αυτή την φορά από την δύναμη ενός ζωγραφικού έργου, ως το μέσο της θεϊκής παρέμβασης, όπως συνέβη και στις  «Ζωές των Άλλων» με την μουσική του Γκαμπριέλ Γιαρέντ και την «Σονάτα Ενός Καλού Ανθρώπου».

Το ζευγάρι Τομ Σίλινγκ (Oh Boy) και Πόλα Μπίρ (Φράντς) δένει καλούτσικα στην οθόνη, ενώ τις εντυπώσεις τις κλέβει, σάνβουαρ, η παρουσία της πανέμορφης, Γερμανίδας Σάσκια Ρόζενταλ (Τα Παιδιά του Πολέμου).

   «Οροσειρά των Ονείρων»

(La cordillère des songes  / The Cordillera of Dreams)

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Χιλή, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Πατρίσιο Γκουζμάν
  • Φωτογραφία: Σαμουέλ Λαχού
  • Μουσική: Μιράντα ι Τομπάρ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ κανών 2019

Έπειτα από το αριστουργηματικό «Νοσταλγώντας το Φως» (2010) και το βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» (2015), ο Πατρίσιο Γκουσμάν προσανατολίζει αυτή τη φορά τη sui generis ματιά του στην Κορδιλιέρα, την χαρακτηριστική οροσειρά των Χιλιανών Άνδεων.

Με σημείο αναφοράς ένα ακόμα χαρακτηριστικό φυσικό γνώρισμα μιας πατρίδας που ελάχιστα πλέον αναγνωρίζει και παραμένοντας ολοκληρωτικά δοσμένος στο ιδανικό της με κάθε έννοια αλήθειας, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ποιητικού και του πολιτικού σινεμά τεκμηρίωσης συνεχίζει μια μοναδική εξερεύνηση στο λεπτό αυτό σύνορο όπου συναντιούνται ο χρονικά αμελητέος ανθρώπινος παράγοντας με την άχρονη φύση.

Το πόσο άρρηκτα είναι συνδεδεμένο το Σαντιάγο και γενικότερα η Χιλή με την Κορδιλιέρα των Άνδεων, ο Πατρίσιο Γκουζμάν το προσφέρει απλόχερα στον θεατή από το πρώτο πλάνο τού ντοκιμαντέρ. Ο θεόρατος πέτρινος όγκος, ανυπέρβλητης ομορφιάς, κρατάει στην αγκαλιά του μια ολόκληρη χώρα, άλλοτε προστατεύοντας την και άλλοτε τιμωρώντας την. Ο Γκουζμάν στην Γαλλία που διαμένει μετράει νοσταλγικά την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από την χώρα που αγαπάει, μέσα από την ιστορία και τον πολιτισμό της πατρίδας του, βάζοντας στο κινηματογραφικό κάδρο την «οροσειρά των ονείρων».

Η επιβλητική Κορδιλιέρα είναι φτιαγμένη από το υλικό των ονείρων και ο άνεμος Ράκο που διασχίσει τις κορφές και τις τραχιές βουνοπλαγιές της απλώνεται στην κοιλάδα σαν τραγούδι και αυτό το διαπιστώνει η Χιλιανή μουσικός και τραγουδίστρια Χαβιέρα Παρά. Ποιητικός πάντα ο Γκουζμάν και σε αυτό το ντοκιμαντέρ, αφήνει τους Χιλιανούς καλλιτέχνες συμπατριώτες του να μιλήσουν για την επιρροή της οροσειράς στην ζωή του τόπου.

Ο διάσημος ζωγράφος Γκιγιέρμο Μουνιόζ, που έχει ζωγραφίζει την Κορδιλιέρα στο χιλιανό μετρό, να  βλέπουν καθημερινά οι άνθρωποι τα χρώματα των βουνών, ο γλύπτης Φρανσίσκο Γκαθιτούα αναφέρεται στις δυνάμεις που ασκούν τα πετρώματα, αλλά και ο κινηματογραφιστής Πάμπλο Ζάλας, που έζησε από πρώτο χέρι το καθεστώς Πινοσέτ όταν φυλακίστηκε και βασανίστηκε, όλοι τους κρατούν στην ψυχή τους σαν κορώνα την θεϊκή υπόσταση της χιλιανής Κορδιλίερας.

Σε συνέχεια των βραβευμένων «Νοσταλγώντας το Φως» και του  «Μαργαριταρένιου Κουμπιού», ο σπουδαίος Χιλιανός σκηνοθέτης ολοκληρώνει την υπέροχη τριλογία της ιστορικής μνήμης με την «Οροσειρά των Ονείρων», εκεί στο σπίτι που γεννήθηκε, μετά στο άλλο σπίτι που μεγάλωσε και έφτιαξε το πρώτο του ντοκιμαντέρ «Η Μάχη της Χιλής» το 1975, γνωρίζοντας την παγκόσμια καταξίωση, όλα να συμβαίνουν κάτω από το αιώνιο βλέμμα του θεού-βουνό.

Υπέροχη δουλειά για μια φορά ακόμα από τον ευαίσθητο Πατρίσιο Γκουζμάν. Μην το χάσετε, ο δροσερός αέρας των Άνδεων είναι βάλσαμο στο κινηματογραφικό τοπίο.   

«Ο Κυνηγός της Νύχτας» 

(Nomis)

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ρέιμοντ
  • Με τους: Χένρι Καβίλ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Αλεξάντρα Νταντάριο, Στάνλεϊ Τούτσι.
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Ο αστυνομικός Μάρσαλ (Χένρι Καβίλ) με την βοήθεια του Κούπερ (Μπέν Κίνγκσλεϊ) ενός συνταξιοδοτημένου δικαστή και νυν τιμωρού διάφορων παιδόφιλων, συλλαμβάνουν έναν ψυχασθενή κατά συρροή δολοφόνο.

Τα πράγματα όμως στραβώνουν όταν αρχίζουν οι δολοφονίες αστυνομικών που εμπλέκονται στην σύλληψη του δολοφόνου. Ο Μάρσαλ μαζί με τηνψυχολόγο αστυνομικό Ρέιτσελ (Αλεξάντρα Νταντάριο), θα παίξουν κορώνα γράμματα την ζωή τους, αλλά και την ακεραιότητα των δικών τους ανθρώπων για να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω από τον δολοφόνο και τα εγκλήματα γυναικών που έχει διαπράξει.    

Ενδιαφέρον το θριλερικό σενάριο που δεν θα γράψουμε spoilers για να μην «κάψουμε» τις εκπλήξεις. Η σκηνοθετική απειρία του 40χρονου, Λονδρέζου Ντέιβιντ Ρέιμοντ είναι πασιφανής στην δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του. Οι προβληματικές της ταινίες αρχίζουν από το μοντάζ που δεν επιτρέπει να απλωθεί σωστά η ατμόσφαιρα της πλοκής, κοινώς να πάρει ανάσα η εικόνα για να κόψει τις ανάσες των θεατών από την αγωνία. Περισσότερο με video clip μοιάζει παρά με αστυνομικό θρίλερ.  

Ακολουθεί η απαράδεκτη ερμηνεία της ομορφούλας Αλεξάντρα Νταντάριο, με τα διαπερστικά μάτια, στον έναν από τους δυο ουσιαστικούς ρόλους, αυτού της ψυχολόγου και αναλύτριας προφίλ εγκληματιών. Από την γκομενοπαραλία του «Baywatch» και των γλυκανάλατων, ερωτικών κομεντί, η «τσακ μπαμ» μετάβαση στον ρόλο της Σαρλίζ Στάρλινγκ ως δεύτερη Τζόντι Φόστερ, θέλει πισινό και κομμάτι από άλλο πισινό για να επιτευχθεί, όπως αναφέρει και ο απλός λαός.

Ο Καναδός ηθοποιός Μπρένταν Φλέτσερ, παλεύει να βγάλει δική του περσόνα ψυχασθενούς δολοφόνου κατ΄ εξακολούθηση, λέμε τώρα, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να μην έχει χωνέψει την μια ντουζίνα διάφορων, κινηματογραφικών ψυχάκηδων, που, εμφανώς, αντιγράφει.  

Ο Χένρι Καβίλ ευγενικά και αξιοπρεπώς απαλλαγμένος από μπέρτα και σουπερμανικό κολάν, από την στιγμή που υποδύεται άψογα τον Σόλο στο «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.» του Γκάι Ρίστσι, αλλά και δίπλα στον Τομ Κρουζ στην τελευταία «Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση», ως αδίστακτος, psycho πράκτορας της CIA, δυστυχώς, εδώ στον ρόλο του αντικοινωνικού, αλλά έξυπνου ντετέκτιβ, δεν υπάρχει κάποιος να προσφέρει ένα χεράκι στον άνθρωπο για να τον ανεβάσει ελάχιστα από την κινούμενη άμμο της προχειρότητας. Ούτε ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, ούτε ο Στάνλεϊ Τούτσι που απλά διεκπεραιώνουν ρόλους. Ναι βρε, καλό σενάριο έχει η ταινία, που τραβάει θεατές, αλλά σκηνοθετικά συμπεριφέρεται ως αυτόχειρ και θάβεται από μόνη της.  

«Gemini Man»    

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άνγκ Λι
  • Με τους: Γουίλ Σμιθ, Μέρι Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ, Κλάιβ Όουεν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Ο πενηντάχρονος Χένρι Μπρόγκαν (Γουίλ Σμιθ) είναι ο συνταξιούχος δολοφόνος, που αναλαμβάνει κυβερνητικά συμβόλαια «εκκαθάρισης» και καταδιώκεται από τον εξίσου θανάσιμο 23χρονο κλώνο του. Ο Χένρι, μαζί με τους αδίστακτους συναδέλφους του, Ντάνι (Μαίρη Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ) και Μπάρον, βρίσκονται κυνηγημένοι καθώς διασχίζουν την υφήλιο αναζητώντας την αλήθεια.

Αυτό που ανακαλύπτουν θα αναγκάσει τον Χένρι να βρεθεί αντιμέτωπος με τους ανθρώπους που εμπιστευόταν και να αποφασίσει ποιανού η ζωή αξίζει περισσότερο, η δική του ή του κλώνου του;

Ο διπλό-βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ανγκ Λι («Η Ζωή του Πι», «Το Μυστικό του Brokeback Mountain»), οι παραγωγοί ταινιών περιπέτειας και απόλυτης δράσης, Τζέρι Μπρουκχάιμερ («Top Gun», «Αρμαγεδδών») και Ντέιβιντ Έλισον («Jack Reacher», «Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ»), καταλήγουν σε ένα πραγματικά τέλειο προϊόν του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους με τον Γουίλ Σμιθ να το φέρνει βόλτα, ως πραγματικός επαγγελματίας.

Τώρα, ό,τι έχετε δει σε Τζέισον Μπορν, Τζέισον Στέιθαμ, Τομ Κρουζ και λοιπών ομόσταυλων ηρώων θα τα ξαναδείτε εδώ με μικρές παραλλαγές να αγγίζουν τα μαρβελικά ύψη υπερηρώων. Ο Γουίλ Σμιθ παίζει εις διπλούν, που δεν πρόκειται για δίδυμο αδελφό ή σωσία, αλλά για τον 23χρονο κλώνο του, που είναι σχεδιασμένος από τα πλήκτρα ψηφιακών προγραμμάτων. Η ταινία είναι γυρισμένη στον μέγιστο αριθμό των 120 καρέ ανά δευτερόλεπτο και σε 4Κ.

Ο Ταϊβανέζος Ανγκ Λι, τελικά, είναι ο αρχιτέκτονας της μεγάλης οθόνης, που φτιάχνει μοναδικές επαύλεις με θέα την μαγεία της αιγαιοπελαγίτικης θάλασσας, αλλά και κοτέτσια να βλέπουν τον Παρθενώνα με πανσέληνο.      

