fbpx

«Απολαυστικοί Μελ Γκίμπσον και Βινς Βον, πληθωρική, ρυθμική η Νάταλι Πόρτμαν και «Εμείς» οι τρομακτικοί», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ψυχαγωγία! Κύριο ζητούμενο στην θέαση κινηματογραφικών ταινιών, κίνητρο ακατάρριπτο που, ως γνωστόν, εκπορεύεται πάντα από το προϊόν της Τέχνης του σινεμά. Όταν όμως αυτό το προϊόν είναι θλιβερό και ανελέητα υποδεέστερο των βασικών προδιαγραφών του, τότε ο θεατής εύλογα θα αμυνθεί και θα στρέψει τα μούτρα του σε άλλες οδούς και λιβάδια για να ανακαλύψει την ψυχική του τέρψη. Και ο επαγγελματικός χώρος αυτής της ψυχαγωγίας αρχίζει την κλάψα για την μείωση των εισιτηρίων.

Το σημείο εκκίνησης για την απίστευτη σε μέγεθος προβολή κακών ταινιών ξεκινάει από την «θεία κονόμα», όπως εύστοχα αποκαλούν οι αφανείς «ψαγμένοι» την οδυνηρή εικόνα που φιγουράρει ένδοξα στο κάδρο της εποχής και μάλιστα στον χώρο των Τεχνών. Πλείστες σε αριθμό κινηματογραφικές παραγωγές κάτω του μετρίου, άνευ ενδιαφέροντος ανατρέπονται εν είδει χωματερής στο σινεφίλ πεδίο των επιλογών.

Μια, δυο, τρεις φορές ο ανυποψίαστος θεατής θα ακολουθήσει την φόλα, τέταρτη όμως όχι, καθότι εκτός του ενστίκτου υπάρχει και η εμπειρία, διάολε, ως οπλικό σύστημα στο ανθρώπινο είδος, ακόμα κι αν δεν είναι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου.

Οι αιθουσάρχες από την άλλη δακρύζουν, βλέποντας τους χώρους τους άδειους, όταν αποφασίζουν να τρέξουν τα γραφεία διανομής 8, 9 και 10 ταινίες εβδομαδιαίως, που ζήτημα είναι εάν αξίζει η μια από δαύτες. Υπάρχουν όμως οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, υπάρχει η «ευλογημένη μονέδα», που ακολουθεί την εντελώς αδιάφορη και συνήθως κακή ταινία.

Χρήμα που διανέμεται αφειδώς από ευρωπαϊκά κονδύλια σε προωθητικές κατευθύνσεις για την κινηματογραφική παραγωγή ή «βοηθήματα» για το καλό της Τέχνης, κατά το ηπιότερον, ώστε να υπάρχει το κατάλληλο «καύσιμο» για να σηκωθεί η ταινία στο άσπρο πανί, διότι από μόνη της και «ασιδέρωτη» μηδέ οι γονείς του σκηνοθέτη  θα έκοβαν εισιτήριο.

Προβάλλεται το προϊόν, τακτοποιούνται οι λογαριασμοί και οι όποιοι θεατές του αδιάφορου και φτηνού θεάματος, που εναπόθεσαν τον οβολό τους στο ταμείο, αυτοκρίνονται ως τα εξιλαστήρια θύματα της υπόθεσης ή ως πέπονες κατά το αρχαιότερον. Τέχνη σου λέει, ο καλοπροαίρετος και διψασμένος για ψυχαγωγία θεατής, ευρωπαϊκό, φιλμικό προϊόν, ξανασκέφτεται έντιμα, το τολμάει και τσουπ, μάπα το σταφύλι. Εν τω μεταξύ η κριτική είναι απούσα.

Και φτάσαμε στο δεύτερο σημαντικό και φλέγον ζήτημα, που ανάγεται σε πρώτο. Κριτική ταινιών!

Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο που παρακολουθεί σινεμά η ανάγνωση της κριτικής μιας ταινίας;

Γνώση, ενημέρωση, τροφή για σκέψη, πιθανώς παρακίνηση για έξοδο, ταύτιση απόψεων, ακόμα και γόνιμη διαφωνία του σινεφίλ αναγνώστη με τον γράφοντα. Περισσότερο όμως είναι η επαφή, η ξενάγηση από έγκυρες πένες σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο που ονομάζεται σινεμά, όπου οι επαγγελματίες του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού χώρου παρακολουθούν ταινίες και με την γνώση, την κατάρτιση και την εμπειρία που διακρίνει τον κάθε ένα ξεχωριστά καταγράφουν και συνάμα αναλύουν το ειδικό βάρος του κάθε δημιουργήματος.  

Ε, αυτό το αλισβερίσι πάνε να το καταργήσουν όταν αναγκάζουν τον όποιο συνάδελφο κριτικό να παρακολουθεί σαν είλωτας τρεις ταινίες ημερησίως, συνολικής διάρκειας 375 λεπτών (6,5 ώρες!!!), όπου μερικές από αυτές την ίδια ώρα, γιατί στις 12:00 προβάλλουν ταινία με τον Μελ Γκίμπσον και τον Βινς Βον στο κέντρο της Αθήνας και στις 12:30 σε καλούν να «αναρριχηθείς» στους Αμπελοκήπους για να παρακολουθήσεις, παράλληλα, οσκαροβραβευμένο ντοκιμαντέρ. Γίνεται; Εκτός του καζανοκέφαλου που θα αποκτήσεις με τόσες ώρες, συνεχόμενης προβολής, φυσικά και δεν γίνεται, παρά μόνον, ω του γενετικού, βιολογικού επιτεύγματος, εάν και εφόσον διαθέτεις ανθεκτικό κλώνο.

Ο θεατής που δεν θα διαβάσει την κριτική μιας ταινίας (συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτήν) θα παραμείνει στο αθέατο (κάτι που ίσως το θέλουν), δεν θα ενημερωθεί γιατί ο επαγγελματίας κριτικός εξοντώθηκε στις συμπληγάδες πέτρες του κακού προγραμματισμού από τις εταιρείες διανομής.

Απομακρύνουν εμάς από εσάς. Αργά και μεθοδικά καταργούν τον γόνιμο διάλογο μας, τις αντιρρήσεις σας και τις διαφωνίες σας, το ύψιστο δικαίωμα να διαβάζετε για μια ταινία και εσείς να επιλέγετε εάν επιθυμείτε ή όχι να την παρακολουθήσετε.

Ο έγκριτος συνάδελφος και φίλος Ηλίας Φραγκούλης έγραψε στο άρθρο του στο freecinema (εδώ), αλλά όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις υπόγειες και κατασκότεινες διαδρομές, φωνή βοώντος εν τη ερήμω.. μα πολύ έρημος, άνευ οάσεων!              

«Τα Δύο Πρόσωπα του Νόμου»

(Dragged Across Concrete)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σ. Κρέιγκ Ζάλερ
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Βινς Βον, Ντον Τζόνσον, Λόρι Χόλντεν, Τζένιφερ Κάρπεντερ
  • Διάρκεια: 159’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικανός Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ είναι από τους νέους σκηνοθέτες που πραγματικά έχει μαγνητίσει το ενδιαφέρον μου. Σκληρός, λεπτομερειακός, άψογος αφηγητής, αρκετές φορές τρομακτικός και πάντα επί της ουσίας ξεδιπλώνει το νήμα των κινηματογραφικών ιστοριών του δίχως να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ανθρώπινη, στυγνή βία, είτε αυτή εκπορεύεται από την στρεβλή θέαση των πραγμάτων, είτε από το ζωώδες, ένστικτο της επιβίωσης, για τον Ζάλερ είναι το καθαρό καύσιμο των πολλών οκτανίων, χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός . Το πορτρέτο της παράνοιας στις ταινίες του χαρακτηρίζεται από την ιανική φιλοσοφία που οι καλοί και οι κακοί τρέφονται από την ίδια ενέργεια, είτε τα κίνητρα τους είναι παρανοϊκά και ερεβώδη, είτε είναι αγαθά και αναγκαία.

Κι εδώ ο Ζάλερ λύνει άνετα την κινηματογραφική εξίσωση του απάνθρωπου, της φρίκης και της λογικής, όπως συνέβη και στο ντεμπούτο του με το εμπνευσμένο, εκτός της γνωστής φόρμας, των γουέστερν «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του 2015, αλλά και στην συνέχεια του με το «Καυγάς στο Μπλοκ 99» του 2017, όπου η αβυσσαλέα ερμηνεία του Βινς Βον μας κέρδισε ολοκληρωτικά.

Ο Αμερικανό-Ιουδαίος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός (με το όνομα Czar γράφει, ερμηνεύει τραγούδια και παίζει ντραμς στην χέβι μέταλ μπάντα «Realmbuilder») στις ταινίες του είναι ακραία ωμός και εξαιρετικά καλός σε αυτό που διαχειρίζεται. Θα σκεφτόταν κάποιος, πως ο άνθρωπος και το κτήνος είναι οι σταθερές που αντλούν όλη την αφοσίωση του Ζάλερ. Με τον απίθανο Μελ Γκίμπσον σε πρώτο πλάνο και τον επίσης άριστο, χειμαρρώδη Βινς Βον δίπλα του, η ταινία δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να πάρεις ανάσα.

