fbpx

«10+1 Eurovisionικες επιτυχίες που θα μείνουν για πάντα στην καρδιά μας», της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Άλλη μια εβδομάδα εισέβαλε δυναμικά, για να μας θυμίσει, με τον δικό της τρόπο, πώς ο καιρός περνάει, χωρίς να μας λυπάται ή να δείχνει τον σχετικό οίκτο.

Οι μέρες «τρέχουν», ο μήνας κυλάει και ο καιρός σίγουρα δεν έχει αποφασίσει ακόμη να «βάλει» τα καλοκαιρινά του. Ωστόσο, παρότι ο φετινός Μάιος έχει… ξεφύγει μετερεωλογικά, υπάρχει κάτι το οποίο -και φέτος- παρέμεινε ίδιο με κάθε χρονιά.

Όπως κάθε Μάιο λοιπόν, έτσι και τον φετινό, το καθιερωμένο μουσικό υπερθέαμα της Ευρώπης έλαβε χώρα στα μέσα του μήνα και φυσικά, δεν μας άφησε ασυγκίνητους.

Ο λόγος για τη Eurovision, η οποία φέτος, 2019, έλαβε χώρα στο Τελ Αβίβ και όπως πάντα, έκρυβε πολλές εκπλήξεις.

Για όποιον παρακολούθησε το μουσικό δρώμενο, όλα όσα έγραψα παραπάνω είναι γνώριμα.

 

Η Eurovision της καρδιάς μας

 

Από μικρό κοριτσάκι, θυμάμαι, συνήθιζα να θαυμάζω το μουσικό υπερθέαμα που λέγεται Eurovision. Ήταν η μοναδική μέρα του χρόνου που οι γονείς μου με άφηναν άφοβα να ξενυχτίσω, μέχρι να φτάσει στο τέλος η ψηφοφορία και να αναδειχθεί ο «μουσικός νικητής» της Ευρώπης. Βεβαίως, παρότι η υπόθεση «ψηφοφορία» αποτελούσε πάντα μια οικογενειακή ιεροτελεστία, πολύ λίγες ήταν οι φορές τότε που η ίδια, ως μικρό κορίτσι, «έπεφτα μέσα» στις προβλέψεις μου.

Πέραν όλων των παιδικών μου αναμνήσεων όμως, ο καιρός αναπόφευκτα πέρασε κι εγώ μεγάλωσα.

Μέσα από τόσα χρόνια παρακολούθησης λοιπόν, εν μέσω βιωμάτων και ενηλικίωσης των σκέψεων, μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι σήμερα, στην ηλικία και στη φάση που βρίσκομαι, δύσκολα θα παρακολουθήσω με την ίδια ζέση το –άλλοτε- εξαιρετικό υπερθέαμα.

Ωστόσο, στο InTownPost είμαστε εδώ για εσένα και για κάθε έναν Eurovisionικο fan (και όχι μόνο) και νιώθουμε κάτι παραπάνω από έτοιμοι για ένα μουσικό ταξίδι στο χρόνο, παρουσιάζοντάς σου 10+1 επιτυχίες της Eurovision που θα μείνουν χαραγμένες για πάντα στο μυαλό και στην καρδιά μας. Are you ready?

(Διευκρινίζουμε ότι η κατάταξη διαμορφώθηκε βάσει προσωπικών προτιμήσεων και δεν πρόκειται για official chart ή προσπάθεια προβολής συγκεκριμένων τραγουδιών ή καλλιτεχνών.)

 

Let’s Start!

 

Vicky Leandros – “Apres toi” (1972)

Το αξέχαστο “Apres Toi” (eng: “After you”) ερμηνευμένο μοναδικά σε γαλλικό στίχο από την Ελληνίδα τραγουδίστρια Βίκυ Λέανδρος, αποτέλεσε τη συμμετοχή του Λουξεμβούργου στον διαγωνισμό της Eurovision το 1972 και πήρε την πρωτιά, «κλέβοντας» τις καρδιές όλων. Πλέον παραπέμπει σε μια άλλη εποχή, όμως δεν έχει χάσει στιγμή την αίγλη του καθώς, ακόμα και στις μέρες μας, παραμένει αισθαντικό, κλασικό και πολύ αγαπημένο.

Celine Dion – “Ne partez pas sans moi” (1988)

Μια σύγχρονη μπαλάντα που αγαπήθηκε ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη της στο διαγωνισμό. «Κόντρα» στο τότε ρεύμα των 80’s, η Celine Dion συμμετείχε στη Eurovision του 1988 για λογαριασμό της Ελβετίας και μάγεψε άπαντες, τόσο με τις φωνητικές της ικανότητες, όσο και με το συναισθηματικό εύρος της ερμηνείας της, κατακτώντας την πρωτιά όχι μόνο στον τότε διαγωνισμό, αλλά και στην καρδιά του κοινού.

Dana International – “Diva” (1998)

Ένα τραγούδι και μια περσόνα που δίχασαν το κοινό του 1998, προκαλώντας μεγάλη διαμάχη μεταξύ των συντηρητικών ομάδων του Ισραήλ, όντας η πρώτη trans παρουσία στα χρονικά της Eurovision. Ο λόγος για τη γοητευτική Dana Internatioνal, που εκπροσώπησε το Ισραήλ με το dance, pop τραγούδι “Diva”, κερδίζοντας την 1η θέση για τη χώρα της στον μουσικό διαγωνισμό.

Ruslana – “Wild dances” (2004)

Ε ναι λοιπόν! Η ανατροπή στα 00’s ήρθε από τη Ruslana και τους «Wild Dances» της. Και ποιος δεν είχε… ξεσαλώσει με το τραγούδι της Ουκρανής δημιουργού, το οποίο κατάφερε να «ακούγεται» για πολύ καιρό ακόμη, μετά το πέρας του διαγωνισμού. Η Ruslana εκπροσώπησε τη χώρα της, την Ουκρανία και κατάφερε να κατακτήσει την 1η θέση με 280 πόντους, στη διοργάνωση του διαγωνισμού στην Τουρκία το 2004.

Έλενα Παπαρίζου – “My number one” (2005)

Δεν θα μπορούσε να λείψει από τη λίστα μας και όχι μόνο επειδή ήταν ελληνικό. Το «My Number One” αποτέλεσε από την αρχή το απόλυτο φαβορί και όλοι μιλούσαν για το τραγούδι της χρονιάς. Με έντονο το ελληνικό στοιχείο (μπουζούκι, σόλο κρητικής λίρας) και με μια εξαιρετικά πρωτότυπη χορογραφία, η Έλενα Παπαρίζου εκπροσώπησε επάξια τη χώρα μας και εξέπληξε ευχάριστα τους πάντες, επιβεβαιώνοντας την επιτυχία της με μία σαρωτική νίκη.

Johnny Logan – “Hold me now” (1987)

Μια από τις πιο υπέροχες μπαλάντες όλων των εποχών «γεννήθηκε» από το διαγωνισμό της Eurovision! Το κομμάτι της Ιρλανδικής αποστολής “Hold me now” και ο ερμηνευτής του, Johnny Logan, «έσπασαν» όλα τα κοντέρ επιτυχίας κατακτώντας την 1η θέση στο διαγωνισμό της Eurovision το 1987, καθιερώνοντας στη συνείδηση του κοινού ένα από τα πιο αγαπημένα ερωτικά τραγούδια.

Loreen – “Euphoria” (2012)

Το 2012 «ξεπετάχθηκε» άλλο ένα διαμάντι από τις «όχθες» της… Eurovisionικης λίμνης! Ο λόγος για τη Σουηδή pop τραγουδίστρια Loreen, η οποία κατέκτησε την 1η θέση στην κατάταξη του διαγωνισμού με το τραγούδι ”Euphoria” συγκεντρώνοντας 372 βαθμούς και «απέκτησε» το ρεκόρ με τα περισσότερα δωδεκάρια σε συμμετοχή χώρας στο διαγωνισμό.

Måns Zelmerlöw – “Heroes” (2015)

Μια από τις ωραιότερες συμμετοχές στη Eurovision so far είναι και αυτή, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέκτησε την 1η θέση. Το “Heroes” από τον ταλαντούχο pop Σουηδό ερμηνευτή Måns Zelmerlöw, κέρδισε τον κόσμο «αγγίζοντας» τα ακούσματά του. Ενδεικτικό είναι ότι το συγκεκριμένο κομμάτι παίζει δυνατά σε πολλά σημεία του κόσμου, μέχρι και σήμερα.

Abba – “Waterloo” (1974)

Από πολλούς έχει αναφερθεί ως το πιο σημαντικό τρίλεπτο του διαγωνισμού μέχρι σήμερα και όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε. Το 1974 το τραγούδι των Σουηδών ABBA “Waterloo” καταλαμβάνει την 1η θέση στον μουσικό διαγωνισμό της Eurovision και καθιερώνεται ως το πιο κλασικό κομμάτι της! Ζωντανό, εύηχο, διασκεδαστικό και με αέρα που «μυρίζει» 70’s, το τραγούδι “Waterloo” θεωρείται από τις πιο επιτυχημένες και επιδραστικές συμμετοχές στη Eurovision μέχρι και σήμερα.

Secret Garden – “Nocturne” (1995)

Όμορφο, ουσιαστικό, βαθύ και πολύ συναισθηματικό. Το κομμάτι αυτό αποτελεί κομψοτέχνημα για τη σύγχρονη ιστορία της μουσικής και ναι, «βγήκε» και αυτό από τον δημοφιλή διαγωνισμό τραγουδιού της Ευρώπης. Ακούγοντάς το, συνήθως δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις πρώτο, που σου δόθηκε η ευκαιρία να το απολαμβάνεις. Σήμερα όμως, κοιτώντας πίσω στο χρόνο, η απάντηση είναι απλή: Τη Νορβηγία. Το «Nocturne» από Secret Garden ήταν η αποστολή της Νορβηγίας στο διαγωνισμό το 1995, με το οποίο κατέκτησε την πρωτιά. Και σίγουρα έχει την πρωτιά και στη δική μας καρδιά.

Lordi – “Hard Rock Hallelujah” (2006)

Ήταν δυνατόν να το ξεχνούσαμε; Προφανώς όχι! Κλείνω με το δικό μου αγαπημένο λοιπόν, που το φύλαξα και για το τέλος. Η νίκη των Φινλανδών Lordi στην ελληνική διοργάνωση της Eurovision, το 2006, με το καταιγιστικό “Hard Rock Hallelujah”, από πολλούς αποδόθηκε ως η… «δικαίωση» των καταπιεσμένων μεταλλάδων. Στη πραγματικότητα, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Το clue δεν ήταν το φλερτ με τη metal σκηνή, αλλά η τρομακτική, αποκρουστική κι όμως τόσο έξυπνα τοποθετημένη εμφάνιση των Φινλανδών, την οποία προφανώς λατρέψαμε (φυσικά πολλοί την μίσησαν, όμως άλλοι τόσοι είμασταν κι εμείς που την αγαπήσαμε, οκ;)

Αυτά από εμάς λοιπόν για όλους τους απανταχού Eurovision Fans και για όλους όσοι λατρεύουν τη μουσική απ’ όπου κι αν προέρχεται και όπως κι αν είναι, όπως ακριβώς κάνουμε κι εμείς.

Μέχρι να τα πούμε ξανά…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«62 Χρόνια Μαρινέλλα: Σύμβολο Καλλιτεχνικής Υπεροχής», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Από το μελαχρινό κορίτσι που καθόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, πέταξε τις καρέκλες και μεταμορφώθηκε σε μια αεράτη γυναίκα με κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί και ντυμένη με πολυτέλεια, τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε και αλώνιζε πάνω στη πίστα. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της την έκανε να ξεχωρίσει»

Η μεγάλη κυρία του Ελληνικού τραγουδιού γεννήθηκε 19 Μαΐου. 

Τα λόγια είναι περιττά, όταν μιλάς για τη Μαρινέλλα!

Γιατί ό, τι και να πεις σίγουρα έχει ειπωθεί και θα πέσεις σε επαναλήψεις.

O Φρανκ Σινάτρα, ακούγοντάς την να τραγουδάει, είπε πως: «Αν αυτή η γυναίκα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτή όλος ο κόσμος».

Μαρινέλλα: Μια απαστράπτουσα λάμψη με δυο λαμπερά μάτια που αντανακλούν το φως και μια φωνή βιολοντσέλο!

Όταν η  Μαρινέλλα μπαίνει στη σκηνή το στητό της σώμα, η λάμψη της, η αδηφάγα θηλυκότητά της και η φωνή της κυριαρχούν και όλα φωνάζουν, πως το τραγούδι είναι Εκείνη.

Μαρινέλλα: σύμβολο καλλιτεχνικής υπεροχής μιας διεθνώς αναγνωρισμένης ντίβας, που δεν έφυγε ποτέ από την πατρίδα της.

Μαρινέλλα : Σπάνιο μέταλλο που συμπεριφέρεται ως μαγνητικό ρευστό και προσφέρει στο ακροατήριο μια μαγική ανατριχίλα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, ακούγοντας στις πρόβες την Μαρινέλλα να κάνει αυθόρμητα την φούγκα στο «Κουρασμένο παλικάρι» την παρομοίασε με την Μαρίκα Νίνου στην βελτιωμένη εκδοχή της.

             1978 στο Ηρώδειο από τηλεοπτικό γύρισμα του Κλέαρχου Κονιτισώτη.

