fbpx

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού «Arc For Dance Festival», Φρόσω Τρούσα συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Η καταπόνηση είναι μεγάλη , ταυτόχρονα χρειάζεται να είσαι σε μια μόνιμη εκπαίδευση για να μπορείς να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις της δουλειάς. ‘Ένας επαγγελματίας χορευτής έρχεται αντιμέτωπος με την φθορά του σώματος του καθημερινά οπότε χρειάζεται πολύ ψυχή για να συνεχίζεις»

Το Διεθνές Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού Arc For Dance Festival ξεκίνησε τη δεύτερη δεκαετία δράσης του πολυφωνικά. Με έμφαση τόσο στους διαφορετικούς ήχους, τις «φωνές» που παράγουν, προτείνουν και εκπέμπουν τα σώματα που χορεύουν, όσο και στους τρόπους που προσλαμβάνουν τους ήχους αυτούς οι θεατές. Ανακαλεί χορευτικά ιδιώματα εξετάζοντας τη δυνατότητά τους να αρθρώνουν διεκδικήσεις, να διατυπώνουν αιτήματα, να δημιουργούν τοπία από σύνθετα τελετουργικά, με ευρύτατα ερεθίσματα.

Ο κεντρικός πυρήνας του φεστιβάλ, που θα διεξαχθεί στις 23, 24, 25 και 26 Μαΐου 2019 στο θέατρο Κιβωτός, φιλοξενεί οκτώ παραστάσεις έργων σύγχρονου χορού, τα πέντε από τα οποία παρουσιάζονται στην παγκόσμια πρεμιέρα τους στην Αθήνα. Τα έργα αυτά καλύπτουν ένα ευρύ εκφραστικό τόξο με σημείο αιχμής τον ήχο της κίνησης, την πολυφωνία των σωμάτων και τελικά τη γλώσσα που αρθρώνει ο χορός σήμερα.

Η καλλιτεχνική διευθύντριά του η κα Φρόσω Τρούσα μιλάει στο InTownPost.com για το χορό στην Ελλάδα και το Φεστιβάλ απαντώντας σε καίρια ερωτήματα, που θα τεθούν και μέσα από τις παραστάσεις, δίνοντας έμφαση στο πως «ακούει» ο χορός τον κόσμο και πώς διευρύνει τον τρόπο που συν-αισθανόμαστε.

Κα Τρούσα τι προσφέρατε και τί πήρατε από αυτή τη 10ετία δράσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού Arc For Dance Festival;

Εύχομαι αυτό που κάνω όλα αυτά τα χρόνια να βοηθάει έστω και λίγο στην εξέλιξη του σύγχρονου χορού στην χώρα μας αλλά και στην προώθηση του έργου των καλλιτεχνών μας έξω από τα σύνορα.

Έχω πάρει πολύ γνώση, σε πολλαπλά επίπεδα. Όταν δημιουργείς κάτι και ειδικά χωρίς οικονομική στήριξη, έστω και αν στα μάτια των άλλων δεν φαντάζει μεγάλο ή περίπλοκο,  συνειδητοποιείς  πόσα πράγματα πρέπει να γίνουν ώστε να υλοποιηθεί βασιζόμενος αποκλειστικά στις δικές σου δυνάμεις. Πρέπει να βρίσκεις λύσεις  στο πως μπορείς να υλοποιήσεις το όραμα σου. Ο τίτλος που μου δίνεται δεν σημαίνει οτι η δουλειά μου είναι μόνο να επιλέγω τα έργα και να κάνω ένα προγραμματισμό, που είναι και ο στόχος φυσικά. Οι εργασίες είναι πολλές και τις περισσότερες φορές συμβαίνουν ταυτόχρονα. Οι συνεργάτες είναι πολύτιμοι και θέλει χρόνο να χτίσεις σχέσεις, να υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, αγάπη και τρέλα για να υλοποιηθεί κάθε φορά ο στόχος.

Μέσα από αυτή την διαδικασία είχα και έχω την τύχη συνεχώς να γνωρίσω πολύ κόσμο. Ανθρώπους που με κάνουν να συνειδητοποιώ τι δεν χρειάζομαι στην ζωή μου αλλά κυρίως ανθρώπους που εκτιμώ βαθιά, με εμπνέουν και μου δίνουν χαρά για δημιουργία.

Κεντρικό θέμα του φετινού Φεστιβάλ είναι η φωνή. Γιατί δώσατε βαρύτητα στη φωνή;

Φέτος, κατά τη διαδικασία του προγραμματισμού, γεννήθηκαν τα εξής ερωτήματα: Πως «μιλάει» ο χορός σήμερα; Πως αυτό το «αόρατο όργανο» έχει παρουσία στο χορό σήμερα, πως επηρεάζει την κίνηση μας και πως ο κόσμος προσλαμβάνει αυτούς τους ήχους; Αναμένουμε παρακολουθώντας τα έργα που θα παρουσιαστούν στο Φεστιβάλ να ανακαλύψουμε τις δικές μας απαντήσεις και συνδέσεις.

Η θεία τέχνη της μούσας της Τερψιχόρης, ο χορός που υπηρετείτε με πάθος είναι γεγονός, ότι εμπνέει τη καρδιά και τη ψυχή να μιλήσουν με τη γλώσσα του σώματος.  Πιστεύετε ότι ένα απαίδευτο κοινό μπορείς να κατανοήσει τα συμβολικά μηνύματα μιας παράστασης  χορού;

Ο, τι και να υπηρετείς πιστεύω οτι χρειάζεται να το κάνεις με πάθος, πόσο μάλλον στον χορό όπου χρειάζεται να δουλεύεις με το σώμα σου κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.  Η καταπόνηση είναι μεγάλη , ταυτόχρονα χρειάζεται να είσαι σε μια μόνιμη εκπαίδευση για να μπορείς να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις της δουλειάς. Ένας επαγγελματίας χορευτής έρχεται αντιμέτωπος με την φθορά του σώματος του καθημερινά οπότε χρειάζεται πολύ ψυχή για να συνεχίζεις.

Όσο για το αν μπορεί ένα απαίδευτο κοινό να κατανοήσει τα συμβολικά μηνύματα είναι πάντα σχετικό, ανάλογα με τα ερεθίσματα του κάθε ανθρώπου. Ο χορός και ειδικά ο σύγχρονος χορός αντλεί το κινητικό του λεξιλόγιο από την καθημερινότητα μας. Η χορογραφική σύνθεση παίζει μεγάλο ρόλο στο πως θα ερμηνεύσουμε το κάθε έργο και πόσο θα αφεθούμε να δούμε πως το σώμα θα μας ταξιδεύσει, πόσο θα αντισταθούμε ή πόσο θα επιτρέψουμε να βγούμε από το οικείο και να μπούμε σε διαφορετικούς κόσμους από αυτούς που έχουμε συνηθίσει.

«Η τεχνική είναι εκεί για να αποκτήσει το σώμα όσο περισσότερα εργαλεία μπορεί ώστε να ερμηνεύσει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θέλει να εξιστορίσει. Όμως ο χορευτής πάνω απ όλα είναι καλλιτέχνης. Ερμηνεύει την ζωή, την κοινωνία που ζούμε, σχολιάζει, είναι πολίτης του κόσμου»

Υπάρχουν πολλοί νέοι που ασχολούνται με το χορό στη χώρα μας και πόσο εύκολο είναι να κάνουν αυτοί μια διεθνή καριέρα;

Ναι, υπάρχει αρκετός κόσμος που ασχολείται με τον χορό ερασιτεχνικά αλλά και επαγγελματικά. Όμως πιστεύω οτι η σχέση με την παραστατική πλευρά αυτής της τέχνης έχει μεγάλη απόκλιση. Κάνουμε χορό και ευχαριστιόμαστε την κίνηση, ονειρευόμαστε να χορεύουμε σε ομάδες αλλά δεν ξέρουμε τι έργο παράγουν, τι μας εμπνέει όντως  στο χορό ποια είναι η επαφή μας με την θέαση αυτής της τέχνης πέρα από την πρακτική που κάνουμε; Πως συνθέτουν κόσμους οι καλλιτέχνες μέσα από την κίνηση; Eίναι σαν να λέμε ζωγραφίζω, μαθαίνω να δουλεύω τα εργαλεία αλλά δεν παρακολουθώ εκθέσεις, δεν έχω επαφή με την ιστορία και με αυτό που συμβαίνει σήμερα.

Το να κάνει κάποιος διεθνή καριέρα δεν είναι εύκολο. Παρ’  όλoυς όμως τους περιορισμούς που έχουμε στην χώρα μας οι Έλληνες καλλιτέχνες έχουν δυνατή παρουσία στο εξωτερικό και μπορώ να πω οτι πολλά φεστιβάλ φιλοξενούν τα έργα τους κατ’ επανάληψη τα τελευταία χρόνια και διαμορφώνουν συνεργασίες με διάφορα -κυρίως ευρωπαϊκά- δίκτυα.

Λόγω του σημαντικού σας έργου, που σημάδεψε την τέχνη του χορού τα τελευταία χρόνια, επιβραβευτήκατε, με την έννοια ότι έχετε τη στήριξη των εθνικών πόρων που σας βοηθούν για το καλύτερο αποτέλεσμα. Χωρίς αυτή την επιχορήγηση θα μπορούσατε να κάνετε πράγματα;

Πράγματι το Επιχειρησιακό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα «Αττική 2014-2020» μας έδωσε τεράστια δυνατότητα να αναπτύξουμε τις δράσεις μας. Έχουμε την ευκαιρία να φέρουμε τον χορό πιο κοντά στον κόσμο, να μοιραστούμε μαζί του υπέροχες στιγμές και να παρουσιάσουμε έργα που σε άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε. Παρόλα αυτά δεν θεωρώ ότι η οικονομική στήριξη της πολιτείας είναι ακριβώς επιβράβευση. Σαφώς υποδηλώνει μια αναγνώριση του θεσμού, έπειτα από τόσα χρόνια παρουσίας του ως το μοναδικό Φεστιβάλ αμιγώς συγχρόνου χορού της Αθήνας, όμως θεωρώ ότι η πολιτεία όφειλε και οφείλει να στηρίζει θεσμούς που προάγουν τον πολιτισμό μας τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας και στηρίζουν τους Έλληνες δημιουργούς ώστε να παράξουν ουσιαστικό έργο.

Ένας χορογράφος μία παραγωγή, ένας καλλιτέχνης θέλει έναν τόπο σταθερό για να δημιουργήσει, όπως έχετε δηλώσει. Υπάρχει προοπτική κα. Τρούσα να αποκτήσετε τη δική σας στέγη;

Νομίζω οτι είναι μια επιθυμία για πολλούς ανθρώπους του χώρου να έχουν όλες αυτές τις συνθήκες για να πραγματοποιήσουν το έργο τους. Όμως στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ε.Ε δεν υπάρχει πρόθεση για τέτοια ανάπτυξη. Ο ίδιος ο χώρος έχει δρόμο μπροστά για να ωριμάσει μια τέτοια αντίληψη.

Όσο για την δική μου στέγη υπάρχει το Dance Cultural Centre όπου εδώ και 20, σχεδόν, χρόνια προσπαθούμε μέσα από την ιδιωτική μας πρωτοβουλία να προσφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερο στην ανάπτυξη του χορού μέσα από καθημερινά μαθήματα και σεμινάρια για επαγγελματίες και ερασιτέχνες χορευτές . Σίγουρα ένας μεγαλύτερος χώρος και με άλλες προδιαγραφές θα ενίσχυε ακόμα περισσότερο τις δραστηριότητες μας αλλά αν θέλουμε να κάνουμε το επόμενο βήμα η οικονομική υποστήριξη είναι σημαντική.

Η Αμερικανίδα χορογράφος Μάρθα Γκράχαμ υποστήριζε, ότι: «Ο χορός είναι σιωπηλή ποίηση». Εσείς τι λέτε;

Εγώ θα χρησιμοποιήσω μια φράση ενός επίσης πολύ εμπνευσμένου ανθρώπου που έχω την χαρά να γνωρίζω, του John Ashford, Καλλιτεχνικού διευθυντή του δικτύου Aerowaves: «Ο χορός είναι η ποίηση του θεάτρου».

Ο Νομπελίστας συγγραφέας Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, σε μια ρήση του για το χορό αναφέρει το συγκλονιστικό: «Αν δεν μπορείς να απαλλαγείς από τους σκελετούς στη ντουλάπα σου, καλά θα κάνεις να τους μάθεις να χορεύουν.» Η ενασχόληση με το χορό ωφελεί την ψυχική και πνευματική μας υγεία;

Ναι φυσικά! επιτρέπουμε στο σώμα μας να εκφραστεί, να εκτονώσει την ενέργεια του, να λειτουργήσει το μυαλό μας μέσω μιας κινητικής εντολής, να νιώσουμε πιο βαθιά την ύπαρξη μας, να συντονιστούμε με την μουσική, να ερμηνεύσουμε τα συναισθήματα μας με διαφορετικό τρόπο.

Και ο Γάλλος συγγραφέας Ονορέ ντε Μπαλζάκ εξυμνώντας την τέχνη του χορού σημειώνει: «Τα τρία πιο όμορφα θεάματα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι ένα πλοίο με όλα τα πανιά του ανοιχτά, ένα άλογο που καλπάζει και μια γυναίκα που χορεύει.» Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο;

Ομολογώ ότι αισθάνομαι μια αμηχανία με αυτή τη ρήση. Δυστυχώς ο χορός για πάρα πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν ως μια συνθήκη ερωτικής πρόκλησης, κυρίως σε ότι αφορούσε το γυναικείο φύλο. Κατά το διάστημα που υπήρξα ενεργή χορεύτρια αντιμετώπισα αυτή τη συνθήκη. Οι χώροι που μπορούσε μια χορεύτρια να εξασκήσει πραγματικά την τέχνη της, χωρίς η παρουσία της να αποτελεί μέσο πρόκλησης αλλά ουσιαστική εξερεύνηση της κίνησης και των κόσμων που αυτή δημιουργεί, ήταν ελάχιστοι. Ευτυχώς τα πράγματα αλλάζουν και εξελίσσονται.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι δύο έργα που θα παρουσιαστούν στο κεντρικό Φεστιβάλ, που λαμβάνει χώρα στις 23-26 Μαΐου στο Θέατρο Κιβωτός, πραγματεύονται το σεξισμό και την πατριαρχία. Μάλιστα το ένα εκ των δύο είναι δημιούργημα άντρα χορογράφου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι εν δύναμη θύματα της πατριαρχίας είναι όλα τα φύλα ανεξαιρέτως.

