fbpx

Ο διάσημος Καταλανός συγγραφέας Σέρτζι Μπελμπέλ μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Μόνο έξω από τα θέατρα μπορούμε να μαχόμαστε!»

Η συνέντευξη του Σερτζι Μπελμπέλ στα ισπανικά (εδώ)

Μετάφραση της συνέντευξης στα ισπανικά: Γεωργία Δρακάκη, Αναστάσιος Ολύμπιος

Ο πιο επιφανής Καταλανός θεατρικός συγγραφέας του καιρού μας αλλά και σημαντικός σκηνοθέτης, ο Σέρτζι Μπελμπέλ διάσημος σε όλο τον κόσμο, που παλεύει για το εμείς και κηρύττει μόνο αλήθειες μέσα από τα έργα του, αφού «αισθάνεται δεσμευμένος από  την κοινωνικοπολιτική και οικονομική κατάσταση που βιώνουμε» και θίγει όλες τις άδικες καταστάσεις  μιλάει σήμερα στο Intownpost.com για την κρίση, που την χαρακτηρίζει «ως μια κανονικότατη απάτη, μια κοροϊδία με σκοπό να ποδοπατήσει τα δικαιώματά μας και να συνεχίσει να αυξάνει τα προνόμια αυτών που την προξένησαν». Τάσσεται υπέρ της  αναγκαιότητας του πολιτικού θεάτρου, προτρέποντάς μας να πολεμήσουμε στ’ αλήθεια.. «κάτι που μπορούμε να κάνουμε μόνο έξω από τα θέατρα» όπως υποστηρίζει και δηλώνει απερίφραστα την απογοήτευσή του απέναντι στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς θεσμούς, που όπως σχολιάζει «είναι μια γνήσια αδιαντροπιά, σχετικά με το ζήτημα των προσφύγων, με την απάθεια απέναντι στην πολιτική και οικονομική διαφθορά».

Ένιωσα σεβασμό και το μεγαλείο μιας υπέρτατης δύναμης να με κατακλύζει, αλλά και την ελπίδα να έρχεται διαβάζοντας τις απαντήσεις του και τον ευχαριστώ πάρα πολύ που με τίμησε αλλά και για την στάση ζωής του που με συγκλόνισε σφόδρα.

Δεν απορώ γιατί είναι τόσο αγαπητός στο ελληνικό, θεατρόφιλο κοινό και όταν ανεβαίνουν τα έργα του γίνεται το αδιαχώρητο. Η συνέντευξη αυτή, που αξίζει να διαβάσετε, δόθηκε με αφορμή την παράσταση του έργου «Το Αίμα», που παίζεται στο θέατρο Altera Pars – σε πανελλήνια πρώτη – , σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, σκηνοθεσία του Πέτρου Νάκου και πρωταγωνιστές τη Μίνα Χειμώνα και τον Παύλο Εμμανουηλίδη.

Πρόκειται για ένα «σκληρό» αλλά υπέροχο έργο.

Ο καταξιωμένος συγγραφέας της Ιβηρικής χερσονήσου θίγει θέματα όπως την πολιτική εξουσία, το αίμα, που υπονομεύει την ικανότητα της ανθρώπινης λογικής, την καταπιεστική επιβολή της ομάδας στο άτομο που χάνει την προσωπικότητά του, τις σχέσεις στοργής ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά ή τον ηγεμονικός ρόλος της σύγχρονης γυναίκας. Το έργο έχει μεταφραστεί σε 12 γλώσσες κι έχει παρασταθεί σε 11 χώρες.

Αυτό που μου αρέσει σε εσάς, κ. Σέρτζι Μπελμπέλ είναι, ότι ως συγγραφέας δεν διατηρείτε παθητική στάση απέναντι στην επικαιρότητα και μπήγετε βαθιά το μαχαίρι στο κόκκαλο, την ίδια στιγμή που σε άλλες χώρες η διανόηση σιωπά, αφήνοντας το άδικο να θριαμβεύσει. Πώς κρίνετε τη στάση των ομότεχνών σας και ως πού είσθε διατεθειμένος να φθάσετε για να κρατήσετε ζωντανή την ελπίδα για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου;

Ευτυχώς, η πλειοψηφία των συναδέλφων μου, στη Βαρκελώνη, αισθάνονται την αφοσίωση που αισθάνομαι κι εγώ απέναντι στην κοινωνία και την επικαιρότητα. Προσωπικά, δεν μπορώ να αποφύγω, προς το παρόν, αυτό που ζούμε και αισθάνομαι δεσμευμένος από  την κοινωνικοπολιτική και οικονομική κατάσταση που βιώνουμε. Ειδικότερα μάλιστα, στη διάρκεια αυτών των τελευταίων χρόνων στην Καταλονία. Ωστόσο, παραδόξως, κάπως ίσως σαν μέσο αποφόρτισης και αποσυμπίεσης, το τελευταίο έργο που έγραψα κι έκανε πρόσφατα πρεμιέρα στη Μαδρίτη, με τίτλο «Αν δε σε είχα γνωρίσει», είναι απομακρυσμένο από θέματα κοινωνικά και πολιτικά, πρόκειται για ένα έργο σχετικά με την αγάπη. Αν και, ξέρετε, ενίοτε η αγάπη καταλήγει να είναι η πιο ανατρεπτική.

Ως παιδί μεταναστών, πώς νιώθετε μέσα σε μια Ευρώπη που σηκώνει τείχη στους πρόσφυγες και στους ξεριζωμένους;

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, μου φαίνεται μια κατάσταση επώδυνη. Είναι μια γνήσια βαρβαρότητα. Μια πραγματικά αποκρουστική έλλειψη ανθρωπιάς και συμπόνιας.

Είπατε, ότι αν γράφατε τώρα το έργο σας «Το Αίμα», που ανέβηκε στις 11 Μαρτίου 2018 στο Altera Pars, θα παρομοιάζατε την Ευρώπη με κάτι πολύ απεχθέστερο και μιλήσατε ευθέως, για τον βαθύ αποπροσανατολισμό της γηραιάς ηπείρου από τις αξίες της. Πιστεύετε ότι ήρθε η ώρα που η πάλαι ποτέ ανθρωπιστική Ευρώπη θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος, αφού οι συνειδήσεις διαφθείρονται, οι αξίες ευτελίζονται και οι πολίτες του «Γκύλλεν»(1) εξακολουθούν να παρασύρονται στη διαφθορά;

Απολύτως. Αυτό που συμβαίνει αυτή την περίοδο στην Ευρώπη, ή πιο συγκεκριμένα, στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς θεσμούς είναι μια γνήσια αδιαντροπιά, σχετικά με το ζήτημα των προσφύγων, με την απάθεια απέναντι στην πολιτική και οικονομική διαφθορά και, φυσικά, με την τρομερή αναίδεια, το θράσος και την έλλειψη ευαισθησίας, επί παραδείγματι, στην περίπτωση της Καταλονίας. Την επόμενη μέρα από εκείνη της έλλειψης αντίδρασης από μεριάς των ευρωπαϊκών αρχών απέναντι στην αστυνομική βία του ισπανικού κράτους ασκούμενη εναντίον των πολιτών που ειρηνικά  πήγε να καταθέσει την ψήφο του στις κάλπες (σε αυτό συνίσταται η δημοκρατία, δεν είναι έτσι;) πολλοί από εμάς τους Καταλανούς αποσυνδεθήκαμε οριστικά από αυτή την «Ευρώπη».

Το μότο του έργου σας, όπως παρουσιάζεται στο δελτίο Τύπου της παράστασης είναι, ότι «Δεν είναι εύκολο ν’ απαλλαγείς απ’ το μίσος όταν το ’χεις βυζάξει». Τελικά, δεν πρόκειται να  έρθει η κάθαρση μετά την ύβρη που διαπράττεται;

Μάλιστα… Εμείς αυτό ελπίζουμε, να επέλθει. Τουλάχιστον, στο θέατρο αυτή η λύτρωση, ή «κάθαρση», πάντα εκλαμβάνεται ως κάτι αναγκαίο. Τουλάχιστον, έτσι παριστάνουμε ότι το εκλαμβάνουμε.

Τι άποψη έχετε να καταθέσετε για την οικονομική κρίση που βίωσε και η χώρα σας, αλλά κι εμείς  πολύ πιο σκληρά, αφού η Ελλάδα έγινε το πειραματόζωο μιας τρομακτικής πολιτικής;

Είναι απογοητευτική η κατάσταση. Η κρίση τελικά ισοπέδωσε τη μεσαία τάξη, τη φτώχυνε, έκανε τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους. Ένα αληθινό σκάνδαλο. Τα χρήματα που διέσωσαν τις τράπεζες προέρχονται από τις δικές μας εισφορές, από τα περιοριστικά μέτρα, από τις τσέπες μας. Πότε θα μας επιστρέψει η τράπεζα αυτά που της έχουμε δώσει; Γιατί η τράπεζα αντλεί προνόμια από αυτά που εμείς δεν απολαμβάνουμε, εμείς οι κοινοί θνητοί; Στο τέλος – τέλος, δεν έχει υπάρξει αυτή η κρίση μια κανονικότατη απάτη, μια κοροϊδία με σκοπό να ποδοπατήσει τα δικαιώματά μας και να συνεχίσει να αυξάνει τα προνόμια αυτών που την προξένησαν;

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

(1) Το θεατρικό δράμα του  του Φρίντριχ Ντίρενματ, «Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας»

Παραδεχτήκατε δημόσια ότι: «Το θέατρο είναι το πεδίο μέσα από το οποίο μπορώ να “πολεμήσω” αυτήν τη Ευρώπη, να οπτικοποιήσω ό, τι συμβαίνει γύρω μου, να αντιδράσω και να συμπάσχω με την κατάσταση, όπως το εννοούσε ο Αριστοτέλης». Αρκεί από μόνο του να συμπάσχει κανείς με ό, τι απαράδεκτο συμβαίνει γύρω μας;

Όχι. Πρέπει να πολεμήσουμε στ’ αλήθεια. Όμως αυτό, δυστυχώς, μόνο έξω από τα θέατρα μπορούμε να το κάνουμε. Μέσα, πάνω στη σκηνή, το μόνο που μπορούμε είναι να παρουσιάζουμε  και να θίγουμε τις άδικες καταστάσεις. Να τις δείχνουμε. Πέρα από τους θεατές, πρέπει να δρούμε βάσει της συνείδησής μας.

Στο σημαντικό έργο σας «Οι ξένοι», που παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στο Εθνικό μας Θέατρο, θίγεται η απάθεια των σύγχρονων ανθρώπων απέναντι στη βία. Από φόβο θεωρείτε, το ότι οι άνθρωποι παραμένουν απαθείς;

Είναι για μένα, το χειρότερο από όλα τα κακά. (σ.σ: το να φοβόμαστε) Σχεδόν προτιμώ έναν εχθρό που μάχεται με μια ιδέα αντίθετη στη δική μου από το να παλεύω για κάτι κόντρα σε κάποιον απαθή, που αφήνεται να παρασυρθεί από τα ΜΜΕ ή από τις απόψεις άλλων, είτε αντιδραστικές είτε κατεστημένες.

Στο “Αίμα” αναδεικνύεται η αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς, ανάμεσα στη συλλογική και την ατομική ευθύνη. «Μα τέλος πάντων, ποιος είναι, πού βρίσκεται, τι είναι αυτό το «εμείς»; Τι πρόσωπο έχει; Πώς αναπνέει; Πώς μιλάει; Πώς κινείται; Τι σκέφτεται; Τι χρώμα έχει το αίμα του; Εμένα αυτή η λέξη μου φαίνεται τελικά παράξενη. Τρομερή. Από αλλού. Από άλλη εποχή», σχολιάζει η ηρωίδα σας και μας βάζει σε σοβαρές σκέψεις. Αν τελικά παλέψουμε να αφήσουμε στην άκρη το εγώ μας, θα αρχίσουν να γκρεμίζονται οι διαχωριστικοί τοίχοι που χωρίζουν τους ανθρώπους;

Πρόκειται για ένα από τα προβλήματα της κοινωνίας μας του δυτικού κόσμου, η σχέση ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς». Πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα  στην ταυτότητά μας, την ατομική και τη συλλογική; Μέχρι ποιο σημείο το σύνολο των «εγώ» μπορούν να διαλύσουν τις ξεχωριστές ταυτότητες για να σχηματίσουν ένα «εμείς»;  Δεν είναι πιθανή η ύπαρξη ενός «εμείς» που δεν αποκλείει απαραίτητα το «εσείς», ή που δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκη σε ένα «εσείς»; Ή σε ένα «αυτοί»; Πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται το κλειδί των πάντων: όταν το «εμείς» δεν είναι απαραιτήτως αποκλειστικό και περιοριστικό. Η ανοχή θα έπρεπε να είναι η βάση της κοινωνίας μας. Η αποδοχή του «άλλου» και ο σεβασμός.

Κατά τη γνώμη σας, σε τι θα ωφελούσε μια ενδεχόμενη απόσχιση της Καταλονίας;

Δεν ξέρω αν μου φτάνει ο χώρος που διαθέτω για να απαντήσω με απλό τρόπο σε κάτι τόσο σύνθετο… Δεν ξέρω τι πλεονεκτήματα θα είχε μια απόσχιση, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή μια πλειοψηφία πολιτών σε μια περιοχή του κόσμου ζητεί μια ξεκάθαρη οργάνωση και δομή για να υπερασπιστεί τον πολιτισμό της, τη γλώσσα της, τον τρόπο της να υπάρχει και να σκέφτεται. Το να το αρνείσαι αυτό είναι, μετά βεβαιότητας, μια πράξη κακής πίστης. Το πρόβλημα είναι, σίγουρα, ότι η πλειοψηφία δεν είναι απολύτως επαρκής. Όμως, με κάθε λάθος του ισπανικού κράτους, όπως για παράδειγμα τη φυλάκιση και τη δίωξη πολιτικών, αυτή η πλειοψηφία όλο και θα αυξάνει.  Διότι δεν είναι ζήτημα εθνικισμού. Είναι απλώς ζήτημα δημοκρατίας. Για  δύο εκατομμύρια εκατό χιλιάδες ανθρώπους, αυτό είναι ήδη ξεκάθαρο. Όταν, όμως περάσουμε τα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες κόσμου, δεν θα υπάρξει γυρισμός. Τελικά… πρόκειται για ένα ζήτημα «πλεονεκτημάτων»; Δεν ξέρω…   Πρόκειται για το ότι ορισμένοι επιθυμούμε να προσπαθήσουμε για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Και η Ισπανία δεν έχει προσφέρει κανένα μελλοντικό σχέδιο για συνύπαρξη. Προς το παρόν, μονάχα απαντούν με καταστολή, όταν δεν μας περιφρονούν.

Έχετε μέσα σας μια ιστορία που δεν την έχετε διηγηθεί ακόμα;

Κουβαλώ μέσα μου, νομίζω, πολλές ιστορίες που δεν έχω αφηγηθεί. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι, μέχρι στιγμής, πρέπει να βρίσκονται εκεί, μες στο κεφάλι μου, κρυμμένες… περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να αναδυθούν.

