fbpx

«Ιστορίες πολλών οκτανίων σε σιρκουί ερμηνειών», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 12

Είναι απλό το τι αναζητά ο μέσος θεατής από το κινηματογραφικό θέαμα. Καλές ιστορίες περίτεχνα δοσμένες να αγκαλιάζουν το καρδιακό πλέγμα μας, να ζεσταίνουν το συναίσθημα και να ερεθίζουν τους εγκεφαλικούς νευρώνες για να έχουμε να θυμόμαστε και να κρατούμε ανθεκτικά σημεία επαφής όταν αναφερόμαστε στην Τέχνη των τεχνών. Τα υπόλοιπα είναι τρίχες κατσαρές. Τα κουκιά, όπως λένε, στο συγκεκριμένο θέμα είναι σε απόλυτο αριθμό μετρημένα και κανέναν παζάρι δεν σηκώνει. Φυσικά και δεν πρόκειται για απαίτηση, αλλά για το αυτονόητο της ψυχαγωγίας.

Οι βαριές βιομηχανίες της 7ης Τέχνης ανά την υφήλιο, επί σειρά δεκαετιών, καταστάλαξαν με βαθιά γνώση στην φιλοσοφία της δύναμης ως προς την χρήση της κινούμενης εικόνας στον λαό και υπηρέτησαν ευλαβικά το αυτονόητο της Τέχνης του σινεμά. Όλοι γνωρίζουμε, πως ο κινηματογράφος είναι σημαντικό «όπλο» προπαγάνδας και η κοινωνιολογία της 7ης Τέχνης έχει αναπτύξει σε δεκάδες χιλιάδες πονήματα, δοκίμια και αναλύσεις το πόσο εύκολα η συνεχόμενη ροή κινηματογραφικών θεμάτων μπορεί να κατευθύνει και να μετασχηματίσει την πνευματική σκέψη του ανθρώπου, ώστε το πόπολο να δημιουργήσει πρότυπα, στην συνέχεια να αντιγράψει συμπεριφορές και στο τέλος να τα μιμηθεί έως πειθήνια να τα ασπασθεί. Σε αυτό, βέβαια, έχει συμβάλει τα μάλα και το αρραγές, παράλληλο κύκλωμα προώθησης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την μόδα, που όλα τους λειτουργούν συμμαχικά, πάνω από έναν αιώνα, στην ψυχολογία του θεατή και στην διαμόρφωση ενός κατευθυνόμενου κοινωνικού στάτους. Η πολιτική και η 7η Τέχνη στην εκατονταετία των καθαρμών, δυστυχώς, συμπορεύονται και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, απλά για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η αλήθεια είναι, ότι η κινηματογραφική υποκουλτούρα, και πιο συγκεκριμένα αυτή της ανιστόρητης, βαθιάς Εσπερίας, αντικατέστησε στα γρήγορα την πραγματική παιδεία και την γνώση, ενώ τώρα, τον 21ο αιώνα που διανύουμε, στην κορυφή της χωματερής του εγκεφαλικού πολτού, ειδικά της νεώτερης γενιάς, δεσπόζει η ατσαλάκωτη, ολοκαίνουργια σημαία του ονομαζόμενου «πολιτικά ορθού» ή όπως γνωρίζουμε, εμείς οι «μορφωμένοι» τον ορισμό του «politically correct». Τρομερό μπαϊράκι είναι τούτο. Όλα πλέον έχουν διαμορφωθεί με κολάσιμους ορισμούς αποπροσανατολίζοντας, πρώτον την αλήθεια που εκπορεύεται από το δικαίωμα της ελευθερίας και δεύτερον εάν έχεις τεκμηριωμένη θέση αντίρρησης πρέπει να το βουλώνεις για να μην τοποθετηθείς άκριτα στα αναχρονιστικά γκέτο με τα απόβλητα.

Η ανθρώπινη κοινωνικότητα πέρασε από σπουδαίους μόδιστρους και μοδίστρες για να κατασταλάξουν στο σημερινό πατρόν της στολής όχι μόνο του ιδίου χρώματος, αλλά και του ίδιου νούμερου για όλους. Δηλαδή, εάν το γκρίζο, ουάν σάιζ, ρούχο του πολιτικά ορθού πέσει στον εύσωμο άνθρωπο σαν βαφτιστικό, πρέπει να αδυνατίσει ταχύτατα για την υγεία του και για να του ταιριάζει ταμάμ το γκρίζο μπλουζάκι αλλιώς θα είναι ο ξεφτίλας «ταμπελάτος» και ο περίγελος της παρέας. Ή το αντίθετο για έναν πολύ αδύνατο άνθρωπο, που θα είναι σαν σακί επάνω του, πρέπει να διαμορφώσει την εικόνα του αναλόγως με το «ρούχο». Αγαπητοί μου, αρχόντισσες και άρχοντες, όσοι από εσάς είστε εκτός κάδρου, συντονιστείτε άμεσα.

Στην αυγή της νέας χιλιετίας και των μυριάδων αλλαγών παγκοσμίως, πάντα προς το χείριστο σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, το σινεμά, εξ΄ αρχής, έλαβε ξεκάθαρη θέση στο θέμα σχεδιασμού του πατρόν και στο πως θα ραφτεί το γκρίζο, ουάν σάιζ, «ρούχο». Ο κινηματογράφος των ευρωπαϊκών χωρών επιτυχώς έστησε τις διεθνιστικές του εξέδρες, απελευθερώνοντας τα μοντέλα του στο catwalk για να παρουσιάσει την κολεξιόν της μιας κοψιάς και του ενός χρώματος σε θεματικές όπως: «σεξουαλική ιδιαιτερότητα», «φυλετισμός», «εργασία», «πλούτος», «μνήμη», «γνώση», «γεωπολιτική».

Δέκα χρόνια, ίσως και παραπάνω, βομβαρδιζόμαστε άπληστα από άπειρες ταινίες art house και μη, με σενάρια που ως θέμα τους διαχειρίζονται την σεξουαλική ιδιαιτερότητα, τους πάσης φύσεως ταλαίπωρους ασιατικής και αραβικής καταγωγής ανθρώπους που βρίσκονται στην γηραιά ήπειρο, την φτώχια, την ανεργία, τα ναρκωτικά, την παραβατικότητα, την παραχάραξη ιστορικών γεγονότων, την διεκδίκηση εδαφών. Κινηματογραφικές, δραματικές ιστορίες, εμβαπτισμένες στη θλίψη και την εξαθλίωση, πανομοιότυπες με τις ιστορίες της καθημερινότητας μας, που τις βιώνουμε άλλοι από κοντά, άλλοι από μακριά, τις ξαναβλέπουμε στην πολύτιμη, δίωρη ψυχαγωγική μας ανάπαυλα. Μόνο έτσι όμως εμπεδώνεται ο σεβασμός απέναντι στο νέο πολιτισμικό λάβαρο και γίνεται αποδεκτό το γκρίζο, ανθρώπινο, ουάν σάιζ, ρούχο.

Η φιλοσοφία του σινεμά πλέον είναι η πολιτική της ζωής. Ανάλογα συμπεριφέρεται και η μικρή οθόνη. Λίγα είναι τα αξιόλογα κινηματογραφικά ταξίδια του θεατή στις σκοτεινές αίθουσες. Κουρασμένος, μπουχτισμένος, βασανισμένος ως βυζαντινός οσιομάρτυρας να βλέπει την επιμονή προβολής του νέου κοινωνικού στάτους σαν διδασκαλία επιβολής, στρέφει τα νώτα του στις εν λόγω κινηματογραφικές προτάσεις, σιχτιρίζοντας την ώρα και τις στιγμές που διέθεσε αλλά και τα χρήματα που ξόδεψε.

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η όποια εισπρακτική επιτυχία του «Τζόκερ», όπου κι αν προβλήθηκε η ταινία. Ο κλόουν ήρωας, αν και ψυχασθενής, αντιστάθηκε στο «κύμα», κατατρόπωσε τα μπαϊράκια, αποξήλωσε τις ταμπέλες και ισοπέδωσε το σύστημα του πολιτικά ορθού. Ο εφιάλτης μετασχηματίστηκε σε ονειρεμένο κινηματογραφικό θέαμα και το στοίχημα κερδήθηκε στα ταμεία. Οι θεατές γοητεύτηκαν, μέθυσαν με την τρέλα του Άρθουρ, αναφωνώντας λυτρωτικά: «επιτέλους, μια καλή ταινία!» Τα κινηματογραφικά ένστικτα του μέσου ανθρώπου που αναζητά την ψυχαγωγία δικαιώθηκαν εορταστικά. Παγίδα ή όχι και το πως λειτουργεί στην ψυχική χάρτα του κάθε θεατή το σενάριο είναι ένα ζήτημα, εντελώς, προσωπικό για τον κάθε έναν.

Θαύμασα, πέρα ως πέρα, τον 42χρονο, χημικό μηχανικό Σάκη με μεταπτυχιακό στο Μάντσεστερ, που εργάζεται στον φούρνο από τα μέσα της δεκαετούς κρίσης, παρασκευάζοντας φρατζόλες ψωμιού και τσουρέκια – παρά ταύτα είναι νοστιμότατα – όταν προχθές βρέθηκε σε αντίλογο με δύο πελάτες του μαγαζιού. Νέοι, επίσης, μορφωμένοι άνθρωποι, ένα από αυτά τα φερόμενα ως «politically correct», ζευγάρια της κρισιανής Ελλάδος, επίσης σαραντάρηδων ηλικιακά, δικηγόρων, που ανακάλυψαν την Αμερική φέτος και άκριτα κοτσάρουν «ταμπέλες» στους ανθρώπους. Πέτυχα μόνο το φινάλε τού εύστροφου Σάκη, που ευγενικά, ήρεμα και χαμογελώντας, έκλεισε τον μεταξύ τους διάλογο, λέγοντας στην κυρία και τον κύριο: «…έχετε δίκιο. Χαρακτηρίστε με, ομοφοβικό, φυλετιστή, ελληναρά, φασίστα, απολίτιστο, εθνικόφρονα, ξεπερασμένο, παρωχημένο, αγράμματο, αμόρφωτο, ότι ακόμα θέλετε και αμέσως πετάξτε με μακριά σας, στην άκρη, για να απελευθερωθώ. Σύντομα όμως, σας παρακαλώ!»

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Κόντρα σε Όλα»

(Le Mans ’66)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μάνγκολντ
  • Με τους: Ματ Ντέιμον, Κρίστιαν Μπέιλ, Κατριόνα Μπάλφ, Τρέισι Λετς, Τζος Λούκας, Ρέμο Τζινόρε, Ρέι ΜακΚίννον
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Odeon

H πραγματική ιστορία του οραματιστή Αμερικανού πρωταθλητή του Λεμάν και μετέπειτα σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον – πολύ καλός) και του ατρόμητου Άγγλου μηχανικού και επαγγελματία οδηγού Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ – επίσης καταπληκτικός), οι οποίοι έδωσαν μάχη ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, τους νόμους της φυσικής, στον χρόνο και με τους προσωπικούς τους δαίμονες για να κατασκευάσουν ένα επαναστατικό, αγωνιστικό αυτοκίνητο για την Φορντ και να αναμετρηθούν με τα αήττητα αγωνιστικά του Έντσο Φεράρι (Ρέμο Τζινόρε – καλός) στον περίφημο αγώνα αντοχής των 24 ωρών του Λε Μαν στη Γαλλία το 1966.

Άριστη παραγωγή, υπέροχα στημένο το βιογραφικό των δυο ιστορικών φυσιογνωμιών από τον χώρο του αυτοκινήτου, του Σέλμπι και του Μάιλς, ζωντανές, καθηλωτικές οι ερμηνείες των Ντέιμον και Μπέιλ, ενώ η ατμόσφαιρα των σίξτις είναι μοναδικά δοσμένη σε διάκοσμο, ρούχα, αυτοκίνητα και νοοτροπία. Εν ολίγοις, η ταινία είναι ένα αξιοθαύμαστο, κινηματογραφικό θέαμα, που στα 152 λεπτά της προβολής της περνάς υπέροχα.

Η καταπληκτική μουσική της ταινίας, δια χειρός  των Μάρκο Μπελτράμι και Μπακ Σάντερς είναι ένα γόνιμο, νοσταλγικό ταξίδι στις κινηματογραφικές μουσικές συνθέσεις περασμένων δεκαετιών, που δένει αρμονικά και κερδοφόρα στο βλέμμα του θεατή με την καλλιτεχνική φωτογραφία του βραβευμένου, Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ («Walk the Line», «Nebraska»).

Από τα μεγάλα ατού του φιλμ είναι οι δυο πρωταγωνιστές της, που ο καθένας τους ξεχωριστά και με το δικό του στιλ, πραγματικά, δίνουν τα «γκάζια» τους. Ο χαρακτήρας του σκληρού, δίκαιου και εξαιρετικά συμπαθή Αμερικάνου Κάρολ Σέλμπι, βρίσκει την ευήλια νησίδα του στην ερμηνευτική του Ματ Ντέιμον και ο σκληροτράχηλος Άγγλος δίχως όρια, ο γεμάτος πάθος για καινοτομία και σταθερή αγάπη για το αυτοκίνητο και τους αγώνες, Κεν Μάιλς αποθεώνεται, κυριολεκτικώς από τον χειμαρώδη Κρίστιαν Μπέιλ. Και οι δυο ηθοποιοί βραβευμένοι με Όσκαρ, ο μεν Ματ Ντέιμον μαζί με τον Μπεν Άφλεκ για το σενάριο της ταινίας  του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» (1997) και ο δε Κρίστιαν Μπέιλ για τον Δεύτερο Ανδρικό Ρόλο στην ταινία «Fighter» (2010), και αμφότεροι με πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, παραδίδουν γενναιόδωρα στην υποκριτική τέχνη του σινεμά τον καλύτερο εαυτό τους. Χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων και οι δυο ηθοποιοί.

Ο 56χρονος Νεοϋορκέζος παραγωγός και σκηνοθέτης Τζέιμς Μάνγκολντ, τεσταρισμένος με τον βαθμό άριστα δέκα στην κινηματογραφική βιογραφία του τραγουδιστή της κάντρι Τζόνι Κας, «Walk the Line» με τον Χοακίν Φίνιξ, ρομαντικός και ευαίσθητος στο «Kate & Leopold» με την Μεγκ Ράιαν και τον Χιού Τζάκμαν, αξιόλογος στην δράση εντός του γουλβερινικού, κύκνειου άσματος «Λόγκαν», είναι ο κινηματογραφιστής που έδωσε ερμηνευτικό εκτόπισμα στον Σιλβέστερ Σταλόνε πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καιτέλ και τον Ρέι Λιότα με το αστυνομικό θρίλερ «Cop Land» του 1997.