Καθηλωτικό police story στην νέο noir φόρμα κινηματογράφησης. Μια ληστεία στη μέση με πολλούς αποδέκτες, όπου οι έντιμοι, σκληροί μπάτσοι υποκύπτουν στην εύκολη ανεύρεση χρήματος. Για να σώσουν τις οικογένειες τους περνούν στην αντιπέρα όχθη της παρανομίας, ενώ οι ψυχασθενείς κακοποιοί και η σύγχρονη, ελώδης κοινωνία της πλέμπας και των μικροαστών  εναρμονίζονται με το κοινωνικό σχόλιο, το βιτριολικό χιούμορ, την αγωνία της περιπέτειας σε ρυθμό της δράσης που θυμίζει το «ζεστό» χνώτο του Μάικλ Μαν.

Σενάριο καλογραμμένο από τον ίδιο τον Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ στο μοτίβο του male buddy, να λειτουργεί σε πάνω από δυο επίπεδα ιστοριών με χαρακτήρες, αλλά και την ευκίνητη, περιφερειακή γυναικεία παρουσία, τα αγχωτικά, περίτεχνα κλειστά φωτογραφικά του Αμερικανό-Ινδού Μπέντζι Μπακσί (στενός συνεργάτης του Ζάλερ στις ταινίες του) και το μοναδικό,  ηλεκτρισμένο μουσικό ένδυμα του Τζεφ Χέριοτ, των σοουλάδων O’ Jays, αλλά και του ίδιου του Ζάλερ, λειτουργούν διακριτικά, συγκεντρώνοντας την χρονική αίσθηση της αφήγησης, την τεντώνουν δίχως να την διαλύουν.

Ένας σκληρός, παλαιάς κοπής αστυνομικός, ο Μπρετ Ρίντζμαν (Μελ Γκίμπσον – πολύ καλός) και ο ευέξαπτος, κατά 20 χρόνια, νεότερος συνεργάτης του, ο Άντονι Λουρασέτι (Βινς Βον – πολύ καλός), τίθενται σε διαθεσιμότητα όταν ένα βίντεο που δείχνει τις σκληρές μεθόδους καταστολής που ακολουθούν, διαρρέει στο διαδίκτυο.

Η σύζυγος του Μπρετ, η Μέλανι (Λόρι Χόλντεν , καλή), πρώην αστυνομικός κι αυτή, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και χρειάζεται συνεχώς θεραπεία με ακριβά φάρμακα, ενώ η έφηβη κόρη του τραμπουκίζεται ενίοτε από τους έγχρωμους συνομηλίκους στην υποβαθμισμένη, προβληματική γειτονία που διαμένουν. Ο Άντονι, από την άλλη, είναι ερωτευμένος με μια όμορφη, έξυπνη γιάπισα, που επιθυμεί μεν να την νυμφευθεί, αλλά ο πενιχρός μισθός του και το επάγγελμα του αστυνομικού θεωρεί πως δεν είναι αρκετά για να της χαρίσει την ευτυχία.

Με τα ελάχιστα χρήματα και χωρίς καμία επιλογή, οι απογοητευμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν την πληροφορία για έναν κακοποιό που έχει μπόλικο, βρώμικο χρήμα και τον παρακολουθούν στενά για να του ξαφρίσουν το μαύρο παραδάκι.

Ξαφνικά συνειδητοποιούν, πως αυτός και μερικοί ακόμα ετοιμάζουν μια μεγάλη ληστεία. Ενώ βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για να αποκτήσουν τα αναγκαία χρήματα βουτάνε στην δίνη των γεγονότων, όπου το σκηνικό είναι βίαιο, σκληρό και θανατηφόρο.

«Εμείς»

(Us)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει το σκεπτικό του στο προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.     

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.

«Vox Lux»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπρέιντι Κορμπέτ
  • Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Τζουντ Λο, Ράφεϊ Κάσιντι, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο 31χρονος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης  Μπρέιντι Κορμπέτ βρίσκεται ακόμα συμπιεσμένος από το κέφυλος που δεν έχει σπάσει για να βρει την προσωπική του ταυτότητα και το δικό του, αυθεντικό σκηνοθετικό βήμα.

Το 2015 τον γνωρίσαμε στο ντεπούντο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία «Η Γέννηση ενός Ηγέτη», που προσπάθησε να αναπτυχθεί σκηνοθετικά και θεματολογικά ως  Μίχαελ Χάνεκε στην «Λευκή Κορδέλα». Στο «Vox Lux» «μεταμφιέζεται» σε Λαρς φον Τρίερ, σε πιο μπαρόκ απόδοση,  κι απέναντι από τον φακό του στήνει την δύναμη που ονομάζεται Νάταλι Πόρτμαν.

Να αναφέρουμε, ότι ο Κορμπέτ, με την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε (Funny Games), όπως και σε ταινία του «αιρετικού» Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ (Melancholia). Αν και είναι γεννημένος στην ηπειρωτική Αριζόνα της Βόρειας Αμερικής, το δημιουργικό του βλέμμα είναι στραμμένο, σχεδόν καθηλωμένο θα λέγαμε, στους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Η ταινία του είναι υπερφίαλη και μοιάζει με γλυκό όνειρο που ξυπνάς γρήγορα γιατί βαρέθηκες να βλέπεις μια επαναλαμβανόμενη πράξη με διαφορετικούς τρόπους ειπωμένη. Μεγάλη η διάρκεια της, οπότε φλυαρεί ακατάσχετα. Χρησιμοποιεί τον Γουίλεμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή (φιοριτούρα άνευ λόγου που δεν είναι αναγκαία και δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην ιστορία), διέπεται από ναρκισσισμό στα πλάνα του και καταλαμβάνεται από βασανιστική αγωνία για το πως θα κλείσει την πόρτα κατάμουτρα στο θέμα που άνοιξε. Από ένα σημείο κι έπειτα κάνει κύκλους διψασμένος γύρω από την πηγή και δεν φρενάρει για να χρησιμοποιήσει το μαγγανοπήγαδο και να πιεί δροσερό νερό.

Η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα ρόλο που τον βγάζει με το γνωστό, άψογο ταμπεραμέντο της  και ως σπουδαία, ποπ σταρ τραγουδάει  Sia, χορεύει, παίζει καταπληκτικά σε μια ακόμα ταινία που τελικά δεν την δικαιώνει. Επιβάλλεται, σύντομα μάλιστα, να βρει την σωστή βάρκα και να διανύσει το ερμηνευτικό ποτάμι σε ασφαλή όχθη και όχι να αναλώνει το ταλέντο της σε άνευρες και βαρετές ταινίες. Από το 2015, απ΄ όταν, δηλαδή, «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» έχουμε να την απολαύσουμε σε παραγωγή της προκοπής. Οι πειραματικές επιλογές της του στιλ «Jackie», «Πλανητάριο» και ο «Αφανισμός» του νετφλιξιακού σύμπαντος, τώρα το ακατέργαστο «Vox Lux», κούρασαν τους θεατές της και σίγουρα την ίδια. 

Το 1999, η έφηβη Σελέστ (Ράφεϊ Κάσιντι – καλή) επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Ένας οπλισμένος συμμαθητής και φίλος της εισβάλει και αδειάζει τις σφαίρες τού οπλοπολυβόλου του πάνω στους ανυποψίαστους έφηβους μαθητές δολοφονώντας ένα σημαντικό αριθμό παιδιών, πληγώνοντας και την ίδια την Σελέστ.

Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μία ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της (Στέισι Μάρτιν – καλή) και ενός μάνατζερ (Τζουντ Λο – μικρή η παρουσία του αλλά πάντα γοητευτική). Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της  θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ.  

Το 2017 η, ενήλικη πια, Σελέστ (Νάταλι Πόρτμαν – πολύ καλή) ετοιμάζει την μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάζει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο «Vox Lux», η αδάμαστη, αθυρόστομη  σταρ, πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με την μητρότητα, την τρέλα και την δόξα στην εποχή του τρόμου.

«Ακίνητο Ποτάμι»

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
  • Σενάριο: Κάτια Γκουλιώνη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ιντρα Μπούρκοφσκα, Γιούρις Μπαρτκεβίτς
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Danaos Films

Η νέα μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή («Πολαρόιτ», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Μέσα στο Δάσος»), με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον Σπύρο Κρίμπαλη. Η παραγωγή είναι διεθνής και η ταινία, τo «Ακίνητο Ποτάμι», γυρίστηκε εξολοκλήρου στην χιονισμένη Ρωσία και στην επίσης ασπροντυμένη Λετονία. Εξαιρετική η φωτογραφία του Γάλλου Σιμόν Μποφίς (Μαχαίρι στην Καρδιά), καθότι είναι και ο μοναδικός ενδιαφέρον πόλος όλης της παραγωγής.

 Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μία βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα.

Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνομωσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία.

Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Όταν η οντολογία σε φιλοσοφικό επίπεδο επιχειρεί την σύγκρουση με το βαθύ θρησκευτικό πριγκιπάτο του ιερατικού δόγματος και η λογική επιδίδεται παραδίπλα σε ακατέργαστες τούμπες εντυπωσιασμού, ψάχνεις εναγωνίως, διάολε, να ανακαλύψεις τι στο καλό ήπιε ο σεναριογράφος και φυσικά τον κρυπτοχριστιανό, Greek orthodox σκηνοθέτη.