«Το να είσαι συγγραφέας δεν σημαίνει να κηρύττεις μια αλήθεια, σημαίνει να ανακαλύπτεις μια αλήθεια» υποστηρίζει ο Μίλαν Κούντερα. Εσείς τι λέτε κ. Μπελμπέλ;

Είναι μια αγαπημένη μου φράση. Το να μιλάς για «αλήθειες», βέβαια είναι πάντα κάτι επικίνδυνο. Διότι, με φοβίζει να εντοπίζω ή να σκέφτομαι ότι οι «αλήθειες» μου είναι «οι αλήθειες του κόσμου». Και δεν είναι πάντα έτσι. Σε κάθε περίπτωση, το θέατρο είναι πάντοτε ένας καλός τόπος να αποκτά κανείς πρόσβαση στην αλήθεια. Δεν ξέρω τώρα αν μιλάμε για πρόσβαση «στη μία αλήθεια» ή στις πολλές αλήθειες, ή σε πραγματικά μύχια εδάφη της ανθρώπινης ψυχής…

Αφήνετε χώρο στις ωραίες λέξεις στα κείμενά σας;

Ναι. Μου αρέσει να παίζω με τις λέξεις, να δημιουργώ, επίσης, μελωδίες, ρυθμούς, δομές… Με διασκεδάζει το παιχνίδι και οι λέξεις μού το προσφέρουν με το παραπάνω από αυτή την άποψη.

Ποια έκπληξη μας επιφυλάσσετε μελλοντικά; Ποιο θέμα θα σας απασχολήσει σε ένα νέο θεατρικό έργο;

Λοιπόν, τώρα ξεκίνησε αυτή η ρομαντική κωμωδία με τον τίτλο: «Αν δεν σε είχα γνωρίσει».  Καμία σχέση με αυτά τα θέματα που συζητάμε και σκοπίμως. Χρειαζόμουν να ξεκουραστώ και να «απομακρυνθώ» προς άλλες περιοχές σκέψης και δράσης. Φυσικά, είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά και πόνου επίσης. Αλλά, με κανέναν τρόπο, δεν είναι πολιτική. Ετοιμάζω πολλά άλλα πράγματα, αλλά αυτή η ιστορία είναι η πιο άμεση, μεταξύ των υπόλοιπων σχεδίων, η πιο φρέσκια.

 

Xορηγός Επικοινωνίας της θεατρικής παράστασης “Το Αίμα“:  InTownPost.com

El famoso escritor catalán Sergi Belbel habla con Smaragda Michalitsianou

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Traduccion de griego a espanol y viceversa: Georgia Drakaki – Anastasios Olumpios

“…Solo podemos luchar fuera de los teatros”

El dramaturgo catalán más prominente de nuestro tiempo, pero también importante director, famoso en todo el mundo, que lucha por nosotros y sólo predica verdades a través de sus obras, después de Sergi Belbel “se siente obligado por la situación sociopolítica y económica que estamos sufriendo “y afecta a todas las situaciones injustas, se habla hoy en Intownpost.com de la crisis que caracteriza «una auténtica patraña, un engaño, para pisotear nuestros derechos y para que los que mandan perpetúen injustamente sus privilegios». Aboga por la necesidad de teatro político, instando a combatir realmente «que podemos hacerlo solamente fuera de los teatros» como soporte y plano declara su decepción hacia las instituciones políticas europeas, que, como apunta, «es una auténtica vergüenza, con el tema de los refugiados, con la permisividad para con la corrupcíon política y económoca y, naturalmente, con la falta de empatía frente a la corrupción política y económica “. Me sentí respeto y la grandeza de un último poder inundarme , pero también la esperanza viene en la lectura de las respuestas y le agradezco mucho por el honor de concederme esta entrevista sino también por la actitud ante la vida que me dio una sacudida eléctrica…

No es de extrañar por qué es tan querido en los amantes del teatro griegos y griegas y cuando su obras se presentan en nuestra pais tienen tan grande exito. La entrevista es digno de una lectura, dada en ocasión de la lectura dramatizada de la obra “La sang”, puesta en escena en en el teatro Altera Pars por la primera vez en Grecia, traducido por Maria Catziemmanuil. La direccion es de Petros Nakos y los protagonistas son Mina Chimona y Paul Emmanouilidis.

Es una obre «cruel»,  pero maravillosa.

El escritor prestigioso de la Península Ibérica aquí evoca temas como poder político, la sangre que socava la capacidad de la razón humana, la dominación opresiva del conjunto en la persona que pierde su personalidad, las relaciones de afecto entre los padres y los niños o el papel principesco de la mujer moderna . La obra ha sido traducida a 12 idiomas y tiene representación en 11 países

Lo que me gusta de Ud.señor Sergi Belbel, es que, como escritor no mantiene una actitud pasiva ante la actualidad y va al grano mientras que al mismo tiempo en los otros países el intelecto se queda en silencio y deja la injusticia triunfar. ¿Cómo le parece la actitud de sus colegas y hasta dónde está dispuesto a llegar para mantener viva la esperanza de crear un mundo mejor?

Por suerte, la mayoría de mis colegas, en Barcelona, se sienten tan comprometidos como yo con la sociedad y la actualidad. Personalmente, no puedo sustraerme al momento en que estamos viviendo y me siento muy comprometido con la situación política, social y económica que estamos viviendo. Muy especialmente en estos últimos años en Catalunya. Aunque, curiosamente, y tal vez como válvula de escape, la última obra que he escrito y que estreno en los próximos días en Madrid, “Si no te hubiese conocido” se aleja de temas sociales y políticos, una obra sobre el amor. Aunque, ya se sabe, a veces el amor resulta ser lo más subversivo. 

Usted dijo que si escribiera su obra “La Sang”, que se  estrenó el 12 de marzo de 2018 en AlteraPars, habría comparado a Europa con algo mucho más vergonzoso y habló directamente de la desorientación profunda del viejo continente y de sus valores.¿Cree que ha llegado el momento para que la antigua Europa humanitaria se derrumbe como una torre de papel, ya que las conciencias se corrosionan, los valores se difuminan y “los ciudadanos de Guilen” (1)  todavía se dejan llevar por la corrupción? 

Absolutamente. Lo que ocurre en estos momentos en Europa, o más concretamente, en las instituciones políticas europeas es una auténtica vergüenza, con el tema de los refugiados, con la permisividad para con la corrupcíon política y económoca y, naturalmente, con la impresionante desfachatez, desvergüenza y falta de empatía con, por ejemplo, la situación de Catalunya. Al día siguiente de la falta de reacción de las autoridades europeas tras la violencia policial del estado español ejercida contra la población civíl que pacíficamente fue a depisitar un voto en una urna (en eso consiste la democracia, ¿no?), muchos de los catalanes rompimos definitivamente con esa “Europa”. 

El lema de su trabajo, como se muestra en el comunicado de prensa del programa, es que “no es fácil deshacerse del odio alimentado desde la niñez”. Después de todo, ¿no vendrá la purificación después de la ofensa cometida? 

Sí… eso esperamos. Al menos, en teatro esa purificación, o “catarsis”, siempre es recibida como algo necesario. Al menos, eso pretendemos. 

¿Cuál es su punto de vista sobre la crisis económica que ha experimentado su país, y nosotros mucho más duro, ya que Grecia se ha convertido en el animal experimental de una política aterradora? 

Es desesperante. La crisis ha acabado sirviendo para pisotear a la clase media, empobrecerla, convertir en aún más pobres a los pobres y para enriquecer aún más a los ricos. Un auténtico escándalo. El dinero del rescate a la banca ha salido de nuestros impuestos, de las medidas restrictivas, de nuestros bolsillos. ¿Cuándo va a devolver la banca lo que se les cedió? ¿Por qué la banca tiene privilegios de los cuales no gozamos el común de los mortales? Finalmente, ¿no ha sido esta crisis una auténtica patraña, un engaño, para pisotear nuestros derechos y para que los que mandan perpetúen injustamente sus privilegios?

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

(1) El regreso de la vieja dama de Friedrich Dürrenmatt

Usted ha admitido públicamente que: “El teatro es el campo a través del cual puedo” luchar “contra esta Europa, visualizar lo que está sucediendo a mi alrededor, reaccionar y simpatizar con la situación, como quiso decir Aristóteles“. ¿Es suficiente simpatizar con lo que es inaceptable a nuestro alrededor? 

No. También hace falta luchar. Pero eso, lamentablemente, sólo podemos hacerlo fuera de los teatros. Dentro, en el escenario, sólo podemos plantear las situaciones de injusticia. Mostrarlas. Luego los espectadores debemos actuar según nuestra conciencia. 

Como hijo de inmigrantes, ¿cómo se siente en una Europa que levanta muros ante los refugiados y las personas desarraigadas? 

Ya lo he mencionado más arriba, me resulta incluso doloroso. Es una auténtica barbaridad. Una falta de humanidad y de empatía realmente escandalosa. 

En su importante obra “Los extranjeros”, estrenada con éxito en nuestro Teatro Nacional, la apatía de la gente moderna contra la violencia se ve afectada.  Da miedo que las personas sigan siendo apáticas? 

Es, para mí, el peor de los males. Casi prefiero a un enemigo que lucha con una idea contraria a la mía pero que lucha por algo a alguien apático, que se deja llevar por los medios de comunicación o por las opiniones ajenas, reaccionarias y establecidas. 

Y lo más importante acerca de “La sang” es la eterna lucha entre el yo y nosotros, entre la responsabilidad colectiva y la individual. “Pero de todos modos, ¿quién es, dónde está, qué es este «nosotros»?  ¿Qué rostro tiene? ¿Cómo respira? ¿Cómo habla? ¿Cómo se mueve? ¿Qué piensa? ¿ Qué color tiene su sangre? Me parece extraña esta palabra. Terrible. De otro lado. De otra época “comenta” la secuestrada y nos pone a pensar profundamente. ¿Si finalmente luchamos por dejar al  lado nuestro ego comenzarán a colapsar las paredes divisorias que separen a los humanos? 

He ahí uno de los problemas de nuestra sociedad occidental, la relación entre el “yo” y el “nosotros”. ¿Dónde está la línea divisoria entre la identidad propia, individual, y la colectiva? ¿Hasta qué punto la suma de “yos” para formar un “nosotros” pide diluir identidades? ¿No es posible la existencia de un “nosotros” que no necesariamente excluya a los “vosotros”, o que no necesariamente se oponga a un “vosotros”? o a un “ellos”?. Creo que ahí está la clave de todo: cuando el “nosotros” no es necesariamente excluyente. La tolerancia debería ser la base de nuestra sociedad. La aceptación del “otro” y el respeto. 

lleva dentro de sí una historia todavía no contada? 

Llevo, creo, muchas historias no contadas. Lo que pasa es que todavía deben de estar por ahí, dentro de mi cabeza, ocultas… esperando el momento idóneo para emerger. 

“Ser escritor no significa predicar una verdad, significa descubrir una verdad”, argumenta Milan Kundera. ¿Qué piensa Ud., Sr. Belbel? 

Es una frase preciosa. Aunque hablar de “verdades” siempre es algo peligroso. Porque me da miedo pontificar o creerme que mis “verdades” son las “verdades del mundo”. Y no siempre es así. En cualquier caso, el teatro siempre es un buen lugar para acceder no sé si a la “verdad”, a una sola, pero sí a las “verdades”, o a territorios realmente profundos del alma humana… 

¿Deja espacio para las bellas palabras en sus textos? 

Sí. Me gusta jugar con las palabras, crear también sonoridades, ritmos, estructuras… Me encanta el juego y las palabras dan mucho de sí en este aspecto. 

En su opinión, ¿qué ventajas tendría una posible secesión de Cataluña? 

Bueno, no sé si tengo espacio para responder de manera simple a algo tan complejo… No sé qué ventajas tendría, lo que sí sé que en el momento en que una mayoría de ciudadanos de una zona del mundo piden una estructura propia para defender su cultura, su lengua, su manera de ser, de pensar… negársela es, desde luego, un acto de mala fe. El problema es que, seguramente, la mayoría no es del todo suficiente. Pero a cada equivocación del estado español, como por ejemplo la encarcelación y persecución de políticos, esa mayoría irá creciendo y creciendo. Porque ya no se trata, en modo alguno, de un tema nacionalista. Se trata simplemente de democracia. Dos millones cien mil personas ya lo tienen claro en este momento. Cuando pasemos de dos millones quinientas mil, no habrá vuelta atrás. Y finalmente… ¿se trata de un tema de “ventajas”? No lo sé… Se trata de que algunos queremos intentar hacer una sociedad más justa… Y España no ha ofrecido ningún proyecto de futuro ni de convivencia. De momento, sólo responden con represión, cuando no con desprecio. 

¿Qué nos está preparando para el futuro? ¿Qué tema le interesaría en una nueva obra de teatro?

Bueno, ahora estreno esta comedia romántica, “Si no te hubiese conocido”. Nada que ver con estos temas de los que hablamos, deliberadamente. Necesitaba descansar y “disparar” hacia otras zonas. Aunque es una historia de amor y también de dolor. Pero en ningún modo política. Preparo muchas más cosas, pero ésta es la más inmediata.

 

Patrocinador de medios por “La Sang”intownpost.com

«Αλεξάνδρα Κόνιακ, συνέντευξη στην Μαρκέλλα Χρυσοστόμου»

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

«Σέβομαι την επιλογή και όσων φεύγουν και όσων μένουν, διότι για να βρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάνεις, μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις, εκτός των άλλων, ακόμη και χώρα!»

Στη σκέψη της συνομιλίας μου μαζί της το μυαλό μου, σχεδόν ασυναίσθητα και απολύτως αντανακλαστικά, τρέχει μια δεκαετία πίσω στον χρόνο και σε εκείνο το καλοκαίρι όπου όλα εμείς τα κοριτσάκια χορεύαμε στο ρυθμό της γλυκιάς φωνής της, να σιγοτραγουδάει “μέσα σου μια στιγμή αν ζούσα…”.

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την συνεργασία της με τους Stavento και σίγουρα μέσα σε αυτά η Αλεξάνδρα Κόνιακ αντιμετώπισε ευχάριστες επαγγελματικές εμπειρίες αλλά και πολυποίκιλες προκλήσεις.

Αμέσως μετά το πέρας της συνεργασίας της με το Μιχάλη Κουινέλη (Stavento) ακολούθησαν και άλλα, με αφετηρία φυσικά την τετραετή της συνεργασία με τον Χρήστο Δάντη (2009-2013).

Η ίδια όμως δεν έμεινε εκεί.

Έτσι, η Αλεξάνδρα επεκτάθηκε στα θέατρα, στα studio αλλά και στις διάφορες μουσικές σκηνές της Αθήνας (και όχι μόνο), με εμφανίσεις σε μέρη όπως “Σταυρός του Νότου” αλλά και Holly Wood Stage.

Το 2013 παρουσίασε το πρώτο της digital single με τίτλο “Αριθμός 109”, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς πραγματοποίησε και τις πρώτες της σόλο εμφανίσεις στο “Χυτήριο”.

Το 2014 πρωταγωνίστησε στη μουσικοχορευτική παράσταση Circus Explosiva πραγματοποιώντας έτσι και το θεατρικό της ντεμπούτο. Τον Οκτώβριο δε της ίδιας χρονιάς κυκλοφορεί την πρώτη της δισκογραφική δουλειά με τίτλο “Σούπερ Κορίτσι”, υπογεγραμμένη από την εταιρία Polymusic. Και κάπως έτσι λοιπόν, έπειτα από τέσσερα χρόνια σόλο εμφανίσεων με τη μπάντα της, η Αλεξάνδρα καταλήγει πιο σίγουρη από ποτέ στη μουσική και στο στίχο που την εκφράζουν περισσότερο.

