fbpx

«Κομεντί, Δράση, Έρωτας και μια ζωή…Μπέργκμαν!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πασίγνωστο είναι, ότι από του Άη Δημήτρη και μετά στρώνουν τα χαλιά στα σπίτια και στην γιορτή του Κωνσταντίνου και της Ελένης αρχίζουν τα μαζέματα. Όπερ σημαίνει, πως ο φθινοπωρινός Οκτώβριος σημαδεύει την έναρξη των χειμωνιάτικων διαδικασιών, της εσωτερικότητας, των απολογισμών και της αυτογνωσίας, ενώ ο μυρωδάτος Μάιος σηκώνει την βαριά αυλαία για τον ανθρώπινο αμολισώνα, την εξωτερίκευση, την ελευθερία, την ξεγνοιασιά.

Ένα δεύτερο, δυνατό σημάδι ότι όλα αρχίζουν να αλλάζουν καιρικά και οι μάχες με τις ξαφνικές μπόρες, την βραδινή ψύχρα, την ψιλή κουβερτούλα που την θέλεις ακόμα στα πόδια όταν βλέπεις τηλεόραση στον καναπέ και το ανατριχιαστικό, μουντό πρωινό οδεύουν καθοριστικά προς την ήττα τους, είναι και οι εντατικές ετοιμασίες στις θερινές, κινηματογραφικές αίθουσες πριν ανοίξουν.

Εμείς, εδώ, στην γειτονιά μας έχουμε δυο θερινούς κινηματογράφους. Ο είς εξ΄ αυτών, η πανέμορφη «Ρία» μας, υφίσταται από το 1963, νήπιο ακόμα ο γράφων, ενώ ο έτερος το «Σινέ Βάρκιζα» άνοιξε τον επίσης ευάερο και εύοσμο χώρο του στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ήμουν πρώιμο εφηβάκι.

Κάθε βράδυ, σχεδόν, πηγαίναμε θερινό σινεμά, είτε ως παιδιά με τους γονείς μας, πορτοκαλάδα άνευ ανθρακικού και άοσμο καλαμπόκι στο διάλλειμα, είτε ως έφηβοι με την πολυμελή παρέα μας, άφραγκοι, γαλαρία, ενθουσιασμός, χαρά, είτε ως νέοι με το αμόρε μας, συζητήσεις, απόψεις, συμφωνίες, διαφωνίες και τέλος ως γονείς με τα τέκνα μας.

Άπειρες κινούμενες εικόνες άνοιξαν τις θύρες τους στην καλοκαιρινή σκέψη μου τόσα χρόνια, συντροφιά με τα γιασεμιά, τα αγριολούλουδα, τις πολύχρωμες φρέζιες, τις πυκνές, ψηλές πρασινάδες, την θαλασσινή αύρα να μοσχοβολά ο τόπος, να αφήνεσαι ενίοτε στις ακόρεστες ορέξεις των εντόμων. Το θερινό σινεμά ήταν από τις βασικές μας βραδινές εξόδους, ένα βήμα από τα σπίτια μας, δυο ανάσες δρόμος για τους μεγάλους κόσμους της 7ης Τέχνης. Τρεις είναι και οι ταινίες όλες αυτές τις δεκαετίες που όρθωσαν τρανό βασίλειο στην μνήμη μου, ουδέποτε θα ξεριζωθούν και έχουν να κάνουν με το θερινό σινεμά.

Η πρώτη είναι, μαζί με τον πατέρα και τον μεγαλύτερο σε ηλικία αδελφό μου, πιτσιρικάς στα δώδεκα ήμουν, όταν είδα την ταινία του Ρόμπερτ Όλντριτς «και οι Δώδεκα Ήταν Καθάρματα», μαρμαρωμένος, ασάλευτος, κυριολεκτικώς βιδωμένος στην πάνινη καρέκλα και το στόμα μου ορθάνοιχτο από δέος για μήνες. Η πρώτη μου «ακατάλληλη» ταινία.

Η δεύτερη ήταν το 1976, μικροέφηβοι μαζί με τον αγαπημένο, παιδικό μου φίλο Χρίστο (σήμερα καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας και φιλοσοφίας στο Στάμφορτ του Κονέκτικατ), ολομόναχοι, αφού κανείς από την παρέα μας δεν πήρε το ρίσκο, παρακολουθήσαμε τον «Εξορκιστή» του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Η επιστροφή από το σινεμά στα σπίτια μας βραδιάτικα έγινε με τα ποδήλατα ορθοπεταλιά, φουλάρα, βωβά με την καρδιά μας στο στόμα να συναγωνίζεται σε ένταση και ρυθμό, ξέφρενο, αφρικανικό ταμ ταμ, ενώ οι εφιάλτες κράτησαν μέχρι το επόμενο καλοκαίρι που το ξαναείδαμε και με την σειρά μας τον «εξορκίσαμε».

Η τρίτη είναι το καλοκαίρι του 1994 όταν είδαμε οικογενειακώς τα «Μαθήματα Πιάνου» της Τζέιν Κάμπιον με την τετράχρονη θυγατέρα μου να κοιμάται από το πρώτο δεκάλεπτο στην αγκαλιά μου. Κάποια στιγμή προς το τέλος και ενώ οι μουσικές του Μάικλ Νάιμαν κεντούσαν μελωδικά την έναστρη, θερινή νύχτα, η μικρή άνοιξε τα μάτια της και μεταξύ ύπνου και ξύπνιου είπε: «Ωραία μουσική, μπαμπά. Να έρθουμε και αύριο να το δούμε».     

«Η Παράσταση Αρχίζει» σύντομα και φέτος στις όμορφες, σινε-οάσεις της χώρας μας. Αστέρια στην μεγάλη οθόνη, καλοκαιρινά αστέρια στον ζεστό, νυχτερινό ουρανό και ο συναγωνισμός τρανός . Καλή αρχή να έχουμε!        

«Μια Απίθανη Σχέση»

(Long Shot)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Λεβάιν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Σεθ Ρόγκεν, Τζουν Ντάιαν Ραφαέλ
  • Διάρκεια: 125΄
  • Διανομή: Odeon

Ο Φρεντ Φλάρσκι (Σεθ Ρόγκεν – αήττητος) είναι ο ιδεαλιστής ρεπόρτερ που δεν κατάφερε να λάβει την αναγνώριση που ήλπιζε. Εργάζεται σε διαδικτυακή εφημερίδα, ορμάει στα δύσκολα ρεπορτάζ και ξεκακαρφώνει, νέο-ναζιστές, ρατσιστές, πλουτοκράτες και όλο το νοσηρό, κοινωνικό-πολιτικό σύστημα. Ανένταχτος, με ηθικές σταθερές, ψιλοκαφρούλης, ατσούμπαλος, αλλά αιχμηρός, τολμηρός, αυτοσαρκαστικός και αληθινός.

Η Σάρλοτ Φιλντ (Σαρλίζ Θερόν – καταπληκτική) είναι η σύγχρονη γυναικεία φιγούρα της πολιτικής. Υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής ούσα, ιδεαλίστρια, γεμάτη φως, ενέργεια, ομορφιά, δύναμη, πλάι σε έναν «βληματερό» πρόεδρο ηθοποιό, που ενώ είναι ο πρώτος άνδρας των Η.Π.Α. συνεχίζει να παίζει τον εαυτό του σε τηλεοπτικό σίριαλ, προτείνει στην Σάρλοτ να γίνει η επόμενη αρχηγίνα των Αμερικανών, γιατί ο ίδιος θέλει να αφήσει την πολιτική και να ασχοληθεί ολοκληρωτικά με την «δύσκολη» μετάβασή του από ηθοποιός της τηλεόρασης σε αστέρα του κινηματογράφου.

Η Σάρλοτ όμως είναι ο παιδικός-εφηβικός έρωτας του Φρεντ, όταν εκείνη ήταν 3 – 4χρόνια μεγαλύτερη του και ως μαθήτρια του λυκείου, οικολόγος και ακτιβίστρια έκανε μπέιμπι σίτινγκ, προκαλώντας μάλιστα και στύση στον προέφηβο. Ο Φρεντ, τελικά, παραιτείται από την εφημερίδα, όταν ενημερώνεται πως αγοράστηκε από έναν αδίστακτο μεγιστάνα του Τύπου και ως άνεργος ψάχνει για δουλειά. Τυχαία συναντιέται σε ένα επεισοδιακό γκαλά με την Σάρλοτ, ο παιδικός, ανεκπλήρωτος έρωτας πυρακτώνεται και η όμορφη πολιτικός γοητεύεται από το χιούμορ του, την ορμή και τα τσεκουράτα γραπτά του, οπότε τον προσλαμβάνει για να γράφει τους λόγους της, καθώς ετοιμάζεται για την κούρσα προς τον προεδρικό θώκο του Λευκού Οίκου.

Ο Φρεντ αποδέχεται την πρόταση και το ετερόκλητο ζευγάρι αρχίζει να βοηθά ο ένας τον άλλον, όταν ένας έρωτας γεννιέται στον δύσκολο κόσμο της πολιτικής και σε αυτόν της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων.    

Ό,τι πιο καινούργιο και φρέσκο στην συνταγή της αμερικάνικής κομεντί, στο γνωστό κινηματογραφικό είδος: «αγόρι αγαπάει κορίτσι» και αντιστρόφως με χιούμορ, καλό συγχρονισμό, γερή χημεία και δυο in to the point πρωταγωνιστές να μην σε αφήνουν να κουραστείς. Ο μεν Σεθ Ρόγκεν, αισθητά αδυνατισμένος (όπως και ο φίλος του Τζόνας Χιλ) ως άψογος χειριστής του είδους, πιο μαζεμένος από ότι τον έχουμε συνηθίσει, διεκπεραιώνει σούπερ τον ρόλο με τις ακρότητες των καταστάσεων, έντεχνα φορμαρισμένες όμως, πιο καλμαρισμένη την καφρίλα, ώστε να προσελκύσει η ταινία ηλικιακά μεγαλύτερο κοινό.

Το νόστιμο γλύκισμα της όλης υπόθεσης δεν είναι ο 37χρονος, πολυτάλαντος Καναδός κωμικός, παραγωγός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Σεθ Ρόγκεν, που όλοι γνωρίζουμε τους κινηματογραφικούς του «άθλους» («Superbad», «Το Τέλος του Κόσμου», «Φούντα Εξπρές», «50/50»), αλλά η κουκλάρα Σαρλίζ Θερόν που στα 44 χρόνια της με ένα Όσκαρ στα χέρια βούτηξε αβλεπί στο «καφριλέ», κωμικό σύμπαν της συντροφιάς του Ρόγκεν για να προσδώσει καύσιμο πολλών οκτανίων και να απογειώσει το όλο θέμα. Είναι απίθανη και κάποια στιγμή, αβίαστα μάλιστα, νομίζεις πως βλέπεις μια 25χρονη να εναρμονίζεται «αέρα» στο κλίμα. Τεράστια δοκιμή, ζόρικο τεστ για την ηθοποιό, ρίσκο μεγάλο για την Σαρλίζ που της βγήκε, τελικά, σε φλος ρουαγιάλ και μπράβο της. Ο προσανατολισμός της σε ολοένα και περισσότερο νεανικό κοινό («Μαχητές των δρόμων 8», «Atomic Blonde»), ετοιμάζει και την συνέχεια του  Atomic Blonde, δείχνει ηθοποιό που δοκιμάζεται συνεχώς.

Ο 42χρονος Νεοϋρκέζος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζόναθαν Λεβάιν διασχίζοντας το σινεμά τρόμου (Όλοι Ποθούν την Μάντι Λέιν – 2006), καταγράφοντας με ενδιαφέρον την νεανική, ανεξάρτητη, δραμεντί (Χυμαδιό – 2008), βρίσκει τελικά τον εαυτό του στο «50/50» για να καταλήξει στην καλά σκηνοθετημένη «Μια Απίθανη Σχέση», ως μια νέα μορφή κομεντί ίσων αποστάσεων από το γνωστό παλαιό είδος με πλήθος αναφορών στην ποπ κουλτούρα και τραγουδιών eighties (Blondie, Cameo, Cure, Bruce Springsteen, Roxette, Boyz II Men) στα σύγχρονα πράγματα, όπως την αγαθότητα να αναπαύεται μποέμικα στην ελαφριά χυδαιότητα, την περιθωριακή γουρουνιά, τον χαβαλέ και το άμεσο, τηλεοπτικό ενδιαφέρον του Game of Thrones ως must αναφορά για να δέσει η συνταγή.    

«Μπέργκμαν: Ενας Αιώνας»

(Searching for Ingmar Bergman)

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαργκαρέτε φον Τρότα
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Weird Wave

Στο ντοκιμαντέρ «Μπέργκμαν: Ένας Αιώνας» η σκηνοθέτις Μαργκαρέτε φον Τρότα, που οι κριτικοί θεωρούν ότι στα έργα της υπάρχει μια πνευματική θεματολογική συγγένεια με τον μεγάλο σκηνοθέτη, ρίχνει μια ερευνητική ματιά στη ζωή και το έργο του σπουδαίου εικονοπλάστη που αναμείγνυε πάντα περίτεχνα τις ταινίες του με στοιχεία της προσωπικής του ζωής.

Με τη βοήθεια των στενότερων συνεργατών του, καθώς και κινηματογραφιστών, η Μαργκαρέτε φον Τρότα προσπαθεί να αποτυπώσει τα βασικά μοτίβα και θέματα που διαπερνούν το έργο του Ίγκμαρ Μπέργκμαν (14 Ιουλίου 1918 – 30 Ιουλίου 2007) και τον τρόπο με τον οποίο έχει επηρεάσει το έργο σύγχρονων δημιουργών.

Ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ, κατά ένα μέρος του συνολικού θέματος, που ο κινηματογραφόφιλος και λάτρης του Σουηδού σκηνοθέτη θα παρακολουθήσει την γραμμή δημιουργίας του Μπέργκμαν αναλυτικά ως προς το φιλμικό του περιβάλλον μέχρι το αγαπημένο του νησί Φορέ που άφησε την τελευταία του πνοή, βλέποντας και ακούγοντας διάφορους μεγάλους σκηνοθέτες και ηθοποιούς του ευρωπαϊκού χώρου, όπως: η Λιβ Ούλμαν, ο Κάρλος Σάουρα, ο Μπίλι Ογκόστ, ο Φρανσουά Οζόν, η Μία Χάνσεν-Λόβε, ο Βιμ Βέντερς, ο Ρούμπεν Όστλουντ να τοποθετούνται υμνολογικά, θριαμβευτικά στο όνομα του μεγάλου δημιουργού της 7ης Τέχνης. Βέβαια, αισθητή είναι η απουσία του μεγάλου Μαξ Φον Σίντοου από την εν λόγω συντροφιά, για κάποιους λόγους που η  αγαπητή Μαργκαρέτε φον Τρότα δεν εξηγεί στο πόνημα της.

Κατά τα άλλα όλα καλά για τον μεγάλο σκηνοθέτη της 7ης Τέχνης, που οι μοναδικοί οι οποίοι, κάπως, τον «ξεμπροστιάζουν» ως άνθρωπο είναι οι δυο γιοί του (εννέα συνολικά τα τέκνα του Μπέργκμαν), που τον ακυρώνουν κυριολεκτικώς και ευγενικώς ως πατέρα, γιατί ήταν, λένε, αφιερωμένος στην δουλειά του και ότι ποτέ δεν απέβαλε το παιδί από μέσα του.

Επίσης, κάτι που δεν μου αρέσει στο ντοκιμαντέρ της  Γερμανίδας Μαργκαρέτε φον Τρότα είναι, ότι η σκηνοθέτις δεν χάνει την ευκαιρία να ευλογεί κάθε λίγο και λιγάκι τον εαυτό της, τοποθετώντας, μάλιστα, πλάνα από δικές της ταινίες, γιατί ο Μπέργκμαν, όπως μας πληροφορεί, επέλεξε την ταινία της «Μαριάν και Τζουλιάν» στις ένδεκα καλύτερες του.

Επίσης, ενώ η Γερμανίδα Τρότα μας συστήνεται μια χαρά εξ΄ αρχής για το ποια είναι και το τι κάνει, καθ΄ όλη την διάρκεια του ντοκιμαντέρ της δεν αναφέρει πουθενά τα ονόματα των προσκεκλημένων της την στιγμή των συνεντεύξεων, όπως άλλωστε συνηθίζεται, κάτι που ο νέος κινηματογραφόφιλος παρακολουθώντας την «έρευνα» θα πρέπει να κάψει τρίχα ή να ρίξει την τράπουλα για το ποιος, διάολε, είναι αυτός που μιλάει μαζί της.

Πλήρης η αγιοποίησης του Ίγκμαρ Μπέρκμαν, σε ζωή και εργασία, από μια, συγκινητικά αθεράπευτη θαυμάστρια του, όπως αναφέρει η ίδια, που η «Έβδομη Σφραγίδα» (1957) της άλλαξε την ζωή, όταν ήταν φοιτήτρια στο Παρίσι.        

«Μια Αγάπη Ανέφικτη»

(Un Amour Impossible)

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κατρίν Κορσινί
  • Με τους: Βιρζινί Εφιρά, Νιλς Σνάιντερ, Κοραλί Ρασιέρ
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Τέλη δεκαετίας 1950. Η Ρασέλ, μια απλή υπάλληλος γραφείου, συναντάει τον Φιλίπ, έναν λαμπρό νέο αριστοκρατικής οικογένειας. Από τον σύντομο, αλλά παθιασμένο τους έρωτα γεννιέται η Σαντάλ. 

Με τον Φιλίπ να αρνείται τον γάμο λόγω διαφοράς κοινωνικής τάξης, η Ρασέλ αναγκάζεται να μεγαλώσει μόνη την κόρη της. Αρχίζει τότε ο μεγάλος αγώνας μιας ερωτευμένης όσο και περήφανης μάνας για την επίσημη αναγνώριση της κόρης της.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Κριστίν Ανγκότ, είναι η 10η ταινία της Κατρίν Κορσινί. Η ίδια η σκηνοθέτις αναφέρει: «Γοητεύτηκα από την ηρωίδα, ταυτόχρονα σεμνή αλλά και ισχυρή, αλλά και από το μυστήριο της τύφλωσής της μπροστά σε έναν στρεβλό άνδρα. Aπό την αρχή ήθελα να γυρίσω αυτή την ιστορία από το τέλος μέχρι το … τέλος.

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, τέθηκε το θέμα της περικοπής της ιστορίας, αλλά δεν ήθελα να το κάνω. Ήθελα να αντιμετωπίσω όλες τις δυσκολίες, όπως το  πέρασμα του χρόνου. Η ζωή της Ρασέλ είναι ένας ολόκληρος κόσμος από μόνη της. Ξετυλίγει πολλές κοινωνικές και πολιτικές πλευρές των εποχών που διασχίζει. Γι ‘αυτό, το να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν μια πρόκληση που βρήκα τρομερά συναρπαστική. Και επιπλέον, η παιδική μου ηλικία, σε ορισμένες πτυχές, μοιάζει πολύ με αυτήν της Κριστίν Ανγκότ, που έγραψε το βιβλίο.

Μεγάλωσα κι εγώ δίπλα σε γυναίκες στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε ένα συγκρατημένο περιβάλλον. Σε μια εποχή που η κοινωνία δεν αποδεχόταν εύκολα τις γυναίκες που δεν παντρεύονταν. Θυμάμαι γυναίκες, που προσδοκούσαν την μεγάλη αγάπη, γυναίκες που πέρασαν τη ζωή τους περιμένοντας έναν άνδρα που τις κακομεταχειριζόταν. Θυμάμαι γυναίκες διαλυμένες από κακές σχέσεις. Η μητέρα μου, παρ’ όλο που ήταν χήρα, αισθανόταν άβολα μεγαλώνοντας μόνη ένα παιδί. Λόγω του περιβάλλοντος και της εκπαίδευσής τους, αυτές οι γυναίκες ένιωθαν ότι δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν ελεύθερα και η γενιά μου ξεκίνησε μέσα από αυτό.»

«John Wick: Κεφάλαιο 3»

(John Wick: Chapter 3 – Parabellum)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τσαντ Σταχέλσκι
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Έϊζια Κέιτ Ντίλον, Τζερόμ Φλιν, Μαρκ Ντακάσκος, Χέιλι Μπέρι, Ιαν ΜακΣέιν, Αντζέλικα Χιούστον, Λόρενς Φίσμπερν
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Spentzos Film

Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο, γδαρμένο σκυλί, έτσι και ο Τζον Γουίκ (Κιάνου Ριβς – ίδιος και απαράλλακτος με τον γνωστό Κιάνου Ριβς) μαζί με τον πιστό του σκύλο προσπαθεί να γλυτώσει από όλους τους φονιάδες του υποκόσμου γιατί είναι επικηρυγμένος από το διεθνές συνδικάτο του εγκλήματος με συμβόλαιο θανάτου ύψους 14 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο λόγος είναι γιατί σκότωσε στην Ιταλία ένα μεγαλοστέλεχος της σκιώδους οργάνωσης «Αγία Τράπεζα» (John Wick 2) και όλοι έχουν βαλθεί να εισπράξουν την αμοιβή. Σε πρώτη φάση τον διασώζει η Ρωσίδα Νταϊρέκτορ (Αντζέλικα Χιούστον – πάντα πληθωρική και αγαπημένη η Αντζέλικα), στέλνοντας τον στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου για να τον αναλάβει η δολοφόνος Σοφία (Χέιλι Μπέρι – τι κρίμα, που χάνεται αυτή η ηθοποιός) και να τον φέρει σε μια συμφωνία με τον εκπρόσωπο του συνδικάτου, τον Μπεράτα (Τζερόμ Φλιν – έπειτα από το Game of Thrones ως Μπρον, θα βλέπουμε συχνά τον Τζερόμ σε ρόλους «μούτρου» και «μαφιόζου»).

Άκαρπες όλες οι συναντήσεις και το συνδικάτο εξαπολύει στίφη εκτελεστών για να εξολοθρεύσουν την απειλή που ονομάζεται Τζον Γουίκ.

Όπλα παλάσκες, στιλέτα, ματσέτες, πολυβόλα, σπαθιά και η κλωτσοπατινάδα, οι φόνοι και τα μαχαιρώματα σε αυτή την τρίτη κατά σειρά συνέχεια του παλικαριού που ακούει στο όνομα Τζόν Γουίκ, αγγίζουν τα όρια της υπερβολής.

Στα 130 λεπτά ταινίας δίχως σενάριο, ζήτημα είναι οι διάλογοι να συμπληρώνουν συνολικά το δεκάλεπτο, το δε υπόλοιπο είναι ένα βίντεο γκέιμ, άριστα χορογραφημένο γεμάτο πιστολίδι, κυνηγητά, πολεμικές τέχνες (ο πρωταθλητής του Κουνγκ Φου Μαρκ Ντακάσκος δίνει ρεσιτάλ) και τον Ριβς να αφανίζει αντιπάλους σε αριθμό όσο ο πληθυσμός του Βόλου.

Μια ωραία αρχική ιδέα, που μεταμορφώθηκε σε κουραστικό franchise με άψογα εφέ και περίτεχνους φόνους. Βαρέθηκα μέχρι θανάτου…

«Κινηματογραφικό επταήμερο Aforias», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Χρόνια διαβάζω και συνάμα παρατηρώ τις διεθνείς και εγχώριες κριτικές κινηματογραφικών ταινιών, ένεκα επαγγέλματος, διακρίνοντας το εξής ιδιαίτερο φαινόμενο από τους διάφορους, νέους συναδέλφους συντάκτες. Όταν ο κριτικός, απλά, δεν γουστάρει μια ταινία ή δεν είναι θεματολογικά το πεδίο που τον ενδιαφέρει, απελευθερώνεται σε κείμενα μεγαλύτερου μεγέθους, απ΄ ότι θα έγραφε για ένα κινηματογραφικό προϊόν που του δημιούργησε αίσθηση. Τα δε αρνητικά σχόλια ξεπερνούν την σφαίρα της κριτικής και με παρρησία το κείμενο βουτάει στον εγκλωβιστικό ζελέ των υποδείξεων, ξεπερνώντας, μάλιστα, τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την ταινία του.

Βέβαια, η συγγραφή μιας κριτικής πάνω στην Τέχνη του σινεμά είναι ένα προσωπικό, για τον κάθε ένα συντάκτη, παζλ κατάρτισης, γνώσεων, εμπειρίας και φυσικά μια συναισθηματική, εσωτερική διαδρομή εκφραζόμενη με λέξεις και προτάσεις απέναντι στο θαύμα της κινούμενης εικόνας. Φυσικό είναι, λοιπόν, να υπάρχουν συμπάθειες και αντιπάθειες από τον όποιον γράφοντα προς το σινε-προϊόν, τόσο σε δημιουργούς, όσο και σε ερμηνευτές της μεγάλης οθόνης. Άλλωστε η γόνιμη βάση της κριτικής, εκεί δηλαδή που αναπτύσσεται η μικρή, αναίμακτη αρένα της συναναστροφής του γραφιά με τους αναγνώστες του, είναι η επί της ουσίας αντιπαράθεση θέσεων και απόψεων στο θέμα και τις τεχνικές φιλμαρίσματος, πρωτίστως όμως στη θεματολογία και στις ερμηνείες.