Είναι θέμα τεχνικής ή θέμα πάθους ο χορός κα. Τρούσα;

Η τεχνική είναι εκεί για να αποκτήσει το σώμα όσο περισσότερα εργαλεία μπορεί ώστε να ερμηνεύσει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θέλει να εξιστορίσει. Όμως ο χορευτής πάνω απ όλα είναι καλλιτέχνης. Ερμηνεύει την ζωή, την κοινωνία που ζούμε, σχολιάζει, είναι πολίτης του κόσμου. Δεν είναι θέμα δεξιοτήτων. Η τεχνική που χρειάζεται να έχει ο ερμηνευτής είναι δεδομένη αλλά χωρίς την προσωπική του ανησυχία και περιέργεια για ζωή είναι απλά εκτελεστής βημάτων.

Είναι ο χορός μέσο ελευθερίας;

Είναι εκφραστικό εργαλείο οπότε ναι, πιστεύω οτι μέσα από αυτό νιώθεις την αίσθηση της ελευθερίας.

Σε τι δίνετε ιδιαίτερη έμφαση στη δική σας γλώσσα σώματος κα. Τρούσα;

Μου αρέσει να παρακολουθώ χορό γιατί μέσα από αυτό νιώθω οτι διευρύνω την αντίληψη μου και μου επιτρέπεται ελεύθερα να κάνω τους δικούς μου συνειρμούς και συσχετισμούς για το πως βιώνω το κόσμο μέσα στον οποίο ζω.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας τα όνειρά σας;

Νομίζω οτι βασικό μου όνειρο είναι μάλλον να είμαι όσο το δυνατόν χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Αν αυτό συμβαίνει μέσω της τέχνης του χορού θα συνεχίζω να προσφέρω την εργασία μου σε αυτόν τον χώρο.

info

Ποιά είναι η Φρόσω Τρούσα:

Ξεκίνησε χορό στην σχολή Χορού Young Place στο Λονδίνο στην ηλικία των 17. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο London Contemporary Dance School µε BΑ (hons) και στη συνέχεια εργάστηκε ως χορεύτρια στις οµάδες Dance TheaterRed – Andy Pappas, Yael Flexer Dance Co. και Lyrical DanceTheatre. Εργάστηκε ως καθηγήτρια χορού στο Πανεπιστήµιο του Middlesex και 5 χρόνια στο Young Place. Το 1996 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου συνεργάστηκε µε τις οµάδες χορού Ήρως Άγγελος του χορογράφου Πέτρου Γάλλια, ΑΚΙΝ της Μαρίνας Μαυρογένη και X-Art της Κατερίνας Ανδριοπούλου. Το 2001 συµµετείχε ως χορεύτρια στην θεατρική παράσταση «Penthesilea» σε σκηνοθεσία Peter Stein. Έχει, επίσης διδάξει επί 5 συναπτά έτη στη σχολή χορού της Κατερίνας Ροδίου. Από το 2002 διευθύνει µαζί µε τον Δηµήτρη Νασιάκο το στούντιο χορού Dance Cultural Centre (www.dancce.gr) Το 2008 ξεκίνησαν το Φεστιβάλ χορού ARC for DANCE FESTIVAL (www.arcfordancefestival.gr), η πρώτη πλατφόρµα σύγχρονου χορού µε έργα νέων Ελλήνων και ξένων δηµιουργών.

Η Φρόσω Τρούσα έχει υπάρξει µέλος του ευρωπαϊκού δικτύου Spider Expand!. Ένα διετές πρόγραµµα καλλιτεχνικής ανταλλαγής και παρουσίασης µεταξύ των χωρών: Βέλγιο, Σλοβενία, Γαλλία, Κροατία, και Ελλάδα. Ήταν Υπεύθυνη για τον χορό στην κεντρική οµάδα της διοργάνωσης του Διεθνές Δικτύου παραστατικών τεχνών ΙΕΤΜ που πραγµατοποιήθηκε στην Αθήνα το 2013.

Από το 2014 είναι µέλος του Ευρωπαϊκού δικτύου χορού, AEROWAVES- Dance Across Europe. Ειναι µέλος της οµάδας εργασίας «Ανοιχτές Πόρτες», µια συνεργασία του ΥΠΠΟΑ και Μεγάρου Μουσικής που στηρίζει νέους δηµιουργούς για την περίοδο της προετοιµασίας τους και την παρουσίασης της δουλειά τους στο κοινό. Ειναι µέλος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Χορού του ΥΠΠΟΑ για την περίοδο 2017-19.

Είναι στην οµάδα συνεργατών για το καλλιτεχνικό πρόγραµµα της Ελευσίνας- Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2021.

Αναλυτικά το πρόγραμμα του Φεστιβάλ: Arc For Dance Festival (εδώ)

Λίνα Μουσιώνη μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Το ζητούμενο είναι η ισορροπία κειμένου και εικόνας. Δεν αρκούν οι όμορφες ελκυστικές εικόνες. Πρέπει να έχουν κάτι να πουν. Προσοχή, λοιπόν αναγνώστες!»

Η Λίνα Μουσιώνη γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα. Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ειδικεύτηκε στη μελέτη του Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού και απέκτησε διδακτορικό τίτλο στο ίδιο πανεπιστήμιο. Από το 1991 έως το 2009 εργάστηκε ως επιμελήτρια σε μουσείο, έχοντας παράλληλα την ευθύνη του Τμήματος Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του.

Έχει επιμεληθεί και εκπονήσει πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα για τον νεοελληνικό πολιτισμό (τέχνες, τεχνικές, εθιμικός κύκλος), φορητό εκπαιδευτικό υλικό (μουσειοσκευές και φακέλους δραστηριοτήτων) και εκπαιδευτικές εκδόσεις. Είναι οργανωτικό στέλεχος της Νουτοπίας (μη κερδοσκοπικού φορέα για την αισθητική και συναισθηματική καλλιέργεια των παιδιών) και μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων.

Κυρία Μουσιώνη, ασχολείστε συστηματικά με την παιδική λογοτεχνία από το 2010. Ποιο το έναυσμα να ξεκινήσετε τη νέα αυτή καριέρα σας; Απλώς η αγάπη σας προς τα παιδιά;

Όλα ξεκίνησαν από μια επαγγελματική ανατροπή που μου έδωσε χώρο και χρόνο να σκεφτώ τι  λαχταρώ πραγματικά να κάνω στη ζωή μου. Η αγάπη μου για τα παιδιά είναι δεδομένη όπως και η ανάγκη να εργάζομαι κοντά τους. Ως επιμελήτρια και υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε μουσείο βρισκόμουν πάντα σε επαφή μαζί τους, είχα εξασκηθεί στον τρόπο που σκέφτονται, κατανοούν, χαίρονται, αλλά δεν φανταζόμουν φυσικά πως θα μπορούσα να γίνω συγγραφέας. Έγραφα για χρόνια ιστορίες που χάριζα στα παιδιά μου και τους φίλους μου. Η απόσταση που χωρίζει το όνειρο από την πραγματικότητα είναι τελικά πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί.

Τώρα η Βικτώρια, η καινούργια σας ηρωίδα, δεν είναι μόνο μία Βικτώρια, αλλά πολλές. Που αν ζυγιστεί θα είναι βαρύτερη και από τρεις μπαμπάδες; Τόσο ασήκωτη; Μα γιατί;

Η Βικτώρια προσπαθεί να ανταποκριθεί στα στερεότυπα «καλής» και αποδεκτής συμπεριφοράς που της επιβάλλονται. Έχει φορέσει όλα τα «πρέπει» και το μέτωπό της γράφει «καλό παιδί». Είναι βαρύς κι ασήκωτος αυτός ο τίτλος. Δεν συμφωνείτε; Νομίζω πως οφείλουμε να δίνουμε χώρο στα παιδιά μας να συμπεριφέρονται ως παιδιά και όχι ως ενήλικες. Τα όρια ας είναι περισσότερο σταθερά και λιγότερο ασφυκτικά.

Αυτή η θαρραλέα Βικτώρια σε τι ηλικίας παιδάκια απευθύνεται;

Η Βικτώρια βρίσκει το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που λαχταρά και να δείξει τον δρόμο και σε άλλα συνομήλικα παιδιά, 6 έως 8 χρόνων. Θα πρότεινα ανεπιφύλαχτα να διαβαστεί και από γονείς. Σε κάθε περίπτωση ένα βιβλίο διαβάζεται από τους αναγνώστες ανάλογα με τις εμπειρίες ή την ωριμότητά τους, οπότε ο ηλικιακός δείκτης είναι μόνο ενδεικτικός.

Διορθώστε με, αλλά τα παιδικά βιβλία θαρρώ πως είναι πιο δύσκολα από τα μεγαλίστικα. Γιατί πώς να αλλάξει ένας «κουρασμένος» άνθρωπος οπτική, να δει τη ζωή με μάτια αγνά;

Πιστεύω πως η λογοτεχνία είναι ο καθρέφτης της ζωής και μπορεί πραγματικά να αλλάξει την «περπατησιά» ενός αναγνώστη. Με τα βιβλία μπορεί να ζήσει κανείς πολλές ζωές, να  δοκιμαστεί, να συγκινηθεί, να ταξιδέψει. Δεν ξέρω αν το ζητούμενο είναι να δει κανείς τη ζωή με μάτια αγνά όσο να αντιληφθεί την πολυμορφία της.

Ασχολούμενη όλα αυτά τα χρόνια με παιδικά γραψίματα τι διαπιστώνετε; Τα σημερινά Ελληνόπουλα είναι εξοικειωμένα με το διάβασμα, δεν δυσανασχετούν όταν π.χ. για δώρο γενεθλίων παίρνουν ένα βιβλιαράκι αντί ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού;

Τα παιδιά πάντα χαίρονται τα παιχνίδια, αλλιώς δεν θα ήταν παιδιά! Νομίζω πως η σχέση του παιδιού με το βιβλίο είναι εθιστική και ξεκινά από την οικογενειακή «πολιτική» για το βιβλίο. Αν η ανάγνωση ταυτιστεί με ευχάριστες στιγμές χαλάρωσης και απόλαυσης, τότε νομίζω πως ένα βιβλίο αποτελεί δώρο καλοδεχούμενο.

Τα βιβλία για τους πολύ μικρούς αναγνώστες χωρίς θελκτική εικονογράφηση δεν «πουλάνε», έτσι δεν είναι;

Οι εικόνες υποστηρίζουν και διευκολύνουν την πρόσληψη του κειμένου από τα παιδιά. Η οπτικοποίηση του λόγου με εικόνες είναι απαραίτητη για να γνωρίσουν και να αντιληφθούν τον κόσμο γύρω τους. Μια ευρηματική εικονογράφηση υποστηρίζει το κείμενο και διευρύνει την παιδική φαντασία. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία κειμένου και εικόνας. Δεν αρκούν οι όμορφες ελκυστικές εικόνες. Πρέπει να έχουν κάτι να πουν. Προσοχή, λοιπόν αναγνώστες!

Και πώς συνεργάζεστε εσείς με την/τον εικαστικό; Γράφετε και ζωγραφίζει εκείνος/η παράλληλα ή προηγείται το κείμενο; Και είναι ο Γιάννης Σκουλούδης (τι ωραίες οι ζωγραφιές του) μόνιμος ίσως συνεργάτης σας;

Εμπιστεύομαι τους εικονογράφους με τους οποίους συνεργάζομαι και σε καμιά περίπτωση δεν εμπλέκομαι στη δημιουργική διαδικασία. Το θεωρώ πολύ αντιφατικό για μια δουλειά που στηρίζεται στην έμπνευση και τη φαντασία. Αν κάτι πρέπει να τονιστεί, το συζητάμε εξαρχής.   Νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί έχω συνεργαστεί με εξαίρετους εικονογράφους και έχουμε κάνει μαζί υπέροχα βιβλία. Ο Γιάννης Σκουλούδης είναι ένας νέος χαρισματικός καλλιτέχνης και θα μου έδινε χαρά αν συναντηθούμε ξανά με αφορμή κάποιο νέο βιβλίο.

«Νομίζω, πως κάθε πόλη χρωστά στα παιδιά της χαρά, παιχνίδι, ασφάλεια και ξενοιασιά.»

Ανάμεσα στις πολλές ασχολίες σας, τα τελευταία χρόνια εργάζεστε και στο Κέντρο Δημιουργικής  Απασχόλησης Παιδιών στον Δήμο Λάρισας. Οι δραστηριότητές σας εκεί;

Είμαι παιδαγωγικά υπεύθυνη του δικτύου ΚΔΑΠ – ΚΔΑΠ ΜΕΑ του δήμου Λαρισαίων που περιλαμβάνει συνολικά 11 δομές. Η δραστηριότητά μου αφορά κυρίως τον παιδαγωγικό συντονισμό δράσεων που αφορούν τη σχέση με το βιβλίο και την παιδική λογοτεχνία, εκπαιδευτικά προγράμματα και ποικίλα project, συμμετοχές και συνέργειες με πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς φορείς με στόχο πάντα χαρούμενα και δημιουργικά παιδιά. Είμαι τυχερή γιατί έχω κοντά μου εξαίρετους συνεργάτες.