                      Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1998)

(Φωτό: προσωπικό αρχείο Φρέντυ Πυτιλάκη)

Δυναμική Βασίλισσα επί 62 συνεχή χρόνια κρατάει τα σκήπτρα στο ελληνικό τραγούδι. Η Μαρινέλλα τρέφεται από το τεράστιο ταλέντο της, ενώ ποτέ, κυριολεκτικά, δεν απέκτησε πλήρη συνείδηση, ότι είναι και η πρώτη στο χώρο της σε μια εποχή που ο κόσμος «τρώει» ό, τι του σερβίρουν.

«…δεν έχω συνειδητοποιήσει ποτέ  τις λέξεις επιτυχημένη, φίρμα, πρώτη, μεγάλη. Ποτέ. Και ευχαριστώ τον Θεό για αυτό. Γιατί όταν το συνειδητοποιήσεις δεν είσαι τίποτε!», απάντησε,  όταν ρωτήθηκε σχετικά.

«Αν θες να βρεις παράδειγμα προς μίμηση, θα πρέπει να ψάξεις μεταξύ των απλών, ταπεινών ανθρώπων. Πραγματικό μεγαλείο έχουν μόνο όποιοι δεν αυτοδιαφημίζονται και δεν θεωρούν τον εαυτό τους σπουδαίο» αναφέρει ο Λέων Τολστόι και μου θυμίζει τη Μαρινέλλα, που άφησε τα πράγματα να «τσουλήσουν», όπως λέει χαρακτηριστικά, απαλλαγμένη από την υπερηφάνεια.

Λεύκωμα «Η Τέχνη της Μεγάλης Φωνής», Δεκέμβριος 2017

Νεράιδα 1986: Μαρινέλλα, Πάριος

Ο Μίκης Θεοδωράκης, η Μαίρη Λίντα και δεξιά η Μαρινέλλα (1961): Θέατρο «Κεντρικόν»

Από την ταινία «Ο Πιο Καλός ο Μαθητής» (1968): Νίκος Σταυρίδης, Ξένια Καλογεροπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος.

Φεστιβάλ «Midem» στις Κάνες το 1973

Η Μαρινέλλα, κατά κόσμο Κυριακή Παπαδοπούλου,  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς της γνωρίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη και είχαν ποντιακή καταγωγή.

Είναι το τέταρτο και νεότερο μέλος της οικογένειας. Μια οικογένεια φτωχή αλλά δεμένη με αρχές, που τα περισσότερα μέλη της τραγουδούσαν πολύ καλά. Από τεσσάρων έως πέντε χρονών, συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα». Στα δεκαεφτά της, ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.

Κάποιο βράδυ, στον Παλαμά Καρδίτσας, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα, που ήξερε απ’ έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε. Εκείνη τη στιγμή το ελληνικό τραγούδι κέρδιζε μία από τις καλύτερες εκπροσώπους του.

Ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας την βάφτισε καλλιτεχνικά «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης ενθουσιάστηκε, όταν την άκουσε να ερμηνεύει «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη, ένα τραγούδι που εκείνος είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα σε δίσκο.

«…δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης, δεν τον ήξερα. Μου λέει «Τραγουδάς ωραία, μπράβο! Σεκόντα ξέρεις να κάνεις»; Λέω «Ξέρω»

Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της. Και οι δύο αγαπούσαν πολύ την θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί, ο Στέλιος Καζαντζίδης της ζήτησε να γίνει το σεγκόντο του και λίγο καιρό μετά η γυναίκα του.

Χαρακτηρίστηκαν ως θεϊκό ζευγάρι της ελληνικής δισκογραφίας και γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του 1966.

Την ίδια χρονιά η Μαρινέλλα, μόνη της πλέον, προσπαθεί να στήσει μια προσωπική καριέρα.

Ο Γιώργος Κατσαρός ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε, επίσης ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας και αργότερα ο Κώστας Χατζής, ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη  Ακολούθησε το «Άνοιξε πέτρα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, ένα τραγούδι, που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην Μαρινέλλα για το ξεκίνημα της προσωπικής της καριέρας από  την οποία, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Μια μεγαλειώδης διαδρομή που η Μαρινέλλα ως πρώτο όνομα πια πρωτοστάτησε στο στήσιμο ενός άλλου είδους νυχτερινής διασκέδασης.

Από το μελαχρινό κορίτσι που καθόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, πέταξε τις καρέκλες και μεταμορφώθηκε σε μια αεράτη γυναίκα με κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί και  ντυμένη με πολυτέλεια, τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε και αλώνιζε πάνω στη πίστα. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της την έκανε να ξεχωρίσει.

Χρησιμοποιούσε μεγάλες ορχήστρες με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Πρόσεχε τον ήχο, έβαλε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, έφτιαξε τα καμαρίνια και επέβαλε όχι μόνο την Κυριακή να είναι ρεπό, αλλά και οι μουσικοί της να πληρώνονται εκείνο το ρεπό.

«Ρεσιτάλ»: η Μαρινέλλα με τον Κώστα Χατζή στο Σκορπιό στην Πλάκα (1976)

Από τα γυρίσματα του βίντεο κλιπ για το τραγούδι της Γιουροβίζιον: «Λίγο Κρασί, Λίγο Θάλασσα και το Αγόρι μου» (1974)

Και πάνω που είχαμε νομίσει ότι οι εκπλήξεις δύσκολα μπορούν να συμβούν πάνω σε μια πίστα, η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού Μαρινέλλα συνάντησε στην Πύλη Α (Performance Stage – Πρώην Πύλη Αξιού) τον Κώστα Μακεδόνα, συμπράττοντας από κοινού σε ένα λαϊκό και πολυαναμενόμενο για τους συντοπίτες της πρόγραμμα.

Μαζί με την Μαρινέλλα και τον Κώστα Μακεδόνα, στην Πύλη Αξιού εμφανίστηκαν η Έλενα Παπαρίζου, που έδωσε  μια πιο ποπ νότα στο σχήμα, στο οποίο συμμετείχαν  και οι Κωνσταντίνος και Ματθαίος Τσαχουρίδης και η Ήβη Αδάμου.

Με το ίδιο σχήμα, χωρίς τους αδελφούς Τσαχουρίδη, θα περιοδεύσει το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα. Το πιο σημαντικό σε αυτή τη σύμπραξη, είναι ότι η Μαρινέλλα  ανοίγει και κλείνει το πρόγραμμα, δίνοντας ένα μάθημα στις φίρμες, που βγαίνουν τις μεγάλες ώρες στην πίστα.

Εξήντα δύο χρόνια Μαρινέλλα και τίποτα δεν είναι τυχαίο: «Πρέπει να με γράψουν στα ρεκόρ Γκίνες, όχι μόνο γιατί τραγουδάω ακόμα, αλλά και γιατί ο κόσμος με θέλει ακόμα. Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω στη σκηνή κι από εκεί να φύγω», λέει η Μαρινέλλα,  κι εμείς την ακολουθούμε γιατί δεν θέλουμε να χάσουμε ούτε σταλιά κάθε απόβραδο από τη φρεσκάδα, το κέφι, την κίνηση και φυσικά την ανεπανάληπτη φωνή της!

Αφίσα της Νεράιδας 1985: Η Μαρινέλλα με την Κωνσταντίνα, την Μαργαρίτα Ζορμπαλά, τη Ντόρα Στέρη και τη Ντίνα Καμπάκη.

Υ/γ: Ευχαριστώ πάρα πολύ τον κ. Φρέντυ Πυτιλάκη για τη βοήθειά του στην πραγματοποίηση του αφιερώματος.

«Λήτης: Συνάντηση με τον Ζωντανό Θρύλο του Ελληνικού Ροκ», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

«Κι αν δεν έρθουν καλύτερες μέρες, θα αγαπήσω αυτές εδώ όπως είναι» 

Είχα σκοπό να φέρω την Maggie Reilly μετά το φετεινό καλοκαίρι. Έκανα κάπως αισθητές τις προθέσεις μου και – πόσο γρήγορα συνέβησαν όλα – να, η αφίσα της. Δεν ήθελα καν να πάω.

Όμως, συμπτωματικά, μια μέρα πριν την εμφάνισή της στο «Κύτταρο» με παίρνει τηλέφωνο ο παλιός συνεργάτης και πιστός κιθαρίστας του Λήτη, ο Αργύρης ο Κιούσης. Το «Κύτταρο» είναι το 2ο σπίτι του Λήτη, εκεί συναντιόμαστε συνήθως. Εκεί, στα δεξιά απ’ το stage ως συνήθως, η ωραία μας παρέα, αυτή τη φορά με την προσθήκη κι άλλων αγαπημένων προσώπων, ο Κώστας, η Βέρα.

Φωτογραφίες: Νάσος Καββαθάς

Moonlight shadows

Η κουβέντα μας ξεκινάει ήδη, είχαμε να τα πούμε κανα δυό μήνες. Σαν οικοδεσπότης είναι ο Λήτης εδώ, λάμποντας λες μέσα στον φυσικό του χώρο, κερνάει μπύρες, εκείνος δεν πίνει πια, ένα ζωντανό, καλοδιατηρημένο παρά τις κακουχίες, άγαλμα του ελληνικού ροκ, ωραίος, στυλάτος, ευγενής, αυθεντικός. Η Maggie Reilly ξεκινάει με το «Foreign Affair». Μερικά τραγούδια μετά ο Λήτης μου λέει: «Με σεβασμό στην κοπέλα, δεν είναι ότι δεν είναι καλή, καταλαβαίνω, αλλά δε θα κάτσω μέχρι το τέλος. Να, δεν είναι το είδος που μ’ αρέσει. Εγώ μεγάλωσα με Deep Purple, Rolling Stones. Οι Led Zeppelin είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Κι οι Clash, μου αρέσανε».

Και μας παίρνει η μπάλα να λέμε για συναυλίες που έχουμε πάει.

«Ναι, είχα δει τον Chuck Berry τότε».

Δε θυμόμουν καν ότι είχε έρθει στην Ελλάδα ο Chuck Berry. Επικαλούμαστε κι άλλα αντίστοιχα ροκ δαιμόνια: τον Jerry Lee Lewis τότε στο Καλλιμάρμαρο, α, και τότε που πήρα συνέντευξη από τον Screaming Jay Hawkins, (την τελευταία της ζωής του!), στο πλαίσιο της ταινίας που του έκανε ο συχωρεμένος ο  Νίκος Τριανταφυλλίδης, μπήκανε και μέσα στην ταινία κάποιες απ’ τις απαντήσεις του, (‘I put a spell on me’, 2000). Έπαιξε και δυο βραδιές στο «Ρόδον». Βεβαίως κι ήταν κι ο Λήτης εκεί.

Λήτης: Είχα συναντήσει και τον John Cambell τότε, στο «Ρόδον».

Νάσος: Ναι; Του μοιάζεις! Ινδιάνος δεν ήταν;

Λ: Ναι, Ινδιάνος. Φοβερή slide κιθάρα. Ήταν τότε να ξανάρθει στο Λυκαβηττό και πέθανε, 48 χρονών.

Πριν από μερικά χρόνια ο Λήτης είχε κλονιστεί από τον πρόωρο χαμό της τότε συντρόφου του (κι από όλα τ’ άλλα μαζί) και πέρασε ένα διάστημα σε ψυχική κατάπτωση, νοσηλευόμενος μάλιστα για κάμποσο καιρό. Άτρωτος, επέστρεψε στη ζωή και στη δράση. Τα καλά του νέα μου είχαν δώσει αληθινή, εύφορη χαρά.

2017: Το comeback στο «Κύτταρο»

Έκανα το comeback το 2017, εδώ στο Κύτταρο, μαζί με όλες τις άλλες μπάντες, sold out. Κι από τότε πολλές εμφανίσεις, Αθήνα και επαρχία. Το 2018 στο «Αν», που κατέβασα και τα παντελόνια μου και έφτασαν να γράφουν στην Espresso, να λένε στις κατινο-εκπομπές και να γίνεται viral.

Ο Λήτης φεύγει λίγο πριν το encore της Maggie Reilly με το «Moonlight Shadow». Σε λίγη ώρα συνεχίζουμε τη συζήτηση στο σπίτι του, σε απόσταση περπατήματος από το «Κύτταρο». Συνεννοούμαστε πως θα ανταλλάξουμε υλικό, φωτογραφίες, μέσω του γιου του του Φίλιππου.

Δεν είμαι όμως ένας που να κάτσω και να κολλήσω σ’ έναν υπολογιστή. Θέλω να ζήσω, να ανασάνω, να μυρίσω τη ζωή γύρω μου, να βγω έξω να τη ζήσω με ανθρώπους. Να, τις προάλλες κάναμε συναυλία, κανονική μπάντα, εδώ, στην Αχαρνών, έξω από ένα μανάβικο(!). Ήρθανε κανάλια, μαζεύτηκε κόσμος, έκλεισε ο δρόμος. Σας έκανε διάσημους λέγανε στο μανάβικο.

Δε γίνεται να μην αγαπήσεις τον Λήτη, αν είσαι τυχερός και τον συναπαντήσεις στα «στραβοδρόμια» που χαρτογραφούν το χώρο στον οποίο στέκει ως ένας απ’ τους last men standing.

Ελληνικό Ροκ. Ένας Έλληνας Lemmy θα μπορούσε να πει κανείς, τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχους μυθικούς (δήθεν ή όχι) ξένους ρόκερς. Λήτης & Ιζόλδη, Λήτης & Τρυκ, Λήτης & Σκιάχτρα.