«Joκer Vs Γιάνη», Οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 6

Στον ορυμαγδό του χείριστου, στην λαίλαπα της προχειράντζας, στον κυκλώνα της μιζέριας, στην κακογραμμένη, μπακαλίστικη λίστα για τα κατά παραγγελία «ψώνια», πού στο δαίμονα – αναλογίζεσαι σοφά, ω θεατή – να υπάρξει χαραμάδα ή φεγγίτης ανοιχτός για να περάσει η κινηματογραφική παραγωγή, η ικανή να σε διαλύσει, η δυνατή να σε ταρακουνήσει και να τροφοδοτήσει τους πνευματικούς πνεύμονες, καθαρό οξυγόνο;

Φτάσαμε στο σημείο μια ταινία στις εκατό να ξεχωρίζει, μια ταινία στις εκατό να μαρκάρει τους νοητικούς νευρώνες του κινηματογραφόφιλου κοινού, αστράφτοντας, συνάμα, τα σκοτεινά πεζούλια των υγρών δρόμων του σινεμά. Ε, και τι έγινε; Εις κούκος δεν φέρνει το Έαρ. Θα ακολουθήσουν ξανά άλλες εκατό «πεινασμένες» μπαρούφες, πανέτοιμες να αλλοτριώσουν την μια και μοναδική, εκείνο το αριστούργημα και ξανά οι αποθήκες της ανθρώπινης μνήμης θα γεμίσουν άπνοια, υγρασία, γλίτσα και θα μυρίζουν σαν το βαθύτερο, παραμελημένο αμπάρι πλοίου, καταστρέφοντας το απόθεμα.

Ένας δύο σκηνοθέτες της παλιάς φουρνιάς είναι αυτοί που, κάπως, κρατούν την τσαλακωμένη σημαία του κινηματογραφικού θεάματος ακόμα σε έπαρση στο πύργο της πραγματικής ψυχαγωγίας. Και άλλοι δυο, άντε τρεις το πολύ, από την καινούργια γενιά προσπαθούν να φέρουν τον ορισμό της κινηματογραφικής Τέχνης σε ισορροπία με τα λαίμαργα σαγόνια της αήττητης Λερναίας Ύδρας, που ακούει στο όνομα «τεχνολογία».

Χάθηκε το αυθεντικό, εξαϋλώθηκε η έμπνευση και η φαντασία μιας κινηματογραφικής παραγωγής αλυσοδέθηκε σαν σκλαβί στο χειριστήριο του υπολογιστή των ψηφιακών εφέ εντός του τετράγωνου, ψυχρού green screen, δημιουργώντας τεχνολογικούς άθλους για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Ο νους και η καρδιά φυλακισμένα στα «λευκά κελιά» του Αντρέα Μπάαντερ και της Ουρλιχέ Μαίνχοφ. Το τι θυμάσαι από τις τελευταίες κινηματογραφικές παραγωγές συνοψίζεται σε μονολεκτικές πια απαντήσεις: «Τίποτα», «τρωγόταν», «καλή», «μέτρια», λες και είναι σοκολάτα βιενουά ή μπριζόλα στα κάρβουνα, «βλακεία», «ξετρελάθηκα», «έπαθα!», «κοιμήθηκα», λέξεις οκνηρού νου δίχως ίχνος ακολουθίας, κάτι σαν βρυχηθμός.

Ο θεατής πλέον δεν εκφράζει άποψη και θέση αλλά μονολεκτικά την αίσθηση του σαν οι ταινίες να παίζουν άρπα με τις χορδές των ενστίκτων του και όχι με την γνώση. Ταινίες εντελώς ανέπαφες με το ανθρώπινο νοητικό βασίλειο της αποδοχής ή της απόρριψης, η μια ανοησία διαδέχεται την επόμενη σαν καλοστημένο, στρατηγικό σχέδιο άμεσης εκκένωσης της πνευματικής δύναμης. Καλλιτεχνικός διάλογος μηδέν. Αισθητική δεν υφίσταται! Η ανθρώπινη μνήμη, ως γνωστόν, ακονίζεται και βρίσκεται σε γόνιμη εγρήγορση μόνο όταν τροφοδοτείται από δημιουργήματα θετικότητας και Κάλλους, αλλιώς η συνεχής, τοξική τροφή την καθιστά νωθρή, απαξιωτική, εσωστρεφή, άρρωστη και αδύναμη να συγκεντρώσει δυνάμεις για να εκφραστεί.

Το συναντώ έντονα στις διάφορες, διαδικτυακές, κινηματογραφικές ομάδες όταν αναρτώνται φωτογραφίες παλαιότερων ή σύγχρονων κινηματογραφικών αστέρων. Μόνον ηθοποιών γιατί εάν εμφανισθεί φωτογραφία κάποιου  σκηνοθέτη ουδείς προσεγγίζει την ανάρτηση, καθότι ο φασισμός της εικόνας είναι σημείο της εποχής που ζούμε. Για τα δε άρθρα που διανέμουν διάφοροι, εκλεκτοί συνάδελφοι δημοσιογράφοι και αφορούν τον χώρο του σινεμά, είναι σαν τον διάολο που απεχθάνεται το λιβάνι για τα μέλη. Μπορεί να κερδίσει points η φωτογραφία κάποιου Σπίλμπεργκ ή Σκορσέζι ή Γούντι Άλεν και Κόπολα, γνωστές φάτσες που κινούνται ως άλλοθι γύρω από το ολοκαύτωμα της μνήμης. Η βαριεστιμάρα για το κυνήγι της γνώση πέρα της μασημένης τροφής είναι το καινούργιο χούι του κρισιανού πολίτη.

Ελάχιστα μέλη των συγκεκριμένων ιντερνετικών ομάδων, θα γράψουν δυο λόγια, ένα ωραιότατο, εμπεριστατωμένο κείμενο από την ψυχή τους, ικανό για να ανοίξεις διάλογο, έστω δια της γραφής. Και υπάρχουν οι, επίσης, ελάχιστοι, που θα αποκριθούν, επίσης από την ψυχή τους, δίχως να φοβούνται την άποψη τους, κερδίζοντας λίγα λεπτά στο υπέροχον του διαλόγου, μακράν του βαμπιρικού τέρατος της πνευματικής αδράνειας.

Οι υπόλοιποι αποδέκτες της φωτογραφίας θα απιθώσουν το γνωστό λάικ αποδοχής της όποιας ανάρτησης (αυτό το «λάικ» πόσες ερμηνείες επιδέχεται, τέλος πάντων) και ως σχόλιο θα γράψουν μονολεκτικά: «ηθοποιάρα», «αξέχαστος/η», «μοναδικός/η», «αξεπέραστος/η», «συγκλονιστικός/η», «γυναικάρα», «παίδαρος», «υποκλίνομαι» και άλλα συναφή εκδηλώνοντας την προσωπική του συμμετοχή στα «πράγματα» ως αίσθηση που αναδύεται εκ των έσω τους για τον εικονιζόμενο ηθοποιό, ανεξαρτήτου φίλου.

Θυμάμαι ταινίες και πρόσωπα του κινηματογράφου που για χρόνια μιλούσαμε ασταμάτητα όχι μονολεκτικά, ακόμα και από την θέση της απόρριψης. Συζητούσαμε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, δεν κιοτεύαμε στην άποψη μας και ποτέ δεν αφοπλίζαμε τον συνομιλητή μας με μονολεκτικούς αφορισμούς ή επαίνους. Προστατεύαμε τον λόγο μας, σωστός ή λανθασμένος, την θέση μας, τις μνήμες μας, την ακεραιότητα του διαλόγου και του συνομιλητή μας που μαθαίναμε από αυτόν. Η αλήθεια είναι, ότι τα προστατεύαμε ως κόρη οφθαλμού.

Η κινηματογραφική Τέχνη μετασχηματίστηκε σε άδειο κέφυλος, δίχως ψυχή και οι όποιες μνήμες της, λιώνουν ηττημένες σαν κεράκια της λαμπρής στο πανηγύρι των εντυπώσεων, αφήνοντας αισθήσεις ούτε καν συναισθήματα. Η πνευματική πενία που εκπορεύεται πρωτίστως από την μνήμη, ενθρονίζεται καθημερινώς στην σάλα του εφήμερου με αντιβασιλέα το κλούβιο μυαλό. Η μνήμη είναι η προσωπική μας, επεξεργασμένη εμπειρία που έγινε βιώμα μέσω της πράξης. Οι μνήμες μας έχουν άμεση σύνδεση με το άμεσο και το βαθύτερο παρελθόν μας και αυτό το οφείλουμε στις τρεις κυτταρικές μας εγγραφές από την στιγμή που είδαμε το φως τούτου του κόσμου: Ελευθερία, Χρόνος, Γη.     

Υπάρχουν ουκ ολίγες ταινίες, παλαιότερες και σύγχρονες, που αξίζει να συζητάς για αυτές μέχρι το πρωί, ως τελευταία γραμμή άμυνας για την ζωή και το οξυγόνο της μνήμης μας, ετοιμάζοντας μάλιστα στο ενδιάμεσο, εκεί λίγο πριν το ξημέρωμα, σπαγγέτι μόνο με άφθονο, τριμμένο τυρί και καλό κρασί για όλη την παρέα. Δεν κοστίζει και τα οφέλη είναι ουράνια.

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Joker»   

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τοντ Φίλιπς
  • Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ζάζι Μπιτς
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Tanweer
  • Διακρίσεις: Χρυσός Λέοντας Καλύτερης Ταινίας του Φεστιβάλ Βενετίας 2019

Πάντα μόνος ανάμεσα στο πλήθος, ο Άρθουρ Φλεκ (Χοακίν Φίνιξ – απαράμιλλου βάθους η ερμηνεία του!) αναζητά να συνδεθεί, να γευτεί τα βλέμματα των ανθρώπων με αγάπη. Καθώς περιφέρεται στην εχθρική Γκόθαμ, ο Άρθουρ φοράει δύο μάσκες. Τη μία την βάφει ο ίδιος στο πρόσωπο του κάθε πρωί εργαζόμενος ως κλόουν. Την δεύτερη δεν μπορεί να τη βγάλει ποτέ. Είναι η μεταμφίεση που κρύβει τη μάταιη προσπάθεια του να γίνει μέρος του κόσμου και όχι απλώς ένα απόβλητο της κοινωνίας, ένας παρίας. Ο κλόουν της ζωής έχει ως όνειρο να γίνει μια μέρα γνωστό όνομα της stand up comedy. Γράφει θλιβερά αστεία και προκαλεί ανατριχίλα.

Ορφανός από πατέρα, ζει με την αδύναμη μητέρα του, που τον φωνάζει Χάπι (Happy), παρατσούκλι που του καλλιεργεί ένα μόνιμο, σπασμωδικό χαμόγελο για να κρύψει τον πόνο μέσα του. Ένα γέλιο που προέρχεται από εγκεφαλική βλάβη, καθώς μικρός κακοποιήθηκε βάναυσα από την ίδια την μητέρα του. Κάθε φορά που τον περιγελούν, ο κοινωνικά απόβλητος Άρθουρ εκτροχιάζεται ακόμα περισσότερο. Ο Άρθουρ είναι η μέγιστη απειλή για την κοινωνία. Ο Άρθουρ Φλεκ είναι ψυχοπαθής με αιτία.

Ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης του απίθανου και καινοτόμου «Hangover», ο 49χρονος Τοντ Φίλιπς δημιουργεί «σινεμά». Ναι, ο «Joker» είναι σινεμά! Αυτή η Τέχνη που τα τελευταία χρόνια απουσιάζει από τον παγκόσμιο χώρο και όλο και πιο σπάνια γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες ταινιών που θα μείνουν ανεξίτηλες στο πέρασμα του χρόνου.

Παραγωγή δομημένη αριστουργηματικά (Μαρκ Φρίντμπεργκ) σε όλα τα ευαίσθητα και μη σημεία της, ικανή να σε συνθλίψει πνευματικά και να σε κατακτήσει συναισθηματικά. Η φωτογραφία του Λόρενς Σερ κόβει την ανάσα. Η μουσική της Χίλντουρ Γκουντναντότιρ, ως άριστη μαθήτρια του αξέχαστου Γιόχαν Γιόχανσον, μαστιγώνει ανελέητα τις αισθήσεις σου με έναν διάλογο εγχόρδων και πνευστών. Είναι αδύνατον να βρεις ψεγάδι σε αυτό το τρομερό ψυχόδραμα που έστησε ο Φίλιπς, χρησιμοποιώντας ως εξέδρα εκτόξευσης τον άκρως κακό και επικίνδυνο Τζόκερ, την πιο valiant comic figure όλων των εποχών, για να οπλίσει μια ωρολογιακή βόμβα στους σαθρούς πυλώνες του πολιτικά ορθού συστήματος.

