fbpx

Η Κάτια Δανδουλάκη σε μια συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου:

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

 «Με τις σχέσεις μου νιώθω πάντα μαθήτρια»

Το ραντεβού των 18.00 έφτασε στο φουαγιέ του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Μα που είναι η πρωταγωνίστρια;  Που είναι το αστέρι του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του θεάτρου; Που είναι το είδωλο που οι περισσότερες γυναίκες αγαπούν να βάζουν στοιχήματα για την ηλικία της; Που είναι η βεντέτα που σε λίγο θα ερμηνεύσει την Έλεν Χάμπαρντ στο «Έγκλημα στο Orient Express»; Η σφιχτή χειραψία γίνεται με ένα κορίτσι ψηλόλιγνο που φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια, αεικίνητο, τρυφερό.

Με οδηγεί στο καμαρίνι με το αέρινο βάδισμα της. Γυναίκα και παιδί μαζί.

Το καμαρίνι είναι ο χώρος με τη δική της πινελιά. Ζεστό σαν την ίδια, με έναν άνετο καναπέ για τους καλεσμένους, μια απέριττη πολυθρόνα μπροστά απ τον καθρέφτη με τα σύνεργα που την μεταμορφώνουν στην ηρωίδα της κάθε σεζόν.

Για μένα  είναι η Κάτια, όπως Μελίνα, Αλίκη, Τζένη. Το κασετόφωνο γυρίζει:

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Ειρήνης Αγγελικής Μήτση για το InTownPost.com

Τα πρώτα χρόνια και η δραματική σχολή.

«Όλα τα παιδικά, νεανικά, φοιτητικά χρόνια ήταν υπέροχα. Όταν θέλω να πάρω δύναμη για το μέλλον γυρίζω σ’ αυτήν την αγνότητα και τον ενθουσιασμό που είχα στο παρελθόν και στις αγάπες  απ’ τους γονείς μου, τους δασκάλους μου, απ’ τους φίλους μου και μετά από τους ανθρώπους της ζωής μου. Ένας ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου ουσιαστικά. Ο Μάριος.  Ήξερα από  την 3η Γυμνασίου ότι θα ακολουθήσω το θέατρο, ήμουν «κρυφό» παιδί, δεν το έλεγα. Αποφάσισα να το πω την τελευταία στιγμή, σαν έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, για να ησυχάσουν οι δικοί μου, μη πάθουν κανένα εγκεφαλικό και συγχρόνως πέρασα και στον Κουν, που δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο απλά».

Ο Κάρολος Κουν.

«Για μένα, λοιπόν, τα χρόνια της σχολής, ήταν τα χρόνια των ονείρων που άρχιζαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Όνειρα, όνειρα, όνειρα με σπουδαίους καθηγητές. Εκεί γνώρισα και τον άνθρωπο της ζωής μου, τον Μάριο. Οφείλω να ομολογήσω, πως παρότι έκανα και μια δεύτερη σχολή στο Λονδίνο, όλα όσα πήρα απ’ τον Κουν ήταν ο θησαυρός.

Στο Λονδίνο κέρδισα άλλα πράγματα: τεχνικές, έβλεπα κάθε μέρα παραστάσεις με σπουδαίο ρεπερτόριο και μεγάλους ηθοποιούς, άνοιγμα της αισθητικής μου προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά την ουσία, την ψίχα και τον καλώς εννοούμενο φανατισμό ήταν απ τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου και φυσικά ο Κουν. Ένας άνθρωπος με ακραίο πάθος γι αυτό που κάνει, αγάπη. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. Και απόλυτος. Ζητούσε τα πάντα. Όταν νευρίαζε, όταν έκανε καυγά και όταν πετούσε τα τασάκια στο ταβάνι ήταν απ την απόγνωση του αν δεν καθόταν κάτι απ το όνειρό του. Αν δεν τον ήξερες θα μπορούσες να πεις πως είναι σκληρός. Στις πρόβες ανακάλυπτες τον άνθρωπο τον βαθιά μορφωμένο, με βαθύ στόχο και δάσκαλο. Εγώ πέρασα μαζί του ονειρεμένα».

Ταινίες.

«Πρόλαβα και έκανα 14 ταινίες. Τις περισσότερες με τον Τζιμι Πάρι (Τζέιμς Πάρις ) με ηγετική τον «Παπαφλέσσα» και βέβαια τους «Σουλιώτες». Αν και ήμουν τελείως αντιηρωική, λόγω του παρουσιαστικού με είχανε για «Μπουμπουλίνα».

O κόσμος σνόμπαρε τις δουλειές αυτές  γιατί τότε έβγαινε ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος που πήγαινε σε άλλα πεδία, πιο ψαγμένα. Να όμως που τώρα βλέπουμε συνέχεια παλιές ελληνικές ταινίες, που είναι αθώα παιδικά παραμύθια. Ειδικά ο «Παπαφλέσσας» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Στη σκηνογραφία ήταν και οι δυο Φωτόπουλοι και ο Διονύσης και ο Βασίλης, σκηνοθέτης ο Ερρίκος Ανδρέου, τρία συνεργεία, τρεις παραγωγοί. εταιρίες…»

Κυνηγώντας τους «Τούρκους».

«Όταν γύριζα τους «Σουλιώτες», είχα φέρει μεγάλες καταστροφές ιππεύοντας. Θυμάμαι τον τρόμο τους όταν με έβαζαν πάνω στο άλογο, πήγαινα με την όπισθεν, πράγματα τρομερά. Μια σκηνή μάλιστα ήταν καταπληκτική όταν έπρεπε να πάω στο Κούγκι κρυφά από τον Τουρκικό στρατό που ήταν πίσω μου, να δώσω ένα μήνυμα. Ήταν στα Αμπελάκια, ανεβήκαμε σε γκρεμνά – που να το ήξερα εγώ – ήμουν και πολύ μικρή τότε. Μου είπαν όταν θα σου δώσουμε σινιάλο, δεν έβλεπα κιόλας, μύωψ από μικρή, και γι αυτό μου κουνούσαν σημαίες στα εκατό- διακόσια μέτρα …θα πρέπει να ξεκινήσεις επιτέλους. Είδα εγώ τις σημαίες που κουνιόντουσαν, α είπα, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήξερα να ιππεύω. Μόνο να ανεβαίνω, να κατεβαίνω. Να με κυνηγάνε οι Τούρκοι που να το μάθω! Το άλογο καταλαβαίνει πως δεν έχει καβαλάρη, ενώ εγώ το κουνούσα, το χτυπούσα σιγά στην πλάτη, το τραβολογούσα αυτό καθόταν με την ησυχία του, δεν κουνιόταν με τίποτα.

Κάποια στιγμή ανησύχησα γιατί άκουσα ποδοβολητά από πίσω, τα άλογα των Τούρκων, βλέπω πως ήταν όλη η στρατιά και με έχει πλησιάσει, με έχει προσπεράσει και μόλις το δικό μου άλογο βλέπει όλη τη σκηνή, αρχίζει να τρέχει. Έτσι έμεινε ιστορική η σκηνή με εμένα να κυνηγάω το Τουρκικό στράτευμα. Βεβαίως μετά πλήρως απογοητευμένοι ντύσανε ένα στρατιώτη, του βάλανε και μια κοτσίδα και έκανε αυτή τη σκηνή που για μένα ήταν αδύνατον να τη φέρω εις πέρας».

Φώσκολος.

«Είχαμε εξαιρετική σχέση. Ήταν ο άνθρωπος  μύθος για μένα. Ήταν αυτοδίδακτος, παθιασμένος, τρελός για το σινεμά και για την τηλεόραση μετά. Λάτρευε τον ηθοποιό του, να τον έχει καλομαθημένο, να μην κρυώνει, να κουράζεται τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει. Να τον προσέχει φωτιστικά, να τον προσέχει ερμηνευτικά γιατί υπήρχε ο  χρόνος.