Το 2017, σε συνεργασία ξανά με την Polymusic κυκλοφορεί τον πρώτο της ολοκληρωμένο, προσωπικό δίσκο με τίτλο “Λαχείο”, υπογεγραμμένο ως είθισται από τον αγαπημένο της συνεργάτη αλλά και φίλο, Χρίστο Σερενέ. Η μουσική αυτή πρόταση της Αλεξάνδρας κάνει πιο έντονη αλλά και πιο ξεκάθαρη παρά ποτέ τη δισκογραφική της παρουσία, ενώ στο άλμπουμ έρχονται να προστεθούν και single-προπομποί του όπως το “Σε επιλέγω” (2015) αλλά και το “Όταν δεν είμαι καλά” (2016).

Αλεξάνδρα, γνωρίζουμε πως ξεκίνησες από πολύ μικρή ηλικία την ενασχόληση σου με τη μουσική, καθώς μεγάλωσες σε ένα άκρως μουσικό περιβάλλον. Πιστεύεις πως αυτό συνέβαλε εμμέσως στην μετέπειτα εξέλιξή σου;

Στη δουλειά μας ερχόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με πολλές προκλήσεις, μέσα από τις οποίες συνεχώς εξελισσόμαστε. Είναι πολύ σημαντικό το ότι έχω για σύμμαχο σε αυτήν την διαδικασία τα όσα είδα και άκουσα μικρή. Σίγουρα με έχουν επηρεάσει και πάντα θα μου δίνουν περισσότερη σιγουριά.

Το επίθετο σου, το οποίο από πολλούς λέγεται πως έχει “άρωμα Ρωσίας”, υπήρξε πολλές φορές αντικείμενο “καζούρας”, όπως έχεις δηλώσει στο παρελθόν. Για εμάς, στον αντίποδα της παραπάνω θέσης, είναι κάτι το οποίο σε κάνει ακόμα πιο ξεχωριστή. Σκέφτηκες ποτέ να το αλλάξεις;

Στην πραγματικότητα έχει άρωμα Γαλλίας! Προέρχεται από το χωριό “Κονιάκ”, από εκεί που πήρε το όνομά του και το γνωστό ποτό. Τα μικροπειράγματα των συμμαθητών μου ποτέ δε μου δημιούργησαν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι μόνο καλό μπορεί να κάνει η μοναδικότητα αυτού του επιθέτου. Είχα σκεφτεί βέβαια να το αλλάξω ένα διάστημα σε “Κονιάκου” αλλά ευτυχώς μου πέρασε γρήγορα αυτή η τρέλα!

 Συν της άλλης, έχεις τελειώσει Αισθητική και Κοσμετολογία στο ΤΕΙ Αθηνών. Είναι κάτι το οποίο σου αρέσει εξίσου με το τραγούδι και θα μπορούσες, μελλοντικά ίσως, να εξελίξεις επαγγελματικά;

Σίγουρα δεν το αγαπώ εξίσου με το τραγούδι, αλλιώς θα είχε βρει κι αυτός ο τομέας τη θέση του στην καθημερινότητά μου. Αν κατέθετα ξανά μηχανογραφικό, το πιθανότερο είναι να είχα επιλέξει κάποια ανθρωπιστική επιστήμη.

 Αν δεν ήσουν τραγουδίστρια, τι θα ήθελες να είσαι;

Θα ήθελα να δουλεύω πίσω από μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές ή να γίνω φωτογράφος απαθανατίζοντας φυλές από όλο τον κόσμο!

 Σήμερα το πρωί άκουγα το αγαπημένο μου κομμάτι σου, το “Λαχείο”. Γνωρίζω πως θα ακουστεί κοινότυπο όμως δεν μπορώ να μην το θέσω στο τραπέζι. Ποιο από τα κομμάτια σου ξεχωρίζεις και γιατί;

Μιλώντας για την Αλεξάνδρα, ποιο θα έλεγες πως είναι το δικό της “Λαχείο”;

Θα ακουστεί εξίσου κοινότυπο αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα στα δύο αγαπημένα μου, το «Λαχείο» και τον «Έρωτα Θεό», που έχει γράψει ο πιο στενός μου συνεργάτης, Χρίστος Σερενές. Το πρώτο για τον ήχο και τον ερωτισμό του και το δεύτερο για την αμεσότητα και τη συγκινησιακή του φόρτιση. Όσο για το προσωπικό μου «Λαχείο», είναι οι άνθρωποι που αγαπώ. Οι φίλοι, οι συγγενείς κι οι συνεργάτες μου.

Διδάσκεις φωνητική στο “Lab Music Education”. Πες μας λίγα λόγια για αυτή σου την εμπειρία.

Πριν δύο χρόνια, δίσταζα να το πάρω απόφαση και να κάνω αυτό το βήμα, όμως τελικά είναι κάτι που δεν έχω μετανιώσει ούτε για μια στιγμή. Η επαφή με μαθητές διαφόρων ηλικιών μου προσφέρει πολύτιμα ερεθίσματα μέσα απ’ τα οποία νιώθω ότι γίνομαι συνεχώς κι εγώ καλύτερη.

 Πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα για ένα νέο παιδί το οποίο ξεκινάει τώρα τα πρώτα του βήματα στο χώρο; Τι θα του έδινες ως συμβουλή και τι είναι αυτό που εσύ, ως Αλεξάνδρα, συνιστάς στους δικούς σου μαθητές;

Είναι όντως δύσκολα τα πράγματα στην αρχή κι ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Θέλει πίστη, υπομονή, να μην επαναπαύεσαι και να μελετάς σε βάθος το αντικείμενό σου.

 Θα άφηνες ότι έχεις κάνει μέχρι τώρα στη Ελλάδα για να κυνηγήσεις μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό; Ποια είναι η γνώμη σου για τα παιδιά που φεύγουν από εδώ εν έτη 2018;

Αν παρουσιαζόταν κάποια ενδιαφέρουσα πρόταση, σίγουρα θα το σκεφτόμουν. Σέβομαι όμως την επιλογή και όσων φεύγουν και όσων μένουν, διότι για να βρεις τον εαυτό σου σε αυτό που κάνεις, μπορεί να χρειαστεί να αλλάξεις, εκτός των άλλων, ακόμη και χώρα!

 Τι είναι αυτό που εύχεσαι για το μέλλον, σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο;

Εύχομαι υγεία, ισορροπία και ειρήνη σε όλον τον κόσμο.

 Που μπορούμε να σε “πετύχουμε” αυτή την περίοδο και τι διαγράφεται στον ορίζοντα μουσικά;

Ο πρώτος ολοκληρωμένος μου δίσκος κυκλοφόρησε πρόσφατα από την Polymusic και αυτήν την περίοδο βρισκόμαστε σε μία διαδικασία οπτικοποίησης πολλών εκ των τραγουδιών. Σύντομα λοιπόν θα προκύψει κάποιο νέο βίντεο. Όσο αφορά τις live εμφανίσεις, αυτές τις μέρες θα ανακοινωθούν οι ημερομηνίες, στις επίσημες διαδικτυακές μου σελίδες σε Facebook και Instagram.

Ακούγοντας την Αλεξάνδρα να τραγουδάει; Συνειδητοποιώ για ακόμα μια φορά πόσο έντονα βρίσκει κανείς στοιχεία του έντεχνου εντός της χροιάς της, στοιχεία που συναντούν την ποπ, μέσα σε ένα μοναδικό πάντρεμα με εκείνα τα ροκ στοιχεία της προσωπικότητάς της. Μίξη μαγική αλλά και σπάνια.

Της ευχόμαστε τα καλύτερα και ότι πιο δημιουργικό για το εγγύς αλλά και το μακροπρόθεσμο μέλλον…

Find Alexandra Koniak here:

Youtube: https://www.youtube.com/user/girl23m

Facebook: https://www.facebook.com/AlexandraKoniak

Instagram: https://www.instagram.com/alexandra_koniak/

Ο συγγραφέας Δημήτρης Σωτάκης μιλάει στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«… Το άσχημο είναι, ότι συχνά οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε ρόλους και συμπεριφορές τις οποίες αναπαράγουν, χωρίς να υπολογίζουν το ψυχολογικό κόστος που επιφέρουν».

Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα; «Η Πράσινη Πόρτα», «Η Παραφωνία», «Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι», «Το Θαύμα της Αναπνοής», «Ο Θάνατος των Ανθρώπων», «Η Ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον», «Η  Ιστορία Ενός Σούπερ Μάρκετ», «Ο Κανίβαλος που Έφαγε έναν Ρουμάνο». «Το Θαύμα της Αναπνοής» το 2009 τιμήθηκε με το βραβείο Athens Prize for Literature και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς και για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία. Βιβλία του κυκλοφορούν στα γαλλικά, σερβικά, τουρκικά, ολλανδικά, ιταλικά και τα κινεζικά.

κ. Σωτάκη είναι ψιλοσοκαριστικός ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου σας, όπως ψιλοοσοκαριστικό είναι και το θέμα. Πως σας προέκυψε αυτή η τόσο ιδιαίτερη ιστορία που διαβάζεται απνευστί;

Η ιδέα για το συγκεκριμένο βιβλίο γεννήθηκε πριν από πέντε περίπου χρόνια. Τότε δεν ήμουν έτοιμος να τη γράψω, να της δώσω σάρκα και οστά, μιας που ο άξονας πάνω στον οποίο κινείται διαφέρει υφολογικά από την προηγούμενη δουλειά μου. Αυτή τη φορά ήθελα να δώσω έμφαση στους ρόλους που όλοι υπηρετούμε, ασυνείδητα ή συνειδητά και πόσο αυτοί επηρεάζουν αυτό που τελικά είμαστε. Η ιδέα της ανθρωποφαγίας ήταν ένα εύρημα, ένα παιχνίδι ανάμεσα στους ήρωες, που όσο εντυπωσιακό κι αν είναι, τελικά  έχω την εντύπωση, ότι δεν παίζει και μεγάλο ρόλο στο βιβλίο.

Τι σας λένε οι αναγνώστες στις κατ΄ ιδίαν κουβέντες; Ίσως, ότι επέλεξαν το συγκεκριμένο βιβλίο για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι, ότι πράγματι ένας κανίβαλος έφαγε έναν Ρουμάνο;

Ναι, ισχύει αυτό που λέτε. Δεν κρύβεται κάποιος συμβολισμός πίσω απ’ αυτή την πράξη. Στ’ αλήθεια ένας κανίβαλος τρώει – και όχι μόνος του – έναν Ρουμάνο. Οι αναγνώστες μου, μετά από τόσα χρόνια, είναι απολύτως εξοικειωμένοι με το παράδοξο της δουλειάς μου, συνεπώς δε νομίζω να σοκαρίστηκαν. Άλλωστε σας είπα, ο κανιβαλισμός δεν είναι η κύρια παράμετρος του μυθιστορήματος, αλλά μόνο μία έμπνευση που εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ναι, κάποιοι στο βιβλίο, τρώνε για δείπνο έναν άνθρωπο (αφού πρώτα τον έχουν μαγειρέψει).

Διορθώστε με αν κάνω λάθος αλλά ενώ διάβασα, ότι «μια εντελώς αλλόκοτη και παράλογη ιστορία, στο τέλος έμοιαζε να είναι  μια εντελώς φυσιολογική». Πως το καταφέρατε αυτό;

Μου αρέσει αυτό που λέτε, δε θα ήθελα να είχατε διαφορετική εντύπωση. Πράγματι πιστεύω, ότι η ιστορία του βιβλίου είναι μια, κατά κάποιο τρόπο, «κανονική» ιστορία, με μόνη διαφορά την ανθρωποφαγία, η οποία χωρίς αμφιβολία δίνει τελικά άλλη διάσταση και ατμόσφαιρα στο σύνολο του κειμένου. Κατά τα άλλα, πολλοί αναγνώστες έχουν δει το βιβλίο ως μία ερωτική ιστορία, κάτι που δεν αποκλείω ούτε εγώ, αν και θεωρώ ότι περισσότερο έχει να κάνει με το κυνήγι της ευτυχίας, τη λαχτάρα να κατακτήσουμε κάτι που ποτέ δεν είχαμε.  

Το μαύρο χιούμορ που  διαθέτει το έργο σας άμβλυνε ίσως την πράξη του κακομαθημένου αντιπαθούς κεντρικού ήρωα σας αυτή καθ’ εαυτή;

Δε θεωρώ τον ήρωα κακομαθημένο και αντιπαθή. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν άνθρωπο με αγνές προθέσεις, ο οποίος σταδιακά εκτροχιάζεται από τη ροή, την εξέλιξη που έχει η ιστορία. Περισσότερο, στα μάτια μου, μοιάζει με ένα παιδί με επιθυμίες, που δεν ξέρει πώς να τις διαχειριστεί, δεν έχει μια ξεκάθαρη ηθική στάση απέναντι στον εαυτό του και σ΄ αυτές. Το χιούμορ είναι ένα στοιχείο, το οποίο είναι σχεδόν πάντα παρόν στη δουλειά μου, δε θα μπορούσε βέβαια να λείπει και από αυτό το βιβλίο.

Θα ταξιδέψετε στην Τουρκία για να παρουσιάσετε την «Ιστορία Ενός Σούπερ Μάρκετ». Σε ποιες πόλεις θα πάτε και πως αισθάνεστε γι αυτό το ταξίδι την συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Είμαι πολύ χαρούμενος που πηγαίνω στην Τουρκία, μιας που οι Τούρκοι αναγνώστες έχουν υποδεχθεί τα βιβλία μου με μεγάλο ενθουσιασμό. Στις 12 Απριλίου θα βρίσκομαι στην Κωνσταντινούπολη για συνεντεύξεις και επισκέψεις σε σχολεία, ενώ μετά θα πάω στη Σμύρνη, όπου «Η ιστορία Ενός Σούπερ Μάρκετ» θα παρουσιαστεί στην μεγάλη Έκθεση Βιβλίου της πόλης. Η Τουρκία είναι μια υπέροχη χώρα με ζεστούς ανθρώπους και ανυπομονώ για αυτό το ταξίδι.

Στην γείτονα αγαπούν ως φαίνεται τα έργα στις. Θα μεταφραστεί κι «Ο Κανίβαλος που Έφαγε Έναν Ρουμάνο» στα τουρκικά;

Ναι, θα κυκλοφορήσει εκεί το 2019. Είναι αλήθεια, ότι μαζί με τη Γαλλία, η Τουρκία είναι η χώρα, η οποία έχει υποδεχθεί πολύ θερμά τα βιβλία μου. Η εμπειρία μου με τους εκεί αναγνώστες είναι σχεδόν συγκινητική, αλλά και ο τουρκικός Τύπος έχει ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο στα δύο βιβλία μου που κυκλοφορούν στα τουρκικά, στο «Θαύμα στις Αναπνοής» και την «Ιστορία Ενός Σούπερ Μάρκετ». 

