fbpx

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Γ΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1968

«2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (2001: A Space Odyssey)

Ταινία σε δυο μέρη: Α’ Μέρος: Η Αυγή της Ανθρωπότητας. Οι  πιθηκόμορφοι, γήινοι κάτοικοι εκστασιασμένοι γύρω από έναν μαύρο Μονόλιθο άγνωστης προέλευσης ανακαλύπτουν τα πρώτα εργαλεία, τα πρώτα όπλα, καταλήγοντας στη βία και την χρήση εξουσίας. Το οστό, ως όπλο, εκσφενδονίζεται από τον πιθηκόμορφο αρχηγό ψηλά στο ουρανό στο φως του ήλιου να ίπταται στον αέρα σαν διαστημόπλοιο.

Β’  Μέρος: Τέσσερα εκατομμύρια χρόνια μετά, ο χόμο σάπιενς αρχίζει να ανακαλύπτει το διάσημα. Το ταξίδι στον Δία με το επανδρωμένο από επιστήμονες και στρατιωτικό προσωπικό, διαστημόπλοιο Discovery One, οργανώνεται και προστατεύεται από τον τεχνητής, υψηλής νοημοσύνης υπολογιστή H.A.L. 9000 (Heuristically programmed Algorithmic Computer) και επικεφαλής της ομάδας τον Δρ Ντέιβιντ Μπόουμαν (Κιρ Ντούλια). Η συναναστροφή ανθρώπου με υπολογιστή υψηλής νοημοσύνης εξελίσσεται σε κρίση και στην συνέχεια σε πόλεμο.

Ανάμεσα του πρώτου και του δεύτερου μέρους της ταινίας, στο σενάριο βρίσκεται σε εξέλιξη μια επιδημία στην γήινη, σεληνιακή βάση Κλάβιους. To διαστημόπλοιο της Pan Am με τον Δρ. Χέιγουντ Φλόιντ (Γουίλιαμ Σιλβέστερ), κατευθυνόμενο προς το φεγγάρι αγνοεί, παντελώς, την σεληνιακή επιδημία και τους γήινους που υποφέρουν, ζητώντας, απλά, ο κυβερνήτης του σκάφους «συγγνώμη» που δεν μπορεί να βοηθήσει, γιατί έχει την εντολή να εξερευνήσει έναν μαύρο Μονόλιθο (μια άγραφη, μαύρη πλάκα – tabula raza) τεσσάρων εκατομμυρίων χρόνων, που βρέθηκε στον κρατήρα Τάικο της Σελήνης.

Ουδείς, βέβαια, ασχολήθηκε με αυτή την άκρως σημαντική κινηματογραφική σεκάνς, η οποία είναι ο συνδετικός κρίκος των δυο κινηματογραφικών κεφαλαίων της ταινίας και μοιάζει με την αποφασιστική παύση ενός μουσικού έργου πριν το μέγα κρεσέντο του. Για κάποιες τέτοιου είδους λεπτομέρειες ο Κιούμπρικ παραμένει ένας από τους πιο εμπνευσμένους σκηνοθέτες από την γέννηση της 7ης Τέχνης.       

Στην «βίβλο» των 100 καλύτερων αμερικανικών ταινιών του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ κοσμεί την «χρυσή» λίστα με τρεις ταινίες του: Το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (2001: A Space Odyssey) που βρίσκεται στο νούμερο 22, την ταινία «S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα» (Dr Strangelove) στο νούμερο 26 και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» (A Clockwork Orange), που εδράζεται στο νούμερο 46 του καταλόγου.

Άρθουρ Κλαρκ και Στάνλεϊ Κιούμπρικ

           Η επική συνάντηση στη  Νέα Υόρκη                αλλάζει την χάρτα της κινηματογραφικής, επιστημονικής φαντασίας.

Ο «γερό-σοφός», όπως αποκαλεί η γενιά μου τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, εγκαταλείποντας την πατρίδα του (απηυδισμένος από την ρηχότητα, την βλακεία και την ψευτοηθική των Αμερικανών συμπατριωτών του), εγκατεστημένος μονίμως στο Λονδίνο από το 1961 και έχοντας τον πλήρη έλεγχο των ταινιών του, πρόσφερε στην 7η Τέχνη πραγματικούς αδάμαντες.

Το κλασσικό και αναντικατάστατο αριστούργημα του: «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (2001: A Space Odyssey – 1968) μετασχημάτισε ριζικά τον χάρτη στο μέχρι τότε κινηματογραφικό είδος της επιστημονικής φαντασίας. Η ταινία έκλεισε το 2018 μισό αιώνα παρουσίας και προχωράει αγέρωχα, σε απόλυτους κβαντικούς χρόνους, να προβληματίζει ακόμα το κοινό και τους κριτικούς με την γριφώδη, νιτσεϊκή τοποθέτηση του σκηνοθέτη γύρω από την έννοια του Ανθρώπινου Όντος και την σχέση του με τα αστέρια, το διάστημα και, κατ΄ επέκταση, τον ρόλο του στον πλανήτη Γη.

Κανείς δεν κατάφερε να προσεγγίσει, μηδέ να ξεπεράσει σε καμιά ταινία επιστημονικής φαντασίας τον ευρύ φιλοσοφικό ορίζοντα της εσωτερικής δυναμικής στο αισιόδοξο πεδίο της αναβάθμισης των δυνατοτήτων του ανθρώπου σε «Υπεράνθρωπο», όσο ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ο συγγραφέας, τού εξ΄ ίσου αξεπέραστου, ομότιτλου βιβλίου, ο σπουδαίος σερ Άρθουρ Κλαρκ, συνεργάστηκε προσωπικά με τον σκηνοθέτη στο σενάριο για να εικονοποιηθεί η ουσία και το μήνυμα του μετέπειτα μυθιστορήματος του.

Ο αναγνωρισμένος Άγγλος συγγραφέας που διέμενε μονίμως στο Κολόμπο της Σρι Λάνκα από το 1956 για να αποδεσμευτεί από το συντηρητικό και πιεστικό περιβάλλον της πατρίδας του, ένεκα της ομοφυλοφιλίας του και ο Αμερικανός σκηνοθέτης, μόνιμος κάτοικος του Λονδίνου, συναντήθηκαν το 1964 στην Νέα Υόρκη για να συζητήσουν σοβαρά την προοπτική ενός σεναρίου για ταινία επιστημονικής φαντασίας, εντελώς διαφορετικής από αυτές με τα πράσινα ανθρωπάκια, τα διαγαλαξιακά τέρατα και τις cult εισβολές εξωγήινων στον γαλάζιο πλανήτη.Ο Κιούμπρικ αναζητούσε βαθιά φιλοσοφική γνώση, επιστημονικό υπόβαθρο, ισορροπημένο ήρωα με ουμανιστική συνείδηση, κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης και όχι μερακλήδες «καουμπόιδες» να αλωνίζουν ηρωικά το διάστημα. Γνώριζε που απευθυνόταν και ο Κλαρκ ήταν η καταλληλότερη πένα για να δώσει την πνοή ζωής στο όραμα του.

Η συνάντηση τους στη Νέα Υόρκη γεννά το σενάριο της ταινίας: «2001 Οδύσσεια του Διαστήματος». Καθόσον ο Κλαρκ γράφει το κινηματογραφικό σενάριο, παράλληλα αναπτύσσει την πλοκή λογοτεχνικά στο πρώτο μυθιστόρημα (ακολούθησε και ένα δεύτερο)* βασισμένος σταθερά στην ιδέα του σκηνοθέτη. Ο Κιούμπρικ ενθουσιασμένος παροτρύνει τον Κλάρκ: «να αφήσουμε την φαντασία μας, ελεύθερη» και ο Άγγλος συγγραφέας χρησιμοποιεί ως βάση για το σενάριο της ταινίας μια δική του μικρή ιστορία, ένα διήγημα του 1948 με τον τίτλο «The Sentinel» (ελληνικός τίτλος: «Ο Φρουρός»), που εκδόθηκε στην Αγγλία το 1951.

Η συνεργασία μεταξύ τους ήταν απίστευτα δύσκολη, πολλές φορές βασανιστική από τις ιδιοτροπίες του Στάνλεϊ. Το φιλοσοφικό όραμα του Κιούμπρικ συγκρούστηκε ουκ ολίγες φορές με το τεχνολογικό του Κλαρκ. Ο συγγραφέας, τελικά, παραδίδει το σενάριο στα τέλη του 1964 και ο σκηνοθέτης αργοπορεί αισθητά, ως προς την ολοκλήρωση της ταινίας, με αποτέλεσμα ο Κλαρκ να μην μπορεί να εκδώσει το μυθιστόρημα. Βέβαια, αυτό βοήθησε τα μέγιστα τον συγγραφέα, διότι βλέποντας την ταινία προέβη σε διορθώσεις στο μυθιστόρημα του, το οποίο εκδόθηκε λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα της στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Ο Κιούμπρικ το 1964 έχει ολοκληρώσει την ταινία «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» και η απίστευτη τελειομανία του για το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» κρατάει τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ο σκηνοθέτης έχει παρέμβει αισθητά στο σενάριο του Κλαρκ με δικές του ιδέες να δυσκολεύουν την κατανόηση του θέματος και οι ελάχιστες εξηγήσεις που προσφέρονται στην ταινία αναζητούν δυνατούς λύτες. Για αυτό τον λόγο ο σερ Άρθουρ Κλαρκ το 1972 έγραψε τις δικές του, ανάλογες εξηγήσεις, που απουσιάζουν από την ταινία, στην έκδοση «The Lost Worlds of 2001», ενώ στην ειδική έκδοση του «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος», που εκδόθηκε το 1999 είναι ακόμα πιο αναλυτικός. Ο Κιούμπρικ ουδέποτε συμφώνησε με τις εξηγήσεις του Κλαρκ, αλλά η ταινία έχει ήδη δημιουργήσει την δική της τροχιά.

Στην πρεμιέρα της ταινίας οι Αμερικανοί έμειναν «χαζοί» στην προβολή της, εικάζοντας, ότι θα δουν διαστημόπλοια, εξωγήινα τέρατα και άλλα συναφή, όπως είχαν συνηθίσει. Τα κεφάλια τους είχαν μεταμορφωθεί σε τεράστια ερωτηματικά, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν, τι στον δαίμονα, θέλει να πει ο «αχώνευτος» Κιούμπρικ. Την κατάσταση, βεβαίως, την διέσωσε, εν μέρει, η αθέατη και σιωπηρή κάστα της αμερικανικής διανόησης, ξεμπερδεύοντας κάπως τον εγκεφαλικό αλευρόμυλο των συμπατριωτών τους μέσα από δημοσιεύσεις άρθρων, αναφορών και αναλύσεων της απίστευτης σε κάλλος και πνευματικότητας κινηματογραφικής παραγωγής.

Ο ίδιος ο Στάνλεϊ σε ντοκιμαντέρ του 1980 και στην ερώτηση του δημοσιογράφου ως προς το φινάλε της ταινίας για τον μετασχηματισμό του ήρωα σε Starchild (παιδί των άστρων), ο σκηνοθέτης πρόθυμα βραχυκύκλωσε ξανά τους ημιμαθείς, απαντώντας: «…Εν πάση περιπτώσει, όπως συμβαίνει σε τόσους πολλούς μύθους όλων των πολιτισμών ανά το κόσμο, ο Μπόουμαν μεταμορφώνεται σε κάποιο υψηλό είδος και στέλνεται πίσω στη Γη. Μεταμορφώνεται και μετατρέπεται σε ένα είδος υπεράνθρωπου. Πρέπει να μαντέψουμε μόνο, τι συμβαίνει όταν γυρίσει πίσω. Είναι το πρότυπο μιας μεγάλης μυθολογίας, και αυτό προσπαθούσαμε να προτείνουμε».   

Η ταινία προτάθηκε για 4 Όσκαρ ανάμεσα τους και της Καλύτερης Ταινίας. Η Ακαδημία του πρόσφερε ένα και μοναδικό βραβείο, αυτό των Καλύτερων Εφέ (του σκηνοθέτη η έμπνευση και η επιμέλεια των εφέ), για το οποίο ο Στάνλεϊ δεν μπήκε, καν, στον κόπο να παραστεί στην τελετή για να το παραλάβει.

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

* Το δεύτερο βιβλίο του επικού διαστημικού μυθιστορήματος του Άρθουρ Κλαρκ είναι το «2010 Οδύσσεια Δύο» (1982), το οποίο γυρίστηκε και αυτό σε ταινία το 1984 σε σκηνοθεσία του Πίτερ Χάιαμς (ελλ. τίτλος.: «2010: Το έτος της παγκόσμιας συμφιλίωσης») και δεν έχει καμιά σχέση με το δημιούργημα του Κιούμπρικ, τουλάχιστον στο επίπεδο της κινηματογραφικής ατμόσφαιρας και του φιλοσοφικού βάθους.     

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

Η Μουσική

Σε αρκετές ταινίες του ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ χρησιμοποιεί μουσικά μοτίβα κλασσικών συνθέσεων. Στο «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» ο Γερμανός συνθέτης της ύστερης ρομαντικής περιόδου, Ρίχαρντ Στράους με το μεγαλειώδες έργο του «Also Sprach Zarathustra» Op. 30 (Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, γραμμένο στις 27 Νοεμβρίου 1896), τίτλος και του ομότιτλου βιβλίου του Γερμανού φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε, που είναι και η πηγή έμπνευσης του συμφωνικού έργου, «σημαδεύει» μουσικά, καταλυτικά το «2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος», από την έναρξη του έργου.

Η μουσική σύνθεση του Στράους βασίστηκε εξ΄ ολοκλήρου στα εννέα κεφάλαια του βιβλίου του Νίτσε με τις φιλοσοφικές περιπέτειες του Ζαρατούστρα. Ο συνθέτης παρουσίασε για πρώτη φορά το έργο στο κοινό σε μια συναυλία, διάρκειας μόνο μισής ώρας, στην Φρανκφούρτη στις 27 Νοεμβρίου 1896, ως μια μικρή γεύση της νέας του δημιουργίας.

Η πρώτη απόπειρα ηχογράφησης του συμφωνικού έργου πραγματοποιήθηκε το 1935 με διευθυντή ορχήστρας τον Ρώσο συνθέτη Σέρτζε Αλεξάνδροβιτς Κουσεβίτσκι και την συμφωνική ορχήστρα της Βοστόνης, ενώ το 1944 ο ίδιος ο Στράους, στην ηλικία των 80 χρόνων, επιχειρεί μια ακόμα ηχογράφηση υψηλής πιστότητας σε γερμανικό στούντιο για να κυκλοφορήσει μερικά χρόνια αργότερα σε LP από την αμερικανική εταιρεία δίσκων Vanguard Records.

Η πρώτη, επίσημη στερεοφωνική εγγραφή τού έργου του Ρίχαρντ Στράους, «Also Sprach Zarathustra» Op. 30 πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1954 από τον φίλο τού συνθέτη Φριτς Ράινερ για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας RCA Victor, η οποία στερεοφωνική ηχογράφηση τοποθετήθηκε στην βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στον κατάλογο της πολιτιστικής κληρονομιάς, ως μια από τις σημαντικές ηχογραφήσεις κλασσικών, μουσικών έργων.    

Η επιλογή του Κιούμπρικ για να ενδύσει μουσικά την ταινία με  την κλασσική σύνθεση – φανφάρα «Sunrise» (Ανατολή του Ήλιου) δεν ήταν διόλου τυχαία. Εκτός από την μεγαλειότητα και την δύναμη που εκπέμπει η μουσική του Στράους, εκτός του ό,τι αναφέρεται στην φιλοσοφική πορεία του ήρωα Ζαρατούστρα, στον σκηνοθέτη έπαιξαν ρόλο και οι σκέψεις του Ούγγρου συνθέτη Μπέλα Μπάρτοκ, που αναφώνησε διερωτώμενος το 1902 όταν άκουσε για πρώτη φορά την σύνθεση του Ρίχαρντ Στράους: «το έργο περιείχε τους σπόρους για μια νέα ζωή;».

Η ουράνια, κλασική φανφάρα «Also Sprach Zarathustra» (Thus Spake Zarathustra, γερμανιστί) δεν είναι απλά ένα μουσικό χαλί της σεναρικακής πλοκής για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Εκφράζει τον παράλληλο μουσικό λόγο στην αριστουργηματική ταινία «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (2001: A Space Odyssey) για να θεμελιωθεί ανεξίτηλα στην μνήμη του φιλοθεάμονος κοινού, μελωδικά και εικονικά, ο Κιούμπρικ, ο Κλαρκ, ο Νίτσε, ο Στράους και, φυσικά, τα αστέρια του διαστήματος ως η απόλυτη πατρίδα του Ανθρώπου.

Ρίχαρντ Στράους

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για ένα κλασσικό road movie, καταγγελία της δεκαετίας του ’60 και θα ακούσουμε των πολλών οκτανίων τραγούδι θρύλο της ταινίας, που έγραψε την δική του, μεγάλη ιστορία στις ασφαλτοστρωμένες λεωφόρους της 7ης Τέχνης.

Διαβάστε στο InTownPost.com

Το Α΄ Μέρος (Καζαμπλάνκα)

Διαβάστε στο InTownPost.com

Το Β΄ Μέρος (Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα)

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Β΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1955

«Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» (Blackboard Jungle)

Η δύναμη του στοχοποιημένου, κινηματογραφικού marketing ρίχνει τους πρώτους σπόρους του στην νεανική, ασπρόμαυρη ταινία «Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» (Blackboard Jungle – 1955) του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Μπρουκς, σε σενάριο του ίδιου και του συγγραφέα, Ίβαν Χάντερ που έγραψε και το βιβλίο.

Η ταινία αφηγείται ρεαλιστικά τις μεταπολεμικές, εφηβικές ανησυχίες, τον νεανικό θυμό στην χώρα του «ονείρου». Το εκπαιδευτικό σύστημα στα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα διάγει κρίση. Η εκπαίδευση, το σχολείο, οι μαθητές, οι συμμορίες, οι απειλές στους εκπαιδευτικούς καθοδηγητές του συστήματος, η ένταση, οι συμπλοκές, η βία  στον πυρήνα των κοινωνικών και των φυλετικών συγκρούσεων  να πυρακτώνονται στις σχολικές αίθουσες. Ο καθηγητής Ρίτσαρντ Ντέιντερ (Γκλεν Φορντ) προσπαθεί μόνος του να στρώσει το πράγμα, αντιμετωπίζοντας οργίλους νεολαίους στα μέσα της φλογερής δεκαετίας.

Οι σημαντικές, πολιτισμικές αλλαγές ξεκινούν και τα «πυρομαχικά», όπως πάντα συμβαίνει, είναι η νεολαία.  

Υπαίθριος χώρος Ζαππείου: 1956

Ένας θάνατος φέρνει στη ζωή

την καινούργια μουσική

Τα πράγματα επιδεινώθηκαν στους νέους εκείνης της εποχής, όταν έξι ημέρες μετά την προβολή της ταινίας, πέφτει η βαριά σκιά στις καρδιές του κάθε δυτικού εφήβου και νεολαίου από την είδηση του ξαφνικού θανάτου του απόλυτου νεανικού ειδώλου τους, του «Επαναστάτη Δίχως Αιτία», Τζέιμς Ντιν.

Ο 24χρονος ηθοποιός στις 30 Σεπτεμβρίου 1955 και ώρα 17:45 συγκρούεται θανάσιμα με το αυτοκίνητο του στο Κόλεμ της Καλιφόρνιας. Το σώμα του ανασύρεται άπνοο από τις τσαλακωμένες λαμαρίνες της Porsche Spyder convertible με το όνομα «little bastard».