Δεν θα είναι λίγοι οι θεατές που ευλόγως θα αναρωτηθούν με ψιθυριστή απορία, ειδικά στο φινάλε, εάν πίσω από την παραγωγή ο βασικός, ανώνυμος χορηγός είναι η Μονή Πετράκη ή σύσσωμο το αθωνίτικο, Περιβόλι της Παναγιάς.     

Εκτός της γενικότερης αφασίας και του σεναριακού αλαλούμ, που αυτοκρατορικά εξουσιάζουν την πλοκή της ιστορίας του Φραντζή, η ταινία, με την παρρησία εφηβικού θράσους, πλασάρεται ως φόρος τιμής στον Ταρκόφσκι. Τούτο να το εκλάβουμε έντρομοι ως αφορισμό προς τον μέγα Ρώσο σκηνοθέτη ή απλά ως απειλή;

Εδώ σταματώ το γράψιμο για την συγκεκριμένη ταινία, που μηδέ ειρμού, μηδέ πρωτοτυπίας, μηδέ φαντασίας κατασκευάστηκε και φυσικά καμία σχέση με τον Ταρκόφσκι έχει. Πάμε λοιπόν από την αρχή, εάν και εφόσον υπάρχει κάποιο σοβαρό και πρωτίστως ορατό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο, ελληνικό σινεμά.    

«Ο Διερμηνέας»

(The Interpreter)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Σλοβακία, Τσεχία, Αυστρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάρτιν Σούλικ
  • Με τους: Γίρι Μένζελ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Ama Films

Ο 80χρονος Άλι ανακαλύπτει πως πρώην αξιωματικός των SS περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εκτέλεση των γονιών του.

Αποφασισμένος να εκδικηθεί καταφθάνει στη Βιέννη, όπου θα γνωρίσει τον 70χρονο Γκέοργκ, γιο του αξιωματικού. Η επίσκεψη θα γίνει αφορμή για ένα ταξίδι των δυο αντρών στη Σλοβακία και στα μυστικά του παρελθόντος.

Ο βραβευμένος Πίτερ Σιμόνισεκ του «Τόνι Έρντμαν» συναντά σε χρέη ηθοποιού τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν»), σε μία πανέμορφη ταινία δρόμου που έχει αφετηρία το ιστορικό δράμα και προορισμό την κωμωδία περί της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Σούλικ, ζυγίζει ευγενικά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, με την αρωγή δύο εξεχόντων ηθοποιών και της εξαίσιας χημείας τους.

Προβάλλονται επίσης:

  • Το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Free Solo» των: Ελίζαμπεθ Τσάι Βασαρχέλι και Τζίμι Τσιν (Neo Films)
  • Το πολιτικό θρίλερ «Επίθεση στη Βομβάη» του Ελληνο-Αυστραλού Άντονι Μάρας (Spentzos Film)
  • Η γαλλική ταινία «Σε Πόλεμο» του Στεφάν Μπριζέ (Seven Films)
  • Η σπονδυλωτή ταινία «Βερολίνο Σ’ Αγαπώ» 11 σκηνοθετών (Tanweer)

«Ο Διερμηνέας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Interpreter)    

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Σλοβακία, Τσεχία, Αυστρία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάρτιν Σούλικ
  • Με τους: Γίρι Μένζελ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Ama Films

Ο 80χρονος Άλι ανακαλύπτει πως πρώην αξιωματικός των SS περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εκτέλεση των γονιών του.

Αποφασισμένος να εκδικηθεί καταφθάνει στη Βιέννη, όπου θα γνωρίσει τον 70χρονο Γκέοργκ, γιο του αξιωματικού. Η επίσκεψη θα γίνει αφορμή για ένα ταξίδι των δυο αντρών στη Σλοβακία και στα μυστικά του παρελθόντος.

Ο βραβευμένος Πίτερ Σιμόνισεκ του «Τόνι Έρντμαν» συναντά σε χρέη ηθοποιού τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν»), σε μία πανέμορφη ταινία δρόμου που έχει αφετηρία το ιστορικό δράμα και προορισμό την κωμωδία περί της ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Σούλικ, ζυγίζει ευγενικά τις συγκρούσεις του παρελθόντος, με την αρωγή δύο εξεχόντων ηθοποιών και της εξαίσιας χημείας τους.

«Ακίνητο Ποτάμι»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάδα, Γαλλία, Λετονία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
  • Σενάριο: Κάτια Γκουλιώνη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ιντρα Μπούρκοφσκα, Γιούρις Μπαρτκεβίτς
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Danaos Films

Η νέα μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή («Πολαρόιτ», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Μέσα στο Δάσος»), με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο τον Σπύρο Κρίμπαλη. Η παραγωγή είναι διεθνής και η ταινία, τo «Ακίνητο Ποτάμι», γυρίστηκε εξολοκλήρου στην χιονισμένη Ρωσία και στην επίσης ασπροντυμένη Λετονία. Εξαιρετική η φωτογραφία του Γάλλου Σιμόν Μποφίς (Μαχαίρι στην Καρδιά), καθότι είναι και ο μοναδικός ενδιαφέρον πόλος όλης της παραγωγής.

 Η Άννα και ο Πέτρος, ένα ζευγάρι από την Ελλάδα που πρόσφατα μετακόμισε σε μία βιομηχανική πόλη της Σιβηρίας λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Πέτρου, ανακαλύπτει με έκπληξη ότι η Άννα είναι έγκυος, χωρίς να έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις το τελευταίο διάστημα.

Τον απάτησε; Μήπως έχουν πέσει θύματα συνομωσίας; Ή μήπως ευλογήθηκαν με ένα θαύμα; Αναζητώντας μια λογική εξήγηση, ο Πέτρος αμφισβητεί την Άννα, η οποία στρέφεται προς τη θρησκεία.

Ο μέχρι πρότινος ακλόνητος δεσμός τους βρίσκεται σε κρίση, καθώς η σχέση τους μετατρέπεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στο ορθολογικό και το πνευματικό.

Όταν η οντολογία σε φιλοσοφικό επίπεδο επιχειρεί την σύγκρουση με το βαθύ θρησκευτικό πριγκιπάτο του ιερατικού δόγματος και η λογική επιδίδεται παραδίπλα σε ακατέργαστες τούμπες εντυπωσιασμού, ψάχνεις εναγωνίως, διάολε, να ανακαλύψεις τι στο καλό ήπιε ο σεναριογράφος και φυσικά τον κρυπτοχριστιανό, Greek orthodox σκηνοθέτη.

Δεν θα είναι λίγοι οι θεατές που ευλόγως θα αναρωτηθούν με ψιθυριστή απορία, ειδικά στο φινάλε, εάν πίσω από την παραγωγή ο βασικός, ανώνυμος χορηγός είναι η Μονή Πετράκη ή σύσσωμο το αθωνίτικο, Περιβόλι της Παναγιάς.

Εκτός της γενικότερης αφασίας και του σεναριακού αλαλούμ, που αυτοκρατορικά εξουσιάζουν την πλοκή της ιστορίας του Φραντζή, η ταινία, με την παρρησία εφηβικού θράσους, πλασάρεται ως φόρος τιμής στον Ταρκόφσκι. Τούτο να το εκλάβουμε έντρομοι ως αφορισμό προς τον μέγα Ρώσο σκηνοθέτη ή απλά ως απειλή;

Εδώ σταματώ το γράψιμο για την συγκεκριμένη ταινία, που μηδέ ειρμού, μηδέ πρωτοτυπίας, μηδέ φαντασίας κατασκευάστηκε και φυσικά καμία σχέση με τον Ταρκόφσκι έχει. Πάμε λοιπόν από την αρχή, εάν και εφόσον υπάρχει κάποιο σοβαρό και πρωτίστως ορατό σημείο εκκίνησης για το σύγχρονο, ελληνικό σινεμά.      

«Vox Lux»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπρέιντι Κορμπέτ
  • Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Τζουντ Λο, Ράφεϊ Κάσιντι, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Seven Films

Στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο 31χρονος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης  Μπρέιντι Κορμπέτ βρίσκεται ακόμα συμπιεσμένος από το κέφυλος που δεν έχει σπάσει για να βρει την προσωπική του ταυτότητα και το δικό του, αυθεντικό σκηνοθετικό βήμα.

Το 2015 τον γνωρίσαμε στο ντεπούντο του στην μεγάλη οθόνη με την ταινία «Η Γέννηση ενός Ηγέτη», που προσπάθησε να αναπτυχθεί σκηνοθετικά και θεματολογικά ως  Μίχαελ Χάνεκε στην «Λευκή Κορδέλα». Στο «Vox Lux» «μεταμφιέζεται» σε Λαρς φον Τρίερ, σε πιο μπαρόκ απόδοση,  κι απέναντι από τον φακό του στήνει την δύναμη που ονομάζεται Νάταλι Πόρτμαν.