Εδώ και χρόνια «Πρύτανης» του Streetwise University όπως λέω, φίλος και συνδημιουργός με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον Νικόλα Άσιμο, τον Τζίμη Πανούση, τον Πουλικάκο, τον Γκαϊφύλλια, τον Σκορδίλη, τον Woody και τον Δημητράκα απ’ τους Panx Romana, (επίσης last men standing), κατά ντουζίνες μπαίνουν και βγαίνουν στη συζήτησή μας ένα σωρό άλλα ονόματα κι επώνυμα.

Δεν είναι μόνο ονόματα, είναι άνθρωποι, καλλιτέχνες, κάποιοι ποτέ δε γνώρισαν την εκτίμηση που δικαιούνται. Κάποιοι σκαιές φιγούρες. Κάποιοι καλά παιδιά. Ατέλειωτες ιστορίες, απίστευτες, αλλά πιο αληθινές απ’ ότι απίστευτες. Μιζέριες και highlights, δίπλα-δίπλα. Τότε..

«..στην επιστράτευση. Ποιόν πετυχαίνω εκεί; Τον Αντώνη τον Λόξα, τον ντράμερ της Μαρινέλλας, που έφυγε μετά Αμερική. Φτιάξαμε μουσικό σχήμα και ανεβαίνανε στα τραπέζια οι γαλονάδες».

Μπρος και πίσω στο χρόνο, το ’70 που έπαιζε μπάσο, το ’81 που βγήκε ο πρώτος δίσκος, φέτος, αύριο. Χρόνος τύπου Αϊνστάϊν, μια γλιστερή ψευδαίσθηση. Ε, βέβαια, δεν είμαστε άγνωστοι, να κάτσουμε να παριστάνουμε τον δημοσιογράφο και τον συνεντευξιαζόμενο. Λέμε για τότε, το 2006, που παίζαμε μαζί στην Κρήτη, για κοινούς φίλους και συνεργάτες, για σουρρεαλιστικές συναλλαγές με τον τύπο στο «Ελληνικόν», για αχαριστίες και για λαμπρές στιγμές. Ή στο πάλαι ποτέ «Rollers» στο Περιστέρι, όπου έπαιζε λάϊβ και υπήρχε τεράστια πίστα για roller skates.

Αν απομαγνητοφωνούσα τη συζήτηση θα θέλαμε 40 σελίδες. Τουλάχιστον. Η μεταμεσονύχτια φωτογράφιση που ακολούθησε υπό αντίξοες συνθήκες (κομμένο ηλεκτρικό), ήταν εξίσου απολαυστική εμπειρία.

Νέα τραγούδια και βιβλίο

«Έχω 17-18 καινούργια τραγούδια και τα βάζω στούντιο αυτές τις μέρες». Δράττεται της ευκαιρίας και θυμίζει κάποιες λεπτομέρειες στον Αργύρη για τις επερχόμενες ηχογραφήσεις.

«Και βέβαια, την αυτοβιογραφία μου που ετοιμάζω αυτόν τον καιρό».

Μάλιστα, αυτό είναι νέο. Αυτό θα είναι ένα βιβλίο που θα γίνει απαραίτητο στην βιβλιοθήκη για το ελληνικό ροκ. Η ευκαιρία κάποιου/ας να απολαύσει τον χειμαρρώδη, γενναίο και συνάμα χιουμοριστικό λόγο του κυρίου Νίκου Σάνη, κατά κόσμον Λήτη.

«Ήμουν αλκοολικός και γυναικάς. Ήμουν νευρικός και είμαι ακόμα. Έγραψα τραγούδια με στίχο που δεν έχει τολμήσει κανείς και μουσικά έβαζα στοιχεία πρωτοποριακά. Και ποτέ δε διαφήμισα τα ναρκωτικά».

Νέα τραγούδια και ένα βιβλίο αυτοβιογραφία λοιπόν στα σκαριά για έναν καλλιτέχνη που επανειλλημένα  πρωτοτύπησε στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Σ’ έναν στοιχειωδώς λογικό κόσμο, το κοινό θα άκουγε, μελέταγε, διασκέδαζε με τους καλούς του καλλιτέχνες, όχι με τα διαφημισμένα «σκυλιά» κάθε λογής, παντού.

Κι αν αυτά εδώ είναι τα «dog years» για τη μουσική του mainstream, να τι λέει ο Λήτης στο βιογραφικό του σημείωμα στη σελίδα του στο facebook (https://www.facebook.com/Litisgr):

Υ.Γ.

Σχέδια για το μέλλον: Κι αν δεν έχουν έρθουν καλύτερες μέρες θα αγαπήσω αυτές εδώ όπως είναι!

Και:

Κάτι που δεν μετάνιωσα: Το ότι δεν έγινα ποτέ σκύλος κι ας πείνασα σα σκύλος…

Δικογραφία:

Ο Δράκος Του Πάρκου (Happening Records) 1981
Η Αράχνη – Γαλάζια Μηχανή  (Happening Records) 1982
Ποδανά (EMI) 1983
Χαρακίρι (Sakaris Records) 1988
Νυχτώνει (Atlantis Records) 2005
+4 Συλλογές

Χρυσοί Δίσκοι: Ούτε Τσίγκινος (Μόνο Έναν Ασημένιο της Μαμάς)
Επιτυχία στο Εξωτερικό: Ό,τι και στο Εσωτερικό
Επιτυχία στο Εσωτερικό: Ποδανά, Μαριάνα, Μπέττυ, Παπάς, Πλ. Εξαρχείων, Λίζα, Νυχτώνει

«10+1 κομμάτια των Black Sabbath που δεν θα βαρεθούμε ποτέ», γράφει και επιλέγει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Κακά τα ψέματα: Η κινητήριος δύναμη όλων όσων συμβαίνουν γύρω μας (αλλά και εντός μας) δεν είναι άλλη από τη μουσική. Τα συναισθήματα που κατά καιρούς «ξεπετιούνται», μέσα στο πλαίσιο της αδιάκοπης πάλης με την καθημερινότητα, καλλιεργούνται γόνιμα μέσα από τη μουσική και εν συνεχεία, είτε δαμάζονται, είτε ξεθαρρεύουν.  

Φαντάζομαι λοιπόν πώς είναι λογικό να μπορεί κανείς να γράφει για ώρες σε σχέση με τη μουσική και φυσικά για το τι τελικά σημαίνει για τον ίδιο. Εμείς βέβαια, δεν σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε αυτό το «μονοπάτι» στη σημερινή μας συνάντηση. Αντιθέτως, θα έλεγα. Με γνώμονα όλα όσα μας αρέσουν, σήμερα θα καταπιαστούμε με το πλέον κλασικό, αλλά και ιδιαίτερα αγαπημένο όνομα της heavy metal μουσικής. Ο λόγος για τους Black Sabbath.

Όλα ξεκίνησαν την άνοιξη του 1967, οπού το Βρετανικό συγκρότημα, φερόμενο τότε ως «Polka Tulk», έκανε την παρθενική του εμφάνιση στα μουσικά δρώμενα. Λίγο αργότερα, το σχήμα μετονομάστηκε ως «Earth», όπου και πορεύτηκε με αυτή την ονομασία για περίπου μια διετία. Αρχικά μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Ozzy Osbourne (φωνητικά), ο Tony Iommi (κιθάρα), ο Gizer Butler (μπάσο) και ο Bill Ward (τύμπανα), ενώ, εικάζεται πώς ανάμεσα στα τότε μέλη του συγκροτήματος υπήρξε ακόμη ένας πιανίστας και ένας σαξοφωνίστας.

Τον Αύγουστο του 1969 οι νεαροί βιρτουόζοι από τη Βρετανία, επηρεασμένοι από την ομώνυμη ταινία τρόμου του Μάριο Μπάβα με πρωταγωνιστή τον Μπόρις Καρλόφ που είχε προβληθεί το 1963, μετονομάζονται σε «Black Sabbath» και κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60’, όλα αρχίζουν να «μπαίνουν» στη θέση τους…

 

Δισκογραφία

 

Οι Black Sabbath κυκλοφόρησαν το πρώτο τους single με τίτλο «Evil Woman» τον Ιανουάριο του 1970 μέσω της εταιρείας «Fontana Records».

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1970 κυκλοφορούν το ομώνυμο ντεμπούτο-άλμπουμ τους, ανεβαίνοντας στο #8 της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και στο #23 των Η.Π.Α., άλμπουμ που παρέμεινε στα charts για πάνω από ένα χρόνο. Ο δίσκος περιείχε κλασικά κομμάτια όπως το ομώνυμο, σκοτεινό «The Wizard», το χαρακτηριστικό «N.I.B.», αλλά και το γνωστό και μη εξαιρετέο «The Warning».

Τον Ιούλιο του 1971 κυκλοφόρησε το τρίτο, κατά σειρά, άλμπουμ τους με τίτλο «Master of Reality», με πολλά κομμάτια του να δημιουργούν εντύπωση, όπως το «Children of the Grave» αλλά και το «After Forever».

Οι στίχοι των κομματιών αναφέρονταν στην ψυχή του ανθρώπου, αλλά και στη μετά θάνατον ζωή, με τον δίσκο να γίνεται χρυσός δύο μήνες αμέσως μετά την κυκλοφορία του, σκαρφαλώνοντας στο «Top-10» των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

Μετά από μία μεγάλη περιοδεία και ένα διάλειμμα, το Σεπτέμβριο του 1972 το συγκρότημα επανέρχεται με το «Volume 4″.  Η επιτυχημένη πορεία του γκρουπ συνέχισε αμείωτη έως το 1977, όπου η πρώτη βόμβα «έσκασε»…

 

Η «φυγή» του Osbourne

 

Ozzy

Το Νοέμβριο του 1977, ο frontman των Black Sabbath, Ozzy Osbourne παραιτήθηκε από το συγκρότημα, λόγω προσωπικών προβλημάτων, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να αποφασίζουν την αντικατάστασή του με τον Dave Walker των Savoy Brown.

Η «συνταγή» δεν φάνηκε να πετυχαίνει, καθώς η μοναδική εμφάνιση του ίδιου με το συγκρότημα έγινε στις 8 Ιανουαρίου 1978 για την τηλεοπτική εκπομπή «Look! Hear!».

Το «κερασάκι στην τούρτα» βέβαια ήταν ότι, τρεις μήνες αργότερα, ο Osbourne αποφάσισε να επιστρέψει στο συγκρότημα. Τον Οκτώβριο του 1978, οι Black Sabbath επανήλθαν ως είχαν, κυκλοφορώντας το «Never Say Die», με το ομώνυμο single να φτάνει στο #21 των βρετανικών charts και να αποτελεί το πρώτο τραγούδι μετά το θρυλικό «Paranoid», που καταφέρνει να μπει στον βρετανικό κατάλογο επιτυχιών.

Εν μέσω live εμφανίσεων, αλλά και πολλών αστοχιών του Osbourne καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του συγκροτήματος στον χρόνο, το 1979 οι Sabbath αποφασίζουν να διώξουν τον τελευταίο και να φέρουν στην θέση του έναν εξίσου ταλαντούχο frontman. Ο λόγος φυσικά για τον (τότε) πρώην τραγουδιστή των Rainbow, Ronnie James Dio.

 

«Εποχή Dio» και ανακατατάξεις

 

Ο τελείως διαφορετικός στη φωνή από τον Ozzy, Ronnie, μπήκε στο στούντιο αμέσως μετά την ένταξη του στο συγκρότημα το καλοκαίρι του 1979, μετά από πρόταση της κόρης του μάνατζερ των Black Sabbath και μετέπειτα συζύγου του Osbourne, Sharon Arden.

Να σημειωθεί ότι το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Gizer Butler αποχώρησε κι εκείνος από το συγκρότημα για τέσσερις μήνες, με προσωρινό αντικαταστάτη του τον Geoff Nicholls. Ο Butler επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1980 και οδήγησε τον Nicholls στα πλήκτρα.

Τον Απρίλιο του 1980 οι Black Sabbath κυκλοφορούν τον πλατινένιο τους δίσκο «Heaven and Hell» με το single τους «Neon Knights» να φτάνει στο #22 του βρετανικού καταλόγου επιτυχιών.

Μία ξεχωριστή περιοδεία πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά, καθώς οι Sabbath παρουσίασαν ένα φοβερό πακέτο μαζί με το διάσημο hard rock συγκρότημα, Blue Öyster Cult.

Ωστόσο, άλλη μια απώλεια έμελλε να ακολουθήσει για το συγκρότημα, καθώς τον Αύγουστο του 1980, ο Bill Ward αποχωρεί, λόγω της εναντίωσής του στην αντικατάσταση του Osbourne.

Ο Ward αντικαταστάθηκε από τον Vinny Appice, με τον οποίο το συγκρότημα ολοκλήρωσε και την περιοδεία για την προώθηση του «Heaven and Hell”.

Ο Dio, από την πλευρά του, συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του με το συγκρότημα και τον Οκτώβριο του 1981, κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του ως frontman των Black Sabbath με τίτλο «Mob Rules», μέχρι το Νοέμβριο του 1982 όπου αποχώρησε από το συγκρότημα για να ξεκινήσει σόλο καριέρα.

Dio
Vinny Appice

 

Ο διχασμός και οι αιώνιοι «βασιλιάδες» της metal

 

Σε γενικότερες γραμμές, μετά το 1979, η σύνθεση του σχήματος υπέστη πολυάριθμες αλλαγές, με μοναδικό σταθερό μέλος τον Tony Iommi.