Επανερχόμενη στο τελευταίο έργο σας, ο ιδιόρρυθμος χορτάτος πρωταγωνιστής σας αγαπά με πάθος την Ρουμανία. Γιατί ειδικά αυτή την χώρα, μήπως καθότι είναι η πατρίδα του ….Κόμη Ντράκουλα;

Ενδιαφέρουσα η παρατήρηση περί Δράκουλα, αλλά η απάντηση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή. Η Ρουμανία επιλέχτηκε σχεδόν τυχαία ή μάλλον μετά από κάποιες σκέψεις μου περί της ενδεχόμενης ταυτότητας του ήρωα. Δεν ήθελα να είναι κάτοικος στις λεγόμενης δυτικής Ευρώπης, να είναι, για παράδειγμα, Βέλγος ή Γερμανός, δε μου ταίριαζε ως ιδιοσυγκρασία, ούτε ήθελα να είναι τόσο κοντινός μας γείτονας. Η Ρουμανία ήταν μια καλή λύση, μου άρεσε και η συνύπαρξη του «ρ» με το «μ» μέσα στη λέξη.

Κλείνοντας: Η υπερβολή στις πράξεις όλων των ηρώων σας: του πλούσιου εργένη, της ωραίας Ρουμάνας αλλά και του κακόμοιρου συζύγου τι συμβολίζει; Ό,τι υπάρχουν στη ζωή του καθενός, και του πιο καθησυχασμένου αστού κάποιες μοιραίες στιγμές που έρχεται  σε μετωπική με τις πιο κρυφές του επιθυμίες τα πιο ανομολόγητα πάθη;

Η ανθρώπινη φύση λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, υπάρχουν επιθυμίες, απωθημένα και μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις που ενίοτε δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε και σε λειτουργικό επίπεδο. Κι αυτό δεν είναι κακό. Το άσχημο είναι, ότι συχνά οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε ρόλους και συμπεριφορές τις οποίες αναπαράγουν, χωρίς να υπολογίζουν το ψυχολογικό κόστος που επιφέρουν. Η υπερβολή στις πράξεις των ηρώων συμβολίζει και καταδεικνύει την ένταση, την ανάγκη για ξέσπασμα, για έναν οργασμό, σωματικό και διανοητικό, μπροστά στον οποίο παραμένουμε άοπλοι.

«Ο Κανίβαλος που Έφαγε έναν Ρουμάνο», εκδόσεις Κέδρος

Ο Γιώργος Παπαδόπουλος – Κυπραίος συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Είναι κρίμα και λυπούμαι όταν μαθαίνω πως παιδιά μορφωμένα, απόφοιτοι Πανεπιστημίων με μεταπτυχιακά διπλώματα, παιδιά γεννημένα στην Ελλάδα, που η χώρα τους τα σπούδασε και ανέμενε να της προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να συμβάλουν στην πρόοδο και στην ανάπτυξή της, αναγκάζονται να φεύγουν στο εξωτερικό»

Ο Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος γεννήθηκε στην Ακρούντα της Κύπρου τον Μάιο του 1941. Σε ηλικία 15 ετών ορκίστηκε μέλος της ΕΟΚΑ στον αγώνα της εναντίον των Άγγλων, για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Σπούδασε Ηλεκτρονικά στην Αθήνα με υποτροφία και εργάστηκε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA). Τον Δεκέμβριο του 1966 μετανάστευσε στο Τορόντο του Καναδά, όπου εργάστηκε σε μεγάλες εταιρείες. Φοίτησε στο College of Education του Πανεπιστημίου του Τορόντο και διορίστηκε καθηγητής Ηλεκτρονικών στο Danforth Technical School. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε τον Φεβρουάριο του 1974 και φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άσκησε τη δικηγορία έως τον Μάρτιο του 1985. Το 1978 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Διόπτρα.

 Κύριε Παπαδόπουλε, κατ αρχήν να σας καταθέσω ότι ζηλεύω την μυθιστορηματική ζωή που ζήσατε, αλλά, τι σας ώθησε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο «Το Δακτυλίδι» και μετά «Τα πληγωμένα όνειρα;» Η αγάπη σας για τον γενέθλιο τόπο, μια αίσθηση βαθιάς αδικίας για όσα έγιναν, η ανάγκη σας να μιλήσετε δυνατά για τις θυσίες του κυπριακού ελληνισμού, και δη σε καιρούς χαλεπούς σαν τους σημερινούς;

 Όλα όσα αναφέρετε, η αγάπη μου για την Κύπρο, η αίσθηση πως οι αγώνες του Κυπριακού λαού δεν δικαιώθηκαν με ευθύνη κυρίως της Ελληνικής και της Κυπριακής ηγεσίας και η επιθυμία μου να μιλήσω δυνατά για όσα έγιναν, είναι οι αιτίες που με ώθησαν να γράψω τα δυο μου βιβλία για την Κύπρο. Δεν θα γραφόντουσαν, ίσως, αν δεν υπήρχαν οι αφορμές και οι προτροπές αγαπημένων ανθρώπων να γράψω όσα τους διηγούμουν, για να γίνουν ευρύτερα γνωστά. Αφορμή για να γράψω τα βιβλία μου υπήρξαν διάφορες ερωτήσεις που μου υπέβαλλαν Ελλαδίτες φίλοι και συνεργάτες μου για το τι έκαναν οι Κύπριοι για την Ελλάδα και απαιτούσαν την συνεχή υποστήριξή της, ακόμα και εμπλοκή σε πόλεμο με την Τουρκία για χάρη τους, ή γιατί τους μισούσαν οι Κύπριοι. Έτσι, «Το Δαχτυλίδι» αναφέρεται στη συνεισφορά των Κυπρίων στους αγώνες των Ελλήνων, ιδιαίτερα από το 1821 και αργότερα, αλλά και για τη δική τους απελευθέρωση και Ένωση με την Ελλάδα, την περίοδο 1955-1959. Το νέο μου βιβλίο «Πληγωμένα Όνειρα», που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας και της Κύπρου τις τελευταίες βδομάδες, καλύπτει την περίοδο προ και μετά την παραχώρηση της Κύπρου στους Άγγλους το 1878, μέχρι και τον Οκτώβριο του 1967, ένα μήνα πριν την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο.

 Η συγγραφή κι αυτού σας του έργου, πλην του συναισθηματικού-μυθοπλαστικού κομματιού, θα απαίτησε και μια μεγάλη μελέτη η οποία διήρκεσε;

Έχετε δίκαιο. Η συγγραφή του βιβλίου απαίτησε πολλή μελέτη αλλά και διασταύρωση στοιχείων, ιδιαίτερα της περιόδου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίον ακολούθησαν καταιγιστικές εξελίξεις. Η Διασκεπτική· το Ενωτικό Δημοψήφισμα κατά το οποίο 95,7% των Κυπρίων ψήφισε υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα· ο ηρωικός αγώνας της ΕΟΚΑ· οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου που καθιέρωσαν μια κολοβή ανεξαρτησία, χωρίς να την εγκρίνει ο λαός με Δημοψήφισμα· ο διχασμός των Κυπρίων σε Ενωτικούς και Ανεξαρτησιακούς· οι Τουρκανταρσία και η αποστολή της Ελληνικής Μεραρχίας…
Δεν είναι τυχαίο που «Τα Πληγωμένα Όνειρα» κυκλοφόρησαν τέσσερα (4) χρόνια μετά «Το Δαχτυλίδι».

 «Γνωρίζοντας ότι το να αλλάξει κάποιος τις απόψεις του για θέματα στα οποία έχει διαμορφώσει γνώμη δεν είναι καθόλου εύκολο, κατανοώ τη στάση εκείνων που αρνούνται να ασχοληθούν με ότι νεότερο έρχεται στην επιφάνεια», γράφετε στον πρόλογο του βιβλίου σας. Έτσι όμως  δεν παραγράφονται πολλά και καθοριστικά στοιχεία για εθνικά θέματα που απασχολούν το ίδιο σοβαρά και σήμερα;

 Την αλήθεια για την άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί αλλαγές από τη στιγμή που ξέρει κάτι κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο, του ανθρώπου που έχει σχηματίσει άποψη, την επιβεβαιώνει η ψυχολογία, αλλά και η καθημερινότητα. Και συμφωνώ απόλυτα μαζί σας ότι έτσι θα παραγράφονταν πολλά καθοριστικά στοιχεία για εθνικά θέματα, γιατί αλλιώς μας τα παρουσιάζουν όταν συμβαίνουν τα γεγονότα, και πολύ συχνά διαφορετική είναι η πραγματικότητα. Γι’ αυτό εξάλλου η ιστορία μιας περιόδου γράφεται πολλές δεκαετίες αργότερα, για να γίνουν γνωστές όλες οι λεπτομέρειες και μάλιστα όταν οι πρωταγωνιστές έχουν ήδη πεθάνει. Στον πρόλογό μου, όμως προσθέτω πως «θα θεωρήσω ότι άξιζε η συγγραφή αυτού του βιβλίου, αν έστω και λίγοι αναγνώστες αποφασίσουν να εντρυφήσουν στα στοιχεία που είναι σήμερα διαθέσιμα» και μάλιστα δίνω στο βιβλίο μου και πλούσια βιβλιογραφία. Έτσι, ο αναγνώστης, διαβάζοντας νεότερα στοιχεία θα μπορέσει, πολύ πιθανόν, να σχηματίσει μια νέα άποψη, εκτός αν πρόκειται για αναγνώστη του τύπου «ουκ αν με πείσεις»

 Κάποια στιγμή αποφασίσετε να, «εκπατριστείτε» και να κάνετε οικογένεια στον Καναδά – Δεν μείνατε όμως εκεί αν και είχατε φτιάξει μια καλή ζωή. Γιατί αναρωτιέμαι;

Διαβάζοντας το βιβλίο μου ο αναγνώστης θα αντιληφθεί γιατί εγκατέλειψα την Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1967. Εκεί γνώρισα τη γυναίκα μου, παντρευτήκαμε και κάναμε δυο παιδιά. Όταν το μεγαλύτερο παιδί, ο Κώστας, έγινε 5 χρονών, τον Ιανουάριο του 1974, αποφασίσαμε να φύγουμε από τον Καναδά, γιατί αν πήγαινε το παιδί στο Δημοτικό, θα έπρεπε να μείνουμε να τελειώσει το Γυμνάσιο, το Πανεπιστήμιο και τελικά θα μέναμε για πάντα στον Καναδά. Η αγάπη μου για την Ελλάδα και η νοσταλγία μου για την Κύπρο μου επέβαλαν να εγκαταλείψω τον Καναδά και να γυρίσω πίσω, στις ελληνικές μου ρίζες. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ, παρόλες τις δυσκολίες που συνάντησα. Και είμαι ευτυχής που δεκαεννιά (19) χρόνια αργότερα κατόρθωσα να αποκτήσω την Ελληνική Ιθαγένεια. Έτσι, ένα ακόμα μου όνειρο –να αποκτήσω ελληνική ιθαγένεια – έγινε πραγματικότητα.

Και Βλέποντας τα τωρινά σπουδασμένα παιδιά να φεύγουν στο εξωτερικό ελλείψει μέλλοντος τι αισθάνεστε;

Είναι κρίμα και λυπούμαι όταν μαθαίνω πως παιδιά μορφωμένα, απόφοιτοι Πανεπιστημίων με μεταπτυχιακά διπλώματα, παιδιά γεννημένα στην Ελλάδα, που η χώρα τους τα σπούδασε και ανέμενε να της προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να συμβάλουν στην πρόοδο και στην ανάπτυξή της, αναγκάζονται να φεύγουν στο εξωτερικό. Θα τους συμβούλευα να μετατρέψουν το αρνητικό αυτό γεγονός σε θετικό και να παίρνουν ενέργεια από αυτό, για να αξιοποιήσουν κατά τον καλύτερο τρόπο την ευκαιρία που τους δίνεται για να προοδεύσουν πνευματικά, γνωστικά, για το δικό τους καλό, αλλά και της Ελλάδας. Οι επιστήμονες της αλλοδαπής μάς κάνουν περήφανους, αλλά και βοηθούν με πολλούς και διάφορους τρόπους την πατρίδα τους. Και αν και όταν τα πράγματα αλλάξουν, να γυρίσουν στην πατρίδα καταξιωμένοι και σε καλή οικονομική κατάσταση για να συνεχίσουν εδώ τη ζωή τους.

 

«…Στόχος είναι να μάθουν την ιστορική αλήθεια τόσο οι Έλληνες της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας, γιατί μόνο τότε οι δύο λαοί θα βρουν τις ρίζες τους και το κουράγιο να σηκώσουν ξανά το κεφάλι».

Συγκινείτε αφιερώνοντας τα «Πληγωμένα Όνειρα» σας στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ που θυσιάστηκαν στον βωμό της Ένωσης με την Ελλάδα, σε εκείνους που βασανίστηκαν και δεν λύγισαν και σε όσους επέζησαν και παραμένουν αταλάντευτοι στον τελικό σκοπό του αγώνα… Με το χέρι στην καρδιά όμως πιστεύετε αλήθεια ακόμα και σήμερα σε πράξεις ηρωικές, σε ανθρώπους που έχουν κουράγια να αγωνίζονται;

Πιστεύω ότι μέσα στον κάθε Έλληνα υπάρχει η σπίθα της Συλλογικής Συνείδησης του Έλληνα, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι. Και πώς όταν έρθει η ώρα για πράξεις ηρωικές, θα βρει το κουράγιο να αγωνιστεί και να διακριθεί. Δεν το έκανε για πρώτη φορά ο Έλληνας. Όταν οι στιγμές το απαιτήσουν, ξυπνά μέσα του ο ραγιάς που θέλει δικαίωση. Ας μην απογοητευόμαστε εμείς οι παλαιότεροι με τη στάση της νεολαίας μας. Ας αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες. Σε ερώτηση που τους έκαναν από τηλεοπτικό σταθμό, το Σάββατο, 24 Μαρτίου, δεκατρείς στους δεκαπέντε νέους δεν γνώριζαν τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου. Απογοητευτικό. Απαράδεκτο. Προσβλητικό. Όμως φταίνε μόνο οι νέοι μας; Από μικρά παιδιά μαθαίναμε για την επανάσταση του 1821 από τους γονείς μας, από τους δασκάλους μας… Αν κανείς δεν τους τα δίδαξε, πως θα τα μάθαιναν; Ποιος ελέγχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Ξέρετε, δεν φταίνε πάντα οι άλλοι. Φταίμε κι εμείς που δεν σηκώνουμε το κεφάλι να δούμε που μας πηγαίνουν.