Να αναφέρουμε, ότι ο Κορμπέτ, με την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε (Funny Games), όπως και σε ταινία του «αιρετικού» Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ (Melancholia). Αν και είναι γεννημένος στην ηπειρωτική Αριζόνα της Βόρειας Αμερικής, το δημιουργικό του βλέμμα είναι στραμμένο, σχεδόν καθηλωμένο θα λέγαμε, στους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Η ταινία του είναι υπερφίαλη και μοιάζει με γλυκό όνειρο που ξυπνάς γρήγορα γιατί βαρέθηκες να βλέπεις μια επαναλαμβανόμενη πράξη με διαφορετικούς τρόπους ειπωμένη. Μεγάλη η διάρκεια της, οπότε φλυαρεί ακατάσχετα. Χρησιμοποιεί τον Γουίλεμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή (φιοριτούρα άνευ λόγου που δεν είναι αναγκαία και δεν προσδίδει απολύτως τίποτα στην ιστορία), διέπεται από ναρκισσισμό στα πλάνα του και καταλαμβάνεται από βασανιστική αγωνία για το πως θα κλείσει την πόρτα κατάμουτρα στο θέμα που άνοιξε. Από ένα σημείο κι έπειτα κάνει κύκλους διψασμένος γύρω από την πηγή και δεν φρενάρει για να χρησιμοποιήσει το μαγγανοπήγαδο και να πιεί δροσερό νερό.

Η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα ρόλο που τον βγάζει με το γνωστό, άψογο ταμπεραμέντο της  και ως σπουδαία, ποπ σταρ τραγουδάει  Sia, χορεύει, παίζει καταπληκτικά σε μια ακόμα ταινία που τελικά δεν την δικαιώνει. Επιβάλλεται, σύντομα μάλιστα, να βρει την σωστή βάρκα και να διανύσει το ερμηνευτικό ποτάμι σε ασφαλή όχθη και όχι να αναλώνει το ταλέντο της σε άνευρες και βαρετές ταινίες. Από το 2015, απ΄ όταν, δηλαδή, «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» έχουμε να την απολαύσουμε σε παραγωγή της προκοπής. Οι πειραματικές επιλογές της του στιλ «Jackie», «Πλανητάριο» και ο «Αφανισμός» του νετφλιξιακού σύμπαντος, τώρα το ακατέργαστο «Vox Lux», κούρασαν τους θεατές της και σίγουρα την ίδια.  

Το 1999, η έφηβη Σελέστ (Ράφεϊ Κάσιντι – καλή) επιβιώνει μετά από μια βίαιη τραγωδία. Ένας οπλισμένος συμμαθητής και φίλος της εισβάλει και αδειάζει τις σφαίρες τού οπλοπολυβόλου του πάνω στους ανυποψίαστους έφηβους μαθητές δολοφονώντας ένα σημαντικό αριθμό παιδιών, πληγώνοντας και την ίδια την Σελέστ.

Όταν θα εντυπωσιάσει τραγουδώντας σε μια επιμνημόσυνη δέηση, η Σελέστ, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται σε μία ανερχόμενη ποπ σταρ με τη βοήθεια της τραγουδοποιού αδερφής της (Στέισι Μάρτιν – καλή) και ενός μάνατζερ (Τζουντ Λο – μικρή η παρουσία του αλλά πάντα γοητευτική). Η απότομη πορεία της προς τη δόξα και η παράλληλη απώλεια της αθωότητας της  θα συνδεθεί με μια καταστροφική τρομοκρατική επίθεση στο έθνος, ανυψώνοντας την σε ένα άλλο επίπεδο διασημότητας: είδωλο της Αμερικής και παγκόσμια σούπερ σταρ.  

Το 2017 η, ενήλικη πια, Σελέστ (Νάταλι Πόρτμαν – πολύ καλή) ετοιμάζει την μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή της μετά από ένα σκάνδαλο που είχε εκτροχιάζει την καριέρα της. Προετοιμάζοντας μια περιοδεία για να προωθήσει το έκτο άλμπουμ της, μια συλλογή sci-fi τραγουδιών με τίτλο «Vox Lux», η αδάμαστη, αθυρόστομη  σταρ, πρέπει να δώσει τις προσωπικές και οικογενειακές της μάχες για να τα βγάλει πέρα με την μητρότητα, την τρέλα και την δόξα στην εποχή του τρόμου.

«Εμείς»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Us)     

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζόρνταν Πιλ
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Λουπίτα Νιόνγκο, Γουίνστον Ντιουκ, Τιμ Χάιντεκερ, Γιάγια Αμπντούλ-Ματίν II, Άνα Ντιόπ
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Κατόπιν του βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου για το κοινωνικό έργο τρόμου «Τρέξε» (Get Out) στον σκηνοθέτη Τζόρνταν Πιλ, ο 40χρονος Νεοϋρκέζος αφροαμερικανός κατέφθασε με την δεύτερη ταινία του παραμένοντας στο ίδιο μοτίβο θεματολογίας: Τρόμος και αίμα με κοινωνιολογική υπόσταση.

Το «Τρέξε» δεν είναι από τις ταινίες που αξίζουν Όσκαρ σεναρίου και δεν μας συνεπήρε, μηδέ γοητευτήκαμε, άλλωστε η περσινή χρονιά των βραβείων θα μείνει αξέχαστη στην ιστορία ως η τελετή των εκπλήξεων και των λαθών. Τέλος πάντων, ο Πιλ είναι καλός κινηματογραφιστής και η απλότητα της πρώτης ταινίας του μετασχηματίζεται εδώ σε κάτι πιο περίπλοκο, που δυστυχώς, ξεφεύγει του ελέγχου.

Η αλήθεια είναι εμφανής, πως θέλει πολλά να πει ο άνθρωπος για τους μαύρους, τους λευκούς, την αλλοτρίωση στον έγχρωμο πληθυσμό της Αμερικής, τον πρόεδρο Ντόναλντ, μόνο που απουσιάζει η ευταξία, ο καθαρός αέρας για να ανασάνει η φούρια του με αποτέλεσμα η όποια σταθερή σεναριακή πορεία, για να καταστεί το σοφόν σαφές, εξανεμίζεται σαν ταχυδακτυλουργικό τρικ. Ο θεατής δεν καταφέρνει να διατηρήσει στο σκεπτικό του το προφανές για να έχει την δυνατότητα να κατανοήσει το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο της ιδέας του Πιλ, οπότε η κούραση βροντοκτυπά το κατώφλι σου και αφήνεις την υπόθεση στην τύχη της.

Ενώ ξεκινάει τζάμι το θέμα δίνοντας του έξυπνα το κοινωνικο-πολιτικό και ψυχολογικό στίγμα του «Εμείς», που είναι οι σκιώδεις, καταπιεσμένοι και νοσηροί εαυτοί μας να ζητούν εκδίκηση από τις πολιτικά ορθές και γεμάτες εγωισμούς και ανταγωνισμούς οντότητές μας, αίφνης και προς το τελευταίο μέρος της ταινίας ξεφουρνίζει το φαντασιακό και ακραία μεταφυσικό, σκοτεινό παραμύθι, ως νέο δεδομένο να πηγάζει από κάπου αλλού ξέμπαρκα, δοσμένο με εντελώς άτσαλο τρόπο που το φιλμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Λες και ο Πιλ χάθηκε κάπου στην μετάφραση, λες και αποφάσισε στην πορεία να δημιουργήσει με το «Εμείς» το δικό του κινηματογραφικό franchise τρόμου, καθώς το φινάλε του παίρνει την στράτα από εκεί που πέρασαν τα ζόμπι. 

Κρίμα, γιατί οι εικόνες του είναι μεστές και ατυχώς πνίγονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, αποδυναμώνοντας κάθε λαμπρή πτυχή της ευφυούς σύλληψης. Θέλει δουλειά ακόμα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στο είδος που επέλεξε να υπηρετήσει, κι εμείς θα αναμένουμε υπομονετικά το αριστούργημά του.

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «12 Χρόνια Σκλάβος», η όμορφη Λουπίντα Νιόνγκο είναι καλή και τραβάει επάνω της όλη την ταινία.

Οι μάσκες, το αίμα, τα ψαλίδια, το δερμάτινο γάντι, οι φόνοι και οι κόκκινες, ολόσωμες φόρμες δημιουργούν το τρομακτικό, φετιχιστικό περιβάλλον του Πιλ σε μια ταινία που πάσχει από δέκατα και κομμάρες.    

Ένα απροσδιόριστο και σκοτεινό τραύμα στοιχειώνει την Αντελέιτ (Λουπίντα Νιόνγκο  – καλή), το οποίο μέσα στα χρόνια βρίσκει τρόπους να επανέρχεται και να διαταράσσει τη γαλήνια οικογενειακή ζωή. Είχε βρεθεί ως παιδί το 1986, σε ένα απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου, σε ένα μικρό λούνα παρκ κοντά στην παραλία. Το μακάβριο θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα.

Εκείνο το ανεξήγητο συμβάν θα έρθει να στοιχειώσει τη σημερινή οικογένειά της και το «άγνωστο» θα έρθει να τη βρει, σχεδόν καρμικά, με «δολοφονικές» ορέξεις, απειλώντας έτσι το σύγχρονο Αμερικάνικο όνειρο στο οποίο ζει εφησυχασμένη.

Τα πάντα θα πάρουν μια ακατανόητη και εφιαλτική τροπή, όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας, θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την δική της και που μοιάζει να είναι το είδωλο του σκοτεινού καθρέφτη τους.