Εν ολίγοις θετικά κι ωραία πράγματα -ίσως και πολύ πολύ πιο ενδιαφέροντα- που αφορούν τα παιδάκια μας γίνονται στις πιο μικρές κοινωνίες από τις πιο απρόσωπες μεγάλες;

Όταν  όλα γίνονται με αγάπη και γνώση, δεν υπάρχει καμία διάκριση. Θα μιλήσω για την πόλη μου, τη Λάρισα, που γνωρίζω καλά. Υπάρχουν πολλές επιλογές και εξαίρετες δράσεις για τα παιδιά που προσφέρονται από τις δημόσιες δομές με διακεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Το καλοκαίρι, για παράδειγμα, λειτουργεί το πρόγραμμα «Κατασκήνωση στην πόλη» που καλύπτει συνολικά δύο χιλιάδες παιδιά 6-12 χρόνων με μια πληθώρα δραστηριοτήτων, ψυχαγωγικών, πολιτιστικών, καλλιτεχνικών, αθλητικών. Νομίζω, πως κάθε πόλη χρωστά στα παιδιά της χαρά, παιχνίδι, ασφάλεια και ξενοιασιά.

Το καλοκαίρι (αν και φέτος άργησε πολύ) είναι προ των πυλών. Εσείς θα αφήσετε τα γραψίματα και τις λοιπές ενασχολήσεις σας για μικρή, μεγαλύτερη θερινή ξεκούραση και ποια μέρη θα προτιμήσετε για τις εκδρομές σας;

Είμαι απόλυτα καλοκαιρινός τύπος, αλλά τα τελευταία χρόνια η δουλειά μου είναι το καλοκαίρι στα  κόκκινα! Ωστόσο πάντα βρίσκεται χρόνος για τις πολύτιμες διακοπές συντροφιά με βιβλία, ένα μικρό netbook –δεν μπορώ να αφήσω το γράψιμο– και την οικογένειά μου. Φέτος σχεδιάζω μικρές διακοπές στην Αργολίδα που είναι μπλεγμένη με αναμνήσεις από τα φοιτητικά χρόνια στην Επίδαυρο. Η συνέχεια είναι υπό διερεύνηση ακόμη.

Ευχαριστώ για τον χρόνο σας. Καλοτάξιδη η Βικτώρια, αγαπημένο οικογενειακό μας όνομα.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τις ξεχωριστές ερωτήσεις και το ενδιαφέρον σας. Η Βικτώρια και εγώ χαρήκαμε πολύ.

Το βιβλίο «Βικτώρια» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Θοδωρής Ελευθεριάδης σε μια συζήτηση με την Ειρήνη Αγγελική Μήτση (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θοδωρής Ελευθεριάδης σπούδασε θέατρο με υποτροφία στο »Teatro Aenigma» στο Urbino της Ιταλίας. Ακολούθησαν πολλά σεμινάρια και master classes στην υποκριτική με τους: Cathy Marchand,  Bernard Hiller, Vito Minoia, John Schrantz, John Malkovich, Danny Glover, John Sayles, Diego Luna, David Strathairn και Cris Cooper, καθώς και Master Class Σκηνοθεσίας με τους Joe Swanberg, Haskell Wexler.

Από το 2008 ολοκληρώνοντας τις σπουδές του έπαιξε στο Θέατρο σε σκηνοθεσίες: Σαντά Κ., Κατή Ν., Κραουνάκη Σ., Βασιλείου Λ., Κατέχου Φ., Πασχαλίδη Σ., Τσώνου Κ., Κουμίδου Α., Ρήγου Κ., Αντωνίου Μ., Παπλωματά Ι., Σκλάβου Δ., σε παραστάσεις όπως: «The Commitments», «Great Gatsby», «Μακμπέθ», «Criminal Code: Britannicus», «Corpus Christi».

Στην τηλεόραση τον απολαύσαμε στα σήριαλ: Κλεμμένα Όνειρα» σκην. Αρβανίτης  Δ «Χαρά: Αγνοείται» σκην. Πανταζούδης Α., «504χλμ Βόρεια της Αθήνας» σκην. Πανταζούδης Α.

Στον Κινηματογράφο τον είδαμε σε πολλές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους:

«Δουλειές με φούντες» σκην. Αθηναίου Σ., «Dogs Cats and Rats» σκην. Α. Γεωργαντάς, «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη» σκην. Χαραλάμπους Κ., «Kill your little darling», «Peek a boo» σκην. Σιταρίδης Χ., «face to face», «Happy birthday», «Παραμύθι αληθινό»,  «Όνειρα», «Η Επέτειος» σκην. Αγγελίδης Δ., «4Μαύρα Κοστούμια» σκην. Χαραλαμπίδης Ρ., «Ο τύπος με τον Λόξυγγα» σκην. Γρηγοράκης Π., «Last Sight», «Θολό Τοπίο» σκην. Αναστογιάννης Α., «Τέχνη σαν Παραμύθι» σκην. Κυμιωνάκη Α.      

Ο νεαρός πολυτάλαντος δημιουργός αγαπάει τα horror films, και κατασκευάζει Escape rooms όπου δημιουργεί Σενάριο, Γρίφους, Μηχανική Παιχνιδιού, Σκηνικά, Μακιγιάζ. Έχει συμμετάσχει σε web series, σε performances και είναι διοργανωτής των:-Scare Acting Seminars, –Athens Horror Festival, -Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ (Νύχτες Τρόμου)-HORRORANT, –CARNIVAL TERROR. Παραδίδει σεμινάρια υποκριτικής και Special effectsSCARE ACTING.

Η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο Θέατρο είναι η μεταφορά τού πολυδιαβασμένου μυθιστορήματος του Bram Stoker «Drakula» στο Θέατρο Χώρος.

Ο Θοδωρής Ελευθεριάδης θα επιχειρήσει να μεταφέρει στο κοινό τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της φανταστικής αυτής ιστορίας του κόμη Dracula, χρησιμοποιώντας εντυπωσιακά «εφέ» που θα κάνουν ακόμα πιο ρεαλιστική την εμπειρία αυτή για το κοινό.

Δείτε το Video της Συνέντευξης

Πέτρος Κυρίμης, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…όσο σκληρή κι αν είναι η μνήμη, είναι το μοναδικό που έχουμε και κανένας δεν μπορεί να μας το πάρει»

Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στο Μοσχάτο στις 12 Ιανουαρίου του 1945. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης και φωτογραφία, αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ επαγγελματικά με αυτά. Το διάστημα 1982 – 1985 διετέλεσε Διευθυντής παραγωγής στη δισκογραφική εταιρεία Ιντερσάουντ. Από το 1985 μέχρι το 2000 έζησε στη Γερμανία, στην πόλη του Ντίσελντορφ, όπου εργάστηκε για τρία χρόνια ως Διευθυντής προγράμματος στο Πανευρωπαϊκό Ελληνικό ραδιόφωνο «Το πρώτο».

Επίσης εργάστηκε ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ταχυδρόμος, η οποία διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 έως το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Άρχισε να γράφει από πολύ νέος· στίχους για τραγούδια και ποίηση και, αργότερα, διηγήματα, θέατρο για παιδιά, νουβέλες, μυθιστορήματα. Έγραψε επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το 1998 κυκλοφόρησε με επιτυχία από τις εκδόσεις Καστανιώτη η νουβέλα «Η καρδιά του κότσυφα». «Η καρδιά του κότσυφα» μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα γερμανικά με οικονομική ενίσχυση του υπουργείου Πολιτισμού, ως ένα από τα καλύτερα βιβλία των μεταναστών συγγραφέων.

Το τραγούδι του «Σαν άδειο τρένο η καρδιά μου» διακρίθηκε στο 21ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1982. Ο ίδιος τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Βούπερταλ για ξεχωριστή προσφορά στον χώρο της τέχνης στη Γερμανία. Σήμερα ζει μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας

Θα ήταν υπερβολικό να  χαρακτήριζα το βιβλίο σας «Κάποτε στον Πειραιά» μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία;

Ναι, είναι μια σύγχρονη νεοελληνική τραγωδία. Χρόνος και Μοίρες την συνθέτουν.

Στις 275 σελίδες του ο πόνος, η αδικία, οι σκληρές συνθήκες της εποχής –τέλη- του 50 -στον Πειραιά παίζουν ρόλο κυρίαρχο Όμως η Μοίρα «κερδίζει» σε όλα τα επίπεδα, είναι η αφέντρα η μοναδική;

Είναι και ο χρόνος. «… εγώ ο χρόνος ο συνακόλουθος της μοίρας και συνεργός. Αθώος αθώος και ένοχος…» όσο για την μοίρα τελικά δεν κερδίζει σε όλα τα επίπεδα. Ο έρωτας στο τέλος νικάει.

Μας μεταφέρετε στις γειτονιές του Πειραιά, τις άγριες, σαν αυτή της Τρούμπας, που οι περισσότεροι εξ ημών, ως θρυλικές ή κινηματογραφικές: «Τα κόκκινα φανάρια», τις έχουμε έχουμε στο μυαλό μας  Εσείς αληθεύει ότι ζήσατε ακριβώς εκεί;

Ναι. Είχα την τύχη να ζήσω τον Πειραιά τού τότε. Η γειτονιά μου πάνω από την Τρούμπα δυο δρόμους. Περιοχή Βρυώνη. Όμως ο Πειραιάς δεν ήταν μόνο η Τρούμπα. Ήταν και το Πασαλιμάνι, η Φρεαττύδα, η Πειραϊκή, ο καραγκιοζοπαίχτης Χαρίδημος, ο Ολυμπιακός. Οι γειτονιές και οι παρέες. Καμιά σχέση με τα «Κόκκινα Φανάρια».

Και πως ήταν, με δυο- λόγια ει δυνατόν, η γειτονιά αυτή στην πραγματικότητα;

Ένας μικρόκοσμος που περίσσευε το παιχνίδι μέχρι αργά τις νύχτες με το φως των δρόμων για μας τα παιδιά και για τους μεγάλους δεν περίσσευε το μεροκάματο. Όμως πάντα η χαρά για όλους καθώς και το πένθος.

Πέντε αγόρια μεγαλώνουν στις φτωχογειτονιές του Λιμανιού παιδιά ενός κατώτατου Θεού. Όμως όλα, μα όλα τους, ακόμα και ο Βασιλάκης ο Μυταράς που γίνεται μπάτσος, κόντρα στις συνθήκες έχουν μια καρδιά μάλαμα. Λίγο ουτοπικό δεν είναι όλο αυτό, λίγο μη πραγματικό;

Όχι, καθόλου ουτοπικό. Η ζωή μας τότε ήταν στα μέτρα της καρδιάς. Στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν νομίζω ότι κάποιος από εμάς τότε ένοιωθε παιδί κατώτατου θεού. Δεν κάναμε συγκρίσεις. Φτωχά και πιο πλούσια παιδιά κάναμε παρέα.

Εποχές άνυδρες, φτώχειας, ανέχειας, ορφάνιας, ξενιτεμού αυτές που περιγράφετε. Όμως τα τρυφερά αίσθήματα κυριαρχούν. Η  τσατσά στο μπουρδέλο φέρεται καλύτερα κι από μάνα, ένα από τα παιδιά, ο  Νάσος, κρεμιέται από  έναν-τραγικό, απελπισμένο έρωτα Αναρωτιέμαι συμβιβάζονται όλα αυτά, τα ακραία;

Μπορεί να υπήρχε φτώχια και ανέχεια. Μα καμιά σχέση με τη σημερινή. Μοιραζόμασταν το φαγητό, και τα ρούχα μας. Τα μπουρδέλα και η Τρούμπα ήταν φιλικά για μας και παρ’ όλη την απαγόρευση βρίσκαμε τρόπους να κάνουμε καθημερινές επισκέψεις.

Τώρα που γυρίσατε στην δεύτερη σας πατρίδα την Γερμανία τους σκέπτεστε καθόλου τους ήρωες σας; Γιατί φαίνεται ότι πολύ τους αγαπήσατε, «μιλώντας» για τη ζωή τους, έτσι δεν είναι κ Κυρίμη;

Τους ήρωες μου δεν τους γνώρισα καθώς έγραφα το βιβλίο. Τους κουβαλούσα και θα τους κουβαλάω πάντα, όσο σκληρή κι αν είναι η μνήμη, είναι το μοναδικό που έχουμε και κανένας δεν μπορεί να μας το πάρει.

Και μετά τον «κινηματογραφικό» Πειραιά σας, τι θα ακολουθήσει;

Το φθινόπωρο θα βγει μια μεγάλη συλλογή διηγημάτων και τον επόμενο χρόνο ένα μυθιστόρημα που έχω έτοιμο «Η Νύχτα Μέσα στον Ήλιο».

Η Νικολίτσα Ντρίζη συνομιλεί με την Ειρήνη Αγγελική Μήτση (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Απόφοιτος της Σχολής Υποκριτικής του Ωδείου Αθηνών, η Νικολίτσα Ντρίζη βρίσκεται ανελλιπώς σε σκηνές θεάτρου και στις οθόνες του κινηματογράφου!

Έχει συνεργαστεί στο Θέατρο με τους: Κατερίνα Μαυρογεώργη, Δημήτρη Ξανθόπουλο, Αργυρώ Χιώτη, Αγγελική Παπαθεμελή, Σοφία Κορώνη, Σεβαστιάνα Αναγνωσοτπούλου, Μαρία Φιλίνη, Βάσια Ατταριάν, Δημήτρη Μπογδάνο, Ανρί Κεργκομάρ, Κωστή Τσώνο.

Στον κινηματογράφο την απολαύσαμε στις ταινίες:

2019: «Frankestein» σκηνοθεσία Κώστας Ζάππας, 2017: «Her Job» σκηνοθεσία Νίκος Labot, 2016:  «To much info clouding over my head» σκηνοθεσία Βασίλης Χριστοφιλάκης, 2016: «Maneki neko» σκηνοθεσία: Μανώλης Μαύρης, 2014: «Ο αόρατος» σκηνοθεσία Δημήτρης Αθανίτης, 2014: «The Republic» ακηνοθεσία Δημήτρης Τζέτζας, 2013: «Τετάρτη 04.45» σκηνοθεσία Αλέξης Αλεξίου, 2013: «Furious Hostel» σκηνοθεσία Κώστας Γούναρης, 2009: «Τρεις μέρες ευτυχίας» σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθανίτης, όπου και έλαβε βραβεία Α΄ γυναικείου ρόλου στο London Greek Film Festival και στο  New York Maverick Movie Awards, 2009: «Ο Μαχαιροβγάλτης» σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης, 2007: «Το ψύχος» σκηνοθεσία: Γιώργος Πιτσάκης, 2005: «The last porn movie» σκηνοθεσία Κώστας Ζάπας, 2003: «Ο παππούς και η γιαγιά» σκηνοθεσία Βαγγέλης Μαδεράκης. 