Η ταινία, εκτός της υπέροχης ατμόσφαιρας που την περιστοιχίζει, είναι ένα πολιτικό φιλμ, που ενώ διαδραματίζεται στην δεκαετία του ογδόντα, πάραυτα βρίσκεται στο τελευταίο ψηλό, κεφαλόσκαλο της πολιτισμικής κλίμακας, όπως σήμερα είναι διαμορφωμένη. Το νευρικό σύστημα του σεναρίου περίτεχνα κεντημένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Σκοτ Σίλβερ, ρίχνει καθοριστική ζαριά στο εφιαλτικό ταμπλό της κοινωνίας του αβέβαιου, της αγελαίας μη σκεπτόμενης μάζας που ψάχνει τον «τρελό του χωριού», τον γεμάτο θράσος ταγό, αυτόν που νοσεί νοητικά για να εκτονωθεί στο χάσμα του αγεφύρωτου και βίαιου, ταξικού προβλήματος.

Το κοινωνικό άνοιγμα της ψαλίδας είναι τεράστιο, η οικονομική ανέχεια εξ΄ ίσιου τρομακτική και μόνο η τρέλα έχει την δυνατότητα να προκαλέσει το σεισμικό χάος, καθώς ουδείς politically correct και συνάμα οκνηρός σκλάβος δεν ορμάει μετωπικά εναντίον του συστήματος. Ο Άρθουρ «Joker» Φλεκ λειτουργεί ως ο καταλυτικός μπαλαντέρ αυτής της παρτίδας και πετυχαίνει το αδύνατο.

Είναι η χαρωπή «μουτσούνα» του θλιβερού κλόουν, που σπέρνει τον όλεθρο (όπως η μάσκα του Γκαί Φοκς στο «V for Vendetta») ενός περιθωριακού τύπου που βρίσκει την δικαίωση στην εκδίκηση όλων όσων τον διέλυσαν σωματικά, νοητικά και κατ’ επέκταση ψυχικά. Και όλοι αυτοί είναι η εύρωστη, οικονομικά, κάστα του συστήματος και τα μορμολίκια του, όπως αστέρες της τηλεόρασης (Ρόμπερτ Ντε Νίρο, απολαυστικός), στελέχη επιχειρήσεων, πραιτοριανοί.

Η αδιαπέραστη, φαντεζί φορεσιά του είναι η τραγική, προσωπική του ιστορία, το νοσηρό παρελθόν του, η ψυχασθένεια του, ο νευρικός, ερεβώδης γέλωτας του, που λειτουργούν, εκτός των άλλων, με θρασύτητα και μεγάλο μερίδιο ακαταλόγιστου στην τελική, μεγάλη επίθεση. Κάνει όμως την δουλειά του. Εμπνέει, ξεσηκώνει, δημιουργεί παραβατικότητα, εξολοθρεύει και σαν δεύτερος «τρελός» Άντολφ Χίτλερ στο τέλος αποθεώνεται.

Η σκηνοθεσία του Τοντ Φίλιπς είναι πραγματικό μεγαλείο και σαν γυροσκόπειο σε καθορισμένη τροχιά αποτυπώνει με τέχνη, άλλοτε την κομιξάδικη ατμόσφαιρα απ΄ όπου είναι βγαλμένη η φιγούρα του Τζόκερ και άλλοτε την ρεαλιστική καθημερινότητα μιας απάνθρωπης μεγαλούπολης που βιώνει ο Άρθουρ Φλεκ. Ο Φίλιπς έχοντας κατά νου δυο προσωπικότητες σε ένα σώμα επιλέγει τον Χοακίν Φίνιξ για αυτόν τον διπολικό ρόλο. Η επιλογή του τον βγάζει κάτι πέρα του ασπροπρόσωπου.

Πραγματικά, θεϊκός ο Φίνιξ, αδυνατισμένος κατά 23 κιλά, μια σκιά του εαυτού του, ένα αποστεωμένο γεμάτο νεύρο και κίνδυνο σώμα, ξαφνιάζει με τις ερμηνευτικές μεταβάσεις. Απόλυτα ευθυγραμμισμένος στον ρόλο του, πότε απελευθερώνει την τραυματισμένη, άρρωστη αγάπη του με κέντρο αφοσίωσης την μητέρα και το τραυματικό του παρελθόν και πότε σπάει τα δεσμά της ανίκητης σχιζοφρένειας του με κέντρο την κοινωνική αποδόμηση. Ο Φίνιξ, κυριολεκτικώς απεκδύεται ως Άρθουρ «Joker» Φλεκ και εμείς απολαμβάνουμε ακόρεστα, με όλο το είναι μας, έναν υπέροχο ηθοποιό σε μια καταπληκτική ταινία.

Βέβαια, υπάρχει η Γκόθαμ Σίτι και η βαθύπλουτη, οικογένεια Γουέιν που ευεργετεί την πόλη. Κορυφαία, κατά την δική μου άποψη, σκηνή της ταινίας είναι η σεκάνς όπου όλη η άρχουσα τάξη, οι καπιταλιστές, η κυβέρνηση, οι δημιουργοί του κοινωνικού κακού παρακολουθούν σε κινηματογραφική αίθουσα, για τις ανάγκες ενός γκαλά, την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Μοντέρνοι Καιροί». Αυτοί που γεννούν την κοινωνική σήψη, την σκλαβοποίηση των ανθρώπων και τον μετασχηματισμό τους σε ανθρωποειδή, αυτοί ξεκαρδίζονται μέχρι δακρύων στην αίθουσα προβολής, βλέποντας την αιχμηρή σάτιρα του Τσάπλιν προς τους πλουτοκράτες και την άρχουσα τάξη. Απόλυτα ειρωνικό, απύθμενα ευφυές.

Μην υποπέσετε στην διαδικασία της σύγκρισης του συγκεκριμένου «Joker» με τους προκατόχους του. Οι προηγούμενοι, ο επίσης αγαπημένος και «παραμυθένιος» Τζακ Νίκολσον του Τιμ Μπάρτον και ο «χαοτικός» Κιθ Λέτζερ του Κρίστοφερ Νόλαν, είναι πράγματι ωραιότατοι σε αυτό που συμμετέχουν ως οι κακοί αντίπαλοι του Μπάτμαν. Ο «Joker» με τον Χοακίν Φίνιξ είναι κάτι το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό, καθώς όλη η ταινία ως ψυχόδραμα είναι σαν βουνό ριγμένη επάνω του. Είναι το ανατριχιαστικό πνεύμα, το βγαλμένο από την σκοτεινή σπηλιά των μύχιων σκέψεων μας, εκεί που ακόμα και εαυτός μας επισκέπτεται, ενίοτε, κατόπιν ειδικής πρόσκλησης. Η ταινία είναι ένα αριστούργημα και μην την χάσετε!

Κατόπιν της βράβευσης του «Joker» στο Φεστιβάλ της Βενετίας και την ενθουσιώδη αποδοχή του κοινού και των κριτικών, εύλογη συνέχεια είναι ότι η ταινία θα προχωρήσει ηρωικά προς την βραδιά των Όσκαρ. Είμαι περίεργος τα μάλα να δω την στάση της αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, τι στο καλό θα πράξει, κρατώντας στα χέρια της αυτή την απασφαλισμένη «χειροβομβίδα». Θα δώσουν το αγαλματίδιο στον Χοακίν, που το στέρησαν στο «Walk the Line» το 2005  ή θα το κάνουν πάσα στον Μπραντ Πιτ για το «Ad Asτ(r)α»; Οψόμεθα!  

«Ενήλικοι στην Αίθουσα»    

(Adults in the Room)

 

 

 

  • Είδος: Πολιτική βιογραφία
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κώστα Γαβρά
  • Με τους: Χρήστος Λούλης, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Ούλριχ Τουκούρ, Νταν Σούρµανς, Βαλέρια Γκολίνο, Χρήστος Στέργιογλου, Δημήτρης Τάρλοου, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Ζοσιάν Πινσόν, Κορνίλιους Οµπόνια, Ορελιάν Ρεκουάν, Βενσάν Νεµέτ, Φραντσέσκο Ακουαρόλι, Θάνος Τοκάκης, Τζορτζ Λεντς, Θέµης Πάνου, Μαρία Πρωτόπαππα
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Odeon

Είναι τα πολιτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα του 2015 με την ανάληψη της ελληνικής κυβέρνησης από τον Σύριζα. Η τρόικα, τα Eurogroups, η περίοδος των ατέρμονων συζητήσεων με τους Ευρωπαίους, το δημοψήφισμα, ο Αλέξης Τσίπρας (Αλέξανδρος Μπουρδούμης – καλός), ο Γιάνης Βαρουβάκης (Χρήστος Λούλης – καταπληκτικός!), ο Ευκλείδης Τσακαλώτος (Δημήτρης Τάρλοου – καλός) και όλοι οι γνωστοί Ευρωπαίοι «φίλοι» και «σύμμαχοι» της Ελλάδος στο προσκήνιο και το παρασκήνιο εκείνης της περιόδου, με τον υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουβάκη ως το πρώτο, λαλίστατο βιολί της ορχήστρας.

Ο αγαπητός μας Κώστας Γαβράς, βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο του Γιάνη Βαρουβάκη σκηνοθετεί την ταραγμένη, ελληνική περίοδο του 2015, όταν ο Σύριζα αναλαμβάνει τα πολιτικά ηνία της χώρας με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και τον υπουργό Οικονομικών να λογομαχεί με τους τροϊκανούς σε ένα ακατάσχετο πήγαινε έλα.

Τώρα, γιατί ο αξιαγάπητος Κώστας Γαβράς επέλεξε το πόνημα του Γιάνη για να αποτυπώσει τις στιγμές που καταδίκασαν την Ελλάδα να βουτήξει ακόμα πιο βαθιά στην οικονομική ύφεση, ο ίδιος ο σκηνοθέτης εκτίμησε, πως ο Βαρουφάκης ως προσωπικότητα, οι πράξεις του και το βιβλίο του, όπου είναι καταγεγραμμένες οι εν λόγω πράξεις του, απετέλεσαν το ορθόν κίνητρο για να μεταφερθεί σε σενάριο και να αποδοθεί κινηματογραφικά η αλήθεια. Τα πως και τα «γιατί» της συγκεκριμένης επιλογής αφορούν αποκλειστικά τον σκηνοθέτη. Εμείς θα μιλήσουμε για το προϊόν.

Η ταινία του πολυαγαπημένου μου Κώστα Γαβρά (είχαμε κάνει μια υπέροχη συνέντευξη το 2005 με αφορμή το σοκαριστικό του «Τσεκούρι»), δυστυχώς τοποθετείται στο πεδίο της εντελώς αδιάφορης παραγωγής, διακρινόμενη μάλιστα από πλείστα στοιχεία προχειρότητας, στο γόνυ φτιαγμένη όλη η ταινία, κάτι που πραγματικά με έριξε θορυβωδώς από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου, αυτό που διαδραματιζόταν στην μεγάλη οθόνη και έφερε την υπογραφή του λατρευτού, Κώστα Γαβρά. Πολλές φορές σκέφτηκα, πως είναι δυνατόν ένας πολλάκις βραβευμένος κινηματογραφιστής, που έχει προσφέρει στο κινηματογραφόφιλο κοινό ταινίες, όπως το «Ζ» (Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Φεστιβάλ Κανών 1969), το «Ειδικό Δικαστήριο» (Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Κανών 1975), τον «Αγνοούμενο» (Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου 1983 – Χρυσός Φοίνικας Κανών 1982), την «Χάνα Κ», το «Μουσικό Κουτί» (Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου 1990), το «Amen», «Το Τσεκούρι», να καταλήγει σε αυτό το δημιούργημα, που ούτε σε μαθητευόμενο σκηνοθέτη δεν χρεώνεται.