«Τα Δύο Πρόσωπα του Νόμου»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Dragged Across Concrete)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σ. Κρέιγκ Ζάλερ
  • Με τους: Μελ Γκίμπσον, Βινς Βον, Ντον Τζόνσον, Λόρι Χόλντεν, Τζένιφερ Κάρπεντερ
  • Διάρκεια: 159’
  • Διανομή: Odeon

Ο Αμερικανός Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ είναι από τους νέους σκηνοθέτες που πραγματικά έχει μαγνητίσει το ενδιαφέρον μου. Σκληρός, λεπτομερειακός, άψογος αφηγητής, αρκετές φορές τρομακτικός και πάντα επί της ουσίας ξεδιπλώνει το νήμα των κινηματογραφικών ιστοριών του δίχως να χάνει τον προσανατολισμό του.

Η ανθρώπινη, στυγνή βία, είτε αυτή εκπορεύεται από την στρεβλή θέαση των πραγμάτων, είτε από το ζωώδες, ένστικτο της επιβίωσης, για τον Ζάλερ είναι το καθαρό καύσιμο των πολλών οκτανίων, χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός . Το πορτρέτο της παράνοιας στις ταινίες του χαρακτηρίζεται από την ιανική φιλοσοφία που οι καλοί και οι κακοί τρέφονται από την ίδια ενέργεια, είτε τα κίνητρα τους είναι παρανοϊκά και ερεβώδη, είτε είναι αγαθά και αναγκαία.

Κι εδώ ο Ζάλερ λύνει άνετα την κινηματογραφική εξίσωση του απάνθρωπου, της φρίκης και της λογικής, όπως συνέβη και στο ντεμπούτο του με το εμπνευσμένο, εκτός της γνωστής φόρμας, των γουέστερν «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του 2015, αλλά και στην συνέχεια του με το «Καυγάς στο Μπλοκ 99» του 2017, όπου η αβυσσαλέα ερμηνεία του Βινς Βον μας κέρδισε ολοκληρωτικά.

Ο Αμερικανό-Ιουδαίος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και μουσικός (με το όνομα Czar γράφει, ερμηνεύει τραγούδια και παίζει ντραμς στην χέβι μέταλ μπάντα «Realmbuilder») στις ταινίες του είναι ακραία ωμός και εξαιρετικά καλός σε αυτό που διαχειρίζεται. Θα σκεφτόταν κάποιος, πως ο άνθρωπος και το κτήνος είναι οι σταθερές που αντλούν όλη την αφοσίωση του Ζάλερ. Με τον απίθανο Μελ Γκίμπσον σε πρώτο πλάνο και τον επίσης άριστο, χειμαρρώδη Βινς Βον δίπλα του, η ταινία δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να πάρεις ανάσα.

Καθηλωτικό police story στην νέο noir φόρμα κινηματογράφησης. Μια ληστεία στη μέση με πολλούς αποδέκτες, όπου οι έντιμοι, σκληροί μπάτσοι υποκύπτουν στην εύκολη ανεύρεση χρήματος. Για να σώσουν τις οικογένειες τους περνούν στην αντιπέρα όχθη της παρανομίας, ενώ οι ψυχασθενείς κακοποιοί και η σύγχρονη, ελώδης κοινωνία της πλέμπας και των μικροαστών  εναρμονίζονται με το κοινωνικό σχόλιο, το βιτριολικό χιούμορ, την αγωνία της περιπέτειας σε ρυθμό της δράσης που θυμίζει το «ζεστό» χνώτο του Μάικλ Μαν.

Σενάριο καλογραμμένο από τον ίδιο τον Στίβεν Κρέιγκ Ζάλερ στο μοτίβο του male buddy, να λειτουργεί σε πάνω από δυο επίπεδα ιστοριών με χαρακτήρες, αλλά και την ευκίνητη, περιφερειακή γυναικεία παρουσία, τα αγχωτικά, περίτεχνα κλειστά φωτογραφικά του Αμερικανό-Ινδού Μπέντζι Μπακσί (στενός συνεργάτης του Ζάλερ στις ταινίες του) και το μοναδικό,  ηλεκτρισμένο μουσικό ένδυμα του Τζεφ Χέριοτ, των σοουλάδων O’ Jays, αλλά και του ίδιου του Ζάλερ, λειτουργούν διακριτικά, συγκεντρώνοντας την χρονική αίσθηση της αφήγησης, την τεντώνουν δίχως να την διαλύουν.  

Ένας σκληρός, παλαιάς κοπής αστυνομικός, ο Μπρετ Ρίντζμαν (Μελ Γκίμπσον – πολύ καλός) και ο ευέξαπτος, κατά 20 χρόνια, νεότερος συνεργάτης του, ο Άντονι Λουρασέτι (Βινς Βον – πολύ καλός), τίθενται σε διαθεσιμότητα όταν ένα βίντεο που δείχνει τις σκληρές μεθόδους καταστολής που ακολουθούν, διαρρέει στο διαδίκτυο.

Η σύζυγος του Μπρετ, η Μέλανι (Λόρι Χόλντεν , καλή), πρώην αστυνομικός κι αυτή, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και χρειάζεται συνεχώς θεραπεία με ακριβά φάρμακα, ενώ η έφηβη κόρη του τραμπουκίζεται ενίοτε από τους έγχρωμους συνομηλίκους στην υποβαθμισμένη, προβληματική γειτονία που διαμένουν. Ο Άντονι, από την άλλη, είναι ερωτευμένος με μια όμορφη, έξυπνη γιάπισα, που επιθυμεί μεν να την νυμφευθεί, αλλά ο πενιχρός μισθός του και το επάγγελμα του αστυνομικού θεωρεί πως δεν είναι αρκετά για να της χαρίσει την ευτυχία.

Με τα ελάχιστα χρήματα και χωρίς καμία επιλογή, οι απογοητευμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν την πληροφορία για έναν κακοποιό που έχει μπόλικο, βρώμικο χρήμα και τον παρακολουθούν στενά για να του ξαφρίσουν το μαύρο παραδάκι.

Ξαφνικά συνειδητοποιούν, πως αυτός και μερικοί ακόμα ετοιμάζουν μια μεγάλη ληστεία. Ενώ βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για να αποκτήσουν τα αναγκαία χρήματα βουτάνε στην δίνη των γεγονότων, όπου το σκηνικό είναι βίαιο, σκληρό και θανατηφόρο.

«Η σκληρή Άγρια Δύση και η «ψυχασθενής» Ιζαμπέλ-«Γκρέτα»-Ιπέρ διασχίζουν θριαμβευτικά το «αρκτικό» κινηματογραφικό τοπίο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Απορία γεννημένη των τελευταίων ετών αναδύεται τάχιστα εκφραζόμενη απλά και κατανοητά για το μέσο νου, ότι ουδείς και ουδεμία, εκ του απαστράπτοντος, κινηματογραφικού συστήματος, δεν έχει αποφύγει το κολάν ένδυμα και την χρωματιστή μπέρτα του υπερήρωα.

Άπαντες του «ουράνιου», φιλμικού στερεώματος, μικροί μεγάλοι, πάντα σε ερμηνευτικό εύρος εννοώ, ηθοποιάρες, ηθοποιοί, σταρς και αστεράκια της φακής, σταρλετίτσες και επίδοξες ντίβες βόλεψαν το δέμας τους σε στενάχωρα, φουτουριστικά λαμέ και βινίλ υφάσματα για να υποδυθούν κάποιον καλό σωτήρα με θεϊκές δυνάμεις σε πρώτο ή δεύτερο ρόλο ή τέλος πάντων κάποιον διαβολικό καταστροφέα που θέλει σώνει και καλά να ισοπεδώσει τον γαλάζιο πλανήτη μας.

Το μεγάλα studios, συμπεριλαμβανομένου κι αυτό της Ντίσνεϊ, που εξώφθαλμα διαφαίνεται η κυριαρχία της στο αμερικάνικο «Βατικανό», έχουν μετασχηματιστεί σε τεμένη και οι «χρυσές» βάνες της μονέδας και της καταξίωσης στην μεγάλη οθόνη μαγνητίζουν, άνευ ιδιαίτερων αμυνών, όλο το έμψυχο δυναμικό της σύγχρονης υποκριτικής σκηνής του σινεμά.

Ουδείς, τουλάχιστον από αυτούς που γουστάρουμε ως φάτσες και ερμηνευτές, δεν έχει ξεφύγει από την φάκα του στενάχωρου, διαπλανητικού κολάν ή του ευρύχωρου, διαγαλαξιακού χιτώνα και της τενεκεδένιας στολής. Όλοι, ασυζητητί, προσκύνησαν το τέμενος, φόρεσαν στολές και όλοι τους απέκτησαν μυστηριακά, εξωτικά και μυστηκιστικά ονόματα που θα μείνουν άφθαρτα στο βιογραφικό τους. Ουδείς αναμάρτητος!