Τέλος ευχάριστα εκπλήσσει ότι ευχαριστείτε την σύζυγό σας Καλλισθένη, για την συνδρομή της. Τελικά κ. Παπαδόπουλε από την εμπειρία ζωής σας, χρειάζονται δυο στην ζωή αυτή, που με υπομονή και κατανόηση να συνοδοιπορούν για να την βγάλουν καθαρή κόντρα στις όποιες συμπληγάδες;

Ας μην στεκόμαστε στο «Πίσω από έναν επιτυχημένο άνδρα βρίσκεται μια δυναμική γυναίκα». Υπάρχουν και δεν είναι λίγες, οι περιπτώσεις που η δυναμική γυναίκα δυναμιτίζει τα πάντα, αν άνδρας και γυναίκα δεν βρουν τον τρόπο να διαχειρίζονται επιτυχώς τα του οίκου τους. Στο βιβλίο μου «101 Διδάγματα Ζωής» μεταφέρω τα λόγια του Μιλτιάδη Έβερτ, σε συνέντευξή του στο BHMAGAZINO, την 1η Ιουλίου 2001: «Το σημαντικότερο σε μια σχέση είναι η αλληλοκατανόηση. Να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο, να καλύπτει τα κενά του. Να υποχωρεί εκεί που ο άλλος εισχωρεί, και το αντίστροφο». Αυτή πιστεύω, είναι μια καλή «συνταγή» για μια αγαστή σχέση στα ζευγάρια, που οδηγεί και σε επιτεύγματα στη ζωή.

Κλείνοντας, βάζοντας τελεία στα Πληγωμένα όνειρα τι αισθανθήκατε; Ότι κλείσατε τους παλιούς λογαριασμούς με το νησί σας και μπορεί να γράψετε τώρα ένα εντελώς διαφορετικό καινούριο μυθιστόρημα;

 Όταν στο νησί η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική, όταν έχουν παραιτηθεί αγωνιστικά, όταν η Τουρκία ζητά ολοένα και περισσότερα και δεν υπάρχει ούτε στην Κύπρο, ούτε στην Ελλάδα η ομοψυχία και η ηγεσία που θα υψώσει το ελληνικό της ανάστημα και να απαιτήσει το δίκαιο, οι λογαριασμοί του νησιού θα παραμείνουν ανοικτοί. Στόχος είναι να μάθουν την ιστορική αλήθεια τόσο οι Έλληνες της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας, γιατί μόνο τότε οι δύο λαοί θα βρουν τις ρίζες τους και το κουράγιο να σηκώσουν ξανά το κεφάλι. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να το κάνει ούτε ένας, ούτε δέκα. Χρειάζονται πολλοί, και τώρα τελευταία αποδεσμεύονται όλο και περισσότερα έγγραφα από υπηρεσίες άλλων χωρών που αποδεικνύουν ότι άλλα μας λέγανε κι άλλα απεργάζονταν στο παρασκήνιο. Προσωπικά, ευελπιστώ να βάλω ένα λιθαράκι, που προστιθέμενο με εκείνα πολλών άλλων να αποτελέσουν το τείχος που θα κρατήσει την Κύπρο και το λαό της ελεύθερο. Όσο για το να γράψω ένα καινούριο διαφορετικό μυθιστόρημα, προς το παρόν δεν το σκέφτομαι, μα η φιλοσοφία της ζωής μου είναι «Ποτέ μην λες ποτέ».

 

 

«Πληγωμένα όνειρα»

Εκδόσεις Διόπτρα

Η συγγραφέας Νόρα Πυλόρωφ συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Αποκόμισα πολλά καλά από την παραμονή μου στη Γερμανία. Τα κακά τ’ άφησα απ’έξω…»

Η Νόρα Πυλόρωφ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Διερμηνέων-Μεταφραστών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης γερμανικά, αγγλικά, ιταλικά και οικονομία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Goethe, κυρίως σε τάξεις ανώτατης βαθμίδας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη διδασκαλία της μετάφρασης. Έχει μεταφράσει από τα γερμανικά δύο μυθιστορήματα, μία ποιητική συλλογή, μία ανθολογία Γερμανών ποιητών και έναν τόμο διηγημάτων. Υπήρξε βασική μεταφράστρια του λογοτεχνικού περιοδικού Αusblicke (1970-1979). Επίσης συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο. Το 2004 εκδόθηκε μια συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Καθρέπτες Θαμποί Τέσσερις Ιστορίες και Μια Αληθινή». Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «Η Ανάσα στο Σβέρκο» και «Το Διαμαντένιο Άλφα».

 «Ο συγγραφέας», γράψατε κάπου «διαθέτει ένα συρτάρι με κλειδί και κλειδαριά, όπου συσσωρεύει διάφορα από το παρελθόν του… μνήμες, βιώματα από την παιδική ηλικία τραύματα, αδιέξοδα που ενδεχομένως δε θέλει να τα πετάξει..»

Ο συγγραφέας διαθέτει μια τράπεζα μνήμης όπου αποταμιεύει εμπειρίες, βιώματα, λύπες, χαρές, εικόνες, όχι δικές του μόνο αλλά και ιστορίες άλλων, ειδήσεις, πληροφορίες, γεγονότα. Απ’ αυτό το υλικό αντλεί. Απ’ αυτό το υλικό ανασύρει τους ήρωές του, τους δίνει ζωή.  

Εσείς πάλι το δικό σας συρτάρι δεν το πολυπειράζετε; Γιατί όμως; Η μνήμη όλων μας -είναι –λέτε- ανεξέλεγκτη; Επιτίθεται όταν αυτή θελήσει  ερήμην μας;

Υπάρχουν όμως και πράματα σ’ αυτό το «συρτάρι» που καλό είναι να τ’ αφήνουμε στην ησυχία τους, αν μας αφήσουν κι αυτά βέβαια στη δική μας. Είναι  όλα όσα  μας έχουν πονέσει στη ζωή μας, οι απώλειες, η επιθετικότητα των άλλων, αλλά και  η ολιγωρία η δική μας και η ανεπάρκειά μας που τη διαισθανόμαστε αλλά δε θέλουμε να τη παραδεχτούμε, μήπως και δεν την αντέξουμε. Και φυσικά οι ενοχές μας, ο ύπουλος αντίπαλος, που αμετακίνητος και χλευαστικός μας κλείνει το μάτι απ΄ τη γωνία.

Και σκέπτομαι, μήπως μια βαθιά κρυμμένη δική σας ανάμνηση, ίσως οδυνηρή, να σας ώθησε να γράψετε τους «Συνενόχους» αυτό το αισθαντικό μυθιστόρημα ;

Είναι περισσότερες από μία οι οδυνηρές αναμνήσεις που με ώθησαν να γράψω τους «Συνένοχους».  Είναι η μνήμη που λέγαμε, η  ανεξέλεγκτη και επιθετική.

Από τη  αρχή της ιστορίας γνωρίζατε και το τέλος της, ή οι ήρωες πήραν την μοίρα τους στα χέρια τους;

Ποτέ δε γνωρίζω το τέλος μιας ιστορίας. Οι ήρωές μου ξέρουν. Και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο.

Ξεκινήσατε να γράφετε τα δικά σας έργα το 2004. Μέχρι τότε, μεταξύ πολλών άλλων,  καταπιανόσασταν με μεταφράσεις από τα γερμανικά.  Γιατί δε πήρατε νωρίτερα τη απόφαση να γράψετε;

Η συγγραφή ξεκίνησε σε μένα εντελώς τυχαία και συμπτωματικά. Δε με φαντάστηκα ποτέ ως συγγραφέα, φαίνεται όμως ότι αυτό δούλευε μέσα μου. Οι πρωταγωνιστές  υπήρχαν, οι εικόνες,  οι λέξεις, οι ήχοι στριμώχνονταν να βγουν και να ακουστούν. Κι όταν έσπασε το φράγμα ή αν θέλετε ξεπέρασα τις αναστολές μου, τους  άφησα να βγουν,  τους ζωντάνεψα, πρόσθεσα , αφαίρεσα , σμίλεψα την πλοκή και τη μοίρα τους.

Σπουδάστε στην Χαϊδελβέργη, δουλέψατε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, όλη σας η ζωή υποθέτω είχε να κάνει με την Γερμανία και τη  κουλτούρα της. Πως αισθάνεστε έναντι του λαού αυτού ; Των ανθρώπων της όχι των ηγεσιών της;

Αποκόμισα πολλά καλά από την παραμονή μου στη Γερμανία. Τα κακά τ’ άφησα απ’ έξω.  

Μετά τους Συνενόχους ετοιμάζετε κάτι νέο;

 Ένα ερωτικό μυθιστόρημα.

Σας Ευχαριστώ πολύ!

«Συνένοχοι»  Εκδόσεις Ψυχογιός

Η Νάντια Καραγιάννη μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Η γνώμη του μεγάλου μας Μίκη Θεοδωράκη , είναι τίτλος τιμής για μένα, αλλά και υποχρέωση να δημιουργώ συνεχώς και νέα πράγματα»

Κυνήγησε το όνειρό της παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και τα κατάφερε. Φωνή καθαρή, πλήρης και ωραία , που σου επιβάλλεται με το πρώτο άκουσμα, και μένει στη μνήμη. Η Νάντια Καραγιάννη είναι ίσως η καλύτερη ερμηνεύτρια της γενιάς της με πάρα πολλές και εκλεκτές συνεργασίες. Προσεγγίζει το τραγούδι με ένα δικό της μοναδικό τρόπο και καθηλώνει το κοινό με τη  μεγάλη γκάμα φωνής που διαθέτει.  Το ρεπερτόριο της αποτελείται από τραγούδια που έχουν γράψει το κάθε ένα τη δική του ιστορία και αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλες τις γενιές. Δημοτικά, νησιώτικα, ρεμπέτικα, επιλεγμένα λαϊκά, μικρασιάτικα, σμυρναίικα, αρχοντορεμπέτικα και έντεχνα λαϊκά τραγούδια. Στο πρόγραμμα της επίσης εντάσσονται  ειδικά αφιερώματα σε καλλιτέχνες, σφραγίζοντας το ελληνικό τραγούδι. Αγαπημένες αλλά και ξεχασμένες μελωδίες, που προσεγγίζει ξεχωριστά και  δίνει την ευκαιρία στις νεότερες γενιές να τα ανακαλύψουν μέσα από νέες ενορχηστρώσεις και στους παλιότερους να φρεσκάρουν τις μνήμες τους. Σήμερα ανταμώνουμε τη Νάντια Καραγιάννη σε μια λεωφόρο που συνεχίζει να παλεύει δυναμικά για το καλό τραγούδι και τις αξίες που εκφράζει, όπως αυτό αποτυπώνεται στην ατόφια συνομιλία μας όπως το ρεμπέτικο τραγούδι – που η ίδια  υπηρετεί- και είναι η ατόφια ελληνική ψυχή, όπως έχει πει ο αξέχαστος Γιάννης Τσαρούχης.

 

Πριν από μερικές ημέρες κα. Καραγιάννη ο Δήμος Πειραιά σας τίμησε για την προσφορά σας στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου. Βεβαίως, εσείς έχετε δικαιωθεί στις συνειδήσεις του κόσμου που σας αγαπά και σας ακολουθεί, αλλά και σημαντικών συναδέλφων σας, ενώ ο μέγας Μίκης Θεοδωράκης έχει εκθειάσει τη φωνή σας. Πώς νιώσατε γι΄ αυτή την διάκριση;

Με βράβευσε η υπεύθυνη πολιτισμού του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά κα. Ειρήνη Νταϊφά. Πως να μη χαρεί κανείς , όταν βλέπει την προσπάθειά του να μετατρέπεται σε αγάπη από τον κόσμο; Αυτό με αναγκάζει να δουλεύω πιο σκληρά. Ο πολιτισμός δεν είναι μια μικρή υπόθεση. Όλοι πρέπει να συνεισφέρουμε σε αυτή την προσπάθεια. Η γνώμη του μεγάλου μας Μίκη Θεοδωράκη , είναι τίτλος τιμής για μένα, αλλά και υποχρέωση να δημιουργώ συνεχώς και νέα πράγματα.

 Τα πρώτα ερεθίσματα στο τραγούδι δεχθήκατε  από την οικογένειά σας,  όπου όλοι τραγουδούσαν. Αποτέλεσμα, εσείς και ο αδελφός σας, ο Μπάμπης Τσέρτος, να διαπρέψετε στο χώρο, ενώ τα τελευταία χρόνια βγήκε στο πάλκο και ο γιος σας, ο Νίκος Καραγιάννης, το μήλο που έπεσε κάτω από τη μηλιά. Δικαιολογημένα έχει ειπωθεί, ότι το ποιοτικό τραγούδι για σας είναι οικογενειακή υπόθεση.

Σίγουρα οι πρώτες επιρροές μου ήταν από το οικογενειακό μου περιβάλλον, αφού οι γονείς μου αγαπούσαν πολύ τη μουσική και ήταν καλικέδαλοι. Επίσης ο τόπος καταγωγής μου, τα Τρόπαια Αρκαδίας ήταν και είναι ένας πυρήνας, ένα δυνατό κύτταρο πολιτισμού. Στην πορεία το σχολείο μου, όπου πρωτοστατούσα σε όλες τις σχολικές εκδηλώσεις, μουσικές και θεατρικές. Σε ηλικία 11 χρονών άρχισα να μαθαίνω ακκορντέον σε παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών με καθηγητή τον Γιώργο Αγγελόπουλο, που κι αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα επιλογές μου. Έτσι ξεκίνησε το συναρπαστικό ταξίδι μου στο χώρο του τραγουδιού με αγάπη, μεράκι, καθαρότητα, ποιότητα, κατάθεση ψυχής, με ευαισθησία και μεγάλη εσωτερική μου ανάγκη. Ο αδελφός μου Μπάμπης Τσέρτος είναι ένας συνεπής άνθρωπος του χώρου της μουσικής και γενικότερα ως χαρακτήρας, που με πολλή δουλειά, μελέτη, αγάπη και αλήθεια έφθασε πολύ ψηλά και έχει κατακτήσει τις καρδιές του κόσμου. Ο γιός μου, ο Νίκος Καραγιάννης είναι ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης στο χώρο μας , που πορεύεται με αξίες. Είναι τραγουδιστής, δημιουργός και μουσικός και τώρα ετοιμάζει καινούργια τραγούδια για τον ίδιο και άλλους συναδέλφους του.

Αντιμετωπίσατε πολλά για να φθάσετε εδώ . Ήταν επώδυνη η διαδρομή σας; Γιατί τα προσόντα τα είχατε, αφού είσθε από τις λίγες ερμηνεύτριες με φωνή, που συγκινεί και ξεσηκώνει όλα τα ακροατήρια.

Θεωρώ τον εαυτό μου απλά εργάτρια της τέχνης. Το τραγούδι για μένα είναι έκφραση ψυχής. Είναι προσφορά στην αγάπη. Γι΄ αυτό και δεν τραγουδώ μόνο ένα είδος, αλλά όλα τα είδη, από κλασικά, έντεχνα, παραδοσιακά, ροκ, ερωτικά, λαϊκά, ακόμα και βαριά ρεμπέτικα. Δεν βρήκα το δρόμο που ακολούθησα στρωμένο με ροδοπέταλα. Το πάλεψα και συνεχίζω. Για μένα το τραγούδι είναι ένας αγώνας. Είναι πολύ δύσκολο ο κόσμος να σε αγαπά, να σε χειροκροτεί, να σε ακολουθεί σε κάθε σου εμφάνιση, κι ό,τι σου ζητά που τον ευχαριστεί εσύ να μπορείς να του το προσφέρεις.