Χαμένος σε μια τηλεοπτική φιλοσοφία σκηνοθεσίας να μπουρδουκλώνεται ανάμεσα σε fiction και αχρείαστο doc-fiction πλάνων με τους πραγματικούς, πολιτικούς πρωταγωνιστές, ενώ υπάρχουν οι ηθοποιοί στους ρόλους, να πέφτουν εμβόλιμα διάφοροι, παιδικού σκεπτικού, συμβολισμοί στο όριο της αστειότητας. Σενάριο δεν υπάρχει στην ταινία, καθώς κυριαρχούν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου σαν μονταρισμένα, δημοσιογραφικά πλάνα με πρωταγωνιστή, βέβαια, τον Γιάνη Βαρουβάκη και το πως διαχειρίστηκε την κρίση.

Η ταινία, ορθώς χαρακτηρίζεται ως αγιογραφία του πολιτικού, αφού αφορά το βιβλίο του, «Ανίκητοι Ηττημένοι», οπότε και την οπτική γωνιά του συγγραφέα και «ήρωα» εκείνης της τραγικής, πολιτικής περιόδου. Ο Γιάνης Βαρουφάκης in action και «όλα για το καλό της χώρας». Ο δε Κώστας Γαβράς δεν έχει άποψη επί του θέματος, προφανώς διότι ταυτίζεται καθολικά και απόλυτα με αυτή του Γιάνη. Και ο Γιάνης χάρηκε.

Η ταινία δεν σώζεται με τίποτα. Ο μοναδικός επιζών του κινηματογραφικού ναυαγίου είναι ο Χρήστος Λούλης, που ερμηνεύει απίστευτα όμοια όλο το αλαζονικό ύφος, τα αγγλικά, τις κινήσεις, το βλέμμα, μερικές φορές και την χροιά της φωνής του Γιάνη Βαρουφάκη. Εύγε στον Χρήστο Λούλη και είναι για τον μοναδικό Έλληνα ηθοποιό που το εκφράζω από ψυχής, ότι είναι ώρα να την «κάνει» από την μίζερη τούτη χώρα, μη τυχόν δει ο άνθρωπος φως και λευκή ημέρα. Η πιο αποτυχημένη ταινία του αξιόλογου Κώστα Γαβρά, εύχομαι να γίνει ο βατήρας του ηθοποιού για μια θετική πορεία καριέρας στο εξωτερικό.  

«Το «Boss» δίνει την έμπνευση, τον ρυθμό και ο Rambo το τελευταίο του αίμα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 5

Υπάρχουν ζευγάρια που έχουν περάσει την αψίδα του θρησκευτικού μυστηρίου και διάγουν έγγαμο βίο με ή άνευ τέκνων, υπάρχουν και τα ζευγάρια που ακόμα αγοράζουν δώρα για γάμους φίλων των, ενώ ένα «συν» προσδιορίζει συνδετικά και απέριττα την ενήλικη σχέση τους, όπως: «συ-ζούν», «συ-γκατοικούν», «συν-υπάρχουν» αστεφάνωτα, όπως αναφέρει και ο απλός λαός. Αχ, αυτός ο «απλός λαός» φωτιές που έχει ανάψει.

Βέβαια, ο κρισιανός άνθρωπος της νέα εποχής, ο σούπερ ντούπερ «survivor», όπως αυτοκρατορικά έχει γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων του όλο το αξιακό σύστημα, έτσι και αυτά τα περί «λαού», «κοινωνίας», «γειτονιάς», «συγγενολόια» είναι τόσο ντεμοντέ, τόσο passé στο λογισμικό του, που γελάει σπαρταριστά ο κάθε πικραμένος αγκαλιά με ένα κοπάδι παρδαλών αμνοεριφίων. Μόνο σε κάτι κλειστές κοινωνίες τα συναντάς ακόμα αυτά τα σκληρά ηθικοκοινωνικά, κάπου πέρα, μακριά σε ομιχλώδη, ανεξερεύνητα όρη που οι άνθρωποι φορούν ακρουδοτόμαρα και συνομιλούν με τους λύκους και τους αετούς, αλλά και σε κάτι αχαρτογράφητα νησιά καλυμμένα από την θαλασσινή αχλή, που ο ταξιδευτής δεν βρίσκει ποτέ σαν το μυστηριώδες νησί του Κινγκ Κονγκ.   

Οι πολέμαρχοι περασμένων αιώνων, έφιπποι στο εξαντλημένο, ματωμένο άτι τους κατά την διάρκεια της μεγάλης επίθεσης, μαστίγωναν τα άλογα στα μάτια τους για να μην βλέπουν περιφερειακά την φρίκη της μάχης και τρομαγμένα κόψουν βήμα και ταχύτητα κατά την τελική εφόρμηση. Σήμερα, ο ύμνος του ήρωα έχει αντικατασταθεί πλήρως με αυτόν του μακελάρη και κάθε νέος, νεότερος, έφηβος και μικρότερος άνθρωπος διαμορφώνει πλέον άποψη και ανεβάζει διάθεση ή «γκάζια», αντλώντας καύσιμα πολλών οκτανίων από τα εγωιτικά υψίπεδα του χαρακτήρα του, εν είδει χωματερής, που δημιούργησαν με ζήλο, πρωτίστως, η γονεϊκή παιδεία και δευτερευόντως η σχολική εκπαίδευση. Ξέρετε τι εννοώ, αυτοί οι δυο ηλεκτρικοί πόλοι, που εάν εργαστούν σωστά και συντονισμένα είναι ικανοί να υψώσουν τον κάθε μικρό άνθρωπο, ανεξαρτήτως φύλου, σε ανάστημα ήρωα και ημίθεου.

Σχέσεις, γάμος ή συνύπαρξη ανδρός και γυναικός ή γυναικός και ανδρός και όπως χαρακτηρίζουν οι πλείστοι όχι αγράμματοι, αλλά οι αμόρφωτοι ινστρούχτορες παντογνώστες είναι: «Ο μεγάλος πόλεμος των δυο φύλων: του αρσενικού και του θηλυκού», «Ο θεός της σφαγής» και άλλα θλιβερά τσιτάτα ικανά να διογκώνουν το μένος και τον ανθρώπινο φόβο σε μεγέθη οροσειράς των Ιμαλάϊων. Τρελοί, και αστοιχείωτοι ποτέ δεν υπήρξε πόλεμος ανάμεσά στο αρσενικό και το θηλυκό. Νοικοκύρεμα της οδού προσέγγισης επιτελούν για να γίνει η ένωση των δυο Αρχών ταχύτερα. Ένα ζευγάρι στο ένα εκατομμύριο έχει γράψει, από τότε, ο θείος Πλάτων για να επιτευχθεί το Έν Ον. Σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών θα πρέπει να είναι ένα ζευγάρι στα δέκα ή είκοσι εκατομμύρια που θα περάσει την οδό με απόλυτη επιτυχία. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουμε άκοπα την θεάρεστον εργασία της επιβεβλημένης οδοποιίας.    

Μόλις προχθες άκουσα με προσοχή το εξής περιστατικό σε σπίτι κοινού γνωστού, παίζοντας μεταξύ μας classic κουμκανάκι. Το κινηματογραφικό πλάνο στο σκηνικό της κρισιανής εποχής είναι σταθερό πάνω από τα μαγειρικά σκεύη λίγο πριν την ολοκλήρωση της συνταγής. Προσέξτε παρακαλώ λίγο, έχει σημασία τούτο: Είναι απίστευτα της μόδας να μαγειρεύει ο άνδρας την κρισιανή εποχή που διάγουμε. Εάν δε, διαθέτει και χέρι, όποιο από τα δυο νάναι, από πάνω μέχρι κάτω μπογιατισμένο με λογής αποκρυφιστικά σχέδια, ακόμα πιο ουράνιο και σέξι είναι.

Ο ήρωας στην συγκεκριμένη σεκάνς μαγειρεύει αφοσιωμένος. Ανακατεύει το μείγμα με δυο τρεις τελευταίες, γρήγορες κινήσεις της κουτάλας και δοκιμάζει αμέσως το σοκολατί κατασκεύασμα με τα δάχτυλα αμπογιάτιστου χεριού, όπως πράττουν όλοι οι «επαγγελματίες» του είδους στον Τιβίς. Μακρόσυρτα, ηδονικά μουγκρητά με τα μάτια κλειστά, όλο το πρόσωπο σε νεκρική ακαμψία, αιχμαλωτισμένο σε πέπλο μεθυστικής έκστασης, μοναδικές στιγμές του δημιουργού να προδίδουν σαφώς την επιτυχία της προσπάθειας. Η κουζίνα θυμίζει Τροία μετά την είσοδο του Δούρειου Ίππου, αλλά θα συγυριστεί μόλις τοποθετηθεί το μπολ στο ψυγείο για να πάρει θερμοκρασία ψύχους.

«Μωρό μου, το έφτιαξα. Η παραγγελιά σου είναι έτοιμη, παγώνει και σε μιάμιση ωρίτσα το τσακίζεις!», είπε δυνατά όλο χαρά, με την μελίχαρη φωνή του να πλέει βαρκούλα στα πέρα δωμάτια του σπιτιού.

«Φάτο μόνος σου! Έφυγε η όρεξη για γλυκό. Πάω για ποτό με την Γιάννα. Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω. Κανόνισε τι θα κάνεις. Το παιδί θα μείνει στην μάνα σου γιατί θέλω να κοιμηθώ το πρωί!», απάντησε έντονα, ατίθασα, βασιλικά και κοφτά να εκτοξεύει, ολούθε, η φωνή της από το σαλόνι ακέφαλες πρόκες. Έκλεισε δυνατά την εξώπορτα, έτσι, χωρίς ένα «γεια σου».

Μουσική στο πλάνο, λήψη από ημι-φωτισμένη γωνία, ενώ αυτός καθαρίζει με σπασμωδικές κινήσεις το χάλι της κουζίνας. Σταματάει απότομα, ανοίγει το ψυγείο, τραβάει νευρικά έξω το μπολ με το σοκολατί κατασκεύασμα, κατευθύνεται, σχεδόν εν πτήση, προς το μπάνιο, σπρώχνει το παράθυρο και εκσφενδονίζει το σκεύος μαζί και το δημιούργημα στον ρυπαρό, σκοτεινό φωταγωγό της πολυκατοικίας, συλλαβίζοντας ελεγειακά, πεντακάθαρα την μέγιστη, ταξιδιωτική ιαχή του σύγχρονου πολεμιστή: «άντε γαμήσου!» Αναμένει ελάχιστα για να ακούσει τον βαρύ γδούπο της κρούσης στο τσιμέντο και να τον προσομοιάσει με ανθρώπινο σώμα. Το πρόσωπο του φιλοξενεί ξανά εκείνη την ηδονή της επιτυχίας. Χαλαρώνει. Εισπνοή εκπνοή και ο νους ξελαμπικάρει. Χαμογελάει δοξαστικά.

Καλεί τηλεφωνικώς να του φέρουν μια μεγάλη πίτσα σπέσιαλ με έξτρα τυρί, στρώνεται στον καναπέ με το χειριστήριο του πλέι στέισον απέναντι από την τεράστια τηλεόραση και ξεκινάει το παιχνίδι. Ευδαιμονία ενός κρισιανού «survivor» έπειτα από την αναμέτρηση στην ακτή των μαχών, εκεί στο ειδυλλιακό νησί της συν-ύπαρξης φύλων.

Μικρό και ανθρώπινο της στιγμής, που κτύπησε την πόρτα αυθόρμητα, όπως στα ζόρικα συμβαίνει, απορία ψάλτου βηξ: Δεν σκέφτηκε, καν, να μην «δολοφονήσει» το γλυκό, που έφτιαξε με τόσο κόπο; Θα μπορούσε να το «τσάκιζε» μετά το αλμυρό.                   