Ο πρώτος τον λίθον βαλέτω, στο να συμμετέχουν, δηλαδή, τρανά ονόματα της 7ης Τέχνης σε μεταφορές χάρτινων ηρώων στην μεγάλη οθόνη, σε υποστηρικτικούς ρόλους μαϊντανού, είναι ο πολύς και αξιαγάπητος Μάρλον Μπράντο, όταν το 1978 και έπειτα από τον σαρωτικό «Νονό» του 1972 και των «Φυγάδων του Μιζούρι», φόρεσε τον λευκό, υπέρφαρδο χιτώνα, υποδυόμενος τον σοφό, λευκότριχο πατέρα του Σούπερμαν, Τζορ Ελ. Είναι η πρώτη αξιόλογη, κινηματογραφική μεταφορά του χάρτινου, εξωγήινου υπερήρωα της DC comics, σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Ντόνερ και τον αείμνηστο Κρίστοβερ Ριβ στον ομώνυμο ρόλο.

Για 12 ημέρες γυρισμάτων, διάβασον διάβασον(!) ο μέγιστος Μπράντο πληρώθηκε με το αστρονομικό ποσό της εποχής των 3,7 εκατομμυρίων δολαρίων, συν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό επί των ακαθαρίστων κερδών της ταινίας. Η συγκεκριμένη εξωπλανητική αμοιβή για τον ελάχιστο χρόνο συμμετοχής του ηθοποιού κάλυπτε επίσης και το sequel το οποίο γυρίστηκε ταυτόχρονα με την πρώτη ταινία, αλλά ο Μάρλον δεν εμφανίστηκε στο δεύτερο μέρος, καθώς είχε ασκήσει αγωγή εναντίον του παραγωγού Ίλια Σαλκάιντ, υποστηρίζοντας, ότι ο Μεξικανός παραγωγός δεν του είχε αποδώσει το συμφωνημένο ποσοστό των κερδών του.

Τελικά, ο Μάρλον κέρδισε την αγωγή, ρίχνοντας στον τραπεζικό του λογαριασμό, περίπου τα 14 εκατομμύρια δολάρια για 10 λεπτά γυρισμάτων(!!!) Τα δε πλάνα του sequel με τον Μπράντο, που δεν παίχτηκαν, για την ιστορία να αναφέρουμε, πως χρησιμοποιήθηκαν στο «Superman: Η Επιστροφή» (Superman Returns) το 2006 με πρωταγωνιστή τον Μπράντον Ρουθ και τον Μάρλον Μπράντο στον «άλλο κόσμο». Ευτυχώς γιατί θα ζήταγε και τους τόκους.

Καταλαβαίνω, πως θα αναλογιστείτε, με το δίκιο σας άλλωστε, μεγάλους ηθοποιούς σε ρόλους χάρτινων ηρώων που άφησαν εποχή στο τότε σέλιλοιντ, όπως ο Τζάκ Νίκολσον ως Τζόκερ στον «Μπάντμαν» του Τιμ Μπάρντον. Μα αυτά ήταν τα νόστιμα τυράκια, οι προθάλαμοι που οδήγησαν στην σημερινή σινε-θύελλα, που δεν έχουν αφήσει τίποτα απολύτως όρθιο και σε κάθε παρακατιανό και δευτεράντζα ηρωάκι δίνουν και από μια κινηματογραφική υπόσταση.    

Πάνω που κουβεντιάζαμε ότι ο sui generis Χοακίν Φίνιξ κρατάει άμυνες και με σθένος γυρίζει τα μούτρα του από την άλλη στους χάρτινους υπερήρωες, να ο «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς που θα προβληθεί τον Οκτώβριο του 2019. Και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο κοντά του. Τι απέμεινε; Μια Ρέιτσελ Γουάιζ και ένας Ράιαν Γκόσλινγκ, διάολε! Ελπίζουμε να κρατήσουν έναν κάποιο χαρακτήρα…        

«Οι Αδελφοί Σίστερς»

(The Sisters Brothers)

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζακ Οντιάρ
  • Με τους: Τζον Σ. Ράιλι, Χοακίν Φίνιξ, Τζέικ Τζίλενχαλ, Ριζ Άχμεντ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Spentzos Films
  • Διακρίσεις: Ασημένιος Λέοντας Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Βενετίας 2018 – Βραβεία Σεζάρ: Σκηνοθεσίας, Ήχου, Φωτογραφίας, Παραγωγής

Κι όμως αυτή η ταινία, παρότι είναι συνεργασία αμερικάνικης και γαλλικής παραγωγής, εξαιρέθηκε από τα βραβεία Όσκαρ για να προωθήσουν το νετφλιξιακό «Roma», για να δώσουν καλλιτεχνική υπόσταση στην Marvel με τον «Black Panther», για να τσιμπήσουν άλλοθι με το δαχτυλισμένο «Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία» και για να υποδείξουν πολιτισμό, «δημοκρατία»  και ισότητα με το άνευρο «Αν η Οδός Μπιλ Μπορούσε να Μιλήσει».

Ούτε μια υποψηφιότητα στον Γάλλο δουλευταρά Ζακ Οντιάρ στην πρώτη του αμερικάνικη ταινία ή στην σαρωτική ερμηνεία του Τζον Σ. Ράιλι ή στην άψογη μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά ή στην παραλυτική φωτογραφία του Βέλγου Μπενουά Ντεμπί, εάν φυσικά θέλετε να αναφερθούμε σε αδικίες.

Τελικά, μόνο οι εκτός αμερικανικής επικράτειας σκηνοθέτες έχουν τα κότσια να μιλήσουν καθαρά και ακομπλεξάριστα για την σωστή εικόνα που περιβάλλει την ιστορία του έθνους της αστερόεσσας. Και αυτό μάλλον ενοχλεί τους, ας πούμε, ντόπιους. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Οντιάρ και τον Τομά Μπιντεγκέν και βασίζεται στην ομότιτλη, δυνατή νουβέλα του 44χρονου, βραβευμένου Καναδού συγγραφέα Πάτρικ ντεΓουίτ.

Δυο αντίθετοι μεταξύ τους χαρακτήρες, όπως είναι τα αδέλφια και πληρωμένοι δολοφόνοι, Έλι και Τσάρλι Σίστερς ταξιδεύουν από το Όρεγκον της βορειοδυτικής ακτής έως το Τζάκσονβιλ της νοτιοανατολικής ακτής στην δεκαετία του 1850, τοποθετημένοι στο ιστορικό πλαίσιο προ της έναρξης του αμερικανικού, εμφυλίου πολέμου, όταν δηλαδή ακόμα ο ορισμός «Άγρια Δύση» κυριολεκτούσε ως πανέμορφη και ατίθαση γη. Πλήθος μεταναστών όλων των τύπων, κυρίως ανεγκέφαλων εγκληματιών, ο πρώτος «πυρετός» του χρυσού και η αχαρτογράφητη φύση παραδομένη στο ανθρώπινο μένος.

Κουρδισμένοι μοναδικά για γουέστερν στόρι οι ήρωες, σαν φόρος τιμής στον μεγάλο του είδους Τζον Φορντ, όπως ο μεγάλος αδελφός, ο συναισθηματικός, προσγειωμένος και συγκρατημένος Έλι Σίστερ (Τζον Σ. Ράιλι), αλλά και ο νεώτερος μέθυσος, επιπόλαιος και παρορμητικός Τσάρλι Σίστερ (Χοακίν Φίνιξ), φονιάδες και οι δυο, μέσα από τις διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις τους κεντούν ένα ιδιαίτερο road movie που ισορροπεί επιδέξια στο δραματικό στοιχείο και στο πικρό χιούμορ, που πηγάζουν από τις αλήθειες. Το τεντωμένο σχοινί της επικίνδυνης σχοινοβασίας είναι η ίδια η Βόρεια Αμερική και ο παρανοϊκός ψυχισμός του γρήγορου πλουτισμού των εποίκων σε μια χώρα που κατακτήθηκε βίαια με αγνωσία, από την βαρβαρίλα και τα Κολτ.

Ο  Ζακ Οντιάρ ιστοριογραφεί, απελευθερώνοντας το ένστικτο του ρίχνει ανθεκτικούς, σκηνοθετικούς κάβους στην ιστορία δυο ανθρώπων – όχι και οι καλύτεροι του χωριού όπως λένε – για να καταλήξει σε ένα απίθανο φινάλε που λειτουργεί ως ιάμα στην οδύσσεια της ψυχής.             

Ο Έλι (Τζον Σ. Ράιλι – καταπληκτικός) και ο Τσάρλι (Χοακίν Φίνιξ – πολύ καλός όπως πάντα άλλωστε) είναι οι περιβόητοι πιστολάδες-φονιάδες Sister Broters, που τα πιστόλια τους είναι στην δούλεψη του «Καπετάνιου» Ρούντγκερ Χάουερ), ενός εύπορου «νονού» της εποχής. Άσοι στο πιστόλι, ο μεγάλος αδελφός, που είναι «κολλημένος» σε έναν παλιό όμορφο έρωτα με μια γυναίκα, νταντεύει και προστατεύει τον φιλόδοξο, τρελαμένο μικρό, που θέλει σύντομα να γίνει «Καπετάνιος» στην θέση του «Καπετάνιου».

