fbpx

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 4ον: «Οι Αρμένιοι»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

«Αρμένιοι – Αριμασποί»

Οι μύθοι είναι αρχικά ιερές αφηγήσεις που συνθέτουν τη μυθική παράδοση κάθε λαού. Με την επικοινωνία των λαών σε τοπικά και χρονικά πλαίσια, τις πνευματικές ανταλλαγές και τις αλληλεπιδράσεις, ακόμη και την υπό όρους συμβίωσή τους, είναι ευνόητο ότι το παραπάνω μυθολογικό υλικό πολλαπλασιάζεται.

Η αρμενική μυθολογία είναι πολύ πλούσια σε ηρωικά πρόσωπα, ιστορίες, γεγονότα, που πλέκονται σε ένα πυκνό υφάδι και αποτελούν στέρεα αρχή και αφετηρία της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του λαού. Οι μύθοι ήταν από τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου. Τους πρώτους μύθους τους εμπνεύστηκε από τα πράγματα και από τα φαινόμενα των οποίων δεν κατόρθωνε να συλλάβει το νόημα και για τα οποία ζητούσε να βρει μια ερμηνεία προκειμένου να καθησυχάζει τους φόβους του. Αυτοί χαρακτηρίζονταν από μια ευπιστία και μια απλοϊκότητα. Μοιάζουν με την ανεξάντλητη παιδική φαντασία που ερμηνεύει με το δικό της τρόπο όσα δεν εντάσσονται στo πλαίσιο της λογικής και της πραγματικότητας. Παρόλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι κρύβουν μέσα τους σοφίες και αλήθειες που άλλοτε τέμνονται με τη φαντασία και άλλοτε με την ιστορική πραγματικότητα ενός τόπου, συντελώντας στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε «πολιτισμό ενός λαού».

Οι Αρμένιοι ασφαλώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Η αρμενική ιστορία είναι γεμάτη από μύθους και ιστορικές αλήθειες και είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωριστούν αυτά τα δύο μεταξύ τους. Η Αρμενία είναι μια χώρα με μακραίωνη ιστορία, συνυφασμένη με μεγάλα ιστορικά και θρυλικά γεγονότα που μεταφέρονταν αρχικά με τη προφορική διήγηση από γενεά σε γενεά μέχρι να καταγραφούν από ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς (ξεκινώντας από τον 9ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα) για να μην λησμονηθούν ή αλλοιωθούν με το πέρασμα των αιώνων. Το έργο «Ιστορία των Αρμενίων» του ιστορικού Μοβσές Χορενατσί είναι η κλασική πηγή της αρμενικής μυθολογίας και των επικών ποιημάτων.

Μοβσές Χορενατσί
Το όρος Αραράτ

Οι Αρμένιοι πρωτοεμφανίζονται στην ιστορία κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα. Έκτοτε, οι ορεινές περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν αποτελούν τον μητροπολιτικό τους χώρο. Το ενδωνύμιο των Αρμενίων (Hay = Αρμένιος, Haykʿ = Αρμένιοι) προέκυψε από την περιοχή Hayasa στην οποία κατέληξαν να ζουν. Το τοπωνύμιο Ḫayaša απαντά ήδη στις Χεττιτικές επιγραφές (16ος-14ος π.Χ. αι.) και μία ενδιαφέρουσα πρόταση θεωρεί τον όρο ανατολιακό παράγωγο της ρίζας hwevos = «μέταλλο, χαλκός». Η πρόταση είναι ενδιαφέρουσα επειδή οι αρχαίοι Έλληνες στην ίδια περιοχή τοποθετούσαν τους ημιμυθικούς Χάλυβες τους οποίους και πίστωναν με την ανακάλυψη της Σιδηρουργίας. Το όνομα «Αρμενία» πρωτοεμφανίζεται στις επιγραφές της Αχαιμενιδικής Περσίας (η Arminiya- αναφέρεται ως μια από τις υποτελείς στον Μεγάλο Δαρείο περιοχές).

Καθότι συγκλίνω, λοιπόν, υπέρ της απόψεως ότι οι Αριμασποί ήταν γένος, με πολλές φυλές, μήπως κάποιοι εξ αυτών ήταν και οι πρόγονοι των Αρμενίων; Άριμα (Αρμάν) ή Αραμένιοι ή Αρμένιοι; Υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τους Αριμασπούς με τους Αρμενίους ή και τους Έλληνες;

Η Αρμένικη Μυθολογία, ζωντανή ακόμη στις μνήμες του λαού αυτού, χάνεται στην αχλή του χρόνου και η προέλευσή της είναι άγνω­στη, όπως δέχεται επισήμως η επιστημονική κοινότητα.

Ο Άρ (που σημαίνει ήλιος) ήταν ο πρώτος και υπέρτατος Θεός των Αρμενίων. Και το γνωστό από την Βίβλο όρος Αραράτ, όπου προσάραξε η κιβωτός του Νώε, μετα­φράζεται ως «Άρ-αρ» (Θεός / Θεοί) + «άτ» > τμήμα, μέρος ή κομμάτι. Άρα, Αραράτ είναι ο «τόπος των Θεών» και ενδείξεις για το «αρμενικό» Αραράτ υπάρχουν ήδη από τό 6.000 π.Χ., πολύ πριν την «βιβλική χρονολόγη­ση» του κατακλυσμού, δηλαδή.

Στην οροσειρά Γκεγαμά της Αρμε­νίας, έχουν βρεθεί σπηλαιογραφίες, με σύμ­βολα πιθανόν σχετιζόμενα με αστερισμούς. Άλλωστε, οι Αρμένιοι θεωρούσαν Θεούς τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Γαλαξία και τους αστέρες, που επικοινωνούν με τους θνητούς μέσα από τα μετεωρικά φαινόμενα, όπως οι εκλείψεις ή η διέλευση κομητών.

Γύρω στην 6η χιλιετία, οι Αρμένιοι είχαν τοποθετήσει στα ορεινά μια σειρά από πέτρινους δράκοντες, μαζί με μορφές άλλων θηρίων (ορισμένα θυμίζουν Γρύπες), μαίαν­δρους, σταυρούς και άλλα σύμβολα. Παράλληλα, από πολύ νωρίς, όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα οι Αρμένιοι επέδειξαν φοβερή ιππευτική ικα­νότητα. Η απεικόνιση ενός Αρμένιου ιππό­τη θυμίζει έντονα τους Γερμανούς ιππό­τες, αλλά και άλλους μεσαιωνικούς σιδερό­φρακτους καβαλάρηδες της Δυτικής Ιστο­ρίας, και όμως, η απεικόνιση αυτή είναι πολύ αρχαιότερη των Μεσαιωνικών χρόνων (τουλάχιστον κατά 7 αιώνες).

Γύρω στην 5η χιλιετία π.Χ. μια σειρά πέτρινοι δράκοντες τοποθετήθηκαν στις βουνοπλαγιές της Αρμενίας κοντά σε νεροπηγές (επειδή οι δράκοι κατά τους Αρμενίους έμοιαζαν με γιγάντια ψαριά που συνδύαζαν τη μορφή της φάλαινας και του καλαμαριού). Λίγο αργότερα πάνω στους μονόλιθους αυτούς άρχισαν να χαράσσονται μορφές φιδιών, θηρίων, μαίανδροι και σταυροί. Οι θεοί των Αρμενίων είχαν ως το 3.000 π.Χ. επίκεντρο τη λατρεία του ηλίου ενώ την εποχή των Ουραρτού οι θεότητές τους άρχισαν να αντικαθιστώνται με τις μορφές των θεοτήτων της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου οι οποίες ήταν συνδυασμοί μορφικών στοιχείων ζώων και ανθρώπων.

Συνεπώς μετά τό 3.000 π.Χ., οι Αρμένιοι υιοθέτησαν εν μέρει τη ζωομορφική απεικόνιση των Θεών της Με­σοποταμίας και της Αιγύπτου, ενώ κατά την Ελληνιστική περίοδο, επικράτησε ο άνθρωπομορφισμός στις απεικονίσεις των Θεών τους.

Πατέρας όλων των Θεών, δημιουρ­γός ουρανού και γης για τους Αρμε­νίους, εκτός του υπέρτατου Άρ, και ο Αραμαζάντ, που εόρταζε στις 21 Μαίου. Άρα- μαζάντ > Άχούρα Μάζδα, Ωρομάζης, ο Θεός του Καλού. Οι Ζωροαστριστές μετέτρε­ψαν τα των Αρμενίων σε δύο από «έναν» που ήταν.

Η Θεά Νουνέ (Θεά της λογικής και της μητρότητας) είναι η κουροτρόφος Αθηνά των Αρμενίων, που θυμίζει και την Ινάννα των Σουμερίων, κατά μία έννοια, αν και η Ινάννα διατηρεί την πολεμική δεινό­τητα της Αθηνάς περισσότερο. Πάντως, τα ονόματα είναι κοντά, όπως και το όνομα της Θεάς Νήιθ (Αθηνά) στην Αίγυπτο. Η Αθηνά, όπως και ο Απόλλων, ο Ζεύς, η Αφροδίτη ήταν πα­γκόσμιοι Θεοί του ανθρώπου.

Οι Αρμένιοι, σύμφωνα με τον Στρά­βωνα, συνδέονται με δεσμούς αίματος με τους Έλληνες, αφού οφείλουν την κατα­γωγή τους στον Αρμένο, τον σύντροφο του Ιάσονα στην Αργοναυτική Εκστρατεία, που προερχόταν από την πόλη Αρμένιον, κοντά στη λίμνη Βοιηίδα, μεταξύ Φερών και Λά­ρισας. Ήταν, δηλαδή, Θεσσαλός. Και υπάρχουν μάλιστα σύγχρονες γενετικές έρευ­νες, που δείχνουν αυτήν τη συγγένεια Θεσ­σαλών – Αρμενίων.

Κατά τη Ντορέτα Πέππα, το εξώνυμο (ξενική προφορά ονό­ματος) Αρμενία απαντάται, για πρώτη φορά, το 515 π.Χ., στην επιγραφή του Μπεχιστούν και αποδίδεται κατά το αρχαίο περσικό ιδίωμα ως Αρμίνα. Στά ελληνικά, το Αρμενία απαντάται καθαρά ως ενδώνυμο (ίδιον ιδίω­μα) περίπου την ίδια εποχή, με πιθανή προέ­λευση ένα απόσπασμα που αποδίδεται στον Εκαταίο τον Μιλήσιο από το 476 π.Χ. Βλέ­πουμε ότι οι ίδιοι οι Αρμένιοι κρατούσαν με καθαρότητα το όνομα του Αρμένου και άρα, δε μιλάμε για ιρανική ή άλλη της ελληνικής προέλευσης, ότι και αν ισχυρίζονται κά­ποιοι γλωσσολόγοι ή εθνολόγοι.

H επιγραφή του Μπεχιστούν
Άγαλμα του Ηρακλή στο Μπεχιστούν

Ο Ηρόδοτος όμως είχε διαφορετική άποψη από τον Στράβωνα και στα 440 π.Χ. έγραψε: «Αρμένι­οι δε κατά περ Φρύγες έσεσάχατο, έόντες Φρυγών άποικοι» δηλαδή «οι Αρμένιοι ήταν εξοπλισμένοι σαν τους Φρύγες, αφού ηταν άποικοι των Φρυγών». Και οι Φρύγες – Βρύγες (όταν ακόμα κατοικούσαν στην Βαλκα­νική και συγκεκριμένα στη Μακεδονία καί τη Θράκη), όμως, έχουν ελληνικό – πελα­σγικό αίμα μέσα τους. Δεν μπορεί να ήταν διαφορετικά, αφού ο Οδυσσέας, ακόμη και ο Ορφέας, φορούσαν το λεγόμενο «φρυγικό σκούφο». Ούτε θα χρησιμοποιούσαν τη «φρυγική αρμονία» στη μουσική τους, αν δεν την ένιωθαν δική τους οι Έλληνες. Την φρυγική καταγωγή των Αρμενίων υποστηρί­ζει και ο Εύδοξος ο Κνίδιος, όπως αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος.

Και μπορεί, μερικές δεκαετίες αργό­τερα, ο Ξενοφών, στη περιγραφή της εκστρατείας του κατά των Περσών («Κύρου παιδεία»), ενώ περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια τη ζωή των Αρμενίων χωρικών (που τους θεωρούσε Φρύγες, κατ’ ουσία) και τη φιλοξενία τους (ελληνικό έθος, κα­θαρά αυτό), να αναφέρει ότι μιλούσαν μία γλώσσα που στά δικά του αυτιά έμοιαζε με τη γλώσσα των Περσών, αλλά αυτό συνέβαινε επειδή η προφορά τους είχε «μηδίσει» λόγω της γειτνίασης. Το αποδεικνύουν τα φωνήματα που συγκροτούσαν το κώδικα της γλώσσας και που ήταν αρχαιότατα ελλη­νικά.

Παράδειγμα φρυγικής πρότασης, που υποδεικνύει κοινή καταγωγή με την ελληνική, είναι η έπιγραφή από τον τάφο του Μίδα, όπου ο βασιλιάς αναφέρεται ως lawagetas λαφαγέτης > ηγέτης του λαού) καί wanax (άναξ, λέξεις πού είναι σαφώς Ελληνικές και μ’ αυτόν ακριβώς τον προαναφερόμενο εδώ φωνητικό τύπο απαντώνται στα μυκηναϊκά κείμενα (Γραμμική Β).

Επίσης, πρωτεύουσα του φρυγικού βασιλείου ήταν το Γόρδιο, στη δεξιά όχθη του Σαγγάριου. Εκεί και ο περίφημος «γόρ­διος δεσμός», που έκοψε με το σπαθί του ο Αλέξανδρος. Και δεν πήγε τυχαία εκεί, δεν του έτυχε στον δρόμο απλά, το έκα­νε ακριβώς επειδή γνώριζε, ως Έλλην Μα­κεδών (και όχι ως σλάβος), τις πανάρχαιες παραδόσεις που αποδείκνυαν την καταγωγή τόσο των Μακεδό­νων, όσο και των Αρμενίων από την αρχική τους κοιτίδα, την Θεσσαλία, (πράγμα που ασφαλώς δεν γνωρίζουν οι σλάβοι).

Ο Μακηδών / Μακεδών, σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν γιός του Διός και της Θυίας, της κόρης του Δευκαλίωνα (βασιλιά της Θεσσαλίας) και αδελφός του Μάγνητος (Μαγνησία, Βόλος). Άλλωστε, οι Αρμένιοι φορούσαν την περίφημη και διακριτή «θεσσαλική χλαμύδα», σύμφωνα με πολλές αρχαίες μαρτυρίες. Επί πλέον, ο ποταμός Αράξης της Αρμενίας έφε­ρε τη πρώτη ονομασία του ποταμού Πηνει­ού, ο όποιος ονομαζόταν Άράξης (σχίστης) σε αρχαιότατους χρόνους, όπως αναφέρει ο Στράβων, επειδή διαχώρισε έσχισε (άπάραξεν) την Όσσα από τον Όλυμπο και σχηματίστηκε έτσι η κοιλάδα των Τεμπών.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Βί­βλος συνέδεσε τη διάσωση της Κιβωτού του Νώε από τον Κατακλυσμό με το όρος Αραράτ όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα και, άρα, με τους εκ Θεσσαλίας και Δευκαλίωνος κατοικούντες εκεί Αρμενίους. Σήμερα, επισή­μως, οι πανεπιστημιακοί μας λένε άλλα, βέ­βαια. ότι οι Αρμένιοι κατάγονται από τους αρχαίους Χουρρίτες, oι οποίοι από την 3η χιλιετία π.Χ. δημιούργησαν αξιόλογους πολιτισμούς στα υψίπεδα που περιβάλλουν το Αραράτ. Εκείνο που δεν μας λένε, όμως, είναι ότι η πύλη των λεόντων στην μαρτυ­ρική πλέον, λόγω φανατικού Ισλάμ, αρχαία Χαττούσα, την πρωτεύουσα των Χουρριτών (που δεν ήταν Σημίτες), είναι της ίδιας εικα­στικής αντίληψης με την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες.

Ο ποταμός Αράξης (Αράζ) στην Αρμενία
Η πύλη των Λεόντων στην Χαττούσα

Τέλος, οι γλωσσολόγοι: Ελένη Καραντζόλα, Βαγγέλης Ιντζίδης, Βενετσιάνα Αστάρα, Ντε Γρόοτ, Τζέιμς Τζόυς, Κάρολος Φωριέλ, η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ,  Χάμφρεϋ Κίττο παρατηρούν εκπληκτικές ομοιότητες μεταξύ Ελληνικής και Αρμενικής γλώσσας που δεν δικαιολογούνται απλώς και μόνο λόγω της, ψευδώς λεγόμενης, κοινής ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, αλλά προϋποθέτουν κοινή συμβίωση Ελλήνων και Αρμενίων. Το «αίνιγμα» αυτό λύνουν τα αρχαία Ελληνικά κείμενα που μιλούν για μετανάστευση του Άρμενου από τη Θεσσαλία μαζί με τον Ιάσονα και άλλους Αργοναύτες στην περιοχή της σημερινής Αρμενίας.

Επίσης τα αρχαία κείμενα μιλούν για μετανάστευση Φρυγών, ενός ελληνοπελασγικού φύλου στην Αρμενία. Αυτό σημαίνει ότι γενάρχης των Αρμενίων ήταν ένας Έλληνας Αχαιός, ο Άρμενος, που μαζί με άλλους Αχαιούς-Μυκηναίους εποίκησε την περιοχή της Αρμενίας. Μετά από αυτόν, την περιοχή αυτή εποίκησαν και άλλοι Ελληνοπελασγοί, οι Φρύγες.

Η βάση της Αρμενικής γλώσσας λοιπόν ήταν η μυκηναϊκή γλώσσα των Ελλήνων, και στη συνέχεια δέχθηκε και φρυγικά στοιχεία και, όπως θα δείξουμε σε αυτό το άρθρο, η Φρυγική ήταν ένα πανάρχαιο ελληνικό ιδίωμα. Στη συνέχεια η Αρμενική δέχθηκε επιρροές από την Ιρανική γλώσσα. Επομένως Έλληνες και Αρμένιοι έχουν πανάρχαια γλωσσική (και ως ένα μικρό βαθμό φυλετική) συγγένεια και κοινές ιστορικές ρίζες.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι έργο του Αρμένιου εικαστικού Meruzhan Khachatryan

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

«Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος»

Διαβάστε εδώ το 3ο Μέρος

«Οι Αριμασποί»

Διαβάστε εδώ το 2ο Μέρος

«Τα Αριμάσπεια Έπη»

Στο επόμενο 5ον Μέρος: «Σκύθες»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, «Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso», στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. «Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , «Οι Σαρμάτες» (vol. 73 στην σειρά «Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), «Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, «Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας» Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 3ον), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

Οι Άριμασποί

Οι μύθοι αρχικά επινοήθηκαν προκειμένου να δώσουν απαντήσεις στα ανεξήγητα φαινόμενα. Έτσι, πολύ σύντομα η ανθρώπινη σκέψη συνέδεσε τους μύθους με τη λατρεία θεών και ηρώων και με τον τρόπο αυτό τέθηκαν οι βάσεις του προσδιορισμού, της ταυτότητας και της λειτουργίας των πρώτων ανθρώπινων ομάδων, διαμορφώνοντας τον κοινωνικό χάρτη των πρώτων ανθρωπίνων κοινωνιών.  Ακόμα οι μύθοι διασώζουν αφηγήσεις που προέρχονται από τη προφορική παράδοση ενός λαού και σχετίζονται με γεγονότα (π.χ. φυσικές καταστροφές, μετακινήσεις πληθυσμών, εκστρατείες),  που συνδέονται με τη ζωή των ανθρώπων.

Ένας τέτοιος γνωστός μύθος του αρχαίου κόσμου συνδέεται με έναν λαό που το όνομά του ήταν Αριμασποί, μυθικό έθνος Υπερβορείων Σκυθικής προελεύσεως, όπως αναφέρουν οι: Διονύσιος ο Περιηγητής, Ηρόδοτος, Διόδωρος ο Σικελιώτης, κατονομάζοντάς τους ως πλούσιους και κατόχους κοιτασμάτων χρυσού, που κατοικούσαν στην περιοχή της αρχαίας Σκυθίας.

Στον Πίνδαρο αναφέρεται και το όνομα του βασιλιά-γενάρχη τους, του πελασγού Αριμασπού, ο δε  Παυσανίας αναφέρεται στους Αριμασπούς στα «Ἀττικά» του, ότι οι Αριμασποί ήταν πολεμοχαρείς αλλά και μονόφθαλμοι (δεν εξηγεί όμως τι εννοεί με αυτό αν πρόκειται για γεννητική ανωμαλία και μοιάζουν ως Κύκλωπες ή κλείνανε το μάτι τους με ένα κομμάτι ύφασμα όπως κάνανε οι πειρατές για να διαβάζουν καλύτερα τον αστρικό χάρτη το βράδυ στον ουρανό. Ήταν επίσης ξανθοί και είχαν τα μαλλιά τους δεμένα με χρυσό.

Ο Διονύσιος ο Περιηγητής κατονομάζει τους Αριμασπούς ως πλούσιους και κατόχους κοιτασμάτων χρυσού. Οι Γρύπες μάλιστα αναφέρει τρέφονταν με αυτό το χρυσό. Οπότε ή πράγματι ήταν κάποια περίεργα όντα ή κατά τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης, το όνομά τους, είναι σκυθικό και σημαίνει μονόφθαλμος.

Ο Παυσανίας αναφέρεται στους Αριμασπούς στα «Αττικά» του. Σε μία από τις αναφορές του λέει ότι σε αυτούς περνάνε πρώτα τα θεία δώρα των Υπερβορείων που τα μεταφέρουν στους Ισσηδόνες μετά στους Σκύθες και από αυτούς στους Έλληνες.

Ο ποιητής Αντίμαχος ο Τήιος (900 π. Χ. αι.) στο έπος «Επίγονοι», επίσης αναφέρει ότι και οι Αριμασποί ήταν Συθικό φύλο κατατάσσοντας τους ως Υπερβόρειους, Ο δε Στέφανος Βυζάντιος και ο σχολιαστής του Καλλιμάχου ονομάζουν τους Αριμασπούς επίσης λαό των Υπερβορείων. Οι Αριμασποί μάλιστα ονομάζονται και  «Ευεργέτες», διότι διέσωσαν το σκάφος των Αργοναυτών από χειμερινή τρικυμία (Στέφανος Βυζάντιος). Κατά μία άλλη εκδοχή, έσωσαν το στρατό του Κύρου από σίγουρο θάνατο λόγω έλλειψης τροφίμων.

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, οι Αριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους Γρύπες για το χρυσό. Η χώρα στην οποία ο Αριστέας και ο Ηρόδοτος τοποθετούν τους Αριμασπούς αναφέρεται αόριστα ως βορράς της Ευρώπης, στην άκρη της Οικουμένης, ενώ η μεταγενέστερη γραμματεία τούς τοποθετεί πέραν των Ριπαίων ορέων, στην Ασία.

Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους Γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη ως ακατόρθωτη βάση λογικής. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει πάντα, και αυτός ο μύθος βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν, ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί, ο οποίος θα αναλυθεί κατωτέρω.

Yπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο  Γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα. Οι άκρως αόριστες πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας των Αριμασπών επιτρέπουν στους ερευνητές να τους τοποθετούν σε διάφορες περιοχές, ανάμεσα στα Ουράλια όρη και τα Αλτάι όρη στη Σιβηρία, δηλαδή στην περιοχή όπου κατοικούσαν σιβηροσκυθικές φυλές. Γι΄ αυτό τον λόγο και η ονομασία Αριμασποί ερμηνεύεται ως προερχόμενη από το αρχαιοίρανικό «άσπα», που σημαίνει ίππος.

Άλλη άποψη υπογραμμίζει πρωτίστως το μυθικό στοιχείο του μοτίβου και βλέπει εδώ τη μεταφορά στην αρχαία ελληνική παράδοση ενός στοιχείου της σκυθικής ή, μέσω αυτής, μιας αρχαιότερης μυθολογικής παράδοσης. Οι Γρύπες, με βάση την ανάλυσή τους στα έργα της σκυθικής τέχνης, ερμηνεύονται ως η προσωποποίηση του επέκεινα κόσμου. Η δε πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες σε αυτή την περίπτωση αποκτά έννοια συμβολική, εκφράζοντας την ιδέα των εμποδίων που συναντάει η ψυχή στο δρόμο προς το βασίλειο των νεκρών ή την πάλη του Άνω και του Κάτω Κόσμου για την κατοχή της θεϊκής ύλης, η οποία αντιπροσωπεύεται από το χρυσό.