Στη «Λάμψη» θυμάμαι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά δεν συγκρίνω το όποιο άγχος είχαμε τότε με το σημερινό. Χρειαζόταν να κάνουμε το πλάνο όσες φορές έπρεπε για το σωστό αποτέλεσμα. Άλλωστε εμείς δουλεύαμε ένα οχτάωρο, όχι ένα δωδεκάωρο που είναι τώρα. Κουραζόμασταν μεν αλλά το χαιρόμασταν συγχρόνως».

Έγκλημα στο Orient Express.

«Για μένα το τρένο είναι ένα όνειρο. Μέσα απ το Orient Express και από το φοβερό αυτό μυαλό, που υποκλίνομαι, της Αγκάθα Κρίστι, τι έχει ο ηθοποιός; Τι είναι το έρεισμα εκεί; Το αστυνομικό κρύβει ένα δίφορο παίξιμο, δηλαδή πρέπει να ξεγελάσεις κάπου το θεατή, όχι με την έννοια του ότι παίζω κάτι άλλο για να σου κρύψω αυτό που θα δεις στο τέλος.

Το κοινό να είναι πεισμένο απόλυτα γι αυτό που βλέπει και η ανατροπή να του έρθει από τη μέση του πουθενά. Αυτό το διπλό παίξιμο για τον ηθοποιό είναι πολύ ελκυστικό. Εξάλλου στην εποχή που ζούμε ο κόσμος θέλει ένα μεγάλο άνοιγμα. Να μπει κάπου για να χορτάσει  και θέαμα που το χει δύσκολα πια και ένα ταξίδι ονειρικό με μαζεμένους πολλούς ηθοποιούς. Αισθάνθηκα λοιπόν πως αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνέψαμε».

Η μαεστρία του Αντώνη Καλογρίδη

«Πιστεύω πως ο Αντώνης σε αυτή τη φάση – ενός δηλαδή αφαιρετικού σκηνικού – έχει μεγάλη μαεστρία για να μπορέσει να ενώσει τα τεχνολογικά (περιστρεφόμενη σκηνή, τα χιόνια που πέφτουν, το τρένο που έρχεται, το τρένο που φεύγει, ο διάδρομος, τα κουπέ). Αυτά όλα για να γίνουν στη φαντασία του με ήχους, με φώτα και με εικαστικά μέσα είναι πολύ δύσκολη διαχείριση. Ο Αντώνης λοιπόν έχει αυτή την εικαστική ευλογία. Αισθάνομαι ότι κάνουμε μια δουλειά ψυχής και η ψυχή τι θέλει; Αγκαλιά και όραμα».

Μάριος Πλωρίτης

«Για μένα η αγάπη είναι πολύ δυνατή όταν τα συμπεριλαμβάνει όλα. Βλέπεις τον άνθρωπο σου, τον θαυμάζεις, είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς σαν να ναι παιδί σου, σαν να ναι άντρας σου, φίλος σου,  πατέρας σου. Ήθελα πάντα ο άντρας μου να είναι καλύτερος από μένα.. Εγώ ένοιωθα πάντα μαθήτρια και μ αρέσει αυτή η προστατευτικότητα  η ανδρική. Μ’ αρέσει ο άντρας μου να θέλει το καλύτερο μου και να μην με ανταγωνίζεται. Αυτό μου προκαλεί ασφάλεια.

Με τον Μάριο είχα την τύχη να  ξέρω πως αν θα μου πει κάτι, θα το κάνει γιατί θέλει να με βλέπει καλύτερη. Πολλές φορές διαφωνούσαμε σε διάφορες επιλογές που έκανα εγώ, μα πάντα μου έλεγε θα κάνεις αυτό που θες εσύ. Βέβαια πάντα είχε δίκιο, έντεκα φορές στις δέκα. Και πάντα με άφηνε να κάνω το …δικό μου.  Ποτέ δεν μου είπε: «είδες που σου έλεγα»».

Δεύτερη φορά Επίδαυρος

 «Το 1997 είχα κάνει τη Λυσιστράτη. Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη σε τραγωδία. Ικέτιδες με το Εθνικό, τον Στάθη Λιβαθινό (σκηνοθεσία) και ΘΟΚ συμπαραγωγή. Το περιμένω με πάρα πολλή συγκίνηση και πάρα πολλή χαρά. Αυτά τα έργα είναι θεϊκά, σύμβολα τεράστια. Λένε τις αλήθειες τις μεγάλες του κόσμου, που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γι αυτό λοιπόν η διαχείριση ενός τέτοιου έργου σήμερα, είναι μια πολύ επίπονη και ιερή ιστορία, του πως θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμα και το μεγάλο συμβολισμό στο σήμερα. Ο κόσμος αυτό είναι, κύκλοι που κάθε τόσο κλείνουν και ξανανοίγουν με κάποιον άλλο τρόπο».

«Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής: Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πώς θα μπορούσα να λείπω, ως γνήσια Αναπλιωτοπούλα, από την ξενάγηση της κυρίας Ιωάννας Παπαντωνίου, την προηγούμενη Κυριακή, στην έκθεση «Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα» στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138;

Η ξενάγηση έγινε με αφορμή τη δωρεά της οικογένειας Γιαννοπούλου από το Ναύπλιο, ενός σπάνιου πανωφοριού («κοζόκα»), από γκριζογάλανο καμηλό ύφασμα, με περίτεχνα τερζήδικα κεντήματα, που σύμφωνα με τον δωρητή ανήκε στην προγιαγιά του, που ήταν σύγχρονη της βασίλισσας Αμαλίας.

Στη σημερινή Ελλάδα, που οι γυναίκες ντύνονται από γνωστά πολυκαταστήματα, η έκθεση αυτή μας πάει πίσω στον χρόνο, για να αναδείξει τις ρίζες μας, το περίτεχνο του ενδύματος, τα υλικά και τον κόπο για να φτιαχτεί ο «ντουλαμάς» και το αντίστοιχο «πιρπιρί» για τις γυναίκες.

Ιωάννα Παπαντωνίου

Στο εισαγωγικό της σημείωμα η κυρία Παπαντωνίου μας λέει: «Σκοπός της έκθεσης είναι να αναλύσει τις παραλλαγές στην ορολογία, τα αχνάρια, τα υλικά και τη διακόσμηση του ντουλαμά και τελικά να προτείνει νέους τρόπους χρήσης του στη μόδα και το θέατρο».

Η ξενάγηση άρχισε από τον διάσημο πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess «Η άφιξη του βασιλιά Όθωνα στη Ναυπλία στις 6 Φεβρουαρίου 1833», που παρουσιάζει ιστορικά πρόσωπα της εποχής, πολλά από τα οποία φοράνε κόκκινο ντουλαμά.

Στον πίνακα υπάρχει και μια γυναίκα η οποία φοράει κοζόκα. Ήταν ένα ένδυμα που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο, και που θα πρέπει να φοριόταν με βράκα, φόρεμα ή αντερί, πουκάμισο και επιστήθιο.

Για την ιστορία, ο Όθωνας μετά από παραίνεση του πατέρα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, αποφάσισε να ντύνεται με τη φορεσιά των Ελλήνων και αναζήτησε τον καλύτερο ράφτη.

Ο δήμαρχος του Ναυπλίου Σπύρος Παπαλεξόπουλος του σύστησε τον Σταύρο Κρεμμύδα, που είχε το ραφείο του στο Ναύπλιο και ήταν γνωστός για την ικανότητα του να στολίζει με κεντήματα από χρυσή και ασημένια κλωστή τα ενδυματολογικά σύνολα της εποχής.

Ο Όθωνας φόρεσε την μπλε ενδυμασία με φουστανέλα για πρώτη φορά στις 25 Ιανουαρίου του 1836, από τότε δεν την έβγαλε και ζήτησε να ταφεί με αυτήν.

