fbpx

«Όταν η μουσική εμπνέεται από το ζωικό βασίλειο!», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Ναι, λοιπόν. Σήμερα είναι μια ξεχωριστή ημέρα για όλους εμάς τους ζωόφιλους (ή φιλόζωους, όπως θέλεις πες το).

Είναι μέρα η μέρα που θα βάλεις διπλή κονσέρβα σε κάθε γατί σου, η μέρα που δεν θα νευριάσεις καν αν ο σκύλος σου ανέβει στο κρεβάτι σου (ή σκίσει τα καλά σου παπούτσια) και φυσικά μια μέρα που ίσως θα σκεφτείς να καταναλώσεις μια σαλάτα αντί για… «φρέσκο κοτόπουλο».

«Και γιατί όλα αυτά σήμερα κι όχι κάθε μέρα;» θα μου πεις.

Και θα έχεις δίκιο. Θα συμφωνήσω μαζί σου.

Κάθε μέρα με τους μικρούς μας φίλους είναι και μια μοναδική ευκαιρία για να περάσουμε χρόνο μαζί τους, να συνδεόμαστε συναισθηματικά με κάθε δυνατό τρόπο, να παίζουμε σαν να μην υπάρχει αύριο, να είμαστε αγκαλιά στο κρεβάτι, κλπ, κλπ. Όποιος έχει ζώο συντροφιάς, άλλωστε, μπορεί να καταλάβει απόλυτα όλα όσα γράφω.

Σήμερα όμως είναι ακόμα μια ιδιαίτερη ευκαιρία για να δείξουμε το σεβασμό και την εκτίμησή μας σε όλα τα μικρά πλασματάκια που βρίσκονται εκεί έξω, καθώς είναι η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων.

Λίγα λόγια για την 4η Οκτωβρίου

Η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων πρωτογιορτάστηκε στις 4 Οκτωβρίου 1931 σε ένα συνέδριο περιβαλλοντιστών στη Φλωρεντία, ως ένας τρόπος για την ευαισθητοποίηση κοινού και ειδικών για τα ζώα υπό εξαφάνιση. Λίγα χρόνια αργότερα, η γιορτή διευρύνθηκε και ξεκίνησε να περιλαμβάνει όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου.

Η 4η Οκτωβρίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων για έναν ακόμη λόγο, καθώς συμπίπτει με τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, ο οποίος έχει αναγορευτεί από την Καθολική Εκκλησία ως προστάτης των ζώων και του περιβάλλοντος γενικότερα.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων, εδώ στο InTownPost, συγκεντρώσαμε και σας παρουσιάζουμε αγαπημένα κομμάτια από την εγχώρια και τη διεθνή μουσική σκηνή, που έχουν αντλήσει την έμπνευσή τους, σε πολλά σημεία των στίχων τους, από τους μικρούς μας φίλους!

Lets start!

Αρλέτα :«Σερενάτα»

Ένα κλασικό τραγούδι, που ακούγεται μέχρι και σήμερα. Ήταν 1991 όταν η Αρλέτα σύστησε για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό τη γάτα της «Σερενάτα» και έγραψε ιστορία.

Στο συγκεκριμένο κομμάτι ξετυλίγεται η ιστορία ενός χωρισμού, μέσα από την πορεία της «δικής τους» γάτας στην καθημερινότητα και τον χρόνο.

Rick Dees and His Cast of Idiots: «Disco Duck»

Ήταν το έτος 1971 όταν το σατυρικό τραγούδι από Rick Dees and His Cast of Idiots «Disco Duck» κυκλοφόρησε στις discos καιέσπειρε πανικό!

Ένα κομμάτι με έντονες τις αναφορές στις μικρές μας φίλες πάπιες και με τον χαρακτηριστικό ήχο «quack!» να πρωταγωνιστεί καθ’ όλη τη διάρκειά του. Ακόμα πιο απολαυστικό είναι και το clip του, όπου παρατηρούμε 2 μεγάλες «faux» πάπιες να κλέβουν την παράσταση!

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: «Ένας Τούρκος στο Παρίσι»

«Ζηλεύω το μικρό σου το γατί». Και ποιος δεν το έχει σιγοτραγουδήσει; Το αγαπημένο κομμάτι «Ένας Τούρκος στο Παρίσι» από τον λατρεμένο Λαυρέντη Μαχαιρίτσα μοιάζει να είναι εμπνευσμένο από την βαθιά αγάπη «εκείνης» για τις γατούλες.

Ποια είναι εκείνη; Μα φυσικά η γυναίκα για την οποία τραγουδάει, εκείνη που  «δεν θα’ ρθει για διακοπές».

Bill Haley and Comets: «See you later alligator»

Κλασικό και αγαπημένο ροκαμπίλι κομμάτι που «ξεθάβουμε» κοιτώντας πίσω στο χρόνο, καθώς είναι γραμμένο το 1955.

Αλιγάτορες και κροκόδειλοι συνυπάρχουν ατίθασα στους στίχους ενός κομματιού που σε κάνει να χορεύεις ξέφρενα σε ρυθμούς άλλης εποχής, από τον ηλεκτρισμένο ήχο του «πατέρα» του Rock & Roll, Μπίλι Χάλεϊ και τους «Κομήτες» του.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου: «Μαύρος Γάτος»

Ένας αλλιώτικος γάτος, ένας γάτος πονηρός, πρωταγωνιστεί στο αγαπημένο τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που κυκλοφορεί το 1984 και μένει βαθιά χαραγμένο στην ψυχή του κοινού μέχρι και σήμερα.

Στο συγκεκριμένο κομμάτι, ο γάτος-πρωταγωνιστής μας παρουσιάζεται με τις συνήθειες ενός κανονικού ανθρώπου, όπου ο ίδιος «ντύνεται γαμπρός» με «κόκκινο παπιόν» και «ζητάει τα κορίτσια δήθεν για σκοπό».

Baha Men: «Who Let the Dogs out?»

Για το τέλος κρατήσαμε το αναπάντεχο, διότι είμαστε σίγουροι πώς αναζητούσατε στη λίστα μας τα 00’s αλλά και τα σκυλάκια.

Το συγκεκριμένο κομμάτι έμεινε στη μνήμη όλων για το χαρακτηριστικό «woof, woof» που κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκειά του. Και όχι αδίκως!

Τι πιο χαρακτηριστικό, άλλωστε, για να σου θυμίσει και το δικό σου σκυλάκι;

Και αυτά, αγαπημένοι μου InTownPosters, είναι μόνο κάποια από τα πιο πετυχημένα τραγούδια που έχουν γραφτεί ever και είναι εμπνευσμένα από τα ζωάκια.

Είτε είναι κροκόδειλοι λοιπόν, είτε αλιγάτορες, είτε γάτες, είτε σκύλοι, είτε οτιδήποτε άλλο μπορούμε να σκεφτούμε, οι μικροί μας φίλοι μας συμπληρώνουν, βρίσκουν τον τρόπο να μας κάνουν ευτυχισμένους και οπωσδήποτε δεν θα μπορούσαν μην εμπνέουν με τον τρόπο τους τόσο τη μουσική, όσο και τους «υπηρέτες» αυτής!

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«Μίκης και Μάνος: Έχει δίκιο ο λαός μας που τους ταυτίζει», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Σχεδόν όλος ο κόσμος μας ταυτίζει. Τουλάχιστον ως μουσικούς και νομίζω ότι ο ελληνικός λαός έχει τελικά δίκιο να μας ταυτίζει. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως η μεγαλύτερη ίσως προσφορά μας υπήρξε η συμβολή μας στην εξέλιξη και διαμόρφωση του ελληνικού τραγουδιού. Ενώ η κοινή μας αγάπη για την ποίηση και τους ποιητές οδήγησε την έμπνευση μας σε κείμενα μεγάλης αξίας που ντυμένα στις μελωδίες μας έγιναν κτήμα μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού» (Μίκης Θεοδωράκης)

Μία φωτογραφία με το Μίκη και το Μάνο στα νιάτα τους, που ανέβασε η Μαργαρίτα Θεοδωράκη στην ομάδα Φίλοι του Μίκη στο Fb , από το πολύ πλούσιο φωτογραφικό της αρχείο, στάθηκε η αφορμή για αυτή την προσέγγιση, που είναι αφιερωμένη στους ορθοστάτες ή πιο σωστά στους θρύλους της Ελληνικής μουσικής: τον Μέγα Μίκη και τον Μάνο που εξευγένισε το περιθώριο της ζωής με τις ευαίσθητες  μελωδίες και μεταγραφές, οι οποίες είναι εφάμιλλες με τα λαϊκά ορατόρια του Μίκη, μελοποιώντας τιτάνες ποιητές.

Κι επειδή όλα αυτά τα χρόνια έχει χυθεί πολύ μελάνι γι αυτό το πλησίασμα, από τους ειδήμονες κυρίως, θα αφήσω να μιλήσουν οι ίδιοι οι κορυφαίοι μουσουργοί, ο «ψηλός» και ο «χονδρός» όπως έχει καθιερωθεί να τους ονοματίζουν από τον σωματότυπό τους.

Ο Μίκης και ο Μάνος συναντήθηκαν για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1944.

Έτρεφε απεριόριστη  εκτίμηση και θαυμασμό ο ένας για τον άλλο, αλλά τη σχέση τους χαρακτήριζε μια συγκρουσιακή κατάσταση , που έφθανε σε ακραία σημεία.

Ασύλληπτοι οι καβγάδες τους. Μια φορά που συνέτρωγαν στο «Μαγεμένο Αυλό», το αγαπημένο εστιατόριο του Μάνου, ξεσήκωσαν τον τόπο με τις φωνές τους. Στο διπλανό τραπέζι έτυχε να κάθεται η Βυζαντινολόγος Ελένη Αρβελέρ, η οποία και σηκώθηκε από τη θέση της για να τους «σωφρονήσει»: «Δεν ντρέπεστε, είστε τα ινδάλματα όλης της Ελλάδας και τσακωνόσαστε σαν μαθητούδια», τους είπε και ηρέμησαν γιατί κατάλαβαν, ότι είχε δίκιο.

«Η αντίθεσή μας ειδικά ως προς τη μουσική υπήρξε ριζική. Εγώ ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να γίνω κάποτε συμφωνιστής. Εκείνος κατέληξε να ερμηνεύει και μάλιστα με ένα δικό του μουσικό συγκρότημα, συμφωνικά έργα. Εγώ δεν εμπιστευόμουν την έμπνευση, αλλά εργάσθηκα σκληρά για να αποκτήσω τεχνική, εκείνος απολάμβανε τη ζωή του και εμπιστευόταν το ένστικτο και την ιδιοφυία του. Αλλά και σε σχέση με τη λαϊκή μας μουσική -ανεξαρτήτως του αποτελέσματος- οι αντιλήψεις και οι πρακτικές μας ήσαν εντελώς αντίθετες. Και νομίζω ότι αντανακλούσαν τις ιδεολογικές και πολιτικές μας αντιλήψεις. Ίσως ο Μάνος να αποδείχτηκε τελικά περισσότερο ρεαλιστής απέναντι στην έννοια «Λαός» από μένα που αμέσως μετά την Κατοχή τον αντιμετώπιζα με έντονη ρομαντική διάθεση σαν απόλυτη ηθική και πολιτιστική αξία» γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης σκιαγραφώντας εν μέρει τη δική του αλλά και την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι.

«Θυμάμαι τη συζήτησή μας στο καθιστό του Λουμίδη», συνεχίζει  ο Μίκης, «όταν τα σύννεφα του Εμφύλιου σκέπαζαν τον ουρανό της Ελλάδας και όλοι μας προβληματιζόμαστε για το μέλλον.

Ήταν άνοιξη του 1947. Ο Μάνος αναλύοντας την κατάσταση λέει: «Το ΕΑΜ έχασε οριστικά τη μάχη. Είναι μάταιο να διακυβεύουμε τη ζωή μας και το ταλέντο μας σε μια χαμένη υπόθεση…». Όσο κι αν τα γεγονότα ήσαν δύσκολα για την Αριστερά, δεν υπήρχε τότε ούτε ένας αριστερός που να πίστευε κάτι τέτοιο. Το ίδιο κι εγώ.

Έτσι, όταν βρέθηκα σε λίγο εξόριστος στην Ικαρία, ενθυμούμενος τη συζήτηση αυτή, του έγραφα κι αυτός μου απαντούσε πάντοτε πάνω στο ίδιο πρόβλημα: το μέλλον της πατρίδας μας. Τελικά ξανασμίξαμε μετά το τέλος του Εμφύλιου.

Στο μεταξύ, όταν για ένα διάστημα ήμουν παράνομος το 1948, ο Μάνος φρόντιζε να με κρύβει σε φιλικά του σπίτια με κίνδυνο να συλληφθεί και να τιμωρηθεί γι’ αυτό», σχολιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης καταθέτοντας το συλλογισμό του,  που δείχνει το σεβασμό που είχε στην πολιτική σκέψη του ομότεχνού του.

Συνεργασίες με μουσικές αντιπαραθέσεις

Ο «Επιτάφιος»,  που γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο το 1936 μετά την απεργία των καπνεργατών στη συμπρωτεύουσα,  έφερε σε αντιπαραβολή τους γίγαντες της ελληνικής μουσικής  που ο καθένας είχε  τη δική του εκδοχή , ενώ και οι δύο κυκλοφόρησαν την ίδια περίοδο.

Ερμηνεύτρια στον «Επιτάφιο» του Χατζιδάκι ήταν η Νάνα Μούσχουρη και του Μίκη Θεοδωράκη ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Αποτέλεσμα αυτής της μουσικής κόντρας ήταν να διαχωριστεί και το κοινό.