Με την ίδια ξεχωριστή άνεση που εμφανίζεσθε στο Μέγαρο Μουσικής, τραγουδάτε  και στους μικρούς χώρους της ελληνικής επαρχίας και μαγεύετε το κοινό, ίσως γιατί η κατάθεσή σας στο τραγούδι δεν εμπορευματοποιήθηκε. Πόσο δύσκολο ήταν να το επιτύχετε αυτό;

Όπως έλεγε ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις, εκτιμώ και σέβομαι όσους εκτιμούν και χειροκροτούν την προσπάθειά μου. Δεν βάζω ποτέ ετικέτα στη φωνή μου. Τι σημαίνει «είσαι φωνάρα, είσαι καταπληκτική, είσαι θεά;». Εγώ δεν πιστεύω τίποτα από αυτά, γιατί απλούστατα είμαι η Νάντια. Κι αυτό τον τίτλο τον έχω κερδίσει με ιδρώτα.

Η Νάντια Καραγιάννη και ο  Νίκος Καραγιάννης

«…Οι νότες δίνουν ζωή, ρίχνουν φως, γεννούν ελπίδα. Ακόμα κι όταν απελπιστούμε, φωνάζουμε, Θεέ μου! Δηλαδή, γράφουμε μουσική επαληθεύοντας το ρηθέν , ότι «εκεί που αποτυγχάνουν οι λέξεις μιλάει η μουσική».

Χαίρετε της εκτίμησης και του θαυμασμού των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του Ελληνικού πενταγράμμου. Αναφέρω ενδεικτικά τους Γρηγόρη Μπιθικώτση, Μαρινέλλα, Βίκυ Μοσχολιού, Γιώργο Νταλάρα, Γιάννη Πάριο, Μανώλη Μητσιά, Δημήτρη Μητροπάνο. Ελένη Βιτάλη, Καίτη Γκρέυ, Στράτο Διονυσίου και πάρα πολλοί άλλοι με τους οποίους συνεργαστήκατε.

Το Ελληνικό τραγούδι είναι ένα όπλο, με το οποίο όλοι αυτοί οι μεγάλοι που αναφέρατε , το χρησιμοποιούν για να προβάλουν την Ελλάδα. Αυτός είναι και ο δικός μου στόχος. Το δικό μου όνειρο. Η δική μου ελπίδα. Να τα καταφέρω.

Όπως τον Στέλιο Καζαντζίδη αγκάλιασε η ξενιτιά, το ίδιο συνέβη και με εσάς. Τι έχετε να καταθέσετε για τους ξενιτεμένους μας;

Δεν μπορώ με καμία δύναμη να βάλω τον εαυτό μου δίπλα στο μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη. Είναι γνωστό, ότι εμείς οι Έλληνες, από τα πολύ παλιά χρόνια καταφέραμε, να φυτεύουμε Ελλάδες στα πέρατα του κόσμου. Οι Έλληνες πρόσφυγες είναι το κρυφό χαρτί της πατρίδας μας. Πώς να μην τραγουδήσεις γι΄ αυτούς; Πώς να μην τρέξεις, να βρεθείς κοντά τους και να τραγουδήσεις νοσταλγία, χαρά, τραγούδι από τον τόπο τους, να τους τραγουδήσεις Ελλάδα; Ναι, θα ήθελα να είμαι ένας θηλυκός Καζαντζίδης, αλλά αυτό δεν είναι κάτι εύκολο.

Έχετε τραγουδήσει όλα τα είδη. Τα πάντα. Τι είναι αυτό που σας έχει διαφύγει και επιθυμείτε πολύ να δοκιμάσετε;

Τραγουδώ τα πάντα αλλά ποτέ δεν έχω πιστέψει ότι έχω τραγουδήσει τα πάντα, γι΄ αυτό και ψάχνομαι συνεχώς. Κάθε μέρα βρίσκω μπροστά μου και κάτι άλλο και κάτι νέο. Δεν σας κρύβω, ότι θα ήθελα να τραγουδάω σαν τη Μαρία Κάλλας. Δεν τη ζηλεύω όμως, γιατί εγώ αντί για όπερες τραγουδάω Ελλάδα. Μου λένε, ότι ερμηνεύω καταπληκτικά τα δημοτικά μας τραγούδια και ότι ξεσηκώνω με τη φωνή μου τον κόσμο. Αυτό είναι αλήθεια. Η δημοτική και βυζαντινή μουσική είναι αστείρευτη πηγή. Ναι με μαγεύουν αυτά τα είδη μουσικής. Μου γεμίζουν τη ψυχή και αυτό μου αρκεί.

Μέσα στην κρίση που βιώνει η χώρα άλλαξαν πολλά για σας τους καλλιτέχνες. Αφού τα νυχτοκάμματά σας έπεσαν κατακόρυφα. Παρότι εσείς δεν υπήρξατε άπληστη , αυτό σας δημιουργεί έγνοιες και άγχος;

Τα νυχτοκάματα μπορεί να έπεσαν, αλλά το τραγούδι αντίθετα ανεβαίνει. Οι εταιρείες μπορεί να φτώχυναν και να μην πουλάνε cd’ς, αλλά από την άλλη το internet και το Facebook διαδίδουν και προσφέρουν δωρεάν πολιτισμό στον κόσμο. Ο προβληματισμός είναι απλός. Τα υψηλά μεροκάματα έκαναν το καλό τραγούδι ή το καλό τραγούδι φέρνει το μεροκάματο; Όταν όλος ο κόσμος υποφέρει, πώς εμείς οι καλλιτέχνες μπορούμε , έστω και να μιλάμε για αστρονομικά μεροκάματα. Θέλω να πιστεύω, λοιπόν, ότι επειδή δεν πέθανε το τραγούδι, σύντομα όλα θα γίνουν πολύ καλύτερα από πρώτα.

 Ποια είναι η γνώμη σας για το σύγχρονο τραγούδι. Ο Σεφέρης πολύ προφητικός είχε παραδεχτεί δημόσια: «Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει…»

Ο Σεφέρης πράγματι είχε δηλώσει, ότι φορτώσαμε το τραγούδι με τόσες μουσικές, που σιγά- σιγά θα το κάνουν να βουλιάξει. Σεβαστή η άποψή του, αλλά θα θεωρούσα τον εαυτό μου απαισιόδοξο, αν το έβλεπα κι έτσι. Είπα και προηγουμένως, ότι το Ελληνικό τραγούδι παρά την κρίση που περνάει η πατρίδα μας συνεχίζει να ζει και να ανεβαίνει. Η μουσική δεν παύει να είναι μουσική. Οι νότες δίνουν ζωή, ρίχνουν φως, γεννούν ελπίδα. Ακόμα κι όταν απελπιστούμε, φωνάζουμε, Θεέ μου! Δηλαδή, γράφουμε μουσική επαληθεύοντας το ρηθέν , ότι «εκεί που αποτυγχάνουν οι λέξεις μιλάει η μουσική».

Η αλήθεια της μουσικής βρίσκεται στη δόνηση εκείνη που παραμένει στο αυτί, όταν ο τραγουδιστής έχει τελειώσει το τραγούδι κα ο οργανοπαίχτης δεν αγγίζει πια τις χορδές κατά τον φιλόσοφο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν. Για εσάς;

Είναι γεγονός, όπως λέει και ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν , ότι η μουσική, η αλήθεια της μουσικής βρίσκεται στη δόνηση εκείνη που παραμένει στο αυτί, όταν σταματήσει ο ερμηνευτής να τραγουδά και οι οργανοπαίχτες κλείσουν τα όργανά τους. Δηλαδή, είναι η αίσθηση εκείνη που προσφέρει το καλό τραγούδι στον ακροατή του. Είναι η δόνηση που σε κάνει να θέλεις να το τραγουδήσεις , να το γράψεις στο μυαλό σου.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια κα. Καραγιάννη;

Ετοιμάζω με τους συνεργάτες μου και πολύ καλούς μουσικούς νέο ήχο σε παλιά κλασικά τραγούδια . Θα είναι κάτι σαν λεξικό των καλών τραγουδιών. Το πρώτο γκρουπάρισμα γίνεται με τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο και θα ακολουθήσουν κι άλλες μεγάλες τραγουδίστριες. Τα τραγούδια της Βέμπο θα παρουσιαστούν στο Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Atheneum Μαρία Κάλλας στις 18 Απριλίου. Παράλληλα ετοιμάζω δύο cd΄ς με νέα τραγούδια , που σύντομα θα ολοκληρωθούν.

Η ηθοποιός Αγγελική Καρυστινού συνομιλεί με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«…επιτρέπουμε στον παραλογισμό να γεννηθεί, καταρχάς, και στη συνέχεια να αναπτυχθεί και να γίνει κανόνας».

Όταν πέσει η αυλαία μιας παράστασης και δεν πρωταγωνιστεί στο θέατρο, προετοιμάζεται για την επόμενη. Όταν δεν εργάζεται ως ηθοποιός, δηλαδή, όταν δεν «τρέχει» ρόλο, τότε, σκηνοθετεί. Όταν τελειώνουν οι πρόβες διδάσκει θέατρο. Όταν δεν διδάσκει, γράφει θεατρικά κείμενα, βιβλία, παρακολουθεί θέατρο, σινεμά. Η ημέρα της Αγγελικής Καρυστινού είναι ένα άοκνο εικοσιτετράωρο γεμάτο Τέχνη.

Ηθοποιός υψηλών προδιαγραφών που την απόλαυσα φέτος στην επιτυχημένη θεατρική παράσταση σε κείμενο του Γιάννη Λασπιά και σκηνοθεσία του Πάνου Κούγια «Camille Claudel Mudness» μαζί με την εξ΄ ίσου υπέροχη Μάνια Παπαδημητρίου. Δυο γυναίκες, πραγματικές θύελλες επί σκηνής σε έναν εκπληκτικό εσωτερικό διάλογο, μια κραυγή για την θέση της δημιουργικής Θηλυκής Αρχής στις «πράξεις» της ανδροκρατούμενης, φοβικής κοινωνίας που την θέλει στην άκρη.

Από το πλούσιο βιογραφικό της Αγγελικής Καρυστινού, αναφέρω πρωτίστως, ότι γεννήθηκε στην Αθήνα, ενώ στην συνέχεια σπούδασε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν.

Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη σκηνοθεσία στην East15- University of Essex, όπου έλαβε διάκριση, και παρακολούθησε το εκπαιδευτικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα του GITIS στην Μόσχα. Οι σκηνοθετικές της δουλειές περιλαμβάνουν τα έργα: «Η πτωτική άνοδος του Αρτούρο Ουι» του Μ. Μπρεχτ στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, «Το γαϊτανάκι του Α. Σνίτσλερ» στο Βeton 7, «Κυρία Λώρα»  της Μ. Καραπάνου στο Κτίριο elculture,  «A Chandelier in my Kitchenette» του Ken McLoone, στο Φεστιβάλ Brighton Fringel, «No dogs in this fight», performance βασισμένη στα Ημερολόγια του Νιζίνσκι στο The Garage της Αγγλίας. Έχει γράψει κείμενα για το θέατρο, αλλά κι ένα παιδικό βιβλίο, «Το μεγάλο ταξίδι της Μαριάνθης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Δίδαξε το μάθημα  της υποκριτικής και του αυτοσχεδιασμού, στην Ανώτερη  Δραματική Σχολή Πράξη Επτά, στην Ανώτερη Δραματική  Σχολή Πέτρας και στο Θέατρο των Αλλαγών.

Περιέγραψε μας την καινούργια συνεργασία σου και την ηρωίδα που υποδύεσαι, η οποία, όπως πληροφορήθηκα δημοσιογραφικά, είναι σπουδαία.

Η καινούργια ηρωίδα είναι η Μάργκαρετ από το «Αριζόνα» του Χουάν Κάρλος Ρούμπιο, που ανεβαίνει από το ΔηΠεΘε Ρούμελης σε σκηνοθεσία Βασίλη Σκαρμούτσου, μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και εκτός από μένα παίζει και ο Στράτος Σωπύλης. Η Μάργκαρετ, λοιπόν, είναι μια καθημερινή γυναίκα από την Αμερικανική επαρχία, παντρεμένη με έναν εθνικιστή πατριώτη. Εκείνη όμως πάντα αμφιβάλλει για τις ιδέες του, πάντα ψάχνει τη λογική σε ό,τι ακούει, παρόλο, που καταρχάς μοιάζει αδιάφορη ,και ίσως είναι κιόλας για όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια της. Φτάνει τελικά στο σημείο να υψώσει τη φωνή της και να αντιδράσει, πράγμα όμως που θα το πληρώσει ακριβά αλλά δεν θα είναι και η μόνη σε αυτή την ιστορία. Το έργο καταγράφει, γενικώς, πώς ξεκινάει και θεριεύει ο φασισμός και ο ρατσισμός και σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν νικητές παρά μόνο χαμένοι.

Ποια είναι αυτά τα ιδιαίτερα, αιχμηρά, τα ορατά ή τα αόρατα, στοιχεία του χαρακτήρα τής Μάργκαρετ, που σε έκαναν να επιλέξεις τον ρόλο;

Δεν επέλεξα τον ρόλο αλλά τη συνεργασία. Γενικά, δεν επιλέγω με κριτήριο τους ρόλους, παρά σπάνια. Στην Μάργκαρετ βλέπω όλα εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν σε ακραία φαινόμενα να αναπτύσσονται, όπως ο φόβος η αδιαφορία, αλλά κι εκείνα που θα μας προστατεύουν από αυτόν. Επίσης είναι δύσκολο να πετύχεις την ισορροπία ανάμεσα στην αθωότητα που έχει η Μαργκαρετ και τη συνείδηση.

Η ηρωίδα μετασχηματίζει τις καταστάσεις ή απλά με την εμφανή, προς την αδιαφορία στάσης της, ακολουθεί τα γεγονότα;

Όχι, συνεχώς κάνει ερωτήσεις υποσκάπτει το σχέδιο. Σταδιακά γίνεται εκείνη ο εχθρός του άντρα της.

Δηλαδή, μέσα από την προτεινόμενη αθωότητα την ανάλαφρη συμπεριφορά της, δημιουργεί πεδίο αντίθεσης;

Ναι, κι επειδή εκείνη έχει την ενσυναίσθηση και την λογική καταλαβαίνει και αποκαλύπτει τον  παραλογισμό των ισχυρισμών του. Είναι περίεργο, γιατί όταν  πρωτοδιαβάζεις το κείμενο μοιάζει λίγο σαν χαζή αλλά όταν αρχίσεις να δουλεύεις τον ρόλο και να ψάχνεις τον τρόπο σκέψης της, τότε,  συνειδητοποιείς ότι αυτή ξέρει τα πάντα από πριν απλώς τα ανέχεται. Κάποια λοιπόν στιγμή φτάνει στο αμήν και  αντιδράει .Είναι η πρώτη φορά που παίζω έναν ρόλο ο οποίος έχει διαφοροποιηθεί στη διάρκεια των προβών τόσο αισθητά από την αίσθηση που είχα στην πρώτη ανάγνωση. Αυτή η συγκεκριμένη διαδρομή είναι που κάνει μεγάλη εντύπωση.

Φωτό από την τελευταία θεατρική παράσταση σε κείμενο του Γιάννη Λασπιά και σκηνοθεσία του  Πάνου Κούγια «Camille Claudel Mudness», η Αγγελική Καρυστινού με την Μάνια Παπαδημητρίου

Στην απόδοση του καινούργιου ρόλου αντιμετώπισες δυσκολίες;

Ναι, όπως σε κάθε ρόλο, βέβαια . Η ηρωίδα του έργου, όμως είναι περίεργη γιατί όλα  πρέπει να συμβαίνουν χωρίς να δείχνει απολύτως τίποτα και ταυτόχρονα να ακροβατείς ως ηθοποιός σε μια ακραία κατάσταση με χιούμορ.