Βρεθήκαμε στο Παγκράτι στο Θέατρο skrow, που σημαίνει «ανένταχτος». Το έστησαν οι Βασίλης Μαυρογεωργίου, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Μαρία Φιλίνη και Σεραφείμ Ράδης. Παρακολουθήσαμε το εξομολογητικό έργο της Κατερίνας Μαυρογεώργη «Οι Λουόμενες», με τις τρεις εκκεντρικές ηρωίδες του, το οποίο μας συγκίνησε, μας ταξίδεψε στα χρόνια της εφηβείας μας, μας θεράπευσε, όπως ξέρει να κάνει το θέατρο.

Κωμωδία με πολλά τραγικά στοιχεία που διαδραματίζεται παραμονή Πρωτοχρονιάς, σε μια μικρή επαρχιακή λουτρόπολη με ιαματικές πηγές. Το Υδροθεραπευτήριο «ο Ασκληπιός»- ξεχασμένο κι απ’ τον Θεό ακόμα- παραμένει ανοιχτό. Μέσα βρίσκονται τρεις γυναίκες άγνωστες μεταξύ τους. Καμιά τους δεν έχει θέμα υγείας. Έχουν, όμως, όλες κάτι να ξεπλύνουν.

Η Κατερίνα Λάττα ως Κάτια πληθωρική και allegro, η Νικολίτσα Ντρίζη ως Λύντια με την τρέλα να γυαλίζει στο μάτι της, η Μαρία Πετεβή ως Μαρία άκρως συγκινητική, μας παρέσυραν στον κόσμο της Κατερίνας Μαυρογεώργη που συνδύασε μελωδίες όπερας, Ιαπωνίας, Ελλάδας, για να μας παραδώσει τις ηρωίδες της που έχουν λαχτάρα να ζήσουν, να γίνουν αποδεκτές, να γιατρέψουν πληγές, να ταξιδέψουν στην ψυχή τους και την ψυχή τους.

Τελικά, φεύγοντας ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι οι εκκεντρικές ηρωίδες δεν είναι και τόσο εκκεντρικές, γιατί όλοι μας κουβαλάμε ένα μυστικό στη ζωή μας. Μήπως είναι καιρός να το αποκαλύψετε; Τουλάχιστον στον εαυτό σας.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης και η Νικολίτσα Ντρίτζη

Δείτε το Video της Συνέντευξης

«Ελένη Καστάνη: Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα»

Τη γνωριμία με την Ελένη Καστάνη, την μετράω κάπου είκοσι χρόνια και..Ένα γλυκό και αντάμα δυναμικό κορίτσι. Ένα ανοιχτό σπίτι στα Εξάρχεια, εκεί όπου ήταν και το παλιό της. Κόσμος πηγαινοέρχονταν, γέλια, τσακωμοί δημιουργικοί μεταξύ του Ρέππα και του Παπαθανασίου, ήταν η εποχή του «Δις εξαμαρτείν». Και η κυρία Ερμιόνη, η μητέρα της. Διακριτική παρουσία, με την κρητική της προφορά και την Κρήτη όλη μέσα της. Οι λιχουδιές που μοίραζε απλόχερα, είχαν τη γλύκα της στήριξης της κόρη της.

Η Ελένη κουμπάρα μαζί με τον άντρα της τον Γιάννη στον πρώτο μου γάμο. Ήταν η εποχή της εγκυμοσύνης της. Λίγους μήνες μετά χαλασμός Κυρίου στο μαιευτήριο. Ο Κωστής ήρθε στη ζωή της. Το καινούργιο σπίτι γεμάτο παιχνίδια, εν πλήρη αταξία, μα περίσσια ευτυχία για το μικρό πλασματάκι. Οι γάμοι και των δυο μας έληξαν, μα η αγκαλιά της Ελένης είναι απάγκιο, ζωντανή και ζεστή.

Κλείσαμε ραντεβού στο Θέατρο Θησείον, μετά την πρόβα, όπου από τις 6 Μαίου και για δέκα παραστάσεις  η Ελένη Καστάνη θα βρίσκεται εκεί με το έργο «Μαμά» κάθε Δευτέρα και Τρίτη, με την Ευγενία Σαμαρά και σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλειμάν.

Γελαστή, μα κάπου εκεί στην άκρη του ματιού καραδοκεί η συγκίνηση και ίσως και ένα δάκρυ. Η ζωή της Ελένης, παρ’ όλες τις σταδιακές επιτυχίες που την καταξίωσαν και την έχρησαν πρωταγωνίστρια, δεν ήταν ποτέ ροζ.

Τι κρύβει το γελαστό, γλυκό, παιχνιδιάρικο πρόσωπο που βλέπουμε στις οθόνες, στη σκηνή, στον κινηματογράφο, αναρωτιέμαι:

Ένα άλλο πρόσωπο, ένα δεύτερο, πολύ πιο μαζεμένο, πολύ πιο μοναχικό, όχι τόσο χαρούμενο και φωτεινό. Υπάρχει κάτι σκοτεινό από πίσω, που έχει να κάνει με τον τρόπο που μεγάλωσα, με το πώς έζησα. Βέβαια σαν όχημα έχω διαλέξει το χαρούμενο, το θετικό για να επιβιώσω. Με καθόρισε το ότι έμεινα ορφανή από μπαμπά και με οδήγησε σε μια σκέψη διαφορετική και σε ένα ψάξιμο της ζωής από μικρό παιδί. Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα.

Ένα μυστικό στην τηλεόραση:

Παίζαμε μια κωμωδία πολύ επιτυχημένη «Τα κορίτσια με τα μαύρα» και είχε έρθει ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ήθελε να κάνει μια εκπομπή για τους κωμικούς ηθοποιούς και το δισυπόστατο τους. Τότε του είπα: έχω να σου πω μια ιστορία για κατάθλιψη. Άλλωστε ο πατέρας μου τι ήταν; Μια κατάθλιψη σοβαρή. Και ο πατέρας εκείνα τα χρόνια που δεν ξέραμε ένα τέτοιο πράγμα είχε, πολύ σοβαρό. Γιατί δεν υπήρχε κάτι εμφανές μέσα στο σπίτι ώστε να καταλάβουμε.

Αυτό ήταν και το δύσκολο για μένα να εξηγηθεί. Πως μπορεί ένας άνθρωπος, να ξυπνήσει ένα πρωί σε ένα σχετικώς ήρεμο περιβάλλον και να κάνει αυτό το πράγμα. Έτσι αποφάσισα να το πω σε μια σοβαρή εκπομπή, που θα παίζονταν αργά το βράδυ. Το είπα λοιπόν, γιατί σκέφτηκα πως εάν έστω και ένας άνθρωπος το δει και βοηθηθεί, είτε είναι κάποιος που το έχει βιώσει, είτε είναι κάποιος – πατέρας ή μητέρα – που μπορεί να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν λύση, μήπως μπορεί να προβληματιστεί για το πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτούς που μένουν πίσω.

Πάντως, για την Ελένη Καστάνη «δεν είναι όλα για όλους». Συχνά θέτει όρο για τηλεοπτικές εμφανίσεις της να μην αγγίζεται το θέμα του θανάτου του πατέρα της.

«…λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια»

"Δεκαπενταύγουστος" του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

Κωμωδία – δράμα ή και τα δύο μαζί;

Αγαπώ την κωμωδία. Τα κομμάτια που έχω δουλέψει ως ηθοποιός είναι κατά 80 % κωμικά και ένα 20%  δραματικά. Βέβαια βαθιά η βάση μέσα είναι το δραματικό στοιχείο. Αν δεν έχεις βιώσει τον πόνο δεν μπορείς να βγάλεις γέλιο. Στην πραγματικότητα είναι σαν να τραβάς μια κλωστή, ένα νήμα πιο πέρα. Έτσι το δραματικό γίνεται αστείο.

Πόσο εύκολο είναι να βγάλεις το γέλιο απ’τον θεατή:

Ως επαγγελματίας αισθάνομαι πως η κωμωδία έχει τη χαρά. Είναι πολύ μετρήσιμη η σχέση σου με τον κόσμο. Πάντα στο θέατρο ο τρίτος είναι ο θεατής. Το κοινό με την κωμωδία συμμετέχει τρομερά. Το αισθάνεσαι, είναι πολύ πιο εμφανής η συμμετοχή. Είναι ωραίο αυτό, είναι γοητευτικό και συνάμα πάρα πολύ δύσκολο, πάρα πολύ ψυχοφθόρο. Υπάρχουν φορές που θεωρώ πως πρέπει να μετακινήσω πεντακόσιους ανθρώπους ,να τους  παρασύρω σε μια χαρά και αυτό εμπεριέχει από μένα τρομερό δόσιμο.

Και μετά;

τη ζωή μου εκτός θεάτρου, είμαι πολύ πιο εγκρατής. Θα γυρίσω στο σπίτι και θέλω ησυχία, λιγοστά φώτα, να μην με ενοχλούν παραπάνω πράγματα γιατί θέλω να ηρεμήσω. Να ξαναγυρίσω στην πραγματικότητα. Θέλω ηρεμία, ησυχία και γείωση. Πρέπει να γειωθώ, να δω ότι δεν είμαι και κάτι ξεχωριστό, δεν κάνω και κάτι το τρομερό. Δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίο. Μια δουλειά είναι κι αυτή.

Από τη Βιομηχανική στο θέατρο:

Το πτυχίο της Βιομηχανικής δεν το πήρα ποτέ. Είμαι αιώνια φοιτήτρια!!! Όλος αυτός ο προβληματισμός που είχα ως παιδί, που με οδήγησε στο να αντιληφθώ ότι πρέπει να κάνουμε αυτά που θέλουμε και όχι αυτά που έχουν τοποθετήσει κάποιοι άλλοι στο μυαλό μας. Ίσως οι γονείς μας, οι καταστάσεις που ζούμε, ίσως η κοινωνία. Έτσι αποφάσισα να αποτολμήσω αυτό που ήθελα να κάνω, την πρώτη μου επιθυμία. Αυτό που εξακολουθώ να θέλω να κάνω

Πως ήρθε αυτή η επιθυμία;

Μεγάλωσα στη Σητεία και εκεί δεν υπήρχε θέατρο. Στα δέκα μου χρόνια είχαμε έρθει στην Αθήνα με τους γονείς μου και εκεί πρωτοσυναντώ την αυλαία. Όταν άνοιξε νόμισα πως θα σταματήσει η καρδιά μου. Ήταν σαν να ανακάλυπτα αυτό που ήθελα να κάνω. Μέχρι τότε έβλεπα μόνο σινεμά. Μα σαν είδα τη ζωντανή παράσταση έγινε επιλογή, σωματική ανάγκη, επιβίωση.

Πιστεύω όμως πως και το γεγονός της  έλλειψης του πατέρα μου με τόσο δραματικό τρόπο, με επηρέασε κι αυτό πολύ. Δεν ήθελα να ξυπνήσω σαν και εκείνον μια μέρα, στο πενήντα δύο μου χρόνια για να πω «τι έκανα;» Αυτό λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια.

Το σινεμά:

Ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι ένα point στην καριέρα  μου. Συγκινούμαι τώρα. Το οφείλω αυτό στον Κωνσταντίνο ( Γιάνναρης ), γιατί είναι πολύ σπουδαίος  και πολύ δυνατός άνθρωπος. Για μένα είναι ένας Θεός. Τόλμησε να πάρει εμένα που ήμουν χαρακτηρισμένη σε εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Άνθρωποι της καριέρας της:

Έχω μια πολύ στενή σχέση, αδερφική σχεδόν με τον Μιχάλη  Ρέππα. Οι δρόμοι μας ήταν σχεδόν παράλληλοι, εγώ στη Βιομηχανική ο Μιχάλης στο Μαθηματικό. Πηγαίναμε σινεμά, θέατρα όσο ήμασταν φοιτητές. Στα πρώτα μου βήματα με βοήθησε πολύ και το ένα έφερνε το άλλο. Μετά έρχεται το Θεσσαλικό Θέατρο και ο Τσιάνος.

Αργότερα με είδε η Καλογεροπούλου και έπαιξα με τον Φασουλή. Γνώρισα τον Σταμάτη που τον θαύμαζα πολλά χρόνια. Εκεί με είδε και Θοδωρής Πετρόπουλος  που τότε έγραφε μαζί με τον Ρήγα και με πήραν στο πρώτο σήριαλ « Η Ελίζα και οι άλλοι». Ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεόραση τον πήρα απ τον Ρήγα στο «Τι ψυχή θα παραδώσεις». Μια σειρά μύθος με έξι επεισόδια.

«…Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς»

«Μαμά» στο Θέατρο Θησείον: 

Το έργο είναι πολύ ενδιαφέρον. Είναι μια μάνα, πάρα πολύ μάνα. Έχει ένα τρικ στην γραφή του το κείμενο, που το κάνει πολύ κινηματογραφικό. Παίζει με το παρόν, το παρελθόν, με τη σειρά των σκηνών, με τη σχέση μάνας κόρης πάρα πολύ. Μια σχέση που διαιωνίζεται. Στη ζωή δεν έχω κόρη και δεν ξέρω αυτή τη σχέση αλλά το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον. Έχει μια έκπληξη στο τέλος πολύ έντονη, που καταλαβαίνει ο θεατής τι παρακολουθούσε τόση ώρα. Η χαρά μου όμως είναι στο ότι βρίσκομαι με δύο νέους ανθρώπους. Ο Γιώργος Σουλειμάν που σκηνοθετεί και η Ευγενία Σαμαρά που την έβλεπα και την θαύμαζα.

Καλοκαίρι με «Μαρία Πενταγιώτισσα»:

Το καλοκαίρι θα δουλέψω με έναν νέο σκηνοθέτη που είναι καταπληκτικός, τον Μάνο Καρατζογιάννη. Είδα την παράσταση τον χειμώνα, τον «Ηχο του όπλου» και τρελάθηκα. Θα ανεβάσουμε Μποστ. Τον Μποστ τον έχω κάτι σαν Ευαγγέλιο. Το χιούμορ του αγγίζει πολύ λεπτά νεύρα του μυαλού μου. Θα ήθελα να ήμουν ο Μποστ. Ο παραλογισμός του, η εξυπνάδα του, η ευφυία του, η λιτότητά του, η υπερβολή του».

