fbpx

«Κάποτε στη περίοδο: Μέρος Α’», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Κλάμα και κλάμα. Άμα σου λέω θέλω να με πιστεύεις. Με κλάμα ήρθε με κλάμα έφυγε. Θα σου τα πω όπως τα έζησα και όχι όπως θα τα έλεγαν οι γυναικολόγοι που πέρασαν από την  ζωή μου και δεν ήταν και λίγοι.

Τέλειωνα την Πέμπτη Δημοτικού, η μάνα είχε κάνει την εισαγώγα της, πως και καλά, οσονούπω θα στάζω αίμα και θα γίνω και γυναίκα. Δεν θέλω. Θέλω να τρέχω, να παίζω, να κοπανιέμαι. Ήταν απόγευμα, βγήκα απ την τουαλέτα και να σου το πρώτο κλάμα. Αίματα και την επόμενη μέρα εκπαιδευτική εκδρομή στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (εκεί θα κλειστώ για πάντα). Με τα πόδια, απ το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας. Κόλαση.

Δεν ξέρω πόσες από σας θυμάστε εκείνες τις κουμούτσες σερβιέτες Dona mod. Στην διαφήμιση έλεγε πως έχει το σωστό μέγεθος, δίνει σιγουριά και είχε και μια τύπα με λευκά ρούχα να δουλεύει, να περπατά ανάλαφρα και να είναι πιο χαρούμενη από ποτέ. Καμιά σχέση κορίτσια. Ένας μπόγος ήταν που στην καλύτερη των περιπτώσεων σε έκανε να περπατάς σαν τον Βαμβακούλα.

Τα πρώτα χρόνια, δέκα μέρες να κρατάει αυτή η περίοδος. Ποια πρώτα χρόνια δηλαδή. Μέχρι να εικοσαρήσω τόσο κράταγε. Θα μπορούσα να γεμίζω ντεπόζιτα για τον Κόμη Δράκουλα και τις ακόλουθες του άνετα. Ο μισός μισθός του πατέρα μου – με τρεις γυναίκες στο σπίτι – έφευγε στο σερβιετικό.

Και πόνοι παιδιά. Θυμάστε αυτούς τους δύο Ολλανδούς που θέλοντας να καταλάβουν τις γυναίκες στις «δύσκολες» μέρες μα και για λόγους ισότητας (γελάσαμε!!!!!) πήγαν σε ένα φυσιοθεραπευτήριο που προσομοιώνει τους πόνους περιόδου και γέννας; Ε, μπήκαν με γελάκια και έφυγαν τρέχοντας, πετώντας καλώδια και βύσματα.  Και  νεύρα κορίτσια. Που σε πονεί και που σε σφάζει «Διαόλου ψοφίμι» που έλεγε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης τώρα θα σου δείξω εγώ. Κάθε τέσσερις με το πολύ πέντε ώρες «κούμπωνα» ένα πονστάν με ένα μπουσκοπάν μαζί γιατί αλλιώς ήταν σαν να γεννούσα τετράδυμα για πρώτη φορά.

Έλα όμως που δεν ήταν μόνο αυτό. Όλος ο μήνας γύριζε καρουζέλ για αυτές τις μέρες. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: πέντε μέρες πριν ενοχλήσεις στην κάτω κοιλιακή χώρα, ορμόνες που πηγαινοέρχονται και ξεσπάνε στον γκόμενο, στο μανάβη, στον οδηγό του τρόλεϊ. Φούσκωμα, πήρα δυόμιση κιλά και θα τα χάσω μόλις αδιαθετήσω. Καλώς;

Ήρθε η ρημάδα, είμαι καλύτερα, με τα παραπάνω φαρμακάκια για τις δύο πρώτες μέρες.

Α, τέλειωσε. Σε άλλες πέντε με εφτά μέρες όμως έχω ωορρηξία. Όλες μου οι φίλες απορούσαν πως την καταλάβαινα. Μα ρε κορίτσια πονάω πάλι στην αριστερή ή την δεξιά ωοθήκη, ανάλογα από πού κατέβαινε το αβγό. Αααα.

Περνούσα πέντε μέρες ωραία, σούπερ, ουαουα, τζάμάικα και φτου και πάλι απ την αρχή.

Αυτοί δεν ήταν μήνες, πάθη Αγίων ήταν.

Αγόρια να ξέρετε: ένα ζώο σαν τη γυναίκα που αιμορραγεί κάθε μήνα και δεν ρημαδοψοφολογάει, θα πρέπει να το φοβάστε.

Συνεχίζεται…

«Χριστός Αλλάχ και οι γυναίκες αχ και βαχ…», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Εκείνο το Σαββατοκύριακο έγινε ένας χαμούλης με τους μπάτσους να μπουκάρουν σε δυο σινεμάδες για να βγάλουν τα ανήλικα και καλά απ’ τις αίθουσες όπου παιζόταν το «Joker».  Βγήκαν δημοσιογράφοι, η υπουργέσα, αρμόδιοι και αναρμόδιοι και μίλησαν για τον αναχρονιστικό νόμο του 1937 – επί Μεταξά – και πως πρέπει να τροποποιηθεί και αν το δείτε εσείς αυτό εγώ θα πάω να κουρευτώ αγορέ.

Τώρα θα μου πεις: να και να πάς, να κι αν δεν πας. Και σωστά θα σκεφτείς.

Σκηνή από την ταινία «Σουφραζέτες» (Suffragette) της Σάρα Γκάβρον με τους: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Μέριλ Στριπ, Αν Μαρί Νταφ, Μπρένταν Γκλίσον

Όμως παιδιά αν μιλάμε για αναχρονισμούς, αυτός του 1937 μ.Χ. είναι μια μασχαλότριχά μου μπροστά σ’ εκείνον του 340 μ.Χ. και στη σύνοδο της Γάγγρας, γάγγραινα θα την έλεγα εγώ. Εκεί μαζεύτηκαν κάτι ιεράρχες τύπου Ευσέβιος και Ευλάλιος (αυτός θα είπε πολλά ο στόμας του), Πάππος (άκου όνομα τώρα) και πολλοί άλλοι και άρχισαν τα αναθέματα.

Αναθέματα που αφορούσαν τις γυναίκες.

Πήγες και έκοψες τα μαλλάκια σου μαντάμ; Ανάθεμα! Φόρεσες και καλά τύπου ανδρικά ρούχα γιατί σε είχε κάνει η ίδια η Εκκλησία να σιχαίνεσαι το σώμα σου και ήθελες να το κρύψεις και να μεταμορφωθείς σε άντρα; Ανάθεμα!

Καλά εντάξει το αναθεματισμένο το ανάθεμα αλλά τόσους αιώνες, τόσα σχίσματα στις χριστιανικές εκκλησίες και τους ιεράρχες και κανένας δεν σκέφτηκε: Α καλά αυτές τις αναθεματισμένες μήπως, λέω εγώ τώρα, να τις συγχωρέσουμε;

Και πάμε σε μια άλλη σύνοδο, αυτή την φορά στην Καθολική Εκκλησία το 1545 (Σύνοδος του Τρέντο) όπου οι ιεράρχες αποδέχονταν ότι οι γυναίκες έχουν ψυχή… Ο- ε- ό!

Τι δηλαδή; Μέχρι τότε ο καλός γεράκος Θεούλης με την άσπρη γενειάδα του έτρωγε κάθε βράδυ σκόρδο, σκορδαλιά, σκορδοστούμπι και έλεγε: «Αχ μωρέ είναι σωστό; Τα κοριτσάκια με το που γεννιούνται να τα βρωμοκοπήσω φυσώντας στο στόμα τους για να τους δώσω ψυχούλα;»

Και εν έτη 2019 ντάλα καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα στο τρόλεϊ μια γυναίκα του Ισλάμ, να φορά μπούργκα και να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα πάνινα τετραγωνάκια της. Αυτή τη ρώτησε κανένας Ιμάμης, ο γεραμπής της αν θέλει να τα βλέπει όλα τετραγωνισμένα στους 39 βαθμούς Κελσίου υπό σκιά; Όχι!

Σκηνή από την ταινία «Τα κορίτσια του ήλιου» (Filles de Soleil) της Εβά Ουσόν, στην οποία η Γκολσιφτέχ Φαραχανί υποδύεται μια Κούρδα που μάχεται κατά των εξτρεμιστών στην πατρίδα της.

Κοίτα κοπέλα μου, ποια είναι η διαφορά μας με την μαυροφορούσα του 2019. Πάνω από αυτήν δεν πέρασε μια βιομηχανική επανάσταση, ίσως δεν την άγγιξαν εκεί, στα βάθη της Ανατολής οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι. Δεν της είπαν μια μέρα «θα βγεις τώρα από το σπιτάκι σου, θα αφήσεις τα παιδάκια σου και θα πας στο εργοστάσιο να φτιάχνεις πολεμοφόδια, αυτοκίνητα, μηχανές, μίξερ γιατί ο άντρας σου πολεμά για να είσαι εσύ καλά.» Λέμε τώρα.