Η νεολαία χάνει την κινηματογραφική της εικόνα της και αναζητά στη θέση της μια καινούργια όχι απαραίτητα στο πρόσωπο ενός ακόμα σταρ, αλλά στην ξεσηκωτική μουσική πρόταση ενός νέου ηλεκτρισμένου και νευρικού ήχου.

Το τραγούδι «Rock Around the Clock» του Bill Haley & His Comets, στην πρώτη πλευρά του δίσκου των 45 στροφών με label της δισκογραφικής εταιρείας Decca ανοίγει την ταινία «Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» (Blackboard Jungle – 1955) και γίνεται κυριολεκτικά ο χαμός.

Στην Ευρώπη η ταινία οδήγησε πολλούς τινέιντζερς να δημιουργήσουν σοβαρά επεισόδια εντός των κινηματογραφικών αιθουσών κατά την διάρκεια της προβολής της.

Στην Ελλάδα «Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» φιλοξενήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες των κινηματογράφων τον Φεβρουάριο του 1956, με την ανάλογη φυσικά διαφήμιση, προκαλώντας πανζουρλισμό στην νεολαία της χώρας μας. Τόσο το επαναστατικό περιεχόμενο του σεναρίου, όσο και η μελωδία της νέας χορευτικής μόδας, είχαν καταλάβει αμαχητί την πληγωμένη, μεταεμφυλιακή, μελαγχολική και πεινασμένη γη της καραγκούνας, της Βέμπο, του Τσιτσάνη, του βαλς και του Αττίκ.

Οι νεαροί Έλληνες μετά το επικό άκουσμα του τραγουδιού του Bill Haley, μετασχηματίστηκαν σε εύφορους αποδέκτες μυθικών αφηγήσεων της βαθιάς Εσπερίας για τον χορό Rock & Roll, αλλά χορό Rock & Roll δεν έβλεπαν.

Για πρώτη φορά οι δικοί μας έφηβοι και νεολαίοι έγιναν αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες των «αεροπλανικών» και «διαβολικών» φιγουρών του νεόφερτου χορού, που μοιάζει αρκετά με το swing, τον Οκτώβριο του 1956 όταν στον υπαίθριο χώρο του Ζαππείου η ορχήστρα του αμερικανικού στόλου κάθε Κυριακή πρωί, αργότερα και απογεύματα μέσα στην εβδομάδα, έπαιζε «ροκενρόλια», όπως τα αποκαλούσαν, με τους Αμερικανούς ναύτες να τα δίνουν όλα παίζοντας ζωντανά μουσική, αλλά και χορεύοντας.

Τα ωραία αμερικανάκια, άλλα ντυμένα με τζιν, άσπρα μακό και φουλ μπριγιαντίνι στα μαλλιά και άλλα ένστολα, αφού χόρεψαν στην αρχή μόνοι τους, στην συνέχεια άρχισαν να παίρνουν κοντά τους τις «μαγεμένες» Ελληνίδες κοπελιές για να τις διδάξουν τα σωστά βήματα, τα «λικνίσματα» και τα «πιασίματα» που απαιτούσε η πιο αισθησιακή πλευρά του χορού.

Λένε, μάλιστα, πως κάποιο από εκείνα τα ξέφρενα απογευματόβραδα στον ευάερο χώρο του Ζαππείου, προς το τέλος της εκδήλωσης, κάτω από τον βραδινό, Αττικό ουρανό και κατά την πυκνόφυτη μεριά, εκσφενδονίστηκαν μερικά ξεγυρισμένα γιαούρτια στα clean cut προσωπάκια των μοδάτων Αμερικάνων, από τους αγανακτισμένους δικούς μας νεολαίους, γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν τα ναυτάκια να παίρνουν την τροφή μέσα από το στόμα τους.

Το ροκενρολικό κλίμα της ταινίας «Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» άρχιζε ταχύτατα να «μυρώνει» το παρθένο, επαναστατικό δέρμα της ελληνικής εφηβείας και νεολαίας. Ο «νόμος 4000» περί τεντιμποϊσμού βρισκόταν ante portas.

Το Τραγούδι

Το τραγούδι «Rock Around the Clock», που ακούγεται ακριβώς στην έναρξη της ταινίας «Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» (Blackboard Jungle) γράφτηκε το 1952 από τον Μαξ Φρίντμαν και τον Τζέιμς Μάγιερς (αργότερα χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τζίμι δε Νάιτ) και παραδόθηκε στον Μπίλι Χάλεϊ και τους Κομήτες του για να ηχογραφηθεί στο στούντιο της Decca, με παραγωγό τον επιτυχημένο και διάσημο Μιλτ Γκάμπλερ (θείος του γνωστού, κωμικού ηθοποιού Μπίλ Κρίσταλ), ο οποίος είχε αναλάβει τις μουσικές παραγωγές των μαύρων τραγουδιστών Λούις Τόμας Τζόρνταν και της Μπίλι Χόλιντεϊ.

Ο Γκάμπλερ επέμενε άκαμπτα το τραγούδι «Rock Around the Clock» να είναι το flipside (δεύτερη πλευρά) στο 45άρι και στην πρώτη πλευρά του δίσκου να ηχογραφηθεί ένα τραγούδι του τζαζίστα Ντίκι Τόμσον, που η εταιρεία ήθελε να προωθήσει.

Έπειτα από μεγάλες περιπέτειες, αλλά και μικρές ατυχίες του συγκροτήματος το «Rock Around the Clock» πέρασε τελικά στην πρώτη πλευρά του δίσκου στις 20 Μαΐου 1954.

Κανείς, όμως, δεν του δίνει την δέουσα προσοχή.

Το «Rock Around the Clock» επιλέχθηκε να ακουσθεί στην ταινία «Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», όταν ο νεαρός Πίτερ Φορντ, ο γιός του πρωταγωνιστή της ταινίας Γκλεν Φορντ, ακολούθησε τον πατέρα του στο κινηματογραφικό studio, κουβαλώντας μαζί του και τα πολύτιμα 45άρια του για να ακούει μουσική, όσο ο κηδεμόνας του θα εργαζόταν στο παλτό.

Όταν ο γιος του ηθοποιού πληροφορήθηκε το σενάριο της ταινίας πρότεινε το συγκεκριμένο, άγνωστο τραγούδι για να συμπεριληφθεί στην παραγωγή. Το άκουσε ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Μπρουκς και μαζί με τους υπεύθυνους της εταιρείας συμφώνησαν να το τοποθετήσουν στους τίτλους της έναρξης.

Το «Rock Around the Clock» εκτινάχθηκε στο Νο 1 της λίστας των μουσικών επιτυχιών της εποχής, πουλώντας 25 εκατομμύρια δίσκους. Έναντι ενός, εντελώς, ευτελούς ποσού για ένα άσημο ροκαμπίλι, η κινηματογραφική M.G.M. δεν κατοχύρωσε πλήρως τα δικαιώματα του τραγουδιού.

Οι υπεύθυνοι της κινηματογραφικής παραγωγής αγνόησαν αυτοκρατορικά τις συμβουλές του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Μπρουκς στο να αγοραστούν τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού και απλά κατέβαλαν, τυπικά, το ακριβές αντίτιμο μόνο για την χρήση του στην κινηματογραφική παραγωγή, χάνοντας την ευκαιρία, κυριολεκτικώς, να θησαυρίσουν από ένα μεγαλειώδες, μουσικό hit με όχημα το φιλμ.

Έπειτα από το συγκεκριμένο πάθημα οι κινηματογραφικές εταιρείες ανάπτυξαν ειδικά, διοικητικά και νομικά τμήματα για να διαχειρίζονται αποκλειστικά τα περί πνευματικών δικαιωμάτων και της σωστής κατοχύρωσης στα «υιοθετημένα» και εκτός των studios τέτοιου είδους θεμάτων.

Η ταινία «Στη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» προτάθηκε για 4 Όσκαρ (Σκηνικών, Μοντάζ, Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας και Σεναρίου για τον Ρίτσαρντ Μπρουκς) για να αποχωρήσει από την τελετή της απονομής με άδεια χέρια.

Ο Μπίλι Χάλεϊ, γεννημένος στις 6 Ιουλίου 1925 στο Μίτσιγκαν και χρισμένος με δόξα και τιμές ως ο πατέρας του Rock & Roll (βασιλιάς έγινε ο Έλβις εκ των υστέρων) με τεράστια προβλήματα αλκοολισμού και όγκο στον εγκέφαλο (η τελευταία από τις τρεις γυναίκες του, η Μάρθα Βελάσκο, συμπαθητικά διέψευδε στον Τύπο τα περί καρκίνου), καταρρέει στον κήπο του σπιτιού του στο Χάρλινγκεν του Τέξας για να εγκαταλείψει τα εγκόσμια τις πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου του 1981 σε ηλικία 56 χρόνων, σχεδόν, αγνοημένος.

Το «Rock Around the Clock» δεν είναι απλά ένα τραγούδι που άρεσε. Είναι το τραγούδι που  οριοθέτησε σε απόλυτο βαθμό την έναρξη μιας νέας εποχής, λειτουργώντας ως σαρωτική χιονοστιβάδα κατευθυνόμενη ορμητικά προς το εύφορο, νεολαιίστικο λιβάδι.

Η αφετηρία της rock n` roll επανάστασης ξεκίνησε με την νευρική μουσική του Μπίλι Χάλεϊ, άρρηκτα ταυτισμένη με την κινηματογραφική ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς.

Ένας εκ των βασικών πρωταγωνιστών της, ο 28χρονος, τότε, ηθοποιός Σίντεϊ Πουατιέ «προβιβάζεται» στη τάξη των μεγάλων αστέρων.

Μπίλι Χάλεϊ

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για την διαχρονική ταινία μύθο, που άλλαξε τα δεδομένα στην σχέση ανθρώπου και διαστήματος, στη δεκαετία του ΄60, ακούγοντας και την μουσική που σημάδεψε καίρια την κινηματογραφική παραγωγή.

Διαβάστε στο InTownPost.com

Το Α΄ Μέρος (Καζαμπλάνκα)

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Α΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το συγκεκριμένο αφιέρωμα, πιθανώς να θεωρήσετε, ότι αφορά τους φανατικούς του είδους, εκείνους, δηλαδή, που η κινηματογραφική τέχνη είναι κάτι πέρα από μια απλή και ευχάριστη έξοδος ψυχαγωγίας, άπαξ δεκαπενθημέρου ή μηνιαίως και το θέμα σινεμά το έχουν απογειώσει σε πιο εξεζητημένες σφαίρες. Κάθε άλλο! Είναι μια σειρά άρθρων, αφιερωμάτων στο InTownPost.com, για όλους όσους εκτιμούν την τέχνη τού κινηματογράφου, ακόμα κι αν δεν κρατούν, ευλαβικά, σινε-ημερολόγιο για τις ταινίες που επιβάλλεται να δουν εβδομαδιαίως.

Η επιτυχημένη ταύτιση της μουσικής ή των τραγουδιών στην ηχητική μπάντα του, τότε, φιλμ και των  καρέ εικόνων, αυτών που φώλιασαν αιωνίως στις μνήμες και τις αισθήσεις του φιλοθεάμονος κοινού και συνειρμικά, ταχύτατα και εύστοχα το ένα φέρνει το άλλο, ερμηνεύεται συνήθως, ότι ο αριθμός των θεατών της όποιας ταινίας ξεπέρασε αριθμητικά κατά πολύ τον μέσο όρο θέασης, αφήνοντας πίσω του και εκείνον, τον καυτό πυρήνα των ακραιφνών κινηματογραφόφιλων.

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1942

Καζαμπλάνκα (Casablanca)

Η ασπρόμαυρη κινηματογραφική γοητεία μιας αξέχαστης αγάπης.

Η εξωτική ατμόσφαιρα που αφυπνίζει το ερωτικό παρελθόν στην δίνη του πολέμου με τις φιγούρες των ναζισιτικών δαιμόνων να μολύνουν τα ανθρώπινα όνειρα και την ελευθερία. Το σκηνικό είναι το καμπαρέ του Ρίκ στην αραβική χώρα της βορείου Αφρικής με τον κυνικό και παρτάκια, Αμερικάνο τυχοδιώκτη ιδιοκτήτη να το κουμαντάρει.

Η εμφάνιση της μοιραίας γυναίκας από τις κλειδωμένες θήκες της ανδρικής του καρδιάς, που τον σημάδεψε παντοτινά, φέρνει τα πάνω κάτω.

Το επιχειρησιακό θέατρο των ανθρώπινων ζωών που πρέπει να διασωθούν, γιατί έτσι εκείνη το θέλει, είναι απόλυτα ταυτόσημο με τα αιματολουσμένα πεδία του πολέμου. Ιδανικά και έρωτας δίνουν την μεγάλη τους μάχη. Η μάχη των μαχών, όπως λένε. Ο Ρίκ, η Ίλσα, ο Χάμφρεϊ και η Ίνγκριντ, το αιώνιο, κινηματογραφικό ζευγάρι ζωγραφισμένο σαν πίνακας του Καραβάτζιο στο τέμπλο του παγκόσμιου, κινηματογραφικού πανθέου.

                                    Πόλεμος:                                                    Θλιβερή συγκυρία για μια μεγάλη,                  κινηματογραφική  επιτυχία

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία επιτίθεται από αέρος και βομβαρδίζει την ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στην Χαβάη. Οι Η.Π.Α. μπαίνουν στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο.

Ακριβώς την επόμενη μέρα του βομβαρδισμού, στο πολυάσχολο Χόλιγουντ, ένας ειδικός επί της ανάγνωσης κινηματογραφικών σεναρίων της Warner Brothers αξιολογεί ένα ακόμα άγνωστο, θεατρικό σενάριο γραμμένο από τον Νεοϋρκέζο, δάσκαλο αγγλικών Μάρεϊ Μπαρνέτ και την σύζυγό του Τζόαν Άλισον, τιτλοφορούμενο ως: «Everybody Comes To Rick’s» με την προοπτική να γυριστεί ταινία. Ο συγχρονισμός είναι απίστευτα συγκυριακός. Με την κήρυξη του πολέμου τα κινηματογραφικά studios ψάχνουν δαιμονισμένα να βρουν σενάρια με πατριωτικό περιεχόμενο.

Δύο εβδομάδες αργότερα η σεναριογράφος Άιριν Ντάιμοντ πείθει τον γενικό διευθυντή παραγωγής της Warner Bros, Χαλ Γουόλις να γυρίσει το «Everybody Comes To Rick’s» σε ταινία. Ο Γουόλις συμφωνεί, αλλάζοντας τον τίτλο σε «Καζαμπλάνκα», δίνοντας έμφαση στον εξωτικό ρομαντισμό, ώστε να ταυτιστεί η ταινία από τους θεατές με την επιτυχημένη, ερωτική περιπέτεια του 1938 «Algiers» («Πληγωμένος Αετός»  ο ελληνικός τίτλος) του Τζον Κρόμγουελ.

Η απόφαση ανακοινώνεται στην εταιρεία πριν ακόμα πέσουν οι υπογραφές με τους συγγραφείς, οι οποίοι οσμίζονται την κάψα της Warner για το σενάριο και ζητάνε το αστρονομικό, για την εποχή, ποσό των 20 χιλιάδων δολαρίων για τα δικαιώματα ενός άσημου, θεατρικού έργου.

Η εταιρεία πληρώνει ασυζητητί το ποσό και ο Τζακ Γουόρνερ διαφωνεί με τον τίτλο «Καζαμπλάνκα», γιατί του θυμίζει μεξικάνικη μπύρα. Ο τίτλος παραμένει ακλόνητος και την σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο πολύ καλός, Ιουδαίος, Ούγγρος μετανάστης Μάικλ Κερτίζ, των περιπετειών: «Ρομπέν των Δασών» (1938), «Κολασμένες Ψυχές» (Angels with Dirty Faces – 1938), «Ο Αετός των Θαλασσών» (The Sea Hawk – 1940).

Το σενάριο φροντίζουν, για να προσαρμοστεί στην μεγάλη οθόνη, οι δίδυμοι αδελφοί Τζούλιους και Φίλιπ Έπσταϊν αλλά και ο Χάουαρντ Κοχ. Γράφτηκε στον Τύπο εκείνης της περιόδου, ότι ο Ρόναλντ Ρίγκαν ήταν υποψήφιος για τον ρόλο του Ρικ Μπλέιν και η Αν Σέρινταν για τον ρόλο της Ίλσα Λουντ. Ήταν ένα τεράστιο ψέμα, ένα δημοσιογραφικό, επικοινωνιακό τρικ, αφού ο παραγωγός  Χαλ Γουόλις, εξ αρχής, είχε «μοντάρει» τον ρόλο πάνω στον Χάμφρεϊ. Ο ηθοποιός Τζόρτζ Ραφτ, μάλιστα, βαυκαλιζόταν, μέσω του Τζακ Γουόρνερ, να «τσιμπήσει» την ευκαιρία, αλλά, ευτυχώς, απέτυχε.

Για τον Μπόγκαρντ είναι ο πρώτος του ρόλος σε ερωτική ταινία, καθώς ήταν άμεσα ταυτισμένος στο κινηματογραφόφιλο κοινό σε ρόλους γκάνγκστερ, άντε και ντεντέκτιβ («Το Γεράκι της Μάλτας» – 1941).

Ο Τζακ Γουόρνερ προσεγγίζει τον μεγαλοπαραγωγό  Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, (Όσα Παίρνει ο Άνεμος  – 1939) και ζητάει να δανειστεί την Σουηδή ηθοποιό Ίνγκριντ Μπέργκμαν, προσφέροντας ως ανταλλαγή την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Το πετυχαίνει και το ζευγάρι Χάμφρεϊ και Ίνγκριντ σημειώνει τον γνωστό κινηματογραφικό θρύλο.

Το Τραγούδι

Το τραγούδι που έμεινε στις καρδιές των κινηματογραφόφιλων, άρρητα συνδεμένο, αγαπησιάριακα αγκαλιασμένο με την ταινία «Καζαμπλάνκα» είναι το «As Time Goes By», γραμμένο από τον Χέρμαν Χάπφελτ και ερμηνευμένο για πρώτη φορά το 1931 από την Φράνσις Γουίλιαμς στην παράσταση του Μπρόντγουεϊ «Everybody’s Welcome». Ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε για τις ανάγκες της ταινίας «Καζαμπλάνκα», αλλά τοποθετήθηκε ως μουσική επιλογή των γραφιάδων του θεατρικού έργου για να σημαδέψει, τελικά, την ίδια την ταινία.

Ο δασκαλάκος Μάρεϊ Μπαρνέτ το 1938 ταξιδεύοντας στην Ευρώπη (προσπαθούσε να φυγαδέψει συγγενείς και φίλους Ιουδαίους με προορισμό την Αμερική), πίνει το κονιάκ του σε ένα μπιστρό της Νότιας Γαλλίας. Ξαφνικά ακούει το τραγούδι «As Time Goes By» παιγμένο και τραγουδισμένο από έναν Γάλλο, μαύρο πιανίστα, που διασκέδαζε τους θαμώνες του μαγαζιού. Εμπνέεται το θεατρικό έργο «Everybody Comes To Rick’s», το οποίο συνέγραψε με την μέλλουσα γυναίκα του Τζόαν Άλισον το 1940 και συμπεριλαμβάνουν το τραγούδι στο στόρι.

Το «As Time Goes By», ερμηνεύεται στην ταινία από τον ηθοποιό και τραγουδιστή Ντούλεϊ Γουίλσον που υποδύεται τον μαύρο πιανίστα Σαμ στο μαροκινό καμπαρέ του Ρικ. Ο Γουίλσον στην πραγματικότητα ήταν ντράμερ και δεν γνώριζε καθόλου πιάνο. Την ώρα που φιλμάρεται η σκηνή με τον Σαμ να τραγουδάει και να παίζει, πίσω από μια κουρτίνα στο πλατό βρίσκεται κρυμμένος ο επαγγελματίας, πιανίστας Έλιοτ Κάρπεντερ να αποδίδει πιανιστικά την μουσική.