Έτσι, έπειτα από έντονες δεκαετίες ανακατατάξεων, αλλά και από τα λίγο πολύ γνωστά πηγαινέλα του Dio, του Osbourne και των λοιπών, η αρχική σύνθεση του group επανενώθηκε για μία και μόνο φορά, με αφορμή το φιλανθρωπικό φεστιβάλ «Live Aid», στις 13 Ιουλίου του 1985, φεστιβάλ για το οποίο επανενώθηκαν και άλλα γνωστά συγκροτήματα όπως οι The Who ή οι Led Zeppelin.

Τα χρόνια πέρασαν, οι αλλαγές συνεχίστηκαν και κάπως έτσι, το Σεπτέμβριο του 2014, έγινε γνωστό ότι το συγκρότημα θα ξεκινούσε να δουλεύει για το 20ο και τελευταίο του άλμπουμ μέσα στο 2015, κάτι που όμως αναιρέθηκε λίγους μήνες αργότερα από τον ίδιο τον Ozzy Osbourne, με τους Black Sabbath να ανακοινώνουν ότι η τελευταία τους περιοδεία με τίτλο «The End» θα πραγματοποιηθεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2016.

Oι Black Sabbath λογοκρίθηκαν έντονα από τον Τύπο καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσουρανήματός τους, ενώ χαρακτηρίστηκαν από πολλούς ως «σκοτεινή” και “πολύ θορυβώδης μπάντα».

Ωστόσο, η ιστορία «μιλάει» για αυτούς, καθώς, όποια σύσταση κι αν είχαν, κατόρθωσαν να πετύχουν ως συγκρότημα αλλά και ως «όνομα» περισσότερες από 70.000.000 πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως!

Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι το περιοδικό «Rolling Stone» τους κατέταξε στην 85η θέση της λίστας με τους 100 σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.

Εμείς, στο InTownPost, είμαστε εδώ για να σου υπενθυμίσουμε το μέγεθος της επιτυχίας, αλλά και της επιδραστικότητάς τους, απ’ όλες τις εποχές και τις εκφάνσεις τους, μέσα από 10+1 κομμάτια που δεν θα βαρεθούμε ποτέ να ακούμε. Enjoy!

P.S.: Ας το πάμε χρονολογικά σε αυτή τη λίστα, για να είμαστε όλοι… ευχαριστημένοι!

The Wizard (1970)

Βραβευμένο με grammy καλύτερης metal ερμηνείας, το «The Wizard» αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρώιμης φάσης των Black Sabbath, με τον Ozzy Osbourne να τα… σπάει!

Evil Woman (Don’t play your games with me) (1970)

Άλλο ένα κομμάτι των… «παλιών» BS. Ήχος εναρμονισμένος με τους ρυθμούς της τότε εποχής, λίγο πριν κατασταλάξουν στο γνώριμο ύφος που τους έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα.

Iron Man (1970)

Κλασικό, σκοτεινό, αγαπημένο. Ένα κομμάτι που καθιέρωσε τους Black Sabbath, ακόμα και σε αυτιά που δεν ήταν… προετοιμασμένα για το συγκεκριμένο είδος!

 

Paranoid (1970)

«Can you help me occupy my brain?» …Άλλο ένα κλασικό κομμάτι της πρώιμης σύνθεσης των Black Sabbath, πολύ αγαπητό σε κάθε λογής μουσικό αυτί!

Solitude (1971)

Απίθανο κομμάτι από το άλμπουμ «Master of Reality», που έκλεψε τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή. Και κάπου εκεί ο Ozzy αποτυπώνει έμπρακτα πώς μπορεί να τα καταφέρει θαυμάσια, σε ότι κι αν καταπιαστεί…

 

Backstreet kids (1976)

Λίγο πριν από την αποχώρηση του Ozzy Osbourne, ένα μικρό θαύμα «ξεπετιέται» από τις… «όχθες» του «Technical Ecstasy»: Ο λόγος για το “Backstreet kids”!

Heaven & Hell (1980)

Κυκλοφορεί λίγο μετά την πρώτη εμφάνιση του Dio στο σχήμα, στο ομότιτλο άλμπουμ των Black Sabbath. Κιθαριστικά γυρίσματα, συνδυασμένα με εξαιρετικά vocals που κυριολεκτικά σε στέλνουν, ταυτόχρονα, σε… «παράδεισο και κόλαση»!

Neon Knights (1980)

Ακόμα ένα διαμάντι του δίσκου. Για άλλη μια φορά, τα υποσχόμενα φωνητικά του Dio απογειώνουν κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και ηχεί… «Neon Knights»!

Eternal Idol (1987)

Μετά τη φυγή του Dio το Νοέμβριο του ‘82, πολλά ονόματα ακολούθησαν στα vocals του συγκροτήματος (μέχρι τις σχετικές επιστροφές από Dio και Ozzy) όπως οι: Ian Gillan (τέως frontman των Deep Purple), David Donato, Glenn Hughes αλλά και άλλοι. Ξεχωριστός για εμάς ο Tony Martin, ένας εξαιρετικός frontman που ανέδειξε εκπληκτικά με τη φωνή του και το συγκεκριμένο, ξεχωριστό κομμάτι…

Master of Insanity (1992)

Ο Dio επιστρέφει και… τα καίει όλα, σε ένα από τα πιο δυνατά άλμπουμ του συγκροτήματος! Και όταν «μιλάει» η μουσική, τα λόγια είναι πάντα περιττά…

Children of the Grave-Iron Man-Paranoid (1987)

Για το τέλος, μάλλον σου αφήσαμε ότι έπρεπε! Η στιγμή της επανένωσης και η ερμηνεία των Black Sabbath στο Live Aid το 1987…

Κι εσύ, μην ξεχνάς να απολαμβάνεις τη μουσική…

Μέχρι να τα πούμε ξανά…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«Devin Townsend, o σημερινός Progressive Hero και «Empath», το Νέο του Αlbum», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Ετοιμάζω ένα άρθρο για τον Μουσικό Τύπο, για το πόσο ελάχιστα έχει να κάνει με την ίδια τη μουσική στ’ αλήθεια. Ακόμη κι ο ειδικευμένος μουσικός τύπος, παρά τις συχνά αγνές αρχικές προθέσεις, καταλήγει σε μαγαζάκια, παράγκες όπου -αναλόγως των συμφερόντων- προωθούνται κυρίως μετριότητες και flat out αθλιότητες του δισκογραφικού συστήματος και λογικό από μια άποψη: είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση του μουσικού χάρτη της ανθρωπότητας, μια φωτογραφία του τοπίου της, όπου βέβαια οι μετριότητες και οι κάτω του μετρίου είναι η πλειοψηφία.

Πραγματικά σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο εκκεντρικός (για τον μουσικό τύπο) Devin Townsend, το σύστημα του μουσικού τύπου τους περιθωριοποιεί ως «oddballs», «τρελούς επιστήμονες», «τρελάρες», «bonkers», «Nerds» – είναι μια πολύ διαδεδομένη έκφραση που την κολλάνε σε μια ευρεία γκάμα «κολλημένων», «σπασίκλων» και «φυτών», από έφηβα ψώνια μέχρι τελειωμένους επιστήμονες.

Nerd και ο φαν του Star Trek π.χ., Nerd και ο Άϊνσταϊν. Είναι μια handy έκφραση. Κι όντως, ο Devin είναι ένας genuine τρελός επιστήμονας της μουσικής τέχνης. Τα τελευταία χρόνια, με αργό ρυθμό, λόγω του ότι -σχεδόν παραδόξως- ο Devin γνωρίζει όντως επιτυχία, με πωλήσεις και με επιτυχημένες περιοδείες, το σνομπάρισμα σιγά-σιγά διαμορφώνεται σε -μερική, ακόμα- αποδοχή από τον ευρύτερο Τύπο και κάποιο ευρύτερο κοινό. Απ’ αυτή τη μερίδα του κοινού δηλαδή που δεν έχει αποβλακωθεί, κι απ’ αυτούς που δεν έχουν κολλήσει σ’ ένα είδος.

Πολλοί τον θεωρούν έναν σύγχρονο Frank Zappa. Ακόμη και ο Steve Vai, (μουσικό ίνδαλμα και πρωτοπαλίκαρο κάποτε του Zappa ο ίδιος), που πρωτοέφερε τον Devin στο προσκήνιο, νιώθει περήφανος για τον μαθητή του που «εξελίχθηκε σε ιδιοφυϊα», όπως δήλωσε.

 

Devin Townsend – The True Progressive Hero

 

Συνοπτικά: ο Καναδός Devin μετά τον δίσκο «Sex & Religion» (1994) με τον Steve Vai, (ιδανικό introduction), άρχισε να βαδίζει σε πολλά παράλληλα ή και διαμετρικώς διαφορετικά μουσικά μονοπάτια: βάδισε στο χώρο του metal (του extreme, πειραματικού metal μάλιστα), με τους καταιγιστικούς Strapping Young Lad, με τους οποίους έκανε εξαιρετικούς, πρωτοποριακούς δίσκους, που δε στερούνται μελωδίας και αληθινού μουσικού πειραματισμού, σε αντίθεση με τις αμέτρητες δρακουλοντυμένες μπάντες του είδους.

Παράλληλα όμως με τους SYL (των οποίων ήταν και ο κύριος συνθέτης) ξεκίνησε την προσωπική του δισκογραφία, που οδήγησε στην εύλογα ονοματισμένη μπάντα του, τους Devin Townsend Project (DTP). Στο μεταξύ εξελισσόταν και ως παραγωγός, ως μουσικός σκηνοθέτης πέρα από συνθέτης, εκτείνοντας τον ορίζοντα με τις πολύπλοκες ενορχηστρώσεις του και την αποτύπωσή τους σε ηχογραφήσεις, με state of the art αποτελέσματα.

Στα μήκη και τα πλάτη του πλούσιου μουσικού του καταλόγου, ο Devin μέχρι σήμερα έχει μια γκάμα απίστευτου εύρους: από rock, metal, pop, country, rockabilly, easy listening, new age, acoustic, classical, orchestral, χορωδιακά, jazz, reggae, dance, χιούμορ , ότι μπορείς να φανταστείς, παντρεμένα, πολύ συχνά μέσα σε ένα μόνο άλμπουμ ή ένα μόνο κομμάτι. Είναι ο σημαντικός progressive rock artist της εποχής – ενώ τα μέσα και ο Τύπος προωθούν μετριότητες του χώρου που ούτε καν θέλω να αναφέρω, για να μην τις διαφημίσω.

Ο τρόπος που δουλεύει και συνθέτει είναι περισσότερο αυτός ενός συνθέτη κλασικής μουσικής παρά ενός οργισμένου rocker, ταυτόχρονα η ένταση μπορεί να ανέβει σε extreme επίπεδα, ή ακόμη δυσκολότερο: να εναρμονιστεί με το λυρισμό εδώ κι εκεί, στα μουσικά του τοπία. Δε θα δεις σε κανένα μουσικό άρθρο να αναφέρει κανείς κάτι για την οπερατική/χορωδιακή φωνητική προσέγγιση του Devin. Θα βρεις όμως να διαβάσεις αρκετά για την κιθαριστική του δεξιοτεχνία και εφευρετικότητα.

Πέρσι έλυσε τους ζυγούς της μπάντας του Devin Townsend Project, μετά την πετυχημένη περιοδεία για το κύκνειο άσμα της μπάντας, με το πανίσχυρο άλμπουμ-φινάλε «Trancendence» (2017).

 

 fans του τον θεωρούν genius

 

Ο Devin είναι ίσως ο μοναδικός εν ενεργεία καλλιτέχνης που συνεχίζει να με αφήνει έκπληκτο με τα μουσικά του επιτεύγματα. Και δε μιλάω για επιτεύγματα, (στημένα hits, ροζ σκάνδαλα και ούτω καθ΄ εξής), που απασχολούν τον μουσικό Τύπο, αλλά για την ίδια τη μουσική, τα μουσικά επιτεύγματα που επινοεί και το πόσο τέλεια λειτουργούν απίστευτοι συγκερασμοί/συνδυασμοί, χωρίς να χάνεται το τραγούδι, η μελωδία.

Σας το λέω: στη σημερινή εποχή που πολλοί παριστάνουν τους «wizards» με τις τεχνολογίες του, ο Devin είναι μια μουσική sophisticated Disneyland από μόνος του. Δεν θεωρείται άδικα genius.

Για όσους δεν έχουν ακούσει Devin, προτείνω να ξεκινήσουν από την τετραλογία των άλμπουμς «Addicted», «Ki», «Deconstruction», «Ghost» ή για μια ακόμη πιο χαλαρή προσέγγιση: από τα «Casualties of Cool». Αυτό το τελευταίο είναι και ότι πιο κοντινό σε blues-country-jazz έχει κυκλοφορήσει.

Βάλτε στα παιδιά σας να ακούσουν, να δουν κομμάτια όπως τα «The March of the Poozers» και «Lucky Animals» και χορέψτε κι εσείς μαζί τους. Α, ναι, μπορείτε να αρχίσετε από τα links που είναι τοποθετημένα στο music galleryτου Devin Townsend σ’ αυτό εδώ το άρθρο-αφιέρωμα.

 

«Empath», το νέο άλμπουμ

 

Το singles απ’ το άλμπουμ «Empath», τα ολόφρεσκα «Genesis», «Evermore» και «Spirits will collide» είναι μόνο μερικά από τα νέα του «έπη», αποδείξεις του πόσα πράγματα μπορεί να χωρέσουν, εναρμονιστούν μέσα σε ένα πλούσιο μουσικό έργο.