Στην εκδήλωση που οργανώθηκε και ακούστηκαν και οι δυο βερσιόν ως η καλύτερη επικράτησε αυτή του Μίκη Θεοδωράκη. Ο Νίκος Παπανδρέου γράφει σχετικά στο βιβλίο του: «H μουσική του Mάνου όχι μόνο είναι μελωδικότερη και λυρικότερη, αλλά και προσεγγίζει το ρόλο της ποίησης στη μουσική με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από του Mίκη. Στον Mίκη φαίνεται ότι η μουσική υπηρετεί τις λέξεις και μεγεθύνει το νόημα, σαν μια τεράστια επιγραφή από νέον που λάμπει πάνω από την Ακρόπολη. Για τον Mάνο οι λέξεις υπηρετούν τη μελωδία

Το καλοκαίρι του 1963, ακολούθησε η τρίτη εγγραφή του κατά Θεοδωράκη «Επιταφίου» του Ρίτσου με την εποπτεία του ίδιου του συνθέτη με ερμηνεύτρια  την Μαίρη Λίντα, σολίστ στο μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη, αλλά και μικρή ορχήστρα εγχόρδων, αποτελούμενη από τρεις μουσικούς της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών που τότε διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Στα μέσα εκείνης της δεκαετίας, λίγο πριν έρθει η χούντα  και σχεδόν παράλληλα με τη «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», αρκετά από τα κομμάτια του «Επιταφίου» ηχογραφήθηκαν και με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη στη Σοβιετική Ένωση. «Από την στάση μας αυτή», διευκρινίζει ο Μίκης Θεοδωράκης, « νομίζω, προέκυψε η βασική μας αντίθεση ως προς το λαϊκό τραγούδι που εκείνος το αντιμετώπισε απ’ έξω και εκ των άνω -σαν λόγιος συνθέτης- και το θεωρούσε σαν πρώτη ύλη, ενώ εγώ, ζυμωμένος και ταυτισμένος όπως είπα με αυτό το ασαφές αμάλγαμα, τον «Λαό», ένιωσα πραγματικά σαν λαϊκός συνθέτης (προσθέτοντας για να ακριβολογώ το «έντεχνο»), δήλωσα μαθητής των Τσιτσάνη, Βαμβακάρη κ.λπ. και προσπάθησα να προχωρήσω το ίδιο το λαϊκό τραγούδι εκ των έσω και όχι εκ των άνω.»

Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκης και Μίκης Θεοδωράκης

Το 1964 μια άλλη πόλη, μια «Μαγική Πόλη», ανέβηκε στη σκηνή του θεάτρου Παρκ. Η Μαγική πόλη, σε μουσική Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, απετέλεσε -κατά την Ελένη Βλάχου («Μεσημβρινή», 24.6.1963)- αφορμή «καλλιτεχνικής μονομαχίας» των δύο συνθετών με νικητή τον πρώτο. Επρόκειτο για μια μουσική παράσταση, των Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε επιμεληθεί ο Μίνως Αργυράκης. Τις χορογραφίες ο Μανόλης Καστρινός. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε και πάλι ο Λεωνίδας Τριβιζάς.

Στο πρόγραμμα της παράστασης ο Μάνος Χατζιδάκις έγραφε: «Η Μαγική Πόλη, είναι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, του Μίκη και μένα … είναι ένα δραματικό έργο. Οι στίχοι έχουν κοινωνικό περιεχόμενο και, περιέργως πώς, ερωτικόν. Αυτό είναι ακριβώς και το δραματικό στοιχείο των στίχων. Μπορώ να σας πω ακόμα ότι είμεθα απόλυτα πεπεισμένοι πως η Μαγική Πόλη είναι ένα ιστορικό έργο με την τραγική μοίρα των μεγάλων έργων. Δεν πρόκειται δηλαδή να ξαναπαιχτεί ποτέ και πουθενά.»

Το 1978  ο Μάνος Χατζιδάκις κάνει τη μουσική προσωπογραφία του Μίκη Θεοδωράκη εξυμνώντας τον και παρουσιάζοντας «έναν Μίκη Θεοδωράκη τέτοιο που δεν τον φανταστήκατε ποτέ κι ούτε τον μάθατε ποτέ», όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στον πρόλογο του κειμένου του:  «…Αλλά ποιοι είναι αυτοί που ξέρουνε τη μουσική του σημασία μέσα στον χώρο μας; Κι ακόμα ότι ο Θεοδωράκης δεν έγραψε μόνο τον «Ζορμπά» ή το «Πέντε-πέντε-δέκα..» με τα οποία πολλοί νομίζουν πως εκεί τελειώνει η προσφορά του. Ούτε πάλι οι άλλοι, οι περισσότεροι, που ερμηνεύουν τη μεγαλοσύνη του γιατί τους καθηλώνει στα γήπεδα με τις ώρες και τους κινητοποιεί εσωτερικά. Δεν είναι μόνο αυτό.

Ο Θεοδωράκης είναι βαθειά και πλατειά μουσικός και λειτουργεί παράλληλα σ’ άλλες λιγότερο γνωστές στιγμές, με ακρίβεια και με συνείδηση των πηγών του και των στόχων του, με ευαισθησία και με τεχνική απαράμιλλη. Αυτές είναι οι στιγμές που τον τοποθετούν στο μέλλον, σίγουρα και παντοτινά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας ποταμός σπανίων μελωδιών που έχει βαθιές τις ρίζες του στον αραβικό χώρο κι όχι μόνο στην Κρήτη. Από την Κρήτη πήρε την επική μεγαλοστομία και λεβεντιά που σφραγίζει τους ρυθμούς του. Απ’ τα νησιά του Αιγαίου τη χάρη του και τη λεπτεπίλεπτη δεξιοτεχνία του. Κι από τη βόρεια Ελλάδα τους βαθείς αναστεναγμούς της μουσικής του. Όσοι θέλησαν να τον μιμηθούν, το μόνο που κατάφεραν ήταν να φτιάξουν μια μονότονη μπροσούρα που προκαλούσε αθεράπευτη πλήξη και ανία στον ακροατή. Η επανάσταση χωρίς ταλέντο είναι για να κοιμάσαι ασφαλώς κι όχι για να λιθοβολείς.»

Και καταλήγει ο Μάνος: «Αρχίζω τη δεύτερη σειρά των τραγουδιών που διάλεξα του Θεοδωράκη μ’ ένα από τα πιο λυρικά τραγούδια που έχουν γραφτεί στην νεότερη Ελλάδα, και με μοναδική την ερμηνεία της Φαραντούρη. Αυτό το τραγούδι είναι ένα αριστούργημα, το περιέχουμε και μας αποκαλύπτει: «στης νύκτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός.»

Το 1984 ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης είχαν προγραμματίσει να δώσουν δύο συναυλίες στην Κρήτη, διοργανωμένες από τον δήμο Ηρακλείου. Την πρώτη μέρα ο Μάνος και τη δεύτερη ο Μίκης. Όπως και έγινε! Σε εκείνη την πρώτη συναυλία, ο Χατζιδάκις παρουσίασε το ολοκαίνουργιο έργο του «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς» με ερμηνευτές τους Νένα Βενετσάνου, Βασίλη Λέκκα, Έλλη Πασπαλά και Ηλία Λιούγκο.

Όταν τελείωσε η συναυλία οι δυο δημιουργοί και οι συντελεστές συνέφαγαν σε μια ταβέρνα και ο Μίκης θέλοντας να προκαλέσει την οργή του Μάνου σχολίασε σε αυστηρό ύφος:

«Μα, καλά τι σόι τραγούδι ειν’ αυτό που πήγες κι έγραψες;»

«Ποιο;» απάντησε έκπληκτος ο Χατζιδάκις!

«Εκείνο ΄κει που λέει «πονούν οι ρώγες μου, θα’ χεις τα πόδια σου ανοιχτά κλπ.»», συνέχισε ο Μίκης, αναφερόμενος φυσικά στο τραγούδι Ερωτική άσκηση για τέσσερις, σε στίχους του Χατζιδάκι.

Ο Μάνος δεν μίλησε και όπως φάνηκε περίμενε τη συναυλία της επόμενης μέρας του Θεοδωράκη. Τελειώνει κι εκείνη η συναυλία, ξαναβρίσκονται  στην ταβέρνα κι εκεί ο Μάνος λέει του Μίκη:

«Τα ανοιχτά πόδια κι οι ρώγες σε πείραξαν, εσύ τραγούδι ειν’ αυτό που έγραψες;»

«Ποιο;» ρωτάει ο Μίκης, το ίδιο έκπληκτος όσο κι ο Μάνος την προηγούμενη.

«Ε, δεν ξέρεις», συνεχίζει ο Χατζιδάκις, «Αυτό που λέει: «Να τη πετιέται από ψηλά κι αγριεύει και θεριεύει, και τα λοιπά και τα λοιπά»». Οι παρευρισκόμενοι γέλασαν μέχρι δακρύων.

Ο Μάνος Χατζιδάκις όταν βρισκόταν υπό το κράτος του θυμού συνήθιζε να λέει: «Με τον Μίκη δεν έχομε καμία σχέση παρά μόνο την κατάληξη –ακης στο επίθετο μας για αυτό και εγώ είπα να την γράφω με «ι» Χατζιδάκις. Πέρναγε μια εβδομάδα και του πέρναγε ο θυμός, όταν τον ξαναρωτούσαν έλεγε « όχι μωρέ, άλλαξα την κατάληξη γιατί το η Χατζιδάκης με παχαίνει!»

Ο Μίκης αναφερόμενος στην παρουσία του Μάνου στη ζωή του παραδέχεται: «…υπήρξε διαρκής και έντονη. Πιστεύω, ότι το ίδιο κατά κάποιον τρόπο συνέβη και με κείνον. Σε όλη τη διάρκεια της συνύπαρξης μας υπήρχε ταυτόχρονα απώθηση και ταύτιση, απαξίωση (απόρριψη κριτική) και εκτίμηση, σκεπτικισμός και θαυμασμός, πολεμική και συνεργασία. Στο βάθος δεν φταίγαμε εμείς, αλλά τα γονίδια μας, που είχαν μεταξύ τους τόσο βαθιές αντιθέσεις και ταυτόχρονα μιαν ανεξήγητη αμοιβαία έλξη

»Η μαγεία ήταν το αποκαλυπτικό στοιχείο του Χατζιδάκι, αδιάφορο αν αυτοσχεδίαζε στο πιάνο, αν έπαιξε το «Κομπολογάκι» του Μητσάκη με το δικό του μοναδικό τρόπο ή αν σου μιλούσε για τον Εγγονόπουλο ή τον Μάλερ. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συμφιλιωθεί με το μπουζούκι. Εξάλλου ο Χατζιδάκις της μεταχουντικής εποχής είχε αρχίσει να αποβάλλει τις παλιές, αριστοκρατικές του αντιλήψεις. Θα έλεγα, ότι ξαναγύριζε όλο και πιο πολύ στις εφηβικές του αριστερές ρίζες. Χαρακτηριστικό του Χατζιδακι υπήρξε η πρώιμη ωριμότης του. Η ευφυΐα και η αντίληψη του τον καθιστούσε ξεχωριστό μέσα στο περιβάλλον και στην εποχή του. Παράλληλα διέθετε ένα άκρως ευαισθητοποιημένο ένστικτο και εκλεπτυσμένο γούστο που τον βοηθούσε να ανακαλύπτει την ομορφιά και την αλήθεια όταν οι άλλοι ήσαν ακόμη ανυποψίαστοι. Στο τέλος οδηγήθηκε σε μια θαυμαστή ωριμότητα που αντανακλούσε υπευθυνότητα και σοφία. Έτσι, συνέλαβε και εξέφραζε την ουσιαστική προοδευτική ουσία της ιστορικής συγκυρίας. Τουλάχιστον εγώ σπάνια αρνήθηκα τόσο πολύ, αλλά και θαύμασα ακόμα πιο πολύ έναν άνθρωπο.»

Ο Μίκης αποχαιρετά τον Μάνο του

Στέκοντας στον άνθρωπο Μάνο Χατζιδάκι, που τον γοήτευε, ο Μίκης Θεοδωράκης έχει να πει πολλά δηλώνοντας την απέραντη τρυφερότητα που ένοιωθε για εκείνον: «…είχε θερμό χαρακτήρα. Κακώς κατά τη γνώμη μου προβάλλεται η αναμφισβήτητα ισχυρή, ερωτική του πλευρά. Για μένα προείχε η φιλική του διάσταση. Αυτή που του προσέδιδε ένα βαθύτατο ανθρώπινο χαρακτήρα στις σχέσεις του. Και ακόμη πιο πολύ νομίζω, το στοιχείο της αγάπης.»

»Για μένα αυτό το τελευταίο ήταν που με γοήτευε και με συγκινούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.  Έτσι, ανεξάρτητα από τις περιπέτειες των σχέσεών μας, ένιωθα πάντα μια απέραντη τρυφερότητα για τον ευάλωτο Χατζιδάκι που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρύψει από τους ξένους τη βαθιά πληγή της αγάπης που τον έκαιγε, αλλά και τον ανανέωνε συγχρόνως. Ήμουν γι’ αυτόν σε κάθε δύσκολη στιγμή του ο μεγάλος του αδελφός. Στις προσωπικές μας σχέσεις μου άρεσε να τον ακούω να μιλάει. Δεν τον διέκοπτα ποτέ και πάντα συμφωνούσα με τις όποιες ιδέες, σχέδια, οράματά του. Απέπνεε σε κάθε στιγμή αυθεντικότητα, πρωτοτυπία και πολύ συχνά μαγεία. Νομίζω πως ναι, η μαγεία ήταν το αποκαλυπτικό στοιχείο του Χατζιδάκι.»

Μας συγκλόνισε δε με τη στάση του ο Μίκης Θεοδωράκης, όταν αποχαιρέτισε το Μάνο Χατζιδάκι στις 15 Ιουνίου του 1994. Φανερά συγκινημένος αποκάλυψε:

 «Ο Μάνος είχε ησυχάσει και άρχισε να ομορφαίνει. Ήταν πάρα πολύ όμορφος. Τον πλησίασα του έκλεισα τα μάτια και του είπα «Καλή Αντάμωση Μάνο μου» και έφυγα».

Πηγές:

  • Η ελληνική, μεταπολεμική μουσική
  • Αρχεία Μίκη Θεοδωράκη (διαδικτυακοί τόποι)
  • Έλληνες μουσικοί και συνθέτες του 20ου αιώνα
  • Μάνος Χατζηδάκις: ο Μέγας Ερωτικός
  • Ιστορία της ελληνικής μουσικής
  • Αρχεία Μάνου Χατζιδάκι (διαδικτυακοί τόποι)

«Prince: Η Επανεκτίμηση», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Η καριέρα του Prince συνεχίζεται σα να μην έφυγε ποτέ εκείνος.

Υπάρχει υλικό για δεκαετίες σχετικών προσεχών κυκλοφοριών, το αρχείο του είναι βαθύ. Ήδη από πέρυσι, (2018), άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα posthumous albums του «Πρίγκηπα».

Τον περασμένο Ιούνιο (2019) βγήκε το πιο πρόσφατο, «Originals», (βλ. παρακάτω).

Και βέβαια: βγήκε προς τα έξω άφθονο οπτικό υλικό που δεν είχαμε δει/ακούσει ποτέ.

Είναι απλά τα πράγματα: παράτησα ό,τι έκανα μόλις ανακάλυψα ότι το επίσημο κανάλι του Prince στο Youtube βγάζει συνεχώς, (κάθε εβδομάδα), υλικό που είχε παιχθεί μόνο σε (αμερικάνικες κυρίως) τηλεοπτικές μεταδόσεις της εποχής του, πριν την τωρινή εποχή του διαδεδομένου, «λαϊκού» internet.