Το «As Time Goes By» ψηφίστηκε ως το δεύτερο καλύτερο, κινηματογραφικό τραγούδι στον επίσημο κατάλογο της AFI (American Film Institute) με τα 100 καλύτερα τραγούδια στα 100 χρόνια κινηματογράφου.

Η ταινία «Καζαμπλάνκα» προτάθηκε για 8 Όσκαρ, για να κερδίσει τελικά τα 3 (Καλύτερης Ταινίας – Σκηνοθεσίας και Σεναρίου). Το τραγούδι «As Time Goes By» έμεινε στις καρδιές των θεατών όλου του κόσμου, θυμίζοντας μια μεγάλη ταινία, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, το πιο ρομαντικό «αντίο» μιας αγάπης στην καρδιά του μεγάλου πολέμου και ένα αθάνατο, κινηματογραφικό ζευγάρι, που προσπάθησαν πολλοί να το μιμηθούν.  

Το πιάνο που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας, πουλήθηκε σε πλειστηριασμό στην Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2012 στην τιμή των 600 χιλιάδων δολαρίων.

Η Ίλσα νοσταλγικά παρακαλεί τον πιανίστα: «Play it, Sam. Play «As Time Goes By»…»

Και ενώ ο Σαμ παίζει και τραγουδάει, μπαίνει στο καμπαρέ ο Ρικ για να δει ξαφνικά μπροστά του την μεγάλη του αγάπη… έπειτα από χρόνια!

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για μια ταινία θρύλο της δεκαετίας του ’50 και θα ακούσουμε το τραγούδι της ταινίας που άλλαξε τα μουσικά δεδομένα εκείνης της εποχής.

«Near Dark (1987): Το Χαμένο Cult, Vampire Movie», του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Σκηνοθετημένο από γυναίκα –και όχι όποια κι όποια- το «Near Dark» (ελλ. τίτλος: «Άγρια Νύχτα») θεωρείται δίκαια ως ένα Cult Classic, για πολλούς λόγους.

1-Έχει ενδιαφέρον καστ; Χα, περίμενε κι έρχεται!

2-Έχει καμία σχέση με ..τον James Cameron; –Βλ. πρώτη απάντηση.

3-Καμία σχέση με Pink Floyd, The Wall;! – Affirmative!

4-Τι άλλα; Κάτι σχετικό με Aliens; –Ναι,ναι..

Προτού προχωρήσω παρακάτω:

Όσοι φίλοι των Cult Movies ανακαλύψετε αυτό το minor σινεφίλ διαμαντάκι μέσα από αυτό το κείμενο δείξτε your appreciation διαβάζοντας κι άλλα κομμάτια μου εδώ στο Intown Post. Για να μη σας παραθέσω εδώ ένα σωρό links, (ok, να μερικά!: εδώ, εδώ, εδώ, εδώ), μπορείτε φαντάζομαι να google-άρετε: Νάσος Καββαθάς : IntownPost.com ή και να κάνετε αντίστοιχο search εδώ μέσα, στο IntownPost, θα βρείτε διάφορα καλούδια.  

Κι όταν το κάνετε, μπορείτε να μοιραστείτε, να σχολιάσετε κλπ, ξέρετε.

Thank you.

Και τώρα πάμε στο ‘ψητό’.

                                            Τελευταία Προειδοποίηση:

Αν από την 1η παράγραφο με τις ‘ρητορικές ερωτήσεις’ έχετε ήδη ψυλλιαστεί και ενδιαφέρεστε, θα μπορούσατε να μην διαβάσετε το άρθρο και να σπεύδατε να βρείτε και να δείτε την ταινία χωρίς να ξέρετε αυτά που γράφω παρακάτω για να μη χαλάσετε κάποιες από τις πιθανές εκπλήξεις, (ειδικά αν είστε φίλοι των ταινιών ‘Alien’). Οπότε, κάνω τελευταίο spoiler alert.

                 Αν και δε θα πω σχεδόν τίποτα για την υπόθεση της ταινίας.

Το κορίτσι στα ‘Young Lust’/’One of my turns’ (Pink Floyd, The Wall)

Καταρχήν το soundtrack της ταινίας ‘Near Dark’ το υπογράφουν οι σεβάσμιοι Tangerine Dream.

-Progressive Rock! -Oh yeah!

Και δεν μπορεί παρά να είναι καλό πράγμα όταν μέσα στο 1ο – 2ο λεπτό της ταινίας εμφανίζεται (και πρωταγωνιστεί στην ταινία!) μια top-sweetheart της εφηβείας σου, η πανέμορφη κοκκινομάλλα ‘american groupie’ από το αριστουργηματικό φιλμ “Pink Floyd, The Wall” του σπουδαίου σκηνοθέτη Alan Parker σε συνεργασία με την μπάντα, (μια από τις σπουδαιότερες cine-ροκ-όπερες των εποχών).

Δεν την είχα δει πουθενά αλλού, Jenny Wright τη λένε την ηθοποιό, έχει παίξει και στο St.Elmo’s Fire, (σ.σ.: oops, την είχα δει τελικά, δεκαετίες πριν!) κ.α.), παίζει σε 8 λεπτά του «The Wall», στις σκηνές που επενδύονται μουσικά από τα κομμάτια ‘Young Lust’ και ‘One of my turns’: μπαίνει ‘αλήτικα’ στα backstage και μετά μένει μόνη της με τον ‘καμμένο’ Pink ο οποίος στη συνέχεια τραβάει κρισάρα, τα σπάει όλα κι αυτή προσπαθεί να καλυφθεί.

Και νάτην εδώ, πρωταγωνίστρια μάλιστα, σ’ αυτό το cult flick.

Και μόλις άρχισε!

Το πλήρωμα του Sulaco (Aliens)

(Ok, εδώ μπορείς πραγματικά να σταματήσεις να διαβάζεις!)

Στη συνέχεια της ταινίας δέχεσαι επίθεση από μια αλήτικη βαμπιροπαρέα, που δεν είναι άλλοι από ..το μισό crew του διαστημόπλοιου Sulaco, από τους ‘βασικούς’ δηλαδή στην ταινία ‘Aliens’ του James Cameron – το θρυλικό 1ο sequel του θρυλικότερου ακόμα ‘Alien’ (του Ridely Scott).

Κι είναι η επόμενη ταινία των εν λόγω ηθοποιών, αμέσως μετά το Aliens!

Ο αγαπημένος Bill Paxton (RIP) είναι μια ‘απολαυστική’ διαολεμένη παρουσία, posterboy και η ‘υπερ-ατού’ εμβληματική φιγούρα της ταινίας. Ο Hudson του Aliens! (Έφυγε νέος, τον Φλεβάρη του 2017, αφήνοντας πίσω του γενική αγάπη και εκτίμηση, και βέβαια: μια λαμπρή, πλούσια καριέρα σε ταινίες του Cameron & πολλών άλλων, σε τηλεόραση).

Ο ‘πολύς’ Lance Henriksen, (o ‘Bishop’ του Aliens και του Alien 3, και πρωταγωνιστής της τηλεοπτικής σειράς ‘Millenium’(1996-1999), έχει το καλύτερο του κινηματογραφικό look σ’ αυτήν εδώ την ταινία, στο Near Dark – ο ίδιος έχει δηλώσει ότι είναι η αγαπημένη του ταινία!

Την Jenette Goldstein, πάλι από το crew του Sulaco, την αναγνώρισα σχεδόν στα μισά της ταινίας! Η Vasquez του Aliens!

Επίσης: ο ‘μικρός Homer’ του Near Dark, ο ηθοποιός Τζόσουα Μίλερ έχει κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στο Halloween III, σεναριογράφος του Final Girls (2015).

Τι διάολο? Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

Bill Paxton & Jenette Goldstein στο Allien 2
Lance Henriksen
Jenny Wright - Pink Floyd's "The Wall"

Η μετέπειτα βραβευμένη με Oscar σκηνοθέτιδα του ‘Near Dark

Η σκηνοθέτις Kathryn Bigelow, συμπαραγωγός και αμέσως μετά το Near Dark σύζυγος (1989-1991) του James Cameron.., (να συνεχίσω;), ..βραβεύτηκε με Oscar Σκηνοθεσίας το 2010 για την ‘υπηρεσιακή’ στρατιωτική της ταινία The Hurt Locker, αυτή με τους ‘εξουδετερωτές βομβιστικών μηχανισμών’.

No other mystery.

Οι απαντήσεις είναι ήδη εδώ, όσον αφορά το cast. Cameron family.

Ε, λέγε..: Είναι καλή η ταινία?

Θα πω: Ναι. Για τα κατάλληλα μάτια, σίγουρα – για όσους δηλαδή είναι ‘φίλοι’ των παραπάνω, (Aliens κλπ). Αλλά και για την ηλικία της, (32 χρόνια ταινία), είναι μια ταινία από τα μέσα των 80s που ‘αντέχει’ καλύτερα από πολλές άλλες της ίδιας ηλικίας. Καλύτερα και από πολλές πιο επιτυχημένες ταινίες μάλιστα, αφού το Near Dark δεν πήγε καλά τότε στο box-office. 

Πρωτοπροβλήθηκε Οκτώβριο του 1987, δύο μήνες μετά την εμπορικότερη και σημαντική για το είδος ταινία παρόμοιου περιεχομένου ‘The Lost Boys’!

Ως ελληνικός τίτλος του Near Dark φέρεται το ‘Άγρια Νύχτα’ – δεν είμαι σίγουρος αν βγήκε στα ελληνικά σινεμά ή αν βγήκε (καν) σε βίντεο/dvd. Αγνοήτο. Νομίζω ότι εισήχθη γύρω στα μέσα με τέλη των 90s.

Η Bigelow είναι βέβαια καλή σκηνοθέτις και ο Adam Greenberg, (διεύθυνση φωτογραφίας), έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, έτσι η αισθητική παίζει γενικά σε υψηλά επίπεδα – αξιομνημόνευτες εικόνες που μένουν μαζί σου σαν ‘πίνακες’ ενός σύγχρονου ‘υβρίδιου’ western & horror.

Tο σενάριο είναι απέριττο –ειδικά από συνήθη κλισέ, ούτε καν κυνόδοντες και παρά τη λιτότητά του δεν χάνει πόντους σε χτίσιμο χαρακτήρων, δομή/πλοκή.

Μόνο την ηθοποιΐα του ‘πατέρα’ θεωρώ λίγο ‘παλιακιά’, dated.

Αντιθέτως, σπάει πολλά από τα κλισέ ‘καρικατούρας’, κάνοντας την ταινία να στέκει όλα αυτά τα χρόνια ως και σήμερα αξιοπρεπώς, χωρίς να δίνει πολλά δικαιώματα/πατήματα για καζούρα. Κι έχουμε δει πλέον κάμποσα πιο καινούργια κακοστημένα βαμπιρο-σήριαλς επικών διαστάσεων (και πολλαπλάσιων budget). Είναι μια western βαμπιρική εκδοχή, προ Ann Rice, και ξεκομμένη από την ‘κλασική’ βιβλιογραφία. Αλητο-αμερικανάκια vampires, κάτι σαν Natural Born Killers, (χρόνια πριν την ομώνυμη ταινία, βλ. παρακάτω), όχι σαν τα πιο ‘καλλιεργημένα’ ευρωπαϊκά vampyres!

Kathryn Bigelow

Ο ρομαντισμός των 80s εντέλει είναι ένα ξεκάθαρο στοιχείο που, απλά, το νιώθεις αν είσαι της γενιάς ή αν μπορείς να πιάσεις επικοινωνία με το συγκεκριμένο κλίμα, βλ. και άλλες ταινίες της εποχής, όπως το Κarate Kid, το Mad Max, το Christine ή βέβαια το Fright Night, του οποίου η επιτυχία οδήγησε στην αναζωογόνηση των βαμπίρικων μύθων στα 80s (το Near Dark βγήκε 2 χρόνια μετά το 1ο Fright Night).

Εντέλει, το Near Dark έχει τη δική του βαμπιρική κοσμοθεωρία –καμία λέξη τύπου βαμπίρ/βρικόλακας δεν ακούγεται μέσα στην ταινία- έχει μια ποιητική, ‘art-y’ προσέγγιση χωρίς να στερείται σε επίπεδα horror.

Η αιματηρότατη μάλιστα σκηνή στο μπαρ έχει αντιγραφεί ξανά και ξανά στα επόμενα χρόνια, από διάφορους – καθόλου τυχαίο που είναι μία από τις αγαπημένες ταινίες του Ταραντίνο.

Η επιρροή της ταινίας γενικότερα φαίνεται καθαρά στο Natural Born Killers που προανέφερα (σενάριο Ταραντίνο) και ακόμη περισσότερο στο αγαπημένο μου From Dusk Till Dawn του Rodriguez με τον ΚουέντινΤαραντίνο συμπρωταγωνιστή του Τζορτζ Κλούνεϊ.   

Ναι, το Near Dark είναι ένα cult διαμαντάκι.

Επανακυκλοφόρησε (στην Αμερική προφανώς) σε BluRay το 2009. Συζητήθηκε να γυριστεί remake πριν από λίγα χρόνια, αλλά οι εξυπνάκηδες των studios δεν το προχωρήσανε λόγω του «Twilight» franchise.

Θα σας ψιθυρίσω εδώ κάτι, δεν είναι μυστικό: το Hollywood έχει μεν κάποιους εξαιρετικούς τεχνικούς (κινηματογράφου), αντιθέτως όμως, οι κοκάκηδες και οι διεφθαρμένοι των υψηλών γραφείων παραγωγής βάζουν κάτω σε βλακεία ακόμη και μια αρμαθιά συμμετέχοντες ή θεατές σκουπιδιών τύπου ‘Survivor’ π.χ.

Ok, έχω κάνει και θα κάνω και σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή μου, αλλά νιώθω όμορφα που βάζω εδώ μια ψηφιακή σημαδούρα για μία «χαμένη» ταινία με σπάνιες σινεφίλ ηδονές.

Παρακαλώ, χαρά μου.

11 εμβληματικές πόλεις, 13 σπουδαίοι σκηνοθέτες: «Κινηματόγραφος και Πόλη» στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Οι παγκόσμιες μητροπόλεις στην ταράτσα της Λαΐδας. Η Ταινιοθήκη της Ελλάδoς, με φθινοπωρινή διάθεση, μας προσκαλεί σε ένα υπέροχο ταξίδι με σταθμούς  11 εμβληματικές πόλεις του κόσμου μέσα από τη ματιά 13 σπουδαίων σκηνοθετών.

Ένα μεγάλο αφιέρωμα με τίτλο «Κινηματογράφος και Πόλη» που θα διεξαχθεί στις 12 με 18 Σεπτεμβρίου 2019 στον Θερινό Κινηματογράφο Λαΐς.

Πρόκειται για τη συνέχεια του αφιερώματος στον βωβό κινηματογράφο που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, στην κατάμεστη Λαΐδα, τον Ιούνιο (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών).

Θα παιχτούν 13  ταινίες γυρισμένες σε 11 πόλεις: Αθήνα,  Νέα Υόρκη, Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, αλλά και Βοστώνη, Μιλάνο,  Λισαβόνα, Στοκχόλμη, Χιροσίμα, δια χειρός των Γούντι Άλεν, Μικελάντζελο Αντονιόνι, Βιμ Βέντερς, Κωνσταντίνου Γιάνναρη, Ρίτσαρντ Λέστερ, Νάνι Μορέτι, Ζιλ Ντασέν, Νίκου Παναγιωτόπουλου, Αλέν Ρενέ, Βίλγκοτ Σιόμαν, Μάρτιν Σκορσέζε, Φρανσουά Τριφό και Φεντερίκο Φελίνι.

Κινηματογράφος και πόλη: μια συναρπαστική κινηματογραφική περιπλάνηση σε ιστορικές πόλεις του 20ού αιώνα, αλλά και μερικές συγκλονιστικές εικόνες από την αθέατη όψη της Αθήνας δια χειρός του Κωνσταντίνου Γιάνναρη και του αξέχαστου Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Δεκατρείς δημιουργοί με ιδιαίτερο στίγμα αιχμαλωτίζουν μοναδικές εικόνες των 11 αυτών πόλεων, μακριά από τις τουριστικές στερεοτυπικές απεικονίσεις, που χαράζονται στο νου του θεατή.

Θα προβληθούν οι ταινίες: Μανχάταν του Γ.Άλεν (Ν.Υόρκη), ο Πληροφοριοδότης  του Μ.Σκορσέζε (Βοστώνη),  Roma του Φ.Φελίνι (Ρώμη), η Νύχτα του Μ.Αντονιόνι (Μιλάνο), 400 χτυπήματα του Φρ.Τριφό (Παρίσι), Τοπκαπί του Ζ.Ντασέν (Κωνσταντινούπολη), Lisbon Story του Β. Βέντερς (Λισαβόνα), Palombella Rossa του Ν.Μορέτι (Ρώμη), Χιροσίμα αγάπη μου του Α.Ρενέ (Χιροσίμα), Το Νακ και πώς να το αποκτήσετε του Ρ.Λέστερ (Λονδίνο), Είμαι περίεργη: Κίτρινη του Β.Σιόμαν (Στοκχόλμη) και δύο ελληνικές ταινίες –ορόσημα (και τοπόσημα): Delivery του Ν. Παναγιωτόπουλου και Από την άκρη της πόλης του Κ.Γιάνναρη (Aθήνα).

Η έναρξη θα γίνει την Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019 με το «Lisbon Story» του Βιμ Βέντερς (20.30). Το αφιέρωμα θα προλογίσει η πρόεδρος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος Μαρία Κομνηνού και οι προβολές θα συνεχιστούν με δύο ταινίες κάθε μέρα (20.30 και 22.30) για μία εβδομάδα.

Κάποιες από τις ταινίες θα προβληθούν σε νέες ψηφιακές κόπιες, άλλες σε κόπιες αρχείου 35 mm, ενώ ορισμένες ταινίες θα έχουν αγγλικούς, εκτός από ελληνικούς, υποτίτλους («H Nύχτα», «400 χτυπήματα», «Lisbon Story», «Είμαι περίεργη: Κίτρινη»).

Τις ταινίες θα προλογίζουν καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και κριτικοί κινηματογράφου (σύντομα θα ανακοινωθούν τα ονόματα).

Οι Ταινίες αναλυτικά:

ΤΑ 400 ΚΤΥΠΗΜΑΤΑ
O ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΗΣ
ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΤΟΠΚΑΠΙ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
TA 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ
ΤΟΠΚΑΠΙ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
PALOMBELLA ROSSA
ΡΟΜΑ

LISBON STORY (Β.Βέντερς) –

ΠΕΜΠΤΗ 12/9, 20.30

Ένας γερμανός ηχολήπτης ταξιδεύει μέχρι τη Λισαβόνα για να βοηθήσει το σκηνοθέτη φίλο του να ολοκληρώσει μία ταινία. Καταφθάνοντας όμως στην πόλη συνειδητοποιεί πως ο φίλος του έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς, και ξεκινά την αναζήτησή του.  Παρέα με παιδιά της γειτονιάς ανακαλύπτει το μισοτελειώμενο, ασπρόμαυρο φιλμ του σκηνοθέτη, γυρισμένο σε μια παλιά κινηματογραφική μηχανή με μανιβέλα, και αποφασίζει να το ολοκληρώσει, εμπλουτίζοντάς το με τους ήχους της πόλης.