Γι’ αυτό το άλμπουμ ο Devin μάζεψε διάφορους αξιόλογους μουσικούς στην δημιουργική ομάδα του, με πρωτοπαλήκαρο τον καλό μου φίλο Mike Keneally, έναν ακόμα phenomenal, ιδιοφυή μουσικό, που τον είχα φέρει στην Ελλάδα ως μέλος της μπάντας του Steve Vai, το 2000.

Εντάξει, αν ακούτε μόνο ραδιόφωνο, λαϊκά, χιπ-χοπ, δεν ξέρω αν το μυαλό σας μπορεί να ξεκολλήσει απ’ το χυλό, αλλά ίσως και πάλι να βρείτε στοιχεία που να σας αρέσουν στις μουσικές του Devin. Βάζω Devin να παίζει με διάφορους ανθρώπους γύρω μου και προς ευχάριστη έκπληξή μου όχι μόνο δεν τσινάνε – ειδικά οι μικρότερες ηλικίες -, αλλά ενθουσιάζονται. Δεν είναι απίστευτο.. Όχι! Τα παιδιά έχουν ανοιχτό μυαλό.

Το άλμπουμ «Empath» κυκλοφόρησε μόλις, στις 29 Μαρτίου. Δείτε και το online «making of» documentary , έχει 7 ‘επεισόδια’, (βλ. link). Θα τον υποστηρίξω παραγγέλνοντας το άλμπουμ. Δεν γράφω για benefits.

 

I endorse Devin Townsend

 

Λυπάμαι που λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων έχασα τη συναυλία των Devin Townsend Project με ορχήστρα & χορωδία στο Αρχαίο Θέατρο στο Plovdiv της Βουλγαρίας, πρόπερσι το Σεπτέμβριο, (κυκλοφορεί και σε Dvd/Blue Ray, Ocean Machine, Live in Plovdiv – Devin Townsend Project”) και βέβαια της πρώτης του συναυλίας στην Αθήνα, (που έγινε αμέσως μετά το Plovdiv). Αλλά σίγουρα θα ξαναδώ live τον Devin. 

Τον θεωρώ ήδη ιστορική μουσική φιγούρα, χαίρομαι που παρακολουθώ την εξέλιξή του απ’ την αρχή της καριέρας του και σε όλες τις στιγμές του συναρπαστικού, μουσικού ταξιδιού του και της διδαχής του, όπως στο Αρχαίο Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί δίδασκαν, λειτουργούσαν.

Βάθος, πλάτος, ποιότητες, ακρότητες: οργανωμένα, δαμασμένα, ο Devin είναι από τους λαμπρότερους μουσικούς εξερευνητές που έχουμε σήμερα και παρακολουθώ με χαρά το λαμπρό μουσικό του έργο.

Και μάλιστα: 1ον: ποντάρω ότι ο Devin πιθανότατα να μην έχει ακόμη φτάσει στο peak, το ζενίθ της δημοσιότητάς του, έχει αρκετά να προσφέρει με το μουσικό του ταξίδι σε εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα: 2ον: τα έχει ήδη όλα, ακόμα δηλαδή και να σταματούσε τελείως να κυκλοφορεί μουσική, ήδη είναι ένα πλούσιο μουσικό κεφάλαιο, ινστιτούτο, το έργο του.

Aλλά, he never disappoints. Δεν είναι τυχαίο που ήμουν εκεί τη μοναδική φορά που έπαιξε live το αριστουργηματικό άλμπουμ «Deconstruction», ούτε ότι με την μπάντα μου είμαι ο πρώτος που έπαιξε ποτέ live κομμάτι του Devin Townsend στην Ελλάδα, (βλ. link).  

Πρέπει εντέλει να σημειώσω ότι παράλληλα ο Devin, όπως και ο Steve Vai, είναι ένας πάντα ενδιαφέρων,  χειμαρρώδης συνομιλητής και στοχαστής, είναι αμέτρητα τα videos με συνεντεύξεις και σχολιασμούς του, interviews, clinics, άλλο ένα στοιχείο στην προσωπικότητά του που θυμίζει Zappa, λαλίστατοι αμφότεροι. Όχι κλισέ, όχι ξερόλας, αλλά αυτοσαρκαζόμενος, χιουμορίστας, με ανήσυχο και εξερευνητικό νου.

Κι αν ο πολύς κόσμος ακούει ως επί το πλείστον σαβούρα που πλασάρεται για μουσική: Ήμουν σίγουρος για χρόνια – και αποδείχθηκε – ότι οι προοδευτικές μουσικές έχουν στοιχεία για όλους, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι κοινές, mainstream.

Όταν π.χ. έφερα για πρώτη φορά τον Steve Vai για συναυλίες στην Ελλάδα το είδα να συμβαίνει μπροστά μου: το πιο ετερόκλητο κοινό που μπορείς να φανταστείς κι όλοι καταλάβαιναν, ψυχαγωγούνταν, διασκέδαζαν. Ο «μαθητής» Devin διευρύνει το παιχνίδι. Ανακαλύψτε.

 

«Empath» περιοδείες

 

Αν πραγματικά είχα χρόνο σκεφτόμουν να τον κλείσω, να του διοργανώσω μια εμφάνιση σταθμό στην Αθήνα, στην τρέχουσα Acoustic περιοδεία του «An Evening with Devin Townsend», οι ευρωπαϊκές ημερομηνίες φτάνουν μέχρι τα μέσα Απριλίου.

Αλλά από Νοέμβριο θα περιοδεύσει με full μπάντα για το νέο άλμπουμ, «Empath».

     music gallery          Devin Townsend

«Η άλλη, σχεδόν άγνωστη, ταινία για τον Freddie Mercury», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Bohemian Rhapsody movie: the gospel according to Brian May & Roger Taylor

Βρίσκομαι σε περίεργη θέση, αλλά τουλάχιστον: πρόκειται για ‘win-win’ situation. Εν ολίγοις: χαίρομαι μεν που «η ταινία για τον Freddie Mercury» έκανε και κάνει ντόρο, που πάει για τα Oscars, αν και δεν τη θεωρώ «καλή» σε τελική ανάλυση! (Την έχω δει 6-7 φορές ως τώρα – Διαβάστε την πρώτη γραπτή μου αντίδραση εδώ).

Τη θεωρώ «λίγη». Πρόχειρη. Επιφανειακή. Τη θεωρώ «φτηνή» για το καλλιτεχνικό μέγεθος του Freddie και προφανώς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των εναπομεινάντων Queen, Brian May και Roger Taylor, που, (λογικό είναι), στα 70 τους πουλάνε το stock.

Την παραγωγή τη θεωρώ μέτρια. Οι ηθοποιοί; Μια χαρά την κάνανε τη δουλειά τους πάνω στο άθλιο σενάριο. 

Είναι κάλπικη η εικόνα που δίνεται για τον Freddie.

Είναι η ιστορία ειπωμένη σύμφωνα με τον Brian May και Roger Taylor, μια χλιαρή χολιγουντιανή πατάτα, με ελάχιστο ζουμί: μια biopic σαν όλες τις άλλες, για το ομογενοποιημένο κοινό των Mall, των fast foods, τους σημερινούς επιφανειακούς προχειράνθρωπους.

Θεωρώ επίσης ότι ο Rami Malek δεν πρέπει να είχε την παραμικρή ιδέα περί Queen-Freddie Mercury πριν του προταθεί ο ρόλος, (δεν το θεωρώ κακό αυτό απαραίτητα). Ο Rami αντί για μίμηση του Freddie έπαιξε πρώτον ως Rami και δευτερον καθοδηγούμενος από τους σκηνοθέτες που θέλανε, προφανώς, να κάνουν μια biopic συνταγής.

Επειδή είναι καλός ηθοποιός το αποτέλεσμα είναι «αποδεκτό».

Η ταινία όμως είναι «το κατά May & Taylor ευαγγέλιο».

Τι; Αν θα άρεσε στον Freddie η ταινία;

Μπα!

Θα τους ξεμάλλιαζε!

Πάρτε λοιπόν την ταινία αυτή σαν ‘γκοφρέτα’, σαν συνθετικό χάμπουργκερ.

Όπως και το τωρινό line-up των περιοδευόντων “Queen+”, με ένα “American idol” ανδρείκελο να γαυγίζει τα hits.

O χρόνος θα την κρίνει καλύτερα, ενώ τώρα παίζει ακόμα όλος αυτός ο ενθουσιασμός, τα promotion, οι μεγαλοστομίες. Tα hits και το πάντα ισχυρό icon status του Freddie είναι που κόψανε τα εισιτήρια, κάνοντας την εν λόγω ταινία ένα από τα πιο «πετυχημένα biopic» ως τα σήμερα.

Για το μόνο που χαίρομαι είναι που όλη αυτή η φιέστα φέρνει τον Freddie κοντύτερα στην πλέμπα.

Η άλλη ταινία:

«The Freddie Mercury Story – Who wants to live forever»

Τηλεταινία του 2016, (βλ. Link  δεξιά).

Στην αρχή προφανέστατα η ταινία πρέπει να είχε τον τίτλο «The Great Pretender», συμπίπτοντας με μια πολυτελή φωτογραφική έκδοση υπό τον ίδιο τίτλο που κυκλοφόρησε επίσης τότε. Και εντέλει, προφανώς, για να δώσει το οκ ο Brian May, ο τίτλος της τηλεταινίας άλλαξε σε «Who wants to live forever».

Εδώ λοιπόν έχουμε μια τηλεταινία-ντοκιμαντέρ, μισό-μισό: υπάρχουν δηλαδή και συνεντεύξεις, και original υλικό, αλλά και δραματοποιημένα μέρη, με ηθοποιούς, ένα doc-fiction, δηλαδή.

Βέβαια, το budget είναι χαμηλό, αλλά η ταινία είναι τίμια.

Το κύριο βάρος πέφτει στις δραματικές τελευταίες μέρες του Freddie.

Toν Freddie υποδύεται o Jοhn Blunt, ένας σωσίας του Freddie και τους υπόλοιπους Queen τους υποδύονται οι υπόλοιποι της (κακής!) Tribute μπάντας του, των Killer Queen! (Sorry, αλλά «ευθύμησα» μέχρι δακρύων βλέποντας μερικά τους βίντεο).

Κοίτα όμως που παρά τις ταπεινές καταβολές της ταινίας, το τελικό value-αποτέλεσμα χτυπάει αρκετούς απ’ τους στόχους. Ως ντοκιμαντέρ πρώτα απ’ όλα μπαίνει σε «ύδατα» που άλλα ντοκιμαντέρ δεν τόλμησαν. Και ως ταινία-ταινία: ο Blunt καταρχήν είναι πειστικότερος.

Αυτόν έπρεπε να βάλουν και στην ταινία για τα multiplex.

Και εκεί που η ταινία με τον Malek είναι σχεδόν ..ομοφοβική, (είναι!!!), εδώ τα πράγματα είναι no holds barred. Πολύ πιο ρεαλιστικό αποτέλεσμα, σε αντίθεση με την ταινία που πάει να σηκώσει Oscars: 1ου Αντρικού ρόλου, Καλύτερης ταινίας κλπ.

Να λοιπόν, έτσι λειτουργεί ο φαύλος κύκλος:

Το προϊόν που υπερδιαφημίζεται παγκοσμίως από τα μέσα: δοξάζεται και κονομάει.

Το άλλο προϊόν, που έχει καλύτερο value, θα παραμεληθεί.

Πρέπει να πω επίσης, ότι αυτή η τηλεταινία-ντοκιμαντέρ λοιδορήθηκε από ένα ελεγχόμενο μέρος των μέσων, κυρίως λόγω της low budget παραγωγής της. Αλλά και η ταινία Bohemian Rhapsody έχει κακολογηθεί -δικαιολογημένα- κυρίως λόγω του άθλιου σεναρίου. Η ταινία «Bohemian Rhapsody» παρακολουθεί τον Freddie από τότε που συνάντησε τους Brian & Roger και πάει μέχρι το Live Aid, ενώ η ταινία «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.  

Και τέλος όσον αφορά την ταινία «Bohemian Rhapsody», έτσι κι αλλιώς, το Oscar είναι ένα «πέτσινο», «τσίγκινο» βραβείο: έχουν δοθεί Oscars και σε χειρότερες ταινίες.

Δείτε το «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» και το ξανασυζητάμε.

«Τίποτα πιο εμπορικό από το ποιοτικό;», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Ένας χρόνος «λειτουργίας»!

Σ’ αυτή μας τη σημερινή «συνάντηση» αποφασίσαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα “ευχολόγια” και τις κοινότυπες σκέψεις, προωθώντας λίγο περισσότερο τη δημιουργία και τον προβληματισμό.

Με τον όρο “προβληματισμό” φυσικά, δεν αναφερόμαστε μόνο στους κοινωνικούς ή τους οικονομικούς προβληματισμούς που μπορεί να ταλανίζουν τον καθένα.

Σίγουρα το προχωράμε κάπως παραπέρα και εισερχόμαστε σε ότι έχει να κάνει και με τη μουσική.

Έτσι…

…Σκεπτόμενοι τα δικά μας, την τελευταία εβδομάδα ”γεννήθηκε” σχεδόν αυτόματα ο προβληματισμός που αφορά τις μουσικές προτιμήσεις των νέων σήμερα.

Παρατηρώντας δε τις επιλογές τους, όσον αφορά τη διασκέδαση, ο προβληματισμός εντεινόταν και το συμπέρασμα θα καθυστερούσε να σχηματιστεί.