Εξάρχεια:

Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα και θα πω και κάτι πολύ πρωτοποριακό εδώ. Εγώ δεν ξέρω τι θα έκανα για να καθαρίσω τα Εξάρχεια, αλλά τους υγιείς αναρχικούς  θα τους ήθελα μέσα. Σίγουρα θα έδιωχνα τα ναρκωτικά. Αλλά αυτό που κρατά τα Εξάρχεια ζωντανά θα το διατηρούσα. Είμαι ένα κομμάτι της περιοχής. Δεν μπορώ να πω: «στην πυρά όλα αυτά». Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς.

                                  Marta Barcelo «Μαμά®»

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν

Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Ηλένια Δουλαδίρη Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης Οργάνωση παραγωγής: Εύα Πολυχρονιάδου Φωτογραφίες: Νίκος Ζήκος Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς Βοηθός Σκηνοθέτη: Σπύρος Σιακαντάρης

 Ερμηνεύουν: Μαμά: Ελένη Καστάνη Κόρη: Ευγενία Σαμαρά

Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες: Τουρναβίτου 7, Αθήνα (Ψυρρή)

Πηνελόπη Μαρκοπούλου, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Το τίμημα των νόμων της φύσης που δεν παραβιάζονται είναι το κύριο θέμα της Γέρμα που σημαίνει «άκαρπη», «έρημος», «άγονη». Η τραγωδία της Γέρμα ταυτίζεται με την τραγωδία της άγονης γης. Για τη Γέρμα το νερό δίνει αλάτι, η γη καρπούς και οι μήτρες τρυφερά  μωρά»

Στις συνειδήσεις του θεατρόφιλου κοινού, η Πηνελόπη Μαρκοπούλου έχει καταγραφεί ως ένα πλάσμα με περήφανη αξιοπρέπεια, ένα θηλυκό υπόδειγμα σεμνότητας, συνέπειας, μια σπάνια προσωπικότητα με βαρύτητα και κύρος, μια χαρισματική ηθοποιός που κυριαρχεί πάμφωτη επάνω στο θεατρικό σανίδι και κατορθώνει  να χαράζει τους ρόλους της καίρια.

Και τι δεν έχει παίξει και πάντα με μεγάλη επιτυχία η Πηνελόπη Μαρκοπούλου.

Και τώρα από τη σκηνή του Θησείου: «Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες», ζει τη ζωή της «Γέρμας» με αυξημένο το συναίσθημα της ανωτερότητας, με πάθος και αγάπη για αυτή τη στέρφα, την άκαρπη, τη στείρα, την έρημη ηρωίδα του Φ. Γκ. Λόρκα , που εγκλωβισμένη σε ένα γάμο χωρίς αγάπη, πιστεύει ότι ένα παιδί θα της φέρει τη χαρά που τόσο απεγνωσμένα επιδιώκει.

Η τραγική αυτή ηρωίδα είναι και το κεντρικό θέμα της συζήτησής μας, Μια σκληρή λάμψη διακρίνω στο βλέμμα της Πηνελόπης Μαρκοπούλου, που εξεγείρεται και αγανακτεί για τον τρόπο που η κοινωνία αντιμετωπίζει ακόμα και σήμερα τις άτεκνες γυναίκες προσπαθώντας να ανακαλύψει το αδιέξοδο αυτού του ρόλου.

Πως βιώσατε κα. Μαρκοπούλου τη λυρική τραγωδία για τη γυναίκα, από τον μεγάλο Ισπανό ποιητή, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα;

Αγάπησα βαθειά το Λόρκα για τον τρόπο με τον οποίο έγραψε για τη γυναίκα-μάνα, τη γυναίκα-σύζυγο, τη γυναίκα που επαναστατεί, τη μοναχική γυναίκα. Ο αριστουργηματικός τρόπος με τον οποίο  ψυχογραφεί τη γυναικεία φύση. Στη Γέρμα το συμπαντικό ζήτημα της μητρότητας, χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά μου.

Το έργο είναι τραγικά επίκαιρο, αφού και στις μέρες μας γυναίκες που δεν φέρνουν μέσα τους τη ζωή είναι δακτυλοδεικτούμενες στις παραδοσιακές κοινωνίες στην ελληνική επαρχία και όχι μόνο. Τί θα λέγατε επ΄ αυτού;

Οι γυναίκες που δεν τεκνοποιούν επειδή δεν έτυχε, δεν μπόρεσαν ή επειδή δεν ήθελαν, πληρώνουν το τίμημα της επιλογής τους. Η κοινωνία είναι πολύ σκληρή και βαθειά στερεοτυπική, απέναντι στη γυναίκα.

Πιστεύετε, ότι από τότε που ο επαναστάτης ποιητής έγραψε το συγκλονιστικό αυτό έργο, οι γυναίκες παλεύουν ακόμα  για κοινωνική και ερωτική ισότητα;

Οι γυναίκες σε πολλά μέρη του κόσμου, υποφέρουν σιωπηλά και είναι πολίτες β’ κατηγορίας. Στην Υεμένη για παράδειγμα μια γυναίκα στο δικαστήριο θεωρείται «μισός μάρτυρας» δεν αναγνωρίζεται δηλαδή ως ολόκληρο άτομο. Στην Ελλάδα, η γυναίκα μπορεί να έχει χειραφετηθεί αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για ισότητα των δύο φύλων. Αμειβόμαστε το ίδιο; Έχουμε τις ίδιες επαγγελματικές προοπτικές; Στο κοινοβούλιο αποτελούμε ακόμα μειοψηφία και αντιμετωπίζουμε περισσότερες δυσκολίες, για να κατακτήσουμε ένα υψηλόβαθμο πόστο σε μια επιχείρηση.

Εσείς που είσθε μητέρα δυο υπέροχων κοριτσιών, πώς προσεγγίσατε το δράμα αυτής της Ισπανίδας χωρικής, στην ουσία είναι ένα ακόμα θύμα μιας κοινωνίας με απηρχαιωμένες τάσεις, που εξισώνει τη γονιμότητα με την ηθική αρετή;

Το γεγονός ότι είμαι μητέρα, είναι για μένα πρόκληση να υποδυθώ την Γέρμα, να μπω σε ένα εντελώς διαφορετικό μοτίβο από αυτό που βιώνω στην καθημερινότητα μου, να περάσω σε αυτές τις άγονες και έρημες περιοχές, της ψυχοσύνθεσης της, μέσα από μια κοινωνία που θέλει την γυναίκα στο σπίτι, σύζυγο και μητέρα.  Με υπομονή και αγάπη θα έλεγα ότι δούλεψα. Εξάλλου το κάθε έργο βιώνεται όχι σαν βάρος που το κουβαλάμε, αλλά σαν ένα παιχνίδι, ένα κλείσιμο του ματιού. Ο Ανατόλι Βασίλιεφ μας έλεγε, «ότι την κατάσταση που βιώνει ο ρόλος σας δεν την έχετε μέσα σας αλλά την κρατάτε στα χέρια σας, είναι ανάμεσα σε εσάς και τον συμπαίκτη σας».

Από καθαρή σύμπτωση, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η ισπανική λέξη «yerma» τυγχάνει ομόηχη της ελληνικής λέξης «γέρμα», η οποία σημαίνει «γέρσιμο, δύση, ηλιοβασίλεμα, τέλος». Σε τούτο το δράμα, λοιπόν, η τραγικότητα της κεντρικής ηρωίδας, της Γέρμα (Yerma), ξεκινά από το ίδιο το πολυσήμαντο όνομά της;

Το τίμημα των νόμων της φύσης που δεν παραβιάζονται είναι το κύριο θέμα της Γέρμα που σημαίνει «άκαρπη», «έρημος», «άγονη». Η τραγωδία της Γέρμα ταυτίζεται με την τραγωδία της άγονης γης. Για τη Γέρμα το νερό δίνει αλάτι, η γη καρπούς και οι μήτρες τρυφερά  μωρά.

«Ο κόσμος είναι σκληρός και ακατανόητος, αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Να ζούμε την κάθε στιγμή  σα να είναι η τελευταία μας.»

Έχετε παίξει με μεγάλη επιτυχία σημαντικούς ρόλους από το κλασικό ρεπερτόριο και όχι μόνο. Στη «Γέρμα»  αντιμετωπίσατε δυσκολίες;

Είμαι πολύ χαρούμενη που συνεργάζομαι με τον Θανάση Σαράντο, χαίρομαι που με εμπιστεύτηκε  στη Γέρμα και χαίρομαι πολύ που παίζω με τον Τάσο  Σωτηράκη, την Βίλμα Τσακίρη και την Βασιλίνα Κατερίνη. Το θέατρο είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν γι΄ αυτό, η συμφωνία που κάνουμε για την ιστορία που θα «αφηγηθούμε». Όταν συνεργάζομαι με ανθρώπους που επιθυμώ νοιώθω ότι δεν είμαι μόνη και ότι η συνεργασία με βοηθά να ξεπεράσω προσωπικές δυσκολίες με το υλικό μου. Δεν είμαστε μόνοι μας στη διαδικασία των προβών και στην παράσταση αργότερα. όπως μας λέει και ο Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης (επιμέλεια κίνησης): «κοιτάξτε τον συμπαίκτη σας πετάξτε το εγώ σας και αφήστε τον να μπει μέσα σας, αφήστε  και το κοινό να μπει μέσα σας». Είναι πολύ ανακουφιστικό όλο αυτό.

Το θέατρο συμπάσχει στο δράμα των ανθρώπων  που υπάρχουν γύρω μας, τους οποίους συναντούμε στο δρόμο. Πόσο δύσκολο είναι να προκαλέσεις συναισθήματα στο κοινό για να αφεθεί σε μια διαδρομή για κάτι μαγικό;

Ο θεατής αφήνεται στην ιστορία όταν υπάρχει αλήθεια στη σκηνή και όταν αυτό που βλέπει τον αφορά. Εξαρτάται και από τον θεατή  φυσικά. Εγώ για παράδειγμα όταν βλέπω μια παράσταση είμαι ανοιχτή στο να την απολαύσω. Υπάρχουν θεατές πιο εγκεφαλικοί. Όλα είναι πολύ σχετικά.

Τα κεντρικά θέματα του Λόρκα είναι η αγάπη, η υπερηφάνεια, το πάθος και ο βίαιος θάνατος, που σημάδεψαν και τη δική του ζωή. Τι άλλο βρήκατε εσείς που ακουμπήσατε με πάθος στο έργο του;

Η μοναξιά των προσώπων. Όλα τα πρόσωπα του έργου, ανήκουν, το καθένα ξεχωριστά, σε ένα διαφορετικό κόσμο. Η γραμμή που τα ενώνει είναι η κοινωνική ηθική που οριοθετεί τις σχέσεις τους. Η Γέρμα κινείται σε έναν εντελώς μοναχικό δρόμο. Το πάθος της και η εμμονή της για την απόκτηση του παιδιού την αποκόβει από τον κόσμο και την ωθεί σ ένα συναισθηματικό μαρασμό μέχρι την τελική της  ηρωική έξοδο.

Στα χρόνια της κρίσης , ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος του θεάτρου;

Το θέατρο  είναι ευλογία όταν σου ξυπνάει το μυαλό και τις αισθήσεις, όταν σου προσφέρει ανάσες πνευματικής ανακούφισης.

Τί ήταν αυτό που σας μάγεψε στο θέατρο και ασχοληθήκατε με αυτό;

Δεν ακολούθησα μια λογική διαδικασία. Ως παιδί επαρχιακής πόλης, δεν είδα θέατρο, δεν υπήρχε για να δω. Ξεκίνησε ως μια ανάγκη να συναντήσω και να γνωρίσω τον εαυτό μου. Η μαγεία μαζί με όλες τις ματαιώσεις  ήρθαν μετά, μαζί με τον έρωτα για το θέατρο.

Ως άνθρωπος τι ζητάτε από την υποκριτική;

Η υποκριτική να είναι μια αέναη διαδικασία μάθησης και σκληρής δουλειάς.

Τι θα αντιτάσσατε στην άποψη που ακούγεται, ότι «στην πραγματικότητα ο σύγχρονος πολιτισμός δεν θεωρείται αξία οπότε δεν μπορεί και να υποστηριχτεί. Είναι καταδικασμένος σε ένα κοινωνικό παιχνίδι»;

Ο σύγχρονος πολιτισμός είναι κοινωνικό αγαθό τεράστιας αξίας τον οποίο όλοι έχουμε ανάγκη. Το κράτος πρέπει να δημιουργήσει τις κατάλληλες  δομές, ώστε να μπορεί να υποστηριχτεί η τέχνη να σταθεί δίπλα στους έλληνες δημιουργούς.

Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο κόσμος είναι υπέροχος, χαϊδεύοντας τα αυτιά των καταπονημένων ανθρώπων τι θα λέγατε;

Ο κόσμος είναι σκληρός και ακατανόητος, αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Να ζούμε την κάθε στιγμή  σα να είναι η τελευταία μας.

Η τέχνη γενικότερα βοηθάει  στο να αποκτήσει ο κόσμος μια αίσθηση αφύπνισης;

Ο ρόλος της τέχνης είναι να μας  ξεσηκώνει το πνεύμα και να ενεργοποιεί τον ψυχισμό μας.

Ο σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος μιλάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«…τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όλοι οι Ηπειρώτες πετράδες, γνωστοί και ως κουδαραίοι, κατέβηκαν μαζικά στην Αθήνα, καθότι η Ήπειρος ήταν η πιο φτωχή περιφέρεια της Ευρώπης, συντελώντας δυναμικά στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας»

Απολαυστικός συνομιλητής, κουβεντιάζει όπως ακριβώς κινηματογραφεί: Ήρεμα, αισθαντικά, παραμυθένια και επί της ουσίας, δίχως ο λόγος του να αφήνει κενά και απορίες. Ο χρόνος της μεσημεριανής συνάντησης με τον σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο ξοδεύτηκε εξαιρετικά γρήγορα και ούτε κατανόησα στο πως φτάσαμε να κλείσω το μαγνητόφωνο.