Η γενικότερη γραμμή κατεύθυνσης, όπως και εσείς έχετε αντιληφθεί, στα κινηματογραφικά πράγματα των τελευταίων ετών, είναι η αναθεώρηση των ανθρώπινων αξιών, κάτι που υφέρπει επιτυχώς σε σενάρια της μεγάλης και της μικρής οθόνης, είτε αυτά ανήκουν στην σφαίρα του λεγόμενου καλλιτεχνικού σινεμά, είτε σε φαντασμαγορικές υπερπαραγωγές. Το κριτήριο του θεατή διαμορφώνεται ολοένα προς το χείριστο με όχημα την ψυχαγωγία. Η καθημερινή πολτοποίηση των εικόνων σε όποια συσκευή και μέσο φέρει οθόνη και ηχεία εξορκίζει καθολικά την ηρεμία και την δυνατότητα εμβάθυνσης του όποιου οπτικού προϊόντος. Άπαντα κρίνονται επιδερμικά και ελάχιστες είναι οι ταινίες που ξεφεύγουν από τον κανόνα της γενικότερης στρατηγικής, απλά για να χρησιμοποιηθούν ως άλλοθι, ότι να, υπάρχουν κι αυτές.

Το «κράξιμο» μιας ταινίας, από τους νεώτερους συναδέλφους του χώρου, δεν καθιστά τον κριτικό γνώστη της 7ης Τέχνης, αλλά αντιπρόσωπο της προσωπικής εμπάθειας που διατρέφει στο είδος του κινηματογράφου που καταπιάνεται. Το σινεμά ανέκαθεν ήταν και είναι πολιτική με την ευρύτερη έννοια του όρου. Όρισε κοινωνικές σταθερές, αναθεώρησε αλύγιστες και άκαμπτες δοξασίες, δημιούργησε θύρες εσωτερικής εκτόνωσης, άνοιξε παράθυρα πέρα του συντηρητικού, πέτρινου τείχους των αντιλήψεων, δημιουργώντας νέες φόρμες συμπεριφοράς, μόδα και στυλ σε δισεκατομμύρια θεατές του πλανήτη.

Οι δεκαετίες του 20ου αιώνα αναμετρήθηκαν ρωμαλέα και κατά μέτωπον, άλλοτε κινηματογραφικά, άλλοτε μουσικά ή και σε συνδυασμό των δυο,  με την «δυσκοίλια» κοινωνική νοοτροπία, χρησιμοποιώντας μύριους δούρειους ίππους, ώστε οι φίνες εικόνες, η μεθυστική ατμόσφαιρα, ο ρεαλισμός ή το παραμύθι να εισβάλλουν νικηφόρα ως νέες «γραμμές κατεύθυνσης» στην τελματωμένη συνείδηση του βιομηχανικού, σιδερένιου ανθρώπου, χαρακτηρισμένου και ως «οπισθοδρομικού», «ημιμαθούς» όντος.

Η τεράστια, κατάμαυρη, άγραφη πλάκα (tabula rasa), επιβλητική, σταθερή, τοτεμικά βαλμένη στην μέση του πουθενά θεοποιείται από τα άγρια, τριχωτά δίποδα. Συγκεντρώνονται γύρω της αρχικά με δέος και στην συνέχεια τα ένστικτα βασιλεύουν. Ο σοφός Στάνλεϊ ήταν αγκαλιά με θεούς και δαίμονες όταν φιλμάριζε εξόριστος από την πατρίδα του το 1968 την ταινία «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος», του Άρθουρ Κλαρκ. Οι κριτικοί κινηματογράφου, παγκοσμίως, απόλαυσαν στην πρεμιέρα 161 λεπτά φιλοσοφικού έπους (149 λεπτά ο κανονικός χρόνος της ταινίας) και στην συνέχεια αναμετρήθηκαν με την ημιμάθεια και την ρηχότητα των γνώσεων τους στην προσωπική τους tabula rasa. Ασάφειες, εικασίες, μπουρδολογία και πνευματική στειρότητα πλημμύρισαν, τότε, τα έντυπα.

Τα τέσσερα και τα πέντε αστέρια που δώρισαν, αβλεπεί, στην ταινία του Κιούμπρικ ουδέποτε, μέχρι σήμερα ακόμα, αναλύθηκαν εμπεριστατωμένα στα κείμενα τους. Από ένστικτο και μόνο από ένστικτο κατανοούσαν, ότι έγιναν μάρτυρες κάτι πολύ σπουδαίου που, κινηματογραφικά τουλάχιστον, δεν είχε ξανασυμβεί…. Και ούτε πρόκειται!

«Euforia»

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Βαλέρια Γκολίνο
  • Με τους: Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Βαλέριο Μασταντρέα, Ιζαμπέλα Φεράρι
  • Διάρκεια: 115΄
  • Διανομή: StraDa Films

Στην όμορφη Ιταλία του σήμερα ο Ματέο (Ρικάρντο Σκαμάρτσιο) είναι ο σύγχρονος επιχειρηματίας, που διακρίνεται από τόλμη, δυναμισμό, ευφυΐα, έχει οικονομική άνεση, στο ντιζαϊνάτο σπίτι του μοιράζεται το κρεβάτι του με άνδρες, πού και πού με γυναίκες, παίρνει τις κόκες του, είναι ακραία κοινωνικός και γενικώς καταβροχθίζει βουλιμικά είτε με το κουτάλι, είτε με το πιρούνι τις όποιες προκλήσεις της ζωής. Είναι ενθουσιώδης με άποψη, θέλει να έχει τον έλεγχο, ενώ όλα τα δυσάρεστα γκελάρουν με τον ήχο του εφήμερου και απομακρύνονται από πάνω του.

Ο αδελφός του, Ετόρε (Βαλέριο Μασταντρέα) είναι το ακριβώς αντίθετο. Απόμακρος, συνετός, είναι καθηγητής σε σχολείο, βιώνει ήρεμα την ρουτίνα της καθημερινότητας που τον εξυπηρετεί στη μικρή, επαρχιακή πόλη όπου οι γεννήθηκαν οι δυο τους. Είναι ο άνδρας που συνειδητά επιλέγει να ζει σχεδόν ασκητικά, αθόρυβα στις άκρες και όχι στο κέντρο των πραγμάτων και ενίοτε να σαρκάζει για να κρύψει τις ανασφάλειες του.

Αυτοί οι δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, αυτά τα δυο, εκ δια μέτρου αντίθετα αδέλφια, έπειτα από αρκετά χρόνια θα έρθουν πάλι κοντά σε μια κρίσιμη στιγμή, όταν ο Ετόρε θα αρρωστήσει σοβαρά, για να ανακαλύψουν, μετά από αρκετά χρόνια απομάκρυνσης, ξανά, ο ένας τον άλλον. Παρά ταύτα, ο φουριόζος Ματέο θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποκρύψει την αλήθεια της ασθένειας από τον αδελφό του.  

Η αγαπητή στο κινηματογραφόφιλο κοινό της χώρας μας, η όμορφη, Ελληνοϊταλίδα ηθοποιός Βαλέρια Γκολίνο στέκεται για δεύτερη φορά πίσω από την κάμερα σε ταινία μεγάλου μήκους (Μέλι – 2013) και σκηνοθετεί ξανά κοινωνικό δράμα στο οποίο είναι και συν-σεναριογράφος. Η ιστορία της ταινίας είναι εμπνευσμένη από γεγονότα και καταστάσεις του φιλικού περιβάλλοντος της, που συνέβησαν στην ίδια την σκηνοθέτιδα, όπως μας πληροφορεί.

Το στόρι διατρέχεται από ευάερες οπές και ημιτελείς πινελιές των εσωτερικών διαδικασιών σε αρκετά σημεία, ενώ ο ρυθμός του, όσο ξέγνοιαστος θέλει να δείξει (εξαίσια η φωτογραφία του Γκέργκελι Πόχαρνοκ, που βγάζει το μποέμικο παλαιών, ιταλικών ταινιών) από την πλευρά του χειμαρρώδους Ματέο κόντρα στο δράμα του άρρωστου αδελφού Ετόρε που εκτυλίσσεται, δεν πετυχαίνει την σύζευξη των αισθημάτων για να με κερδίσει.

Η απλοϊκότητα που εκφράζεται με συγκρατημένο μεγαλείο θέλει μαστοριά και το παραμύθι καλό αφηγητή ή μια έμπειρη γιαγιά κοντά στο τζάκι. Επίσης, δεν συμπαθώ ταινίες που ξεκινούν με πρώτο πλάνο το απόλυτο σκοτάδι όταν αυτό, μάλιστα, κρατάει πολύ με μουσικό χαλί το «Et si tu n’ existais pas» του αξέχαστου Τζο Ντασέν. Η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται, έλεγαν οι παλαιοί.

Απλά συμπαθητική η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Βαλέρια Γκολίνο, παρότι είναι μια ιστορία αδελφών που προσπαθούν να αναζωπυρώσουν την χαμένη τους σχέση, σκηνοθετημένη από γυναίκα που είδε αλλά δεν δόνησε το σωστό νεύρο του ανδρικού ψυχισμού. Το επιβεβαιώνω με παρρησία ως ο τρίτος γιός οικογενειακής αγοροπαρέας.        

«Η Πιο Μεγάλη Απάτη»

(JT Leroy)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζάστιν Κέλι
  • Με τους: Κρίστεν Στιούαρτ, Λόρα Ντερν, Κέλβιν Χάρισον Τζούνιορ, Κόρτνεϊ Λοβ, Νταϊάν Κρούγκερ, Τζιμ Στάρτζες
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Tanweer

Ταινία βασισμένη στα απομνημονεύματα της Σαβάνα Κνουπ (Girl Boy Girl: How I Became JT Leroy), η ιστορία στρέφει το βλέμμα στα παρασκήνια και αφηγείται τα πραγματικά περιστατικά πίσω από ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά σκάνδαλα της σύγχρονης ιστορίας.

Η Λόρα Άλμπερτ (Λόρα Ντερν) γράφει υποδυόμενη το avatar της, έναν νεαρό ομοφυλόφιλο άντρα που ζει στο περιθώριο με το όνομα JT LeRoy. Όταν το λογοτεχνικό της ντεμπούτο γίνει μπεστ σέλερ και ο JT LeRoy καταλήξει ο αγαπημένος του λογοτεχνικού κόσμου, σκέφτεται μία αλλόκοτη λύση για να διατηρήσει την ανωνυμία της, δίνοντας ζωή στο ψευδώνυμο της.

Πρόκειται για την ανδρόγυνη αδελφή του φίλου της, τη Σαβάνα Κνουπ (Κρίστεν Στιούαρτ), που συνδέεται με τη φεμινιστική και περιθωριακή πλευρά της Λόρα. Οι δυο τους ζουν πια διπλές ζωές, μπαίνουν δυναμικά στη λογοτεχνική και κινηματογραφική ελίτ και ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό, ενώ υποδύονται.

Η σκηνοθέτις Τζάστιν Κέλι αναφέρει στο σημείωμα της: «Διάβασα το μυθιστόρημα του JT LeRoy, με τίτλο «Sarah», όταν κυκλοφόρησε το 2000. Μου άρεσε η γραφή του και ο χαρακτήρας μου τράβηξε το ενδιαφέρον, ένα ανδρογύναικο παιδί θαύμα, με αέρα μυστηρίου και ίντριγκας τύπου Άντι Γουόρχολ.

Ζούσα στο Σαν Φρανσίσκο όταν όλοι μιλούσαν για αυτό το φαινόμενο, οπότε όταν το 2006 μαθεύτηκε ότι ο JT είναι ένας επινοημένος χαρακτήρας που πήρε σάρκα και οστά από δύο γυναίκες, σοκαρίστηκα, μπερδεύτηκα και καθηλώθηκα… Πώς το κατάφεραν; Και γιατί;

Μου αρέσουν οι ιστορίες για ανθρώπους των οποίων η επιθυμία να ανατρέψουν την ταυτότητα τους εκδηλώνεται με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Το έργο μου ασχολείται με τα άκρα στο οποία φτάνουν οι χαρακτήρες για να γίνουν κάποιοι άλλοι, οπότε όταν διάβασα τα απομνημονεύματα της Σαβάνα Κνουπ με τον τίτλο Girl Boy Girl: How I Became JT LeRoy, με συνεπήρε η ιστορία του πώς βρίσκει κανείς τον εαυτό του μιμούμενος κάποιον άλλον.

Στην πραγματικότητα, ενώ έγραφα το σενάριο σκεφτόμουν την Πίνκι (Σίσι Σπέισεκ) στις 3 Γυναίκες του Ρόμπερτ Άλτμαν, έναν χαρακτήρα ανίκανο να ωριμάσει μέχρι να βιώσει την εμπειρία του να είναι κάποια άλλη.

Το σώμα του JT, η Σαβάνα Κνουπ (Κρίστεν Στιούαρτ) και η συγγραφέας των βιβλίων του, η Λόρα Άλμπερτ (Λόρα Ντερν), θεωρήθηκαν αμέσως «δύο γυναίκες που ήθελαν φήμη και χρήματα», ενώ η ιστορία τους ήταν πιο περίπλοκη και αλλόκοτη. Προσπαθώ να αφηγούμαι ιστορίες για αμφιλεγόμενους χαρακτήρες χωρίς να ασκώ κριτική και πιστεύω ότι ακόμα και αυτοί που ένιωσαν προδομένοι θα βγουν από την αίθουσα κατανοώντας πώς μία στιγμή κατέληξε σε χρόνια διπλής ζωής.

Παρόλο που έχουν συμπληρωθεί 18 χρόνια από την έκδοση του βιβλίου και 12 χρόνια από τότε που οι θαυμαστές έμαθαν ότι «αυτός είναι αυτή», όπως έγραψαν οι New York Times, η ιστορία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Μιλάει για τη δύναμη της πίστης, τη ρευστότητα του εαυτού και την επιθυμία να ανήκουμε κάπου.

«Το Μυστήριο του Κύριου Πικ»

(Le Mystère Henri Pick)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ρωσία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ρεμί Μπεζανσόν
  • Με τους: Φαμπρίς Λουκινί, Καμίλ Κοτέν, Αλίς Αϊσάζ, Χάνα Σιγκούλα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Σε μία περίεργη βιβλιοθήκη στην καρδιά της Βρετάνης, την «Βιβλιοθήκη των Απορριφθέντων Βιβλίων», μία νεαρή εκδότρια ανακαλύπτει ένα εκπληκτικό χειρόγραφο που αποφασίζει αμέσως να εκδώσει.

Το μυθιστόρημα γίνεται μπεστ-σέλερ, αλλά ο συγγραφέας του, ο Ανρί Πικ, ένας ιδιοκτήτης πιτσαρίας, που πέθανε πριν από δύο χρόνια, δεν θα μπορούσε να είχε γράψει τίποτε άλλο πέρα από τη λίστα με τα ψώνια, σύμφωνα με τη χήρα του.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας, πεπεισμένος ότι πρόκειται για απάτη, αποφασίζει να ερευνήσει την υπόθεση, με την απρόσμενη βοήθεια της κόρης του αινιγματικού Ανρί Πικ.

O Γάλλος σκηνοθέτης Ρεμί Μπεζανσόν (Το Μεγάλο Ταξίδι της Ζαράφα) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Νταβίντ Φενκινός. 

Επιστρατεύοντας δυο αγαπημένους ηθοποιούς του γαλλικού κινηματογράφου (Φαμπρίς Λουκινί, Καμίγ Κοτέν) μας ταξιδεύει όχι μόνο στους κύκλους της γαλλικής λογοτεχνίας, αλλά και στην απαράμιλλης ομορφιάς γαλλική επαρχία.

Η ταινία πρωτοπαρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, παρουσία του σκηνοθέτη και του συγγραφέα του βιβλίου.

«Όλο Γελούσε»

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Ελλάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Θόδωρος Μαραγκός
  • Διάρκεια: 60’
  • Διανομή: Trianon Filmcenter
  • Το ντοκιμαντέρ «Όλο Γελούσε» προβάλλεται μαζί με το μικρού μήκους animation: «Το Όραμα του Θοδωράκη», επίσης του Θόδωρου Μαραγκού.

Το ντοκιμαντέρ «Όλο γελούσε» καταγράφει το πέρασμα ενός καλλιτέχνη μέσα από πολύ δύσκολες συνθήκες της ζωή του κι από όλες τις κωμικοτραγικές καταστάσεις της εποχής του. Έξι χρόνια στα συσσίτια, 6 χρόνια στη βιοπάλη, 6 χρόνια στις βαριές δουλειές, 6 χρόνια στις πιο βαριές δουλειές και τα υπόλοιπα 50 χρόνια έκανε τον κόσμο και να γελάει, αλλά και να αισθάνεται περήφανος γι’ αυτόν, γιατί ποτέ δεν μάσησε τα λόγια του.

Ο πρόωρα χαμένος ηθοποιός Κώστας Τσάκωνας ήταν ένας εκ των πρωταγωνιστών της ταινίας «Μάθε παιδί μου γράμματα» που γύρισε το 1981 ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός. Η σχέση των δύο ανδρών είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν – με τον Τσάκωνα να παίζει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαραγκού, το «Λάβετε Θέσεις», μια ταινία του 1973 που απέσπασε μια σειρά βραβείων και διακρίσεων στο 14ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Καλύτερης Καλλιτεχνικής Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Φωτογραφίας αλλά και Τιμητική Διάκριση). Ο Τσάκωνας, όμως, συνέχισε δίπλα στον Μαραγκό και στις δύο ταινίες που γύρισε ο σκηνοθέτης στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο («Από πού πάνε για τη χαβούζα», 1978 & «Θανάση σφίξε κι άλλο το ζωνάρι», 1980).

Ο Κώστας Τσάκωνας έφυγε από τη ζωή το 2015. Τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 2018, ο Θόδωρος Μαραγκός ολοκληρώνει την ταινία-αφιέρωμα στον παλιό καλό συνεργάτη του με τον τίτλο «Όλο γελούσε».

Το «Όλο γελούσε» συμμετείχε το Νοέμβριο του 2018 στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Χαλκίδας όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο γέλιου του κοινού και το δεύτερο βραβείο της κριτικής επιτροπής.

«Η μικρή Τζο από την Κένυα ανοίγει φροντιστήριο ζωής στους υπερήρωρες της μεγάλης οθόνης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Δυναμικά εισέβαλλε το Έαρ σε μεγάλη και μικρή οθόνη. Οι «Avengers» με το φινάλε του «Endgame», έστειλαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, μαζικά τους θεατές στις αίθουσες δημιουργώντας ανοίγματα ρεκόρ και η πρεμιέρα του 8ου και τελευταίου κύκλου του Game of Thrones καθήλωσε, σχεδόν το 1/8 της υφηλίου στους τηλεοπτικούς δέκτες, είτε σε απευθείας μετάδοση, είτε σε downloading για να παρακολουθήσουν τα επεισόδια της καυτής σεζόν. Επικός πυρετός απλώθηκε σε κλίμακα υστερίας με γνώμονα την φαντασία και οι άνθρωποι αναμετριούνται, απευθείας, με το προσωπικό τους έλλειμμα σε αξίες και αρετές, απέναντι από το μεγάλο πανί και το μάτι της μικρής, γυάλινης θεάς, παρακολουθώντας, πρωτίστως, το αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας με μπόλικο θάνατο.

Απορίας άξιον και, αν μη τι άλλο, φαινόμενο για κοινωνιολογική μελέτη είναι η ακόρεστη επιθυμία των θεατών για οθονογενείς ήρωες που βρίθουν αλτρουισμού, ανδρείας και φυσικά βαρβαρίλας, απουσίας πνευματικότητας. Χαρακτήρες ηρώων και από τις δυο πλευρές, οι καλοί και οι κακοί δηλαδή, ενδεδυμένοι με το ράσο της βαρβαρότητας να αφανίζουν οι μεν τους δε, έχοντας ως πρόσχημα, καλύτερα ας γράψουμε ως σκοπό, την ανθρώπινη ζωή και την γη, το χώμα που πατάμε. Οι καλοί με τα δίκια τους να τα προστατεύσουν και οι κακοί, επίσης, με τα δικά τους σκοτεινά σχέδια να τα διεκδικήσουν και στην συνέχεια να τα καθυποτάσσουν.

Όπως σοφά τοποθετήθηκε ο 18χρονος Δημήτρης, κουβεντιάζοντας τις ημέρες των γιορτών για τους χάρτινους υπερήρωες των κόμιξ, που πέρασαν και στην μεγάλη οθόνη: «Καμία αίσθηση δεν μου προκαλούν γιατί ξέρω, πως είναι φτιαγμένοι για έναν λόγο: Πάντα να νικούν και πάντα να είναι οι καλύτεροι. Οι άνθρωποι δεν είναι έτσι, ούτε και η ζωή. Είναι εντελώς ψεύτικοι και βαρετοί!»

Καταστροφή, λοιπόν, ίντριγκες, αίμα, απώλειες, τρόμος και επιδερμικά νοήματα περί ανθρώπου, ελευθερίας και ζωής κυλούν σαν ακατέργαστες κροκάλες στα γεμάτα άθλους, γενναιότητα, αποφασιστικότητα, περιπέτεια και δράση σενάρια. Τι μένει στο τέλος ως κυρίαρχο συστατικό στην μνήμη; Ο χαλασμός βιβλικών διαστάεων, το ζοφερό τοπίο μιας κοινωνίας αναλώσιμης και εκτεθειμένης στις ορέξεις και των δυο πλευρών και μερικές φάτσες που κέντρισαν κάπως το ενδιαφέρον του θεατή. Κινηματογραφικά και τηλεοπτικά επεισόδια φουλ στην ένταση, με το κομποσκοίνι της βίας να εργάζεται ως μυσταγωγικό μάντραμ,  συστήνουν μόνο το σκοτάδι πλήθους βαρβαρικών ενστίκτων, είτε αυτά εκπορεύονται από το αχανές διάστημα, είτε από τις μυθικές-ηρωικές διαστάσεις μιας φοβικής Γης. Πουθενά η μέθεξη της ψυχής, ανύπαρκτα και τα κεφαλόβρυσα, έστω μιας ελάχιστης, πνευματικής δροσιάς.

Η φονική ακτίνα του κακού σβήνει από τον χάρτη του σύμπαντος τον ειρηνικό, κατοικήσιμο πλανήτη, ενώ εμείς βλέπουμε την μεγαλειώδη έκρηξη. Οι άψογα σφυρηλατημένες λεπίδες από τις σπάθες μπήγονται ανελέητα και δίχως σκέψη στα σωθικά ανθρώπινων κορμιών, ενώ εμείς βλέπουμε το κόκκινο υγρό σε μορφή πίδακα να λιπαίνει τα όπλα των καλών.

Και ο θεατής αλαλάζει, χαίρεται, ακολουθεί τυφλά την διαδρομή των δαιμόνων στην ρωμαϊκή αρένα και ο τρόμος γιγαντώνεται στον ημιμαθή, σιδερόφρακτο κόσμο μας, που κατανοεί, πιά, μόνο την απώλεια και όχι την δημιουργία.

«Is it safe?» (είναι ασφαλές;;;;), ρωτάει ψυχρά και επίμονα ο ναζί εγκληματίας Ζελ -Λόρενς Ολίβιε-  τον ανυποψίαστο φοιτητή Μπέιμπ -Ντάστιν Χόφμαν- στο εξαιρετικό, πολιτικό θρίλερ «Ανθρωποκυνηγητό» (Marathon Man – 1976) του Τζον Σλέσιντζερ. Αλήθεια, φίλοι μου… «Is it safe?»  

«Σούπα Μόντο»

(Supa Modo)

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ Κένυα, Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λικαρίον Γουαϊανίνα
  • Με τους: Στίσι Γουαγουέρου, Μαριάν Νούνγκο, Νιαγουάρα Ντάμπια
  • Διάρκεια: 75΄
  • Διανομή: Νεανικό Πλάνο
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Παιδικού Κινηματογράφου (ECFA) για την Καλύτερη Ευρωπαϊκή Ταινία για παιδιά του 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας (Generation Kplus), Berlin International Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Carthage Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Emden International Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Hamburg Film Festival 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Zlín International Film Festival for Children and Youth 2018
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Σεναρίου, Olympia International Film Festival for Children and Young People 2018 (Φεστιβάλ Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους – 2018)
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Νεανικής Κριτικής Επιτροπής, Minneapolis St. Paul International Film Festival 2018
  • Βραβείο της Βουλής των Ελλήνων «Ανθρώπινες Αξίες», Olympia International Film Festival for Children and Young People 2018
  • Προβολή: Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Η 9χρονη Τζο (Στίσι Γουαγουέρου – αφοπλιστική η πιτσιρίκα) λατρεύει τις ταινίες δράσης και ονειρεύεται να γίνει η υπερηρωίδα «Supa Modo». Η μεγαλύτερή της επιθυμία είναι να γυρίσει μια ταινία και να πρωταγωνιστήσει σ’ αυτήν.

Η μικρή Τζο όμως βρίσκεται στο τελικό στάδιο της θανατηφόρας ασθένειάς της, καθώς πάσχει από λευχαιμία. Η μητέρα της Κάθριν (Μαριάν Νούνγκο – καταπληκτική) που είναι η σεβαστή μαία της μικρής κοινότητας και έχει ξεγεννήσει όλες τις γυναίκες, αποφασίζει να βγάλει την Τζο από το νοσοκομείο που βρίσκεται και να την πάρει στο σπίτι, ώστε να περάσει ανθρώπινα και ήρεμα όσο χρόνο ζωής της απομένει.