 Όλες οι επιλογές ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους.

Τι εννοώ;

Σάββατο βράδυ στο κέντρο.

Πληθώρα ανθρώπων επέλεξαν να διασκεδάσουν σε κάποιο γωνιακό club.

Άλλοι πάλι, προτίμησαν να περάσουν το Σαββατόβραδό τους ακούγοντας τζαζ, ενώ πολλοί ήταν κι εκείνοι που υποδέχθηκαν το πρωινό της Κυριακής παρέα με τη δική τους, γνώριμη ροκ συντροφιά.

Παρατηρώντας όλα τα άτομα ως τρίτος, πιθανόν να φαίνεται δύσκολο για κάποιον το να καταλήξει σε συμπέρασμα για το ποιος απ’ όλους διασκέδασε περισσότερο ή πέρασε καλύτερα. Πιθανόν όλοι. Πιθανόν και κανείς.

Αντί προλόγου…

Οι μουσικές μας επιλογές κατ’ εμέ είναι συνάρτηση τεσσάρων πολύ βασικών παραγόντων:

α) Παρέα

Με ποιους ήμαστε, με ποιους θα περάσουμε το βράδυ μας;

Δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγεις στα “μπουζουξίδικα” γιατί

“το ήθελε η παρέα”.

β) Χώρος

Αναλόγως το μέρος που έχετε κανονίσει με την παρέα, διαμορφώνεται νοητά και μια “λίστα” με το ποιες είναι οι πιθανές επιλογές σας εκεί.

π.χ. Είναι Ιούλιος και βρίσκεστε στην παραλιακή.

Ίσως και να καταλήξετε σε ελληνάδικο.

γ) Χρόνος

Μπορεί το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά σου να βάζεις τα ακουστικά και να συντονίζεσαι στον πιο soft σταθμό των fm. Δεν σου εγγυάται όμως κανείς πως το βράδυ δεν θα είσαι έτοιμος να ανέβεις σε τραπέζι ακούγοντας στη σειρά τσιφτετέλια! Δίκαιο.

δ) Ψυχική Κατάσταση

Είναι δεδομένο πως άλλη μουσική θα ακούσεις όταν είσαι χαρούμενος, άλλη όταν είσαι στεναχωρημένος, άλλη όταν είσαι μέσα στον έρωτα και την ευτυχία και άλλη όταν είσαι στα πατώματα, αμέσως μετά τον χωρισμό. Η ψυχική σου διάθεση άλλωστε παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στο όλο “παιχνίδι”.

Ωστόσο, οι μουσικές μας επιλογές επηρεάζονται, διαμορφώνονται, μεταλλάσσονται θα λέγαμε και από το τι προβάλλεται τριγύρω μας.

Εν έτη 2019, οι περισσότεροι θα λέγαμε πως με τις επιλογές τους δείχνουν να  τάσσονται υπέρ των εμπορικών τραγουδιστών.

Οι δισκογραφικές κι αυτές εξακολουθούν να κάνουν τις επιλογές τους, όσον αφορά την προβολή δουλειών αλλά και καλλιτεχνών που ακολουθούν πιστά το εμπορευματοποιημένο μοτίβο.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που επιλέγουν την εναλλακτική σκηνή ως μέσο έκφρασής τους, διαλέγουν ήχους διαφορετικούς από το συνηθισμένο ή το καθιερωμένο και… “αντιπαθούν” οτιδήποτε εμπορικό ή τους καλλιτέχνες της “απέναντι όχθης”.

Ποια είναι λοιπόν τα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από τις επιλογές των νέων;

Mήπως τα όρια μεταξύ “εμπορικού” και “ποιοτικού” έχουν αρχίσει να ξεφτίζουν;

Σκοπός μας δεν είναι σε καμία περίπτωση να κατονομάσουμε πρόσωπα και καταστάσεις.

Παρόλα αυτά, τα παραδείγματα θα καταστήσουν όσα λέμε λίγο πιο σαφή…

Μου ζητήθηκε να καταγράψω τις σκέψεις μου σχετικά με το τι κάνει αυτά τα δύο “στρατόπεδα” τόσο διαφορετικά.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των εναλλακτικών καλλιτεχνών και των λίγο πιο…”αναγνωρίσιμων” (επονομαζόμενων πλέον και εμπορικών) δεν είναι άλλη από τις επιλογές τους.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους ταλαντούχους, οι οποίοι δεν δέχονται να τραγουδήσουν κάτι που ενδεχομένως να μην τους εκφράζει. Κι αν θέλετε την άποψη μου, μπράβο τους.

Από την άλλη μεριά του νομίσματος, τόσοι και τόσοι μπορεί να έβγαλαν ένα δυνατό “hit” και λίγο αργότερα η φουρτούνα που προκάλεσαν να κόπασε…

Και θα ρωτήσει κάποιος τώρα: Αυτοί θεωρούνται εμπορικοί;

Εξαρτάται είναι η απάντηση μου.

Ας πούμε, όλοι θυμόμαστε αυτό εδώ…

Στην περίπτωση του Γιώργου Ρους έχουμε να κάνουμε με έναν επιτυχημένο στο είδος του καλλιτέχνη. Έβγαλε μια μεγάλη επιτυχία, όπως πολύ καλά θυμάστε όμως, σύμφωνα με πολλούς, δεν συνέχισε με την ίδια ένταση την πορεία του καθώς “το όνομα του δεν ακούγεται όσο άλλων”. Μην ξεχνάτε όμως πως κάτι τέτοιο μπορεί και να συμβαίνει ίσως επειδή ο ίδιος το επέλεξε.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Ρους δημιούργησε (και δημιουργεί) μικρά διαμάντια κατά τη διάρκεια της μουσικής του πορείας.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της εμπορικότητας, έχουμε να κάνουμε με πλάσματα επίσης ταλαντούχα, τα οποία όμως μπορεί να ξεφύγουν λίγο από τα πιστεύω και τα ιδεώδη τους προς χάριν του… “θορύβου” που κάνει το όνομά τους στις πίστες και στα club.

Για να μην είμαστε απόλυτοι, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που τα ιδεώδη των καλλιτεχνών ταιριάζουν, συμπίπτουν, συναντιούνται θα λέγαμε με τις εκάστοτε “τάσεις” του κοινού.

Αν κάποιος εκφράζεται τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια, αναφερόμενα σε πόνο ή ερωτική απογοήτευση, στοχεύει και στην αντίστοιχη μερίδα κοινού η οποία, με τη σειρά της, θα εκφραστεί ακούγοντάς τον.

Υπάρχουν παραδείγματα καλλιτεχνών που ενώ ασπάζονταν την εναλλακτική σκηνή, ξεκίνησαν να “απασχολούν” ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα του κοινού (είτε επειδή οι ίδιοι προώθησαν μια τέτοια κατάσταση με τις επιλογές τους, είτε επειδή “έγινε μόδα”, είτε λόγω της προβολής τους, κοκ).

Το αποτέλεσμα είναι ένα:

Οι εν λόγω “εναλλακτικοί” έκαναν εγγραφή και στο club των “εμπορικών”.

Τρανταχτό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης, ίσως και λόγω της τόσης προβολής της, δεν είναι άλλο από τη Νατάσα Μποφίλιου.

Η συγκεκριμένη καλλιτέχνης με την τόσο μαγική φωνή, είναι από τις λίγες τραγουδίστριες που δεν θεωρώ ότι έχει αλλάξει το ύφος και το χρώμα στα τραγούδια της απλά και μόνο για να κάνει επιτυχίες.

Διατηρεί πανομοιότυπο στυλ σε όλες τις δουλειές της.

Είναι αυτό που είναι και καθ’ όπως φαίνεται… “πουλάει”.

Έχουμε δει αρκετές φορές πως το ποιοτικό μπορεί να είναι και εμπορικό.

Όσοι ασχολούνται με το έντεχνο μονοπάτι της ελληνικής μουσικής μπορούν να το επιβεβαιώσουν άλλωστε.

Τα όρια λεπταίνουν και σχεδόν εξαφανίζονται όσο τα χρόνια περνούν…

Όπως αναφέραμε όμως και πιο πάνω είναι και η “μόδα” που παίζει το ρόλο της.

Το 2012 και σε ηλικία μόλις 29 ετών, κάνει την εμφάνιση του ανεβάζοντας αυτοσχέδια video στο youtube.

Το τραγούδι του “Δεν ταιριάζετε σου λέω” με τον ίδιο να τραγουδάει απλά με την κιθάρα του στο χέρι γίνεται αμέσως viral και τραγουδιέται σχεδόν παντού.

Οι περισσότεροι χλευάζουν, όμως εκείνος κυνηγάει το όνειρό του.

Σύντομα δέχεται την πρώτη του πρόταση για συνεργασία με δισκογραφική κι έτσι, το 2013 κυκλοφορεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, υπογεγραμμένη φυσικά από τον ίδιο.

Η φήμη του εκτοξεύεται, παρόλα αυτά οι επικριτές του παραμένουν πολλοί.

Τον ίδιο δεν φαίνεται να τον απασχολεί η γνώμη του κόσμου.

Τραγουδάει ασταμάτητα, γράφει τραγούδια σε συναδέλφους του και βήμα βήμα κάνει το όραμά του πραγματικότητα.

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το μοιραίο πρωινό Φεβρουαρίου του 2016 όπου χάνει τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα.

Μιλάμε φυσικά για τον Παντελή Παντελίδη.

Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης όσο ήταν στη ζωή αγαπήθηκε από πολλούς και αυτό δεν αμφισβητείται.

Ωστόσο, όντας εμπορικός τραγουδιστής, εκπλήρωσε κι αυτός το δικό του ρόλο, έστω και μετά θάνατον, στο “παιχνίδι” της μόδας στη μουσική βιομηχανία. Τα views των κομματιών του στο διαδίκτυο ανέβηκαν κατακόρυφα λίγο μετά της αποχώρησης του από την ζωή, ακόμα κι από ανθρώπους που ήταν μέχρι πρότινος εντελώς ανίδεοι με το είδος που τραγούδαγε ο Παντελής Παντελίδης.

Εκατοντάδες άνθρωποι “χτύπησαν” τατουάζ με τα αρχικά του και μέχρι και τη στιγμή που μιλάμε, αρκετοί είναι αυτοί που θα βάλουν να ακούσουν τα κομμάτια του, ακόμα κι αν δεν το έκαναν πριν.

Αντί επίλογου…

Βάζοντας τα πράγματα στη ζυγαριά, ένα είναι το μόνο βέβαιο:

Ο τρόπος έκφρασης για τον καθένα είναι κάτι μοναδικό, ξεχωριστό και πολύ προσωπικό τις περισσότερες φορές.

Πίσω από τη μουσική θα κρύβονται πάντα, καλώς ή κακώς, πολλά ακόμη πράγματα τα οποία μόνο αν κάποιος κάνει τον κόπο να εμβαθύνει, μπορεί έστω και λίγο να διακρίνει.

Κι επειδή δεν θέλουμε να σας “κουράσουμε” άλλο, ξέρουμε καλά πως σάς έχουμε πλέον “συνηθίσει” σε μουσικά τελειώματα. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα κάνουμε και τώρα. Το InTownPost σας παραθέτει μερικά πολύ αγαπημένα κομμάτια καλλιτεχνών της Ελληνικής εναλλακτικής μουσικής σκηνής.

Φιλιά,

Μαρκέλλα

Το Φαινόμενο Greta Van Fleet και οι Led Zeppelin, του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Είναι η μπάντα για την οποία μιλάει αυτές τις μέρες όποιος έχει την παραμικρή σχέση με το Rock εν γένει. Καταγράφοντας τις πρώτες εντυπώσεις και τις πρώτες παρατηρήσεις μου, βλέποντας & ακούγοντας για πρώτη φορά τους GVF αποφάνθηκα:

Αυτό που βλέπω και ακούω τώρα είναι πρώϊμοι Led Zeppelin, ok. Η μπάντα αποτελείται από τέσσερις «πιτσιρικάδες» -οι τρεις είναι αδέρφια. Και είναι καλοί. Που σημαίνει: είναι τόσο καλή «αντιγραφή» των Zeppelin, που προερχόμενη από τόσο νέα παιδιά έχει μια αγνότητα. Τα παιδιά είναι μόλις 20, 21 είναι ο μεγαλύτερος νομίζω.

Η αρχική αντίδρασή μου ήταν: «Kι άλλοι μίμοι των Led Zeppelin;» Όμως πάλι.. χάρηκα που έβλεπα αυτά τα παιδιά να παίζουν τα (καλούτσικα) τραγούδια τους, χρησιμοποιώντας τους Zeppelin ως genre σαν τους αριστούχους ενός σύγχρονου School of Rock. Γιατί όχι;   

Ακόμη και μεγαλύτεροι σε ηλικία να ήταν, χομπίστες ή επαγγελματίες, πάλι θα εντυπωσίαζαν με αυτό, το ηχητικό τους αποτέλεσμα. Και όσον αφορά το σύνολο, αλλά ειδικότερα όσον αφορά τη φωνή της μπάντας, τον Josh Kizska.