Στην βιογραφική ταινία του «Κόντρα σε Όλα», ο Μάνγκολντ πετυχαίνει το ζητούμενο, που είναι, πρωτίστως το καλό θέαμα στην άψογη και ακριβή παραγωγή με πλούσιο κάστ και πλάνα που κόβουν την ανάσα από τους αγώνες αυτοκινήτων (νευρικό και συγχρόνως ευρύχωρο μοντάζ των Άντριου Μπάκλαντ, Ντερκ Γουέστερβελντ και Μάικλ ΜακΚάσκερ), αλλά και την δυνατότητα να ενταχθεί ο θεατής στην ψυχολογία και το σκεπτικό των δυο υπαρκτών προσώπων μέσα από τις ερμηνείες του Ντέιμον και του Μπείλ.

Ταινία πολλών οκτανίων όχι μόνο για άνδρες, αλλά και για γυναίκες, καθώς η σοφή ρήση: «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», επιβεβαιώνεται με τον ρόλο της πολύ καλής Ιρλανδής ηθοποιού Κατριόνα Μπάλφ, που υποδύεται την δυναμική Μόλι, την σύζυγο του Άγγλου Κεν Μάιλς. Την ταινία θα την δούμε στα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Μην την χάσετε!

«Χωρίς Οικογένεια»  

(Remi Sans Famille)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου για όλη την οικογένεια (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Μπλοσιέ
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Μαλόμ Πακίν, Βιρζινί Λεντουαγιέν, Ζακ Περέν, Λουντιβίν Σανιέ
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Ρεμί (Μαλόμ Πακίν – πολύ καλός ο πιτσιρικάς), ένα ορφανό αγόρι, μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, την ευγενική Κυρία Μπαρπεράν, μέχρι που ο θετός πατέρα του επιστρέφει σακάτης και τον πουλάει σε έναν μυστηριώδη, περιπλανώμενο θιασάρχη, τον  Βιταλίς (Ντανιέλ Οτέιγ – εξαιρετικός). Κοντά του, ο Ρεμί σκληραγωγείται στη δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου θιάσου, όπου τραγουδάει για να κερδίσει το ψωμί του. Με παρέα τον πιστό του σκύλο Καπί και τη μικρή μαϊμού Ζολί-Κερ, ο Ρεμί θα περιηγηθεί στη Γαλλία και μέσα από γνωριμίες, φιλίες, αλλά και μοναξιά, θα καταλήξει να μάθει το μυστικό της καταγωγής του.

Η ταινία κανονικά ήταν να βγει τα περσινά Χριστούγεννα, αλλά η ομπρέλα της Μέρι Πόπινς την κράτησε στο ράφι της αναμονής για ένα χρόνο. Βασισμένη στο ομώνυμο κλασικό, βραβευμένο, αριστούργημα του 1878 της γαλλικής λογοτεχνίας του Εκτόρ Μαλό, η δραματική ιστορία του μικρού Ρεμί έχει γυριστεί στο παρελθόν τέσσερις φορές για τον κινηματογράφο, αρχής γενομένης από την βωβή του Ζορζ Μονκά το 1913 και άλλες τόσες σε τηλεταινίες και μια κινουμένων σχεδίων. Προσωπικά δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κάποια από τις κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος του Μαλό, το οποίο διάβασα στην ηλικία των 11 ετών. Πρώτη φορά για μένα είναι αυτή η ταινία του Αντουάν Μπλοσιέ και ενθυμούμενος το βιβλίο, πραγματικά έμεινα ικανοποιημένος από την καλή δουλειά του στο πεδίο της παραγωγής, παρότι έχει παρέμβει σε κάποια σημεία διαφορετικά από το βιβλίο για την οικονομία χρόνου.

Ο Μπλοσιέ κρατάει την παραμυθένια διάσταση και ως νέος κινηματογραφιστής, είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, γεμίζει με σύγχρονες ανάσες την ιστορία, αποφεύγοντας την κλασικούρα, κινηματογραφώντας με μικρά δάνεια από επιβεβαιωμένους παραμυθάδες της 7ης Τέχνης, όπως ο Τιμ Μπάρτον επί παραδείγματι, αλλά αυτό δεν χαλάει καθόλου την γενική εικόνα. Με σταθερή την πορεία πάνω στο υπέροχο βιβλίο του Μαλό, ο Μπλοσιέ μεταφέρει ο ίδιος σεναριακά την πλοκή στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ελευθερία ως προς την ανάπτυξη της, βάζει και τις δικές του πινελιές, τόσο στην δραματουργία, όσο και στην περιπέτεια του πιτσιρικά, αλλά και την σχέση του με τον πλανόδιο μουσικό Βιταλίς.

Ο μικρός Μαλόμ Πακίν, εκτός από πανέμορφος παίζει μια χαρά και η παρουσία του έμπειρου Ντανιέλ Οτέιγ στον ρόλο του Βιταλί ποτίζει αισθαντικά και αγαπησιάρικα το μεγαλείο της οδύσσειας ως προς την ενηλικίωση του Ρεμί. Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν θα απογοητευτούν και όσοι δεν το γνωρίζουν είναι μια καλή κινηματογραφική πρόταση για να συστηθούν μαζί του.

Γονείς, απολαύστε την ταινία μαζί με τα τέκνα σας ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένη, καθώς η ιστορία του μικρού Ρεμί είναι για ηλικίες άνω των 9 ετών, που μπορούν κάλλιστα να διαβάσουν τους υπότιτλους. Είναι μια ευάερη όαση στην συνεχόμενη animation μπαλαφάρα του σινεμά για μικρούς αλλά και για μεγάλους κινηματογραφόφιλους.

 «Ένας Καλός Ψεύτης»

(The Good Liar)

 

 

  • Είδος: Δραματικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Κόντον
  • Με τους: Έλεν Μίρεν, Ιαν Μακ Κέλεν, Ράσελ Τόβεϊ, Τζιμ Κάρτερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Ρόι Κόρτνεϊ (Ίαν ΜακΚέλεν- όπως πάντα υπέροχος), ένας επαγγελματίας απατεώνας, έχει βάλει στο μάτι τον επόμενο στόχο του: τη χήρα Μπέτι ΜακΛις (Έλεν Μίρεν – πάντα υπέροχη) με τεράστια περιουσία στη διάθεση της και ο Ρόι σκοπεύει να πάρει ό,τι της ανήκει. Από την πρώτη τους συνάντηση, ο Ρόι αρχίζει να βομβαρδίζει την Μπέτι με τα δοκιμασμένα κόλπα του και η Μπέτι, που μοιάζει γοητευμένη, παρασύρεται. Αλλά αυτή τη φορά, αυτό που ξεκίνησε σαν μια ακόμα κομπίνα κλιμακώνεται σε ένα κυνηγητό γάτας-ποντικιού όπου παίζονται όλα για όλα. Αποκαλύψεις ενός δόλου πιο σκοτεινού οδηγούν το ζευγάρι σε ένα ναρκοπέδιο κινδύνου, ίντριγκας και προδοσίας.

Είναι μια κινηματογραφική έκπληξη να βλέπεις δυο θρύλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα μάλα αγαπημένους στο κινηματογραφόφιλο κοινό, να παίζουν ό ένας πλάι στον άλλον. Η βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν «Η Βασίλισσα» και ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ίαν ΜακΚέλεν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και «Gods and Monsters», γεμίζουν το άσπρο πανί σε μια ταινία που την παρακολουθείς αέρα, ακόμα κι αν στο τελευταίο 15λέπτο τα θέματα ξεκαθαρίζουν.

Η ιστορία ξεκινάει ρομαντικά με την προσέγγιση και το φλερτ των δυο ηλικιωμένων, συνεχίζεται παιχνιδιάρικα με τις απίστευτες κομπίνες του απατεώνα Ρόι και εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς εμβόλιμα φυτεύεται και μια ιστορία του μακρινού παρελθόντος της Μπέτι, που αναζητά εξιλέωση. Όλη η υποκριτική διαχείριση των τριών επιπέδων της ταινίας διεκπεραιώνεται απίθανα από τις παρουσίες του υπέροχου και της υπέροχης Μακέλεν και Μίρεν.

Ο Αμερικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον, βραβευμένος με το Όσκαρ Μεταφοράς Σεναρίου της ταινίας «Gods and Monsters», πάλι με τον Ιάν ΜαΚέλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και σκηνοθέτης των δυο πρώτων κεφαλαίων της saga του βαμπιρικού «Twilight» και του «Κυρίου Χολμς», γνωρίζει τα τερτίπια του ΜαΚέλεν και απλά υποδέχεται στο φακό του την «καταιγίδα» που ονομάζεται Έλεν Μίρεν. Αμερικάνικη παραγωγή, καλή σκηνοθεσία με πρωταγωνιστές δυο βεριτάμπλ Άγγλους ηθοποιούς και θριλερικό στήσιμο σε φόρμα «Ποντικοπαγίδας».

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον Τζέφρι Χάτσερ (Mr. Holmes) και βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Νίκολας Σερλ. Καλό σινεμά για να περάσεις ευχάριστα ένα δίωρο, θαυμάζοντας δυο ηθοποιάρες, που για πρώτη φορά παίζουν μαζί.  

 «Last Christmas» 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Εμίλια Κλαρκ, Χένρι Γκόλντινγκ, Έμα Τόμπσον, Μισέλ Γέο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Κέιτ (Εμίλια Κλάρκ – πολύ καλή), κόρη της μετανάστριας Πέτρα (Έμα Τόμπσον – απίθανη και πάλι) και με προβλήματα υγείας, βρίσκεται στο Λονδίνο δυσαρεστημένη, παρέα με μια στοίβα κακών αποφάσεων που έχει πάρει στη ζωή της, ακούγοντας το χτύπημα των κουδουνιών στα παπούτσια της – μια άλλη ενοχλητική συνέπεια από τη δουλειά της ως «ξωτικό» σε ένα χριστουγεννιάτικο κατάστημα με ιδιοκτήτρια την Σάντα (Μισέλ Γέο – καλή). H Κέιτ έχει καλή φωνή. Τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι pop star, αλλά την έχει παραμελήσει. Ο Τομ (Χένρι Γκόλντινγκ – καλόυτσικος) φαίνεται πολύ καλός για να είναι αληθινός, όταν μπαίνει στη ζωή της και αρχίζει να βλέπει και να καταλαβαίνει πολλούς από τους εσωτερικούς της φραγμούς. Καθώς το Λονδίνο μεταμορφώνεται στην πιο υπέροχη εποχή του χρόνου, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί για τους δυο τους.

Η ιστορία της ταινίας, από την αρχή έως το τέλος της, κοσμείται μελωδικά με την δύναμη των τραγουδιών του αείμνηστου Τζορτζ Μάικλ, σαν να είναι ένα tribute στον καλλιτέχνη. Τα τραγούδια του, βέβαια αποτελούν έναν ακόμα στοιχείο στο σενάριο, λαδώνοντας τα γρανάζια της ρομαντικής περιπέτειας.

Μελοδραματική, ρομαντική ιστορία γραμμένη από την Έμα Τόμπσον και τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Γκρεγκ Γουάιζ, ενώ ως σενάριο για την μεγάλη οθόνη το ανέλαβε πάλι η Τόμπσον μαζί με την Μπραϊόνι Κίμινγκς. Το πνεύμα της ταινίας διαθέτει ως αιθέρια πνοή την χολιγουτιανή, κλασική, χριστουγεννιάτικη ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s a Wonderful Life – 1946) με τον Τζέιμς Στιούαρντ, οπότε δίχως να κάνουμε σπόιλερ καταλαβαίνετε, πάνω κάτω, τι συμβαίνει.

Η Εμίλια Κλαρκ το έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών και, αβλεπί, κρεμάει το φόρεμα της δρακομάνας Καλίσι από το «Game of Thrones», που της χάρισε την διεθνή αναγνώριση, στην ντουλάπα του γόνιμου, τηλεοπτικού παρελθόντος της. Διαθέτει πολύ καλή φωνή, η ερμηνευτική της πείθει και γράφει καλά στον φακό. Δίπλα της η οσκαροβραβευμένη και έμπειρη Έμα Τόμπσον (τα μέγιστα αγαπημένη ηθοποιός σε εμένα), να «γαζώνει» στον ρόλο της μητέρα της, που δεν κιοτεύει να θέσει ξανά τον εαυτό της στην ευτράπελη διάσταση μιας μετανάστριας από την Γιουγκοσλαβία, που τρέμει τους διωγμούς από τους φυλετιστές Άγγλους.

Ο δε συμπρωταγωνιστής της Εμίλια Κλαρκ, ο συμπαθής, Μαλαισιανός Χένρι Γκόλντινγκ, πρώην μοντέλο με την άψογη οξφορδιανή προφορά να ραγίζουν τα οστά του αλησμόνητου, σερ Λόρενς Ολίβιε, που τον είδαμε σε ταινία πάλι του Πολ Φέιγκ, «Μια Μικρή Χάρη» του 2018, ικανοποιητικά ανταποκρίνεται στον ρόλο του και, φυσικά, τον «τρέχουν» με χίλια στην κούρσα των νέων και πολλά υποσχόμενων ηθοποιών.    

Το πρόβλημα της ταινίας, που στερείται γεύσης, ως χριστουγεννιάτικο, ρομαντικό έδεσμα με δραματική γέμιση, αφορά αποκλειστικά την οπτική του σκηνοθέτη Πολ Φέιγκ. Ο Φέιγκ αποτυπώνει στο σκηνικό του την μαγευτική ατμόσφαιρα των γιορτών (στολίδια, φώτα, δένδρα), ακούγονται τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Τζόρτζ Μάικλ, που δένουν την πλοκή σαν οδηγοί ξενάγησης στο παραμύθι, δεν διαθέτει όμως τον ρυθμό και το απαιτούμενο νεύρο με αποτέλεσμα το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας να είναι ο «κράχτης» των προηγούμενων ενενήντα λεπτών. Δηλαδή μια μονοτονία και ξαφνικά όλη η ιστορία εκρήγνυται στο φινάλε, όπου ξυπνάς και βγάζεις χαρτομάντιλο για να σκουπίσεις πρώτα τα βρεγμένα χείλη και έπειτα τα δακρυσμένα μάτια.         

Ευχάριστη έκπληξη, όπου και αυτή στο τέλος σερβίρεται, είναι ότι εκτός των γνωστών τραγουδιών του Τζόρτζ Μάικλ και των «Wham», που ακούγονται καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, στο φινάλε και στους τίτλους απολαμβάνουμε το ακυκλοφόρητο τραγούδι «This Is How (We Want You to Get High)», τρία χρόνια μετά τον χαμό του θρυλικού τραγουδιστή.

 «Οι Άθλιοι»

(Les Miserables)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λατζ Λι
  • Με τους: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών – Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας»

Στη Μονφερμέιγ, στα προάστια του Παρισιού, εκεί που ο Βικτόρ Ουγκό έστησε το σκηνικό για τους «Άθλιους» και σήμερα είναι μουσουλμανικό γκέτο, δρα μια ομάδα της αστυνομίας κατά του εγκλήματος.