Και μετά; Γυρίζει και έχει χάσει το χέρι του, μπορεί και το πόδι του και δεν μπορεί να αποδώσει στη βιομηχανία μου. Τώρα θα δουλέψεις εσύ. Ανύπαντρη, παντρεμένη, χήρα. Ο κόσμος θέλει ψυγεία, ηλεκτρικές κουζίνες, είδη κομμωτηρίου. Είδες; Επιστρέψαμε και στο μαλλάκι, γιατί και στο μαλλάκι στηρίζεται μια ολόκληρη βιομηχανία. Δεν θα το αφήσω ακούρευτο να σκουπίζει την Πανεπιστημίου. Θα το βάψω, θα το κόψω, θα το λούσω.

Ωραία μου κοπέλα, τόση ώρα θέλω να σου πω πως εμείς γεννηθήκαμε εις την Δύση. Αναθεματισμένες μεν αλλά με ψυχή πια. Το ιερατείο έδωσε την αδειούλα του στον βιομήχανο να βαφτούμε, να σενιαριστούμε για να δουλεύουμε σαν βόδια.

Μα και να φαινόμαστε καρακουκλάρες για να καταναλώνουμε.

Και η μουσουλμάνα θα καταναλώσει, μα δεν θα το δει κανείς. Οι συνθήκες και μόνον αυτές δεν την άφησαν να εξισωθεί ακόμα.

Μη φανταστείς. Και μερικές μαντηλωμένες μπορεί να έχουν μόρφωση να είναι εργαζόμενες, στρέιτ ή λεσβίες όπως και εμείς οι δυτικές, αλλά αυτή η εικόνα έφτασε σε εμάς μόνο τα τελευταία χρόνια και μόνο μέσα από τα Μ.Μ.Ε. εν μέσω επαναστατικών διαδικασιών. Αίγυπος, Συρία, Υεμένη, Ιράκ…

Είναι σειρά τους να προσπεράσουν την έμφυλη εξουσία χωρίς να σημαδεύουν ή να σημαδεύονται από ένα όπλο._

Η Κερασία Σαμαρά συζητάει για επικίνδυνες μαγειρικές με τη Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Είναι βιβλική η σχέση του ανθρώπου με το φαγητό, αρχέγονη και γι’ αυτόν τον λόγο καθησυχάζει το φαγητό. Σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια και πως βρίσκεσαι δίπλα σε μια πηγή ζωής»

Αγαπώ πολύ τους καλλιτέχνες, τους ανθρώπους που στέκονται απέναντι στα ανηλεή φώτα, στα αδηφάγα βλέμματα του κοινού, σαν ακροβάτες σε τεντωμένο σχοινί, που εκείνοι που τους τοποθετούν σε βάθρο είναι έτοιμοι την επόμενη στιγμή – και δη – της επιτυχίας να τους πετάξουν για να περιμαζέψουν τα κομμάτια τους με τη δηθενιά της περίσσιας στοργής.

Αγαπώ την Κερασία με το σπάνιο όνομα, καθώς ανέβηκε τη σκάλα της επιτυχίας με σταθερό βήμα πάνω σε τακούνια, παντοφλάκια ή και ξυπόλυτη, ανάλογα με την ανάγκη του εκάστοτε ρόλου. Τελειόφοιτη Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, ήθελε να ασχοληθεί με τον άνθρωπο και το θαύμα της ζωής. Τμήμα ανθρωπολογίας όμως δεν υπήρχε στον χώρο της επιστήμης που διάλεξε και έτσι επέλεξε το θέατρο. Ήταν το αμέσως κοντινότερο και αυτό που είχε να κάνει με τη γλώσσα, την ψυχολογία, με τη μελέτη της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Γράφεται στη Σχολή Βεάκη και από εκεί ξεκινά ένα άλλο θαύμα.

Το επόμενο και ίσως μεγαλύτερο πανεπιστήμιο ήταν η συνεργασία της με τον Λευτέρη Βογιατζή, τον μεγαλύτερο δάσκαλό της. Τα πέντε χρόνια που δούλεψαν μαζί περιείχαν το Εργαστήρι Αρχαίου Δράματος, μαθήματα με τους μεγαλύτερους καθηγητές πανεπιστημίων, πρακτική ασύλληπτη, τρομερή δουλειά και ταυτόχρονα έκαναν και το Εργαστήριο Φωνητικής Τέχνης του Σπύρου Σακκά.

Φέτος, η Κερασία Σαμαρά συνεχίζει με τις «Επικίνδυνες Μαγειρικές» του Ανδρέα Στάικου στο θέατρο Αλκμήνη και το πρώτο που μου γαργαλάει τη γλώσσα είναι αν μαγειρεύει. Προς έκπληξή μου, Ναι, όταν θέλει να περιποιηθεί αγαπημένους της ανθρώπους. Βλέποντας το υπέροχο κορμί μπαίνω στον πειρασμό να τη ρωτήσω τι τρώει;

Τώρα τελευταία έχω υποκύψει κι εγώ σε αυτό το ρεύμα υπέρ των ζώων και προσπαθώ να αποφεύγω, μάλλον δεν προσπαθώ, μου είναι δύσκολο να φάω κρέας.

Αν θα ήθελε να δημιουργήσει ένα εκλεπτυσμένο δείπνο για ποιον θα έβαζε τα δυνατά της;

Επειδή αισθάνομαι ότι την υπόλοιπη οικογένειά μου τη θεωρώ δεδομένη και δεν χρειάζεται να τους μαγειρέψω καλά, νομίζω πως θα έκανα ένα ωραίο δείπνο για έναν επίδοξο ή μέλλοντα ερωτικό σύντροφο ή σε κάποιον φίλο μου που νιώθω ότι δεν περνάει πολύ καλά.

Ο Ανδρέας Στάικος μετατρέπει τη μαγειρική σε μία από τις «καλές τέχνες». Πώς προσεγγίζεται και ενσωματώνεται αυτή η τέχνη στο θεατρικό σανίδι;

Το έργο ξαναγράφτηκε ως θεατρικό, έχει προστεθεί ένας χαρακτήρας που δεν υπήρχε, που τον υποδύεται ο Κωνσταντίνος Τζούμας. Παίρνοντας από τον συγγραφέα τον υπέροχο, εκλεπτυσμένο και κομψό λόγο, που υπαινίσσεται λαγνεία, ειρωνεία και στυλ, το μετέτρεψα σε ένα noir comic. Η Νανά, η ιδανική ερωμένη που τη διεκδικούν οι δύο αντεραστές, για μένα δεν είναι μία γυναίκα, είναι μία χίμαιρα. Είναι αυτό που κυνηγάμε στη ζωή μας και επειδή δεν το βρίσκουμε ποτέ μάς κάνει δυστυχισμένους και συχνά μας κάνει δυστυχισμένους και όταν το βρούμε. Είναι αυτό το ιδανικό στο οποίο αφιερώνουμε την ελευθερία μας.

Εκτίμησα το φαγητό μεγαλώνοντας. Είναι άραγε τυχαίο που όλα τα σοβαρά ζητήματα, από απλές ανθρώπινες σχέσεις μέχρι πολιτικές ή οικονομικές αντιπαλότητες, λύνονται γύρω από ένα τραπέζι;

Το φαγητό ικανοποιεί μία από τις τρεις βασικές ανάγκες του ανθρώπου: πείνα, φόβος, γενετήσια ορμή. Δεν είναι λίγο το να μπορείς να ικανοποιήσεις άμεσα το ένα τρίτο. Είναι βιβλική η σχέση του ανθρώπου με το φαγητό, αρχέγονη και γι’ αυτόν τον λόγο καθησυχάζει το φαγητό. Σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια και πως βρίσκεσαι δίπλα σε μια πηγή ζωής.

«Ισχυρός είναι αυτός που μπορεί και χειρίζεται το παιχνίδι»

Ως σκηνοθέτης της παράστασης – έχει σκηνοθετήσει περί τα δέκα έργα –, πώς είναι να καθοδηγεί συναδέλφους;

Δεν σκηνοθετώ οτιδήποτε, σκηνοθετώ τα έργα που μου μιλάνε κατά έναν τρόπο. Είναι τόσο φυσικό να συνεργάζομαι με συναδέλφους μου πάνω στο ανέβασμα μιας παράστασης. Ποτέ δεν αισθάνθηκα πως πρέπει να κάνω κάτι ειδικό για να ακολουθήσουν αυτό που τους λέω, ακόμα και με ηθοποιούς που βρίσκονται στον χώρο πολύ περισσότερα χρόνια από μένα. Άλλωστε η πρώτη μου απόπειρα συνέβη το 2004 και μετά από δεκαπέντε χρόνια φαντάζει τώρα σαν μια πολύ φυσική διαδικασία.

Χαρακτήρες: Δαμοκλής, ο μεθοδικός αλλά με τη σπάθα πάνω απ’ το κεφάλι;

Όντως ο Δαμοκλής είναι ενήμερος της απειλής γιατί ξέρει ποια γυναίκα έχει δίπλα του. Είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος και ανά πάσα στιγμή καταλαβαίνει ότι κινδυνεύει να τη χάσει. Δεν πρόκειται να είναι πιστή επειδή πρέπει, θα είναι πιστή μόνο αν τα ένστικτά της είναι ικανοποιημένα στο έπακρο με το συγκεκριμένο άτομο. Γι’ αυτό είναι πάντα σε ετοιμότητα να τη διεκδικήσει. Είναι μεθοδικός, είναι γοητευτικός, είναι ο σίγουρος, ο ασφαλής σύντροφος, αυτός που δεν σου δημιουργεί κανένα πρόβλημα και που όμως επειδή δεν σου δημιουργεί κάποιο πρόβλημα τον βαριέσαι κιόλας.