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Blinded by the Light»

 

 

  • Είδος: Μουσική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Γκουριντέρ Τσάντα
  • Με τους: Βιβέικ Κάλρα, Κουλβίντερ Γκιρ, Μίρα Γκανάτρα
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Tanweer

Στο Λούτον της Αγγλίας το 1987, στο μάτι της πυρηνικής έκρηξης του αγγλικού new wave και της electro pop, των Duran Duran, των Tears For Fears, των Cure, ο Άγγλος έφηβος, πακιστανικής καταγωγής, Τζάβιντ (Βιβέικ Κάλρα – καλός), ενηλικιώνεται εν μέσω φυλετικών και οικονομικών αναταραχών, ενώ γράφει ποίηση προκειμένου να «ξεφύγει» από τη μισαλλοδοξία που μαστίζει την πόλη του και από την αυστηρότητα του συντηρητικού πατέρα του.

Ένας άλλος Ινδός, Σιχ συμμαθητής του, τον «μυεί» στη αμερικάνικη, κλασική ροκ μουσική του «Boss», Μπρους Σπρίνγκστιν και ο Τζάβιντ βλέπει το φως το αληθινό, ανακαλύπτοντας τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή της εργατικής τάξης και τους δυνατούς στίχους του Μπρους. Σύντομα, ο Τζάβιντ βρίσκει την καθαρτική διέξοδο για ν΄ ακολουθήσει τα όνειρά του και να εκφραστεί με τη δική του, μοναδική φωνή.

Σενάριο βασισμένο στα απομνημονεύματα του Πακιστανού Σαρφράζ Μανζούρ: «Greetings from Bury Park: Race, Religion and Rock N’ Roll», προσαρμοσμένο για την μεγάλη οθόνη από τον ίδιο τον συγγραφέα, την σκηνοθέτιδα και τον συνεργάτη της Πολ Μαϊέντα Μπέργκες. Μια αυτοβιογραφία του Μανζούρ για το πως ο διάσημος, Αμερικανός ροκάς  Μπρους Σπρίνγκστιν και τα τραγούδια του άλλαξαν 180 μοίρες την ζωή του.

Η Ινδο-Αγγλίδα σκηνοθέτις (γεννημένη στο Ναϊρόμπι και μεγαλωμένη στην Αγγλία) Γκουριντέρ Τσάντα, γνωστή από την ταινία που αγάπησε και το ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό «Κάντο Όπως ο Μπέκαμ» (2002), είναι όπως η Ελληνο-Αμερικανίδα Nία Βαρντάλος για την ελληνική ομογένεια των Η.Π.Α., καθώς όλες οι ταινίες της Τσάντα αφορούν Ινδούς, Πακιστανούς στην γηραιά Αλβιόνα. Έτσι λοιπόν και αυτή  μοσχοβολά άφθονο πακιστανικό κάρι εμπλουτισμένη πολύ, μα πάρα πολύ από αγγλο-αμερικάνικη μουσική εϊτίλα, με την πλάστιγγα, φυσικά, να γέρνει αισθητά προς τις μεγάλες επιτυχίες του Μπρους Σπρίνγκστιν εκείνης της περιόδου.

Η 59χρονη Γκουριντέρ Τσάντα, η οποία, παρακαλώ, είναι τιμημένη Δεσποσύνη (dame) Ο.Β.Ε. από την βασίλισσα (The most excellent Order of the British Empire) για την προσφορά της στις Τέχνες, όπως σε όλες τις ταινίες της, έτσι και στο «Blinded by the Light» κάνει μια χαρά την δουλειά της, προσφέροντας ένα feelgood μείγμα μοσχοβολιστών «μπαχαρικών», άκρως προσεγμένης παραγωγής του Νικ Έλις (ντυσίματα, έντυπα, νεολαιίστικη νοοτροπία εκείνης της δεκαετίας, φλερτ, σκηνοθεσία, ερμηνείες, άπαντα καλοβαλμένα), αλλά και ευχάριστου, είτε ρομαντικού, είτε μουσικού ακούσματος και θεάματος να χαϊδεύει διακριτικά, ευγενικά τις λείες παρυφές του μιούζικαλ και δη του «La La Land» made in England.

Τα περί φυλετισμού των Pakies (Πακιστανών) στην θατσερική Αγγλία με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη δεκαετία του ‘80, καταναλώνονται στο σενάριο σαν δυο μπουκιές ρυζιού με γκαράμ μασάλα για άρωμα. Περνάς όμορφα και τραγουδάς αρκετά σε δυο ακτές που τις χωρίζει ένας ωκεανός.   

   «Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης»

(La Paranza dei Bambini / Piranhas)

 

 

  • Είδος: Κοινωνική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ιταλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κλαούντιο Τζιοβανέζι
  • Με τους: Φραντσέσκο Ντι Νάπολι, Βιβιάνα Απρέα, Αλφρέντο Τουρίτο, Αρ Τεμ, Καρμίνε Πίτσο
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2019

Νάπολη. Ο 15χρονος Νίκολα και οι φίλοι του επιφανειακά μοιάζουν με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους: θέλουν απλώς να περνάνε καλά και να βγάλουν χρήματα για να αγοράσουν φανταχτερά ρούχα, γκάτζετ και σκούτερ. Όμως αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη παρέα: βολτάρουν στην κακόφημη περιοχή Σάνιτα, διψασμένοι να αποκτήσουν εξουσία παίζοντας με όπλα, μιμούμενοι τους μαφιόζους γύρω τους.

Βιώνοντας την ψευδαίσθηση ότι βοηθούν να επικρατήσει η δικαιοσύνη στη γειτονιά, προσπαθούν να κάνουν το καλό μέσα από το κακό. Αγαπιούνται σαν αδέλφια, δεν φοβούνται τη φυλακή ή τον θάνατο, ξέρουν ότι πρέπει να τα ρισκάρουν όλα, τώρα. Βιώνουν τον πόλεμο με την ανευθυνότητα των νιάτων, αλλά οι εγκληματικές τους πράξεις σύντομα θα τους οδηγήσουν στην απώλεια της αγάπης και της φιλίας.

Ένα ακόμα μυθιστόρημα του «ειδήμονα» δημοσιογράφου στα περί μαφίας θεμάτων – ως δεύτερος Μάριο Πούτζο (προς Θεού, χιούμορ κάνω) – αλλά και συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο περνάει στην μεγάλη οθόνη. Έπειτα από το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα και εν συνέχεια στην πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά το «Γκομόρα» (2008), σε σκηνοθεσία του Ματέο Γκαρόνε (έγινε και τηλεοπτική σειρά με την ίδια επιτυχία), εκτός του ότι έδωσε «φιλί ζωής» στο ημιθανές, ιταλικό σινεμά, αποκάλυψε, παράλληλα τους μηχανισμούς της σύγχρονης ιταλικής μαφίας, γνωστή και ως Καμόρα, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να ζει έως σήμερα υπό το καθεστώς στενής, αστυνομικής προστασίας, καθώς απειλήθηκε ανοιχτά η ζωή του από τους μαφιόζους «νονούς».

Συγχωρέστε με για τον άπιστο συλλογισμό μου, αλλά δεν βλέπω τον λόγο ως προς τις απειλές των στελεχών του εγκλήματος προς τον συγγραφέα, αφού απροκάλυπτα πλέον και ξεκάθαρα τα παγκόσμια οικονομικο-πολιτισμικά ηνία έχουν περάσει στρατηγικά και λογιστικά, προ πολλού, στα χέρια των «νονών». Εμείς το έχουμε βούκινο και εκείνοι κρυφό καμάρι; Αστειότητες. Τέλος πάντων, η δύναμη του marketing, προφανώς, αντλεί από παντού ρεαλιστικές δυνάμεις για την καθιέρωση και την παρασημοφόρηση προϊόντων ψυχαγωγίας.

 Ιστορικά, όταν υφέρπει σαν τοξική αχλή η πολιτισμική κρίση, τώρα πια με εξέδρα την παγκοσμιοποίηση, τρεις κλάδοι ευημερούν: Ο τζόγος, η πορνεία και η θρησκεία. Όπου τζόγος και πορνεία, εσείς συμπληρώστε τις υποκατηγορίες: ναρκωτικά, λαθρεμπόριο, τοκογλυφίες, αλκοόλ και όλα τα παρελκόμενα του μαύρου χρήματος που εκπορεύονται από την δράση του παγκόσμιου, οργανωμένου εγκλήματος.

«Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης» («Τα Παιδιά της Τράτας» ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου, που προτείναμε στο InTownPost από τις εκδόσεις Πατάκη), ως ιστορία προηγήθηκε εκδοτικά του μπεστ σέλερ «Γκομόρα» και σε κινηματογραφικό σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, αλλά και του Μαουρίτσιο Μπράουκι (επιμελήθηκε και το σενάριο του κινηματογραφικού «Γκομόρα») ακολουθεί την «ουρά» της πρώτης, μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας. Ο 41χρονος, Ρωμαίος, σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι, επίσης, σκηνοθέτης δυο τηλεοπτικών επεισοδίων του «Γκομόρα», έκανε καλή δουλειά εδώ, ακολουθώντας πειθαρχημένα και ουσιαστικά το περιβάλλον και το νόημα του βιβλίου.

Καλή παραγωγή, σε παραδοσιακό μοτίβο κινηματογράφησης, με άψογη φωτογραφία του βραβευμένου Ντανιέλε Τσίπρι, όπως δηλαδή αρμόζει σε ταινίες του είδους και φόντο την Νάπολη, οι δυο, απίθανοι, νεαροί πρωταγωνιστές ρολάρουν την πλοκή με πάθος και ένταση, αφήνοντας θετική εικόνα στον θεατή ως προς την δυναμική της υποκριτικής τους παρουσίας.

Βέβαια, θα ζορίσω ελάχιστα τον πολιτικά ορθό «κινητήρα» της ταινίας, γράφοντας, πως σε μια πολιτισμικά αδιέξοδη κοινωνία, καλύτερα παράνομος, παρά σκλάβος, οπότε η σεναριακή πυξίδα, η οποία αναζητά τις κινηματογραφικές εντυπώσεις της δηθενιάς, ας είναι καλύτερα προσανατολισμένη σε τέτοιου ευαίσθητα θέματα. Ας αφήσουμε στην άκρη τα περί εφηβικής αθωότητας και άλλων τέτοιων αφελειών. Σε περασμένους αιώνες, προηγμένων και μη κοινωνιών, οι 15χρονοι νέοι και νέες είχαν ήδη εξοικειωθεί με τα όπλα και συμμετείχαν σε επικές μάχες. Εποικοδομητικό, λοιπόν, είναι η κριτική και η όποια καταγγελία να κτυπάει καρσί την αθέατη αιτία του προβλήματος και όχι να ατενίζει καλλιτεχνικά και ημιμαθώς την πληγή. Το πικρό υπογλώσσιο χάπι του σεναρίου της ταινίας που προτείνει, υποσυνείδητα αφήνει γλυκιά γεύση.

Είναι γνωστό, πως το σύστημα είναι πολυπλόκαμο και διαθέτει εκατοντάδες μορφές. Χρειάζεται προσοχή μεγάλη ως προς τα στρατόπεδα και τους χώρους που επιλέγει ο κάθε σεναριογράφος και σκηνοθέτης για να καταδείξει κινηματογραφικά την κοινωνική σήψη και τα προϊόντα της. Ακριβώς δίπλα από τον θεϊκό ήρωα ανασαίνει ο άγιος προδότης.

Γι αυτόν και μόνο τον λόγο ο Μάριο Πούτζο και ο Φράνσις Κόπολα στον αναντικατάστατο «Νονό», ουδέποτε αγιοποίησαν την μαφία, αλλά κατέδειξαν εύστοχα το νοσηρό σύστημα που διαχειριζόταν επιδέξια η μαφία. Παρακολουθώντας, λοιπόν, την ταινία και όπως είναι δομημένη πάνω στα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα: φτώχια, ανέχεια, αβεβαιότητα, ανεργία με τους πραιτοριανούς να προστατεύουν την πλουτοκρατία, αβίαστα έρχονται στην σκέψη οι στίχοι του Ρήγα: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερης ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Και οι παράνομοι έφηβοι, στην ταινία έχουν πάνω από μιας ώρας ελεύθερης και έντονης ζωής.