Video clips και συναυλίες που σε αφήνουν εμβρόντητο.

Να τι έχει συμβεί:

Diamonds & Pearls

Ο Prince αφού στις αρχές των 90s μαχήθηκε επικά τις δισκογραφικές, έπειτα αθόρυβα, σαν gentleman, κατάφερε να ελέγχει το υλικό του, χωρίς διαρροές. Ατσάλινα και με πορφυρό γάντι. Που σημαίνει: Για να ακούσεις/δεις Prince έπρεπε να πληρώνεις.  

Δεν είμαι σίγουρος αν τον εξυπηρέτησε απόλυτα αυτός ο σφιχτός τρόπος. Εγώ, για παράδειγμα, που ήμουν από νωρίς εκδηλωμένος φίλος, κάποια στιγμή στα 90s τον ψιλοέχασα, η πληροφορία έφτανε με το σταγονόμετρο στην Ευρώπη, αλλά είμαι σίγουρος ότι με το που κυκλοφορούσε κάτι καινούργιο ή με το που ανακοίνωνε νέα περιοδεία, η ζήτηση στην Αμερικάνικη ήπειρο ήδη ξετίναζε τα ημερολόγια των managers του, άρα δε νομίζω να αγχωνόταν ο ίδιος για overseas.

Και να: οι αποδείξεις της υπεροχής του διαγράφονται ξεκάθαρα σε όλα αυτά τα videos στα οποία για δύο, περίπου, δεκαετίες δεν είχαμε την παραμικρή πρόσβαση.

Γι’ αυτό και αναφέρω, ότι δεν είμαι σίγουρος αν τον εξυπηρέτησε απόλυτα, εν ζωή, το σφιχτό του σύστημα: εγκατεστημένη υπερδύναμη στις Americas αλλά σπάνιος στον υπόλοιπο κόσμο.

The Golden Experience

(τίτλος άλμπουμ του Prince, 1995)

Τα 90s του Prince αποκαλύπτονται σήμερα στον υπόλοιπο κόσμο ως μια πλούσια – ζάπλουτη – περίοδος της αυτοκρατορικής καριέρας του και του εκτενούς, πολυδιάστατου έργου του.

Περισσότερο: Το σύνολο του έργου του καλπάζει ακόμα προς το μέλλον και χρήζει προσεχτικής εκτίμησης.

Θα σας πω μερικά από τα πρώτα μου ξεκάθαρα συμπεράσματα:

Prince: A Concept Artist

Καταρχήν, σχετικά με τις live εμφανίσεις του Prince: οποιαδήποτε επίσημη καλλιτεχνική εμφάνιση του Prince, από το ένα και μόνο τραγούδι, ως το video clip ή τη ζωντανή παρουσίασή του, είναι κι από ένα τελειομανώς σκηνοθετημένο και χορογραφημένο, χτισμένο concept. Κάθε ένα από αυτά δηλαδή είναι μία μίνι ταινία (clip) ή μία μίνι μουσικοχορευτικοθεατρική παράσταση (live) υψηλών στάνταρντς, εκτελεσμένη με ακρίβεια. Και από τον ίδιο τον απίστευτο πρωταγωνιστή αλλά και από οποιονδήποτε πάνω ή γύρω από το stage, (μουσικοί, τεχνικοί).

Και κάθε ένα απ’ αυτά τα μίνι μιούζικαλς ήταν κι ένα πλήρες fashion show συγχρόνως.

Κι αν και σε κάποια σημεία τα ενδυματολογικά φαντάζουν υπερβολικά ή και ξεκάθαρα κιτς:

Για να βρίσκεσαι στη σκηνή με τον Prince.,.Θα επιστρατεύσω την αγγλικήν:

«To play with Prince

You’d better play like a god and look like a god». (Copyright: Nasos K)

Κοινώς: δε θα έφτανε να είσαι πολύ καλός. Top Game.  A hard gig.

Επίπεδα ακριβείας Frank Zappa και αυστηρότητας James Brown. Υπάρχουν videos με σκηνές από πρόβες όπου είναι σα να δίνουν εξετάσεις στο απαιτητικότερο ωδείο του κόσμου, τα μέλη του ensemble, (δεν το λες μπάντα, το υποτιμάς).

Good < Great < Really Great < Prince

Και βέβαια, ο πρωταγωνιστής, ο φλεγόμενος, μανιακός υπερκαλλιτέχνης, σκοράρει excellence throughout the set. Αριστεύει σε πολλούς τομείς συγχρόνως.

Έχοντας πλήρως καλυμμένο το απλό κοινό, παρέχοντας άφθονο εντυπωσιασμό, ο Prince ‘αντέχει’ και απέναντι στον πιο απαιτητικό, παρατηρητικό ακροατή/θεατή.

Σας γράφω, παράτησα ό,τι έκανα για να δω το υλικό που βγαίνει τώρα πια στη δημοσιότητα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα με τα ‘μεταπτυχιακά’ μου στις τέχνες και τις biz.

Τα ίδια τα τραγούδια του, κάθε ένα από αυτά, ποτέ δεν παιχτήκαν με τον ίδιο τρόπο. Το κάθε setlist τραγουδιών δεν είχε καμιά σχέση με της προηγούμενης περιοδείας ή ακόμα και της προηγούμενης εβδομάδας, (της εκάστοτε ‘τρέχουσας’ περιοδείας).

Ούτε καν μπορούσες να γνωρίζεις, ως κοινό, τι θα παίξει και τι θα αφήσει απ’ έξω. Σίγουρα δε θα άκουγες ένα χιλιοπαιγμένο Greatest Hits set.

Το πιο σίγουρο όμως είναι ότι θα έφευγες ξετρελαμένος/-η.

Η αρχή της επανεκτίμησης

Η μόνη –κακοδεχούμενη- ευκολία που έχουμε σήμερα, που το υλικό αρχίζει να βγαίνει προς τα έξω, είναι ότι καθώς ο εκπληκτικός αυτός καλλιτέχνης έφυγε, τόσο πολύ νωρίς, τα έργα του και το αρχείο του είναι –πρόωρα- «ολοκληρωμένα».

Και μετά το φυσικό του τέλος ως οντότητα, (και άκληρος νομίζω), το ολοκληρωμένο έργο του απλώνεται προς την αιωνιότητα.

Μεγάλο μέρος του έργου αυτού βέβαια είναι ακόμα ακυκλοφόρητο.

Ακούγοντας και βλέποντας το ένα μετά το άλλο, όλα αυτά που τώρα είναι κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, η ανακατάταξη κι η επανεκτίμηση είναι δεδομένη. Αυτεπάγγελτη!

Και πέρα από κάτι μουσικά «γκόλουμς», («κολλημένους»), μετρημένους στα δάχτυλα, ο Prince είχε και πάντα θα έχει την παγκόσμια εκτίμηση με την αξία του. Αποτελώντας μια σπάνια περίπτωση δικαίως αναγνωρισμένου, ανάμεσα σε πλείστα υπερεκτιμημένα σκιάχτρα της ποπ κουλτούρας.   

Κι εδώ έκανα μόλις κάποιες πρώτες, rough, γενικές αποτιμήσεις.

Την επόμενη φορά που θα καταπιαστώ με την μουσική/δημιουργική κληρονομιά του Prince θα ήθελα να έχω ακόμα πιο πλήρη και συνολικότερη εικόνα.

Προς το παρόν, μετά από τα παραπάνω ως πρόλογο, να προσθέσω ότι η πορεία του υπήρξε συνεχώς εξελισσόμενη.

Και σε πρώτη φάση οι πρώτοι που μπορούν να σταθούν τυχεροί και να απολαύσουν ή να αρχίζουν να κατανοούν πράγματα, είναι όσοι μπορούν να επικοινωνήσουν με τα δημιουργικά aspects της σχολής Prince: οποιοσδήποτε είναι ικανός να συλλάβει έστω κι ένα μέρος του Φαινόμενου Prince Rogers Nelson.

Nothing compares  

Από το 2018, αφού τακτοποιήθηκαν πολυάριθμες γραφειοκρατικές εκκρεμότητες, άρχισαν να κυκλοφορούν νέα άλμπουμς, με πιο πρόσφατη τη συλλογή «Originals», (Ιούνιος 2019), που περιέχει ηχογραφήσεις του Prince, κομματιών που έγραψε αλλά έγιναν επιτυχίες από άλλους, όπως τα «Nothing Compares 2 U», «Manic Monday».

Υπάρχει άφθονο υλικό στα αρχεία του «Πρίγκηπα» για να συνεχιστεί η καριέρα του σα να μη συνέβη ο πρόωρος χαμός του.

Η επανεκτίμησή του μόλις άρχισε.

Α, και κάτι ακόμα.

Μέχρι να ξαναμιλήσουμε για τον Prince, παρακαλώ, μην τον συγκρίνετε με τον M. Jackson. Να, ίσως την επόμενη φορά να κάνουμε το ενδιαφέρον αυτό crash-test. Τι λέτε?  

Η φωτό στην πρώτη σελίδα του άρθρου είναι:

Ζωγραφική επί χάρτου, του Νάσου Καββαθά

«10+1 Eurovisionικες επιτυχίες που θα μείνουν για πάντα στην καρδιά μας», της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Άλλη μια εβδομάδα εισέβαλε δυναμικά, για να μας θυμίσει, με τον δικό της τρόπο, πώς ο καιρός περνάει, χωρίς να μας λυπάται ή να δείχνει τον σχετικό οίκτο.

Οι μέρες «τρέχουν», ο μήνας κυλάει και ο καιρός σίγουρα δεν έχει αποφασίσει ακόμη να «βάλει» τα καλοκαιρινά του. Ωστόσο, παρότι ο φετινός Μάιος έχει… ξεφύγει μετερεωλογικά, υπάρχει κάτι το οποίο -και φέτος- παρέμεινε ίδιο με κάθε χρονιά.

Όπως κάθε Μάιο λοιπόν, έτσι και τον φετινό, το καθιερωμένο μουσικό υπερθέαμα της Ευρώπης έλαβε χώρα στα μέσα του μήνα και φυσικά, δεν μας άφησε ασυγκίνητους.

Ο λόγος για τη Eurovision, η οποία φέτος, 2019, έλαβε χώρα στο Τελ Αβίβ και όπως πάντα, έκρυβε πολλές εκπλήξεις.

Για όποιον παρακολούθησε το μουσικό δρώμενο, όλα όσα έγραψα παραπάνω είναι γνώριμα.

 

Η Eurovision της καρδιάς μας

 

Από μικρό κοριτσάκι, θυμάμαι, συνήθιζα να θαυμάζω το μουσικό υπερθέαμα που λέγεται Eurovision. Ήταν η μοναδική μέρα του χρόνου που οι γονείς μου με άφηναν άφοβα να ξενυχτίσω, μέχρι να φτάσει στο τέλος η ψηφοφορία και να αναδειχθεί ο «μουσικός νικητής» της Ευρώπης. Βεβαίως, παρότι η υπόθεση «ψηφοφορία» αποτελούσε πάντα μια οικογενειακή ιεροτελεστία, πολύ λίγες ήταν οι φορές τότε που η ίδια, ως μικρό κορίτσι, «έπεφτα μέσα» στις προβλέψεις μου.

Πέραν όλων των παιδικών μου αναμνήσεων όμως, ο καιρός αναπόφευκτα πέρασε κι εγώ μεγάλωσα.

Μέσα από τόσα χρόνια παρακολούθησης λοιπόν, εν μέσω βιωμάτων και ενηλικίωσης των σκέψεων, μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι σήμερα, στην ηλικία και στη φάση που βρίσκομαι, δύσκολα θα παρακολουθήσω με την ίδια ζέση το –άλλοτε- εξαιρετικό υπερθέαμα.

Ωστόσο, στο InTownPost είμαστε εδώ για εσένα και για κάθε έναν Eurovisionικο fan (και όχι μόνο) και νιώθουμε κάτι παραπάνω από έτοιμοι για ένα μουσικό ταξίδι στο χρόνο, παρουσιάζοντάς σου 10+1 επιτυχίες της Eurovision που θα μείνουν χαραγμένες για πάντα στο μυαλό και στην καρδιά μας. Are you ready?

(Διευκρινίζουμε ότι η κατάταξη διαμορφώθηκε βάσει προσωπικών προτιμήσεων και δεν πρόκειται για official chart ή προσπάθεια προβολής συγκεκριμένων τραγουδιών ή καλλιτεχνών.)

 

Let’s Start!

 

Vicky Leandros – “Apres toi” (1972)

Το αξέχαστο “Apres Toi” (eng: “After you”) ερμηνευμένο μοναδικά σε γαλλικό στίχο από την Ελληνίδα τραγουδίστρια Βίκυ Λέανδρος, αποτέλεσε τη συμμετοχή του Λουξεμβούργου στον διαγωνισμό της Eurovision το 1972 και πήρε την πρωτιά, «κλέβοντας» τις καρδιές όλων. Πλέον παραπέμπει σε μια άλλη εποχή, όμως δεν έχει χάσει στιγμή την αίγλη του καθώς, ακόμα και στις μέρες μας, παραμένει αισθαντικό, κλασικό και πολύ αγαπημένο.

Celine Dion – “Ne partez pas sans moi” (1988)

Μια σύγχρονη μπαλάντα που αγαπήθηκε ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη της στο διαγωνισμό. «Κόντρα» στο τότε ρεύμα των 80’s, η Celine Dion συμμετείχε στη Eurovision του 1988 για λογαριασμό της Ελβετίας και μάγεψε άπαντες, τόσο με τις φωνητικές της ικανότητες, όσο και με το συναισθηματικό εύρος της ερμηνείας της, κατακτώντας την πρωτιά όχι μόνο στον τότε διαγωνισμό, αλλά και στην καρδιά του κοινού.

Dana International – “Diva” (1998)

Ένα τραγούδι και μια περσόνα που δίχασαν το κοινό του 1998, προκαλώντας μεγάλη διαμάχη μεταξύ των συντηρητικών ομάδων του Ισραήλ, όντας η πρώτη trans παρουσία στα χρονικά της Eurovision. Ο λόγος για τη γοητευτική Dana Internatioνal, που εκπροσώπησε το Ισραήλ με το dance, pop τραγούδι “Diva”, κερδίζοντας την 1η θέση για τη χώρα της στον μουσικό διαγωνισμό.