Σε μια κατά τ’ άλλα συνηθισμένη περίπολο, το drone ενός μαύρου πιστσιρικά καταγράφει ένα βίαιο σκηνικό ενός από τους τρεις αστυνομικούς, που θα μπορούσε να εκθέσει την ομάδα και τις μεθόδους τους. Η αστυνομική περίπολος μπαίνει σε έναν αγώνα δρόμου για να ανακτήσει το οπτικό υλικό και να το εξαφανίσει για να μην ενοχοποιηθούν.

Ταινία εμπνευσμένη από την εξέγερση στο Παρίσι το 2005, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του 40χρονου, μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Λατζ Λι με καταγωγή από το Μαλί, που γεννήθηκε και ζει στο Μονφερμέιγ και για μια πενταετία κινηματογραφούσε κάθε είδους γεγονότα, αλλά και την δράση των αστυνομικών στην νευραλγική περιοχή. Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η αγεφύρωτη σχέση του νόμου με τις 30 περίπου, διαφορετικές, μουσουλμανικές φυλές και σημείο έναρξης των ταραχών ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2008 στην περιοχή  Σεν Σεντ Ντενί του Μονφερμέιγ και αφορούσε την δολοφονία ενός έφηβου μουσουλμάνου από την αστυνομία. Το συμβάν όμως ο Λατζ Λι το διαμορφώνει ήπια, ως έναν απλό τραυματισμό, που επίσης γίνεται η αιτία ενός μικρού, αιματηρού πολέμου. Η συγκεκριμένη ταινία για να μην μπερδευτείτε,  δεν έχει καμία σχέση με τους «Άθλιους», του Βικτόρ Ουγκό, παρά μόνο η περιοχή, που στο μυθιστόρημα του εξαιρετικού ρομαντιστή συγγραφέα διαδραματίζεται μια από τις περιπέτειες του Γιάνι Αγιάνι. 

Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Κονγκολέζοι, Αλγερινοί, Μαλινέζοι, όταν «ανεξαρτητοποιήθηκαν» από τον γαλλικό ζυγό, όρμησαν στην Δύση, τι το καλύτερο για ταυτούς και δη εκεί που γνώριζαν την γλώσσα να μπορούν να επικοινωνούν και είχαν την δυνατότητα να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα. Οι αποικιοκράτες Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι ουδέποτε έτρεφαν συμπάθεια στους γηγενείς κατοίκους, σκλάβους των αποικιών τους, κάτι το οποίο διαιωνίζεται μέχρι σήμερα, ακόμα πιο έντονα, αφού τους έχουν και μέσα στα ποδάρια τους, μεγαλώνοντας η δεύτερη γενιά, όπως είναι και ο Γαλλό-Μαλινέζος σκηνοθέτης της ταινίας Λατζ Λι.

Το σενάριο, όπως διατυπώνει ο σκηνοθέτης, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρεμπιπτόντως τα έχουμε δει στην μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκατοντάδες φορές και από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Εδώ έχουμε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε εφαρμογή ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας να καταλήγει μυθοπλασία γραμμένη στο γόνυ. Κινούμενη κάμερα, άφθονη βία, γρήγοροι ρυθμοί, ποδοσφαιρικοί πανηγυρισμοί, καλοί και κακοί μουσουλμάνοι, καλοί και κακοί αστυνομικοί, τσαμπουκάδες, φτώχια, παραβατικότητα, συγκρούσεις με τον νόμο, νεύρα τεντωμένα, ένα λιοντάρι άσχετο που ξέφυγε ή κλάπηκε από ένα τσίρκο, μουσουλμανική μαφία, σοφοί και ειρηνικοί ιμάμηδες, νεολαία ετοιμοπόλεμη για να εκδικηθεί και τέλος η, out of the blue, ειδεχθής πράξη που θα ανάψει την θρυαλλίδα στο αλαλούμ της ταινίας.

Ο Λατζ Λι προσπαθεί να μοιράσει τις ευθύνες και να φέρει ως κύριο υπαίτιο το σύστημα αλλά η πρόταση του δεν πείθει και ο φακός του είναι αρκετά θολός ως προς την εστίαση και την καθαρότητα της καταγραφής. Οι φευγαλέες σεκάνς με τις οικογένειες και τις προσωπικές στιγμές των αστυνομικών είναι αστείες στην ταινία, αφού ο χρόνος που τους προσφέρει είναι κόκκος άμμου στην εξέλιξη της ιστορίας. Μοδάτη, καλλιτεχνική προσέγγιση θέματος με κατατρεγμένες, μουσουλμανικές μειονότητες, μετανάστες έχοντας ως φρούριο την αντικειμενικότητα στο όποιο σενάριο, που δεν υπάρχει σενάριο, ακόμα και στο φοβικά αποστασιοποιημένο φινάλε της, που είναι εντελώς στον αέρα. Αλλάχ ουάχμπαρ!

«Οι Άθλιοι»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Les Miserables)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λατζ Λι
  • Με τους: Νταμιέν Μπονάρ, Αλέξις Μανέντι, Ντζιμπρίλ Ζονγκά
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών – Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας» – Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας»

Στη Μονφερμέιγ, στα προάστια του Παρισιού, εκεί που ο Βικτόρ Ουγκό έστησε το σκηνικό για τους «Άθλιους» και σήμερα είναι μουσουλμανικό γκέτο, δρα μια ομάδα της αστυνομίας κατά του εγκλήματος.

Σε μια κατά τ’ άλλα συνηθισμένη περίπολο, το drone ενός μαύρου πιστσιρικά καταγράφει ένα βίαιο σκηνικό ενός από τους τρεις αστυνομικούς, που θα μπορούσε να εκθέσει την ομάδα και τις μεθόδους τους. Η αστυνομική περίπολος μπαίνει σε έναν αγώνα δρόμου για να ανακτήσει το οπτικό υλικό και να το εξαφανίσει για να μην ενοχοποιηθούν.

Ταινία εμπνευσμένη από την εξέγερση στο Παρίσι το 2005, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του 40χρονου, μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Λατζ Λι με καταγωγή από το Μαλί, που γεννήθηκε και ζει στο Μονφερμέιγ και για μια πενταετία κινηματογραφούσε κάθε είδους γεγονότα, αλλά και την δράση των αστυνομικών στην νευραλγική περιοχή. Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η αγεφύρωτη σχέση του νόμου με τις 30 περίπου, διαφορετικές, μουσουλμανικές φυλές και σημείο έναρξης των ταραχών ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 2008 στην περιοχή  Σεν Σεντ Ντενί του Μονφερμέιγ και αφορούσε την δολοφονία ενός έφηβου μουσουλμάνου από την αστυνομία. Το συμβάν όμως ο Λατζ Λι το διαμορφώνει ήπια, ως έναν απλό τραυματισμό, που επίσης γίνεται η αιτία ενός μικρού, αιματηρού πολέμου. Η συγκεκριμένη ταινία για να μην μπερδευτείτε,  δεν έχει καμία σχέση με τους «Άθλιους», του Βικτόρ Ουγκό, παρά μόνο η περιοχή, που στο μυθιστόρημα του εξαιρετικού ρομαντιστή συγγραφέα διαδραματίζεται μια από τις περιπέτειες του Γιάνι Αγιάνι. 

Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι, Κονγκολέζοι, Αλγερινοί, Μαλινέζοι, όταν «ανεξαρτητοποιήθηκαν» από τον γαλλικό ζυγό, όρμησαν στην Δύση, τι το καλύτερο για ταυτούς και δη εκεί που γνώριζαν την γλώσσα να μπορούν να επικοινωνούν και είχαν την δυνατότητα να λάβουν την γαλλική υπηκοότητα. Οι αποικιοκράτες Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι ουδέποτε έτρεφαν συμπάθεια στους γηγενείς κατοίκους, σκλάβους των αποικιών τους, κάτι το οποίο διαιωνίζεται μέχρι σήμερα, ακόμα πιο έντονα, αφού τους έχουν και μέσα στα ποδάρια τους, μεγαλώνοντας η δεύτερη γενιά, όπως είναι και ο Γαλλό-Μαλινέζος σκηνοθέτης της ταινίας Λατζ Λι.

Το σενάριο, όπως διατυπώνει ο σκηνοθέτης, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρεμπιπτόντως τα έχουμε δει στην μεγάλη οθόνη τα τελευταία χρόνια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκατοντάδες φορές και από τις δυο όχθες του Ατλαντικού Ωκεανού. Εδώ έχουμε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σε εφαρμογή ντοκιμαντέρ διαμαρτυρίας. Κινούμενη κάμερα, άφθονη βία, γρήγοροι ρυθμοί, ποδοσφαιρικοί πανηγυρισμοί, καλοί και κακοί μουσουλμάνοι, καλοί και κακοί αστυνομικοί, τσαμπουκάδες, φτώχια, παραβατικότητα, συγκρούσεις με τον νόμο, νεύρα τεντωμένα, ένα λιοντάρι άσχετο που ξέφυγε ή κλάπηκε από ένα τσίρκο, μουσουλμανική μαφία, σοφοί και ειρηνικοί ιμάμηδες, νεολαία ετοιμοπόλεμη για να εκδικηθεί και τέλος η, out of the blue, ειδεχθής πράξη που θα ανάψει την θρυαλλίδα στο αλαλούμ της ταινίας.

Ο Λατζ Λι προσπαθεί να μοιράσει τις ευθύνες και να φέρει ως κύριο υπαίτιο το σύστημα αλλά η πρόταση του δεν πείθει και ο φακός του είναι αρκετά θολός ως προς την εστίαση και την καθαρότητα της καταγραφής. Οι φευγαλέες σεκάνς με τις οικογένειες και τις προσωπικές στιγμές των αστυνομικών είναι αστείες στην ταινία, αφού ο χρόνος που τους προσφέρει είναι κόκκος άμμου στην εξέλιξη της ιστορίας. Μοδάτη, καλλιτεχνική προσέγγιση θέματος με κατατρεγμένες, μουσουλμανικές μειονότητες, μετανάστες έχοντας ως φρούριο την αντικειμενικότητα στο όποιο σενάριο, που δεν υπάρχει σενάριο, ακόμα και στο φοβικά αποστασιοποιημένο φινάλε της, που είναι εντελώς στον αέρα. Αλλάχ ουάχμπαρ!

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Last Christmas»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Εμίλια Κλαρκ, Χένρι Γκόλντινγκ, Έμα Τόμπσον, Μισέλ Γέο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η Κέιτ (Εμίλια Κλάρκ – πολύ καλή), κόρη της μετανάστριας Πέτρα (Έμα Τόμπσον – απίθανη και πάλι) και με προβλήματα υγείας, βρίσκεται στο Λονδίνο δυσαρεστημένη, παρέα με μια στοίβα κακών αποφάσεων που έχει πάρει στη ζωή της, ακούγοντας το χτύπημα των κουδουνιών στα παπούτσια της – μια άλλη ενοχλητική συνέπεια από τη δουλειά της ως «ξωτικό» σε ένα χριστουγεννιάτικο κατάστημα με ιδιοκτήτρια την Σάντα (Μισέλ Γέο – καλή). H Κέιτ έχει καλή φωνή. Τόσο καλή που θα μπορούσε να είναι pop star, αλλά την έχει παραμελήσει. Ο Τομ (Χένρι Γκόλντινγκ – καλόυτσικος) φαίνεται πολύ καλός για να είναι αληθινός, όταν μπαίνει στη ζωή της και αρχίζει να βλέπει και να καταλαβαίνει πολλούς από τους εσωτερικούς της φραγμούς. Καθώς το Λονδίνο μεταμορφώνεται στην πιο υπέροχη εποχή του χρόνου, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί για τους δυο τους.

Η ιστορία της ταινίας, από την αρχή έως το τέλος της, κοσμείται μελωδικά με την δύναμη των τραγουδιών του αείμνηστου Τζορτζ Μάικλ, σαν να είναι ένα tribute στον καλλιτέχνη. Τα τραγούδια του, βέβαια αποτελούν έναν ακόμα στοιχείο στο σενάριο, λαδώνοντας τα γρανάζια της ρομαντικής περιπέτειας.

Μελοδραματική, ρομαντική ιστορία γραμμένη από την Έμα Τόμπσον και τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Γκρεγκ Γουάιζ, ενώ ως σενάριο για την μεγάλη οθόνη το ανέλαβε πάλι η Τόμπσον μαζί με την Μπραϊόνι Κίμινγκς. Το πνεύμα της ταινίας διαθέτει ως αιθέρια πνοή την χολιγουτιανή, κλασική, χριστουγεννιάτικη ταινία του Φρανκ Κάπρα «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s a Wonderful Life – 1946) με τον Τζέιμς Στιούαρντ, οπότε δίχως να κάνουμε σπόιλερ καταλαβαίνετε, πάνω κάτω, τι συμβαίνει.

Η Εμίλια Κλαρκ το έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών και, αβλεπί, κρεμάει το φόρεμα της δρακομάνας Καλίσι από το «Game of Thrones», που της χάρισε την διεθνή αναγνώριση, στην ντουλάπα του γόνιμου, τηλεοπτικού παρελθόντος της. Διαθέτει πολύ καλή φωνή, η ερμηνευτική της πείθει και γράφει καλά στον φακό. Δίπλα της η οσκαροβραβευμένη και έμπειρη Έμα Τόμπσον (τα μέγιστα αγαπημένη ηθοποιός σε εμένα), να «γαζώνει» στον ρόλο της μητέρα της, που δεν κιοτεύει να θέσει ξανά τον εαυτό της στην ευτράπελη διάσταση μιας μετανάστριας από την Γιουγκοσλαβία, που τρέμει τους διωγμούς από τους φυλετιστές Άγγλους.

Ο δε συμπρωταγωνιστής της Εμίλια Κλαρκ, ο συμπαθής, Μαλαισιανός Χένρι Γκόλντινγκ, πρώην μοντέλο με την άψογη οξφορδιανή προφορά να ραγίζουν τα οστά του αλησμόνητου, σερ Λόρενς Ολίβιε, που τον είδαμε σε ταινία πάλι του Πολ Φέιγκ, «Μια Μικρή Χάρη» του 2018, ικανοποιητικά ανταποκρίνεται στον ρόλο του και, φυσικά, τον «τρέχουν» με χίλια στην κούρσα των νέων και πολλά υποσχόμενων ηθοποιών.    

Το πρόβλημα της ταινίας, που στερείται γεύσης, ως χριστουγεννιάτικο, ρομαντικό έδεσμα με δραματική γέμιση, αφορά αποκλειστικά την οπτική του σκηνοθέτη Πολ Φέιγκ. Ο Φέιγκ αποτυπώνει στο σκηνικό του την μαγευτική ατμόσφαιρα των γιορτών (στολίδια, φώτα, δένδρα), ακούγονται τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του Τζόρτζ Μάικλ, που δένουν την πλοκή σαν οδηγοί ξενάγησης στο παραμύθι, δεν διαθέτει όμως τον ρυθμό και το απαιτούμενο νεύρο με αποτέλεσμα το τελευταίο δεκάλεπτο της ταινίας να είναι ο «κράχτης» των προηγούμενων ενενήντα λεπτών. Δηλαδή μια μονοτονία και ξαφνικά όλη η ιστορία εκρήγνυται στο φινάλε, όπου ξυπνάς και βγάζεις χαρτομάντιλο για να σκουπίσεις πρώτα τα βρεγμένα χείλη και έπειτα τα δακρυσμένα μάτια.         