Ο ντουλαμάς έχει τη θέση του και στο σύγχρονο θέατρο, καθώς η κυρία Παπαντωνίου σχεδίασε πάνω στο αχνάρι του πολλές παραλλαγές, χρησιμοποιώντας υφάσματα της επιλογής της σε διάφορους συνδυασμούς, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στις «Χοηφόρες», στους «Επτά επί Θήβας», την «Εκάβη», στον «Κύκλο με την κιμωλία», στους «Δραπέτες της σκακιέρας», όπου πειραματίστηκε με την ασύμμετρη χρήση υφασμάτων και διακόσμησης.

Στην έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, που θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Μαΐου του 2019, η κυρία Παπαντωνίου ζήτησε από Έλληνες σχεδιαστές μόδας να εμπνευστούν από τον ντουλαμά.

Στην έκθεση παρουσιάζονται δημιουργίες των: Angelos Bratis, Dimitris Dassios, Deux Hommes, Tina Karageorgi, Sophia Kokosalaki, Loukia, Maison Faliakos, Mi-Ro, Marcello Nyktas, Parthenis, Aristeides Tzonevrakis – «Aristotechnima», Daphne Valente, Zeus & Dione και Vassilis Emmanuel Zoulias.

Σημαντικές είναι επίσης οι δημιουργίες του Αριστείδη Τζονευράκη που δείχνουν τη δυναμική του ντουλαμά ακόμα και σε λευκό χρώμα.

Εν κατακλείδι, ο ντουλαμάς είναι ένα καταπληκτικό ένδυμα που έδωσε την αφορμή στην Ιωάννα Παπαντωνίου και τους συνεργάτες της να αρχίσουν μια μεγάλη έρευνα σχετικά.

«Ημέρα της Γυναίκας: Μια Υποκρισία», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Γλυκές μου Σταχτοπούτες, που ολημερίς παλεύετε για τον επιούσιο, παρακαλώ σας, μη βγείτε σαν ένα τσούρμο από μαινάδες, τη μέρα τούτη, που οι πατριάρχες μάς υποβίβασαν σε μαριονέτες. Δεν είσαστε εξωτικά πουλιά, ροδάνθια της ειρωνείας ενός μύθου.

Μια μέρα μας αξίζει μόνο; Η 8η του Μάρτη; Είναι η αληθινή ζωή εκεί έξω, κάθε μέρα. Προς τι ο διαχωρισμός; Έχουμε σάρκα και οστά, μυαλό και καρδιά, πάθος και λύσσα, δημιουργία. Δεν πιστεύω σε όλες αυτές τις αηδίες, περί συλλόγων γυναικών.  Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες μας έβγαλαν απ το σπίτι. Οι πόλεμοι, η έλλειψη ανδρικών εργατικών χεριών, η ανεπάρκεια.

Κοντύναμε τα φορέματα γιατί δεν υπήρχαν αρκετά υφάσματα για να σκουπίζουμε τους δρόμους. Καπνίζουμε γιατί η βιομηχανία πρέπει να πουλήσει. Η έξοδος μας είναι το κέρδος τους.

Αν με εθιμοτυπικά τερτίπια τού φορέσετε την μπροστοποδιά, την επαύριο θα έχετε τεράστιες απώλειες με ελάχιστο κέρδος. Πάλι θα ξυπνήσετε χαράματα για να φτιασιδώσετε το μουτράκι, να καλύψετε το μαύρο κύκλο κάτω απ το μάτι μετά από άγρυπνες νύχτες. Θα πάτε σούπερ μάρκετ, τα παιδιά στο σχολείο, τις δουλειές του σπιτιού, για να πέσετε ξερές στο κρεβάτι.

Αν κοιτάξω το ημερολόγιο, ξέρω πως γιορτάζω τον Δεκαπενταύγουστο. Αν κοιτάξω τη ζωή μου ξέρω πως προσπαθώ να γιορτάσω τη στιγμή. Και ναι πιστέψτε με είναι λίγες. Απαλλάσσω αυτά τα μικρά μυαλά, που θέλοντας να με φροντίσουν, μου φόρεσαν άλλη μια επέτειο.

Θα γιορτάζω πάντα τη Φαίδρα, την Αντιγόνη, την Κλυταιμνήστρα, τη Μήδεια, την Κική, την Άννα, τη Τζένη, την Ελένη. Καμιά τους δεν προσμένει τούτη τη μέρα, ούτε έναν πρίγκιπα στο πιάτο. Η καθεμιά ορίζει τα θέλω και την ουσία της ζήσης της.

Αυτό το λίγο, γιατί έχει και ήλιο έξω. Γιορτάστε τον.

Δημήτρης Θεοφίλου: «Η Αριστοκρατική Λεπτότητα του «Μαγεμένου Αυλού»», συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου»

Ένα μύθο θα σας πω, για τον Μαγεμένο τον Αυλό.

Σε ένα χώρο άκρως ερωτικό, με χαμηλή μουσική, έτσι ώστε να αφήνει τους θαμώνες του να επικοινωνούν μεταξύ τους, δεσπόζει ο Μαγεμένος Αυλός. Ένας χώρος που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1961. Πρώτος ιδιοκτήτης ο Γιώργος Πολυχρόνης, κοσμική περσόνα της Αθήνας και γαμπρός του Παυλίδη, ίδρυσε ένα πρατήριο γλυκών. Αργότερα ο πολυταξιδεμένος Πολυχρόνης, εισάγει το αλμυρό στις γεύσεις και το πρατήριο μετατρέπεται σε εστιατόριο με πρωτόγνωρες για την εποχή γεύσεις: πίτσα, fondue..

Όταν το 1985 ο ιδρυτής αποσύρεται. Το τιμόνι πιάνει ο Δημήτρης Θεοφίλου, που υπήρξε θαμώνας του θρυλικού εστιατορίου. Τόσο θρυλικό, που κατά την διάρκεια της κουβέντας μας, μια κυρία, εισέρχεται στο χώρο για να δείξει στις Γαλλίδες ανιψιές της το στέκι του μέγα Μάνου Χατζηδάκι.

Ρωτώ τον κύριο Θεοφίλου για τα παιδικά του χρόνια και την ιστορία των γονιών του:

«Τον καιρό που ήρθα στη ζωή, ο πατέρας μου είχε μια ιστορική ταβέρνα στην Πλάκα και μία τουριστική κατασκήνωση στην παλιά Επίδαυρο. Δύο μέρη, που μαζεύονταν άνθρωποι με μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Πλάκα θεατράνθρωποι, δημοσιογράφοι, παλαιοί Αθηναίοι. Εις δε την κατασκήνωση όλο το καλλιτεχνικό προσωπικό που δημιουργούσε τότε τα ιστορικά φεστιβάλ της Επιδαύρου.

Έτσι λοιπόν συναναστράφηκα από την ηλικία των απαλών ονύχων όλον αυτόν τον κόσμο. Μα και η μητέρα μου προέρχονταν από καλλιτεχνική στόφα, διότι ως έφηβη, έγινε μαθήτρια τραγουδιού στον σπουδαίο μας Αττίκ. Στην περίφημη «μάντρα» του εμφανιζόταν σε διάφορες παραστάσεις. Η αδερφή της μητέρας μου ήταν η γνωστή χορεύτρια Λίντα Άλμα, που έγραψε ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σύνδεσε τη ζωή της με τον Μάνο Κατράκη.»

Πως ο Μαγεμένος Αυλός φτάνει στα χέρια του;

«Εδώ βρήκα ένα στρωμένο δρόμο με ροδοπέταλα. Εδώ είχε ήδη γραφτεί ιστορία όταν ήρθε στα χέρια μου. Ερχόμουν ως πελάτης και με έθελγε η παρουσία του Χατζηδάκι και των άλλων τεραστίων προσωπικοτήτων. Όταν ο Γιώργος Πολυχρόνης ενδιαφέρθηκε να αποσυρθεί, βρεθήκαμε στο τιμόνι εμείς. Προσπαθήσαμε να έχουμε ένα σεβασμό στην παράδοση, θέλοντας να δώσουμε ένα φρέσκο αεράκι, χωρίς να ανατρέψουμε το ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον. Ο Αυλός έχει έντονη την πατίνα του χρόνου, ακόμα και στα έπιπλα του, στο πάτωμα του, στους τοίχους του, στα πιάτα του».

Μάνος Χατζηδάκις – Μίκης Θεοδωράκης –Δήμος Μούτσης

«Ο Μάνος σύχναζε στον Αυλό από τις αρχές του 60. Όταν τέλειωνε η «Οδός Ονείρων», που απέναντι της είχε την «Όμορφη Πόλη» του Μίκη, εκείνος εμφανιζόταν. Οι δύο μεγάλοι δημιουργοί αγαπιούνταν και αλληλοσέβονταν, παρότι ο μύθος το ήθελε αλλιώς. Ο Θεοδωράκης ήταν και αυτός θαμώνας του Αυλού, γιόρταζε τα γενέθλια του και πολλές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον σπουδαίο συνθέτ. Ένα βράδυ ο Δήμος Μούτσης προσπαθούσε να μιμηθεί πως διευθύνει ο Μάνος την ορχήστρα, εν τη απουσία του. Ξαφνικά εκείνος εμφανίζεται και του λέει με το χαρακτηριστικό Ρ. «Τι κάνεις Δήμο εκεί;» Οπότε πετάγεται ο Γκάτσος και λέει: «Τίποτα Μάνο, μας παριστάνει πως διευθύνει ο Μίκης»».

Αρχές της δεκαετίας του '60 όταν πριν ονομαστεί Μαγεμένος ΑυΛός ήταν πρατήριο γλυκών συνεργαζόμενο μετην βιομηχανία τροφίμων Παυλίδης

Σε περίοπτη γωνιά του Μαγεμένου Αυλού ο πίνακας του Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου με τον Μάνο Χατζηδάκι στο κέντρο του τραπεζιού να περιστοιχίζεται από τον Ματθαίο Μουντέ, τον Γιώργο Πολυχρόνη, τον Γιώργο Κουρουπό, τον Θεόδωρο Αντωνίου, τον Τάσο Λιγνάδη, τον Αλέξη  Μινωτή, τον Κώστα Μητρόπουλο, τον Γιώργο Μανιώτη, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Σπύρο Σακκά, τον Νίκο Περαντινό και τον Αλέκο Λιδωρίκη.

Ο Δημήτρης Θεοφίλου, η Ελένη Ροδά, ο Κώστας Βενετσάνος και ο "Κοκός" ή Κώστας Μουσάδης του Τρίο Ατενέ στον Μαγεμένο Αυλό

Ο σπουδαίος Έλληνας σεφ Γιάννης Ζουμπουλάκης μαζί με την βασίλισσα Φρειδερίκη (φωτό από το αρχείο του Γιάννη Ζουμπουλάκη)

Ο Μάνος στην Επίδαυρο

«Εγώ ήμουν νέος , αλλά και μικρομέγαλος. Πρώτα- πρώτα ήμουν μπροστά, όταν συνέλαβε το σκοπό του «ένα μύθο θα σας πω». Τότε ήταν μια ακόμα περίπτωση που ο Μάνος είχε αργήσει να γράψει μουσική. Αυτό δεν ήταν μη σύνηθες. Πάρα πολλές φορές ο Μάνος τις μουσικές για τις ταινίες τις έγραψε σε ταξί πηγαίνοντας στο στούντιο, στην πίσω μεριά της κασετίνας των τσιγάρων του. Έτσι και στην Επίδαυρο: «Α, το βρήκα παιδιά». Το είπε, το τραγούδησε άπαξ και με το Γιώργο Μούτσιο, έγινε επιτυχία.

Μέγας φιλόσοφος της ζωής

«Όταν ο αείμνηστος Μάνος, μίλαγε κρεμόντουσαν όλοι απ τα χείλη του. Ακόμα και οι φτασμένοι. Δεν τον κοντράριζε κανείς. Ήταν μέγας φιλόσοφος της ζωής. Είχε ένα αδιαπραγμάτευτο αφήγημα. Δεν αναζητούσε, είχε καταλήξει. Δεν έψαχνε, είχε βρει. Ιδιαιτέρως οι νέοι αρέσκονταν να τον παρακολουθούν».

Ερωτική φωλιά

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου.

Πολλά τα σημαντικά ζευγάρια που έχουν κάτσει στα τραπέζια μας. Η Αλίκη με τον Ππαμιχαήλ, ο Μινωτής με την Παξινού, ο Παπανδρέου με τη Λιάνη, η θεία μου η Λίντα με το Μάνο, ο Καζάκος με την Καρέζη πολύ συχνά, ο Μυράτ με τη Ζουμπουλάκη. Είναι ένα σημείο που βόλευε. Το αγαπούσε ο κόσμος. Ευτυχώς ακόμα και τώρα έχουμε κόσμο που πριν πάνε για ύπνο περνάνε απ εδώ».

Ζουμπουλάκης ο σεφ

Για να ευλογήσουμε και τα γένια μας ο κύριος Θεοφίλου μας μιλάει και για τον παππού Ζουμπουλάκη. «Στη δουλειά μας, το όνομα Ζουμπουλάκης σημαίνει πολλά διότι υπήρξε ο μέγας σεφ. Δύο μεγάλοι σεφ, έγραψαν ιστορία στην ελληνική κουζίνα. Ο Τσελεμεντές και ο Ζουμπουλάκης. Ο δεύτερος ήταν πολύ enfant gate για να  γράψει.

Μόνο από τυπωμένες συνεντεύξεις του γνωρίζουμε κάποια απ τα μυστικά του. Ο Τσελεμεντές ήταν πιο λαϊκός άνθρωπος και έγραψε για τη ελληνίδα νοικοκυρά».

Στην οδό Αμυντά, στον αριθμό 4 ο Μαγεμένος Αυλός, ο κύριος Θεοφίλου μα και τα παιδιά που συνεργάζονται μαζί του, μας καλωσορίζουν στο παρελθόν, μας μαγεύουν το παρόν και μας ετοιμάζουν  ένα καλάθι με καλούδια για το μέλλον.

«S.O.S. : Δράκουλας Καλεί τη Μαμά του», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Αγαπημένη μου Αθήνα, κάθε βράδυ έχεις κάπου να με στείλεις, να δω, ν ακούσω, να γευτώ το κάτι τις μου. Τρίτη βράδυ, τρεις γυναίκες το κλείσαμε το Zonars. Μετά την παρουσίαση των καπέλων της Κατερίνας Καρούσσος, πίναμε και μιλούσαμε, καταρίπτωντας μύθους.

Μα ναι φυσικά και μιλήσαμε και για άντρες, αλλά να, επειδή η Γαρυφαλιά κι εγώ έχομεν μιαν κλίση προς τα αιμοσταγή, η κουβέντα στράφηκε προς τον ένα και μοναδικό μαμάκια. Μόλις είχα τελειώσει το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ και έτσι μνημονεύσαμε αυτό το παιδί των τετρακοσίων ετών.

Δράκουλας ή Βλαντ Τσέπες ή Βλαντ Δράκουλα ή Bλαντ ο Ανασκολοπιστής. Τόσα ονόματα, ούτε φάκελο στην Ευελπίδων να είχε το παιδί. Θρύλος των Βαλκανίων και του Χόλυγουντ επίσης. Τετρακόσια χρόνια έψαχνε τη Μίνα του και στους δρόμους της αγάπης που γι αυτόν ήταν σχεδόν πάντα νυχτερινοί, ρούφηξε το αίμα κόσμου και κοσμάκη.