Στην γλώσσα του σινεμά είναι αυτό που λέμε, εξαιρετικός story teller, δηλαδή ο αφηγητής που σε συνεπαίρνει αμαχητί στην ιστορία του για να σε ταξιδέψει όχι σαν αμίλητος βαρκάρης του Αχέροντα, αλλά σαν εκείνους τους καλούς παραμυθάδες που δεν υπάρχουν πια. Είναι μια ζόρικη συμφωνία αυτή ανάμεσα στον σκηνοθέτη και στον θεατή, πρωτίστως συναισθημάτων αφού μιλάμε για σινεμά, που ελλοχεύει μύριους κινδύνους, ειδικά σήμερα με τον ελληνικό κινηματογράφο να διανύει τον τάραχο του. Αναφερόμενος από την προσωπική μου θέση, αυτή η συμφωνία εμπιστοσύνης με τον βετεράνο σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο επιτεύχθηκε ξανά στο ακέραιο, τόσο όταν τον απολάμβανα στα ντοκιμαντέρ του, όσο και στην τρίτη κατά σειρά ταινία του με τον τίτλο «Τα Δάκρυα του Βουνού», που γυρίστηκε με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Και αυτή ήταν αιτία για να τηλεφωνηθούμε και να στήσουμε την συνάντηση μας στο κέντρο της Αθήνας, λίγο πριν την εαρινή γιορτή της Λαμπρής.

Συνεπής στο ραντεβού του κατέφθασε με ένα γαλήνιο χαμόγελο στο πρόσωπο για να γνωριστούμε κι από κοντά, καθώς είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε επαφή μαζί του. Πριν περάσουμε όμως στην ενδιαφέρουσα συζήτηση μας να σας συστήσω τον βραβευμένο σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956, σπούδασε Οικονομικά και Κινηματογράφο στην Ελλάδα, συνεχίζοντας για μεταπτυχιακές σπουδές στην Οικονομία στο Παρίσι. Υπήρξε εκδότης του περιοδικού τέχνης «Γραφή» και κείμενά του για τον κινηματογράφο έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Γραφή», «Σύγχρονος Κινηματογράφος», «Γράμματα και Τέχνες». Έχει γυρίσει ντοκιμαντέρ για λογαριασμό της κρατικής τηλεόρασης και για ξένα κανάλια.

Μεταξύ των διακρίσεων που έλαβε είναι το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη το 1996 για την ταινία μυθοπλασίας «Άδης», το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας για τις ταινίες «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη» και «Hμερολόγια Καταστρώματος-Γιώργος Σεφέρης», αλλά και το Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (Fipresci) στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για το φιλμ «Γιάννης Μόραλης». Το 2011 σκηνοθετεί την δεύτερη ταινία μυθοπλασίας με τον τίτλο: «Η Υπογραφή» και πρωταγωνιστές τον Γιώργο Χωραφά και την Μαρία Πρωτόπαπα. Το 2014 προβάλει το ντοκιμαντέρ έρευνα: «Γρηγόρης Λαμπράκης: Μαραθώνιος μιας ημιτελούς Άνοιξης» και τέσσερα χρόνια αργότερα το συγκινητικό ντοκιμαντέρ «Της Πατρίδας μου η Σημαία» για την Ελλάδα των ανοιχτών πληγών που άφησε ο μεγαλοϊδεατισμός.

Την περίοδο από το 2009 έως το 2010 οργάνωσε στο Εργαστήρι Ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος τον κύκλο εκδηλώσεων «Ποιητές στην Οθόνη» και έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Αλλαγή Αιώνα» από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Τέλος, από το 1988 είναι συνιδρυτής με τους Θάνο Λαμπρόπουλο και Γιάννη Βαρβαρίγο της εταιρείας παραγωγής «Περίπλους».

Οι λόγοι για να αφηγηθείτε την ιστορία του πρωτομάστορα Μάρκου ποιοι είναι κύριε Χαραλαμπόπουλε;

Εκ των υστέρων μιλώντας πάντα φτιάχνουμε μια ταινία για να δούμε κάποιες πτυχές του εαυτού μας ή να ερμηνεύσουμε θέματα για τα οποία όταν συνέβησαν δεν είχαμε επίγνωση. Αρκετά πράγματα λειτουργούν υπόγεια, συσσωρεύονται μέσα μας και ξαφνικά εμφανίζονται. Έχω ταξιδέψει πολύ στην Ελλάδα και στις ταινίες μου αποτύπωσα αυτές τις διαδρομές. Οι ορεινές κοινωνίες πάντα με εντυπωσίαζαν γιατί οι άνθρωποι είχαν να παλέψουν με άσχημες συνθήκες, πριν ακόμα εισβάλουν οι μηχανές στις ζωές τους.

Οι πόροι ήταν ελάχιστοι και αναγκαζόντουσαν να εγκαταλείπουν τα μέρη τους για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Παράδειγμα θα φέρω το χωριό της καταγωγής μου πάνω στον Πάρνωνα της Αρκαδίας, όπου οι άνθρωποι έφευγαν και κατέβαιναν στον κάμπο της Ηλείας ή της Σπάρτης και δούλευαν στα αμπέλια και στις ελιές. Στα Λαγκάδια της Γορτυνίας οι κτιστάδες για μήνες πήγαιναν στην Κρήτη, γυρνούσαν την Πελοπόννησο και επέστρεφαν στα χωριά τους τα Χριστούγεννα. Το ίδιο και στην Ήπειρο που υπήρχε η κάστα με τους πετράδες.

Η Στεμνίτσα που είχε παράδοση στην αργυροχρυσοχοΐα, οι άνθρωποι πλανόδια ασκούσαν το επάγγελμα. Το στοιχείο της δύσκολης διαβίωσης ήταν που με γοήτευσε και μπορούμε να πούμε, πως ήταν η βασική αφορμή για την ταινία.

Επίσης ενδιαφέρον είναι ο τρόπος της οργάνωσης τους, τα του νοικοκυριού τους ας πούμε, ιδιαίτερα των πετράδων, που κατέβαιναν ως οργανωμένη συντεχνία με απόλυτα καθορισμένους ρόλους στην ομάδα τους. Ο αρχιμάστορας κρατούσε τους λογαριασμούς και είχε την συνολική ευθύνη για το τι έκανε ο πελεκάνος, το ματσορόπουλο. Φτωχοί άνθρωποι ήταν, που εάν έπεφταν σε καλό αφεντικό τραβάγανε και λίγο παραπάνω την εργασία γιατί τους τάιζε. Απλά πράγματα μα σημαντικά. Ε, αυτό άσκησε μια γοητεία επάνω μου μαζί με το στοιχείο του κινδύνου, κυρίως παλαιότερα, όταν περιφερόντουσαν σε περιοχές της βαλκανικής που και πόλεμοι υπήρχαν και το φαινόμενο της ληστείας ήταν εκτεταμένο.

Πετράδες, λοιπόν, περιπλανώμενοι στην άγρια, ορεινή φύση, μια ιστορία που εναρμονίζεται σεναριακά με τις περιπέτειες του Οδυσσέα;

Όταν έγραφα το συγκεκριμένο θέμα ήρθε η ιδέα να συσχετίσω την ομάδα με τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Οι δε πετράδες της ταινίας είναι Ηπειρώτες και αυτό γιατί μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όλοι οι Ηπειρώτες πετράδες, γνωστοί και ως κουδαραίοι, κατέβηκαν μαζικά στην Αθήνα, καθότι η Ήπειρος ήταν η πιο φτωχή περιφέρεια της Ευρώπης, συντελώντας δυναμικά στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Στο Μαρούσι που διαμένω υπάρχει από τότε μέχρι σήμερα οικισμός με την ονομασία «Ηπειρώτικα». Εκεί έμεναν οι κτιστάδες. Αλλά εκτός των σπουδαίων πετράδων, οι Ηπειρώτες ήταν και καλοί φουρναραίοι και εξαιρετικοί δάσκαλοι.

Άλλωστε και ο μεγάλος δάσκαλος του Μακεδόνα Αλέξανδρου ήταν ο αυστηρός Λεωνίδας ο Ηπειρώτης, συγγενής της Ολυμπιάδας.

Βέβαια, κάτι που το συνέχισαν και στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η Ζωσιμαία Σχολή το 1828, μάλιστα, των Ηπειρωτών αδελφών Ζωσιμάδων έγραψε ιστορία.

Ο σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος στα γυρίσματα της ταινίας "Δάκρυα του Βουνού"

«…Η νεολαία κάθεται σε μια μικρή οθόνη, είτε της τηλεόρασης, είτε του υπολογιστή, είτε του τηλεφώνου για 7 με 8 ώρες την ημέρα, κατακλύζεται από άπειρες εικόνες, όπου μέσα τους εντάσσουν και μια ταινία. Δεν ξεχωρίζουν πια εάν βλέπουν ένα ριάλιτι, μια είδηση, ένα σίριαλ ή μια ταινία»

Φωτογραφίες από τα γυρίσματα της ταινίας «Δάκρυα του Βουνού»

Εκπληκτική η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη στην ταινία. Μια απόλυτη ταύτιση σκηνοθέτη και συνθέτη να την χαρακτηρίσω;

Με τον Πλάτωνα γνωριζόμαστε παλαιόθεν. Οι τελευταίες τρεις ταινίες μου είναι μαζί με τον Πλάτωνα, οπότε έχουμε πλέον ανακαλύψει τους κρυφούς, κοινούς κώδικες μας. Όταν έγραφα το σενάριο, που είναι από τα πρώτα βήματα, συνεχώς το συζητούσα με τον Πλάτωνα. Κατόπιν ήρθε στα γυρίσματα, κάθισε μαζί μας περίπου 10 ημέρες, γιατί χρειαζόταν να είναι ώστε να παρακολουθήσει από κοντά το τραγούδι που ακούγεται στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, όπου συμμετέχει ο ίδιος παίζοντας νταούλι στο χάνι.

Ο Πλάτων κατάφερε κάτι σπουδαίο. Άλλο τα λόγια και άλλο να καταγράφεις σε μια άλλη γλώσσα, όπως αυτή της μουσικής, την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα του σεναρίου. Όπως και ο Δημήτρης Κορδελάς στην φωτογραφία, δεν θέλαμε στην ταινία να υπάρχει ένα συγκεκριμένο εθνικό, μουσικό ηχόχρωμα. Υπάρχουν, βέβαια τα δύο τραγούδια, που όντως δίνουν μια αναφορά χώρου και χρόνου, όπως τα ρούχα και τα αντικείμενα που δείχνουν Ελλάδα. Το πρώτο, «Το Τραγούδι του Μάρκου» έχει πάρει, περίπου, την μορφή του πολυφωνικού και το εκτελεί ο Χάρης Γιούλης, που έχει σπουδάσει μουσική και είναι από την Ήπειρο. Το δεύτερο τραγούδι είναι το παραδοσιακό «Ξενιτεμένο μου Πουλί», πάλι με τον Χάρη Γιούλη. Και τα δυο τραγούδια είναι οι κοινωνικές ορίζουσες της εποχής και του χρόνου που διαδραματίζεται η ιστορία της ταινίας. Από εκεί και έπειτα όμως ο Πλάτων οδηγεί την μουσική διαφορετικά, καθώς  χρησιμοποιεί τσέλο, βιολιά και βέβαια πίπιζα, δίνοντας την σκληρή πορεία αυτών των ανθρώπων.

Στην μουσική είναι έντονο το στοιχείο της περιπλάνησης, αλλά και ένα σχόλιο στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν, όπως στην καταστροφή που φέρνει ο πόλεμος, την απογοήτευση, την θλίψη του ήρωα που φτάνει στο τέλος της διαδρομής του. Δεν θέλαμε η μουσική να κάνει έναν διπλασιασμό αισθημάτων στην ταινία. Έχει την δική της πορεία.

Η πλοκή εκτυλίσσεται στην αυγή του 20ου αιώνα. Υπάρχουν ομοιότητες ή κοινά στοιχεία της τότε εποχής με την σημερινή, εκτός του θέματος της αστυφιλίας;

Η προσωπική ανάγνωση της Οδύσσειας που παρουσιάζω είναι, ότι ο δικός μου Οδυσσέας, ο Μάρκος δηλαδή, δεν στηρίζεται τόσο στην πανουργία, αλλά ως γνώμονα έχει το καλό και το δίκιο. Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους συντρόφους του για να τους σώσει, αλλά αυτοί υποκύπτουν στα ελαττώματα τους, κάτι που στην ταινία το διευκρινίζω. Ο «Οδυσσέας» όμως κλείνει τα αυτιά του στις «σειρήνες», στην σαγήνη του υλικού κόσμου, οπότε ως παραβολή και μόνο έχει άμεση σχέση με το σήμερα για το πόσο αφεθήκαμε να μας πάνε τα πράγματα και να μπούμε σε καταστάσεις δίχως να έχουμε σκέψη Η πορεία των κτιστάδων και η οδύσσεια του πρωτομάστορα σε μια εποχή μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων, έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων, που καθιέρωσαν τον 20ο αιώνα, είναι απόλυτα όμοιες με αυτές που βιώνουμε σήμερα και θα καθιερώσουν τον 21ο αιώνα.