Ευχάριστη έκπληξη, όπου και αυτή στο τέλος σερβίρεται, είναι ότι εκτός των γνωστών τραγουδιών του Τζόρτζ Μάικλ και των «Wham», που ακούγονται καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, στο φινάλε και στους τίτλους απολαμβάνουμε το ακυκλοφόρητο τραγούδι «This Is How (We Want You to Get High)», τρία χρόνια μετά τον χαμό του θρυλικού τραγουδιστή.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ένας Καλός Ψεύτης»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Good Liar)

 

 

  • Είδος: Δραματικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Κόντον
  • Με τους: Έλεν Μίρεν, Ιαν Μακ Κέλεν, Ράσελ Τόβεϊ, Τζιμ Κάρτερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Ρόι Κόρτνεϊ (Ίαν ΜακΚέλεν- όπως πάντα υπέροχος), ένας επαγγελματίας απατεώνας, έχει βάλει στο μάτι τον επόμενο στόχο του: τη χήρα Μπέτι ΜακΛις (Έλεν Μίρεν – πάντα υπέροχη) με τεράστια περιουσία στη διάθεση της και ο Ρόι σκοπεύει να πάρει ό,τι της ανήκει. Από την πρώτη τους συνάντηση, ο Ρόι αρχίζει να βομβαρδίζει την Μπέτι με τα δοκιμασμένα κόλπα του και η Μπέτι, που μοιάζει γοητευμένη, παρασύρεται. Αλλά αυτή τη φορά, αυτό που ξεκίνησε σαν μια ακόμα κομπίνα κλιμακώνεται σε ένα κυνηγητό γάτας-ποντικιού όπου παίζονται όλα για όλα. Αποκαλύψεις ενός δόλου πιο σκοτεινού οδηγούν το ζευγάρι σε ένα ναρκοπέδιο κινδύνου, ίντριγκας και προδοσίας.

Είναι μια κινηματογραφική έκπληξη να βλέπεις δυο θρύλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα μάλα αγαπημένους στο κινηματογραφόφιλο κοινό, να παίζουν ό ένας πλάι στον άλλον. Η βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν «Η Βασίλισσα» και ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ίαν ΜακΚέλεν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και «Gods and Monsters», γεμίζουν το άσπρο πανί σε μια ταινία που την παρακολουθείς αέρα, ακόμα κι αν στο τελευταίο 15λέπτο τα θέματα ξεκαθαρίζουν.

Η ιστορία ξεκινάει ρομαντικά με την προσέγγιση και το φλερτ των δυο ηλικιωμένων, συνεχίζεται παιχνιδιάρικα με τις απίστευτες κομπίνες του απατεώνα Ρόι και εξελίσσεται σε θρίλερ, καθώς εμβόλιμα φυτεύεται και μια ιστορία του μακρινού παρελθόντος της Μπέτι, που αναζητά εξιλέωση. Όλη η υποκριτική διαχείριση των τριών επιπέδων της ταινίας διεκπεραιώνεται απίθανα από τις παρουσίες του υπέροχου και της υπέροχης ΜαΚέλεν και Μίρεν.

Ο Αμερικανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπιλ Κόντον, βραβευμένος με το Όσκαρ Μεταφοράς Σεναρίου της ταινίας «Gods and Monsters», πάλι με τον Ιάν ΜαΚέλεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και σκηνοθέτης των δυο πρώτων κεφαλαίων της saga του βαμπιρικού «Twilight» και του «Κυρίου Χολμς», γνωρίζει τα τερτίπια του ΜαΚέλεν και απλά υποδέχεται στο φακό του την «καταιγίδα» που ονομάζεται Έλεν Μίρεν. Αμερικάνικη παραγωγή, καλή σκηνοθεσία με πρωταγωνιστές δυο βεριτάμπλ Άγγλους ηθοποιούς και θριλερικό στήσιμο σε φόρμα «Ποντικοπαγίδας».

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον Τζέφρι Χάτσερ (Mr. Holmes) και βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Νίκολας Σερλ. Καλό σινεμά για να περάσεις ευχάριστα ένα δίωρο, θαυμάζοντας δυο ηθοποιάρες, που για πρώτη φορά παίζουν μαζί.

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Χωρίς Οικογένεια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Remi Sans Famille)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου για όλη την οικογένεια (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Μπλοσιέ
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Μαλόμ Πακίν, Βιρζινί Λεντουαγιέν, Ζακ Περέν, Λουντιβίν Σανιέ
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Ρεμί (Μαλόμ Πακίν – πολύ καλός ο πιτσιρικάς), ένα ορφανό αγόρι, μεγαλώνει με τη θετή του μητέρα, την ευγενική Κυρία Μπαρπεράν, μέχρι που ο θετός πατέρα του επιστρέφει σακάτης και τον πουλάει σε έναν μυστηριώδη, περιπλανώμενο θιασάρχη, τον  Βιταλίς (Ντανιέλ Οτέιγ – εξαιρετικός). Κοντά του, ο Ρεμί σκληραγωγείται στη δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου θιάσου, όπου τραγουδάει για να κερδίσει το ψωμί του. Με παρέα τον πιστό του σκύλο Καπί και τη μικρή μαϊμού Ζολί-Κερ, ο Ρεμί θα περιηγηθεί στη Γαλλία και μέσα από γνωριμίες, φιλίες, αλλά και μοναξιά, θα καταλήξει να μάθει το μυστικό της καταγωγής του.

Η ταινία κανονικά ήταν να βγει τα περσινά Χριστούγεννα, αλλά η ομπρέλα της Μέρι Πόπινς την κράτησε στο ράφι της αναμονής για ένα χρόνο. Βασισμένη στο ομώνυμο κλασικό, βραβευμένο, αριστούργημα του 1878 της γαλλικής λογοτεχνίας του Εκτόρ Μαλό, η δραματική ιστορία του μικρού Ρεμί έχει γυριστεί στο παρελθόν τέσσερις φορές για τον κινηματογράφο, αρχής γενομένης από την βωβή του Ζορζ Μονκά το 1913 και άλλες τόσες σε τηλεταινίες και μια κινουμένων σχεδίων. Προσωπικά δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κάποια από τις κινηματογραφικές μεταφορές του μυθιστορήματος του Μαλό, το οποίο διάβασα στην ηλικία των 11 ετών. Πρώτη φορά για μένα είναι αυτή η ταινία του Αντουάν Μπλοσιέ και ενθυμούμενος το βιβλίο, πραγματικά έμεινα ικανοποιημένος από την καλή δουλειά του στο πεδίο της παραγωγής, παρότι έχει παρέμβει σε κάποια σημεία διαφορετικά από το βιβλίο για την οικονομία χρόνου.

Ο Μπλοσιέ κρατάει την παραμυθένια διάσταση και ως νέος κινηματογραφιστής, είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, γεμίζει με σύγχρονες ανάσες την ιστορία, αποφεύγοντας την κλασικούρα, κινηματογραφώντας με μικρά δάνεια από επιβεβαιωμένους παραμυθάδες της 7ης Τέχνης, όπως ο Τιμ Μπάρτον επί παραδείγματι, αλλά αυτό δεν χαλάει καθόλου την γενική εικόνα. Με σταθερή την πορεία πάνω στο υπέροχο βιβλίο του Μαλό, ο Μπλοσιέ μεταφέρει ο ίδιος σεναριακά την πλοκή στην μεγάλη οθόνη με αρκετή ελευθερία ως προς την ανάπτυξη της, βάζει και τις δικές του πινελιές, τόσο στην δραματουργία, όσο και στην περιπέτεια του πιτσιρικά, αλλά και την σχέση του με τον πλανόδιο μουσικό Βιταλίς.

Ο μικρός Μαλόμ Πακίν, εκτός από πανέμορφος παίζει μια χαρά και η παρουσία του έμπειρου Ντανιέλ Οτέιγ στον ρόλο του Βιταλί ποτίζει αισθαντικά και αγαπησιάρικα το μεγαλείο της οδύσσειας ως προς την ενηλικίωση του Ρεμί. Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο δεν θα απογοητευτούν και όσοι δεν το γνωρίζουν είναι μια καλή κινηματογραφική πρόταση για να συστηθούν μαζί του.

Γονείς, απολαύστε την ταινία μαζί με τα τέκνα σας ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένη, καθώς η ιστορία του μικρού Ρεμί είναι για ηλικίες άνω των 9 ετών, που μπορούν κάλλιστα να διαβάσουν τους υπότιτλους. Είναι μια ευάερη όαση στην συνεχόμενη animation μπαλαφάρα του σινεμά για μικρούς αλλά και για μεγάλους κινηματογραφόφιλους.       

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Κόντρα σε Όλα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Le Mans ’66)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Μάνγκολντ
  • Με τους: Ματ Ντέιμον, Κρίστιαν Μπέιλ, Καϊτρόνια Μπάλφ, Τρέισι Λετς, Τζος Λούκας, Ρέμο Τζινόρε, Ρέι ΜακΚίννον
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Odeon

H πραγματική ιστορία του οραματιστή Αμερικανού πρωταθλητή του Λεμάν και μετέπειτα σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον – πολύ καλός) και του ατρόμητου Άγγλου μηχανικού και επαγγελματία οδηγού Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ – επίσης καταπληκτικός), οι οποίοι έδωσαν μάχη ενάντια στις επιχειρηματικές παρεμβάσεις, τους νόμους της φυσικής, στον χρόνο και με τους προσωπικούς τους δαίμονες για να κατασκευάσουν ένα επαναστατικό, αγωνιστικό αυτοκίνητο για την Φορντ και να αναμετρηθούν με τα αήττητα αγωνιστικά του Έντσο Φεράρι (Ρέμο Τζινόρε – καλός) στον περίφημο αγώνα αντοχής των 24 ωρών του Λε Μαν στη Γαλλία το 1966.

Άριστη παραγωγή, υπέροχα στημένο το βιογραφικό των δυο ιστορικών φυσιογνωμιών από τον χώρο του αυτοκινήτου, του Σέλμπι και του Μάιλς, ζωντανές, καθηλωτικές οι ερμηνείες των Ντέιμον και Μπέιλ, ενώ η ατμόσφαιρα των σίξτις είναι μοναδικά δοσμένη σε διάκοσμο, ρούχα, αυτοκίνητα και νοοτροπία. Εν ολίγοις, η ταινία είναι ένα αξιοθαύμαστο, κινηματογραφικό θέαμα, που στα 152 λεπτά της προβολής της περνάς υπέροχα.

Η καταπληκτική μουσική της ταινίας, δια χειρός  των Μάρκο Μπελτράμι και Μπακ Σάντερς είναι ένα γόνιμο, νοσταλγικό ταξίδι στις κινηματογραφικές μουσικές συνθέσεις περασμένων δεκαετιών, που δένει αρμονικά και κερδοφόρα στο βλέμμα του θεατή με την καλλιτεχνική φωτογραφία του βραβευμένου, Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ («Walk the Line», «Nebraska»).

Από τα μεγάλα ατού του φιλμ είναι οι δυο πρωταγωνιστές της, που ο καθένας τους ξεχωριστά και με το δικό του στιλ, πραγματικά, δίνουν τα «γκάζια» τους. Ο χαρακτήρας του σκληρού, δίκαιου και εξαιρετικά συμπαθή Αμερικάνου Κάρολ Σέλμπι, βρίσκει την ευήλια νησίδα του στην ερμηνευτική του Ματ Ντέιμον και ο σκληροτράχηλος Άγγλος δίχως όρια, ο γεμάτος πάθος για καινοτομία και σταθερή αγάπη για το αυτοκίνητο και τους αγώνες, Κεν Μάιλς αποθεώνεται, κυριολεκτικώς από τον χειμαρώδη Κρίστιαν Μπέιλ. Και οι δυο ηθοποιοί βραβευμένοι με Όσκαρ, ο μεν Ματ Ντέιμον μαζί με τον Μπεν Άφλεκ για το σενάριο της ταινίας  του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ» (1997) και ο δε Κρίστιαν Μπέιλ για τον Δεύτερο Ανδρικό Ρόλο στην ταινία «Fighter» (2010), και αμφότεροι με πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, παραδίδουν γενναιόδωρα στην υποκριτική τέχνη του σινεμά τον καλύτερο εαυτό τους. Χάρμα οφθαλμών και αισθήσεων και οι δυο ηθοποιοί.

Ο 56χρονος Νεοϋορκέζος παραγωγός και σκηνοθέτης Τζέιμς Μάνγκολντ, τεσταρισμένος με τον βαθμό άριστα δέκα στην κινηματογραφική βιογραφία του τραγουδιστή της κάντρι Τζόνι Κας, «Walk the Line» με τον Χοακίν Φίνιξ, ρομαντικός και ευαίσθητος στο «Kate & Leopold» με την Μεγκ Ράιαν και τον Χιού Τζάκμαν, αξιόλογος στην δράση εντός του γουλβερινικού, κύκνειου άσματος «Λόγκαν», είναι ο κινηματογραφιστής που έδωσε ερμηνευτικό εκτόπισμα στον Σιλβέστερ Σταλόνε πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καιτέλ και τον Ρέι Λιότα με το αστυνομικό θρίλερ «Cop Land» του 1997.

Στην βιογραφική ταινία του «Κόντρα σε Όλα», ο Μάνγκολντ πετυχαίνει το ζητούμενο, που είναι, πρωτίστως το καλό θέαμα στην άψογη και ακριβή παραγωγή με πλούσιο κάστ και πλάνα που κόβουν την ανάσα από τους αγώνες αυτοκινήτων (νευρικό και συγχρόνως ευρύχωρο μοντάζ των Άντριου Μπάκλαντ, Ντερκ Γουέστερβελντ και Μάικλ ΜακΚάσκερ), αλλά και την δυνατότητα να ενταχθεί ο θεατής στην ψυχολογία και το σκεπτικό των δυο υπαρκτών προσώπων μέσα από τις ερμηνείες του Ντέιμον και του Μπείλ.

Ταινία πολλών οκτανίων όχι μόνο για άνδρες, αλλά και για γυναίκες, καθώς η σοφή ρήση: «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», επιβεβαιώνεται με τον ρόλο της πολύ καλής Ιρλανδής ηθοποιού Καϊτρόνια Μπάλφ, που υποδύεται την δυναμική Μόλι, την σύζυγο του Άγγλου Κεν Μάιλς. Την ταινία θα την δούμε στα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Μην την χάσετε!