Ο Βέντερς καταφέρνει να συνδυάσει σκέψεις γύρω από τα νέα οπτικοακουστικά μέσα, τα διλήμματα των δημιουργών, την απεικόνιση της άπιαστης πραγματικότητας και ένα ομάζ στον Τσίγκα Βερτώφ και αποτίει φόρο τιμής στους αγαπημένους του σκηνοθέτες, σε μία μαγευτική ταινία δρόμου που μεταφέρει τον θεατή στην καρδιά μιας πόλης που σφύζει από ζωή.

TO ΝΑΚ KAI ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΣΕΤΕ (Ρ.Λέστερ)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13/9, 20.30

 O κουλ και σοφιστικέ Τόλεν μονοπωλεί το φλερτ στις γυναίκες, ενώ ο αφελής και αδέξιος Κόλιν, προσπαθεί απεγνωσμένα να τα καταφέρει. Όταν όμως ο Κόλιν ερωτεύεται μια αγνή επαρχιωτοπούλα, ο Τόλεν σπεύδει να την κατακτήσει για δικό του λογαριασμό. Θα μπορέσει ο Κόλιν να αποκτήσει το «νακ», το ανεξήγητο αυτό χάρισμα που διαθέτει ο συγκάτοικός του, και να κερδίσει αυτήν τη μάχη;
Απολαυστική ταινία για το σεξ και τον έρωτα στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’60 και των swinging sixties, που σφύζει από ζωντάνια, ένταση και χιούμορ.  Σήμερα θεωρείται ένα αριστούργημα μοντέρνας αισθητικής της εποχής της, με σουρεάλ στοιχεία, κωμικά γκαγκ του βωβού σινεμά και την αξέχαστη μουσική του Τζον Μπάρι. O Ρίτσαρντ Λέστερ (γνωστός για τις ταινίες του με τους Beatles) απέσπασε  τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών (1965)

O ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΗΣ (Μ.Σκορσέζε)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13/9, 22.30

 Στην γυρισμένη στη Βοστώνη γκανγκστερική αυτή ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, που τελικά του χάρισε ένα όσκαρ,  ο Σάλιβαν, ανερχόμενος αστυνομικός, είναι στην πραγματικότητα πληροφοριοδότης του αρχιμαφιόζου Κοστέλο, αρχηγού του υπόκοσμου της Βοστόνης. Ταυτόχρονα, ένας νεαρός μπράβος του Κοστέλο, ο Κόστιγκαν, είναι μυστικός αστυνομικός. Όταν γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει πληροφοριοδότης, οι ζωές των δύο ανδρών κινδυνεύουν θανάσιμα. Η ταινία, ριμέικ της ασιατικής επιτυχίας «Infernal Affairs»,  και γυρισμένη στη δομή χριστιανικής παραβολής, αποτελεί ένα σχόλιο του Σκορσέζε πάνω στη φύση του Κακού, στην Αμερική της βίας, της διαφθοράς και της ρουφιανιάς. Άλλο ένα δείγμα της σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ του μεγάλου αμερικανού σκηνοθέτη.

ΜΑΝΧΑΤΑΝ (Γ.Άλεν)

ΣΑΒΒΑΤΟ 14/9, 20.30

Ένας άντρας, μια γυναίκα και ένα παγκάκι με θέα την γέφυρα του Μπρούκλιν. Μια από τις πιο αναγνωρίσιμες σκηνές στην ιστορία του σινεμά, σε μια μαυρόασπρη ταινία φόρο-τιμής του σκηνοθέτη στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη, την «πόλη που δεν κοιμάται ποτέ», η οποία φαντάζει σαγηνευτική υπό τους ήχους της τζαζ και της «Γαλάζιας Ραψωδίας» του Τζορτζ Γκέρσουιν.

Ο Αϊζακ Ντέιβις, ένας νευρωτικός τηλεοπτικός σεναριογράφος, αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρό του ως συγγραφέας. Τα φτιάχνει με μια δεκαεπτάχρονη μαθήτρια,  όμως την εγκαταλείπει για μια χειραφετημένη διανοούμενη, την ερωμένη του παντρεμένου καλύτερού του φίλου. 

Το «Μανχάταν», μια από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του Γούντι Άλλεν, και για κάποιους η καλύτερή κωμωδία του, σήμερα έχει μια θέση στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Την φωτογραφία υπογράφει ο σπουδαίος Γκόρντον Γουίλις («Ο Νονός»).

Η ΝΥΧΤΑ (Μ.Αντονιόνι)

ΣΑΒΒΑΤΟ 14/9, 22.30

 Ένα παντρεµένο ζευγάρι σε κρίση πρωταγωνιστεί στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι (”Περιπέτεια”,  “Νύχτα”, “Έκλειψη”) που διαδραματίζεται στο Μιλάνο του ‘60 -μια πόλη που αλλάζει, γίνεται μοντέρνα, αλλά ψυχρότερη, όπως και η σχέση των ηρώων. Ο Τζιοβάνι και η Λίντια, δύο ευκατάστατοι αστοί, επισκέπτονται έναν ετοιμοθάνατο φίλο και στη συνέχεια πηγαίνουν σ’ ένα κοσμικό πάρτι. Καθώς η νύχτα βαθαίνει, γίνεται όλο και πιο φανερή η απουσία επικοινωνίας ανάμεσά τους,  η κόπωση και η αδιαφορία που έχει διαβρώσει τη σχέση τους. Παγερή ατμόσφαιρα, λίτοτητα, αφήγηση που περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, αργός ρυθμός –μια ατμόσφαιρα που αναδεικνύει την κενότητα των ανθρωπίνων σχέσεων σε μια ταινία που ταυτίστηκε όσο καμία με την  έλλειψη επικοινωνίας του ζεύγους στη σύγχρονη κοινωνία. Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 1961 για τον στυλίστα Αντονιόνι, ο οποίος δικαίως χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της αστικής αποξένωσης».

ROMA (Φ.Φελίνι)

ΚΥΡΙΑΚΗ 15/9, 20.30

Eμβληματική ταινία-ντοκουμέντο για την Ρώμη, δια χειρός Φεντερίκο Φελίνι, ο οποίος κατορθώνει να αποδώσει όλη τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά της αιώνιας πόλης.  Είναι δομημένη σε επεισόδια, καθένα από τα οποία χρησιμοποιεί και από ένα διαφορετικό αφηγηματικό ύφος. Το 1939, ένας νεαρός φτάνει στο Στατσιόνε Τέρμινι της Ρώμης. Πηγαίνει για να μείνει στην πολυπληθή οικογένεια Παλότα και το βράδυ τρώει σε μια τρατορία. Ο Φελίνι κινηματογραφεί τους γραφικούς τύπους και τα παράξενα της πόλης. Αναμνήσεις και φαντασία εναλλάσσονται  σε ένα φιλμ που ακροβατεί στα όρια του ρεπορτάζ, της μυθοπλασίας, της αυτοβιογραφίας  και του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Τα προπολεμικά χρόνια, η σύγχρονη Ρώμη του κυκλοφοριακού κομφούζιου και της μόλυνσης, οι ξέφρενες νύχτες, τα αγάλματα και οι πόρνες, οι τουρίστριες και οι ζιγκολό, οι ανασκαφές του μετρό, η Ρώμη του Βατικανού  αλλά και των καλλιτεχνών και των μοτοσικλετιστών.

ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ: ΚΙΤΡΙΝΗ (Β.Σιόμαν) 

ΚΥΡΙΑΚΗ 15/9, 22.30

Σουηδική ταινία που έκανε πάταγο όταν πρωτοπροβλήθηκε, χαρακτηρίστηκε πορνογραφική αλλά τελικά έγινε σύμβολο της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Συνδυάζει τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ και αποτελείται από ασύνδετες ιστορίες, με ηρωίδα τη Λένα η οποία  κάνει σεξ με τον φίλο της, τριγυρίζει με το ποδήλατό της στην Στοκχόλμη, φαντασιώνεται πως εκδικείται το αντρικό φύλο, κάνει γκάλοπ στο δρόμο σχετικά με τις πολιτικές πεποιθήσεις των Σουηδών. Εμβόλιμες συνεντεύξεις των  Γεφτουσένκο,  Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Ούλοφ Πάλμε, και ένας Έλληνας, ο Ανδρέας Μπέλλης,  πίσω από την κάμερα. Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στη Σουηδία για τη Λένα Νάιμαν, η οποία πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία με τίτλο: Είμαι Περίεργη: Μπλε (σ.σ. κίτρινο και μπλε είναι τα δυο χρώματα της σουηδικής σημαίας).

ΤΟΠΚΑΠΙ (Ζ.Ντασέν)

ΔΕΥΤΕΡΑ 16/9, 20.30

Η Ελίζαμπεθ Λιπ, απατεώνας διεθνούς κλάσεως, συνεργάζεται με έναν μετρ στις κομπίνες, και στήνει μια συμμορία υπεράνω υποψίας για να ληστέψει έναν σουγιά ανεκτίμητης αξίας από το μουσείο Τοπκαπί της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στα μέλη της συμμορίας  είναι ο μικροαπατεώνας Σίμπσον, τον οποίο συλλαμβάνει και εκβιάζει η τουρκική αστυνομία προκειμένου να μεταφέρει πληροφορίες για τις κινήσεις των επίδοξων ληστών. Η ταινία θεωρείται η πιο διασκεδαστική ταινία που μας έδωσε το δίδυμο Ντασέν-Μερκούρη και, παρόλο που δεν θυμίζει ιδιαίτερα το ύφος του σκηνοθέτη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για πολλές μετέπειτα ταινίες του είδους, όπως η Επικίνδυνη αποστολή. Όσκαρ β’ αντρικού ρόλου για τον Πίτερ Ουστίνοφ και μουσική με την υπογραφή του Μάνου Χατζιδάκι ο οποίος «χρωματίζει» γοητευτικά την γυρισμένη στις αγορές και τα παλάτια της Πόλης ταινία με ελληνικές και ανατολίτικες μελωδίες.

 ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (Α. Ρενέ)

ΔΕΥΤΕΡΑ 16/9, 22.30

 Μια γαλλίδα ηθοποιός στην ανοικοδομημένη Χιροσίμα ζει έναν τρελό, σύντομο έρωτα με έναν γιαπωνέζο αρχιτέκτονα με τον οποίο περιπλανιούνται σε διάφορες τοποθεσίες της πόλης. Ταυτόχρονα, αναπολεί στιγμές από το τραυματικό παρελθόν της: τον δεσμό της με έναν γερμανό στρατιώτη στην περίοδο της Κατοχής και την ταπείνωση που υπέστη κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης. Η ταινία, σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς (που απέσπασε υποψηφιότητα για Όσκαρ), σηματοδοτεί το πέρασμα του Αλέν Ρενέ από το ντοκιμαντέρ στη μυθοπλασία. Ορόσημο του γαλλικού Νέου Κύματος, θεωρείται κορυφαία κινηματογραφική αποτύπωση της σχέσης προσωπικής και συλλογικής μνήμης, καθώς ο Αλέν Ρενέ, μέσα από μια πρωτοποριακή αφήγηση με συνεχείς εναλλαγές παρόντος-παρελθόντος, υπενθυμίζει στον θεατή πως ο εαυτός μας και η ιστορία μας δεν είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

DELIVERY (N.Παναγιωτόπουλος)

ΤΡΙΤΗ 17/9, 20.30

 Ένας νεαρός διανομέας πίτσας, αλωνίζει την Αθήνα του περιθωρίου και γίνεται μάρτυρας των εξομολογήσεων των θαμώνων της. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, σε μια από τις καλύτερες ταινίες του, στρέφει το βλέμμα του σε εκείνο το κομμάτι της Αθήνας που οι περισσότεροι αποφεύγουν να κοιτάξουν. Ο αινιγματικός, αμίλητος πρωταγωνιστής του, έρχεται από το πουθενά και συναναστρέφεται ανθρώπους του περιθωρίου, ανθρώπους που δεν ελπίζουν πια σε τίποτα. Κινείται στην Αθήνα της νύχτας,  των  μεταναστών, της βίας και των ναρκωτικών, στην Αθήνα της απελπισίας όπου άστεγοι κοιμούνται σε χαρτόκουτα και πεινασμένοι ψάχνουν στα σκουπίδια. Χαράζει τη δική του πορεία, και για λίγο ελπίζει, μέχρι το συγκλονιστικό φινάλε. Η αφτιασίδωτη Αθήνα ωστόσο είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου: η πόλη και οι αφανείς «ήρωές» της, που ενσαρκώνουν ιδανικά τα πρόσωπα που επέλεξε ο σκηνοθέτης.

 PALOMBELLA ROSSA (Ν.Μορέτι)

ΤΡΙΤΗ 17/9, 22.30

Ο Μικέλε, άλτερ έγκο του σκηνοθέτη Νάνι Μορέτι, είναι παίκτης στην ομάδα πόλο του Μοντεβέρντε και βουλευτής του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος. Σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα χάνει τη μνήμη του και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα πόλο θα προσπαθήσει να τη ξαναβρεί, χαμένος και μπερδεμένος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και προσπαθώντας να καταλάβει για ποιο λόγο είναι κομμουνιστής. Η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Νάνι Μορέτι, μια από τις ωραιότερες και πιο πολιτικές κωμωδίες του, εξομολογητική και σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική όπως όλα τα φιλμ του, προσφέρει μερικές αξέχαστες εικόνες της «αιώνιας πόλης». Η τελευταία σκηνή μάλιστα είναι γυρισμένη στο Τσίρκο Μάσιμο (Μέγας Ιππόδρομος). Η ταινία υπήρξε υποψήφια για επτά βραβεία David di Donatello και απέσπασε το Nastro d’Argento για το καλύτερο σενάριο.

TA 400  ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ (Φρ. Τριφό)

ΤΕΤΑΡΤΗ 18/9, 20.30

Ο Αντουάν Ντουανέλ, ένας 13χρονος μαθητής που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με την αδιαφορία των γονιών του και το απολυταρχικό σύστημα του σχολείου του, οδηγείται σε αντισυμβατική συμπεριφορά και, τελικά, σε αναμορφωτήριο από το οποίο επιχειρεί να αποδράσει, φτάνοντας στην πολυπόθητη για εκείνον θάλασσα, την ελευθερία της οποίας ονειρεύεται. Ο εγκλωβισμένος έφηβος προσπαθεί να διαφύγει στους δρόμους του Παρισιού χαρτογραφώντας την πόλη, μέσα σε μια ειλικρινή ασπρόμαυρη αποτύπωσή της, μέσα από τα μάτια του Τριφό. Με την πρώτη του μόλις μεγάλου μήκους αυτοβιογραφική ταινία, ο Τρυφώ εγκαινιάζει τη Νουβέλ Βαγκ, σε μια κινηματογραφική γραφή ποιητικού ρεαλισμού. Στο πρόσωπο του δεκατριάχρονου τότε πρωταγωνιστή Ζαν-Πιερ Λεό, με τον οποίο θα συνεργαστεί σε ακόμη τέσσερις ταινίες, θα συναντήσει το κινημ/φικό του alter ego.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (Κ. Γιάνναρης)

ΤΕΤΑΡΤΗ 18/9, 22.30

Ο δεκαοκτάχρονος Σάσια και οι μικρότεροι σε ηλικία φίλοι του, Ρωσοπόντιοι μετανάστες από  το Καζακστάν, ζουν στο Μενίδι, στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας, ονειρεύονται να κατακτήσουν τη μεγάλη πόλη που απλώνεται προκλητική στα πόδια τους, αλλά νιώθουν αποκλεισμένοι στη νέα τους πατρίδα. Πλάκες στη γειτονιά, βόλτες στους οίκους ανοχής, μικροκλοπές, ψωνιστήρι στην Ομόνοια, ναρκωτικά. Όμως οι ζωές των παιδιών, οι αξίες που κουβαλάνε και οι δεσμοί αίματος που τους ενώνουν, καταρρέουν όταν έρχονται σε επαφή με τον ανελέητο κόσμο που με τόση ορμή ξεκίνησαν από την άκρη της πόλης να κατακτήσουν… Ο Kωνσταντίνος Γιάνναρης επέλεξε αντί για επαγγελματίες ηθοποιούς ερασιτέχνες Ρωσοπόντιους και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Η ταινία, ορόσημο στην φιλμογραφία του, του χάρισε το δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1998.

12-18 Σεπτεμβρίου 2019 

Ταινιοθήκη της Ελλάδος 

Θερινός Κινηματογράφος «Λαίς»  

Γενική είσοδος: 5 ευρώ.

Για προπώληση απευθυνθείτε στα ταμεία της Ταινιοθήκης και στο viva.gr

Θερινός Κινηματογράφος Λαϊς (Ιερά Οδός 48 και Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετρό Κεραμεικός, τηλ.) 210 3612046

To αφιέρωμα «Κινηματογράφος και Πόλη» διοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος στo πλαίσιο της πράξης «Η Κινηματογραφοφιλία στη Νέα Εποχή ΙΙ» που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και εντάσσεται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΠΕΠ ΑΤΤΙΚΗ του ΕΣΠΑ 2014-2020

 

«Η Ζωή σε Άσπρο + Μαύρο»… Φέτος το Καλοκαίρι

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Το «Ξαφνικά Φέτος το Καλοκαίρι» επιστρέφει για όγδοη συνεχόμενη χρονιά. Για μία ολόκληρη εβδομάδα, η διοργάνωση του freecinema.gr που αγαπά το κλασικό ρεπερτόριο, νοσταλγώντας ακόμη και τις κόπιες από celluloid, δίνει και πάλι το ετήσιο ραντεβού της με το κοινό της Αθήνας που αναπολεί τη γνήσια ψυχαγωγία του θερινού σινεμά μέσα από έργα τα οποία πρόσθεσαν ουσιαστικό νόημα στην έννοια της κινηματογραφικής παιδείας.

Το φετινό πρόγραμμα του «Ξαφνικά Φέτος το Καλοκαίρι» ξεκινά με τα έγχρωμα πλάνα των Πάουελ και Πρεσμπέργκερ από το «Ζήτημα Ζωής και Θανάτου» και κλείνει με την τετράχρωμη οδύνη του «Μεσοκαλόκαιρου», που το κοινό θα παρακολουθήσει σε πανελλήνια πρώτη. Στο ενδιάμεσο οι ταινίες που θα δείτε θα διαδραματίζονται σε κόσμους που λες κι έχουν «ξεβάψει», με όλο τον πλούτο των χρωμάτων της αληθινής ζωής να έχει «κρυφτεί».

Το ασπρόμαυρο έγινε μόδα εσχάτως. Έφτασε και μέχρι τα Όσκαρ, με το «Ρόμα» και τον «Ψυχρό Πόλεμο». Σήμερα αποτελεί «αισθητική πρόταση», κάποτε ήταν η μοναδική απόχρωση… φυγής. Το κοινό άφηνε την πολύχρωμη καθημερινότητά του και αναζητούσε το όραμα της κινηματογραφικής φαντασίας, αδιαφορώντας για την απουσία της τετραχρωμίας. Σε αρκετές ιστορικές περιόδους του παρελθόντος, ο κόσμος εκεί έξω ήταν πολύ πιο «γκρίζος» από το ασπρόμαυρο του φιλμ. Αλλά το σινεμά ήταν εκείνο που έδινε «χρώμα» στις ζωές των ανθρώπων.