Δυσκολίες ως προς την επίτευξη της παραγωγής συναντήσατε, καθότι είναι ταινία ιστορικής περιόδου;

Είχαμε πάρα πολλές. Μια χαρακτηριστική θα αναφέρω για να κατανοήσετε τι συμβαίνει όταν γυρίζει κάποιος σκηνοθέτης ταινία στην Ελλάδα, που το σενάριο χρονικά αφορά το παρελθόν. Υπήρχαν λίγα χρήματα, περιορισμένες οι ημέρες των γυρισμάτων, μόνο 22 ημέρες με μεγάλες μετακινήσεις, και μια δυσκολία που ούτε καν την φανταζόμασταν ήταν τα υποζύγια, τα ζώα. Δεν μπορείς πια να βρεις μουλάρια, γαϊδούρια που να σαμαρώνονται. Το πιστεύετε, ότι δεν υπάρχουν; Μας έλεγαν να φέρουν κάποια από την Ύδρα, που τα χρησιμοποιούν για μεταφορές. Αναγκαστήκαμε, λοιπόν, να πάρουμε τα ζώα από κάπου πολύ ψηλά, κοντά στην Αλβανία. Γαϊδουράκια που χρησιμοποιούν οι ξυλοκόποι στα ορεινά μέρη για να φορτώνουν με ξύλα τα φορτηγά. Οι τοποθεσίες των γυρισμάτων εν τω μεταξύ ήταν αρκετές και τα ζώα έπρεπε συνεχώς να μετακινούνται με φορτηγά στα οποία δεν ήταν μαθημένα. Τεράστιο πρόβλημα.

Άλλο ένα που θυμήθηκα. Το γύρισμα στην σπηλιά του Πολύφημου με τα πρόβατα. Βρήκα μια σπηλιά στην Λευκάδα και για την σκηνή χρειαζόμασταν πρόβατα. Ένα βοσκός που προθυμοποιήθηκε ο άνθρωπος να μας βοηθήσει με το κοπάδι του έθεσε το εξής θέμα: Το κοπάδι δεν ήταν μαθημένο να πηγαίνει σε εκείνο το μέρος για βοσκή, οπότε έπρεπε να αλλάξει συνήθεια στα ζώα, αναβοκατεβάζοντας τα καθημερινά στο σημείο μέχρι να το μάθουν.

Το να ανασυστήσεις κινηματογραφικά μια Ελλάδα, προ 100 χρόνων, που δεν υπάρχει σήμερα, δημιουργεί πολλά προβλήματα. Και φυσικά δεν μπορείς καθόλου να πλησιάσεις δομημένο, αστικό περιβάλλον, γιατί εκεί έχει γίνει το έλα να δεις. Το να βάλεις τους πρωταγωνιστές για γύρισμα σε ένα χωριό, ας πούμε, σε ταινία ιστορικής περιόδου, κυριολεκτικά θα σαστίσεις. Παντού καλώδια, αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις ακόμα και στο αρμολόγιο στους τοίχους, που δυστυχώς η κάμερα θα σε προδώσει. Πρέπει να έχεις ένα επιτελείο για να προσαρμόζει συνεχώς το περιβάλλον στις απαιτήσεις τις ταινίας, δηλαδή χρήματα!

Θυμάμαι πηγαίναμε στην Ιταλία για γυρίσματα και έλεγαν: Εδώ είναι το θαύμα του Διευθυντή Φωτογραφίας, γιατί όπου και να πετάξεις την κάμερα κάνεις πλάνο. Έχουν σεβαστεί τους τόπους τους στο εξωτερικό. Εδώ φιλμάρεις κρατώντας τις γωνίες, να είναι περιορισμένα τα κάδρα μη τυχόν ξεφύγεις και φανεί η ατέλεια, η τσαπατσουλιά του χώρου. Ευτυχώς είχα κάνει εξαντλητικό ρεπεράζ για να μην υπάρξουν προβλήματα. Όπως και ηχητικά η ταινία έχει στηθεί ψηφίδα ψηφίδα. Όλοι οι ήχοι φτιάχτηκαν από εμάς. Να πω, επίσης, πόσο πολύ μας στήριξαν στα γυρίσματα οι τοπικές κοινωνίες, κυρίως οι Λευκαδίτες. Ήταν συγκινητικό το πόσο ο κόσμος μας αγκάλιασε και βοήθησαν. Οι άνθρωποι άνοιξαν τα σπίτια τους, συμμετείχαν ενεργά και τους ευχαριστώ όλους.

Με αυτά και με εκείνα, τις αξεπέραστες δυσκολίες στην παραγωγή, την απουσία οικονομικών πόρων, τα εμφανή προβλήματα της διανομής ελληνικών ταινιών, πως βλέπετε το μέλλον του ελληνικού σινεμά;

Είμαι αισιόδοξος και απαισιόδοξος. Θα σας το εξηγήσω. Αυτό που ήταν κάποτε ο κινηματογράφος, σχεδόν για τα τρία τέταρτα του αιώνα από την εμφάνιση του και η επίδραση που είχε, βλέπω πως δεν υφίσταται. Το απαισιόδοξο είναι, ότι υπάρχει πρόβλημα με την αίθουσα και οι νέοι προτιμούν να κατεβάζουν ταινίες στον υπολογιστή και να τις βλέπουν σπίτι τους παρά να επισκεφθούν την σκοτεινή αίθουσα προβολής. Η νεολαία κάθεται σε μια μικρή οθόνη, είτε της τηλεόρασης, είτε του υπολογιστή, είτε του τηλεφώνου για 7 με 8 ώρες την ημέρα, κατακλύζεται από άπειρες εικόνες, όπου μέσα τους εντάσσουν και μια ταινία. Δεν ξεχωρίζουν πια εάν βλέπουν ένα ριάλιτι, μια είδηση, ένα σίριαλ ή μια ταινία. Η αίθουσα θα περιοριστεί, αλλά αυτό θα βοηθήσει το σινεμά που στοχάζεται και αγγίζει το συναίσθημα του θεατή που αναζητάει κάτι το διαφορετικό. Πιστεύω, ότι θα υπάρξει διάσωση του συγκεκριμένου είδους κινηματογράφου, το οποίο θα προστατεύσει και θα διαφυλάξει τον θεατή από τον πολτό των εικόνων. Εάν συμβεί θα είναι σωτήριο για την Τέχνη του σινεμά. Εδώ είναι που αισιοδοξώ.

Θα θέσω απλά την ερώτηση για να επιβεβαιώσω το αυτονόητο, που έχει να κάνει με το αγιάτρευτο μεράκι του σκηνοθέτη, που μόλις ολοκλήρωσε έναν κινηματογραφικό άθλο, είδε την ταινία του να προβάλλεται και να ενθουσιάζει τους θεατές. Γνωρίζοντας τις αντίξοες συνθήκες που χαρακτηρίζουν τον χώρο του σινεμά στην Ελλάδα, ετοιμάζεται κάτι καινούργιο;

Είστε ο πρώτος που το μαθαίνετε….

Χαμογελάτε χαρούμενα, οπότε σημαίνει, ότι δεν το βάζετε κάτω.

Βέβαια όχι! Θα είναι η τρίτη ταινία μυθοπλασίας στην περίοδο της κρίσης (γελάει). Όλες τις έχω πάει μόνος μου χωρίς καμιά υποστήριξη.

Ονομάζεται «Η Κρύπτη» με υπότιτλο: «Στο σκοτεινό κελάρι του Γιαννούλη Χαλεπά». Είναι ταινία μυθοπλασίας και αφορά την περίοδο της απουσίας του ή της τρέλας όπως λένε, του σπουδαίου Χαλεπά, που ήταν κλεισμένος στο άσυλο και πως επέδρασε στα έργα του που ακολούθησαν μετά της περιόδου της «Κοιμωμένης».

Δέσποινα Χατζή, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, όλα τα ίδια μένουν. Ίσως γιατί δεν έχουμε νιώσει, ότι η κοινωνία για την οποία παραπονιόμαστε, είμαστε εμείς οι ίδιοι»

Η Δέσποινα Χατζή γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Τεχνολόγος Ιατρικών Εργαστηρίων. Εκπαιδεύτηκε στα κέντρα Αιμοδοσίας των Νοσοκομείων Γ.Ν.Α «Λαϊκό» και Ν. Παίδων «Αγία Σοφία» και εξειδικεύτηκε στον ιολογικό έλεγχο. Εργάστηκε στην Αιμοδοσία του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» και στην Αιμοδοσία του Γ.Α.Ο.Ν.Α  «Άγιος Σάββας». Συμμετείχε σε ιατρικά συνέδρια, επιμορφωτικά προγράμματα ιατρικών εργαστηρίων και εκπαιδευτικές ημερίδες.

Παράλληλα ασχολήθηκε με τις εναλλακτικές θεραπείες, ρεφλεξολογία και ρέικι, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σήμερα εργάζεται εθελοντικά στους Γιατρούς του Κόσμου. Μιλάει αγγλικά και ιταλικά. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.

Έργα της ίδιας: Μοιρογιασεμόλαδο (μυθιστόρημα), Ζωή σαν κρύσταλλο (μυθιστόρημα), Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό (νουβέλα). Από τις Εκδόσεις Μίνωας έχουν εκδοθεί τα βιβλία της:  Έρωτας μαΐστρος (μυθιστόρημα) και Σμαρώ-Από τον Βόσπορο στον Σηκουάνα (μυθιστόρημα, 2017)

Να υποθέσω κ Χατζή ,ότι εμπνευστήκατε αυτή την ωραία-ρομαντική- στο βάθος ιστορία σας ,από κουβέντες και αναμνήσεις του Αιγυπτιώτη   παππού σας Δημήτριου;

Η  έμπνευση είναι βασισμένη κυρίως  στη  γονιδιακή αλληλουχία, για την ακρίβεια, η ιδέα γεννήθηκε όταν ξεκίνησα μια  προσωπική έρευνα  γύρω από τις ρίζες μου και τον Ελληνισμό της Αιγύπτου.

Ακόμα να φανταστώ, ότι έστω μια φορά, έχετε κι εσείς επισκεφτεί την μαγική αυτή χώρα του Νείλου; Έχετε πάρει έστω μια γεύση από την «αγαπημένη πολιτεία»;

Αρκετές φορές την έχω επισκεφθεί  και πάντα νοσταλγώ «ολίγη αγαπημένη πολιτεία»

Στη συγγραφή σας βοήθησαν, εκτός των πηγών που αναφέρετε, και κάποιοι άνθρωποι που έζησαν κι αγάπησαν αυτή την παράξενη δεύτερη πατρίδα;

Ναι, είναι γεγονός. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν εκεί είναι  πολύτιμες  για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του βιβλίου.

Η ιστορία ας ξεκινά το 1905 και φτάνει έως  στις μέρες μας. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι φέρνουν τα πάνω κάτω στον κόσμο, όμως σε επίπεδο ανθρώπων και σχέσεων , «στις  γειτονιές εκείνες όλα τα ίδια μένουν» ; Έρωτες αδιέξοδοι, αλλά κι άλλοι που δεν σβήνουν ποτέ, πάθη, δάκρυα που αναβλύζουν πίσω από κλειστές πόρτες εν όψει εγκατάλειψης, Άνθρωποι που κοιμίζουν τις ενοχές τους μέσω μιας υποτιθέμενης θρησκευτικής ζωής;

Σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, όλα τα ίδια μένουν. Ίσως γιατί δεν έχουμε νιώσει, ότι η κοινωνία για την οποία παραπονιόμαστε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Συμπερασματικά λοιπόν, αν εμείς δεν αλλάζουμε, δεν αλλάζει τίποτα σε βάθος χρόνου.

 «Όταν αντιμετωπίζεις τον ανθρώπινο πόνο με ανοιχτή καρδιά, δεν τίθεται θέμα καλής ή κακής διάθεσης»

Στις 639 σελίδες του βιβλίου σας σκιαγραφείτε τη ζωή των Ελλήνων στην Αλεξάνδρεια. Από την  χαρούμενη εποχή της Μπελ επόκ, περνάτε  σε εποχές βάναυσες, μιλάτε για αντιθέσεις, για τύπους εστέτ αλλά και άλλους του κόσμου των χαμαιτυπείων. Πουθενά όμως  μέσα σε όλα αυτά δεν διακρίνουμε μια εμπάθεια, μια σκληρότητα. Ίσως γιατί όσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτή την μυθιστορηματική χώρα, για λίγο ή για πολύ, κράτησαν μόνο την καλή της αύρα;

Έτσι ακριβώς… δεν διακρίνουμε εμπάθεια ή σκληρότητα αλλά  τον ανθρώπινο πόνο σε βάθος.

Αλλάζοντας σελίδα πέρα της συγγραφής στη ζωή σας υπήρξατε τεχνολόγος ιατρικών εργαστηρίων στον Άγιο Σάββα στην Αγία Σοφία. Πώς συνάδει λοιπόν, σκέπτομαι κι εγώ  φωναχτά, μια γυναίκα καθημερινά, αντιμέτωπη  με τον  πόνο,  να αλλάζει διάθεση και να γράφει ιστορίες τρυφερές;

Όταν αντιμετωπίζεις τον ανθρώπινο πόνο με ανοιχτή καρδιά, δεν τίθεται θέμα καλής ή κακής διάθεσης.

Σήμερα εργάζεστε στους Γιατρούς του Κόσμου. Μια πτυχή της καρδιάς σας καλύπτεται  από αυτή τη εθελοντική σας απασχόληση, έτσι δεν είναι;

Φυσικά και καλύπτεται, ειδάλλως δεν θα ‘ταν εθελοντισμός αλλά  μια άνιση σχέση υπό μορφή «φιλανθρωπίας»

Μετά τις Αλεξανδρινές θα ακολουθήσει κάτι ή θα αφήσετε χρόνο, έως ότου αφήσετε πίσω σας την Αναστασία, την Αικατερίνη, την Κλειώ, τις ηρωίδες σας;

Πάντα αφήνω ένα διάστημα μέχρι να σβήσουν εντελώς τα απόνερα του προηγούμενου βιβλίου. Ωστόσο η ιδέα σχετικά με το επόμενο έχει ήδη ωριμάσει.

Τάσος Ιορδανίδης, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Στον παραλογισμό της μάχης δε χωράει το ανθρώπινο είδος. Είναι προορισμένο για ανώτερα πράγματα»

Ένα σπουδαίο ερμηνευτικό κατόρθωμα κάνει αυτή τη σαιζόν ο Τάσος Ιορδανίδης, που αναμετριέται με τον αντιπολεμικό μονόλογο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» σε θεατρική απόδοση από το ομώνυμο βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο της Σοφίας Αδαμίδου ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες της Θάλειας Ματίκα.