Η μεγαλύτερη σε ηλικία αδερφή της, η Μιξ (Νιαγουάρα Ντάμπια – πολύ καλή) στεναχωριέται και σαστίζει βλέποντας την εύθυμη και γεμάτη ζωή μικρή αδελφούλα της να σπαταλάει τον πολύτιμο χρόνο που της απομένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι μακριά από την χαρά του παιχνιδιού και της ζωής, οπότε ενθαρρύνει την Τζο να πιστέψει στις μαγικές της δυνάμεις και αρχίζει η όμορφη ιστορία μας.

Η Μιξ πείθει όλους τους συγχωριανούς να την βοηθήσουν να φτιάξει μια κατάσταση, κάπως θεατρική, κάπως κινηματογραφική, που θα φαντάζει όμως αληθινή και θα χαροποιήσει την μικρή Τζο. Μικροί και μεγάλοι συμμετέχουν σε μικρά σκετσάκια καθημερινότητας που έχουν να κάνουν με την Τζο ως υπερηρωίδα Σούπα Μόντο να επεμβαίνει και να σώζει τους ανυπεράσπιστους συγχωριανούς της από κακοποιούς.

Έρχεται και η στιγμή για να πραγματοποιήσει η μικρή το όνειρό της: Να γίνει μια σούπερ ηρωίδα, η Σούπα Μόντο σε ταινία, που θα βοηθάει τους ανθρώπους από τους κακούς και θα προσφέρει ασφάλεια και χαρά.

«Modo» στην αφρικανική διάλεκτο κικούγιου (διάλεκτος των σουαχίλι) σημαίνει άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο. Είναι ένα ουσιαστικό ελεύθερο συνδηλώσεων σε ότι αφορά την ηλικία ή το φύλλο, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για το όνομα του alter ego της πρωταγωνίστριας της ταινίας, η οποία έχει δύο αντισυμβατικές ιδιότητες, είναι παιδί και μάλιστα κορίτσι.

Έτσι, ο τίτλος επιχειρεί μια έμμεση αναφορά στο βασικό θέμα της ταινίας, ότι οποιοσδήποτε μπορεί να είναι ήρωας. Δηλαδή το πρόθημα Super (το οποίο στον τίτλο έχει αποτυπωθεί φωνητικά, όπως θα το προέφερε ένα παιδί της Κένυας) μπορεί να μπει μπροστά από το όνομα οποιουδήποτε, αναφέρει η συγγραφή ομάδα της ταινίας.

Ο 32χρονος Κενυάτης Λικαρίον Γουαϊανίνα, που γεννήθηκε στη Μόσχα και εργάζεται στο Ναϊρόμπι διαθέτει μια άριστη σχέση με το γόνιμο, ανθρώπινο συναίσθημα. Παρότι οι πρώτες σεκάνς προδιαθέτουν τον θεατή για μια πονεσιάρικη ταινία (θανατηφόρα αρρώστια σε μικρό κορίτσι), η πλοκή έρχεται όλη τούμπα και από το φαιό τοπίο του πόνου ξεπηδά χρώμα, χαρά και απέραντη ανθρωπιά.

Σε μια Κένυα που δεν έχει να κάνει με τρόμο, παρακμή και αθλιότητα, όπως μας έχουν συνηθίσει κινηματογραφικά, αλλά με αγάπη, αλληλεγγύη, συναίσθημα και ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, ο σκηνοθέτης Γουαϊανίνα πλάθει αξίες και αισιοδοξία με εφαλτήριο την απώλεια, που όμως γεννάει όνειρα.

Η Τζο είναι πραγματικά μια ηρωίδα μικρών διατάσεων, που ενώ γνωρίζει πως θα αποχωρήσει από τα γήινα (ουδέποτε μαρτυράει κάτι τέτοιο), λέει στην μεγάλη αδελφή της με αφοπλιστική ωριμότητα να δώσει τα πόστερ με τους υπερ-ήρωές της στους φίλους της στο νοσοκομείο… όταν εκείνη θα πάψει να τα χρειάζεται. Απίθανο!!! Πουθενά ο Κενυάτης σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο πόνο για να τραβήξει την συμπόνια ή το δάκρυ του θεατή, αντιθέτως γελάς στην ταινία με την ψυχή σου, εξορκίζοντας το δυσάρεστο και αυτή είναι η ύψιστη επιτυχία της.  

Μια ταινία διαφορετική από κάθε άλλη, κάτι σαν ζωντανό παραμύθι μιας σπουδαίας αλήθειας, που δεν πρέπει να χάσουν ούτε οι μικροί, ούτε οι μεγάλοι θεατές.         

«Ο Αξιαγάπητος Κύριος Τροχίδης»

(Raoul Taburin)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο
  • (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Γκοντό
  • Με τους: Μπενουά Πελβούρντ, Εντουάρ Μπαέρ, Σουζάν Κλεμάν
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Ο Ραούλ Τροχίδης (Μπενουά Πελβούρντ – καλός)  είναι ο επίσημος μηχανικός ποδηλάτων του Σαν Σερόν, ενός πανέμορφου μικρού χωριού στη νότια Γαλλία, οι κάτοικοι του οποίου τον θαυμάζουν ως τον απόλυτο ήρωα-ποδηλάτη.

Όμως, ο Ραούλ έχει ένα καλά κρυμμένο μυστικό: ο ίδιος δεν έμαθε ποτέ να κάνει ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες. Όταν, όμως, πιάνει φιλίες με έναν φωτογράφο, τον Ερβέ (Εντουάρ Μπαέρ) ο οποίος θέλει να τον φωτογραφίσει εν δράσει, να τρέχει δηλαδή καβάλα στο ποδήλατο, ο Ραούλ τα βρίσκει σκούρα. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την φωτογράφιση για να μην αποκαλυφθεί το μυστικό του, αλλά η στιγμή της αλήθειας έχει φτάσει και τελικά δεν θα είναι ο μόνος που κρύβει μυστικά.

Βασισμένο στην ομότιτλη, εικονογραφημένη ιστορία του δημιουργού του πολυαγαπημένου και πολυδιαβασμένου «Μικρού Νικόλα», Ζαν-Ζακ Σεμπέ, ο 32χρονος Γάλλος σεναριογράφος (μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο) και σκηνοθέτης Πιερ Γκοντό στην τρίτη ταινία του («Παράφορα», 2016) δίνει κινηματογραφική σάρκα και οστά στον αξιαγάπητο Ραούλ Τροχίδη.

Με ένα γουστόζικο πρώτο μέρος, επανδρωμένο άρτια στο γνωστό παραμυθένιο, ολίγον σουρεαλιστικό σύμπαν του Ζαν-Ζακ Σεμπέ (παλ χρωματισμούς, κεραυνοί να αλλάζουν την δομή της πλοκής, οι ήρωες να φορούν συνεχώς τα ίδια ρούχα από την παιδική έως την ενήλικη ζωή τους), η ταινία στο δεύτερο μέρος από το ύψος του χαριτωμένου και με ορθοπεταλιά βουτάει στα συμπαθητικά στάσιμα νερά των κλισέ, του προβλέψιμου και του αδιάφορου θεάματος.

Ως εικονογραφημένη ιστοριούλα μπορεί, πράγματι, να έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον ο χάρτινος ήρωας της, ως κινηματογραφικό προϊόν όμως είναι άνευρο και το ξεχνάς αμέσως, τα επόμενα πέντε λεπτά που θα εγκαταλείψεις την σκοτεινή αίθουσα. Η αφελής και αγαθή φατσούλα του «ποδηλατά» Μπενουά Πελβούρντ σηκώνει την ταινία – φέρνει ο αθεόφοβος κάπως σε αντιδράσεις στον αξέχαστο Μπουρβίλ – αλλά δεν φτάνει από μόνο του για να κερδίσει τις εντυπώσεις.     

«Αγάπη Είναι»

(C'est ça l'amour / Real Love)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Κλερ Μπερζέ
  • Με τους: Μπουλί Λανέρ, Ζιστίν Λακρουά, Σαρά Χενοσμπέργκ
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Giornate degli Autori του Φεστιβάλ Βενετίας.

Ο πατέρας Μάριος (Μπουλί Λανέρ – καλός) προσπαθεί αλλά δυσκολεύεται τα μάλα να τα βγάλει πέρα με τις δυο έφηβες κόρες του και τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του μετά την απόφαση της συζύγου του να χωρίσουν.

Βρισκόμαστε στην πόλη Φορμπάχ ης βόρειας Γαλλίας κοντά στα σύνορα με την Γερμανία. Από τότε που η σύζυγος του αποφάσισε να φύγει από το σπίτι και να δει την ζωή της σε ρυθμούς ελευθερίας μακριά από την οικογενειακή καταπίεση, ο Μάριο αναλαμβάνει μόνος του τις κόρες του.

Η Φρίντα, 14 χρονών (Ζιστίν Λακρουά – καλή), τον κατηγορεί ότι είναι απόλυτα δική του η ευθύνη που έφυγε η μητέρα της. Η Νίκι, 17 χρονών (Σαρά Χενοσμπέργκ – καλή), ονειρεύεται την ανεξαρτησία της. Ταυτόχρονα, ο άμοιρος Μάριο περιμένει τη σύζυγο του να επιστρέψει κοντά του.

Η σκηνοθέτις Κλερ Μπερζέ, έπειτα από το βραβευμένο με την Χρυσή Κάμερα των Κανών «Party Girl» του 2014, εδώ, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας της, βάζει σε πρώτο πλάνο ένα άνδρα που στο νέο, ότι η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, τού έρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Κάτι σαν κεραυνοπληξία, καθώς οι δυο έφηβες κόρες του παραμένουν στο σπίτι μαζί του και του κάνουν, εκτός των άλλων, την ζωή πατίνι. Καταλαβαίνεται λοιπόν, την ανελέητη συμπίεση που νοιώθει από τρεις δυνατές, γυναικείες προσωπικότητες, της πρώην γυναίκας του και των δυο θυγατέρων του, που γενικώς ψάχνονται.

Η Μπερζέ, όπως η ίδια αναφέρει: το σενάριο της ταινίας είναι κατά βάση το διαζύγιο των γονιών της και πώς εκείνη το βίωσε. Προφανώς ως κόρη, φαινομενικά, τοποθετείται προς την πλευρά του ταλαίπωρου μπαμπά, αλλά στην ουσία του πράγματος ανάβει την θρυαλλίδα που καταλήγει στην μπαρουταποθήκη που αφορά την ανεξαρτησία της γυναίκας. Εκκωφαντική η έκρηξη, καθώς στην ιστορία παρακολουθούμε τις απέλπιδες προσπάθειες του ανδρός, συζύγου και πατρός να εναρμονιστεί με τα σύγχρονα, κοινωνικά δεδομένα. Σε ό,τι μαλακία μπορεί να φανταστείς επιδίδεται το αρσενικό δίποδο όχι για προσαρμοστεί και να πάρει την απόφαση, πως το ταίρι του την «έκανε», αλλά για να επαναφέρει σώνει και καλά το θηλυκό στον νυμφώνα. Η ανδρική φιγούρα σε ένα σημαντικό ποσοστό γελοιοποιείται διακριτικά από την θέση της Μπερζέ .

Ο γνωστός Βέλγος ηθοποιός Μπουλί Λανέρ (Δύο Καρδιές – 2014) είναι καλός σε αυτό που καλείται να διεκπεραιώσει και οι δυο κινηματογραφικές θυγατέρες του, ερασιτέχνες ηθοποιοί και οι δυο, βγάζουν τους ρόλους τους ικανοποιητικά. Κατά τα άλλα τα «δόντια» της Κλερ Μπερζέ είναι φορτωμένα από ανδρική σάρκα. Κινηματογραφικό θέμα, που πλασάρεται συχνά και έντεχνα καμουφλαρισμένο στο μεγάλο, άσπρο σαν «σάβανο» πανί της 7ης Τέχνης.               

«Teen Spirit»

 

  • Είδος: Κοινωνικό, νεανικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μαξ Μινγκέλα
  • Με τους: Ελ Φάνινγκ, Ζλάτκο Μπούρικ, Αγκνιέσκα Γκροτσόβσκα, Ρεμπέκα Χολ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Odeon

Η πολωνικής καταγωγής Βάιολετ (Ελ Φάνινγκ – καλή), είναι μια ντροπαλή έφηβη που ζει στη Νήσο Γουάιτ της Αγγλίας. Ονειρεύεται, μάλιστα να δραπετεύσει από την αφόρητη στενωπό της μιζέριας και να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της ποπ μουσικής, αφού πρώτα αναδειχθεί στο διάσημο, και διεθνούς εμβέλειας τηλεοπτικό reality show «Teen Spirit», έτσι ώστε να ξεφύγει από τη μικρή πόλη που ζει και τη διαλυμένη οικογένειά της.

Με τη βοήθεια ενός απροσδόκητου μέντορα, ένας Ρώσος, πρώην τραγουδιστή της όπερας Βλαντ (Ζλάτκο Μπούρικ – καλός), η Βάιολετ θα περάσει τα προκριματικά και θα φτάσει στα τελικά, που όμως θα δοκιμάσει την εντιμότητα, το ταλέντο και τη φιλοδοξία της.

Περί του υιού ο λόγος του σπουδαίου σκηνοθέτη του «Άγγλου Ασθενή» Άντονι Μινγκέλα (6 Ιανουαρίου 1956 -18 Μαρτίου 2008), ο Μαξ Μινγκέλα στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ο οποίος τοποθετείται ως άνθρωπος ορχήστρα, καθώς αναλαμβάνει την ευθύνη, εκτός της σκηνοθεσίας, της συγγραφής του σεναρίου, του μοντάζ, αλλά και της παραγωγής μαζί με τον βραβευμένο ηθοποιό Τζέιμι Μπελ (Μπίλι Έλιοτ).

Το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει, ως γνωστόν, και ως πρώτος καρπός του 34χρονου ηθοποιού και νυν σκηνοθέτη Μαξ Μινγκέλα τεχνικά είναι άρτιος, φορτωμένος με μουσικούλα, ποπάκια, φουτουριστικά πλάνα, αλλά παντελώς αδιάφορος. Κάτι σαν «ψαγμένη» ρεκλάμα μοιάζει η ταινία για τα πάσης φύσεως τηλε-σκουπιδο-ριάλιτι, που νέοι άνθρωποι προσπαθούν να διακριθούν φωνητικά και να αποκτήσουν εφήμερη δόξα και χρήματα.

Δεν ασκεί κριτική σε αυτό το ψυχρό και απάνθρωπο τηλεοπτικό προϊόν, αλλά αντιθέτως υποστηρίζει γενναία την γενικότερη φιλοσοφία ύπαρξης αυτών των τηλε-παραγωγών υψηλής τηλεθέασης με την ηρωίδα του, ως σύγχρονη εμιγκρέ Σταχτοπούτα, να οργανώνει την απόδραση της από την μουντή και αυτοκτονική καθημερινότητα της.

Το ναι μεν αλλά του σεναρίου, που φιγουράρουν οι δισκογραφικές εταιρείες που καραδοκούν σαν ύαινες στα παρασκήνια για να εκμεταλλευτούν και να λιανίσουν το κάθε τι στον χώρο του τραγουδιού είναι τόσο επιδερμικό και αβαθές που φαντάζει αστείο, ως κακοφορμισμένη τσόντα στην συνολική εικόνα.

Η ταλαντούχα Ελ Φάνινγκ (Neon Demon) άψογη και εδώ, τραγουδάει καλά και οι νέοι που παρακολουθούν με ζέση τα διάφορα ριάλιτι του είδους, οραματιζόμενοι να ακολουθήσουν το συγκεκριμένο μονοπάτι, πιθανώς, να ευχαριστηθούν την ταινία. Εμείς, απλά, αναμένουμε την επόμενη επιλογή του νεόκοπου, σκηνοθέτη Μαξ Μινγκέλα.        

«Το Πραξικόπημα»

(Anons / The Announcement)

 

  • Είδος: Πολιτική, σάτιρα
  • Παραγωγή: Τουρκία, Βουλγαρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν
  • Με τους: Αλί Σεκινέρ Αλίσι, Ταχράν Καραγκόζ, Μουράτ Κιλίς
  • Διάρκεια: 94’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα «Ορίζοντες» του Φεστιβάλ Βενετίας
  • Προβολή: Σε επιλεγμένους κινηματογράφους (ενημερωθείτε)

22 Μαΐου 1963. Δυσαρεστημένοι με την υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού σχεδιάζει ένα πραξικόπημα στην Άγκυρα ώστε να ανατρέψει την υπάρχουσα κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή στην Κωνσταντινούπολη, οι συνωμότες τους έχουν αναλάβει τη σημαντική αποστολή της κατάληψης του Κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού ώστε να μπορέσουν να προβούν στην επίσημη ανακοίνωση του πραξικοπήματος. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο.

Αντιμέτωποι με πολλά εμπόδια, συμπεριλαμβανομένης μιας ξαφνικής καταιγίδας, καθώς και την απουσία του τεχνικού του ραδιοφωνικού σταθμού, μια προδοσία, την παντελή έλλειψη πληροφοριών από την Άγκυρα και τη δική τους αναποτελεσματικότητα, οι συνωμότες αγωνίζονται για να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους και να ανακοινώσουν την επιτυχία του πραξικοπήματος, χωρίς να γνωρίζουν όμως αν το πραξικόπημα στην πρωτεύουσα όντως πραγματοποιήθηκε.

 

Κουραστικό μονοπλάνο σε ακίνητη λήψη η κάμερα να ματσάρει ό,τι περνάει από τον κινηματογραφικό φακό κατ΄ εντολή του 46χρονου, Τούρκου σκηνοθέτη Μαχμούτ Φαζίλ Κοσκούν. Νυχτερινά, ημιφωτισμένα πλάνα, σκηνοθετική άποψη καθόλα σεβαστή, όμως εκτός του προσωπικού μου γούστου ως τεχνικές, όταν η κινηματογραφική κίνηση πια είναι γεμάτη ρεαλισμό, ένταση και όχι στατικότητα.

Η δε σάτιρα και το πικρόχολο χιούμορ, καθότι πολιτικο-κοινωνική η ταινία, αναδύονται ζορισμένα στο σενάριο από την λαϊκή αφέλεια μιας άλλης εποχής, ενώ η σκληρότητα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, παραμένει ίδια και απαράλλαχτη.

Στα πρώτα δέκα λεπτά προβολής είχα ήδη χάσει τον ρυθμό (όλη η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μόνο νύχτα), οπότε και το ενδιαφέρον μου, κρατώντας ακέραια στην σκέψη μου την ταινία του Αρμάντο Ιανούτσι: «Ο Θάνατος του Στάλιν» ως μια σύγχρονη αναφορά στο είδος της καυστικής, πολιτικής σάτιρας.    

«Στην Σιωπή των… «Εκδικητών!», η ταινία της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Θα ήθελα ευχαρίστως να είχα την δυνατότητα να μεταφερθώ πίσω στον χρόνο, εκεί στις δεκαετίες του ’50, ’60, ΄70 και να έθετα ένα ερώτημα στον όποιο Φελίνι, στους όποιους Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Ταρκόφσκι, ΝτεΣίκα, Τριφό, Παζολίνι, Γκοντάρ, κι σε ακόμα άλλους τόσους σπουδαίους δημιουργούς σκηνοθέτες  εκείνων των εποχών. Θα ρωτούσα το εξής απλό: «Αξιαγάπητοι, τρισμέγιστοι καλλιτέχνες μου, όταν φτιάχνατε τις ταινίες σας είχατε κατά νου, αυτό που εμείς σήμερα αποκαλούμε «σινεφίλ» κοινό;»

Με βαθιά σιγουριά όλοι εκείνοι οι τρανοί της 7ης Τέχνης θα με κοιτούσαν στα μάτια και στα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα θα κυλιόντουσαν στα πατώματα από τα γέλια. Επίσης, θα μου ζητούσαν κάποιες διευκρινήσεις (πάντα ξεκαρδιστικά γελώντας), τι δαίμονα σημαίνει αυτό το «σινεφίλ», που με περισπούδαστο ύφος λανσάρουμε στα γραπτά μας σαν κάτι σημαντικό, σαν μια κατηγορία θεατών, άρτι αφιχθέντων, από το πλανητικό σύστημα Άλφα του Κενταύρου.

Θα προσπαθούσα να εξηγήσω γρήγορα σε εκείνους τους υπέροχους, πως είναι ένα κοινό κάπως «ψαγμένο» κινηματογραφικά, πιο «εκπαιδευμένοι» θεατές, ας πούμε, στις «καλλιτεχνικές» ταινίες, όπως οι δικές τους δηλαδή, που εκ πεποιθήσεως το εν λόγω «σινεφίλ» κοινό έχει εξορκίσει από τις σινε-επιλογές του τις «εμπορικές» παραγωγές και τις υπερπαραγωγές, υποκλινόμενο πειθήνια στον «ποιοτικό» κινηματογράφο. Διάολε, θα κοιταζόντουσαν μεταξύ τους αστεία και εκεί που θα έλεγες, ότι το πράγμα κάπως ηρέμησε, πάλι θα γελούσαν, πιο έντονα, μέχρι δακρύων αυτή την φορά, ειδικά στο άκουσμα «εμπορική ταινία».

Υποθετικό σενάριο το παραπάνω, αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Όλοι εκείνοι οι «παλαιοί», που οι ταινίες τους μέχρι σήμερα μας συντροφεύουν, ήταν ενταγμένοι στην φιλοσοφία και τις τεχνικές του σινεμά για τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους και όχι για μια συγκεκριμένη κάστα θεατών, που φιλοσοφεί άγονα πάνω στο φύκι.

Ο κοινωνικός, ο πολιτικός, ο ρομαντικός, ο φανταστικός, ο κινηματογράφος της δράσης και του μυστηρίου εμπεριείχαν αυτούσια λαϊκά σημεία εκκίνησης για τους απανταχού θεατές της Γης. Ο καθηγητής, ο υπάλληλος, η νοικοκυρά, ο έμπορος, ο φοιτητής, ο επιχειρηματίας, ο συνταξιούχος, ο βιομηχανικός εργάτης παρακολουθούσαν, με το ίδιο ενδιαφέρον και ανοιχτό συναίσθημα, πάντα, στις σκοτεινές αίθουσες, ταινίες του Φελίνι, του Μπέργκμαν, του Αντονιόνι, του Ταρκόφσκι, του ΝτεΣίκα, του Τριφό, του Παζολίνι, του Γκοντάρ, αλλά και του Κερτίζ, του Χιλ, του Κόρμαν, του Γκιούκορ, του Κάπρα, του Όλντριτζ, του Πολάνσκι, του Τζαβέλα, του Λάσκου και του Δαλιανίδη. Ουδέποτε υφίστατο ο αφοριστικός διαχωρισμός του «σινεφίλ» ή του εμπορικού ή μη εμπορικού σινεμά. Τότε έφτιαχναν ταινίες οι σκηνοθέτες για να δει ο κοσμάκης θέαμα, να ευχαριστηθεί, να ψυχαγωγηθεί και πάντα υπήρχαν οι πιο ποιοτικές και οι λιγότερο ποιοτικές παραγωγές (ένεκα προϋπολογισμού), άπασες όμως περνούσαν από το «λαϊκό» κριτήριο του θεατή.

Και ξαφνικά γεννήθηκαν κατηγορίες ανάμεσα στο φιλοθεάμον κοινό και ο κινηματογράφος, λύγισε, γονάτισε, ξέπεσε, κατακρεουργήθηκε και η αίσθηση, εκείνο το ουράνιο φίλιον συναίσθημα προς την Τέχνη της κινούμενης εικόνας δημιούργησε ακατανόητες «φυλές» στην ψυχαγωγία, πανάθεμά μας, ακριβώς στον φλέγοντα πυρήνα, του ωφέλιμου της ανθρώπινης σκέψης για να γράφουν σήμερα σε κείμενα για μια ταινία, το προχωρημένο, το απογειωτικό, φουλ ελιτίστικο: «…για εκπαιδευμένους σινεφίλ», αντί τού ορθού: «η ταινία είναι μια μάπα και δεν βλέπεται με τίποτα!»

Άλλοι καιροί οι σημερινοί, αγαπημένη μου Ελεονόρα, που πάνω στο βελόνι και στην κλωστή έραβες και το μικρό, βωβό σου δάκρυ, ενθυμούμενη σκηνές από τον «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Ντε Σίκα, κι ας μην ήσουν «σινεφίλ»… τότε.           

«Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη»

(Avengers: Endgame)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας Marvel Comics και σε 3D
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άντονι και Τζο Ρουσό
  • Με τους: Γκουίνεθ Πάλτροου, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Πολ Ραντ, Κρις Έβανς, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ, Τζον Φαβρό, Σεμπάστιαν Σταν, Τζος Μπρόλιν, Τζέρεμι Ρένερ, Κρις Χέμσγουορθ, Εβάντζελιν Λίλι, Μπρι Λάρσον, Ελίζαμπεθ Ολσεν, Τομ Χόλαντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Μαρκ Ράφαλο, Νάταλι Πόρτμαν, Ρενέ Ρούσο, Μισέλ Πφάιφερ, Μάικλ Ντάγκλας
  • Διάρκεια: 182΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Άνευ spoilers για να απολαύσετε την ταινία, παραθέτω μια μικρή περίληψη της ιστορίας αυτών που θα δείτε, για να πάρετε μια γεύση:

Οι Εκδικητές έχουν ηττηθεί από τον Θάνος, που αφού απέκτησε τους έξι Λίθους της Αιωνιότητας στο «Infinity War», ολοκλήρωσε το διεστραμμένο του σχέδιο, σκονοποιώντας τον μισό έμβιο πληθυσμό του σύμπαντος, συμπεριλαμβανομένων και πολλών Εκδικητών σε Γη και διάστημα.

Οι εναπομείναντες Εκδικητές, ως ανθρωποθεϊκά ράκη παίρνουν την απόφαση να αντιμετωπίσουν πρόσωπο με πρόσωπο τον Θάνος, βοηθούμενοι από την Captain Marvel, αφού την είχε προσκαλέσει ο Νικ Φιούρι. Πάνω που συνάντησαν τον Θάνος αραχτό και ράθυμο σε έναν απομακρυσμένο πλανήτη, μόνο και έρμο σε μια καλύβα να διάγει βίο συνταξιούχου, ο ασυγκράτητος Θωρ με το νέο σφυρί του δίνει το μοιραίο τέλος.

Πέντε χρόνια μετά, οι Εκδικητές, διασκορπισμένοι στα πέρατα της Γης και του Σύμπαντος προσπαθούν να συμμαζέψουν τα κομμάτια τους. Αναζητούν  μια λύση για να μπορέσουν να επαναφέρουν την ισορροπία μετά την μεγάλη Κοσμική καταστροφή. Και αυτή έρχεται από τον Ant-Man, που όλα αυτά τα χρόνια ήταν χαμένος σε μια κβαντο-χρονική διάσταση και δεν είχε πάρει μυρωδιά για το τι συνέβη στην Γη και στο Σύμπαν.

Ο χρόνος θα γίνει το ιπτάμενο χαλί για να αντιμετωπίσουν οι Εκδικητές την πιο μεγάλη πρόκληση τους. Πρέπει να βρουν τη δύναμη πρώτα να ενωθούν ξανά, όσοι περίσσεψαν και να νικήσουν τον Θάνος μια για πάντα, αλλά και να φέρουν τους εαυτούς τους αντιμέτωπους με το παρελθόν τους.

«Where do they go, now that they gone?» (Πού πήγανε τώρα που έφυγαν;), διερωτάται το μότο του πόστερ που βρίσκεται αναρτημένο στην αίθουσα που συγκεντρώνεται η ομάδα αλληλοϋποστήριξης με ανθρώπους που έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα στο εκκαθαριστικό, συμπαντικό 50% του Θάνος. Επικεφαλής του group therapy o Captain American δίνει κουράγιο στους εναπομείναντες συντετριμμένους, μοναχικούς ανθρώπους, που έχασαν αγαπημένους συγγενείς και φίλους, με ενθαρρυντικές, υποστηρικτικές συμβουλές του στυλ: «Έχουμε χάσει, όλοι μας. Χάσαμε τους φίλους μας. Χάσαμε συγγενείς. Χάσαμε κομμάτι του εαυτού μας. Αυτή είναι η μάχη της ζωής μας. Και ΄γω 70 χρόνια ήμουν χαμένος, θαμμένος κάτω από τον πάγο. Όταν επέστρεψα όλοι οι δικοί μου άνθρωποι είχαν φύγει από την ζωή, ακόμα και η γυναίκα που αγάπησα. Κι όμως προχώρησα!»

Ω Τιτάνα Θάνος, το κακό που προκάλεσες στο αμερικανικό έθνος (αυτό μόνο βλέπουμε στην ταινία) με την ενσυνείδητη, «οικολογική» σου εκκαθάρισή είναι αβόλευτο, είναι τρισθεόρατο και η 11η Σεπτεμβρίου 2001 απέχει μόλις 18 χρόνια. Είναι Κοσμικός ο πόλεμος και οι απώλειες βαριές. Το ανθρώπινο δράμα, η συγκίνηση είναι οι βασικοί καταλύτες στο ρίξιμο της αυλαίας στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της τετραλογίας των «Avengers» της Marvel-Disney.

Και βέβαια, το θέαμα στην ταινία είναι παρών και, βέβαια, ο ηρωισμός διαβαίνει την θεϊκή ατραπό των αρετών και της ανδρείας, πιο αποφασιστικά αυτή την φορά και, βέβαια, οι καλοί πάντα νικάνε και, βέβαια, οι ήρωες αυτοκαθάρονται από το παρελθόν τους επί της Γης και, βέβαια το δράμα, το χιούμορ, ο αλτρουισμός και φυσικά ο σαρκασμός (ο Θωρ ως απομίμηση του ρέμπελου «Big Lebowski» είναι πέρα του απίθανου) ενορχηστρώνουν το κινηματογραφικό μεγαλείο με συμμάχους τους δακρυϊκούς μας πόρους και, βέβαια, οι μεγάλες θυσίες έχουν την τιμητική τους. Άλλωστε, όταν η νέα τάξη πραγμάτων και η παγκοσμιοποίηση αυτοσαρκάζονται κινηματογραφικά, δια στόματος του μακελάρη, τιτάνα Θάνος, τότε η όποια απώλεια στο φινάλε, που ραγίζει καρδιές, κλείνει το μάτι μαγκιόρικα στον θεατή και με την φαντασμαγορία που διακρίνει το προϊόν απαντάει: «That’s, not, all folks…»  

Το Θέαμα και δη το υπερθέαμα είναι εδώ γενναίο, ανθηρό και τα 182 λεπτά διάρκειας της ταινίας ξοδεύονται αγόγγυστα, δεν σε κουράζουν και δεν νοιώθεις μηδέ συναισθηματική, μηδέ πνευματική κόπωση. Μια ταινία τριών ωρών, δίκαια μοιρασμένη σε τρία διαφορετικά μέρη με σκοπό, τι άλλο; Την γήινη ευημερία, την ελευθερία και ως διττή ερμηνεία, την αγάπη για όλους αυτούς που λατρέψαμε και τους χάνουμε, ρε γάμωτο!

Η Ντίσνεϊ και η Μάρβελ έφτιαξαν το μεγάλο τους έργο και τα αδέλφια Άντονι και Τζο Ρουσό από την βαριά καρέκλα του σκηνοθέτη, όπως στο προηγούμενο επεισόδιο έτσι και δω, αποκαλύπτουν πειθαρχεία, σωστή στόχευση και εύπεπτο αποτέλεσμα, ρίχνοντας μοβ πέπλο σε κάθε προηγούμενο του είδους.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Τρεις ώρες χρειάστηκαν  για να περάσουν σαν σε παιδικό view master oι 21 ταινίες των χάρτινων super heroes της επικής Marvel και σαν νυχτερινή ελεγεία στην καρδιά του φαντασμαγορικού δάσους των δρυίδων, τελέστηκε η συγκινησιακή μάζωξη μιας κινηματογραφικής περιόδου 11 χρόνων, αρχής γενομένης με τον «Iron Man» του 2008, που κράτησε το ενδιαφέρον των θεατών αμείωτο.

Οι «Avengers» του 2012 και του 2015, ειδικότερα όμως το οντολογικό «Infinity War» (το καλύτερο τους) και τώρα με το «Endgame» πέρασαν θριαμβευτικά το κατώφλι της ιστορίας της 7η Τέχνης, κερδίζοντας με τις μπέρτες, τα κολάν και τις σιδερένιες στολές τους τις άνετες σεζ λονγκ, πίνοντας δροσερές μαργαρίτες στην καταπράσινη back yard του σινε-οικοδομήματος του φανταστικού.          

«Φιλμική εβδομάδα σε «μαύρη τρύπα»», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι αυτό το απίθανο που λένε οι παλαιότεροι, χαμογελώντας μάλιστα σαρκαστικά, ότι δυο πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν στην ζωή: Ο αργός να γίνει γρήγορος και ο χέστης παλικάρι. Και οι νεότεροι απαντάνε, επίσης με γνώση και παρρησία, πως το αντίθετο είναι εφικτό, δηλαδή ο γρήγορος να μετασχηματιστεί σε νωθρό και το παλικάρι να κιοτέψει. Λάθος!

Δεν παίζει με τίποτα ο σπινθήρας να μην ανάβει φωτιές σε εύφλεκτο περιβάλλον και η αξιοπρέπεια να μην ανταποκρίνεται με αρετές και ανδρεία. Αναγνώστης, πάντως, διαβάζοντας την κριτική της προηγούμενης εβδομάδας, επισήμανε μονολεκτικά, σε mail που έλαβα για τον πρόλογο του άρθρου, πως η ιστορία του μέλλοντος θα καταγράψει σε μια πρόταση την σημερινή κατάσταση της χώρας μας ως: «Η Ελλάδα του Χάους, άνευ συγγνώμης στους Κωλοέλληνες!», με ένα μικρό υστερόγραφο στο μήνυμα του, που το μεταφέρω αυτούσιο: «προφητικός ο Νιόνιος».

Να σκεφτείτε, ότι ο τραγουδοποιός προπηλακίστηκε για εκείνο το τραγούδι του 1989, δηλαδή πριν τριάντα χρόνια. Ό,τι κι αν είναι ο εξαίρετος Διονύσης, ό,τι έξαλα και ακραία έπραξε στην τριφηλή περίοδο της Σύβαρης, εμείς, απλά ας θυμηθούμε λίγο τους στίχους:

«Κωλοέλληνες μασκαρλίκια δες στο Άλφα της Αξίας της Αρχής της Μίας λουτροκαμπινές. Τιμωρός καιρός πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις από δω και μπρος με αγγλικές αλφαβήτες μαλλιαροί μου Ελλαδίτες θλιβερές μου πορδές […] Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί στους Πανέλληνες στους Πανέλληνες.»

«Μαύρη Τρύπα»

(High Life)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλερ Ντενί
  • Με τους: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζιλιέτ Μπινός, Αντρέ Μπέντζαμιν, Μία Γκοθ
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Spentzos Film

Πολύ μακρινό διάστημα. Σκάφος με πλήρωμα, που αποτελείται από κακοποιούς βαρυποινίτες τοποθετημένους ως πειραματόζωα σε μια αποστολή –ταξίδι σε μαύρη τρύπα, όπου βέβαια δεν υπάρχει επιστροφή. Ο Μόντε (Ρόμπερτ Πάτινσον – προσπαθεί ακόμα να πείσει το κοινό με art ταινίες) και η κόρη του Γουίλοου, η οποία γεννήθηκε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ζουν στο διαστημόπλοιο σε απόλυτη απομόνωση.

Ο Μόντε είναι ο άντρας που η αυστηρή αυτοπειθαρχία του στέκεται ασπίδα ενάντια σε κάθε επιθυμία, φροντίζοντας το βρέφος αρχικά, την μικρή στην συνέχεια, την κοπέλα αργότερα, καθώς τα χρόνια περνούν, ως πατέρας, ενάντια στην θέληση του.

Κι αυτό γιατί το σπέρμα του Μόντε χρησιμοποιήθηκε κρυφά από την ψιλο-επαρμένη γιατρό Ντιμπς (Ζυλιέτ Μπινός – ανέπαφη με τις αισθήσεις του θεατή), που την είδε θεά και συνοδεύει τους κακοποιούς-πειραματόζωα στο ταξίδι, γονιμοποιώντας το ωάριο της νέας γυναίκας, επίσης βαρυποινίτισσας, που την γέννησε, μέλος και αυτή του πληρώματος.

Στο σκάφος, τελικά, έχουν απομείνει μόνο ο πατέρας και η ενήλικη κόρη, ενώ το διαστημόπλοιο στο μακροχρόνιο ταξίδι του προσεγγίζει την μαύρη τρύπα δίχως επιστροφή στην οποία ο χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν.

Είναι από τις ταινίες που η σεναριακή ιδέα κάλλιστα καλύπτεται σε χρόνο λιγότερο των 15 λεπτών. Κι όμως, η 73χρονη Γαλλίδα σκηνοθέτις Κλερ Ντενί (της οποίας το συνολικό έργο με αφήνει παντελώς αδιάφορο), έπειτα από την προπέρσινη κάτω του μετρίου «Λιακάδα Μέσα Μου», πάλι με την Μπινός, καταφέρνει στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία της να δημιουργήσει το απόλυτο χάος των 110 λεπτών, αδυνατώντας να προσαράξει με σοβαρότητα στους πάμπολλους όρμους των θεμάτων που υποτίθεται την βασανίζουν, κι εμάς μαζί. Εν τω μεταξύ, εν μέσων των συνεντεύξεων, που αραδιάζει δεξιόθεν και αριστερόθεν στον διεθνή Τύπο, που την ασημοστολίζουν, δίνει απλόχερα εξηγησούλες από την πλοκή στους υποψήφιους θεατές της τελευταίας δημιουργία της, εν είδει λυσαρίου και σημειώσεων.

Στο αστροσκάφος κατσαρόλα της Γαλλίδας ρίχνονται χύδην η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, το άγνωστο, η δεύτερη ευκαιρία ζωής, η αγάπη, η δημιουργία, ο θάνατος και με την γνωστή εικονολαγνεία και άποψη του «auteur» (διάολε, τελικά είναι τεράστια η «μαύρη τρύπα» της  σύγχρονης, κινηματογραφικής καλλιτεχνίας… το διάστημα άραγε τι το ήθελε, αφού Ταρκόσφσκι εις στο θέμα!), τα ατελείωτα flashblack (για να δομηθεί κάπως το σενάριο), άπαντα να καταλήγουν κουραστικά και χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον αγύριστο. Η Ζιλιέτ Μπινός ακολουθώντας τελετουργικά τα χνάρια του συμπατριώτης της μαϊντανού Ζεράρ Ντεπαρντιέ, διαμορφώνεται αργά και σταθερά ως το αρωματικό δενδρολίβανο της γαλλικής παραγωγής.

Ο δε Ρόμπερτ Πάτινσον  – από την βρικολακίστικη, ανόητη τριλογία έχει να δει επιτυχία – συνεχίζει και επιμένει σε καλλιτεχνίζουσες, ημι-ανεξάρτητες, «ψαγμένες» παραγωγές άνευ κινηματογραφικής διαχρονικότητας. Ευελπιστούμε στην καινούργια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν που βρίσκεται στα σκαριά μπας και δει άσπρη μέρα ο νέος. Beam me up, Scotty…ταχύτατα!!!    

«Transit»

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Πέτζολντ
  • Με τους: Φραντζ Ρογκόφσκι, Πάουλα Μπέερ
  • Διάρκεια: 101’

Διανομή: Seven Films

Ο Γκέοργκ (Φραντζ Ρογκόφσκι  – καλός) προσπαθεί να εγκαταλείψει τη Γαλλία μετά την ναζιστική εισβολή και βρίσκεται εγκλωβισμένος στην Μασσαλία σε κατάσταση Τράνζιτο, δηλαδή, σε αναμονή μέχρι την αναγκαστική μετανάστευση του.

Στην ανάγκη να εξασφαλίσει μερικά χρήματα αναλαμβάνει ένα θέλημα, να παραδώσει ένα γράμμα σε κάποιον, τον οποίο βρίσκει νεκρό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του. Είναι ο συγγραφέας Ντρις και είναι αυτόχειρ, ενώ στην κατοχή του έχει επίσημη πρόσκληση από το κράτος του Μεξικού.

Ο Γκέοργκ κλέβει την ταυτότητα του νεκρού, οπότε και το πάσο του για να ταξιδέψει ελεύθερα, περιμένοντας την ημέρα που το πλοίο θα τον μεταφέρει στην αμερικανική ήπειρο. Γνωρίζει όμως την Μαρί (Πάουλα Μπέερ – καλή), που ψάχνει τον χαμένο άνδρα της, αυτόν που ο Γκέοργκ υποδύεται.   

Βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Άνα Σέγκερς, γραμμένο το 1942 στη Μασσαλία, ο βραβευμένος Γερμανός σκηνοθέτης του «Τραγουδιού του Φοίνικα» και της «Barbara», Κρίστιαν Πέτζολντ, φτιάχνει ένα ενδιαφέρον χωροχρονικό διάκοσμο παντρεύοντας χρονικά το χθες με το σήμερα. Γερμανική κατοχή σήμερα, αναγκαστική μετανάστευση το επίπεδο δράσης και ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ο ένας εξ΄ αυτών κινείται και συμπεριφέρεται με την ταυτότητα ενός νεκρού ανθρώπου.

Έξυπνοι παραλληλισμοί του παρελθόντος με το παρών, όμως το εγχείρημα και η πρωτοτυπία της ιδέας του Πέτζολντ εξαντλείται γρήγορα όταν οι ήρωες αυτού του ημίαιμου ερωτικού noir περιορίζονται κλειστοφοβικά μέσα σε ένα καφέ με ελαφρά πασπαλίσματα μασσαλιώτικου φωτός στα μονότονα πλάνα.

Ο Φραντζ Ρογκόφσκι, ο οποίος παραδόξως μοιάζει αρκετά στον Χόακιν Φίνιξ, απλώνεται όμορφα στον ρόλο του Γκεόργκ, ενώ η πλοκή, παραμένει σε αβαθή νερά μη κατορθώνοντας να ηλεκτρίσει στον πυρήνα το παιχνίδι της διττότητας, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να μετεωρίζεται στο φανταστικό χωροχρονικό πλαίσιο.        

«Η Κατάρα της Γιορόνα»

(The Curse of La Llorona)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Τσάβες
  • Με τους: Λίντα Καρντελίνι, Ρέιμοντ Κρουζ, Πατρίτσια Βελάσκεζ, Μαρισόλ Ραμίρεζ
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tanweer

Στη δεκαετία του 1970, στο Λος Άντζελες, η Γιορόνα παραφυλά τη νύχτα, για νέα παιδιά.

Παραβλέποντας την προειδοποίηση μιας προβληματικής μητέρας που είναι ύποπτη για παιδική παρενόχληση, μία κοινωνική λειτουργός και τα μικρά παιδιά της σύντομα θα βρεθούν σε μια τρομακτική, υπερφυσική σφαίρα.

Η μόνη τους ελπίδα να επιβιώσουν από τη θανατηφόρα οργή της Γιορόνα είναι ένας απογοητευμένος ιερέας, που προσπαθεί να κρατήσει μακριά το κακό υιοθετώντας τις δικές τους μυστικιστικές τακτικές. Όμως μέσα τους συγκρούονται συνεχώς ο φόβος και η πίστη.

H Γιορόνα. Μία γυναίκα που κλαίει. Μία απόκοσμη παρουσία, κάπου ανάμεσα στον Ουρανό και την Κόλαση, παγιδευμένη σε μια φοβερή μοίρα σφραγισμένη από το ίδιο της το χέρι. Η απλή αναφορά στο όνομά της προκαλεί τρόμο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, για γενιές.

Όταν ήταν ζωντανή, έπνιξε τα παιδιά της, εξαιτίας της οργισμένης ζήλιας της, ρίχνοντας στη συνέχεια και τον εαυτό της στο αφρισμένο ποτάμι, σπαράζοντας από πόνο.

Τώρα τα δάκρυα της είναι αιώνια. Είναι θανατηφόρα. Και εκείνοι που ακούν το θανάσιμο θρήνο της τη νύχτα, είναι καταδικασμένοι. Η Γιορόνα παραφυλά στις σκιές και αρπάζει παιδιά, θέλοντας να τα κάνει δικά της. Καθώς οι αιώνες περνούν, η επιθυμία της έχει γίνει πιο αδηφάγα και οι μέθοδοι της πιο τρομακτικές.

Μεταφυσικός τρόμος στα ήδη γνώριμα μονοπάτια του είδους χωρίς πρωτοτυπίες και ενδιαφέρον, που τον έχουμε δει ξανά και ξανά.

«Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος»

(An Elephant Sitting Still)          

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Κίνα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χου Μπο
  • Με τους: Ζανγκ Γου, Πενγκ Γουτσάνγκ, Γουάνγκ Γιουγουέν, Λι Κονγκζ
  • Διάρκεια: 234’
  • Διανομή: Carousel Films
  • Διακρίσεις: Φεστιβάλ Βερολίνου – Τμήμα Forum: Ειδικό βραβείο καλύτερης πρώτης ταινίας Βραβείο Fipresci  

Κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό μιας ανώνυμης πόλης στη βόρεια Κίνα, οι ζωές κάποιων απελπισμένων ανθρώπων διαπλέκονται στη διάρκεια μίας και μόνο έντονης μέρας, από το ξημέρωμα μέχρι το σούρουπο.

H κάμερα τούς παρακολουθεί να δραπετεύουν από οικογένειες, αρχές, γκάνγκστερ, σχολείο και κυρίως από την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής τους στην μεταβιομηχανική παρακμασμένη πολιτεία, μιας ζωής που κυριαρχείται από την αδιαφορία, τη βία και την απόγνωση.

Όλοι τους σκέφτονται τη διαφυγή στο Μανζούλι (μια πόλη στα Κινεζο – Ρωσικά σύνορα). Εκεί, στο μεγάλο τσίρκο, βρίσκεται ένας ελέφαντας που στέκεται διαρκώς ακίνητος, αδιάφορος για την κτηνωδία που κυριαρχεί στον κόσμο.

Τo μνημειώδες, ελεγειακό και βασανισμένο ντεμπούτο του Χου Μπο είναι μια οδυνηρή ιστορία οργής και ομορφιάς.

Ήδη, αποτελεί ένα ορόσημο για τον νεότερο Κινεζικό κινηματογράφο (και όχι μόνο), σημαδεμένο από μια τραγωδία: Ο δημιουργός του, αναγνωρισμένος συγγραφέας, σκηνοθέτης μερικών διακεκριμένων φιλμ μικρού μήκους πριν την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και αγαπημένος μαθητής του Μπέλα Ταρ έδωσε τέλος στη ζωή του μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής τον Οκτώβριο του 2017 στα 29 του χρόνια.

Το «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος», παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2018.

«Μαύρη Τρύπα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(High Life)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλερ Ντενί
  • Με τους: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζιλιέτ Μπινός, Αντρέ Μπέντζαμιν, Μία Γκοθ
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Spentzos Film

Πολύ μακρινό διάστημα. Σκάφος με πλήρωμα, που αποτελείται από κακοποιούς βαρυποινίτες τοποθετημένους ως πειραματόζωα σε μια αποστολή –ταξίδι σε μαύρη τρύπα, όπου βέβαια δεν υπάρχει επιστροφή. Ο Μόντε (Ρόμπερτ Πάτινσον – προσπαθεί ακόμα να πείσει το κοινό με art ταινίες) και η κόρη του Γουίλοου, η οποία γεννήθηκε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ζουν στο διαστημόπλοιο σε απόλυτη απομόνωση.

Ο Μόντε είναι ο άντρας που η αυστηρή αυτοπειθαρχία του στέκεται ασπίδα ενάντια σε κάθε επιθυμία, φροντίζοντας το βρέφος αρχικά, την μικρή στην συνέχεια, την κοπέλα αργότερα, καθώς τα χρόνια περνούν, ως πατέρας, ενάντια στην θέληση του.

Κι αυτό γιατί το σπέρμα του Μόντε χρησιμοποιήθηκε κρυφά από την ψιλο-επαρμένη γιατρό Ντιμπς (Ζυλιέτ Μπινός – ανέπαφη με τις αισθήσεις του θεατή), που την είδε θεά και συνοδεύει τους κακοποιούς-πειραματόζωα στο ταξίδι, γονιμοποιώντας το ωάριο της νέας γυναίκας, επίσης βαρυποινίτισσας, που την γέννησε, μέλος και αυτή του πληρώματος.

Στο σκάφος, τελικά, έχουν απομείνει μόνο ο πατέρας και η ενήλικη κόρη, ενώ το διαστημόπλοιο στο μακροχρόνιο ταξίδι του προσεγγίζει την μαύρη τρύπα δίχως επιστροφή στην οποία ο χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν.

Είναι από τις ταινίες που η σεναριακή ιδέα κάλλιστα καλύπτεται σε χρόνο λιγότερο των 15 λεπτών. Κι όμως, η 73χρονη Γαλλίδα σκηνοθέτις Κλερ Ντενί (της οποίας το συνολικό έργο με αφήνει παντελώς αδιάφορο), έπειτα από την προπέρσινη κάτω του μετρίου «Λιακάδα Μέσα Μου», πάλι με την Μπινός, καταφέρνει στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία της να δημιουργήσει το απόλυτο χάος των 110 λεπτών, αδυνατώντας να προσαράξει με σοβαρότητα στους πάμπολλους όρμους των θεμάτων που υποτίθεται την βασανίζουν, κι εμάς μαζί. Εν τω μεταξύ, εν μέσων των συνεντεύξεων, που αραδιάζει δεξιόθεν και αριστερόθεν στον διεθνή Τύπο, που την ασημοστολίζουν, δίνει απλόχερα εξηγησούλες από την πλοκή στους υποψήφιους θεατές της τελευταίας δημιουργία της, εν είδει λυσαρίου και σημειώσεων.