Δημήτρης, ο παρορμητικός;

Ο Δημήτρης είναι ένας πολύ νέος, όμορφος και ενθουσιώδης άνδρας. Έχει τα χαρακτηριστικά της αφέλειας, της νεανικής χαράς. Δεν έχει όμως τη σταθερότητα και τη δύναμη του Δαμοκλή, γι’ αυτό και παρασύρεται εύκολα στα σχέδια του αντεραστή του. Έτσι μέχρι τα μέσα του έργου παραμένει σε άγνοια για το τι συμβαίνει. Δεν ξέρει δηλαδή πως έχουν μια κοινή ερωμένη.

Νανά, η μοιραία;

Η Νανά είναι το σύμβολο της θηλυκότητας όπως την ξέρουμε και όπως τη θυμόμασταν. Είναι ένα επιφανειακά εύθραυστο, αλλά στην πραγματικότητα αδηφάγο, άπληστο, άσπλαχνο πλάσμα, ακόρεστο, το οποίο είναι όμως αξιολάτρευτο και γι’ αυτόν τον λόγο οι άντρες γραπώνονται από πάνω της. Τους κάνει να νιώθουν σημαντικοί, τους κάνει να νιώθουν και εκείνοι αξιολάτρευτοι.

Ποιο είναι το κυρίαρχο φύλο στην παράσταση;

Η ερώτηση είναι και βασική διαφοροποίησή μας με τον συγγραφέα. Ο Ανδρέας έγραψε αυτό το έργο λατρεύοντας τις γυναίκες. Εγώ τη Νανά δεν τη βλέπω ως γυναίκα. Θεωρώ ότι είναι ο άνθρωπος και το ιδανικό του, είναι ο άνθρωπος και η αξία του, είναι το παιχνίδι της εξουσίας επάνω σε δύο ανθρώπους.

Ισχυρός είναι αυτός που μπορεί να χειρίζεται αυτό το παιχνίδι. Το ισχυρό φύλο εδώ είναι η Νανά. Δεν υπάρχει τίποτα δυνατό στους δύο εραστές. Οι εραστές άγονται και φέρονται από τα καπρίτσια και την επιθυμία της ερωμένης. Δεν έχουν να αντιπαραθέσουν δύναμη, ακόμα και όταν συσπειρώνονται για να της επιτεθούν μένουν άκαρπες οι προσπάθειές τους. Η Νανά, είτε με την παρουσία είτε με την απουσία, κυριαρχεί επάνω τους και καθορίζει το παιχνίδι».

info:

«Επικίνδυνες Μαγειρικές»

Συντελεστές

Κείμενο: Ανδρέας Στάικος

Σκηνοθεσία: Κερασία Σαμαρά

Σκηνικά-Κοστούμια: Κώστας Βελινόπουλος

Μουσική: Τάσος Καρακατσάνης

Φωτισμοί: Βαγγέλης Μούντριχας

Εικαστική δημιουργία: Θανάσης Παναγιώτου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τζένη Αναγνωστοπούλου –  Γιώργος Αντωνόπουλος

Κινηματογράφηση -Φωτογραφίες: Τζένη Γαβρά

Επεξεργασία Ψηφιακού Υλικού: Πέτρος Αργυρός-Νίκος Βουτενιώης

Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

Παραγωγή: ΘΕΣΙΣ, www.thesisproduction.gr – ΥΠ.ΠΟ.

Ερμηνεία: Κωνσταντίνος Τζούμας, Ζαχαρίας Ρόχας, Κερασία Σαμαρά , Άρης Παπαδημητρίου.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

 

θέατρο Αλκμήνη

Διεύθυνση: Αλκμήνης 8-12

Σταθμός Μετρό: Κεραμεικός

Τηλέφωνο: 21 0342 8650

«Το Πρόστιμο μιας Αλίκης», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Σε μια χώρα που αγαπάει να καταβροχθίζει τα είδωλα της, την εκτίμησα κι εγώ λίγα χρόνια πριν. Αν ο χρόνος που περνά, φαίνεται στα μάτια μας, τότε τα μικρά, περίτεχνα μακιγιαρισμένα δικά της, δεν τον άφησαν να τα θολώσει. Πέρα απ τα τούλια και τα φώτα που οι οπερατέρ τοποθετούσαν μπροστά από τη μηχανή λήψης, η σπιρτάδα, η δουλειά, το δόσιμο ήταν μια μέθεξη στο δικό της βλέμμα.

Όταν η μητέρα της για να την κάνει να αποτραβηχτεί απ το ρόλο που θα έπαιζε για σαράντα και πλέον χρόνια, της είπε πως η δουλειά αυτή χρειάζεται πολύ ωραία πρόσωπα για να τα αγιοποιήσει και μετά να τα καταβροχθίσει, εκείνη έτρεξε στον καθρέφτη της. Κοιτάχτηκε για πολύ ώρα μα ο υπερβάλλων ναρκισσισμός της δεν την άφησε να πνιγεί στα θολά νερά του κατόπτρου. Έσκασε ένα χαμόγελο και από το μικρό «Ποντικάκι» ξεπρόβαλε ένας κύκνος.

Όσοι την κατηγορήσαμε για το ατάλαντο της, διαψευσθήκαμε είκοσι και πλέον χρόνια μετά το θάνατο της. Ο τόπος που είχε περάσει ένα πόλεμο και κατόπιν έναν εμφύλιο ίσως να μη χωρούσε το «χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο», μα εκείνη μας αποστόμωσε με το «τράβα μπρος». Αν ζούσε τα χρόνια της δικής μας κρίσης και έβλεπε τα δεινά μας δεν θα έκανε εκπτώσεις, δεν θα κρατούσε μια απολαυστική γωνίτσα στη ζωή.  Θα μας δάνειζε από το αγέραστο παρόν της, το μέλλον μας.

Μα νομίζω πως το κάνει και σήμερα. Αν κάποιος καταφύγει στα κοινωνικά δίκτυα θα μετρήσει ή μάλλον δεν θα καταφέρει να καταγράψει τις σελίδες που αναφέρονται σε αυτήν.

Αν αυτή η γυναίκα που θα μπορούσε ίσως να σταθεί στο διεθνές στερέωμα γιατί κουβάλαγε τη στόφα της σταρ μέσα της, είτε η μηχανή έγραφε είτε όχι, εκείνη προτίμησε να είναι πρώτη στο χωριό και όχι δεύτερη στην πόλη. Οι μισοί τη λάτρεψαν, οι άλλοι μισοί τη μίσησαν. Μα ήξερε πολύ καλά πως αγάπη και μίσος πορεύονται αντάμα. Άλλωστε πως μπορείς να αντισταθείς στο πλεονέκτημα μιας αέναης παιδικότητας;

Η Αλίκη κατασκεύασε ένα είδωλο με πολύ κόπο, δεν πρόκαμε τις προσωπικές απολαύσεις, ατσαλώθηκε απέναντι στις επιθέσεις, διασφάλισε τον τόπο της πείρας. Δεν κουράστηκε να μεταβαίνει από επιτυχία σε επιτυχία. Σαν να έριχνε νερό στον πίθο των Δαναίδων, όσο κι αν ο δικός της ήταν ξέχειλος. Μόλις ο ένας θρίαμβος τέλειωνε τη θέση του θα έπρεπε να πάρει ένας καινούργιος, σαν μια δίψα που της έκαιγε το λαιμό.

«Η ευφυΐα αποτελεί βασικό στοιχείο της ευτυχίας» γράφει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη. Μια Αντιγόνη που το κορίτσι αφημένο στα χέρια του Βολανάκη, πάτησε το κοίλο της Επιδαύρου και εκεί το αδηφάγο κοινό της σαν να περίμενε το διασυρμό της και η κριτική την ισοπέδωσή της. Το 2018 ο Γεωργουσόπουλος θα παραδεχτεί: «Η Βουγιουκλάκη όταν πήγε στην Επίδαυρο, δεν έφταιγε για τίποτα. Είχε τα προσόντα για να πάει. Είχε μια θηριώδη τεχνική».

Το Αλικάκι ακόμα και σήμερα έχει αφήσει την  πόρτα της διάπλατα ανοιχτή στις ζωές μας. Χωρίς κανόνες και savoir vivre. Μέσα απ το πανί μάς προσεγγίζει με την ευθυμία, την τσαχπινιά, το μπρίο της. Ο χρόνος των επισκέψεων δεν είναι ποτέ ακατάλληλος.

Βασίλης Μπαρμπαρίγος «Χρειαζόμαστε λίγο περισσότερο ήλιο»,

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Με τον Βασίλη Μπαρμπαρίγο δεν γνωριζόμασταν, παρότι ένα Σάββατο απόγευμα –λίγες μέρες πριν συστηθούμε -καθόμασταν σε διπλανά τραπεζάκια, πίνοντας το ίδιο κρασί. Εκείνος με μια φίλη του, εγώ με μια δική μου. Το μόνο που ήξερα για αυτόν, ήταν τα βραβεία ενδυματολογίας για τις ταινίες «Ξενία» και «Στρέλλα», μα και για τη συμμετοχή του στο ενδυματολογικό κομμάτι πολλών επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων.