Ο Καπετάνιος αναθέτει στα αδέλφια Σίστερ ακόμα μια αποστολή, που έχει να κάνει με την ανεύρεση κάποιου Χέρμαν Γουόρμ (Ριζ Άχμεντ –καλός), ο οποίος έκλεψε κάτι σημαντικό από το αφεντικό. Τον καλοσυνάτο Γουόρμ, όμως, τον παρακολουθεί, πάλι με εντολή του Καπετάνιου, ο ιχνηλάτης περιηγητής Τζον Μόρις (Τζέικ Τζίλενχαλ – καλός) για να ενημερώνει τους δολοφόνους αδελφούς που ακριβώς βρίσκεται το θύμα. Ο Μόρις που διαβάζει την «Ζωή στο Δάσος» του Χένρι Θορό, γράφει για το ταξίδι του στην ενδοχώρα, εντυπωσιάζεται από την ομορφιά της αμερικανικής υπαίθρου, μαθαίνει την αλήθεια, πως τελικά ο Καπετάνιος θέλει τον καλοσυνάτο Γουόρμ όχι γιατί είναι κλέφτης, αλλά γιατί είναι χημικός και έχει ανακαλύψει μια φόρμουλα που εντοπίζει τα κοιτάσματα χρυσού στα ποταμίσια νερά.

Οι περιβόητοι πιστολέρο, αδελφοί Σίστερ και η τρομερή φήμη τους ως οι αδίστακτοι φονιάδες να προηγείται από πόλη σε πόλη, διασχίζουν με πολλούς κινδύνους – από ανθρώπους και από την φύση – την βόρεια Αμερική από την δύση έως την ανατολή. Σε μια πόλη ως σημείο συνάντησης, τα αδέλφια συνειδητοποιούν ότι ο ιχνηλάτης Μόρις και ο προοδευτικός, χημικός Γουόρμ τα βρήκαν μεταξύ τους. Οπότε το κυνήγι τους στο τέλος του έχει δυο θύματα.   

«Η Χήρα»

(Greta)

 

  • Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Τζόρνταν
  • Με τους: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Κλόε Γκρέις Μόρετζ, Μάικα Μονρόε
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Το ότι πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε θρίλερ του Νιλ Τζόρνταν είναι μια καλή αφορμή για σινεμά σε σκοτεινή αίθουσα. Και αυτό το κερδίζει σπαθάτα ο βραβευμένος με Όσκαρ για το «Παιχνίδι των Λυγμών» Ιρλανδός σκηνοθέτης, πρώτον με την αφήγηση του και δεύτερον – που γίνεται αίφνης πρώτο –  με την απίθανη Ιζαμπέλ. Ε, για μια φορά ακόμα είναι αξεπέραστη αυτή η πολυεπίπεδη ηθοποιός. Ρόλος που φαίνεται ότι τον «διασκεδάζει» και σαν σαγηνευτική ιέρεια σε τραβάει στο απίθανο της.

Ο Τζόρνταν αποδίδει αλφάδι την καλή, αγγλική, θριλερική σχολή των κοντινών πλάνων με κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, όπως στην «Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα», κινηματογραφώντας πολύ έξυπνα, επίσης, την πολύβουη αμερικανική πόλη εντελώς σε English style, κάτι που προσδίδει μια γοητεία στο στόρι. Το σενάριο του Νιλ Τζόρνταν και του Ρέι Ράιτ ακολουθεί σωστά τον σκοτεινό δρόμο της αγωνίας που οδηγεί στην ψυχρή παράνοια η οποία πηγάζει από μια «γλυκιά» γυναίκα, που εξολοθρεύει γυναίκες.

Η φιλοσοφία της κατ΄ εξακολούθησης δολοφόνου, λόγω τραυματικού παρελθόντος, η μοναχικότητα και η σύγχρονη έξαψη μιας πόλης ως το κέντρο του κόσμου φτιάχνουν μια ταπισερί με ήρεμο φαινομενικά θέμα, για να καταλήξει αρκετά σύντομα σε ένα καλοβαλμένο θρίλερ ταμάμ για κινηματογράφο.

Η Κλόι Γκρέις Μόρετζ, που μας αρέσει και η κινηματογραφική της πορεία πηγαίνει βέλος στέκεται ακλόνητη δίπλα στο μεγαθήριο που ονομάζεται Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν είναι το θρίλερ που θα σε αφήσει σέκο. Είναι έντιμο, καλογυρισμένο και σίγουρα θα το ευχαριστηθείτε!    

Η Φράνσις (Κλόι Γκρέις Μόρετζ – πολύ καλή), μία νεαρή σερβιτόρα που πενθεί τον θάνατο της μητέρας της, ανακαλύπτει μία χαμένη τσάντα στο μετρό της Νέας Υόρκης και αποφασίζει να την επιστρέψει στην κάτοχο της.

Αυτή είναι η αρχή μίας ασυνήθιστης φιλίας με την αινιγματική χήρα Γκρέτα (Ιζαμπέλ Ιπέρ – άψογη!), παρά τη δυσαρέσκεια της καλύτερης της φίλης Έρικα (Μάικα Μονρόε – καλή) που κατά τα άλλα βοηθάει την Γκρέις να εγκλιματιστεί στη μεγάλη πόλη.

Η Φράνσις αγνοεί τις ανησυχίες της φίλης της, όμως τα κίνητρα της Γκρέτα είναι πιο νοσηρά από αυτά που φαντάζεται ο ανθρώπινος νους.

«Οι Αγώνες Μας»

(Nos Batailles)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Σενέζ
  • Με τους: Ρομέν Ντιρίς, Λουσί Ντεμπέ, Λετίσια Ντος
  • Διάρκεια: 98 λεπτά
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: One From the Heart

Η δομή της ταινίας είναι φτιαγμένη από δύο ιστορίες που τέμνονται: την εξαφάνιση της συζύγου και μητέρας, της Λώρα και τους εργατικούς αγώνες στους οποίους είναι αναμεμειγμένος ο Ολιβιέ. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια αντιστροφή: από τη μία ένας άνδρας που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του με τα δύο του παιδιά, κάτι που δεν είναι συχνό στις ταινίες και από την άλλη η σταδιακή μείωση της ανθρώπινης αξίας στην τωρινή μορφή του καπιταλισμού.

 Ο Γκιγιόμ Σενέζ αν και Βέλγος στην καταγωγή -κάνοντας πολλούς να μιλούν για έναν δημιουργό πιστό στην παράδοση των αδερφών Νταρντέν- και στην δεύτερη ταινία του αντλεί περισσότερο από την αμεσότητα και τη ζεστασιά του σινεμά του μεγάλου Κεν Λόουτς.

Με όχημα μια από τις ωραιότερες και απρόσμενες ερμηνείες του Ρομέν Ντιρίς, μια απόλυτα επίκαιρη, οικουμενικής εμβέλειας δημιουργία των καιρών μας όπου συμπλέκονται μοναδικά το προσωπικό με το πολιτικό, η στράτευση με την ανάγκη για ατομικότητα, το δράμα με το χιούμορ. Το αποτέλεσμα είναι ένας μοναδικός, συγκινητικός ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και αντίσταση, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες μας.

Ο Ολιβιέ κάνει ό,τι μπορεί για να αντιμετωπίσει καθημερινά τις αδικίες ενάντια στους υπαλλήλους στο εργοστάσιο όπου εργάζεται.

Αλλά από τη μια μέρα στην άλλη, όταν η σύζυγός του εγκαταλείπει ξαφνικά την οικογένεια τους, μένει μόνος του να τα βγάλει πέρα με τις ανάγκες των παιδιών, τις προκλήσεις της καθημερινότητας και τη δουλειά του. Αντιμέτωπος με αυτές τις νέες ευθύνες, αγωνίζεται να βρει μια ισορροπία. Γιατί η Λώρα δεν θα επιστρέψει.

«Arctic»

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζο Πένα
  • Σενάριο: Μαντς Μίκελσεν, Μαρία Θέλμα Σμαραντότιρ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο Τζο Πένα στο σκηνοθετικό του σημείωμα γράφει: «Τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα το πόσο εύθραυστος είναι ο άνθρωπος όσο η εικόνα μιας και μόνης κουκίδας να περιπλανιέται στον απέραντο ωκεανό του λευκού χιονιού. Τίποτα δεν αποτυπώνει παραστατικότερα την αντοχή όσο ένας άνθρωπος που περπατάει αργά μέσα σε δεινή θύελλα, σε σημείο που να μην μπορείς καν να τον διακρίνεις στη χιονοθύελλα.

Η τούνδρα ήταν η καταλληλότερη τοποθεσία για να γυριστεί η ταινία. Το πιο σκληρό περιβάλλον πάνω στη Γη που μπορεί να επιβιώσει κανείς.

Παρόλα αυτά, για μένα η ταινία δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) μια παραβολή για την πάλη ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση. Η ταινία αφορά στον αλτρουισμό ακόμα και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Από την αρχή, ήταν ξεκάθαρο πως ο Όβεργκορντ, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να είναι πρότυπο ανδρός. Δεν κάνουμε καμία αναδρομή στο παρελθόν του, δεν έχουμε φωτογραφίες της οικογένειάς του, ούτε καν κάποιο σημάδι βέρας. Ο πρωταγωνιστής δεν αναζητά κάποιο νόημα στη ζωή του, κάποια αίσθηση του ανήκειν, ή εξιλέωση για παρελθόντα λάθη.

Ο Μαντς Μίκελσεν σε μια πολύ καλή ερμηνεία.