Ruslana – “Wild dances” (2004)

Ε ναι λοιπόν! Η ανατροπή στα 00’s ήρθε από τη Ruslana και τους «Wild Dances» της. Και ποιος δεν είχε… ξεσαλώσει με το τραγούδι της Ουκρανής δημιουργού, το οποίο κατάφερε να «ακούγεται» για πολύ καιρό ακόμη, μετά το πέρας του διαγωνισμού. Η Ruslana εκπροσώπησε τη χώρα της, την Ουκρανία και κατάφερε να κατακτήσει την 1η θέση με 280 πόντους, στη διοργάνωση του διαγωνισμού στην Τουρκία το 2004.

Έλενα Παπαρίζου – “My number one” (2005)

Δεν θα μπορούσε να λείψει από τη λίστα μας και όχι μόνο επειδή ήταν ελληνικό. Το «My Number One” αποτέλεσε από την αρχή το απόλυτο φαβορί και όλοι μιλούσαν για το τραγούδι της χρονιάς. Με έντονο το ελληνικό στοιχείο (μπουζούκι, σόλο κρητικής λίρας) και με μια εξαιρετικά πρωτότυπη χορογραφία, η Έλενα Παπαρίζου εκπροσώπησε επάξια τη χώρα μας και εξέπληξε ευχάριστα τους πάντες, επιβεβαιώνοντας την επιτυχία της με μία σαρωτική νίκη.

Johnny Logan – “Hold me now” (1987)

Μια από τις πιο υπέροχες μπαλάντες όλων των εποχών «γεννήθηκε» από το διαγωνισμό της Eurovision! Το κομμάτι της Ιρλανδικής αποστολής “Hold me now” και ο ερμηνευτής του, Johnny Logan, «έσπασαν» όλα τα κοντέρ επιτυχίας κατακτώντας την 1η θέση στο διαγωνισμό της Eurovision το 1987, καθιερώνοντας στη συνείδηση του κοινού ένα από τα πιο αγαπημένα ερωτικά τραγούδια.

Loreen – “Euphoria” (2012)

Το 2012 «ξεπετάχθηκε» άλλο ένα διαμάντι από τις «όχθες» της… Eurovisionικης λίμνης! Ο λόγος για τη Σουηδή pop τραγουδίστρια Loreen, η οποία κατέκτησε την 1η θέση στην κατάταξη του διαγωνισμού με το τραγούδι ”Euphoria” συγκεντρώνοντας 372 βαθμούς και «απέκτησε» το ρεκόρ με τα περισσότερα δωδεκάρια σε συμμετοχή χώρας στο διαγωνισμό.

Måns Zelmerlöw – “Heroes” (2015)

Μια από τις ωραιότερες συμμετοχές στη Eurovision so far είναι και αυτή, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέκτησε την 1η θέση. Το “Heroes” από τον ταλαντούχο pop Σουηδό ερμηνευτή Måns Zelmerlöw, κέρδισε τον κόσμο «αγγίζοντας» τα ακούσματά του. Ενδεικτικό είναι ότι το συγκεκριμένο κομμάτι παίζει δυνατά σε πολλά σημεία του κόσμου, μέχρι και σήμερα.

Abba – “Waterloo” (1974)

Από πολλούς έχει αναφερθεί ως το πιο σημαντικό τρίλεπτο του διαγωνισμού μέχρι σήμερα και όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε. Το 1974 το τραγούδι των Σουηδών ABBA “Waterloo” καταλαμβάνει την 1η θέση στον μουσικό διαγωνισμό της Eurovision και καθιερώνεται ως το πιο κλασικό κομμάτι της! Ζωντανό, εύηχο, διασκεδαστικό και με αέρα που «μυρίζει» 70’s, το τραγούδι “Waterloo” θεωρείται από τις πιο επιτυχημένες και επιδραστικές συμμετοχές στη Eurovision μέχρι και σήμερα.

Secret Garden – “Nocturne” (1995)

Όμορφο, ουσιαστικό, βαθύ και πολύ συναισθηματικό. Το κομμάτι αυτό αποτελεί κομψοτέχνημα για τη σύγχρονη ιστορία της μουσικής και ναι, «βγήκε» και αυτό από τον δημοφιλή διαγωνισμό τραγουδιού της Ευρώπης. Ακούγοντάς το, συνήθως δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις πρώτο, που σου δόθηκε η ευκαιρία να το απολαμβάνεις. Σήμερα όμως, κοιτώντας πίσω στο χρόνο, η απάντηση είναι απλή: Τη Νορβηγία. Το «Nocturne» από Secret Garden ήταν η αποστολή της Νορβηγίας στο διαγωνισμό το 1995, με το οποίο κατέκτησε την πρωτιά. Και σίγουρα έχει την πρωτιά και στη δική μας καρδιά.

Lordi – “Hard Rock Hallelujah” (2006)

Ήταν δυνατόν να το ξεχνούσαμε; Προφανώς όχι! Κλείνω με το δικό μου αγαπημένο λοιπόν, που το φύλαξα και για το τέλος. Η νίκη των Φινλανδών Lordi στην ελληνική διοργάνωση της Eurovision, το 2006, με το καταιγιστικό “Hard Rock Hallelujah”, από πολλούς αποδόθηκε ως η… «δικαίωση» των καταπιεσμένων μεταλλάδων. Στη πραγματικότητα, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Το clue δεν ήταν το φλερτ με τη metal σκηνή, αλλά η τρομακτική, αποκρουστική κι όμως τόσο έξυπνα τοποθετημένη εμφάνιση των Φινλανδών, την οποία προφανώς λατρέψαμε (φυσικά πολλοί την μίσησαν, όμως άλλοι τόσοι είμασταν κι εμείς που την αγαπήσαμε, οκ;)

Αυτά από εμάς λοιπόν για όλους τους απανταχού Eurovision Fans και για όλους όσοι λατρεύουν τη μουσική απ’ όπου κι αν προέρχεται και όπως κι αν είναι, όπως ακριβώς κάνουμε κι εμείς.

Μέχρι να τα πούμε ξανά…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«62 Χρόνια Μαρινέλλα: Σύμβολο Καλλιτεχνικής Υπεροχής», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Από το μελαχρινό κορίτσι που καθόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, πέταξε τις καρέκλες και μεταμορφώθηκε σε μια αεράτη γυναίκα με κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί και ντυμένη με πολυτέλεια, τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε και αλώνιζε πάνω στη πίστα. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της την έκανε να ξεχωρίσει»

Η μεγάλη κυρία του Ελληνικού τραγουδιού γεννήθηκε 19 Μαΐου. 

Τα λόγια είναι περιττά, όταν μιλάς για τη Μαρινέλλα!

Γιατί ό, τι και να πεις σίγουρα έχει ειπωθεί και θα πέσεις σε επαναλήψεις.

O Φρανκ Σινάτρα, ακούγοντάς την να τραγουδάει, είπε πως: «Αν αυτή η γυναίκα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτή όλος ο κόσμος».

Μαρινέλλα: Μια απαστράπτουσα λάμψη με δυο λαμπερά μάτια που αντανακλούν το φως και μια φωνή βιολοντσέλο!

Όταν η  Μαρινέλλα μπαίνει στη σκηνή το στητό της σώμα, η λάμψη της, η αδηφάγα θηλυκότητά της και η φωνή της κυριαρχούν και όλα φωνάζουν, πως το τραγούδι είναι Εκείνη.

Μαρινέλλα: σύμβολο καλλιτεχνικής υπεροχής μιας διεθνώς αναγνωρισμένης ντίβας, που δεν έφυγε ποτέ από την πατρίδα της.

Μαρινέλλα : Σπάνιο μέταλλο που συμπεριφέρεται ως μαγνητικό ρευστό και προσφέρει στο ακροατήριο μια μαγική ανατριχίλα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, ακούγοντας στις πρόβες την Μαρινέλλα να κάνει αυθόρμητα την φούγκα στο «Κουρασμένο παλικάρι» την παρομοίασε με την Μαρίκα Νίνου στην βελτιωμένη εκδοχή της.

             1978 στο Ηρώδειο από τηλεοπτικό γύρισμα του Κλέαρχου Κονιτισώτη.

                      Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1998)

(Φωτό: προσωπικό αρχείο Φρέντυ Πυτιλάκη)

Δυναμική Βασίλισσα επί 62 συνεχή χρόνια κρατάει τα σκήπτρα στο ελληνικό τραγούδι. Η Μαρινέλλα τρέφεται από το τεράστιο ταλέντο της, ενώ ποτέ, κυριολεκτικά, δεν απέκτησε πλήρη συνείδηση, ότι είναι και η πρώτη στο χώρο της σε μια εποχή που ο κόσμος «τρώει» ό, τι του σερβίρουν.

«…δεν έχω συνειδητοποιήσει ποτέ  τις λέξεις επιτυχημένη, φίρμα, πρώτη, μεγάλη. Ποτέ. Και ευχαριστώ τον Θεό για αυτό. Γιατί όταν το συνειδητοποιήσεις δεν είσαι τίποτε!», απάντησε,  όταν ρωτήθηκε σχετικά.

«Αν θες να βρεις παράδειγμα προς μίμηση, θα πρέπει να ψάξεις μεταξύ των απλών, ταπεινών ανθρώπων. Πραγματικό μεγαλείο έχουν μόνο όποιοι δεν αυτοδιαφημίζονται και δεν θεωρούν τον εαυτό τους σπουδαίο» αναφέρει ο Λέων Τολστόι και μου θυμίζει τη Μαρινέλλα, που άφησε τα πράγματα να «τσουλήσουν», όπως λέει χαρακτηριστικά, απαλλαγμένη από την υπερηφάνεια.

Λεύκωμα «Η Τέχνη της Μεγάλης Φωνής», Δεκέμβριος 2017

Νεράιδα 1986: Μαρινέλλα, Πάριος

Ο Μίκης Θεοδωράκης, η Μαίρη Λίντα και δεξιά η Μαρινέλλα (1961): Θέατρο «Κεντρικόν»

Από την ταινία «Ο Πιο Καλός ο Μαθητής» (1968): Νίκος Σταυρίδης, Ξένια Καλογεροπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος.

Φεστιβάλ «Midem» στις Κάνες το 1973

Η Μαρινέλλα, κατά κόσμο Κυριακή Παπαδοπούλου,  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς της γνωρίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη και είχαν ποντιακή καταγωγή.

Είναι το τέταρτο και νεότερο μέλος της οικογένειας. Μια οικογένεια φτωχή αλλά δεμένη με αρχές, που τα περισσότερα μέλη της τραγουδούσαν πολύ καλά. Από τεσσάρων έως πέντε χρονών, συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα». Στα δεκαεφτά της, ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.

Κάποιο βράδυ, στον Παλαμά Καρδίτσας, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα, που ήξερε απ’ έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε. Εκείνη τη στιγμή το ελληνικό τραγούδι κέρδιζε μία από τις καλύτερες εκπροσώπους του.

Ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας την βάφτισε καλλιτεχνικά «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης ενθουσιάστηκε, όταν την άκουσε να ερμηνεύει «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη, ένα τραγούδι που εκείνος είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα σε δίσκο.

«…δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης, δεν τον ήξερα. Μου λέει «Τραγουδάς ωραία, μπράβο! Σεκόντα ξέρεις να κάνεις»; Λέω «Ξέρω»

Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της. Και οι δύο αγαπούσαν πολύ την θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί, ο Στέλιος Καζαντζίδης της ζήτησε να γίνει το σεγκόντο του και λίγο καιρό μετά η γυναίκα του.

Χαρακτηρίστηκαν ως θεϊκό ζευγάρι της ελληνικής δισκογραφίας και γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του 1966.

Την ίδια χρονιά η Μαρινέλλα, μόνη της πλέον, προσπαθεί να στήσει μια προσωπική καριέρα.

Ο Γιώργος Κατσαρός ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε, επίσης ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας και αργότερα ο Κώστας Χατζής, ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη  Ακολούθησε το «Άνοιξε πέτρα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, ένα τραγούδι, που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην Μαρινέλλα για το ξεκίνημα της προσωπικής της καριέρας από  την οποία, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Μια μεγαλειώδης διαδρομή που η Μαρινέλλα ως πρώτο όνομα πια πρωτοστάτησε στο στήσιμο ενός άλλου είδους νυχτερινής διασκέδασης.

Από το μελαχρινό κορίτσι που καθόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, πέταξε τις καρέκλες και μεταμορφώθηκε σε μια αεράτη γυναίκα με κοντοκουρεμένο, ξανθό μαλλί και  ντυμένη με πολυτέλεια, τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε και αλώνιζε πάνω στη πίστα. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της την έκανε να ξεχωρίσει.

Χρησιμοποιούσε μεγάλες ορχήστρες με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Πρόσεχε τον ήχο, έβαλε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, έφτιαξε τα καμαρίνια και επέβαλε όχι μόνο την Κυριακή να είναι ρεπό, αλλά και οι μουσικοί της να πληρώνονται εκείνο το ρεπό.

«Ρεσιτάλ»: η Μαρινέλλα με τον Κώστα Χατζή στο Σκορπιό στην Πλάκα (1976)

Από τα γυρίσματα του βίντεο κλιπ για το τραγούδι της Γιουροβίζιον: «Λίγο Κρασί, Λίγο Θάλασσα και το Αγόρι μου» (1974)

Και πάνω που είχαμε νομίσει ότι οι εκπλήξεις δύσκολα μπορούν να συμβούν πάνω σε μια πίστα, η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού Μαρινέλλα συνάντησε στην Πύλη Α (Performance Stage – Πρώην Πύλη Αξιού) τον Κώστα Μακεδόνα, συμπράττοντας από κοινού σε ένα λαϊκό και πολυαναμενόμενο για τους συντοπίτες της πρόγραμμα.

Μαζί με την Μαρινέλλα και τον Κώστα Μακεδόνα, στην Πύλη Αξιού εμφανίστηκαν η Έλενα Παπαρίζου, που έδωσε  μια πιο ποπ νότα στο σχήμα, στο οποίο συμμετείχαν  και οι Κωνσταντίνος και Ματθαίος Τσαχουρίδης και η Ήβη Αδάμου.

Με το ίδιο σχήμα, χωρίς τους αδελφούς Τσαχουρίδη, θα περιοδεύσει το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα. Το πιο σημαντικό σε αυτή τη σύμπραξη, είναι ότι η Μαρινέλλα  ανοίγει και κλείνει το πρόγραμμα, δίνοντας ένα μάθημα στις φίρμες, που βγαίνουν τις μεγάλες ώρες στην πίστα.