Στην εποχή μας, το χρειαζόμαστε τόσο πολύ, ξανά. «Η Ζωή σε Άσπρο + Μαύρο», από τις 18 έως και τις 24 Ιουλίου 2019 στον υπέροχο κήπο του εξαρχειώτικου «Ριβιέρα», θα σας συστήσει έργα σπάνια ή λατρεμένα από τα παλιά, ταινίες που θα σας φέρουν συγκίνηση όχι λόγω περιεχομένου αλλά εξαιτίας της ποιότητας που συντρόφευε δημιουργικά το παρελθόν. Κανένας… superhero, κανένα sequel. Μονάχα έμπνευση, ταλέντο, μυθοπλασία. Και μνήμες. Καθώς ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου, δεν μοιάζουν να γίνονται κι αυτές ασπρόμαυρες στο μυαλό μας; Μην ανησυχείτε, όμως. Έτσι είναι η ζωή.

«Η Ζωή σε Άσπρο + Μαύρο» για εφέτος, 18 – 24 Ιουλίου 2019, κλασικά με την ευγενική υποστήριξη της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, πίνοντας Βίκος Cola στον θερινό κινηματογράφο Ριβιέρα (Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια).

Δώδεκα ταινίες σε μαυρόασπρους κόσμους αληθινής μαγείας ή και ρεαλισμού, με μία πανελλήνια πρεμιέρα ανατρεπτικής… τετραχρωμίας που θα σοκάρει για το φινάλε.

Το Πρόγραμμα των Προβολών

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ / A MATTER OF LIFE AND DEATH (1946) 104′ (21:00)

των Μάικλ Πάουελ & Έμερικ Πρεσμπέργκερ

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας Βρετανός πιλότος ξεγελά τον θάνατο και παραμένει στη Γη, παρενοχλώντας τη συμπαντική ροή της μοίρας. Ο «πάνω κόσμος» θα του ζητήσει τον λόγο κι εκείνος θα απαιτήσει προσφυγή στο… ουράνιο δικαστήριο!

Η τετραχρωμία της θνητής ευτυχίας συναντά το μαυρόασπρο της μεταθανάτιας ζωής, σε ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του κινηματογράφου, από το περίφημο δημιουργικό δίδυμο των «Κόκκινων Παπουτσιών» (1948).

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ / DER HIMMEL ÜBER BERLIN (1987) 128′ (23:00)

του Βιμ Βέντερς

Ένας άγγελος που παρατηρεί τους ανθρώπους από τον ουρανό, επιθυμεί να μετατραπεί σε κοινό θνητό για να ζήσει τον έρωτα. Ο Βέντερς ξεψαχνίζει την ψυχή μας και αναζητά τις αιτίες της αγάπης που παρασύρει τους αγγέλους στον γήινο κόσμο μας.

Ο Ανρί Αλεκάν φωτογραφίζει εκπληκτικά ένα ασπρόμαυρο Βερολίνο, με το εγκόσμιο πέρασμα να γίνεται φαντεζίστικα έγχρωμο, αλλά το τοπίο να παραμένει θλιβερό. Λες και ο έρωτας είναι ένα μαγικό ψέμα. Η πιο μεγάλη ανθρώπινη προδοσία.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

ΦΛΟΓΑ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ / A FOREIGN AFFAIR (1948) 116′ (21:00)

του Μπίλι Γουάιλντερ

Το 1947 Επιτροπή του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών καταφθάνει στο βομβαρδισμένο και υπό κατοχή Βερολίνο για να ελέγξει τα αμερικανικά στρατεύματα που έχουν σταθμεύσει εκεί.

Φυσικά, υπάρχει και η ρομαντική υποπλοκή, όμως η προτεραιότητα του Γουάιλντερ εδώ είναι ένας κωμικά αμοραλιστικός κυνισμός (με διαχρονική σημασία) απέναντι στις πολιτικές των υπερδυνάμεων που εξευτελίζουν λαούς με τα παιχνίδια (πολέμου) τους. Εξαιρετική και μνημειώδης η παρουσία της Μαρλένε Ντίτριχ.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ / THE THIRD MAN (1949) 104′ (23:10)

του Κάρολ Ριντ

Αμερικανός συγγραφέας καταφθάνει στη μεταπολεμική Βιέννη σε αναζήτηση παιδικού φίλου που του είχε προτείνει δουλειά εκεί. Θα τον βρει… στην κηδεία του, και η παραμονή του στην πόλη θα έχει πια σκοπό να αναζητηθούν τα μυστηριώδη αίτια του θανάτου του.

Η ατμόσφαιρα του φιλμ νουάρ συναντά ιδανικά το πένθιμο μαυρόασπρο (Όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας) της αυστριακής πρωτεύουσας που ούτε και τη νύχτα μπορεί να κρύψει τα σημάδια από το πέρασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ / WOMAN OF THE YEAR (1942) 114′ (21:00)

του Τζορτζ Στίβενς

Εκείνη ανταποκρίτρια διεθνών υποθέσεων, εκείνος αθλητικογράφος. Εργάζονται στην ίδια εφημερίδα αλλά φθονούν ο ένας τον άλλον μέσα από τις στήλες τους. Θα συναντηθούν, θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα και… θα παντρευτούν!

Μπορεί να στεριώσει ο γάμος ανάμεσα σε δύο καριερίστες; Υπόδειγμα ρομαντικής κωμωδίας με περιεχόμενο (Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου) για τον πόλεμο των δύο φύλων. Κάθριν Χέπμπορν και Σπένσερ Τρέισι λιώνουν από έρωτα στην οθόνη.

ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ / ALL NIGHT LONG (1962) 91′ (23:10)

του Μπέιζιλ Ντίαρντεν

Κατά τη διάρκεια γιορτής για την επέτειο του γάμου ενός μουσικού και της διάσημης τραγουδίστριας συζύγου του που έχει αποσυρθεί από το επάγγελμα, ένας υπερφιλόδοξος drummer μηχανορραφεί εναντίον του ζεύγους ώστε να το διαλύσει.

Ο σαιξπηρικός «Οθέλλος» σε ελεύθερη «μετάφραση» στους λονδρέζικους δρόμους των jazz clubs των ‘60s περιλαμβάνει εμφανίσεις θρυλικών μουσικών του είδους όπως οι Τσαρλς Μίνγκους, Ντέιβ Μπρούμπεκ, Τάμπι Χέιζ, Τζον Σκοτ, Τζόνι Ντάνκγουορθ.

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

ΥΠΟΨΙΕΣ / SUSPICION (1941) 99′ (21:00)

του Άλφρεντ Χίτσκοκ

Ακαταμάχητος playboy «τυλίγει» γοητευτική κληρονόμο, παντρεύονται, όμως σταδιακά εκείνη υποψιάζεται ότι ο μοναδικός του στόχος είναι να τη σκοτώσει. Ρομαντικό θρίλερ του maître του σασπένς, γεμάτο ύπουλες ψυχαναλυτικές πτυχές για τον έγγαμο βίο.

Ο Κάρι Γκραντ εμφανίζεται για πρώτη φορά σε πρωταγωνιστικό ρόλο χιτσκοκικού φιλμ, ενώ η Τζόαν Φοντέιν βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης γυναικείας ερμηνείας (ήταν ξανά υποψήφια για τη «Ρεβέκκα» έναν χρόνο πριν).

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΤΖΕΝΙ / PORTRAIT OF JENNIE (1948) 86′ (23:00)

του Γουίλιαμ Ντίτερλε

Φτωχός ζωγράφος συναντά όμορφο νεαρό κορίτσι στο Σέντραλ Παρκ. Θα του ζητήσει να της κάνει το πορτρέτο, μα σε κάθε επόμενη συνάντησή τους εκείνη θα δείχνει… μεγαλύτερη σε ηλικία!

Από τα ρομαντικά φιλμ που μας έδωσε το Χόλιγουντ, σίγουρα η πιο παράδοξα σουρεαλιστική ιστορία ενός έρωτα «απέθαντου», που δοκιμάζει να αναμετρηθεί με το τι είναι αληθινό και το σε τι μπορούμε να ελπίζουμε… πέρα από το αληθινό. Ένα συγκινητικό αριστούργημα που τιμήθηκε με Όσκαρ καλύτερων εφέ.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΙΑΒΑΣΙΣ / DARK PASSAGE (1947) 106′ (21:00)

του Ντέλμερ Ντέιβς

Καταδικασμένος για τη δολοφονία της συζύγου του, ο Βίνσεντ αποδρά από τις φυλακές του Σαν Κουέντιν, σε μία απεγνωσμένη απόπειρα ν’ αποδείξει την αθωότητά του.

Η τρίτη κινηματογραφική συνεργασία του ζεύγους των Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Λόρεν Μπακόλ είναι ένα παραγνωρισμένο και εξαιρετικά σκηνοθετημένο νουάρ ανατροπών, με πρωτότυπα υποκειμενικά πλάνα του κεντρικού ήρωα που κάνει πλαστική εγχείρηση στο πρόσωπο για να μην ταυτοποιηθεί από τις Αρχές του Σαν Φρανσίσκο.

ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΠΑΘΗ / CHAMPION (1949) 99′ (23:00)

του Μαρκ Ρόμπσον

Η πορεία ενός ανερχόμενου πυγμάχου που θα αναρριχηθεί προς την κορυφή πατώντας επί πτωμάτων και προδίδοντας τους πάντες γύρω του, μη λογαριάζοντας τον ρόλο του οργανωμένου εγκλήματος στο παιχνίδι.

Δραματικό φιλμ νουάρ το οποίο έδωσε ουσιαστική ώθηση στην καριέρα του Κερκ Ντάγκλας και τον μετέτρεψε σε star (του χάρισε και την πρώτη του οσκαρική υποψηφιότητα). Η ταινία τιμήθηκε με το Όσκαρ καλύτερου μοντάζ και τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης (ασπρόμαυρης) φωτογραφίας.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ / THE LAST PICTURE SHOW (1971) 118′ (21:00)

του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς

Σε μια μικρή πόλη του Τέξας, στις αρχές του ‘51, τα πάντα δείχνουν να αργοπεθαίνουν, τόσο πολιτιστικά όσο και οικονομικά. Κατακλείδα, το επερχόμενο λουκέτο που θα βάλει το τοπικό σινεμά, ελλείψει θεατών.

Δυσβάσταχτα ρεαλιστική προσέγγιση χαρακτήρων από τον Μπογκντάνοβιτς, μέσα σε μαυρόασπρα κάδρα ερήμωσης, σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά έργα που μας έδωσε ο αμερικανικός κινηματογράφος στη δεκαετία του ’70. Όσκαρ δεύτερων ρόλων για τους Μπεν Τζόνσον και Κλόρις Λίτσμαν.

NEBRASKA (2013) 115′ (23:10)

του Αλεξάντερ Πέιν

Ο γερασμένος πατέρας θέλει να ταξιδέψει από τη Μοντάνα ώς τη Νεμπράσκα για να εισπράξει «φανταστικό» κουπόνι αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Ο αποξενωμένος γιος του υποχρεώνεται να τον συντροφεύσει σε αυτό το άδοξο road trip.

Η μετάλλαξη του αμερικανικού ονείρου τής ευημερίας, με σκληρές εικόνες της επαρχιακής αγροτικής ερήμωσης, που λες και νοσταλγούν το σπαταλημένο πέρασμα του χρόνου όπως μας το έδειξε με πίκρα ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς στην «Τελευταία Παράσταση».

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ / MIDSOMMAR (2019) 140′ (21:00) (SPECIAL SCREENING / ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑ)

του Άρι Άστερ

Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία, η Ντάνι ακολουθεί τον αγαπημένο της και την παρέα του σε ένα ταξίδι μυσταγωγίας στη Σουηδία, παρακολουθώντας ένα ντόπιο, σχεδόν παγανιστικό πανηγύρι που αρχικά δείχνει ειδυλλιακό, μα κρύβει κάτι το αναπάντεχα απειλητικό.

Η δεύτερη ταινία του Άστερ, μετά την περσινή «Διαδοχή», επιβεβαιώνει ένα τεράστιο ταλέντο για το σύγχρονο σινεμά. Το σοκ τού καινούργιου θα σας κάνει να παραμιλάτε μετά το τέλος της προβολής, ακόμη και για μέρες μετά…

«Μεγάλο Αφιέρωμα στον Τελευταίο Ονειροπόλο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι»

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας παρουσιάζει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μια πλήρη ρετροσπεκτίβα στις ταινίες μυθοπλασίας ενός από τους κορυφαίους του παγκόσμιου σινεμά από τις 02 έως και τις 08 Μαΐου 2019, στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ.

Έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής που απαιτείται να βιωθεί στη μεγάλη οθόνη και κάτω από τις ιδανικότερες συνθήκες προβολής.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι αποτελεί έναν μέγιστο καλλιτέχνη, ίσως γιατί στο σύνολο της καριέρας του πραγματοποίησε μια σειρά από γνήσιες κινηματογραφικές επαναστάσεις. Στάθηκε ο μοναδικός σκηνοθέτης στον οποίο επιτράπηκε το γύρισμα στην Απαγορευμένη Πόλη της Κίνας για λογαριασμό του βραβευμένου με 9 Όσκαρ «Τελευταίου Αυτοκράτορα», ενός από τα ανυπέρβλητα έπη της μεγάλης οθόνης.

Με τον αριστουργηματικό «Κομφορμίστα» μετέτρεψε ένα θρυλικό βιβλίο του Αλμπέρτο Μοράβια, και έναν σύνθετο στοχασμό πάνω στη θέση του ατόμου απέναντι στην Ιστορία, σε μια από τις σπουδαιότερες (και πιο εκθαμβωτικά όμορφες) δημιουργίες όλων των εποχών.

Με το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» υπέγραψε ένα από τα αναμφισβήτητα και πλέον ριζοσπαστικά ορόσημα του ερωτικού σινεμά ή αλλιώς αυτό που η περιβόητη κριτικός Πολίν Κέιλ περιέγραψε ως «την πιο απελευθερωτική ταινία στα χρονικά του κινηματογράφου».

Με το διαρκείας πεντέμισι ωρών «1900» δημιούργησε μια αποστομωτική τοιχογραφία εποχής, το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός μεγάλου κλασικού μυθιστορήματος.

Με το μαγευτικό «Τσάι στη Σαχάρα» έβαλε τον Τζον Μάλκοβιτς και τη Ντέμπρα Γουίνγκερ να περιπλανηθούν στις δικές τους υπαρξιακές ερήμους, διασκευάζοντας υποδειγματικά τις αλησμόνητες σελίδες του Πολ Μπόουλς.

Με τη «Στρατηγική της Αράχνης», αυτή την εκπληκτική πραγματεία πάνω στις αλήθειες, τους μύθους και τους αχανείς λαβύρινθους της Ιστορίας, χάρισε στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες τη φιλμική διασκευή που του άξιζε.

Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας
Τελευταίο Τάνγκο στο Παρίσι
1900

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι ήταν ένας οραματιστής που τόλμησε να αποτυπώσει τα bigger than life όνειρά του σε εικόνες, ένας director αλλά κι ένας auteur, ένας κινηματογραφόφιλος σφοδρής έντασης και πυρηνικής εμβέλειας, ένας θαρραλέος ανατόμος γιγάντιων θεμάτων όπως η Ιστορία, η ψυχανάλυση, η ανθρώπινη φύση, η πολιτική, ο έρωτας κι ο θάνατος και ένας απαράμιλλος κινηματογραφιστής που παρέδιδε υπερπαραγωγές ζηλευτού θεάματος και υψηλής αισθητικής με την ίδια άνεση που σκηνοθετούσε τα πιο διακριτικά δράματα.

Όλα τα παραπάνω ο Ιταλός δημιουργός τα χώρεσε στο ίδιο μεγαλειώδες και σταθερά συναρπαστικό έργο. Αυτό ακριβώς το έργο επιθυμεί να τιμήσει η ρετροσπεκτίβα που οργανώνει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, φιλοξενώντας όλες τις ταινίες του Μπερτολούτσι σε μεγαλοπρεπείς κόπιες των 35mm, εκτός από τον ψηφιακό «Τελευταίο Αυτοκράτορα» ο οποίος θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε τρεις διαστάσεις (3d) και αποτελεί την ταινία- έναρξη του αφιερώματος.

 

«Ο Tελευταίος Oνειροπόλος»

02 – 08 Μαΐου 2019

Κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ

 

Αναλυτικά οι ταινίες της ρετροσπεκτίβας:

Ο κομφορμίστας
Η πολιορκία μιας γυναίκας
Tσάι στη Σαχάρα
  • Βίαιος θάνατος  – La commare secca (1962)
  • Πριν την επανάσταση  – Prima della rivoluzione (1964)
  • Σωσίας  – Partner (1968)
  • Η στρατηγική της αράχνης  – Strategia del ragnο  (1970)
  • Ο κομφορμίστας  – Il conformista (1970)
  • Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι Ultimo tango a Parigi (1972)
  • 1900 Novecento (1976)
  • To φεγγάρι La luna (1979)
  • Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου La tragedia di un uomo ridicolo (1981)
  • Ο τελευταίος αυτοκράτορας 3D The Last Emperor 3D (1987)
  • Tσάι στη Σαχάρα – The Sheltering Sky (1990)
  • Ο μικρός Βούδας Little Buddha (1993)
  • Κλεμμένη ομορφιά Stealing Beauty (1996)
  • Η πολιορκία μιας γυναίκας Besieged (1998)
  • Οι ονειροπόλοι The Dreamers (2003)
  • Εγώ και εσύ – Me and You (2012)
Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι
1900
Ο τελευταίος αυτοκράτορας
Οι ονειροπόλοι

Το πλήρες πρόγραμμα του αφιερώματος καθώς και οι εκλεκτοί/ές προσκεκλημένοι/ες που θα προλογίσουν τις προβολές θα ανακοινωθούν σύντομα.

Το αφιέρωμα συνδιοργανώνεται από την Πρεσβεία της Ιταλίας, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο της Αθήνας, το Ινστιτούτο Λούτσε Τσινετσιτά και από τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ). To αφιέρωμα εντάσσεται  στο  «Εαρινό Πρόγραμμα»  της πολιτιστικής πρωτοβουλίας Tempo Forte Ιtalia – Ελλάδα 2019. Το Tempo Forte Ιtalia – Ελλάδα 2019 αποτελεί μια πρωτοβουλία που διοργανώνει η Πρεσβεία της Ιταλίας στην Αθήνα, σε συνεργασία με ελληνικούς και ιταλικούς θεσμούς, ιδρύματα, καλλιτέχνες και λάτρεις του πολιτισμού με σκοπό να μεταφέρει «περισσότερη Ιταλία στην Ελλάδα και περισσότερη Ελλάδα στην Ιταλία». 

Την αφίσα του αφιερώματος φιλοτέχνησε ο Βασίλης Μέξης.

Πληροφορίες:

Κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ

Πανεπιστημίου 46 (στάση μετρό Πανεπιστήμιο) | Τηλ.: 2103826720

Εισιτήρια: 5,00 Ευρώ

Κάρτες διαρκείας των 6 προβολών: 19,00 Ευρώ

Είσοδος Ελεύθερη, με την επίδειξη της κάρτας τους, σε ανέργους και άτομα με αναπηρία.

 ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: viva.gr (Πατήστε ΕΔΩ)

Σημείωση: στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ θα διατίθενται εισιτήρια από την Πέμπτη, 02 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΕΜΙΕΡΑ του αφιερώματος θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 2 Μαΐου στις 19:30 στον κινηματογράφο Ιντεάλ.

Εισιτήρια διατίθενται κανονικά στο κοινό και θα ακολουθήσει πάρτι στον Ιπποπόταμο (Δελφών 3Β, Κολωνάκι) με την υποστήριξη του Jameson.