Όσο για την απώλεια ή τον θάνατο, ακόμα και την προδοσία στο ερεβώδες πεδίο του τρομερού, οργανωμένου, αστικού εγκλήματος; Δεν διαφέρουν από αυτά, εντός του πλαισίου της λαίλαπας, ενός «νόμιμου» πολέμου στα αιματηρά πεδία των μαχών. Η ελευθερία είναι το ζητούμενο ιδανικό και στις δυο περιπτώσεις.

«Η Ζωή του Τζον Φ. Ντόνοβαν»

(The Death & Life of John F. Donovan)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Καναδάς, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ξαβιέ Ντολάν
  • Με τους: Κιτ Χάρινγκτον, Νάταλι Πόρτμαν, Σούζαν Σαράντον, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Κάθι Μπέιτς, Μπεν Σνέτζερ
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο διάσημός ηθοποιός του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Τζον Φ. Ντόνοβαν (Κιτ Χάρινγκτον  – καλός) πεθαίνει αιφνιδίως μετά από μία σειρά σκανδάλων. Ένας θαυμαστής του, ο 11χρονός Ρούπερτ Τέρνερ (Τζέικομπ Τρέμπλεϊ – καλός) είναι ο μόνος που γνωρίζει τι συνέβη στη ψυχή του Τζον. Για πέντε χρόνια ο Τζον και ο Ρούπερτ αλληλογραφούσαν κρυφά.

Περνάμε στο μέλλον, όπου ο Ρούπερτ (Μπεν Σνέτζερ) είναι ένας επιτυχημένος ηθοποιός και έχει γράψει ένα βιβλίο για την επικοινωνία του με τον Ντόνοβαν. Σε μία συνέντευξή του, ο Ρούπερτ θα μιλήσει και θα  αποκαλύψει όλα όσα γνωρίζει για την ταραγμένη ζωή του Τζον και  όλους τους συμβιβασμούς που έκανε για την φήμη καθώς και  για την δική του προσωπική ανάγκη να συνδεθεί με το είδωλο του.

Ουδέποτε με έπεισε για την σκηνοθετική του ορθότητα ο 30χρονος, Καναδός Ξαβιέ Ντολάν. Είναι φλύαρος, μπλοκάρεται σε σεναρικά αδιέξοδα, τα φτιάχνει όλα μόνος τους (μοντάζ, σκηνοθεσία, σενάριο, ακόμα και τον ενδυματολογικό σχεδιασμό οργανώνει) και οκτώ τον αριθμό ταινίες σε παραγωγή, πραγματικές μπαρούφες, με απόλυτη κορύφωση το χαοτικό «Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» (2016).

«Η Ζωή του Τζον Φ. Ντόνοβαν», νοσεί σοβαρά από μέτρο, ρυθμό και ενδιαφέρον. Είναι εξυπνακίστικο όχι έξυπνο και μοιάζει σαν να έχει τοποθετήσει ο Ντολάν ένα καθρέπτη απέναντι του και να ψυχαναλύεται.

Διάφορες καταστάσεις στην ταινία που σκοντάφτουν σε ανούσιους, μάλλον, αυτοβιογραφικούς αλληθωρισμούς, ενδύουν όλη την παραγωγή στο φαιό χρώμα της βαρεμάρας. Με ένα καλό καστ να θάβεται κυριολεκτικώς και με τον Κιτ Χάρινγκτον (ο Τζον Σνόου του Game of Thrones) να γράφει καλά στον κινηματογραφικό φακό, ενώ η Νάταλι Πόρτμαν ταξιδεύει με κάρτα απεριορίστων διαδρομών από την μια αποτυχία στην άλλη (επειγόντως αναζητείται ρόλος διάσωσης για την καλή ηθοποιό). Οι δε υπόλοιπες εξαιρετικές κυρίες: Κάθι Μπέιτς και Σούζαν Σαράντον απλά βγήκαν μια βόλτα στον κήπο με ανώριμη, εφηβική συντροφιά.   

«Εντμόντ: Ένας Απρόβλεπτος Συγγραφέας»

(Edmond)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλεξί Μιτσαλίκ
  • Με τους: Τομά Σολιβέρ, Ολιβιέ Γκουρμέ, Ματίλντ Σενιέ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Δεκέμβριος 1897, Παρίσι. Ο Έντμοντ Ροστάντ δεν έχει κλείσει ακόμα τα τριάντα, έχει όμως ήδη δύο παιδιά και πολλά άγχη. Δεν έχει γράψει τίποτα εδώ και δύο χρόνια. Καθώς βρίσκεται σε απελπισία, προτείνει στο μεγάλο ηθοποιό του θέατρου Κονστάντ Κοκλέν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα νέο έργο και συγκεκριμένα σε μια ηρωική κωμωδία.

Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: το έργο αυτό δεν έχει γραφτεί ακόμα. Παραβλέποντας τις ιδιοτροπίες των ηθοποιών, τις απαιτήσεις των παραγωγών, τη ζήλια της συζύγου του, τις πικάντικες ιστορίες του καλύτερού του φίλου και την έλλειψη ενθουσιασμού όλων των γύρω του, ο Έντμοντ αρχίζει να γράφει το έργο που κανείς δεν πιστεύει. Προς το παρόν, έχει μόνο τον τίτλο: Σιρανό ντε Μπερζεράκ.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον ηθοποιό Αλεξί Μιτσαλίκ («Στην Πύλη της Αιωνιότητας», «Για Όνομα του Θεού») σε μια κεφάτη ταινία ιστορικής περιόδου γεμάτη θέατρο και αισιοδοξία. Ο Μιτσαλίκ έγραψε το σενάριο, βρίσκεται και στην παραγωγή, ενώ στην σκηνοθετική καρέκλα ως παρθενική του προσπάθεια δεν τα πηγαίνει άσχημα.

Αντιθέτως, είναι ευχάριστος, γενναιόδωρος, ενθουσιώδης δείχνει σε ορισμένες σεκάνς μια πληθωρικότητα, αναπόφευκτό καθότι Γάλλος, ακολουθώντας προσεκτικά, όμως, την ασφαλή σκηνοθετική γραφή του κινηματογραφικού είδους, εμφανώς επηρεασμένος από τον «Ερωτευμένο Σέξπιρ», για να καταλήξει, σχεδόν, σε αντίστοιχο αποτέλεσμα με γλυκύτητα και όμορφες, θεατρικές στιγμές. Εκεί, δηλαδή, που η ζωή πέφτει με φούρια και βοή στην αγκαλιά της θεατρικής Τέχνης, κάτι σαν την «Παράσταση μιας Ζωής» (Topsy-Turvy) του Μάικ Λι.

Ο νεαρός Τομά Σολιβέρ είναι απολαυστικός στον ρόλο του θεατρικού συγγραφέα Εντμόντ Ροστάντ, ενώ ο Μετσαλίκ, εκτός των άλλων, κρατάει τον ρόλο του θεατρικού συγγραφέα της Μπελ Επόκ, Ζορζ Φεϊντό και ανταγωνιστή του Ροστάντ.

Προσεγμένη παραγωγή με καλή αποτύπωση της εποχής, δροσερή ταινία (σπάνιο για γαλλική παραγωγή), που περνάς καλά βλέποντας μπροστά και πίσω από την αυλαία, την γέννηση του πιο διάσημου μυταρά του θεατρικού σανιδιού.

«Τρομακτικές Ιστορίες στο Σκοτάδι»

(Scary Stories to Tell in the Dark)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέ Έβρενταλ
  • Με τους: Ζόε Μάργκαρετ Κολέτι, Μάικλ Γκάρζα, Γκάμπριελ Ρας
  • Διάρκεια: 108΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει αλλαγή στην Αμερική του 1968, κάτι που δεν συμβαίνει στην κωμόπολη Μιλ Βάλεϊ, όπου για γενιές, η σκιά της καταραμένης οικογένειας των Μπέλοους, η οποία ίδρυσε και την πόλη, πέφτει βαριά.

Στην εγκαταλελειμμένη βικτωριανή έπαυλη των Μπέλλους, στην άκρη της μικρής πόλης, η Σάρα, ένα κορίτσι με φριχτά μυστικά, μετέφερε τη ζωή της σε μία σειρά από τρομαχτικές ιστορίες, γραμμένες σε ένα βιβλίο που έχει υπερβεί τον χρόνο. Ιστορίες που έχουν τον δικό τους τρόπο να ζωντανεύουν εις βάρος μίας παρέας πέντε εφήβων που θα ανακαλύψει το τρομαχτικό βιβλίο της Σάρα.

Οι διάσημες ιστορίες τρόμου για παιδιά με τον τίτλο «Scary Stories to Tell in the Dark», του Άλβιν Σβαρτς (25 Απριλίου 1927 – 14 Μαρτίου 1992), γραμμένες το 1981, κατέκτησαν αμέσως το εφηβικό και νεανικό, αναγνωστικό κοινό των Η.Π.Α., πουλώντας οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα. Και ενώ η επιτυχία των βιβλίων του Σβαρτς ήταν τεράστια, οι αμερικάνικες βιβλιοθήκες αρνήθηκαν να τις συμπεριλάβουν στα ράφια τους, λόγω του νοσηρού περιεχόμενου τους. Το γεγονός αυτό καθ΄ αυτό, αλλά και οι σκοτεινές, πλήθους εφιαλτικών τεράτων ιστορίες των βιβλίων δεν πέρασαν απαρατήρητα από τον σύγχρονο κινηματογραφικό πατέρα των «τεράτων που αγαπήσαμε», τον βραβευμένο με Όσκαρ σκηνοθέτη για την «Μορφή του Νερού», Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, ο οποίος βρίσκεται στην σεναριακή προσαρμογή της ταινίας και εν μέρει στην παραγωγή της ταινίας.

Ο Νορβηγός  σκηνοθέτης Αντρέ Έβρενταλ της ατμοσφαιρικής ταινίας τρόμου «Η Αυτοψία» και του «Κυνηγού Τρολ» (προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας), καθοδηγεί σκηνοθετικά τις σκοτεινές ιστορίες του Σβαρτς, απλώνοντας μια καινούργια γέφυρα επικοινωνίας με το εφηβικό και νεανικό, κινηματογραφικό κοινό.

Η εφηβική συντροφιά του τηλεοπτικού smash hit «Starnger Things», που οι δημιουργοί του Ματ και Ρος Ντάφερ, σαφώς εμπνευσμένοι από τις τρομακτικές, εικονογραφημένες ιστορίες του Σβαρτς, θα γίνει το αλεξίπτωτο για να προσγειωθεί το κοινό στο γνώριμο, κινηματογραφικό περιβάλλον των «Τρομακτικών Ιστοριών στο Σκοτάδι».

Τοποθετημένη όμορφα στην σφαίρα της προσεγμένης παραγωγής και του καλού σεναρίου, η ταινία διαθέτει όλα τα απαραίτητα συστατικά μιας ταινίας τρόμου που σέβεται τον εαυτό της και το συγκεκριμένο, ηλικιακά κοινό της. Αγωνία, σκοτεινή διάθεση, jump scares, ανατριχιαστικά τέρατα βγαλμένα από τις πιο απαίσιες, σκοτεινές γωνιές του μυαλού μας και μια υπόσχεση στους θεατές για γερές συνέχειες στην κουδουνιστή αλυσίδα του franchise.     

«Rambo: Το Τελευταίο Αίμα»

(Rambo: Last Blood)

 

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Εϊντριαν Γκρούνμπεργκ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόνε, Παθ Βέγκα, Σέρτζιο Πέρις – Μεντσέτα, Αντριάνα Μπαζάρα
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Odeon

Έπειτα από πολλά χρόνια και έχοντας ζήσει σε διάφορα απόμακρα μέρη του κόσμου, ο Ράμπο μοιράζεται το ράντζο του στην Αριζόνα με τη θετή του οικογένεια, τη Μαρία και την εγγονή της Γκαμπριέλα. Έχοντας χάσει τη μητέρα της και εγκαταλειφθεί από τον βίαιο πατέρα της, ο Ράμπο έχει σταθεί στην Γκαμπριέλα ως πατέρας – «θείο» τον φωνάζει – φροντίζοντάς την μαζί με τη Μαρία.