Φρέσκος αέρας: από την «εξοχή» στην κορυφή του Billboard

Ξεκίνησαν το 2012, στην μικρή κωμόπολη, σχεδόν χωριό, Frankenmuth, στο Michigan, Αμερική. Μεγάλωσαν στα λιβάδια δηλαδή, (όπως λένε κι οι ίδιοι σε συνεντεύξεις). Άρχισαν να παίζουν ζωντανά, τοπικά, σε κοντινές πόλεις, ως παιδιά, έφηβοι ακόμα. Θέλω να πω: είναι αληθινή, ‘οργανικά’, η ιστορία τους, δεν είναι το project κανενός παραγωγού. Φαντάζομαι τα πρώτα τους ακροατήρια να ενθουσιάζονται. Κι από ‘κει άρχισε να ανθίζει το φαινόμενό τους. ‘Από  στόμα σε στόμα’ μαθευτήκανε, πρώτα τοπικά, μετά ευρύτερα στον χάρτη της πολιτείας κι αργότερα των υπολοίπων πολιτειών των USA. Κυκλοφόρησαν τα EP’s τους από το 2014 ως το 2016 και μόλις τον περασμένο Οκτώβρη (2018) κυκλοφόρησαν το πρώτο τους full album Anthem of the Peaceful Army”. Το οποίο πήγε στην κορυφή των πωλήσεων στην Αμερική.

Από τις ταπεινές τους καταβολές και τα νεανικά τους αλματώδη βήματα ‘στην πιάτσα’, τα παιδιά, οι Greta Van Fleet, αυτή τη στιγμή γεμίζουν γήπεδα, είναι η πιο πρόσφατη No1 Charting Rock μπάντα στην Αμερική. Έχουν προταθεί για 4 Grammy’s και προβλέπεται να σηκώσουν τουλάχιστον κανα δυό απ’ αυτά.

Χαίρομαι αλλά και ..ανησυχώ για τα παιδιά. Όμως βλέποντας μια καλή δόση ωριμότητας δίπλα κι αντάμα με το νεανικό χιούμορ και τη σπιρτάδα τους, τα παιδιά φαίνονται μια χαρά. Ξέρουν τι τους γίνεται κι ο δρόμος είναι ορθάνοιχτος προς όλες τις κατευθύνσεις, αφού γράφουν και παίζουν τη μουσική, ενώ ξέρουν κι από παραγωγή.

Ειδικά πάλι όσον αφορά τον υψίφωνο τραγουδιστή τους: ο Josh έχει βάλει βάσεις για μέλλον. Πολλοί θα ήθελαν να είναι “οι νέοι Robert Plant”, νάτος λοιπόν, με το δικό του ύφος και look. Και βέβαια, αν μείνει μακριά από τις αποδεδειγμένες κακοτοπιές, (ναρκωτικά, καβάλημα καλαμιού-υπεραυτοεκτίμηση, business κλπ), προφανώς έχει τα φόντα να ξεδιπλώσει και ευρύτερα -κι από τα Zeppelin standards- τα ταλέντα του.

Βλέπεις: και οι ‘παλιοί’ μπορούν να χαρούν τους ‘νέους Zeppelin’, (με την ‘έγκριση’ του Robert Plant που έχει πει κάποια ευνοϊκά σχόλια), αλλά ακόμη περισσότερο: οι νέοι ακροατές -που δεν έχουν ιδέα ποιοί ή ‘τι’ είναι οι Led Zeppelin- μόλις απέκτησαν τους ‘δικούς τους’ Led Zeppelin, και σε ήχο και σε ‘vibe’. Το μέλλον θα δείξει αν είναι ‘φούσκα’ κι αν θα ατονήσει το ‘φαινόμενο’. Αλλά, κυρίες και κύριοι, έχω την απάντηση:

Τα τραγούδια θα μιλήσουν. Όσο hype/διαφήμιση να γίνει ή να μη γίνει, τα καλά τραγούδια είναι γενικότερα μια σπανιότητα σήμερα στα charts. Τα τραγούδια λοιπόν των GVF είναι ‘σχεδόν εκεί’, έχουν ‘υπόσχεση’ ωρίμανσης, έχουν potential.

Αλλά μόνο, έστω, μια ‘κομματάρα’ στον επόμενο δίσκο τους θα μπορούσε να τους φέρει ‘εκεί’. (Και μετά: όχι μόνο ένα ή δύο τραγούδια βέβαια). Προς το παρόν έχουν αυτά τα ‘Zeppelin genre’ κομμάτια, κάποια απ’ αυτά είναι ενός επιπέδου ποιότητας που οι αληθινοί (ουπς!) Zeppelin θα άφηναν έξω απ’ το δίσκο ως bonus tracks. More ‘filler’ than ‘killer’. Αλλά οι Greta Van Fleet είναι ακόμα νέοι, πρώϊμοι στο παιχνίδι, δεν έχουν δώσει το δικό τους ‘Black Dog’ ή -Page μου συγχώρα με!- το δικό τους ‘Stairway to Heaven’. Τότε μιλάμε.

Zeppelin-o-λογία

Από τα μέσα ως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι Led Zeppelin αναγνωρίστηκαν και ξαναγαπήθηκαν, αφού τότε το Hard Rock ήταν στο peak του. Σχεδόν όλες οι μπάντες της εποχής ήταν φανς τους ως πιτσιρικάδες ή τουλάχιστον τους παραδέχονταν ως masters. Ακούς και βλέπεις την επιρροή σε μπάντες τουHair metal’ όπως οι Vinnie Vincent Invasion, Slaughter, Great White, Badlands, ακόμη και Cinderella, Bad English, Poison, Warrant, κ.α., όχι βέβαια πλήρες κοπιάρισμα, αλλά ‘στοιχεία’. (Ακόμη και οι The Mission που είχαν κάνει τότε έναν απ τους καλούς τους δίσκους με παραγωγό τον John Paul Jones (των Zeppelin) ‘κατηγορήθηκαν΄-λανθασμένα- για ‘πλαγιάρισμα’ του ήχου των Zeppelin). H επιρροή είναι εκεί ακόμη και στο άλμπουμ ‘Grace’ του Jeff Buckley (RIP).

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις πιο ‘κυριολεκτικού’ πλαγιαρίσματος του ήχου, ως και πλήρους κοπιαρίσματος των Led Zeppelin. To περίφημοStill of the Night’ των Whitesnake είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης του ‘Zeppelin way’ ως ‘είδος’: είναι ένα αυτοδύναμο ισχυρό τραγούδι με πολλά μουσικά μέρη – κάποια απ’ αυτά είναι “Tips off’ to Zeppelin”. Και βέβαια, το άλμπουμ συνεργασία του David Coverdale, (Deep Purple, Whitesnake), με τον Jimmy Page, τον αρχιμάστορα των Led Zeppelin, είναι ό,τι καλύτερο και  σχετικότερο με την άμεσα συγγενική δισκογραφία. Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο για «Coverdale/Page», (εδώ).

Μια ξεκάθαρη περίπτωση είναι αυτή της μπάντας των Kingdom Come που με το κομμάτι τους ‘Get it on’ απλά ξανασύστησαν στον κόσμο το ‘Kashmir’ των Zeppelin, (με διαφορετικούς στίχους) , ενώ το 2ο single του ίδιου άλμπουμ, η μπαλάντα  ‘What love can be’ φέρνει στο νου το ‘Since I’ve been loving you’ των LZ. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο αυτά τα δύο κομμάτια του δίσκου θυμίζουν/πλαγιαρίζουν Zeppelin – το υπόλοιπο, πολύ καλό άλμπουμ δεν έχει άλλες ομοιότητες, αντιθέτως έχει την επιρροή ‘όσο πρέπει’, όπως στα κομμάτια ‘Living out of touch’ και ‘Now forever after’ π.χ.  

Είναι κι άλλες πολλές οι περιπτώσεις που θα μπορούσα να αναφέρω, θα αρκεστώ σε δύο περιπτώσεις από τα early 70s κιόλας, όταν δηλαδή ήταν ενεργοί κι οι ίδιοι οι LZ.  

To 1ο άλμπουμ των Rush μου θυμίζει πολύ την περίπτωση των Great Van Fleet. Είναι διάχυτη και ξεκάθαρη η επιρροή των  LZ.  Όμως από τον επόμενο δίσκο τους και μετά οι Rush έφτιαξαν τη δική τους ταυτότητα και έγιναν ένα από τα μεγάλα ονόματα του Progressive Rock.

Και βέβαια, η περίπτωση του εξαιρετικού Victim of Changes’ των Judas Priest που έχει τα LZ στοιχεία του αλλά και την στάμπα της ίδιας της μπάντας, μια απ’ τις τρεις-τέσσερεις μεγαλύτερες στον ευρύ χώρο του heavy rock.

Μελλοντικά σενάρια

Ως γνωστόν, οι ίδιοι οι Led Zeppelin δεν σχεδιάζεται να επιστρέψουν, κυρίως λόγω άρνησης του Robert Plant. O Page έχει να διαλέξει ανάμεσα σε όλους τους Rock τραγουδιστές του κόσμου – έχει κάνει πρόβες με διάφορους, (Steven Tyler, Myles Kennedy), αλλά στο τέλος δεν κάνει κίνηση, ούτε καν με τον Coverdale.

Όλα αυτά τα χρόνια, από τα 90s ως και σήμερα, έχουν πλασαριστεί ένα σωρό wannabe-zeppelin κατώτερες μπάντες, όπως οι The Answer, οι Rival Sons κι ένα σωρό μιμητές 2ας κατηγορίας που δεν έχουν ούτε ένα κομμάτι της προκοπής. Θυμηθείτε που σας λέω: τα καλά τραγούδια είναι που κάνουν τη διαφορά.

Πρέπει να αναφέρω τους εξαιρετικούς Black Country Communion, (το supregroup των Glenn Hughes, Joe Bonamassa, Jason Bonham, Derek Sherinian), που μπαίνει στη συζήτηση μόνο και μόνο λόγω του ότι παίζει μέσα ο ντράμερ-γιος του John Bonham, Jason. (Φανταστική μπάντα με 4 άλμπουμς οι Black Country Communion με τον ασύγκριτο Glenn Hughes σε υπερανθρώπινα φωνητικά επιτεύγματα).

Μέσα λοιπόν σε όλα τα σενάρια ‘Zeppelin-o-λογίας’ μπήκαν και οι νεαροί και φερέλπιδες Greta Van Fleet αναζωογονώντας την όλη μυθολογία. Είναι ωραίο που είναι ‘αληθινά’ παιδιά, (κι όχι κάποιο ‘εταιρικό δημιούργημα), που ανακάλυψαν, αγαπούν και παίζουν μουσικές που ούτε καν ξέρουν οι συνομήλικοί τους. Τους χαίρομαι, αλλά περιμένω περισσότερα: καλά τραγούδια δηλαδή. Για να δούμε/ακούσουμε και το επόμενό τους  άλμπουμ που θα βγάλουν εντός του 2019, τώρα στα ντουζένια τους.

Το άλλο ωραίο είναι ότι -απ’ ότι μυρίζομαι- η αυξανόμενη επιτυχία των Greta Van Fleet έχει προκαλέσει το δικό της κύμα και σούσουρο στην υπάρχουσα μουσική βιομηχανία. Κάτι που σημαίνει, ότι το ίδιο το είδος του classic rock θα επωφεληθεί, με ευκαιρίες σε νέες μπάντες και μια στροφή του κοινού στο να ανακαλύψει καλά ακούσματα που παραμέλησε και κακολόγησε το mainstream. Ανέκαθεν! 

Στο video των Greta Van Fleet για το καλό τους single ‘When the Curtain Falls’, η κιθάρα συνδέεται κατευθείαν με το βράχο της ερήμου, εν είδει ενισχυτή – Earth Power.  You gotta love that stuff!

Artwork by Nasos Kavathas

The Greta Van Fleet Phenomenon and Led Zeppelin, by Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

jokersbonus@yahoo.com

It’s the band that everybody talks about these days. I mean, everybody involved in Rock music. Great Van Fleet is still something very “new” in the limelight. My first impressions and first observations, seeing & listening to GVF for the first time, was like this:

“What I see and hear now is an early Led Zeppelin, okay”.

The band consists of four ‘kids’ , young men – the three of them are brothers. And they are good players. Which means: their songs are such a good, unashamed ‘take’ on Zeppelin, like a new, young and hungry Led Zeppelin. I mean: this rock ‘idiom’ which Zeppelin  music is, coming from the young it comes across with its own purity. Guys are barely 20 year olds’, 21 is the oldest I think.

My initial reaction was: «Well, another Led Zeppelin mimicking act?». But again, I was glad to see the ‘kids’ -ok, the young guys- play their own songs, using Zeppelin as a genre, as an idiom – like the gifted champions off a modern kinda School of Rock scene. Why not?

Even a group of older musicians, whether hobbyist or professional, would again impress with the sound Greta Van Fleet achieved here. I’m talking about the whole thing, but especially for the voice of the band, Josh Kizska.

Fresh air: from the ‘country’ to the top of the Billboard

They started in 2012, in the small town, near village, Frankenmuth, in Michigan, America. They grew up in the fields, (as they themselves say in interviews). They began to play live, locally, in nearby towns, as children, teens still. I mean, it’s a true, ‘organic’ story their story – GVF is not a project of some producer. I can imagine their first audiences being blown-away. Thus the phenomenon blossomed. By “word-of-mouth”, they were first gigged locally, then more widely in the state map and later in the rest of the states of the USA. They released their EPs from 2014 to 2016 and just last October (2018) released their first full album «Anthem of the Peaceful Army».

Which went to top sales in America. From their humble creations and their youthful strides, ‘Greta Van Fleet’, at the moment fill up stadiums, they are the latest No1 Charting Rock band in America. They’re nominated for 4 Grammy’s and are set to pick up a few of them.