Στο αστροσκάφος κατσαρόλα της Γαλλίδας ρίχνονται χύδην η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, το άγνωστο, η δεύτερη ευκαιρία ζωής, η αγάπη, η δημιουργία, ο θάνατος και με την γνωστή εικονολαγνεία και άποψη του «auteur» (διάολε, τελικά είναι τεράστια η «μαύρη τρύπα» της  σύγχρονης, κινηματογραφικής καλλιτεχνίας… το διάστημα άραγε τι το ήθελε, αφού Ταρκόσφσκι εις στο θέμα!), τα ατελείωτα flashblack (για να δομηθεί κάπως το σενάριο), άπαντα να καταλήγουν κουραστικά και χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον αγύριστο. Η Ζιλιέτ Μπινός ακολουθώντας τελετουργικά τα χνάρια του συμπατριώτης της μαϊντανού Ζεράρ Ντεπαρντιέ, διαμορφώνεται αργά και σταθερά ως το αρωματικό δενδρολίβανο της γαλλικής παραγωγής.

Ο δε Ρόμπερτ Πάτινσον  – από την βρικολακίστικη, ανόητη τριλογία έχει να δει επιτυχία – συνεχίζει και επιμένει σε καλλιτεχνίζουσες, ημι-ανεξάρτητες, «ψαγμένες» παραγωγές άνευ κινηματογραφικής διαχρονικότητας. Ευελπιστούμε στην καινούργια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν που βρίσκεται στα σκαριά μπας και δει άσπρη μέρα ο νέος. Beam me up, Scotty…ταχύτατα!!!    

«Ατάραχα κινηματογραφικά νερά και ο Μπουνιουέλ τα φωτίζει με τον αιρετικό «Γαλαξία» τού 1969 σε επανέκδοση», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Σκέψη, που πιθανώς περνάει και από το δικό σας μυαλό, είναι το πως θα μας καταγράψει η ιστορία του μέλλοντος, εμάς τους σύγχρονους Έλληνες, ας πούμε, έπειτα από 150 ή 200 χρόνια. Μην μου πείτε, ότι δεν το έχετε σκεφτεί; Γιατί εάν απαντήσετε «όχι, δεν το σκέφτομαι καθόλου», τότε υφίσταται σοβαρό θέμα τόσο στα αντανακλαστικά μας, όσο και στην συμπεριφορά μας ως πολίτες ενός έθνους.

Παρακολουθώντας κινηματογραφικές ταινίες ιστορικής περιόδου (τις λεγόμενες και εποχής), διακρίνουμε, εκτός της υπόθεσης, συνολικά την ηθογραφία και τις συνήθειες της περιόδου που πραγματεύεται το σενάριο, αλλά και το σκεπτικό και το αξιακό σύστημα των ανθρώπων άλλων εποχών. Αν και το σινεμά δεν διδάσκει ιστορία, απλά προβάλει την ιστορία (ως επί το πλείστον υποκειμενικά), παρά ταύτα ως θεατές το συναίσθημα μας συλλέγει πάσης φύσεως εικόνες και πληροφορίες μιας συγκεκριμένης παρελθούσης, χρονικής στιγμής, που εμείς δεν υπήρχαμε ως οντότητες αλλά βιώνουμε σήμερα την εξέλιξη εκείνου του ιστορικού γεγονότος. Άλλοτε γοητευόμαστε από αυτή και άλλοτε απογοητευόμαστε.

Τί θα γράψουν οι ιστορικοί του μέλλοντος γι εμάς, τους Έλληνες του 20ου και του 21ου αιώνα; Τι θα προβάλλουν τα κινηματογραφικά σενάρια έπειτα από 200 – 250 χρόνια, εάν υπάρχει η 7η Τέχνη; Πόση ιστορική αλήθεια ή αντικειμενικότητα θα βασιλεύει στις ταινίες του μέλλοντος όταν θα αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες; Είμαστε, άραγε, υπεύθυνοι ως πολίτες για την ιστορία που ήδη γράφετε και πως θα μας χαρακτηρίζουν οι νέοι άνθρωποι που θα ασχολούνται με την επιστήμη της ιστορίας; Θα μας επευφημούν, όπως εμείς τους προγόνους μας ή θα γελάνε μαζί μας; Θα μας κράζουν και θα είμαστε οι κατάπτυστοι, το όνειδος στα αδιάβλητα κιτάπια της Κλειούς, που όσο κι αν τα «δαχτυλίσεις» η αλήθεια θα είναι μια και η αυτή; Είναι μια σκέψη που με καταδιώκει.

Κάποτε, ένας σπουδαίος άνθρωπος που γνώρισα πριν είκοσι πέντε χρόνια, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ιβηρική χερσόνησο, όταν έμαθε πως είμαι Έλληνας με πλησίασε χαμογελώντας και ρώτησε ευθύς: «Το γνωρίζεις πως είσαι Έλληνας;»

Κοίταξα παράξενα την άγνωστη, ψιλόλιγνη, ηλικιωμένη φιγούρα απέναντι μου με τα πράσινα μάτια, το επιμελημένο υπογένειο και του απάντησα καταφατικά: «φυσικά και το γνωρίζω!» Με σκεπτικό βλέμμα, πεντακάθαρα αγγλικά, αν και Ισπανός – Βάσκος γέννημα θρέμμα – παρέμεινε σιωπηλός για λίγο πριν συνεχίσει: «Εάν η ψυχή σου έχει την ίδια σιγουριά με την απάντηση σου, τότε, τι κάνεις γι  αυτό;»

Ένοιωσα σαν μια δύναμη να αφαιρεί όλο τον οπλισμό από το πνεύμα μου και, διάολε δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την στιγμή, που αδρανής δεν έβρισκα τις λέξεις να δώσω απάντηση, λες και δεν υπήρχε απάντηση. Κοιτούσα τον άγνωστο άνθρωπο, προσπαθώντας να συμμαζέψω, εν τάχει, οτιδήποτε εύκαιρο ανακάλυπτα στο μυαλό μου, που να δικαιολογεί ή να αιτιολογεί την ελληνική μου προέλευση και το τι κάνω για αυτήν. Ξαναπήρε τον λόγο, καταλαβαίνοντας την αδυναμία μου: «Ενσαρκωμένος Έλληνας σημαίνει τεράστια ευθύνη για τον εαυτό του και ολόκληρη τη Γη. Η ιστορία, αν και γράφεται από τους νικητές, όπως καλά το γνωρίζεις, θα είναι αμείλικτη για εσάς τους Έλληνες». Ακούμπησε στοργικά την παλάμη του στον ώμο μου και αποχώρησε από εμένα όπως ακριβώς ήρθε, με χαμόγελο και άνευ συστάσεων για να συνεχίσει με την συντροφιά του παρακάτω.

Έμαθα για αυτόν άνθρωπο, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνγκα – συνταξιούχος σήμερα, περαιτέρω πληροφορίες που δεν είναι απαραίτητες να εκθέσω – και μόλις τελείωσε η επαγγελματική μου υποχρέωση εκείνο το βράδυ συναντηθήκαμε και μιλήσαμε. Μια φιλία που κρατάει έως σήμερα.

«Ο Γαλαξίας»

(La Voie Lactée / The Milky Way)

 

  • Είδος: Δράμα, σάτιρα (Σε επανέκδοση με νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία (1969)
  • Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ
  • Με τους: Πολ Φρανκέρ, Λοράν Τερζιέφ, Μισέλ Πικολί
  • Διάρκεια: 91΄
  • Διανομή: Ama Films
  • Προβολή της ταινίας: Μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ» – Κοραή 4, Αθήνα.

Δύο ζητιάνοι, ο Πιέρ και ο Ζαν (Πολ Φρανκέρ και Λοράν Τερζιέφ, αντιστοίχως) ακολουθούν τη γνωστή, ισπανική, θρησκευτική πορεία προς τον τάφο του αποστόλου Ιακώβου που βρίσκεται στην πόλη Σαντιάγο ντε Κομποστέλα.

Καθ’ οδόν και με μεταφυσικό ύφος αρχίζει ένα ταξίδι στον χρόνο για να συναντήσουν οι δυο προσκυνητές διάφορες μορφές οι οποίες εκπροσωπούν τις διδασκαλίες της Χριστιανικής πίστης και επεξηγούν ποικίλα δόγματα και αιρέσεις, πάντα με βάση τα έξι μεγάλα καθολικά δόγματα.

Ο αιρετικός, ο αριστερός, ο αναρχικός, ο πολέμιος του καθωσπρεπισμού της λερής αστικής τάξης και της εκκλησιαστικής υποκρισίας, ο υπέροχος ηγέτης του κινηματογραφικού σουρεαλισμού, ο σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ στην πιο αβανγκάρντ ταινία του σε σενάριο δικό του και του συνεργάτη του, από το 1964, τον βραβευμένο με τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στο σινεμά, Ζαν Κλοντ Καριέρ.

Πρωτοποριακός σε όλα του, τολμηρός, διαχρονικός και διαυγής σε ηλικία 69 χρόνων, ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ ακριβώς μετά την «Ωραία της Ημέρας» («Belle de Jour» – 1967) και πριν την «Τριστάνα»(1970), ο ισοπεδωτής και εξορκιστής των ταμπού, φιλμάρει ένα μοναδικό  road movie, να τρέχει βολίδα και με την χριστιανική πίστη στο τιμόνι, ταινία σταθμό στα κινηματογραφικά πράγματα.

Ο «Γαλαξίας» του Μπουνιουέλ απαγορεύτηκε στην Ιταλία με απευθείας εντολή της καθολικής, χριστιανικής έδρας, ενώ στην Ελλάδα η κόπια πετσοκόφτηκε από την εγχώρια λογοκρισία. Κλασική ταινία, ένα αριστούργημα της 7ης Τέχνης, που δεν πρέπει να απουσιάζει από τις σινεφίλ αισθήσεις. Μια ταινία που ισορροπεί περίτεχνα στο τεντωμένο σχοινί της σοβαρότητας, της σάτιρας και του γνωστού μπουνιουελικού χιούμορ με όλους τους κοινωνικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς μηχανισμούς ξεμπροστιάσματος άψογα λαδωμένους, ακόμα κι αν έχουν περάσει 50 χρόνια από την πρώτη της προβολή.

Η διαχρονικότητα του σημαντικού, Ισπανού σκηνοθέτη είναι εμφανής και όλη ιστορία μοιάζει σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από το 1969. Σε νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία, θα απολαύσετε την προβολή μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ». Μην την χάσετε!            

«Με Άλλο Πρόσωπο»

(Mug)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Πολωνία, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα
  • Με τους: Ματέους Κοσκίκεβιτς, Ανιέσκα Πότσιαντλικ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Aργυρή Άρκτος – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής 68o Φεστιβάλ Βερολίνου

Ο Γιάτσεκ (Ματέους Κοσκίκεβιτς  – καλός) αγαπά τη χέβι μέταλ μουσική, τον σκύλο και την μνηστή του. Απολαμβάνει τη ζωή και συντηρεί τους γυμνασμένους μυς του δουλεύοντας σε εργοτάξιο, κοντά στο σημείο όπου ανεγείρεται το μεγαλύτερο άγαλμα του Ιησού στον κόσμο (μεγαλύτερο και από αυτό του Ρίο Ντε Τζανέϊρο). Η εκκλησία με τους οβολούς των πιστών επιτηρεί το έργο, που φιλοδοξεί με την περάτωση τού γιγαντιαίου αγάλματος να αυξήσει τον θρησκευτικό τουρισμό και ο τόπος να ευημερήσει.

Η ζωή του Γιάτσεκ  είναι από μόνη της μια δύναμη, καθώς είναι ο ωραίος του χωριού, ο χαμογελαστός και προσηνής νέος που βοηθά φτωχούς, χορεύει έξαλα με την τσαπερδόνα μνηστή του (εργαζόμενη σε μπαρ), τρέχει με τον σκύλο του στην ύπαιθρο, είναι αγαπητός στην οικογένεια του. Ξαφνικά όλα βγαίνουν εκτός τροχιάς όταν ένα ατύχημα στη δουλειά παραμορφώνει ολότελα το πρόσωπο του.

Ο Γιάτσεκ θα γίνει ο πρώτος άνθρωπος στη χώρα που θα υποβληθεί σε μεταμόσχευση προσώπου στην Πολωνία από τους γιατρούς του Κέντρου Ογκολογίας στο Γκλίβιτσε (Gliwice). Μπορεί να έχει γίνει εθνικός ήρωας, καθώς το γεγονός αποκτά τεράστια δημοσιότητα από τα Μ.Μ.Ε. της χώρας,  αλλά ο ίδιος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και οι άνθρωποι αλλάζουν άρδην την συμπεριφορά τους (ακόμα και η οικογένεια του, εκτός της αδελφής του) απέναντι στον πρώην ωραίο και «μάγκα» Γιάτσεκ, νυν διαφορετικό, φυσιογνωμικά Γιάτσεκ.

Το άγαλμα του Ιησού στο χωριό εν τω μεταξύ μεγαλώνει όλο και περισσότερο.

Από τις μικρού μήκους και τα ντοκιμαντέρ, η βραβευμένη Πολωνή σκηνοθέτις  Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα, παρουσιάζει την τρίτη κατά σειρά ταινία της μεγάλου μήκους, «σκαλίζοντας» απαλά την επιδερμίδα του πολωνικού καθολικισμού.

Οικογένεια, ήθη και θρησκευτικότητα συγκρούονται αναίμακτα στην πρόσοψη του γεγονότος της αλλαγής εικόνας ενός νέου ανθρώπου που θαύμαζε η κλειστή κοινωνία του τόπου του, ενώ ο ίδιος, ως άνθρωπος εσωτερικά, παραμένει ο ίδιος.

Η Σουμόφσκα, βασισμένη σε αληθινή ιστορία, επιδερμικά και δίχως νεύρο καταγράφει τα προβλήματα του καθολικισμού στην Πολωνία του 21ου αιώνα και πόσο αυτά επηρεάζουν την κρίση στο ελεγχόμενο «ποίμνιο», καταλήγοντας, όπως θέλει ή ίδια να δώσει, ότι το φαίνεσθαι είναι πιο ισχυρό από το πραγματικό, αληθινό Είναι.

Ως vise versa σε πλοκή και ιστορία (ο άσχημος που μεταμορφώνεται σε ωραίο) υπάρχει η ενδιαφέρουσα ταινία του Γουότερ Χιλ «Ο Ωραίος Τζόνι» (Johnny Handsome – 1989) με τον Μίκι Ρούρκ και την Έλεν Μπάρκιν.

«Μετά»

(After)

 

  • Είδος: Ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζένι Γκέιτζ
  • Με τους: Τζόζεφιν Λάνγκφορντ, Χίρο Φάινς-Τίφιν, Ντίλαν Άρνολντ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Film

Βασισμένο στο διεθνές best seller της Άνα Τοντ, που διαβάστηκε πάνω από 1,6 δισεκατομμύριο αναγνώστες, το «Μετά» είναι αυτό που ονομάζεται φαινόμενο στην κατηγορία των ερωτικών αναγνωσμάτων για τινέιτζερς.

Η πρωτοετής φοιτήτρια Τέσα Γιάνγκ (Τζόζεφιν Λάνγκφορντ- καλή) είναι η αφοσιωμένη κόρη της χωρισμένης μάνας (καμιά αναφορά σε πατέρα) και πιστή στον σχολικό της έρωτα με τον μικρότερό της Νόα (Ντίλαν Άρνολντ)  Η Τέσα ξεκινάει την πρώτη της χρονιά στο κολέγιο με μεγάλες φιλοδοξίες για το μέλλον. Περνάει τις μέρες της συγκεντρωμένη στο πρόγραμμα της και  με ισχυρή προσήλωση στον στόχο  και στα καθήκοντα της.

Ο οργανωμένος και ευπρεπής κόσμος της καταρρέει όταν γνωρίζει τον μυστηριώδη τυπά Χάρντιν Σκοτ (Χίρο Φάινς-Τίφιν – καλός) με τα μπερδεμένα καστανά μάτια του, την αλαζονική, αγγλική προφορά του και τα διάφορα τατουάζ στο σώμα του.

Ο Χάρντιν είναι ο άγριος και σκληρός τυπάκος που διαβάζει Άγγλους ρομαντικούς, έχει άποψη για την φύση του έρωτα και η Τέσα κανονικά θα τον αγνοούσε. Και έτσι έπραξε το κορίτσι, μέχρι που βρέθηκε μόνη της σε μία λίμνη, μαγνητισμένη από την μεθυστική του ενέργεια.

Καθώς η Τέσα βιώνει την πρώτη της επαφή με την ελευθερία, ξεκινάει ένα ταξίδι αυτογνωσίας και σεξουαλικής αφύπνισης που θα την αλλάξει για πάντα. Ο εφηβικός της έρωτας, ο Νόα πηγαίνει στον αγύριστο και η κοπέλα πλάι στον Χάρτιν ανακαλύπτει μία φωνή και ένα εσωτερικό πάθος που δεν ήξερε καν ότι είχε. Συνειδητοποιεί, μάλιστα, ότι υπάρχει η ζωή της πριν τον Χάρντιν και η ζωή της… «Μετά» τον Χάρτιν.

Από την εποχή της εφηβικής, σεξουαλικής ψηλάφησης της αθώας «Γαλάζιας Λίμνης» του 1980 με τον Κρίστοφερ Άτκινς και την Μπρουκ Σίλντς και καπάκι το 1981 με την «Ατέλειωτη Αγάπη» (Endless Love) με τον γόη Μάρτιν Χιούιτ (πάει αυτός εξαφανίστηκε από παντού) και πάλι την εκπάγλου ομορφιάς, την 16χρονη τότε Μπρουκ Σίλντς (πάει κι αυτή), μέχρι σήμερα στον κινηματογραφικό, εφηβικό ρομαντισμό και έρωτα χύθηκε αρκετό δάκρυ στα ρόδινα μάγουλα των εφήβων.

Κάθε γενιά έχει το δικό της σημείο αναφοράς. Το «Μετά» ως βιβλίο της Τοντ (το 2014 που το έγραψε, η συγγραφέας ήταν 25 χρόνων) και στη συνέχεια ως ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία της 50χρονης σκηνοθέτιδας Τζένι Γκέιτς, έρχεται η ιστορία της μυξοπαρθένας για να σηκώσει λάβαρο στην κατηγορία του νεανικού romance. Στο μεταβατικό στάδιο της έφηβης σε νεαρή κοπέλα, ένα μεταβατικό στάδιο που πετυχαίνει την ηρωίδα να είναι η παρθένα που την ξεβγάζει ο «μάγκας» και ο «τσίφτης» σκληρούλης, αλλά ρομαντικός και ευαίσθητος, το «Μετά» δεν διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας, ενώ είναι αυτοκρατορικά βυθισμένο στα κλισέ του είδους.

Μουσικούλες με χιτάκια, ροδαλή ατμόσφαιρα, γνωριμία του πρώτου σαρκικού έρωτα, απογοητεύσεις, φρου φρου και αρώματα σε συννεφάκια δίχως ίχνη προβληματισμού. Δεν διάβασα το βιβλίο της Τοντ, αλλά η ταινία της Γκέιτζ είναι ένα προχειρότατο Άρλεκιν.

Βάζω να ακούσω Ντάιαν Ρος και Λάιονελ Ρίτσι…         

«Hellboy: Ξαναγύρισα από την Κόλαση»

(Hellboy)          

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νιλ Μάρσαλ
  • Με τους: Ντέιβιντ Χάρμπουρ, Μίλα Γιόβοβιτς, Ίαν ΜακΣέιν, Σάσα Λέιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Odeon

Ο Hellboy στο reboot του Νιλ Μάρσαλ ταξιδεύει για την Αγγλία, που πρέπει να νικήσει την παντοδύναμη μάγισσα Νίμουε (Μίλα Γιόβοβιτς), που η σκούφια της κρατάει από τον μεσαιωνικό μύθο του βασιλιά Αρθούρου.

H Νίμουε βρίσκεται διαμελισμένη από το Εξκάλιμπερ του Αρθούρου λίγο πριν διαλύσει την οικουμένη και τα κομμάτια της φυλάσσονται σε διάφορα κρυφά μέρη για να μην ανακαλυφθούν και ανασυσταθεί, ώστε να ολοκληρώσει τον ανίερο σχέδιο της.

Με την βοήθεια σκοτεινών πλασμάτων η μάγισσα τελικά απελευθερώνεται στην σημερινή εποχή και ετοιμάζεται για μια μάχη ικανή να φέρει το τέλος του κόσμου. Στόχος της η καταστροφή της ανθρωπότητας και ο μόνος που μπορεί να την σταματήσει είναι το πλάσμα από την κόλαση με τα λιμαρισμένα κέρατα, που ονομάζεται Hellboy.

Η ταινία είναι ένα απύθμενο αλαλούμ βολεμένη φοβισμένα και αμήχανα στην σκιά του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο (σκηνοθέτης των δυο προηγούμενων Hellboy), που δεν μπορεί να ξεφύγει από την μπαλαφάρα και την δίνη της απλοϊκότητας και του προβλέψιμου.

Δεν είναι sequel, αλλά reboot του χάρτινου ήρωα του Μάικλ Τζόζεφ Μινόλα της Dark Horse Comics, καθώς επαναλαμβάνεται από άλλη οπτική η δημιουργία του «κολασμένου» ήρωα και ο Άγγλος σκηνοθέτης της επικής περιπέτειας, «Ο Σιωπηλός Εχθρός» (2010), Νιλ Μάρσαλ όχι μόνο δεν καταφέρνει να προσδώσει κάτι τις το παραπάνω από τα υπέροχα προηγούμενα δυο του Ντελ Τόρο, αλλά παραφουσκώνει το στόρι παντρεύοντας παράταιρα στοιχεία με άφθονο ταρατατζούμ.

Μηδενικής ατμόσφαιρας και ύφους η ταινία βυθίζεται αβοήθητη στο έλος του συμβιβασμού και μηδέ Γιοβοβιτς και Αρθούρος του Κάμελοτ καταφέρνουν να την διασώσουν.

Ο δε μικρών διαστάσεων ηθοποιός Ντέιβιντ Χάρμπουρ ως Hellboy προσπαθεί ο άνθρωπος να καλύψει το κενό απουσίας του Ρον Πέρλμαν, ο οποίος, λένε, ότι όταν του προτάθηκε να πρωταγωνιστήσει ξανά στην νέα ταινία, το πρώτο που ρώτησε ήταν: ποιος είναι ο σκηνοθέτης. Μόλις έλαβε την πληροφορία, πως Μεξικανός σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο γιόκ, ο Πέρλμαν αρνήθηκε κατηγορηματικά.    

«Αμάντα»

(Amanda)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μίκαελ Χερς
  • Με τους: Βενσάν Λακόστ, Ισόρ Μουλτριέρ, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Danaos Films

Ένας νέος άνδρας χωρίς σταθερή δουλειά και σχέση, απολαμβάνει την ελαφρότητα της νεότητάς του στο Παρίσι. Σύντομα όμως, η ανεμελιά της ζωής του διακόπτεται βάναυσα από τον ξαφνικό χαμό της αδελφής του. Εκτός από το σοκ και τον πόνο, αναγκάζεται να διαχειριστεί και την κηδεμονία της μικρής ανιψιάς του.

Ο δεσμός ανάμεσα σ’ ένα παιδί που μεγαλώνει απότομα και σ’ έναν ενήλικα που δεν έχει ξεπεράσει την παιδική ηλικία είναι μία μόνο από τις αντιθέσεις που κινούν αυτή τη ταινία. Με φόντο το Παρίσι των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων ο σκηνοθέτης επιχειρεί να αποδώσει την ευθραυστότητα και τη βιαιότητα των καιρών μας.

Εστιάζοντας στα συναισθήματα των χαρακτήρων του, ο Μίκαελ Χερς αποδίδει την τραγωδία τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ο Μίκαελ Χερς σπούδασε οικονομικά πριν φοιτήσει στο Τμήμα Παραγωγής της FEMIS. Σκηνοθετεί αρκετές ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους, μεταξύ των οποίων και το «Charell», που συμμετείχε το 2006 στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών.

Το 2010, σκηνοθετεί το «Memory Lane», την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους. Στις ταινίες του, η κάμερα επιχειρεί να ζωγραφίσει ένα πίνακα της σύγχρονης βίας μέσα από μια προσωπική τραγωδία, ένα οικογενειακό δράμα.

Αναφέρει ο σκηνοθέτης για την ταινία του: «Είναι η επείγουσα συγκυρία του σήμερα που με οδήγησε στο να δημιουργήσω αυτή την ταινία. Αισθάνθηκα την ανάγκη να αποτυπώσω κάτι εξαιρετικά εύθραυστο, σχεδόν ηλεκτρικό, που συμβαίνει αυτή τη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα, στην πόλη μου, το Παρίσι. Χωρίς να θέλω να σκιαγραφήσω το πορτραίτο μιας κατακλυσμιαίας Γαλλίας, χρησιμοποίησα ως αφετηρία ένα μάλλον σκοτεινό σημείο… κι αποφάσισα να το πιάσω από εκεί, όχι μέσω του καταστροφισμού και της άρνησης της πραγματικότητας, αλλά μέσω των ανθρώπινων σχέσεων και τα συναισθημάτων. Ο μόνος δυνατός συνδυασμός δηλαδή, για έναν περισσότερο ανεκτό κόσμο, κατά την γνώμη μου.»