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες», (Μέρος Ε΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1969

«Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» (Midnight Cowboy)

Ο Ράτσο Ρίζο και ο Τζο Μπακ, δηλαδή ο Ντάστιν Χόφμαν και ο Γιον Βόιτ, αντιστοίχως, είναι οι δυο πρωταγωνιστές ηθοποιοί σε δυο ερμηνείες αξεπέραστες στην ιστορία της 7ης Τέχνης.

Το φιλόδοξο, όμορφο, Τεξανό επαρχιωτόπουλο, ο αγαθοβιόλης, τσαμπουκάκος Τζο (Βόιτ) ρίχνει μαύρη πέτρα στο ελώδες από δράση και προοπτικές χωριό του, βάζοντας πλώρη για την μυθική πόλη της Νέας Υόρκης, ώστε να φτιάξει την ζωή του, κρατώντας ως πυξίδα της επιτυχίας το απολλώνιο παρουσιαστικό του και την βελόνα προσανατολισμένη στο ζιγκολίκι.

Το αφελές βλαχαδερό είναι η εύκολη λεία για τα τσακάλια και τα σαΐνια της νευρωτικής μεγαλούπολης που δεν κοιμάται ποτέ. Έτσι, ο ασθενικός, χωλός, φτωχοδιάβολος Ράτσο Ρίζο (Χόφμαν) πέφτει μπροστά του για να τον «μαδήσει». Ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσιντζερ ενορχηστρώνει μια δαιμονική φιλία μίσους και αγάπης ανάμεσα στους δυο, νέους άνδρες με το σακατεμένο παρελθόν, το τραυλό παρών και το αβέβαιο μέλλον.

Ο φυσικός διάκοσμος της ταινίας ως ο απόλυτος, ρεαλιστικός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι η Νέα Υόρκη, κατ΄ επέκταση η Αμερική, στα τέλη των sixties, που η «θολή» διανόηση μετασχηματίζεται σε έναν avant garde θίασο ελευθεριότητας. Το σενάριο του Γουάλντο Σολτ είναι βασισμένο στο καταπληκτικό βιβλίο του Τζέιμς Λίο Χερλίχι γραμμένο το 1965.

Οι καριέρες δυο ηθοποιών  απογειώνονται

Το φινάλε, λένε, πως επισφραγίζει το κυρίως σώμα ενός φιλμ. Τα τελευταία λεπτά της ταινίας του οσκαροβραβευμένου, Άγγλου σκηνοθέτη Τζον Σλέσιντζερ (16 Φεβρουαρίου 1926 – 25 Ιουλίου 2003) με τον τίτλο: «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» (Midnight Cowboy), πραγματικά σε αφήνουν εκτεθειμένο σε έναν γλυκόπικρο μετεωρισμό γεμάτο όμως ουσία και δύναμη. Εντελώς ανθρώπινο, βαθιά συναισθηματικό και συνάμα στενάχωρο σε διατάζει να πάρεις γρήγορες ανάσες για να γεμίσουν επειγόντως οι πνεύμονες οξυγόνο μη και ξεμείνεις από αναπνοή. Η σεκάνς με τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Γιον Βόιτ στο λεωφορείο για το Μαϊάμι περνάει αβλεπί στο κινηματογραφικό πάνθεον.  

Ο ρεαλισμός της ταινίας τραχύς σαν σκληρό γυαλόχαρτο. Το συναίσθημα, ύστατη κουταλιά ενός ποθητού γλυκού στον απάνθρωπο ουρανίσκο της μεγαλούπολης. Η προσφορά γενναιόδωρη, ανάλογο και το αντίτιμο στον κάθε φιλόδοξο, νέο τυχοδιώκτη που θέλει να πιάσει την καλή, να αδράξει τις ευκαιρίες στις σκιές του περιθωρίου και να βγει στο φως. Το όνειρο μετασχηματίζεται σε σκοτάδι και καταδίκη, σε έναν εφιάλτη, όπου στην καρδιά του εφιάλτη δυο μοναχικοί άνθρωποι, με αγεφύρωτα ψυχικά κενά, καταλήγουν στραπατσαρισμένοι. Το μόνο που απομένει είναι να γλυτώσουν και, τελικά, να κρατήσουν άθικτο το χρυσό μετάλλιο της ψυχής τους.

Οι δυο νέοι ηθοποιοί δίνουν κυριολεκτικώς ρεσιτάλ ερμηνείας υποδυόμενοι δυο εντελώς παρακμιακούς, αντι-ηρωϊκούς χαρακτήρες με κίνδυνο ο 32χρονος Ντάστιν Χόφμαν να καταστρέψει την ανατέλλουσα πορεία του στην 7η Τέχνη. Με την ταχύτητα κομήτη που έχει αναπτύξει από τον «Πρωτάρη» (1967) του Μάικλ Νίκολς και πορεία καρσί προς τον έναστρο θόλο των stars της μεγάλης οθόνης, ο ρόλος του λέτσου, του μισερού, του παραβατικού και αρρωστιάρη Ράτσο Ρίζο μοιάζει με λαιμητόμο για την φρέσκια καριέρα του. Μάλιστα, ο ίδιος ο Μάικλ Νίκολς έπιασε οργισμένος τον Ντάστιν για να τον συνετίσει, ώστε να παρατήσει αμέσως τον ρόλο, λέγοντας του: «Μα τι κάνεις, είσαι τρελός; Σε έφτιαξα αστέρα! Αυτός είναι ένας κακάσχημος χαρακτήρας. Είναι ρόλος για να υποστηρίξεις τον Γιον Βόιτ και τίποτα άλλο. Σύνελθε και σταμάτα να σαμποτάρεις την καριέρα σου, επιτέλους!».  

Ο 31χρονος Γιον Βόιτ κινηματογραφικά δεν είχε κάνει κάτι το αξιόλογο πριν τον «Κάουμπόι του Μεσονυκτίου», εκτός από μια κωμική ταινία επιστημονικής φαντασίας του Φίλιπ Κάουφμαν και ένα πέρασμα σε ένα γουέστερν του Τζον Στάρτζες. Συμμετείχε ασταμάτητα σε αδιάφορες τηλεοπτικές σειρές και εάν ο ηθοποιός Μάικλ Σαραζίν (Σκοτώνουν τα Αλόγα Πριν Γεράσουν), που είχε ήδη επιλεγεί για τον ρόλο του Τζο Μπακ, μετά τον Βικ Μόροου («Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», «Η Μάχη»), δεν τα έσπαγε με την παραγωγή για τα χρήματα, τότε ο Αμερικανό-Σλοβάκος ηθοποιός με την γερμανική καταγωγή, Γιόν Βόιτ, μάλλον θα χανόταν στον κολλώδη πυθμένα της αφάνειας.

Και ο Έλβις Πρέσλεϊ  ήθελε τον ρόλο τού Τζο Μπακ για κάτι πιο σοβαρό στην κινηματογραφική του καριέρα. Και ο Γουόρεν Μπίτι είχε εκφράσει έντονο ενδιαφέρον για τον ίδιο ρόλο, μόνο που ο Σλέσιντζερ τον απέρριψε ορθά σκεφτόμενος, πως ήταν πολύ διάσημος για να είναι πιστευτός ως μια «απίστευτη», αρσενική πουτάνα.

Η ταινία έφτασε στα κόκκινα της επιτυχίας και εκτός του βραβείου στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και της Χρυσής Σφαίρας Πρωτοεμφανιζόμενου Ηθοποιού που κέρδισε ο Βόιτ, προτάθηκε για 7 Όσκαρ, ανάμεσά τους και αυτό του Β΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Ντάστιν Χόφμαν και πάλι του Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Γιον Βόιτ. Στην βραδιά της απονομής η ταινία απέσπασε τα τρία: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Μεταφοράς Σεναρίου στον Γουάλντο Σολτ. Το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου εκείνης της χρονιάς απιθώθηκε στα χέρια του 62χρονου «Δούκα», του ορίτζιναλ, κινηματογραφικού καουμπόι Τζον Γουέιν, για την ερμηνεία του στο γουέστερν του Χένρι Χάθαγουεϊ, «Αληθινό Θράσος» (True Grit – 1969).

«Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» είναι η πρώτη κινηματογραφική παραγωγή στην ιστορία των Όσκαρ που σηκώνει το βραβείο στην κατηγορία της «Καλύτερης Ταινίας» και είναι χαρακτηρισμένη με την ένδειξη «Χ», δηλαδή «Αυστηρώς Ακατάλληλη».

Οι καριέρες και των δυο ηθοποιών, ως γνωστόν, έφτασαν στο υπερπέραν. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε τον «Καουμπόι του Μεσονυκτίου» στην 36η θέση των 100 αριστουργημάτων του αμερικανικού σινεμά, ενώ η Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου τίμησε την ταινία το 1994 τοποθετώντας την στο εθνικό μητρώο κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Το Τραγούδι

Τις μουσικές συνθέσεις της ταινίας ανέλαβε ο σπουδαίος Τζον Μπάρι, αλλά το τραγούδι που την μαρκάρισε είναι το «Everybody’s Talkin», γραμμένο αρχικά σε στίχους και μουσική του αισθαντικού συνθέτη και τραγουδιστή της κάντρι, Φρεντ Νιλ.

Το τραγούδι το έγραψε ο Νιλ για να συμπληρώσει – να κλείσει, όπως λένε στην δισκογραφική διάλεκτο – το δεύτερο άλμπουμ του το 1967 και να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι του στο Μαϊάμι. Ενάμιση χρόνο μετά, ο σουηδικής καταγωγής τραγουδιστής από το Μπρούκλιν, που διέμενε στο Λος Άντζελες, ο Έντουαρντ Χάρι Νίλσον (15 Ιουνίου 1941 – 15 Ιανουαρίου 1994), αναζητούσε ένα κομμάτι που θα μπορούσε να το συμπεριλάβει στο δεύτερο άλμπουμ του με τον τίτλο: «Aerial Ballet», αφιερωμένο στους παππούδες του που ήταν χορευτές σε τσίρκο.

Ο παραγωγός της δισκογραφικής RCA Victor, Ρικ Τζάραρντ κάλεσε στο στούντιο τον Χάρι Νίλσον, προτείνοντας του να ακούσει το φολκ «Everybody’s Talkin» του Φρεντ Νιλ. Ο Νίλσον ενθουσιάστηκε με το τραγούδι, το διασκεύασε, το έφερε στα μέτρα της pop rock μπαλάντας και αρχικά το χάραξαν σε 45αρι για πιάσει το Νο 113, όχι και τόσο καλή θέση, στα 100 καλύτερα τραγούδια για το 1968.

Ο Άγγλος δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός Ντέρεκ Τέιλορ είναι ο άνθρωπος κλειδί, που πρότεινε στον σκηνοθέτη Τζον Σλέσιντζερ το τραγούδι του Χάρι Νίλσον για να το περάσει στον «Καουμπόι του Μεσονυχτίου». Μετά την προβολή και την επιτυχία της ταινίας, το «Everybody’s Talkin», διασκευασμένο πια από τον Χάρι Νίλσον, που ακούγεται στην έναρξη των τίτλων, ανέβηκε σαν υδράργυρος στο Νο 6 του Bilboard και αμέσως στο Νο 2 του Bilboard Easy Listening, κερδίζοντας και το βραβείο Γκράμι.

Σε μια συνέντευξη Τύπου των Μπίτλς το 1968 στην Αμερική, ένας δημοσιογράφος ρώτησε τα «Σκαθάρια», ποιο είναι το αμερικάνικο συγκρότημα που τους αρέσει. «Μα, ο Χάρι Νίλσον!», απάντησαν ομόφωνα. Άλλωστε οι μουσικές συνεργασίες του Νίλσον με τον Τζον Λένον και τον Πολ Μακάρντεϊ είναι αρκετές, καθώς μετακομίζει το 1970 στο Λονδίνο, αγοράζοντας το διαμέρισμα των δυο δωματίων του Ρίνγκο Σταρ στο Μέιφερ για να είναι κοντά στο στούντιο της Apple Records.

Το συγκεκριμένο διαμέρισμα της Κέρσον Πλέις στον αριθμό 9 στην άκρη του Μέιφερ, για την ιστορία να αναφέρουμε, πως θεωρείται ένα από τα πιο «γκαντέμικα» σπίτια του καλλιτεχνικού χώρου, καθώς  μουσικοί που διέμεναν σε αυτό ως φιλοξενούμενοι του Νίλσον, λόγω των συναυλιών τους στο Λονδίνο, άφησαν την τελευταία τους πνοή. Ο τραγουδιστής Γκας Έλιοτ των Mamas & Papas σβήνει στο σπίτι του Νίλσον σε ηλικία 32 χρόνων από καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά και ο ντράμερ Κίθ Μουν των Who, το 1978 σε ηλικία 32 ετών βρίσκεται νεκρός σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού από κακή χρήση αντι-αλκοολικών χαπιών. Τελικά, ο Χάρι Νίλσον πούλησε, άρον άρον, το διαμέρισμα στο έτερο μέλος των Who, τον μπασίστα Πιτ Τάουνσεντ και μετακόμισε μονίμως στο Λος Άντζελες.

Ο Χάρι Νίλσον έφυγε από την ζωή σε ηλικία 52 χρόνων το 1994, αφού υπέστη ισχυρότατο, καρδιακό επεισόδιο, καθώς έπασχε, εκ γενετής, από καρδιακά προβλήματα.

Το  «Everybody’s Talkin» γίνεται η έναρξη μιας μεγάλης καριέρας για τον Χάρι Νίλσον, σημαδεύοντας παράλληλα και μια αριστουργηματική, κινηματογραφική ταινία. «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου». βρίσκεται στην λίστα των 120 ταινιών που επιβάλλεται να δει ο κάθε κινηματογραφόφιλος πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Φρεντ Νιλ
Χάρι Νίλσον
Ο Χάρι Νίλσον και ο Τζον Λένον

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για την ταινία που ταυτίστηκε με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, ενώ θα ακούσουμε το τραγούδι ορόσημο που εδράζεται στην πύλη του ιδεαλισμού κάθε νέου ανθρώπου την στιγμή που αγωνίζεται για την ελευθερία και την ειρήνη.

Αρχείο αφιερώματος στα τραγούδια και τις μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες:

Διαβάστε στο InTownPost.com

(Καζαμπλάνκα – 1942)

Διαβάστε στο InTownPost.com

 (Ξένοιαστος Καβαλάρης – 1969) 

«Δεύτερος γύρος για την «Λάμψη» και την χώρα των ζόμπι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 11

Είμαστε γεμάτοι ιστορίες. Από δημιουργίας του ανθρώπου είναι σαν εκδίδονται λογής περιπέτειες σε βιβλίο, άλλοτε σε αυτοτελή επεισόδια και άλλοτε σε συνέχειες, όμοια με κινηματογραφικά σενάρια να διαδραματίζονται πότε στην σφαίρα του ακραίου ρεαλισμού και πότε στα βασίλεια του παράδοξου. Καμιά από αυτές δεν είναι ίδια με την άλλη. Όλες όμως διαθέτουν ένα φινάλε. Το τέλος του ήρωα ή των ηρώων της κάθε διαφορετικής ιστορίας ως προς την πραγμάτωση του σκοπού.