Εξήντα δύο χρόνια Μαρινέλλα και τίποτα δεν είναι τυχαίο: «Πρέπει να με γράψουν στα ρεκόρ Γκίνες, όχι μόνο γιατί τραγουδάω ακόμα, αλλά και γιατί ο κόσμος με θέλει ακόμα. Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω στη σκηνή κι από εκεί να φύγω», λέει η Μαρινέλλα,  κι εμείς την ακολουθούμε γιατί δεν θέλουμε να χάσουμε ούτε σταλιά κάθε απόβραδο από τη φρεσκάδα, το κέφι, την κίνηση και φυσικά την ανεπανάληπτη φωνή της!

Αφίσα της Νεράιδας 1985: Η Μαρινέλλα με την Κωνσταντίνα, την Μαργαρίτα Ζορμπαλά, τη Ντόρα Στέρη και τη Ντίνα Καμπάκη.

Υ/γ: Ευχαριστώ πάρα πολύ τον κ. Φρέντυ Πυτιλάκη για τη βοήθειά του στην πραγματοποίηση του αφιερώματος.

«Λήτης: Συνάντηση με τον Ζωντανό Θρύλο του Ελληνικού Ροκ», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

«Κι αν δεν έρθουν καλύτερες μέρες, θα αγαπήσω αυτές εδώ όπως είναι» 

Είχα σκοπό να φέρω την Maggie Reilly μετά το φετεινό καλοκαίρι. Έκανα κάπως αισθητές τις προθέσεις μου και – πόσο γρήγορα συνέβησαν όλα – να, η αφίσα της. Δεν ήθελα καν να πάω.

Όμως, συμπτωματικά, μια μέρα πριν την εμφάνισή της στο «Κύτταρο» με παίρνει τηλέφωνο ο παλιός συνεργάτης και πιστός κιθαρίστας του Λήτη, ο Αργύρης ο Κιούσης. Το «Κύτταρο» είναι το 2ο σπίτι του Λήτη, εκεί συναντιόμαστε συνήθως. Εκεί, στα δεξιά απ’ το stage ως συνήθως, η ωραία μας παρέα, αυτή τη φορά με την προσθήκη κι άλλων αγαπημένων προσώπων, ο Κώστας, η Βέρα.

Φωτογραφίες: Νάσος Καββαθάς

Moonlight shadows

Η κουβέντα μας ξεκινάει ήδη, είχαμε να τα πούμε κανα δυό μήνες. Σαν οικοδεσπότης είναι ο Λήτης εδώ, λάμποντας λες μέσα στον φυσικό του χώρο, κερνάει μπύρες, εκείνος δεν πίνει πια, ένα ζωντανό, καλοδιατηρημένο παρά τις κακουχίες, άγαλμα του ελληνικού ροκ, ωραίος, στυλάτος, ευγενής, αυθεντικός. Η Maggie Reilly ξεκινάει με το «Foreign Affair». Μερικά τραγούδια μετά ο Λήτης μου λέει: «Με σεβασμό στην κοπέλα, δεν είναι ότι δεν είναι καλή, καταλαβαίνω, αλλά δε θα κάτσω μέχρι το τέλος. Να, δεν είναι το είδος που μ’ αρέσει. Εγώ μεγάλωσα με Deep Purple, Rolling Stones. Οι Led Zeppelin είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Κι οι Clash, μου αρέσανε».

Και μας παίρνει η μπάλα να λέμε για συναυλίες που έχουμε πάει.

«Ναι, είχα δει τον Chuck Berry τότε».

Δε θυμόμουν καν ότι είχε έρθει στην Ελλάδα ο Chuck Berry. Επικαλούμαστε κι άλλα αντίστοιχα ροκ δαιμόνια: τον Jerry Lee Lewis τότε στο Καλλιμάρμαρο, α, και τότε που πήρα συνέντευξη από τον Screaming Jay Hawkins, (την τελευταία της ζωής του!), στο πλαίσιο της ταινίας που του έκανε ο συχωρεμένος ο  Νίκος Τριανταφυλλίδης, μπήκανε και μέσα στην ταινία κάποιες απ’ τις απαντήσεις του, (‘I put a spell on me’, 2000). Έπαιξε και δυο βραδιές στο «Ρόδον». Βεβαίως κι ήταν κι ο Λήτης εκεί.

Λήτης: Είχα συναντήσει και τον John Cambell τότε, στο «Ρόδον».

Νάσος: Ναι; Του μοιάζεις! Ινδιάνος δεν ήταν;

Λ: Ναι, Ινδιάνος. Φοβερή slide κιθάρα. Ήταν τότε να ξανάρθει στο Λυκαβηττό και πέθανε, 48 χρονών.

Πριν από μερικά χρόνια ο Λήτης είχε κλονιστεί από τον πρόωρο χαμό της τότε συντρόφου του (κι από όλα τ’ άλλα μαζί) και πέρασε ένα διάστημα σε ψυχική κατάπτωση, νοσηλευόμενος μάλιστα για κάμποσο καιρό. Άτρωτος, επέστρεψε στη ζωή και στη δράση. Τα καλά του νέα μου είχαν δώσει αληθινή, εύφορη χαρά.

2017: Το comeback στο «Κύτταρο»

Έκανα το comeback το 2017, εδώ στο Κύτταρο, μαζί με όλες τις άλλες μπάντες, sold out. Κι από τότε πολλές εμφανίσεις, Αθήνα και επαρχία. Το 2018 στο «Αν», που κατέβασα και τα παντελόνια μου και έφτασαν να γράφουν στην Espresso, να λένε στις κατινο-εκπομπές και να γίνεται viral.

Ο Λήτης φεύγει λίγο πριν το encore της Maggie Reilly με το «Moonlight Shadow». Σε λίγη ώρα συνεχίζουμε τη συζήτηση στο σπίτι του, σε απόσταση περπατήματος από το «Κύτταρο». Συνεννοούμαστε πως θα ανταλλάξουμε υλικό, φωτογραφίες, μέσω του γιου του του Φίλιππου.

Δεν είμαι όμως ένας που να κάτσω και να κολλήσω σ’ έναν υπολογιστή. Θέλω να ζήσω, να ανασάνω, να μυρίσω τη ζωή γύρω μου, να βγω έξω να τη ζήσω με ανθρώπους. Να, τις προάλλες κάναμε συναυλία, κανονική μπάντα, εδώ, στην Αχαρνών, έξω από ένα μανάβικο(!). Ήρθανε κανάλια, μαζεύτηκε κόσμος, έκλεισε ο δρόμος. Σας έκανε διάσημους λέγανε στο μανάβικο.

Δε γίνεται να μην αγαπήσεις τον Λήτη, αν είσαι τυχερός και τον συναπαντήσεις στα «στραβοδρόμια» που χαρτογραφούν το χώρο στον οποίο στέκει ως ένας απ’ τους last men standing.

Ελληνικό Ροκ. Ένας Έλληνας Lemmy θα μπορούσε να πει κανείς, τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχους μυθικούς (δήθεν ή όχι) ξένους ρόκερς. Λήτης & Ιζόλδη, Λήτης & Τρυκ, Λήτης & Σκιάχτρα.

Εδώ και χρόνια «Πρύτανης» του Streetwise University όπως λέω, φίλος και συνδημιουργός με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον Νικόλα Άσιμο, τον Τζίμη Πανούση, τον Πουλικάκο, τον Γκαϊφύλλια, τον Σκορδίλη, τον Woody και τον Δημητράκα απ’ τους Panx Romana, (επίσης last men standing), κατά ντουζίνες μπαίνουν και βγαίνουν στη συζήτησή μας ένα σωρό άλλα ονόματα κι επώνυμα.

Δεν είναι μόνο ονόματα, είναι άνθρωποι, καλλιτέχνες, κάποιοι ποτέ δε γνώρισαν την εκτίμηση που δικαιούνται. Κάποιοι σκαιές φιγούρες. Κάποιοι καλά παιδιά. Ατέλειωτες ιστορίες, απίστευτες, αλλά πιο αληθινές απ’ ότι απίστευτες. Μιζέριες και highlights, δίπλα-δίπλα. Τότε..

«..στην επιστράτευση. Ποιόν πετυχαίνω εκεί; Τον Αντώνη τον Λόξα, τον ντράμερ της Μαρινέλλας, που έφυγε μετά Αμερική. Φτιάξαμε μουσικό σχήμα και ανεβαίνανε στα τραπέζια οι γαλονάδες».

Μπρος και πίσω στο χρόνο, το ’70 που έπαιζε μπάσο, το ’81 που βγήκε ο πρώτος δίσκος, φέτος, αύριο. Χρόνος τύπου Αϊνστάϊν, μια γλιστερή ψευδαίσθηση. Ε, βέβαια, δεν είμαστε άγνωστοι, να κάτσουμε να παριστάνουμε τον δημοσιογράφο και τον συνεντευξιαζόμενο. Λέμε για τότε, το 2006, που παίζαμε μαζί στην Κρήτη, για κοινούς φίλους και συνεργάτες, για σουρρεαλιστικές συναλλαγές με τον τύπο στο «Ελληνικόν», για αχαριστίες και για λαμπρές στιγμές. Ή στο πάλαι ποτέ «Rollers» στο Περιστέρι, όπου έπαιζε λάϊβ και υπήρχε τεράστια πίστα για roller skates.

Αν απομαγνητοφωνούσα τη συζήτηση θα θέλαμε 40 σελίδες. Τουλάχιστον. Η μεταμεσονύχτια φωτογράφιση που ακολούθησε υπό αντίξοες συνθήκες (κομμένο ηλεκτρικό), ήταν εξίσου απολαυστική εμπειρία.

Νέα τραγούδια και βιβλίο

«Έχω 17-18 καινούργια τραγούδια και τα βάζω στούντιο αυτές τις μέρες». Δράττεται της ευκαιρίας και θυμίζει κάποιες λεπτομέρειες στον Αργύρη για τις επερχόμενες ηχογραφήσεις.

«Και βέβαια, την αυτοβιογραφία μου που ετοιμάζω αυτόν τον καιρό».

Μάλιστα, αυτό είναι νέο. Αυτό θα είναι ένα βιβλίο που θα γίνει απαραίτητο στην βιβλιοθήκη για το ελληνικό ροκ. Η ευκαιρία κάποιου/ας να απολαύσει τον χειμαρρώδη, γενναίο και συνάμα χιουμοριστικό λόγο του κυρίου Νίκου Σάνη, κατά κόσμον Λήτη.

«Ήμουν αλκοολικός και γυναικάς. Ήμουν νευρικός και είμαι ακόμα. Έγραψα τραγούδια με στίχο που δεν έχει τολμήσει κανείς και μουσικά έβαζα στοιχεία πρωτοποριακά. Και ποτέ δε διαφήμισα τα ναρκωτικά».

Νέα τραγούδια και ένα βιβλίο αυτοβιογραφία λοιπόν στα σκαριά για έναν καλλιτέχνη που επανειλλημένα  πρωτοτύπησε στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Σ’ έναν στοιχειωδώς λογικό κόσμο, το κοινό θα άκουγε, μελέταγε, διασκέδαζε με τους καλούς του καλλιτέχνες, όχι με τα διαφημισμένα «σκυλιά» κάθε λογής, παντού.

Κι αν αυτά εδώ είναι τα «dog years» για τη μουσική του mainstream, να τι λέει ο Λήτης στο βιογραφικό του σημείωμα στη σελίδα του στο facebook (https://www.facebook.com/Litisgr):

Υ.Γ.

Σχέδια για το μέλλον: Κι αν δεν έχουν έρθουν καλύτερες μέρες θα αγαπήσω αυτές εδώ όπως είναι!

Και:

Κάτι που δεν μετάνιωσα: Το ότι δεν έγινα ποτέ σκύλος κι ας πείνασα σα σκύλος…

Δικογραφία:

Ο Δράκος Του Πάρκου (Happening Records) 1981
Η Αράχνη – Γαλάζια Μηχανή  (Happening Records) 1982
Ποδανά (EMI) 1983
Χαρακίρι (Sakaris Records) 1988
Νυχτώνει (Atlantis Records) 2005
+4 Συλλογές

Χρυσοί Δίσκοι: Ούτε Τσίγκινος (Μόνο Έναν Ασημένιο της Μαμάς)
Επιτυχία στο Εξωτερικό: Ό,τι και στο Εσωτερικό
Επιτυχία στο Εσωτερικό: Ποδανά, Μαριάνα, Μπέττυ, Παπάς, Πλ. Εξαρχείων, Λίζα, Νυχτώνει

«10+1 κομμάτια των Black Sabbath που δεν θα βαρεθούμε ποτέ», γράφει και επιλέγει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Κακά τα ψέματα: Η κινητήριος δύναμη όλων όσων συμβαίνουν γύρω μας (αλλά και εντός μας) δεν είναι άλλη από τη μουσική. Τα συναισθήματα που κατά καιρούς «ξεπετιούνται», μέσα στο πλαίσιο της αδιάκοπης πάλης με την καθημερινότητα, καλλιεργούνται γόνιμα μέσα από τη μουσική και εν συνεχεία, είτε δαμάζονται, είτε ξεθαρρεύουν.  

Φαντάζομαι λοιπόν πώς είναι λογικό να μπορεί κανείς να γράφει για ώρες σε σχέση με τη μουσική και φυσικά για το τι τελικά σημαίνει για τον ίδιο. Εμείς βέβαια, δεν σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε αυτό το «μονοπάτι» στη σημερινή μας συνάντηση. Αντιθέτως, θα έλεγα. Με γνώμονα όλα όσα μας αρέσουν, σήμερα θα καταπιαστούμε με το πλέον κλασικό, αλλά και ιδιαίτερα αγαπημένο όνομα της heavy metal μουσικής. Ο λόγος για τους Black Sabbath.

Όλα ξεκίνησαν την άνοιξη του 1967, οπού το Βρετανικό συγκρότημα, φερόμενο τότε ως «Polka Tulk», έκανε την παρθενική του εμφάνιση στα μουσικά δρώμενα. Λίγο αργότερα, το σχήμα μετονομάστηκε ως «Earth», όπου και πορεύτηκε με αυτή την ονομασία για περίπου μια διετία. Αρχικά μέλη του συγκροτήματος ήταν ο Ozzy Osbourne (φωνητικά), ο Tony Iommi (κιθάρα), ο Gizer Butler (μπάσο) και ο Bill Ward (τύμπανα), ενώ, εικάζεται πώς ανάμεσα στα τότε μέλη του συγκροτήματος υπήρξε ακόμη ένας πιανίστας και ένας σαξοφωνίστας.

Τον Αύγουστο του 1969 οι νεαροί βιρτουόζοι από τη Βρετανία, επηρεασμένοι από την ομώνυμη ταινία τρόμου του Μάριο Μπάβα με πρωταγωνιστή τον Μπόρις Καρλόφ που είχε προβληθεί το 1963, μετονομάζονται σε «Black Sabbath» και κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60’, όλα αρχίζουν να «μπαίνουν» στη θέση τους…

 

Δισκογραφία

 

Οι Black Sabbath κυκλοφόρησαν το πρώτο τους single με τίτλο «Evil Woman» τον Ιανουάριο του 1970 μέσω της εταιρείας «Fontana Records».