«Το αίμα είναι ζωή». Όταν ο Μπραμ Στόκερ ήταν μικρός και ασθενικός, δεχόταν την διαδεδομένη θεραπεία της εποχής, την αφαίμαξη. Τρομακτικό για ένα παιδί που αργότερα θα ψάξει στην αντίπερα όχθη και θα στείλει τον ήρωα του από την Τρανσυλβανία στο Λονδίνο προς αναζήτηση του παντοτινού έρωτα.

Πότε πρόλαβε να ζήσει τον έρωτα ο Δράκουλας; Ίσως ποτέ. Όλο σε πολέμους και εξορίες βρισκόταν ο έρμος. Στη δεύτερη πατρίδα του θα συναντήσει τη Μίνα, την «παρθενοπιπίτσα» που στο πρόσωπο της αναγνωρίζει τη γυναίκα του. Σιγά μη το «φάμε». Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς έκανε δύο γάμους. Εκτός απ τη Μίνα θα γνωρίσει και τη Λούση, μια «τσαπερδονοσφυριχτρούλα», που μέσα σε μία μέρα τρεις προτάσεις γάμου, είχε και έπαιζε τους άντρες στο κομπολόι της.

Ε, η Λούση την πλήρωσε. Η Λούση η απελευθερωμένη απ τους κώδικες της εποχής, η Λούση η ερωτιάρα, η Λούση το αντράκι που του θύμιζε τον πατέρα του. Διότι ο μπαμπάς Δράκουλας δεν ήταν και κανένα αθώο παιδάκι. Άφησε τον Κόμη και τον αδερφό του όμηρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εκείνος την έκανε «φίδι», τάχα μου για την επανάσταση. Τι έγινε ρε παιδιά;

Και να ταν μόνο αυτό; Στην προεφηβική του ηλικία, έπρεπε να αφήσει πίσω την αγκαλιά της μάνας, της τροφού και γενικότερα την κοινωνία των γυναικών για να μυηθεί στο σκληρό ανδρικό πρότυπο με τα ετεροθαλή αδέρφια, καθώς ο πατέρας  ζούσε με μια Μολδαβή πριγκίπισσα. Η απουσία της μητέρας από την καθημερινότητα τον τσαλάκωσε, η έλλειψη του μητρικού χαδιού εξηγεί αποτρόπαιες συμπεριφορές, σκληρότητα για τον ανθρώπινο πόνο, ακόμα και γυναικών αλλά και παιδιών.

Μέσα απ τη γλυκιά Μίνα, έψαχνε τη μητρική στοργή, ευγενή συναισθήματα, θαλπωρή και ζεστασιά. Ερωτεύτηκε τη γυναίκα – μάνα. Η βίαιη αποκοπή από τη μητρική εστία τον ενέταξε σε ένα κόσμο που δεν επέλεξε και ίσως δεν αποδέχτηκε ποτέ.

Μου θυμίζεις τη μάνα μου γι αυτό δεν δαγκώνω πολύ.

«Δημήτρης Λιμπερόπουλος: Ο Πρίγκιπας Πίσω Από τους Μύθους», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Φυσικά δεν ξεχνιέται η παγκόσμια αποκλειστική συνέντευξη που πήρα του Ωνάση πάνω στη θαλαμηγό του, όταν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ήσαν στην παραλία. Είχε στην «Χριστίνα» την παντρεμένη Μαρία Κάλλας»

Τελειώνοντας τη διαδικτυακή μας κουβέντα ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος, μου γράφει: «ο Μάνος Χατζιδάκις μου είχε πει, αν γράψεις για μένα ΝΑ ΜΕ ΣΕΒΑΣΤΕΙΣ το ίδιο λέω εγώ σε σένα». Του απαντώ πως αν δεν σεβόμουν τον Άνθρωπο, δεν θα ζητούσα να μου μιλήσει. Λίγες οι συνεντεύξεις που κάνω, λίγοι οι άνθρωποι που εκτιμώ και αυτούς τους τοποθετώ σε βάθρο και όχι σε αιματοβαμμένο βωμό για πρόσκαιρους οιωνούς.

Τον παρακολουθούσα στο facebook, όταν μια μέρα πήρα το κουράγιο, μετρώντας ένα, δύο, τρία και βγάζοντας μια βαθιά ανάσα, έτσι για το κουράγιο που ήθελε το εγχείρημα, του στέλνω μήνυμα πως θα ήθελα να κάνουμε μια κουβέντα για τον ίδιο. Η ώρα περνούσε και ήμουν προετοιμασμένη για το «όχι» σε όλες τις γλώσσες που μιλά ο κύριος Λιμπερόπουλος, έρχεται η θετική και λακωνική απάντηση: «στείλε τις ερωτήσεις». Χαράς ευαγγέλια!

Ο άνθρωπος, ο δημοσιογράφος, ο φύλακας των μυστικών πολλών διασημοτήτων, ο συγγραφέας 10 βιβλίων, να καταδεχτεί να μου απαντήσει; Με ρωτά αν είμαι επαγγελματίας δημοσιογράφος και με περίσσιο θράσος του απαντώ «όχι φυσικά!». Ε τώρα λέω ήρθε η «πανταχούσα», θα με στείλει στα τσακίδια και δίκιο θα χει, αφού δεν απαντά σε ερωτήσεις στο ελληνικό διαδίκτυο. «μου αρέσει το «γλωσσάριο» που χρησιμοποιείς» μου γράφει. Ουφ Ανάσταση.

Την επομένη, το πρωί του στέλνω τις ερωτήσεις, με μια υποσημείωση, για τη μη επαγγελματική μου ιδιότητα ως δημοσιογράφος. Εκείνος δράττοντας την ευκαιρία λέει «κι εγώ ντρέπομαι ΣΗΜΕΡΑ να πω ότι είμαι δημοσιογράφος».

Κάμερα, φώτα, ήχος και πάμε. Όχι λάθος. Ερώτηση 1η και φύγαμε:

με Ρούντολφ Νουρέγιεφ και Μαργκο Φοντέιν
ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ : Είμαι η πιό δυστυχισμένη γυναίκα του κόσμου...

Τι σας έλειψε από τη ζωή και τι σας χόρτασε περισσότερο;

Μου έλειψαν τα παιδικά χρόνια, μεγάλωσα χωρίς αδέρφια σε αγρόκτημα, δεν είχα φίλους να παίξω… έκανα παρέα με το σκυλί μου, μια χελώνα… και με τα κραγιόνια μου – σκιτσάριζα από τριών χρονών. Με ρωτάς, τι χόρτασα στη ζωή μου… χαχαχα… μα δεν έχεις καταλάβει ότι το είδος άνθρωπος είναι αχόρταγο; Πόσο ένας δημοσιογράφος που παίρνει συνεντεύξεις από διάσημους και νομίζει ότι είναι κι αυτός σπουδαίος.

Μα για μένα και για πολλούς είναι σπουδαίος, ενόσω η νοητική του τιμή έχει ανοδική πορεία στο χρηματιστήριο Αξιών των δύσκολων καιρών που περνάμε, όχι γιατί μας θυμίζει τον πλούτο του Ωνάση, μα για τις ιδέες του βάθους που έβγαλε στην επιφάνεια.

Με τόση δουλειά (Δημοσιογραφία, βιβλία, εξόδους )προλαβαίνατε να έχετε προσωπική ζωή;

Η προσωπική μου ζωή ταυτίστηκε με εκείνη προσωπικοτήτων που όχι μόνο τις γνώριζα σε απόσταση αναπνοής, αλλά αρκετές διασημότητες με τιμήσανε με την φιλία τους και την εμπιστοσύνη τους. Και μπαίνοντας στη ζωή τους ένιωθα ότι συμμετείχα κι εγώ…. Αυτή ήταν πλέον η προσωπική μου ζωή.

Ο χρόνος, ο αφιερωμένος στην εργασία σας άφησε να ερωτευτείτε και να ανταποκριθείτε στα καθήκοντα ενός συντρόφου;

Και φλέρταρα και τσιλιμπούρδισα και ερωτεύτηκα και αρραβωνιάστηκα, αλλά δεν παντρεύτηκα. Και να μια εικόνα, νύχτα στη Νέα Υόρκη, η δικιά μου στο κρεβάτι, εγώ στη γραφομηχανή. Την ενοχλούσε το κλικ κλικ κλικ. και μου ζητάει να μη γράφω τη νύχτα. Μια, δυο, τρείς… κι ενώ είμαστε έτοιμοι να συνδέσουμε τις τύχες μας δια βίου – που λένε – καληνύχτα άνευ καλημέρας το πρωί.

Τι σας λείπει πιότερο από την εποχή που τα πράγματα φαίνονται σε μένα σήμερα πιο ανθρώπινα και πασπαλισμένα από τη χρυσόσκονη του χρόνου;

Με ξαναρώτησες τι μου έλειψε, ξανά απαντάω, συναισθηματικά τώρα. Μου έλειψαν τα παιδικά μου χρόνια, η εποχή της αθωότητας, με τους γονείς μου να με φροντίζουν και να μην έχω σκοτούρες επιβίωσης, η αγάπη τους, η στοργή τους, που μου λείπουν τώρα στα μαγκούφικα στερνά μου.

Πάρε τα κυάλια και κοίταξε στη παραλία τους συναδέλφους σου απ΄ όλο τον κόσμο... είναι ο θρίαμβός σου
Και τώρα που μου έβγαλες τα γυαλιά και είδες τα μάτια μου, τι κατάλαβες....
94 χρινων !

Ποια εφημερίδα, συνεργάτες και περιβάλλον θυμάστε με νοσταλγία;

Θυμάμαι με συγκίνηση το πρώτο μου σκίτσο και την πρώτη υπογραφή μου στην «Αθλητική Ηχώ». Την πρώτη αποστολή μου στο εξωτερικό (στην Αίγυπτο για το «Εμπρός» το 1951 ) και την συνάντησή μου με τον Μορίς Σεβαλιέ, που τον σκίτσαρα – κράτησε το σκίτσο και έκανα δεύτερο για μένα. Φυσικά δεν ξεχνιέται η παγκόσμια αποκλειστική συνέντευξη που πήρα του Ωνάση πάνω στη θαλαμηγό του (1959 ) όταν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ήσαν στην παραλία. Είχε στην «Χριστίνα» την παντρεμένη Μαρία Κάλλας….

Και φυσικά θυμάται: «Και πως να ξεχάσω τους δυο μεγαλύτερους εφημεριδάδες – τον Στέφανο Κρανιώτη, αρχισυντάκτη στο « Έθνος» και τον Αλέκο Φιλιππόπουλο, διευθυντή στην «Απογευματινή», που με άφησαν να γράφω ελεύθερα κι όχι με προδιαγραφές – συμφέροντα».

«δεν το πιστεύω ότι δέχτηκα να δώσω συνέντευξη στην Ελλάδα ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ»

Είχα και άλλες ερωτήσεις, μα ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος – το ΛΙ με Ι – , σαν λίμπερο- ελεύθερος, πάει να κάνει ένα τσιγαράκι στη ζούλα και να ξεκουραστεί. Τον αποχαιρετώ με ένα απόσπασμα του 6ου, αν δεν κάνω λάθος βιβλίου του «Η ντουλάπα της γιαγιάς».

«Κι όμως έκρυβα μέσα μου έναν άλλο εαυτό μου, που αντιστεκότανε στο βιαστικό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ, αυτό που σήμερα έχει θεριέψει -κυρίως στην τηλεόραση- κι έχει κατασπαράξει τη λογική, τον προβληματισμό, το γράψιμο…»

«Ο Μπάρμπα Μήτσος και η Τζέιν Μπίρκιν», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Δύο χρόνια πριν γεννηθεί το μοντέλο, ηθοποιός και τραγουδίστρια στο Μέριλμπον του Ηνωμένου Βασιλείου, στην Αταλάντη του νομού Φθιώτιδας, ήταν ήδη δύο ετών ο μπάρμπα Μήτσος, που συναντώ τις μέρες όταν δεν βρέχει στον πεζόδρομο της Γεωργίου Ολυμπίου, στο Κουκάκι. Καθισμένος κατάχαμα να φτιάχνει τα ψάθινα καλάθια του.

 Ο μπάρμπα Μήτσος δεν «νογάει» από μόδα, όπως λέει και συνεχίζει την παράδοση που σχεδόν έκλεψε απ’ τον παππού του. Όταν χωνόταν στα πόδια του για να μάθει την τέχνη, εκείνος τον απόδιωχνε, καθώς χαράμιζε την ώρα της δουλειάς, έχοντας ένα πιτσιρίκι να στριφογυρνά μέσα στα καλάμια που θα γίνονταν καλάθια.

Καλάθια για ελιές, τυριά, αβγά και παντός είδους φύλαξης τροφίμων στην ελληνική, αγροτική επαρχία που δεν διέθετε ψυγεία, μα μόνο αποθήκες που προστάτευαν τις σοδειές.  Καλάθια για πεσκέσια που πηγαινοέρχονταν στην Αθήνα και πάλι πίσω για να γεμίσουν αναχωρώντας ξανά  για την πρωτεύουσα, υποστηρίζοντας παιδιά, αδέρφια συγγενείς που στο κλεινόν άστυ αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη.

Κάθομαι στο ψάθινο σκαμνάκι, δίπλα στο καλαθοποιό και τον ρωτάω από πότε κάνει αυτή τη δουλειά: «Από δώδεκα χρονών, απ τον παππού και τον πατέρα μου την έμαθα. Μα ο παππούς ήταν ο μεγάλος μάστορας, ο καλλιτέχνης και του ‘χα αδυναμία. Απ τα καλάθια ζω. Με τα καλάθια ερωτεύτηκα και παντρεύτηκα την κυρά στα 14, με τα καλάθια μεγάλωσα τα παιδιά. Εφτά έχω. Τέσσερα παιδιά και τρία κορίτσια. Μα κανένα δεν ασχολείται με την τέχνη. Είναι μπελαλίδικη δουλειά»

Αυτά τα μπελαλίδικα καλάθια κρατούσε η Τζέιν Μπίρκιν, απ τα τέλη της δεκαετίας του 60 μα και αυτήν του 70, από το πρωί ως τις βραδινές, επίσημες εμφανίσεις της, δημιουργώντας τη μποέμ fashion icon. Την εύθραυστη, φευγάτη παρουσία, που μοιράστηκε 13 χρόνια με τον Σερζ Γκενσμπουργκ. Τα καλάθια αυτά στιγμάτισαν τα περισσότερα φωτογραφικά εσταντανέ της, στο πλάι του μεγάλου έρωτα, με τον οποίο απέκτησε και μια κόρη, τη Σαρλότ.

Τρικυμιώδης σχέση, όπως τρικυμιώδης είναι και η ζωή του μπάρμπα Μήτσου κι ας μην έχει παιδιά, παρά μόνο με την κυρά του.

Μιλάει και τραγουδάει πονεμένα, λαϊκά τραγούδια για τη ζωή, τον έρωτα, τα νιάτα που πέρασαν. Κοιτάζει τα χέρια του, σκληρά και με κόμπους που άφησε το μάζεμα της καλαμιάς και της λυγαριάς, που γίνεται την εποχή, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, όπως μου λέει. Τα μαζεύει μόνος του, γύρω απ τα ποτάμια. Σκληρό πράμα η λυγαριά, που δύσκολα σκίζεται στα τρία για να φτιάξει τα χερούλια και τα στημονάρια.

Κι αν η Τζέιν έκανε μποέμικη ζωή, ο μπάρμπα Μήτσος είναι «φευγάτος» χειμώνες – καλοκαίρια για τη δουλειά. Το χειμώνα Αθήνα, τα καλοκαίρια μετακομίζει την πραμάτια του για τους τουρίστες, τους βασικούς αγοραστές στα νησιά. Ρόδος, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος.

Αν για μια τσάντα Μπίρκιν του Hermès, που πήρε το όνομα της Τζέιν, χρειάζονται  δύο ημέρες για να φτιαχτεί και το κόστος αρχίζει από πέντε χιλιάδες ευρώ, ο μπάρμπα Μήτσος κάνει 3 με 4 ώρες να φτιάξει, ενός μεσαίου μεγέθους καλάθι με 10 ευρώ (15 με καπάκι όπως το ζήτησα). Με φυσικά υλικά και όχι με το δέρμα γδαρμένων και βάναυσα σκοτωμένων κροκοδείλων, που εκτρέφονται ειδικά για την Birkin Croco. Αυτός είναι και ο λόγος που η ηθοποιός και τραγουδίστρια απαίτησε να μην χρησιμοποιείται πια το όνομα της για αυτή την τσάντα.

Και ενώ το πάνω μέρος της ντουλάπας μου και μέρος του παταριού, έχει κορεστεί από τσάντες, τα τέσσερα τελευταία καλοκαίρια μου, κρατώ μόνο καλάθια.

«Χωρίς», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Σκηνή πρώτη, πλάνο πρώτο:

Ένα μικρό, ξανθό κοριτσάκι, περιμένει στην εξώπορτα του σπιτιού του, τον ερχομό του πατέρα της από την Αθήνα. Η παραγγελιά της, βιβλία.

Σκηνή πρώτη, πλάνο δεύτερο:

Τον βλέπει να φτάνει και τρέχοντας, τον αγκαλιάζει από τα γόνατα. Μέχρι εκεί τον φτάνει. Εκείνος την παίρνει στην αγκαλιά του και το χωμένο προσωπάκι μυρίζει την αγάπη μέσα από το μπλε raincoat με τη γούνινη επένδυση.

Γιώργος Διαμαντόπουλος

Υπάρχουν άντρες που είναι γεννημένοι πατεράδες. Αυτός είναι ο δικός μου. Ξύλο ποτέ. Τον ρόλο του τον έχανε στα χρόνια του γάμου, κάποιες φορές όταν η μάνα τον μετέτρεπε σε άντρα – παιδί, χειραγωγώντας τη βούλησή του. Τα κατάφερνε μερικές φορές εκείνη, ιδίως όταν επρόκειτο για την αδελφή μου.

Υπήρξα ένα ατύχημα που αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ. Οι δύσκολες γέννες της με έφεραν στη ζωή όταν εκείνος κόντευε τα 50 του. Σαν έφτασα στα 14 κοντά την χάσαμε.

Από τότε εκείνος έγινε ο ζωοδότης ήλιος μου. Έπρεπε να εφευρίσκω την ώρα του ύπνου του για να χαρώ την σελήνη των 28 ημερών. Έγινα η προστάτιδα της αϋπνίας. Οι φτερούγες του ήταν πάντα πάνω μου. Εκείνος με κράταγε πάντα έξω από τον κόσμο και τον κόσμο στα πόδια μου. Και ενηλικίωση ποτέ. Ακόμα και τώρα που η πρεσβυωπία με κάνει να βλέπω τα πράγματα τόσο κοντινά. Ακόμα και τώρα που έχει φύγει.

Δεν επέτρεπε να ζητήσω την βοήθεια κανενός άλλου άντρα γιατί κανείς δεν ήταν ικανός  να ξεπεράσει εκείνον και το δημιούργημά του. Ίσως να είναι ο λόγος που το άλλο φύλλο με αναζητούσε. Προστάτιδα υπέρτερη, αφού ήμουν το ανδρόγυνο της ζωής μου, στον καθένα που με πλησίαζε αφού για κείνον κανένας δεν ήταν άξιος να βρίσκεται στο πλάι των κοριτσιών του.

Οι κόρες του δεν έπρεπε να ζητούν, να απλώνουν χέρι βοήθειας σε κανέναν. Μόνο να αμφισβητούν και να ελέγχουν τις προθέσεις αυτών που τις προσέγγιζαν.

 Έζησα τον μεγάλο αδελφοκτόνο πόλεμο μαζί του. Από τις διηγήσεις, την παρακαταθήκη του άσθματος. Πηγαίναμε ατέλειωτες εκδρομές στις αναμνήσεις του.

Πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας, χωρίς να χρησιμοποιήσει μια σφαίρα. Ήταν στον “Δημοκρατικό Στρατό” με το στίγμα του “Αριστερού Πλευρίτη”. Στη μνήμη μου υπάρχει έντονη ιστορία με τους πατεράδες των ανταρτών.

Έπρεπε ο στρατός να περάσει το ναρκοπέδιο αλώβητος. Ένα σχοινί έδενε τους αφημένους στα μετόπισθεν γέροντες πατέρες των ανδρών που πολεμούσαν στο βουνό. Ένας κάθε εφτά μέτρα. Αυτοί μπροστά και ο στρατός πίσω. Κάθε που ένας τους πατούσε τη νάρκη, ο λοχαγός έκοβε το σχοινί και συνέχιζε. Δεμένοι με τον θάνατο. Κάθε φορά που έλεγε την ιστορία, ο κόμπος ανέβαινε στη φωνή και σταματούσε πριν την αποτελειώσει.

Αυτή η θυσία τον στιγμάτισε. Σε όλη του τη ζωή κατάφερε να μετατρέψει αυτή την εικόνα της θυσίας σε “ευχαρίστηση”. Για να μπορεί να στολίζει τα μαλλιά μας με πέταλα της τύχης και κοχυλάκια της παραλίας μας.

Πέντε χρόνια φέτος. Η μνήμη μου έγινε διαμάντι. Εμείς το μόνο που κάναμε ήταν η δύναμη που βάλαμε για να του κλείσουμε τα μάτια._

«Ο Γιάννης Μπέζος Ανέστησε τον Μαυρογιαλούρο», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Το κείμενο αυτό, το εμπλουτισμένο από το φωτογραφικό υλικό της Γαρυφαλιάς Πιτσάκη, θα εξέλειπε απ τον διαδικτυακό ετούτο τόπο, αφού το περασμένο  Παρασκευοσαββατοκυριακοδεύτερο θα έπρεπε να ήμουν στο Παρίσι και να σας στέλνω φωτογραφίες από τα κίτρινα γιλέκα ως τις μπουτίκ της Chanel  και του Dior. Αυτό όμως είναι ένα άλλο «κομματάκι», που έχει να κάνει με τα ταξίδια μας με τον  Γιάννη Ζουμπουλάκη.  Ώπα  έκανα και ρίμα.

Η Νότα Διαμαντοπούλου και ο Σπύρος παπαδόπουλος
Η Νότα Διαμαντοπούλου με τον Λάκη Λαζόπουλο

Αφού λοιπόν απέφυγα το κρύο του Παρισιού και προτιμώντας  αυτό της Αθήνας, βρέθηκα στην επίσημη πρεμιέρα του θεάτρου Προσκήνιο, στο έργο των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου, «Υπάρχει και Φιλότιμο».

Κριτικός θεάτρου δεν είμαι. Ως απλή «Σταυρακιάδα» θα μπορούσα να σας μιλήσω για εκείνη την παλιά ταινία του 1965 με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Επίσημη Πρεμιέρα

Επίσημη Πρεμιέρα

Ο Γιάννης Μπέζος και αυτό το λέω με το χέρι στην καρδιά, σε τίποτα δεν ταυτίστηκε με τον παλιό μεγάλο μας ηθοποιό. Προσάρμοσε, σκηνοθέτησε και υποδύθηκε έναν ήρωα, χωρίς να κοπιάρει κάτι απ τον αείμνηστο.

Πληθωρικός με στεντόρεια φωνή, αστείρευτο υποκριτικό τάλαντο, κατάφερε να μεταφέρει στο σήμερα μια κωμωδία που γράφτηκε το 1950, με αρχικό τίτλο «Ανώμαλη προσγείωση». Με την υποκριτική ευρωστία του κατάφερε την εναλλαγή του ρόλου με ταχύτητα αίλουρου. Η εκφραστικότητά του περνούσε από το κωμικό στο αυτοσαρκαστικό και απ τον θυμό στην ατομική μέθεξη της θλίψης.

 Η υπόθεση γνωστή σε όλους μας. Δύο κόσμοι που συναντιούνται σε ένα μικρό χωριό της πολιτικής περιφέρειας του Υπουργού, ύστερα από ένα απρόοπτο ατύχημα. Εκεί ο τρίτης γενιάς πολιτικός θα ανακαλύψει τις οικονομικές ατασθαλίες των συνεργατών του που μέσα απ το κουμκανάκι, τις κοσμικές εξόδους και το λούστρο της πρωτεύουσας του φαίνονταν αδιανόητες.

Λιτή μεταφορά, εξαίρετο σκηνικό, που από κατοικία μοντέρνου ρυθμού της δεκαετίας του 60, μετατρέπεται σε λιακωτό, όπου ο πρωταγωνιστής συναντά τους παραπονεμένους ψηφοφόρους της περιφερείας του. Έξυπνα τα μουσικά γκαγκς, που εμπλουτίζουν κάθε στιγμή απορίας, «στοχασμού» και ξαφνικής λογιοσύνης του Μαυρογιαλούρειου πνεύματος.

Το σίγουρο είναι πως μια τέτοια κωμωδία, μετά από εξήντα οχτώ χρόνια μένει φρέσκια, αφήνοντας μια πικρή γεύση, καθώς αυτό δεν είναι και τόσο ευχάριστο για τούτη εδώ τη χώρα.

Η Κατερίνα Λέχου

Στην επίσημη πρεμιέρα παρευρέθησαν πολλοί  ηθοποιοί , μεταξύ των οποίων οι: Γιάννης Φέρτης, Σπύρος Παπαδόπουλος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Μιχάλης Ρέππας, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Κατερίνα Λέχου, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Λάκης Λαζόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Ζέτα Δούκα, Χρήστος Σπανός, Νίκη Παλληκαράκη, Βασίλης Κούκουρας, Μαρίνα Ψάλτη, Νικολέτα Κατσαηλίδου, Αλμπέρτο Φάις και πολλοί ακόμα.

Η Νότα Διαμαντοπούλου και ο Γιάννης Φέρτης
Ο χρήστος Σπανός, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, η Μαρίνα Ψάλτη και η Νίκη Παλληκαράκη

«Βάγια Κον Ντιος Ανγκέλα», της Νότας Διαμοντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Όταν στην «Εισαγωγή στον Ναρκισσισμό» ο Φρόιντ έγραφε, ότι οι γυναίκες αφοσιώνονται στην ομορφιά για να αποζημιωθούν για την καταπίεση τους, η Άνγκελα θα διάβαζε το καταστατικό του κόμματος της. Με την επίσκεψη της στην Αθήνα, φορώντας τη στολή της καγκελαρίας μου θύμισε κλητήρα. Καγκελαρία! Τι λέξη κι αυτή! Λατινογενής, αμέ το έψαξα. Από το cancellarious. Κλητήρας ή γραμματέας των Ρωμαϊκών δικαστηρίων που στεκόταν πίσω απ τα κάγκελα. Είδατε λοιπόν;

Γιατί αυτό δεν θυμίζουν τα πράσινα, τα κόκκινα, τα μπλε, τα θαλασσιά σακάκια της Μέρκελ; Κλητήρα! Στην επίσκεψη της στο προεδρικό μέγαρο στην Αθήνα, φορούσε το βαθύ πράσινο, το χρώμα του χρήματος και της φιλοδοξίας, της σταθερότητας και της υπομονής. Και μήπως αυτά δεν ήθελε να ενστερνιστεί ο Πανούλης; 

Κυριακή μεσημέρι, να τον έχει κόψει λόρδα, να κάθεται μες στο ασφυκτικό κολάρο, με τη μούρη φράπα να «φτύνει» στους γραφείς του εφήμερου, πως αφήνει το έτερον του ήμισυ που το ‘χει σε εκτίμηση, μέσα σε ομοβροντία γέλιων και αστεϊσμών. Μα είναι τόσο large που δεν στερεί ψήφο εμπιστοσύνης, ώστε ακόμα και το Ζουράρι να είναι ευχαριστημένο και ψηφιστερό!

Γλυκιά μου Άνγκελα, ξέρω τι έχεις μέσα στη ντουλάπα σου. Το ίδιο κουστουμάκι, υπογραφής Bettina Schoenbach, σε εκατοντάδες αποχρώσεις. Στο μπουντουάρ σου δεν μπορώ να υποθέσω. Μάλλον μπορώ. Αφτερσέιβ.

Είμαι ένα πολιτικό ζώο που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ ενεργά με την ίδια την πολιτική. Δεν ήθελα να συμμετάσχω σε βαρετές συνεδριάσεις, να φαντάζω σοβαρή και να είμαι κλεισμένη σε σιδερόφραχτα ταγιέρ. Αυτό θα το φορέσω σαν μου κάνει κέφι.

Η δική μου ντουλάπα έχει ρούχα από μαντάμ – μαντάμ, αναντάμ παπαντάμ μέχρι «τσόλι». Σαφέστατα δεν είμαι το αντιπροσωπευτικό δείγμα γυναίκας καριέρας. Ακριβώς το αντίθετο. Βαριέμαι εύκολα, μου αρέσουν οι μεταμορφώσεις.

Κοιτάζοντας τη λίστα Forbes των πιο ισχυρών γυναικών του 2018, την πρωτιά την έχει πάλι  η Άνγκελα. Για 8η συνεχή χρονιά. Μετά η Τερέζα Μέι και τρίτη η Κριστίν Λαγκάρντ. Γυναίκες δηλαδή από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, των επιχειρήσεων.

Μπορεί όμως να τους χρεωθεί ο όρος γυναίκα;

Από τα τέλη της ευδαιμονίας της Κρητομινωικής εποχής μέχρι τις αντοχές της θείας Κλυταιμνήστρας, σαν οι Αχαιοί φέρνουν την πατριαρχεία ως καθεστώς, οι γυναίκες υποτάσσονται. «Ψιμυθιάζονται» για να είναι όμορφες, αρεστές και ποθητές. Δίνουν γη και ύδωρ για την εικόνα της καλής κόρης, συζύγου, μητέρας.

Σήμερα μετά από τόσα χρόνια καταπίεσης η εικόνα της αρχαίας κόρης πρέπει να αντιγράψει το κυρίαρχο αρσενικό για να μπει στα χωράφια του. Κόμη αυστηρή, σχεδόν κοντή ομοιάζουσα του αρχετυπικού άνδρα, παπούτσι φλατ, ολυμπιονίκη της ορθοστασίας.

Γυναίκες αποκαίδια της ίδιας τους της ζωής, θυσία στο βωμό μιας καριέρας στο ανδρικό πλαίσιο. Η ηλικία της συμμόρφωσης πρέπει κάποτε να τελειώσει. Η εποχή της ταυτότητας ας γράφει και ας είναι γυναίκα.