Τώρα πια στην εφηβεία, η Γκαμπριέλα είναι περίεργη να μάθει το παρελθόν της και αρχίζει να ψάχνει για τον βιολογικό της πατέρα, τον οποίο επιθυμεί να κρίνει η ίδια. Ταξιδεύει στο Μεξικό, βρίσκει τον πατέρα της που δουλεύει σε ναρκο-καρτέλ, απάγουν την κόρη του και την προωθούν στην πορνεία. Ο μπαρμπα-Ράμπο τρέχει για να την φέρει πίσω.

Από το «Πρώτο Αίμα» έως το «Τελευταίο Αίμα» πέρασαν 37 ολόκληρα χρόνια σκληρής αιμοδοσίας και να, το πέμπτο κατά σειρά κινηματογραφικό επεισόδιο του Τζον Ράμπο με τον ακούραστο Σλάι πατημένος στα 73 έτη – ζωή να έχει ο άνθρωπος – στα γνωστά του και μη εξαιρετέα: να οπλίζει ξανά καραμπίνες, να ακονίζει ματσέτες, να τεντώνει τόξα, να παγιδεύει τον τόπο με βόμβες, να κόβει κεφάλια, να μετατρέπει τον όποιο ήσυχο χώρο σε κολαστήριο, να τα βάζει και να εξολοθρεύει καμιά εξηνταριά μόνος του και φυσικά να θέλει να σώσει ανυπεράσπιστα κοριτσόπουλα από τους φονικούς και βίαιους Λατίνους κακοποιούς.

Αυτός είναι ο Ράμπο μας, που αγαπήθηκε σφόδρα από την καταπληκτική πρώτη ταινία του Τεντ Κότσεφ, ως ο παραμελημένος και περίγελος ήρωας των ειδικών δυνάμεων του πολέμου του Βιετνάμ. Αναβαθμίστηκε σε ψυχροπολεμικό, κινηματογραφικό προϊόν προπαγάνδας στην ριγκανική περίοδο, έπειτα μετασχηματίστηκε σε ασκητή μοναχό, πολεμιστή στις ασιατικές ζούγκλες σώζοντας ιεραποστόλους, για να καταλήξει, γηραιός και συνάμα υπεύθυνος, προστάτης, δανεικής οικογένειας.

Αυτός είναι ο Ράμπο, που το 1982 δεθήκαμε αποφασιστικά μαζί του, στην συνέχεια τον απορρίψαμε – ήμασταν, όμως ακόμα αόρατα together – τον συνηθίσαμε σχετικώς αδιάφορα, για να τον αποχαιρετίσουμε, (ίσως, λέω τώρα), ενήλικοι, ώριμοι πια και εμείς, εδώ, στην τελευταία σταγόνα του αίματος του, πάλι προδομένος, μόνος και έρημος, ρε γαμώτο. Δυόμιση αστεράκια για το farewell, Τζον Ράμπο!

Εάν βγει ξανά ταινία με τον Ράμπο δεν θα γράψω λέξη, το υπόσχομαι!

«Μια καρδερίνα ταξιδεύει στο διάστημα με στολή, αλλά δίχως οξυγόνο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 4

Ο «κρισιανός» άνθρωπος είναι το ολοκαίνουργιο μοντέλο του εργοστασίου παραγωγής. Τα χαρακτηριστικά και τα κοινωνικά ιδιώματα του διαμορφώνονται ταχύτητα στην εποχή του ζόφου, ενώ αποκαλύπτεται άνευ δυσκολιών το βαθύ κράτος της εγωπαθούς μικροψυχίας, που μόνο την φιγούρα του εαυτού μας διακρίνουμε στο ευρύ πλάνο του μεγάλου Κόσμου. Το αστείο της υπόθεσης είναι, πως ένα σοβαρό, σε αριθμό, ποσοστό ανθρώπων γνωρίζει ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός αλλά εμείς στραβά αρμενίζουμε και η διαγωγή του πλοίου μας, λίαν επιεικώς, είναι άθλια, αλλά ουδείς πτοείται.

«Survivor»! Το νέο αλάνθαστο εργαλείο κοινωνικοποίησης σε πλήρη εξέλιξη, όπως άλλωστε καταδεικνύει, συνεχώς, σε ταχύρρυθμη εκπαίδευση ο γνωστός διαμορφωτής και έγκριτος, στρατάρχης συνειδήσεων, Τιβίς.

Αναζητάμε το δόλιο «μέσον», για να βολευτούμε όπως όπως. Ψάχνουμε εναγωνίως τον ανήλιαγο, ρυπαρό φωταγωγό της παμπάλαιας πολυκατοικίας για να κρυφτούμε, δήθεν, να εξαφανιστούμε από το πρόβλημα. Όσο εμείς την «κάνουμε» αθόρυβα, σαν λωποδύτες, από το πεδίο του συμβάντος, ένεκα φόβου, δειλίας ή απάθειας το πρόβλημα παραμένει στον τόπο του, παίζει μόνο του, γιγαντώνεται, δυναμώνει και με υπομονή περιμένει να επανακάμψουμε. Και κάποια στιγμή επιστρέφουμε, είτε εμείς οι ίδιοι, είτε οι απόγονοι μας. Πάντως επιστρέφουμε, αλλά και πάλι «Survivor».  

Κινηματογραφικό σκηνικό πρώτο, κρισιανής περιόδου πριν δυο ημέρες στο μετρό, απογευματινοβραδινή ώρα κατόπιν εξαντλητικής εργασίας. Δυο, περιποιημένες, ηλικιωμένες κυρίες στα ζευγαρωμένα καθίσματα απέναντι μου συζητούν για κάποια γνωστή τους, που κατάφερε να «χώσει» με τα πολλά τον ανεπρόκοπο γιό της σε μια υπηρεσία του Δημοσίου με την προηγούμενη κυβέρνηση. Το «παιδί», τώρα, παίρνει έναν μισθό όχι σπουδαίο, αλλά βρίσκεται ασφαλής κάτω από την προστατευτική, κρατική ομπρέλα και έχει, διάολε, μερικά γρόσια στην τσέπη του.

«Μπράβο στην Γιώτα!», αναφώνησε με χωλό θαυμασμό η μια εκ των δυο κυριών, κοιτώντας στιγμιαία την οροφή του βαγονιού, σκεφτόμενη πονηρά στο κρισιανό, «Survivor» μυαλό της: «γαμώτο τα κατάφερε η κοντή!» Μάλλον κοντή εικάζω πως θα είναι η κυρία Γιώτα. Οι βραχύσωμες γυναίκες, ιστορικά, καταφέρνουν τα μέγιστα.

Δεν έμεινε όμως εκεί και συνέχισε, ενώ άρχισε να αδειάζει απροκάλυπτα τα φαρμακερά φίλτρα της Μήδειας στην τοποθέτηση της: «Το ίδιο θα έκανα και ΄γω. Ποιος τα βγάζει πέρα σήμερα με μισή σύνταξη και ένα ενοίκιο από γκαρσονιέρα. Τα γράμματα δεν τα ‘παιρνε ο μπουνταλάς της. Το Δημόσιο είναι μια χαρά. Ξεμπέρδεψε η άμοιρη. Συνεχώς έδινε στον έναν, έδινε στην άλλη και τελειωμό δεν είχε. Και ο άντρας στο σπίτι άφαντος. Ηρωίδα η Γιώτα! Άφραγκος, άνεργος, σπιτωμένος με γκόμενα ο λεγάμενος την άφησε με δυο παιδιά να παλεύει με τα θηρία. Από τον έναν ησύχασε, τουλάχιστον. Η κόρη της, τι κάνει; Κι αυτή με τα γράμματα και τα σχολεία δεν είχε καλές σχέσεις, αλλά δεν την φοβάμαι. Είναι λεπτούλα με ωραίο σωματάκι, με ματάκια όμορφα, μυτούλα μια χαρά, σκέτη γαλλιδούλα είναι. Θα τα καταφέρει. Θα τον βρει τον δρόμο της».

Εσείς τι καταλάβατε από αυτή την απάντηση της εβδομήντα φεύγα κυρίας προς την ετέρα εβδομήντα φεύγα κυρία, εκτός του ό,τι πέρασε σαν οδοστρωτήρας πάνω από μια ολόκληρη οικογένεια; Η απλή και γραμμένη στο γόνυ εκτίμηση από την ελληνική, κρισιανή εποχή μαρτυράει, πως: Τέκνο αρσενικό που δεν παίρνει τα γράμματα και είναι ρέμπελος εκ πεποιθήσεως, διαιωνίζουμε το γνωστό σπορ των ασπασμών σε κατουρημένες ποδιές πολιτικών «μέσων», που τα ψηφίσαμε προφανώς, για να «παστώσουμε» τον οκνηρό μας σπόρο στο Δημόσιο και να πληρώνουμε τον μπουνταλά της μέχρι να αποθάνουμε. Παλαιόθεν καλή τακτική, επιτυχημένη συνήθως με εξασφαλισμένο το αποτέλεσμα, ανάλογα της καπατσοσύνης και της επιμονής του ψηφοφόρου. Εξ’ ου και η άνωθεν βεβαιότητα μου για το μέγεθος του γυναικείου δέματος της κυρίας Γιώτας.  

Τέκνο θηλυκό, χαριτόβρυτο, ευπαρουσίαστο, ευθυτενές με φράγκικα χαρακτηριστικά (από που και ως που οι Φράγκοι όμορφοι, μόνο η κυρία το γνωρίζει), αλλά σκράπας από μόρφωση δεν το «φοβόμαστε καθόλου», διότι και οι βίζιτες είναι μια εργασία μέχρι να βρεθεί ο, κάπως, εύρωστος μουστερής για να λιποθυμήσει με την γαλλική μύτη της νεαράς και να την κάνει δική του με όρκους αιώνιας αγάπης. Και αυτή παλαιά τακτική είναι, αλλά στο παρελθόν τέτοιου είδους «ευαίσθητα» θέματα οργανωνόντουσαν επιχειρησιακά με νου και γνώση από τις μανάδες των θυγατέρων εν κρυπτώ, στο αθέατο για μην γινόμασταν και ρεντίκολο στην γειτονιά, στην κοινωνία.

Σήμερα, πάνω στο κρισιανό ικρίωμα της καρατόμησης των αξιών, δεν φοβόμαστε, δεν ντρεπόμαστε διόλου ως άνθρωποι, δεν ερυθριούμε ως σύντροφοι συντρόφου στην ζωή, δεν μολύνεται η συνείδησή μας ως γονείς, καθότι η επιβίωση του κρισιανού ανθρώπου, με όποιον τρόπο, είναι μείζονος σημασίας και όλα βγαίνουν φόρα παρτίδα, ξεκάθαρα και άκριτα σε μια εγωπαθή εξουσία με σαφή αφετηρία και δίχως τέλος. Αντί να διορθώνουμε, επιδεινώνουμε την νοσηρότητα. Είπαμε: «Survivor»!

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ad Astra»

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Γκρέι
  • Με τους: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Odeon

Στο εγγύς μέλλον θανατηφόρα περιστατικά συμβαίνουν στη Γη, καθώς συχνότατα ξεσπούν πυρκαγιές και συντρίβονται αεροπλάνα εξαιτίας βραχυκυκλωμάτων στο δίκτυο, που με τη σειρά τους προκαλούνται από ραδιενεργά ρεύματα. Το επιστημονικό κονκλάβιο των Η.Π.Α., που είναι μια εταιρεία κολοσσός, πιστεύει πως οφείλονται σε κοσμικές ακτίνες, προκαλούμενες έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υπό την ονομασία «Σχέδιο Λίμα». Η εν λόγω αποστολή έλαβε χώρα κοντά στον Κρόνο πριν από αρκετά χρόνια και τα μέλη του πληρώματος χάθηκαν στο διάστημα.

 Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ – καλός), σχεδιαστής της μεγαλύτερης κεραίας του διαστήματος ως προς την αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής (παραλίγο να του κοστίσει την ζωή), τώρα, ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του (Τόμι Λι Τζόουνς – καλός στην ολιγόλεπτη συμμετοχή του), αλλά και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Το όνομα του Νεοϋρκέζου Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Νύχτα μάς Ανήκει») στο σκηνοθετικό πιλοτήριο του «Ad Astra», από μόνο του προσδίδει μια προβληματική, που, σαφέστατα, έχει να κάνει με το ταινιακό του παρελθόν. Ο Γκρέϊ, σκηνοθετικά «πειραματίζεται» από το 1994 με διάφορα είδη σινεμά και σε αυτά τα 25 χρόνια της θητείας του στην 7η Τέχνη, ακόμα συμπεριφέρεται σαν φοιτητής σε εξεταστική και όχι σαν πτυχιούχος με κατασταλαγμένη άποψη και ακλόνητη θέση.

Οι συνεργασίες του, πάντα είναι ευδόκιμες, με εύστοχες επιλογές σε συνεργάτες, τόσο στο ερμηνευτικό πεδίο, χρησιμοποιώντας ηθοποιούς με ιδιαίτερα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά (Τιμ Ροθ, Σαρλίζ Θερόν, Χοακίν Φίνιξ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζέρεμι Ρένερ, Τσάρλι Χάναμ), όσο και στο τεχνικό μέρος (μοντάζ, μουσική, φωτογραφία). Η κάθε του ταινία είναι αψεγάδιαστα δομημένη ως παραγωγή.

Οι προβληματικές αρχίζουν έντονα από το ειδικό βάρος και το εκτόπισμα που προσδίδει στα έργα του. Ενώ εξωτερικά είναι ένα άψογα αμπαλαρισμένο, εντυπωσιακό κουτί, το περιεχόμενο του μοιάζει σωστό αλλά είναι μια κινέζικη απομίμηση, που σε τρεις ημέρες θα σου μείνει στο χέρι. Κοινώς και απλοϊκά, ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει να με κρατά ανέπαφο με τα είδη του σινεμά που καταπιάνεται. Οι προβληματικές του δεν πείθουν και οι ιστορίες του δεν με «παραμυθιάζουν».

Ο Μπραντ Πιτ, ως πρώτης γραμμής επαγγελματίας διασώζει την κατάσταση στην ταινία με το συνεχές αφαιρετικό, στωικό, φιλοσοφικό ύφος σε ταξίδι αυτογνωσίας στο κενό του αχανούς διαστήματος. Ως μικρή επιβεβαίωση στην ταπεινή μου απορία, καταφθάνει τροχάδην η απάντηση, πως μόνο ένας Ντέιβιντ Φίντσερ και ένας Κουέντιν Ταραντίνο διθέτουν, τελικώς, την ικανότητα να διαχειριστούν και να βγάλουν μπροστά τον όποιο ερμηνευτικό χείμαρρο του καλού Μπραντ.

Εάν τοποθετήσουμε στην άκρη το τεχνικό σκέλος της ταινίας, που είναι επιμελημένο, μαζί με την καταπληκτική μουσική του 53χρονου, Γερμανού συνθέτη Μαξ Ρίχτερ («Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», «Επιστροφή στο Μοντόκ», «Miss Sloane», συνέθεσε και το υπέροχο: «On the Nature of Daylight» από την ταινία του Ντενί Βιλνέβ «Άφιξη»), το «Ad Astra», σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Ίθαν Γκρος, είναι ένα τρελό «σκονάκι» από την «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» (στο φουτουριστικό διάκοσμο της ταινίας), από το «Interstellar» (στο επιστημονικό-φιλοσοφικό υπέδαφος του σεναρίου) και από το «Gravity» (στα σημεία δράσης και περιπέτειας).

Η διαστημική πυξίδα του «Ad Astra» στον φανταστικό, τον επιστημονικό, αλλά και στον φιλοσοφικό ορίζοντα του θέματος είναι εντελώς απομαγνητισμένη. Η βελόνα της γυροφέρνει ζαλιστικά μέχρι το τέλος της ταινίας δίχως αποτέλεσμα και εμείς είμαστε χαμένοι στο διάστημα!      

   «Διαφυγή» 

(Crawl)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σερβία, Καναδάς, 2019
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Αζά
  • Με τους: Κάγια Σκοντελάριο, Μπάρι Πέπερ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Odeon

Σφοδρός τυφώνας χτυπά τη Φλόριντα και η Χέιλι (Κάγια Σκοντελάριο) αγνοεί τις εντολές εκκένωσης για να αναζητήσει τον αγνοούμενο πατέρα της (Μπάρι Πέπερ). Τελικά, τον εντοπίσει σοβαρά τραυματισμένο στο υπόγειο του πατρικού της και οι δυο τους θα παγιδευτούν από τα ορμητικά νερά που πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο το παραποτάμιο σπίτι.

Ο χρόνος που τους απομένει για να ξεφύγουν από την ισχυρή καταιγίδα εξαντλείται. Η Χέιλι και ο πατέρας της ανακαλύπτουν, ότι η ανερχόμενη στάθμη των υδάτων έφερε στην πόλη αλιγάτορες, που, αν μη τι άλλο, είναι απίστευτα πεινασμένοι.

Ο 41χρονος, Παριζιάνος Αλεξάντρ Αζά ήταν από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες, από τους πιονέρους, θα λέγαμε, του ακραίου, γαλλικού τρόμου, μιας νέας μορφολογίας στο σινεμά της φρίκης, που με την «Υπερένταση» του 2003 (Haute Tension) άνοιξε νέους ορίζοντες στο κινηματογραφικό είδος. Τράβηξε κατά Χόλιγουντ μεριά και το 2006 το γεμάτο ένταση και τρόμο  «Αίμα στους Λόφους» με τον Τεντ Λιβάιν και την Κάθλιν Κουίνλαν κατέδειξε, πως, πραγματικά, ο Αζά δεν ήταν ένα πυροτέχνημα γαμήλιας νύχτας. Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ελπιδοφόρα, για το κοινό του, κατασκευάζοντας, τελικά, μέτριες ταινίες τρόμου, χαμηλώνοντας κατά πολύ τον πήχη με τα τρισδιάστατα, εξωφρενικά «Πιράνχας» τού 2010.

Η διαφορετική αίσθηση του b-movie, που είχε δημιουργήσει με το γαλλικό αεράκι στην θεματολογία του μετασχηματίστηκε σε αποπνικτική ατμόσφαιρα επαναλαμβανόμενης ερημιάς δίχως έμπνευση. Εδώ, όμως, στην παραγωγή βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Ράιμι («Νεκρός την Αυγή», «Ένα Απλό Σχέδιο», «Darkman», «Ο Στρατός του Σκότους», «Γρήγορη και Θανάσιμη», αλλά και σκηνοθέτης των τριών πρώτων «Spiderman» με τον Τόμπι Μαγκουάιαρ), οπότε το θέμα αποκτά ενδιαφέρον.

Και έχει ενδιαφέρον η ταινία, για τους φανατικούς του είδους, που παρακολουθούν ταινίες με σαρκοφάγα θηλαστικά της γης να κατασπαράζουν ανθρώπους. Ο Αζά ναι μεν ακολουθεί το πατρόν ανάλογων ταινιών, αλλά είναι αρκετά πειθαρχημένος, πιο μυαλωμένος και η σκηνοθεσία του απελευθερώνεται αρκετά στο βιβλικό σκηνικό που έχει στήσει.

Η αγωνία παίζει στα σωστά επίπεδα, υπάρχει το απαραίτητο κλειστοφοβικό στοιχείο, το αίμα αναβλύζει άφθονο στα νερά της καταποντισμένης Φλόριντα, οι ψηφιακοί αλιγάτορες πείθουν  και ο Αζά χρησιμοποιεί έξυπνες και εύκαμπτες ιδέες κινηματογράφησης για να αυξήσει το αιματοβαμμένο της υπόθεσης, που ξεκινάει από τις μασέλες του αλιγάτορα και των λοιπών πεινασμένων υδρόβιων ερπετών.

Αν και έχουμε δει αρκετές μπιμουβιές με σαρκοφάγα κτήνη, ο βασιλέας όλων φυσικά είναι το «Jaws» του Σπίλμπεργκ και ελάχιστα πίσω του η πριγκίπισσα «Όρκα, Η Φάλαινα Δολοφόνος» του Μάικλ Άντερσον σε πιο καλλιτεχνικό ύφος. Η «Διαφυγή» του Αλεξάντρ Αζά, είναι ένα καλοστεκούμενο animal splatter, καθώς αρκετά χρόνια είχε να κάνει την εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη το συγκεκριμένο είδος και να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Εάν δεν κάνω λάθος το γιγαντιαίο φίδι του Αμαζονίου «Ανακόντα» του Λούις Λιόσα ήταν η τελευταία φορά, που, τέλος πάντων, είδαμε κάτι που να αξίζει.                

«Η Καρδερίνα»

(Goldfinch)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
  • Με τους: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Ελγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
  • Διάρκεια: 145’
  • Διανομή: Tanweer

Η μητέρα του 13χρονου Θίο Ντέκερ απομακρύνεται για λίγο από μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης, σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά και την μητέρα του Θίο.

Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο Θίο ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα που έχασε εκείνη τη φριχτή μέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους (1654), που στην αναταραχή της έκρηξης στο Μουσείο μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, χάους και θανάτου, πήρε μαζί του το έργο.

Βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ (The Goldfinch), ο Ιρλανδός σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας «Brooklyn» (2015), Τζον Κρόουλι, που οδήγησε την Σίρσα Ρόναν στα Όσκαρ, «δολοφονεί» κινηματογραφικά το στρουθιόμορφο, ωδικό πτηνό, επιτόπου, εβρισκόμενο, μάλιστα, εντός του κλουβιού του.

Αρχής γενομένης να αναφέρω, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Ταρτ. Το μυθιστόρημα σε μεταφορά κινηματογραφικού σεναρίου επιμελήθηκε από τον έμπειρο, θεατρικό και κινηματογραφικό συγγραφέα, Πίτερ Στρόγκαν («Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», «Ο Χιονάνθρωπος»). Πως έγινε να μοιάζει όλη η ιστορία με ευφάνταστο, μεγάλο, κόκκινο μπαλόνι γεμάτο Ήλιον, που ξέφυγε από τα χέρια μικρού παιδιού να ταξιδεύει με προορισμό το άγνωστο στην γήινη ατμόσφαιρα, είναι ένα μεγάλο, άλυτο μυστήριο.

Χαοτικό, ρηχό και άκρως προβληματικό το σενάριο, που καμιά τεχνική, της γραμμικής ή της ελικοειδούς κινηματογραφικής γραφής, δεν χαρακτηρίζει την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα τα εξοντωτικά 145 λεπτά της δραματικής πορείας προς την ενηλικίωση του έξυπνου, ορφανού μικρού και κατόπιν νέου Θίο, να μετασχηματίζονται στο βάρβαρο, ιαπωνικό βασανιστήριο της σταγόνας στο μέτωπο του θεατή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι εμπλέκεται και αυτός στον συγκεκριμένο γρίφο του χασίματος, όπου η πολύ καλή Νικόλ Κίντμαν με τα σούπερ ντυσίματα, ο πολλά υποσχόμενος, νεαρός Άνσελ Ελγκορτ (Baby Drive), αλλά και ο εξαιρετικός πιτσιρικάς Όουκς Φέγκλεϊ («Ο Πιτ και ο Δράκος του», «Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), να μην μπορούν να διασώσουν το σκάφος από το ναυάγιο.

Επίσης, από την πλευρά μας, την θέση, δηλαδή, ενός επαγγελματία ανθρώπου, που γράφει για κινηματογραφικές ταινίες, είναι αναιδές να τοποθετηθούμε με υποδείξεις, για το πως θα μπορούσε να ήταν η ταινία. Εμείς, μόνο το προϊόν βλέπουμε και αυτό κρίνουμε. Η ταινία «Καρδερίνα» του Τζον Κρόουλι, ως παραγωγή είναι καλοβαλμένη, αλλά νοσεί από αθεράπευτη «αλαλία». Απλά, δεν έχει τίποτα να πει.