 Για ενημερώσεις επισκεφθείτε τα: www.cinemagazine.gr

 www.aiff.gr

Μείνετε συντονισμένοι/ες για τα νέα του επετειακού 25ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας έχει ενταχθεί στο ΠΕΠ Αττικής 2014-2020 και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Μεγάλο Αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από την Ταινιοθήκη της Πορτογαλίας

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Ένα μεγάλο αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος διοργανώνει από την Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019  η Ταινιοθήκη της Πορτογαλίας, η οποία στρέφει και πάλι το ενδιαφέρον της στην χώρα μας μετά το αφιέρωμα στον Θόδωρο Αγγελόπουλο που πραγματοποίησε τον Μάρτιο του 2012, λίγο μετά τον θάνατο του σπουδαίου δημιουργού.

Το αφιέρωμα θα πραγματοποιηθεί στις 8-29 Μαρτίου 2019 και εντάσσεται στη σειρά «Οι Ταινιοθήκες του κόσμου». Περιλαμβάνει προβολές αντιπροσωπευτικών ταινιών της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου και μια διάλεξη (11/3) με ομιλήτρια την πρόεδρο του ΔΣ της Ταινιοθήκης της Ελλάδος και καθηγήτρια (ΕΚΠΑ) Μαρία Κομνηνού η οποία θα μιλήσει για το παρόν και το μέλλον του ιδρύματος.

Ηλέκτρα
Happy Day

Όπως σημειώνουν οι διοργανωτές στο εισαγωγικό κείμενο της εκδήλωσης: «Η ιστορία των αρχείων και των ταινιοθηκών είναι μια ιστορία αντίστασης. Έτσι και η ιστορία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, που ιδρύθηκε τη δεκαετία του ’50 χάρη στην επιμονή της Αγλαΐας Μητροπούλου,  είναι μια ιστορία αντίστασης σε εποχές πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, και ταυτόχρονα υπεράσπισης, σε πείσμα της κρίσης, της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας ολόκληρης χώρας».

Θα παρουσιαστούν 15 ταινίες από διάφορες περιόδους του ελληνικού σινεμά που καλύπτουν την περίοδο 1924-2014 –όλες από την συλλογή της Ταινιοθήκης.

Οι κυνηγοί
Ημερολόγια Αμνησίας

Από την εποχή του βωβού σινεμά επιλέχθηκαν οι απολαυστικές Περιπέτειες του Βιλλάρ (1924, Ζόζεφ Χεπ) και το βουκολικό δράμα Αστέρω (1929, Δημήτρης Γαζιάδης), που διασώζουν πολύτιμες εικόνες της Αθήνας και της ελληνικής επαρχίας, αλλά και η Koινωνική σαπίλα (1932, Στέλιος Τατασόπουλος), που αποκαταστάθηκε πρόσφατα και αποτελεί την πρώτη ταινία μυθοπλασίας που ασχολήθηκε με τη δεινή κατάσταση των άνεργων και φτωχών εργατικών πληθυσμών των ελληνικών αστικών κέντρων.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει μερικές από τις πλέον εμβληματικές ταινίες της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου: τον Δράκο (1956, Νίκος Κούνδουρος) με τον αξέχαστο Ντίνο Ηλιόπουλο, ταινία-σταθμό στην ελληνική κινηματογραφία με επιρροές από το φιλμ νουάρ και το νεορεαλισμό, την Ηλέκτρα (1962, Μιχάλης Κακογιάννης), μεταφορά της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη με την Ειρήνη Παππά, που κέρδισε μια οσκαρική υποψηφιότητα, το Μπλόκο (1965, Άδωνις Κύρου) που ζωντανεύει το μπλόκο της Κοκκινιάς επί γερμανικής κατοχής και την ταινία Μέχρι το πλοίο (1966) του ανανεωτή της ελληνικής κινηματογραφικής γραφής Αλέξη Δαμιανού ο οποίος παρακολουθεί τρεις φάσεις από την ζωή ενός βουνίσιου, που κατεβαίνει στην πεδιάδα κι από κει στον Πειραιά, για να φύγει μετανάστης στην Αυστραλία.

Θα προβληθούν δύο ακόμα ταινίες κορυφαίων ελλήνων σκηνοθετών που σφράγισαν το νέο ελληνικό κινηματογράφο και ανασύρουν επώδυνες μνήμες του εμφυλίου: το Xάππη Νταίη (1976) του Παντελή Βούλγαρη που διαδραματίζεται σε ένα ξερονήσι όταν «εξαφανίζεται» ένας κρατούμενος που αρνείται επίμονα να δηλώσει μεταμέλεια και οι Κυνηγοί (1977) του Θόδωρου Αγγελόπουλου: μια  ομάδα κυνηγών βρίσκουν το πτώμα ενός αντάρτη του εμφυλίου και έρχονται αντιμέτωποι με τα φαντάσματα της ιστορικής τους συνείδησης.

 Από την δεκαετία του ’70 επιλέχθηκε η Μπέττυ (1979, Δημήτρης Σταύρακας), ένα πορτραίτο της γνωστής αθηναίας τρανσέξουαλ σε μια εποχή αγώνων ενάντια στην ομοφοβία και την περιθωριοποίηση,  ενώ το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης δύο νεότερες ταινίες: τα Ημερολόγια Αμνησίας (2012, Στέλλα Θεοδωράκη),  μια καταγραφή ενός προσωπικού ημερολογίου που συνδέει τα χρόνια της νεανικής αμεριμνησίας  της σκηνοθέτιδας σε Παρίσι και Αυστραλία με το παρόν μιας Ελλάδας σε κρίση, και την Κόρη (2012, Θάνος Αναστόπουλος), μια σκληρή ιστορία ενηλικίωσης που κοιτά την ελληνική κρίση από μια διαφορετική σκοπιά και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Koινωνική Σαπίλα
Μέχρι το πλοίο
Οι Περιπέτειες του Βιλλάρ
Αθήναι (1995, 36’)

Τέλος, θα παρουσιαστούν: το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή Αθήναι (1995) που καταγράφει τη ζωή στον σταθμό Λαρίσης την Άνοιξη του 1995, το μη αφηγηματικό ντοκιμαντέρ The Red Bank που βασίστηκε στα τετράδια των Ελληνικών του James Joyce (2013, Βουβούλα Σκούρα), και η πολύ ιδιαίτερη μικρού μήκους ταινία

Washingtonia (2014) της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη που συμμετείχε στο Διαγωνιστικό Τμήμα Μικρού Μήκους ταινιών του 64ου Φεστιβάλ Βερολίνου.

Με μουσική επένδυση θα προβληθούν οι ταινίες Οι περιπέτειες του Βιλλάρ (σύνθεση: Μηνάς Ι. Αλεξιάδης), Αστέρω (σύνθεση: Φίλιππος Τσαλαχούρης) και Κοινωνική Σαπίλα (σύνθεση: Κωνσταντίνος Βήτα).

Όπως σημειώνει η πρόεδρος του ΔΣ της Ταινιοθήκης της Ελλάδος Μαρία Κομνηνού «είναι σημαντικό πως στο πλαίσιο του αφιερώματος αυτού θα προβληθεί ένας μεγάλος αριθμός ταινιών από το αρχείο της Ταινιοθήκης.

Οι ταινίες αυτές καλύπτουν έναν περίπου αιώνα ελληνικού σινεμά: από το 1924 έως τις αρχές του 21ου αιώνα.

Το αφιέρωμα αυτό συνεχίζει τη συνεργασία της Ταινιοθήκης με σημαντικά ευρωπαϊκά και άλλα αρχεία, όπως η Ταινιοθήκη της Μπολόνια, η Γαλλική Ταινιοθήκη, το DFF στην Φρανκφούρτη, η Ταινιοθήκη της Βουλγαρίας, και το αρχείο του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με τα οποία προγραμματίζονται ανάλογες εκδηλώσεις».

Αξίζει να αναφέρουμε πως αυτές τις μέρες η Ταινιοθήκη της Πορτογαλίας διοργανώνει ένα ακόμα αφιέρωμα στην Ελλάδα με τίτλο «Η Ελλάδα και το Χόλιγουντ». Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος συμμετέχει και στο αφιέρωμα αυτό με μια ταινία από το αρχείο της, τη Φαίδρα του Ζιλ Ντασέν.

Οι Ταινίες

Αστέρω
Το μπλόκο

Οι Περιπέτειες του Βιλλάρ (1924, Ζόζεφ Χεπ)

Αστέρω (1929, Δημήτρης Γαζιάδης)

Koινωνική Σαπίλα (1932, Στέλιος Τατασόπουλος)

Ο Δράκος (1956, Νίκος Κούνδουρος)

Ηλέκτρα (1962, Μιχάλης Κακογιάννης)

Το μπλόκο (1965, Άδωνις Κύρου)

Μέχρι το πλοίο (1966, Αλέξης Δαμιανός)

Xάππη Νταίη (1976, Παντελής Βούλγαρης)

Οι κυνηγοί (1977, Θόδωρος Αγγελόπουλος)

 Μπέττυ (1979, Δημήτρης Σταύρακας)

Αθήναι (1995, Εύα Στεφανή)

Ημερολόγια Αμνησίας (2012, Στέλλα Θεοδωράκη)

Η κόρη (2012, Θάνος Αναστόπουλος)

The red bankJames Joyce: τα τετράδια των Ελληνικών του (2013, Βουβούλα Σκούρα)

Washingtonia (2014, Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη)

Μπέτυ

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136

(Μετρό Κεραμεικός) 104 35 Αθήνα

Τ. (210) 36 09 695, 36 12 046

  1. M. 6940099221
  2. F. (210) 3628468 tickets@tainiothiki.gr www.tainiothiki.gr

http://www.facebook.com/tainiothikigr

Οι 12 Καλύτερες Ταινίες του 2018 από το Intownpost.com, γράφει ο Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ένα ακόμα κινηματογραφικό έτος ολοκλήρωσε την δημιουργική, χρονική πορεία των 12 μηνών, των 52 εβδομάδων, των 365 ημερών, αφήνοντας πίσω του ιστορίες, εικόνες, ήχους, μουσικές, χρώμα και λόγο στο άσπρο πανί. Στις αισθήσεις και την σκέψη μας οι γεύσεις από τα καλλιτεχνήματα της κινούμενης εικόνας της 7ης Τέχνης, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος είναι ποικίλες, από έντονες και αξέχαστες έως άτονες και αδιάφορες. Το σημαντικό είναι, ότι ταινίες, αριστουργήματα, πολύ καλές, ενδιαφέρουσες, έως μέτριες και κακές, που φτιάχτηκαν για να ψυχαγωγήσουν το φιλοθεάμον κοινό πέρασαν στην αιωνιότητα ως σημεία πλέον θετικών ή αρνητικών αναφορών και σχολίων.

Η παγκόσμια βιομηχανία του θεάματος, για μια χρονιά ακόμα, κίνησε τα καλολαδωμένα γρανάζια της πολυδαίδαλης μηχανής της, προσφέροντας θέσεις εργασίες σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους μπροστά και πίσω από τις κάμερες των σκηνοθετών, δημιουργώντας την απαραίτητη και αναγκαία κίνηση στα ταμεία. Οι κινηματογραφικές παραγωγές σε διεθνές επίπεδο, υψηλού και χαμηλότερου κόστους, λειτούργησαν και φέτος για να ορθώσουν έργο και η αξία του σινεμά, παρότι η παγκόσμια κρίση κτυπάει ανελέητα τις θέσεις του πολιτισμού, υπερασπίστηκε όσο το δυνατόν καλύτερα τις κομβικές του γραμμές. Βέβαια, τα εισιτήρια του 2018, σαφώς χαμηλότερα από τα περσινά και όπως, δυστυχώς, οδεύει το θέμα θα λέμε: «κάθε πέρυσι και καλύτερα».

Αυτό, όμως, όπως και αρκετά ακόμα, για να λέμε, επίσης, τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη, είναι τα μικρά, υπερ-σημαντικά και πολύτιμα κομμάτια γης πολιτισμού, που εξαρτάται από εμάς τους ίδιους κατά πόσο θα τα υπερασπιστούμε και θα τα προστατέψουμε ή θα τα εξαφανίσουμε. Μόνο από εμάς εκπορεύεται η συγκεκριμένη βούληση!    

Ας μην μεταμορφωνόμαστε, όμως σε Κασσάνδρες δυσάρεστων προβλέψεων, και ας δούμε το πράγμα από την καλή του όψη, που ερμηνεύεται απλά, ευχάριστα και γόνιμα, ότι καμιά τηλεόραση και κανένας σπιτικός καναπές δεν μπορεί να αντικαταστήσει το μοναδικό πανηγύρι των ανθρώπινων συναισθημάτων, το διαφορετικό κάθε φορά που λαμβάνει χώρα στο μυητικό πεδίο της σκοτεινής, κινηματογραφικής αίθουσας συντροφιά με άλλες 200 – 300 άγνωστες ψυχές γύρω σου. Το σιωπηλό μοίρασμα και οι αόρατες ανταλλαγές εσωτερικότητας που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων κατά την διάρκεια της προβολής μιας ταινίας δεν βρίσκεται, δεν υπάρχει και δεν αναζητείται πουθενά αλλού εκτός από εκεί μέσα: Στο ευφάνταστο κοσμοδρόμιο που ονομάζεται «Σινεμά»!   Τέτοιου είδους ευεργετικό, συνωστισμό συναισθημάτων και αδρεναλίνης δεν γεννά μηδέ το καθιστικό του σπιτιού μας με τις δεκάδες διακοπές και τις παράπλευρες ενοχλήσεις, μηδέ το γυαλί της ποταπής, υψηλής ευκρίνειας τιβί, σε όποιο μέγεθος και μοντέλο φιγουράρει απέναντι μας. Είναι αδύνατον, όπως και εσείς καταλαβαίνετε, να συγκριθεί ποτέ το θερμό με το ψυχρό, το γλυκό με το πικρό, το γόνιμο με το στείρο, η ελεύθερη ψυχαγωγία με τον ευνουχιστικό εγκλεισμό.    

Η φετινή, κινηματογραφική χρονιά θα αναφέρω πως διαφοροποιείται κάπως της προηγούμενης, καθώς πέρυσι είχαμε ταινίες σκηνοθετικού ειδικού βάρους, ενώ το 2018, μέσες άκρες διακρίθηκε από ερμηνείες. Οι σκοτεινές αίθουσες προβολής ταινιών σε όλη την χώρα, αυτό το έτος, φιλοξένησαν, περίπου, τις 343 κινηματογραφικές παραγωγές μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ και animations. Και πάλι, όπως τα τελευταία χρόνια συμβαίνει, την μερίδα του λέοντος στο άσπρο πανί κράτησε η δυνατή, η αποφασιστική και μεταλλακτική γυναικεία παρουσία.  

Το intownpost.com στο κλείσιμο της αυλαίας του 2018, ως είθισται, σας παρουσιάζει τις 12 καλύτερες ταινίες του, αυτές που άφησαν ένα καλό αποτύπωμα και στις έξι αισθήσεις μας.

Γιατί 12; Δίχως ιδιαίτερο λόγο η προτίμηση της αριθμητικής ντουζίνας, έτσι, απλά για να ξεφύγουμε από το καθιερωμένο και τετριμμένο «Οι 10 Καλύτερες…» και να τοποθετήσουμε ακόμα δυο δημιουργήματα σε μια λίστα θετικής αναφοράς από το χώρο της 7ης Τέχνης. Για εμάς, οι ακόλουθες ταινίες έχουν το ίδιο ειδικό βάρος, η κάθε μια ξεχωριστά για το κινηματογραφικό είδος που υπηρετεί και φυσικά η αναφορά δημιουργήθηκε άνευ αριθμητικής αξιολόγησης.

 

1η Ιανουαρίου  – 31 Δεκεμβρίου 2018     

«Η Πιο Σκοτεινή Ώρα»

(Darkest Hour)

Καταιγιστικός, συναρπαστικός, ανελέητα απίθανος ο Γκάρι Όλντμαν ως Τσόρτσιλ. Ήμουν σίγουρος, ότι ο αγαπητός και έμπειρος Άγγλος ηθοποιός θα άγγιζε το απαιτητικό ύψος των αναγκών της ταινίας. Και ξαφνικά, ήρθαμε αντιμέτωποι με ένα ερμηνευτικό «τέρας», που ανήγαγε τον ρόλο σε περίτρανη σπουδή, σφραγίζοντας με ύαλο και χαλκό κάθε προηγούμενη, αλλά και μεταγενέστερη υποκριτική προσπάθεια στο όνομα και στην μορφή του Γουίστον Τσόρτσιλ.

Η καλύτερη κινηματογραφική μεταμόρφωση ηθοποιού με ερμηνευτικό εκτόπισμα που του χάρισε το βραβείο Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, κάτι που το είχαν στερήσει αρκετές φορές από τον απίθανο Γκάρι. Όλη η ταινία επάνω του.      

       «Αόρατη Κλωστή»        

(Phantom Thread)

Ξανά με τον σκηνοθέτη Πολ Τόμας Άντερσον, έπειτα από το γεμάτο μαυρίλα και κατράμι «Θα Χυθεί Αίμα», ο Ντανιέλ Ντέι Λιούις ορμάει «εξαγνισμένος», μεταμορφωμένος στα σαλόνια της haute couture, ως ο άκαμπτος, ο σοβαρός, ο αλύγιστος, ο απρόσιτος και συνάμα ο ευφάνταστος, οραματιστής μόδιστρος για λίγες και εκλεκτές θηλυκές υπάρξεις του διεθνούς τζετ σετ.

Ρόλος τραβηγμένος όσο δεν παίρνει άλλο στο αλφάδι του comil faux με την κολασμένη, ανθρώπινη διαστροφή να εκδηλώνεται αδηφάγα στην παρακατιανή μορφή της κωλοπετσωμένης επαρχιώτισσας και να δαμάζεται καταστροφικά από το πάθος της κτητικότητας ακριβώς στο αόρατο νήμα της ζωής, του έρωτα και του θανάτου. Μοναδική ατμόσφαιρα, ακόμα μια εξαιρετική συνεργασία σκηνοθέτη και ηθοποιού, ακόμα μια αφοπλιστική ερμηνεία από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Γράφτηκε, ότι ως πρότυπο για την απόδοση του ρόλου χρησιμοποιήθηκε η βιογραφία του μεγάλου couturier, Κριστομπάλ Μπαλενσιάγκα.    

«Η Μορφή του Νερού»

(The Shape of Water)

Η αλήθεια είναι, ότι από το κινηματογραφικό σύμπαν απουσιάζουν τα καλά παραμύθια, αυτά που διέπονται από μυστήριο, φαντασία με βασικό πυλώνα εξιστόρησης το παράδοξο. Ο Μεξικανός Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, ο σκηνοθέτης των «τεράτων» αφιέρωσε την ταινία του στα «τέρατα» που αγάπησε. Στα ίδια κινηματογραφικά τέρατα που αγαπήσαμε και εμείς, γιατί ξεπήδησαν θεϊκά από μύθους και ιστορίες αρχαίων εποχών, καταφθάνοντας με δέος στον παρόντα χρόνο των ανθρώπων για να ανοίξουν τους κλεισμένους, ανθρώπινους νόες και όσοι από αυτούς είναι αθεράπευτα κολλημένοι να τους ανατινάξουν, έχοντας ως συνοδεία τις μουσικές του δις οσκαροβραβευμένου, ελληνικής καταγωγής συνθέτη Αλεξάντερ Ντεσπλά.

Πανέμορφο, σύγχρονο κινηματογραφικό παραμύθι, κάτι σαν την πεντάμορφη και το τέρας σε dark, ερωτική έκδοση, με σάτιρα, καυστικά, κοινωνικά σχόλια, που επάξια ο Μεξικανός σκηνοθέτης πιάνει το διπλανό στασίδι στον άλλον παραμυθά, τον Τιμ Μπάρντον, κρατώντας στα χέρια του, εκτός των άλλων βραβείων και το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. «Κι εμείς περάσαμε καλά και αυτοί… καλύτερα!»   