«Οι λυρικοί τεχνίτες της πέτρας, ο μοναχικός σερβιτόρος μαζί με το χαμένο, αμερικάνικο όνειρο σέρνουν την μπέρτα του έφηβου Shazam», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πέρασα με μια γρήγορη ματιά τις ταινίες της καινούργιας σεζόν, αυτές, δηλαδή, που ξεκίνησαν από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα, διαπιστώνοντας, πως το είδος που απουσιάζει αισθητά από την διεθνή, κινηματογραφική φαρέτρα είναι αυτό της κωμωδίας. Όταν εννοούμε κωμωδία, αναφερόμαστε πάντα στο ασυναγώνιστο, σινεμά του γέλιου, είτε είναι το καθαρόαιμο slapstick, είτε είναι το ρομαντικό screwball, ακόμα κι όταν το γέλιο αναδύεται από μια δυνατή, κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Δύσκολη υπόθεση να κάνεις τον άλλον να γελάσει σήμερα. Μάλλον αδιάφορο…

Εάν ρίξετε μια ματιά στα είδη των ταινιών των τελευταίων χρόνων που συμπληρώνουν τις παγκόσμιες λίστες των ετήσιων κινηματογραφικών παραγωγών, θα διαπιστώσετε το εξής δραματικό με την κυριολεξία της λέξης: Δράση, περιπέτεια, art house κοινωνικά δράματα, ρηχοί, χάρτινοι υπερήρωες όλων των διαστάσεων και φυσικά άκρατο, ρεαλιστικό σινεμά κρεμασμένο στην αγχόνη της σύγχρονης ανθρώπινης νοσηρότητας. Δηλαδή, εγκλήματα, φόνοι, διαστροφή, ανωμαλία, ανεξέλεγκτα πάθη και ότι άλλο διαθέτει ο απλησίαστος κουβάς του ανθρώπινου ερέβους.

Αναρωτήθηκα αρκετές φορές, πως στο καλό καταφέρνει η προπαγάνδα της εξαθλίωσης να διασχίζει με άνεση την ανθρώπινη διάθεση και να εγκαθίσταται αυτοκρατορικά στην πολύτιμη, ολιγόωρη ψυχαγωγία μας. Η πρόχειρη απάντηση που κατάφερα να δώσω σε αυτό το αφελές, ίσως, ερώτημα, είναι, απλά, η ύπαρξη της συνήθειας. Εκπαιδευτήκαμε πια στο να γειτονεύουμε με το κτηνώδες και το άθλιο και να μην αντιδρούμε, να μην αποζητούμε το γέλιο, την χαρά, καθώς έχουμε ξεχάσει, τουλάχιστον κινηματογραφικά, το πως είναι να πονάει η κοιλιά και το στομάχι μας από το ασταμάτητο, ξεκαρδιστικό γέλιο.

Παντού πόνος, παντού μαυρίλα στην δράση και τον μόχθο της καθημερινότητας, απόγνωση, ανασφάλεια, εγωισμοί στις ανθρώπινες σχέσεις, κατεστραμμένα όνειρα, ενοχές, τύψεις, φοβίες, τρόμος, μοναχικότητα, απόρριψη στα κοινωνικά υψίπεδα, οπότε οι ίδιες εικόνες, τα ίδια συναισθήματα και γεγονότα καδράρονται εντέχνως ή χύδην σε ταινίες για να σερβιριστούν πλουσιοπάροχα στην προσωπική μας ανάπαυλα, που ονομάζεται ψυχαγωγία. Ό,τι άσχημο και χυδαίο ζούμε στον αγώνα για την επιβίωση μας, το αυτό «τρώμε» στην μάπα κι όταν χαλαρώνουμε, είτε είμαστε επί του σπιτικού μας καναπέ, είτε στην μεγάλη οθόνη, είτε στο θεατρικό σανίδι, είτε στις καψουρονταλκαδιάρικες, μουσικές πίστες.

Οι παλαιότεροι έλεγαν, ότι «το γέλιο γυρίζει τη γη». Σίγουρα, λοιπόν, η όποια στασιμότητα του πλανήτη  και η συνεχής σκίαση της ψυχής μας είναι αποτέλεσμα της παντελούς έλλειψης γέλιου και χαράς.  

«Τα Δάκρυα του Βουνού»

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ελλάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
  • Με τους: Νίκος Γεωργόπουλος, Σπύρος Ζαμπέλης, Αργύρης Κόγκας, Σπύρος Φωτίου, Γιάννης Ζαφειρόπουλος, Πάνος Κοψιδάς
  • Διάρκεια: 111’
  • Προβολή: Από τις 4 Απριλίου 2019 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ενώ το Σάββατο 6 Απριλίου 2019 στις 19:00 θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θοδωρή Γκόνη (συνθέτη στιχουργό), τον Παντελή Μπουκάλα (συγγραφέα) και τον σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόμπουλο. Συντονίζει η δημοσιογράφος Ευάννα Βερνάρδου.

Τα μάλα γοητευμένος. Ελληνική ταινία με ιδιαίτερη οπτική και αισθητική, θέσεις μονάκριβες και σπάνιες, όταν η εποχή του σύγχρονου, ελληνικού κινηματογράφου μαστίζεται από τη ανίατη νόσο της προχειράντζας και της ανοησίας του εφήμερου. Ο ντοκιμαντερίστας  Στέλιος Χαραλαμπόπουλος στην τρίτη κατά σειρά ταινία μυθοπλασίας του ανοίγει με μετρημένο λυρισμό και αξιοπρόσεκτα μια τεράστια ζεστή αγκαλιά για να στεγάσει μέσα της το όνειρο τόσο στην τραχιά, όσο και στην ποιητική του μορφή.

Μεστός, αισθαντικός, τρυφερός και συνάμα σκληρός αφηγητής, μα πάνω απ΄ όλα ανθρώπινος φιλοξενεί  στην ταινία του το πνεύμα του αειναύτη Οδυσσέα, δίνοντας του το όνομα του ορεσίβιου, χτίστη Μάρκου. Ο ήρωας είναι ο «πελεκάνος» μάστορας, ο Ηπειρώτης κουδαραίος και το ταξίδι του γράφεται πάνω στα ψηλά βουνά, στα ανήλιαγα δάση, στα φουσκωμένα νερά των ορεινών ποταμών, στα άγρια μονοπάτια της κροκάλας, στα ηλιόφερτα, αλλά και τα φαιά τοπία της μοναξιάς, της σιωπής και της δύναμης, εκεί που κόβεται η ανθρώπινη ανάσα, εκεί, όπου υπάρχει δουλειά πάνω στην πέτρα γι αυτόν και την μαστόρικη συντεχνία του. Πορεία στην ασμίλευτη, γήινη φύση όταν, ενίοτε, συναντά στα ύψη το χαμηλό, κρύο, ουράνιο σύννεφο για να μετρηθεί ο άθλος με το ανθρώπινο σαν μύηση για την ψυχή, το σώμα και τον νου. Να μοιάζει το ταξίδι ίδιο με την βουτιά της απώλειας στο κενό πριν την μεγάλη αλλαγή της εποχής σε μια άλλη, την στιγμή του κοινωνικού μετασχηματισμού σε ακατανόητο και βασανιστικά πολύπλοκο.

Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος αγαπάει την μυητική δράση και όπως στην πρώτη του βραβευμένη μεγάλου μήκους ταινία με τον τίτλο «Άδης» (1996), έτσι και τώρα στα «Δάκρυα του Βουνού» (σενάριο δικό του) η τεχνική της αφήγησης παραμένει σχεδόν παρόμοια: Δίκαια μοιρασμένος ο λόγος με την καταπληκτική μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη (απίθανο πάντρεμα) θέτει τον άνθρωπο μόνο του να δοκιμαστεί στη φύση και στα τεκταινόμενα της προσωπικής του περιπέτειας.

Η μετάβαση του ανθρώπου από τον έναν αιώνα στον άλλον, οι νέες δυναμικές που προστάζουν άλλου είδους διαχείριση, οι πόλεμοι και εν γένει οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται το στέρεο έδαφος για να βαδίσει επάνω τους ο Μάρκος, που όμως βρίσκεται μακριά, ξενιτεμένος από το καινούργιο «πανηγύρι» της Γης, κάπου στα μονοπάτια των θεόρατων, πέτρινων όγκων με τα δικά τους μυστικά, την δική τους ζωή και θάνατο. Τα δάκρυα του βουνού είναι οι πέτρες, αλλά και οι άνθρωποι.

Άριστος χρήστης του κινηματογραφικού φακού με τις, επίσης, ντοκιμαντερίστικες περγαμηνές του («Γρηγόρης Λαμπράκης: Μαραθώνιος Μιας Ημιτελούς Άνοιξης», «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», «Της Πατρίδας μου η Σημαία») ζωγραφίζει πειθαρχημένα και δωρικά, ευρηματικά και με καθάρια εσωτερικότητα το ομηρικό έπος σε ένα μοναδικό φωτογραφικό παραλήρημα του Δημήτρη Κορδελά.

Μαγευτικό περιβάλλον που με καθήλωσε στην καρέκλα. Μην την χάσετε, είναι από τις εξαίσιες οάσεις του ελληνικού σινεμά, που κυριολεκτικώς σε σκλαβώνει και σε ταξιδεύει.           

Μια συντροφιά μαστόρων πέτρας, αποκομμένη από τα χωριά της εξαιτίας ενός δεκαετούς πολέμου περιπλανιέται αναζητώντας δουλειά. Υλικά τους οι πέτρες, τα δάκρυα του βουνού. Και οι ίδιοι όμως ορεσίβιοι, ο τόπος τους φτωχός, τους σπρώχνει σαν άλλα δάκρυα του βουνού, να ξενιτευτούν για να ζήσουν.

Η προσπάθεια του πρωτομάστορα Μάρκου και των μαστόρων να επιστρέψουν σπίτι τους εξελίσσεται σε μια εξοντωτική οδύσσεια. Εκτός από τη «φανερή» Κίρκη, συναντά και τον Ελπήνορα, τον Πολύφημο, τον ασκό του Αιόλου και τη χώρα των Λωτοφάγων, τα Βόδια του Ήλιου και τους Λαιστρυγόνες, την κάθοδο στον κάτω κόσμο και τον Τειρεσία.

Ο Μάρκος θα καταλήξει στο τέλος μόνος. Οι σύντροφοι – άλλοι από απληστία, άλλοι από περιέργεια, άλλοι από ανοησία – θα χαθούν. Μόνο αυτός θα κλείσει τ’ αυτιά στις σειρήνες και το παραμυθητικό κάλεσμά τους. Μόνο αυτός θα περιφρονήσει τις παραπλανητικές υποσχέσεις μιας αναδυόμενης ευδαιμονίας, ενός άλλου νέου κόσμου, του πλούτου και της ευμάρειας.

«Ο Δρόμος του Κεραυνού»

(Thunder Road)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζιμ Κάμινγκς
  • Με τους: Τζιμ Κάμινγκς, Κένταλ Φαρ, Νίκαν Ρόμπινσον, Μέικον Μπλερ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Spentzos Film

Υπάρχει και ο Τζιμ Κάμινγκς, που αν συνεχίσει με αυτή την ταχύτητα και όρεξη, σύντομα θα επισκιάσει κάποιους νεόκοπους «ψαγμένους» του καλλιτεχνικού σινεμά των Η.Π.Α. (βλέπε, ας πούμε, τον Τζέιμς Φράνκο). Αμερικανός ηθοποιός ο Τζιμ Κάμινγκς, άνευ υψηλών περγαμηνών, μικρομηκάς, που δυο χρόνια πίσω σκηνοθέτησε την βραβευμένη, διάρκειας 13 λεπτών ταινία, στο γνωστό, ανεξάρτητο φεστιβάλ του Σάντανς, με πυξίδα το γνωστό τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν «Thunder Road».

Το φιλμάκι έκανε αίσθηση και αποφάσισε να το επιμηκύνει χρονικά, καταλήγοντας στα 92 λεπτά, εντάσσοντας το στις κινηματογραφικές παραγωγές μεγάλου μήκους. Είναι η δεύτερη δουλειά του και μάλιστα ως «ανεξάρτητη» που είναι στις διάφορες φεστιβαλικές περιοδείες της τσιμπούσε βραβειάκια, αφήνοντας καλή γεύση στους θεατές.

Και όντως αφήνει καλή γεύση με το μαύρο σχόλιο-χιούμορ να πέφτει σαν γλάσσο στο άκρως δραματικό σενάριο της ιστορίας. Ηλεκτρισμένοι μονόλογοι από τον οργίλο Κάμινγκς, σε performance ανάμεσα στο χάσιμο ειρμού και ψυχανάλυσης, να γυρίζει επιδέξια το αφοδράριστο μέσα της αμερικανικής κοινωνίας προς τα έξω και ο αρλεκίνος του αμερικανικού ονείρου να φαντάζει πιο αληθινός και τρομακτικός στις παγωμένες ανάσες της ψευτοηθικής και της καφρίλας.

Η ανωριμότητα, η ανισορροπία και οι νευρώσεις μετατρέπονται σε ένα καλό καύσιμο για την κοινωνική σάτιρα των αδιεξόδων του Κάμινγκς, που πραγματικά, δίνει τα ρέστα του σε νευρωτικά μονοπλάνα και ως άνθρωπος ορχήστρα (σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ και ερμηνεία δικά του) τα πάει φίνα.

Η αλήθεια είναι όμως, ότι όλες οι σταθερές του σεναρίου και της πλοκής, τόσο στην ψυχοσύνθεση του βραδύνοα ήρωα, όσο και στα αντανακλαστικά του – δεμένα γερά στο επαρχιώτικο, αυτοκτονικό περιβάλλον της άνευρης κωμόπολης που ζει – είναι εντελώς αμερικάνικα, όπως και τα θέματα με τον τρόπο που τα πραγματεύεται απασχολούν μόνο τους συμπατριώτες του. Έχει ένα σινεφίλ ενδιαφέρον, πιθανώς, ως η αρχή του νήματος που θα τυλίξει στο δημιουργικό του αδράχτι ο χειμαρρώδης και φέρελπις Τζιμ Κάμινγκς. Οψόμεθα!   

Ο ψυχολογικά ευάλωτος αστυνομικός Τζιμ Αρνάου (Τζιμ Κάμινγκς – καταιγιστικός) με ένα πρόσφατο διαζύγιο στην πλάτη προσπαθεί να ξεπεράσει τον θάνατο της μητέρας του, που ήταν η δασκάλα χορού της μικρής πόλης. Ταυτόχρονα προσπαθεί με κωμικοτραγικούς τρόπους να βάλει σε τάξη την προσωπική του ζωή και την σχέση με την μικρή κόρη του, που ζει με την επιπόλαιη μητέρα της.

Όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο, καθώς ο Τζίμ αναγκάζεται να πουλήσει τον χώρο της σχολής χορού της μητέρας του για να πληρώσει τους δικηγόρους που έχουν αναλάβει το διαζύγιο του. Η μια βλακεία στην υπεύθυνη δουλειά του αστυνομικού ακολουθεί την άλλη με αποτέλεσμα ο αρχηγός της τοπικής αστυνομίας αναγκάζεται να τον απολύσει.  

«The Waiter»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στηβ Κρικρή
  • Με τους: Άρης Σερβετάλης, Γιάννης Στάνκογλου, Chiara Gensini, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Mαρία Καλλιμάνη, Αντώνης Μυριάγκος, Γιώργος Γλάστρας, Ελεάνα Φινοκαλιώτη
  • Διάρκεια: 97’
  • Διακρίσεις: Βραβείο ΕΚΚ Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη – Βραβείο ΕΚΚ Καλύτερων Locations

Ο Ρένος είναι ένας επαγγελματίας σερβιτόρος που οδηγεί μια απλή και ήσυχη ζωή, μοναχικός και σχολαστικός παρατηρητής με ιδιαίτερη αδυναμία στα φυτά. Η ζωή του όμως θα διαταραχθεί όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εξαφάνιση του γείτονά του, Μίλαν.

 Δύο σκοτεινοί χαρακτήρες, ο «Ξανθός» και η Τζίνα, μπλεγμένοι με τον Μίλαν, θα παρασύρουν τον Ρένο σε μια σειρά ακραίων γεγονότων. Ο Ρένος, αμφισβητώντας την ιερή καθημερινή του ρουτίνα, θα δοκιμάσει την ικανότητά του και την προθυμία του να αλλάξει τη ζωή του πάνω σε θέματα αγάπης και θανάτου. Σχέσεις θα δημιουργηθούν, μυστικά θα μοιραστούν και η εμπιστοσύνη θα αμφισβητηθεί.

Το «TheWaiter» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Στηβ Κρικρή. Εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και τοποθετημένο στην Αθήνα του σήμερα, το “TheWaiter” είναι μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ένα υπαρξιακό neo noir και μία ιστορία δολοφονίας δοσμένη μέσα από τα μάτια του (εκ)κεντρικού χαρακτήρα, του Ρένου.

Στον ρόλο του Ρένου επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, ως πρωταγωνιστής ο Άρης Σερβετάλης, με μια ακόμη σπουδαία ερμηνεία, ανεπιτήδευτη, άκρως πειστική και ουσιαστική.        

Σημείωμα του Σκηνοθέτη:

To «The Waiter» είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα που βίωσα, ενώ ζούσα στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1980.  Η Ιστορία είναι μια σπουδή για ένα φανταστικό χαρακτήρα που θα μπορούσε να είναι ένας (αντι)ήρωας του Αλμπέρ Καμί. Εξερευνά την ιδέα του «πως και αν» ο άνθρωπος είναι διατεθειμένος να αλλάξει τον τρόπο ζωής του θυσιάζοντας την ασφάλεια της συνήθειας, όταν έρχεται αντιμέτωπος με ακραία γεγονότα που σχετίζονται με μια δολοφονία και ένα εγκεφαλικό έρωτα.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη δημιουργία ενός μικρόκοσμου όπου όλα τα αισθητικά στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο ήμουν εγώ εκτεθειμένος αναπροσαρμόζονται και οι φαινομενικά μικρές λεπτομέρειες βγαίνουν στην επιφάνεια και αποκτούν σημασία. Ένα ανεπαίσθητο μαύρο χιούμορ υπογραμμίζει τους διαλόγους, του Ρένου με τον συνάδελφο του, τον «Κεραυνό».

Οι χώροι επίσης αντικατοπτρίζουν τον ψυχισμό του ήρωα και αναδεικνύουν μια επιπλέον διάσταση του ήρωα, υπογραμμίζοντας τις ιδιαιτερότητές του τονίζοντας την μοναχικότητα του μέσα σε ένα άχρονο τόπο – το καταπραϋντικό και αρμονικό σκούρο πράσινο του διαμερίσματός του γεμάτο από υγιή φυτά, τους συνήθως πολυσύχναστους δρόμους που είναι παράξενα άδειοι, το παραφορτωμένο και ελαφρώς παρακμιακό ζαχαροπλαστείο όπου επιμελώς προσδίδει πρότυπα ποιότητας και άνεσης.

«Shazam»

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια DC comics
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φ. Σάντμπεργκ
  • Με τους: Ζάκαρι Λίβαϊ, Μαρκ Στρονγκ, Άσερ Έιντζελ, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ, Ντζιμόν Χουνσού, Λοβίνα Γιάβαρι, Μισέλ Μπορθ, Άνταμ Μπρόντι, Μάρτα Μίλανς, Γκρέις Φάλτον
  • Διάρκεια: 132΄
  • Διανομή: Tanweer

Η μαγική λέξη Shazam πρόκειται για τα ακρωνύμια έξι αθάνατων πρεσβυτέρων, όπως αναφέρει η ιστορία του υπερήρωα, δηλαδή: S (Solomon – Σολομών ως προς τη Σοφία), H (Hercules – Ηρακλής ως προς την Δύναμη), A (Atlas – Άτλας ως προς την Αντοχή), Z (Zeus – Ζεύς ως προς την Δύναμη της Ηγεσίας), A (Achilles – Αχιλλέας ως προς το Θάρρος) και M (Mercury – Ερμής ως προς την Ταχύτητα).

Σχεδιασμένος το 1939 για την εκδοτική εταιρεία Φόσετ Κόμιξ ως Κάπτεν Μάρβελ, ήταν το alter ego του ραδιοφωνικού δημοσιογράφου Μπίλι Μπάτσον, ο οποίος το 1953 σταμάτησε να εκδίδεται λόγω της δικαστικής διένεξης με την αντίπαλη Μάρβελ για το όνομα του ήρωα. Ίσως είναι η πιο μπλεγμένη ιστορία χάρτινου ήρωα, που τελικά, κατέληξε ως Σαζάμ και είναι ο 14χρόνος, ορφανός Μπίλι Μπάτσον. Προφέροντας την μαγική λέξη, που του χάρισε υπεραιωνόβιος μάγος Σαζάμ, για να απαλλάξει τον κόσμο από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ο έφηβος μεταμορφώνεται αμέσως σε ενήλικα υπερήρωα με υπερφυσικές δυνάμεις, ίδιες με αυτές του Σούπερμαν, αλλά η σκέψη και οι αντιδράσεις του κυβερνώνται από το μυαλό ενός 14χρόνου.

Ο  Ζάκαρι Λίβαϊ, που υποδύεται τον Σαζάμ, κινηματογραφικά αναφερόμενος για τους φανατικούς του είδους, ο πιο σπουδαίος ρόλος του στην μεγάλη οθόνη είναι αυτός του γενναίου ξανθού Φάντραλ, ενός από την πιστή, φιλική τριανδρία του μαρβελικού Θωρ. Όλη η ταινία αφήνεται ελεύθερη στην εφηβική αφασία και με πλήθος αναφορών σε επιτυχημένες ταινίες των eighties, ο Σαζάμ, σε μετρήσιμα μεγέθη της καφρίλας, γέρνει συμπαθητικά και με γούστο στους ώμους του Deadpool.

Σαν καλοφτιαγμένο πέρασμα μοιάζει αυτός ο χάρτινος ήρωας της DC με την δυνατότητα γεφύρωσης του μικρού με αυτό του ενήλικου κοινού. Οι μεγαλύτεροι θα το ευχαριστηθούν αναπνέοντας πλήθος αναφορών εϊτίλας, ενώ οι νεότεροι σε ηλικία θα ανακαλύψουν τον φανταστικό τους, κρυφό όρμο που μεταμορφώνει την θνητή υπόσταση ενός συνηθισμένου πιτσιρικά σε θεϊκό ήρωα έτοιμο να σώσει τον πλανήτη Γη. Ε, όλοι μας κάποτε λίγο ή πολύ το είχαμε φαντασιωθεί.            

Ο ορφανός Μπίλι Μπάτσον (Άσερ Έιντζελ – καλός ο πιτσιρικάς), χάρη στην ευγενική «χορηγία» ενός αρχαίου μάγου (Ντζιμόν Χουνσού), κάθε φορά που φωνάζει τη λέξη «Σαζάμ!» μεταμορφώνεται από 14χρονο έφηβο στον ενήλικα ομώνυμο υπερήρωα (Ζάκαρι Λίβαϊ – καλός).

Ωστόσο, παρά το θεόρατο και γεροδεμένο σώμα του, παραμένει μέσα του ένα παιδί  που, όπως είναι φυσικό, διασκεδάζει με την ενήλικη έκδοση του εαυτού του, κάνοντας ό,τι θα έκανε κάθε έφηβος που θα αποκτούσε υπερδυνάμεις: Κοινώς κάνει φιγούρα και την πλάκα του!

Μπορεί να πετάξει. Βλέπει με ακτίνες Χ. Μπορεί να εξαπολύσει αστραπές από τα χέρια του. Δεν τον πιάνουν οι σφαίρες. Μπορεί, επίσης, να κάνει κοπάνα από το σχολείο. Με τη βοήθεια του ειδήμονα σε υπερηρωικά ζητήματα φίλου του Φρέντι (Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ – η έκπληξη της ταινίας), ο Σαζάμ δοκιμάζει τα όρια των ικανοτήτων του με την ανεμελιά του παιδιού που κρύβει μέσα του.

Στην ανάδοχη οικογένεια που έχει μεταφερθεί, συζώντας με ακόμα τέσσερα ορφανά και με κύριο μέλημα να ανακαλύψει την μητέρα του, που την έχασε σε ένα πανηγύρι όταν ήταν πέντε ετών, ο Μπίλι θα χρειαστεί να μάθει να ελέγχει τις ικανότητες του για να κατατροπώσει τις φονικές δυνάμεις του κακού που βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο του Δρ. Σιβάνα (Μαρκ Στρονγκ – καλός), ο οποίος έχει βάλει στο μάτι τον Σαζάμ, γιατί ο μάγος τον είχε απορρίψει όταν ήταν μικρός.

«Νεκρωταφίο Ζώων»

(Pet Sematary)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : των: Κέβιν Κόλς και Ντένις Γουίντμαγιερ
  • Με τους: Τζέισον Κλαρκ, Εϊμι Σάιμετζ, Τζον Λίθγκοου
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Ο Δρ. Λούις Κριντ (Τζέισον Κλάρκ) μετά τη μετακόμισή του με τη σύζυγό του Ρέιτσελ (Έιμι Σέιμετζ) και τα δύο μικρά παιδιά τους από τη Βοστώνη στο Μέιν, ανακαλύπτει ένα μυστηριώδη τόπο ταφής κρυμμένο βαθιά μέσα στο δάσος που βρίσκεται δίπλα στο νέο τους σπίτι.