Τα μυθιστορήματα ή τα κινηματογραφικά σενάρια φτάνουν την ιστορία μέχρι του σημείου που, συνήθως, διαγράφεται ένα αίσιο τέλος στην όποια περιπέτεια των πρωταγωνιστών, κάτι σαν κάθαρση, σαν ένας ολόφωτος ήλιος στα δεινά, απλά για να αφήνουν μια γλυκιά γεύση στον συναισθηματικό ουρανίσκο του αναγνώστη ή του θεατή. Στην δράση της κοινωνικότητας της κάθε ιστορίας το δίκιο λαμβάνει τον θώκο που του αξίζει, ενώ το άδικο κουτρουβαλιάζεται στα σκοτεινά ερέβη ως η σκοτεινή ανταμοιβή των απεχθών πράξεων, εάν υπάρχουν. Ως μικροί άνθρωποι μάθαμε από τα παραμύθια το ζαχαρένιο τέλος της κάθε ιστορίας να εκφωνείται κάπως έτσι: «…και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα».

Ακόμα και στους μυητικούς μύθους με τα λογής τέρατα και τις απόκοσμες, δαιμονικές παρουσίες το καλό πρυτανεύει στο τέλος και επέρχεται η ποθητή ισορροπία. Στις δε αστυνομικές ή κοινωνικές ιστορίες, εκεί δηλαδή όπου υπάρχει συνήθως η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, προερχόμενη από ιδιοτελείς σκοπούς είτε από θυμό, είτε από οργή, το ηθικό δίδαγμα κάθε αναγνώσματος ή κινηματογραφικού έργου που αναδύεται διαλαλεί, ότι τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και αργά ή γρήγορα η δικαιοσύνη θα αποδοθεί στον θύτη.

Έρχεται, λοιπόν, ο Γούντι Άλεν με το «Match Point» και ανατρέπει τα δεδομένα, προσφέροντας στον θύτη την ευκαιρία να διασωθεί και να μην πληρώσει για το έγκλημά του. Ένα τέτοιου είδους κινηματογραφικό σενάριο θέλει κότσια, από την στιγμή που, παιδιόθεν, έχουμε διδαχθεί και στην συνέχεια διαιωνίζουμε διδακτικά στους απογόνους μας την πορεία του ορατού ή του αθέατου αντιτίμου των πράξεων μας. Πόσο μάλλον να βλέπεις στο μεγάλο πανί, ότι ο άτιμος δολοφόνος τις σκαπουλάρει, βγαίνει λάδι και τελικώς «έζησε αυτός καλά και εμείς…».

Ο θάνατος, το ανθρώπινο τέλος δηλαδή, ήταν, είναι και θα είναι ο δεύτερος, ισχυρότερος εχθρός του ανθρώπου. Ο πρώτος είναι ο εαυτός του. Όλοι μας, ουδεμίας και ουδενός εξαιρουμένου, στο άκουσμα και μόνο του βιολογικού τέλους μας παγώνει το αίμα μας, ενώ το έξω μας βιώνει ακραίες πολικές συνθήκες σε σημείο παράλυσης. Ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που συνειδητοποιούν ως μια σοφή σκέψη το ενδεχόμενο, ότι τα πάντα στον απέραντο Κόσμο που έχουν μια αρχή, συνεπώς έχουν και ένα τέλος. Όταν δε, είμαστε νέοι, ενεργοί, ακμαίαοι, με σώας τα φρένας και μας πληροφορήσει ο δείνα γιατρός, ότι τελείωσε το λαδάκι μας και ήγγικεν το τέλος μας, τότε αρχίζει το γλέντι.   

Άπασες οι θρησκείες στο θέμα του θανάτου συμπεριφέρονται, αποκλειστικά για τους ενάρετους ανθρώπους, σαν ταξιδιωτικά γραφεία μοιράζοντας πολλά υποσχόμενες μπροσούρες περιγράφοντας ειδυλλιακούς, χλοερούς τόπους αναψυχής, κρυστάλλινα νερά, χαλαρωτικές μουσικές, πιλάφια, ουρί, πολύχρωμα, ουράνια φώτα, νιρβάνες, ηρεμία και μια ζηλευτή γαλήνη, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά.

Μαρτυρίες ανθρώπων που πήγαν και ήρθαν έπειτα από ολιγόλεπτο ταξίδι στο επέκεινα αναφέρουν, πραγματικά, για μια πρωτόγνωρη ανακούφιση, μια απαλλαγή από τα γήινα βάρη, ένα ξελάφρωμα από έννοιες και άγχη, καθώς βάδιζαν σε ένα φωτεινό τούνελ μόνοι τους ή με συντροφιά προς άγνωστη κατεύθυνση.

Τα στρατόπεδα που έχουν στηθεί πέριξ αυτής της αντίληψης είναι δυο και τρίτο δεν χωρεί. Αυτό των διάφορων θρησκευτικών δογμάτων που κυριαρχούν στον πλανήτη, ότι η ψυχή δεν χάνεται και συνεχίζει το ταξίδι των μετεμψυχώσεων της (Βουδισμός-Ινδουισμός). Η ψυχή πηγαίνει στο παραδεισένιο αναψυκτήριο, περιμένοντας την δεύτερη παρουσία για να κατέλθει στο ίδιο σώμα, που φυσικά έχει γίνει σκόνη (Χριστιανισμός). Η ψυχή εντάσσεται στην ροή της θεϊκής ουσίας ες αεί (Εβραϊσμός) και ακόμα, ότι τοποθετείται σε χώρους με τρισθεόρατα βουνά από πιλάφι και εκπάγλου ομορφιάς ουρί (μόνο για άνδρες το Ισλάμ). Η αντιπέρα όχθη, βέβαια, για τους μη θρησκευόμενους και ενάρετους είναι η κόλαση με τις γνωστές, καυτές παροχές της.

Υπάρχει και το δεύτερο στρατόπεδο, επίσης ισχυρό όπως και το προηγούμενο, αυτό που ελληνιστί χαρακτηρίζουμε ως «one and out life», δηλαδή «ζωή μια και έξω», άνευ των παραπάνω ονειρεμένων διαμονών στα πεντάστερα καταλύματα και, φυσικά, άνευ επιστροφής στο γήινο θέατρο. «Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει η έδρα μας», διατυμπανίζουν με παρρησία οι διάφοροι ζηλωτές του απτού ρεαλισμού και του αθεϊσμού.

Μετά θάνατον, δηλαδή, σκορπίζεται το αόρατο της ανθρώπινης οντότητας σε οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο προς το άπειρο του σύμπαντος, είτε αυτό είναι η αποθηκευμένη σκέψη μας σε υλοποιημένη δράση και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, είτε είναι το αδάμαστο, συσσωρευμένο συναίσθημα μας. Μηδέ παράδεισοι, μηδέ τάρταρα, μηδέ θεία δίκη και καθαρτήρια, βλέπε το ανήθικο «Match Point», του Γούντι Άλεν. Σε αυτό που συμφωνούν απόλυτα οι δυο διαφορετικές απόψεις για το ανθρώπινο τέλος είναι στο θέμα της ύλης, όπου το σαρκίο μας τοποθετείται ευλαβικά στην αγκαλιά της γης για να αφομοιωθεί από την δύναμη της.

Σημαντικό είναι, πως ο ημιμαθής άνθρωπος ουδέποτε θα συμβιβαστεί με το ζήτημα του τέλους του σε αυτό τον πλανήτη και ο λόγος είναι, ότι ουδείς από τους παραπάνω, πολλά υποσχόμενους προορισμούς των θρησκευτικών δογμάτων δεν μπορεί να τον πείσει για το τι ακριβώς είναι το «τέλος». Ο φόβος του θανάτου θα ροκανίζει βασανιστικά τον πολύτιμο, μικρό χρόνο της ζωής του και ως φενάκη, μη μπορώντας διαφορετικά, θα χρησιμοποιεί αστεία και κωμικά όλα τα παραπάνω «δεκανίκια» όχι για να απελευθερωθεί, αλλά για να ζήσει κι άλλο, κι άλλο, πανάθεμά τον.

Μόλις εμφανιστεί το μοιραίο, ως ο συνεπής προγραμματισμός της ειμαρμένης, σε όποιο έτος της ηλικίας κι αν διανύουμε, συνειδητά θα κατουρηθούμε επάνω μας, για να μην περιγράψω κάτι το σκληρότερο. Αμέσως κατανοώ παράλληλα και την εύλογη απορία μας. Οι «αθώοι», μικροί άνθρωποι, τα βρέφη, πού στο καλό εντάσσονται σε όλο αυτό το σχέδιο ζωής και θανάτου, όταν εγκαταλείπουν τα γήινα πριν ακόμα δοκιμάσουν τις γεύσεις τις ζωής, τεστάροντας τις δυναμικές τους ως ανθρώπινα όντα; Σε αυτή την απορία επιτρέψτε μου να γράψω, πως ο καθένας μας ας ανακαλύψει τις απαντήσεις κατά την διάρκεια της σύντομης διαδρομής μας. Γνωρίζουμε, όμως πολύ καλά, πως στις βρεφικές και τις μικρές ηλικίες υπάρχει πλούσια συνείδηση, ολοκάθαρη μάλιστα σαν διαυγές κρύσταλλο, συνείδηση ενταγμένη ακέραια και ολοκληρωτικά στην Αλήθεια και την Ελευθερία, καθώς δεν έχουν προλάβει να αλλοτριωθούν από την ανθρώπινη ανοησία.

Στον πυρήνα της ουσίας, τελικά, δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, πως, δαίμονα, αναζητούμε το σπουδαίο νόημα του «τέλους» μας, αφού έχουμε χάσει την ιστορία μας με πρωταγωνιστές εμάς τους ίδιους; Είναι ένα ερώτημα που με βασανίζει πολλά χρόνια. Δεν συμφιλιωθήκαμε με τα λάθη μας, ούτε καν παρατηρήσαμε τις ανοησίες μας και διαρκώς επαναλαμβάνουμε το ίδιο μοτίβο σε διαφορετικό διάκοσμο, ενώ ως «ευλογημένοι» σέρνουμε σισύφια το βαρύ άρμα της θρησκευτικής «αμαρτίας». Ταπεινοί και χειραγωγήσιμοι «δούλοι» είμαστε ενός παντοκράτορα, αυτοκράτορα, δικτάτορα…

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Δόκτωρ Ύπνος»

(Doctor Sleep)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικ Φλάναγκαν
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Κάιλεχ Κάραν, Κλιφ Κέρτις Νατάλια Ρέγιες
  • Διάρκεια: 153’
  • Διανομή: Tanweer

Με αρκετά ψυχολογικά τραύματα από την εξωφρενική, παιδική εμπειρία του στο ξενοδοχείο «Overlook», ο Ντάνι Τόρανς (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ – καλός) προσπαθεί να βρει την εσωτερική του ηρεμία. Αλκοολικός και κοινωνικά χαμένος, σε μια αναπάντεχη, μεταφυσική συνάντηση με την μικρή και θαρραλέα Άμπρα (Κάιλεχ Κάραν – καλή), θα αλλάξει η ζωή του.

Η Άμπρα διαθέτει τις ίδιες ακριβώς πνευματικές ιδιότητες με τον Ντάνι, την γνωστή ως «λάμψη» και οι δυο τους θα επιστρατεύσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την δαιμονική Rose the Hat (Ρεμπέκα Φέργκιουσον – καλή), την αρχηγό μιας συμμορίας μεταφυσικών δολοφόνων, με την ονομασία «The True Knot» (ο Δεσμός), που αναζητούν προικισμένους ανθρώπους με υπερφυσικές δυνάμεις, απλά για να «ρουφήξουν» την αύρα τους και να γίνουν αθάνατοι.

Να θεωρήσουμε, πως αυτή η ταινία – βασιζόμενο το σενάριο στο ομότιτλο βίβλο (ημερομηνία έκδοσης 2013) -, είναι ο απόλυτος «εξορκισμός» του Στίβεν Κινγκ στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Οι λάτρεις της «Λάμψης» του 1980, γνωρίζουν, πάραυτα, την επί δεκαετιών διαμάχη ως προς την αντιπάθεια που τρέφει ο Κινγκ στον Κιούμπρικ, λόγω της «άστοχης» σεναριακής, διαχείρισης των χαρακτήρων του βιβλίου από τον αξέχαστο σκηνοθέτη, κάτι που ο συγγραφέας δεν «χώνεψε» ποτέ και, μάλιστα, ποτέ δεν το συγχώρεσε στον Στάνλεϊ, καθώς το μυθιστόρημα εμπεριέχει πλείστα βιογραφικά στοιχεία του Κινγκ, όπως ο αλκοολισμός του, τα οποία ο σκηνοθέτης, αυτοκρατορικά, τα μετέθεσε στον κάλαθο των αχρήστων. Η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πάντως είναι το φιλμ ορόσημο στο κινηματογραφικό είδος του μεταφυσικού τρόμου, παρότι ο Κίνγκ γεννά φλύκταινες στο άκουσμα της.    

Να, λοιπόν και η συνέχεια της, που οι φανατικοί του συγγραφέα περιμένουν να απολαύσουν. Άλλο στόρι και άλλο ύφος. Αναλογιστείτε μόνο το δυσβάσταχτο βάρος και την πίεση μεγατόνων που ένοιωσε ο Αμερικανός Μάικ Φλάναγκαν όταν σκηνοθετούσε το sequel ενός θέματος, που ο κατά τα άλλα ο προσηνής και συνεργάσιμος Στίβεν Κινγκ, προφανώς θα φιλούσε καραούλι μην και συμβούν στον «Doctor Sleep» τα ίδια παρατράγουδα με αυτά της «Λάμψης». Η συγγραφή του βιβλίου, ως συνέχεια, είναι εμφανώς μια εσωτερική εντολή του Κινγκ, ένας φόρος τιμής για να δικαιώσει το αγαπημένο του πρώτο μέρος, που «κακόπεσε» κινηματογραφικά στα χέρια του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.   

Ο Φλάναγκαν με αυτή την ταινία δεν αγγίζει παρθενικά τα «ιερά» γραπτά του μετρ του τρόμου. Σκηνοθέτησε ικανοποιητικά το νετφλιξιακό «Το Παιχνίδι του Τζέραλντ», ενώ οι περγαμηνές του πίσω από τον φακό μαρτυρούν κινηματογραφιστή που εργάζεται αποκλειστικά στο σινεμά του τρόμου: («Ouija: Η Πηγή του Κακού», «Somnia», «Hush», «Ο Καθρέφτης της Κολάσεως»), συνοδεύοντας, μάλιστα, τις ταινίες του τόσο στη σεναριακή εκπόνηση, όσο και στην επίπονη δουλειά του μοντάζ. Έτσι και εδώ, στην μεταφορά του βιβλίου σε σενάριο και στο μοντάζ ηγείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης και δεν τα πηγαίνει διόλου άσχημα, καθώς όλες οι ταινίες που αφορούν τον Κινγκ ως προς την παράδοξη και μεταφυσική τους γραφή, κινηματογραφικά είναι, άπασες, προβληματικές, έως αποτυχημένες.

Οι ερμηνείες είναι συμπαγείς, η φωτογραφία του Μάικλ Φιμογκνάρι άψογη και η σεκάνς του φινάλε στο γνωστό, ορεινό ξενοδοχείο «Overlook», για τους παλαιότερους, θα οργανώσει ένα νοσταλγικό ταξίδι ήχου και εικόνας στην, τότε, παράνοια του Τζακ Τόρενς. Το σίγουρο είναι, ότι δεν θα ενταχθείτε στην ψυχρή και ανατριχιαστική, κιουμπρικιανή ατμόσφαιρα της προ 39ετίας «Λάμψης», αλλά σε μια μοντέρνα, καλοστημένη ταινία τρόμου, που τα στοιχεία της πλοκής διαθέτουν την απαιτούμενη θριλερική αγωνία και η δράση της χαϊδεύει με άποψη και διακριτικά την διαλεκτική και το στιλ των «X-Men», αλλά και του υπέροχου, τηλεοπτικού «Sense 8».

Πάντως, αυτά που ο Κίνγκ θέλει να περάσει στο μεγάλο πανί, και αφορούν το κτίσιμο των χαρακτήρων, ο Φλάναγκαν τα υπηρετεί ευλαβικά και με ζήλο. Σε μια περίοδο που το κινηματογραφικό είδος του τρόμου βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση ο «Δόκτωρ Ύπνος» είναι μια καλή πρόταση, που δεν «κοιμάσαι».

«Zombieland: Διπλή Βολή»

(Zombieland: Double Tap)

 

 

  • Είδος: Τρόμος, κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλάισερ
  • Με τους: Γούντι Χάρελσον, Τζέσι Άιζενμπεργκ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Έμα Στόουν, Λουκ Γουίλσον, Ροζάριο Ντόουσον, Ζόι Ντόιτς
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Χάος και τρελές καταστάσεις, που εκτυλίσσονται από τον Λευκό Οίκο μέχρι την ενδοχώρα, φέρνουν αντιμέτωπους: τον Ταλαχάσι (Γουντι Χάρλεσον – δεν έχασε διόλου το κέφι του), τον Κολόμπους (Τζέσι Άιζενμπεργκ – σαν να μην πέρασε μέρα από πάνω του), την Γουίτσιτα (Έμα Στόουν – απαραίτητη η παρουσία της) και την Λίτλ Ροκ (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν – ενηλικιώθηκε), με τα νέα είδη ζόμπι, τα οποία έχουν εξελιχθεί εντός της δεκαετίας που πέρασε.

Καινούριοι επιζήσαντες του σπάνιου πια ανθρώπινου είδους ανακαλύπτονται και νέα καταφύγια έρχονται στο προσκήνιο της περιπέτειας των τεσσάρων φίλων. Πάνω απ’ όλα, όμως, το παρεάκι πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της δικής του αυτοσχέδιας οικογένειας, καθώς τα χρόνια πέρασαν και εκείνοι μεγάλωσαν.

Ο κινηματογραφικός θρίαμβος του cult «Zombieland» εν έτει 2009, προφανώς απαιτούσε μια συνέχεια. Συνήθως, όταν μια μεγάλη επιτυχία, ως προϊόν που αναπάντεχα έκοψε άφθονη μονέδα και έπειτα από μια δεκαετία ρίχνεται στο χυτήριο για να κραματοποιηθεί σε μορφή sequel, τότε είσαι προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσεις την ενδεχόμενη τραγωδία. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, ότι η υπέροχη, πρωτογενής ιδέα θα σαλατοποιηθεί ξανά στον βωμό του χρήματος. Κι όμως, το sequel «Zombieland: Double Tap» κρατάει σταθερά το ύψος και την διάθεση του, δίχως, βέβαια, να ανεβάζει κλίμακες στα πεδία της υπέρβασης, αλλά είναι το ίδιο σαρκαστικό, το ίδιο ξεκαρδιστικό και το ίδιο περιπετειώδες.  

Στο σκηνοθετικό τιμόνι παραμένει ο ίδιος καπετάνιος, αφού ο Αμερικανός Ρούμπεν Φλάισερ γνωρίζει τον σφυγμό και την ρότα του plot σαν την τσέπη του. Με τηλεοπτική θητεία σε διάφορες σειρές και με το «Venon» πίσω του, ο Φλάισερ χαράζει ξανά την σκηνοθετική διαδρομή ενός σεναρίου που τελικά έχει πλάκα και γελάς αβίαστα, από το πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της έναρξης, κανιβαλίζοντας ακόμα και το screen logo της Columbia Pictures, έως το φινάλε έκπληξη, που προσφέρει αβίαστα μια φρεσκάδα στο φιλμ.

Το δεύτερο μέρος της κωμικής περιπέτειας τρόμου με ζόμπι, που έδωσε τον κινηματογραφικό νεολογισμό στο είδος ως «zomedy», κυλάει νερό, ενώ παράλληλα η γνωστή τετράδα διανθίζεται με έξτρα συμμετοχές-παρουσίες, αρχής γενομένης από τον Λουκ Γουίλσον, έως την Ζόι Ντόισον και την υπέροχη Ροζαριο Ντόουσον.

«Η Δύναμη της Αλήθειας»

(Donbass)

 

  • Είδος: Δράμα, πολιτικο-κοινωνική σάτιρα
  • Παραγωγή: Γερμανία, Ουκρανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ρουμανία, Πολωνία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λοζνίτσα
  • Με τους: Ταμάρα Γιατσένκο, Λουντμίλα Σμοροντίνα, Μπόρις Καμόρζιν
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Κανών 2018
  • Προβολή της ταινίας: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Το Ντόνμπας (Donbass) είναι η περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας, που οι άνθρωποι του ζουν στις δυο πλευρές του χάσματος ενός εμφύλιου πολέμου.

Ο τακτικός στρατός της Ουκρανίας και οι εθελοντές μάχονται τις αυτονομιστικές ομάδες, υποστηριζόμενες από τη Ρωσία του Πούτιν. Η διαφθορά, η εγκληματικότητα όλων των ειδών, ο τρόμος και η προπαγάνδα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της σύρραξης. Η δε ταπείνωση είναι συνηθισμένη.

Το παλμαρέ του Λευκορώσου σκηνοθέτη  Σεργκέι Λοζνίτσα είναι στα ντοκιμαντέρ και μόνο τρεις ταινίες μεγάλου μήκους προηγούνται του «Donbass». Μέσα σε αυτές εντάσσεται και το βραβευμένο στις Κάνες από την Fripesci «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» του 2012, που απόλαυσαν και οι Έλληνες κινηματογραφόφιλοι. Η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του μυθοπλασίας είναι «Η Δύναμη της Αλήθειας», όπου η ρεαλιστική γραφή του Λοζνίτσα καταπιάνεται με τα δραματικά και συνάμα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην συγκεκριμένη περιοχή της Ουκρανίας στο χρονικό διάστημα του 2014 κατά την εμφύλια σύρραξη ανάμεσα στον τακτικό στρατό της χώρας με την υποστήριξη της Δύσης και τους αντικυβερνητικούς φιλορώσους που απαιτούσαν την αυτονομία τους.

Η αλήθεια είναι, πως ένας πόλεμος και δη ένας εμφύλιος δύσκολα καταγράφεται αντικειμενικά, εφόσον είναι ένα ιστορικό γεγονός, που κόστισε σε νεκρούς και εδάφη, χωρίζοντας σε δυο αντίθετα μέρη τον λαό. Αν και οι δεκατρείς ιστορίες που πλαισιώνουν την ταινία βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, πάλι, το όποιο μάτι πίσω από τον φακό μπορεί εύκολα να πολιορκηθεί από το συναίσθημα και την προσωπική άποψη του δημιουργού.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και διακρίνεις έντονα την μεγαλύτερη εικόνα που θέλει να εδραιώσει ως βασικό ρυθμό της ταινίας, μετασχηματίζοντας κάποιες στιγμές το τραγικό σε κωμικό, στην χρωματική της μαύρης κωμωδίας, αλλά και το δραματικό σε σάτιρα. Πραγματική σχοινοβασία το εγχείρημα, καθώς υπάρχουν ιστορίες που πραγματικά σου κόβεται η αναπνοή. Τελικά το αποτέλεσμα κυβοποιείται αίσια και βγαίνει στον βαθμό του ρεαλισμού, ικανό να σε προβληματίσει, αφού πόλεμος και κοινωνία συνυπάρχουν στην βίαιη αντιπαράθεση τους.

Η ντοκιμαντερίστικη εμπειρία του Λοζνίτσα ταξινομεί ξεκάθαρα τα όρια και τις θέσεις ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την μυθοπλασία. Η πολιτική διαφθορά, το χρήμα, οι ολιγάρχες, ο στρατός, οι αντάρτες, η προπαγάνδα και οι απλοί πολίτες στην μέση όλων των συμφερόντων Ανατολής και Δύσης είναι το τέλειο σκηνικό και συνάμα η μαγιά για τα καλοστημένα «σκετσάκια» τούτου του γλυκόπικρου και κωμικοτραγικού φιλμ με την καλή αφήγηση, που είτε αποτυπώνονται από την κινούμενη κάμερα, είτε με τα σταθερά πλάνα είναι μια ωμότατη καταγγελία στα αίσχη που διαπράχθηκαν και, πραγματικά, αξίζει να παρακολουθήσετε με ενδιαφέρον.

Ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά σίγουρα προσφέρει γεωγραφικά το ήθος και τις συνήθειες εθνών στον κατάλληλο χρόνο με όχημα ένα πραγματικό γεγονός ή μια ιστορία. Η χειμωνιάτικη απεικόνιση του Ντόνμπας στην ταινία του Σεργκέι Λοζνίτσα είναι ακριβώς όπως και οι καρδιές των ανθρώπων του: λασπωμένο, ερημωμένο, άλλοτε σκληρό και χυδαίο, άλλοτε πένθιμο και άλλοτε χαρούμενο όπως η διάθεση στην τελετή ενός γάμου.

«Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά»

(Richard Says Goodbye)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουέιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζόνι Ντεπ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ντάνι Χιούστο
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Ρίτσαρντ (Τζόνι Ντεπ – καλός),  διαγνώστηκε με μη αναστρέψιμο καρκίνο των πνευμόνων. Ο γιατρός τού δίνει ενάμιση χρόνο ζωής αν κάνει θεραπεία, όμως εκείνος αποφασίζει να μην κάνει, μειώνοντας τον χρόνο στους έξι μήνες. Μετά το σοκ εγκαταλείπει τα προσχήματα, τις κοινωνικές συμβάσεις για να ζήσει όσο του απομένει έντονα και ελεύθερα.

Πέφτει με τα μούτρα σε κάθε πιθανή «αμαρτία»: Πίνει, καπνίζει μαριχουάνα, κάνει σεξ με αγόρια και κορίτσια, ξεστομίζοντας αδιανόητες προσβολές, εισπράττοντας έτσι περισσότερη χαρά από ποτέ. Με τον νέο τρόπο ζωής και καθώς ο χρόνος του εξαντλείται, ο Ρίτσαρντ θα καταλάβει πολλά πράγματα για τη ζωή, ενώ θα έρθει κοντά με τους ανθρώπους που αγαπά, για ένα τελευταίο αντίο.

Η ρεαλιστική πληροφορία, η προερχόμενη από επίσημα ιατρικά χείλη, που κόβει τα ανθρώπινα ήπατα και έχει να κάνει με την ημερομηνία λήξης της βιολογικής μας ύπαρξης, πάντα θα είναι ένα περιζήτητο «γλύκισμα» για συγγραφείς και σκηνοθέτες. Ένα «γλύκισμα», βέβαια, καλυμμένο σε συνηθισμένο, απλό περιτύλιγμα, που το περιεχόμενο του, το «γλυκό» δηλαδή, διαφοροποιείται από τον τρόπο που θα το παρασκευάσει ο κάθε «patiser» για να προκύψει δελεαστικό.

Το μυστικό κρύβεται στην ουσία του εδέσματος και στα συστατικά που θα χρησιμοποιηθούν στην συνταγή, ώστε να αιχμαλωτίσουν αισθαντικά, γλυκά και με γνώση τον αναγνώστη ή τον θεατή στο νόημα του μεγαλείου της ανθρωπινής ζωής απέναντι στο επικείμενο τέλος και όχι στον ανθρωπάκο που όταν έλαβε την πληροφορία ότι θα εγκαταλείψει τα γήινα να επιδίδεται σε χοντράδες και βλακείες ως προς την στρεβλή έννοια της κοινωνικής απενοχοποίησης, επειδή τελειώνει η ζωή του. Αυτό ορίζει τον ημιμαθή και καταπιεσμένο άνθρωπο, που οδηγεί το στραπατσαρισμένο όχημα του θυμού, αντί του ανάλαφρου της ελευθερίας.

«Ελεύθερος» άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν πληροφορηθείς ότι, οσονούπω φτάνει το τέλος σου, αλλά είσαι ελεύθερος και απολαμβάνεις με γνώση και φρόνηση τον ερχομό τού τέλους σου. Ο μοναδικός σκηνοθέτης που διαχειρίστηκε σωστά τούτο το δύσκολο και πολύπλοκο κινηματογραφικό «γλύκισμα», από διαφορετική γωνία θέασης είναι ο Πίτερ Γουίαρ στην ταινία «Σχέση Ζωής» (Fearless – 1993) με τον Τζεφ Μπρίτζες, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου, Ραφαέλ Ιγκλέσιας. Στην τρίτη ηλικία, που προκύπτει ξανά ο μετασχηματισμός της ανθρωπινής συμπεριφοράς στην πληροφορία του θανάτου, η ταινία του Ρομπ Ράινερ «Επιθυμίες… στο Παρά Πέντε!» (The Bucket List – 2007) με τον Τζακ Νίκολσον και τον Μόργκαν Φρίμαν, η ιστορία θα κινηθεί γλυκερά, χιουμοριστικά ανθρώπινα και ώριμα στην σφαίρα των ανθρώπινων επιθυμιών που δεν εκπληρώθηκαν.