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1970 κυκλοφορούν το ομώνυμο ντεμπούτο-άλμπουμ τους, ανεβαίνοντας στο #8 της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και στο #23 των Η.Π.Α., άλμπουμ που παρέμεινε στα charts για πάνω από ένα χρόνο. Ο δίσκος περιείχε κλασικά κομμάτια όπως το ομώνυμο, σκοτεινό «The Wizard», το χαρακτηριστικό «N.I.B.», αλλά και το γνωστό και μη εξαιρετέο «The Warning».

Τον Ιούλιο του 1971 κυκλοφόρησε το τρίτο, κατά σειρά, άλμπουμ τους με τίτλο «Master of Reality», με πολλά κομμάτια του να δημιουργούν εντύπωση, όπως το «Children of the Grave» αλλά και το «After Forever».

Οι στίχοι των κομματιών αναφέρονταν στην ψυχή του ανθρώπου, αλλά και στη μετά θάνατον ζωή, με τον δίσκο να γίνεται χρυσός δύο μήνες αμέσως μετά την κυκλοφορία του, σκαρφαλώνοντας στο «Top-10» των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

Μετά από μία μεγάλη περιοδεία και ένα διάλειμμα, το Σεπτέμβριο του 1972 το συγκρότημα επανέρχεται με το «Volume 4″.  Η επιτυχημένη πορεία του γκρουπ συνέχισε αμείωτη έως το 1977, όπου η πρώτη βόμβα «έσκασε»…

 

Η «φυγή» του Osbourne

 

Ozzy

Το Νοέμβριο του 1977, ο frontman των Black Sabbath, Ozzy Osbourne παραιτήθηκε από το συγκρότημα, λόγω προσωπικών προβλημάτων, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να αποφασίζουν την αντικατάστασή του με τον Dave Walker των Savoy Brown.

Η «συνταγή» δεν φάνηκε να πετυχαίνει, καθώς η μοναδική εμφάνιση του ίδιου με το συγκρότημα έγινε στις 8 Ιανουαρίου 1978 για την τηλεοπτική εκπομπή «Look! Hear!».

Το «κερασάκι στην τούρτα» βέβαια ήταν ότι, τρεις μήνες αργότερα, ο Osbourne αποφάσισε να επιστρέψει στο συγκρότημα. Τον Οκτώβριο του 1978, οι Black Sabbath επανήλθαν ως είχαν, κυκλοφορώντας το «Never Say Die», με το ομώνυμο single να φτάνει στο #21 των βρετανικών charts και να αποτελεί το πρώτο τραγούδι μετά το θρυλικό «Paranoid», που καταφέρνει να μπει στον βρετανικό κατάλογο επιτυχιών.

Εν μέσω live εμφανίσεων, αλλά και πολλών αστοχιών του Osbourne καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του συγκροτήματος στον χρόνο, το 1979 οι Sabbath αποφασίζουν να διώξουν τον τελευταίο και να φέρουν στην θέση του έναν εξίσου ταλαντούχο frontman. Ο λόγος φυσικά για τον (τότε) πρώην τραγουδιστή των Rainbow, Ronnie James Dio.

 

«Εποχή Dio» και ανακατατάξεις

 

Ο τελείως διαφορετικός στη φωνή από τον Ozzy, Ronnie, μπήκε στο στούντιο αμέσως μετά την ένταξη του στο συγκρότημα το καλοκαίρι του 1979, μετά από πρόταση της κόρης του μάνατζερ των Black Sabbath και μετέπειτα συζύγου του Osbourne, Sharon Arden.

Να σημειωθεί ότι το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Gizer Butler αποχώρησε κι εκείνος από το συγκρότημα για τέσσερις μήνες, με προσωρινό αντικαταστάτη του τον Geoff Nicholls. Ο Butler επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1980 και οδήγησε τον Nicholls στα πλήκτρα.

Τον Απρίλιο του 1980 οι Black Sabbath κυκλοφορούν τον πλατινένιο τους δίσκο «Heaven and Hell» με το single τους «Neon Knights» να φτάνει στο #22 του βρετανικού καταλόγου επιτυχιών.

Μία ξεχωριστή περιοδεία πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά, καθώς οι Sabbath παρουσίασαν ένα φοβερό πακέτο μαζί με το διάσημο hard rock συγκρότημα, Blue Öyster Cult.

Ωστόσο, άλλη μια απώλεια έμελλε να ακολουθήσει για το συγκρότημα, καθώς τον Αύγουστο του 1980, ο Bill Ward αποχωρεί, λόγω της εναντίωσής του στην αντικατάσταση του Osbourne.

Ο Ward αντικαταστάθηκε από τον Vinny Appice, με τον οποίο το συγκρότημα ολοκλήρωσε και την περιοδεία για την προώθηση του «Heaven and Hell”.

Ο Dio, από την πλευρά του, συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του με το συγκρότημα και τον Οκτώβριο του 1981, κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του ως frontman των Black Sabbath με τίτλο «Mob Rules», μέχρι το Νοέμβριο του 1982 όπου αποχώρησε από το συγκρότημα για να ξεκινήσει σόλο καριέρα.

Dio
Vinny Appice

 

Ο διχασμός και οι αιώνιοι «βασιλιάδες» της metal

 

Σε γενικότερες γραμμές, μετά το 1979, η σύνθεση του σχήματος υπέστη πολυάριθμες αλλαγές, με μοναδικό σταθερό μέλος τον Tony Iommi.

Έτσι, έπειτα από έντονες δεκαετίες ανακατατάξεων, αλλά και από τα λίγο πολύ γνωστά πηγαινέλα του Dio, του Osbourne και των λοιπών, η αρχική σύνθεση του group επανενώθηκε για μία και μόνο φορά, με αφορμή το φιλανθρωπικό φεστιβάλ «Live Aid», στις 13 Ιουλίου του 1985, φεστιβάλ για το οποίο επανενώθηκαν και άλλα γνωστά συγκροτήματα όπως οι The Who ή οι Led Zeppelin.

Τα χρόνια πέρασαν, οι αλλαγές συνεχίστηκαν και κάπως έτσι, το Σεπτέμβριο του 2014, έγινε γνωστό ότι το συγκρότημα θα ξεκινούσε να δουλεύει για το 20ο και τελευταίο του άλμπουμ μέσα στο 2015, κάτι που όμως αναιρέθηκε λίγους μήνες αργότερα από τον ίδιο τον Ozzy Osbourne, με τους Black Sabbath να ανακοινώνουν ότι η τελευταία τους περιοδεία με τίτλο «The End» θα πραγματοποιηθεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2016.

Oι Black Sabbath λογοκρίθηκαν έντονα από τον Τύπο καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσουρανήματός τους, ενώ χαρακτηρίστηκαν από πολλούς ως «σκοτεινή” και “πολύ θορυβώδης μπάντα».

Ωστόσο, η ιστορία «μιλάει» για αυτούς, καθώς, όποια σύσταση κι αν είχαν, κατόρθωσαν να πετύχουν ως συγκρότημα αλλά και ως «όνομα» περισσότερες από 70.000.000 πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως!

Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι το περιοδικό «Rolling Stone» τους κατέταξε στην 85η θέση της λίστας με τους 100 σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών.

Εμείς, στο InTownPost, είμαστε εδώ για να σου υπενθυμίσουμε το μέγεθος της επιτυχίας, αλλά και της επιδραστικότητάς τους, απ’ όλες τις εποχές και τις εκφάνσεις τους, μέσα από 10+1 κομμάτια που δεν θα βαρεθούμε ποτέ να ακούμε. Enjoy!

P.S.: Ας το πάμε χρονολογικά σε αυτή τη λίστα, για να είμαστε όλοι… ευχαριστημένοι!

The Wizard (1970)

Βραβευμένο με grammy καλύτερης metal ερμηνείας, το «The Wizard» αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρώιμης φάσης των Black Sabbath, με τον Ozzy Osbourne να τα… σπάει!

Evil Woman (Don’t play your games with me) (1970)

Άλλο ένα κομμάτι των… «παλιών» BS. Ήχος εναρμονισμένος με τους ρυθμούς της τότε εποχής, λίγο πριν κατασταλάξουν στο γνώριμο ύφος που τους έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα.

Iron Man (1970)

Κλασικό, σκοτεινό, αγαπημένο. Ένα κομμάτι που καθιέρωσε τους Black Sabbath, ακόμα και σε αυτιά που δεν ήταν… προετοιμασμένα για το συγκεκριμένο είδος!

 

Paranoid (1970)

«Can you help me occupy my brain?» …Άλλο ένα κλασικό κομμάτι της πρώιμης σύνθεσης των Black Sabbath, πολύ αγαπητό σε κάθε λογής μουσικό αυτί!

Solitude (1971)

Απίθανο κομμάτι από το άλμπουμ «Master of Reality», που έκλεψε τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή. Και κάπου εκεί ο Ozzy αποτυπώνει έμπρακτα πώς μπορεί να τα καταφέρει θαυμάσια, σε ότι κι αν καταπιαστεί…

 

Backstreet kids (1976)

Λίγο πριν από την αποχώρηση του Ozzy Osbourne, ένα μικρό θαύμα «ξεπετιέται» από τις… «όχθες» του «Technical Ecstasy»: Ο λόγος για το “Backstreet kids”!

Heaven & Hell (1980)

Κυκλοφορεί λίγο μετά την πρώτη εμφάνιση του Dio στο σχήμα, στο ομότιτλο άλμπουμ των Black Sabbath. Κιθαριστικά γυρίσματα, συνδυασμένα με εξαιρετικά vocals που κυριολεκτικά σε στέλνουν, ταυτόχρονα, σε… «παράδεισο και κόλαση»!

Neon Knights (1980)

Ακόμα ένα διαμάντι του δίσκου. Για άλλη μια φορά, τα υποσχόμενα φωνητικά του Dio απογειώνουν κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και ηχεί… «Neon Knights»!

Eternal Idol (1987)

Μετά τη φυγή του Dio το Νοέμβριο του ‘82, πολλά ονόματα ακολούθησαν στα vocals του συγκροτήματος (μέχρι τις σχετικές επιστροφές από Dio και Ozzy) όπως οι: Ian Gillan (τέως frontman των Deep Purple), David Donato, Glenn Hughes αλλά και άλλοι. Ξεχωριστός για εμάς ο Tony Martin, ένας εξαιρετικός frontman που ανέδειξε εκπληκτικά με τη φωνή του και το συγκεκριμένο, ξεχωριστό κομμάτι…

Master of Insanity (1992)

Ο Dio επιστρέφει και… τα καίει όλα, σε ένα από τα πιο δυνατά άλμπουμ του συγκροτήματος! Και όταν «μιλάει» η μουσική, τα λόγια είναι πάντα περιττά…

Children of the Grave-Iron Man-Paranoid (1987)

Για το τέλος, μάλλον σου αφήσαμε ότι έπρεπε! Η στιγμή της επανένωσης και η ερμηνεία των Black Sabbath στο Live Aid το 1987…

Κι εσύ, μην ξεχνάς να απολαμβάνεις τη μουσική…

Μέχρι να τα πούμε ξανά…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«Devin Townsend, o σημερινός Progressive Hero και «Empath», το Νέο του Αlbum», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Ετοιμάζω ένα άρθρο για τον Μουσικό Τύπο, για το πόσο ελάχιστα έχει να κάνει με την ίδια τη μουσική στ’ αλήθεια. Ακόμη κι ο ειδικευμένος μουσικός τύπος, παρά τις συχνά αγνές αρχικές προθέσεις, καταλήγει σε μαγαζάκια, παράγκες όπου -αναλόγως των συμφερόντων- προωθούνται κυρίως μετριότητες και flat out αθλιότητες του δισκογραφικού συστήματος και λογικό από μια άποψη: είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση του μουσικού χάρτη της ανθρωπότητας, μια φωτογραφία του τοπίου της, όπου βέβαια οι μετριότητες και οι κάτω του μετρίου είναι η πλειοψηφία.

Πραγματικά σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο εκκεντρικός (για τον μουσικό τύπο) Devin Townsend, το σύστημα του μουσικού τύπου τους περιθωριοποιεί ως «oddballs», «τρελούς επιστήμονες», «τρελάρες», «bonkers», «Nerds» – είναι μια πολύ διαδεδομένη έκφραση που την κολλάνε σε μια ευρεία γκάμα «κολλημένων», «σπασίκλων» και «φυτών», από έφηβα ψώνια μέχρι τελειωμένους επιστήμονες.

Nerd και ο φαν του Star Trek π.χ., Nerd και ο Άϊνσταϊν. Είναι μια handy έκφραση. Κι όντως, ο Devin είναι ένας genuine τρελός επιστήμονας της μουσικής τέχνης. Τα τελευταία χρόνια, με αργό ρυθμό, λόγω του ότι -σχεδόν παραδόξως- ο Devin γνωρίζει όντως επιτυχία, με πωλήσεις και με επιτυχημένες περιοδείες, το σνομπάρισμα σιγά-σιγά διαμορφώνεται σε -μερική, ακόμα- αποδοχή από τον ευρύτερο Τύπο και κάποιο ευρύτερο κοινό. Απ’ αυτή τη μερίδα του κοινού δηλαδή που δεν έχει αποβλακωθεί, κι απ’ αυτούς που δεν έχουν κολλήσει σ’ ένα είδος.

Πολλοί τον θεωρούν έναν σύγχρονο Frank Zappa. Ακόμη και ο Steve Vai, (μουσικό ίνδαλμα και πρωτοπαλίκαρο κάποτε του Zappa ο ίδιος), που πρωτοέφερε τον Devin στο προσκήνιο, νιώθει περήφανος για τον μαθητή του που «εξελίχθηκε σε ιδιοφυϊα», όπως δήλωσε.

 

Devin Townsend – The True Progressive Hero

 

Συνοπτικά: ο Καναδός Devin μετά τον δίσκο «Sex & Religion» (1994) με τον Steve Vai, (ιδανικό introduction), άρχισε να βαδίζει σε πολλά παράλληλα ή και διαμετρικώς διαφορετικά μουσικά μονοπάτια: βάδισε στο χώρο του metal (του extreme, πειραματικού metal μάλιστα), με τους καταιγιστικούς Strapping Young Lad, με τους οποίους έκανε εξαιρετικούς, πρωτοποριακούς δίσκους, που δε στερούνται μελωδίας και αληθινού μουσικού πειραματισμού, σε αντίθεση με τις αμέτρητες δρακουλοντυμένες μπάντες του είδους.

Παράλληλα όμως με τους SYL (των οποίων ήταν και ο κύριος συνθέτης) ξεκίνησε την προσωπική του δισκογραφία, που οδήγησε στην εύλογα ονοματισμένη μπάντα του, τους Devin Townsend Project (DTP). Στο μεταξύ εξελισσόταν και ως παραγωγός, ως μουσικός σκηνοθέτης πέρα από συνθέτης, εκτείνοντας τον ορίζοντα με τις πολύπλοκες ενορχηστρώσεις του και την αποτύπωσή τους σε ηχογραφήσεις, με state of the art αποτελέσματα.

Στα μήκη και τα πλάτη του πλούσιου μουσικού του καταλόγου, ο Devin μέχρι σήμερα έχει μια γκάμα απίστευτου εύρους: από rock, metal, pop, country, rockabilly, easy listening, new age, acoustic, classical, orchestral, χορωδιακά, jazz, reggae, dance, χιούμορ , ότι μπορείς να φανταστείς, παντρεμένα, πολύ συχνά μέσα σε ένα μόνο άλμπουμ ή ένα μόνο κομμάτι. Είναι ο σημαντικός progressive rock artist της εποχής – ενώ τα μέσα και ο Τύπος προωθούν μετριότητες του χώρου που ούτε καν θέλω να αναφέρω, για να μην τις διαφημίσω.

Ο τρόπος που δουλεύει και συνθέτει είναι περισσότερο αυτός ενός συνθέτη κλασικής μουσικής παρά ενός οργισμένου rocker, ταυτόχρονα η ένταση μπορεί να ανέβει σε extreme επίπεδα, ή ακόμη δυσκολότερο: να εναρμονιστεί με το λυρισμό εδώ κι εκεί, στα μουσικά του τοπία. Δε θα δεις σε κανένα μουσικό άρθρο να αναφέρει κανείς κάτι για την οπερατική/χορωδιακή φωνητική προσέγγιση του Devin. Θα βρεις όμως να διαβάσεις αρκετά για την κιθαριστική του δεξιοτεχνία και εφευρετικότητα.

Πέρσι έλυσε τους ζυγούς της μπάντας του Devin Townsend Project, μετά την πετυχημένη περιοδεία για το κύκνειο άσμα της μπάντας, με το πανίσχυρο άλμπουμ-φινάλε «Trancendence» (2017).

 

 fans του τον θεωρούν genius

 

Ο Devin είναι ίσως ο μοναδικός εν ενεργεία καλλιτέχνης που συνεχίζει να με αφήνει έκπληκτο με τα μουσικά του επιτεύγματα. Και δε μιλάω για επιτεύγματα, (στημένα hits, ροζ σκάνδαλα και ούτω καθ΄ εξής), που απασχολούν τον μουσικό Τύπο, αλλά για την ίδια τη μουσική, τα μουσικά επιτεύγματα που επινοεί και το πόσο τέλεια λειτουργούν απίστευτοι συγκερασμοί/συνδυασμοί, χωρίς να χάνεται το τραγούδι, η μελωδία.

Σας το λέω: στη σημερινή εποχή που πολλοί παριστάνουν τους «wizards» με τις τεχνολογίες του, ο Devin είναι μια μουσική sophisticated Disneyland από μόνος του. Δεν θεωρείται άδικα genius.

Για όσους δεν έχουν ακούσει Devin, προτείνω να ξεκινήσουν από την τετραλογία των άλμπουμς «Addicted», «Ki», «Deconstruction», «Ghost» ή για μια ακόμη πιο χαλαρή προσέγγιση: από τα «Casualties of Cool». Αυτό το τελευταίο είναι και ότι πιο κοντινό σε blues-country-jazz έχει κυκλοφορήσει.

Βάλτε στα παιδιά σας να ακούσουν, να δουν κομμάτια όπως τα «The March of the Poozers» και «Lucky Animals» και χορέψτε κι εσείς μαζί τους. Α, ναι, μπορείτε να αρχίσετε από τα links που είναι τοποθετημένα στο music galleryτου Devin Townsend σ’ αυτό εδώ το άρθρο-αφιέρωμα.

 

«Empath», το νέο άλμπουμ

 

Το singles απ’ το άλμπουμ «Empath», τα ολόφρεσκα «Genesis», «Evermore» και «Spirits will collide» είναι μόνο μερικά από τα νέα του «έπη», αποδείξεις του πόσα πράγματα μπορεί να χωρέσουν, εναρμονιστούν μέσα σε ένα πλούσιο μουσικό έργο.

Γι’ αυτό το άλμπουμ ο Devin μάζεψε διάφορους αξιόλογους μουσικούς στην δημιουργική ομάδα του, με πρωτοπαλήκαρο τον καλό μου φίλο Mike Keneally, έναν ακόμα phenomenal, ιδιοφυή μουσικό, που τον είχα φέρει στην Ελλάδα ως μέλος της μπάντας του Steve Vai, το 2000.

Εντάξει, αν ακούτε μόνο ραδιόφωνο, λαϊκά, χιπ-χοπ, δεν ξέρω αν το μυαλό σας μπορεί να ξεκολλήσει απ’ το χυλό, αλλά ίσως και πάλι να βρείτε στοιχεία που να σας αρέσουν στις μουσικές του Devin. Βάζω Devin να παίζει με διάφορους ανθρώπους γύρω μου και προς ευχάριστη έκπληξή μου όχι μόνο δεν τσινάνε – ειδικά οι μικρότερες ηλικίες -, αλλά ενθουσιάζονται. Δεν είναι απίστευτο.. Όχι! Τα παιδιά έχουν ανοιχτό μυαλό.

Το άλμπουμ «Empath» κυκλοφόρησε μόλις, στις 29 Μαρτίου. Δείτε και το online «making of» documentary , έχει 7 ‘επεισόδια’, (βλ. link). Θα τον υποστηρίξω παραγγέλνοντας το άλμπουμ. Δεν γράφω για benefits.

 

I endorse Devin Townsend

 

Λυπάμαι που λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων έχασα τη συναυλία των Devin Townsend Project με ορχήστρα & χορωδία στο Αρχαίο Θέατρο στο Plovdiv της Βουλγαρίας, πρόπερσι το Σεπτέμβριο, (κυκλοφορεί και σε Dvd/Blue Ray, Ocean Machine, Live in Plovdiv – Devin Townsend Project”) και βέβαια της πρώτης του συναυλίας στην Αθήνα, (που έγινε αμέσως μετά το Plovdiv). Αλλά σίγουρα θα ξαναδώ live τον Devin. 

Τον θεωρώ ήδη ιστορική μουσική φιγούρα, χαίρομαι που παρακολουθώ την εξέλιξή του απ’ την αρχή της καριέρας του και σε όλες τις στιγμές του συναρπαστικού, μουσικού ταξιδιού του και της διδαχής του, όπως στο Αρχαίο Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί δίδασκαν, λειτουργούσαν.

Βάθος, πλάτος, ποιότητες, ακρότητες: οργανωμένα, δαμασμένα, ο Devin είναι από τους λαμπρότερους μουσικούς εξερευνητές που έχουμε σήμερα και παρακολουθώ με χαρά το λαμπρό μουσικό του έργο.

Και μάλιστα: 1ον: ποντάρω ότι ο Devin πιθανότατα να μην έχει ακόμη φτάσει στο peak, το ζενίθ της δημοσιότητάς του, έχει αρκετά να προσφέρει με το μουσικό του ταξίδι σε εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα: 2ον: τα έχει ήδη όλα, ακόμα δηλαδή και να σταματούσε τελείως να κυκλοφορεί μουσική, ήδη είναι ένα πλούσιο μουσικό κεφάλαιο, ινστιτούτο, το έργο του.

Aλλά, he never disappoints. Δεν είναι τυχαίο που ήμουν εκεί τη μοναδική φορά που έπαιξε live το αριστουργηματικό άλμπουμ «Deconstruction», ούτε ότι με την μπάντα μου είμαι ο πρώτος που έπαιξε ποτέ live κομμάτι του Devin Townsend στην Ελλάδα, (βλ. link).  

Πρέπει εντέλει να σημειώσω ότι παράλληλα ο Devin, όπως και ο Steve Vai, είναι ένας πάντα ενδιαφέρων,  χειμαρρώδης συνομιλητής και στοχαστής, είναι αμέτρητα τα videos με συνεντεύξεις και σχολιασμούς του, interviews, clinics, άλλο ένα στοιχείο στην προσωπικότητά του που θυμίζει Zappa, λαλίστατοι αμφότεροι. Όχι κλισέ, όχι ξερόλας, αλλά αυτοσαρκαζόμενος, χιουμορίστας, με ανήσυχο και εξερευνητικό νου.

Κι αν ο πολύς κόσμος ακούει ως επί το πλείστον σαβούρα που πλασάρεται για μουσική: Ήμουν σίγουρος για χρόνια – και αποδείχθηκε – ότι οι προοδευτικές μουσικές έχουν στοιχεία για όλους, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι κοινές, mainstream.

Όταν π.χ. έφερα για πρώτη φορά τον Steve Vai για συναυλίες στην Ελλάδα το είδα να συμβαίνει μπροστά μου: το πιο ετερόκλητο κοινό που μπορείς να φανταστείς κι όλοι καταλάβαιναν, ψυχαγωγούνταν, διασκέδαζαν. Ο «μαθητής» Devin διευρύνει το παιχνίδι. Ανακαλύψτε.

 

«Empath» περιοδείες

 

Αν πραγματικά είχα χρόνο σκεφτόμουν να τον κλείσω, να του διοργανώσω μια εμφάνιση σταθμό στην Αθήνα, στην τρέχουσα Acoustic περιοδεία του «An Evening with Devin Townsend», οι ευρωπαϊκές ημερομηνίες φτάνουν μέχρι τα μέσα Απριλίου.

Αλλά από Νοέμβριο θα περιοδεύσει με full μπάντα για το νέο άλμπουμ, «Empath».

     music gallery          Devin Townsend

«Η άλλη, σχεδόν άγνωστη, ταινία για τον Freddie Mercury», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Bohemian Rhapsody movie: the gospel according to Brian May & Roger Taylor

Βρίσκομαι σε περίεργη θέση, αλλά τουλάχιστον: πρόκειται για ‘win-win’ situation. Εν ολίγοις: χαίρομαι μεν που «η ταινία για τον Freddie Mercury» έκανε και κάνει ντόρο, που πάει για τα Oscars, αν και δεν τη θεωρώ «καλή» σε τελική ανάλυση! (Την έχω δει 6-7 φορές ως τώρα – Διαβάστε την πρώτη γραπτή μου αντίδραση εδώ).

Τη θεωρώ «λίγη». Πρόχειρη. Επιφανειακή. Τη θεωρώ «φτηνή» για το καλλιτεχνικό μέγεθος του Freddie και προφανώς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των εναπομεινάντων Queen, Brian May και Roger Taylor, που, (λογικό είναι), στα 70 τους πουλάνε το stock.

Την παραγωγή τη θεωρώ μέτρια. Οι ηθοποιοί; Μια χαρά την κάνανε τη δουλειά τους πάνω στο άθλιο σενάριο. 

Είναι κάλπικη η εικόνα που δίνεται για τον Freddie.

Είναι η ιστορία ειπωμένη σύμφωνα με τον Brian May και Roger Taylor, μια χλιαρή χολιγουντιανή πατάτα, με ελάχιστο ζουμί: μια biopic σαν όλες τις άλλες, για το ομογενοποιημένο κοινό των Mall, των fast foods, τους σημερινούς επιφανειακούς προχειράνθρωπους.

Θεωρώ επίσης ότι ο Rami Malek δεν πρέπει να είχε την παραμικρή ιδέα περί Queen-Freddie Mercury πριν του προταθεί ο ρόλος, (δεν το θεωρώ κακό αυτό απαραίτητα). Ο Rami αντί για μίμηση του Freddie έπαιξε πρώτον ως Rami και δευτερον καθοδηγούμενος από τους σκηνοθέτες που θέλανε, προφανώς, να κάνουν μια biopic συνταγής.

Επειδή είναι καλός ηθοποιός το αποτέλεσμα είναι «αποδεκτό».

Η ταινία όμως είναι «το κατά May & Taylor ευαγγέλιο».

Τι; Αν θα άρεσε στον Freddie η ταινία;

Μπα!

Θα τους ξεμάλλιαζε!

Πάρτε λοιπόν την ταινία αυτή σαν ‘γκοφρέτα’, σαν συνθετικό χάμπουργκερ.

Όπως και το τωρινό line-up των περιοδευόντων “Queen+”, με ένα “American idol” ανδρείκελο να γαυγίζει τα hits.

O χρόνος θα την κρίνει καλύτερα, ενώ τώρα παίζει ακόμα όλος αυτός ο ενθουσιασμός, τα promotion, οι μεγαλοστομίες. Tα hits και το πάντα ισχυρό icon status του Freddie είναι που κόψανε τα εισιτήρια, κάνοντας την εν λόγω ταινία ένα από τα πιο «πετυχημένα biopic» ως τα σήμερα.

Για το μόνο που χαίρομαι είναι που όλη αυτή η φιέστα φέρνει τον Freddie κοντύτερα στην πλέμπα.

Η άλλη ταινία:

«The Freddie Mercury Story – Who wants to live forever»

Τηλεταινία του 2016, (βλ. Link  δεξιά).

Στην αρχή προφανέστατα η ταινία πρέπει να είχε τον τίτλο «The Great Pretender», συμπίπτοντας με μια πολυτελή φωτογραφική έκδοση υπό τον ίδιο τίτλο που κυκλοφόρησε επίσης τότε. Και εντέλει, προφανώς, για να δώσει το οκ ο Brian May, ο τίτλος της τηλεταινίας άλλαξε σε «Who wants to live forever».

Εδώ λοιπόν έχουμε μια τηλεταινία-ντοκιμαντέρ, μισό-μισό: υπάρχουν δηλαδή και συνεντεύξεις, και original υλικό, αλλά και δραματοποιημένα μέρη, με ηθοποιούς, ένα doc-fiction, δηλαδή.

Βέβαια, το budget είναι χαμηλό, αλλά η ταινία είναι τίμια.

Το κύριο βάρος πέφτει στις δραματικές τελευταίες μέρες του Freddie.

Toν Freddie υποδύεται o Jοhn Blunt, ένας σωσίας του Freddie και τους υπόλοιπους Queen τους υποδύονται οι υπόλοιποι της (κακής!) Tribute μπάντας του, των Killer Queen! (Sorry, αλλά «ευθύμησα» μέχρι δακρύων βλέποντας μερικά τους βίντεο).