Οι Αριμασποί νοούνται ως οι φύλακες των συνόρων της χώρας της ευδαιμονίας. Να θυμηθούμε ότι οι Αριμασποί του Αριστέα και του Ηροδότου ήταν γείτονες των Υπερβορείων, ενός εξιδανικευμένου λαού, συνδεδεμένου στην ελληνική μυθολογική παράδοση, μέσω του Απόλλωνα, με τη λατρεία του Ηλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόλλωνας κάνει το ταξίδι του στη χώρα τους πετώντας πάνω σε γρύπα, ένα δαμασμένο τέρας του κόσμου των νεκρών. Μην ξεχνάμε ότι ο κόσμος των νεκρών ήταν η κάτω γη υπαρκτό μέρος για τους αρχαίους Έλληνες, η Μέση γη ήταν αυτή που είμαστε εμείς τώρα και η πάνω γη. Αυτό είναι ένα άλλο δύσκολο και δυσνόητο θέμα.

Όποια ερμηνεία του θέματος και αν επιλέξουμε, την κυριολεκτική ή την καθαρά μυθολογική και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα στοιχείο που τις ενώνει. Ο μύθος για την πάλη των Αριμασπών με τους Γρύπες αντανακλά τις μυθολογικές αντιλήψεις των αρχαίων ιρανόφωνων φυλών της Ασίας και του βορείου Ευξείνου, οι οποίες εισήχθησαν στην ελληνική κοσμολογία και την εικαστική παράδοση μετά τη γνωριμία των Ελλήνων με το σκυθικό κόσμο.

Η Ντορέτα Πέππα  στο άρθρο της (Αριστέας, ο Επικός ποιητής) αναφέρει ότι: «Ο Αριστέας, γράφο­ντας το επικό του ποίημα, είπε πως έφτα­σε στην χώρα των Ισσηδόνων σε κατάστα­ση απολλώνειας έκστασης και ότι πιο πέρα από τους Ισσηδόνες κατοικούν άνθρω­ποι μονόφθαλμοι, οι Αριμασποί, και πέρα απ’ αυτούς, οι Γρύπες οι χρυσοφύλακες, και πιο βόρεια απ’ αυτούς οι Υπερβόρειοι, που φτά­νουν ως την θάλασσα». Λοιπόν, (διηγήθηκε) πως όλοι αυτοί, με εξαίρεση τους Υπερβό­ρειους, πρώτα οι Αριμασποί και ύστερα όλοι οι άλλοι, πατούσαν τη γη των γειτόνων τους, και έτσι οι Αριμασποί, έδιωξαν με τη βία τους Ισσηδόνες από τη χώρα τους, οι Ισσηδό­νες τους Σκύθες, και οι Κιμμέριοι, που κατοι­κούσαν στις ακτές της νότιας θάλασσας, εκδιώχθηκαν από τους Σκύθες  εγκαταλείποντας την χώρα τους.

Αυτά γράφει ο Ηρόδοτος περί Κιμ­μερίων, Ισσηδόνων, Σαρματών, Αριμασπών, Γρυπών και Υπερβόρειων, τους οποίους είχε επισκε­φθεί ο Αριστέας σέ κατάσταση «Άπολλώνειας  έκστασης» -αφού μέσω του μάντη Απόλ­λωνος – Ήλιου είναι δυνατή μια τέτοια εσωτεριστική εμπειρία. Όλοι αυτοί οι λαοί, πλην των Υπερβορείων, πολεμούσαν συνεχώς μεταξύ τους, όπως είδαμε στο απόσπασμα του Ηρόδοτου. Και πολεμούν ακόμα πολλοί με πολλούς εκεί πέρα, στην Ασία.

Σε σχέση με τους Αριμασπούς, ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης πως ήσαν μονόφθαλμοι εκ γενετής. Στα σκυθικά, κατά τον Ηρό­δοτο πάλι, το όνομα «Αριμασποί» μεταφρά­ζεται ως έξης: (άριμα > ένα, σπου > μάτι (Αρι­μασποί > οι μονόφθαλμοι). Και τίθεται το ερώτημα, γιατί οι Ζωροαστριστές (γειτνιάζοντες με τα Σκυθικά φύλα) κατέστησαν τον Αριμάν (τον ένα) ως τον Θεό του Κακού στο ντουαλιστικό θρησκευτικό τους σύστημα, δηλαδή τη πίστη στην ανώτερη κυριαρχία δύο δυ­νάμεων: τόσο του Καλού, όσο και του Κα­κού;

«Άριμα» είναι, λοιπόν, το «εν», και μά­λιστα το αγγλικό λεξικό Richardson θεω­ρεί τη λέξη αυτή αραβική (άρίμ), που επίσης σημαίνει «ένα». Το δεύτερο συνθετικό προ­σιδιάζει επίσης στη γερμανική λέξη spau / spa, τα γνωστά μας σπα > η πηγή. Όμως, στα περσικά, τα αραβικά και τα εβραϊκά η ιδία λέξη σημαίνει και «πηγή» και «μάτι». Οπότε, υπάρχει και η περίπτωση να είναι βουστροφηδόν γραμμένη η ελληνική λέξη πρόσω­πο (το εμπεριέχον τα μάτια) Ώψ (ώπς / όπς ηχητικά) σε ξένη, μη ελληνική γραφή, οπό­τε διαβάζεται ανάποδα: στο (σπά…). Και αυτό, γιατί οι Ασιάτες γράφουν ανάποδα.

Πού πραγματικά έμεναν οι Αριμασποί δεν το γνωρίζουμε. Οι γνώμες διίστανται όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα. Οι περισσότεροι μελετητές τούς τοποθετούν ανάμεσα στα Ουράλια Όρη (τα Ριπαία Όρη των Αρχαίων Ελλήνων) και τα Αλτάια ή Αλταία Όρη της Σιβηρίας – Μογγολίας (άρα, στα σύνορα της θεωρούμενης ως επικρατέστερης περιοχής των Γρυπών), στα σύνορα Σιβηρί­ας – Μογγολίας, σε μια εκτεταμένη περιοχή, δηλαδή, στην οποία κατοικούσαν Σκυθικές και Μογγολικές κυρίως φυλές, αλλά και Ιρα­νικές. Ορισμένοι, μάλιστα, ερμηνεύουν το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους από την αρχαία ιρανική λέξη «άσπα», που σημαί­νει Ίππος.

Οι ίδιοι μελετητές, διαφωνώντας τόσο με τον Ηρόδοτο, όσο και με άλλους συναδέλφους τους, αποδίδουν το πρώτο συνθετικό του ονόματος «Αριμασποί», στην αρχαία ιρανική λέξη «άριμα» (αγάπη). Έτσι, οι Άριμασποί είναι «αυτοί που αγαπούν τα άλο­γα», οι «φιλίπποι» δηλαδή, και πράγματι, οι κά­τοικοι της στέπας (γιατί στίς στέπες κατοι­κούσαν οι Άριμασποί) υπήρξαν δεινοί ιππείς από αρχαιοτάτων χρόνων.

Ο Αισχύλος έχει μια εντελώς δια­φορετική άποψη βέβαια, και είναι πιθανόν να είχε διαβάσει τα «Αριμάσπεια έπη» ή να τα είχε υπ’ όψιν του έστω. Μιλά αφενός για τους Γρύπες, αλλά στη συζήτηση που κάνει ο Προμηθέας, δεσμώτης ών, με την Ιώ και της δίνει τις κατευθυντήριες για τη δια­δρομή που θα έπρεπε να άκολουθήσει κατά τις περιπλανήσεις της, συμπεριλαμβάνει και τους Αριμασπούς, τους οποίους και τοποθε­τεί ανάμεσα στις Γοργόνες και τους Αιθίο­πες (Αφρικανούς), οπότε φαίνεται πως θεω­ρούσε πως ζούσαν είτε νότια (στην Αφρική), είτε δυτικά, προς τον Ατλαντικό, είτε ακόμη και ανατολικά, πάντως όχι βόρεια – βορειοανατολικά, αν υποθέσουμε πως οι δικές του «Γοργόνες» ζούσαν σε νησί του Περσι­κού Κόλπου ή και του Ειρηνικού Ωκεανού και όχι του Ατλαντικού.

Είναι λοιπόν δυνατό να υφίσταται τέ­τοια διαφοροποίηση απόψεων; Μιλάμε για άλλες Ηπείρους. Εκτός και αν υπήρχαν πολλοί Αριμασποί. Και τι μπορεί να ήταν αυτοί οι περίεργοι «μονόφθαλμοι»; Ένα άλλο, ένα πα­λαιότερο γένος; Με πολλές φυλές διαφορε­τικές, όπως θα δούμε, οι οποίες από συγ­γραφέα σε συγγραφέα περιγράφονται με εντελώς διάφορα χαρακτηριστικά, πέρα από τη περιοχή στην όποια τοποθετείται ή δια­μονή τους εκάστοτε; Γιά τον γράφοντα όλα είναι πιθα­νά, αφού τίποτε δέν έχει αποδειχθεί εξάλ­λου.

Οι Αριμασποί, όπως αναφέρει η Ντορέτα Πέππα στο ομώνυμο άρθρο της, από ορισμένους, θε­ωρούνται ως οι «συνοριοφύλακες» προς τη χώρα της ευδαιμονίας, δηλαδή πρός την Ύπερβόρεια, η Αγκάρθα ή Σαμπάλα, η Σαν- γκρί-λά, δηλαδή πρός τη μαγική περιοχή (υπόγεια ή υπέργεια, πάντως αλλοδιαστατική), που οι πύλες εισόδου της θεωρείται πως βρίσκονται κάπου στα Ιμαλάια. Όμως, όσοι λένε πως οι Αριμασποί είναι οι φύλακες του υπέροχου αυτού και άγνωστου κόσμου, λανθάνουν, αφού φύ­λακες της Ύπερβόρειας δεν μπορεί παρά να είναι μόνο οι Γρύπες -ηλιακά ζώα, γάρ, όπως θα αποδείξω και όπως αναφέρουν και πλείστοι όσοι συγγραφείς, αλλά και παραδό­σεις.Κάτι που ταυτίζει τους Γρύπες με τα λεγόμενα Γκορός, που είναι τα πνεύματα φύ­λακες της Ινδουιστικής και Βουδιστικής πα­ράδοσης, τα όποια φρουρούν τα περάσμα­τα (πύλες) πρός τη μυστική Αγκάρθα, την έδρα του «βασιλιά του κόσμου», στα Ιμαλά­ια. Άλλωστε, οι Αριμασποί του Αριστέα είναι γείτονες με τους Γρύπες, που αυτοί μόνο συ­νορεύουν με τους Υπερβόρειους, που ίσως είναι και οι πραγματικοί κάτοικοι της θρυ­λικής Αγκάρθα, τελικά.

Ο Ηρόδοτος βέβαια αναφέρει πως οι Υπερβόρειοι είχαν μεγάλη χώρα και πως η επικράτειά τους έφτανε σε μια θάλασσα (κά­ποιοι πιθανολογούν πως πρόκειται για τη Θάλασσα του Μπάρεντς πάνω από τη Βό­ρεια Εύρώπη, στον Αρκτικό Ωκεανό. Ίσως, όμως, αυτό να ίσχυε για τους πανάρχαιους καιρούς και κάποιος ή κάτι να ανάγκασε, τε­λικά, τους μέχρι τότε ανίκητους Υπερβόρειους να περιοριστούν ή και να χαθούν από προσώπου γης στην κυριολεξία. Κάποιος, κάποιοι, κάτι. Ίσως με το χαμό των γρυπών, οι πύλες τους να έμειναν ακάλυπτες. Ίσως να αναγκάστηκαν τότε να καταφύγουν στις «πύλες» των Ιμαλαΐων. Οι σκέψεις πολλές, οι μύθοι πάντα γοητευτικοί, μα και αινιγματικοί και σιωπηλοί σε σχέση με τις αλήθειες που κρύβουν.

Σύμφωνα με τον μύθο, λοιπόν, οι Άριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους Γρύπες για το χρυσό.

Για τον Ηρόδοτο, παρ’ όλο που εκφράζει την επιφύλαξή του ως πρός το αν ήταν μονόφθαλμα όντα οι Αριμασποι, δέν υπάρχει αμφιβολία ότι θεω­ρούσε πως επρόκειτο για πραγματική φυλή. Με παρόμοιο τρόπο τους αντιμετωπίζει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ενώ στα σχόλια στον Πίνδαρο βρίσκουμε και το όνομα του βασιλιά – γενάρχη τους, του Αριμασπού. Ο Εύστάθιος, για τον οποίο οι Αριμασποι είναι «έθνος σκυθικό», προσπαθεί με λογικό τρόπο να εξηγήσει τη μονοφθαλμία τους, συσχετίζοντάς τη με την εξάσκηση στην τοξοβολία, η οποία τους ανάγκαζε να κλείνουν το ένα τους μάτι για να στοχεύσουν, καλύπτοντάς το μάλιστα, όπως θα έκαναν πολύ αργότε­ρα και οι πειρατές. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Δι­ονύσιος ο Περιηγητής τους ονομάζει «αρειμανείς» ή «αρειμανίους». Αυτό τους συσχετί­ζει σαφέστερα ακόμα με τον κακό «Θεό» του Ζωροαστρισμού, τον Αριμάν η Αρειμάνιο, όπως αποκαλείται από τους Έλληνες συγ­γραφείς.

Ας δούμε και μία άλλη εκδοχή, που μπερδεύει τα Ριπαία Όρη με τις Άλπεις, Ενώ πρόκειται για τα Ουράλια, όπως είπαμε, είναι σαφές ότι μαζί με τις αυγές του Μεσαίωνα της Ιστορίας, είχε επέλθει και η γενική λήθη, αλλά και  σύγχυση. Από τα «Εθνικά» του Στέφανου Βυζάντιου (5ος αί. μ.Χ.) διαβά­ζουμε, λοιπόν (μετάφραση): «Οι Υπερβόρειοι είναι έθνος. Ο Πρώταρχος αποκαλεί μ’ αυτό  τον τρόπο τις Άλπεις: Ρίπαία όρη και όσους κατοικούν πάνω από τα Άλπεια όρη (Άλπεις) ονομάζει Υπερβόρειους».

Ο Καλλίμαχος λέει πως αυτοί είναι οι Αριμασποί. Ο Δαμάστης στο «Περί Εθνών», αναφέρει, ότι «πάνω από τους Σκύθες κατοικούν οι Ισσηδόνες και πάνω απ’ αυτούς οι Αριμα­σποί και πανω από τους Αριμασπούς είναι τα Ρίπαια όρη, απ’ όπου πνέει ο βόρειος άνεμος και ποτέ από κεί δέν λείπει το χιόνι. Καί πάνω από τα όρη αυτά, οι Υπερβόρειοι κατοικούν, στην άλλη θάλασσα». Ως άλλη θάλασσα να υπονοείται, άραγε, ο Ειρηνικός; Εκτός και αν ο Βυζαντινοί γνώριζαν -απίθανο φαίνεται- τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό. Όσο για τον Δαμάστη ήταν από το Σίγειο της Αρχαί­ας Τρωάδας και υπήρξε σύγχρονος του Ηρο­δότου, ενώ ο Πρώταρχος ήταν Επικούρειος φιλόσοφος του 2ου αι. π.Χ.

Ξεκινώντας από τον 5ο αι. π.Χ., η εικαστική μορφή της πάλης του Γρύπα στην αρχαία ελληνική τέχνη συχνά συνδέεται με τους Αριμασπούς και κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πάλη τους γίνεται σταθερό θέμα της αττικής αγγειογραφίας στα αγγεία της τεχνοτροπίας του Κερτς. Στους συγγραφείς συναντάμε μια παράλληλη εκδοχή του μύθου για τους Αριμασπούς και τους γρύπες. Πρόκειται για την ιστορία για τα μυρμήγκια, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν το χρυσό.

Στον Κτησία τα μυρμήγκια μετατρέπονται σε γρύπες και σε ολοκληρωμένη μορφή στο Σολινό. Ο μύθος αυτός θυμίζει πλέον έντονα την εκδοχή με τους Αριμασπούς. Οι ίδιοι οι αρχαίοι παρατηρούσαν αυτή την ομοιότητα. Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά.

Όπως συμβαίνει πολλές φορές, και αυτός ο μύθος μπορεί να βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί. Υπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο, Γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα, αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα.

Έν κατακλείδι και για να δούμε και την ηθική πλευρά του ζητήματος που μας απασχολεί και επειδή ο Καλλίμαχος, όπως διαβάσαμε, ταύτιζε τους Αριμασπούς με τους Υπερβορείους: ήταν καλοί ή κακοί οι Άριμασποί; Ορισμένοι τους θεωρούν εξαιρε­τικά καλούς. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, έφθασε με κακοκαιρία η Αργώ και σώθηκε από τους Αριμασπούς, και γι’ αυτό και αυτοί ονομάστηκαν Ευεργέ­ται».

Αν  αυτό συμβαίνει τότε η χώρα των Αριμασπών δεν βρίσκεται στους πρόποδες των Άλπε­ων, όπου τοποθετεί ο Βυζάντιος τους Αριμασπούς, ούτε και η έρημος Γκόμπι (ή άλλη και επικρατέστερη εκδοχή περί της τοποθε­σίας των Αριμασπών) έχουν θάλασσα για να βρεί αραξοβόλι η Αργώ, οπότε δύο τινά συμβαίνουν: ή η Άργώ ταξίδευε και στην στεριά, πράγμα πού αφήνεται να εννοηθεί μέσα στα «Αργοναυτικά», ή οι Αριμασποί ήταν, όπως υποστηρίζω, εξαπλωμένοι σε πολλά μέρη και κάποιοι από αυτούς έμεναν κοντά στην Θάλασσα -Ειρηνικό ή Ερυθρά Θάλασσα – Περσικό κόλπο, όπως υπονοεί ο Αισχύλος.

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

«Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος»

Διαβάστε εδώ το 2ο Μέρος

«Τα Αριμάσπεια Έπη»

Στο επόμενο 4ον Μέρος: «Αρμένιοι – Άριμασποί»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, «Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso», στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. «Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , «Οι Σαρμάτες» (vol. 73 στην σειρά «Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), «Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, «Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας» Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 2ον ), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

Τα Αριμάσπεια έπη

Το βασικό έργο το οποίο κατά την Αρχαιότητα αποδιδόταν στον Αριστέα ήταν το έπος «Αριμάσπεια», ονομασία που προέρ­χεται από τους Αριμασπούς, την ομώνυμη εθνότητα (μυθική για κάποιους, υπαρκτή για άλλους), η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, κα­τοικούσε στη Κεντρική Ασία, αρκετά κοντά με τους επίσης θεωρούμενους «επισήμως» ως μυθικούς Υπερβόρειους, αν και ο γράφων δεν συμφωνεί καθόλου με την άποψη αυτή και θεωρώ τόσο τους Υπερβόρειους, όσο και τους Αριμασπούς αλλά και τους υπόλοιπους αρχαίους και παράξενους κατοίκους που θα συναντήσουμε στην μελέτη μας, ως υπαρκτούς.

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Σαραντάκο οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για τις εξερευνήσεις των Ελλήνων της αρχαϊκής εποχής ξεκινούν με το ταξίδι του Αριστέα του Προκοννήσιου, ο οποίος, λάτρης και ιερέας ο ίδιος του Απόλλωνα, θέλησε να μεταβεί στη χώρα των Υπερβορείων, οι οποίοι ήταν πιστοί του Φοίβου και έστελναν κάθε εφτά χρόνια τα δώρα τους στη Δήλο. Ο Αριστέας ξεκίνησε το ταξίδι του στα μέσα του 8ου αιώνα, αλλά δεν το ολοκλήρωσε γιατί, φθάνοντας στη χώρα των Αριμασπών, εμποδίστηκε από τον πόλεμο που είχαν ξεκινήσει με τους Γρύπες, τους φύλακες του χρυσού του βορρά. Επιστρέφοντας, ύστερα από πολλά χρόνια στην πατρίδα του συνέγραψε το έπος.

Με εξαίρεση τη Θεογονία του που αναφέρεται στο λεξικό Σούδα, το οποίο είναι εξ’ ολοκλήρου χαμένο κατά πάσα πιθανότητα ήδη από την αρχαιότητα και γενικά θεωρείται ως απόκρυφο από τους σύγχρονους ερευνητές, το μόνο έργο που συνδέεται με τον Προκοννήσιο είναι τα Αριμάσπεια Έπη.

Το έπος αποτελείται από τρία βιβλία. Το έργο διαιρέθηκε σε τρία βιβλία (βλ. Σούδα) κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Το γραμμένο σε εξάμετρο στίχο έπος αναφέρεται ότι υπήρχε μέχρι και τον 2ο αι. μ.Χ. (Γελλ. Αττικές Νύχτες 9.4.1-4.)

Ο J.D.P. Bolton τοποθετεί τη δραστηριότητα του Αριστέα από το 780 μέχρι το 720 π.Χ. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Ηρόδοτος ο οποίος είχε επισκευθεί το Μεταπόντιο μετά τη συμετοχή του στην ίδρυση της πόλεως Θούριοι στη Νότιο Ιταλία το 480 π.Χ. ή κάποιος άλλος (Πυθαγόρειος) συγγραφέας του 5ου αι. π.Χ. να έχει δημιουργήσει σύνθεση δύο διαφορετικών προσώπων: Ο ένας είναι ο Αριστέας, ο επικός ποιητής που διακήρυττε στους στίχους του ότι ο Απόλλωνας του χάρισε εξαιρετικές γνώσεις, μεταφέροντάς τον στην άκρη του κόσμου δίπλα στους σεβαστούς Υπερβόρειους, και ο άλλος ήταν ένας απεσταλμένος του θεού που θα εισήγαγε (εκ νέου;) την (πιθανώς υπερβόρειας προέλευσης) λατρεία του Απόλλωνα στο Μεταπόντιο, πόλη η οποία περηφανευόταν ότι «ετιμάτο αποκλειστικά εκτός από τους Ιταλιώτες και από την παρουσία του Απόλλωνα», σύμφωνα με τα λόγια του Ηροδότου.

Αυτό το τελευταίο πρόσωπο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο Αρισταίος (ένα όνομα που μπορεί εύκολα να μπερδευτεί με το «Αριστέας»), ο γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, του οποίου το όνομα έχει συνδεθεί με την ίδρυση αποικιών (κυρίως με μια στη Λιβύη), οπότε θα μπορούσε να τιμάται και ως ηρωικός ιδρυτής ακόμα και στη Νότια Ιταλία.

Αν απορρίψουμε τον υπερβολικό σκεπτικισμό του J.D.P. Bolton δύο (πιθανώς πρωτότυπα) χωρία σώζονται μέχρι και σήμερα και το πρώτο βρίσκεται στην  πραγματεία του Λογγίνου Περί Ύψους (10.4) και το δεύτερο στο έργο του 12ου αι. Χιλιάδες του Τζέτζη (7.676-679; 686-692).

Στα Αριμάσπεια έπη ο Αριστέας ιστορεί τις περιπέτειές του από τα ταξίδια του στα βάθη της Ασίας, πολύ πέρα από τον Εύξεινο Πόντο άλλα και τις εντυπώσεις του από αυτά τα ταξίδια, πραγματικά ή… αιθερικά. Κορυφαία αφήγηση εντός των «επών» του Αριστέα η περιγραφή της συνε­χούς διαμάχης μεταξύ των μονόφθαλμων Αριμασπών και κάποιων τεράτων, επίσης θεωρουμένων ως μυθικών που δέν είναι άλλα από τους γνωστούς σε Ανατολή και Δύση Γρύπες. Οι Αριμασποί προσπαθούσαν να κλέψουν το χρυσό, ο οποίος φυλάσσοταν από τους δεύτερους, καθώς το μέταλλο αυτό αφθονούσε στη χώρα όπου οι Γρύπες είχαν τις φωλιές τους.

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Σαραντάκο στο έπος, ο Αριστέας αναφέρει τις χώρες από τις οποίες πέρασε και τους λαούς που κατοικούσαν σ΄ αυτές. Από τους ιστορικούς και τους μεταγενέστερους σχολιαστές, οι χώρες που διέτρεξε ο Αριστέας έχουν ταυτιστεί με αυτές που βρίσκονται στην αχανή έκταση που απλώνεται από τις βόρειες ακτές της Μαύρης θάλασσας ως  τη σημερινή Κίνα. Οι χώρες των Σκυθών εκτείνονταν στα βόρεια του Ευξείνου Πόντου, ως τον ποταμό Βόλγα. Οι χώρες των Σαυροματών βρίσκονταν μεταξύ Βόλγα και Ουραλίων (των Ριπαίων όπως αναφέρονται στο έπος), ανατολικότερά τους ζούσαν οι Αργιππαίοι και οι Θυσσαγέτες και ακόμα πιο ανατολικά, ως τα σύνορα της Κίνας, οι Ισσηδόνες.