Προφανώς, το έργο ιχνηλατεί και καταγράφει, συν τοις άλλοις, το φυλετικό και το εθνικιστικό θέμα σε μια περίοδο, που για τον δυτικό, τουλάχιστον, κόσμο είναι σε έξαρση.

Ακριβώς! Μάλιστα, μέσα από δυο απλούς ανθρώπους της διπλανής  πόρτας, όπως θα  λέγαμε, υπενθυμίζοντας τελικά αυτό που έχει αποδείξει η ιστορία: Ό,τι όλοι έχουμε ευθύνη.

Ευθύνη σε τι ακριβώς; 

Επειδή επιτρέπουμε στον παραλογισμό να γεννηθεί, καταρχάς, και στη συνέχεια να αναπτυχθεί και να γίνει κανόνας, όπως συνέβη, ας πούμε, με τον ναζισμό. Δεν βαραίνει μόνο τον Χίτλερ η ιστορική ευθύνη, αλλά όλους: Όπως τον λαό που τον ψήφισε και τον ανέχτηκε, τους συμμάχους που έκαναν τα στραβά μάτια, το κεφάλαιο που θησαύριζε από τα εγκλήματά του.

Η ευθύνη, λοιπόν, είναι αποκλειστικά δική μας. Όταν όμως οι άνθρωποι, ο λαός – και κατά τον τελευταίο προσφιλή χαρακτηρισμό «ο όχλος» έχει χάσει τα αυγά και τα πασχάλια από μύρια όσα προβλήματα, που τον μαστιγώνουν αλύπητα, λογικό δεν είναι να εναποθέσει τις «ελπίδες» του σε αυτόν που υπόσχεται τα πολλά και τα ωραία; Επίσης σε τέτοιου είδους στιγμές και σημαντικές ιστορικές περιόδους, ως γνωστόν, εκκολάπτεται και το «αυγό του φιδιού». Ο κακώς εννοούμενος εθνικισμός, ο φυλετισμός, τα μίση, τα πάθη, η καταστροφική εσωστρέφεια. Σημεία που χαρακτηρίζουν τον αμαθή και χειραγωγούμενο άνθρωπο. Είναι, τελικά, αποκλειστικά μόνο δική του η ευθύνη;

Προσωπικά θεωρώ, πως ναι! Θα δανειστώ έναν στίχο του Γκαίτε από τον Φαουστ: «Όποιος την Ιστορία του δεν ξέρει, το πώς και το γιατί, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια στο σκότος της αμάθειας μένει και ζει μονάχα από τη μια στην άλλη μέρα». Επίσης, τι είναι αυτό το καλό που του υπόσχονται αλήθεια ; Και πώς κάποιος υποστηρίζει τόσο στενόμυαλα μια τυχαιότητα, δηλαδή, την εθνικότητα του με κόστος την ανθρώπινη ζωή. Η κατάληξη πάντα είναι, πως άνθρωποι χάνονται. Και είναι πάντα η ίδια. Αυτό αλίμονο όποιος ισχυριστεί ότι δεν το ξέρει.

«…όσο αφορά την τέχνη θεωρώ ότι λειτουργεί κατά βάση παρηγορητικά και αν τα καταφέρει, ως τροφή για σκέψη»

Ως πολίτης, ως γυναίκα καλλιτέχνις, αλλά και ως καθηγήτρια θεατρολογίας, που έχεις κοντά σου νέους ανθρώπους και τους διδάσκεις την μυητική τέχνη, όπως είναι το θέατρο, τι προτείνεις για να αλλάξει όλη αυτή η νοσηρή νοοτροπία που σχεδόν τόσους αιώνες ταλανίζει τον άνθρωπο;

Δεν θα αλλάξει, δεν άλλαξε ποτέ συνολικά. Πάντα, όμως, υπάρχουν εξαιρέσεις μικρές ή μεγάλες φωνές που κάνουν μικρά βήματα. Τώρα, όσο αφορά την τέχνη θεωρώ ότι λειτουργεί κατά βάση παρηγορητικά και αν τα καταφέρει, ως τροφή για σκέψη.

Συμφωνώ, ότι  ο άνθρωπος δεν αλλάζει μέσα από την Τέχνη, αλλά σίγουρα αναζωογονείται, λαμβάνει δύναμη, δροσίζεται το μέσα του, όπως προείπες. Ο χώρος της τέχνης, αυτή την στιγμή, σε τι κατάσταση βρίσκεται στην χώρα μας;

Ο πολιτισμός τα κάνει όλα αυτά, αλλά εμείς εδώ ως κράτος δεν τον έχουμε σε υπόληψη μεγάλη. Το θέατρο συγκεκριμένα περνάει δύσκολες ώρες. Παραγωγές γίνονται πολλές, δημιουργικότητα υπάρχει, όμως η δημιουργία, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο, χρειάζεται μέριμνα κι αυτή δεν υπάρχει. Να το πούμε πιο απλά: Σήμερα ο κάθε καλλιτέχνης στο θέατρο κάνει τέσσερις δουλειές για να τα βγάλει πέρα και το πιο πιθανό είναι, ότι κάποιες από αυτές να μην έχουν καμία σχέση με την τέχνη του. Ακόμα κι αν έχουν, απλώς, δεν μπορεί να δημιουργήσει, παρά μόνο να παράξει. Τώρα, το κοινό δεν ξέρω αν όντως έχει ανάγκη αυτή την παραγωγή αν πραγματικά ηχεί μέσα του όλο αυτό και τι τελικά αποκομίζει. Πρέπει να συνεχίσουμε, γιατί κάποτε θα υπάρξει μια βελτίωση. Πάντα υπάρχει μια βελτίωση και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αυτή.

Στην ζωή σου είσαι αισιόδοξη;

Όχι, απλώς ξέρω πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα ούτε το καλό ούτε το κακό.

Προλαβαίνεις να διαβάζεις;

Ναι όχι όσο παλιά αλλά διαβάζω πολύ

Γνωρίζω, πως βλέπεις πολύ σινεμά. Ποιά ταινία τελευταία σου άρεσε;

Α, μου βάζεις δύσκολα. Αρκετές είναι, αλλά έτσι στα γρήγορα ξεχωρίζω το «Πάτερσον» του Τζιμ Τζάρμους, όπως μου άρεσε πολύ και η «Δουνκέρκη».

Στην πορεία της ζωής σου κινείσαι με σκοπό ή στόχους;

Η πορεία μου πλέον δεν έχει πάρα μόνο πολύ μικρούς στόχους της αυριανής μέρας. Τα υπόλοιπα πια μου φαίνονται αστεία. Το μόνο που έχει, μάλλον, σημασία είναι να μαθαίνεις κάτι και να κάνεις κάθε μέρα κάτι καλό για τους άλλους.

Εύχομαι πάντα επιτυχίες, και ευχαριστώ τα μέγιστα για την συζήτηση μας.

Εγώ, ευχαριστώ πολύ για όλα

Ο Mάνος Κοντολέων συνομιλεί με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά…»

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει περίπου 60 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια). Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Κάποια έργα του έχουν διασκευαστεί και παρουσιαστεί στο θέατρο και στην τηλεόραση, ενώ κάποια άλλα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ταϊλάνδη. Βιβλία του έχουν κερδίσει πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί επίσης δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν

 

«Επειδή υπάρχει πάντα κάποιος που θα τον  αγαπώ, όπως αγαπά ο γονιός το παιδί, ο παππούς το εγγόνι του. Μα κι επειδή με τις ιστορίες δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος» Γι αυτό κύριε Κοντολέων αφιερώνετε τα «Φιλαράκια» σας στον μικρό Μάνο, που για  σας είναι

Ναι, είναι ο εγγονός μου. Καθώς μια νέα σχέση μπήκε στην ζωή μου, θέλησα  να την κατανοήσω. Κάτι παρόμοιο έχω κάνει και με τα πρώτα μου βιβλία. Τότε αναζητούσα με τη δική τους βοήθεια να ξεδιαλύνω την ουσία των συναισθημάτων μου με τους γονείς μου, με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου. Η γραφή από τη μια και οι στενές προσωπικές σχέσεις από την άλλη, αποτελούν κεντρικό πυλώνα των συγγραφικών μου αναζητήσεων.

Πάνω σε αυτό και διορθώστε με, γιατί έχω την αίσθηση ότι τα εγγόνια συχνά προσφέρουν  μεγαλύτερη τρυφερότητα, χαρά αναπτέρωση, συναισθήματα εντονότερα  κι από εκείνα που αισθανόμασταν, τότε, για τα παιδιά μας. Είναι η ηλικία  που μας «μαλακώνει» και γινόμαστε πιο ευάλωτοι στα μικρά αυτά πλάσματα;

Η κάθε σχέση έχει τη δική της ταυτότητα και απαιτεί ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης για να την κατανοήσουμε. Οι γονείς μπορεί να μας βοηθήσουν να ξεκαθαρίσουμε το παρελθόν μας, ο σύντροφος να αποφασίσουμε το σήμερα, τα παιδιά μας το μέλλον. Το εγγόνι προσφέρει από τη μια την επαναφορά της ανεμελιάς της παιδικής ηλικίας και από την άλλη τη συνειδητοποίηση πως το τέλος πλησιάζει. Ο παππούς με τον εγγονό του παίζει σαν ένα σκανταλιάρικο αγοράκι και την ίδια στιγμή τον κοιτά με ένα βλέμμα αποχαιρετισμού.

Τα περισσότερα βιβλία  σας στηρίζονται στη δική σας παιδική ηλικία Που ήταν χαρούμενη εν γένει;

Ήταν μια περίοδος της ζωής μου που  με βοήθησε να εδραιώσω μέσα μου την αξία που μπορεί να έχει η ασφάλεια της οικογενειακής θαλπωρής καθώς την περικυκλώνει η αγριότητα της κοινωνίας. Αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου ήταν ένα θώρακας, με μάθανε πώς να αγαπώ αλλά και πώς να προστατεύομαι.

Φαντάζομαι  τους  δικούς  σας ανθρώπους ανεκτικούς; Και αληθεύει ότι η μητέρα σας ενεθάρρυνε να καταπιαστείτε με το γράψιμο;

Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά. Ο πατέρας μου μού  τεκμηρίωνε τη Γνώση, η μητέρα μου την ίδια αυτή Γνώση την έκανε ιστορίες. Και βέβαια από τα πρώτα, πρώτα χρόνια της ζωής μου με μάθαινε και οι δυο πως τα βιβλία μπορεί να είναι και έκφραση αγάπης.

«όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες».

Κοιτάζοντας πάλι πίσω Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι στείλατε το πρώτο σας γραπτό στην περίφημη για την εποχή «Διάπλαση  των Παίδων». Θυμάστε το στόρι ίσως; Αλήθεια ξαναβγήκε ένα  τέτοιο, πολύτιμο περιοδικό, έστω παρόμοιο, κάπου στην Ευρώπη;

Ο πατέρας μου με είχε γράψει συνδρομητή στο περιοδικό και με αγωνία το περίμενα κάθε δεκαπενθήμερο. Και ποτέ μου δε θα ξεχάσω με πόση αγωνία αναζητούσα  στις τελευταίες του σελίδες τη γνώμη των συντακτών για τις μικρές ιστορίες που έστελνα, τη χαρά μου όταν έβλεπα κάποιες από αυτές να δημοσιεύονται, την πίκρα μου όταν κάποιες απορρίπτονταν. Ναι, όλο το εύρος της συγγραφής από τη «Διάπλαση» το πρωτογνώρισα. Όλα τα κείμενα μου τα θυμάμαι και έχω κρατήσει τα τεύχη που είχαν δημοσιευθεί. Και η πρώτη ιστορία – για ένα γατάκι που πέθανε –  έχει γίνει η βάση και σε «ενήλικα» κείμενά μου. Όχι, τέτοια πια περιοδικά δεν υπάρχουν. Αλλάξανε οι καιροί. Δεν έχει νόημα να ζητά κανείς να επαναλαμβάνονται συνθήκες που η ίδια η ζωή τις έχει καταργήσει.

Κι όμως,  εσείς παρά την έφεση στο γράψιμο δεν μπήκατε με τη μία στον χώρο. Πρώτα σπουδάσατε κάτι πολύ πιο πρακτικό. Γιατί αυτό;

Από τότε που ήμουνα παιδί και έφηβος λάτρευα τη λογοτεχνία. Λάτρευα την ελευθερία που χαρίζει στη σκέψη, το πέταγμα που προσφέρει στο συναίσθημα. Και ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει και η κριτική ματιά προσέγγισης των κειμένων, δεν μπορούσα να δεχτώ τη στενή έννοια μιας φιλολογικής  προσέγγισης τους. Τα μαθηματικά και οι νόμοι της φυσικής έχουν μια ουσιαστική και άμεση συνέπεια. Με βοήθησαν να μάθω και να γράφω και να κρίνω. Αλλά ασφαλώς δεν μείνανε μόνιμα στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ταυτότητά μου.

Από το 1969 που πρωτοξεκινήσατε τα γραπτά μέχρι σήμερα ,κάνοντας καμιά φορά σούμα, πιο πολλές ήσαν οι χαρές από τις απογοητεύσεις;

Πολλά θα ήθελα να είχα κάνει, πολλά ήταν και αυτά που έκανα. Ο απολογισμός βγαίνει θετικός. Αλλά από ένα σημείο και πέρα δε με απασχολεί πλέον ο απολογισμός του παρελθόντος, αλλά η ανάλυσή του. Κι όχι για να μετανιώσω ή να χαρώ για μια πράξη μου, αλλά για να σχεδιάσω τις μελλοντικές μου πράξεις και κυρίως τις μελλοντικές μου αποφάσεις.

Με τι τρόπο γράφετε ; Σαν κανονική εργασία με ωράριο, με μουσική, την νύχτα με ησυχία;

Με τον ρυθμό που αναπνέω. Η γραφή είναι για μένα η ζωή μου.

Γράφετε μυθιστορήματα, δοκίμια, νουβέλες, παραμύθια Αν προτιμούσατε  λίγο παραπάνω ένα είδος αυτό ποιο θα ήταν;

Αφού εγώ έχω γράψει όλα αυτά τα είδη, σημαίνει πως όλα τα αγάπησα και τα αγαπώ. Δεν τα ξεχωρίζω. Ασχολούμαι με το καθένα από αυτά ανάλογα με την προσωπική μου διάθεσή. Συνηθίζω να λέω πως: όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες.

Το παιδικό βιβλίο χωρίς την ανάλογη ωραία εικονογράφηση δεν λέει ,έτσι δεν είναι;

Θεωρώ πως η βάση κάθε λογοτεχνικού έργου είναι και πρέπει να είναι το κείμενο. Από εκεί και πέρα μια εικονογράφηση που διαθέτει αισθητική και συνομιλεί με τις φράσεις, ασφαλώς και προσφέρει. Αλλά, δυστυχώς, έχουμε πια πολύ συχνά εικονογραφημένα, παιδικά βιβλία που διαθέτουν όμορφη εικονογράφηση και κακό κείμενο. Και αυτό δεν είναι καλό. Και οι γονείς αντί να επιλέξουν με προτεραιότητα την ποιότητα του κειμένου, μένουν στον εντυπωσιασμό των εικόνων. Φαινόμενα της εποχής μας κι αυτά.