Κοίτα όμως που παρά τις ταπεινές καταβολές της ταινίας, το τελικό value-αποτέλεσμα χτυπάει αρκετούς απ’ τους στόχους. Ως ντοκιμαντέρ πρώτα απ’ όλα μπαίνει σε «ύδατα» που άλλα ντοκιμαντέρ δεν τόλμησαν. Και ως ταινία-ταινία: ο Blunt καταρχήν είναι πειστικότερος.

Αυτόν έπρεπε να βάλουν και στην ταινία για τα multiplex.

Και εκεί που η ταινία με τον Malek είναι σχεδόν ..ομοφοβική, (είναι!!!), εδώ τα πράγματα είναι no holds barred. Πολύ πιο ρεαλιστικό αποτέλεσμα, σε αντίθεση με την ταινία που πάει να σηκώσει Oscars: 1ου Αντρικού ρόλου, Καλύτερης ταινίας κλπ.

Να λοιπόν, έτσι λειτουργεί ο φαύλος κύκλος:

Το προϊόν που υπερδιαφημίζεται παγκοσμίως από τα μέσα: δοξάζεται και κονομάει.

Το άλλο προϊόν, που έχει καλύτερο value, θα παραμεληθεί.

Πρέπει να πω επίσης, ότι αυτή η τηλεταινία-ντοκιμαντέρ λοιδορήθηκε από ένα ελεγχόμενο μέρος των μέσων, κυρίως λόγω της low budget παραγωγής της. Αλλά και η ταινία Bohemian Rhapsody έχει κακολογηθεί -δικαιολογημένα- κυρίως λόγω του άθλιου σεναρίου. Η ταινία «Bohemian Rhapsody» παρακολουθεί τον Freddie από τότε που συνάντησε τους Brian & Roger και πάει μέχρι το Live Aid, ενώ η ταινία «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.  

Και τέλος όσον αφορά την ταινία «Bohemian Rhapsody», έτσι κι αλλιώς, το Oscar είναι ένα «πέτσινο», «τσίγκινο» βραβείο: έχουν δοθεί Oscars και σε χειρότερες ταινίες.

Δείτε το «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» και το ξανασυζητάμε.

«Τίποτα πιο εμπορικό από το ποιοτικό;», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Ένας χρόνος «λειτουργίας»!

Σ’ αυτή μας τη σημερινή «συνάντηση» αποφασίσαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα “ευχολόγια” και τις κοινότυπες σκέψεις, προωθώντας λίγο περισσότερο τη δημιουργία και τον προβληματισμό.

Με τον όρο “προβληματισμό” φυσικά, δεν αναφερόμαστε μόνο στους κοινωνικούς ή τους οικονομικούς προβληματισμούς που μπορεί να ταλανίζουν τον καθένα.

Σίγουρα το προχωράμε κάπως παραπέρα και εισερχόμαστε σε ότι έχει να κάνει και με τη μουσική.

Έτσι…

…Σκεπτόμενοι τα δικά μας, την τελευταία εβδομάδα ”γεννήθηκε” σχεδόν αυτόματα ο προβληματισμός που αφορά τις μουσικές προτιμήσεις των νέων σήμερα.

Παρατηρώντας δε τις επιλογές τους, όσον αφορά τη διασκέδαση, ο προβληματισμός εντεινόταν και το συμπέρασμα θα καθυστερούσε να σχηματιστεί.

 Όλες οι επιλογές ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους.

Τι εννοώ;

Σάββατο βράδυ στο κέντρο.

Πληθώρα ανθρώπων επέλεξαν να διασκεδάσουν σε κάποιο γωνιακό club.

Άλλοι πάλι, προτίμησαν να περάσουν το Σαββατόβραδό τους ακούγοντας τζαζ, ενώ πολλοί ήταν κι εκείνοι που υποδέχθηκαν το πρωινό της Κυριακής παρέα με τη δική τους, γνώριμη ροκ συντροφιά.

Παρατηρώντας όλα τα άτομα ως τρίτος, πιθανόν να φαίνεται δύσκολο για κάποιον το να καταλήξει σε συμπέρασμα για το ποιος απ’ όλους διασκέδασε περισσότερο ή πέρασε καλύτερα. Πιθανόν όλοι. Πιθανόν και κανείς.

Αντί προλόγου…

Οι μουσικές μας επιλογές κατ’ εμέ είναι συνάρτηση τεσσάρων πολύ βασικών παραγόντων:

α) Παρέα

Με ποιους ήμαστε, με ποιους θα περάσουμε το βράδυ μας;

Δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγεις στα “μπουζουξίδικα” γιατί

“το ήθελε η παρέα”.

β) Χώρος

Αναλόγως το μέρος που έχετε κανονίσει με την παρέα, διαμορφώνεται νοητά και μια “λίστα” με το ποιες είναι οι πιθανές επιλογές σας εκεί.

π.χ. Είναι Ιούλιος και βρίσκεστε στην παραλιακή.

Ίσως και να καταλήξετε σε ελληνάδικο.

γ) Χρόνος

Μπορεί το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά σου να βάζεις τα ακουστικά και να συντονίζεσαι στον πιο soft σταθμό των fm. Δεν σου εγγυάται όμως κανείς πως το βράδυ δεν θα είσαι έτοιμος να ανέβεις σε τραπέζι ακούγοντας στη σειρά τσιφτετέλια! Δίκαιο.

δ) Ψυχική Κατάσταση

Είναι δεδομένο πως άλλη μουσική θα ακούσεις όταν είσαι χαρούμενος, άλλη όταν είσαι στεναχωρημένος, άλλη όταν είσαι μέσα στον έρωτα και την ευτυχία και άλλη όταν είσαι στα πατώματα, αμέσως μετά τον χωρισμό. Η ψυχική σου διάθεση άλλωστε παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στο όλο “παιχνίδι”.

Ωστόσο, οι μουσικές μας επιλογές επηρεάζονται, διαμορφώνονται, μεταλλάσσονται θα λέγαμε και από το τι προβάλλεται τριγύρω μας.

Εν έτη 2019, οι περισσότεροι θα λέγαμε πως με τις επιλογές τους δείχνουν να  τάσσονται υπέρ των εμπορικών τραγουδιστών.

Οι δισκογραφικές κι αυτές εξακολουθούν να κάνουν τις επιλογές τους, όσον αφορά την προβολή δουλειών αλλά και καλλιτεχνών που ακολουθούν πιστά το εμπορευματοποιημένο μοτίβο.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που επιλέγουν την εναλλακτική σκηνή ως μέσο έκφρασής τους, διαλέγουν ήχους διαφορετικούς από το συνηθισμένο ή το καθιερωμένο και… “αντιπαθούν” οτιδήποτε εμπορικό ή τους καλλιτέχνες της “απέναντι όχθης”.

Ποια είναι λοιπόν τα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από τις επιλογές των νέων;

Mήπως τα όρια μεταξύ “εμπορικού” και “ποιοτικού” έχουν αρχίσει να ξεφτίζουν;

Σκοπός μας δεν είναι σε καμία περίπτωση να κατονομάσουμε πρόσωπα και καταστάσεις.

Παρόλα αυτά, τα παραδείγματα θα καταστήσουν όσα λέμε λίγο πιο σαφή…

Μου ζητήθηκε να καταγράψω τις σκέψεις μου σχετικά με το τι κάνει αυτά τα δύο “στρατόπεδα” τόσο διαφορετικά.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των εναλλακτικών καλλιτεχνών και των λίγο πιο…”αναγνωρίσιμων” (επονομαζόμενων πλέον και εμπορικών) δεν είναι άλλη από τις επιλογές τους.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους ταλαντούχους, οι οποίοι δεν δέχονται να τραγουδήσουν κάτι που ενδεχομένως να μην τους εκφράζει. Κι αν θέλετε την άποψη μου, μπράβο τους.

Από την άλλη μεριά του νομίσματος, τόσοι και τόσοι μπορεί να έβγαλαν ένα δυνατό “hit” και λίγο αργότερα η φουρτούνα που προκάλεσαν να κόπασε…

Και θα ρωτήσει κάποιος τώρα: Αυτοί θεωρούνται εμπορικοί;

Εξαρτάται είναι η απάντηση μου.

Ας πούμε, όλοι θυμόμαστε αυτό εδώ…

Στην περίπτωση του Γιώργου Ρους έχουμε να κάνουμε με έναν επιτυχημένο στο είδος του καλλιτέχνη. Έβγαλε μια μεγάλη επιτυχία, όπως πολύ καλά θυμάστε όμως, σύμφωνα με πολλούς, δεν συνέχισε με την ίδια ένταση την πορεία του καθώς “το όνομα του δεν ακούγεται όσο άλλων”. Μην ξεχνάτε όμως πως κάτι τέτοιο μπορεί και να συμβαίνει ίσως επειδή ο ίδιος το επέλεξε.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Ρους δημιούργησε (και δημιουργεί) μικρά διαμάντια κατά τη διάρκεια της μουσικής του πορείας.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της εμπορικότητας, έχουμε να κάνουμε με πλάσματα επίσης ταλαντούχα, τα οποία όμως μπορεί να ξεφύγουν λίγο από τα πιστεύω και τα ιδεώδη τους προς χάριν του… “θορύβου” που κάνει το όνομά τους στις πίστες και στα club.

Για να μην είμαστε απόλυτοι, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που τα ιδεώδη των καλλιτεχνών ταιριάζουν, συμπίπτουν, συναντιούνται θα λέγαμε με τις εκάστοτε “τάσεις” του κοινού.

Αν κάποιος εκφράζεται τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια, αναφερόμενα σε πόνο ή ερωτική απογοήτευση, στοχεύει και στην αντίστοιχη μερίδα κοινού η οποία, με τη σειρά της, θα εκφραστεί ακούγοντάς τον.

Υπάρχουν παραδείγματα καλλιτεχνών που ενώ ασπάζονταν την εναλλακτική σκηνή, ξεκίνησαν να “απασχολούν” ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα του κοινού (είτε επειδή οι ίδιοι προώθησαν μια τέτοια κατάσταση με τις επιλογές τους, είτε επειδή “έγινε μόδα”, είτε λόγω της προβολής τους, κοκ).

Το αποτέλεσμα είναι ένα:

Οι εν λόγω “εναλλακτικοί” έκαναν εγγραφή και στο club των “εμπορικών”.

Τρανταχτό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης, ίσως και λόγω της τόσης προβολής της, δεν είναι άλλο από τη Νατάσα Μποφίλιου.

Η συγκεκριμένη καλλιτέχνης με την τόσο μαγική φωνή, είναι από τις λίγες τραγουδίστριες που δεν θεωρώ ότι έχει αλλάξει το ύφος και το χρώμα στα τραγούδια της απλά και μόνο για να κάνει επιτυχίες.

Διατηρεί πανομοιότυπο στυλ σε όλες τις δουλειές της.

Είναι αυτό που είναι και καθ’ όπως φαίνεται… “πουλάει”.

Έχουμε δει αρκετές φορές πως το ποιοτικό μπορεί να είναι και εμπορικό.

Όσοι ασχολούνται με το έντεχνο μονοπάτι της ελληνικής μουσικής μπορούν να το επιβεβαιώσουν άλλωστε.

Τα όρια λεπταίνουν και σχεδόν εξαφανίζονται όσο τα χρόνια περνούν…

Όπως αναφέραμε όμως και πιο πάνω είναι και η “μόδα” που παίζει το ρόλο της.

Το 2012 και σε ηλικία μόλις 29 ετών, κάνει την εμφάνιση του ανεβάζοντας αυτοσχέδια video στο youtube.

Το τραγούδι του “Δεν ταιριάζετε σου λέω” με τον ίδιο να τραγουδάει απλά με την κιθάρα του στο χέρι γίνεται αμέσως viral και τραγουδιέται σχεδόν παντού.

Οι περισσότεροι χλευάζουν, όμως εκείνος κυνηγάει το όνειρό του.

Σύντομα δέχεται την πρώτη του πρόταση για συνεργασία με δισκογραφική κι έτσι, το 2013 κυκλοφορεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, υπογεγραμμένη φυσικά από τον ίδιο.

Η φήμη του εκτοξεύεται, παρόλα αυτά οι επικριτές του παραμένουν πολλοί.

Τον ίδιο δεν φαίνεται να τον απασχολεί η γνώμη του κόσμου.

Τραγουδάει ασταμάτητα, γράφει τραγούδια σε συναδέλφους του και βήμα βήμα κάνει το όραμά του πραγματικότητα.

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το μοιραίο πρωινό Φεβρουαρίου του 2016 όπου χάνει τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα.

Μιλάμε φυσικά για τον Παντελή Παντελίδη.

Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης όσο ήταν στη ζωή αγαπήθηκε από πολλούς και αυτό δεν αμφισβητείται.

Ωστόσο, όντας εμπορικός τραγουδιστής, εκπλήρωσε κι αυτός το δικό του ρόλο, έστω και μετά θάνατον, στο “παιχνίδι” της μόδας στη μουσική βιομηχανία. Τα views των κομματιών του στο διαδίκτυο ανέβηκαν κατακόρυφα λίγο μετά της αποχώρησης του από την ζωή, ακόμα κι από ανθρώπους που ήταν μέχρι πρότινος εντελώς ανίδεοι με το είδος που τραγούδαγε ο Παντελής Παντελίδης.

Εκατοντάδες άνθρωποι “χτύπησαν” τατουάζ με τα αρχικά του και μέχρι και τη στιγμή που μιλάμε, αρκετοί είναι αυτοί που θα βάλουν να ακούσουν τα κομμάτια του, ακόμα κι αν δεν το έκαναν πριν.

Αντί επίλογου…

Βάζοντας τα πράγματα στη ζυγαριά, ένα είναι το μόνο βέβαιο:

Ο τρόπος έκφρασης για τον καθένα είναι κάτι μοναδικό, ξεχωριστό και πολύ προσωπικό τις περισσότερες φορές.

Πίσω από τη μουσική θα κρύβονται πάντα, καλώς ή κακώς, πολλά ακόμη πράγματα τα οποία μόνο αν κάποιος κάνει τον κόπο να εμβαθύνει, μπορεί έστω και λίγο να διακρίνει.

Κι επειδή δεν θέλουμε να σας “κουράσουμε” άλλο, ξέρουμε καλά πως σάς έχουμε πλέον “συνηθίσει” σε μουσικά τελειώματα. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα κάνουμε και τώρα. Το InTownPost σας παραθέτει μερικά πολύ αγαπημένα κομμάτια καλλιτεχνών της Ελληνικής εναλλακτικής μουσικής σκηνής.

Φιλιά,

Μαρκέλλα