Η χώρα των Αριμασπών τοποθετείται στη σημερινή Μογγολία και πέρα από αυτούς, στις ακτές της Ετέρας θάλασσας (του Ειρηνικού ωκεανού) κατοικούσαν οι Υπερβόρειοι. (Σημείωση: Ο συγγραφέας Δαμάστης ο Αιγιεύς (504 π.Χ) αναφέρει πως οι Υπερβόρειοι κατοικούσαν στις ακτές της Ετέρας θάλασσας. Εφόσον οι Έλληνες ονόμαζαν τη Μεσόγειο Έσω Θάλασσα, τον Ατλαντικό Έξω θάλασσα, οι μελετητές πιστεύουν πως Ετέρα Θάλασσα ήταν ο Ειρηνικός).

Ο γράφων ανακάλυψε ορισμένα σωζόμενα αποσπάσματα των επών του Αριστέα γραμμένα σε Δωρική Β, στην απαγορευμένη βιβλιοθήκη του Βατικανού, και τα οποία σύμφωνα με μία μικρή κατατοπιστική περίληψη στα λατινικά στην αρχή των Επών, αναφέρονται στις λεγόμενες χαμένες μυθικές φυλές για τις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια των άρθρων, χρησιμοποιώντας αναγκαστικά τις πληροφορίες που μας αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Εδώ όμως προκύπτει ένα χρονολογικό πρόβλημα. Αν τα έπη είναι γραμμένα σε Δωρική Β, μια γραφή πολύ παλαιότερη του 1100 π.Χ, τότε γεννάται το ερώτημα πότε πραγματικά έζησε ο Αριστέας και πότε εγγράφησαν τα ‘Επη.

Από διαφόρους Αρχαίους (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Παυσανία, Πλίνιο, Πλούταρχο, λεξικό Σουίδα) ή και μεταγενέστερους συγγραφείς μαθαίνουμε κάποια πράγματα σχετικά με τα έπη. Τα ‘Επη συνεπώς ήταν ευρέως γνωστά στους αρχαίους συγγραφείς, κρίνοντας από το πλήθος των αναφορών σε αυτά. Ωστόσο, φαίνεται πως έπε­σαν σχετικά νωρίς στη λήθη, ενώ η πατρό­τητα του έργου αμφισβητήθηκε ήδη από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (1ος αιώνας π.Χ).

Από τον ιστορικό Ηρόδο­το, αλλά και από τον Απολόδωρο αναφέρονται τα ταξίδια του Αριστέα στις χώρες των Κιμμερίων, των Αριμασπών των Ισσηδόνων, Σαρματών και άλλων παρά­ξενων και χαμένων σήμερα φυλών.

Μόνο 23 στίχοι επικού εξαμέτρου σώ­ζονται στο έργο του Λογγίνου «Περί ύψους», ενώ γίνεται σ’ αυτά αναφορά και στις «Χιλιά­δες» του Ιωάννη Τζέτζη. Το έργο του Αριστέα γνωρίζουμε ότι δεν υπήρχε ήδη από τον 3ο αίώνα π.Χ. Ποιος το κατέστρεψε και γιατί;

Η απάντηση θα αναδυθεί σιγά σιγά, καθώς θα προχωρούμε. Ας δούμε, επί του παρόντος, ορισμένα σχετικά με τον βίο του παράξενου αυτού ανθρώπου, του Αριστέα.

Η διήγηση που παραθέτει ο Ηρόδοτος και η οποία αναφέρθηκε ανωτέρω έχει δώσει αφορμή σε κάποιους σύγχρονους ερμηνευτές να θεωρήσουν την Αριμάσπεια ως ένα σαμανικό ποίημα και τον δημιουργό του, έναν σαμάνο του οποίου η ψυχή εγκατέλειπε κατά βούληση το σώμα και ταξίδευε σε άλλα μέρη. Κατ’ αυτήν την έννοια είναι περίεργη η μαρτυρία ενός αρχαίου συγγραφέα,  του Μάξιμου από την Τύρο. Σύμφωνα με τον Dowen (1980), ο Μάξιμος από την Τύρο, φαίνεται να έχει βασιστεί στα προλεγόμενα του ίδιου του Αριστέα.

Ο Μάξιμος μας λέει στο έργο του «Αρχαία Ελληνικά Μεγαθέματα» (38.γ), ότι ο Αριστέας ισχυριζόταν ότι η ψυχή του έβγαινε από το σώμα και πετούσε προς τον αιθέρα και ότι υπερίπτατο πάνω από όλη την Ελλάδα, τους βαρβαρικούς λαούς, και τα νησιά, όλα τα βουνά και ποτάμια και ότι το τέρμα του ταξιδιού του ήταν οι Υπερβόρειοι και ότι αυτό του επέτρεψε να αποκτήσει μία μοναδική σοφία.

Ο J.D.P. Bolton ήταν ο πρώτος που απέρριψε τη θρησκευτική ερμηνεία και πρότεινε ότι ο Αριστέας αντί για Έλληνας σαμάνος του 8ου αι. π.Χ. ήταν Έλληνας περιηγητής του 8ου αι. π.Χ., ο οποίος θα μπορούσε να έχει διηγηθεί στο έπος του ένα πραγματικό ταξίδι στη Μογγολία, ακολουθώντας τον Τανάϊν και το Βόλγα, μέσω των κτήσεων των Μαιωτών και των Σαυροματών, με κατεύθυνση το Πέρασμα της Τζουγγαρίας (κατ’ εκείνον, η πατρίδα του Βορέα και επομένως τα σύνορα της γης των Υπερβορείων). Κατά τον S. West ο Αριστέας, συνεχίζει την παράδοση της Οδύσσειας και των Αργοναυτικών μυθικών επών, και προπορεύεται του είδους της ουτοπικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.

Η ιστορικός Φ. Ζαφειροπούλου στο άρθρο της «Υπερβόριοι», αναφέρει μια έμμεση παράδοση εμπνευσμένη από το πρωτότυπο κείμενο των Αριμασπείων Επών. Το κείμενο είναι γνωστό άμεσα, είτε στο σύνολό του, είτε αποσπασματικά, αλλά είναι κυρίως γνωστό με έμμεσο τρόπο μέσω των Πυθαγορείων ή ακόμα και μέσα από τα έργα του Ηρακλείτου του Ποντικού.

Αποδεικνύει, λοιπόν, ότι τα έπη που αφηγούνταν την ιστορία του Αριστέα, ο οποίος, έχοντας καταληφθεί από τον Απόλλωνα («Φοιβόλαμπτος γενόμενος») έφθασε στους Ισσηδόνες, έναν έντιμο και παραδοσιακό λαό του βορρά που ζούσε πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα, μεταξύ των γνωστών Σκυθών και των μυστήριων μονόφθαλμων Αριμασπών, οι οποίοι πολεμούσαν τους Γρύπες, φύλακες του χρυσού και γείτονες των Υπερβορείων.

Όποτε και αν έζησε, ο Αριστέας πα­ραμένει μια μοναδική προσωπικότητα, αφού κάνεις αρχαίος δεν γνωρίζουμε να είχε διεισ­δύσει τόσο βαθιά στην Ασιατική Ήπειρο όσο αυτός, εκτός ίσως από τον πολύ μεταγενέ­στερο περιηγητή Maes Titianus (ρωμαϊκής και συριακής καταγωγής, αλλά ελληνικής Παιδεί­ας), τον οποίο χρησιμοποίησε ως πηγή και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος.

Βέβαια, κάποιοι άλλοι αποδίδουν στον φιλόσοφο Φερεκύδη τον Σύρο (7ος – 6ος αί. π.Χ.) τα «Αριμάσπεια ‘Έπη» του Αρι­στέα. Κατά την γνώμη μου, το πιθανότερο είναι ότι ο Φερεκύδης τα αντέγρα­ψε απλά, ώστε να τα διασώσει. Ίσως κάτι να ήξερε, ίσως γνώριζε, ότι το έργο του Αριστέα κινδύνευε από κάποιους που δεν ήθελαν να υπάρχει.

Ο Αριστέας, ο Φερεκύδης και ο Έπιμενίδης είναι, πάντως, οι τελευταίοι λεγόμε­νοι «Θείοι» άνδρες (έχοντες υπερφυσικές δυ­νάμεις) που μας είναι γνωστοί, ευρισκόμενοι σχεδόν μεταξύ Μύθου και Ιστορίας. Από το τέλος τους και μετά, το σιδηρούν γένος κυριάρχησε ολοκληρωτικά, με τα γνωστά αποτελέσματα για τη «φθίνουσα» Ιστορία και την καθαρά υλιστική πλέον πορεία του ανθρώπου.

Διαβάστε εδώ το 1ο Μέρος

«Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος»

Στο επόμενο 3ον Μέρος: «Οι Άριμασποί»

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, «Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso», στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. «Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , «Οι Σαρμάτες» (vol. 73 στην σειρά «Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), «Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, «Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας» Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

Τα Αριμάσπεια Έπη του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 1ον), γράφει ο Μιχάλης Μπάτης

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

Εκ της Αιγηίδος ξεκίνησαν όλοι εκείνοι οι λαοί, οι οποίοι παρουσιάζονται βραδύτερον στις γύρω περιοχές της Μικρασίας, του Καυκάσου και της Μεσογείου ως τον Δούναβη με διάφορες ονομασίες, μεταφέροντες μαζί και τον πολιτισμό τους. Οι λαοί αυτοί διατηρούν ακόμη ονομασίες ορισμένων θεών της Αρχαίας Ελλάδος, λέξεις ή ρίζες λέξεων της αρχικής μητρικής των γλώσσας, ή μάλλον του γλωσσικού ιδιώματος των το οποίο ανήκει στην Ελληνική ομογλωσσία. Επειδή συν τω χρόνω αυτοί ήρθαν σε επιμειξία με άλλους λαούς, αλλά και λόγω διαφορετικών κλιματολογικών και πολιτιστικών συνθηκών, ήτο επόμενο να διαφοροποιηθούν και να απομακρυνθούν αναγκαστικά από την αρχική πολιτιστική των κοιτίδα, του Αιγαίου.

Άλλοι εξ αυτών στις νέες των πατρίδες εκβαρβαρίστηκαν ή αφομοιώθησαν για να επιβιώσουν και παρέμειναν ανεξέλικτοι, όπως τους ανευρίσκουμε μετέπειτα κατά την ιστορική περίοδο, διασκορπισμένους σε διάφορες χώρες του βορρά σε φυλές (Κιμμέριοι, Σκύθες, Γέτες, Αριμασποί, Γέλωνες, Μασαγέτες, Βουδίνοι, Αγριππαίοι, Ισηδόνες, Σαρμάτες, Δάκες).

Είναι φυσικά αδύνατον να προσδιορισθή πόσα χρόνια πέρασαν μετά την καταβύθιση της Αιγηίδος, μέχρις ότου διαμορφωθούν σε φυλές οι διάφορες αυτές ομάδες που διεσώθησαν στα παράλια ή μετεκινήθησαν στα ενδότερα. Κατά τις μαρτυρίες των Αιγυπτίων ιερέων της Σάϊν προς τον Σόλωνα, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον «Τίμαιο», από τους Αρχαιοέλληνες Αιγαίους πήραν τον πολιτισμό. Τούτο καταφαίνεται και από τις επιδόσεις των στην ναυσιπλοία, αλλά και στις τέχνες (προηγμένη Κυκλαδίτικη τέχνη αγαλματιδίων). Τα προπαγανδιστικά μυθεύματα περί αφίξεως Ινδοευροπαλιων, Φοινίκων και άλλων («Μαύρη Αθηνά», Μπερνάλ), εκτός του ότι στερούνται λογικής και επαρκούς τεκμηρίωσης έχουν επιστημονικά καταπέσει, αφού και ο ίδιος παρεδέχθη ότι το κίνητρο του ήτο το κέρδος και η προσέλκυση της προσοχής.

Το πολλαπλά διαφημισθέν αφήγημα του Μεσοποταμίου Γιλγαμές, το οποίο θέλησαν να παρουσιάσουν σαν απόδειξη της παλαιάς πνευματικής ανάπτυξης των διαφόρων λαών της Μεσοποταμίας, είναι πολύ νεώτερο και κακότεχνο κατασκεύασμα, συντεθέν βάσει Ελληνικών παραδόσεων και μύθων. Πρόκειται πράγματι περί κακότεχνης αντιγραφής των αναφερομένων περί του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ο οποίος ας σημειωθή, είναι παλαιότερος του κατακλυσμού του Νώε, εάν έγινε φυσικά κι αυτός. Γιατί όλα τα γραφόμενα περί του κατακλυσμού του Νώε είναι τερατώδη, αντιεπιστημονικά και προσιδιάζοντα μόνον σε λαό που δεν είχε ιδέα περί της θαλάσσης και της ναυσιπλοϊας.

Αντίθετα από τα κείμενα των Ορφικών περί του κατακλυσμού του Ωγύγου πιστοποιείται ότι κανένας άλλος αρχαίος λαός δεν έχει παλαιότερες αναμνήσεις και επιστημονικές μαρτυρίες και ούτε έχει σημειώσει πνευματικές εκδηλώσεις και άλλες ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις (λ.χ. αστρονομικές παρατηρήσεις 11.000 ετών π.Χ.) όπως αυτές που περιέχονται στα αρχαία Ελληνικά κείμενα. Όπως μας πληροφορεί ο Έρμαν Ντίλς («Προσωκρατικοί», Κεφ. Ορφεύς, σελ. 3) οι Αιγαίοι Αρχαιοέλληνες έγραφον τις παρατηρήσεις των αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν επί λεπτών σανίδων, λίθων ή οστράκων (γραφή Δισπηλιού, Γιούρων, Αλοννήσου), γεγονός που μαρτυρεί ότι ήσαν εχέφρονες άνθρωποι (Homo Sapiens).

Το ερώτημα που γεννάται λοιπόν είναι γιατί είχαν αγνοήσει ή παραμερίσει τόσο σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία οι νεώτεροι δήθεν «σοφοί» ερευνητές της Δύσεως;

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός, διότι η Ελληνική Προϊστορία καίει και προτιμούν να την αγνοούν, να την παραμερίζουν και όταν βγαίνει τυχαίως στην επιφάνεια να την αποσιωπούν ή να την παραχαράζουν ακόμη. Διότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν εχέφρονες άνθρωποι όχι προ 10, 20 χιλιετιών -όπως ισχυρίζονται για την Μεσοποταμία οι γνωστοί Φοινικιστές ή προ 35-40.000 ετών των Αφροκεντριστών- αλλά προ 100, 800.000 ετών, αλλά και εκατομμυρίων ετών, όπως απέδειξαν οι έρευνες των Πετραλώνων, της Τρίγλιας και της Πτολεμαΐδος, υπό του ανθρωπολόγου αρχαιολόγου κ. Άρη Πουλιανού.

Επομένως οι Αμερικανικές έρευνες στο σπήλαιο Φράχθυ της Ερμιονίδος, οι οποίες έφεραν στο φως στοιχεία του πολιτισμού προ 25 χιλιάδων ετών, έρχονται να αποδείξουν την ύπαρξη και την συνέχεια της αναπτύξεως του ανθρώπου στον Ελλαδικό χώρο. Τα κενά που σήμερα υπάρχουν σε μακρές περιόδους της ιστορίας δεν σημαίνουν αρνητική ύπαρξη ζωής, αλλά μάλλον έλλειψη συστηματικών ερευνών στην περιοχή αυτή αλλά και σε άλλες περιοχές και χώρες.

Επίσης η γενεαλογική μας βίβλος η οποία δεν διασώζεται σήμερα έχει χαθεί. Και πως να μην έχει χαθεί αφού και αυτή καίει και τσουρουφλίζει τους διαστρεβλωτές της Ιστορίας μας. Πρόκειται για το έργο «ΜΕΓΑΛΑΙ ΗΟΙΑΙ» οι οποίες αναφέρουν μιά γενεαλογία μητριαρχική χιλιάδες χιλιάδων χρόνων πριν βασισμένη στις μητέρες του Ησιόδου του οποίου μόνο μικρά αποσπάσματα σώζονται, και βέβαια αποτελούν ταμπού ευρισκόμενα στην απαγορευμένη βιβλιοθήκη του Βατικανού μετά την έρευνα του γράφοντος όπως και τα Αριμάσπεια έπη.

Αλλά ας αναγνώσουμε τις διηγήσεις του Αριστέα του Προκοννήσιου για τους προαναφερθέντες μυθικούς λαούς.

Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος

Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος ήταν Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, γιος του Διμοχάρους Καυσιρόβιου, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ή, κατά μία εκδοχή από το λεξικό Σουίδα, του Δημοχάρου. Ο Αριστέας γεννήθηκε στην Προκόννησο ή, κατά τον G. Huxley, στην Αρχαία Προκόννησο (την σύγχρονη Αλώνη, που οι Τούρκοι την ονομάζουν Πασαλιμάνι), μια από τις πρώτες αποικίες της Μιλήτου στην Προποντίδα, δηλαδή τη Θάλασσα του Μαρμαρά, της οποίας το νεώτερο όνο­μα προέρχεται από την αφθονία μαρμάρου στην περιοχή, πράγμα που μας οδηγεί στη σκέψη ότι έπρόκειτο άρχαιόθεν για έναν εξαιρετικά ενεργειακό τόπο, που επηρέαζε δυναμικά τους κατοίκους της ευρύτερης πε­ριοχής.

Ο πατέρας του Αριστέα Καυστρόβιος, το πιθανότερο, ανήκε σε μία ανώτερη οικογένεια αριστοκρατών του νησιού. Από το όνομα του πατέρα του, που παραπέμπει στον ποταμό Κάυστρο (το ποτάμι γνωστό σήμερα ως KucuK Μenderes, που βρίσκεται κοντά στην Έφεσο) φαίνεται ότι η γε­νιά του προερχόταν από την Ιωνία. Αν ο πα­τέρας του ήταν, όπως αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος από τους πρώτους αποίκους της Προποντίδας τους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους (περίπου το 850 – 950 π.Χ.), τότε ο Αριστέας έζησε και συνέγρα­ψε τα έπη του κατά τον 9ο αι. π.Χ.

Αυτή η χρονολογία συμφωνεί και με τον Ηρόδο­το, που υπολόγισε το χρονικό διάστημα των 290 χρόνων ανάμεσα στην τελευταία εμφά­νιση του Αριστέα στη Προκόννησο και στην επόμενη εμφάνιση του στη Νότια Ιταλία, η όποία αγγίζει τα όρια του θρύλου, βεβαί­ως, αφού είχαν περάσει πάνω από 3 αιώνες από τη περίοδο κατά την οποία έδρασε και έγραψε ο αινιγματικός αυτός ποιητής. Πάντως, το πότε ακριβώς έζησε δέν είναι εξακριβωμένο, οφείλω να το πώ. Θά επανέλθω σ’ αυτό το ζήτημα της χρονολό­γησης του βίου του και σε άλλα σημεία.

Η ύπαρξη του Αριστέα ακροβατεί μεταξύ του θρύλου και της ιστορικής πραγματικότητας, με το όνομά του να συνδέε­ται τόσο με την ποιητική δημιουργία, όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα, στις όποιες του αποδίδονται ξεχωριστές και «μα­γικές» δυνάμεις, καθώς και η ιδιαίτερη ιερα­τική σχέση του με τον Απόλλωνα. Το ταξίδι του Αριστέα είναι περίεργο, γιατί είναι  το αποτέλεσμα ενός παράξενου συνδυασμού: ενώ  κάποια στοιχεία που περιέχονται στο  έργο του είναι πολύ ακριβή και επιβεβαιωμένα από την ιστορική έρευνα, άλλα πιθανός να είναι φανταστικά και ανήκουν καθαρά στη σφαίρα του μύθου. Επίσης, ο ίδιος ο συγγραφέας είναι περικυκλωμένος από ένα θαυμαστό φωτοστέφανο που τον μετατρέπει σε μία μυθική φιγούρα.

Ο Αριστέας, σε διήγηση την οποία παραθέτει ο Ηρόδοτος ως προερχόμενη από την Κύζικο και την Προκόννησο είχε επισκεφτεί κάποτε ένα εργαστήριο καθαρισμού ρούχων όπου και ξαφνικά πέθανε. Ο ιδιοκτήτης έκλεισε το εργαστήριο και κατευθύνθηκε προς τις οικίες των συγγενών του ποιητή για να τους ενημερώσει, με την είδηση να εξαπλώνεται γρήγορα σε όλη την πόλη. Κάποιος ταξιδιώτης όμως από την Κύζικο – ο οποίος είχε καταφθάσει από το επίνειο της τελευταίας, Αρτάκη – διέψευσε αυτή την πληροφορία, καθώς είχε δει και συνομιλήσει με τον Αριστέα στην πόλη του. Μπροστά στην επιμονή του τελευταίου, οι συγγενείς επισκόπησαν το εργαστήριο όμως δεν βρήκαν το σώμα του ποιητή ούτε ζωντανό ούτε νεκρό.

Επτά χρόνια μετά, ο Αριστέας επανεμφανίστηκε στην πόλη του και συνέγραψε τα Αρμάσπεια έπη οπότε και εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά. Τριακόσια έτη αργότερα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Ηρόδοτου για το χρονικό διάστημα που είχε περάσει από τη δεύτερη εξαφάνιση του ποιητή, ο Αρι­στέας εμφανίστηκε σε όραμα στους κατοί­κους του Μεταπόντιου της Ιταλίας και τους παρήγγειλε την ανέγερση ενός ιερού προς τιμήν του Απόλλωνος. Παράλληλα, τους είπε να τοποθετήσουν στο ιερό αυτό και ένα δικό του ανδριάντα. Ο Θεός Απόλλων τους είχε κάνει τη τιμή και είχε έπισκεφθεί μόνο τη πόλη τους από όλες τις πόλεις της Με­γάλης Ελλάδας, σύμφωνα με τα λεγόμενα του φασματικού Αριστέα, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Θεό μεταμορφωμένος σε κο­ράκι.

Οι Μεταποντίνοι εφάρμοσαν τις απατήσεις του φάσματος του Αριστέα, κατόπιν επιβεβαίωσης από το μαντείο των Δελφών, οπότε και ο ανδριάντας του ποιητή δέσποζε έκτοτε στην αγορά της πόλης. Τα στοι­χεία αυτά ανευρίσκονται στο κείμενο του Ηροδότου, και εν μέρει και στον Πλίνιο (ΦΙ 7.174), οπότε θα πρέπει να τά λάβουμε σο­βαρά υπόψη, αφού ο Πλίνιος ήταν σε θέση να διασταυρώσει αν π.χ. υπήρχε ανδριάντας του Αριστέα στο Μεταπόντιο. Ο δε Στωικός ιστορικός, γεωγράφος Στράβωνας από την Αμάσεια υποστηρίζει ότι ο Αριστέας, σύμφωνα και με άλλους ιστορικούς, ήταν δάσκαλος του Ομήρου.

Ο Στρά­βων αναφέρει τον Αριστέα ως μάγο – «γόης ανήρ», στο αρχαίο κείμενο. Σέ άλλα αρχαία κείμενα πάλι, ο Αριστέας εμφανίζεται ως «Φοιβόληπτος», διαπνεόμενος, δηλαδή, από το πνεύμα του Φοίβου. Έδρασε ως ιεροφάντης του Απόλλωνα αλλά κυρίως έμεινε γνωστός για την εκστατική του ικανότητα να στέλνει το αιθερικό σώμα του (ψυχή) σε άλλους τόπους. «… Άριστεου τοΰ Προκοννησίου φασί τήν ψυχήν έξιέναι, ότε έβούλετο, καΐ έπανιέναι πάλιν…» (Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων).

Ο Ηρόδοτος επίσης μιλά για την ικανό­τητα του «φοιβόληπτου» ποιητή να πέφτει σε έκσταση, αλλά ο Μάξιμος ο Τύριος είναι εκείνος πού δίνει τη πλήρη περιγραφή του Αριστέα ενώ βγαίνει από το σώμα του για να δει όλο τον κόσμο αποπάνω.

«Το σώμα του Αριστέα παραμένει ακίνητο, ο ίδιος αναπνέει, αλλά το σώμα του είναι αδύ­ναμο, σχεδόν νεκρό. Όμως, το πνεύμα του, έχοντας εγκαταλείψει το σώμα του, ταξι­δεύει στους αιθέρες σαν πουλί και βλέπει τα πάντα απ’ όπου περνάει, γνωρίζοντας έτσι και τις διάφορες φυλές των άνθρώπων. Κά­ποια στιγμή, επιστρέφει και ξαναμπαίνει στο σώμα του, ξυπνά και αφηγείται τα όσα είδε καί βίωσε.»