Η επίσημη γνωριμία μας, έγινε στο τελευταίο γύρισμα της ταινίας του Αλέξη Καρδαρά «Φαντασία». Μέσα σε μισή και πλέον ώρα η αμηχανία εξαφανίστηκε και η ταύτιση, οι ενδυματολογικές προτιμήσεις, η ψιθυριστή κουβέντα για να μην ενοχλούμε το γύρισμα, μας έκανε συνένοχους του στιλ.

Ο σχεδιαστής ρούχων και ενδυματολόγος Βασίλης Μπαρμπαρίγος

Τα 90ς μου λέει, τόσο κοντά – τόσο μακρινά για μένα την ίδια, είναι πλέον μια ταινία εποχής. Το να φτιάξει και να επιμεληθεί τα κοστούμια της δεν ήταν ούτε πολύ εύκολο μα ούτε και τόσο δύσκολο. Το θετικό είναι πως η μόδα φέτος έχει αναφορές σε εκείνη τη δεκαετία, ώστε να βρεθούν τα αντικείμενα. Απ την άλλη ότι δεν μπορούσε να βρεθεί κατασκευάστηκε.

Ο Βασίλης δημιούργησε τρεις πρωταγωνιστές, τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες με αυτά που θα μπορούσαν να φοράνε την εποχή εκείνη. Η αντιγραφή τραγουδιστών δεν υπάρχει στην ταινία. Οι θεατές δεν πρόκειται να δουν μια Άντζελα Δημητρίου ή μια Καίτη Γαρμπή.  Η Ρένα (Μόρφη), ο Γιάννης (Στάνκογλου) και ο Στέλιος (Μάινας), θα μπορούσαν να έχουν υπάρξουν τότε (ενδυματολογικά) μα στο σελιλόιντ είναι τελείως διαφορετικοί.

Σχεδιαστής μόδας ο ίδιος με σπουδές στο Λονδίνο, στην ταινία «Φαντασία», εκτός των έξι βασικών χαρακτήρων, είχε να ντύσει άλλους 138 ρόλους, οι οποίοι θα έπρεπε να αλλάζουν δύο και τρεις φορές κοστούμι (λουλουδούδες, μουσικοί, δικαστές). Πολλά από αυτά τα ρούχα βγήκαν από βεστιάρια, ντουλάπες φίλων μα και απ τη δική του γκαρνταρόμπα. Τα φορέματα των δύο πρωταγωνιστριών τα σχεδίασε ο ίδιος, έκοψε τα πατρόν και ράφτηκαν από τις μοδίστρες του αποκλειστικά πάνω τους.

Οι τρελοί ρυθμοί των γυρισμάτων αφήνουν χρόνο για «δέσιμο» με τους συνεργάτες;

Μου λέει, πως αρχικά με τον σκηνοθέτη έχεις μια κουβέντα και μια συνεννόηση από πριν. Πρέπει να πιστέψεις στο όραμα κάποιου, στο σενάριο και την ιδέα που θέλει να κάνει κινούμενη εικόνα. Τουλάχιστον έτσι έχω λειτουργήσει εγώ στον κινηματογράφο.

Η συγκεκριμένη παραγωγή ήταν τελείως διαφορετική από τις ταινίες που έκανα με τον Πάνο Κούτρα. Υπήρχε όμως μια τεράστια ελευθερία να δημιουργήσω, πάνω σε αυτό που μου ζητήθηκε και σε αυτό που είχα προτείνει.

Είναι μια διαδικασία γεμάτη με μικρά μυστικά που το ενδυματολογικό κομμάτι λειτουργεί σαν κώδικας.

Το εφήμερο της συνεργασίας, το τέλος των γυρισμάτων, το χάσιμο με τους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά;

Δεν θα πω πως περνάω μια περίοδο πένθους (γελάμε). Με τη βοηθό μου και κάποιους ανθρώπους που συνεργαζόμαστε, κρατάμε χρόνια επικοινωνία. Αυτό που είναι ενοχλητικό είναι η αλλαγή των ρυθμών.

Τα γυρίσματα στην Ελλάδα δεν είναι όπως στο εξωτερικό που κάνεις μια δουλειά και μετά αποστασιοποιείσαι. Εδώ χρειάζεται να είσαι κάθε μέρα στα γυρίσματα, είσαι μέσα σε αυτό αποκλειστικά. Αυτό είναι λιγάκι στενάχωρο  σαν σταματά αυτή η τόσο έντονη δραστηριότητα.

Βλέπει ωραίους και προσεγμένους ανθρώπους στην καθημερινότητα, στο δρόμο;

Όχι ιδιαίτερα . Γενικά στο δρόμο δεν βλέπω. Αυτό δεν έχει σχέση με το ντύσιμο. Έχει να κάνει με όλη τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Δεν έχει σημασία αν έχει πάει κάποιος  κομμωτήριο, είναι βαμμένος, είναι πολύ καλά ντυμένος. Είναι η διάθεση που έχει.

Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν υπάρχει διάθεση στην Ελλάδα και αυτή που ίσως βλέπουμε τις περισσότερες φορές έχει κάτι το ψεύτικο. Νομίζω πως πρέπει να ξαναβρούμε τη ζωντάνια μας. Έχουμε χάσει το ταμπεραμέντο.

Χρειαζόμαστε λίγο παραπάνω ήλιο. Να γίνουμε λίγο παραπάνω φωτεινοί.

«Λωτοφάγοι», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Στον Τάκη

Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσαν σε ένα νησί, ευτυχισμένοι, χωρίς πόνο, καημό και βάσανο οι Λωτοφάγοι. Ο λωτός ήταν οι λήθη τους. Μια δαγκωνιά και η χαρά αναβλύζει μέσα τους. Δεύτερη και το σφουγγάρι της μνήμης σβήνει κάθε οδυνηρή ανάμνηση, κάθε πρόσωπο, κάθε συμμόρφωση στο χρόνο. Στα χρόνια που περάσαμε μαζί.  Η λήθη είναι ο θάνατος. Η μνήμη την αντιπαλεύει, στήνει γεφύρια για να ακουμπήσει το αριστούργημα της ζωής που μοιραστήκαμε.

Και μοιραστήκαμε πολλά. Τόσα πολλά, τόσα καλά. Από τότε που θυμάμαι, σε θυμάμαι. Με πείραζες γιατί ήμουν μικρή και αδύνατη. Με πείσμα τρύπωνα στο δωμάτιο σου, σαν έφερνες τις κασέτες  με εκείνα τα απαγορευμένα τραγούδια της Χούντας. Σαν ζητιανάκι ψιθύριζα πως δεν θα μαρτυρήσω τίποτα και σε κανένα και έμπαινα στα άδυτα των αδύτων. ΕΣΥ και τα μεγαλύτερα ξαδέρφια να ακούτε σιωπηλά τις μουσικές. Δεν έβγαζα μιλιά. Δεν θα χάλαγα την ομερτά που σας ένωνε και με δέχονταν σαν παρασιτάκι.

Έγινα Ολυμπιακός, όταν εσύ και η αδερφή σου με είχατε βάλει στη μέση. Την αγαπούσα πολύ. Ήμουν η ουρά της. ΑΕΚ εκείνη Ολυμπιακός εσύ. Στη μέση εγώ. Σας κοίταζα στα μάτια και η ζυγαριά έγειρε στον πιο δυνατό. Εσένα.

Στα πάρτι που έκανες με βερμούτ, πάλι τρύπωνα κρυφά και σας χάζευα. Απαλή μουσική και το όνομα του καθένα γραμμένο στο ποτήρι του. Όλα τα κορίτσια σε ήθελαν. Οι ξαδέρφες απ το σόι της μάνας μου, δήθεν τυχαία έπρεπε να σε συναντούν. Να σε κοιτάνε, να σε θαυμάζουν. Φαντάζατε όμορφοι στα παιδικά μου μάτια. Και δεν σε έχανα απ τα μάτια μου. Δεν σε έχανα απ τη ζωή μου.

Αρρεβωνιάστηκες, παντρεύτηκες, έκανες τα παιδιά σου. Ήμουν μικρή για να αξιολογήσω, ήσουν μικρός για τις ευθύνες.

Μετά στην εφηβεία μου ο μόνος λόγος που άντεχα το χωριό ήσουν εσύ. Τα απογεύματα τάβλι με το θείο Μίμη στην αυλή και τα πούλια να χτυπάνε σαν τύμπανα στη γειτονιά.

Μεγάλωνα καλοκαίρι με καλοκαίρι .Αυτά μας ένωναν. Εσύ στο Ναύπλιο, εγώ στο χωριό να σε περιμένω σαν σουρούπωνε. Περνούσες λίγη ώρα με τους μεγάλους και περίμενα τη μαγική λέξη: «ετοιμάσου». Έτρεχα σπίτι, σε λίγα λεπτά ήμουν απίκο. Φτάναμε μέχρι την Ερμιόνη για να δώσεις ασφάλειες. Πολλές φορές σκεπτικός και αμίλητος. Δεν τολμούσα να ταράξω τις σκέψεις σου μη και δεν με ξαναπάρεις μαζί σου. Κάποιες φορές δεν με έπαιρνες. Μα σαν γύριζες κάποια βράδια για να κοιμηθείς στο παιδικό σου δωμάτιο στο χωριό, άκουγα την όπισθεν που έβαζες για να παρκάρεις. Μια σιγουριά πως ήσουν εκεί και αγάπησα αυτόν τον ήχο. Όπισθεν.

Μπάνια στη θάλασσα. Το τσιγάρο το πέταγες μόνο για τη βουτιά. Μετά η βάρκα. Σε τσίγκλαγα να με πας βόλτα στα νερά. Βαριόσουν. Για να με τρομάξεις πήγαινες αντίθετα στο κύμα. Δεν φοβόμουν. Ήθελες να σαμποτάρεις τη χαρά μου γιατί είχες σμπαραλιάσει τη δική σου. Το ήξερες, μα ήσουν εγωιστής για να το πεις.

Έχω δει μαζί σου τα δυο ωραιότερα φεγγάρια της ζωής μου. Το ένα  σαν έβγαινε και το άλλο σαν έδυε.

Δεν φοβήθηκα ποτέ μαζί σου. Ούτε όταν έτρεχες με το αυτοκίνητο, ούτε όταν τρακάραμε πηγαίνοντας στην Επίδαυρο. Μεγάλο τράκο η ζωή σου, μα την παράσταση δεν την έχασες ποτέ.

Δέξου το χειροκρότημα και κοίτα σταθερά τον προβολέα.

«Ελένη Καστάνη: Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα»

Τη γνωριμία με την Ελένη Καστάνη, την μετράω κάπου είκοσι χρόνια και..Ένα γλυκό και αντάμα δυναμικό κορίτσι. Ένα ανοιχτό σπίτι στα Εξάρχεια, εκεί όπου ήταν και το παλιό της. Κόσμος πηγαινοέρχονταν, γέλια, τσακωμοί δημιουργικοί μεταξύ του Ρέππα και του Παπαθανασίου, ήταν η εποχή του «Δις εξαμαρτείν». Και η κυρία Ερμιόνη, η μητέρα της. Διακριτική παρουσία, με την κρητική της προφορά και την Κρήτη όλη μέσα της. Οι λιχουδιές που μοίραζε απλόχερα, είχαν τη γλύκα της στήριξης της κόρη της.

Η Ελένη κουμπάρα μαζί με τον άντρα της τον Γιάννη στον πρώτο μου γάμο. Ήταν η εποχή της εγκυμοσύνης της. Λίγους μήνες μετά χαλασμός Κυρίου στο μαιευτήριο. Ο Κωστής ήρθε στη ζωή της. Το καινούργιο σπίτι γεμάτο παιχνίδια, εν πλήρη αταξία, μα περίσσια ευτυχία για το μικρό πλασματάκι. Οι γάμοι και των δυο μας έληξαν, μα η αγκαλιά της Ελένης είναι απάγκιο, ζωντανή και ζεστή.

Κλείσαμε ραντεβού στο Θέατρο Θησείον, μετά την πρόβα, όπου από τις 6 Μαίου και για δέκα παραστάσεις  η Ελένη Καστάνη θα βρίσκεται εκεί με το έργο «Μαμά» κάθε Δευτέρα και Τρίτη, με την Ευγενία Σαμαρά και σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλειμάν.

Γελαστή, μα κάπου εκεί στην άκρη του ματιού καραδοκεί η συγκίνηση και ίσως και ένα δάκρυ. Η ζωή της Ελένης, παρ’ όλες τις σταδιακές επιτυχίες που την καταξίωσαν και την έχρησαν πρωταγωνίστρια, δεν ήταν ποτέ ροζ.

Τι κρύβει το γελαστό, γλυκό, παιχνιδιάρικο πρόσωπο που βλέπουμε στις οθόνες, στη σκηνή, στον κινηματογράφο, αναρωτιέμαι:

Ένα άλλο πρόσωπο, ένα δεύτερο, πολύ πιο μαζεμένο, πολύ πιο μοναχικό, όχι τόσο χαρούμενο και φωτεινό. Υπάρχει κάτι σκοτεινό από πίσω, που έχει να κάνει με τον τρόπο που μεγάλωσα, με το πώς έζησα. Βέβαια σαν όχημα έχω διαλέξει το χαρούμενο, το θετικό για να επιβιώσω. Με καθόρισε το ότι έμεινα ορφανή από μπαμπά και με οδήγησε σε μια σκέψη διαφορετική και σε ένα ψάξιμο της ζωής από μικρό παιδί. Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα.

Ένα μυστικό στην τηλεόραση:

Παίζαμε μια κωμωδία πολύ επιτυχημένη «Τα κορίτσια με τα μαύρα» και είχε έρθει ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ήθελε να κάνει μια εκπομπή για τους κωμικούς ηθοποιούς και το δισυπόστατο τους. Τότε του είπα: έχω να σου πω μια ιστορία για κατάθλιψη. Άλλωστε ο πατέρας μου τι ήταν; Μια κατάθλιψη σοβαρή. Και ο πατέρας εκείνα τα χρόνια που δεν ξέραμε ένα τέτοιο πράγμα είχε, πολύ σοβαρό. Γιατί δεν υπήρχε κάτι εμφανές μέσα στο σπίτι ώστε να καταλάβουμε.

Αυτό ήταν και το δύσκολο για μένα να εξηγηθεί. Πως μπορεί ένας άνθρωπος, να ξυπνήσει ένα πρωί σε ένα σχετικώς ήρεμο περιβάλλον και να κάνει αυτό το πράγμα. Έτσι αποφάσισα να το πω σε μια σοβαρή εκπομπή, που θα παίζονταν αργά το βράδυ. Το είπα λοιπόν, γιατί σκέφτηκα πως εάν έστω και ένας άνθρωπος το δει και βοηθηθεί, είτε είναι κάποιος που το έχει βιώσει, είτε είναι κάποιος – πατέρας ή μητέρα – που μπορεί να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν λύση, μήπως μπορεί να προβληματιστεί για το πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτούς που μένουν πίσω.

Πάντως, για την Ελένη Καστάνη «δεν είναι όλα για όλους». Συχνά θέτει όρο για τηλεοπτικές εμφανίσεις της να μην αγγίζεται το θέμα του θανάτου του πατέρα της.

«…λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια»

"Δεκαπενταύγουστος" του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

Κωμωδία – δράμα ή και τα δύο μαζί;

Αγαπώ την κωμωδία. Τα κομμάτια που έχω δουλέψει ως ηθοποιός είναι κατά 80 % κωμικά και ένα 20%  δραματικά. Βέβαια βαθιά η βάση μέσα είναι το δραματικό στοιχείο. Αν δεν έχεις βιώσει τον πόνο δεν μπορείς να βγάλεις γέλιο. Στην πραγματικότητα είναι σαν να τραβάς μια κλωστή, ένα νήμα πιο πέρα. Έτσι το δραματικό γίνεται αστείο.

Πόσο εύκολο είναι να βγάλεις το γέλιο απ’τον θεατή:

Ως επαγγελματίας αισθάνομαι πως η κωμωδία έχει τη χαρά. Είναι πολύ μετρήσιμη η σχέση σου με τον κόσμο. Πάντα στο θέατρο ο τρίτος είναι ο θεατής. Το κοινό με την κωμωδία συμμετέχει τρομερά. Το αισθάνεσαι, είναι πολύ πιο εμφανής η συμμετοχή. Είναι ωραίο αυτό, είναι γοητευτικό και συνάμα πάρα πολύ δύσκολο, πάρα πολύ ψυχοφθόρο. Υπάρχουν φορές που θεωρώ πως πρέπει να μετακινήσω πεντακόσιους ανθρώπους ,να τους  παρασύρω σε μια χαρά και αυτό εμπεριέχει από μένα τρομερό δόσιμο.

Και μετά;

τη ζωή μου εκτός θεάτρου, είμαι πολύ πιο εγκρατής. Θα γυρίσω στο σπίτι και θέλω ησυχία, λιγοστά φώτα, να μην με ενοχλούν παραπάνω πράγματα γιατί θέλω να ηρεμήσω. Να ξαναγυρίσω στην πραγματικότητα. Θέλω ηρεμία, ησυχία και γείωση. Πρέπει να γειωθώ, να δω ότι δεν είμαι και κάτι ξεχωριστό, δεν κάνω και κάτι το τρομερό. Δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίο. Μια δουλειά είναι κι αυτή.

Από τη Βιομηχανική στο θέατρο:

Το πτυχίο της Βιομηχανικής δεν το πήρα ποτέ. Είμαι αιώνια φοιτήτρια!!! Όλος αυτός ο προβληματισμός που είχα ως παιδί, που με οδήγησε στο να αντιληφθώ ότι πρέπει να κάνουμε αυτά που θέλουμε και όχι αυτά που έχουν τοποθετήσει κάποιοι άλλοι στο μυαλό μας. Ίσως οι γονείς μας, οι καταστάσεις που ζούμε, ίσως η κοινωνία. Έτσι αποφάσισα να αποτολμήσω αυτό που ήθελα να κάνω, την πρώτη μου επιθυμία. Αυτό που εξακολουθώ να θέλω να κάνω

Πως ήρθε αυτή η επιθυμία;

Μεγάλωσα στη Σητεία και εκεί δεν υπήρχε θέατρο. Στα δέκα μου χρόνια είχαμε έρθει στην Αθήνα με τους γονείς μου και εκεί πρωτοσυναντώ την αυλαία. Όταν άνοιξε νόμισα πως θα σταματήσει η καρδιά μου. Ήταν σαν να ανακάλυπτα αυτό που ήθελα να κάνω. Μέχρι τότε έβλεπα μόνο σινεμά. Μα σαν είδα τη ζωντανή παράσταση έγινε επιλογή, σωματική ανάγκη, επιβίωση.

Πιστεύω όμως πως και το γεγονός της  έλλειψης του πατέρα μου με τόσο δραματικό τρόπο, με επηρέασε κι αυτό πολύ. Δεν ήθελα να ξυπνήσω σαν και εκείνον μια μέρα, στο πενήντα δύο μου χρόνια για να πω «τι έκανα;» Αυτό λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια.

Το σινεμά:

Ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι ένα point στην καριέρα  μου. Συγκινούμαι τώρα. Το οφείλω αυτό στον Κωνσταντίνο ( Γιάνναρης ), γιατί είναι πολύ σπουδαίος  και πολύ δυνατός άνθρωπος. Για μένα είναι ένας Θεός. Τόλμησε να πάρει εμένα που ήμουν χαρακτηρισμένη σε εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Άνθρωποι της καριέρας της:

Έχω μια πολύ στενή σχέση, αδερφική σχεδόν με τον Μιχάλη  Ρέππα. Οι δρόμοι μας ήταν σχεδόν παράλληλοι, εγώ στη Βιομηχανική ο Μιχάλης στο Μαθηματικό. Πηγαίναμε σινεμά, θέατρα όσο ήμασταν φοιτητές. Στα πρώτα μου βήματα με βοήθησε πολύ και το ένα έφερνε το άλλο. Μετά έρχεται το Θεσσαλικό Θέατρο και ο Τσιάνος.

Αργότερα με είδε η Καλογεροπούλου και έπαιξα με τον Φασουλή. Γνώρισα τον Σταμάτη που τον θαύμαζα πολλά χρόνια. Εκεί με είδε και Θοδωρής Πετρόπουλος  που τότε έγραφε μαζί με τον Ρήγα και με πήραν στο πρώτο σήριαλ « Η Ελίζα και οι άλλοι». Ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεόραση τον πήρα απ τον Ρήγα στο «Τι ψυχή θα παραδώσεις». Μια σειρά μύθος με έξι επεισόδια.

«…Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς»

«Μαμά» στο Θέατρο Θησείον: 

Το έργο είναι πολύ ενδιαφέρον. Είναι μια μάνα, πάρα πολύ μάνα. Έχει ένα τρικ στην γραφή του το κείμενο, που το κάνει πολύ κινηματογραφικό. Παίζει με το παρόν, το παρελθόν, με τη σειρά των σκηνών, με τη σχέση μάνας κόρης πάρα πολύ. Μια σχέση που διαιωνίζεται. Στη ζωή δεν έχω κόρη και δεν ξέρω αυτή τη σχέση αλλά το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον. Έχει μια έκπληξη στο τέλος πολύ έντονη, που καταλαβαίνει ο θεατής τι παρακολουθούσε τόση ώρα. Η χαρά μου όμως είναι στο ότι βρίσκομαι με δύο νέους ανθρώπους. Ο Γιώργος Σουλειμάν που σκηνοθετεί και η Ευγενία Σαμαρά που την έβλεπα και την θαύμαζα.

Καλοκαίρι με «Μαρία Πενταγιώτισσα»:

Το καλοκαίρι θα δουλέψω με έναν νέο σκηνοθέτη που είναι καταπληκτικός, τον Μάνο Καρατζογιάννη. Είδα την παράσταση τον χειμώνα, τον «Ηχο του όπλου» και τρελάθηκα. Θα ανεβάσουμε Μποστ. Τον Μποστ τον έχω κάτι σαν Ευαγγέλιο. Το χιούμορ του αγγίζει πολύ λεπτά νεύρα του μυαλού μου. Θα ήθελα να ήμουν ο Μποστ. Ο παραλογισμός του, η εξυπνάδα του, η ευφυία του, η λιτότητά του, η υπερβολή του».

Εξάρχεια:

Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα και θα πω και κάτι πολύ πρωτοποριακό εδώ. Εγώ δεν ξέρω τι θα έκανα για να καθαρίσω τα Εξάρχεια, αλλά τους υγιείς αναρχικούς  θα τους ήθελα μέσα. Σίγουρα θα έδιωχνα τα ναρκωτικά. Αλλά αυτό που κρατά τα Εξάρχεια ζωντανά θα το διατηρούσα. Είμαι ένα κομμάτι της περιοχής. Δεν μπορώ να πω: «στην πυρά όλα αυτά». Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς.

                                  Marta Barcelo «Μαμά®»

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν

Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Ηλένια Δουλαδίρη Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης Οργάνωση παραγωγής: Εύα Πολυχρονιάδου Φωτογραφίες: Νίκος Ζήκος Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς Βοηθός Σκηνοθέτη: Σπύρος Σιακαντάρης

 Ερμηνεύουν: Μαμά: Ελένη Καστάνη Κόρη: Ευγενία Σαμαρά

Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες: Τουρναβίτου 7, Αθήνα (Ψυρρή)

«Διονύσης Χαριτόπουλος: «Σχέσεις» στην Αναμονή», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Περιμένοντας τα βασανιστικά τρία τέταρτα της ώρας, τα αποτελέσματα της μαστογραφίας, δεν ανάβω τσιγάρο – κυρία -. Βγάζω απ την τσάντα ένα βιβλίο. Ναι έχω κάνει τις προμήθειές μου πριν το φετινό τσεκ απ. Είχα αγοράσει βιβλία ανάλαφρα, γιατί κάθε χρόνο και χειρότερα. Περισσότερες εξετάσεις, αγωνία, ντελίριο, φόβος, πανικός και νοσοφοβία.

Σα να το ήξερα πως θα μου ανεβάσει την αδρεναλίνη ο σιορ Διονύσης και τον πήρα μαζί μου εκείνη τη μέρα. Και όταν η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο ο εγκέφαλος ξεχνά τον πόνο. Α όχι, δεν τον είχα πλερώσει ακριβά. Λιγότερο κι από ένα πακέτο τσιγάρα. Μικρό βιβλίο, μεγάλα γράμματα. Ούτε τα γυαλιά δεν χρειαζόταν να έχω μαζί μου.

«Σχέσεις» ο τίτλος του βιβλίου. Σχέσεις γραμμένες από έναν άντρα και μάλιστα Έλληνα! Που ομολογεί σε συνέντευξη του πως «ο Πειραιάς και η μάνα μου, ήταν οι δύο πόλοι που με διαμόρφωσαν». Μαμάκιας εξ ορισμού. Ο λύκος κι αν εγέρασε…. Πέραν του ότι το θέμα έχει εξαντληθεί από συγγραφείς, της κεντροευρωπαικής σχολής κυρίως, τα τηλέφωνα που «ανάβουν» και κρατάνε μέχρι τις πρωινές ώρες με φίλες το χουν αποτελειώσει!

Ναι και τον «Άρη» τον έχω διαβάσει και τα «Παιδιά της Χελιδόνας» και «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι». Μα τούτο που το ονομάζει και δοκίμιο, μου κατσε πολύ στραβά. Λες και έχουν βαλθεί όλα τα παλικαράκια, των εβδομήντα και άνω, να βωμολοχούν, να πλασάρουν αντριλίκι, να κατακρεουργούν τη γυναικεία φύση προσποιούμενοι πως την αποθεώνουν.

Λιλή Ζωγράφου

Βιβλιοκριτικός δεν είμαι και ούτε θα το ήθελα. Λατρεύω την παραγωγή έργου. Στην όποια του μορφή. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ρε κορούδες κάποια κομμάτια από τούτο δω το «πόνημα». Στα περιεχόμενα θα δείτε έντεκα κατηγορίες. Εδώ θα σταθώ μόνο στο  1ο κεφάλαιο. Τα υπόλοιπα θα μείνουν στα αζήτητα, του ιδανικού της Μαλβίνας που του ανέβασε τις μετοχές, μένοντας στο πλάι του.

 «Φύλα». Ο Χαριτόπουλος έχει «λαχανέψει» τη Λιλή Ζωγράφου, χωρίς μεγάλη επιτυχία, από το βιβλίο της «Από τη Μήδεια στην Σταχτοπούτα η ιστορία του φαλλού». 

Έχει διαστρεβλώσει τις πηγές της Λιλής, ανακατεύει κι έναν κομουνισμό, την καταγωγή της οικογένειας του Ένγκελς και βγάζει συμπεράσματα του τύπου: «Για χιλιετίες ολόκληρες οι γυναίκες έχασαν την ανθρώπινη υπόσταση τους». ΛΑΘΟΣ. Στον Ελλαδικό χώρο για τρεις (3) χιλιετίες οι γυναίκες μπαίνουν στο περιθώριο με το τέλος της Κρητομινωικής εποχής και την είσοδο των Αχαιών.

Στο ίδιο κεφάλαιο «Ο άνδρας αξιώνει μονογαμία. Επειδή αποκτά ιδιοκτησία». ΣΩΣΤΟ εν μέρει. Μα τι τον έκανε να αποκτήσει ιδιοκτησία; 

1Ο): Η επίγνωση της ανδρικής συμμετοχής στην τεκνοποίηση. Για χιλιάδες αιώνες ο άντρας δεν ήταν γνώστης του σπέρματος του.

2ο): Ανάμεσα στα 40.000 και 10.000 χρόνια πριν  εφευρέθηκαν νέα κυνηγετικά εργαλεία, έργο των ανδρών . Εδώ έχουμε την πρώτη γυναικεία υποβάθμιση.

3ο): Το άροτρο. Όλα τα παραπάνω δεν θα ήταν αρκετά αν οι Έλληνες δεν κουβαλούσαν το άροτρο. Ως τότε η καλλιέργεια της γης γινόταν με τη σκαπάνη και μόνο απ τη γυναίκα.

Τελειώνοντας το πρώτο κεφάλαιο συνοψίζει: «Το αίσθημα μητρότητας των γυναικών είναι τόσο επιτακτικό, όσο η σεξουαλική επιθυμία των ανδρών». Τι μου λέει λοιπόν εδώ; Να κάτσω σπίτι, να γεννοβολάω τα παιδιά που το ακόρεστο κατά τον συγγραφέα, σπέρμα θα ρέει μέσα μου και σε όσες άλλες μπορεί να το μοιράσει. Άρα θα γίνω το δοχείο χωρίς επιλογή, κοιτώντας μόνο σε μια κατεύθυνση: να αυξάνω τον πληθυσμό μέσα απ τις αρσενικές ορμές.  Να απαλλάξω τον εργασιακό χώρο απ την παρουσία μου και να λειτουργώ μόνο μέσα απ τα ένστικτά μου (μητρικά ). Αρνούμαι να γίνω ο παραγιός της φύσης.

Η Κάτια Δανδουλάκη σε μια συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου:

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

 «Με τις σχέσεις μου νιώθω πάντα μαθήτρια»

Το ραντεβού των 18.00 έφτασε στο φουαγιέ του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Μα που είναι η πρωταγωνίστρια;  Που είναι το αστέρι του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του θεάτρου; Που είναι το είδωλο που οι περισσότερες γυναίκες αγαπούν να βάζουν στοιχήματα για την ηλικία της; Που είναι η βεντέτα που σε λίγο θα ερμηνεύσει την Έλεν Χάμπαρντ στο «Έγκλημα στο Orient Express»; Η σφιχτή χειραψία γίνεται με ένα κορίτσι ψηλόλιγνο που φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια, αεικίνητο, τρυφερό.

Με οδηγεί στο καμαρίνι με το αέρινο βάδισμα της. Γυναίκα και παιδί μαζί.

Το καμαρίνι είναι ο χώρος με τη δική της πινελιά. Ζεστό σαν την ίδια, με έναν άνετο καναπέ για τους καλεσμένους, μια απέριττη πολυθρόνα μπροστά απ τον καθρέφτη με τα σύνεργα που την μεταμορφώνουν στην ηρωίδα της κάθε σεζόν.

Για μένα  είναι η Κάτια, όπως Μελίνα, Αλίκη, Τζένη. Το κασετόφωνο γυρίζει:

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Ειρήνης Αγγελικής Μήτση για το InTownPost.com

Τα πρώτα χρόνια και η δραματική σχολή.

«Όλα τα παιδικά, νεανικά, φοιτητικά χρόνια ήταν υπέροχα. Όταν θέλω να πάρω δύναμη για το μέλλον γυρίζω σ’ αυτήν την αγνότητα και τον ενθουσιασμό που είχα στο παρελθόν και στις αγάπες  απ’ τους γονείς μου, τους δασκάλους μου, απ’ τους φίλους μου και μετά από τους ανθρώπους της ζωής μου. Ένας ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου ουσιαστικά. Ο Μάριος.  Ήξερα από  την 3η Γυμνασίου ότι θα ακολουθήσω το θέατρο, ήμουν «κρυφό» παιδί, δεν το έλεγα. Αποφάσισα να το πω την τελευταία στιγμή, σαν έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, για να ησυχάσουν οι δικοί μου, μη πάθουν κανένα εγκεφαλικό και συγχρόνως πέρασα και στον Κουν, που δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο απλά».

Ο Κάρολος Κουν.

«Για μένα, λοιπόν, τα χρόνια της σχολής, ήταν τα χρόνια των ονείρων που άρχιζαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Όνειρα, όνειρα, όνειρα με σπουδαίους καθηγητές. Εκεί γνώρισα και τον άνθρωπο της ζωής μου, τον Μάριο. Οφείλω να ομολογήσω, πως παρότι έκανα και μια δεύτερη σχολή στο Λονδίνο, όλα όσα πήρα απ’ τον Κουν ήταν ο θησαυρός.

Στο Λονδίνο κέρδισα άλλα πράγματα: τεχνικές, έβλεπα κάθε μέρα παραστάσεις με σπουδαίο ρεπερτόριο και μεγάλους ηθοποιούς, άνοιγμα της αισθητικής μου προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά την ουσία, την ψίχα και τον καλώς εννοούμενο φανατισμό ήταν απ τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου και φυσικά ο Κουν. Ένας άνθρωπος με ακραίο πάθος γι αυτό που κάνει, αγάπη. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. Και απόλυτος. Ζητούσε τα πάντα. Όταν νευρίαζε, όταν έκανε καυγά και όταν πετούσε τα τασάκια στο ταβάνι ήταν απ την απόγνωση του αν δεν καθόταν κάτι απ το όνειρό του. Αν δεν τον ήξερες θα μπορούσες να πεις πως είναι σκληρός. Στις πρόβες ανακάλυπτες τον άνθρωπο τον βαθιά μορφωμένο, με βαθύ στόχο και δάσκαλο. Εγώ πέρασα μαζί του ονειρεμένα».

Ταινίες.

«Πρόλαβα και έκανα 14 ταινίες. Τις περισσότερες με τον Τζιμι Πάρι (Τζέιμς Πάρις ) με ηγετική τον «Παπαφλέσσα» και βέβαια τους «Σουλιώτες». Αν και ήμουν τελείως αντιηρωική, λόγω του παρουσιαστικού με είχανε για «Μπουμπουλίνα».

O κόσμος σνόμπαρε τις δουλειές αυτές  γιατί τότε έβγαινε ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος που πήγαινε σε άλλα πεδία, πιο ψαγμένα. Να όμως που τώρα βλέπουμε συνέχεια παλιές ελληνικές ταινίες, που είναι αθώα παιδικά παραμύθια. Ειδικά ο «Παπαφλέσσας» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Στη σκηνογραφία ήταν και οι δυο Φωτόπουλοι και ο Διονύσης και ο Βασίλης, σκηνοθέτης ο Ερρίκος Ανδρέου, τρία συνεργεία, τρεις παραγωγοί. εταιρίες…»

Κυνηγώντας τους «Τούρκους».

«Όταν γύριζα τους «Σουλιώτες», είχα φέρει μεγάλες καταστροφές ιππεύοντας. Θυμάμαι τον τρόμο τους όταν με έβαζαν πάνω στο άλογο, πήγαινα με την όπισθεν, πράγματα τρομερά. Μια σκηνή μάλιστα ήταν καταπληκτική όταν έπρεπε να πάω στο Κούγκι κρυφά από τον Τουρκικό στρατό που ήταν πίσω μου, να δώσω ένα μήνυμα. Ήταν στα Αμπελάκια, ανεβήκαμε σε γκρεμνά – που να το ήξερα εγώ – ήμουν και πολύ μικρή τότε. Μου είπαν όταν θα σου δώσουμε σινιάλο, δεν έβλεπα κιόλας, μύωψ από μικρή, και γι αυτό μου κουνούσαν σημαίες στα εκατό- διακόσια μέτρα …θα πρέπει να ξεκινήσεις επιτέλους. Είδα εγώ τις σημαίες που κουνιόντουσαν, α είπα, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήξερα να ιππεύω. Μόνο να ανεβαίνω, να κατεβαίνω. Να με κυνηγάνε οι Τούρκοι που να το μάθω! Το άλογο καταλαβαίνει πως δεν έχει καβαλάρη, ενώ εγώ το κουνούσα, το χτυπούσα σιγά στην πλάτη, το τραβολογούσα αυτό καθόταν με την ησυχία του, δεν κουνιόταν με τίποτα.

Κάποια στιγμή ανησύχησα γιατί άκουσα ποδοβολητά από πίσω, τα άλογα των Τούρκων, βλέπω πως ήταν όλη η στρατιά και με έχει πλησιάσει, με έχει προσπεράσει και μόλις το δικό μου άλογο βλέπει όλη τη σκηνή, αρχίζει να τρέχει. Έτσι έμεινε ιστορική η σκηνή με εμένα να κυνηγάω το Τουρκικό στράτευμα. Βεβαίως μετά πλήρως απογοητευμένοι ντύσανε ένα στρατιώτη, του βάλανε και μια κοτσίδα και έκανε αυτή τη σκηνή που για μένα ήταν αδύνατον να τη φέρω εις πέρας».

Φώσκολος.

«Είχαμε εξαιρετική σχέση. Ήταν ο άνθρωπος  μύθος για μένα. Ήταν αυτοδίδακτος, παθιασμένος, τρελός για το σινεμά και για την τηλεόραση μετά. Λάτρευε τον ηθοποιό του, να τον έχει καλομαθημένο, να μην κρυώνει, να κουράζεται τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει. Να τον προσέχει φωτιστικά, να τον προσέχει ερμηνευτικά γιατί υπήρχε ο  χρόνος.

Στη «Λάμψη» θυμάμαι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά δεν συγκρίνω το όποιο άγχος είχαμε τότε με το σημερινό. Χρειαζόταν να κάνουμε το πλάνο όσες φορές έπρεπε για το σωστό αποτέλεσμα. Άλλωστε εμείς δουλεύαμε ένα οχτάωρο, όχι ένα δωδεκάωρο που είναι τώρα. Κουραζόμασταν μεν αλλά το χαιρόμασταν συγχρόνως».

Έγκλημα στο Orient Express.

«Για μένα το τρένο είναι ένα όνειρο. Μέσα απ το Orient Express και από το φοβερό αυτό μυαλό, που υποκλίνομαι, της Αγκάθα Κρίστι, τι έχει ο ηθοποιός; Τι είναι το έρεισμα εκεί; Το αστυνομικό κρύβει ένα δίφορο παίξιμο, δηλαδή πρέπει να ξεγελάσεις κάπου το θεατή, όχι με την έννοια του ότι παίζω κάτι άλλο για να σου κρύψω αυτό που θα δεις στο τέλος.

Το κοινό να είναι πεισμένο απόλυτα γι αυτό που βλέπει και η ανατροπή να του έρθει από τη μέση του πουθενά. Αυτό το διπλό παίξιμο για τον ηθοποιό είναι πολύ ελκυστικό. Εξάλλου στην εποχή που ζούμε ο κόσμος θέλει ένα μεγάλο άνοιγμα. Να μπει κάπου για να χορτάσει  και θέαμα που το χει δύσκολα πια και ένα ταξίδι ονειρικό με μαζεμένους πολλούς ηθοποιούς. Αισθάνθηκα λοιπόν πως αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνέψαμε».

Η μαεστρία του Αντώνη Καλογρίδη

«Πιστεύω πως ο Αντώνης σε αυτή τη φάση – ενός δηλαδή αφαιρετικού σκηνικού – έχει μεγάλη μαεστρία για να μπορέσει να ενώσει τα τεχνολογικά (περιστρεφόμενη σκηνή, τα χιόνια που πέφτουν, το τρένο που έρχεται, το τρένο που φεύγει, ο διάδρομος, τα κουπέ). Αυτά όλα για να γίνουν στη φαντασία του με ήχους, με φώτα και με εικαστικά μέσα είναι πολύ δύσκολη διαχείριση. Ο Αντώνης λοιπόν έχει αυτή την εικαστική ευλογία. Αισθάνομαι ότι κάνουμε μια δουλειά ψυχής και η ψυχή τι θέλει; Αγκαλιά και όραμα».

Μάριος Πλωρίτης

«Για μένα η αγάπη είναι πολύ δυνατή όταν τα συμπεριλαμβάνει όλα. Βλέπεις τον άνθρωπο σου, τον θαυμάζεις, είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς σαν να ναι παιδί σου, σαν να ναι άντρας σου, φίλος σου,  πατέρας σου. Ήθελα πάντα ο άντρας μου να είναι καλύτερος από μένα.. Εγώ ένοιωθα πάντα μαθήτρια και μ αρέσει αυτή η προστατευτικότητα  η ανδρική. Μ’ αρέσει ο άντρας μου να θέλει το καλύτερο μου και να μην με ανταγωνίζεται. Αυτό μου προκαλεί ασφάλεια.

Με τον Μάριο είχα την τύχη να  ξέρω πως αν θα μου πει κάτι, θα το κάνει γιατί θέλει να με βλέπει καλύτερη. Πολλές φορές διαφωνούσαμε σε διάφορες επιλογές που έκανα εγώ, μα πάντα μου έλεγε θα κάνεις αυτό που θες εσύ. Βέβαια πάντα είχε δίκιο, έντεκα φορές στις δέκα. Και πάντα με άφηνε να κάνω το …δικό μου.  Ποτέ δεν μου είπε: «είδες που σου έλεγα»».

Δεύτερη φορά Επίδαυρος

 «Το 1997 είχα κάνει τη Λυσιστράτη. Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη σε τραγωδία. Ικέτιδες με το Εθνικό, τον Στάθη Λιβαθινό (σκηνοθεσία) και ΘΟΚ συμπαραγωγή. Το περιμένω με πάρα πολλή συγκίνηση και πάρα πολλή χαρά. Αυτά τα έργα είναι θεϊκά, σύμβολα τεράστια. Λένε τις αλήθειες τις μεγάλες του κόσμου, που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γι αυτό λοιπόν η διαχείριση ενός τέτοιου έργου σήμερα, είναι μια πολύ επίπονη και ιερή ιστορία, του πως θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμα και το μεγάλο συμβολισμό στο σήμερα. Ο κόσμος αυτό είναι, κύκλοι που κάθε τόσο κλείνουν και ξανανοίγουν με κάποιον άλλο τρόπο».

«Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής: Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πώς θα μπορούσα να λείπω, ως γνήσια Αναπλιωτοπούλα, από την ξενάγηση της κυρίας Ιωάννας Παπαντωνίου, την προηγούμενη Κυριακή, στην έκθεση «Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα» στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138;

Η ξενάγηση έγινε με αφορμή τη δωρεά της οικογένειας Γιαννοπούλου από το Ναύπλιο, ενός σπάνιου πανωφοριού («κοζόκα»), από γκριζογάλανο καμηλό ύφασμα, με περίτεχνα τερζήδικα κεντήματα, που σύμφωνα με τον δωρητή ανήκε στην προγιαγιά του, που ήταν σύγχρονη της βασίλισσας Αμαλίας.

Στη σημερινή Ελλάδα, που οι γυναίκες ντύνονται από γνωστά πολυκαταστήματα, η έκθεση αυτή μας πάει πίσω στον χρόνο, για να αναδείξει τις ρίζες μας, το περίτεχνο του ενδύματος, τα υλικά και τον κόπο για να φτιαχτεί ο «ντουλαμάς» και το αντίστοιχο «πιρπιρί» για τις γυναίκες.

Ιωάννα Παπαντωνίου

Στο εισαγωγικό της σημείωμα η κυρία Παπαντωνίου μας λέει: «Σκοπός της έκθεσης είναι να αναλύσει τις παραλλαγές στην ορολογία, τα αχνάρια, τα υλικά και τη διακόσμηση του ντουλαμά και τελικά να προτείνει νέους τρόπους χρήσης του στη μόδα και το θέατρο».

Η ξενάγηση άρχισε από τον διάσημο πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess «Η άφιξη του βασιλιά Όθωνα στη Ναυπλία στις 6 Φεβρουαρίου 1833», που παρουσιάζει ιστορικά πρόσωπα της εποχής, πολλά από τα οποία φοράνε κόκκινο ντουλαμά.

Στον πίνακα υπάρχει και μια γυναίκα η οποία φοράει κοζόκα. Ήταν ένα ένδυμα που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο, και που θα πρέπει να φοριόταν με βράκα, φόρεμα ή αντερί, πουκάμισο και επιστήθιο.

Για την ιστορία, ο Όθωνας μετά από παραίνεση του πατέρα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, αποφάσισε να ντύνεται με τη φορεσιά των Ελλήνων και αναζήτησε τον καλύτερο ράφτη.

Ο δήμαρχος του Ναυπλίου Σπύρος Παπαλεξόπουλος του σύστησε τον Σταύρο Κρεμμύδα, που είχε το ραφείο του στο Ναύπλιο και ήταν γνωστός για την ικανότητα του να στολίζει με κεντήματα από χρυσή και ασημένια κλωστή τα ενδυματολογικά σύνολα της εποχής.

Ο Όθωνας φόρεσε την μπλε ενδυμασία με φουστανέλα για πρώτη φορά στις 25 Ιανουαρίου του 1836, από τότε δεν την έβγαλε και ζήτησε να ταφεί με αυτήν.

Ο ντουλαμάς έχει τη θέση του και στο σύγχρονο θέατρο, καθώς η κυρία Παπαντωνίου σχεδίασε πάνω στο αχνάρι του πολλές παραλλαγές, χρησιμοποιώντας υφάσματα της επιλογής της σε διάφορους συνδυασμούς, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στις «Χοηφόρες», στους «Επτά επί Θήβας», την «Εκάβη», στον «Κύκλο με την κιμωλία», στους «Δραπέτες της σκακιέρας», όπου πειραματίστηκε με την ασύμμετρη χρήση υφασμάτων και διακόσμησης.

Στην έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, που θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Μαΐου του 2019, η κυρία Παπαντωνίου ζήτησε από Έλληνες σχεδιαστές μόδας να εμπνευστούν από τον ντουλαμά.

Στην έκθεση παρουσιάζονται δημιουργίες των: Angelos Bratis, Dimitris Dassios, Deux Hommes, Tina Karageorgi, Sophia Kokosalaki, Loukia, Maison Faliakos, Mi-Ro, Marcello Nyktas, Parthenis, Aristeides Tzonevrakis – «Aristotechnima», Daphne Valente, Zeus & Dione και Vassilis Emmanuel Zoulias.

Σημαντικές είναι επίσης οι δημιουργίες του Αριστείδη Τζονευράκη που δείχνουν τη δυναμική του ντουλαμά ακόμα και σε λευκό χρώμα.

Εν κατακλείδι, ο ντουλαμάς είναι ένα καταπληκτικό ένδυμα που έδωσε την αφορμή στην Ιωάννα Παπαντωνίου και τους συνεργάτες της να αρχίσουν μια μεγάλη έρευνα σχετικά.