Ο πρωταγωνιστής αντεπεξέρχεται με επιτυχία στις δυσκολίες αυτού του συγκλονιστικού και τόσο απαιτητικού ρόλου, φθάνει σε σημεία έσχατης αντοχής και βγάζει την αντιπολεμική κραυγή του έργου του Τραμπο, που σπάει τα όρια του Altera Pars και την ακουμπά στα αυτιά των ανθρώπων. Eίναι ένας καγχασμός για τους ισχυρούς της γης, που όταν χάνουν το παιχνίδι έναντι λαών, καταφεύγουν σε πολέμους για να τους γονατίσουν.

O Τάσος Ιορδανίδης από το ξεκίνημά του έως σήμερα δεν εφθάρει σε κάτι δευτεροκλασάτο.

Για το ταλέντο μίλησαν και μιλούν πολλοί. Κυριαρχεί πάνω στο θεατρικό σανίδι σε ρόλους – κλειδιά, που ενσαρκώνονται στο σώμα του και γίνονται για μεγάλο διάστημα υπαρξιακοί του σύντροφοι. Κι εμείς συγκινούμεθα με την έκβαση του ωραίου και νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όσα μας χάρισε και μας χαρίζει.

Μετά από 14 χρόνια και τόσες επιτυχίες στο ενεργητικό σας, αγαπητέ κ. Ιορδανίδη, που σας κατέταξαν στους πιο ξεχωριστούς ηθοποιούς του Ελληνικού Θεάτρου και στους σκηνοθέτες των μεγάλων επιτυχιών,  ξανασυναντάτε επί σκηνής το Τζόνυ, σε ένα νέο κείμενο που υπογράφει η εξαιρετική Σοφία Αδαμίδου και είναι  εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του».Mια παράσταση, που  σκηνοθέτησε η  σύντροφός σας στη ζωή, η Θάλεια Ματίκα από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Τι συναισθήματα σας γέννησε αυτή η νέα εκδοχή;

Αρχικώς,σας ευχαριστώ πολύ για τα κολακευτικά σας λόγια που δε σας κρύβω ότι με φέρνουν σε αμηχανία…Ο στόχος μου όλα αυτά τα χρόνια είναι να προσπαθώ να κάνω με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τη δουλειά μου, ώστε να μην αισθανθεί κάποιος θεατής ότι επιχειρώ να τον κοροϊδέψω. Όπως είπατε, πρόκειται για τη δεύτερη συνάντησή μου με τον ήρωα του Τράμπο.

Τα συναισθήματα είναι τα ίδια, αλλά πιο ώριμα και πιο βαθιά. Τα φορτία ζωής διαθέτουν ηλεκτρισμό υψηλότερης τάσης και παράγουν μεγαλύτερο σεβασμό για τα μηνύματα του έργου. Χαίρομαι που έχω τη δυνατότητα μίας ακόμα προσέγγισης. Αισθανόμουν ότι υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί αφού ο συμβολικός στρατιώτης χτυπάει συχνά και πυκνά την πόρτα της συνείδησης και απαιτεί να βρει οχήματα για να αποστείλει την απέχθειά του απέναντι σε οτιδήποτε μιλιταριστικό, υπερασπίζοντας την αντιστασιακή δύναμη του ανθρώπινου νου και το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής.

«Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ. Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει. Μόνο  που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται». Η παραπάνω ρήση του Μπ. Μπρεχτ αντιπροσωπεύει επάξια τον ήρωα του έργου ή πιο σωστά το κατακρεουργημένο από τον πόλεμο σώμα, το οποίο είναι καθηλωμένο στο κρεβάτι της φρίκης, αφού του λείπουν σχεδόν τα πάντα, αλλά έχει διατηρήσει το πιο σημαντικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ικανότητα της σκέψης. Εκτός από αντιπολεμικό το έργο, θέτει υπαρξιακά ζητήματα και κυριολεκτικά σου δίνει γροθιά στο στομάχι. Πώς αντέχετε το βάρος αυτού του ρόλου; Δεν σας σμπαραλιάζει ψυχικά;

Δε σας κρύβω ότι πρόκειται για το πιο δύσκολο, το πιο απαιτητικό σκηνικό μου πεπραγμένο. Αντλώ όμως μία ακατανόητη δύναμη από το κείμενο και από το σκοπό του εγχειρήματος που είναι ιερός. Η επιθυμία όλων των συντελεστών ήταν να ξεχάσουμε ότι παράγουμε ένα καλλιτεχνικό προϊόν με τις συνήθεις απαιτήσεις και προσδοκίες. Η ανάγκη όλων μας καθοδηγήθηκε από την τόσο εκκωφαντικά ηχηρή κραυγή του ήρωα και την αδάμαστη ανθρώπινη θέληση για το δώρο της ζωής. Μπορώ να σας πω με το χέρι στην καρδιά ότι η διαδικασία είναι λυτρωτική. Καθαρτική.

«Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» από τα πιο συγκλονιστικά αντιπολεμικά έργα όλων εποχών και όπως πολύ σωστά σχολιάσατε, μπορεί ο εχθρός να μην είναι ορατός, αλλά είναι δίπλα μας, έτοιμος να μας κατακρεουργήσει είτε στο πεδίο  της μάχης, είτε σε αυτά της καθημερινότητας, που «όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, είναι οι φτωχοί που πεθαίνουν», όπως σημειώνει ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Ποια είναι τα μηνύματα που δίνει στο υποψιασμένο και ευαίσθητο κοινό που γεμίζει ασφυκτικά το Altera Pars κ. Ιορδανίδη;

Πολλά τα γραπτά για τη  φρίκη του πολέμου και τα καρκινώματά του. Το όπλο του συγγραφέα στην περίπτωσή μας είναι τόσο ισχυρό που το καθιστά πάντα επίκαιρο.

Οι σκέψεις ενός ζωντανού που είναι νεκρός, ενός νεκρού που είναι ζωντανός. Η ανθρώπινη σκέψη κυριαρχεί. Η ενσυναίσθηση πάντα σε εγρήγορση. Η ματαιότητα των επιχειρημάτων της εχθροπραξίας απογυμνώνεται. Στον παραλογισμό της μάχης δε χωράει το ανθρώπινο είδος. Είναι προορισμένο για ανώτερα πράγματα. Για να αισθάνεται τη γεύση, για να φυλακίζει την ομορφιά των χρωμάτων της ίριδας, για να αφουγκράζεται τους ήχους, για να κινείται, για να εκτιμά τις μικρές χαρές της καθημερινότητας, ώστε να στροβιλίζεται η γη και εν συνεχεία να μεγαλουργεί. Αυτή είναι η δύναμή μας. Η επιβεβαίωση του υφίσταμαι κάθε στιγμή. Αυτό αγιοποιεί τον ήρωα και τον καθιστά διαχρονικό.

«…Θα αναφερθώ ξεχωριστά στο Γιώργο Μιχαλακόπουλο γιατί μου έκανε το μεγάλο δώρο να με ανεβάσει επί σκηνής μαζί του σε ένα έργο για δύο υποκριτές και να καταλάβω μέσα από την τριβή μαζί του, ότι το να είσαι ηθοποιός είναι ευθύνη και προνόμιο»

Τάσσος Ιορδανίδης και Θάλεια Ματίκα

Πώς ήταν η συνεργασία σας με την κα. Ματίκα; Υπήρξαν στιγμές δημιουργικής έντασης μεταξύ σας κατά τη διάρκεια των προβών; Πως θα χαρακτηρίζατε την ανάγνωσή της;

Άψογη. Είναι η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε και δεν διαφωνήσαμε για το παραμικρό. Η Θάλεια ενορχήστρωσε με απόλυτο σεβασμό-επακόλουθο μοναχικής μελέτης- τους συνεργάτες της και η ανάγνωσή της που ακουμπά στους κανόνες ενός τραγωδιακού κώδικα έγινε ολοκληρωτικά αποδεκτή από τους συντελεστές. Η Σοφία Αδαμίδου με τη θεατρική της απόδοση, ο Σάκης Μπιρμπίλης με τους φωτισμούς του, η Ηλένια Δουλαδήρη με το σκηνικό κοιστούμι της και ο Τάσος Σωτηράκης με την πρωτότυπη μουσική του αγκάλιασαν την πρόθεση της Θάλειας και περιφρούρησαν με συγκινητικό τρόπο τη ματιά της πάνω στο έργο.

Παρότι έμπειρος πια και εμπνευσμένος δημιουργός είχατε το τρακ του πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού στην πρεμιέρα;

Πάντα έχω αγωνία και χαίρομαι για αυτό γιατί σημαίνει ότι δεν πάσχω από αναισθητοποίηση.

Πώς χειριστήκατε το μονόλογο, που είναι από τα δυσκολότερα θεατρικά είδη;

Σαν ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει. Που μπορεί να σταθεί στα πόδια του για κάποια δευτερόλεπτα, που θα πέσει, θα ξανασηκωθεί…

Πιστεύετε, ότι «Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη», όπως ισχυρίζεται ο Μαχάτμπα Γκάντι;

«Αγάπης δε ουδέν μείζον ούτε ίσον εστί», είπε επίσης ο Μένανδρος. Ποιος είμαι εγώ για να αμφισβητήσω δύο τόσο σπουδαία πνεύματα;

Κάνετε τέχνη αναζητώντας την ουσία και όχι το περιτύλιγμα αφήνοντας το αποτύπωμα μιας δουλειάς με διαπιστώσεις, επισημάνσεις και προβληματισμούς που εκφράζεται μέσα από το ρεπερτόριο που επιλέγετε. Ποιοι ήταν οι σημαντικοί σταθμοί και τα ερεθίσματα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας προσωπικότητας;

Οι συνάδελφοι, οι συντελεστές, οι εργαζόμενοι του θεάτρου…Όλοι. Ακόμα κι αν έχω έρθει σε αντιπαράθεση με κάποιους τους είμαι ευγνώμων γιατί με έκαναν να σκεφτώ, να προβληματιστώ, να εμπνευστώ και να γίνω εμπειρικά πλουσιότερος. Θα αναφερθώ ξεχωριστά στο Γιώργο Μιχαλακόπουλο γιατί μου έκανε το μεγάλο δώρο να με ανεβάσει επί σκηνής μαζί του σε ένα έργο για δύο υποκριτές και να καταλάβω μέσα από την τριβή μαζί του, ότι το να είσαι ηθοποιός είναι ευθύνη και προνόμιο. Οι συμβουλές του με ακολουθούν σε κάθε μου βήμα και αισθάνομαι ευλογημένος για αυτή τη συνεργασία.

«…Από τον Οκτώβριο, θα βρίσκομαι στο θέατρο Αποθήκη για τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, ακολουθώντας τη μέθοδο που ακολούθησε στο πρόσφατο ανέβασμα του «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ»

Αν  δεχθούμε την άποψη, ότι ο καλλιτέχνης είναι πιο ευαίσθητος και ίσως πιο ευάλωτος, από τον μέσο πολίτη, ποιες μπορεί να είναι οι  επιπτώσεις, που μπορεί να έχει η καθημερινότητα και ο αγώνας επιβίωσης στον ίδιο και στο έργο του;

Οφείλει να είναι για να απορροφά τα σημεία των καιρών, για να αποκωδικοποιεί τις νόρμες και να υπερασπίζεται τα συγγραφικά πνεύματα.Η καθημερινότητα και το θέατρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία και η σκηνική κατάθεση ενδυναμώνεται από τις ευκολίες αλλά και από τις δυσκολίες.

Εσείς κ. Ιορδανίδη είσθε ένας καλλιτέχνης με κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες. Αν δεν είχατε αυτή την πλευρά πιστεύετε ότι θα είχατε παράξει τόσο σημαντικό έργο;

Δεν ξέρω αν έχω παράξει σημαντικό έργο, σίγουρα όμως ό, τι έχω παράξει αποτελεί την εξέλιξη μίας κοινωνικής στάσης και μίας πολιτικής θέσης.

Ταξιδεύετε στην καρδιά των θεατών ξυπνώντας τους αναμνήσεις και συναισθήματα μέσω της τέχνης του εφήμερου που με πάθος και αγάπη υπηρετείτε. Το θέατρο είναι ένα κοινός τόπος για προβληματισμό;

Κάθε μορφή τέχνης θέτει τον άνθρωπο έναντι των ευθυνών του αλλά και της ακατέργαστης σκέψης του. Πόσο μάλλον το θέατρο που είναι μία παραστατική τέχνη που έχει την ικανότητα να αγγίζει τα όρια μίας συναισθηματικής και νοητικής ταύτισης.

Μπορούμε να συνδέσουμε, νομίζετε, με έναν τρόπο την τέχνη με την πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα;

Φυσικά. Και πιο εμπεριστατωμένα σε 10 ή σε 20 χρόνια. Η τέχνη πέρα από τις άλλες ιδιότητες της έχει και- τη μη αμφισβητήσιμή-του πολιτιστικού ιστορικού.

«Οι άνθρωποι πραγματικά αλλάζουν, και η αλλαγή έρχεται σαν ένα ελαφρύ αεράκι που ανακατεύει τις κουρτίνες την αυγή, και έρχεται σαν το ανεπαίσθητο άρωμα ενός αγριολούλουδου κρυμμένου στη χλόη», όπως αναφέρει ο Τζον Στάινμπεκ. Σε εσάς πώς ήρθε η αλλαγή στο πέρασμα του χρόνου;

Επιμελώς αφηρημένα.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί τα όνειρά σας για το μέλλον;

Το καλοκαίρι «Ο Τζόνι» θα περιοδεύσει και νοιώθω ευτυχής που θα επικοινωνήσει και με άλλες περιοχές εκτός της πρωτεύουσας. Από τον Οκτώβριο, θα βρίσκομαι στο θέατρο Αποθήκη για τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, ακολουθώντας τη μέθοδο που ακολούθησε στο πρόσφατο ανέβασμα του «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ.

Είμαι πολύ χαρούμενος για τη συνεργασία με το Βασίλη, για τη σκηνική συνάντηση με τη Μαρίνα Ασλάνογλου που θαυμάζω και εκτιμώ απεριόριστα, αλλά και την παραγωγική πραγμάτωση από τα Αθηναϊκά θέατρα που έχουν περιφρουρήσει με πολλή θέρμη την καλλιτεχνική αυτή προοπτική.