H περιγραφή αυτή του Μάξιμου μας βάζει σε υποψίες πώς ο Αριστέας θα πρέπει να ήταν κάτοχος της μυστικής γνώσης κάποιων εσωτεριστικών ασιατικών μαγικοθρησκευτικών πρακτικών (Σαμανισμος π.χ.). Μήπως λοιπόν είχε μυηθεί στο δρόμο του για την Ύπερβόρεια -στην οποία ίσως και να μην έφθασε ποτέ- καθώς περνούσε από τους απίστευτους εκεί­νους λαούς, και κυρίως από τους Ισσηδόνες και τους Αριμασπούς;

Ο φοιβόληπτος Άριστέας και ο Κόρακας

Ο Αριστέας επειδή υπήρξε ιερέας του Απόλλωνα και, σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρί­ες, είχε την ικανότητα του λεγομένου αστρι­κού ταξιδιού, έπεφτε σε έκσταση και μπορούσε να «στείλει» το ενεργειακό του σώμα σε άλλους τόπους, ίσως και σε άλλες διαστά­σεις. Αλλά γιατί είχε επιλέξει την μορφή του κόρακα για να ακολουθήσει τον Απόλλωνα στο Μεταπόντιο;

Ο Κόρακας  αντιπροσώπευε το ιερό πτηνό του θεού Απόλλωνα σε συνδυασμό με το μαντικό του χάρισμα, καθώς ο Φοίβος είχε μεταμορφωθεί σε κόρακα κατά τη Γιγαντομαχία. Σύμφωνα με τον μύθο της Κορωνίδος1 και της απιστίας της προς τον Απόλλωνα, όταν ο κόρακας ανέφερε στον θεό τα δυσάρεστα νέα, ο Απόλλωνας άλλαξε το χρώμα του από ασημένιο σε μαύρο  (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις).

Κατά μία αλλά εκδοχή του μύθου, ο κόρακας στάλθηκε με ένα κύπελλο στο στόμα του για να φέρει νερό από μία δυσπρόσιτη για τους ανθρώπους περιοχή, απαραίτητο όμως για να τελεσθεί θυσία προς τον Θεό. Καθυστέρησε όμως σε μία συκιά μέχρι που τα σύκα της ωρίμασαν και μετά επέστρεψε στον Απόλλωνα με ένα νερόφιδο στα νύχια του και ένα ψέμα στο στόμα του, δικαιολογούμενος ότι το φίδι υπήρξε η αιτία της καθυστερήσεώς του. Ο Απόλλων τότε τιμώρησε τον κόρακα καρφώνοντας τον για πάντα στον ουρανό (αστερισμός του Κόρακα) μαζί με το κύπελλο (ο αστερισμός Κρατήρ) και το νερόφιδο (την Ύδρα). Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει τον αστερισμό του Κόρακα που συνορεύει με άλλους 3 αστερισμούς, την Παρθένο, τον Κρατύρα και τη Υδρα.

Ο κόρακας επίσης θεωρείται το Ιερό πουλί του Μίθρα αλλά και του Όντιν, τον Δία της Σκανδιναβικής αρχαίας θρησκεί­ας. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Αριστέας είχε πάει στο Μεταπόντιο, μεταμορφωμένος σε κοράκι, ως απεσταλμένος του Απόλλωνα. ‘Άλλωστε, σε πολύ αρχαίους χρόνους, το κοράκι ήταν ο αγγελιαφόρος των Θεών, (σύμφωνα δε με τον Νόννο του πρώτου δωδεκάθεου).

Ας μη ξεχνάμε ότι ο Αριστέας είχε ταξιδέψει για να βρεί τους Υπερβορείους, τους λάτρεις του Απόλλωνα, που θεωρούσαν και εκείνοι το κοράκι Ιερό πτηνό. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, που θα τους διαβάσουμε στα άρθρα που θα ακολουθήσουν και θά διαπιστώσουμε πόσο οι θρύλοι τους μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά και με τα λεγό­μενα του Αριστέα.  Πόσο περίεργο είναι να βλέπουμε τόσες κοινές παραδόσεις σε τόσο απομακρυσμένους μεταξύ τους λαούς. Πά­ντως, ως συμπέρασμα προκύπτει ότι μάλλον, η Ιστορία της μακρινής και Απώτατης Αρχαι­ότητας του κόσμου μας έχει γραφτεί, αθέλητα ή ηθελημένα, λάθος.

Παραπομπή (1)

Στην ελληνική μυθολογία, η Κορωνίς ήταν κόρη του Φλεγύα, βασιλιά των Λαπιθών στη Θεσαλία. Η Κορωνίς ήταν η μητέρα του θεού της Ιατρικής, του Ασκληπιού, τον οποίο γέννησε με τον Απόλλωνα.

Οι μυθολογικές εκδοχές σχετικά με την Κορωνίδα ποικίλλουν, με ορισμένα κοινά βασικά σημεία, όπως τον βίαιο θάνατό της. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, ο Απόλλωνας σκότωσε την Κορωνίδα εξαιτίας μιας απιστίας της, αλλά έσωσε το παιδί τους (τον Ασκληπιό) από το σώμα της, που είχε αρχίσει να καίγεται στην πυρά. Κατά τον Πίνδαρο και τον Ησίοδο ο μύθος σχετίζεται με τη θεσσαλική πόλη Λακέρεια. Εκεί, στους πρόποδες του Πηλίου, η Κορωνίς ενώθηκε με τον Απόλλωνα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση αυτό έγινε στην Τρίκκη, τα σημερινά Τρίκαλα, στις όχθες του ποταμού Ληθαίου. Τέλος, αναφέρεται ότι η Κορωνίδα γέννησε τον Ασκληπιό στην Πελοπόννησο, όπου είχε ακολουθήσει τον πατέρα της σε κάποια εκστρατεία του (στην Τρίκκη της Μεσσηνίας ή στην Επίδαβρο ή στην Αρκαδία).

Ο Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Ασκληπιός δεν ήταν καν γιος της Κορωνίδας, αλλά της Αρσινόης, και τον παρέλαβε η Κορωνίς όταν αυτός ήταν νήπιο. Επειδή η Κορωνίς φοβήθηκε ότι θα την άφηνε ο Απόλλωνας, δημιούργησε ερωτικό δεσμό και με τον Ίσχυ, γιο του Ελάτου. Μόλις το έμαθε αυτό ο Απόλλων, είτε από τις μαντικές του ικανότητες, είτε επειδή του το είπε το ιερό πτηνό του, ο κόρακας, τόξευσε την Κορωνίδα με τα βέλη της Αφροδίτης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο κόρακας ανέφερε στο αφεντικό του τα δυσάρεστα νέα, ο Απόλλωνας άλλαξε το χρώμα του από ασημένιο ή λευκό, που υποτίθεται ότι ήταν μέχρι τότε, σε μαύρο (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις).

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι, σύμφωνα με βοιωτικό μύθο, υπήρχαν δύο Κορωνίδες, αδελφές, η Μητιόχη και η Μενίππη, κόρες του Ωρίωνα, που ζούσαν στον Ορχομενό. Κάποτε, όταν οι Ορχομένιοι θέλησαν να ελευθερωθούν από μια επιδημία που τους είχαν στείλει οι θεοί για άγνωστο λόγο, οι Κορωνίδες θυσιάστηκαν με τη θέλησή τους. Ο Άδης και η Περσεφώνη παρέλαβαν από την πυρά τα καιόμενα σώματα των δύο αδελφών και τα μετέφεραν στα έγκατα της Γης, ενώ από την πυρά ανέβηκαν προς τα ουράνια δύο κομήτες. Ο βοιωτικός αυτός μύθος φαίνεται ότι αποτελεί μεταγενέστερη ανάπλαση του παλαιού θεσσαλικού.

Τέλος, στον μυθικό Διονυσιακό Κύκλο, η Κορωνίς εμφανίζεται ως νύμφη, μία από τις Υάδες, που ανέθρεψε μαζί με τις αδελφές της Φιλία και Κλείδη τον Διόνυσο με εντολή του Δία. Αργότερα, όταν ο Βούτης απήγαγε την Κορωνίδα και την εξανάγκασε να τον παντρευτεί, τιμωρήθηκε από τον Διόνυσο, που του εμφύσησε ιερή μανία (τρέλα).

Στο επόμενο 2ον Μέρος: Τα Αριμάσπεια Έπη

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, «Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso», στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. «Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , «Οι Σαρμάτες» (vol. 73 στην σειρά «Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), «Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, «Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας» Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

«Η Ελληνοπελασγική Καταβολή των Υπερβορείων: Μύθος ή Πραγματικότης;», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μία από τις πλέον αινιγματικές παραδόσεις τις μυθιστορίας μας σχετίζεται με τους Υπερβορείους και την μυθική χώρα τους, την οποία κάθε φθινόπωρο επισκεπτόταν ο θεός Απόλλων με το ιπτάμενο άρμα του, το οποίο έσερναν Κύκνοι και επέστρεφε πάλι την άνοιξη στη Δήλο και στους Δελφούς.

Πίστευαν δε, επίσης, πως ο Απόλλων κατάγεται απ’ τη γη του Υπερβορρά, όπου και βρίσκεται η αληθινή του κατοικία. Ο γυρισμός δε του Απόλλωνα γιορτάζονταν στους Δελφούς κάθε εαρινή ισημερία, με τα Θεοφάνια ενώ υπήρχε και ο Αστραφτερός Κύκνος που συμβόλιζε το προαναφερθέν ιπτάμενο άρμα του θεού.

Σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, ο σύνδεσμος Ελλήνων και Υπερβορείων δεν είναι άλλος από τον θεό Απόλλωνα. Αξίζει να αναφερθούν κάποια στοιχεία από την μυθολογία μας που συνδέει τον Απόλλωνα με τους Υπερβορείους πριν ακόμα τη γέννησή του.  Κατά την παράδοση η μητέρα του θεού, η Λητώ, γεννήθηκε στη χώρα των Υπερβορείων γεγονός που αμέσως την κατατάσσει στο αυτό έθνος.

Όταν η Λητώ, κόρη του Τιτάνα Κοίου, έμεινε έγκυος από το Δία, προκάλεσε την οργή της Ήρας, η οποία την καταδίωκε και δεν μπορούσε να βρει καταφύγιο πουθενά. Τότε ο Δίας παρεκάλεσε τον Ποσειδώνα να της προσφέρει καταφύγιο συνοδευόμενη από τις δύο Υπερβόρειες παρθένες Άργη και Ωπίδα. Ο Ποσειδώνας ακινητοποίησε το αόρατο νησί φανερόνοντάς το ως Δήλος.. Από τότε η Δήλος έμεινε σταθερή και δεν κινήθηκε ξανά, εκτός από μία φορά.

Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή του μύθου ότι το νησί αυτό ήταν μία ουράνια πολιτεία που επικάθισε στο πέλαγος δώρο από τον αστερισμό του Λέοντα στον φωτισμένο κυβερνήτη της Λύρας Απόλλωνα.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι η ιερότις της Δήλου ήταν τέτοια που όταν «ο Δάτης, ο αρχιστράτηγος του Αρταφέρνη, πήγαινε να επιτεθεί στην Ελλάδα, όχι μόνο δεν πείραξε τη Δήλο, αλλά θυμίασε στον ναό του Δηλίου Απόλλωνα τριακόσια τάλαντα λιβάνι. Τότε μόνο σείστηκε το νησί για μία και μόνη φορά. Όλες αυτές οι ιστορίες για το νησί που κινείται, οφείλονται στις συχνές σεισμικές δονήσεις, λέει ο Παυσανίας. Στην εποχή του, ένα μέρος του νησιού ονομαζόταν «Τρέμων»».

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα μας, o Ησαίας Κωνσταντινίδης αναφέρει, ότι η μαγευτική και παράξενη αρχαία χώρα του Υπερβορρά, η γνωστή ως Θούλη και φημισμένη ως Ultima Thule (έσχατη Θούλη), είναι η πατρίδα της ευρύτερης σκανδιναβικής μυθολογικής παράδοσης.

Ο λαός που κατοικούσε στο γεωγραφικό της χώρο είναι οι περίφημοι Υπερβόρειοι, που συνέλαβαν και διέδωσαν τους μύθους και τους θρύλους της. Οι Υπερβόρειοι διατηρούσαν στενές σχέσεις, κυρίως πολιτισμικές, με την αρχαία Ελλάδα, με τις ανάλογες αλληλεπιδράσεις.

Οι Υπερβόρειοι σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία κατοικούσαν στο τέλος  του κόσμου, κάτω από έναν ουρανό αδιάκοπα γελαστό και φωτεινό. Η χώρα τους βρισκόταν σε μια περιοχή όπου δε φυσούσε ο βοριάς (πνοαίς όπισθεν Βορέα ψυχρού).  Αναφέρεται επίσης, ότι από το νησί-χώρα τους  (πρωτεύουσα του οποίου λέγεται πως ήταν η ξακουστή Θούλη, σύμφωνα με μυστικιστικά γερμανικά κείμενα)  το φεγγάρι φαινόταν να βρίσκεται πολύ κοντά στη Γη. Κατά τον Πυθέα της Μασσαλίας όμως, «Θούλη» σημαίνει η χώρα των μάγων.

Όπως είναι γνωστό η Ελληνική Μυθιστορία, περιγράφει πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα, που συνέβησαν και συνέβαιναν στο μακρινό παρελθόν, μάλιστα και σε εποχές προκατακλυσμιαίες, και δεν περιορίζονται μόνο στον Γήινο χώρο. Όσοι επιμένουν να θεωρούν την Ελληνική Μυθολογία παραμύθια και γέννημα της φαντασίας των δημιουργών της, μπορούν να συνεχίσουν να την θεωρούν έτσι.

Όπως μας πληροφορούν πλείστοι όσοι αρχαίοι συγγραφείς (Ηρόδοτος, Παυσανίας, Πίνδαρος, Διόδωρος, Αριστέας ο Προκοννήσιος) στη  χώρα των Υπερβορείων εκτός από τον Απόλλωνα που πηγαινοερχόταν, την επισκέφθηκαν επίσης ο Θησέας, ο Περσέας. και ο Ηρακλής, με τη βοήθεια της Αρτέμιδος τον καιρό που κυνηγούσε την ελαφίνα της Κερύνειας,  έφθασε  στην  χώρα  των  Υπερβορείων  και   ζήτησε από τους Υπερβόρειους την άδεια να μεταφέρει φύτρα από Ελαιόδεντρα στην Ολυμπία για να στεφανώνουν με αυτά τους νικητές των αγώνων (καθώς μέχρι τότε η ελιά ήταν ακόμα άγνωστη στους Έλληνες).

Στην αρχαία Ελλάδα βέβαια υπήρχε η γνώση για τον απώτατο βορρά και των συνθηκών που επικρατούν εκεί, όπως για παράδειγμα η αναφορά του Ηρόδοτου, ότι στους Υπερβόρειους η μέρα διαρκεί έξι μήνες.

Ο Ηρόδοτος έκανε αυτή την δήλωση διότι γνώριζε και για τις συνθήκες της Αρκτικής και για τους Υπερβορείους και υπέθεσε ότι οι τελευταίοι, ως «Υπέρ-Βόρειοι», και παίρνοντας τη στενή ερμηνεία αυτού του όρου, κατοικούν στον απώτατο βορρά, στην Αρκτική.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε βεβαίως και τον θαλασσοπόρο Πυθέα από τη Μασσαλία, που συν τοις άλλοις ήταν μεγάλος γεωγράφος, αστρονόμος και μαθηματικός, ο οποίος ταξιδεύοντας στο βορρά πρέπει να έφθασε ως τη Γροιλανδία. Υποθέτοντας δε, ότι όντως οι Υπερβόρειοι είναι Γροιλανδοί ή Σκανδιναβοί ή Σκύθες ή Μασαγέτες.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο οι Υπερβόρειοι μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο αφού: όπως αναφέρει «Έχειν δε τους Υπερβορείους τίνα διάλεκτον, και προς τους Έλληνες οικειότατα διακείσθα…».

Ο Πίνδαρος επίσης αναφέρει και τα αίτια της αιώνιας ευτυχίας των Υπερβορείων, λέγοντας ότι «..ούτε ασθένειες, ούτε απαίσιον γήρας προσβάλουν την ιεράν ταύτη γενεάν, χωρίς δε πόνο και μακράν των μαχών ζουν…Εις των ευτυχών τούτων ανθρώπων το έθνος, ήλθε άλλοτε της Δανάης ο υιός της  Περσέας».

Ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ( Ηροδότου ιστορία Θ 39)  ότι οι τοπικοί Ήρωες που προστάτευαν τους Δελφούς ήσαν Υπερβόρειοι και έφεραν τα ελληνικά ονόματα Φύλακος και Αυτόνοος, οι οποίοι έθεταν σε φυγή κάθε εχθρό όπως έγινε με τους Πέρσες και αργότερα με τους Γαλάτες.

Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε την ύπαρξη ενός υπαρκτού προσώπου το οποίο είχε επαφές με Υπερβόρειους και ιδρυτή της μαθηματικής Ελληνικής Φιλοσοφίας, τον Πυθαγόρα, που ήταν μαθητής των Υπερβόρειων, και συγκεκριμένα του Υπερβόρειου Άβαρι (αυτός που δεν έχει βάρος –  Ιάμβλιχος) του Αιθεροβάτη 1

Τέλος, ο Στράβων εκθέτοντας τα περί Υπερβορείων Κιμμερίων και Τρήρων Σκύθων και Κελτών, καθώς και για τον περίπλου του Πυθέως εν εκτάσει, αποτελεί την  κυρία πηγή των γνώσεων των αρχαίων Ελλήνων για το βορειοευρωπαϊκό χώρο, τους κατοίκους και τις επιδράσεις του ελληνικού πολιτισμού.

Τα ονόματα, τα τοπωνύμια, οι περιγραφές για συνήθειες, έθιμα, δοξασίες, τελετουργίες και θεότητες και ιερά, παρουσιάζουν ανάγλυφες τις σχέσεις αυτές.

Επομένως κατά τους: Ηρόδοτο, και Διόδωρο οι Υπερβόρειοι είναι Ελληνικό φύλο, του οποίου οι ιερείς είναι λάτρεις του Απόλλωνα «…η αληθινή κατοικία του οποίου… βρίσκεται ανάμεσα στους Υπερβορείους, σε μια χώρα Αιώνιας Ζωής» όπως αναφέρει και ο Πλάτων. Ένας παντοτινός καταπράσινος τόπος με ανέσπερο φως χωρίς να γνωρίζει ποτέ χειμώνα και πολύ περισσότερο ένας τόπος με δυο ετήσιες σοδειές, όπως τον θέλει η Ελληνική Μυθολογία.

Με ποιο τρόπο όμως ταξίδευαν οι Υπερβόρειοι για να καταφτάσουν στην Ελλάδα; Σύμφωνα με τον Πίνδαρο «Την θαυμαστήν οδόν την άγουσαν εις τας πανηγύρεις των Υπερβορείων ούτε πεζός, ούτε δια πλοίων ερχόμενος θα δυνηθείς να εύρεις…». Δηλαδή δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπο να πάμε στην Υπερβόρεια, γιατί πολύ απλά δεν έχουμε την τεχνολογία ή τουλάχιστον δεν την είχαν οι Έλληνες την εποχή του Πίνδαρου.

Οι μελέτες που ασχολήθηκαν με το θέμα των Υπερβορείων τοποθετούν αυτόν τον μυθικό λαό γενικώς και αορίστως στο βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη, ενώ κάποιες πιο ειδικές αναφορές μιλάνε για Γροιλανδία, Σκανδιναβία, Βαλτική, Ρωσία, Σιβηρία.

Από αρχαιότητα όμως ως σήμερα υπάρχει διαφωνία για το ποια ήταν η κοιτίδα των Υπερβορείων, ενώ ελάχιστοι ήταν αυτοί – μεταξύ των οποίων και ο Στράβων (VII 295) – που αμφισβήτησαν την ύπαρξη συγκεκριμένου λαού φέροντος το όνομα αυτό. Η δυσπιστία όμως αυτή του Στράβωνα δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε αμφισβήτηση της ύπαρξής τους, δεδομένου ότι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς ομιλούν γι’ αυτούς ως κάτι το δεδομένο και το μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης μεταφέροντας τις απόψεις του γεωγράφου Εκαταίου γράφει: «Οι Υπερβόρειοι έχουν μια ιδιαίτερη διάλεκτο (ενν. της ελληνικής γλώσσας) και τρέφουν φιλικά αισθήματα προς τους Έλληνες και ιδιαίτερα προς τους Αθηναίους και τους Δηλίους, μια φιλία που κληρονόμησαν από τα παλιά χρόνια. Η παράδοση λέει ότι επισκέφθηκαν τους Υπερβόρειους και μερικοί Έλληνες και άφησαν πίσω τους αφιερώματα με ελληνικές επιγραφές» (Β 47).

Ο Πίνδαρος σε ένα από τα ποιήματά του αναφέρει τους Υπερβορείους: «Στα λαμπρά έργα σου χιλιάδες ανοίχτηκαν ολόφαρδοι, που συνέχεια μας πάνε από του Νείλου εκεί τις πηγές και από τη χώρα των Υπερβορείων» (Ισθμιονίκαι, VI 22).

Ομοίως και ο Λουκιανός δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξή τους: «Ο Πύθιος Απόλλων όχι μόνο ότι καλό παράγεται στην Ελλάδα μάς παρέχει, αλλά όσα καλά γίνονται στους Φρύγες, τους Λυδούς, τους Πέρσες, τους Ασσύριους, τους Φοίνικες, τους Ιταλιώτες και τους Υπερβορείους, όλα στους Δελφούς μεταφέρει» (Φάλαρις Β, 205). Γιατί λοιπόν οι Υπερβόρειοι να θεωρηθούν ανύπαρκτοι, όταν η ύπαρξη των Φρυγών, των Λυδών, των Περσών, των Ασσυρίων, των Φοινίκων και των Ιταλιωτών είναι ιστορικά εξακριβωμένη. 

Η ελληνικότητα των Υπερβορείων φαίνεται και από το γεγονός, ότι τα ονόματα των Υπερβορείων παρθένων, της Λαοδίκης και της Υπερόχης, που ήρθαν από την πατρίδα τους στη Δήλο, για να προσφέρουν στους θεούς τους πρώτους καρπούς της σοδειάς τους, είναι ελληνικά (Ηρόδοτος, Δ. 34).

Ομοίως στη Δήλο είχαν έρθει από τη χώρα των Υπερβορείων η Άργη και η Ώπις, οι οποίες μάλιστα δεν επέστρεψαν στη χώρα τους, αλλά ετάφησαν εκεί. Λείψανα του τάφου τους βρέθηκαν στη νότια πλευρά της στοάς του Αντιγόνου κατά τις γενόμενες ανασκαφές (Bulletinde Corespondance Hellenigne, 1924, 218-263), κάτι που πιστοποιεί τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για τους Υπερβόρειους.

Ο Παυσανίας παραδίδει έναν διαφορετικό τρόπο διά του οποίου οι Υπερβόρειοι έφερναν τις απαρχές της σοδειάς τους στη Δήλο: «Στις Πρασιές της Αττικής (στη σημερινή Ραφήνα), όπου υπήρχε ναός του Απόλλωνα, λεγόταν ότι έρχονται οι εκ των Υπερβορείων απαρχές. Παρέδιδαν αυτές οι Υπερβόρειοι στους Αριμασπούς, οι δε Αριμασποί στους Ισσηδόνες, από αυτούς οι Σκύθες τις μετέφεραν στη Σινώπη (πόλη της Παφλαγονίας στον Εύξεινο) και από εκεί μεταφέρονταν από τους Έλληνες στις Πρασιές. Αθηναίοι ήταν αυτοί που μετέφεραν τις απαρχές στη Δήλο» (I, 31, 2).

Πού κατοικούσαν όμως οι Υπερβόρειοι; Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας πληροφορεί: «Ο Εκαταίος και μερικοί άλλοι λένε ότι στους αντίπερα τόπους της χώρας των Κελτών προς την πλευρά του Ωκεανού είναι νήσος όχι μικρότερη της Σικελίας. Αυτή βρίσκεται προς βορρά. Υπάρχει και τέμενος του Απόλλωνα μεγαλοπρεπές στη νήσο και αξιόλογος ναός» (Β. 47).

Σίγουρα πάντως κατοικούσαν κοντά στον βόρειο παγωμένο Ωκεανό, αφού ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί, ότι: «όταν περάσει κανείς τους Υπερβόρειους, βρίσκει άλλους ανθρώπους, οι οποίοι κοιμούνται έξι μήνες» (Δ. 25). Εννοεί προφανώς ότι στις περιοχές αυτές η νύχτα διαρκεί έξι μήνες.

Στα Αργοναυτικά του Ορφέα αναφέρεται ότι η Αργώ περνώντας από τη χώρα των Υπερβορείων «έπεσε μέσα στον Ωκεανό. Αυτόν οι Υπερβόρειοι ονομάζουν νεκρή θάλασσα. Εμείς νομίζαμε ότι θα μπορέσουμε να διαφύγουμε την ολοσχερή καταστροφή, εάν ο Αγκαίος δεν κατηύθυνε το πλοίο, ώστε να έρθει στο δεξιό μέρος του αιγιαλού» (στ. 1085-1091).