«Ένα Ήσυχο Μέρος»

(A Quiet Place)

Ο άνθρωπος ορχήστρα, ο ηθοποιός, παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζον Κραζίνσκι στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του ορμάει δυναμικά στον δύσκολο γαλαξία του τρόμου, της επιστημονικής φαντασίας και τα καταφέρνει περίφημα. Μαζί με την σύζυγό του, και στην ζωή, Έμιλι Μπλαντ (ζευγάρι από το 2010 και γονείς δυο παιδιών), πρωταγωνιστούν σ΄ αυτό το καλοδουλεμένο διαμαντάκι.

Συνθήκες, σκληρής επιβίωσης της οικογένειας στην απόλυτη σιωπή και την ευθύνη των γονέων να προστατεύσουν τα τέκνα τους από τυφλά, εξωγήινα τέρατα που κατασπαράζουν ό,τι ακούν. Αλληγορία, δράμα, θρίλερ και δράση περίτεχνα πλεγμένα. Το υπέροχο στην δουλειά του Κραζίνσκι είναι, ότι φιλμάρει όπως και ο άφθαστος Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν, με την ίδια ακριβώς φιλοσοφία. Σχολή μεγάλη, πια ο Ινδοαμερικανός σκηνοθέτης, άριστος «μαθητής» και ο Κραζίνσκι.

«Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας»

(Avengers: Infinity War)

Η σκηνοθεσία των  Αμερικανών Άντονι και Τζο Ρούσο κράτησε ψηλά και ατσαλάκωτη την σημαία της Marvel στο επικών διαστάσεων εγχείρημα του τρίτου κινηματογραφικού μέρους των  «Εκδικητών» με ό,τι πιο πλουμιστό, περιπετειώδες και ηρωικό υπάρχει.

Η νέο-μυθολογία και η νέο-φιλοσοφία παίρνουν την σκυτάλη και σε μια υπερ-παραγωγή εκδηλώνουν όλα τα νέο-εποχίτικα μηνύματα. Σε αυτό το φαντασμαγορικό δημιούργημα της Marvel, που συγκέντρωσε σε μια ταινία, σχεδόν όλα, τα γνωστά υπέροχα «τέκνα» της, γίνεται ο άσβεστος «φάρος», που θα φωτίζει από τούδε και στο εξής κάθε διάδρομο των φανταστικών πτήσεων του είδους στο άσπρο πανί. Η σεναριακή πλοκή, βασισμένη στα τεύχη της Marvel ικανοποίησε στο ακέραιο τους φανατικούς θεατές και τα μάλα ευχαριστημένοι αποχώρησαν από τις αίθουσες, περιμένοντας εναγωνίως το επόμενο και μάλλον τελευταίο επεισόδιο της σειράς.

«Revenge»

Η πρώτη επαφή της σε ταινία μεγάλου μήκους, το σκηνοθετικό της ντεμπούτο εν ολίγοις και η  42χρονη Γαλλίδα Κοραλί Φαρζά ορμάει σαν θηλυκός τυφώνας στον ερμητικά κλειστό κύβο της εκδίκησης, αλλάζοντας άρδην την εσωτερική διακόσμηση του γεωμετρικού σχήματος. Ξεκινάει από το χρώμα και το ανάλαφρο, πουτανίστικο ροζ το αντικαθιστά με αυτό του πηχτού, ανδρικού αίματος, ολούθε. Καίει τελετουργικά σε επίπονη σαμανική φωτιά το στίγμα της bimbo και στην θέση της υποδέχεται, ως αναγεννημένος φοίνιξ, το άγριο πνεύμα της λύκαινας, της λυσσαλέας αμαζόνας, τοποθετώντας γύρω της τα κορμιά των αρσενικών κάφρων με πάμπολλες τρύπες στα υπερφίαλα σαρκία τους.

Αγαπήσαμε πολύ την ταινία γιατί ξεχειλίζει από θράσος, στιλ και η νεαρά πολλά υποσχόμενη Ματίλντα Ίνγκριντ Άννα Λουτζ είναι χάρμα οφθαλμών.

«Το Βιβλιοπωλείο της Κυρίας Γκριν»

(The Bookshop)

Το σθένος και η γυναικεία μαχητικότητα της κυρίας Γκριν, που δεν αναζητούν ταμπούρια και σιδερόφρακτες συμμαχίες για να νικήσουν, ακόμα κι αν η μάχη διαφαίνεται μάταιη και δίχως ελπίδα, προβαίνουν σε μια καταμέτωπον σύγκρουση με όπλα την καλοσύνη, την ανιδιοτέλεια και την ελεύθερη σκέψη.

Η Έμιλι Μόρτιμερ, ο Μπιλ Νάι και η Πατρίσια Κλάρκσον απίθανοι σε μια Αγγλία πνιγμένη στον συντηρητισμό και στο φθόνο απέναντι στην όψη του ακέραιου, του φωτεινού, του καινούργιου και του δυνατού. Βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας συγγραφέως Πενέλοπι Φιτζέρλαντ, η ταινία μοιάζει σαν να ξεφυλλίζεις τελετουργικά το βιβλίο. Γυναικεία υπόθεση και πολύ καλή δουλειά από την Καταλανή σκηνοθέτιδα  Ιζαμπέλ Κοϊξέ, που απέσπασε 3 κινηματογραφικά βραβεία Γκόγια, ανάμεσά τους και της Καλύτερης Ταινίας.  

«Νόμος Περί Τέκνων»

(The Children Act)

Μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βραβευμένου, μπεστ σέλερ μυθιστόρηματος του Άγγλου Ίαν ΜακΓιούαν, σε σενάριο από τον ίδιο τον συγγραφέα και σκηνοθεσία του Ρίτσαρντ Έϊρ. Η μεγάλη ηθοποιός Έμα Τόμσον στο ρόλο της δικαστίνας απλώνει ένα σύγχρονο, κοινωνικό δοκίμιο, διασχίζοντας τα βαλτόνερα της ηθικής με ταχύπλοο και προορισμό την νησίδα της γνωσιακής ευπρέπειας. Λογική και ευγένεια σαλοπατούν επιδέξια και ψυχαναλύονται πρόσωπο με πρόσωπο με όλα τα τέρατα του σκοταδισμού, της τυφλής, θρησκευτικής πίστης και του γνώριμου στοιχείου της ελευθερίας του έρωτα.

Ερμηνείες, ιστορία, φωτογραφία, παραγωγή και μαστόρικη σκηνοθεσία αναδεικνύουν το αγγλικό σινεμά, που θυμίζει καλές εποχές Τζέιμς Άιβορι. Η περσόνα  Έμα Τόμσον σε καθηλώνει στην καρέκλα με την ερμηνεία της από το πρώτο λεπτό.

«Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη»

(Τhe Man Who Killed Don Quixote)

Το όνειρο του έλαβε σάρκα και οστά. Όνειρο τριάντα χρόνων, που έπειτα από τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες της παραγωγής, αναβολές των γυρισμάτων λόγω της ασθένειας του Ζαν Ροσφόρ (ο Γάλλος ηθοποιός αρχικά είχε τον βασικό ρόλο), αλλά και τα θέματα υγείας που αντιμετώπισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Δον Κιχώτης του τρελο-Αμερικανού Τέρι Γκίλιαμ, αποκαλύφθηκε. Ο Γκίλιαμ σκηνοθετεί τον εαυτό του, την μεγάλη διαδρομή του στην Τέχνη του σινεμά, τα όνειρα του, τις αποτυχίες του.

Ένα κινηματογραφικό παραμύθι για όσους αγάπησαν με την καρδούλα τους τον ευφάνταστο Αμερικανό σκηνοθέτη, για όσους ακόμα πλέκουν σκάλες από την μακριά κόμη γυναικών, ώστε να ανεβούν, πλήρους αισιοδοξίας, ψηλά στα σιωπηλά αστέρια. Εμείς, όλες αυτές τις δεκαετίες λατρέψαμε τον Τέρι Γκίλιαμ των Μόντι Πάιθονς, τον Τέρι των παραμυθιών και ταξιδέψαμε με τον Δον της Μάντσας στους δικούς του ανεμόμυλους.  Όσο παραμυθένια και παράδοξα φαντάζουν τα γεγονότα της ταινίας, τόσο αληθινά, συγκινητικά, αναζωογονητικά και ορθά φιλοσοφημένα είναι.

Τέρι, αγαπημένε μας Τέρι….

«Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ»

(The House that Jack Built)

 

Ο Δανός «προβοκάτορας» σκηνοθέτης Λαρς φον Τρίερ αποδομεί την μέχρι τούδε κινηματογραφική φιλοσοφία των serial killers για να χτίσει τον νέο άνθρωπο. Εντελώς διαφορετικό από τις προηγούμενες ταινίες του, με ψήγματα αναφορών σε αυτές είναι μια ολόκληρη ιστορία το θέμα του και έχει να κάνει με τον εγκληματία, τον «κοντό» ή τον «ψηλό» άνθρωπο, το νοσηρό μυαλό και την απανθρωπιά της σκέψης. Ο καθρέπτης του άθλιου ανθρώπου, που εγκληματεί καθημερινά.

Ο Ματ Ντίλον αναδύεται από την αφάνεια και δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στον ρόλο του κατ΄  εξακολούθηση δολοφόνου Τζακ με θέση, άποψη και φιλοσοφικούς κάβους που σοκάρουν. Σήμερα τον Τριερ τον χαρακτηρίζουν υβριστή και βέβηλο, στο μέλλον όμως θα τον αποκαλούν ιδιοφυία. Από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της κινηματογραφικής χρονιάς, που θα θυμόμαστε για χρόνια. 

 «Mandy»

Ένα απλό είδος τρόμου αριστοτεχνικά ειπωμένο. Τα γνωστά στοιχεία που περιλαμβάνει μια ταινία του είδους (ψυχεδέλεια, αποκρυφισμός, θάνατος, οργή και εκδίκηση) απλώνονται τόσο περίτεχνα στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του Πάνος Κοσμάτος, που πραγματικά σε μαγνητίζει.

Η υποβλητική μουσική του  Γιόχαν Γιόχανσον,  η απόγνωση και η οργή στο πρόσωπο του Νίκολας Κέιτζ, που έχει καιρό να παίξει σε κάτι της προκοπής, η «Μάντι» κατορθώνει να σταθεί στον αφρό της διαφορετικότητας του cult και να ξεχωρίσει όχι απλά ως ταινία γκορ τρόμου, αλλά ως τρομακτικό έργο τέχνης.

Η γόνιμη έκφραση του σινεμά διαθέτει Κάλλος ακόμα και στις ταινίες φρίκης, καθώς το Κάλλος ενυπάρχει παντού, ορατόν και αόρατον.

«Κλέφτες Καταστημάτων»

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα του 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018. Επιτέλους, μια από τις πιο εύστοχες βραβεύσεις του συγκεκριμένου θεσμού των τελευταίων ετών. Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα έκανε το θαύμα του, μετασχηματίζοντας τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις.

Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας. Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας.

Απλά, μαγευτικό, απλά υπέροχο!!!

«Όνειρα Μεταμεσονύχτιας Προβολής», του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μοιάζει με παραμύθι αλλοτινών εποχών αλειμμένο από φανταστικές ιστορίες. Το ανέμισμα ενός ξημερώματος Κυριακής στην πόλη των πραγμάτων και των θαυμάτων μας, ήταν πάντα διαφορετικό όταν συνοδευόταν από μεταμεσονύκτιες, «φευγάτες», κινηματογραφικές προβολές. Το γράφει κάποιος που στην εκπνοή της εφηβείας, στην νιότη του ακόμα και στα πρώιμα χρόνια της ωριμότητας δεν άφηνε μεταμεσονύχτια, κινηματογραφική αίθουσα άπαρτη.

Κι όπως κάθε παραμύθι, έτσι κι αυτό είχε τον δικό του δράκο να φυλάει τα ιερά περάσματα και τα μύχια των επιθυμιών. Ποια είναι αυτά; Μα, η καθολική αφιέρωση του Σαββατόβραδου σε μια σκοτεινή αίθουσα, γεμάτη μυστήριο, μύθους, τρόμο, αίμα, μαγεία, παρανοϊκούς ήρωες, ανθρώπινα και εξωπλανητικά τέρατα. Κάποτε, τότε, που ακόμα δεν είχε ναρκωθεί η γόνιμη κοινωνικότητα στην άθραυστη γυάλα του απομονωτισμού, αλλά ήταν αυτό καθεαυτό πραγματικό γεγονός και η μεταμεσονύχτια προβολή ήταν το πολυεδρικό αλισβερίσι των αμέτρητων συναισθημάτων, όταν μερικοί κινηματογράφοι φιλοξενούσαν πλήθος ανθρώπων αναζητώντας στο σκοτάδι της αίθουσας την έκρηξη μεγατόνων του πηγαίου συναισθήματος.

Η μεταμεσονύχτια προβολή ταινίας ανάπνεε, ζούσε, σάλευε ανάμεσά μας ως ιστορία πόλης, κλείνοντας ή ανοίγοντας την σαββατιάτικη μας έξοδο. Συνήθως την άνοιγε, εδώ που τα λέμε, όπως άνοιγε και την όρεξη για παγωμένες μπύρες και φαγάκι με αφοριστικά, λιπαρά εδέσματα και αξημέρωτες συζητήσεις μέχρι να δοκιμάσεις, εκτός των αντοχών σου, και το πρώτο, τραγανό κουλούρι ξημέρωμα Κυριακής στην συμβολή Ιπποκράτους και Ακαδημίας. Παραμυθένια όλα αυτά. Το γνωρίζω πως είναι. Τα έζησα έντονα, όταν ακόμα υπήρχε σινεφίλ μεράκι από τους αιθουσάρχες, τους διανομείς και εσωτερική ανάγκη επικοινωνίας από τους θεατές. Όταν η εξωστρέφεια δεν ήταν ελάττωμα αλλά η γεφύρωση μιας επιβεβαίωσης, πως ήμαστε πολιτικά όντα με δίψα για ανθρώπινη συναναστροφή μέσα από την μαγεία της 7ης Τέχνης. Τι, όμορφες εποχές! Αχ, βρε νεολαία της γενιάς του καντράν, πόσο άδεια θα καταλήξεις στο άλμπουμ των προσωπικών σου εικόνων, πόσο στεγνή και άφορη στην προπαίδεια των εμπειριών σου.

Τα κρυφά τηλεφωνήματα και οι μεταξύ μας συνεννοήσεις στο Λύκειο πέφτανε βροχηδόν όταν ενημερωνόμασταν από τους μεγαλύτερους, πως το Ελυζέ, το Ριάλτο, η Ααβόρα, το Άλφαβιλ ή η Δεξαμενή, το Ιντεάλ σήκωναν στο νυχτερινό, άσπρο πανί τεφαρίκι πράγμα. Συνομωσίες και οργάνωση επικίνδυνων αποστόλων ακρίβειας ξεκινούσαν από τη Πέμπτη, σχεδιαζόντουσαν στην λεπτομέρεια τους, με κανά δυο δοκιμασμένους συγγενείς ή οικογενειακούς φίλους ως συμμάχους, εκεί προς τα τελειώματα της εφηβείας, για να ξεγλιστρήσουμε ανώδυνα από τον στενό κλοιό της περιχαρακωμένης, φαμιλιέρικης εστίας και να ρολάρει στην συνέχεια το ξενύχτι με παρείστικο κουβεντολόι, πάντα, εντός των πεπραγμένων της ταινίας.

Οι μεταμεσονύχτιες, κινηματογραφικές προβολές πληρούσαν τις προϋποθέσεις κάθε καλού παραμυθιού και στα μικρά διαλείμματα (μέχρι να αλλαχτεί στο τσακ μπαμ η μπομπίνα) τα φουαγιέ των αιθουσών παραδινόντουσαν στα μουρμουρητά, στα γέλια, στο ντουμάνι του γρήγορου τσιγάρου, ενώ στην σκοτεινή αίθουσα, το φως επάνω στο μικρό τετράγωνο άνοιγμα, άσβεστο. Ο προβολατζής παρών στο καμαράκι, κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λιώμα ο άνθρωπος από την κούραση των συνεχόμενων παραστάσεων. Μερικές έξυπνες ατάκες από την γαλαρία που ήταν σε εγρήγορση για την αφηρημάδα του, την αργοπορία στην αποκατάσταση της όποια βλάβης ανέβαζαν τον υδράργυρο στο νυχτερινό θέαμα επί της οθόνης. Φώτα σβηστά, μεταμεσονύκτιο, μονότονος ο ήχος της μηχανής, αδιαχώρητο στην αίθουσα, σιγή ερήμου, Ρότζερ Κόρμαν στο πανί… ξεκινάμε!

Μεταμεσονύχτιες δόσεις χρυσόσκονης

Ανείπωτη η ατμόσφαιρα στις μεταμεσονύχτιες προβολές. Ταινίες τρόμου και φαντασίας άλλων κινηματογραφικών δεκαετιών, ακόμα και των πιο σύγχρονων με το αναγνωρισμένο σφράγισμα του «cult», κάτι σαν το αιρετικό μαρκάρισμα του τρισκατάρατου. Στις μεταμεσονύχτιες προβολές, ως επί το πλείστον «τρέχανε» ταινίες, που μοσχοβολούσαν παρελθόν, βλέποντας στην μαυρόασπρη οθόνη τις βαθιές, λευκές «ρυτίδες» του χρόνου πάνω στο φιλμ (φιλμ ήταν τότε). Πολλές ήταν οι φορές που κατά την διάρκεια της προβολής σιγοψιθυρίζαμε μεταξύ μας αγχωμένα: «τώρα θα μας μείνει», «μας τελείωσε», «θα κοπεί». Αλλά και πάλι όταν «έμενε», όταν «τελείωνε» ή όταν «κοβότανε» η προβολή στην πραγματικότητα δεν έμενε, ούτε τελείωνε, ούτε κοβότανε, απλά, η ταινία έφερνε μαζί της την ανεξίτηλη αίσθηση της μυθικής παλαιότητας. Παρακολουθούσαμε, επίσης, ταινίες ελάχιστα παιγμένες στην Ελλάδα, που εκ δεδομένου δεν ήταν για το ευρύ κοινό, αλλά ο αιθουσάρχης που ήταν «τσίου» και πωρωμένος σινεφίλ, διαχειριζόταν τα ένστικτά του αλάνθαστα.  

Το εισιτηριάκι φτηνό, προσβάσιμο για τα βαλάντια της εποχής, αν και στον συνωστισμό, στον γενικότερο χαμό του ταμείου υπήρχαν και οι γνωστοί άγνωστοι τζαμπατζήδες, που γλιστρούσαν σαν τα χέλια στο λάθρα, εκμεταλλευόμενοι την, εκ του ταμειακού κουβουκλίου, ορατότητα μηδέν. Στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ, ενίοτε, ήταν καλά στριμωγμένο το παγωμένο, παράνομο, μπυρόνι μαζί με το ανοιχτήρι από το σπίτι και όταν άνοιγε η φιάλη στο πλήρες σκότος, έπειτα από τόσες ώρες αναμονής, ο ζύθος είχε γίνει υγρό για ξύρισμα, αλλά είχε την γλύκα του, διάολε. Καθένας έφερνε το κάτι τις μαζί του. Ο Τέλης ήταν πάντα των αλμυρών μπισκότων και του ευκολομεταφερόμενου ποτού. Ο Θοδωρής φιστικάκι αράπικο ή στραγάλια από την καβάντζα του πατέρα του, η Βικούλα έπαιζε ανάμεσα στα καθαρισμένα καρότα και τα μπατόν σαλέ, η Αύρα πάντα τσιπς, ενώ εγώ κουλουράκια φτιαγμένα από την χρυσοχέρα κυρία Όλγα. Αυτά τότε, πριν χρόνια σαν εκδρομή φίλων στα μεταμεσονύχτια, κινηματογραφικά βασίλεια του παράδοξου.

Ελάχιστοι κινηματογράφοι, συνήθως του κέντρου, αφού τραβούσαν το προγραμματισμένο «κουπί» των απογευματινών και βραδινών προβολών, στις εντεκάμιση αρχικά, έπειτα κατά τις δώδεκα παρά του Σαββάτου, το σινεμά υποδεχόταν τους «άλλους», τους «μυημένους», που είχαν πάρει γραμμή για το έργο. Λίγοι στην αρχή, περισσότεροι στην συνέχεια, το αδιαχώρητο προς το τέλος της χειμερινής σεζόν. Ένα διαφορετικό σύμπαν, μυστηριώδες, απαιτητικό, άτακτο, ενθουσιώδες αναλάμβανε να ταξινομήσει, είτε βωβά, είτε θορυβωδώς τον παλμό του παράδοξου της κινηματογραφικής ταινίας, που κατέληγε σε ενθουσιασμό. Ούτε γκόμενα να ήταν.

Αρκετά φιλμς άγνωστα στο ευρύ, φιλοθεάμον κοινό απέκτησαν την μαγική χρυσόσκονη της μεταμεσονύχτιας προβολής τους, το πασαπόρτι από τους «τρελαμένους», εξαργυρώνοντας το πιο σπάνιο εισιτήριο που υπάρχει: Να βλέπεις στην μεγάλη οθόνη ενός κινηματογράφου, ώρα δώδεκα νυχτερινή, ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα από το βασίλειο του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας ή την απερίγραπτη παπαριά και, διάολε, να χαίρεσαι το ίδιο. Αυτό ήταν, η χρυσόσκονη που αναφέραμε μετασχημάτιζε συνεχώς.

Εσύ, η παρέα σου, ακόμα διακόσιοι, παντελώς άγνωστοι άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και φύλου, στην σκοτεινή αίθουσα απέναντι από το μεγάλο πανί να ζεις, να μοιράζεσαι το γέλιο, την αγωνία, τον τρόμο, την ξερολίαση, την έντονη κριτική, το γιουχάισμα, το κράξιμο (κάποιες φορές) ή την χαρά, που επιτέλους είδες την ταινία που είχες κάπου διαβάσει, που είχες κάπου ακούσει τόσα «μυθικά» και τρανά γι αυτήν. Το μεγαλείο του αυθορμητισμού. Κι αυτό γιατί, είτε δεν αντάμωσες ποτέ με το έργο, διότι όταν προβλήθηκε στην χώρα σου δεν ήσουν καν στον οικογενειακό προγραμματισμό, είτε γιατί ήταν απαγορευτική για τα ελληνικά ταμεία των κινηματογράφων και δεν αποκαλύφθηκε, είτε ακόμα γιατί η μισητή ένδειξη «Ακατάλληλον δι Ανηλίκους» στην πρώτη προβολή της έσερνε το ανάθεμα από τα πυρωμένα σωθικά στα παιδικά σου χείλη.

Αυτές ήταν οι μεταμεσονύχτιες προβολές. Η μύηση σε ανώτερες βαθμίδες της σινεφίλ επικοινωνίας, που πουθενά αλλού δεν προέκυπτε. Πιστέψτε με! Ήταν η ελευθερία της ανοιχτής έκφρασης, που δεν την είχες στις απογευματινές και τις βραδινές προβολές με το οικογενειακό σετάρισμα, τους «μυστήριους» και τους καθώς πρέπει. Καλές κι εκείνες, αλλά μεταμεσονύχτιο σε ηλικία 17 χρόνων να παρακολουθείς την ταινία του 1934 «Το Φάντασμα του Τρόμου» (Return of the Terror), του  Χάουαρντ Μπρέρθτον, παρών στην αίθουσα προβολής, ήταν το όνειρο, η φεγγαράτη βόλτα στον μύθο. Ήταν η μάζωξη των «σαλταρισμένων». Ήταν η επιστράτευση των αρετών, αυτών της ανοχής και της κατανόησης στο να ακούς από τον πάσα άγνωστο υπέροχες κινηματογραφικές ξεναγήσεις με γνώση και ύφος περισπούδαστο (γιατί ήξερε πως είναι καλός στο είδος) έως την κάθε μαλακία από τον ξενέρωτο τύπο που βρέθηκε ξέμπαρκα στην «στοά» των μυημένων, γιατί τον έσυρε η γκαζωμένη, με τον Ντάριο Αρτζέντο, κοπελιά του.

Η χωροχρονική πύλη της μεταμεσονύχτιας προβολής είχε σημασία, γιατί ελάχιστοι ήταν οι μαγικοί «σινεμάδες», που τολμούσαν να σε υποδεχθούν και να σε «περάσουν» στο παράδοξο του λευκού πανιού. Τα «στέκια» ήταν ξεκάθαρα και νοικοκυρεμένα στο νοητικό του θεατή. Όπως κάνα δυο ήταν κι αυτοί, οι αιθουσάρχες που πήραν την πρωτοβουλία να ανοίγουν τις σάλες τους στο βαρύ μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου προς την Κυριακή με τα μπαρ στα φουαγιέ τους κλειστά και να μην μπορείς να ψωνίσεις ούτε τσιπς, ούτε ποπ κορν και αναψυκτικά για τους «κολασμένους». Κολασμένοι; Όχι δα! Αρπαγμένοι, διψασμένοι, πωρωμένοι, φεγγαροκτυπημένοι ναι.

Τα «άβατα» και οι «γαλαζοαίματοι» της ιδέας

Σινεμα Plaza
Ααβόρα Art Cinema
Σινεμά Άλφαβιλ
Αντώνης Στεργιάκης
Σινεμά Ideal

Το σκονισμένο ιστορικό βιβλίο των μεταμεσονύκτιων προβολών έχει καταχωρημένο ως πρώτο όνομα τον άνθρωπο που σκέφτηκε την δημιουργία των μεταμεσονύκτιων, κινηματογραφικών προβολών. Βαγγέλης Κοτρώνης! Έτσι απλά. Δεν τον γνώρισα και δεν τον πρόλαβα. Ό,τι ξέρω γι  αυτόν τον άνθρωπο είναι μόνο εξ΄ ακοής. Ο εφευρέτης, ο ήλιος του μεταμεσονύχτιου, ο άνθρωπος με την σκέψη, ότι οι πραγματικοί σινεφίλ κι όχι οι «λαδωμένοι» κουλτουριάρηδες με τα κασκόλ, τα ταγάρια στους ώμους, το μπλαζέ ύφος, που ανακάλυψαν την Αμερική χθες, αλλά οι απομονωμένοι μαυροτζινάδες με τις νεκροκεφαλές στα μπρελόκ, τα σταμπαριστά μακό και το βλέμμα αεροπλάνο, που έπρεπε να συναθροιστούν, να δει ο ένας την φάτσα του άλλου, να ταξιδέψουν, να πάρουν παρουσίες, να ανταλλάξουν απόψεις, να αποκαλυφθούν κάτω από τα χλωμά φώτα του τρόμου και σε αυτά των αστεριών του διαστήματος της μεγάλης οθόνης.

Ο Κοτρώνης έπιασε την ιδέα των μεταμεσονύκτιων προβολών προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, αναφέρει η ιστορία. Την είδε να υλοποιείται το ΄80 και μετά ο επίλογος δυσάρεστος. Χάθηκε ο άνθρωπος σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Πρόλαβα όμως το θρυλικό «Ελυζέ» πίσω από το Χίλτον (σήμερα θέατρο Ελυζέ), που το απόγευμα και το βράδυ ήταν τσοντάδικο και το μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου βασίλευε ο Κρίστοφερ Λι. Ήταν και κάποιος, ονόματι «Τσούκου», που έκοβε τα εισιτήρια, μουρμουρίζοντας συνήθως ακαταλαβίστικα σαν τον Αλ Πατσίνο ως Μπιγκ Μπόι Καπρίς στο Ντικ Τρέισι: «..και ήρεμα στην αίθουσα!», κοιτώντας λοξά αλλού και γελούσαμε. Καλός άνθρωπος, έλεγαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Είχαν φτιάξει και κάρτες μελών για τους «ανίατους» και συχνούς επιβάτες των προβολών τρόμου.

Άλλη μυρωδιά η σάλα της μεταμεσονύχτιας προβολής, αξέχαστη αίσθηση το κάθισμα, διαφορετικοί και οι θόρυβοι, ακόμα και στους εξώστες. Γαλαξίας ολόκληρος με τον δικό του ήχο και τις χαρακτηριστικές οσμές της ελευθερίας της αθωότητας, της νεότητας, όπως μασχαλίλα, μερικώς, εφηβική απλυσιά και κυριλέ, γαλλικό άρωμα σε μίξη με τα προηγούμενα που σκότωνε σιδερόφρακτο έντομο στα 300 μέτρα. Γνώριμη εσωτερικά η ατμόσφαιρα του άβατου, που δεν είχε καμιά σχέση με αυτή των προηγούμενων «sic» προβολών. Όλα αυτά τότε!

Εάν ο Βαγγέλης Κοτρώνης, ο Νίκος Ζερβός, ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης ήταν οι βασιλιάδες, οι πιονέροι των μεταμεσονύκτιων προβολών, ο Αντώνης Στεργιάκης ήταν ο αληθινός πρίγκιπας. Εάν το Ελυζέ, το Άμλετ, το Ριάλτο, η Ααβόρα – Art Cinema του εξαιρετικού κ. Θεόδωρου Ρίγγα (πρόεδρου τότε της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων), η «Δεξαμενή», η «Πλάζα» και το ιστορικό «Ιντεάλ» της οικογενείας Σπέντζου ήταν οι μεταμεσονύχτιες οάσεις, τότε το «Άλφαβιλ» της οδού Μαυρομιχάλη ήταν το πριγκιπάτο του Μονακό. Μεσούσης της δεκαετίας του ΄80 και ο Αντώνης Στεργιάκης – τον γνώρισα προσωπικά και συζητούσαμε ώρες ατελείωτες για σινεμά (δεν είναι πια κοντά μας ο  απίθανος κύριος Αντώνης) – πήγε το θέμα ακόμα παραπέρα. Αγόρασε το, επίσης, τσοντάδικο «Playboy», προς το τέλος της οδού Μαυρομιχάλη και το μεταμόρφωσε σε αίθουσα ταινιών τέχνης, όπως έπραξε και ο κύριος Θεόδωρος Ρίγγας το 1983 με τον κινηματογράφο «Ααβόρα – Art Cinema». Ο κύριος Αντώνης Στεργιάκης, αιθουσάρχης και διανομέας ασχολήθηκε με την μπουτίκ του cult movie, προσφέροντας αληθινά διαμάντια στους σινεφίλ. Ρομαντικός της πιάτσας, ψαγμένος, λάτρης του σινεμά (κάτι που μετέδωσε και στους παίδες του, τον Γιώργο και τον Δημήτρη), έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά να βλέπει διαφορετικά την κινούμενη εικόνα. Λες και κατανοούσε τους θεατές της μεταμεσονύχτιας προβολής, που «θυσίαζαν» το Σαββατόβραδό τους για μια σπιντάντη μπιμουβιά και δεν πήγαιναν με το «πρόσωπο» στα κλαμπάκια και τα μπαράκια, αλλά στο «Άλφαβιλ».

Έμπειρος στο μάτι έκοβε με την μια την ποσότητα του ηλεκτρικού φορτίου από την κεραυνοπληξία που είχε αρπάξει η «ομάδα» και σε σταματούσε στο φουαγιέ να δώσει ένα δυο κατατοπιστικά tips της ταινίας. Απίθανος ο κύριος Αντώνης! Ένα πρωινό του 1993, ως νέος δημοσιογράφος-κριτικός ταινιών πια, στην μικρή αίθουσα προβολής ταινιών στα γραφεία της ΑΜΑ films, μαζί με μερικούς ακόμα συναδέλφους βλέπαμε μια ταινία για να γράψουμε στην εφημερίδα. Μαζί μας στην αίθουσα παρακολουθούσε και ο κύριος Αντώνης. Έβλεπα και κρατούσα σημειώσεις στο μπλοκ. Μόλις τελείωσε η προβολή με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε: «Μ΄ αρέσει που σημειώνεις. Το αγαπάς το σινεμά και δεν το κοιτάς αφ’  υψηλού!» Με τον φίλο και συνάδελφο Πάνο Χρυσοστόμου, του είχαμε δώσει το δικό μας όνομα: «Ντον Τόνι!», του άρεσε, το άξιζε.. Να είναι καλά η ψυχούλα του εκεί που βρίσκεται.

Κάπου εκεί στις αρχές της νέας χιλιετίας οι μεταμεσονύχτιες προβολές πέρασαν στην αιωνιότητα σαν να δάγκωσε η «νυχτερινή πριγκηπέσα» το φαρμακωμένο μήλο και έπεσε σε επιθανάτια νάρκη, τοποθετημένη στην άθραυστη γυάλα που αναφέραμε παραπάνω. Πλάκωσαν τα φεστιβάλ, οι κινηματογραφικές βεγγέρες, τα παντός τύπου και είδους σινέ-αφιερώματα και η μάχιμη «φυλή» των φεγγαροκτυπημένων της μεταμεσονύχτιας προβολής μαζεύτηκε ξανά στα σιωπηλά, άβατα και απροσπέλαστα μέρη της. «Δεν γουστάρω τα φεστιβαλικά και τα αφιερώματα με τους ξενέρωτους. Είναι ζόμπι όσοι πάνε και το σκεπτικό είναι αλλού, στη διαφήμιση και στα φράγκα!», είπε χαμογελώντας ο 27χρονος Άρης, που τα «πήρε» γιατί γύρισε σε ριμέικ ο φλώρος Λούκα Γκουαντανίνο την «Suspiria». Ο Άρης, σπόρος ακόμα, τον έσερνε ο πατέρας και φίλος μου Χρήστος στις τελευταίες ανάσες των μεταμεσονύχτιων προβολών, κι όλο αυτό τον σημάδεψε

Πέρσι, ο συνάδελφος δημοσιογράφος και φίλος Άκης Καπράνος (συνέντευξη εδώ) αφαίρεσε την άθραυστη καλύπτρα και φίλησε στο μάγουλο την «νυχτερινή πριγκηπέσα», κι εκείνη άνοιξε τα βλέφαρα για να βρεθεί στην αίθουσα του «Ααβόρα», που δεν είναι πια στα χέρια του κ Θεόδωρου Ρίγγα, αλλά της θυγατέρας του Πέγκυς, που ως γνήσια απόγονος «γαλαζοαίματου» αιθουσάρχη, συνεχίζει την ιστορία του ελληνικού σινεμά και δη του αθηναϊκού. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο κ. Θεόδωρος Ρίγγας, εκτός της «Ααβόρας», το όνομα του ταυτίστηκε άρρηκτα με τους κλασσικούς θερινούς κινηματογράφους των Αθηνών: «Ριβιέρα», «Βοξ», «Παναθήναια», «Αθηναία» και «Άννα».

Ο Άκης και η Πέγκυ σήκωσαν την σκονισμένη αυλαία της μεταμεσονύχτιας προβολής, αποκαλύπτοντας το ξεχασμένο μιράκολο στο άσπρο πανί της μεταμεσονύχτιας πρόσκλησης των φεγγαροχτυπημένων. Και η «φυλή» ανταποκρίθηκε άμεσα, αφήνοντας τα ορεινά, απομονωμένα τοπία για να συγκεντρωθεί ξανά στην φιλόξενη σκιά του σπάνιου, αφρικανικού, ελαιοφοίνικα «Ααβόρα», επί της οδού Ιπποκράτους στη Νεάπολη με την μηχανή προβολής του 1928 φάτσα κάρτα στην υποδοχή, που χρησιμοποιείτο στο παρελθόν ως σκάντζα σε περίπτωση βλάβης.

Ο Άκης Καπράνος ζωντάνεψε το δικό του όνειρο, να δημιουργήσει, εν μέσω κοινωνικής και πολιτιστικής πτώχευσης, το δικό του νυχτερινό στέκι, αυτό του κινηματογραφικού, παράδοξου, μεταμεσονύχτιου παραμυθιού.

Η Πέγκυ Ρίγγα συνεχίζει την ένδοξη διαδρομή του αιθουσάρχη πατέρα της, μαχόμενη, όπως όλοι οι εναπομείναντες αιθουσάρχες άλλωστε, με τα στοιχειά της ελλαδικής κρίσης, αφήνοντας την Αρχαιολογία και τις ανασκαφές.

Η «φυλή» πια έχει όνομα και η μεταμεσονύκτια προβολή του 2017-18, ονομάζεται «Midnight Express». Και ως ταχεία με καθορισμένο δρομολόγιο στο σινεμά της φαντασίας και του τρόμου τα καθίσματα στα βαγόνια του κινηματογράφου «Ααβόρα» της Ιπποκράτους είναι φουλ από θεατές.

Άκης Καπράνος
Πέγκυ Ρίγγα

Από τις επιτυχημένες μεταμεσονύχτιες κινηματογραφικές προβολές του Midnight Exrpress : The «Rocky Horror Picture Show», «Λαβύρινθος», «Christine»

Το «νέο αίμα» των μεταμεσονύχτιων προβολών

Το «Midnight Express» ξεκίνησε πέρσι πλήρως οργανωμένο το επιτυχημένο ταξίδι του και ο μηχανοδηγός Άκης Καπράνος, επιλέγει προσεκτικά και με μεράκι ταινίες του παγκόσμιου σινεμά, που άφησαν το δικό τους, ξεχωριστό αποτύπωμα στο βασίλειο του horror και wired movie. Πραγματικά υπέροχο και οι νέοι, αλλά και οι παλαιότεροι θαυμαστές-θαμώνες της μεταμεσονύχτιας προβολής εντάχθηκαν στο αναστημένο, μαγικό κινηματογραφικό, ανέμισμα της σαββατιάτικης χρυσόσκονης, όπως τότε, ξημέρωμα Κυριακής.

Το δρομολόγιο του «Midnight Express» τραβάει γραμμή για δεύτερη χρονιά φέτος το ίδιο εντυπωσιακά. Σύντομα, εδώ στο InTownPost.com, θα φιλοξενήσουμε τον Άκη Καπράνο να μας μιλήσει ο ίδιος για το «ξύπνημα» των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Αθήνα, αλλά και για τον δεύτερο χρόνο της θαυμαστής διαδρομής του. Μέχρι τότε, εμείς, τα πνεύματα του εύοσμου, κινηματογραφικού, μεταμεσονύχτιου παρελθόντος, χαιρετίζουμε από ψυχής αυτήν πρωτοβουλία, που, τελικά αποδείχθηκε, πως δεν ήταν ένα απλό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού, αλλά η ανάγκη, η επιμονή να μην χαθεί η «νυχτερινή πριγκηπέσα» του διαφορετικού κινηματογραφικού διαλόγου και του παθιασμένου συναισθήματος για επικοινωνία, έστω κι αν είναι μαύρα μεσάνυχτα.

Δεν γνωρίζω, ως προς την ενημέρωση, εάν παίζει, μέχρι σήμερα, το ίδιο νόστιμο κουλούρι στην συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας ξημέρωμα Κυριακής. Παρά ταύτα καλό ξημέρωμα εύχομαι!