Στα «Φιλαράκια» μιλάτε για την σχέση παππού κι εγγονού. Στην ουσία αναφέρεστε όμως σε μια κληρονομιά από την μια γενιά στην άλλη;

Μα έτσι είναι πάντα οι ουσιαστικές σχέσεις. Και δεν υπάρχουν μόνο κληροδοτήματα, αλλά και δωρεές. Θέλω να πω πως ο παππούς δίνει το απόσταγμα της πείρας του και ο εγγονός τη φρεσκάδα της νιότης του. Και οι δυο κερδισμένοι, εν τέλει.

Μάνος Κοντολέων: «Φιλαράκια» – Εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο Αργύρης Παυλίδης μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…καμιά φορά τα απογεύματα, κοιτάζοντας από το παράθυρό μου το μπαλκόνι του χρυσαυγίτη της γειτονιάς,  με την τεράστια γαλανόλευκη να σκονίζεται επί ματαίω, νομίζω, ότι είμαι ήρωας του Όργουελ»

Σεμνός ηθοποιός και σκηνοθέτης ο Αργύρης Παυλίδης ανταποκρινόμενος στην πρόκληση των καιρών δημιουργεί δίνη επί σκηνής με τις επιλογές του, παίζοντας έργα ανοιχτής διαμαρτυρίας, που βγάζουν το κοινό από το αδιέξοδο,  όταν, βέβαια, είναι υποψιασμένο. Οι θεατρόφιλοι εμπιστεύονται το ένστικτό του και τον ακολουθούν για να ζήσουν μαζί του το όνειρο της μεγάλης αυταπάτης. Την θεατρική εμπειρία, σαν σημάδι που δεν σβήνει. Σαν αυτό που αφήνει η νέα του παράσταση «H στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι – Χειρόγραφον Έλληνος υπαξιωματικού». Μια αληθινή ιστορία γραμμένη από έναν ανώνυμο συγγραφέα…από την Πόλη έως την Αθήνα και από την φυλακή της Χαλκίδας, στα βουνά της Αταλάντης. Μια παράσταση για την αληθινή ιστορία ανεβασμένη από τον Αργύρη Παυλίδη με χιούμορ και στυλ, που παίζεται κάθε Τετάρτη στο θέατρο Λύχνος. Η συζήτησή μας άμεσα συνυφασμένη με την ιστορία, Χαρισματικός ο Αργύρης επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του μέσω της θεατρικής τέχνης άμεσα και ακαριαία, όπως με τον ανώνυμο υπαξιωματικό του Ελληνικού στρατού που αντιμετωπίζει τώρα…

«Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι» από το Χειρόγραφον Έλληνος υπαξιωματικού, που παρουσιάζετε επί σκηνής, κρύβει μόνον πικρές αλήθειες , όπως τονίζετε στο σημείωμά σας. Εν τέλει, κ. Παυλίδη ισχύει αυτό που λένε, ότι «Αν από την ιστορία αφαιρεθεί η αλήθεια γίνεται μυθιστόρημα;»

Ένας νεαρός μορφωμένος Κωνσταντινουπολίτης γράφει ότι έζησε στην πατρίδα μας στον καιρό των Βαυαρών. Αν εμείς συλλέγουμε πίκρα από την αλήθεια στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, τότε μάλλον δεν έχουμε αλλάξει την σπορά. Η πορεία του ανθρώπου στον χρόνο είναι γεμάτη από δικαιολογημένο, επιβεβλημένο, αναγκαίο, ανείπωτο σε όλες τις περιπτώσεις πόνο και βρίθει από ηρωικούς, δοξασμένους, τιμημένους, φρικιαστικούς σε όλες τις περιπτώσεις θανάτους. Αν αφαιρέσεις τα επίθετα, τα διότι, την ιστορική  αναγκαιότητα όπως λέμε, τα άλλοθί μας δηλαδή,  για την βάρβαρη συμπεριφορά μας απέναντι στην ζωή, θα έχεις ένα αποτρόπαιο μυθιστόρημα που κανείς δεν θα θέλει να διαβάσει.

Η Μεγάλη Ιδέα γεννήθηκε στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, και  βασικά χαρακτηριστικά της ήταν ο αλυτρωτισμός και η ληστεία. Επρόκειτο για ουτοπία ή δεν ευοδώθηκε λόγω προδοσίας, όπως ισχυρίζονται πολλά ιστορικά αναγνώσματα;

Η Ευρώπη τον 19ο αιώνα είναι γεμάτη από εθνικιστικά κινήματα και το καθένα έχει την δική του Μεγάλη Ιδέα. Κάτι σαν τα σημερινά βαλκάνια, ας πούμε. Ακολούθησε μακρά περίοδος αναταραχών. Σαν αυτή που σήμερα όλοι  απευχόμεθα. Πληρώσαμε πολύ ακριβά το 1922, εκείνη την ομιλία του Κωλέττη στα 1844. Δεν ξέρω πόσο προδότης είσαι, όταν ακολουθείς το εφικτό και δεν θυσιάζεσαι για την εθνική ουτοπία, αλλά είμαι σίγουρος για το μεγάλο ποσοστό συνενοχής του δημαγωγού στην προδοσία και στην αναίτια θυσία.

«Όποιος την ιστορία του την ίδια δεν ξέρει, το πως και το γιατί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, στης αμάθειας το σκοτάδι μένει και ζει μονάχα από την μια μέρα στην άλλη», μάθαμε από τον Γκαίτε.  Είναι γεγονός, εκτός των άλλων, ότι η εκμάθηση της ιστορίας βοηθά στην κριτική σκέψη;

Το αποτέλεσμα των Ιταλικών εκλογών και η ενδυνάμωση παντός είδους φασιστοειδών στον κορμό των κοινωνιών της Ευρώπης, θρυμματίζουν μέσα μου τις όμορφες λέξεις, Γκαίτε, Ιστορία, εκμάθηση, κριτική σκέψη και τις σχεδόν αυτονόητες απαντήσεις, σε μια συζήτηση ανθρώπων που γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή. Γιατί έτσι ξαφνικά, ή ίσως όχι και τόσο, αλλά χαμπάρι δεν πήρα πώς, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ όλο αυτό το τεράστιο κίνημα για την Ειρήνη και την ελεύθερη δημιουργική ζωή που βγήκε από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Σαν να μην έγραψε ποτέ ο Μπρεχτ, σαν να μην έπαιξε ποτέ στις πλατείες ο Ντάριο Φο, σαν να μην γνωρίσαμε ποτέ τον  Ιάκωβο Καμπανέλλη, σαν να μην είδαμε ποτέ «Το αυγό του φιδιού», «Την πρόβα ορχήστρας», «το 1900». Έτσι ξαφνικά ή ίσως όχι και τόσο, χαμπάρι δεν πήραμε πώς.

Από την άλλη ο Ισπανός φιλόσοφος Σανταγίανα θεμελιώνει την άποψη, που λέει, ότι «όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει». Διαβάζοντας ιστορία είναι γεγονός, ότι μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις για το μέλλον και να αποφύγουμε τα λάθη των προηγούμενων γενεών ;

«Ρε φίλε, πώς ήτανε στην χούντα;» Με ρώτησε ο ταξιτζής στον δρόμο για το θέατρο, ποντάροντας στο εμφανώς προκεχωρημένο της ηλικίας μου. «Φρίκη, αλλά διάβασε κάνα βιβλίο του Κοροβέση, θα καταλάβεις», απαντάω ενστικτωδώς. «Τι; Δεν διαβάζω, δεν προλαβαίνω», μου λέει. «Εγώ όμως διαβάζω. Και καμμιά φορά τα απογεύματα, κοιτάζοντας από το παράθυρό μου το μπαλκόνι του χρυσαυγίτη της γειτονιάς,  με την τεράστια γαλανόλευκη να σκονίζεται επί ματαίω, νομίζω, ότι είμαι ήρωας του Όργουελ και από το παράθυρό μου περνούν Ισπανοί, Ιταλοί και Γερμανοί μελανοχιτώνες.

Θα έλεγα ότι η παράσταση που ανεβάσετε δίνεται την κατάλληλα χρονική στιγμή, ενώ  τα εθνικά μας θέματα, βλέπε Μακεδονικό και τουρκική απειλή αναζητούν λύσεις και τα έδρανα της βουλής αδιαφορούν για το εθνικό συμφέρον. Γι’  αυτό θεατροποιήσατε το χειρόγραφον του Έλληνος υπαξιωματικού;

Όχι καθόλου. Αγαπάω την ιστορία του δεκαοκτάχρονου Φαναριώτη πιτσιρικά, από τότε που την διάβασα πριν πολλά-  πολλά χρόνια. Είναι ένας νέος με ιδανικά που ακολουθεί την περιπέτεια της γενιάς του. Θα ζήσει στην Ελλάδα του Όθωνα και θα γράψει γι’  αυτήν. Ανώνυμα. Για να το βρούμε εμείς 150 χρόνια μετά. Με γοητεύει το υποδόριο χιούμορ με το οποίο ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το διαρκές παράδοξο της συγκατοίκησης των Ιδεών και της νιότης με την ανάγκη. Και τώρα που το λέμε, μάλλον έχει δίκιο ο Αλκαίος: «Όταν η ανάγκη γίνεται ιστορία, τότε η ιστορία γίνεται σιωπή».

 

«…καμία κοινωνία δεν άλλαξε από παραστάσεις, πίνακες ζωγραφικής ή ποιήματα»

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που πολλοί νέοι άνθρωποι δεν είναι συνδεδεμένοι με την πρόσφατη Ιστορία. Όχι όπως οι μεγαλύτεροι τουλάχιστον. Πιστεύετε ότι ο ρόλος του θεάτρου είναι σημαντικός σε αυτό το ζήτημα;

Οι θεατρίνοι προσπαθούν να αφουγκραστούν την κοινωνία, να ερμηνεύσουν τα πάθη της, να γνωρίσουν τα παλιά και να προφητεύσουν τα μελλούμενα, κάθε φορά στις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής τους. Οι σημερινοί νέοι έρχονται στο θέατρο και υπάρχουν γοητευτικές παραστάσεις που απορρέουν από την πρόσφατη ιστορία μας. Και έναν να κερδίσεις, σημαντικό είναι.

Σας έχουν χαρακτηρίσει ως τον θρυλικό μεταγλωττιστή, αφού έχετε δανείσει τη φωνή σας σε εκατοντάδες σειρές που αγαπήσαμε. Οι παλαιότεροι σας θυμούνται  ως Τέρι στην Κάντι Κάντι, οι πιο νέοι ως Γιούγκι Μότο στο Yu-Gi Oh, στον Αστερίξ στην νέα μεταγλώττιση, τον παππού στα Rugrats και άλλα πολλά. Τι εισπράξατε μέσα από αυτή  τη διαδρομή;

Κατ’ αρχήν το επίθετο «θρυλικός» από μόνο του έχει τρελή πλάκα. Επίσης, οι νεώτεροι πονηροί συνεργάτες μου με λένε Τοτέμ της μεταγλώττισης πίσω από την πλάτη μου και νομίζουν πως δεν το ξέρω. Η αλήθεια είναι πως το Τοτέμ μού αρέσει πιο πολύ. Εκτός από αυτά, χιλιάδες εργατοώρες σε σκοτεινά υπόγεια, όρθιος μπροστά σε μικρόφωνα και οθόνες, κανα δυό ψυχοσωματικά, πολλά σφιξίματα δοντιών για να  βγάλω την εγγραφή και μια μεγάλη, πολύ- πολύ μεγάλη χαρά για όλο αυτό.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τα έργα που ανεβάζετε, κ. Παυλίδη;

«Η Τρέλα». Λ. Αντριεγεφ, «ο Αρχιτέκτονας και ο Αυτοκράτορας της Ασσυρίας». Φ.Αραμπαλ. «Ιλιάδα». Ομήρου. «Χειρόγραφον Έλληνος υπαξιωματικού». Ανωνύμου. Προσπαθώ να βρω το συνδετικό, τα κριτήρια που λέτε. Είναι κείμενα που με στοιχειώσανε στην πρώτη μου νεότητα και ήθελα να τα δω στην σκηνή. Τώρα μου απομένει μόνο «Το εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», του Πετρόπουλου. Μετά θα αναζητήσω καινούργια στοιχειά,  γιατί δεύτερη νεότητα δεν έχει.

Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος ρόλος σας ως τώρα;

Ο ανώνυμος υπαξιωματικός του Ελληνικού στρατού που αντιμετωπίζω τώρα…Έπρεπε να εγκολπωθώ την ιδιαιτερότητα της φαναριώτικης καθαρεύουσας για να αποκαλυφθεί ένα ζωντανό, ζουμερό, αστείο, ταξιδιάρικο κείμενο στην αυθεντική γραφή του.

Το ευτύχημα είναι ότι μέσα στην παρακμή υπάρχει δημιουργία; Αυτό σας κάνει αισιόδοξο;

Η αλήθεια είναι πως η καλλιτεχνική δημιουργία είναι διέξοδος σε συνθήκες παρακμής και ενέχει την ψευδαίσθηση της αφύπνισης συνειδήσεων. Ωστόσο, καμία κοινωνία δεν άλλαξε από παραστάσεις, πίνακες ζωγραφικής ή ποιήματα.

Οι ηθοποιοί ζήσατε έντονα την κρίση. Έχουν μειωθεί πολύ οι απολαβές σας;

Οι απολαβές είναι θέμα διαχείρισης. Και υψηλές που ήταν με την αποταμίευση δεν το ’χω. Μου λείπουν μόνο τα καθημερινά μεσημεριανά κεντρικά εστιατόρια της πόλης.

Είσθε από εκείνους που επενδύουν σε μια ελπίδα;

Έχω καταστραφεί δυο τρεις φορές, ελπίζοντας το πέμπτο φύλο να είναι Ντάμα και ήταν πάντα τέσσερα. Οι ελπίδες είναι φορτίο της νιότης για να έχει κάτι να ονειρεύεται και να τραγουδάει. Τώρα θα μου πεις, μπορεί και να γκρινιάζω επειδή οι δικές μου ελπίδες είχαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τι να πω κι εγώ, ο καθείς και ο καιρός του.

Ποια ερώτηση περιμένατε  από εμένα  κ. Παυλίδη και δεν σας την υπέβαλα;

Ελπίζω να κατόρθωσα να απαντήσω στις ευγενικές και πλήρεις ερωτήσεις σας, κυρία Μιχαλιτσιάνου. Σας ευχαριστώ πολύ για την εποικοδομητική συνομιλία.

ΚΙ εγώ σας ευχαριστώ κ. Παυλίδη!

Η παράσταση «H στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι – Χειρόγραφον Έλληνος υπαξιωματικού», παίζεται στο θέατρο Λύχνος Τέχνης και Πολιτισμού σε σκηνοθεσία του Αργύρη Παυλίδη. Πρωταγωνιστούν: Αργύρης Παυλίδης, Μάριος Ιβάν Παπούλιας, Τάσος Στάβερης