Γεννάται όμως το ερώτημα: Οι Έλληνες ήρθαν από τη χώρα των Υπερβορείων ή οι Υπερβόρειοι ήταν απόγονοι πανάρχαιων Ελλήνων που είχαν εξαπλωθεί στη βόρεια Ευρώπη;

Κοιτίδα των Υπερβορείων πρέπει να υπήρξε το Αιγαίο, διότι:

1) Ο Υπερβόρειος Άβαρις, ο οποίος στην Σπάρτη και στην Κνωσό έκανε καθαρμό, εθήτευσε στον Απόλλωνα και έμαθε από αυτόν την μαντική. Άρα κέντρο της μαντικής τέχνης του Απόλλωνα ήταν οι Δελφοί.

2) Η λατρεία του στο Αιγαίο θα πρέπει να ήταν πανάρχαια, αφού ο πρώτος ναός του ήταν κατασκευασμένος από δάφνες, ο δεύτερος ξύλινος ή κατασκευασμένος από φτερά ή δημιουργηθείς από μέλισσες, ενώ ο τρίτος ήταν χάλκινος. Άρα η λατρεία του προϋπήρχε της εποχής των μετάλλων, χιλιετίες δηλαδή πριν από την υποτιθέμενη κάθοδο των Ελλήνων. Το ότι οι μυθολογικές αυτές αναφορές έχουν ιστορική βάση επιβεβαιώνεται από την ελληνική γλώσσα, η οποία ερμηνευθείσα σωστά αποτελεί καθρέπτη της ιστορίας του Ελληνισμού.

3) Η λέξη Δελφοί (ή Βελφοί) ετυμολογείται είτε από το Fηλ/Fελ και φάος, δηλαδή ηλιακό φως (ο Απόλλων ήταν ηλιακή θεότητα) είτε από το ρήμα βούλομαι, που στα θεσσαλικά είναι βέλλ-ομαι, στα βοιωτικά βείλ-ομαι και στα λακωνικά δείλ-ομαι ή δήλ-ομαι. Άρα οι Δελφοί θα σήμαινε τόπος βουλής του Απόλλωνα. Πιθανότερη ερμηνεία όμως είναι η πρώτη, διότι ο Πίνδαρος μας πληροφορεί ότι στον ναό έψελναν χρυσές Κηληδόνες, το όνομα των οποίων πιθανότατα σχετίζεται με τη λέξη κιλάριος, που κατά τον Ησύχιο σημαίνει τον ήλιο.

Στο λεξικό του Ησυχίου απαντάται η λέξη δελία, που σημαίνει δάφνη. Άρα η λέξη δελ-ία είναι ομόρριζη της λέξης Δελ-φοί και δηλώνει το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένος ο πρώτος ναός των Δελφών, την δάφνη. Σύμφωνα πάντα με το λεξικό του Ησυχίου η λέξη δέλλιθες σημαίνει σφήκες ή ζώο όμοιο με μέλισσα, ενώ η λέξη δελλίδια σημαίνει την κηρήθρα. Άρα η λέξη δέλλ-ιθες και δελλ-ίδια είναι ομόρριζες και υστερογενείς της λέξης Δελ-φοί, δηλώνοντας τον τρόπο κατασκευής του δεύτερου ναού (από μέλισσες).

Σύμφωνα όμως με μια άλλη παράδοση ο ναός είχε κατασκευαστεί από φτερά και κατασκευαστής του ήταν κάτοικος των Δελφών ονομαζόμενος Πταράς. Σημειωτέον ότι Παταρεύς ήταν επίθετο του Απόλλωνα. Ο γιος του Απόλλωνα Πάταρος έκτισε μαντείο ισάξιο στη φήμη προς τον δελφικό ναό στην πόλη Πάταρα της Λυκίας, κάτι που αποτελεί ένδειξη της ελληνικότητας των Λυκίων.

Λητώ

Ο Απόλλων ήταν Πελασγικός θεός (δηλαδή Ελληνο-σουμεριακός) και ιδού η ετυμολογική σύνδεση του ονόματος του Απόλλωνος με σουμεριακές λέξεις, κάτι που αποδεικνύει πανηγυρικά τη θέση του γράφοντος, ότι οι Σουμέριοι ήταν Πελασγοί που κατοικούσαν στο Αιγαίο.

Η λέξη Απόλλων ή Απέλλων είναι σύνθετη από το α και πόλλων/πέλλων. Το «α» είναι επιτατικό, δηλαδή έχει τη σημασία του πολύ. Το δεύτερο συνθετικό πόλλων/πέλλων έχει θέμα πελ, το οποίο είναι όμοιο με το σουμερικό bil (ή pil) που σημαίνει φλέγω. Άρα η σουμερική μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο Απόλλων ήταν ο θεός του πυρός. Στην ίδια ελληνοσουμερική ρίζα πελ/bil ανήκει και το λατινικό ful-geo που σημαίνει φλέγω.

Όλες οι αρχαίες παραδόσεις αναφέρονται σε άνοδο Ελλήνων στη Βόρεια Ευρώπη, ουδέποτε σε κάθοδο.

Συμπερασματικά, εκτός των προαναφερθέντων συγγραφέων, η μελέτη του Στράβωνος, ζωγραφίζει τη πανάρχαια παρουσία του ελληνισμού στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα, όταν αυτός μπόλιασε τον χώρο εκείνο και τους λοιπούς λαούς με γλώσσα, Πολιτισμό και Τέχνη. Από τους βόρειους λαούς ο Μέγας Γεωγράφος περιγράφει τους γερμανικούς και τους γαλατικούς λαούς, τους Κίμβρους ή Κιμμερίους, τους βορείως των Θρακών Σκύθες και Σαρμάτες και μνημονεύει τον σοφό Σκύθη, από το βασιλικό γένους Ανάχαρση, τον επισκευθέντα την Αθήνα και φίλο του Σόλωνος, ως και τον Άβαρη, Σκύθη εκ των Υπερβορείων, ιερέα του Απόλλωνος. Ο Στράβων αναφέρει ως γείτονες των Υπερβορείων τους Σαυρομάτες και Αριμαονούς και των πέραν της Κασπίας Σάκες και Μασσαγέτες.

Σημαντικές θεωρούνται και οι μαρτυρίες του Διόδωρου του Σικελιώτου για την ίδια διάλεκτο των Υπερβορείων, τον τρόπο διοικήσεώς τους, οικειότατος προς τους Έλληνες, τα πολυτελή αναθήματα «γράμμασιν Ελληνικοίς γεγραμμένα», που αφιέρωσαν Έλληνες που επισκέφτηκαν τους Υπερβορείους. Ως εκείνες του Λουκιανού για τα προσκομιζόμενα στους Δελφούς αγαθά, όσο γίνονται από τον Απόλλωνα στους Φρύγες, τους Λυδούς, τους Πέρσες, τους Ασσυρίους, τους Φοίνικες, τους Ιταλιώτες και τους Υπερβορείους, επειδή πράγματι ενοποιείται με τον τρόπο αυτό ο ελληνοπελασγικός κόσμος από τους Υπερβορείους μέχρι όλο τον ελληνικό χώρο στη Μητρόπολη, την Ιταλία και τη Μικρά ή Πρόσω Ασία.

Οι Φοίνικες, οι Πέρσες οι Ασσύριοι ως συνεχιστές των Χετταίων, έχουν ως σημείο αναφοράς τους Δελφούς, ως και οι λοιποί Ελληνοπελασγοί, στους οποίους και προγονικώς ανήκουν και οι Φοίνικες (Ελληνοφοίνικες, πόλις Ευαγορίτις = Ουγκαρίτ) και Πέρσες, ως ομόθρησκοι.

Επίσης, οι βορειοευρωπαϊκές παραδόσεις διασώζουν τις αντιλήψεις των κατοίκων της, ότι έλκουν την καταγωγή τους από τους αρχαίους Έλληνες. Τα ιρλανδικά κείμενα «Labor Gabola Eren» (Βιβλίο Εισβολών στην Ιρλανδία), «Leborna Huidres» (Βιβλίο του Ντυν Κάου), το βιβλίο του Λένστερ – τα οποία διασώθηκαν σε χειρόγραφα του 11ου αιώνα μ.Χ. – αναφέρουν, ότι στην Ιρλανδία έφθασαν πρώτα κάτοικοι του Αιγαίου με αρχηγό τον Παρθολώνα, εν συνεχεία αποίκισαν το νησί Δαναοί και τέλος Μιλήσιοι.

Ο διάσημος ιστορικός W. Durantστην «Παγκόσμια ιστορία του Πολιτισμού» (τόμ. Δ, σελ. 103) γράφει: «Οι Ιρλανδοί πιστεύουν, και δεν νομίζω ότι υπάρχει καμιά πρόθεση να τους αντικρούσωμε, ότι η νήσος κατοικείτο κατ’ αρχάς από Έλληνας και Σκύθας 1000 ίσως και περισσότερα έτη π.Χ.».

Ο Όγκυ Ο’ Κάρρυ στο βιβλίο του «Ήθη και έθιμα των αρχαίων Ιρλανδών» (εκδ. 1873, Δουβλίνο) γράφει: «Οι πιο αρχαίοι συγγραφείς μάς κατέγραψαν ότι ο Παρθολώνας ήρθε στην Ιρλανδία μετά τον κατακλυσμό. Λέγεται ότι ξεκίνησε από τη Μακεδονία ή Μέση Ελλάδα με μια μικρή ομάδα ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήταν τρεις Δρυίδες ονομαζόμενοι Φίος, Αίολος και Φομόρης, δηλαδή αν θελήσουμε να ψάξουμε την ετυμολογική σημασία των λέξεων, Νόηση, Γνώση και Έρευνα. Μετέδωσαν δηλαδή τη γνώση και τη σοφία στη Β. Ευρώπη. Κάτοχοι αυτής της γνώσεις ήταν οι Δρυίδες».

Παραπομπή:

(1)       Αιθεροβάτης είναι το επίθετο του Άβαρι, γιατί σε αυτόν δωρήθηκε ακόντιο (βέλος) από τον Υπερβόρειο Απόλλωνα και μεταφερόμενος πάνω σε αυτό διάβαινε τα αδιάβατα, βαδίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, στον αέρα, πράγμα το οποίο υπέθεσαν μερικοί ότι είχε κάνει και ο Πυθαγόρας.

Φεύγοντας από την Υπερβορεία ο Απόλλων, που είχε καταφύγει μετά τη γέννησή του, επισκέπτεται τους Δελφούς, το μέρος στο οποίο επρόκειτο να ιδρυθεί το ομώνυμο μαντείο. Κατά μία εκδοχή του μύθου ιδρυτής του μαντείου θεωρείται ο Ωλήν.

Για τον Ωλήν λέγεται ότι έγραψε η ποιήτρια και ιέρεια των Δελφών, Βοιώ που υπήρξε σύζυγος του Ακταίου (βασιλιάς της Αθήνας) και μητέρα του Παλαίφατου (επικός ποιητής). Στη Βοιώ έχει αποδοθεί το έργο «Ύμνος στον Απόλλωνα» όπου αναφέρει πως το δελφικό μαντείο ιδρύθηκε από τους Υπερβόρειους και ότι ο πρώτος μάντης ήταν ο Ωλήν, που από τον Ησύχιο και τον Σούδα αποκαλείται «Δυμαίος» ή «Λύκιος» ή «Υπερβόρειος».

Ο Ωλήν θεωρείται επίσης και ο εφευρέτης του δακτυλικού εξαμέτρου. Μαζί με τον Υπερβόρειο Ωλήν, ήρθαν σαν υπερασπιστές του μαντείου οι Υπερβόρειοι Υπέροχος και Λαόδοκος.

Πηγές:

  • Ηρόδοτου ιστορία (Δ 13)
  • Ησίοδος (Θεογονία, 211-235)
  • Πίνδαρος (Ίσθμια Ωδή 6)
  • Ησαίας Κωνσταντινίδης. Η Μυθολογία των Υπερβορείων
  • Στράβων (VII 295)
  • Ηρόδοτου Ιστορία (Δ 127)
  • Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις (10, 5:7)
  • Ηρόδοτος περί Σκυθών (IV, 10)
  • Πίνδαρος, Πυθιόνικοι 10th
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών (4, Ch 1, XIII)
  • Στράβων, Γεωγραφικά (15, Ch. 1, 57)
  • Διόδωρος ο Σικελιώτης. Ιστορική Βιβλιοθήκη (Β’ κεφ.2)
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Ηροδότου ιστορία (Θ 39)
  • Παυσανίας (Άπαντα,V7)

«Η Πολιτισμική και Οντολογική Σημασία των Ομηρικών Επών», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Στα προηγούμενα άρθρα που αναλύθηκαν λεπτομερώς (εδώ) και (εδώ) έγινε αντιληπτό ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι δύο απλά ποιήματα τα οποία απαριθμούν κάποια έπη, αλλά περιέχουν σημαντικότατες πολιτισμικές, κοινωνικές κοσμολογικές και οντολογικές (θεολογικές) αλληγορικές έννοιες, τις οποίες ο Όμηρος πολύ έντεχνα έκρυψε κάτω από το πέπλο, αφ ‘ενός μεν του Τρωικού Πολέμου (Ιλιάδα) και αφ ‘ετέρου των περιπλανήσεων και των ταλαιπωριών που υπέστη ένας από τους βασικότερους ήρωες του Τρωικού Πολέμου για να επιστρέψει στην πατρίδα του (Οδύσσεια).

Έτσι λοιπόν αναλύθηκαν και αποκαλύφτηκαν οι κρυμμένες σημασίες κάποιων σημείων που περιγράφονται στα Ομηρικά Έπη.

"Το κτίσιμο του Δούρειου Ίππου":, Τζιοβάνι Ντομένικο Τιέπολο (περ. 1760)

Στα Ομηρικά Έπη αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος, περικλείεται  κατά τρόπο αριστοτεχνικό όλη η  αρχαία Ελληνική κοινωνιο-θρησκευτική μυθιστορία. Το νοηματικό όμως εύρος τους εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αφήγησης μυθολογικών ή ιστορικών γεγονότων, καθώς όπως θα αποκαλυφθεί στην συνέχεια, σε αυτά  περιέχονται σημαντικότατες πολιτισμικές, κοινωνιολογικές, κοσμολογικές και θεολογικές έννοιες τις οποίες ο «μυθαγωγός» Όμηρος πολύ έντεχνα έκρυψε κάτω από το πέπλο αφ’ ενός μεν του Τρωικού Πολέμου ( Ιλιάδα),  και αφ’ ετέρου στις δοκιμασίες που  περίμεναν τον πολυμήχανο Οδυσσέα στη προσπάθεια του επιστροφής του στην πατρίδα του (Οδύσσεια).

Αν δώσουμε πίστη στα λεγόμενα του Παυσανία (IX. 9, 5), ο Καλλίνος που έζησε κατά το 650, παραδέχονταν πως ο Όμηρος έγραψε και το έπος Θηβαΐς. Ο Ηρόδοτος πάλι (II, 117 και IV, 32) λέει πώς οι παλαιοί θεωρούσαν τον Όμηρο για ποιητή δύο άλλων έπων, πού ήταν γνωστά το ένα με το όνομα Κύπρια έπη και το άλλο με τον τίτλο Επίγονοι. Ο Αριστοτέλης (Ποιητική IV, 1448b, 10), ακολουθώντας άλλη παράδοση, πίστευε πως και το κωμικό έπος Μαργίτης ήταν γραμμένο από τον Όμηρο, ενώ ο Θουκυδίδης (III, 104) αποδίδει στον Όμηρο και τον Ύμνο στο Δήλιο Απόλλωνα.

Όπως βλέπουμε, η αρχαία παράδοση, χωρίς καμιά εξαίρεση, δέχονταν πώς έζησε κάποτε ένας μεγάλος ποιητής που τον έλεγαν Όμηρο. Αν οι αρχαίες μαρτυρίες δεν συμφωνούν σε κάτι, αυτό είναι: Τα χρόνια που έζησε ο ποιητής και το μέρος που γεννήθηκε. Ο Ηρόδοτος (II, 53) νομίζει πως ο Όμηρος έζησε κατά το 800. Ο Θουκυδίδης πάλι δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρόνο της ακμής του ποιητή, γι’ αυτό λέει πως ήταν πολύ μεταγενέστερος του Τρωικού πολέμου (Α, 3, 3). Υπάρχουν κι’ άλλες μαρτυρίες που δεν τις θεωρούμε υπολογίσιμες, γιατί δεν βασίζονται σε θετικά γεγονότα.

Η επίσημη όμως καταγραφή των ομηρικών επών φαίνεται ότι έγινε στην Aθήνα κατά τον 6ο αι. π.X. (την εποχή μάλλον που κυβερνούσε την πόλη ο τύραννος Πεισίστρατος ή ο γιος του Ίππαρχος, το 560-510 π.X.), για να υποχρεώνονται οι ραψωδοί να απαγγέλλουν τα έπη στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση το κείμενο της επίσημης, ας πούμε, έκδοσης και να αποφεύγονται έτσι παρεμβολές.      H Οδύσσεια αποτελείται από 12.110 στίχους, ενώ η Iλιάδα από 15.693 και από τον 3ο αι. π.X. παρουσιάζονται χωρισμένες σε 24 ραψωδίες καθεμιά, στα μέρη δηλαδή που απαγγέλλονταν το ένα μετά το άλλο από τους ραψωδούς. Oι ραψωδίες διακρίνονται με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (τα μικρά η Oδύσσεια, α-ω, και τα μεγάλα η Iλιάδα, A-Ω) και με τίτλους ανάλογους με το περιεχόμενό τους.

Με τον Όμηρο, πιθανόν, έγινε η μετάβαση από το προφορικά διατυπωμένο ηρωικό άσμα στη γραπτώς σχεδιασμένη ποίηση, την οποία τώρα οι ραψωδοί (ῥάπτω + ᾠδή), ακουμπώντας σε ένα ραβδί, σύμβολο εξουσίας, απήγγειλαν όρθιοι –για να κρατήσουν το ρυθμό– και χωρίς μουσική υπόκρουση όπως οι αοιδοί. Απήγγειλαν τα παλαιότερα έπη, κυρίως τα ομηρικά, και ως επί το πλείστον δε δημιουργούσαν δικά τους έργα. Ταξίδευαν συνήθως από τόπο σε τόπο και συμμετείχαν συχνά στις μεγάλες γιορτές, σε αντίθεση με τους αοιδούς που μάλλον ζούσαν στις αυλές των βασιλιάδων.

Όμηρος

Διαβάζοντας προσεκτικά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, θα δούμε πως πουθενά οι Αχαιοί, οι Δαναοί, οι Αργείοι, δηλαδή οι λαοί που αναφέρονται και περιγράφονται τα έθιμα τους και οι βιωτικές συνθήκες τους, δεν είναι οργανωμένοι σε Κράτος. Ούτε στρατός μόνιμος υπάρχει, ούτε εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε θεσμοί γενικώς που να δείχνουν πως οι λαοί αυτοί πέρασαν σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης όπως αναφέρει ο Ιωάννης Κορδάτος.

Η κοινωνία στα παμπάλαια εκείνα χρόνια ήταν οργανωμένη με βάση το Γένος. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες, ομάδες που είχαν αρχηγούς που τους έλεγαν βασιλείς, γέροντας, άνακτας και που κατοικούσαν σε ορισμένες περιφέρειες, περιτειχισμένες γύρω γύρω με κάστρα εξ αιτίας των ληστρικών επιδρομών. Οι άνακτες, βασιλείς, γέροντες ήταν οι αρχηγοί, δεν είχαν όμως την εξουσία που έχουν οι μονάρχες εις τα κατόπιν χρόνια. Η θέλησή των δεν ήταν απόλυτη. Σε καιρό πολέμου και επιδρομών είχαν μεγαλύτερη δικαιοδοσία, στον καιρό ειρήνης όμως τα δικαιώματα τους ήταν περιορισμένα.

Όταν πρόκειται να πάρουν σοβαρές αποφάσεις καλούν το λαό και στις λαοσυνάξεις αυτές παίρνονται από κοινού οι αποφάσεις. Ακόμα και η δουλεία δεν έχει τη μορφή πού πήρε στην Ελλάδα από τον 8ο αιώνα και εντεύθεν. Οι δούλοι δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι παραγυιοί και ψυχογυιοί του αρχηγού της οικογενείας. Το ίδιο και οι σκλάβες, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες, γιατί δεν έχουν ακόμα ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε από την εργασία τους να βγαίνει χρήσιμη υπεραξία.

Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς και οι άνακτες δουλεύουν. Ο Οδυσσεύς φτιάχνει μόνος του το κρεβάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι. Το ίδιο γίνεται και στα αμπέλια και στα χωράφια. Και εκεί πηγαίνουν όλοι μαζί και δουλεύουν. Δεν υπάρχουν αφέντες και εργάτες. Όπου δε αναφέρονται οι θήτες είναι φως φανερό πως πρόκειται για στίχους που έχουν προστεθεί από τους ραψωδούς και τους «κωδικοποιήσαντας» την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα χρόνια του Πεισιστράτου.

Συνεπώς στα Ομηρικά έπη μιά κοινωνία πού έχει για βασική «κοινοτική» μονάδα το Γένος. Εδώ και εκεί φυσικά γίνεται λόγος για θεσμούς που δείχνουν πώς το Γένος διασπάσθηκε, πως υπάρχει η κληρονομική διαδοχή, πώς υπάρχει για ορισμένα είδη ατομική ιδιοκτησία, πως μερικοί Αρχηγοί έχουν εξαιρετική δικαιοδοσία. Μα όλοι αυτοί οι θεσμοί είναι νεώτεροι και οι σχετικοί στίχοι είναι προσθήκες των ραψωδών.

Το παλαιότερο κείμενο αγνοούσε όλους τους τέτοιους θεσμούς. Γι’ αυτό και ο Οδυσσεύς όταν ξαναγυρίζει στο νησί του δεν έχει κανένα δικαίωμα και δεν μπορεί να εξουσιάσει και αυτή τη γυναίκα του. Το βιός του το έτρωγαν οι Μνηστήρες της Πηνελόπης. Ο γυιός του ο Τηλέμαχος αν και βασιλόπουλο δεν είχε κανένα κύρος και αναγκάσθηκε ο πολυμήχανος πατέρας του με μπαμπεσιά να ξεπαστρέψει τους Μνηστήρες, αφού ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας υπήρχε στο «βασίλειο» του.

Έπειτα πουθενά στα δύο έπη δεν γίνεται λόγος για νόμισμα και για εμπόριο. Οι ανταλλαγές γίνονταν πράγμα με πράγμα και σε μικρή κλίμακα. Αν πάλι ξεκαθαρίσουμε τα ομηρικά έπη από τις νεώτερες προσθήκες τους θα δούμε πώς περιγράφουν μάλλον κτηνοτροφικό παρά γεωργικό βίο. Από τα όσα πάλι λέγονται για την καλλιέργεια της γης μερικά είναι περιγραφή συνθηκών που ίσχυαν στον 8ο και τους ύστερα αιώνες.

Εξ άλλου στον αρχικό πυρήνα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας περιγράφεται η παλαιότερη εποχή που ο γεωργικός βίος δεν είχε ακόμα επικρατήσει, εξ αιτίας των ληστοπειρατικών επιδρομών.

Ο πολιτισμός τον οποίο περιγράφουν τα ομηρικά έπη είναι κυρίως ο μυκηναϊκός (12ος αι. π.Χ.), με στοιχεία μεταγενέστερα έως την εποχή του ποιητή. Στα έπη αντικατοπτρίζεται η παραδοσιακή εικόνα του κόσμου των ανθρώπων των γεωμετρικών χρόνων (11ος–8ος αι. π.Χ.) και των αριστοκρατικών ιδεωδών των ηρώων του παρελθόντος (ηρωικές περιπέτειες και αγώνες), αλλά ταυτόχρονα δίνεται και ο ραγδαίος μετασχηματισμός της εικόνας αυτής που προηγήθηκε του αποικισμού και της ακμής του εμπορίου στα μετέπειτα χρόνια.