I’m glad, but .. I’m really worried about the kids. But seeing a good dose of maturity next to  their youthful humor and playful spirits, kids look fine. They seem to know and understand what’s going on and the street is wide-open in all directions – after all: they do write their material, they play the music and they know production. Especially with regard to their vocal singer: Josh has already set the foundations for a future. Many would like to be «the young Robert Plant»‘s , well: there it is: with his own style and look. And, of course, if he keeps away from the proven pitfalls (drugs, rambling, business, etc.), he obviously has the prospect of unfolding his talents – even beyond Zeppelin standards.

You see: while the older audience can enjoy the ‘new Zeppelin’, (with Robert Plant’s’ approval it seems – he has given some favorable comments on GVF), even more: the young listeners – who have no idea who or ‘what’ Led Zeppelin is – they just acquired their own ‘Led Zeppelin’, both in sound and in ‘vibe’. The future will show if it all is a ‘bubble’ and whether the GVF phenomenon will fade or not. But, ladies and gentlemen, I have the answer:

The songs will speak for themselves. Whatever hype / advertising is done or not done, good songs are generally a scarcity today – in the charts. The songs of GVF are ‘almost there’ – they have the ‘promise’ of maturing, they have potential. But only a ‘cracker’-song on their next album could bring them ‘there’. (And then: not just one or two good songs of course). As for today, yeah: GVF have their ‘Zeppelin-inspired’ tracks, some of which are of the quality that the real Zeppelin (oops!) would leave out of their albums as bonus tracks. More on the ‘filler’ side than the ‘killer’ one. But Greta Van Fleet are still young, early in the game, they have not given their own ‘Black Dog’ or -Page forbid me! ‘- their own’ Stairway to Heaven ‘. Then we talk.

Zeppelinology 

From the middle to the late 1980s, when Hard Rock was at its peak, Led Zeppelin was rediscovered,  recognized and everybody loved them again. Almost all of the guys in the ’80s rock bands were their fans as youngsters or at least they admitted Led Zeppelin as masters. You hear and see the influence on «Hair metal» bands such as Vinnie Vincent Invasion, Slaughter, Great White, Badlands and even Cinderella, Bad English, Poison, Warrant, etc., not really completely, but elementary. The same for many others: blues, rock, pop artists. (Even the band The Mission, who had made one of their good and successful recordings with producer John Paul Jones (of Zeppelin), were ‘wrongly accused’ of ‘zipping’ the sound of Zeppelin). Influence is there even on Jeff Buckley’s “Grace” album, (RIP).

However, there are also more literally sounding alike cases, as well as full Led Zeppelin mimicking. Whitesnake’s famous ‘Still of the Night’ is an example of using ‘Zeppelin elements’ as a ‘genre’: it’s a self-righteous song with many musical parts – some of them are «Tips off to Zeppelin.» And, of course, David (Deep Purple, Whitesnake) Coverdale’s album with Jimmy Page, the lead master of Led Zeppelin, is the best and most relevant to the directly-related discography. Read more in the article on ‘Coverdale / Page’, (here)

A clear case is the band Kingdom Come: with their track ‘Get it on’ just re-created ‘Kashmir’ of Zeppelin (with different lyrics), while the 2nd single of the same album, the ballad ‘What love can be ‘ brings to mind’ Since I’ve been loving you ‘of LZ. The remarkable thing is that only these two tracks of the album reminisce of Zeppelin – the rest, a very good album has no other direct similarities, it has the influence ‘as much as it should’ like on  tracks such as ‘Living out of touch’ and ‘Now forever after’ e.t.c. There are many other cases that I could mention; I will suffice in two cases from the early 70s, when LZ themselves were active.

The first Rush album reminds me of the Great Van Fleet case. The influence of LZ is pervasive and clear. But from their next album, Rush made their own identity and became one of the great names of Progressive Rock.

And, of course, Judas Priest’s extraordinary «Victim of Changes», which has its LZ elements but also wears the label of the band itself, Judas Priest, one of the three or four biggest Heavy Rock bands.

Future scenarios

Led Zeppelin is not likely to return, as a result of Robert Plant’s negation. Meanwhile, Page can choose among all the rock singers in the world – he has rehearsed with a few, (Steven Tyler, Myles Kennedy), but in the end does not make a move – not even with Coverdale.

All these years, from the 90’s to today, a lot of wannabe-zeppelin bands have been plagiarized the sound, bands such as The Answer, Rival Sons and a bunch of other second-class imitators who have not even a single decent song. Remember: songs is what matters.

I have to mention the exceptional Black Country Communion, Glenn Hughes’ supergroup with Joe Bonamassa, Derek Sherinian and Jason Bonham – the son of LZ’s drummer John Bonham. A brilliant band with 4 albums under their belts – with Glenn Hughes in superhuman vocal form.
 
Meanwhile, in all the ‘Zeppelin-ology’ scenarios, youngsters Greta Van Fleet came in to revive mythology. This bunch of ‘real’ kids, (not a ‘corporate’ creation), have discovered, love and play a music that young people their age do not even know.  I’m glad they’re making waves, but I expect more: good songs, that is. Well, let’s see/hear their next album due in 2019, now that GVF is on the rise.

The other nice thing is that Greta Van Fleet’s growing success has caused a wave, a bustle to the existing music industry. Which means that the whole classic rock side of things will benefit, with opportunities for bands and a turn of the mass audience to discover cool sounds that have been neglected and badmouthed by the mainstream. It has always been like this!  

In Greta Van Fleet’s video for one of their best singles so far, ‘When the Curtain Falls’, the guitar is plugging in the desert rock for amplification – Earth Power. You gotta love that stuff!

Artwork by Nasos Kavathas

«Η ιστορία της indie rock και οι ήχοι που την απογείωσαν!», της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Είμαστε εδώ για ακόμα μια φορά, πιστοί στο ραντεβού μας.

Και προτού προλογίσουμε το σημερινό μας θέμα, αξίζει να αναφερθούμε σε αυτή τη μαγική ενέργεια που κατακλύζει κάποιον όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με νέους ήχους.

Ή αλλιώς στο απίστευτο αυτό πράγμα που συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος καταπιάνεται με ένα καινούργιο, για εκείνον, μουσικό είδος.

Και θα ρωτήσεις γεμάτος απορία: τι συμβαίνει τότε;

Τότε λοιπόν είναι η στιγμή που το άτομο πραγματικά εξελίσσεται, θα σου απαντήσω.

Κάθε μουσικό είδος ξεχωριστά έχει να δώσει και κάτι διαφορετικό όταν έρθεις σε “επαφή” μαζί του, κάτι πρωτόγνωρο και ομολογουμένως μαγικό θα λέγαμε τις πιο πολλές φορές.

Αυτό τονίζουμε πως συμβαίνει με κάθε ένα μουσικό είδος ξεχωριστά.

Η indie rock λοιπόν πώς θα μπορούσε να αποτελέσει την εξαίρεση σ’ αυτό τον ιδιαίτερο “κανόνα”;

Αντί προλόγου…

Η επονομαζόμενη indie rock είναι ένα είδος της εναλλακτικής ροκ μουσικής, η οποία αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80’ στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Το όνομα της προέρχεται από την αγγλική λέξη independent που σημαίνει “ανεξάρτητος”.

Αρχικά ο συγκεκριμένος όρος κλήθηκε για να περιγράψει τις ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρίες αλλά και μουσικές παραγωγές της εναλλακτικής ροκ.

Στα μέσα της δεκαετίας του 80’ όμως ο όρος “ίντι” (indie) ξεκίνησε να χρησιμοποιείται με σκοπό να περιγράψει τις μουσικές εκείνες που “υπηρετούσαν” την punk και την post-punk.

Η σύγχυση δεν άργησε να έρθει καθώς πολλά εγχειρήματα εκείνης της εποχής θα μπορούσαν απλώς να ενταχθούν στην punk ή στην britpop χωρίς να φέρουν τον όρο “indie”.

Έτσι, όσο ο καιρός κυλούσε η indie rock διεκδικούσε μια όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή.

Ο όρος συνδέθηκε με μπάντες και είδη που παρέμειναν αφοσιωμένοι στον αρχικό τους ανεξάρτητο χαρακτήρα, αλλά και με εκείνα τα συγκροτήματα που διατηρούσαν μια outsider και λίγο πιο underground οπτική.

Μέχρι τα τέλη μάλιστα της δεκαετίας του 90’ η indie rock “γέννησε” επί μέρους συγγενικά είδη μουσικής όπως noise-pop, slowcore, emo, lo-fi, post-rock αλλά και math-rock.

Τα μεταγενέστερα αυτά αποκυήματα της indie rock μουσικής ήταν απλώς σε θέση να κάνουν κάποιους καλλιτέχνες “μια κατηγορία από μόνους τους” δεν ήταν όμως σε θέση να “σταθούν” ως ξεχωριστές μουσικές κατηγορίες που θα ορίζονται με βάση τον ήχο ή το στυλ παιξίματος και των τραγουδιών.

Τα μουσικά όργανα που συναντάμε στα περισσότερα indie rock κομμάτια είναι συνήθως η κλασική κιθάρα, συνοδευόμενη με μπάσο και ντραμς αλλά και τα πλήκτρα που είθισται να “χρωματίζουν” κάθε κομμάτι με τον δικό τους τρόπο.

Ωστόσο, τη δεκαετία του 2000, ως αποτέλεσμα των αλλαγών που υπέστη η μουσική βιομηχανία αλλά και της ραγδαίας ανάπτυξης του διαδικτύου, ορισμένα συγκροτήματα ξεκίνησαν να λαμβάνουν μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, με αποτέλεσμα να προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του όρου “indie” και για το πόσο χαρακτήριζε πλέον το συγκεκριμένο είδος μουσικής.

Ποια είναι τελικά η indie rock;

Η indie μουσική είναι για πολλούς απροσδιόριστη κι αυτό είναι λογικό, μιας και το όνομά της την κατατάσσει στα πιο “ελεύθερα” μουσικά είδη.

Η indie rock έχει χαρακτηριστεί ως “αντίδραση στην αρσενική κουλτούρα” που είχε καλλιεργηθεί μέχρι πρότινος στο εναλλακτικό ροκ, ιδίως μετά την επιτυχία των Nirvana.

Ο διαδικτυακός μουσικός οδηγός Allmusic χαρακτηρίζει την indie rock (και όχι λανθασμένα θα λέγαμε) ως ένα είδος που περιλαμβάνει “μια σειρά ποικίλων προσεγγίσεων που δεν είναι συμβατές με τα κυρίαρχα μουσικά στιλ”. Η indie εκπροσωπεί κάτι περισσότερο από ένα απλό μουσικό είδος καθώς το “κίνημα” της indie rock περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μουσικών κατηγοριών, από τις πιο σκληροπυρηνικές μπάντες (επηρεασμένες από τη grange μουσική) μέχρι πειραματικά συγκροτήματα και punk-folk καλλιτέχνες και εγχειρήματα.

Στην πραγματικότητα λοιπόν υπάρχει μια ατελείωτη λίστα με είδη και υποκατηγορίες της indie rock music.

Σε πολλές χώρες έχει καλλιεργηθεί τοπική indie rock μουσική, η οποία παίρνει σάρκα και οστά από καλλιτέχνες και ονόματα που χρήζουν επαρκούς αναγνωρισιμότητας στην εκάστοτε χώρα.

Ωστόσο υπάρχουν και indie μπάντες οι οποίες ξεκινούν την πορεία τους σε τοπικό επίπεδο, αλλά η αναγνωρισιμότητά τους σταδιακά επεκτείνεται σε περισσότερo διεθνείς μουσικές σκηνές.

Nirvana

«Πέφτοντας» σε αντιθέσεις

Πολλά είναι τα όσα συνάντησα, είδα, διάβασα στο διαδίκτυο προτού ξεκινήσω να γράφω για την indie rock.

Είναι δεδομένο πως η indie είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό, χαρτογραφημένο μουσικό είδος.

Όντας independent είναι προφανές πως δεν χωράει σε “καλούπια”.

Ο όρος indie μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ως το “επίθετο” εκείνο που θα συνοδέψει οποιοδήποτε είδος μουσικής του οποίου η παραγωγή -κατά κύριο λόγο- είναι ανεξάρτητη και δεν υπόκειται στους όρους κάποιας θυγατρικής εταιρίας, της οποίας λαμβάνει την επιχορήγηση ή οτιδήποτε άλλο.

Σε αντίθεση με όσα εξακολουθούν να αποδίδουν κάποιοι στην indie rock, σε διαβεβαιώνουμε πως άπαξ και κάτι περάσει στο “στρατόπεδο” της εμπορικότητας, χάνει σχεδόν αυτόματα την “ανεξαρτησία” του. (!)

Παρόλα αυτά υπάρχουν εμπορικές μουσικές παρουσίες των οποίων το genre “αποδίδεται” ακόμα ως indie, όπως είναι παραδείγματος χάριν το γνωστό σχήμα “Florence + the Machine”.

Μερικά ονόματα ακόμα είναι οι Yeah Yeah Yeahs, οι Killers, οι Arctic Monkeys, οι White Stripes.

Κάθε νέο παράδειγμα έρχεται να προστεθεί στο να επιβεβαιώσει την πολυπλοκότητα του ορισμού της indie rock.

Στο InTownPost παραθέτουμε σε εσάς τη δική μας λίστα με αγαπημένα μας indie rock κομμάτια, κομμάτια που απογείωσαν σχεδόν αμέσως την indie μουσική πολύ ψηλά στις προτιμήσεις μας…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

Indie Music Video Gallery