Ένας άνδρας μετά την πτώση του αεροπλάνου του παγιδεύεται στην καρδιά της Αρκτικής (είναι η περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο, στον αντίποδα της Ανταρκτικής). Προσπαθεί να επιβιώσει κατασκευάζοντας το δικό του καταφύγιο, κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να βρει τροφή, αλλά και να αποφύγει τους κινδύνους που προκύπτουν, ενώ την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να στέλνει σήματα S.O.S., ελπίζοντας σε διάσωση.

Πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην ασφάλεια του καταφυγίου του ή αν θα αναζητήσει ενδεχόμενη σωτηρία στο άγνωστο και εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον της Αρκτικής.

Προβάλλονται επίσης:

Το ανιμέισον  «Το Πάρκο των Θαυμάτων» του Τζος Απελμπάουμ (Odeon)

«Arctic»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζο Πένα
  • Σενάριο: Μαντς Μίκελσεν, Μαρία Θέλμα Σμαραντότιρ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο Τζο Πένα στο σκηνοθετικό του σημείωμα γράφει: «Τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα το πόσο εύθραυστος είναι ο άνθρωπος όσο η εικόνα μιας και μόνης κουκίδας να περιπλανιέται στον απέραντο ωκεανό του λευκού χιονιού. Τίποτα δεν αποτυπώνει παραστατικότερα την αντοχή όσο ένας άνθρωπος που περπατάει αργά μέσα σε δεινή θύελλα, σε σημείο που να μην μπορείς καν να τον διακρίνεις στη χιονοθύελλα.

Η τούνδρα ήταν η καταλληλότερη τοποθεσία για να γυριστεί η ταινία. Το πιο σκληρό περιβάλλον πάνω στη Γη που μπορεί να επιβιώσει κανείς.

Παρόλα αυτά, για μένα η ταινία δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) μια παραβολή για την πάλη ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση. Η ταινία αφορά στον αλτρουισμό ακόμα και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Από την αρχή, ήταν ξεκάθαρο πως ο Όβεργκορντ, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να είναι πρότυπο ανδρός. Δεν κάνουμε καμία αναδρομή στο παρελθόν του, δεν έχουμε φωτογραφίες της οικογένειάς του, ούτε καν κάποιο σημάδι βέρας. Ο πρωταγωνιστής δεν αναζητά κάποιο νόημα στη ζωή του, κάποια αίσθηση του ανήκειν, ή εξιλέωση για παρελθόντα λάθη.

Ο Μαντς Μίκελσεν σε μια πολύ καλή ερμηνεία.

Ένας άνδρας μετά την πτώση του αεροπλάνου του παγιδεύεται στην καρδιά της Αρκτικής (είναι η περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο, στον αντίποδα της Ανταρκτικής). Προσπαθεί να επιβιώσει κατασκευάζοντας το δικό του καταφύγιο, κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να βρει τροφή, αλλά και να αποφύγει τους κινδύνους που προκύπτουν, ενώ την ίδια στιγμή δεν παραλείπει να στέλνει σήματα S.O.S., ελπίζοντας σε διάσωση.

Πρέπει να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην ασφάλεια του καταφυγίου του ή αν θα αναζητήσει ενδεχόμενη σωτηρία στο άγνωστο και εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον της Αρκτικής.

«Οι Αγώνες Μας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Nos Batailles)  

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Σενέζ
  • Με τους: Ρομέν Ντιρίς, Λουσί Ντεμπέ, Λετίσια Ντος
  • Διάρκεια: 98 λεπτά
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: One From the Heart

Η δομή της ταινίας είναι φτιαγμένη από δύο ιστορίες που τέμνονται: την εξαφάνιση της συζύγου και μητέρας, της Λώρα και τους εργατικούς αγώνες στους οποίους είναι αναμεμειγμένος ο Ολιβιέ. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια αντιστροφή: από τη μία ένας άνδρας που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του με τα δύο του παιδιά, κάτι που δεν είναι συχνό στις ταινίες και από την άλλη η σταδιακή μείωση της ανθρώπινης αξίας στην τωρινή μορφή του καπιταλισμού.

 Ο Γκιγιόμ Σενέζ αν και Βέλγος στην καταγωγή -κάνοντας πολλούς να μιλούν για έναν δημιουργό πιστό στην παράδοση των αδερφών Νταρντέν- και στην δεύτερη ταινία του αντλεί περισσότερο από την αμεσότητα και τη ζεστασιά του σινεμά του μεγάλου Κεν Λόουτς.

Με όχημα μια από τις ωραιότερες και απρόσμενες ερμηνείες του Ρομέν Ντιρίς, μια απόλυτα επίκαιρη, οικουμενικής εμβέλειας δημιουργία των καιρών μας όπου συμπλέκονται μοναδικά το προσωπικό με το πολιτικό, η στράτευση με την ανάγκη για ατομικότητα, το δράμα με το χιούμορ. Το αποτέλεσμα είναι ένας μοναδικός, συγκινητικός ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και αντίσταση, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες μας.

Ο Ολιβιέ κάνει ό,τι μπορεί για να αντιμετωπίσει καθημερινά τις αδικίες ενάντια στους υπαλλήλους στο εργοστάσιο όπου εργάζεται.

Αλλά από τη μια μέρα στην άλλη, όταν η σύζυγός του εγκαταλείπει ξαφνικά την οικογένεια τους, μένει μόνος του να τα βγάλει πέρα με τις ανάγκες των παιδιών, τις προκλήσεις της καθημερινότητας και τη δουλειά του. Αντιμέτωπος με αυτές τις νέες ευθύνες, αγωνίζεται να βρει μια ισορροπία. Γιατί η Λώρα δεν θα επιστρέψει.

«Η Χήρα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 (Greta)     

 

  • Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Ιρλανδία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Τζόρνταν
  • Με τους: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Κλόε Γκρέις Μόρετζ, Μάικα Μονρόε
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Το ότι πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε θρίλερ του Νιλ Τζόρνταν είναι μια καλή αφορμή για σινεμά σε σκοτεινή αίθουσα. Και αυτό το κερδίζει σπαθάτα ο βραβευμένος με Όσκαρ για το «Παιχνίδι των Λυγμών» Ιρλανδός σκηνοθέτης, πρώτον με την αφήγηση του και δεύτερον – που γίνεται αίφνης πρώτο –  με την απίθανη Ιζαμπέλ. Ε, για μια φορά ακόμα είναι αξεπέραστη αυτή η πολυεπίπεδη ηθοποιός. Ρόλος που φαίνεται ότι τον «διασκεδάζει» και σαν σαγηνευτική ιέρεια σε τραβάει στο απίθανο της.

Ο Τζόρνταν αποδίδει αλφάδι την καλή, αγγλική, θριλερική σχολή των κοντινών πλάνων με κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, όπως στην «Συνέντευξη με Έναν Βρικόλακα», κινηματογραφώντας πολύ έξυπνα, επίσης, την πολύβουη αμερικανική πόλη εντελώς σε English style, κάτι που προσδίδει μια γοητεία στο στόρι. Το σενάριο του Νιλ Τζόρνταν και του Ρέι Ράιτ ακολουθεί σωστά τον σκοτεινό δρόμο της αγωνίας που οδηγεί στην ψυχρή παράνοια η οποία πηγάζει από μια «γλυκιά» γυναίκα, που εξολοθρεύει γυναίκες.

Η φιλοσοφία της κατ΄ εξακολούθησης δολοφόνου, λόγω τραυματικού παρελθόντος, η μοναχικότητα και η σύγχρονη έξαψη μιας πόλης ως το κέντρο του κόσμου φτιάχνουν μια ταπισερί με ήρεμο φαινομενικά θέμα, για να καταλήξει αρκετά σύντομα σε ένα καλοβαλμένο θρίλερ ταμάμ για κινηματογράφο.

Η   Κλόι Γκρέις Μόρετζ, που μας αρέσει και η κινηματογραφική της πορεία πηγαίνει βέλος στέκεται ακλόνητη δίπλα στο μεγαθήριο που ονομάζεται Ιζαμπέλ Ιπέρ. Δεν είναι το θρίλερ που θα σε αφήσει σέκο. Είναι έντιμο, καλογυρισμένο και σίγουρα θα το ευχαριστηθείτε!   

Η Φράνσις (Κλόι Γκρέις Μόρετζ – πολύ καλή), μία νεαρή σερβιτόρα που πενθεί τον θάνατο της μητέρας της, ανακαλύπτει μία χαμένη τσάντα στο μετρό της Νέας Υόρκης και αποφασίζει να την επιστρέψει στην κάτοχο της.

Αυτή είναι η αρχή μίας ασυνήθιστης φιλίας με την αινιγματική χήρα Γκρέτα (Ιζαμπέλ Ιπέρ – άψογη!), παρά τη δυσαρέσκεια της καλύτερης της φίλης Έρικα (Μάικα Μονρόε – καλή) που κατά τα άλλα βοηθάει την Γκρέις να εγκλιματιστεί στη μεγάλη πόλη.

Η Φράνσις αγνοεί τις ανησυχίες της φίλης της, όμως τα κίνητρα της Γκρέτα είναι πιο νοσηρά από αυτά που φαντάζεται ο ανθρώπινος νους.