Ο κόσμος αυτός προβάλλεται σε δύο φάσεις: σε καιρό πολέμου, στην Ιλιάδα και σε καιρό ειρήνης, στην Οδύσσεια. Η αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή αναδύεται μέσα και από τους δύο αυτούς κόσμους. Σημαντικό συστατικό στοιχείο του κόσμου των επών είναι η κοινωνία των ολύμπιων θεών, ενωμένη με χαλαρό σύνδεσμο κάτω από την κυριαρχία του Δία. Η προσέγγιση ανθρώπων και θεών γίνεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου και οι άλλες υποδεέστερες θεότητες αποτελούν το θρησκευτικό κύκλο των ομηρικών επών. Ζουν ευτυχισμένοι στον Όλυμπο ή απλούστερα στον ουρανό, είναι αθάνατοι, ωραιότεροι και πολύ ισχυρότεροι από τους ανθρώπους. Έχουν σώμα με θείο αίμα που ονομάζεται ἰχώρ (ὁ), τρέφονται με αμβροσία (=αθανασία) και πίνουν νέκταρ (=οίνο ερυθρό). Η λατρεία των θεών γίνεται στους ναούς και εκδηλώνεται με θυσίες και προσφορές: σπονδές (σπένδω = χύνω οίνο) για τους θεούς και χοές (χέω) για τους νεκρούς και τις χθόνιες θεότητες. Αναφέρονται επίσης αγάλματα θεών, βωμοί και ιεροί χώροι. Οι θυσίες αποτελούν σταθερό στοιχείο της ευσέβειας· μεγαλύτερες ήταν οι εκατόμβες (εκατό βόδια), που δήλωναν περισσότερο την πανηγυρική επίσημη θυσία

Οι αγγελιαφόροι και οι κήρυκες (Διός άγγελοι) είναι, επίσης, ιερά πρόσωπα, προστατευόμενα από το Δία, και με το σύμβολο του αξιώματός τους (σκήπτρον) μπορούν να πηγαινοέρχονται ελεύθερα στα αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ομηρικός άνθρωπος πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, στο μεταθανάτιο αποχωρισμό της από το σώμα, καθώς και στην εγκατάστασή της στον Άδη. Οι σκιές των νεκρών (είδωλα καμόντων) περιφέρονται άσαρκες στον Κάτω Κόσμο, τιμωρούνται στο σκοτεινό Τάρταρο ή ανταμείβονται στα Ηλύσια πεδία (άλλη ονομασία: Μακάρων νήσοι=ευλογημένα νησιά), ανάλογα με τις πράξεις τους.

Ο Όμηρος, αν και θεωρήθηκε ο κατ’ εξοχήν Ποιητής στην αρχαιοελληνική συνείδηση, δεν περιορίστηκε στο να θεωρείται μια εξέχουσα προσωπικότητα της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και ως η πλέον σοβαρή και αξιόπιστη πηγή μιας πλειάδας επιστημονικών και πολιτισμικών γνώσεων σε ένα μεγάλο εύρος τομέων.

Το γεγονός αυτό συνέτεινε σημαντικά στη θεώρησή του ως αυθεντίας. Η δε επιρροή του ήταν τέτοια που, όπως αναφέρει ο Hugo Koning (2010), «συχνά συγκρίθηκε και με τη Βίβλο» (σ. 51).

Η μοναδικότητα του φαινομένου αυτού υπογραμμίζεται καθώς στον ίδιο διαβάζουμε ότι: «οι Έλληνες που αναφέρονταν σε χωρία του υπαινίσσονταν ή αναφέρονταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό του με ένα ζήλο» (σ. 51) που, κατά την άποψη του Mehmel (1954), όπως αναφέρεται στον Koning (2010).

Έχει υποστηριχτεί, ότι η αλληγορική ερμηνεία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας υιοθετήθηκε από τους Στωικούς και Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, όχι μόνο για την «υπεράσπιση» του Ομήρου, αλλά και για την υποστήριξη των φιλοσοφικών τους οπτικών. Η ίδια η λέξη «αλληγορία», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Αλληγοριστή  (1ος αι. μ.Χ.), όπως αναφέρει ο Β. Χλέτσος, φανερώνει τη σημασία της αφού ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο», ωστόσο η αντίστοιχη λέξη που χρησιμοποιούταν στην κλασική αρχαιότητα ήταν η λέξη «υπόνοια» που μεταχειρίστηκε μεταξύ άλλων και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για να περιγράψει τον αλληγορικό χαρακτήρα του Ομηρικού έργου.

Πέραν αυτού, όμως, φαίνεται ότι η αλληγορική ερμηνευτική προσέγγιση αναπτύχθηκε συστηματικά και ως απλή φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι είναι συνυφασμένη με την πρώιμη χρονικά αρχαία ελληνική σκέψη. Μια πρώτη απόπειρα ιστορικής ιχνηλάτησης του θέματος αποκαλύπτει, ότι από την αρχαία ακόμα εποχή τα Ομηρικά Έπη ήλξαν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και έγιναν αφορμή για την ανάπτυξη διαφορετικών αναγνώσεων, σε μια προσπάθεια ανάδυσης μιας δυσδιάκριτης αλήθειας που φερόταν να τα διέπει. Και η αλληγορική ερμηνεία αποτέλεσε μια πρόσφορη μέθοδο.

Στην πορεία του παρόντος άρθρου θα συναντήσουμε και θα θίξουμε και διάφορα άλλα σημεία, με τα οποία αφ’ ενός μεν θα αποκαλυφθεί η θεό-οντολογική διάνοια που κρύβεται πίσω από το όνομα Όμηρος και αφ’ ετέρου η συνέχεια της θεό-οντολογικής  και κοσμολογικής Ελληνικής παράδοσης. Οι βαθύτερες αυτές αλήθειες, οι «θείες αλήθειες», κατά τους φιλοσόφους, σχετίζονταν άμεσα με την αντίληψη του θείου. Έτσι, φαίνεται ότι η αλληγορική ερμηνεία των Επών χρησιμοποιήθηκε από τους φιλοσοφικούς κύκλους σε μια προσπάθεια ανάδυσης της έννοιας του θείου το οποίο ενείχε και βιωματική διάσταση εκτός από θεωρητική.

Προς το παρόν ας δούμε ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός κάθε ενός από τα Ομηρικά Έπη, ώστε να διευρύνουμε την συνειδητότητά μας για να τα προσεγγίζουμε κάτω από την σωστή οπτική.

Ο Πρόκλος, ο οποίος -προσεγγίζοντας τα Ομηρικά Έπη- αναφέρει ότι χρησιμοποίησε το μυθικό-συμβολικό τρόπο εξήγησης που απαιτούσε τη χρήση της απορρήτου θεωρίας του και του σώματος γνώσεων που προηγείτο αυτής με την βοήθεια της οποίας επιτυγχάνεται η ορθή κατανόηση των μύθων για τους θεούς. Κατ’ εκείνον υπάρχουν δύο τρόποι κατανόησης ενός μυθικού ποιήματος: ο κυριολεκτικός, εκείνος που εκλαμβάνει τους θεούς των μύθων ως φυσικά φαινόμενα, και εκείνος που είναι σύμφωνος με την «απόρρητο θεωρία» του Πρόκλου τον οποίο θεωρεί και ως μόνο σωστό.

Συνεχίζοντας ο Πρόκλος αναφέρει ότι  η τυφλότης του Ομήρου είναι συμβολική μιας και ο Όμηρος μας αποκαλύπτει ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των οποίων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόησή μας.

Μας επισημαίνει δε στα Σχόλια στην Πολιτεία του Πλάτωνα (1.175 ): «Νομίζω δηλαδή πως οι μύθοι θέλουν να συμβολίσουν με την Ελένη όλη την ωραιότητα του κόσμου της γένεσης που έλαβε υπόσταση με την δημιουργία, και ωραιότητα για την οποία ξεσπά μέσα σε όλο τον χρόνο ο πόλεμος των ψυχών, μέχρι την στιγμή που οι πιο νοερές ψυχές (= Έλληνες ), επικρατώντας των άλογων μορφών της ζωής ( = Τρώες ), οδηγηθούν από τον κόσμο τούτο στον εκεί τόπο (= νοητό), απ΄ όπου ξεκίνησαν καταρχάς»

Ο δε Ερμείας στα Σχόλιά του στον Φαίδρο (214.18) μας αναφέρει: «Οι θεωρητικότερον δε εξηγησάμενοι την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν και την άνοδον διο, φασίν, εν τη Ιλιάδι, επειδή η ψυχή πολεμείται εκ της ύλης, μάχας και πολέμους και τα τοιάυτα εποίησεν, εν δε τη Οδυσσεία, παραπλέοντα τας Σειρήνας και εκφεύγοντα την Κίρκην, τους Κύκλωπας, την Καλυψώ και πάντα τα εμποδίζοντα προς αναγωγήν ψυχής και μετά ταύτα απελθόντα εις την πατρίδα, τουτέστιν εις το νοητόν».

Σταχυολογώντας μερικά σημεία που αναλύει ο Πρόκλος, παίρνουμε μια ιδέα για το τι ακριβώς σημαίνουν οι διάφορες περιγραφές των Ομηρικών επών:

«Ο Οδυσσέας μετά τον γυρισμό στην πατρίδα του, του ζητείται να πολεμήσει κάποιους βαρβάρους, αλλά αυτός αρνείται, δηλαδή η ψυχή ενθυμούμενη τι πέρασε διστάζει να ξανακατεβεί μήπως και υποπέσει σε λάθη».

      Πρόκλος – Σχόλια στον Παρμενίδη 1030.1 «Ο Νους (δηλαδή το νοητό ) είναι το μυστικό λιμάνι της ψυχής, στο οποίο η ποίηση οδηγεί τον Οδυσσέα μετά την πολλή περιπλάνηση  της ζωής. (η ψυχή – Οδυσσέας γυρνά στο νοητό από όπου προήλθε)».

      Πρόκλος – Σχόλια στον Παρμενίδη 1035.34 «Για αυτό (ο άνθρωπος ) πρέπει να απογυμνωθεί από το σαρκίο το οποίο είναι περιβεβλημένος, όπως ο Οδυσσέας από τα κουρελιασμένα ρούχα του και να μην ενδύεται πλέον (ο σκοπός της ψυχής είναι να απαλλαγεί από τους χιτώνες που έχει ενδυθεί για να μπορέσει να ενωθεί ξανά με την πηγή της που είναι το νοητό)».

Με άλλα λόγια η Ιλιάδα αλληγορεί την δημιουργία του κόσμου και την κάθοδο των ψυχών στον αισθητό κόσμο, ενώ η Οδύσσεια αλληγορεί την προσπάθεια και την πορεία που καλείται η κάθε ψυχή να ακολουθήσει ώστε να επιστρέψει στον Πατέρα της στο νοητό. Για αυτό λοιπόν και δεν θα εκπλαγούμε από την αποκάλυψη που μας κάνει ο Πρόκλος ότι η τυφλότης του Ομήρου είναι συμβολική μιας και ο Όμηρος μας αποκαλύπτει ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των οποίων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόησή μας.

Ο Όμηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μιαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόησή του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου τής ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα.

Είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση.

Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό.

Πρόκλος – Σχόλια στην Πολιτεία 1.174 «Άλλωστε και η λέξη μυστήρια προέρχεται από το ρήμα μύω που σημαίνει κλείνω τα μάτια. Κλείνω τα μάτια γιατί δεν μου χρειάζονται ανοιχτά, μιας και σε ότι μυηθώ, θα μυηθώ με την νόηση μου και θα αποφύγω τις αισθήσεις που θα μου δώσουν απατηλή εικόνα και γνώση».

Προσωπική γνώμη του γράφοντος είναι ότι πολύ πιθανόν λοιπόν το όνομα Όμηρος να ετυμολογείται από το Ο+μη+ορών = αυτός που δεν βλέπει.

Αποκαλυπτικός είναι και ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου»: «Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθούν οι ερμηνείες που παρετέθησαν παραπάνω ότι είναι απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων.

Αλλ’ αφού αναλογιστούμε την μεγάλη αξία της παλαιάς σοφίας και πόσον μεγάλη υπήρξε η φρόνηση τού Ομήρου και η ακρίβειά του, να μην τα θεωρήσουμε άχρηστα, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο αλληγορούνται από τον Όμηρο οι θειότερες εικόνες. Διότι δεν ήταν δυνατόν παρά να πλάσσει μια επιτυχή ολοκληρωμένη εικόνα, προσαρμόζοντας ορισμένα αληθινά στοιχεία». 

Πηγές

  • Τερέζης, Χ. Α. (2005). Πρόκλος: διαλεκτική και θεωρία στον νεοπλατωνικό Πρόκλο, ένα σχόλιο στον πλατωνικό διάλογο Αλκιβιάδης. Θες/νίκη: Εκδόσεις Ζήτρος.
  • Campbell, J. (1990). Μύθοι και παραδόσεις: μια βαθύτερη προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις Ιάμβλιχος.
  • Γιάννης Κ. Κορδάτος.  Προλεγόμενα στο ομηρικό ζητημα
  • Βασίλειος Χλέτσος. Το μυητικό ταξίδι των Ομηρικών Επών

«Τα Εσωτερικά Νοήματα της Ομήρου Οδύσσειας» (Μέρος B’), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Aπό τα ομηρικά έπη, η Iλιάδα έχει κεντρικό θέμα τον θυμό του Aχιλλέα, που διαρκεί 51 μέρες, ο ποιητής όμως περιέκλεισε σ’ αυτές ολόκληρο τον δεκαετή πόλεμο του Iλίου, που έγινε κατά τη Mυκηναϊκή εποχή –πιθανότατα στις αρχές του 12ου αι. π.X.–, και κατέστησε έτσι το έπος του αληθινή Iλιάδα και όχι Aχιλληίδα· ενώ η Oδύσσεια εξιστορεί τον δεκαετή αγώνα του Oδυσσέα για τον νόστο, ο ποιητής όμως ενέταξε όλες τις μεταπολεμικές περιπέτειες του ήρωα (και όχι μόνο) σε 41 μέρες.

Διαβάστε (εδώ) το Α’  Μέρος του άρθρου

Η κάθε δοκιμασία του Οδυσσέα περιγράφει έξοχα τις αρχετυπικές ιδέες που κρύβονται πίσω από το κάθε ζώδια. Ο ίδιος ο Όμηρος μάλιστα μας δίνει μία έμμεση επιβεβαίωση περί του λόγου το αληθές όταν παρουσιάζει τον Οδυσσέα ενώπιον των μνηστήρων να είναι ο μοναδικός που καταφέρνει να τεντώσει το θρυλικό του τόξο, περνώντας το βέλος μέσα από το κεφάλι 12 τσεκουριών, τα οποία συμβολίζουν το «μυητικό» του ταξίδι μέσα από τις 12 δοκιμασίες που κατόρθωσε να φέρει εις πέρας.

Συνεχίζοντας ο Βασίλειος Χλέτσος μας αναφέρει ότι σε όλο τον αρχαίο κόσμο, οι μύθοι που αφορούν τους ημίθεους και τους ήρωες ταυτίζονται σχεδόν πάντα με τον ζωοδότη Ήλιο. Ο ήρωας είναι το πρότυπο του υποψήφιου στην Ηλιακή μύηση. Στα αρχαία μυστήρια κάθε υποψήφιος επαναλάμβανε τις φάσεις των δοκιμασιών του ήρωα Ήλιου, πού συχνά ήταν δώδεκα στον αριθμό, κατ’ αντιστοιχία με τον Ζωδιακό κύκλο, πριν φτάσει στο τελικό σκαλοπάτι τής ανώτατης μύησης, στην «εποπτεία».

Στοιχεία όπως η παρθενική σύλληψη από την μητέρα του ήρωα, η γέννηση από την φωτιά όπου το παιδί σώζεται με θεία επέμβαση ή η γέννηση σε σπηλιές ή άντρο ή τάφο, ή κατάσταση εξαγνισμοί με την υπηρεσία σε άλλον ήρωα ή βασιλιά, ο «μυητικός ύπνος» πού παρομοιάζεται με δεύτερο θάνατο, η ανάσταση και η ανύψωση στους ουρανούς και πολλά άλλα επαναλαμβάνονται σε όλες σχεδόν τις ηρωικές μυθικές ιστορίες.

Οι ήρωες σηματοδοτούσαν την ικανότητα «υπέρβασης» και «εξύψωσης του ανθρώπου», καθώς ως «ημίθεοι» αποτελούσαν τον σύνδεσμο ανάμεσα στους Θεούς και τούς ανθρώπους. Ήταν οι λίγοι, «εκλεκτοί», οι όποιοι ακολουθουσών τη δύσκολη «ατραπό». Μία «ατραπό», η όποια προϋπόθετε να υπερβούν τα ανθρώπινα. Ήταν αυτοί πού «αναλάμβαναν» να θυσιαστούν για το κοινωνικό σύνολο, ώστε να ευημερεί η κοινωνία .Θυσίαζαν το «εγώ», για το «εμείς», παρ’ ότι και αυτοί ήταν αναγκαστικά υποταγμένοι στο πεπρωμένο και στα «τερτίπια» των Θεών.

Μέσα από τούς άθλους και την τραγικότητα τής πορείας τους, υπήρξαν οι «λυτρωτές» τής ανθρωπότητας, παρ’ όλη την θνητότητα τής ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ήρωες τής μυθολογίας κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούν τη τραγικότητα τους, αποτελώντας έτσι συχνά τούς ήρωες γνωστών τραγωδιών. Εξ άλλου, η τραγωδία πήρε το όνομά της από τον τράγο πού θυσίαζαν στον Διόνυσο, τον θεό δηλ. πού μετουσιώνει τόσο τον θάνατο όσο και την αναγέννηση.

Από τις «συμβολικές» δοκιμασίες που έπρεπε να ξεπεράσουν οι ήρωες, έβγαιναν τελικά θριαμβευτές με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφήνοντας παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές την προσωπική θυσία, την λαχτάρα του θνητοί ανθρώπου για αθανασία, την αναζήτηση της Θεϊκής μας υπόστασης, την αναζήτηση εν τέλει του αληθινού προορισμού της ψυχής.

Όλοι οι μεγάλοι του παρελθόντος πιστοποιούν ότι χρειάζεται ανιδιοτέλεια και τόλμη για να βγεις μόνος μπροστά, και να έρθεις αντιμέτωπος με όσα περιορίζουν την εξέλιξη της κοινωνίας. Η υπευθυνότητα είναι ένα βαρύ φορτίο για αυτό και οι περισσότεροι την αποφεύγουν. Στην αρχαιότητα αυτοί οι όποιοι αναλάμβαναν αυτό το φορτίο ήταν οι ήρωες. Και οι ήρωες του Όμηρου ήταν αξεπέραστοι και μοναδικοί.

 Ο Οδυσσέας είναι και αυτός ένας ηλιακός ήρωας, όπως ο Θησέας ή ο Ηρακλής. Καθένα από τα εμπόδια πού βρίσκει στον δρόμο του (θάλασσα-δοκιμασίες ζωής) συμβολίζει ένα σημείο του ζωδιακού κύκλου με τα χαρακτηριστικά του. Αφοί ο Οδυσσέας περάσει απ’ όλα τα σημεία του ζωδιακού και έχει ολοκληρώσει το συμβολικό αριθμό 12, ταυτίζεται με τον «Ήλιο. Το όνομα του Οδυσσέα προέρχεται από το ρήμα όδύσσομαι – οργίζομαι, είναι αυτός πού εξόργισε τους Θεούς.

Oι περιπέτειες του Οδυσσέα πριν επιστρέψει στην Ιθάκη είναι όπως προαναφέρθηκε 12 στον αριθμό. Κάθε σταθμός αντιστοιχεί σε κάθε ένα από τα 12 ζώδια. Κάθε δοκιμασία του Οδυσσέα συνοδεύεται από πλήθος αλληγορικών στοιχείων, θα μπορούσαμε να πούμε πώς είναι το ταξίδι του Οδυσσέα, είναι η ιστορία ενός συνειδητοποιημένου ανθρώπου πού μάχεται να υπερβεί το απατηλό «εγώ» και να επιστρέψει στο «πνευματικό του λίκνο» από όπου προέρχεται…

Ταξιδεύουμε από ζωή σε ζωή και από εμπειρία σε εμπειρία. Γευόμαστε τους γλυκούς καρπούς των Λωτοφάγων, ξεχνιόμαστε από το τραγούδι των Σειρήνων, συντριβόμαστε ανάμεσα στην Σκύλλα και στην Χάρυβδη, πάντα όμως στο τέλος επιστρέφουμε στον τόπο προέλευσής μας.

Στην ιστορία του Ομήρου, ο Οδυσσέας ζει αρμονικά στο βασίλειο του με την γυναίκα του Πηνελόπη και τον γιό του Τηλέμαχο. Μία οικογενειακή τριάδα, καθόλου τυχαία.

Στην ‘Οδύσσεια, το σύμβολο της ψυχής είναι η Πηνελόπη. Μπορούμε να πούμε ότι η αθάνατη ψυχή του ανθρώπου, αύτη πού δε χρειάζεται να εξελιχθέν γιατί είναι τέλεια, αύτη πού μένει σταθερή στο κέντρο της είναι η Πηνελόπη. Και ο άνθρωπος – Οδυσσέας πού είναι ενωμένος μαζί της, μετά από το μακροχρόνιο ταξίδι της ζωής, επιστρέφει στο τέλος για να ξαναενωθεί μαζί της.

Ο Οδυσσέας μάχεται για να κατακτήσει την «αυτογνωσία», από «κανένας» να γίνει ο «’Οδυσσέας», αναγνωρίζοντας τον Θεϊκό σπινθήρα πού φέρει όντος του. Αρωγός του σε αυτό το ταξίδι η Σοφία και η Θεά Αθηνά, η όποια παίζει κυρίαρχο ρόλο στην Οδύσσεια. Για αυτό και κάνεις άλλος δε φτάνει τον ‘Οδυσσέα στην γνώση, για αυτόν τον λόγο ονομάζεται και πολυμήχανος.

Ο Οδυσσέας είναι εκείνος ο άνθρωπος πού καταφέρνει να υπερβεί τα πάθη και τις υλικές δεσμεύσεις (θάλασσα, Ποσειδώνας) του και να επιστρέψει μετά από πολλές δοκιμασίες – «μυήσεις», στην Ιθάκη. Αντίθετα οι σύντροφοι του αντιπροσωπεύουν τα κατώτερα στοιχεία του, τις κατώτερες επιθυμίες του τις οποίες οφείλει να ξεπεράσει, ώστε να φτάσει χωρίς περιττά βάρη στον τόπο καταγωγής του.

Είναι σημαντικό να προσέξουμε τούς αριθμούς πού υπάρχουν στην Οδύσσεια. Ο Οδυσσέας, πριν φτάσει στην πατρίδα του, περνάει 12 δοκιμασίες, αρχετυπικός και συμβολικός αριθμός πού επαναλαμβάνεται σε όλους τους πολιτισμούς, σχετιζόμενος με τον ζωδιακό.

Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί πώς χρησιμοποιείται από τον Όμηρο το μοτίβο των εννέα και των δέκα ήμερων. Σε αρκετές περιπτώσεις ο χρόνος πού χρειάστηκε ο Οδυσσέας για να ταξιδέψει από ένα μέρος σε κάποιο άλλο είναι εννέα ή δέκα ήμερες. Είναι αυτονόητο εδώ πώς ο χρόνος αυτός έχει επίσης συμβολικό χαρακτήρα.

Η αναζήτηση τής Ελένης είναι η αφορμή τής εκστρατείας του Οδυσσέα μας με τους υπόλοιπους βασιλιάδες στην Τροία. Η Τροία με την σειρά της είναι ένα πλούσιο βασίλειο πού αναπαριστάνει το κυνήγι των υλικών αγαθών και τον απατηλό κόσμο των φαινομένων και τής ίλης. Ίσως για αυτό ο Οδυσσέας προσπαθεί να αποφύγει την εκστρατεία. Αυτό ίσως συμβολίζει την άρνηση τής ψυχής να ενσαρκωθεί, καθώς γνωρίζει τον πόνο πού η ίδια προδιαγράφει μέσα στην μορφή.

Με την άλωση της πόλης ολοκληρώνεται το έργο στο υλικό πεδίο και αρχίζει η πορεία τής επιστροφής στο πνεύμα. Από αυτή την άποψη, η επιστροφή του Οδυσσέα αντιπροσωπεύει την επιστροφή του πνευματικού σπινθήρα στην κατάσταση της πρωταρχικής ηρεμίας, εμπλουτισμένου με τις εμπειρίες των πεδίων πού διέτρεξε.

Για να γυρίσει στην Ιθάκη απαιτούνται άλλα δέκα χρόνια (10 1+0=1 Επιστροφή στην Μονάδα) γεμάτα περιπέτειες, κατά τις όποιες απορρίπτει σταδιακά τα φορτία πού τον δεσμεύουν στην ίλη. Στην προσπάθειά της να ταυτιστεί με το πνευματικό ιδεώδες, η ανθρώπινη συνείδηση, δοκιμάζεται και αντιπαρέρχεται κάθε λογής εμπόδια μέχρι την επίτευξη του σκοποί. Ο Όμηρος έδώ χρησιμοποιεί τις δώδεκα δοκιμασίες του Οδυσσέα ως αντίστοιχες των μυητικών δοκιμασιών που πέρναγε ο υποψήφιος μύστης στις αρχαίες μυσταγωγίες, ώστε να καταστεί άξιος του θύρσου των μυστηρίων. Η αναγνώριση τής πραγματικής φύσης μας είναι μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Το εσωτερικό αυτό ταξίδι οδηγεί τον άνθρωπο βαθιά μέσα στην ιδία του την «Ύπαρξη, έως ότου το φώς του μεσονυκτίου λάμψει όντος του. Αυτός είναι τόσο ο σκοπός όσο και η πραγμάτωση του «εσωτερικοί» ταξιδιού, του ταξιδιού μέσα στον εαυτό. Μία εξαιρετικά δύσκολη άποστολή..

Η έξωτερική γνώση είναι πάντα πιό εύκολη άπό την εξωτερική. «Εχετε λ.χ σκεφθεί πώς ενώ σήμερα έχουμε κατακτήσει τό διάστημα, γνωρίζουμε ελάχιστα για αύτά πού βρίσκονται στο έσωτερικό της γης και αύτά πού κρύβουν oi Ωκεανοί;

Οι Ωκεανοί καλύπτουν τό 70% της έπιφάνειας τοϋ πλα­νήτη (κατ’ άντιστοιχία τοϋ 70% του ανθρώπινου σώματος το όποιο επίσης αποτελετται από νερό), μετά όμως από χιλιάδες έτη πολι­τισμού σήμερα έχουμε εξερευνήσει μόλις το 5% αυτών.

Οδυσσέας
Η προσμονή της Πηνελόπης

Η Οδύσσεια είναι πρωτίστως ένα εσωτερικό ταξίδι στην Ποσειδώνια θάλασσα του συναισθήματος, μία καθαρσιακή πορεία της ψυχής απ’ την κακότητα της ύλης, που έχει δύο κατευθυντήριες γραμμές, την κατάκτηση της αρετής και την απόκτηση της μυστηριακής γνώσης στην ένσαρκη κατάσταση. Τα τέρατα κι όλες οι δοκιμασίες του Οδυσσέα-νου είναι τα πάθη της ανθρώπινης φύσης, που εμφυσούν οι πήμονες δαίμονες-μνηστήρες, οι δοκιμαστές της ψυχής-Πηνελόπης στην ενσάρκωση, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις. 

Ακολουθούμε τις δοκιμασίες του Οδυσσέα, προσπαθώντας να αποκαλύψουμε τα μυστικά τους μηνύματα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί, ότι οι προορισμοί που επισκέφθηκε διεκδικούνται από πολλές περιοχές και χώρες: Ελλάδα, Μεσόγειος, ακόμη και Ατλαντικός. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι ο Όμηρος, επηρεασμένος από τις Μυκηναϊκές εκστρατείες, χρησιμοποίησε στοιχεία των περιοχών που ήταν ήδη γνωστές για να περιγράψει τις μυθικές χώρες του Οδυσσέα.

Ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εικασίες ή αν υποστηρίζονται ιστορικά ορισμένες τοποθεσίες, η γοητεία του ταξιδιού είναι οι εξωτικοί προορισμοί σε συνδυασμό με τη σφραγίδα που τους άφησε ο μύθος του πρώτου διάσημου Έλληνα ναυτικού.

1

 

Ο πρώτος σταθμός είναι στο νησί των Κικόνων. Ο Οδυσσέας έφυγε με δώδεκα καράβια από την Τροία. Όταν ξανοίχτηκαν τα πλοία του στο Αιγαίο, οι θεοί έστειλαν άνεμους που τα έσπρωξαν βόρεια, στην χώρα των Κικόνων. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του άρπαξαν απ’ τους Κίκονες προμήθειες. Οι Κίκονες τους επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα πολλοί σύντροφοι του Οδυσσέα να σκοτωθούν, ενώ οι υπόλοιποι μπήκαν στα καράβια και έφυγαν.

Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με την απόφαση του να εξακολουθήσει την δύσκολη ατραπό. Μία ατραπό πού θα τον οδηγήσει στην «αυτογνωσία» και την αναγνώριση της πραγματικής του φύσης. Το «μυητικό» αυτό ταξίδι προϋποθέτει ταπεινότητα, ευσέβεια και συγκέντρωση στον σκοπό. Τίποτα δεν χαρίζεται τα πάντα κερδίζονται με μόχθο και μάχες, τόσο στο υλικό όσο και στο πνευματικό πεδίο.

Ο πρώτος σταθμός σχετίζεται με τον αστερισμό του Κριού, επηρεασμένος από τον Άρη τον θεό του Πολέμου, και τον αντίστοιχο πλανήτη πού κυβερνά το ζώδιο του Κριού.

 

2

Μετά από εννέα μέρες, ο Οδυσσέας φτάνει στην χώρα των Λωτοφάγων, ένα επίγειο παράδεισο γεμάτο λωτούς, πού προκαλούσαν την λήθη σε όποιον τούς έτρωγε. Ο Οδυσσέας έστειλε τρεις απ’ τους συντρόφους του να δουν τί άνθρωποι ζούσαν σ’ αύτη την χώρα. Oι σύντροφοι του συνάντησαν τούς Λωτοφάγους, oι οποίοι τους έδωσαν να φάνε λωτούς, φρούτα μαγεμένα. Αμέσως ξέχασαν πατρίδα και συντρόφους και δεν ήθελαν να φύγουν από εκεί. Ανήσυχος ο Οδυσσέας πήγε να τους βρει. Τους πήρε με το ζόρι κι αμέσως διέταξε τα καράβια να σαλπάρουν.

Oι τρεις από τούς συντρόφους του Οδυσσέα πού έπεσαν στην λήθη, συμβολίζουν την προσκόλληση της συνείδησης στο γνωστό και τις υλικές απολαύσεις. Ο άνθρωπος όμως δεν έχει μόνο υλική μορφή είναι τρισυπόστατος αποτελούμενος από το Σώμα, την Ψυχή και τον Νου. Οι τρεις σύντροφοι του γεύονται τούς λωτούς και ξεχνούν τον ανώτερο τους εαυτό πού εκφράζεται από τις ανάγκες τόσο της ψυχής όσο και του Νου.

Τα χαρακτηριστικά της χώρας των Λωτοφάγων σχετίζονται με τον αστερισμό του Ταύρου, τις υλικές απολαύσεως και τις ειδυλλιακές καταστάσεις αφροδισιακή ατμόσφαιρα, με τον πλανήτη Αφροδίτη να κυβερνάει το ζώδιο αυτό.

3

Συνεχίζοντας το ταξίδι του ο Οδυσσέας συναντά τούς Κύκλωπες. Ο πολύφημος παγιδεύει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στην σπηλιά. Η σπηλιά συμβολίζει το ασυνείδητο. Ο κύκλωπας Πολύφημος καταβροχθίζει έξι συντρόφους του Οδυσσέα.

Ο Πολύφημος είναι γιός του Ποσειδώνα, συμβολίζει τον αχανή Ωκεανό των συναισθημάτων μας. Στα σκοτεινά βάθη του ασυνείδητου, ο ήρωας εκμηδενίζεται, χάνει την ταυτότητα του. Ο Οδυσσέας χρησιμοποιεί το νου για να μπορέσει να σωθεί. Μόνο ένας ισχυρός νους μπορεί να εξισορροπήσει αυτές τις αρχέγονες τάσεις πού περικλείουμε μέσα μας. Ο Πολύφημος, όπως όλοι οι Κύκλωπες, έχει μόνο ένα μάτι. Για αυτόν τον λόγο βλέπει μόνο μπροστά. Τόσο η όρασή του όσο και η νόησή του είναι μονοδιάστατη.

Ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύφημο και δένεται μαζί με τούς συντρόφους του κάτω από την κοιλιά των κριαριών πού υπήρχαν μέσα στην σπηλιά του Πολύφημου. Ο τυφλός Κύκλωπας έψαχνε στην ράχη τα κριάρια, καθώς έβγαιναν, δίχως να αντιληφτεί τους κρυμμένους συντρόφους του Οδυσσέα.

Η τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα, συμβολίζει την υπερίσχυση του συνειδητού στο ασυνείδητο, ενώ τα Κριάρια την επικοινωνία του με το Θείο (κέρατα). Έως ότου ο Οδυσσέας τυφλώσει τον πολύφημο είναι ο «Είς Τί = Είμαι Αυτός που Είμαι», κατόπιν γίνεται ο Οδυσσέας.

Ο μυημένος άνθρωπος λαμβάνει ως μία νέα ταυτότητα ένα νέο όνομα. Η δύναμη των ονομάτων στην αρχαιότητα ήταν «μαγική», και εάν προφέρονταν σωστά και με έναν ορισμένο τρόπο, μπορούσαν να πράξουν αποτελέσματα, θετικά ή αρνητικά. Δεν είναι τυχαίο πώς πολλά ονόματα θεοτήτων ήταν άρρητα.

Είναι γνωστό για παράδειγμα πώς όταν ο Μούσες ρώτησαν το όνομα του Θεού αυτός απάντησε: «Είμαι Αυτός που Είμαι » Το όνομα δεν του αποκαλύπτεται, καθώς αυτός δεν έχει ακόμα επιτελέσει το έργο για το όποιο έχει επιλεχτεί. Ο Πολύφημος έχει ένα μάτι στο σημείο του τρίτου ματιού. Αν αυτό αδρανοποιηθεί χάνεται η έκτη αίσθηση, η ενόραση.

Η χώρα των Κυκλώπων πού σχετίζεται με τον αστερισμό των Διδύμων και τα χαρακτηριστικά του πλανήτη Έρμη.

4

Ο Οδυσσέας φτάνει στο πλωτό νησί του Αιόλου, του Θεού των Ανέμων. Ο Αίολος δίνει στον ‘Οδυσσέα ένα ασκί, μέσα στο όποιο βρίσκονται δεμένοι όλοι οι άνεμοι, με την συμβουλή να μην τον ανοίξει πριν φτάσει στην Ιθάκη. ‘Εννιά μερόνυχτα ταξίδευαν και κόντευαν να φτάσουν στην Ιθάκη. Τότε ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε και οι σύντροφοι του, νομίζοντας πώς το ασκί ήταν γεμάτο ασήμι και χρυσάφι, το άνοιξαν. Αμέσως ελευθερώθηκαν όλοι οι άνεμοι και παρέσυραν τα καράβια μακριά στην γη των Λαιστρυγόνων.

Ο Θεός συμβολίζει το νοητικό στοιχείο και την ορθά κατευθυνόμενη δύναμη, πού μπορεί να οδηγήσει στον τελικό σκοπό.

Ο Οδυσσέας πέφτει σε βαθύ ύπνο κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Το «εσωτερικό μυητικό ταξίδι» εμπεριέχει κινδύνους, η ψυχή χάνει την επαγρύπνηση της και οι άπληστοι σύντροφοι του ανοίγουν το ασκί, νομίζοντας πώς περιέχει ένα θησαυρό. Ο πραγματικός θησαυρός όμως βρίσκεται στην καρδιά και στον νου και όχι στην ύλη.

Η απελευθέρωση των άνεμων συμβολίζει την νοητική σύγχυση πού προκαλείται κατά την προσπάθεια της «ενδοσκόπησης» και του «Γνώθι Σ’ αυτόν», καθώς ο νους αρνείται να εστιαστεί στο έργο πού έχει επιλεγεί, και περιπλανιέται σε πλήθη άλλων μη συναφών σκέψεων. Μόνο όταν επιτευχτεί η νοητική συγκέντρωση είναι σε θέση ο νους να προσεγγίσει τα Θεία πεδία.

Το πλωτό νησί του Αίολου είναι το σύμβολο του καραβιού της Σελήνης πού πλέει στον ουρανό, στενά συνδεδεμένο με τον αστερισμό του Καρκίνου, εφ’ όσον κυβερνήτης του είναι η Σελήνη.

5

Ο ήρωας συνεχίζει την περιπλάνηση, έως ότου φτάνει στο νησί των Λαιστρυγόνων. Εκεί έρχεται σε σύγκρουση με τοyς Γίγαντες, με τους φύλακες των εσωτερικών πεδίων. Από τα 12 καράβια μόνο το δικό του κατάφερε να ξεφύγει.

Ο ήρωας απογυμνώνεται από τις φοβίες του, κατανοεί, πώς όποιος ζει στην αληθινή του ουσία» είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται τίποτε για την ευτυχία έκτος από την αρετή του. Αύτη είναι το καθαρότερο και απλούστερο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και αποτελεί το ίχνος του Eνός μέσα μας, πού προσκαλεί τον άνθρωπο να προσπαθήσει να το επιτύχει.

Η Γη των Λαιστρυγόνων σχετίζεται με τον αστερισμό του Λέοντα.

6

Έτσι, φτάνει στο νησί της μάγισσας Κίρκης. Η Κίρκη γοητεύει τους συντρόφους του ήρωα και τους μεταμορφώνει σε χοίρους. Εδώ απεικονίζεται η δύναμη των σεξουαλικών και των βουλητικών παθών, τα όποια μπορούν να υποβιβάσουν τον άνθρωπο σε ζώο, εκδηλώνοντας τα πιο κτηνώδη του ένστικτα.

Ο Οδυσσέας βοηθιέται από τον Έρμη (την δύναμη του νου) και μένει ανεπηρέαστος από την Κίρκη, η όποια αντιπροσωπεύει μία όψη της ψυχής του, έως ότου καταφέρνει να την κάνει βοηθό στο έργο του.

Η μεταστοιχείωση των αρνητικών όψεων της ψυχής είναι ένα από τα βασικότερα καθήκοντα του αναζητητή.

Ο Οδυσσέας ενώνεται με τη Κίρκη στη σπηλιά της, γεγονός που υποδηλώνει προετοιμασία για μία νέα γέννηση μετά τη κάθαρση στο νησί της, πού σχετίζεται με τον αστερισμό της Παρθένου και τα χαρακτηριστικά του πλανήτη Έρμη.

7

Ο Οδυσσέας ετοιμάζεται για την μεγάλη κατάβαση, το ταξίδι του στον Κάτω Κόσμο, όπου οφείλει να ξαναγεννηθεί, κατ’ αντιστοιχία του μυητικού θανάτου των Θεοτήτων στις μυσταγωγικές τελετές. Η κάθοδος στον Άδη είναι επιβεβλημένη για όλους τούς ηλιακούς ήρωες και συμβολίζει την μύηση γι’ αυτό προηγήθηκε η κάθαρση στο νησί της Κίρκης.

Μετά από τον τελετουργικό θάνατο ο μύστης εγείρεται (στα μυστήρια ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν την λέξη ανάσταση αλλά τη  λέξη έγερση), άλλα ο άνθρωπος δεν είναι τώρα πια ο ίδιος: έχει μεταλλαχτεί σε έναν δύο φορές γεννημένο, έχει κατακτήσει το αληθινό «Εγώ» του. Στον Άδη ο ήρωας μαθαίνει την αιτία της αποτυχίας του. Έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τις αρνητικές όψεις του εαυτοί του, πού τον εμποδίζουν στο ταξίδι της επιστροφής.

Ο μάντης Τειρεσίας, πού συμβολίζει την ενορατική ικανότητα της ψυχής του, τον συμβουλεύει, αν θέλει να επιστρέψει στην Ιθάκη, να μην πειράξει τα Βόδια στο νησί του Ήλιου.

Η χώρα των Κιμμερίων, ο Άδης, σχετίζεται με τον αστερισμό του Ζυγού, καθώς αυτή του η δοκιμασία, του δίνει την δυνατότητα να «ζυγίσει» την πορεία και την δύναμη του και να φτάσει νικητής στην Ηλιακή του πατρίδα, όπου τον περιμένει ένας άδειος θρόνος.

8

Χάρη στην βοήθεια της Κίρκης καταφέρνει να αποφύγει την πλανερή γοητεία των Σειρήνων. Προειδοποιημένος δένεται στο κατάρτι του πλοίου του για να μην ενδώσει.

Το πλοίο είναι ένα ακόμη σύμβολο του νου πού πλέει στην θάλασσα των επιθυμιών για να προσεγγίσει τον εντός υμών Θεϊκό Σπινθήρα. Δένεται στο κατάρτι, δηλαδή αγκιστρώνεται νοητικά στο όραμα της ψυχής του, για να αποφύγει την πρόκληση. Η επίγνωση του ανθρώπου. Η συνείδηση πού γίνεται αυτοσυνείδηση και παρατηρεί τον εαυτό της. Αυτοεπίγνωση.

Οι Σειρήνες σχετίζονται με τον Σκορπιό. Ο Σκορπιός είναι το κατ’ εξοχήν ζώδιο και μυητικό σύμβολο του πειρασμού.

9

Συνεχίζοντας το ταξίδι του ο ήρωας φθάνει στη περιοχή της Σκύλλας και της Χάρυβδης.

Η Σκύλλα και η Χάρυβδη είναι η εσωτερική άβυσσος, έτοιμη να κατασπαράξει όποιον δεν μπορεί να βαδίζει ισορροπημένα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, στο πνεύμα και την ύλη, σε αυτόν τον κόσμο και τον έτερο μεταφυσικό υπερβατικό κόσμο.

Ο Οδυσσέας χάνει έξι συντρόφους από τη Σκύλλα. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη σχετίζονται με τον αστερισμό του Τοξότη.

10

Ο Οδυσσέας καταφέρνει να πλεύσει στο νησί του Ήλιου. Εκεί έβοσκαν τα παχιά βόδια του θεού. Θυμήθηκε τότε ο ήρωας μας τα λόγια του Τειρεσία και παρακάλεσε τους συντρόφους του να φύγουν μακριά απ’ το νησί αυτό. Μα εκείνοι ήταν πολύ κουρασμένοι και δε δέχονταν. Όταν τους τέλειωσαν τα τρόφιμα, έμειναν μερικές μέρες νηστικοί. Μια μέρα όμως, πού ο Οδυσσέας κοιμόταν, έσφαξαν μερικά βόδια και τα έψησαν. Όταν ξύπνησε ο Οδυσσέας τρόμαξε, μα ήταν αργά. Φεύγοντας απ’ το νησί του Ήλιου ο Δίας τούς έστειλε άγρια καταιγίδα και κύματα θεόρατα. Ένα αστροπελέκι χτύπησε το καράβι και το διέλυσε. Πνίγηκαν όλοι. Μόνο ο Οδυσσέας γλίτωσε.

Η ψυχή από μόνη της δεν επαρκεί για την εξύψωση στον ανώτερο εαυτό. Μόνο όταν λάμψει το πνευματικό εσωτερικό φως, ο άνθρωπος τελειοποιείται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πλάτωνας: «Ο αναζητητής πρέπει να στρέψει την σκέψη του από τον κόσμο της εμπειρίας προς έναν άλλο κόσμο νοητό, εκεί που η ψυχή θα αναπολήσει και θα θυμηθεί τις άφθαρτες και αιώνιες Ιδέες. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και διάπλαση του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φώς, πού από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται»

Το νησί του Ήλιου σχετίζεται με τον αστερισμό του Αιγόκερω.

11

Πιασμένος από ένα ξύλο παράδερνε στην θάλασσα δέκα ολόκληρα μερόνυχτα. Τέλος, τα κύματα τον έβγαλαν στο νησι της νύμφης Καλυψοϋς. Εκεί ο Οδυσσέας περνάει έναν επτάχρονο κύκλο μαζί με την νύμφη, προσκολλημένος στην υπόσχεση της αιώνιας νεότητας. Μέ την βοήθεια του Ερμή πείθεται, τέλος, η Καλυψώ να αφήσει ελεύθερο τον ήρωα για να γυρίσει στην πατρίδα του, την ηλιόλουστη Ιθάκη.

Ο μύστης γνωρίζει την θνητότητά του αναγνωρίζει όμως την σύνδεσή του με το σύμπαν. Για αυτόν τον λόγο υπάρχει αντιστοιχία των επτά πλανητών με τις επτά ηλικίες του άνθρωπου, άλλα και τα φωνήεντα τού ελληνικού αλφάβητου.

  • Σελήνη- Βρεφική Ηλικία (Α),
  • Ερμής – Παιδική Ηλικία (Ε),
  • Αφροδίτη – Νεότητα (Η),
  • Ήλιος – Ενηλικίωση (I),
  • Αρης- Πλήρης Ισχύς (Ο),
  • Δίας- Ωριμότητα (Υ),
  • Κρόνος- Γηρατειά (Ω).

Το νησί της Καλυψούς, σχετίζεται με τον αστερισμό του Υδροχόου.

12

Τελικά επικρατεί η πνευματική θέληση και με την βοήθεια των θεών ελέγχεται η κατώτερη φύση του. Ξαναπαίρνει τον δρόμο της επιστροφής, άλλα μέχρι τη τελευταία στιγμή ο Ποσειδώνας εναντιώνεται για άλλη μια φορά και έτσι τα κύματα ξεβράζουν τον ναυαγό στο νησί των Φαιάκων.

Δύο μέρες και δύο νύχτες κολυμπούσε και τον έδερναν τα κύματα. Τη τρίτη μέρα με την βοήθεια μιας νεράιδας, της Λευκοθέας, βγήκε σ’ ένα ακρογιάλι. Ξάπλωσε κάτω από μία ελιά, σκεπάστηκε με φύλλα και κοιμήθηκε βαθιά. Είχε φτάσει στο νησί των Φαιάκων. Εκεί περιμαζεύεται από τη Ναυσικά και βρίσκει καταφύγιο στην Αυλή του βασιλιά Αλκίνοου, όπου τελικά αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα και συγκινεί όλους με την αφήγηση των περιπλανήσεών του (σημείο όπου ξεκινάει η Οδύσσεια).

Με την βοήθεια του Αλκίνοου και έπειτα από νέα τρικυμία, ο Οδυσσέας καταφέρνει τελικά, μετά από 10 χρόνια, να φτάσει στην Ιθάκη. Η ολοκλήρωση του κύκλου. Eδώ λαμβάνει τέλος η μύηση του και ετοιμάζεται για την τελική επιστροφή.

Η χώρα των Φαιάκων σχετίζεται με τους Ιχθείς.

Στην Ιθάκη συναντάται με την Αθηνά-Σοφία κάτω από μια ελιά που υπήρχε εκεί, στη ρίζα της οποίας είχαν αφήσει και οι Φαίακες τα δώρα που είχαν δώσει στον Οδυσσέα. Η Αθηνά συμβουλεύει τον Οδυσσέα να πάει μεταμφιεσμένος στην καλύβα του Εύμαιου.

Αυτό το θέμα της μεταμφίεσης συναντάται συχνά στην Οδύσσεια. Εκεί, στην καλύβα του Εύμαιου, και αφού γίνεται η αναγνώριση Οδυσσέα-Τηλέμαχου, ο ήρωας προχωράει στον 13ο θα λέγαμε άθλο του, που είναι ημνηστηροφονία. Ξεκαθαρίζει την ύπαρξη του από τους μνηστήρες, δηλαδή όλα εκείνα τα ψεύτικα «εγώ» που διεκδικούσαν την εξουσία της ψυχής.

Τα προσωπεία πέφτουν και ο Οδυσσέας, μετά τα 10 χρόνια περιπλάνησης, αναγεννημένος σπάει οριστικά τα δεσμά με τον παρελθόν και ενώνεται εκ νέου με την οικογένεια του. Γίνεται πάλι αγαπητός από τους θεούς και Άναξ Ξανά, ήτοι ο μυστηριακός Χρονισμός και η Εποπτεία

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι έργο του Μαίκλ-Μάρτιν Ντρόλινγκ (Michel-Martin Drolling): «Η Οργή του Αχιλλέα» (The Wrath of Achilles) του 1810

Πηγές:

  • Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα ; Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια
  • Μαραγκού Μαρία : Οδυ:σσεια – το κοσμικο ταξιδι της ψυχης
  • Βασίλειος Χλέτσος : Το μυιτικό ταξιδι των Ομηρικών Επών. Περιοδικό Ιχώρ
  • Μαρωνίτης, Δ.Ν. 1978. «Οι ελάσσονες νόστοι της Οδύσσειας
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος
  • Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959

«Τα Εσωτερικά Νοήματα της Ομήρου Οδύσσειας» (Μέρος Α’), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα έχουν γραφεί πολλά λογοτεχνικά και άλλου είδους έργα και όλα μαζί αποτελούν την Aρχαία Eλληνική Γραμματεία. Tα παλαιότερα από αυτά τα έργα που μας σώζονται –και τα πρώτα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας– είναι τα ομηρικά έπη (Το έπος = λόγος, από το ρήμα ἔπω = λέγω) η Iλιάδα και η Oδύσσεια,

Aπό τα ομηρικά έπη, η Iλιάδα έχει κεντρικό θέμα τον θυμό του Aχιλλέα, που διαρκεί 51 μέρες, ο ποιητής όμως περιέκλεισε σ’ αυτές ολόκληρο τον δεκαετή πόλεμο του Iλίου, που έγινε κατά τη Mυκηναϊκή εποχή –πιθανότατα στις αρχές του 12ου αι. π.X.–, και κατέστησε έτσι το έπος του αληθινή Iλιάδα και όχι Aχιλληίδα· ενώ η Oδύσσεια εξιστορεί τον δεκαετή αγώνα του Oδυσσέα για τον νόστο, ο ποιητής όμως ενέταξε όλες τις μεταπολεμικές περιπέτειες του ήρωα (και όχι μόνο) σε 41 μέρες.