Η ταινία του Γουέιν Ρόμπερτς «Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά» είναι μια ανοησία για καταπιεσμένους, ανελεύθερους, ενήλικες μεσοαστούς που μαθαίνουν το νέο τού τέλους τους και αποφασίσουν να βγάλουν χολή και να δοκιμάσουν ανούσιες γεύσεις ζωής. Το δυσάρεστο είναι, ότι ο Τζόνι Ντεπ, βγάζει τον ρόλο καλά, υποδυόμενος τον καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, που, διάολε, το διάβασμα, τουλάχιστον, ανοίγει ορίζοντες. Αντιθέτως, μεταμορφώνεται σε έναν ξινό, σημαιοφόρο της απάθειας και της βλακείας, ένα κακέκτυπο του μηδενιστή ήρωα Μερσό από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί.  Ρηχοί και  ανούσιοι προβληματισμοί σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γουέιν Ρόμπερτς στην δεύτερη ταινία του, για το πασάλειμμα του άκρως σημαντικού θέματος, αυτού της αναγγελίας του πρόωρου θανάτου που φέρνει τα επάνω κάτω, προσθέτει, εκτός των άλλων, ως βέρος θιασώτης της αμερικανιάς, άφθονη, παχυντική σαντιγί, οικογενειακών, συναισθηματικών εκκρεμοτήτων, ένεκα πατρικής και συζυγικής παρελθούσης αδιαφορίας, που πρέπει να κλείσουν άμεσα προ της αναχώρησης του ήρωα. Παχυντικό, κινηματογραφικό έδεσμα άπειρων θερμίδων, που δεν μεταβολίζεται με τίποτα.  

«Δυστυχώς Απουσιάζατε»

(Sorry We Missed You)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

O Ρίκι, η Άμπι και τα δύο τους παιδιά, ο Σεμπ και η Λίζα ζουν στο Νιούκαστλ. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ρικι αλλάζει συνεχώς δουλειές, ενώ η Άμπι που αγαπά τη δική της, είναι να φροντίζει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Άμπι πουλάει το αυτοκίνητο της και ο Ρίκι αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

Κατόπιν του βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στους κόλπους της αποδεκατισμένης, αγγλικής εργατικής κοινωνίας σε τοξικούς καιρούς όσο αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και το δικαίωμα μιας θέσης στο ήλιο. Ο Λόουτς στην σκηνοθεσία και ο στενός συνεργάτης του Πολ Λάβερτι στο σενάριο συνθέτουν ένα ακόμα κοινωνικό δράμα στην καρδιά των παραγωγικών τάξεων, ξανά στην καρδιά του πάλαι ποτέ ενεργού, βιομηχανικού Νιουκάστλ, που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και τον συνεχή, βασανιστικό αγώνα της επιβίωσης απλών ανθρώπων.

Αυτή την φορά ο 83χρονος, βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα ζευγάρια και την οικογένεια, καθώς οι ήρωες της ιστορίας είναι σαραντάρηδες γονείς μαζί με τα δυο τέκνα τους, που ακόμα κολυμπούν απεγνωσμένα στα άχρωμα, άγρια νερά της κοινωνικής αβεβαιότητας και της επαγγελματικής ανασφάλειας. Στο προσκήνιο του σεναρίου και η δύναμη της τεχνολογίας, που ως αδίστακτο εξουσιαστικό μέσο στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος-ρουφιάνος της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» μετασχηματίζει βάρβαρα τον καταναλωτή σε ένα αρνητικό, σκληρό και απαιτητικό ον, ενώ τον επαγγελματία μεροκαματιάρη σε δούλο υπερεργασίας άνευ ελπίδας, να λειτουργεί με το σκεπτικό ενός survivor: «ο θάνατος σου η ζωή μου».

Παρότι ο Λόουτς των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, έφτασε να διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, καλά να είναι ο άνθρωπος να σκηνοθετεί ταινίες, πάλι καταγράφει ρεαλιστικά και περίτεχνα τα μαύρα και άραχνα γεγονότα της ζοφερής καθημερινότητας μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται στα τελευταία στάδια της κατάρρευσης, καθ’ όλα γνώριμης σε εμάς. Το θέμα όμως παραμένει στην μεστή καταγραφή του και μάλιστα, ως αφήγηση φτάνει στο ύστατο πλατύσκαλο της δραματοποιημένης κλίμακας, ικανό να σου πλακώνει την ψυχή σαν βουνίσιος ογκόλιθος.

Όπως και στην ταινία «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο σκηνοθέτης βαλτώνει για μια φορά ακόμα στα θλιβερά κοινωνικά, πολιτισμικά γεγονότα αυτά καθεαυτά, φωνάζοντας με την γέρικη φωνή του: «Να κοίτα καλά, αυτή είναι η κατάντια!», δίχως να ανοίγει, ως «σοφός» γέρων, έστω μια περσίδα να περάσει το ελάχιστο του φωτός. Άφθονο και ανεξέλεγκτο κινηματογραφικό δράμα!

Πέντε σπίτια παρακάτω από το δικό μου, ο 37χρονος, πτυχιούχος τοπογράφος και οικογενειάρχης Αντώνης, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, με την σύζυγο του Ειρήνη να δουλεύει κυλιόμενο ωράριο στην γραμματεία μικροβιολογικού κέντρου, βιώνει ακριβώς το ίδιο θέμα με την ταινία. Μεταφορέας είναι, είλωτας, κούριερ αυτοαπασχολούμενος με σύμβαση σε εταιρεία και μπλοκάκι. Τις τελευταίες ημέρες που ανταμώνουμε είναι σαν ακούω τον Ρίκι. Να πάω να το δω και στο σινεμά;

«Δυστυχώς Απουσιάζατε»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Sorry We Missed You)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χάνιγουντ, Ρις Στόουν, Κέιτι Πρόκτορ
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

O Ρίκι, η Άμπι και τα δύο τους παιδιά, ο Σεμπ και η Λίζα ζουν στο Νιούκαστλ. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ρικι αλλάζει συνεχώς δουλειές, ενώ η Άμπι που αγαπά τη δική της, είναι να φροντίζει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Άμπι πουλάει το αυτοκίνητο της και ο Ρίκι αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

Κατόπιν του βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» (2016), ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στους κόλπους της αποδεκατισμένης, αγγλικής εργατικής κοινωνίας σε τοξικούς καιρούς όσο αφορά την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και το δικαίωμα μιας θέσης στο ήλιο. Ο Λόουτς στην σκηνοθεσία και ο στενός συνεργάτης του Πολ Λάβερτι στο σενάριο συνθέτουν ένα ακόμα κοινωνικό δράμα στην καρδιά των παραγωγικών τάξεων, ξανά στην καρδιά του πάλαι ποτέ ενεργού, βιομηχανικού Νιουκάστλ, που σήμερα μαστίζεται από την ανεργία και τον συνεχή, βασανιστικό αγώνα της επιβίωσης απλών ανθρώπων.

Αυτή την φορά ο 83χρονος, βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα ζευγάρια και την οικογένεια, καθώς οι ήρωες της ιστορίας είναι σαραντάρηδες γονείς μαζί με τα δυο τέκνα τους, που ακόμα κολυμπούν απεγνωσμένα στα άχρωμα, άγρια νερά της κοινωνικής αβεβαιότητας και της επαγγελματικής ανασφάλειας. Στο προσκήνιο του σεναρίου και η δύναμη της τεχνολογίας, που ως αδίστακτο εξουσιαστικό μέσο στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος-ρουφιάνος της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» μετασχηματίζει βάρβαρα τον καταναλωτή σε ένα αρνητικό, σκληρό και απαιτητικό ον, ενώ τον επαγγελματία μεροκαματιάρη σε δούλο υπερεργασίας άνευ ελπίδας, να λειτουργεί με το σκεπτικό ενός survivor: «ο θάνατος σου η ζωή μου».

Παρότι ο Λόουτς των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, έφτασε να διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, καλά να είναι ο άνθρωπος να σκηνοθετεί ταινίες, πάλι καταγράφει ρεαλιστικά και περίτεχνα τα μαύρα και άραχνα γεγονότα της ζοφερής καθημερινότητας μιας ανθρωπότητας που βρίσκεται στα τελευταία στάδια της κατάρρευσης, καθ’ όλα γνώριμης σε εμάς. Το θέμα όμως παραμένει στην μεστή καταγραφή του και μάλιστα, ως αφήγηση φτάνει στο ύστατο πλατύσκαλο της δραματοποιημένης κλίμακας, ικανό να σου πλακώνει την ψυχή σαν βουνίσιος ογκόλιθος.

Όπως και στην ταινία «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο σκηνοθέτης βαλτώνει για μια φορά ακόμα στα θλιβερά κοινωνικά, πολιτισμικά γεγονότα αυτά καθεαυτά, φωνάζοντας με την γέρικη φωνή του: «Να κοίτα καλά, αυτή είναι η κατάντια!», δίχως να ανοίγει, ως «σοφός» γέρων, έστω μια περσίδα να περάσει το ελάχιστο του φωτός. Άφθονο και ανεξέλεγκτο κινηματογραφικό δράμα!

Πέντε σπίτια παρακάτω από το δικό μου, ο 37χρονος, πτυχιούχος τοπογράφος και οικογενειάρχης Αντώνης, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, με την σύζυγο του Ειρήνη να δουλεύει κυλιόμενο ωράριο στην γραμματεία μικροβιολογικού κέντρου, βιώνει ακριβώς το ίδιο θέμα με την ταινία. Μεταφορέας είναι, είλωτας, κούριερ αυτοαπασχολούμενος με σύμβαση σε εταιρεία και μπλοκάκι. Τις τελευταίες ημέρες που ανταμώνουμε είναι σαν ακούω τον Ρίκι. Να πάω να το δω και στο σινεμά;

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Richard Says Goodbye)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουέιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζόνι Ντεπ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ντάνι Χιούστο
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Odeon

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Ρίτσαρντ (Τζόνι Ντεπ – καλός),  διαγνώστηκε με μη αναστρέψιμο καρκίνο των πνευμόνων. Ο γιατρός τού δίνει ενάμιση χρόνο ζωής αν κάνει θεραπεία, όμως εκείνος αποφασίζει να μην κάνει, μειώνοντας τον χρόνο στους έξι μήνες. Μετά το σοκ εγκαταλείπει τα προσχήματα, τις κοινωνικές συμβάσεις για να ζήσει όσο του απομένει έντονα και ελεύθερα.

Πέφτει με τα μούτρα σε κάθε πιθανή «αμαρτία»: Πίνει, καπνίζει μαριχουάνα, κάνει σεξ με αγόρια και κορίτσια, ξεστομίζοντας αδιανόητες προσβολές, εισπράττοντας έτσι περισσότερη χαρά από ποτέ. Με τον νέο τρόπο ζωής και καθώς ο χρόνος του εξαντλείται, ο Ρίτσαρντ θα καταλάβει πολλά πράγματα για τη ζωή, ενώ θα έρθει κοντά με τους ανθρώπους που αγαπά, για ένα τελευταίο αντίο.

Η ρεαλιστική πληροφορία, η προερχόμενη από επίσημα ιατρικά χείλη, που κόβει τα ανθρώπινα ήπατα και έχει να κάνει με την ημερομηνία λήξης της βιολογικής μας ύπαρξης, πάντα θα είναι ένα περιζήτητο «γλύκισμα» για συγγραφείς και σκηνοθέτες. Ένα «γλύκισμα», βέβαια, καλυμμένο σε συνηθισμένο, απλό περιτύλιγμα, που το περιεχόμενο του, το «γλυκό» δηλαδή, διαφοροποιείται από τον τρόπο που θα το παρασκευάσει ο κάθε «patiser» για να προκύψει δελεαστικό.

Το μυστικό κρύβεται στην ουσία του εδέσματος και στα συστατικά που θα χρησιμοποιηθούν στην συνταγή, ώστε να αιχμαλωτίσουν αισθαντικά, γλυκά και με γνώση τον αναγνώστη ή τον θεατή στο νόημα του μεγαλείου της ανθρωπινής ζωής απέναντι στο επικείμενο τέλος και όχι στον ανθρωπάκο που όταν έλαβε την πληροφορία ότι θα εγκαταλείψει τα γήινα να επιδίδεται σε χοντράδες και βλακείες ως προς την στρεβλή έννοια της κοινωνικής απενοχοποίησης, επειδή τελειώνει η ζωή του. Αυτό ορίζει τον ημιμαθή και καταπιεσμένο άνθρωπο, που οδηγεί το στραπατσαρισμένο όχημα του θυμού, αντί του ανάλαφρου της ελευθερίας.

«Ελεύθερος» άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν πληροφορηθείς ότι, οσονούπω φτάνει το τέλος σου, αλλά είσαι ελεύθερος και απολαμβάνεις με γνώση και φρόνηση τον ερχομό τού τέλους σου. Ο μοναδικός σκηνοθέτης που διαχειρίστηκε σωστά τούτο το δύσκολο και πολύπλοκο κινηματογραφικό «γλύκισμα», από διαφορετική γωνία θέασης είναι ο Πίτερ Γουίαρ στην ταινία «Σχέση Ζωής» (Fearless – 1993) με τον Τζεφ Μπρίτζες, σε σενάριο του συγγραφέα και σεναριογράφου, Ραφαέλ Ιγκλέσιας. Στην τρίτη ηλικία, που προκύπτει ξανά ο μετασχηματισμός της ανθρωπινής συμπεριφοράς στην πληροφορία του θανάτου, η ταινία του Ρομπ Ράινερ «Επιθυμίες… στο Παρά Πέντε!» (The Bucket List – 2007) με τον Τζακ Νίκολσον και τον Μόργκαν Φρίμαν, η ιστορία θα κινηθεί γλυκερά, χιουμοριστικά ανθρώπινα και ώριμα στην σφαίρα των ανθρώπινων επιθυμιών που δεν εκπληρώθηκαν.

Η ταινία του Γουέιν Ρόμπερτς «Ποτέ Δεν Είναι Αργά Κύριε Καθηγητά» είναι μια ανοησία για καταπιεσμένους, ανελεύθερους, ενήλικες μεσοαστούς που μαθαίνουν το νέο τού τέλους τους και αποφασίσουν να βγάλουν χολή και να δοκιμάσουν ανούσιες γεύσεις ζωής. Το δυσάρεστο είναι, ότι ο Τζόνι Ντεπ, βγάζει τον ρόλο καλά, υποδυόμενος τον καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, που, διάολε, το διάβασμα, τουλάχιστον, ανοίγει ορίζοντες. Αντιθέτως, μεταμορφώνεται σε έναν ξινό, σημαιοφόρο της απάθειας και της βλακείας, ένα κακέκτυπο του μηδενιστή ήρωα Μερσό από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί.  Ρηχοί και  ανούσιοι προβληματισμοί σε ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γουέιν Ρόμπερτς στην δεύτερη ταινία του, για το πασάλειμμα του άκρως σημαντικού θέματος, αυτού της αναγγελίας του πρόωρου θανάτου που φέρνει τα επάνω κάτω, προσθέτει, εκτός των άλλων, ως βέρος θιασώτης της αμερικανιάς, άφθονη, παχυντική σαντιγί, οικογενειακών, συναισθηματικών εκκρεμοτήτων, ένεκα πατρικής και συζυγικής παρελθούσης αδιαφορίας, που πρέπει να κλείσουν άμεσα προ της αναχώρησης του ήρωα. Παχυντικό, κινηματογραφικό έδεσμα άπειρων θερμίδων, που δεν μεταβολίζεται με τίποτα.        

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη