fbpx

«Μια καρδερίνα ταξιδεύει στο διάστημα με στολή, αλλά δίχως οξυγόνο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 4

Ο «κρισιανός» άνθρωπος είναι το ολοκαίνουργιο μοντέλο του εργοστασίου παραγωγής. Τα χαρακτηριστικά και τα κοινωνικά ιδιώματα του διαμορφώνονται ταχύτητα στην εποχή του ζόφου, ενώ αποκαλύπτεται άνευ δυσκολιών το βαθύ κράτος της εγωπαθούς μικροψυχίας, που μόνο την φιγούρα του εαυτού μας διακρίνουμε στο ευρύ πλάνο του μεγάλου Κόσμου. Το αστείο της υπόθεσης είναι, πως ένα σοβαρό, σε αριθμό, ποσοστό ανθρώπων γνωρίζει ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός αλλά εμείς στραβά αρμενίζουμε και η διαγωγή του πλοίου μας, λίαν επιεικώς, είναι άθλια, αλλά ουδείς πτοείται.

«Survivor»! Το νέο αλάνθαστο εργαλείο κοινωνικοποίησης σε πλήρη εξέλιξη, όπως άλλωστε καταδεικνύει, συνεχώς, σε ταχύρρυθμη εκπαίδευση ο γνωστός και έγκριτος, στρατάρχης συνειδήσεων, Τιβίς.

Αναζητάμε το δόλιο «μέσον», για να βολευτούμε όπως όπως. Ψάχνουμε εναγωνίως τον ανήλιαγο, ρυπαρό φωταγωγό της παμπάλαιας πολυκατοικίας για να κρυφτούμε, δήθεν, να εξαφανιστούμε από το πρόβλημα. Όσο εμείς την «κάνουμε» αθόρυβα, σαν λωποδύτες, από το πεδίο του συμβάντος, ένεκα φόβου, δειλίας ή απάθειας το πρόβλημα παραμένει στον τόπο του, παίζει μόνο του, γιγαντώνεται, δυναμώνει και με υπομονή περιμένει να επανακάμψουμε. Και κάποια στιγμή επιστρέφουμε, είτε εμείς οι ίδιοι, είτε οι απόγονοι μας. Πάντως επιστρέφουμε, αλλά και πάλι «Survivor».  

Κινηματογραφικό σκηνικό πρώτο, κρισιανής περιόδου πριν δυο ημέρες στο μετρό, απογευματινοβραδινή ώρα κατόπιν εξαντλητικής εργασίας. Δυο, περιποιημένες, ηλικιωμένες κυρίες στα ζευγαρωμένα καθίσματα απέναντι μου συζητούν για κάποια γνωστή τους, που κατάφερε να «χώσει» με τα πολλά τον ανεπρόκοπο γιό της σε μια υπηρεσία του Δημοσίου με την προηγούμενη κυβέρνηση. Το «παιδί», τώρα, παίρνει έναν μισθό όχι σπουδαίο, αλλά βρίσκεται ασφαλής κάτω από την προστατευτική, κρατική ομπρέλα και έχει, διάολε, μερικά γρόσια στην τσέπη του.

«Μπράβο στην Γιώτα!», αναφώνησε με χωλό θαυμασμό η μια εκ των δυο κυριών, κοιτώντας στιγμιαία την οροφή του βαγονιού, σκεφτόμενη πονηρά στο κρισιανό, «Survivor» μυαλό της: «γαμώτο τα κατάφερε η κοντή!» Μάλλον κοντή εικάζω πως θα είναι η κυρία Γιώτα. Οι βραχύσωμες γυναίκες, ιστορικά, καταφέρνουν τα μέγιστα.

Δεν έμεινε όμως εκεί και συνέχισε, ενώ άρχισε να αδειάζει απροκάλυπτα τα φαρμακερά φίλτρα της Μήδειας στην τοποθέτηση της: «Το ίδιο θα έκανα και ΄γω. Ποιος τα βγάζει πέρα σήμερα με μισή σύνταξη και ένα ενοίκιο από γκαρσονιέρα. Τα γράμματα δεν τα ‘παιρνε ο μπουνταλάς της. Το Δημόσιο είναι μια χαρά. Ξεμπέρδεψε η άμοιρη. Συνεχώς έδινε στον έναν, έδινε στην άλλη και τελειωμό δεν είχε. Και ο άντρας στο σπίτι άφαντος. Ηρωίδα η Γιώτα! Άφραγκος, άνεργος, σπιτωμένος με γκόμενα ο λεγάμενος την άφησε με δυο παιδιά να παλεύει με τα θηρία. Από τον έναν ησύχασε, τουλάχιστον. Η κόρη της, τι κάνει; Κι αυτή με τα γράμματα και τα σχολεία δεν είχε καλές σχέσεις, αλλά δεν την φοβάμαι. Είναι λεπτούλα με ωραίο σωματάκι, με ματάκια όμορφα, μυτούλα μια χαρά, σκέτη γαλλιδούλα είναι. Θα τα καταφέρει. Θα τον βρει τον δρόμο της».

Εσείς τι καταλάβατε από αυτή την απάντηση της εβδομήντα φεύγα κυρίας προς την ετέρα εβδομήντα φεύγα κυρία, εκτός του ό,τι πέρασε σαν οδοστρωτήρας μια ολόκληρη οικογένεια; Η απλή και γραμμένη στο γόνυ εκτίμηση από την ελληνική, κρισιανή εποχή μαρτυράει, πως: Τέκνο αρσενικό που δεν παίρνει τα γράμματα και είναι ρέμπελος εκ πεποιθήσεως, διαιωνίζουμε το γνωστό σπορ των ασπασμών σε κατουρημένες ποδιές πολιτικών «μέσων», που τα ψηφίσαμε προφανώς, για να «παστώσουμε» τον οκνηρό μας σπόρο στο Δημόσιο και να πληρώνουμε τον μπουνταλά της μέχρι να αποθάνουμε. Παλαιόθεν καλή τακτική, επιτυχημένη συνήθως με εξασφαλισμένο το αποτέλεσμα, ανάλογα της καπατσοσύνης και της επιμονής του ψηφοφόρου. Εξ’ ου και η άνωθεν βεβαιότητα μου για το μέγεθος του γυναικείου δέματος της κυρίας Γιώτας.  

Τέκνο θηλυκό, χαριτόβρυτο, ευπαρουσίαστο, ευθυτενές με φράγκικα χαρακτηριστικά (από που και ως που οι Φράγκοι όμορφοι, μόνο η κυρία το γνωρίζει), αλλά σκράπας από μόρφωση δεν το «φοβόμαστε καθόλου», διότι και οι βίζιτες είναι μια εργασία μέχρι να βρεθεί ο, κάπως, εύρωστος μουστερής για να λιποθυμήσει με την γαλλική μύτη της νεαράς και να την κάνει δική του με όρκους αιώνιας αγάπης. Και αυτή παλαιά τακτική είναι, αλλά στο παρελθόν τέτοιου είδους «ευαίσθητα» θέματα οργανωνόντουσαν επιχειρησιακά με νου και γνώση από τις μανάδες των θυγατέρων εν κρυπτώ, στο αθέατο για μην γινόμασταν και ρεντίκολο στην γειτονιά, στην κοινωνία.

Σήμερα, πάνω στο κρισιανό ικρίωμα της καρατόμησης των αξιών, δεν φοβόμαστε, δεν ντρεπόμαστε διόλου ως άνθρωποι, δεν ερυθριούμε ως σύντροφοι συντρόφου στην ζωή, δεν μολύνεται η συνείδησή μας ως γονείς, καθότι η επιβίωση του κρισιανού ανθρώπου, με όποιον τρόπο, είναι μείζονος σημασίας και όλα βγαίνουν φόρα παρτίδα, ξεκάθαρα και άκριτα σε μια εγωπαθή εξουσία με σαφή αφετηρία και δίχως τέλος. Αντί να διορθώνουμε, επιδεινώνουμε την νοσηρότητα. Είπαμε: «Survivor»!

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ad Astra»

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Γκρέι
  • Με τους: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Odeon

Στο εγγύς μέλλον θανατηφόρα περιστατικά συμβαίνουν στη Γη, καθώς συχνότατα ξεσπούν πυρκαγιές και συντρίβονται αεροπλάνα εξαιτίας βραχυκυκλωμάτων στο δίκτυο, που με τη σειρά τους προκαλούνται από ραδιενεργά ρεύματα. Το επιστημονικό κονκλάβιο των Η.Π.Α., που είναι μια εταιρεία κολοσσός, πιστεύει πως οφείλονται σε κοσμικές ακτίνες, προκαλούμενες έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υπό την ονομασία «Σχέδιο Λίμα». Η εν λόγω αποστολή έλαβε χώρα κοντά στον Κρόνο πριν από αρκετά χρόνια και τα μέλη του πληρώματος χάθηκαν στο διάστημα.

 Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ – καλός), σχεδιαστής της μεγαλύτερης κεραίας του διαστήματος ως προς την αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής (παραλίγο να του κοστίσει την ζωή), τώρα, ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του (Τόμι Λι Τζόουνς – καλός στην ολιγόλεπτη συμμετοχή του), αλλά και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Το όνομα του Νεοϋρκέζου Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Νύχτα μάς Ανήκει») στο σκηνοθετικό πιλοτήριο του «Ad Astra», από μόνο του προσδίδει μια προβληματική, που, σαφέστατα, έχει να κάνει με το ταινιακό του παρελθόν. Ο Γκρέϊ, σκηνοθετικά «πειραματίζεται» από το 1994 με διάφορα είδη σινεμά και σε αυτά τα 25 χρόνια της θητείας του στην 7η Τέχνη, ακόμα συμπεριφέρεται σαν φοιτητής σε εξεταστική και όχι σαν πτυχιούχος με κατασταλαγμένη άποψη και ακλόνητη θέση.

Οι συνεργασίες του, πάντα είναι ευδόκιμες, με εύστοχες επιλογές σε συνεργάτες, τόσο στο ερμηνευτικό πεδίο, χρησιμοποιώντας ηθοποιούς με ιδιαίτερα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά (Τιμ Ροθ, Σαρλίζ Θερόν, Χοακίν Φίνιξ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζέρεμι Ρένερ, Τσάρλι Χάναμ), όσο και στο τεχνικό μέρος (μοντάζ, μουσική, φωτογραφία). Η κάθε του ταινία είναι αψεγάδιαστα δομημένη ως παραγωγή.

Οι προβληματικές αρχίζουν έντονα από το ειδικό βάρος και το εκτόπισμα που προσδίδει στα έργα του. Ενώ εξωτερικά είναι ένα άψογα αμπαλαρισμένο, εντυπωσιακό κουτί, το περιεχόμενο του μοιάζει σωστό αλλά είναι μια κινέζικη απομίμηση, που σε τρεις ημέρες θα σου μείνει στο χέρι. Κοινώς και απλοϊκά, ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει να με κρατά ανέπαφο με τα είδη του σινεμά που καταπιάνεται. Οι προβληματικές του δεν πείθουν και οι ιστορίες του δεν με «παραμυθιάζουν».

Ο Μπραντ Πιτ, ως πρώτης γραμμής επαγγελματίας διασώζει την κατάσταση στην ταινία με το συνεχές αφαιρετικό, στωικό, φιλοσοφικό ύφος σε ταξίδι αυτογνωσίας στο κενό του αχανούς διαστήματος. Ως μικρή επιβεβαίωση στην ταπεινή μου απορία, καταφθάνει τροχάδην η απάντηση, πως μόνο ένας Ντέιβιντ Φίντσερ και ένας Κουέντιν Ταραντίνο διθέτουν, τελικώς, την ικανότητα να διαχειριστούν και να βγάλουν μπροστά τον όποιο ερμηνευτικό χείμαρρο του καλού Μπραντ.

Εάν τοποθετήσουμε στην άκρη το τεχνικό σκέλος της ταινίας, που είναι επιμελημένο, μαζί με την καταπληκτική μουσική του 53χρονου, Γερμανού συνθέτη Μαξ Ρίχτερ («Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», «Επιστροφή στο Μοντόκ», «Miss Sloane», συνέθεσε και το υπέροχο: «On the Nature of Daylight» από την ταινία του Ντενί Βιλνέβ «Άφιξη»), το «Ad Astra», σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Ίθαν Γκρος, είναι ένα τρελό «σκονάκι» από την «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» (στο φουτουριστικό διάκοσμο της ταινίας), από το «Interstellar» (στο επιστημονικό-φιλοσοφικό υπέδαφος του σεναρίου) και από το «Gravity» (στα σημεία δράσης και περιπέτειας).

Η διαστημική πυξίδα του «Ad Astra» στον φανταστικό, τον επιστημονικό, αλλά και στον φιλοσοφικό ορίζοντα του θέματος είναι εντελώς απομαγνητισμένη. Η βελόνα της γυροφέρνει ζαλιστικά μέχρι το τέλος της ταινίας δίχως αποτέλεσμα και εμείς είμαστε χαμένοι στο διάστημα!      

   «Διαφυγή» 

(Crawl)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σερβία, Καναδάς, 2019
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Αζά
  • Με τους: Κάγια Σκοντελάριο, Μπάρι Πέπερ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Odeon

Σφοδρός τυφώνας χτυπά τη Φλόριντα και η Χέιλι (Κάγια Σκοντελάριο) αγνοεί τις εντολές εκκένωσης για να αναζητήσει τον αγνοούμενο πατέρα της (Μπάρι Πέπερ). Τελικά, τον εντοπίσει σοβαρά τραυματισμένο στο υπόγειο του πατρικού της και οι δυο τους θα παγιδευτούν από τα ορμητικά νερά που πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο το παραποτάμιο σπίτι.

Ο χρόνος που τους απομένει για να ξεφύγουν από την ισχυρή καταιγίδα εξαντλείται. Η Χέιλι και ο πατέρας της ανακαλύπτουν, ότι η ανερχόμενη στάθμη των υδάτων έφερε στην πόλη αλιγάτορες, που, αν μη τι άλλο, είναι απίστευτα πεινασμένοι.

Ο 41χρονος, Παριζιάνος Αλεξάντρ Αζά ήταν από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες, από τους πιονέρους, θα λέγαμε, του ακραίου, γαλλικού τρόμου, μιας νέας μορφολογίας στο σινεμά της φρίκης, που με την «Υπερένταση» του 2003 (Haute Tension) άνοιξε νέους ορίζοντες στο κινηματογραφικό είδος. Τράβηξε κατά Χόλιγουντ μεριά και το 2006 το γεμάτο ένταση και τρόμο  «Αίμα στους Λόφους» με τον Τεντ Λιβάιν και την Κάθλιν Κουίνλαν κατέδειξε, πως, πραγματικά, ο Αζά δεν ήταν ένα πυροτέχνημα γαμήλιας νύχτας. Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ελπιδοφόρα, για το κοινό του, κατασκευάζοντας, τελικά, μέτριες ταινίες τρόμου, χαμηλώνοντας κατά πολύ τον πήχη με την τριών διατάσεων εξωφρενικά «Πιράνχας» τού 2010.

Η διαφορετική αίσθηση του b-movie, που είχε δημιουργήσει με το γαλλικό αεράκι στην θεματολογία του μετασχηματίστηκε σε αποπνικτική ατμόσφαιρα επαναλαμβανόμενης ερημιάς δίχως έμπνευση. Εδώ, όμως, στην παραγωγή βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Ράιμι («Νεκρός την Αυγή», «Ένα Απλό Σχέδιο», «Darkman», «Ο Στρατός του Σκότους», «Γρήγορη και Θανάσιμη», αλλά και σκηνοθέτης των τριών πρώτων «Spiderman» με τον Τόμπι Μαγκουάιαρ), οπότε το θέμα αποκτά ενδιαφέρον.

Και έχει ενδιαφέρον η ταινία, για τους φανατικούς του είδους, που παρακολουθούν ταινίες με σαρκοφάγα θηλαστικά της γης να κατασπαράζουν ανθρώπους. Ο Αζά ναι μεν ακολουθεί το πατρόν ανάλογων ταινιών, αλλά είναι αρκετά πειθαρχημένος, πιο μυαλωμένος και η σκηνοθεσία του απελευθερώνεται αρκετά στο βιβλικό σκηνικό που έχει στήσε.

Η αγωνία παίζει στα σωστά επίπεδα, υπάρχει το απαραίτητο κλειστοφοβικό στοιχείο, το αίμα αναβλύζει άφθονο στα νερά της καταποντισμένης Φλόριντα, οι ψηφιακοί αλιγάτορες πείθουν  και ο Αζά χρησιμοποιεί έξυπνες και εύκαμπτες ιδέες κινηματογράφησης για να αυξήσει το αιματοβαμμένο της υπόθεσης, που ξεκινάει από τις μασέλες του αλιγάτορα και των λοιπών πεινασμένων υδρόβιων ερπετών.

Αν και έχουμε δει αρκετές μπιμουβιές με σαρκοφάγα κτήνη, ο βασιλέας όλων φυσικά είναι το «Jaws» του Σπίλμπεργκ και ελάχιστα πίσω του η πριγκίπισσα «Όρκα, Η Φάλαινα Δολοφόνος» του Μάικλ Άντερσον σε πιο καλλιτεχνικό ύφος. Η «Διαφυγή» του Αλεξάντρ Αζά, είναι ένα καλοστεκούμενο animal splatter, καθώς αρκετά χρόνια είχε να κάνει την εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη το συγκεκριμένο είδος και να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Εάν δεν κάνω λάθος το γιγαντιαίο φίδι του Αμαζονίου «Ανακόντα» του Λούις Λιόσα ήταν η τελευταία φορά, που, τέλος πάντων, είδαμε κάτι που να αξίζει.                

«Η Καρδερίνα»

(Goldfinch)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
  • Με τους: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Ελγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
  • Διάρκεια: 145’
  • Διανομή: Tanweer

Η μητέρα του 13χρονου Θίο Ντέκερ απομακρύνεται για λίγο από μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης, σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά και την μητέρα του Θίο.

Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο Θίο ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα που έχασε εκείνη τη φριχτή μέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους (1654), που στην αναταραχή της έκρηξης στο Μουσείο μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, χάους και θανάτου, πήρε μαζί του το έργο.

Βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ (The Goldfinch), ο Ιρλανδός σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας «Brooklyn» (2015), Τζον Κρόουλι, που οδήγησε την Σίρσα Ρόναν στα Όσκαρ, «δολοφονεί» κινηματογραφικά το στρουθιόμορφο,  ωδικό πτηνό, επιτόπου, εβρισκόμενο, μάλιστα, εντός του κλουβιού του.

Αρχής γενομένης να αναφέρω, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Ταρτ. Το μυθιστόρημα σε μεταφορά κινηματογραφικού σεναρίου επιμελήθηκε από τον έμπειρο, θεατρικό και κινηματογραφικό συγγραφέα, Πίτερ Στρόγκαν («Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», «Ο Χιονάνθρωπος»). Πως έγινε να μοιάζει όλη η ιστορία με ευφάνταστο, μεγάλο, κόκκινο μπαλόνι γεμάτο Ήλιον, που ξέφυγε από τα χέρια μικρού παιδιού να ταξιδεύει με προορισμό το άγνωστο στην γήινη ατμόσφαιρα, είναι ένα μεγάλο, άλυτο μυστήριο.

Χαοτικό, ρηχό και άκρως προβληματικό το σενάριο, που καμιά τεχνική, της γραμμικής ή της ελικοειδούς κινηματογραφικής γραφής, δεν χαρακτηρίζει την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα τα εξοντωτικά 145 λεπτά της δραματικής πορείας προς την ενηλικίωση του έξυπνου, ορφανού μικρού και κατόπιν νέου Θίο, να μετασχηματίζονται στο βάρβαρο, ιαπωνικό βασανιστήριο της σταγόνας στο μέτωπο του θεατή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι εμπλέκεται και αυτός στον συγκεκριμένο γρίφο του χασίματος, όπου η πολύ καλή Νικόλ Κίντμαν με τα σούπερ ντυσίματα, ο πολλά υποσχόμενος, νεαρός Άνσελ Ελγκορτ (Baby Drive), αλλά και ο εξαιρετικός πιτσιρικάς Όουκς Φέγκλεϊ («Ο Πιτ και ο Δράκος του», «Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), να μην μπορούν να διασώσουν το σκάφος από το ναυάγιο.

Επίσης, από την πλευρά μας, την θέση, δηλαδή, ενός επαγγελματία ανθρώπου, που γράφει για κινηματογραφικές ταινίες, είναι αναιδές να τοποθετηθούμε με υποδείξεις, για το πως θα μπορούσε να ήταν η ταινία. Εμείς, μόνο το προϊόν βλέπουμε και αυτό κρίνουμε. Η ταινία «Καρδερίνα» του Τζον Κρόουλι, ως παραγωγή είναι καλοβαλμένη, αλλά νοσεί από αθεράπευτη «αλαλία». Απλά, δεν έχει τίποτα να πει.           

«Το Τελευταίο Μάθημα»

(L’Heure de la Sortie  / School’s Out)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Μαρνιέ
  • Με τους: Λοράν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave

Σε ένα φημισμένο σχολείο για ιδιοφυή παιδιά, ο μέχρι τώρα δάσκαλός τους αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια τους. Ο Πιέρ αναλαμβάνει τη θέση του δασκάλου και γρήγορα διακρίνει μια διάχυτη βία και εχθρότητα σε μία από τις τάξεις.

Η παγερή υπεροψία και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μαθητές τόσο εκείνον όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, του προκαλούν τρόμο και εμμονικές σκέψεις. Αδυνατώντας να κατανοήσει την επιθετική συμπεριφορά τους, επιχειρεί να εξιχνιάσει το μυστικό τους.

Σενάριο βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κριστόφ Ντουφοσέ (2002) και ο 47χρονος, Γάλλος δημοσιογράφος μόδας, συγγραφέας, μπλόγκερ και μικρομηκάς, Σεμπαστιάν Μαρνιέ, ντεμπουτάρει στη μεγάλη οθόνη στοχεύοντας ψηλά, μα πολύ ψηλά. Βλέποντας, όμως, ότι το ύψος του κινηματογραφικού εγχειρήματος που επιδιώκει να πετύχει είναι τρισθεόρατο, αποφασίζει να το γυρίσει σε τσαλαβουτήματα στα φιλοσοφικά ύδατα ολίγον άγνωστης λίμνης για την κινηματογραφική του εμπειρία.

Ο Μαρνιέ στέλνει την ταινία στα νερά, αλλά με το αδιαχείριστο, φιλοσοφικό βάρος που έχει προσδώσει στο σενάριο (γραμμένο από τον ίδιο) η ταινία βυθίζεται. Στην προσπάθεια του για να να την επαναφέρει δημιουργεί έντονα, θριλερικά ρεύματα καταστροφολογίας, κάτι σαν νιτσεϊκός, παραμορφωτικός καθρέπτης, έτσι για να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, που ταξιδεύει καρσί προς τον βυθό, μπας και διασώσει το άσωστο.

Θολώνει τα νερά, δημιουργεί εντυπώσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τις κινηματογραφικές παραγωγές, τις εκ Φραγκίας ορμώμενες και τέλος γεμίζει μπουρμπουλήθρες. Χάνεται η ορατότητα του σκοπού και το σενάριο αβοήθητο βυθίζεται, τελικά μια για πάντα αύτανδρο σε μια μέτρια σκηνοθετική προσέγγιση στον λασπώδη βυθό του χαμένου ονείρου.

Ο φιλόσοφος, ως θεατής αυτή την φορά, στέκει αμίλητος απέναντι από την γενιά της παγκοσμιοποίησης, που η τρομοκρατία, οι δολοφονίες μαθητών σε σχολεία και η περιβαλλοντική κρίση είναι καθημερινά φαινόμενα, δομώντας εσωτερική βία και τρόμο στα νέους ανθρώπους, αλλά και απάθεια, αδιαφορία στους κηδεμόνες τους που δεν προσπάθησαν να γεφυρώσουν τα επικίνδυνα χάσματα στην μεγάλη, κοινωνική κρίση του πλανήτη.

Προβληματισμένος ο φιλόσοφος χαϊδεύει το υπογένειο του. Μπορεί και να χαμογελάει με την εντελώς αδύναμη προσέγγιση του Σεμπαστιάν Μαρνιέ σε ένα από τα πιο σημαντικά φαινόμενα της εποχής. Και λοιπόν; Πρώτη φορά είναι που γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες υπερφίαλης, γαλλικής τσιχλόφουσκας;

 «Ο Φιλοξενούμενος» 

(L’Ospite  / The Guest)

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντούτσιο Κιαρίνι
  • Με τους: Ντανιέλε Παρίζι, Σίλβια Ντ’ Αμ
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: One from the Heart

Ο Γκουίντο, αναπληρωτής καθηγητής λογοτεχνίας και επίδοξος συγγραφέας, σκεφτόταν ότι είχε μια προγραμματισμένη ζωή, μέχρι που ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ένα «ατύχημα», κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης, προκαλεί εξελίξεις στη σχέση του με την κοπέλα του Κιάρα.

Λίγο πριν η Κιάρα πάρει το χάπι της επόμενης μέρας, ο Γκουίντο προτείνει να μην το πάρει τελικά και η Κιάρα του αποκαλύπτει τις αμφιβολίες της για τη σχέση τους. Αυτή είναι η αρχή της κρίσης στη σχέση τους καθώς ο Γκουίντο πακετάρει τα πράγματα του και φεύγει από το διαμέρισμα τους, αλλά για πού;

Φιλοξενούμενος από τον έναν καναπέ στον άλλον, ο Γκουίντο σύντομα διαπιστώνει ότι μπορεί να γνωρίζει σε βάθος το έργο του Ιτάλο Καλβίνο, αλλά ελάχιστα για να ξεκινήσει ξανά τη ζωή του.

Ιταλική κομεντί με ποιητική, κυριολεκτικώς, διάθεση στα προβλήματα, που οδηγούν στις μεγάλες αλλαγές κατά την πορεία μιας προγραμματισμένης ζωής ενός ανώριμου σαραντάρη, καθώς είναι μια χαρά καθηγητής, αλλά άπειρος στο να επιλύει προσωπικά θέματα και δη τα ερωτικά του.

Είναι η ταινία του 42χρονου, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντούτσιο Κιαρίνι («Φιμωμένος Έρωτας» -2014), από τις σύγχρονες «φωνές» του ιταλικού σινεμά. Αλήθεια τώρα, ο θεατής πόσες φορές έχει δει παρόμοια σενάρια, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης τον Γούντι Άλεν; Σενάρια τοποθετημένα με διαφορετικές γωνίες κινηματογραφικής αποτύπωσης; Αμέτρητα.

Καμία πρωτοτυπία, εκτός από την καλή εμφάνιση του Ντανιέλε Παρίζι στον ρόλο του έφηβου σαραντάρη καθηγητή. Άντε και μιας σκηνής, που ακούγεται το ποίημα «Βραδιάζει» του Ιταλο-Ζακυνθινού ποιητή Ούγκο Φόσκολο (1778-1827) τον οποίο θαύμαζε, μεταξύ άλλων ο Κερκυραίος ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός. That’s all folks!!!   

«Ο Φιλοξενούμενος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(L’Ospite  / The Guest)

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντούτσιο Κιαρίνι
  • Με τους: Ντανιέλε Παρίζι, Σίλβια Ντ’ Αμ
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: One from the Heart

Ο Γκουίντο, αναπληρωτής καθηγητής λογοτεχνίας και επίδοξος συγγραφέας, σκεφτόταν ότι είχε μια προγραμματισμένη ζωή, μέχρι που ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ένα «ατύχημα», κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης, προκαλεί εξελίξεις στη σχέση του με την κοπέλα του Κιάρα.

Λίγο πριν η Κιάρα πάρει το χάπι της επόμενης μέρας, ο Γκουίντο προτείνει να μην το πάρει τελικά και η Κιάρα του αποκαλύπτει τις αμφιβολίες της για τη σχέση τους. Αυτή είναι η αρχή της κρίσης στη σχέση τους καθώς ο Γκουίντο πακετάρει τα πράγματα του και φεύγει από το διαμέρισμα τους, αλλά για πού;

Φιλοξενούμενος από τον έναν καναπέ στον άλλον, ο Γκουίντο σύντομα διαπιστώνει ότι μπορεί να γνωρίζει σε βάθος το έργο του Ιτάλο Καλβίνο, αλλά ελάχιστα για να ξεκινήσει ξανά τη ζωή του.

Ιταλική κομεντί με ποιητική, κυριολεκτικώς, διάθεση στα προβλήματα, που οδηγούν στις μεγάλες αλλαγές κατά την πορεία μιας προγραμματισμένης ζωής ενός ανώριμου σαραντάρη, καθώς είναι μια χαρά καθηγητής, αλλά άπειρος στο να επιλύει προσωπικά θέματα και δη τα ερωτικά του.

Είναι η ταινία του 42χρονου, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντούτσιο Κιαρίνι («Φιμωμένος Έρωτας» -2014), από τις σύγχρονες «φωνές» του ιταλικού σινεμά. Αλήθεια τώρα, ο θεατής πόσες φορές έχει δει παρόμοια σενάρια, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης τον Γούντι Άλεν; Σενάρια τοποθετημένα με διαφορετικές γωνίες κινηματογραφικής αποτύπωσης; Αμέτρητα.

Καμία πρωτοτυπία, εκτός από την καλή εμφάνιση του Ντανιέλε Παρίζι στον ρόλο του έφηβου σαραντάρη καθηγητή. Άντε και μιας σκηνής, που ακούγεται το ποίημα «Βραδιάζει» του Ιταλο-Ζακυνθινού ποιητή Ούγκο Φόσκολο (1778-1827) τον οποίο θαύμαζε, μεταξύ άλλων ο Κερκυραίος ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός. That’s all folks!!!   

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Το Τελευταίο Μάθημα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(L’Heure de la Sortie  / School’s Out)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Μαρνιέ
  • Με τους: Λοράν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave

Σε ένα φημισμένο σχολείο για ιδιοφυή παιδιά, ο μέχρι τώρα δάσκαλός τους αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια τους. Ο Πιέρ αναλαμβάνει τη θέση του δασκάλου και γρήγορα διακρίνει μια διάχυτη βία και εχθρότητα σε μία από τις τάξεις.

Η παγερή υπεροψία και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μαθητές τόσο εκείνον όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, του προκαλούν τρόμο και εμμονικές σκέψεις. Αδυνατώντας να κατανοήσει την επιθετική συμπεριφορά τους, επιχειρεί να εξιχνιάσει το μυστικό τους.

Σενάριο βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κριστόφ Ντουφοσέ (2002) και ο 47χρονος, Γάλλος δημοσιογράφος μόδας, συγγραφέας, μπλόγκερ και μικρομηκάς, Σεμπαστιάν Μαρνιέ, ντεμπουτάρει στη μεγάλη οθόνη στοχεύοντας ψηλά, μα πολύ ψηλά. Βλέποντας, όμως, ότι το ύψος του κινηματογραφικού εγχειρήματος που επιδιώκει να πετύχει είναι τρισθεόρατο, αποφασίζει να το γυρίσει σε τσαλαβουτήματα στα φιλοσοφικά ύδατα ολίγον άγνωστης λίμνης για την κινηματογραφική του εμπειρία.

Ο Μαρνιέ στέλνει την ταινία στα νερά, αλλά με το αδιαχείριστο, φιλοσοφικό βάρος που έχει προσδώσει στο σενάριο (γραμμένο από τον ίδιο) η ταινία βυθίζεται. Στην προσπάθεια του για να να την επαναφέρει δημιουργεί έντονα, θριλερικά ρεύματα καταστροφολογίας, κάτι σαν νιτσεϊκός, παραμορφωτικός καθρέπτης, έτσι για να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, που ταξιδεύει καρσί προς τον βυθό, μπας και διασώσει το άσωστο. Θολώνει τα νερά, δημιουργεί εντυπώσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τις κινηματογραφικές παραγωγές, τις εκ Φραγκίας ορμώμενες και τέλος γεμίζει μπουρμπουλήθρες. Χάνεται η ορατότητα του σκοπού και το σενάριο αβοήθητο βυθίζεται, τελικά μια για πάντα αύτανδρο σε μια μέτρια σκηνοθετική προσέγγιση στον λασπώδη βυθό του χαμένου ονείρου.

Ο φιλόσοφος, ως θεατής αυτή την φορά, στέκει αμίλητος απέναντι από την γενιά της παγκοσμιοποίησης, που η τρομοκρατία, οι δολοφονίες μαθητών σε σχολεία και η περιβαλλοντική κρίση είναι καθημερινά φαινόμενα, δομώντας εσωτερική βία και τρόμο στα νέους ανθρώπους, αλλά και απάθεια, αδιαφορία στους κηδεμόνες τους που δεν προσπάθησαν να γεφυρώσουν τα επικίνδυνα χάσματα στην μεγάλη, κοινωνική κρίση του πλανήτη.

Προβληματισμένος ο φιλόσοφος χαϊδεύει το υπογένειο του. Μπορεί και να χαμογελάει με την εντελώς αδύναμη προσέγγιση του Σεμπαστιάν Μαρνιέ σε ένα από τα πιο σημαντικά φαινόμενα της εποχής. Και λοιπόν; Πρώτη φορά είναι που γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες υπερφίαλης, γαλλικής τσιχλόφουσκας;

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Η Καρδερίνα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Goldfinch)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
  • Με τους: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Ελγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
  • Διάρκεια: 145’
  • Διανομή: Tanweer

 

Η μητέρα του 13χρονου Θίο Ντέκερ απομακρύνεται για λίγο από μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης, σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά και την μητέρα του Θίο.

Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο Θίο ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα που έχασε εκείνη τη φριχτή μέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους (1654), που στην αναταραχή της έκρηξης στο Μουσείο μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, χάους και θανάτου, πήρε μαζί του το έργο.

Βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ (The Goldfinch), ο Ιρλανδός σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας «Brooklyn» (2015), Τζον Κρόουλι, που οδήγησε την Σίρσα Ρόναν στα Όσκαρ, «δολοφονεί» κινηματογραφικά το στρουθιόμορφο,  ωδικό πτηνό, επιτόπου, εβρισκόμενο, μάλιστα, εντός του κλουβιού του.

Αρχής γενομένης να αναφέρω, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Ταρτ. Το μυθιστόρημα σε μεταφορά κινηματογραφικού σεναρίου επιμελήθηκε από τον έμπειρο, θεατρικό και κινηματογραφικό συγγραφέα, Πίτερ Στρόγκαν («Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», «Ο Χιονάνθρωπος»). Πως έγινε να μοιάζει όλη η ιστορία με ευφάνταστο, μεγάλο, κόκκινο μπαλόνι γεμάτο Ήλιον, που ξέφυγε από τα χέρια μικρού παιδιού να ταξιδεύει με προορισμό το άγνωστο στην γήινη ατμόσφαιρα, είναι ένα μεγάλο, άλυτο μυστήριο.

Χαοτικό, ρηχό και άκρως προβληματικό το σενάριο, που καμιά τεχνική, της γραμμικής ή της ελικοειδούς κινηματογραφικής γραφής, δεν χαρακτηρίζει την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα τα εξοντωτικά 145 λεπτά της δραματικής πορείας προς την ενηλικίωση του έξυπνου, ορφανού μικρού και κατόπιν νέου Θίο, να μετασχηματίζονται στο βάρβαρο, ιαπωνικό βασανιστήριο της σταγόνας στο μέτωπο του θεατή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι εμπλέκεται και αυτός στον συγκεκριμένο γρίφο του χασίματος, όπου η πολύ καλή Νικόλ Κίντμαν με τα σούπερ ντυσίματα, ο πολλά υποσχόμενος, νεαρός Άνσελ Ελγκορτ (Baby Drive), αλλά και ο εξαιρετικός πιτσιρικάς Όουκς Φέγκλεϊ («Ο Πιτ και ο Δράκος του», «Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), να μην μπορούν να διασώσουν το σκάφος από το ναυάγιο.

Επίσης, από την πλευρά μας, την θέση, δηλαδή, ενός επαγγελματία ανθρώπου, που γράφει για κινηματογραφικές ταινίες, είναι αναιδές να τοποθετηθούμε με υποδείξεις, για το πως θα μπορούσε να ήταν η ταινία. Εμείς, μόνο το προϊόν βλέπουμε και αυτό κρίνουμε. Η ταινία «Καρδερίνα» του Τζον Κρόουλι, ως παραγωγή είναι καλοβαλμένη, αλλά νοσεί από αθεράπευτη «αλαλία». Απλά, δεν έχει τίποτα να πει.           

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Διαφυγή»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Crawl)    

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σερβία, Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Αζά
  • Με τους: Κάγια Σκοντελάριο, Μπάρι Πέπερ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Odeon

Σφοδρός τυφώνας χτυπά τη Φλόριντα και η Χέιλι (Κάγια Σκοντελάριο) αγνοεί τις εντολές εκκένωσης για να αναζητήσει τον αγνοούμενο πατέρα της (Μπάρι Πέπερ). Τελικά, τον εντοπίσει σοβαρά τραυματισμένο στο υπόγειο του πατρικού της και οι δυο τους θα παγιδευτούν από τα ορμητικά νερά που πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο το παραποτάμιο σπίτι.

Ο χρόνος που τους απομένει για να ξεφύγουν από την ισχυρή καταιγίδα εξαντλείται. Η Χέιλι και ο πατέρας της ανακαλύπτουν, ότι η ανερχόμενη στάθμη των υδάτων έφερε στην πόλη αλιγάτορες, που, αν μη τι άλλο, είναι απίστευτα πεινασμένοι.

Ο 41χρονος, Παριζιάνος Αλεξάντρ Αζά ήταν από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες, από τους πιονέρους, θα λέγαμε, του ακραίου, γαλλικού τρόμου, μιας νέας μορφολογίας στο σινεμά της φρίκης, που με την «Υπερένταση» του 2003 (Haute Tension) άνοιξε νέους ορίζοντες στο κινηματογραφικό είδος. Τράβηξε κατά Χόλιγουντ μεριά και το 2006 το γεμάτο ένταση και τρόμο  «Αίμα στους Λόφους» με τον Τεντ Λιβάιν και την Κάθλιν Κουίνλαν κατέδειξε, πως, πραγματικά, ο Αζά δεν ήταν ένα πυροτέχνημα γαμήλιας νύχτας. Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ελπιδοφόρα, για το κοινό του, κατασκευάζοντας, τελικά, μέτριες ταινίες τρόμου, χαμηλώνοντας κατά πολύ τον πήχη με την τριών διατάσεων εξωφρενικά «Πιράνχας» τού 2010.

Η διαφορετική αίσθηση του b-movie, που είχε δημιουργήσει με το γαλλικό αεράκι στην θεματολογία του μετασχηματίστηκε σε αποπνικτική ατμόσφαιρα επαναλαμβανόμενης ερημιάς δίχως έμπνευση. Εδώ, όμως, στην παραγωγή βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Ράιμι («Νεκρός την Αυγή», «Ένα Απλό Σχέδιο», «Darkman», «Ο Στρατός του Σκότους», «Γρήγορη και Θανάσιμη», αλλά και σκηνοθέτης των τριών πρώτων «Spiderman» με τον Τόμπι Μαγκουάιαρ), οπότε το θέμα αποκτά ενδιαφέρον.

Και έχει ενδιαφέρον η ταινία, για τους φανατικούς του είδους, που παρακολουθούν ταινίες με σαρκοφάγα θηλαστικά της γης να κατασπαράζουν ανθρώπους. Ο Αζά ναι μεν ακολουθεί το πατρόν ανάλογων ταινιών, αλλά είναι αρκετά πειθαρχημένος, πιο μυαλωμένος και η σκηνοθεσία του απελευθερώνεται αρκετά στο βιβλικό σκηνικό που έχει στήσε.

Η αγωνία παίζει στα σωστά επίπεδα, υπάρχει το απαραίτητο κλειστοφοβικό στοιχείο, το αίμα αναβλύζει άφθονο στα νερά της καταποντισμένης Φλόριντα, οι ψηφιακοί αλιγάτορες πείθουν και ο Αζά χρησιμοποιεί έξυπνες και εύκαμπτες ιδέες κινηματογράφησης για να αυξήσει το αιματοβαμμένο της υπόθεσης, που ξεκινάει από τις μασέλες του αλιγάτορα και των λοιπών πεινασμένων υδρόβιων ερπετών.

Αν και έχουμε δει αρκετές μπιμουβιές με σαρκοφάγα κτήνη, ο βασιλέας όλων φυσικά είναι το «Jaws» του Σπίλμπεργκ και ελάχιστα πίσω του η πριγκίπισσα «Όρκα, Η Φάλαινα Δολοφόνος» του Μάικλ Άντερσον σε πιο καλλιτεχνικό ύφος. Η «Διαφυγή» του Αλεξάντρ Αζά, είναι ένα καλοστεκούμενο animal splatter, καθώς αρκετά χρόνια είχε να κάνει την εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη το συγκεκριμένο είδος και να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Εάν δεν κάνω λάθος το γιγαντιαίο φίδι του Αμαζονίου «Ανακόντα» του Λούις Λιόσα ήταν η τελευταία φορά, που, τέλος πάντων, είδαμε κάτι που να αξίζει.                

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ad Astra»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Γκρέι
  • Με τους: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Odeon

Στο εγγύς μέλλον θανατηφόρα περιστατικά συμβαίνουν στη Γη, καθώς συχνότατα ξεσπούν πυρκαγιές και συντρίβονται αεροπλάνα εξαιτίας βραχυκυκλωμάτων στο δίκτυο, που με τη σειρά τους προκαλούνται από ραδιενεργά ρεύματα. Το επιστημονικό κονκλάβιο των Η.Π.Α., που είναι μια εταιρεία κολοσσός, πιστεύει πως οφείλονται σε κοσμικές ακτίνες, προκαλούμενες έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υπό την ονομασία «Σχέδιο Λίμα». Η εν λόγω αποστολή έλαβε χώρα κοντά στον Κρόνο πριν από αρκετά χρόνια και τα μέλη του πληρώματος χάθηκαν στο διάστημα.

 Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ – καλός), σχεδιαστής της μεγαλύτερης κεραίας του διαστήματος ως προς την αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής (παραλίγο να του κοστίσει την ζωή), τώρα, ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του (Τόμι Λι Τζόουνς – καλός στην ολιγόλεπτη συμμετοχή του), αλλά και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Το όνομα του Νεοϋρκέζου Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Νύχτα μάς Ανήκει») στο σκηνοθετικό πιλοτήριο του «Ad Astra», από μόνο του προσδίδει μια προβληματική, που, σαφέστατα, έχει να κάνει με το ταινιακό του παρελθόν. Ο Γκρέϊ, σκηνοθετικά «πειραματίζεται» από το 1994 με διάφορα είδη σινεμά και σε αυτά τα 25 χρόνια της θητείας του στην 7η Τέχνη, ακόμα συμπεριφέρεται σαν φοιτητής σε εξεταστική και όχι σαν πτυχιούχος με κατασταλαγμένη άποψη και ακλόνητη θέση.

Οι συνεργασίες του, πάντα είναι ευδόκιμες, με εύστοχες επιλογές σε συνεργάτες, τόσο στο ερμηνευτικό πεδίο, χρησιμοποιώντας ηθοποιούς με ιδιαίτερα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά (Τιμ Ροθ, Σαρλίζ Θερόν, Χοακίν Φίνιξ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζέρεμι Ρένερ, Τσάρλι Χάναμ), όσο και στο τεχνικό μέρος (μοντάζ, μουσική, φωτογραφία). Η κάθε του ταινία είναι αψεγάδιαστα δομημένη ως παραγωγή. Οι προβληματικές αρχίζουν έντονα από το ειδικό βάρος και το εκτόπισμα που προσδίδει στα έργα του. Ενώ εξωτερικά είναι ένα άψογα αμπαλαρισμένο, εντυπωσιακό κουτί, το περιεχόμενο του μοιάζει σωστό αλλά είναι μια κινέζικη απομίμηση, που σε τρεις ημέρες θα σου μείνει στο χέρι. Κοινώς και απλοϊκά, ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει να με κρατά ανέπαφο με τα είδη του σινεμά που καταπιάνεται. Οι προβληματικές του δεν πείθουν και οι ιστορίες του δεν με «παραμυθιάζουν».

Ο Μπραντ Πιτ, ως πρώτης γραμμής επαγγελματίας διασώζει την κατάσταση στην ταινία με το συνεχές αφαιρετικό, στωικό, φιλοσοφικό ύφος σε ταξίδι αυτογνωσίας στο κενό του αχανούς διαστήματος. Ως μικρή επιβεβαίωση στην ταπεινή μου απορία, καταφθάνει τροχάδην η απάντηση, πως μόνο ένας Ντέιβιντ Φίντσερ και ένας Κουέντιν Ταραντίνο διθέτουν, τελικώς, την ικανότητα να διαχειριστούν και να βγάλουν μπροστά τον όποιο ερμηνευτικό χείμαρρο του καλού Μπραντ.

Εάν τοποθετήσουμε στην άκρη το τεχνικό σκέλος της ταινίας, που είναι επιμελημένο, μαζί με την καταπληκτική μουσική του 53χρονου, Γερμανού συνθέτη Μαξ Ρίχτερ («Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», «Επιστροφή στο Μοντόκ», «Miss Sloane», συνέθεσε και το υπέροχο: «On the Nature of Daylight» από την ταινία του Ντενί Βιλνέβ «Άφιξη»), το «Ad Astra», σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Ίθαν Γκρος, είναι ένα τρελό «σκονάκι» από την «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» (στο φουτουριστικό διάκοσμο της ταινίας), από το «Interstellar» (στο επιστημονικό-φιλοσοφικό υπέδαφος του σεναρίου) και από το «Gravity» (στα σημεία δράσης και περιπέτειας).

Η διαστημική πυξίδα του «Ad Astra» στον φανταστικό, τον επιστημονικό, αλλά και στον φιλοσοφικό ορίζοντα του θέματος είναι εντελώς απομαγνητισμένη. Η βελόνα γυροφέρνει ζαλιστικά μέχρι το τέλος της ταινίας δίχως αποτέλεσμα και εμείς είμαστε χαμένοι στο διάστημα!      

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Α΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το συγκεκριμένο αφιέρωμα, πιθανώς να θεωρήσετε, ότι αφορά τους φανατικούς του είδους, εκείνους, δηλαδή, που η κινηματογραφική τέχνη είναι κάτι πέρα από μια απλή και ευχάριστη έξοδος ψυχαγωγίας, άπαξ δεκαπενθημέρου ή μηνιαίως και το θέμα σινεμά το έχουν απογειώσει σε πιο εξεζητημένες σφαίρες. Κάθε άλλο! Είναι μια σειρά άρθρων, αφιερωμάτων στο InTownPost.com, για όλους όσους εκτιμούν την τέχνη τού κινηματογράφου, ακόμα κι αν δεν κρατούν, ευλαβικά, σινε-ημερολόγιο για τις ταινίες που επιβάλλεται να δουν εβδομαδιαίως.

Η επιτυχημένη ταύτιση της μουσικής ή των τραγουδιών στην ηχητική μπάντα του, τότε, φιλμ και των  καρέ εικόνων, αυτών που φώλιασαν αιωνίως στις μνήμες και τις αισθήσεις του φιλοθεάμονος κοινού και συνειρμικά, ταχύτατα και εύστοχα το ένα φέρνει το άλλο, ερμηνεύεται συνήθως, ότι ο αριθμός των θεατών της όποιας ταινίας ξεπέρασε αριθμητικά κατά πολύ τον μέσο όρο θέασης, αφήνοντας πίσω του και εκείνον, τον καυτό πυρήνα των ακραιφνών κινηματογραφόφιλων.

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1942

Καζαμπλάνκα (Casablanca)

Η ασπρόμαυρη κινηματογραφική γοητεία μιας αξέχαστης αγάπης.

Η εξωτική ατμόσφαιρα που αφυπνίζει το ερωτικό παρελθόν στην δίνη του πολέμου με τις φιγούρες των ναζισιτικών δαιμόνων να μολύνουν τα ανθρώπινα όνειρα και την ελευθερία. Το σκηνικό είναι το καμπαρέ του Ρίκ στην αραβική χώρα της βορείου Αφρικής με τον κυνικό και παρτάκια, Αμερικάνο τυχοδιώκτη ιδιοκτήτη να το κουμαντάρει.

Η εμφάνιση της μοιραίας γυναίκας από τις κλειδωμένες θήκες της ανδρικής του καρδιάς, που τον σημάδεψε παντοτινά, φέρνει τα πάνω κάτω.

Το επιχειρησιακό θέατρο των ανθρώπινων ζωών που πρέπει να διασωθούν, γιατί έτσι εκείνη το θέλει, είναι απόλυτα ταυτόσημο με τα αιματολουσμένα πεδία του πολέμου. Ιδανικά και έρωτας δίνουν την μεγάλη τους μάχη. Η μάχη των μαχών, όπως λένε. Ο Ρίκ, η Ίλσα, ο Χάμφρεϊ και η Ίνγκριντ, το αιώνιο, κινηματογραφικό ζευγάρι ζωγραφισμένο σαν πίνακας του Καραβάτζιο στο τέμπλο του παγκόσμιου, κινηματογραφικού πανθέου.

                                    Πόλεμος:                                                    Θλιβερή συγκυρία για μια μεγάλη,                  κινηματογραφική  επιτυχία

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία επιτίθεται από αέρος και βομβαρδίζει την ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στην Χαβάη. Οι Η.Π.Α. μπαίνουν στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο.

Ακριβώς την επόμενη μέρα του βομβαρδισμού, στο πολυάσχολο Χόλιγουντ, ένας ειδικός επί της ανάγνωσης κινηματογραφικών σεναρίων της Warner Brothers αξιολογεί ένα ακόμα άγνωστο, θεατρικό σενάριο γραμμένο από τον Νεοϋρκέζο, δάσκαλο αγγλικών Μάρεϊ Μπαρνέτ και την σύζυγό του Τζόαν Άλισον, τιτλοφορούμενο ως: «Everybody Comes To Rick’s» με την προοπτική να γυριστεί ταινία. Ο συγχρονισμός είναι απίστευτα συγκυριακός. Με την κήρυξη του πολέμου τα κινηματογραφικά studios ψάχνουν δαιμονισμένα να βρουν σενάρια με πατριωτικό περιεχόμενο.

Δύο εβδομάδες αργότερα η σεναριογράφος Άιριν Ντάιμοντ πείθει τον γενικό διευθυντή παραγωγής της Warner Bros, Χαλ Γουόλις να γυρίσει το «Everybody Comes To Rick’s» σε ταινία. Ο Γουόλις συμφωνεί, αλλάζοντας τον τίτλο σε «Καζαμπλάνκα», δίνοντας έμφαση στον εξωτικό ρομαντισμό, ώστε να ταυτιστεί η ταινία από τους θεατές με την επιτυχημένη, ερωτική περιπέτεια του 1938 «Algiers» («Πληγωμένος Αετός»  ο ελληνικός τίτλος) του Τζον Κρόμγουελ.

Η απόφαση ανακοινώνεται στην εταιρεία πριν ακόμα πέσουν οι υπογραφές με τους συγγραφείς, οι οποίοι οσμίζονται την κάψα της Warner για το σενάριο και ζητάνε το αστρονομικό, για την εποχή, ποσό των 20 χιλιάδων δολαρίων για τα δικαιώματα ενός άσημου, θεατρικού έργου.

Η εταιρεία πληρώνει ασυζητητί το ποσό και ο Τζακ Γουόρνερ διαφωνεί με τον τίτλο «Καζαμπλάνκα», γιατί του θυμίζει μεξικάνικη μπύρα. Ο τίτλος παραμένει ακλόνητος και την σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο πολύ καλός, Ιουδαίος, Ούγγρος μετανάστης Μάικλ Κερτίζ, των περιπετειών: «Ρομπέν των Δασών» (1938), «Κολασμένες Ψυχές» (Angels with Dirty Faces – 1938), «Ο Αετός των Θαλασσών» (The Sea Hawk – 1940).

Το σενάριο φροντίζουν, για να προσαρμοστεί στην μεγάλη οθόνη, οι δίδυμοι αδελφοί Τζούλιους και Φίλιπ Έπσταϊν αλλά και ο Χάουαρντ Κοχ. Γράφτηκε στον Τύπο εκείνης της περιόδου, ότι ο Ρόναλντ Ρίγκαν ήταν υποψήφιος για τον ρόλο του Ρικ Μπλέιν και η Αν Σέρινταν για τον ρόλο της Ίλσα Λουντ. Ήταν ένα τεράστιο ψέμα, ένα δημοσιογραφικό, επικοινωνιακό τρικ, αφού ο παραγωγός  Χαλ Γουόλις, εξ αρχής, είχε «μοντάρει» τον ρόλο πάνω στον Χάμφρεϊ. Ο ηθοποιός Τζόρτζ Ραφτ, μάλιστα, βαυκαλιζόταν, μέσω του Τζακ Γουόρνερ, να «τσιμπήσει» την ευκαιρία, αλλά, ευτυχώς, απέτυχε.

Για τον Μπόγκαρντ είναι ο πρώτος του ρόλος σε ερωτική ταινία, καθώς ήταν άμεσα ταυτισμένος στο κινηματογραφόφιλο κοινό σε ρόλους γκάνγκστερ, άντε και ντεντέκτιβ («Το Γεράκι της Μάλτας» – 1941).

Ο Τζακ Γουόρνερ προσεγγίζει τον μεγαλοπαραγωγό  Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, (Όσα Παίρνει ο Άνεμος  – 1939) και ζητάει να δανειστεί την Σουηδή ηθοποιό Ίνγκριντ Μπέργκμαν, προσφέροντας ως ανταλλαγή την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Το πετυχαίνει και το ζευγάρι Χάμφρεϊ και Ίνγκριντ σημειώνει τον γνωστό κινηματογραφικό θρύλο.

Το Τραγούδι

Το τραγούδι που έμεινε στις καρδιές των κινηματογραφόφιλων, άρρητα συνδεμένο, αγαπησιάριακα αγκαλιασμένο με την ταινία «Καζαμπλάνκα» είναι το «As Time Goes By», γραμμένο από τον Χέρμαν Χάπφελτ και ερμηνευμένο για πρώτη φορά το 1931 από την Φράνσις Γουίλιαμς στην παράσταση του Μπρόντγουεϊ «Everybody’s Welcome». Ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε για τις ανάγκες της ταινίας «Καζαμπλάνκα», αλλά τοποθετήθηκε ως μουσική επιλογή των γραφιάδων του θεατρικού έργου για να σημαδέψει, τελικά, την ίδια την ταινία.

Ο δασκαλάκος Μάρεϊ Μπαρνέτ το 1938 ταξιδεύοντας στην Ευρώπη (προσπαθούσε να φυγαδέψει συγγενείς και φίλους Ιουδαίους με προορισμό την Αμερική), πίνει το κονιάκ του σε ένα μπιστρό της Νότιας Γαλλίας. Ξαφνικά ακούει το τραγούδι «As Time Goes By» παιγμένο και τραγουδισμένο από έναν Γάλλο, μαύρο πιανίστα, που διασκέδαζε τους θαμώνες του μαγαζιού. Εμπνέεται το θεατρικό έργο «Everybody Comes To Rick’s», το οποίο συνέγραψε με την μέλλουσα γυναίκα του Τζόαν Άλισον το 1940 και συμπεριλαμβάνουν το τραγούδι στο στόρι.

Το «As Time Goes By», ερμηνεύεται στην ταινία από τον ηθοποιό και τραγουδιστή Ντούλεϊ Γουίλσον που υποδύεται τον μαύρο πιανίστα Σαμ στο μαροκινό καμπαρέ του Ρικ. Ο Γουίλσον στην πραγματικότητα ήταν ντράμερ και δεν γνώριζε καθόλου πιάνο. Την ώρα που φιλμάρεται η σκηνή με τον Σαμ να τραγουδάει και να παίζει, πίσω από μια κουρτίνα στο πλατό βρίσκεται κρυμμένος ο επαγγελματίας, πιανίστας Έλιοτ Κάρπεντερ να αποδίδει πιανιστικά την μουσική.

Το «As Time Goes By» ψηφίστηκε ως το δεύτερο καλύτερο, κινηματογραφικό τραγούδι στον επίσημο κατάλογο της AFI (American Film Institute) με τα 100 καλύτερα τραγούδια στα 100 χρόνια κινηματογράφου.

Η ταινία «Καζαμπλάνκα» προτάθηκε για 8 Όσκαρ, για να κερδίσει τελικά τα 3 (Καλύτερης Ταινίας – Σκηνοθεσίας και Σεναρίου). Το τραγούδι «As Time Goes By» έμεινε στις καρδιές των θεατών όλου του κόσμου, θυμίζοντας μια μεγάλη ταινία, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, το πιο ρομαντικό «αντίο» μιας αγάπης στην καρδιά του μεγάλου πολέμου και ένα αθάνατο, κινηματογραφικό ζευγάρι, που προσπάθησαν πολλοί να το μιμηθούν.  

Το πιάνο που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας, πουλήθηκε σε πλειστηριασμό στην Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2012 στην τιμή των 600 χιλιάδων δολαρίων.

Η Ίλσα νοσταλγικά παρακαλεί τον πιανίστα: «Play it, Sam. Play «As Time Goes By»…»

Και ενώ ο Σαμ παίζει και τραγουδάει, μπαίνει στο καμπαρέ ο Ρικ για να δει ξαφνικά μπροστά του την μεγάλη του αγάπη… έπειτα από χρόνια!

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για μια ταινία θρύλο της δεκαετίας του ’50 και θα ακούσουμε το τραγούδι της ταινίας που άλλαξε τα μουσικά δεδομένα εκείνης της εποχής.

IMMF 2019: «Μικρός» Κινηματογράφος σε ζωντανή σύνδεση σε 12 Πόλεις της Ελλάδας και του Εξωτερικού (Χορηγός Επικοινωνίας InTownPost.com)

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Η ένατη χρονιά του International Micro μ Festival εγκαινιάζει ένα σημαντικό κομμάτι της νέας πορείας του θεσμού. Από τις 9 έως τις 13 Οκτωβρίου 2019 το κοινό του αγαπημένου κινηματογραφικού φεστιβάλ θα έχει την ευκαιρία να ζήσει μια πλούσια κινηματογραφική εμπειρία σκορπισμένη απ’ άκρη σε άκρη της Ευρώπης.

Η κεντρική εκδήλωση του IMMF 2019, το «ζωντανό» ελληνικό  διαγωνιστικό μέρος του, θα προβληθεί το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019 ταυτόχρονα στις 12 πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού προσκαλώντας το κοινό να ψηφίσει την αγαπημένη του ελληνική ταινία μικρού μήκους, η οποία θα ανακοινωθεί αργότερα την ίδια βραδιά σε απευθείας συνδέσεις με όλες τις πόλεις.

Τις υπόλοιπες ημέρες οι θεατές στις περισσότερες πόλεις θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν και να επιλέξουν τις αγαπημένες τους Ευρωπαϊκές «μικρές» ταινίες πρώτης προβολής στο διεθνές μέρος καθώς και το ειδικό αφιέρωμα, μία θεματική  ενότητα του IMMF 2019, με τίτλο «Micro Future: η Τεχνολογία του Αύριο», αφιερωμένη φέτος στην έρευνα και την καινοτομία με ειδικό βάρος στον κινηματογράφο.

Τέλος, οι θεατές στην Αθήνα θα έχουν την δυνατότητα να γίνουν μάρτυρες της εξέλιξης του έργου σημαντικών νέων Ελλήνων σκηνοθετών παρακολουθώντας τις μικρού μήκους, με τις οποίες είχαν παλαιότερα διαγωνιστεί στο «Micro μ», και τις μεγάλου μήκους ταινίες τους. Στην ενότητα αυτήν  θα παρουσιαστούν τις ταινίες «Βουράτε Γειτόνοι» του Στάμου Τσάμη & «Nocturne» του Κωνσταντή Φραγκόπουλου, προς τιμήν της πορείας τους και της συμμετοχής τους στη διοργάνωση.

Το Πρόγραμμα του Φεστιβάλ:

Διαγωνιστικό Μέρος:

12 Οκτ. 2019 – Ώρα: 18:30  (Ώρα Ελλάδος)

Τιμές Εισιτήριων: 8€, 7€ – Προπώληση: 7€, 6€

Αθήνα: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος)

Θεσσαλονίκη: Θέατρο Σοφούλη (Τραπεζούντος 5, Καλαμαριά)

Ρόδος: Δημοτικό Θέατρο Ρόδου (Ιερού Λόχου 4, Ρόδος)

Χανιά: Studio OXO NOU (Αγ. Κυριακής 2)

Ηράκλειο: Κινηματογράφος Αστόρια (Πλ. Ελευθερίας)

Ξάνθη: Λαογραφικό Μουσείο Φ.Ε.Ξ. (Αντίκα 7)

Τρίπολη: Cine Ville (28ης Οκτωβρίου 56 & Δημητρακοπούλου 30)

Πτολεμαΐδα: Πνευματικό Κέντρο (Περγάμου 62-66)

Ρέθυμνο: Κέντρο Βυζαντινών Τεχνών (Εθ. Αντιστάσεως 83)

Παρίσι: Instituto Cervantes (7, rue Quentin Bauchart)

Αλεξάνδρεια Αιγύπτου:  وكالة بهنا  Wakalet Behna (1 El Kanisa Al Marounia- Manshia)

Κοπεγχάγη: Kulturhuset Indre By Charlotte (Ammundsens Plads 3)

* Οι τιμές των εισιτηρίων παρουσιάζουν μικρή απόκλιση ανά πόλη ενημερωθείτε από το site του Micro μ ή τηλεφωνικά από τα ταμεία των χώρων.

** Στις πόλεις του εξωτερικού η είσοδος είναι ελεύθερη.

Διεθνές Μέρος:

Αθήνα (13 Οκτ. 2019): Λαίς: Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Μεγ. Αλεξάνδρου 136, Αθήνα)

Θεσσαλονίκη (11 Οκτ. 2019): Θέατρο Σοφούλη (Τραπεζούντος 5)

Χανιά (13 Οκτ. 2019): Studio OXO NOU (Αγ. Κυριακής 2)

Ηράκλειο (13 Οκτ. 2019): Κ. Χ. Ι.  Α&Μ Καλοκαιρινού (Μονής Αγκαράθου 9)

Ξάνθη (11 Οκτ. 2019): Λαογραφικό Μουσείο Φ.Ε.Ξ.( Αντίκα 7)

Πτολεμαΐδα (9 Οκτ. 2019): Βόρειο Πέδιο (Καπετάν Φούφα & Καλλιπόλεως)

Αλεξάνδρεια Αιγύπτου: (11 Οκτ. 2019): وكالة بهنا   Wakalet Behna (El Kanisa Al Marounia- Manshia)

* Για την ώρα έναρξης και τις τιμές των εισιτηρίων ενημερωθείτε από το site του Micro μ ή τηλεφωνικά από τα ταμεία των χώρων.

Μεγάλου Μήκους: 

Αθήνα (10 Οκτ. 2019): Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος)

«Βουράτε Γειτόνοι» & «No Parking» του Στάμου Τσάμη –  Ώρα: 19:00 – Τιμή Εισιτηρίου 7€ – Προπώληση 6€

«Nocturne» & «Ketchup» , «Contract»  του Κωνσταντή Φραγκόπουλου – Ώρα: 21:30 – Τιμή Εισιτηρίου 7€ – Προπώληση 6€

«Nocturne» του Κωνσταντή Φραγκόπουλου

Ειδικό Αφιέρωμα:

Φέτος, για τέταρτη φορά στην ιστορία του, το IMMF φιλοξενεί μια ιδιαίτερη ενότητα με θέμα «Micro Future: Η Τεχνολογία του Αύριο» και χωρίζεται σε δύο μέρη:

α) τη διοργάνωση ημερίδας με ειδικό τίτλο: «Οι νέες Τεχνολογίες και ο Κινηματογράφος» που θα λάβει χώρα την Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019 στο  Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και ώρα: 17:00

β) την προβολή κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ επτά ταινιών μικρού μήκους Ελλήνων και ξένων δημιουργών πάνω στην συγκεκριμένη θεματική.

Αθήνα (11 Οκτ. 2019): Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος)

Θεσσαλονίκη (11 Οκτ. 2019): Θέατρο Σοφούλη (Τραπεζούντος 5)

Χανιά (13 Οκτ. 2019): Studio OXO NOU (Αγ. Κυριακής 2)

Ηράκλειο (13 Οκτ. 2019): Κ. Χ. Ι.  Α&Μ Καλοκαιρινού (Μονής Αγκαράθου 9)

Πτολεμαΐδα (12 Οκτ.2019): Πνευματικό Κέντρο (Περγάμου 62-66)

* Για την ώρα έναρξης ενημερωθείτε από το site του Micro μ ή τηλεφωνικά από τα ταμεία των χώρων.

** Η προβολή των ταινιών του αφιερώματος είναι δωρεάν για το κοινό και εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε ΑμεΑ.

Η ενότητα αυτή υλοποιείται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και από εθνικούς πόρους. Πρόκειται ουσιαστικά για το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα του ΕΣΠΑ που ασχολείται με την εκπαίδευση και την απασχόληση. Μερικοί από τους στόχους της προσπάθειας αφορούν:

  • Στην ανάπτυξη και αξιοποίηση των ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας,
  • Στη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, της Δια Βίου Μάθησης, της ευαισθητοποίησης για την περιβαλλοντική εκπαίδευση,
  • Στη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και
  • Στην ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής ένταξης ευάλωτων κοινωνικά ομάδων (ΕΚΟ).

Η προβολή των ταινιών του αφιερώματος είναι δωρεάν για το κοινό και εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε ΑμεΑ.

«Αγγλία ενωμένη, δυνατή, απομονωμένη στoν Πύργο της!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 3

Υπόθεση περί σεναρίου ταινίας: Το σενάριο, πληροφορούν, ότι είναι βασισμένο στο τάδε βιβλίο, όπερ σημαίνει, πως ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε από το ανάγνωσμα, η παραγωγή αγοράζει τα πνευματικά δικαιώματα από τον συγγραφέα ή τους κληρονόμους του, αναθέτει σε έναν έμπειρο γραφιά να το προσαρμόσει για την μεγάλη οθόνη και να, το καλό βιβλίο σε ταινία. Σωστά; Πάμε παρακάτω.

Διαβάζουμε, επίσης, ότι το σενάριο της ταινίας είναι, απλά, εμπνευσμένο από το τάδε βιβλίο.  Δηλαδή, ένας σκηνοθέτης ή κάποιος κινηματογραφικός σεναριογράφος διάβασε ένα μυθιστόρημα, επίσης ενθουσιάστηκε, αλλά η παραγωγή δεν απέκτησε τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου γιατί ο γραφιάς κράτησε μόνο την κεντρική ιδέα, «συνθέτοντας» ένα εντελώς δικό του, διαφορετικό, ίσως σε άλλο τόπο και χρόνο, μυθιστόρημα με άλλη πλοκή και ήρωες, που να μην μοιάζει καθόλου με το αυθεντικό δημιούργημα για να μην έχει και τα ανάλογα μπλεξίματα και τα οικονομικά έξοδα. Διακριτικά, όμως, για να μην γίνει ρεζίλι των σκυλιών, αναφέρει σε συνεντεύξεις, άντε και σε κάποιο σκηνοθετικό σημείωμα, την πηγή της έμπνευσής του. Αυτός ο άθλιος λωποδύτης όχι μόνο ξεπέρασε την φόρμα της διασκευής, άλλα εφόρμησε άπληστα στην σφαίρα της κλοπής και της παραχάραξης του αυθεντικού.

Όταν όμως το σενάριο της ταινίας είναι εξόφθαλμα βασισμένο σε γνωστό βιβλίο (και αυτό πουλάει η ρεκλάμα), το οποίο, μάλιστα, είναι ευπώλητο (μπεστ σέλερ, ελληνιστί), σεναριογράφος και σκηνοθέτης προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστοί στην πλοκή του χειρόγραφου (απειλή κινηματογραφικού χρόνου γαρ). Όσο το δυνατόν! Ορισμένοι το πετυχαίνουν, άλλοι πάλι όχι, αρχίζοντας τις εκπτώσεις και τις παραποιήσεις, καθιστώντας το σενάριο της ταινίας, οπότε και την σκηνοθεσία, σε έναν τραγέλαφο. Θέλει μαγκιά η εικονοποίηση του όποιου σοβαρού αναγνώσματος και είναι μέγας κινηματογραφικός άθλος να την βγάλει «καθαρή» ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης.

Το κοινό που θα παρακολουθήσει την ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο, χωρίζεται σε δυο κατηγορίες: Σε αυτούς που έχουν, κυριολεκτικώς, «ξετινάξει» τις σελίδες του διαβάζοντάς το, παράλληλα το έχουν λατρέψει και σε αυτούς που είναι, εντελώς, ανέπαφοι με το βιβλίο του συγκεκριμένου κινηματογραφικού θέματος, ερχόμενοι ως πρώτη επαφή με το θέμα από το όχημα της μεγάλης οθόνης.

Στα βιβλία του συρμού και της εφήμερης επιτυχίας, που μετά πέντε χρόνια δεν τα θυμάται ούτε η μητέρα του συγγραφέα και πέρασαν λόγω μόδας, δυστυχώς, στο σύμπαν της 7ης Τέχνης, τα συγχωροχάρτια, από την πρώτη κατηγορία των θεατών (αυτών των διαβαστερών), προσφέρονται αφειδώς στον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη, ένεκα της βιβλιομοδάτης μπούρδας, που διαβάστηκε κάπως ευχάριστα, στην ανάλαφρη ξεπέτα, βία, εντός τριών ημερών σε κάποια εύμορφη, ελληνική νησιώτική παραλία το ευγενές θέρος.

Τα βιβλία, όμως, που η ιδέα, η έμπνευση και η γραφή του λογοτέχνη (λογοτέχνη και όχι απλά συγγραφέα) έχουν σημαδέψει καίρια μια γενιά ή μια σημαντική, ιστορική περίοδο – είτε υπαρκτή, είτε φανταστική – και στην διαχρονικότητα τους ως αναγνώσματα παραμένουν ακόμα και τώρα οι άσβεστοι φανοί των εσωτερικών μας μαχών, τότε, το αναγνωστικό κοινό έχει απαιτήσεις, φίλοι μου, όταν το αγαπημένο τους βιβλίο παίρνει σάρκα και οστά στο μεγάλο άσπρο πανί.

Όταν η ταινία ανταποκρίνεται, στο μέτρο του δυνατού, στα προσωπικά ονείρατα του αναγνώστη (ποτέ δεν προσεγγίζει την τελειότητα του βιβλίου μια ταινία), το απαλό μειδίαμα ταύτισης βιβλίου και ταινίας στα χείλη του βιβλιόφιλου-κινηματογραφόφιλου είναι ο αόρατος κότινος θριάμβου στην κεφαλή του σκηνοθέτη. Ο συγγραφέας είναι προ πολλού δαφνοστεφανωμένος, οπότε μην αγχώνεστε.

Η άλλη κατηγορία, αυτή των κινηματογραφόφιλων που ποτέ δεν συστήθηκαν με τον αυθεντικό, γραπτό λόγο του σεναρίου θα κρίνουν την δημιουργία, απλά, ως μια ταινία και εάν πραγματικά ευχαριστήθηκαν από το θέαμα της κινούμενης εικόνας, ενδεχομένως να επισκεφτούν και τις σελίδες του μυθιστορήματος, ανακαλύπτοντας αυτά που ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης παράλειψαν ή «δακτύλισαν» εντέχνως από το πρωτογενές κείμενο για να συμμαχήσουν με τον απειλητικό φιλμικό χρόνο. Άντε να προσθέσουν ευλαβικά κάτι δικό τους, που δεν τραυματίζει ή να αλλοιώνει το συνολικό έργο.

Είναι φύσει αδύνατον, όταν το σενάριο μιας ταινίας είναι βασισμένο σε ένα σπουδαίο βιβλίο, να μην περάσει από την ηλεκτρισμένη κρίση του αναγνώστη-θεατή. Πως να το κάνουμε, δεν γίνεται! Σε άλλη περίπτωση, πάλι, δεν είναι εφικτό ο σκηνοθέτης να βασίζει μεν την ταινία του σε ένα σπουδαίο ανάγνωσμα και στην συνέχεια δε, να κάνει ό,τι του κατέβει στην γκλάβα. Η ταινία, βέβαιον είναι, πως μαθηματικά θα ακολουθήσει την οδό της κατακραυγής, της αυτοχειρίας της, οπότε και της αποτυχίας.   

Υφίσταται μια διαδικασία προσωπική, ξεκίνησε παιδιόθεν φτάνοντας έως σήμερα, όταν διαβάζω ένα βιβλίο και οι πρώτες του σελίδες με έχουν συνεπάρει, κάπου στην μέση η ιστορία με έχει αιχμαλωτίσει στην μαγεία της, οπότε αμέσως το φέρνω στην σκέψη μου ως ταινία, δημιουργώντας την δική μου διανομή ρόλων με γνωστούς ηθοποιούς. Ως ερασιτέχνης σκηνοθέτης, λοιπόν, με τον νου, σκέφτομαι πως θα έκανα εκείνο με την δείνα ηθοποιό, πως το άλλο με εκείνον τον ηθοποιό και η φαντασία μου αλωνίζει αγόγγυστα στον δημιουργικό αργαλειό του ανέφικτου. Μικρό και αθώο βίτσιο, ας πούμε. Τελειώνοντας το ανάγνωσμα, σκέφτομαι, επίσης, ενθουσιασμένος πόσο υπέροχο θα είναι να γυριζόταν σε ταινία από κάποιον έμπειρο σκηνοθέτη (τον έχω ήδη ονοματίσει, ανάλογα το μυθιστόρημα που διαβάζω), ως ένα χαζό στοίχημα με τον εαυτό μου στο κατά πόσο πλησίασα τα γούστα του κινηματογραφιστή στο casting.  

Εικάζω, ας με συγχώρεσε τε, πως είναι ένα πανέμορφο τελετουργικό, άρρηκτα συνδεδεμένο με όλους όσους διαβάζουν και συνάμα είναι αθεράπευτα κινηματογραφόφιλοι. Για τον λόγο αυτόν και μόνο δεν αποδέχομαι οποιαδήποτε αιτιολογία που να αφορά ταινία, όταν το σενάριο της βασίζεται σε σπουδαίο βιβλίο και δεν είναι, απλά, εμπνευσμένο από κάποιο ανάγνωσμα. Οι σελίδες του όποιου μυθιστορήματος σημείωσαν στην υγρή γη της ανθρώπινης, γόνιμης φαντασίας βαθύτατο, διαχρονικό και άσβεστο χνάρι. Και αυτό απαιτεί σεβασμό και προσοχή.

Τρανό παράδειγμα στα κινηματογραφικά πράγματα είναι η επιτυχημένη τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Σπουδαίοι σκηνοθέτες του φανταστικού επιχείρησαν να την μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη και εγκατέλειψαν το σχέδιο λόγω της πολυπλοκότητας του λογοτεχνικού έπους. Ο πανέξυπνος σκηνοθέτης Τζορτζ Λούκας, ακραιφνής θαυμαστής του Τόλκιν, εμπνεύστηκε από την ιδέα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και γύρισε το δικό του διαστημικό έπος «Star Wars» το 1977 σε τρεις συνέχειες. Δεν το έκρυψε ποτέ ο «λωποδυτάκος» Λούκας, πως η ανεκτίμητη πηγή της έμπνευσης του είναι η saga του «Δαχτυλιδιού» και όλοι οι ήρωές του αποτελούν ξεκάθαρη αντιγραφή από αυτούς του Τόλκιν. Σύντομα καταφθάνει το καινούργιο «Star Wars» και θα αναλύσουμε προσεχώς σε άρθρο όλη αυτή την ιστορία.

Ο Πίτερ Τζάκσον, παρότι τόλμησε το ακατόρθωτο για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, φέρνοντας τα πάνω κάτω με νέα δεδομένα και τεχνικές στο χώρο του επικού-φανταστικού σινεμά, αρχικά στην πρώτη τριλογία οι «ταγμένοι» Ringers, οι άγρυπνοι «φύλακες» της Μέσης Γης τον πέρασαν γενεές δεκατέσσερις για τα λάθη, τις παραλείψεις και τις αλλοιώσεις των νοημάτων που ταξινόμησε στις κινηματογραφικές σεναριακές μεταφορές στην τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Στο «Χόμπιτ», όμως, ο σκηνοθέτης έγινε πιο προσεκτικός, διαθέτοντας, βέβαια, την άνεση των τριών ταινιών για εμπορικούς λόγους.

Επαναλαμβάνω, λοιπόν, πως ταινία βασισμένη σε γνωστό βιβλίο ποτέ δεν λειτουργεί αυτόνομα και φυσικά ποτέ δεν μπορείς να την παρακολουθήσεις ως νεόφερτη, σεναριακή ιδέα, εφόσον έχεις διαβάσει την ιστορία και την έχεις αγαπήσει. Οι καλλιτεχνικοί ακροβατισμοί σε ξένο σώμα και δη επιτυχημένο μόνο ερασιτεχνισμό και απειρία αναδεικνύουν. Αλλιώς ο κάθε σκηνοθέτης και σεναριογράφος ας φτιάξουν κάτι δικό τους.                  

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

«Ο Πύργος του Downton»

(Downton Abbey)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Αγγλία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ένγκλερ
  • Με τους: Χιου Μπόνβιλ, Τζιμ Κάρτερ, Μισέλ Ντόκερι, Ελίζαμπεθ ΜακΓκάβερν, Ιμέλντα Στόντον, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Tulip Entertainmen

Η άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Ε΄ της Αγγλίας μετά της συζύγου του, βασίλισσας Μαίρης, θα σημάνει συναγερμό στο «επάνω» σπίτι όπου διαμένει η οικογένεια του φεουδάρχη λόρδου Κρόλεϊ, αλλά κυρίως στο «κάτω» σπίτι με το υπηρετικό προσωπικό, καθώς τα πάντα πρέπει να είναι στην εντέλεια και ο χρόνος είναι περιορισμένος για μια επίσκεψη τέτοιων απαιτήσεων.

Βρισκόμαστε στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του ’20 και τα χρόνια της μεγάλης, αγγλικής δόξας έχουν παρέλθει. Η αριστοκρατική τάξη βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας εποχής και η άλλοτε καλογυαλισμένη μηχανή του σπιτιού αρχίζει και παρουσιάζει προβλήματα στη λειτουργία της. Φυσικά το δείπνο πρέπει να είναι άριστο σε κάθε του λεπτομέρεια, η υποδοχή οφείλει να είναι αλάνθαστη και η ψυχαγωγία του βασιλικού ζεύγους αντάξια της φήμης της οικογένειας Κρόλεϊ.

Όλες οι πτυχές αυτής της σημαντικής επίσκεψης έχουν προσχεδιαστεί άριστα, μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια και το πιστό, υπηρετικό προσωπικό του Downton Abbey καλείται να ξεπεράσει κάθε δύσκολο εμπόδιο προκειμένου να τιμήσει την ιστορία της φιλοξενίας του σπιτιού.

Το τηλεοπτικό φαινόμενο «Ο Πύργος του Downton», μετά από μια δεκαετία ζωής, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σκηνοθεσία του Αμερικανού, θεατρικού παραγωγού και σκηνοθέτη Μάικλ Ένγκλερ, που είχε αναλάβει 4 τηλεοπτικά επεισόδια της σειράς, αλλά και 8 επεισόδια του, επίσης επιτυχημένου «Sex and the City».

Ουδέποτε παρακολούθησα το τηλεοπτικό «Ο Πύργος του Downton», οπότε ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός της ταινίας με την σειρά δεν υφίσταται στα γραφόμενα. Συστήθηκα απ΄ ευθείας με το κινηματογραφικό προϊόν το οποίο όλο το set είναι μια κορυφαία αγγλούρα με την θεατρική, σεξπηρική εκφορά του λόγου των, εμφατικά, τονισμένων λέξεων στην προπαραλήγουσα και την παραλήγουσα, κουρδισμένη από την αμερικάνικη, σκηνοθετική μπαγκέτα του Ένγκλερ. Δηλαδή, ρυθμός θανατικά αργός, πλοκή γεωμετρικά επίπεδη συνδυαζόμενα από κορυφαία ντεκόρ και άριστη ενδυματολογία, που οφείλεται όμως στην εργασία της αγγλικής παραγωγής στην ταινία.

Μην αυταπατάστε, δεν είναι αγγλικό σινεμά. Άγγλοι ηθοποιοί πρωταγωνιστούν γυρισμένη η παραγωγή εξ’  ολοκλήρου στην αγγλική ύπαιθρο, έτσι για τον αέρα και το άρωμα της υπόθεσης, προφανώς όπως και στο σήριαλ. Οι Άγγλοι κινηματογραφιστές θα το δούλευαν διαφορετικά το θέμα, με τσεκουράτη θέση και κρομγουελινή άποψη, εν όψει μάλιστα των τελευταίων πολιτικών εξελίξεων της γηραιάς Αλβιόνας. Εδώ παίζουν μπάλα οι Γιάνκις, οπότε καταλαβαίνετε τι μέλει γενέσθαι.  

Το ψιλοπροοδευτικό αμερικανάκι στρέφει την πυξίδα του αδέξια στον επερχόμενο απομονωτισμό της Αγγλίας με τους φεουδάρχες και την πλέμπα ενωμένους σε μια γροθιά για την εύρυθμη συνέχεια της μικρής κοινωνίας, σε μια ταινία να μιμείται ακατέργαστα τον αγγλικό ακαδημαϊσμό. Ανασύρω αυτό που είχε ειπωθεί, εάν ενθυμούμαι καλώς από τον Άρη Βελουχιώτη: «τον γιό της πλύστρας να φοβάσαι» και εδώ αποδεικνύεται περίτρανα, βλέποντας όλους τους καταπιεσμένους και ανασφάλιστους δούλους να υποκλίνονται και να επιδίδονται σε ρεβεράντζες και γλειψίματα στο βασιλικό ζεύγος, όμοια με την άρχουσα τάξη προς τους μονάρχες της.

Το σεναριακό ενδιαφέρον είναι ανάλαφρα στραμμένο στις πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές της Αγγλίας εκείνης της εποχής (1927), που δεν διαφέρουν από τις σημερινές, με κάποιες, μικρές, πινελιές παλ χρωμάτων κοινωνικού απόηχου σε ενδοεσωτερικά ζητήματα των «άνω» και των «κάτω» περί αγγλοσαξωνικής παράδοσης, κληρονομιάς, πολιτισμού και έρωτα, έτσι, για να μην πάει άπατη η δίωρη, βαρετή υπόθεση.

«Είσαι Έτοιμος;»

(Ready or Not)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: των Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ
  • Με τους: Σαμάρα Γουίβινγκ, Άνταμ Μπρόντι, Μαρκ Ο’ Μπράιεν, Χένρι Τσέρνι
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Η ερωτική σχέση της Γκρέις (Σαμάρα Γουίβινγκ – καλή) με τον Άλεξ (Μαρκ Ο’ Μπράιαν) ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή γαμήλια τελετή στην πατρική, γοτθικού ρυθμού, έπαυλη του γαμπρού.  Ο γάμος πραγματοποιείται δίχως πρόβλημα, αλλά η οικονομικά εύρωστη και εκκεντρική οικογένεια του Άλεξ έχει κάποιες παραδόσεις. Ετοιμάζεται να δεχτεί τη νύφη στην φαμίλια της με έναν ασυνήθιστο τρόπο.

Το βράδυ του γάμου θα παίξουν ένα οικογενειακό παιχνίδι, που κρατάει από τα παλιά, φέρνοντας τα πάνω κάτω στο νεαρό ζευγάρι. Η Γκρέις, που είναι η πρωταγωνίστρια αυτού του παράδοξου εθίμου, ως νέο μέλος θα προσπαθήσει να επιβιώσει από τις σκοτεινές και παράξενες διαθέσεις της αλλόκοτης οικογένειας του Άλεξ, ακόμα και αν χρειαστεί να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού μια για πάντα.

Ξεκινάει τόσο καλά το στόρι. Τοποθετεί τον θεατή αργά και προσεκτικά σε μια περιποιημένη ατμόσφαιρα γκορ τρόμου με μια έξυπνη ιδέα, πανέτοιμος για να απολαύσει ενήλικο σπλάτερ. Ξαφνικά, στο τέλος της πρώτης ενότητας ανατρέπονται τα πάντα και η όμορφη ιδέα, όμορφα καίγεται σε ό,τι πιο κλισέ υπάρχει. Μέσα στα αποκαΐδια ξεφυτρώνει και ένας ζαβός υβριδικός συνδυασμός σατανο-βαμπιρισμού ως γρήγορη διαφυγή, μια όπως όπως σεναριακή διάσωση από τα ελώδη μονοπάτια που έμπλεξαν οι μικροκομηκάδες σκηνοθέτες: Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ («Ο Ερχομός του Διαβόλου», 2014) στην δεύτερη απόπειρα τους σε μεγάλου μήκους ταινία.

Πιο εφηβικό δεν γίνεται, αν και η καλή φωτογραφία του Μπρετ Τζάκοβιτς και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του gothic σπιτιού προσδίδει ένα τόνο αισιοδοξίας, δυστυχώς όλο το concept είναι μια ακόμα πληγή στο ήδη βασανισμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου. Η παρουσία της νεαρής, Αυστραλής κουκλάρας Σαμάρα Γουίβινγκ («Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» και της νετφλιξιακής «Νταντάς»), κόρη του σκηνοθέτη και συγγραφέα Σιμόν Γουίβινγκ, αλλά και ανεψιά του αγαπημένου μας ηθοποιού Χιούγκο Γουίβινγκ («Matrix», «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»), είναι απίθανη και σύντομα θα βρεθεί ο ρόλος που θα την βγάλει μπροστά.

Η Σαμάρα Γουίβινγκ μαζί με την Ιταλίδα συνομήλική της, Ματίλντα Άννα Ίνγκριντ Λουτζ (Revenge) είναι σαφώς το νέο, χολιγουτιανό δροσιστικό αεράκι, ακολουθώντας όμως την καταιγιστική και αφοπλιστική παρουσία της εξαιρετικής, κατά τέσσερα χρόνια μικρότερη τους Αγγλίδας, Φλόρενς Που (Μεσοκαλόκαιρο).

Σίγουρα τα εφηβάκια θα ξετρελαθούν με την ταινία, παρότι το cast είναι ενήλικο, η ιστορία διαθέτει το γνωστό, αιματοβαμμένο χιούμορ, την κατάμαυρη πλακίτσα του και μερικές, έξυπνες ανατροπές προς το τέλος που αρέσουν στους κινηματογραφόφιλους του είδους.

«Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε»    

(Angel Has Fallen)                                

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρικ Ρόμαν Γουό
  • Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μόργκαν Φρίμαν, Πάιπερ Περάμπο, Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, Φρέντερικ Σμιντ, Ντάνι Χιούστον
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

 

Ύστερα από την απόπειρα δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Άλαν Τράμπουλ (Μόργκαν Φρίμαν) και τον τραυματισμό του, ο πρόεδρος πέφτει σε κώμα. Ο έμπιστός του μυστικός πράκτορας Μάικ Μπάνινγκ (Τζέραρντ Μπάτλερ), ως ο μόνος επιζών της επίθεσης, κατηγορείται άδικα και τίθεται υπό κράτηση.

Δραπετεύει κατά την μεταφορά του στις φυλακές με την βοήθεια των εξτρεμιστών στρατιωτικών που σχεδίασαν την επίθεση με αποτέλεσμα να βρεθεί εντελώς μόνος του. Επιδιώκει να αποδείξει την αθωότητα του, οπότε θα χρειαστεί να αποφύγει την υπηρεσία του και να ξεγελάσει το FBI ώστε να εντοπίσει ποιος απειλεί τον Πρόεδρο.

Απεγνωσμένος να βρει την αλήθεια στρέφεται στον αποσυρμένο και ξεχασμένο πατέρα του, Κλέι Μπάνινγκ (Νικ Νόλτε) με σκοπό να προστατεύσει την οικογένειά του, αλλά και να σώσουν τη χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο.

Σε ακολουθία του «Ο Όλυμπος Έπεσε» (2013) και «Το Λονδίνο Έπεσε» (2016), είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» (όλα «πέφτουν» σε αυτή την τριλογία), με τον Μπάτλερ να προστατεύει με αυταπάρνηση και όλο του το Είναι τους προέδρους των Η.Π.Α.. Έτσι και εμείς «πέφτουμε» στην ζεστή χύτρα της επαναλαμβανόμενης δράσης. Το είδος καλά κρατάει το ηνία της ανιαρής περιπέτειας με τα ήδη γνώριμα στοιχεία και ο Τζέραρντ Μπάτλερ βαφτίζεται πανηγυρικά ο προεδρικός σωστάκιας εν ονόματι, πάντα, της παγκόσμιας ειρήνης και ευημερίας

Ο Καλιφορνέζος ηθοποιός, stunman και σκηνοθέτης Ρικ Ρόμαν Γουό, που έχει αναλάβει την ευθύνη της εν λόγω ταινίας, το 2008 γύρισε μια καλοβαλμένη και ενδιαφέρουσα δραματική, βίαιη περιπέτεια «Ο Κατάδικος» (Felon) με τον ξεχασμένο σήμερα Στίβεν Ντορφ, πλαισιωμένο από τον Σαμ Σέπαρντ, την Άνι Άρτσερ και τον Βαλ Κίλμερ. Ακολούθησε το μετριότατο αλλά επιτυχημένο στις Η.Π.Α. «Καρφί» με τον Ντουέιν – Ροκ – Τζόνσον και ο Γουό θα επιστρέψει στο γνώριμο περιβάλλον των φυλακόβιων με το συμπαθητικό «Shot Caller» (2017), που δεν ευτύχησε της ελληνικής διανομής και πρωταγωνιστή τον Δανό ηθοποιό Νικολάι Κόστερ Βελντάου (ο Τζέιμι Λάνιστερ του «Game of Thrones»).

Στην πέμπτη κατά σειρά ταινία του: «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» ως το τρίτο μέρος με την ίδια θεματική και τον ίδιο ήρωα (ελπίζουμε να είναι και το τελευταίο), ο Γουό ακολούθησε την πεπατημένη οδό του σαματά, της βαβούρας, αναδεικνύοντας την ισχύ της βαθιάς Εσπερίας, που εξολοθρέυει εσωτερικές συνομωσίες εις βάρος του καλού πρέζιτεντ οφ γιούζα. Δηλαδή, απαραίτητα στοιχεία για συγκεκριμένο είδος περιπέτειας που εξυπηρετεί σκηνοθετικά ο Γουό.

Η παρουσία του εξαιρετικού, «γέροντα» πιά, βετεράνου του Βιετνάμ και αυτοεξόριστου στο δάσος, Νικ Νόλτε, με την μορφή κάτι ανάμεσα σε Μωυσή και Αη Βασίλη από την Καισάρεια, ως κινηματογραφικό τέχνασμα δεν καταφέρνει να προσδώσει πόντους στο θέμα.

Η παραγωγή φιλμάρει σε Αμερική, Αγγλία και στα στούντιο της Βουλγαρίας, όπου γυρίζει και ο Σταλόνε τους «Αναλώσιμους»  – στην Σόφια έχουν στηθεί «χρυσές δουλειές» και εμείς εδώ περί τα αλλότρια τυρβάζουμε -, η ταινία είναι ένα ακατανίκητο copy paste διαφόρων, όμοιων συνομωσιολογικού ενδιαφέροντος ιστοριών δράσης με σκληροτράχηλους, ταγμένους στο καθήκον μυστικούς πράκτορες παρά τω προέδρω, ανατινάξεις, μαγκιές, ηρωισμοί και ο πλανητάρχης, πάνω απ΄ όλα, να είναι ασφαλής, γερός και δυνατός. Έχουμε τον Ράμπο που διασώζει χωριουδάκια και άπορες κορασίδες, τώρα αποκτήσαμε και τον Μάικ Μπάνινγκ, που κρατάει με το στανιό στη ζωή προέδρους.

Άλαν Τράμπουλ; Μα είναι όνομα για μαύρο πρόεδρο των Η.Π.Α; Σκέτη ειρωνεία είναι!

«Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές»

(Murder on the Orient Express)

 

  • Είδος: Θρίλερ μυστηρίου
  • Παραγωγή: Αγγλία Η.Π.Α (1974) σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ
  • Με τους: ‘Αλμπερτ Φίνεϊ, Λόρεν Μπακόλ, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ζακλίν Μπισέ, Ζαν-Πιερ Κασέλ, Σον Κόνερι, Άντονι Πέρκινς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ
  • Διάρκεια: 131΄
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) – 3 βραβεία Bafta: Β’ Ανδρικού Ρόλου (σερ Τζον Γκίλγουντ), Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) και Μουσικής (Ρίτσαρντ Μπένετ)

Ο διάσημος Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό (Άλμπερτ Φίνεϊ – υπέροχος!) ταξιδεύει με το Οριάν Εξπρές, αλλά εξαιτίας μιας τρομερής χιονοθύελλας, το τρένο σταματά στα μισά της διαδρομής Κωνσταντινούπολης-Παρισιού.

Ξαφνικά, ένας από τους επιβάτες του τρένου, ύποπτος για την υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας ενός μικρού κοριτσιού, βρίσκεται δολοφονημένος. Ο Πουαρό αναλαμβάνει να ρίξει φως στην υπόθεση. Όλοι έχουν κίνητρο, όλοι είναι ύποπτοι, αλλά όλοι έχουν ένα καλό άλλοθι. Μυστήριο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του θρυλικού ντεντέκτιβ.

Το ομώνυμο βιβλίο της «βασίλισσας» του αστυνομικού μυστηρίου, Αγκάθα Κρίστι, είναι το περισσότερο κινηματογραφημένο μυθιστόρημα από κάθε άλλο της συγγραφέως. Ως βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 1934 στην Αγγλία, ενώ στις 28 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. με τον τίτλο: «Murder in the Calais Coach» (Φόνος στην Κλινάμαξα του Καλαί). Διαφορετικός τίτλος για την Αμερική, ώστε να μην προκαλέσει σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό και μπερδευτεί με το μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκριν «Stamboul Train» το οποίο κυκλοφορούσε στις Η.Π.Α από το 1932 με τον τίτλο «Orient Express».

Έπειτα από αρκετές απογοητευτικές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των βιβλίων της Κρίστι, η αυστηρή Άγκαθα αποφάσισε να μην πουλήσει ποτέ ξανά πνευματικά δικαιώματα των βιβλίων της για να μεταφερθούν σε ταινίες. Ο πρόεδρος, όμως της EMI, Νατ Κόλεμαν ζήτησε τη βοήθεια του Λόρδου Λούις Μάουνμπάντεν για να πείσει τη αλύγιστη Άγκαθα να επιτρέψει τη μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Ο Λόρδος Λούις Μάουνμπάντεν ήταν ο πατέρας του παραγωγού της ταινίας Τζον Μπρέιμπουν.

Η 84χρονη Αγκάθα Κρίστι, τελικά υπέκυψε στην πολιορκία του Μάουνμπάντεν και, έτσι, τον Νοέμβριο του 1974 παρακολούθησε, μάλιστα, την πρεμιέρα στον κινηματογράφο που προβλήθηκε η ταινία. Όπως είπε η ίδια η συγγραφέας: «είναι η μόνη μεταφορά βιβλίου μου σε κινηματογραφική ταινία με την οποία έμεινα απόλυτα ικανοποιημένη». Συγκεκριμένα, αισθάνθηκε ότι η απόδοση του Άλμπερτ Φίνεϊ πλησίασε κατά πολύ τον χαρακτήρα του ήρωα της, Ηρακλή Πουαρό. Αν και, όπως γράφτηκε, το κινηματογραφικό μουστάκι του Βέλγου ντεντέκτιβ δεν την είχε εντυπωσιάσει τόσο. Η παρουσία της Άγκαθα Κρίστι στην πρεμιέρα της ταινίας ήταν η τελευταία της δημόσια εμφάνιση. Η διάσημη συγγραφέας αποχώρησε από τον κόσμο των ανθρώπων δεκατέσσερις μήνες αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου 1976.

Η ταινία όμως με αυτό το σουπερ, διεθνές cast ηθοποιών έγραψε σπουδαία, κινηματογραφική ιστορία. Η σκηνοθεσία του Αμερικανού Σίντεϊ Λιούμετ (25 Ιουνίου 1924 – 9 Απριλίου 2011) είναι άκρως ατμοσφαιρική, αποδίδοντας μοναδικά την πλοκή και το μυστήριο του βιβλίου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και σε μέγιστο βαθμό όλες τις υποκριτικές δυναμικές των πρωταγωνιστών. Με δυνατό σύμμαχο το κλειστοφοβικό περιβάλλον των βαγονιών της αμαξοστοιχίας και την αγωνία να ρέει ποταμηδόν σε ένα χώρο δίχως διαφυγή, ο σκηνοθέτης των «Δώδεκα Ενόρκων», της Σκυλίσιας Μέρας», αλλά και του τρομερού «Δικτύου», πραγματικά μεγαλουργεί.

Η δε ερμηνεία του εξαιρετικού, 37χρονου, τότε, θεατρικού ηθοποιού Άλμπερτ Φίνεϊ που αποχώρησε τον περασμένο Φεβρουάριο από την ζωή (9 Μαΐου 1936 – 7 Φεβρουαρίου 2019) στον ρόλο του Ηρακλή Πουαρό, είναι ονειρεμένη και προσωπικά εκτιμώ, καλύτερη από αυτή του Πίτερ Ούστινοφ, που έχουμε συνηθίσει. Ο Φίνεϊ ανήκει στην μεταπολεμική, αγγλική στόφα των μεγάλων ανδρών ηθοποιών, όπως ο Άλαν Μπέιτς, ο Μάικλ Κέιν, ο Ρίτσαρντ Χάρις και ο Πίτερ Ο’ Τουλ, που η θεατρομάνα Αγγλία πρόσφερε γενναιόδωρα και για πολλοστή φορά στις ανάγκες του Χόλιγουντ.

Ο 37χρονος Φίνεϊ, ήταν η τρίτη επιλογή για υποδυθεί τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο του Βέλγο ντεντέκτιβ, Πουαρό. Ο ρόλος προσφέρθηκε αρχικά στον σερ ‘Αλεκ Γκίνες, που δεν ήταν διαθέσιμος, όπως και στον Πολ Σκόφιλντ, που επίσης ήταν κλεισμένος εκείνη την χρονική στιγμή. Για να πλησιάσει ηλικιακά ο Φίνεϊ τον Πουαρό, δηλαδή την ηλικία των 55-60 χρόνων, σε καθημερινή βάση, ο ηθοποιός υποβαλλόταν σε πολύωρο, ειδικό μακιγιάζ για να αποκτήσει την ώριμη μορφή του αγαπημένου, αλλά ιδιότυπου ντετέκτιβ.

Για την σημειολογία της κινηματογραφικής ιστορίας, που μας αρέσει τα μάλα, να αναφέρουμε, ότι για τον σερ Σον Κόνερι είναι η δεύτερη φορά που κινηματογραφικά παίζει χαρακτήρα, ταξιδεύοντας με το «Οριάν Εξπρές». Η πρώτη ήταν το 1963, ως Τζέιμς Μποντ στην δεύτερη ταινία του 007, «Από την Ρωσία με Αγάπη», (From Russia with Love) όταν συναντιέται σιδηροδρομικώς με τον Σοβιετικό, δολοφόνο πράκτορα Ντόναλντ – Ρεντ – Γκραντ, που υποδύεται ο αξέχαστος Ρόμπερτ Σόου.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Έχω παρακολουθήσει κάθε κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου μυθιστορήματος της Αγκάθα Κρίστι, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου, ακόμα κι αυτή την πρόσφατη, υπερφίαλη πρόταση του Κένεθ Μπράνα. Ε, τούτη, ως η πρώτη, είναι αξεπέραστη, μια πραγματική απόλαυση. Μην την χάσετε!

«Ο Καταδικασμένος» 

( / Ikiru / To Live)    

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (1953) σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα
  • Με τους: Τακάσι Σιμούρα, Σινίτσι Χιμόρι, Μινόρου Τσιάκι
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο (Ασημένια Άρκτος) Επιτροπής Φεστιβάλ Βερολίνου (1954) – Καλύτερης Ταινίας στα κινηματογραφικά Βραβεία Kinema Junpo (1953)
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Άστυ» (Κοραή 4) και Σινέ «Πτι Παλαί» (Ριζάρη 24)

Ένας στερημένος από χαρές δημόσιος υπάλληλος, o Κάντζι Γουτανάμπε (Τακάσι Σιμούρα – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) πληροφορούμενος ότι θα πεθάνει σύντομα από καρκίνο στο στομάχι, προσπαθεί να ζήσει κάποιες εφήμερες απολαύσεις, σταματώντας να πηγαίνει στη δουλειά και σπαταλώντας τις οικονομίες του σε διασκεδάσεις.

Τελικά, αφιερώνει τις τελευταίες του μέρες σε ένα κοινωνικό έργο μετατρέποντας έναν σκουπιδότοπο σε παιδική χαρά. Στην κηδεία του, συνάδελφοι και συγγενείς συγκεντρώνονται για να τον τιμήσουν, όμως καθένας έχει την δική του εκδοχή για τα κίνητρα και τον χαρακτήρα του μακαρίτη.

Ο «αυτοκράτορας» του ιαπωνικού σινεμά, Ακίρα Κουροσάβα (23 Μαίου 1920 – 6 Σεπτεμβρίου 1998), ο ποιητής των κινηματογραφικών ονείρων, αλλά και ο σαμουράι της 7ης Τέχνης στην 13η κατά σειρά ταινία του, φιλμάρει μια πανδαισία συναισθημάτων σε ασπρόμαυρο φορμάτ μεν, αλλά γεμάτες χρώμα ανθρωπιάς δε. Γυρισμένη το 1953, μα, τόσο επίκαιρη και καυτή θεματολογικά ταινία, που η διαχρονικότητα της παραμένει σταθερή και ανεξίτηλη.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τους Σινόμπου Χαϊσμότο, Χίνετο Ογκούνι και τον ίδιο τον Κουροσάβα, εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1890). Η ταινία ταξιδεύει στους βατούς διαδρόμους του ιταλικού νεορεαλισμού, όπως άλλωστε εκφράζει και η αφηγηματική του σκηνοθέτη, αλλά και στην σιγουριά των αμερικανών τεχνικών κινηματογράφησης. Πάνω απ΄ όλα όμως κυριαρχεί το αφηγηματικό «πνεύμα» του Ιάπωνα δημιουργού με τις καφκικές ανάσες, εκπνέοντας την ζώσα ενέργεια στην πλοκή. Το νόημα της ζωής, αλλά και η ίδια η σκέψη μιας χαμένης ζωής μπροστά στην αναγγελία ενός προδιεγεγραμμένου θανάτου συμφιλιώνονται και αφομοιώνονται ουσιαστικά σε ένα σώμα με σκοπό. Ο Ακίρα αποδομεί το σύστημα και την οικογένεια και ανασυντάσσει την ανθρώπινη οντότητα μοναδικά.

Ο εις εκ των τριών σεναριογράφων του «Καταδικασμένου», ο Χίνετο Ογκούνι είχε φανταστεί τον ήρωα ως μέλος της ιαπωνικής μαφίας Γιάκουζα και όχι ως τον απονευρωμένο και υποταγμένο υπαλληλάκο του κρατικού, γραφειοκρατικού συστήματος. Ο Κουροσάβα όμως επεκράτησε στο να δοθεί η ιδιότητα του γραφειοκράτη υπαλλήλου στον Κάντζι Γουτανάμπε, έχοντας στην σκέψη του παράλληλα και το καθρεπτίζον είδωλο του φοβερού Μπάρτλεμπι, από το διήγημα του Χέρμαν Μελβίλ: «Μπάρτλεμπι, ο Γραφιάς» του 1853.   

Είναι και το σπαραξικάρδιο τραγούδι, «Gondola no Uta», που τραγουδάει στην ταινία ο ίδιος ο Τακάσι Σιμούρα, με το χιόνι να πέφτει στην κούνια της παιδικής χαράς, που ο ίδιος έφτιαξε πριν φύγει από την ζωή. Από τις πιο ποιητικές σεκάνς του παγκόσμιου σινεμά σε ρεσιτάλ φωτογραφίας του Ασακάζου Νακάι. Το τραγούδι γράφτηκε το 1915 και μιλάει για τις γυναίκες που πρέπει να βρουν την μεγάλη αγάπη πριν κλείσει ο χρόνος της ζωής τους. Μάλιστα, ο Κουροσάβα υπέδειξε στον Τακάσι Σιμούρα (από τους μόνιμους συνεργάτες του σκηνοθέτη), πώς για να το τραγουδήσει σωστά διοχετεύοντας το εσωτερικό συναίσθημα πρέπει να αισθάνεται σαν ένας ξένος σε ένα κόσμο που πιστεύει πως δεν υπάρχει. Υπέροχη στιγμή.

Ο «Καταδικασμένος» ήταν από τις αγαπημένες ταινίες του Ακίρα Κουροσάβα, ενώ βρίσκεται στην λίστα του Αμερικανού κριτικού ταινιών Στίβεν Σνάιντερ με τις 1001 ταινίες που πρέπει να δει ο κινηματογραφόφιλος πριν αποχωρήσει από την ζωή. Σύμφωνα με το BBC η ταινία του Κουροσάβα καταλαμβάνει την 72η θέση των μη αγγλόφωνων αριστουργημάτων της 7ης Τέχνης. Μην την χάσετε!

«Ο Καταδικασμένος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

( / Ikiru / To Live)    

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (1953) σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα
  • Με τους: Τακάσι Σιμούρα, Σινίτσι Χιμόρι, Μινόρου Τσιάκι
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο (Ασημένια Άρκτος) Επιτροπής Φεστιβάλ Βερολίνου (1954) – Καλύτερης Ταινίας στα κινηματογραφικά Βραβεία Kinema Junpo (1953)
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Άστυ» (Κοραή 4) και Σινέ «Πτι Παλαί» (Ριζάρη 24)

Ένας στερημένος από χαρές δημόσιος υπάλληλος, o Κάντζι Γουτανάμπε (Τακάσι Σιμούρα – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) πληροφορούμενος ότι θα πεθάνει σύντομα από καρκίνο στο στομάχι, προσπαθεί να ζήσει κάποιες εφήμερες απολαύσεις, σταματώντας να πηγαίνει στη δουλειά και σπαταλώντας τις οικονομίες του σε διασκεδάσεις.

Τελικά, αφιερώνει τις τελευταίες του μέρες σε ένα κοινωνικό έργο μετατρέποντας έναν σκουπιδότοπο σε παιδική χαρά. Στην κηδεία του, συνάδελφοι και συγγενείς συγκεντρώνονται για να τον τιμήσουν, όμως καθένας έχει την δική του εκδοχή για τα κίνητρα και τον χαρακτήρα του μακαρίτη.

Ο «αυτοκράτορας» του ιαπωνικού σινεμά, Ακίρα Κουροσάβα (23 Μαίου 1920 – 6 Σεπτεμβρίου 1998), ο ποιητής των κινηματογραφικών ονείρων, αλλά και ο σαμουράι της 7ης Τέχνης στην 13η κατά σειρά ταινία του, φιλμάρει μια πανδαισία συναισθημάτων σε ασπρόμαυρο φορμάτ μεν, αλλά γεμάτες χρώμα ανθρωπιάς δε. Γυρισμένη το 1953, μα, τόσο επίκαιρη και καυτή θεματολογικά ταινία, που η διαχρονικότητα της παραμένει σταθερή και ανεξίτηλη.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τους Σινόμπου Χαϊσμότο, Χίνετο Ογκούνι και τον ίδιο τον Κουροσάβα, εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1890). Η ταινία ταξιδεύει στους βατούς διαδρόμους του ιταλικού νεορεαλισμού, όπως άλλωστε εκφράζει και η αφηγηματική του σκηνοθέτη, αλλά και στην σιγουριά των αμερικανών τεχνικών κινηματογράφησης. Πάνω απ΄ όλα όμως κυριαρχεί το αφηγηματικό «πνεύμα» του Ιάπωνα δημιουργού με τις καφκικές ανάσες, εκπνέοντας την ζώσα ενέργεια στην πλοκή. Το νόημα της ζωής, αλλά και η ίδια η σκέψη μιας χαμένης ζωής μπροστά στην αναγγελία ενός προδιεγεγραμμένου θανάτου συμφιλιώνονται και αφομοιώνονται ουσιαστικά σε ένα σώμα με σκοπό. Ο Ακίρα αποδομεί το σύστημα και την οικογένεια και ανασυντάσσει την ανθρώπινη οντότητα μοναδικά.

Ο εις εκ των τριών σεναριογράφων του «Καταδικασμένου», ο Χίνετο Ογκούνι είχε φανταστεί τον ήρωα ως μέλος της ιαπωνικής μαφίας Γιάκουζα και όχι ως τον απονευρωμένο και υποταγμένο υπαλληλάκο του κρατικού, γραφειοκρατικού συστήματος. Ο Κουροσάβα όμως επεκράτησε στο να δοθεί η ιδιότητα του γραφειοκράτη υπαλλήλου στον Κάντζι Γουτανάμπε, έχοντας στην σκέψη του παράλληλα και το καθρεπτίζον είδωλο του φοβερού Μπάρτλεμπι, από το διήγημα του Χέρμαν Μελβίλ: «Μπάρτλεμπι, ο Γραφιάς» του 1853.   

Είναι και το σπαραξικάρδιο τραγούδι, «Gondola no Uta», που τραγουδάει στην ταινία ο ίδιος ο Τακάσι Σιμούρα, με το χιόνι να πέφτει στην κούνια της παιδικής χαράς, που ο ίδιος έφτιαξε πριν φύγει από την ζωή. Από τις πιο ποιητικές σεκάνς του παγκόσμιου σινεμά σε ρεσιτάλ φωτογραφίας του Ασακάζου Νακάι. Το τραγούδι γράφτηκε το 1915 και μιλάει για τις γυναίκες που πρέπει να βρουν την μεγάλη αγάπη πριν κλείσει ο χρόνος της ζωής τους. Μάλιστα, ο Κουροσάβα υπέδειξε στον Τακάσι Σιμούρα (από τους μόνιμους συνεργάτες του σκηνοθέτη), πώς για να το τραγουδήσει σωστά διοχετεύοντας το εσωτερικό συναίσθημα πρέπει να αισθάνεται σαν ένας ξένος σε ένα κόσμο που πιστεύει πως δεν υπάρχει. Υπέροχη στιγμή.

Ο «Καταδικασμένος» ήταν από τις αγαπημένες ταινίες του Ακίρα Κουροσάβα, ενώ βρίσκεται στην λίστα του Αμερικανού κριτικού ταινιών Στίβεν Σνάιντερ με τις 1001 ταινίες που πρέπει να δει ο κινηματογραφόφιλος πριν αποχωρήσει από την ζωή. Σύμφωνα με το BBC η ταινία του Κουροσάβα καταλαμβάνει την 72η θέση των μη αγγλόφωνων αριστουργημάτων της 7ης Τέχνης. Μην την χάσετε!

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη