fbpx

«Το Πρόστιμο μιας Αλίκης», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Σε μια χώρα που αγαπάει να καταβροχθίζει τα είδωλα της, την εκτίμησα κι εγώ λίγα χρόνια πριν. Αν ο χρόνος που περνά, φαίνεται στα μάτια μας, τότε τα μικρά, περίτεχνα μακιγιαρισμένα δικά της, δεν τον άφησαν να τα θολώσει. Πέρα απ τα τούλια και τα φώτα που οι οπερατέρ τοποθετούσαν μπροστά από τη μηχανή λήψης, η σπιρτάδα, η δουλειά, το δόσιμο ήταν μια μέθεξη στο δικό της βλέμμα.

Όταν η μητέρα της για να την κάνει να αποτραβηχτεί απ το ρόλο που θα έπαιζε για σαράντα και πλέον χρόνια, της είπε πως η δουλειά αυτή χρειάζεται πολύ ωραία πρόσωπα για να τα αγιοποιήσει και μετά να τα καταβροχθίσει, εκείνη έτρεξε στον καθρέφτη της. Κοιτάχτηκε για πολύ ώρα μα ο υπερβάλλων ναρκισσισμός της δεν την άφησε να πνιγεί στα θολά νερά του κατόπτρου. Έσκασε ένα χαμόγελο και από το μικρό «Ποντικάκι» ξεπρόβαλε ένας κύκνος.

Όσοι την κατηγορήσαμε για το ατάλαντο της, διαψευσθήκαμε είκοσι και πλέον χρόνια μετά το θάνατο της. Ο τόπος που είχε περάσει ένα πόλεμο και κατόπιν έναν εμφύλιο ίσως να μη χωρούσε το «χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο», μα εκείνη μας αποστόμωσε με το «τράβα μπρος». Αν ζούσε τα χρόνια της δικής μας κρίσης και έβλεπε τα δεινά μας δεν θα έκανε εκπτώσεις, δεν θα κρατούσε μια απολαυστική γωνίτσα στη ζωή.  Θα μας δάνειζε από το αγέραστο παρόν της, το μέλλον μας.

Μα νομίζω πως το κάνει και σήμερα. Αν κάποιος καταφύγει στα κοινωνικά δίκτυα θα μετρήσει ή μάλλον δεν θα καταφέρει να καταγράψει τις σελίδες που αναφέρονται σε αυτήν.

Αν αυτή η γυναίκα που θα μπορούσε ίσως να σταθεί στο διεθνές στερέωμα γιατί κουβάλαγε τη στόφα της σταρ μέσα της, είτε η μηχανή έγραφε είτε όχι, εκείνη προτίμησε να είναι πρώτη στο χωριό και όχι δεύτερη στην πόλη. Οι μισοί τη λάτρεψαν, οι άλλοι μισοί τη μίσησαν. Μα ήξερε πολύ καλά πως αγάπη και μίσος πορεύονται αντάμα. Άλλωστε πως μπορείς να αντισταθείς στο πλεονέκτημα μιας αέναης παιδικότητας;

Η Αλίκη κατασκεύασε ένα είδωλο με πολύ κόπο, δεν πρόκαμε τις προσωπικές απολαύσεις, ατσαλώθηκε απέναντι στις επιθέσεις, διασφάλισε τον τόπο της πείρας. Δεν κουράστηκε να μεταβαίνει από επιτυχία σε επιτυχία. Σαν να έριχνε νερό στον πίθο των Δαναίδων, όσο κι αν ο δικός της ήταν ξέχειλος. Μόλις ο ένας θρίαμβος τέλειωνε τη θέση του θα έπρεπε να πάρει ένας καινούργιος, σαν μια δίψα που της έκαιγε το λαιμό.

«Η ευφυΐα αποτελεί βασικό στοιχείο της ευτυχίας» γράφει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη. Μια Αντιγόνη που το κορίτσι αφημένο στα χέρια του Βολανάκη, πάτησε το κοίλο της Επιδαύρου και εκεί το αδηφάγο κοινό της σαν να περίμενε το διασυρμό της και η κριτική την ισοπέδωσή της. Το 2018 ο Γεωργουσόπουλος θα παραδεχτεί: «Η Βουγιουκλάκη όταν πήγε στην Επίδαυρο, δεν έφταιγε για τίποτα. Είχε τα προσόντα για να πάει. Είχε μια θηριώδη τεχνική».

Το Αλικάκι ακόμα και σήμερα έχει αφήσει την  πόρτα της διάπλατα ανοιχτή στις ζωές μας. Χωρίς κανόνες και savoir vivre. Μέσα απ το πανί μάς προσεγγίζει με την ευθυμία, την τσαχπινιά, το μπρίο της. Ο χρόνος των επισκέψεων δεν είναι ποτέ ακατάλληλος.

Βασίλης Μπαρμπαρίγος «Χρειαζόμαστε λίγο περισσότερο ήλιο»,

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Με τον Βασίλη Μπαρμπαρίγο δεν γνωριζόμασταν, παρότι ένα Σάββατο απόγευμα –λίγες μέρες πριν συστηθούμε -καθόμασταν σε διπλανά τραπεζάκια, πίνοντας το ίδιο κρασί. Εκείνος με μια φίλη του, εγώ με μια δική μου. Το μόνο που ήξερα για αυτόν, ήταν τα βραβεία ενδυματολογίας για τις ταινίες «Ξενία» και «Στρέλλα», μα και για τη συμμετοχή του στο ενδυματολογικό κομμάτι πολλών επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων.

Η επίσημη γνωριμία μας, έγινε στο τελευταίο γύρισμα της ταινίας του Αλέξη Καρδαρά «Φαντασία». Μέσα σε μισή και πλέον ώρα η αμηχανία εξαφανίστηκε και η ταύτιση, οι ενδυματολογικές προτιμήσεις, η ψιθυριστή κουβέντα για να μην ενοχλούμε το γύρισμα, μας έκανε συνένοχους του στιλ.

Ο σχεδιαστής ρούχων και ενδυματολόγος Βασίλης Μπαρμπαρίγος

Τα 90ς μου λέει, τόσο κοντά – τόσο μακρινά για μένα την ίδια, είναι πλέον μια ταινία εποχής. Το να φτιάξει και να επιμεληθεί τα κοστούμια της δεν ήταν ούτε πολύ εύκολο μα ούτε και τόσο δύσκολο. Το θετικό είναι πως η μόδα φέτος έχει αναφορές σε εκείνη τη δεκαετία, ώστε να βρεθούν τα αντικείμενα. Απ την άλλη ότι δεν μπορούσε να βρεθεί κατασκευάστηκε.

Ο Βασίλης δημιούργησε τρεις πρωταγωνιστές, τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες με αυτά που θα μπορούσαν να φοράνε την εποχή εκείνη. Η αντιγραφή τραγουδιστών δεν υπάρχει στην ταινία. Οι θεατές δεν πρόκειται να δουν μια Άντζελα Δημητρίου ή μια Καίτη Γαρμπή.  Η Ρένα (Μόρφη), ο Γιάννης (Στάνκογλου) και ο Στέλιος (Μάινας), θα μπορούσαν να έχουν υπάρξουν τότε (ενδυματολογικά) μα στο σελιλόιντ είναι τελείως διαφορετικοί.

Σχεδιαστής μόδας ο ίδιος με σπουδές στο Λονδίνο, στην ταινία «Φαντασία», εκτός των έξι βασικών χαρακτήρων, είχε να ντύσει άλλους 138 ρόλους, οι οποίοι θα έπρεπε να αλλάζουν δύο και τρεις φορές κοστούμι (λουλουδούδες, μουσικοί, δικαστές). Πολλά από αυτά τα ρούχα βγήκαν από βεστιάρια, ντουλάπες φίλων μα και απ τη δική του γκαρνταρόμπα. Τα φορέματα των δύο πρωταγωνιστριών τα σχεδίασε ο ίδιος, έκοψε τα πατρόν και ράφτηκαν από τις μοδίστρες του αποκλειστικά πάνω τους.

Οι τρελοί ρυθμοί των γυρισμάτων αφήνουν χρόνο για «δέσιμο» με τους συνεργάτες;

Μου λέει, πως αρχικά με τον σκηνοθέτη έχεις μια κουβέντα και μια συνεννόηση από πριν. Πρέπει να πιστέψεις στο όραμα κάποιου, στο σενάριο και την ιδέα που θέλει να κάνει κινούμενη εικόνα. Τουλάχιστον έτσι έχω λειτουργήσει εγώ στον κινηματογράφο.

Η συγκεκριμένη παραγωγή ήταν τελείως διαφορετική από τις ταινίες που έκανα με τον Πάνο Κούτρα. Υπήρχε όμως μια τεράστια ελευθερία να δημιουργήσω, πάνω σε αυτό που μου ζητήθηκε και σε αυτό που είχα προτείνει.

Είναι μια διαδικασία γεμάτη με μικρά μυστικά που το ενδυματολογικό κομμάτι λειτουργεί σαν κώδικας.

Το εφήμερο της συνεργασίας, το τέλος των γυρισμάτων, το χάσιμο με τους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά;

Δεν θα πω πως περνάω μια περίοδο πένθους (γελάμε). Με τη βοηθό μου και κάποιους ανθρώπους που συνεργαζόμαστε, κρατάμε χρόνια επικοινωνία. Αυτό που είναι ενοχλητικό είναι η αλλαγή των ρυθμών.

Τα γυρίσματα στην Ελλάδα δεν είναι όπως στο εξωτερικό που κάνεις μια δουλειά και μετά αποστασιοποιείσαι. Εδώ χρειάζεται να είσαι κάθε μέρα στα γυρίσματα, είσαι μέσα σε αυτό αποκλειστικά. Αυτό είναι λιγάκι στενάχωρο  σαν σταματά αυτή η τόσο έντονη δραστηριότητα.

Βλέπει ωραίους και προσεγμένους ανθρώπους στην καθημερινότητα, στο δρόμο;

Όχι ιδιαίτερα . Γενικά στο δρόμο δεν βλέπω. Αυτό δεν έχει σχέση με το ντύσιμο. Έχει να κάνει με όλη τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Δεν έχει σημασία αν έχει πάει κάποιος  κομμωτήριο, είναι βαμμένος, είναι πολύ καλά ντυμένος. Είναι η διάθεση που έχει.

Τα τελευταία δέκα χρόνια δεν υπάρχει διάθεση στην Ελλάδα και αυτή που ίσως βλέπουμε τις περισσότερες φορές έχει κάτι το ψεύτικο. Νομίζω πως πρέπει να ξαναβρούμε τη ζωντάνια μας. Έχουμε χάσει το ταμπεραμέντο.

Χρειαζόμαστε λίγο παραπάνω ήλιο. Να γίνουμε λίγο παραπάνω φωτεινοί.

«Λωτοφάγοι», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Στον Τάκη

Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσαν σε ένα νησί, ευτυχισμένοι, χωρίς πόνο, καημό και βάσανο οι Λωτοφάγοι. Ο λωτός ήταν οι λήθη τους. Μια δαγκωνιά και η χαρά αναβλύζει μέσα τους. Δεύτερη και το σφουγγάρι της μνήμης σβήνει κάθε οδυνηρή ανάμνηση, κάθε πρόσωπο, κάθε συμμόρφωση στο χρόνο. Στα χρόνια που περάσαμε μαζί.  Η λήθη είναι ο θάνατος. Η μνήμη την αντιπαλεύει, στήνει γεφύρια για να ακουμπήσει το αριστούργημα της ζωής που μοιραστήκαμε.

Και μοιραστήκαμε πολλά. Τόσα πολλά, τόσα καλά. Από τότε που θυμάμαι, σε θυμάμαι. Με πείραζες γιατί ήμουν μικρή και αδύνατη. Με πείσμα τρύπωνα στο δωμάτιο σου, σαν έφερνες τις κασέτες  με εκείνα τα απαγορευμένα τραγούδια της Χούντας. Σαν ζητιανάκι ψιθύριζα πως δεν θα μαρτυρήσω τίποτα και σε κανένα και έμπαινα στα άδυτα των αδύτων. ΕΣΥ και τα μεγαλύτερα ξαδέρφια να ακούτε σιωπηλά τις μουσικές. Δεν έβγαζα μιλιά. Δεν θα χάλαγα την ομερτά που σας ένωνε και με δέχονταν σαν παρασιτάκι.

Έγινα Ολυμπιακός, όταν εσύ και η αδερφή σου με είχατε βάλει στη μέση. Την αγαπούσα πολύ. Ήμουν η ουρά της. ΑΕΚ εκείνη Ολυμπιακός εσύ. Στη μέση εγώ. Σας κοίταζα στα μάτια και η ζυγαριά έγειρε στον πιο δυνατό. Εσένα.

Στα πάρτι που έκανες με βερμούτ, πάλι τρύπωνα κρυφά και σας χάζευα. Απαλή μουσική και το όνομα του καθένα γραμμένο στο ποτήρι του. Όλα τα κορίτσια σε ήθελαν. Οι ξαδέρφες απ το σόι της μάνας μου, δήθεν τυχαία έπρεπε να σε συναντούν. Να σε κοιτάνε, να σε θαυμάζουν. Φαντάζατε όμορφοι στα παιδικά μου μάτια. Και δεν σε έχανα απ τα μάτια μου. Δεν σε έχανα απ τη ζωή μου.

Αρρεβωνιάστηκες, παντρεύτηκες, έκανες τα παιδιά σου. Ήμουν μικρή για να αξιολογήσω, ήσουν μικρός για τις ευθύνες.

Μετά στην εφηβεία μου ο μόνος λόγος που άντεχα το χωριό ήσουν εσύ. Τα απογεύματα τάβλι με το θείο Μίμη στην αυλή και τα πούλια να χτυπάνε σαν τύμπανα στη γειτονιά.

Μεγάλωνα καλοκαίρι με καλοκαίρι .Αυτά μας ένωναν. Εσύ στο Ναύπλιο, εγώ στο χωριό να σε περιμένω σαν σουρούπωνε. Περνούσες λίγη ώρα με τους μεγάλους και περίμενα τη μαγική λέξη: «ετοιμάσου». Έτρεχα σπίτι, σε λίγα λεπτά ήμουν απίκο. Φτάναμε μέχρι την Ερμιόνη για να δώσεις ασφάλειες. Πολλές φορές σκεπτικός και αμίλητος. Δεν τολμούσα να ταράξω τις σκέψεις σου μη και δεν με ξαναπάρεις μαζί σου. Κάποιες φορές δεν με έπαιρνες. Μα σαν γύριζες κάποια βράδια για να κοιμηθείς στο παιδικό σου δωμάτιο στο χωριό, άκουγα την όπισθεν που έβαζες για να παρκάρεις. Μια σιγουριά πως ήσουν εκεί και αγάπησα αυτόν τον ήχο. Όπισθεν.

Μπάνια στη θάλασσα. Το τσιγάρο το πέταγες μόνο για τη βουτιά. Μετά η βάρκα. Σε τσίγκλαγα να με πας βόλτα στα νερά. Βαριόσουν. Για να με τρομάξεις πήγαινες αντίθετα στο κύμα. Δεν φοβόμουν. Ήθελες να σαμποτάρεις τη χαρά μου γιατί είχες σμπαραλιάσει τη δική σου. Το ήξερες, μα ήσουν εγωιστής για να το πεις.

Έχω δει μαζί σου τα δυο ωραιότερα φεγγάρια της ζωής μου. Το ένα  σαν έβγαινε και το άλλο σαν έδυε.

Δεν φοβήθηκα ποτέ μαζί σου. Ούτε όταν έτρεχες με το αυτοκίνητο, ούτε όταν τρακάραμε πηγαίνοντας στην Επίδαυρο. Μεγάλο τράκο η ζωή σου, μα την παράσταση δεν την έχασες ποτέ.

Δέξου το χειροκρότημα και κοίτα σταθερά τον προβολέα.

«Ελένη Καστάνη: Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα»

Τη γνωριμία με την Ελένη Καστάνη, την μετράω κάπου είκοσι χρόνια και..Ένα γλυκό και αντάμα δυναμικό κορίτσι. Ένα ανοιχτό σπίτι στα Εξάρχεια, εκεί όπου ήταν και το παλιό της. Κόσμος πηγαινοέρχονταν, γέλια, τσακωμοί δημιουργικοί μεταξύ του Ρέππα και του Παπαθανασίου, ήταν η εποχή του «Δις εξαμαρτείν». Και η κυρία Ερμιόνη, η μητέρα της. Διακριτική παρουσία, με την κρητική της προφορά και την Κρήτη όλη μέσα της. Οι λιχουδιές που μοίραζε απλόχερα, είχαν τη γλύκα της στήριξης της κόρη της.

Η Ελένη κουμπάρα μαζί με τον άντρα της τον Γιάννη στον πρώτο μου γάμο. Ήταν η εποχή της εγκυμοσύνης της. Λίγους μήνες μετά χαλασμός Κυρίου στο μαιευτήριο. Ο Κωστής ήρθε στη ζωή της. Το καινούργιο σπίτι γεμάτο παιχνίδια, εν πλήρη αταξία, μα περίσσια ευτυχία για το μικρό πλασματάκι. Οι γάμοι και των δυο μας έληξαν, μα η αγκαλιά της Ελένης είναι απάγκιο, ζωντανή και ζεστή.

Κλείσαμε ραντεβού στο Θέατρο Θησείον, μετά την πρόβα, όπου από τις 6 Μαίου και για δέκα παραστάσεις  η Ελένη Καστάνη θα βρίσκεται εκεί με το έργο «Μαμά» κάθε Δευτέρα και Τρίτη, με την Ευγενία Σαμαρά και σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλειμάν.

Γελαστή, μα κάπου εκεί στην άκρη του ματιού καραδοκεί η συγκίνηση και ίσως και ένα δάκρυ. Η ζωή της Ελένης, παρ’ όλες τις σταδιακές επιτυχίες που την καταξίωσαν και την έχρησαν πρωταγωνίστρια, δεν ήταν ποτέ ροζ.

Τι κρύβει το γελαστό, γλυκό, παιχνιδιάρικο πρόσωπο που βλέπουμε στις οθόνες, στη σκηνή, στον κινηματογράφο, αναρωτιέμαι:

Ένα άλλο πρόσωπο, ένα δεύτερο, πολύ πιο μαζεμένο, πολύ πιο μοναχικό, όχι τόσο χαρούμενο και φωτεινό. Υπάρχει κάτι σκοτεινό από πίσω, που έχει να κάνει με τον τρόπο που μεγάλωσα, με το πώς έζησα. Βέβαια σαν όχημα έχω διαλέξει το χαρούμενο, το θετικό για να επιβιώσω. Με καθόρισε το ότι έμεινα ορφανή από μπαμπά και με οδήγησε σε μια σκέψη διαφορετική και σε ένα ψάξιμο της ζωής από μικρό παιδί. Έπρεπε να απαντήσω σε κάποια βασικά ερωτήματα στο κεφάλι ενός δωδεκάχρονου, που δεν μπορεί να απαντήσει ένας μεγάλος. Ωστόσο βρήκα απαντήσεις μέσα μου και νομίζω ότι διάλεξα το χαρούμενο τρόπο σε αυτή τη ζωή και το έκανα και επάγγελμα.

Ένα μυστικό στην τηλεόραση:

Παίζαμε μια κωμωδία πολύ επιτυχημένη «Τα κορίτσια με τα μαύρα» και είχε έρθει ο Σταύρος Θεοδωράκης. Ήθελε να κάνει μια εκπομπή για τους κωμικούς ηθοποιούς και το δισυπόστατο τους. Τότε του είπα: έχω να σου πω μια ιστορία για κατάθλιψη. Άλλωστε ο πατέρας μου τι ήταν; Μια κατάθλιψη σοβαρή. Και ο πατέρας εκείνα τα χρόνια που δεν ξέραμε ένα τέτοιο πράγμα είχε, πολύ σοβαρό. Γιατί δεν υπήρχε κάτι εμφανές μέσα στο σπίτι ώστε να καταλάβουμε.

Αυτό ήταν και το δύσκολο για μένα να εξηγηθεί. Πως μπορεί ένας άνθρωπος, να ξυπνήσει ένα πρωί σε ένα σχετικώς ήρεμο περιβάλλον και να κάνει αυτό το πράγμα. Έτσι αποφάσισα να το πω σε μια σοβαρή εκπομπή, που θα παίζονταν αργά το βράδυ. Το είπα λοιπόν, γιατί σκέφτηκα πως εάν έστω και ένας άνθρωπος το δει και βοηθηθεί, είτε είναι κάποιος που το έχει βιώσει, είτε είναι κάποιος – πατέρας ή μητέρα – που μπορεί να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν λύση, μήπως μπορεί να προβληματιστεί για το πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτούς που μένουν πίσω.

Πάντως, για την Ελένη Καστάνη «δεν είναι όλα για όλους». Συχνά θέτει όρο για τηλεοπτικές εμφανίσεις της να μην αγγίζεται το θέμα του θανάτου του πατέρα της.

«…λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια»

"Δεκαπενταύγουστος" του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

Κωμωδία – δράμα ή και τα δύο μαζί;

Αγαπώ την κωμωδία. Τα κομμάτια που έχω δουλέψει ως ηθοποιός είναι κατά 80 % κωμικά και ένα 20%  δραματικά. Βέβαια βαθιά η βάση μέσα είναι το δραματικό στοιχείο. Αν δεν έχεις βιώσει τον πόνο δεν μπορείς να βγάλεις γέλιο. Στην πραγματικότητα είναι σαν να τραβάς μια κλωστή, ένα νήμα πιο πέρα. Έτσι το δραματικό γίνεται αστείο.

Πόσο εύκολο είναι να βγάλεις το γέλιο απ’τον θεατή:

Ως επαγγελματίας αισθάνομαι πως η κωμωδία έχει τη χαρά. Είναι πολύ μετρήσιμη η σχέση σου με τον κόσμο. Πάντα στο θέατρο ο τρίτος είναι ο θεατής. Το κοινό με την κωμωδία συμμετέχει τρομερά. Το αισθάνεσαι, είναι πολύ πιο εμφανής η συμμετοχή. Είναι ωραίο αυτό, είναι γοητευτικό και συνάμα πάρα πολύ δύσκολο, πάρα πολύ ψυχοφθόρο. Υπάρχουν φορές που θεωρώ πως πρέπει να μετακινήσω πεντακόσιους ανθρώπους ,να τους  παρασύρω σε μια χαρά και αυτό εμπεριέχει από μένα τρομερό δόσιμο.

Και μετά;

τη ζωή μου εκτός θεάτρου, είμαι πολύ πιο εγκρατής. Θα γυρίσω στο σπίτι και θέλω ησυχία, λιγοστά φώτα, να μην με ενοχλούν παραπάνω πράγματα γιατί θέλω να ηρεμήσω. Να ξαναγυρίσω στην πραγματικότητα. Θέλω ηρεμία, ησυχία και γείωση. Πρέπει να γειωθώ, να δω ότι δεν είμαι και κάτι ξεχωριστό, δεν κάνω και κάτι το τρομερό. Δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίο. Μια δουλειά είναι κι αυτή.

Από τη Βιομηχανική στο θέατρο:

Το πτυχίο της Βιομηχανικής δεν το πήρα ποτέ. Είμαι αιώνια φοιτήτρια!!! Όλος αυτός ο προβληματισμός που είχα ως παιδί, που με οδήγησε στο να αντιληφθώ ότι πρέπει να κάνουμε αυτά που θέλουμε και όχι αυτά που έχουν τοποθετήσει κάποιοι άλλοι στο μυαλό μας. Ίσως οι γονείς μας, οι καταστάσεις που ζούμε, ίσως η κοινωνία. Έτσι αποφάσισα να αποτολμήσω αυτό που ήθελα να κάνω, την πρώτη μου επιθυμία. Αυτό που εξακολουθώ να θέλω να κάνω

Πως ήρθε αυτή η επιθυμία;

Μεγάλωσα στη Σητεία και εκεί δεν υπήρχε θέατρο. Στα δέκα μου χρόνια είχαμε έρθει στην Αθήνα με τους γονείς μου και εκεί πρωτοσυναντώ την αυλαία. Όταν άνοιξε νόμισα πως θα σταματήσει η καρδιά μου. Ήταν σαν να ανακάλυπτα αυτό που ήθελα να κάνω. Μέχρι τότε έβλεπα μόνο σινεμά. Μα σαν είδα τη ζωντανή παράσταση έγινε επιλογή, σωματική ανάγκη, επιβίωση.

Πιστεύω όμως πως και το γεγονός της  έλλειψης του πατέρα μου με τόσο δραματικό τρόπο, με επηρέασε κι αυτό πολύ. Δεν ήθελα να ξυπνήσω σαν και εκείνον μια μέρα, στο πενήντα δύο μου χρόνια για να πω «τι έκανα;» Αυτό λέω και στο παιδί μου: Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου, ανακαλύψεις πως αυτό που σπουδάζεις δεν σ αρέσει, δεν σε καλύπτει, θα την κάνεις με χίλια.

Το σινεμά:

Ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι ένα point στην καριέρα  μου. Συγκινούμαι τώρα. Το οφείλω αυτό στον Κωνσταντίνο ( Γιάνναρης ), γιατί είναι πολύ σπουδαίος  και πολύ δυνατός άνθρωπος. Για μένα είναι ένας Θεός. Τόλμησε να πάρει εμένα που ήμουν χαρακτηρισμένη σε εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Άνθρωποι της καριέρας της:

Έχω μια πολύ στενή σχέση, αδερφική σχεδόν με τον Μιχάλη  Ρέππα. Οι δρόμοι μας ήταν σχεδόν παράλληλοι, εγώ στη Βιομηχανική ο Μιχάλης στο Μαθηματικό. Πηγαίναμε σινεμά, θέατρα όσο ήμασταν φοιτητές. Στα πρώτα μου βήματα με βοήθησε πολύ και το ένα έφερνε το άλλο. Μετά έρχεται το Θεσσαλικό Θέατρο και ο Τσιάνος.

Αργότερα με είδε η Καλογεροπούλου και έπαιξα με τον Φασουλή. Γνώρισα τον Σταμάτη που τον θαύμαζα πολλά χρόνια. Εκεί με είδε και Θοδωρής Πετρόπουλος  που τότε έγραφε μαζί με τον Ρήγα και με πήραν στο πρώτο σήριαλ « Η Ελίζα και οι άλλοι». Ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεόραση τον πήρα απ τον Ρήγα στο «Τι ψυχή θα παραδώσεις». Μια σειρά μύθος με έξι επεισόδια.

«…Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς»

«Μαμά» στο Θέατρο Θησείον: 

Το έργο είναι πολύ ενδιαφέρον. Είναι μια μάνα, πάρα πολύ μάνα. Έχει ένα τρικ στην γραφή του το κείμενο, που το κάνει πολύ κινηματογραφικό. Παίζει με το παρόν, το παρελθόν, με τη σειρά των σκηνών, με τη σχέση μάνας κόρης πάρα πολύ. Μια σχέση που διαιωνίζεται. Στη ζωή δεν έχω κόρη και δεν ξέρω αυτή τη σχέση αλλά το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον. Έχει μια έκπληξη στο τέλος πολύ έντονη, που καταλαβαίνει ο θεατής τι παρακολουθούσε τόση ώρα. Η χαρά μου όμως είναι στο ότι βρίσκομαι με δύο νέους ανθρώπους. Ο Γιώργος Σουλειμάν που σκηνοθετεί και η Ευγενία Σαμαρά που την έβλεπα και την θαύμαζα.

Καλοκαίρι με «Μαρία Πενταγιώτισσα»:

Το καλοκαίρι θα δουλέψω με έναν νέο σκηνοθέτη που είναι καταπληκτικός, τον Μάνο Καρατζογιάννη. Είδα την παράσταση τον χειμώνα, τον «Ηχο του όπλου» και τρελάθηκα. Θα ανεβάσουμε Μποστ. Τον Μποστ τον έχω κάτι σαν Ευαγγέλιο. Το χιούμορ του αγγίζει πολύ λεπτά νεύρα του μυαλού μου. Θα ήθελα να ήμουν ο Μποστ. Ο παραλογισμός του, η εξυπνάδα του, η ευφυία του, η λιτότητά του, η υπερβολή του».

Εξάρχεια:

Δεν θα άλλαζα τα Εξάρχεια με τίποτα και θα πω και κάτι πολύ πρωτοποριακό εδώ. Εγώ δεν ξέρω τι θα έκανα για να καθαρίσω τα Εξάρχεια, αλλά τους υγιείς αναρχικούς  θα τους ήθελα μέσα. Σίγουρα θα έδιωχνα τα ναρκωτικά. Αλλά αυτό που κρατά τα Εξάρχεια ζωντανά θα το διατηρούσα. Είμαι ένα κομμάτι της περιοχής. Δεν μπορώ να πω: «στην πυρά όλα αυτά». Το σπίτι μου ας πούμε το χουν κάνει μια μουντζούρα με τα συνθήματα. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διαβάζεις και κανένα σύνθημα για να ξυπνάς.

                                  Marta Barcelo «Μαμά®»

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ Σκηνοθεσία: Γιώργος Σουλεϊμάν

Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Ηλένια Δουλαδίρη Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης Οργάνωση παραγωγής: Εύα Πολυχρονιάδου Φωτογραφίες: Νίκος Ζήκος Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς Βοηθός Σκηνοθέτη: Σπύρος Σιακαντάρης

 Ερμηνεύουν: Μαμά: Ελένη Καστάνη Κόρη: Ευγενία Σαμαρά

Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες: Τουρναβίτου 7, Αθήνα (Ψυρρή)

«Διονύσης Χαριτόπουλος: «Σχέσεις» στην Αναμονή», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Περιμένοντας τα βασανιστικά τρία τέταρτα της ώρας, τα αποτελέσματα της μαστογραφίας, δεν ανάβω τσιγάρο – κυρία -. Βγάζω απ την τσάντα ένα βιβλίο. Ναι έχω κάνει τις προμήθειές μου πριν το φετινό τσεκ απ. Είχα αγοράσει βιβλία ανάλαφρα, γιατί κάθε χρόνο και χειρότερα. Περισσότερες εξετάσεις, αγωνία, ντελίριο, φόβος, πανικός και νοσοφοβία.

Σα να το ήξερα πως θα μου ανεβάσει την αδρεναλίνη ο σιορ Διονύσης και τον πήρα μαζί μου εκείνη τη μέρα. Και όταν η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο ο εγκέφαλος ξεχνά τον πόνο. Α όχι, δεν τον είχα πλερώσει ακριβά. Λιγότερο κι από ένα πακέτο τσιγάρα. Μικρό βιβλίο, μεγάλα γράμματα. Ούτε τα γυαλιά δεν χρειαζόταν να έχω μαζί μου.

«Σχέσεις» ο τίτλος του βιβλίου. Σχέσεις γραμμένες από έναν άντρα και μάλιστα Έλληνα! Που ομολογεί σε συνέντευξη του πως «ο Πειραιάς και η μάνα μου, ήταν οι δύο πόλοι που με διαμόρφωσαν». Μαμάκιας εξ ορισμού. Ο λύκος κι αν εγέρασε…. Πέραν του ότι το θέμα έχει εξαντληθεί από συγγραφείς, της κεντροευρωπαικής σχολής κυρίως, τα τηλέφωνα που «ανάβουν» και κρατάνε μέχρι τις πρωινές ώρες με φίλες το χουν αποτελειώσει!

Ναι και τον «Άρη» τον έχω διαβάσει και τα «Παιδιά της Χελιδόνας» και «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι». Μα τούτο που το ονομάζει και δοκίμιο, μου κατσε πολύ στραβά. Λες και έχουν βαλθεί όλα τα παλικαράκια, των εβδομήντα και άνω, να βωμολοχούν, να πλασάρουν αντριλίκι, να κατακρεουργούν τη γυναικεία φύση προσποιούμενοι πως την αποθεώνουν.

Λιλή Ζωγράφου

Βιβλιοκριτικός δεν είμαι και ούτε θα το ήθελα. Λατρεύω την παραγωγή έργου. Στην όποια του μορφή. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ρε κορούδες κάποια κομμάτια από τούτο δω το «πόνημα». Στα περιεχόμενα θα δείτε έντεκα κατηγορίες. Εδώ θα σταθώ μόνο στο  1ο κεφάλαιο. Τα υπόλοιπα θα μείνουν στα αζήτητα, του ιδανικού της Μαλβίνας που του ανέβασε τις μετοχές, μένοντας στο πλάι του.

 «Φύλα». Ο Χαριτόπουλος έχει «λαχανέψει» τη Λιλή Ζωγράφου, χωρίς μεγάλη επιτυχία, από το βιβλίο της «Από τη Μήδεια στην Σταχτοπούτα η ιστορία του φαλλού». 

Έχει διαστρεβλώσει τις πηγές της Λιλής, ανακατεύει κι έναν κομουνισμό, την καταγωγή της οικογένειας του Ένγκελς και βγάζει συμπεράσματα του τύπου: «Για χιλιετίες ολόκληρες οι γυναίκες έχασαν την ανθρώπινη υπόσταση τους». ΛΑΘΟΣ. Στον Ελλαδικό χώρο για τρεις (3) χιλιετίες οι γυναίκες μπαίνουν στο περιθώριο με το τέλος της Κρητομινωικής εποχής και την είσοδο των Αχαιών.

Στο ίδιο κεφάλαιο «Ο άνδρας αξιώνει μονογαμία. Επειδή αποκτά ιδιοκτησία». ΣΩΣΤΟ εν μέρει. Μα τι τον έκανε να αποκτήσει ιδιοκτησία; 

1Ο): Η επίγνωση της ανδρικής συμμετοχής στην τεκνοποίηση. Για χιλιάδες αιώνες ο άντρας δεν ήταν γνώστης του σπέρματος του.

2ο): Ανάμεσα στα 40.000 και 10.000 χρόνια πριν  εφευρέθηκαν νέα κυνηγετικά εργαλεία, έργο των ανδρών . Εδώ έχουμε την πρώτη γυναικεία υποβάθμιση.

3ο): Το άροτρο. Όλα τα παραπάνω δεν θα ήταν αρκετά αν οι Έλληνες δεν κουβαλούσαν το άροτρο. Ως τότε η καλλιέργεια της γης γινόταν με τη σκαπάνη και μόνο απ τη γυναίκα.

Τελειώνοντας το πρώτο κεφάλαιο συνοψίζει: «Το αίσθημα μητρότητας των γυναικών είναι τόσο επιτακτικό, όσο η σεξουαλική επιθυμία των ανδρών». Τι μου λέει λοιπόν εδώ; Να κάτσω σπίτι, να γεννοβολάω τα παιδιά που το ακόρεστο κατά τον συγγραφέα, σπέρμα θα ρέει μέσα μου και σε όσες άλλες μπορεί να το μοιράσει. Άρα θα γίνω το δοχείο χωρίς επιλογή, κοιτώντας μόνο σε μια κατεύθυνση: να αυξάνω τον πληθυσμό μέσα απ τις αρσενικές ορμές.  Να απαλλάξω τον εργασιακό χώρο απ την παρουσία μου και να λειτουργώ μόνο μέσα απ τα ένστικτά μου (μητρικά ). Αρνούμαι να γίνω ο παραγιός της φύσης.

Η Κάτια Δανδουλάκη σε μια συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου:

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

 «Με τις σχέσεις μου νιώθω πάντα μαθήτρια»

Το ραντεβού των 18.00 έφτασε στο φουαγιέ του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Μα που είναι η πρωταγωνίστρια;  Που είναι το αστέρι του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του θεάτρου; Που είναι το είδωλο που οι περισσότερες γυναίκες αγαπούν να βάζουν στοιχήματα για την ηλικία της; Που είναι η βεντέτα που σε λίγο θα ερμηνεύσει την Έλεν Χάμπαρντ στο «Έγκλημα στο Orient Express»; Η σφιχτή χειραψία γίνεται με ένα κορίτσι ψηλόλιγνο που φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια, αεικίνητο, τρυφερό.

Με οδηγεί στο καμαρίνι με το αέρινο βάδισμα της. Γυναίκα και παιδί μαζί.

Το καμαρίνι είναι ο χώρος με τη δική της πινελιά. Ζεστό σαν την ίδια, με έναν άνετο καναπέ για τους καλεσμένους, μια απέριττη πολυθρόνα μπροστά απ τον καθρέφτη με τα σύνεργα που την μεταμορφώνουν στην ηρωίδα της κάθε σεζόν.

Για μένα  είναι η Κάτια, όπως Μελίνα, Αλίκη, Τζένη. Το κασετόφωνο γυρίζει:

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Ειρήνης Αγγελικής Μήτση για το InTownPost.com

Τα πρώτα χρόνια και η δραματική σχολή.

«Όλα τα παιδικά, νεανικά, φοιτητικά χρόνια ήταν υπέροχα. Όταν θέλω να πάρω δύναμη για το μέλλον γυρίζω σ’ αυτήν την αγνότητα και τον ενθουσιασμό που είχα στο παρελθόν και στις αγάπες  απ’ τους γονείς μου, τους δασκάλους μου, απ’ τους φίλους μου και μετά από τους ανθρώπους της ζωής μου. Ένας ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου ουσιαστικά. Ο Μάριος.  Ήξερα από  την 3η Γυμνασίου ότι θα ακολουθήσω το θέατρο, ήμουν «κρυφό» παιδί, δεν το έλεγα. Αποφάσισα να το πω την τελευταία στιγμή, σαν έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, για να ησυχάσουν οι δικοί μου, μη πάθουν κανένα εγκεφαλικό και συγχρόνως πέρασα και στον Κουν, που δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο απλά».

Ο Κάρολος Κουν.

«Για μένα, λοιπόν, τα χρόνια της σχολής, ήταν τα χρόνια των ονείρων που άρχιζαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Όνειρα, όνειρα, όνειρα με σπουδαίους καθηγητές. Εκεί γνώρισα και τον άνθρωπο της ζωής μου, τον Μάριο. Οφείλω να ομολογήσω, πως παρότι έκανα και μια δεύτερη σχολή στο Λονδίνο, όλα όσα πήρα απ’ τον Κουν ήταν ο θησαυρός.

Στο Λονδίνο κέρδισα άλλα πράγματα: τεχνικές, έβλεπα κάθε μέρα παραστάσεις με σπουδαίο ρεπερτόριο και μεγάλους ηθοποιούς, άνοιγμα της αισθητικής μου προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά την ουσία, την ψίχα και τον καλώς εννοούμενο φανατισμό ήταν απ τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου και φυσικά ο Κουν. Ένας άνθρωπος με ακραίο πάθος γι αυτό που κάνει, αγάπη. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. Και απόλυτος. Ζητούσε τα πάντα. Όταν νευρίαζε, όταν έκανε καυγά και όταν πετούσε τα τασάκια στο ταβάνι ήταν απ την απόγνωση του αν δεν καθόταν κάτι απ το όνειρό του. Αν δεν τον ήξερες θα μπορούσες να πεις πως είναι σκληρός. Στις πρόβες ανακάλυπτες τον άνθρωπο τον βαθιά μορφωμένο, με βαθύ στόχο και δάσκαλο. Εγώ πέρασα μαζί του ονειρεμένα».

Ταινίες.

«Πρόλαβα και έκανα 14 ταινίες. Τις περισσότερες με τον Τζιμι Πάρι (Τζέιμς Πάρις ) με ηγετική τον «Παπαφλέσσα» και βέβαια τους «Σουλιώτες». Αν και ήμουν τελείως αντιηρωική, λόγω του παρουσιαστικού με είχανε για «Μπουμπουλίνα».

O κόσμος σνόμπαρε τις δουλειές αυτές  γιατί τότε έβγαινε ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος που πήγαινε σε άλλα πεδία, πιο ψαγμένα. Να όμως που τώρα βλέπουμε συνέχεια παλιές ελληνικές ταινίες, που είναι αθώα παιδικά παραμύθια. Ειδικά ο «Παπαφλέσσας» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Στη σκηνογραφία ήταν και οι δυο Φωτόπουλοι και ο Διονύσης και ο Βασίλης, σκηνοθέτης ο Ερρίκος Ανδρέου, τρία συνεργεία, τρεις παραγωγοί. εταιρίες…»

Κυνηγώντας τους «Τούρκους».

«Όταν γύριζα τους «Σουλιώτες», είχα φέρει μεγάλες καταστροφές ιππεύοντας. Θυμάμαι τον τρόμο τους όταν με έβαζαν πάνω στο άλογο, πήγαινα με την όπισθεν, πράγματα τρομερά. Μια σκηνή μάλιστα ήταν καταπληκτική όταν έπρεπε να πάω στο Κούγκι κρυφά από τον Τουρκικό στρατό που ήταν πίσω μου, να δώσω ένα μήνυμα. Ήταν στα Αμπελάκια, ανεβήκαμε σε γκρεμνά – που να το ήξερα εγώ – ήμουν και πολύ μικρή τότε. Μου είπαν όταν θα σου δώσουμε σινιάλο, δεν έβλεπα κιόλας, μύωψ από μικρή, και γι αυτό μου κουνούσαν σημαίες στα εκατό- διακόσια μέτρα …θα πρέπει να ξεκινήσεις επιτέλους. Είδα εγώ τις σημαίες που κουνιόντουσαν, α είπα, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήξερα να ιππεύω. Μόνο να ανεβαίνω, να κατεβαίνω. Να με κυνηγάνε οι Τούρκοι που να το μάθω! Το άλογο καταλαβαίνει πως δεν έχει καβαλάρη, ενώ εγώ το κουνούσα, το χτυπούσα σιγά στην πλάτη, το τραβολογούσα αυτό καθόταν με την ησυχία του, δεν κουνιόταν με τίποτα.

Κάποια στιγμή ανησύχησα γιατί άκουσα ποδοβολητά από πίσω, τα άλογα των Τούρκων, βλέπω πως ήταν όλη η στρατιά και με έχει πλησιάσει, με έχει προσπεράσει και μόλις το δικό μου άλογο βλέπει όλη τη σκηνή, αρχίζει να τρέχει. Έτσι έμεινε ιστορική η σκηνή με εμένα να κυνηγάω το Τουρκικό στράτευμα. Βεβαίως μετά πλήρως απογοητευμένοι ντύσανε ένα στρατιώτη, του βάλανε και μια κοτσίδα και έκανε αυτή τη σκηνή που για μένα ήταν αδύνατον να τη φέρω εις πέρας».

Φώσκολος.

«Είχαμε εξαιρετική σχέση. Ήταν ο άνθρωπος  μύθος για μένα. Ήταν αυτοδίδακτος, παθιασμένος, τρελός για το σινεμά και για την τηλεόραση μετά. Λάτρευε τον ηθοποιό του, να τον έχει καλομαθημένο, να μην κρυώνει, να κουράζεται τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει. Να τον προσέχει φωτιστικά, να τον προσέχει ερμηνευτικά γιατί υπήρχε ο  χρόνος.

Στη «Λάμψη» θυμάμαι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά δεν συγκρίνω το όποιο άγχος είχαμε τότε με το σημερινό. Χρειαζόταν να κάνουμε το πλάνο όσες φορές έπρεπε για το σωστό αποτέλεσμα. Άλλωστε εμείς δουλεύαμε ένα οχτάωρο, όχι ένα δωδεκάωρο που είναι τώρα. Κουραζόμασταν μεν αλλά το χαιρόμασταν συγχρόνως».

Έγκλημα στο Orient Express.

«Για μένα το τρένο είναι ένα όνειρο. Μέσα απ το Orient Express και από το φοβερό αυτό μυαλό, που υποκλίνομαι, της Αγκάθα Κρίστι, τι έχει ο ηθοποιός; Τι είναι το έρεισμα εκεί; Το αστυνομικό κρύβει ένα δίφορο παίξιμο, δηλαδή πρέπει να ξεγελάσεις κάπου το θεατή, όχι με την έννοια του ότι παίζω κάτι άλλο για να σου κρύψω αυτό που θα δεις στο τέλος.

Το κοινό να είναι πεισμένο απόλυτα γι αυτό που βλέπει και η ανατροπή να του έρθει από τη μέση του πουθενά. Αυτό το διπλό παίξιμο για τον ηθοποιό είναι πολύ ελκυστικό. Εξάλλου στην εποχή που ζούμε ο κόσμος θέλει ένα μεγάλο άνοιγμα. Να μπει κάπου για να χορτάσει  και θέαμα που το χει δύσκολα πια και ένα ταξίδι ονειρικό με μαζεμένους πολλούς ηθοποιούς. Αισθάνθηκα λοιπόν πως αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνέψαμε».

Η μαεστρία του Αντώνη Καλογρίδη

«Πιστεύω πως ο Αντώνης σε αυτή τη φάση – ενός δηλαδή αφαιρετικού σκηνικού – έχει μεγάλη μαεστρία για να μπορέσει να ενώσει τα τεχνολογικά (περιστρεφόμενη σκηνή, τα χιόνια που πέφτουν, το τρένο που έρχεται, το τρένο που φεύγει, ο διάδρομος, τα κουπέ). Αυτά όλα για να γίνουν στη φαντασία του με ήχους, με φώτα και με εικαστικά μέσα είναι πολύ δύσκολη διαχείριση. Ο Αντώνης λοιπόν έχει αυτή την εικαστική ευλογία. Αισθάνομαι ότι κάνουμε μια δουλειά ψυχής και η ψυχή τι θέλει; Αγκαλιά και όραμα».

Μάριος Πλωρίτης

«Για μένα η αγάπη είναι πολύ δυνατή όταν τα συμπεριλαμβάνει όλα. Βλέπεις τον άνθρωπο σου, τον θαυμάζεις, είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς σαν να ναι παιδί σου, σαν να ναι άντρας σου, φίλος σου,  πατέρας σου. Ήθελα πάντα ο άντρας μου να είναι καλύτερος από μένα.. Εγώ ένοιωθα πάντα μαθήτρια και μ αρέσει αυτή η προστατευτικότητα  η ανδρική. Μ’ αρέσει ο άντρας μου να θέλει το καλύτερο μου και να μην με ανταγωνίζεται. Αυτό μου προκαλεί ασφάλεια.

Με τον Μάριο είχα την τύχη να  ξέρω πως αν θα μου πει κάτι, θα το κάνει γιατί θέλει να με βλέπει καλύτερη. Πολλές φορές διαφωνούσαμε σε διάφορες επιλογές που έκανα εγώ, μα πάντα μου έλεγε θα κάνεις αυτό που θες εσύ. Βέβαια πάντα είχε δίκιο, έντεκα φορές στις δέκα. Και πάντα με άφηνε να κάνω το …δικό μου.  Ποτέ δεν μου είπε: «είδες που σου έλεγα»».

Δεύτερη φορά Επίδαυρος

 «Το 1997 είχα κάνει τη Λυσιστράτη. Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη σε τραγωδία. Ικέτιδες με το Εθνικό, τον Στάθη Λιβαθινό (σκηνοθεσία) και ΘΟΚ συμπαραγωγή. Το περιμένω με πάρα πολλή συγκίνηση και πάρα πολλή χαρά. Αυτά τα έργα είναι θεϊκά, σύμβολα τεράστια. Λένε τις αλήθειες τις μεγάλες του κόσμου, που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γι αυτό λοιπόν η διαχείριση ενός τέτοιου έργου σήμερα, είναι μια πολύ επίπονη και ιερή ιστορία, του πως θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμα και το μεγάλο συμβολισμό στο σήμερα. Ο κόσμος αυτό είναι, κύκλοι που κάθε τόσο κλείνουν και ξανανοίγουν με κάποιον άλλο τρόπο».

«Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής: Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πώς θα μπορούσα να λείπω, ως γνήσια Αναπλιωτοπούλα, από την ξενάγηση της κυρίας Ιωάννας Παπαντωνίου, την προηγούμενη Κυριακή, στην έκθεση «Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα» στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138;

Η ξενάγηση έγινε με αφορμή τη δωρεά της οικογένειας Γιαννοπούλου από το Ναύπλιο, ενός σπάνιου πανωφοριού («κοζόκα»), από γκριζογάλανο καμηλό ύφασμα, με περίτεχνα τερζήδικα κεντήματα, που σύμφωνα με τον δωρητή ανήκε στην προγιαγιά του, που ήταν σύγχρονη της βασίλισσας Αμαλίας.

Στη σημερινή Ελλάδα, που οι γυναίκες ντύνονται από γνωστά πολυκαταστήματα, η έκθεση αυτή μας πάει πίσω στον χρόνο, για να αναδείξει τις ρίζες μας, το περίτεχνο του ενδύματος, τα υλικά και τον κόπο για να φτιαχτεί ο «ντουλαμάς» και το αντίστοιχο «πιρπιρί» για τις γυναίκες.

Ιωάννα Παπαντωνίου

Στο εισαγωγικό της σημείωμα η κυρία Παπαντωνίου μας λέει: «Σκοπός της έκθεσης είναι να αναλύσει τις παραλλαγές στην ορολογία, τα αχνάρια, τα υλικά και τη διακόσμηση του ντουλαμά και τελικά να προτείνει νέους τρόπους χρήσης του στη μόδα και το θέατρο».

Η ξενάγηση άρχισε από τον διάσημο πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess «Η άφιξη του βασιλιά Όθωνα στη Ναυπλία στις 6 Φεβρουαρίου 1833», που παρουσιάζει ιστορικά πρόσωπα της εποχής, πολλά από τα οποία φοράνε κόκκινο ντουλαμά.

Στον πίνακα υπάρχει και μια γυναίκα η οποία φοράει κοζόκα. Ήταν ένα ένδυμα που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο, και που θα πρέπει να φοριόταν με βράκα, φόρεμα ή αντερί, πουκάμισο και επιστήθιο.

Για την ιστορία, ο Όθωνας μετά από παραίνεση του πατέρα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, αποφάσισε να ντύνεται με τη φορεσιά των Ελλήνων και αναζήτησε τον καλύτερο ράφτη.

Ο δήμαρχος του Ναυπλίου Σπύρος Παπαλεξόπουλος του σύστησε τον Σταύρο Κρεμμύδα, που είχε το ραφείο του στο Ναύπλιο και ήταν γνωστός για την ικανότητα του να στολίζει με κεντήματα από χρυσή και ασημένια κλωστή τα ενδυματολογικά σύνολα της εποχής.

Ο Όθωνας φόρεσε την μπλε ενδυμασία με φουστανέλα για πρώτη φορά στις 25 Ιανουαρίου του 1836, από τότε δεν την έβγαλε και ζήτησε να ταφεί με αυτήν.

Ο ντουλαμάς έχει τη θέση του και στο σύγχρονο θέατρο, καθώς η κυρία Παπαντωνίου σχεδίασε πάνω στο αχνάρι του πολλές παραλλαγές, χρησιμοποιώντας υφάσματα της επιλογής της σε διάφορους συνδυασμούς, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στις «Χοηφόρες», στους «Επτά επί Θήβας», την «Εκάβη», στον «Κύκλο με την κιμωλία», στους «Δραπέτες της σκακιέρας», όπου πειραματίστηκε με την ασύμμετρη χρήση υφασμάτων και διακόσμησης.

Στην έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, που θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Μαΐου του 2019, η κυρία Παπαντωνίου ζήτησε από Έλληνες σχεδιαστές μόδας να εμπνευστούν από τον ντουλαμά.

Στην έκθεση παρουσιάζονται δημιουργίες των: Angelos Bratis, Dimitris Dassios, Deux Hommes, Tina Karageorgi, Sophia Kokosalaki, Loukia, Maison Faliakos, Mi-Ro, Marcello Nyktas, Parthenis, Aristeides Tzonevrakis – «Aristotechnima», Daphne Valente, Zeus & Dione και Vassilis Emmanuel Zoulias.

Σημαντικές είναι επίσης οι δημιουργίες του Αριστείδη Τζονευράκη που δείχνουν τη δυναμική του ντουλαμά ακόμα και σε λευκό χρώμα.

Εν κατακλείδι, ο ντουλαμάς είναι ένα καταπληκτικό ένδυμα που έδωσε την αφορμή στην Ιωάννα Παπαντωνίου και τους συνεργάτες της να αρχίσουν μια μεγάλη έρευνα σχετικά.

«Ημέρα της Γυναίκας: Μια Υποκρισία», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Γλυκές μου Σταχτοπούτες, που ολημερίς παλεύετε για τον επιούσιο, παρακαλώ σας, μη βγείτε σαν ένα τσούρμο από μαινάδες, τη μέρα τούτη, που οι πατριάρχες μάς υποβίβασαν σε μαριονέτες. Δεν είσαστε εξωτικά πουλιά, ροδάνθια της ειρωνείας ενός μύθου.

Μια μέρα μας αξίζει μόνο; Η 8η του Μάρτη; Είναι η αληθινή ζωή εκεί έξω, κάθε μέρα. Προς τι ο διαχωρισμός; Έχουμε σάρκα και οστά, μυαλό και καρδιά, πάθος και λύσσα, δημιουργία. Δεν πιστεύω σε όλες αυτές τις αηδίες, περί συλλόγων γυναικών.  Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες μας έβγαλαν απ το σπίτι. Οι πόλεμοι, η έλλειψη ανδρικών εργατικών χεριών, η ανεπάρκεια.

Κοντύναμε τα φορέματα γιατί δεν υπήρχαν αρκετά υφάσματα για να σκουπίζουμε τους δρόμους. Καπνίζουμε γιατί η βιομηχανία πρέπει να πουλήσει. Η έξοδος μας είναι το κέρδος τους.

Αν με εθιμοτυπικά τερτίπια τού φορέσετε την μπροστοποδιά, την επαύριο θα έχετε τεράστιες απώλειες με ελάχιστο κέρδος. Πάλι θα ξυπνήσετε χαράματα για να φτιασιδώσετε το μουτράκι, να καλύψετε το μαύρο κύκλο κάτω απ το μάτι μετά από άγρυπνες νύχτες. Θα πάτε σούπερ μάρκετ, τα παιδιά στο σχολείο, τις δουλειές του σπιτιού, για να πέσετε ξερές στο κρεβάτι.

Αν κοιτάξω το ημερολόγιο, ξέρω πως γιορτάζω τον Δεκαπενταύγουστο. Αν κοιτάξω τη ζωή μου ξέρω πως προσπαθώ να γιορτάσω τη στιγμή. Και ναι πιστέψτε με είναι λίγες. Απαλλάσσω αυτά τα μικρά μυαλά, που θέλοντας να με φροντίσουν, μου φόρεσαν άλλη μια επέτειο.

Θα γιορτάζω πάντα τη Φαίδρα, την Αντιγόνη, την Κλυταιμνήστρα, τη Μήδεια, την Κική, την Άννα, τη Τζένη, την Ελένη. Καμιά τους δεν προσμένει τούτη τη μέρα, ούτε έναν πρίγκιπα στο πιάτο. Η καθεμιά ορίζει τα θέλω και την ουσία της ζήσης της.

Αυτό το λίγο, γιατί έχει και ήλιο έξω. Γιορτάστε τον.

Δημήτρης Θεοφίλου: «Η Αριστοκρατική Λεπτότητα του «Μαγεμένου Αυλού»», συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου»

Ένα μύθο θα σας πω, για τον Μαγεμένο τον Αυλό.

Σε ένα χώρο άκρως ερωτικό, με χαμηλή μουσική, έτσι ώστε να αφήνει τους θαμώνες του να επικοινωνούν μεταξύ τους, δεσπόζει ο Μαγεμένος Αυλός. Ένας χώρος που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1961. Πρώτος ιδιοκτήτης ο Γιώργος Πολυχρόνης, κοσμική περσόνα της Αθήνας και γαμπρός του Παυλίδη, ίδρυσε ένα πρατήριο γλυκών. Αργότερα ο πολυταξιδεμένος Πολυχρόνης, εισάγει το αλμυρό στις γεύσεις και το πρατήριο μετατρέπεται σε εστιατόριο με πρωτόγνωρες για την εποχή γεύσεις: πίτσα, fondue..

Όταν το 1985 ο ιδρυτής αποσύρεται. Το τιμόνι πιάνει ο Δημήτρης Θεοφίλου, που υπήρξε θαμώνας του θρυλικού εστιατορίου. Τόσο θρυλικό, που κατά την διάρκεια της κουβέντας μας, μια κυρία, εισέρχεται στο χώρο για να δείξει στις Γαλλίδες ανιψιές της το στέκι του μέγα Μάνου Χατζηδάκι.

Ρωτώ τον κύριο Θεοφίλου για τα παιδικά του χρόνια και την ιστορία των γονιών του:

«Τον καιρό που ήρθα στη ζωή, ο πατέρας μου είχε μια ιστορική ταβέρνα στην Πλάκα και μία τουριστική κατασκήνωση στην παλιά Επίδαυρο. Δύο μέρη, που μαζεύονταν άνθρωποι με μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Πλάκα θεατράνθρωποι, δημοσιογράφοι, παλαιοί Αθηναίοι. Εις δε την κατασκήνωση όλο το καλλιτεχνικό προσωπικό που δημιουργούσε τότε τα ιστορικά φεστιβάλ της Επιδαύρου.

Έτσι λοιπόν συναναστράφηκα από την ηλικία των απαλών ονύχων όλον αυτόν τον κόσμο. Μα και η μητέρα μου προέρχονταν από καλλιτεχνική στόφα, διότι ως έφηβη, έγινε μαθήτρια τραγουδιού στον σπουδαίο μας Αττίκ. Στην περίφημη «μάντρα» του εμφανιζόταν σε διάφορες παραστάσεις. Η αδερφή της μητέρας μου ήταν η γνωστή χορεύτρια Λίντα Άλμα, που έγραψε ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σύνδεσε τη ζωή της με τον Μάνο Κατράκη.»

Πως ο Μαγεμένος Αυλός φτάνει στα χέρια του;

«Εδώ βρήκα ένα στρωμένο δρόμο με ροδοπέταλα. Εδώ είχε ήδη γραφτεί ιστορία όταν ήρθε στα χέρια μου. Ερχόμουν ως πελάτης και με έθελγε η παρουσία του Χατζηδάκι και των άλλων τεραστίων προσωπικοτήτων. Όταν ο Γιώργος Πολυχρόνης ενδιαφέρθηκε να αποσυρθεί, βρεθήκαμε στο τιμόνι εμείς. Προσπαθήσαμε να έχουμε ένα σεβασμό στην παράδοση, θέλοντας να δώσουμε ένα φρέσκο αεράκι, χωρίς να ανατρέψουμε το ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον. Ο Αυλός έχει έντονη την πατίνα του χρόνου, ακόμα και στα έπιπλα του, στο πάτωμα του, στους τοίχους του, στα πιάτα του».

Μάνος Χατζηδάκις – Μίκης Θεοδωράκης –Δήμος Μούτσης

«Ο Μάνος σύχναζε στον Αυλό από τις αρχές του 60. Όταν τέλειωνε η «Οδός Ονείρων», που απέναντι της είχε την «Όμορφη Πόλη» του Μίκη, εκείνος εμφανιζόταν. Οι δύο μεγάλοι δημιουργοί αγαπιούνταν και αλληλοσέβονταν, παρότι ο μύθος το ήθελε αλλιώς. Ο Θεοδωράκης ήταν και αυτός θαμώνας του Αυλού, γιόρταζε τα γενέθλια του και πολλές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον σπουδαίο συνθέτ. Ένα βράδυ ο Δήμος Μούτσης προσπαθούσε να μιμηθεί πως διευθύνει ο Μάνος την ορχήστρα, εν τη απουσία του. Ξαφνικά εκείνος εμφανίζεται και του λέει με το χαρακτηριστικό Ρ. «Τι κάνεις Δήμο εκεί;» Οπότε πετάγεται ο Γκάτσος και λέει: «Τίποτα Μάνο, μας παριστάνει πως διευθύνει ο Μίκης»».

Αρχές της δεκαετίας του '60 όταν πριν ονομαστεί Μαγεμένος ΑυΛός ήταν πρατήριο γλυκών συνεργαζόμενο μετην βιομηχανία τροφίμων Παυλίδης

Σε περίοπτη γωνιά του Μαγεμένου Αυλού ο πίνακας του Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου με τον Μάνο Χατζηδάκι στο κέντρο του τραπεζιού να περιστοιχίζεται από τον Ματθαίο Μουντέ, τον Γιώργο Πολυχρόνη, τον Γιώργο Κουρουπό, τον Θεόδωρο Αντωνίου, τον Τάσο Λιγνάδη, τον Αλέξη  Μινωτή, τον Κώστα Μητρόπουλο, τον Γιώργο Μανιώτη, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Σπύρο Σακκά, τον Νίκο Περαντινό και τον Αλέκο Λιδωρίκη.

Ο Δημήτρης Θεοφίλου, η Ελένη Ροδά, ο Κώστας Βενετσάνος και ο "Κοκός" ή Κώστας Μουσάδης του Τρίο Ατενέ στον Μαγεμένο Αυλό

Ο σπουδαίος Έλληνας σεφ Γιάννης Ζουμπουλάκης μαζί με την βασίλισσα Φρειδερίκη (φωτό από το αρχείο του Γιάννη Ζουμπουλάκη)

Ο Μάνος στην Επίδαυρο

«Εγώ ήμουν νέος , αλλά και μικρομέγαλος. Πρώτα- πρώτα ήμουν μπροστά, όταν συνέλαβε το σκοπό του «ένα μύθο θα σας πω». Τότε ήταν μια ακόμα περίπτωση που ο Μάνος είχε αργήσει να γράψει μουσική. Αυτό δεν ήταν μη σύνηθες. Πάρα πολλές φορές ο Μάνος τις μουσικές για τις ταινίες τις έγραψε σε ταξί πηγαίνοντας στο στούντιο, στην πίσω μεριά της κασετίνας των τσιγάρων του. Έτσι και στην Επίδαυρο: «Α, το βρήκα παιδιά». Το είπε, το τραγούδησε άπαξ και με το Γιώργο Μούτσιο, έγινε επιτυχία.

Μέγας φιλόσοφος της ζωής

«Όταν ο αείμνηστος Μάνος, μίλαγε κρεμόντουσαν όλοι απ τα χείλη του. Ακόμα και οι φτασμένοι. Δεν τον κοντράριζε κανείς. Ήταν μέγας φιλόσοφος της ζωής. Είχε ένα αδιαπραγμάτευτο αφήγημα. Δεν αναζητούσε, είχε καταλήξει. Δεν έψαχνε, είχε βρει. Ιδιαιτέρως οι νέοι αρέσκονταν να τον παρακολουθούν».

Ερωτική φωλιά

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου.

Πολλά τα σημαντικά ζευγάρια που έχουν κάτσει στα τραπέζια μας. Η Αλίκη με τον Ππαμιχαήλ, ο Μινωτής με την Παξινού, ο Παπανδρέου με τη Λιάνη, η θεία μου η Λίντα με το Μάνο, ο Καζάκος με την Καρέζη πολύ συχνά, ο Μυράτ με τη Ζουμπουλάκη. Είναι ένα σημείο που βόλευε. Το αγαπούσε ο κόσμος. Ευτυχώς ακόμα και τώρα έχουμε κόσμο που πριν πάνε για ύπνο περνάνε απ εδώ».

Ζουμπουλάκης ο σεφ

Για να ευλογήσουμε και τα γένια μας ο κύριος Θεοφίλου μας μιλάει και για τον παππού Ζουμπουλάκη. «Στη δουλειά μας, το όνομα Ζουμπουλάκης σημαίνει πολλά διότι υπήρξε ο μέγας σεφ. Δύο μεγάλοι σεφ, έγραψαν ιστορία στην ελληνική κουζίνα. Ο Τσελεμεντές και ο Ζουμπουλάκης. Ο δεύτερος ήταν πολύ enfant gate για να  γράψει.

Μόνο από τυπωμένες συνεντεύξεις του γνωρίζουμε κάποια απ τα μυστικά του. Ο Τσελεμεντές ήταν πιο λαϊκός άνθρωπος και έγραψε για τη ελληνίδα νοικοκυρά».

Στην οδό Αμυντά, στον αριθμό 4 ο Μαγεμένος Αυλός, ο κύριος Θεοφίλου μα και τα παιδιά που συνεργάζονται μαζί του, μας καλωσορίζουν στο παρελθόν, μας μαγεύουν το παρόν και μας ετοιμάζουν  ένα καλάθι με καλούδια για το μέλλον.

«S.O.S. : Δράκουλας Καλεί τη Μαμά του», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Αγαπημένη μου Αθήνα, κάθε βράδυ έχεις κάπου να με στείλεις, να δω, ν ακούσω, να γευτώ το κάτι τις μου. Τρίτη βράδυ, τρεις γυναίκες το κλείσαμε το Zonars. Μετά την παρουσίαση των καπέλων της Κατερίνας Καρούσσος, πίναμε και μιλούσαμε, καταρίπτωντας μύθους.

Μα ναι φυσικά και μιλήσαμε και για άντρες, αλλά να, επειδή η Γαρυφαλιά κι εγώ έχομεν μιαν κλίση προς τα αιμοσταγή, η κουβέντα στράφηκε προς τον ένα και μοναδικό μαμάκια. Μόλις είχα τελειώσει το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ και έτσι μνημονεύσαμε αυτό το παιδί των τετρακοσίων ετών.

Δράκουλας ή Βλαντ Τσέπες ή Βλαντ Δράκουλα ή Bλαντ ο Ανασκολοπιστής. Τόσα ονόματα, ούτε φάκελο στην Ευελπίδων να είχε το παιδί. Θρύλος των Βαλκανίων και του Χόλυγουντ επίσης. Τετρακόσια χρόνια έψαχνε τη Μίνα του και στους δρόμους της αγάπης που γι αυτόν ήταν σχεδόν πάντα νυχτερινοί, ρούφηξε το αίμα κόσμου και κοσμάκη.

«Το αίμα είναι ζωή». Όταν ο Μπραμ Στόκερ ήταν μικρός και ασθενικός, δεχόταν την διαδεδομένη θεραπεία της εποχής, την αφαίμαξη. Τρομακτικό για ένα παιδί που αργότερα θα ψάξει στην αντίπερα όχθη και θα στείλει τον ήρωα του από την Τρανσυλβανία στο Λονδίνο προς αναζήτηση του παντοτινού έρωτα.

Πότε πρόλαβε να ζήσει τον έρωτα ο Δράκουλας; Ίσως ποτέ. Όλο σε πολέμους και εξορίες βρισκόταν ο έρμος. Στη δεύτερη πατρίδα του θα συναντήσει τη Μίνα, την «παρθενοπιπίτσα» που στο πρόσωπο της αναγνωρίζει τη γυναίκα του. Σιγά μη το «φάμε». Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς έκανε δύο γάμους. Εκτός απ τη Μίνα θα γνωρίσει και τη Λούση, μια «τσαπερδονοσφυριχτρούλα», που μέσα σε μία μέρα τρεις προτάσεις γάμου, είχε και έπαιζε τους άντρες στο κομπολόι της.

Ε, η Λούση την πλήρωσε. Η Λούση η απελευθερωμένη απ τους κώδικες της εποχής, η Λούση η ερωτιάρα, η Λούση το αντράκι που του θύμιζε τον πατέρα του. Διότι ο μπαμπάς Δράκουλας δεν ήταν και κανένα αθώο παιδάκι. Άφησε τον Κόμη και τον αδερφό του όμηρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εκείνος την έκανε «φίδι», τάχα μου για την επανάσταση. Τι έγινε ρε παιδιά;

Και να ταν μόνο αυτό; Στην προεφηβική του ηλικία, έπρεπε να αφήσει πίσω την αγκαλιά της μάνας, της τροφού και γενικότερα την κοινωνία των γυναικών για να μυηθεί στο σκληρό ανδρικό πρότυπο με τα ετεροθαλή αδέρφια, καθώς ο πατέρας  ζούσε με μια Μολδαβή πριγκίπισσα. Η απουσία της μητέρας από την καθημερινότητα τον τσαλάκωσε, η έλλειψη του μητρικού χαδιού εξηγεί αποτρόπαιες συμπεριφορές, σκληρότητα για τον ανθρώπινο πόνο, ακόμα και γυναικών αλλά και παιδιών.

Μέσα απ τη γλυκιά Μίνα, έψαχνε τη μητρική στοργή, ευγενή συναισθήματα, θαλπωρή και ζεστασιά. Ερωτεύτηκε τη γυναίκα – μάνα. Η βίαιη αποκοπή από τη μητρική εστία τον ενέταξε σε ένα κόσμο που δεν επέλεξε και ίσως δεν αποδέχτηκε ποτέ.

Μου θυμίζεις τη μάνα μου γι αυτό δεν δαγκώνω πολύ.