Όταν η τραγωδία χτυπά το κατώφλι του σπιτιού του με τον θάνατο της μικρής κόρης του γιατρού, ο απεγνωσμένος Λούις θα στραφεί στον ασυνήθιστο γείτονά του Τζαντ Κράνταλ (Τζον Λίθγκοου) για να τον οδηγήσει στο απόκοσμο σημείο του νεκροταφείο των ζώων, εκεί που οι ψυχές επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο, για να επαναφέρει στην ζωή την νεκρή του κόρη, προκαλώντας μια επικίνδυνη αλυσιδωτή αντίδραση που θα απελευθερώσει ένα άνευ προηγουμένου κακό με τρομακτικές συνέπειες.

Μια δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή, εν είδει remake, του σκοτεινού, ομότιτλου μυθιστορήματος του μετρ του τρόμου Στίβεν Κινγκ, γραμμένο το 1983. Απλά, είναι μια δεύτερη αποτυχημένη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του μεταφυσικού «Νεκροταφείου Ζώων», το οποίο με τον ανορθόγραφο τίτλο προσπαθεί, εν πρώτοις, να κερδίσει εντυπώσεις.

Μηδέ ο Τζέισον Κλαρκ, μηδέ ο Τζον Λίθγκοου σώζουν την κατάσταση που βυθίζεται στα κλισέ και στην απουσία ατμόσφαιρας. Στην πρώτη κινηματογραφική εκδοχή του 1989 σε σκηνοθεσία της Μέρι Λάμπερτ, τουλάχιστον, το κινηματογραφικό σενάριο είχε αναλάβει ο ίδιος ο Κινγκ και υπήρχε κάποια καθοδήγηση για να αγγίξει η σκηνοθέτις τον ρυθμό του βιβλίου.

Στην συγκεκριμένη απόπειρα σε σκηνοθεσία των Κέβιν Κόλς και Ντένις Γουίντμαγιερ (σκηνοθετικό δίδυμο ταινιών τρόμου), από ένα σημείο και έπειτα το στόρι βουτάει στο άνευρο παρωχημένο με άστοχα ηχητικά εφέ και απουσία ενδιαφέροντος.

Ελάχιστες είναι, όπως είχαμε αναφέρει παλαιότερα, οι επιτυχημένες μεταφορές βιβλίων του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη. Πολυγραφότατος ο Αμερικανός συγγραφέας, έχει δημιουργήσει πια την δική του σχολή τρόμου με πολλούς μαθητές, στο γραπτό του καταφέρνει μοναδικά να μετατρέψει το απλό σε μεγαλειώδες, κάτι που στο σινεμά λίγοι σκηνοθέτες το κατάφεραν.        

«Επέλαση αστέρων σε ιστορικό, λόγιο δράμα και ντισνεϊκό παραμύθι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Δεν υπάρχει χειρότερο για τον άνθρωπο από τον βομβαρδισμό της συνεχόμενης άρνησης, την μετάδοση δυσάρεστων γεγονότων, της μιζέριας, της κακοήθειας, της γκρίνιας, της νοσηρότητας και φυσικά της διαχείρισης ενός δεδομένου, προκατασκευασμένου καταστροφικού κλίματος απουσίας διεξόδων.

Το μυαλό βυθίζεται στην αρρώστια και η σκέψη παραλύει, η δε αντίδραση, που βρίσκεται σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση από την αλλεπάλληλη, μοχθηρή στρατηγική της ανθρώπινης εξόντωσης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικό-πολιτικής, πολιτισμικής και πολιτιστικής καθημερινότητας, αποκαμωμένη, φαινομενικά ηττημένη, γονατίζει και παραδίδεται δίχως όρους. Αναρωτιέμαι: Θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό; Τα γεγονότα, πάντως, από την ανθρώπινη όχθη δείχνουν ότι συμβαίνει, όταν το κάθε απλό όνειρο μικρού, έφηβου, νέου, ενήλικα, μεσήλικα, υπερήλικα ανθρώπου μετασχηματίζεται, στο άψε σβήσε, σε εφιάλτη του Γουές Κρέιβεν να σουλατσάρει στον Δρόμο με τις Λεύκες.

Για τους παραπάνω σοβαρούς λόγους και μόνο θα σιωπήσω και δεν γράψω ούτε μια λέξη που να περιγράφει τους τρομερούς, εβδομαδιαίους προγραμματισμούς των νέων κινηματογραφικών ταινιών.

Δεν ωφελεί η γκρίνια και το ανάθεμα όταν πρόκειται για την ψυχαγωγία μας, αφού μηδέ ήχος, μηδέ βοή αντίδρασης γεννιέται. Όλα βρίσκονται παραχωμένα στο άνευρο ημιθανές, οπότε ως προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Άλλωστε ο χώρος των Τεχνών σήμερα μοιάζει με αχανή αλάνα γεμάτη κοκκινόχωμα, που μια βροχή την μετατρέπει ευθύς σε λάσπη, σε βάλτο και ο γόνιμος ορίζοντας χάνεται στην αχλή της μετριότητας και της ανοησίας. Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα, όπως λένε, και οι καλλιτέχνες, πλάκα πλάκα, κοντεύουν να ξεπεράσουν σε αριθμό το ενεργό φιλοθεάμον κοινό.

Να, πρόσεξε τι γίνεται. 11 νέες ταινίες κυλούν στους διαδρόμους των σκοτεινών αιθουσών αυτήν την εβδομάδα. Είναι δυνατόν; Και τσαπαρί να ρίξεις αυγουστιάτικα επτά κομμάτια θα σηκώσεις στην καλύτερη των περιπτώσεων. Μόνο οι φοβερές τράτες σαρώνουν ανελέητα τους βυθούς, τους αποψιλώνουν, διαλύοντας την όποια ισορροπία τους και ότι ανεβάσουν τα καϊκια: από αριστερή γαλότσα αλίμενη στην πράσινη γλίτσα της πολυκαιρίας μαζί με εκλεκτά μπαρμπούνια, έως νάιλον τζαμποσακούλα μαζί με εύγευστα ροφούδια. «Βυθός» είναι αυτός. Πολλές φορές ανεξερεύνητος, γοητευτικός, ενίοτε άγριος, επικίνδυνος, που άμα τον πολυενοχλήσεις και τον βιάσεις θα αμυνθεί, γιατί… γιατί, δαίμονα έτσι είναι η φύση του, έτσι είναι φτιαγμένος.        

«Ντάμπο»

(Dumbo)

 

  • Είδος: Περιπέτεια δράμα και σε 3D – Μεταγλωττισμένη και στα ελληνικά
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τιμ Μπάρτον
  • Με τους: Κόλιν Φάρελ, Μάικλ Κίτον, Ντάνι ΝτεΒίτο, Εύα Γκρίν, Άλαν Αρκιν
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ολοκαίνουργια ταινία για τον υπέροχο, σύγχρονο παραμυθά της 7ης Τέχνης, Τιμ Μπάρτον. Αγαπημένο ενδιαφέρον στις ταινίες του τα πάσης φύσεως «τέρατα» με το ρυθμικό συναίσθημα στον καρδιακό μυ τους και τις παράξενες ιστορίες τους. Τούτη τη φορά, ο 61χρονος πια, Αμερικανός σκηνοθέτης, σε ήπιο διάδρομο κινούμενος, αγκίστρωσε το παραμύθι της Έλεν Άμπερσον, που αφορά το καλόκαρδο και γενναίο, ελεφαντάκι με τα μεγάλα αυτιά που ίπταται. Μια ιστορία που πριν από 78 χρόνια σχεδιάστηκε στα στούντιο της Ντίσνεϊ και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1941 σε κινούμενο σχέδιο με μεγάλη επιτυχία.

Ο Μπάρτον συντηρεί την καρτουνίστικη ατμόσφαιρα, το φαντασμαγορικό, πολύχρωμο διάκοσμο και σε live-action σκοτεινιάζει «μπαρτονικά», όσο το δυνατόν, την ιστορία. Με αγαπημένους ηθοποιούς στο σινεφίλ κοινό «σχεδίασε» την προσωπική του εκδοχή του ιπτάμενου Ντάμπο, που δεν είναι σπαραξικάρδια όπως εκείνη του 1941, φτιάχνοντας μια μεγάλη αγκαλιά ικανή να χωρά όχι μόνο τους μικρούς, αλλά και τους μεγάλους θεατές.

Εντάξει, δεν είναι ο Μπάρτον των ευάερων περιπάτων στους ερεβώδεις, ευωδιαστούς κήπους του κινηματογραφικού του παρελθόντος, είναι όμως μια ενδιαφέρουσα και μεγαλειώδης παραγωγή – ένεκα της πανίσχυρης Ντίσνεϊ -, που κρατά τον ρυθμό της καλής αφήγησης (σενάριο του Έρεν Κρούγκερ) και την μαγεία της εικόνας σε απόλυτη ισορροπία με την μουσική του αδιάσπαστου στοιχείου του Μπάρτον, που ονομάζεται Ντάνι Έλφμαν.

Ο Μπάτμαν – Μάικλ Κίτον με τον Πιγκουίνο – Ντάνι Ντε Βίτο συναντιούνται ξανά, έπειτα από 27 χρόνια, στο πλατό του παραμυθά Μπάρτον για να δώσουν αυτή την ενθουσιαστική χρυσόσκονη στην ιστορία του ιπτάμενου, μικρού ελέφαντα. Ειδικά ο Κίτον, που ορισμένες στιγμές θυμάται τον «Σκαθαροζούμη», αλλά και ο γίγαντας, μίνι διατάσεων, Ντε Βίτο κλέβουν την ματιά σου.  Ναι, είναι εκπληκτικοί και οι δύο. Ακολουθούν ο Κόλιν Φάρελ, η Εύα Γκριν, ο Άλαν Άρκιν, πλαισιώνοντας ικανοποιητικά το υπερθέαμα, που είναι και το ζητούμενο του Μπάρτον.

Δεν υπάρχει κακολογία να γραφτεί για τον αγαπημένο σκηνοθέτη, που περί τα 31 χρόνια κινηματογραφικής παρουσίας έχει προσφέρει αριστουργήματα στην μεγάλη οθόνη. Ο Μπάρτον ουδέποτε «έκλεψε» χρόνο από τον θεατή και οι ταινίες του, κάθε μια ξεχωριστά, έχει την δική της λάμψη. Οι αριστουργηματικοί καμβάδες του Πικάσο, που τον καθιέρωσαν στο καλλιτεχνικό στερέωμα δεν ξεπέρασαν τους 10 σε αριθμό. Οι υπόλοιποι είναι απλά Πικάσο.     

Ο Ντάμπο, ένα γλυκό, νεογέννητο ελεφαντάκι με τεράστια αυτιά, είναι η πιο πρόσφατη προσθήκη στο ρημαγμένο τσίρκο του Μαξ Μέντιτσι (Ντάνι Ντε Βίτο). Αρχικά, η διαφορετικότητα του είναι πηγή προβληματισμού για τον Μέντιτσι, που υπολόγιζε σε ένα χαριτωμένο ελεφαντάκι για να προσελκύσει τα πλήθη, μέχρι που ο Ντάμπο ανακαλύπτει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα τεράστια αυτιά για να πετάξει. Ικανότητα που την πρωτοείδαν τα δυο τέκνα ενός πρώην δεινού ιππέα, σταρ του τσίρκου και νυν ακρωτηριασμένου στο αριστερό χέρι λόγω πολέμου του Χολτ Φάριερ (Κόλιν Φάρελ).

Ο Ντάμπο δεν προλαβαίνει να χαρεί τις πτήσεις του, όταν του στερούν την πολυαγαπημένη του μητέρα, με αποτέλεσμα να καταλήξει μόνος και φοβισμένος, αλλά και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ενός φιλόδοξου, δαιμόνιου, οραματιστή επιχειρηματία, του  Βι-Έι Βάντεβιρ (Μάικλ Κίτον), που θα υλοποιήσει το μεγαλεπήβολο όραμα του: Ένα φαντασμαγορικό κόσμο διασκέδασης το όνομα «Dreamland» με συνέταιρο τον Μαξ Μέντιτσι και πρώτο νούμερο στην ατραξιόν τον Ντάμπο που πετάει.

«Ο Καθηγητής και ο Τρελός»

(The Professor and The Madman)

 

  • Είδος: Δραματική βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Φάρχαντ Σαφίνια
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Σον Πεν, Νάταλι Ντόρμερ, Έντι Μάρσαν, Τζένιφερ Ιλ, Τζέρεμι Ιρβιν, Ιοαν Γκρούφονρτ, Ντέιβιντ Ο’ Χάρα, Στίβεν Ντιλέιν, Στιβ Κούγκα
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν η ισχυρή και κραταιά βικτωριανή αυτοκρατορία της Αγγλίας αποφάσισε να καθιερώσει, εκτός των αποικιοκρατικών δεινών της, την δύναμη της γλώσσας της στα πέρατα του κόσμου, ξεκίνησε το 1879 την σύνταξη του πρώτου αγγλικού, ετυμολογικού λεξικού σε έκδοση του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Ως επιμελητής αυτού του μεγαλόπνοου έργου, γνωστό σήμερα το 20τομο «O.E.D» (Oxford English Dictionary) επιλέχθηκε, από το αλύγιστο και άκαμπτο, ελιτίστικο συμβούλιο της Βασιλικής Φιλολογικής Εταιρείας, ο πολύγλωσσος, άνευ πτυχίου, Σκωτσέζος, αυτοδίδακτος, καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ. Αδιαμφισβήτητος βοηθός του, ο άνθρωπος που «ξεκόλλησε» την μικρή ομάδα του Μάρεϊ στο να συλλέξει με ακρίβεια στην λεπτομέρεια την προέλευση και την ετυμολογία της κάθε αγγλικής λέξης, ήταν ο Αμερικανός, στρατιωτικός γιατρός Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ.

Ο δρ. Μάινορ ο οποίος ήταν τρόφιμος σε άσυλο φρενοβλαβών εγκληματιών, γατί σκότωσε στο Λονδίνο έναν αθώο άνθρωπο που έμοιαζε με την μορφή που τον καταδίωκε στα σκοτεινά παρανοϊκά οράματα του, ήταν δεινός βιβλιοφάγος, μια ιδιοφυία. Το ότι υπάρχει σήμερα το οξφορδιανό λεξικό οφείλεται σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και στον καθηγητή Μάρεϊ που τον θαύμαζε για το πνεύμα και την πολυμάθεια του. Αυτή η συνεργασία-σχέση των δυο ιδιαίτερων ανδρών, αποτυπώνεται στο ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ιρανού σεναριογράφου Φάρχαντ Σαφίνια (Apocalypto).

Ακαδημαϊσμός στην κινηματογράφηση, καλή ατμόσφαιρα με πολλές ιστορικές ανακρίβειες, ως προς τον βίο του Αμερικανού δρ. Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ σε σενάριο των:  Τοντ Κομάρνικι, Τζον Μπούρμαν και του ίδιου του σκηνοθέτη, βασισμένο στο ομότιτλο, best seller των N.Y.Times του Αγγλο-Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Σάιμον Γουίντσεστερ (The Professor and the Madman – 1998). Ο συγγραφέας πρωτίστως και εν συνέχεια οι σεναριογράφοι που ακολούθησαν την μυθιστορηματική ροή του συγγραφέα ενταφιάστηκαν στην ανάγκη αγιοποίησης των ηρώων, αλλάζοντας εντελώς το υπόβαθρο της παρανοϊκής μορφής του Αμερικανού γιατρού και έγκλειστου στο άσυλο.

Στην πραγματικότητα ο Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ (Σον Πεν) ήταν παιδόφιλος και για να τερματίσει αυτή την «αμαρτία» επέλεξε να αυτοευνουχιστεί, γεγονός που εξαφανίζεται εντελώς, πιθανώς και από το βιβλίο (το υποθέτω, γιατί δεν το έχω διαβάσει), όσο και από το σενάριο της ταινίας.

Η ακραία επιθυμία του να συνευρίσκεται σεξουαλικά με ανήλικα άτομα, κινηματογραφικά αντικαθίσταται από τις ενοχές και τις τύψεις που ένοιωθε απέναντι στην χήρα του αδικοχαμένου συζύγου της που δολοφόνησε σε κατάσταση τρέλας. Και εκεί χάνεται το τόπι, που θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε άλλα απάτητα και αδιερεύνητα μονοπάτια. Ποιος ηθοποιός κλάσης όμως, όπως ο Πεν θα στραπατσάριζε το προφίλ του με την απόδοση ενός ιδιοφυούς παιδόφιλου, που αν δεν συμμετείχε ενεργά δεν θα υπήρχε το περίφημο λεξικό.    

Ο Μελ Γκίμπσον και ο Σον Πεν είναι καλοί σε αυτό που διεκπεραιώνουν, αν και ο Πεν παίρνει αρκετά «βαριά» τον ρόλο του σχιζοφρενή και συνάμα ιδιοφυούς δρ Μάινορ.      

Λονδίνο, 1872. Ο πολύτεκνος και πολυμαθής καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ (Μελ Γκίμπσον – καλός) τίθεται επί κεφαλής από το Συμβούλιο της βασιλικής φιλολογικής εταιρείας στο να δημιουργήσει το πρώτο αγγλικό λεξικό, το οποίο υποστηρίζεται από τις εκδόσεις του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

 Για βοήθεια ζητάει – μέσω των βιβλιοπωλείων – από τους Άγγλους πολίτες του νησιού αλλά και των αποικιών να στέλνουν στην ομάδα του την ετυμολογία και την προέλευση των λέξεων που απαρτίζουν το παλαιό και το σύγχρονο λεξιλόγιο της αυτοκρατορίας.

Αρχίζει να συγκεντρώνει ορισμούς, λήμματα, ώσπου η εργασία τελματώνει στην προέλευση των λέξεων «Art» (Τέχνη) και «Architecture» (Αρχιτεκτονική) με κίνδυνο να σταματήσει η έκδοση. Τις απαντήσεις θα τις δώσει ένας τρόφιμος σε άσυλο φρενοβλαβών εγκληματιών, ο Αμερικανός γιατρός Γουίλιαμ Τσέστερ Μάινορ Σον Πέν – καλός), που βασανίζεται από παράξενα οράματα και εμμονές, που αφορούν το βίαιο, στρατιωτικό του παρελθόν αλλά και την πρόσφατη δολοφονία ενός αθώου.

Ο καθηγητής Τζέιμς Μάρεϊ λαμβάνει πάνω από 10.000 λήμματα από τον ευρυμαθή δόκτορα και οι δυο άνδρες αναπτύσσουν μια σχέση θαυμασμού και εκτίμησης.  

«Ευτυχισμένος Λάζαρος»

(Lazzaro Felice)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλίτσε Ρορβάχερ
  • Με τους: Άλμπα Ρορβάχερ, Ντείβιντ Μπένεντ, Σερζί Λοπέζ, Νικολέτα Μπράσκι
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σεναρίου 70o Φεστιβάλ Καννών

Η τρίτη κατά σειρά ταινία της βραβευμένης Αλίτσε Ρορβάχερ, κυριολεκτικώς, είναι χαμένη στην μετάφραση. Θέμα που λειτουργεί σε δυο διαφορετικά επίπεδα και εποχές με τον ίδιο ήρωα να διατρέχει χρονικά και ανέπαφα με την ουσία, τους προβληματισμούς και τις σκέψεις της σκηνοθέτιδας. Σενάριο που δεν παίρνει ανάσα και η απλοϊκότητα της κατασκευής της  – με την καλή φωτογραφία της  Ελέν Λουβάρ – βυθίζεται άδοξα στην λόπη του βαρετού λόγω της μεγάλης διάρκειας.

Απ΄ όπου κι αν την πιάσεις τα τοιχώματα της θρυμματίζονται και κάποιες καλές στιγμές της κονιορτοποιούνται στην δίνη της φλυαρίας και του θρησκευτικού σουρεαλισμού. Ώιμέ! Πουθενά δεν δουλεύει στρωτά το σενάριο, καθώς ο Φόρεστ Γκαμπ έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τον σοβαροφανή μιμητισμό του Φελίνι και του Ντε Σίκα, ενώ ο Παζολίνι δεν θέλει ούτε να κοιτάξει από την γωνία.

Ο συμβολισμός και η αλληγορική διάθεση της Ρορβάχερ προκαλούν βωβό γέλωτα και η επιθυμία για κοινονικοπολιτικό σχόλιο σκοντάφτει στην παιδιάστικη αφήγηση της. Το σχόλιο για την Ιταλία του χθες και του σήμερα είναι αφαιρετικό, ούτε καν φανταστικό, και οι ανύπαρκτες εξηγήσεις για το πως, το τι και τι έγινε βρε παιδιά εδώ, λαμβάνουν το καλλιτεχνίζον συγχωροχάρτι… όχι από εμάς, αλλά από το κονκλάβιο που παρέδωσε βραβείο σεναρίου. Βοήθεια μας!!!       

Είναι η ιστορία του Λάζαρο, ενός νεαρού χωρικού τόσο καλόκαρδου που περνιέται για αφελής και του Τανκρέντι, ενός νέου αριστοκρατικής καταγωγής, καταραμένου από την ίδια του την φαντασία. Ένας ισχυρός δεσμός δημιουργείται μεταξύ τους, όταν ο Τανκρέντι ζητά από τον Λάζαρο να τον βοηθήσει να σκηνοθετήσει την ίδια του την απαγωγή.

Αυτή η περίεργη κι απρόσμενη συμμαχία είναι μια αποκάλυψη για τον Λάζαρο. Μια φιλία τόσο πολύτιμη που θα ταξιδέψει τον Λάζαρο στον χώρο – και τον χρόνο –  σε αναζήτηση του Τανκρέντι. Στην πρώτη του φορά στη σύγχρονη μεγαλούπολη ο Λάζαρο είναι σαν ένα θραύσμα του παρελθόντος, χαμένο στο μοντέρνο κόσμο.

«Κωδικός Κολιμπρί»

(The Hummingbird Project)     

 

  • Είδος: Δράμα, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Καναδάς, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κιμ Νγκούγιεν
  • Με τους: Τζέσι Αϊζενμπεργκ, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Σάλμα Χάγιεκ
  • Διάρκεια: 111΄
  • Διανομή: Odeon

Σύμφωνα με την επιστήμη το κολιμπρί χρειάζεται 16 χιλιοστά του δευτερολέπτου για μία μόνο κίνηση των φτερών του. Εξίσου γρήγορα μεταφέρεται η πληροφορία που μπορεί να χαρίσει εξωφρενικά ποσά μέσω μιας οπτικής ίνας από το Νιου Τζέρσι στο Κάνσας, μόνο που δεν είναι ακριβώς το ίδιο αλλά ένα χιλιοστό πιο αργά στη νέα ταινία του Κιμ Νουέν. Τι θα άλλαζε αν οι ήρωες της ταινίας έβρισκαν τρόπο να κερδίσουν αυτό το χιλιοστό του δευτερολέπτου;

Ο Κιμ Νουέν εκθέτει και ξεσκεπάζει την αδίστακτη εποχή του ψηφιακού μας κόσμου με κυνικό, σκληρό και τρυφερό τρόπο ενώ ταυτόχρονα περιγράφει στοιχεία της ανθρωπότητας μέσα από το πρίσμα των μικροκυμάτων και των νετρονίων, των στοιχείων δηλαδή που μας ενώνουν με ταχύτατους ρυθμούς αλλά και μας χωρίζουν. Καθώς ο τεχνολογικά εξελιγμένος κόσμος μάς καταβροχθίζει, εμείς με τη σειρά μας βυθιζόμαστε μέσα σε αυτόν χωρίς να ενδιαφερόμαστε για το περιβάλλον, την υγεία μας ή για τον διπλανό μας.

«Είναι ενδιαφέρον γιατί οι περισσότερες ταινίες που ασχολούνται με αυτό το θέμα διαδραματίζονται σε ψυχρά γραφεία της Wall Street ενώ η συγκεκριμένη διασχίζει βουνά, χτυπάει πόρτες τις γειτονιάς και κυκλοφορεί. Ο βασικός μου σκοπός με αυτή την ταινία ήταν όχι να γίνω αυθεντία στο θέμα αλλά να εισάγω στην ιστορία την ανθρωπιά και το χιούμορ ώστε να μην είναι μια δύσκολη και ψυχρή, γεμάτη πληροφορίες ταινία», σχολιάζει ο υποψήφιος για Όσκαρ Τζέσι Άιζενμπεργκ (The Social Network). «Η ιδέα είναι περίφημη. Αυτοί οι δύο τύποι, τα outsider της ιστορίας, ξεκινάνε και μπλέκονται σε μια συναρπαστική περιπέτεια», προσθέτει ο βραβευμένος με Χρυσή Σφαίρα Αλεξάντερ Σκαρσγκαρντ (Big Little Lies).

Η χημεία των ηθοποιών είναι μοναδική σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Κιμ Νουέν. «Για εμένα χημεία σημαίνει να μπορούν να είναι γενναιόδωροι μεταξύ τους οι ηθοποιοί, και αυτοί οι δύο τα πάνε περίφημα», σχολιάζει.

Δύο ξαδέρφια από τη Νέα Υόρκη, ο Βίνσεντ (Τζέσι Άιζενμπεργκ) και ο Άντον (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ) δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές και στις Συναλλαγές Υψηλής Συχνότητας, όπου το κέρδος βγαίνει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Το όνειρό τους; Να φτιάξουν μια οπτική ίνα από το Κάνσας μέχρι το Νιου Τζέρσι που θα τους προσφέρει εκατομμύρια. Σε αυτό θα τους εμποδίσει η Εύα Τόρες, μια παρανοϊκή επενδύτρια και πρώην εργοδότριά τους, η οποία βρίσκεται συνεχώς πίσω τους και δεν θα σταματήσει μέχρι να τους δει να καταστρέφονται.

Ο Βίνσεντ και ο Άντον όμως είναι αποφασισμένοι να διασχίσουν την Αμερική για να βρουν τη λύτρωση, όχι μέσω χρημάτων, αλλά μέσω της οικογένειας και της επανασύνδεσής τους με τη γη.

«Στιγμιαία Οικογένεια»

(Instant Family)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σον Άντερς
  • Με τους: Μαρκ Γουόλμπεργ, Ρόουζ Μπερν, Ιζαμπέλα Μονέρ, Γκουστάβο Κιρό
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Odeon

Αν και ο θεσμός της ανάδοχης οικογένειας είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα, ο Σον Άντερς νιώθει άνετα να αναδείξει τις ευχάριστες και ελαφριές πλευρές του μιας και πρόκειται για ένα προσωπικό του ζήτημα.

Όταν εκείνος και η γυναίκα του αποφάσισαν να υιοθετήσουν τρία αδέρφια, τα περιστατικά που αντιμετώπισαν ήταν από φοβερά αστεία μέχρι και εξαιρετικά κουραστικά. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν υπέροχο αν ο Τζον Μόρις κι εγώ μπορούσαμε να κάνουμε μια κωμωδία γι’αυτό το θέμα και όχι ένα βαρύ δράμα που ο κόσμος θα φοβόταν να δει. Ελπίζω αυτή η ταινία να βοηθήσει τα παιδιά που το έχουν ανάγκη να βρουν ένα σπίτι και μια οικογένεια», σχολιάζει ο Άντερς.

Πολλά από τα περιστατικά έχουν βασιστεί στις ιστορίες του Άντερς και στην ιστορία της Μαρίντ Γκριν, μιας νεαρής κοπέλας που υιοθετήθηκε στα 13 της.

Οι Άντερς και Μόρις την έχρισαν βοηθό τους για το σενάριο και την είχαν κοντά τους καθ’όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. «Υιοθετήθηκα στα 13 μου. Μέχρι τότε ήμουν εκτός συστήματος. Με πήραν από τη μητέρα μου όταν ήμουν 8 χρονών γιατί εκείνη έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και είχε βίαιους συντρόφους. Έζησα σε διάφορα σπίτια μέχρι να επιστρέψω πίσω μαζί της και να ξεκινήσει ξανά τη χρήση. Επέστρεψα στην αναδοχή και ευτυχώς βρέθηκαν άνθρωποι που με υιοθέτησαν. Έτσι απέκτησα αδέρφια και γονείς. Πλέον είμαι 20 χρονών και σπουδάζω στο UCLA», σχολιάζει η Γκριν.

Ο Πιτ (Μαρκ Γουόλμπεργκ) και η Έλι (Ρόουζ Μπερν) αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια, οπότε, εξετάζουν την επιλογή της υιοθεσίας.

Όταν θα γνωρίσουν τρία αδέρφια, συμπεριλαμβανομένης μιας 15χρονης που κάνει την επανάστασή της (Ιζαμπέλα Μόνερ), θα διαπιστώσουν ότι από εκεί που δεν είχαν κανένα παιδί βρέθηκαν μέσα σε μια νύχτα με τρία. Τώρα, ο Πιτ και η Έλι θα προσπαθήσουν να μάθουν τα κατατόπια του να είσαι γονιός με ξεκαρδιστικό τρόπο με την ελπίδα να γίνουν οικογένεια.

«Απολαυστικοί Μελ Γκίμπσον και Βινς Βον, πληθωρική, ρυθμική η Νάταλι Πόρτμαν και «Εμείς» οι τρομακτικοί», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ψυχαγωγία! Κύριο ζητούμενο στην θέαση κινηματογραφικών ταινιών, κίνητρο ακατάρριπτο που, ως γνωστόν, εκπορεύεται πάντα από το προϊόν της Τέχνης του σινεμά. Όταν όμως αυτό το προϊόν είναι θλιβερό και ανελέητα υποδεέστερο των βασικών προδιαγραφών του, τότε ο θεατής εύλογα θα αμυνθεί και θα στρέψει τα μούτρα του σε άλλες οδούς και λιβάδια για να ανακαλύψει την ψυχική του τέρψη. Και ο επαγγελματικός χώρος αυτής της ψυχαγωγίας αρχίζει την κλάψα για την μείωση των εισιτηρίων.

Το σημείο εκκίνησης για την απίστευτη σε μέγεθος προβολή κακών ταινιών ξεκινάει από την «θεία κονόμα», όπως εύστοχα αποκαλούν οι αφανείς «ψαγμένοι» την οδυνηρή εικόνα που φιγουράρει ένδοξα στο κάδρο της εποχής και μάλιστα στον χώρο των Τεχνών. Πλείστες σε αριθμό κινηματογραφικές παραγωγές κάτω του μετρίου, άνευ ενδιαφέροντος ανατρέπονται εν είδει χωματερής στο σινεφίλ πεδίο των επιλογών.

Μια, δυο, τρεις φορές ο ανυποψίαστος θεατής θα ακολουθήσει την φόλα, τέταρτη όμως όχι, καθότι εκτός του ενστίκτου υπάρχει και η εμπειρία, διάολε, ως οπλικό σύστημα στο ανθρώπινο είδος, ακόμα κι αν δεν είναι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου.

Οι αιθουσάρχες από την άλλη δακρύζουν, βλέποντας τους χώρους τους άδειους, όταν αποφασίζουν να τρέξουν τα γραφεία διανομής 8, 9 και 10 ταινίες εβδομαδιαίως, που ζήτημα είναι εάν αξίζει η μια από δαύτες. Υπάρχουν όμως οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, υπάρχει η «ευλογημένη μονέδα», που ακολουθεί την εντελώς αδιάφορη και συνήθως κακή ταινία.

Χρήμα που διανέμεται αφειδώς από ευρωπαϊκά κονδύλια σε προωθητικές κατευθύνσεις για την κινηματογραφική παραγωγή ή «βοηθήματα» για το καλό της Τέχνης, κατά το ηπιότερον, ώστε να υπάρχει το κατάλληλο «καύσιμο» για να σηκωθεί η ταινία στο άσπρο πανί, διότι από μόνη της και «ασιδέρωτη» μηδέ οι γονείς του σκηνοθέτη  θα έκοβαν εισιτήριο.

Προβάλλεται το προϊόν, τακτοποιούνται οι λογαριασμοί και οι όποιοι θεατές του αδιάφορου και φτηνού θεάματος, που εναπόθεσαν τον οβολό τους στο ταμείο, αυτοκρίνονται ως τα εξιλαστήρια θύματα της υπόθεσης ή ως πέπονες κατά το αρχαιότερον. Τέχνη σου λέει, ο καλοπροαίρετος και διψασμένος για ψυχαγωγία θεατής, ευρωπαϊκό, φιλμικό προϊόν, ξανασκέφτεται έντιμα, το τολμάει και τσουπ, μάπα το σταφύλι. Εν τω μεταξύ η κριτική είναι απούσα.

Και φτάσαμε στο δεύτερο σημαντικό και φλέγον ζήτημα, που ανάγεται σε πρώτο. Κριτική ταινιών!

Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που παρακολουθεί σινεμά η ανάγνωση της κριτικής μιας ταινίας;

Γνώση, ενημέρωση, τροφή για σκέψη, πιθανώς παρακίνηση για έξοδο, ταύτιση απόψεων, ακόμα και γόνιμη διαφωνία του σινεφίλ αναγνώστη με τον γράφοντα. Περισσότερο όμως είναι η επαφή, η ξενάγηση από έγκυρες πένες σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο που ονομάζεται σινεμά, όπου οι επαγγελματίες του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού χώρου παρακολουθούν ταινίες και με την γνώση, την κατάρτιση και την εμπειρία που διακρίνει τον κάθε ένα ξεχωριστά καταγράφουν και συνάμα αναλύουν το ειδικό βάρος του κάθε δημιουργήματος.  

Ε, αυτό το αλισβερίσι πάνε να το καταργήσουν όταν αναγκάζουν τον όποιο συνάδελφο κριτικό να παρακολουθεί σαν είλωτας τρεις ταινίες ημερησίως, συνολικής διάρκειας 375 λεπτών (6,5 ώρες!!!), όπου μερικές από αυτές την ίδια ώρα, γιατί στις 12:00 προβάλλουν ταινία με τον Μελ Γκίμπσον και τον Βινς Βον στο κέντρο της Αθήνας και στις 12:30 σε καλούν να «αναρριχηθείς» στους Αμπελοκήπους για να παρακολουθήσεις, παράλληλα, οσκαροβραβευμένο ντοκιμαντέρ. Γίνεται; Εκτός του καζανοκέφαλου που θα αποκτήσεις με τόσες ώρες, συνεχόμενης προβολής, φυσικά και δεν γίνεται, παρά μόνον, ω του γενετικού, βιολογικού επιτεύγματος, εάν και εφόσον διαθέτεις ανθεκτικό κλώνο.

Ο θεατής που δεν θα διαβάσει την κριτική μιας ταινίας (συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτήν) θα παραμείνει στο αθέατο (κάτι που ίσως το θέλουν), δεν θα ενημερωθεί γιατί ο επαγγελματίας κριτικός εξοντώθηκε στις συμπληγάδες πέτρες του κακού προγραμματισμού από τις εταιρείες διανομής.

Απομακρύνουν εμάς από εσάς. Αργά και μεθοδικά καταργούν τον γόνιμο διάλογο μας, τις αντιρρήσεις σας και τις διαφωνίες σας, το ύψιστο δικαίωμα να διαβάζετε για μια ταινία και εσείς να επιλέγετε εάν επιθυμείτε ή όχι να την παρακολουθήσετε.

Ο έγκριτος συνάδελφος και φίλος Ηλίας Φραγκούλης έγραψε στο άρθρο του στο freecinema (εδώ), αλλά όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις υπόγειες και κατασκότεινες διαδρομές, φωνή βοώντος εν τη ερήμω.. μα πολύ έρημος, άνευ οάσεων!              

«Τα Δύο Πρόσωπα του Νόμου»

(Dragged Across Concrete)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σ. Κρέιγκ Ζάλερ
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Βινς Βον, Ντον Τζόνσον, Λόρι Χόλντεν, Τζένιφερ Κάρπεντερ
  • Διάρκεια: 159’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικανός Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ είναι από τους νέους σκηνοθέτες που πραγματικά έχει μαγνητίσει το ενδιαφέρον μου. Σκληρός, λεπτομερειακός, άψογος αφηγητής, αρκετές φορές τρομακτικός και πάντα επί της ουσίας ξεδιπλώνει το νήμα των κινηματογραφικών ιστοριών του δίχως να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ανθρώπινη, στυγνή βία, είτε αυτή εκπορεύεται από την στρεβλή θέαση των πραγμάτων, είτε από το ζωώδες, ένστικτο της επιβίωσης, για τον Ζάλερ είναι το καθαρό καύσιμο των πολλών οκτανίων, χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός . Το πορτρέτο της παράνοιας στις ταινίες του χαρακτηρίζεται από την ιανική φιλοσοφία που οι καλοί και οι κακοί τρέφονται από την ίδια ενέργεια, είτε τα κίνητρα τους είναι παρανοϊκά και ερεβώδη, είτε είναι αγαθά και αναγκαία.

Κι εδώ ο Ζάλερ λύνει άνετα την κινηματογραφική εξίσωση του απάνθρωπου, της φρίκης και της λογικής, όπως συνέβη και στο ντεμπούτο του με το εμπνευσμένο, εκτός της γνωστής φόρμας, των γουέστερν «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του 2015, αλλά και στην συνέχεια του με το «Καυγάς στο Μπλοκ 99» του 2017, όπου η αβυσσαλέα ερμηνεία του Βινς Βον μας κέρδισε ολοκληρωτικά.

Ο Αμερικανό-Ιουδαίος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός (με το όνομα Czar γράφει, ερμηνεύει τραγούδια και παίζει ντραμς στην χέβι μέταλ μπάντα «Realmbuilder») στις ταινίες του είναι ακραία ωμός και εξαιρετικά καλός σε αυτό που διαχειρίζεται. Θα σκεφτόταν κάποιος, πως ο άνθρωπος και το κτήνος είναι οι σταθερές που αντλούν όλη την αφοσίωση του Ζάλερ. Με τον απίθανο Μελ Γκίμπσον σε πρώτο πλάνο και τον επίσης άριστο, χειμαρρώδη Βινς Βον δίπλα του, η ταινία δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να πάρεις ανάσα.

Καθηλωτικό police story στην νέο noir φόρμα κινηματογράφησης. Μια ληστεία στη μέση με πολλούς αποδέκτες, όπου οι έντιμοι, σκληροί μπάτσοι υποκύπτουν στην εύκολη ανεύρεση χρήματος. Για να σώσουν τις οικογένειες τους περνούν στην αντιπέρα όχθη της παρανομίας, ενώ οι ψυχασθενείς κακοποιοί και η σύγχρονη, ελώδης κοινωνία της πλέμπας και των μικροαστών  εναρμονίζονται με το κοινωνικό σχόλιο, το βιτριολικό χιούμορ, την αγωνία της περιπέτειας σε ρυθμό της δράσης που θυμίζει το «ζεστό» χνώτο του Μάικλ Μαν.

Σενάριο καλογραμμένο από τον ίδιο τον Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ στο μοτίβο του male buddy, να λειτουργεί σε πάνω από δυο επίπεδα ιστοριών με χαρακτήρες, αλλά και την ευκίνητη, περιφερειακή γυναικεία παρουσία, τα αγχωτικά, περίτεχνα κλειστά φωτογραφικά του Αμερικανό-Ινδού Μπέντζι Μπακσί (στενός συνεργάτης του Ζάλερ στις ταινίες του) και το μοναδικό,  ηλεκτρισμένο μουσικό ένδυμα του Τζεφ Χέριοτ, των σοουλάδων O’ Jays, αλλά και του ίδιου του Ζάλερ, λειτουργούν διακριτικά, συγκεντρώνοντας την χρονική αίσθηση της αφήγησης, την τεντώνουν δίχως να την διαλύουν.

Ένας σκληρός, παλαιάς κοπής αστυνομικός, ο Μπρετ Ρίντζμαν (Μελ Γκίμπσον – πολύ καλός) και ο ευέξαπτος, κατά 20 χρόνια, νεότερος συνεργάτης του, ο Άντονι Λουρασέτι (Βινς Βον – πολύ καλός), τίθενται σε διαθεσιμότητα όταν ένα βίντεο που δείχνει τις σκληρές μεθόδους καταστολής που ακολουθούν, διαρρέει στο διαδίκτυο.

Η σύζυγος του Μπρετ, η Μέλανι (Λόρι Χόλντεν , καλή), πρώην αστυνομικός κι αυτή, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και χρειάζεται συνεχώς θεραπεία με ακριβά φάρμακα, ενώ η έφηβη κόρη του τραμπουκίζεται ενίοτε από τους έγχρωμους συνομηλίκους στην υποβαθμισμένη, προβληματική γειτονία που διαμένουν. Ο Άντονι, από την άλλη, είναι ερωτευμένος με μια όμορφη, έξυπνη γιάπισα, που επιθυμεί μεν να την νυμφευθεί, αλλά ο πενιχρός μισθός του και το επάγγελμα του αστυνομικού θεωρεί πως δεν είναι αρκετά για να της χαρίσει την ευτυχία.

Με τα ελάχιστα χρήματα και χωρίς καμία επιλογή, οι απογοητευμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν την πληροφορία για έναν κακοποιό που έχει μπόλικο, βρώμικο χρήμα και τον παρακολουθούν στενά για να του ξαφρίσουν το μαύρο παραδάκι.

Ξαφνικά συνειδητοποιούν, πως αυτός και μερικοί ακόμα ετοιμάζουν μια μεγάλη ληστεία. Ενώ βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για να αποκτήσουν τα αναγκαία χρήματα βουτάνε στην δίνη των γεγονότων, όπου το σκηνικό είναι βίαιο, σκληρό και θανατηφόρο.

«Εμείς»

(Us)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει το σκεπτικό του στο προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.     

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.

«Vox Lux»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπρέιντι Κορμπέτ
  • Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Τζουντ Λο, Ράφεϊ Κάσιντι, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο 31χρονος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης  Μπρέιντι Κορμπέτ βρίσκεται ακόμα συμπιεσμένος από το κέφυλος που δεν έχει σπάσει για να βρει την προσωπική του ταυτότητα και το δικό του, αυθεντικό σκηνοθετικό βήμα.

Το 2015 τον γνωρίσαμε στο ντεπούντο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία «Η Γέννηση ενός Ηγέτη», που προσπάθησε να αναπτυχθεί σκηνοθετικά και θεματολογικά ως  Μίχαελ Χάνεκε στην «Λευκή Κορδέλα». Στο «Vox Lux» «μεταμφιέζεται» σε Λαρς φον Τρίερ, σε πιο μπαρόκ απόδοση,  κι απέναντι από τον φακό του στήνει την δύναμη που ονομάζεται Νάταλι Πόρτμαν.

Να αναφέρουμε, ότι ο Κορμπέτ, με την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε (Funny Games), όπως και σε ταινία του «αιρετικού» Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ (Melancholia). Αν και είναι γεννημένος στην ηπειρωτική Αριζόνα της Βόρειας Αμερικής, το δημιουργικό του βλέμμα είναι στραμμένο, σχεδόν καθηλωμένο θα λέγαμε, στους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Η ταινία του είναι υπερφίαλη και μοιάζει με γλυκό όνειρο που ξυπνάς γρήγορα γιατί βαρέθηκες να βλέπεις μια επαναλαμβανόμενη πράξη με διαφορετικούς τρόπους ειπωμένη. Μεγάλη η διάρκεια της, οπότε φλυαρεί ακατάσχετα. Χρησιμοποιεί τον Γουίλεμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή (φιοριτούρα άνευ λόγου που δεν είναι αναγκαία και δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην ιστορία), διέπεται από ναρκισσισμό στα πλάνα του και καταλαμβάνεται από βασανιστική αγωνία για το πως θα κλείσει την πόρτα κατάμουτρα στο θέμα που άνοιξε. Από ένα σημείο κι έπειτα κάνει κύκλους διψασμένος γύρω από την πηγή και δεν φρενάρει για να χρησιμοποιήσει το μαγγανοπήγαδο και να πιεί δροσερό νερό.

Η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα ρόλο που τον βγάζει με το γνωστό, άψογο ταμπεραμέντο της  και ως σπουδαία, ποπ σταρ τραγουδάει  Sia, χορεύει, παίζει καταπληκτικά σε μια ακόμα ταινία που τελικά δεν την δικαιώνει. Επιβάλλεται, σύντομα μάλιστα, να βρει την σωστή βάρκα και να διανύσει το ερμηνευτικό ποτάμι σε ασφαλή όχθη και όχι να αναλώνει το ταλέντο της σε άνευρες και βαρετές ταινίες. Από το 2015, απ΄ όταν, δηλαδή, «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» έχουμε να την απολαύσουμε σε παραγωγή της προκοπής. Οι πειραματικές επιλογές της του στιλ «Jackie», «Πλανητάριο» και ο «Αφανισμός» του νετφλιξιακού σύμπαντος, τώρα το ακατέργαστο «Vox Lux», κούρασαν τους θεατές της και σίγουρα την ίδια. 

Το 1999, η έφηβη Σελέστ (Ράφεϊ Κάσιντι – καλή) επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Ένας οπλισμένος συμμαθητής και φίλος της εισβάλει και αδειάζει τις σφαίρες τού οπλοπολυβόλου του πάνω στους ανυποψίαστους έφηβους μαθητές δολοφονώντας ένα σημαντικό αριθμό παιδιών, πληγώνοντας και την ίδια την Σελέστ.

Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μία ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της (Στέισι Μάρτιν – καλή) και ενός μάνατζερ (Τζουντ Λο – μικρή η παρουσία του αλλά πάντα γοητευτική). Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της  θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ.  

Το 2017 η, ενήλικη πια, Σελέστ (Νάταλι Πόρτμαν – πολύ καλή) ετοιμάζει την μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάζει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο «Vox Lux», η αδάμαστη, αθυρόστομη  σταρ, πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με την μητρότητα, την τρέλα και την δόξα στην εποχή του τρόμου.

«Ακίνητο Ποτάμι»

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
  • Σενάριο: Κάτια Γκουλιώνη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ιντρα Μπούρκοφσκα, Γιούρις Μπαρτκεβίτς
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Danaos Films

Η νέα μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή («Πολαρόιτ», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Μέσα στο Δάσος»), με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον Σπύρο Κρίμπαλη. Η παραγωγή είναι διεθνής και η ταινία, τo «Ακίνητο Ποτάμι», γυρίστηκε εξολοκλήρου στην χιονισμένη Ρωσία και στην επίσης ασπροντυμένη Λετονία. Εξαιρετική η φωτογραφία του Γάλλου Σιμόν Μποφίς (Μαχαίρι στην Καρδιά), καθότι είναι και ο μοναδικός ενδιαφέρον πόλος όλης της παραγωγής.

 Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μία βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα.

Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνομωσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία.

Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Όταν η οντολογία σε φιλοσοφικό επίπεδο επιχειρεί την σύγκρουση με το βαθύ θρησκευτικό πριγκιπάτο του ιερατικού δόγματος και η λογική επιδίδεται παραδίπλα σε ακατέργαστες τούμπες εντυπωσιασμού, ψάχνεις εναγωνίως, διάολε, να ανακαλύψεις τι στο καλό ήπιε ο σεναριογράφος και φυσικά τον κρυπτοχριστιανό, Greek orthodox σκηνοθέτη.

Δεν θα είναι λίγοι οι θεατές που ευλόγως θα αναρωτηθούν με ψιθυριστή απορία, ειδικά στο φινάλε, εάν πίσω από την παραγωγή ο βασικός, ανώνυμος χορηγός είναι η Μονή Πετράκη ή σύσσωμο το αθωνίτικο, Περιβόλι της Παναγιάς.     

Εκτός της γενικότερης αφασίας και του σεναριακού αλαλούμ, που αυτοκρατορικά εξουσιάζουν την πλοκή της ιστορίας του Φραντζή, η ταινία, με την παρρησία εφηβικού θράσους, πλασάρεται ως φόρος τιμής στον Ταρκόφσκι. Τούτο να το εκλάβουμε έντρομοι ως αφορισμό προς τον μέγα Ρώσο σκηνοθέτη ή απλά ως απειλή;

Εδώ σταματώ το γράψιμο για την συγκεκριμένη ταινία, που μηδέ ειρμού, μηδέ πρωτοτυπίας, μηδέ φαντασίας κατασκευάστηκε και φυσικά καμία σχέση με τον Ταρκόφσκι έχει. Πάμε λοιπόν από την αρχή, εάν και εφόσον υπάρχει κάποιο σοβαρό και πρωτίστως ορατό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο, ελληνικό σινεμά.    

«Ο Διερμηνέας»

(The Interpreter)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Σλοβακία, Τσεχία, Αυστρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάρτιν Σούλικ
  • Με τους: Γίρι Μένζελ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Ama Films

Ο 80χρονος Άλι ανακαλύπτει πως πρώην αξιωματικός των SS περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εκτέλεση των γονιών του.

Αποφασισμένος να εκδικηθεί καταφθάνει στη Βιέννη, όπου θα γνωρίσει τον 70χρονο Γκέοργκ, γιο του αξιωματικού. Η επίσκεψη θα γίνει αφορμή για ένα ταξίδι των δυο αντρών στη Σλοβακία και στα μυστικά του παρελθόντος.

Ο βραβευμένος Πίτερ Σιμόνισεκ του «Τόνι Έρντμαν» συναντά σε χρέη ηθοποιού τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν»), σε μία πανέμορφη ταινία δρόμου που έχει αφετηρία το ιστορικό δράμα και προορισμό την κωμωδία περί της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Σούλικ, ζυγίζει ευγενικά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, με την αρωγή δύο εξεχόντων ηθοποιών και της εξαίσιας χημείας τους.

Προβάλλονται επίσης:

  • Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Free Solo» των: Ελίζαμπεθ Τσάι Βασαρχέλι και Τζίμι Τσιν (Neo Films)
  • Το πολιτικό θρίλερ «Επίθεση στη Βομβάη» του Ελληνο-Αυστραλού Άντονι Μάρας (Spentzos Film)
  • Η γαλλική ταινία «Σε Πόλεμο» του Στεφάν Μπριζέ (Seven Films)
  • Η σπονδυλωτή ταινία «Βερολίνο Σ’ Αγαπώ» 11 σκηνοθετών (Tanweer)