Tα ποιήματα αυτά, ωστόσο, δημιουργήθηκαν κατά τη Γεωμετρική εποχή, ειδικότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. π.X. (η Oδύσσεια πιθανόν στις αρχές του 7ου αιώνα), στη δυτική Mικρά Aσία, όπου οι Aχαιοί (που δεν ονομάζονταν ακόμη Έλληνες) είχαν ιδρύσει αποικίες από τον 11ο αι. π.X., όπως και στα νησιά του Aιγαίου.

Kεντρικό θέμα της Oδύσσειας είναι ο αγώνας του βασιλιά της Iθάκης, του Oδυσσέα, να επιστρέψει με τους συντρόφους του από την Tροία στο νησί του και να ξαναπάρει τη θέση που είχε στο σπίτι του και στον λαό του.  H Oδύσσεια, επομένως, μπορεί να χαρακτηριστεί μεταπολεμικό έπος, καθώς αναδεικνύει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά τον Τρωικό πόλεμο, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής του ποιητή, κατά την οποία αποκτούν δύναμη οι «ευγενείς» και αμφισβητούν την κληρονομική βασιλεία.

Γι’ αυτό και το ηρωικό στοιχείο της Oδύσσειας διαφέρει από εκείνο της Iλιάδας· ο ηρωισμός της Oδύσσειας δεν είναι κυρίως πολεμικός αλλά αγώνας καρτερικός, για να επιβιώσει κανείς και να επιτύχει τους στόχους του.   

Το όνομα «Οδυσσέας» προέρχεται από το ρήμα «όδύσσομαι» (οργίζομαι, μισώ κάποιον) και σημαίνει εξοργισμένος, αλλά και ο μισούμενος από τους θεούς, αυτός που έδωσε αφορμές, δυσαρέσκειας, το έδωσε ο παππούς του (από την πλευρά της μητέρας του), ο Αυτόλυκος…Σύμφωνα με τον Όμηρο το όνομα σημαίνει «γιος της .πέτρας», αλλά πιο πιθανό είναι να συγγενεύει ετυμολογικά με την λέξη «οδηγός». Μπορεί επίσης να προέρχεται από το ρήμα «όδυνάω» που σημαίνει «προκαλώ .πόνο» με την έννοια «αυτός .που προκαλεί και αισθάνεται .πόνο».

Η ελληνική, αλλά και η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, αρχίζει με το ηρωικό έπος και συγκεκριμένα με τα έπη του Ομήρου (τα πρώτα μέχρι σήμερα γραπτά λογοτεχνικά κείμενα ποιητικού λόγου), που τοποθετούνται στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν από την εποχή αυτή δεν υπήρχε ποίηση. Η έρευνα κατέδειξε ότι η επική παράδοση έχει προϊστορία αιώνων και μάλλον ανάγεται τουλάχιστον στην όψιμη μυκηναϊκή περίοδο (μυκηναϊκά χρόνια 1600-1100 π.Χ.). Ο πρώιμος ελληνικός πολιτισμός αυτής της περιόδου, που τον ονομάζουμε «μυκηναϊκό», γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στο ήδη αναπτυγμένο περιβάλλον της Μεσογείου, κάτω από την επίδραση των ώριμων πολιτισμών της Ιωνίας και της μινωικής Κρήτης.

Τα έπη του Ομήρου διαδραματίζονται στο μακρινό παρελθόν και μέσα από αυτά περνάει το ρεύμα της προφορικής ποίησης αιώνων. Ωστόσο, σε αυτά καθρεφτίζονται και οι κοινωνικές συνθήκες κατά την εποχή του ποιητή: για παράδειγμα, ο χαλκός συνυπάρχει με το μεταγενέστερο σίδηρο και οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι με την καύση των νεκρών, έθιμο της εποχής του ποιητή.

Όμηρος
Πρόκλος

Τα έπη του Ομήρου υπήρξαν μοναδικά για την αρχαία Ελλάδα, διότι όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ηρόδοτος, τόσο ο Όμη­ρος άλλα και ο Ησίοδος.·

«Ήταν οι πρώτοι πού δίδαξαν την θεογονία στους «Έλληνες, πού έδωσαν στους θεούς ονόματα, τούς απέδωσαν τιμές και περιέγραψαν τις μορφές τους».

Η παντοδυναμία των θεών και στα δύο έπη είναι εμφανής, αλλά και αυτοί, όπως και οι άνθρωποι, έχουν πάθη και ελαττώματα, που τους φέρνουν συχνά σε επαφή με τους ανθρώπους, άλλοτε με τη δική τους θεϊκή μορφή και άλλοτε με ανθρώπινη (ανθρωπομορφισμός). Η επαφή αυτή είναι φιλική και οικεία, ενίοτε όμως γίνεται εχθρική και σκληρή.

Στην Ιλιάδα οι θεοί στους οποίους πιστεύουν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είναι οι ίδιοι, αλλά οι προσωπικές τους συμπάθειες διαφορετικές· άλλοι υποστηρίζουν ολόψυχα τους Αχαιούς (Ήρα, Αθηνά, Ποσειδώνας) και άλλοι είναι με το μέρος των Τρώων (Απόλλωνας, Αφροδίτη).

Στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι εξακολουθούν να παρεμβαίνουν με ανεξήγητο τρόπο στα ανθρώπινα ζητήματα, ωστόσο τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους είναι από ηθική άποψη περισσότερο δικαιολογημένα από ότι των θεών της Ιλιάδας. Παρεμβαίνουν όχι μόνο λιγότεροι στα ανθρώπινα πράγματα (με πρωταγωνιστές τον Ποσειδώνα, τον Δία και την Αθηνά) αλλά και, παρά τον εξανθρωπισμό τους, παίρνουν μεγαλύτερες αποστάσεις από την ηρωική δράση από ότι οι θεοί στην Ιλιάδα. Το κυριότερο: θεωρούν πως για ότι συμβαίνει στη γη δεν ευθύνονται μόνον οι ίδιοι αλλά και οι θνητοί

Οι θεοί μεταμορφώνονται ελεύθερα και μεταμορφώνουν επίσης τους ανθρώπους, κατά βούληση. Μπορούν να θεραπεύουν και να ανανεώνουν, να αποκοιμίζουν και να αφυπνίζουν, να καταστρέφουν και να διασώζουν. Αναμειγνύονται, με τρόπο υπερφυσικό, στην ανθρώπινη δράση, παίρνουν μέρος στη μάχη (θεομαχία) και έτσι το έπος κινείται σ’ ένα διπλό επίπεδο, με την εναλλαγή σκηνών μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Χάρη στον άσεβή (άλλα οπωσδήποτε αλληγορικό) ανθρωπομορφισμό των ‘Ομηρικών θεών για πρώτη φορά στην γνωστή ιστορία ο άνθρωπος σταματά να φοβάται το Θείο και επιχειρεί να το γνωρίσει.

Και όχι μόνο αυτό. Εξυμνώντας ο Όμηρος τα αμέτρητα ανδραγαθήματα Θεών και ηρώων, διαπαιδαγώγησε τούς νεώτερους παραδίδοντας αθάνατα πρότυπα ηρωισμού και αρετής πού όλοι οι «Έλληνες θέλησαν να μιμηθούν. Σειρές γενεών ανδρώθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα έχοντας ως πρότυπο ζωής την ανδρεία, την αγάπη για τον φίλο και την περιφρόνηση προς τον θάνατο του ‘Αχιλλέα. Την επινοητικότητα, την φρόνηση και την καρτερικότητα του Οδυσσέα, την σοφία και την ρητορική δεινότητα του Νέστορα, το ακατάβλητο πείσμα, την περηφάνια και την αξιοπρέπεια του Εκτώρα πού δεν παραιτείται από τον αγώνα παρ’ όλο πού ξέρει ότι είναι μάταιος. Την εμψύχωση, την δύναμη και την αντοχή του Αϊαντα, αθάνατα ηρωικά υποδείγματα.

Αυτό από μόνο του όπως εύστοχα αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος, αρκεί για να εξηγήσει γιατί ο Όμηρος υπήρξε ο «πατέρας των Αρχαίων Ελλήνων», καθώς η αρετή της ανδρείας και της ρητορικής δεξιότητας και πειθούς, η επίτευξη της τελειότητας σε λόγια και έργα, αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ελληνικού ιδανικού.

Η ομηρική κοινωνία έχει δύο όψεις: τον εμπόλεμο κόσμο των ηρώων και τον ειρηνικό των απλών ανθρώπων. Ο κόσμος αυτός προβάλλεται σε δύο φάσεις: σε καιρό πολέμου, στην Ιλιάδα, και σε καιρό ειρήνης, στην Οδύσσεια. Η αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή αναδύεται μέσα και από τους δύο αυτούς κόσμους. Σημαντικό συστατικό στοιχείο του κόσμου των επών είναι η κοινωνία των ολύμπιων θεών, ενωμένη με χαλαρό σύνδεσμο κάτω από την κυριαρχία του Δία. Η προσέγγιση ανθρώπων και θεών γίνεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Οι μορφές των ομηρικών ηρώων προβάλλονται αθάνατες αλλά και θνητές. Από την πλευρά των Αχαιών: ο Αγαμέμνονας, πρότυπο πολιτικής και πολεμικής αρετής, ο Μενέλαος, συναρχηγός και σχεδόν ομότιμος του αδελφού του, με μικρότερη επιρροή και πρωτοβουλία, ο γερο-Νέστορας, με σύνεση και ρητορική δεινότητα, ο τολμηρός και πολυμήχανος Οδυσσέας και πολλοί άλλοι. Οι ομηρικοί ήρωες αγαπούν τη ζωή, που είναι όμορφη. Αγαπούν τον αγώνα που θα τους δώσει τη δόξα (κλέος) και τη νίκη (κῦδος). Ο ηρωισμός όμως δεν αποκλείει τη θερμή αγάπη προς τη ζωή όπως την εκφράζει ο Αχιλλέας στην Οδύσσεια

Η Οδύσσεια γενικά παρουσιάζει έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό. Οι ήρωες δεν είναι εξιδανικευμένοι και ανήκουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ανώτατο ιδανικό δεν είναι η ανδρεία αλλά η εξυπνάδα, η δεξιοτεχνία του κεντρικού ήρωα, του Οδυσσέα· η μορφή του παρουσιάζεται πολύπλευρη και αθάνατη στους αιώνες. Ο ποιητής έδωσε στον Οδυσσέα, σε μιά ισορροπημένη αρμονία, όλες τις αρετές που πρέπει να έχει ο ήρωας κάθε εποχής (τόλμη, ανδρεία, σύνεση, καρτερία, επινοητικότητα) με τα χαρακτηριστικά επίθετα πολύτροπος (= πολυγυρισμένος, εφευρετικός), πολύμητις (= πολύσοφος), πολυμήχανος (= επινοητικός), πολυτλήμων ή πολύτλας (= καρτερικός).

Ίσως λοιπόν δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχτεί πώς εάν οι «Έλληνες δεν είχαν ανατραφεί με την ηρωοκεντρική παιδεία του Ομήρου είναι αμφίβολο εάν θα είχαν αναπτύξει το θρυλικό ηρωικό ήθος πού τούς διέκρινε. Για παράδειγμα, η συγκλονιστική εποποιία κατά της Περσικής αυτοκρατορίας δεν ήταν αποτέλεσμα μονάχα της τεχνολογικής και στρατηγικής τους ανωτερότητας, άλλα και του διαχρονικού φρονήματος του Έλληνα οπλίτη πού είχε εμφυτευμένο μέσα του το αρχέτυπο του Ομηρικοί ήρωα.

Εξετάζοντας από φιλοσοφικής απόψεως την Οδύσσεια μάς δείχνει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να καθαρθούμε από τους ρύπους της κακότητος, το «πώς βιωτέον», καθώς και ότι η Οδύσσεια είναι η συμβολική αποτύπωση των σταδίων αυτής της εξελικτικής πορείας της ψυχής, μέχρι που ο Οδυσσέας-νους φτάνει μόνος στους Φαίακες, τους κατά φύσιν δαίμονες-αγγέλους, και εκθεώνεται. Γίνεται κι αυτός «κατά σχέσιν δαίμων», ένας «βροτός Φαίαξ», έχοντας μία αποστολή: να γυρίσει στην Ιθάκη, τον κόσμο της ύλης, απ’ όπου ξεκίνησε, γιατί αγαπάει τον τόπο του και τους ανθρώπους.

Κατά πόσο όμως σήμερα γνωρίζουμε πραγματικά τα Ομηρικά «Έπη; Πόσες και ποιες είναι άραγε οι ανεξερεύνητες «πτυχές» και τα «κρυμμένα νοήματά» τους; Μήπως οι αρχαίοι σοφοί είχαν σημαντικούς λόγους να τονίζουν ότι εκτός από κορυφαίος ποιητής ο Όμηρος υπήρξε και μέγας «αλληγοριστής» που δίδαξε με ποιητικό τρόπο περί του παντός;

Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μας δίδει ο Βασίλειος Χλέτσος στο άρθρο του Το «μυητικό» ταξίδι των Ομηρικών επών το οποίο ο γράφων (το παραθέτει σχεδόν αυτούσιο προσθέτοντας σε ορισμένα σημεία μερικές επιπλέον πληροφορίες) αρχίζοντας από το όνομα του Ομήρου. Το όνομα «Όμηρος» σύμφωνα με τον ιστορικό Έφορο, ετυμολογείται από το «ό μη όρων», δηλαδή αυτός αυτός πού δεν βλέπει. Το ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός έχει τρεις ερμηνείες.

Η πρώτη είναι η προφανής, από φυσικά δηλ. αιτία, συνεπώς αυτό θα μπορούσε να συνέβαινε είτε σε εκ γενετής τύφλωση είτε σε κάποια ασθένεια είτε σε κάποιο ατύχημα, πού είχε στην διάρκεια της ζωής του. Την εκδοχή αυτή ενστενίζονται οι  Σμυρναίοι (που υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος καταγόταν από τη Σμύρνη, Αργότερα τυφλώθηκε από αδιευκρίνιστη αιτία, και μάλιστα λόγω της τύφλωσής του, άλλαξε και το όνομά του, το οποίο έγινε από Μελησιγένης Όμηρος. [… κεκλῆσθαί φασί πρότερον Μελησιγένη, ὕστερον μέντοι τυφλωθέντα Ὅμηρον μετονομασθῆναι διά την παρ’ αὐτοῖς ἐπί τῶν τοιούτων συνήθη προσηγορίαν. Κατά τον Ιατρό Σπυρίδωνα Μαγγίνα, στην Εξαίρετη και σπάνια μελέτη του: «Εί Όμηρος Τυφλός» (1909) επισημαίνει ότι στις περιγραφές του, ο Όμηρος αναφέρει 39 χρώματα και αποχρώσεις τους: λευκός, μέλας, ερυθρός, ξανθός, χλωρός, ωχρός, γλαυκός, ηερόεις, ερεβεννός, κελαννός, κυάνεος, οίνοψ, ιοειδής, αιθαλόεις, αλιπόρφυρος, προρφύρεος, κ.λ.π. Επίσης μας παραθέτει τόσο συγκλονιστικές και Λεπτομερείς περιγραφές Ανθρώπων, Τοπίων, Αντικειμένων, Κτιρίων, Μαχών κ.λ.π , Επωμένος όχι μόνο τυφλός δεν μπορεί να ήτανε και όλες οι Αισθήσεις του και Ειδικότερα η Όραση του, πρέπει να ήταν Οξύτατες και η Παρατηρητικότητα του Εξαιρετική.

 Η δεύτερη ερμηνεία άφορα την τύφλωση του Ομήρου, ως Προμηθεϊκη τιμωρία στα όσα «άρρητα» ο Όμηρος ασεβώς αποκάλυψε στον λαό, υπό το πέπλο των «αλληγοριών» των «συμβόλων» και των «τελετουργιών των μυστηρίων». Μία κοινοποίηση λοιπόν των «ιερών και άρρητων» διδαχών θα επέφερε την τιμωρία, όταν κάποιος τολμούσε να ανακοινώσει τις διδαχές και τις τελετουργίες στις Μυστηριακές τελετές..  Έως τότε τόσο στα ιερά βιβλία, τις προγονικές παραδόσεις και τα Θεία άρρητα τελετουργικά,  όσο και στην γραφή, στις επιστήμες και τις τέχνες των Μουσών, πρόσβαση είχε η  μόνο η Ελληνική ιερατική τάξη, όπως συνέβαινε εξάλλου αντίστοιχα και στην Αίγυπτο και την  Βαβυλωνία τότε.

Στα αρχαία χρόνια η τύφλωση ήταν συνήθης τρόπος τιμωρίας άλλα και αυτοτιμωρίας, όπως διαπιστώνουμε και στον μύθο του Οιδίποδα. Στην Ιλιάδα μάλιστα αναφέρεται ο αοιδός Θάμυρις ο οποίος τυφλώθηκε επειδή τα έβαλε με τις Μούσες.

Η τρίτη ερμηνεία αφορά την τυφλότητα ως συμβολισμό «εσωτερικής όρασης», όπως μας αποκαλύπτει ο Πρόκλος, μιας και ο Όμηρος αποκάλυπτε ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των όποιων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ο Όμηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μίαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, άπομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας την νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φώς του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα… Είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος πού αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός πού από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως αλιγορικό».

Μήπως λοιπόν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που οι Αρχαίοι Έλληνες  πέρα από μεγάλο παιδευτικό και αφηγηματικό λόγο του Ομήρου τον θεωρούσαν επίσης μέγα αλληγοριστή διδάσκαλο και μυσταγωγό; Αυτή ήταν μία αρκετά διαδεδομένη στα αρχαία χρόνια, αφού οι περισσότεροι μεγάλοι φιλόσοφοι είχαν τονίσει με έμφαση ότι ο Όμηρος δεν ήταν απλά ένας ραψωδός  που συνέθετε με σκοπό την ψυχαγωγία, αλλά ένας σοφότατος δάσκαλος που με τρόπο μυσταγωγικό και μέσω ποιητικών αλληγοριών δίδαξε περί του παντός.

Οι μύθοι είναι ένα από τα βασικά «εργαλεία» με τα οποία μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει συνείδηση μιας διαφορετικής πραγματικότητας, καθώς έρχεται διά μέσω αυτών, σε επαφή με αρχετυπικά σύμβολα και πρότυπα τα όποια συντροφεύουν τον άνθρωπο από καταβολής τής ιστορίας του. Συνθέτουν κατ’ αυτόν τον τρόπο το μονοπάτι πού οδηγεί τον άνθρωπο πίσω στην πηγή του, αναζητώντας τις αιτίες πού κρύβονται πίσω από τον κόσμο των φαινόμενων, εκεί όπου τα πάντα είναι «Ένα.

Η «ενορατική» γνώση, σύμφωνα με τον Bergson, αντιλαμβάνεται άμεσα την ουσία των πραγμάτων, σε αντίθεση με την ορθολογική επιστημονική γνώση που γυρίζει γύρω από τα πράγματα. Η πρώτη, αντικειμενική, ανήκει στο χώρο των αιώνιων και αμετάβλητων Αρχών, ενώ η δεύτερη, υποκειμενική, αγκαλιάζει τον κόσμο του παροδικού και του φαινομενικού.

 Η ανάπτυξη τής «εσωτερικής» η «διαισθητικής αντίληψης» πέρα από την επιφανειακή διανόηση είναι μία μακροχρόνια εξελικτική διαδικασία, πού προϋποθέτει την συνειδησιακή μεταμόρφωση του ιδίου του μαθητή. Ο «εσωτεριστής» είναι μεταφορικά «μιλώντας» η πρώτη ύλη, πού καλείται νά πε­ράσει άπό τις διαδοχικές φάσεις τής άλχημιστικής μεταμόρφωσης, γιά νά φθάσει στην πολυπόθητη φάση τοϋ συνειδησιακού «χρυ­σού».

Σύμφωνα με τον Erich Fromm όπως αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος:

«Η δυνατότητα αυτογνωσίας, η λογική και η φαντασία ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από την υπόλοιπη φύση, χωρίς όμως να τον αποδεσμεύουν από τους νόμους της. Έτσι ο άνθρωπος γνωρίζει την τρομερή αν και επίπλαστη αντίφαση της ύπαρξης του. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από το μυαλό του, άλλα ούτε και από το κορμί του, ώστε να ανήκει αποκλειστικά σε ένα από τα δύο. Αύτη η αντίφαση τον ωθεί συνέχεια σε μια προσπάθεια να αναζήτα λύσεις στο δίλημμα του και έτσι προχωρά αδιάκοπα σε νέες φάσεις. Από τη φύση του είναι υποχρεωμένος να βαδίζει προς τα εμπρός, σε μια αέναη προσπάθεια να καταστήσει γνωστό το άγνωστο, να γεμίσει με απαντήσεις τους κενούς χώρους της γνώσης. Πρέπει να κάνει απολογισμό στον εαυτό του για τον εαυτό του και για το νόημα της ύπαρξης του. Ωθείται να ξεπεράσει τον εσωτερικό του διχασμό γεμάτος από μία επιθυμία για το απόλυτο, για ένα είδος αρμονίας πού θα μπορεί να αποτινάξει επιτέλους την κατάρα πού τον χώρισε από την φύση, τους συνανθρώπους του και από τον ίδιο του τον εαυτό».

Ο Όμηρος έθεσε αριστοτεχνικά πριν χιλιάδες χρόνια τα διλήμματα και τους προβληματισμούς αυτούς. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Όμηρος δεν ήταν άπλα ένας ραψωδός πού συνέθετε με σκοπό την ψυχαγωγία, άλλα ένας «μυσταγωγός» ένας δάσκαλος πού με τρόπο μυσταγωγικό και μέσω ποιητικών αλληγοριών δίδαξε για το ταξίδι της ψυχής προς το θεϊκό της λίκνο, περί του παντός.

Οι «αρχετυπικές» διηγήσεις του Ομήρου μέσω ποιητικών αλληγοριών, συνθέτουν μία Ολιστική φιλοσοφία πού άσκησε τεράστια επίδραση στην φυσική, ηθική και πολιτική φιλοσοφία της αρχαιότητας, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας, έχοντας ασπαστεί πλήθος θεολογικών απόψεων του Ποιητή, τον ονόμασε «αρχηγέτη των φιλοσόφων της Ιωνίας».

Η λέξη «αλληγορία», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Άλληγοριστη (1ος αί. μ.Χ.), φανερώνει την σημασία της, αφοί ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο», ωστόσο η αντίστοιχη λέξη που χρησιμοποιούταν στην κλασική αρχαιότητα ήταν η λέξη «υπόνοια» πού μεταχειρίστηκε μεταξύ άλλων και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για να περιγράψει τον αλληγορικό χαρακτήρα του ‘Ομηρικού έργου.

Στα αρχαία λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποίησαν την αλληγορική μέθοδο, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι Πλατωνικοί διάλογοι, τα βαθύτερα νοήματα είναι καλυμμένα υπό το ένδυμα της περιγραφής μυθικών ή και ιστορικών γεγονότων, προσώπων και διαλόγων. Ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περί του εν Οδυσσειί των Νυμφών Άντρου», αναφέρει σχετικά:

«…Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθούν oi ερμηνείες πού παρετέθησαν παραπάνω ότι είναι απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων. Άλλ’ αφού αναλογιστούμε την μεγάλη άξια της παλαιάς σοφίας και πόσον μεγάλη υπήρξε η φρόνηση του Ομήρου και η ακρίβεια του, να μην τα θεωρήσουμε άχρηστα, άλλα να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο κατηγορούνται από τον Όμηρο α θειότητες εικόνες…»

Ο Ηράκλειτος ο Αλληγορικής αποκαλούσε τον Όμηρο:

«Μέγα ιεροφάντη τού ουρανού και των θεών… αυτόν πού άνοιξε τούς άβατους και αποκλεισμένους για τις ανθρώπινες ψυχές δρόμους προς τον ουρανό».

Ο Αδαμάντιος Κοραής πολλούς αιώνες αργότερα διαπίστωνε με θλίψη πώς:

«Δεν είναι τυχαίο πού με την παραμέληση των Ομηρικών Έπων ξεκίνησε η πορεία της Ελλάδας προς το χειρότερο, και σταδιακά επιδεινώθηκε για να φτάσει στην σημερινή βαρβαρότητα από την οποία  πασχίζουμε να ελευθερωθούμε».

Αυτό συνέβη διότι με τρόπο «μυσταγωγικό», τέτοιο πού και οι ίδιοι οι Έλληνες ουδέποτε κατανόησαν επαρκώς, ο Ποιητής εντύπωσε στο υποσυνείδητο τους τις «αρχετυπικότερες εικόνες» και «άρρητες αλήθειες», για τον άνθρωπο, τον κόσμο, την ζωή, τον θάνατο, την ψυχή και το Θείο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ίλιάδα σε ένα πρώτο επίπεδο πραγματεύεται τον Πόλεμο, στην πιο αυθεντική και άγρια μορφή του. Πόλεμος Πατήρ Πάντων. Βασικό δίδαγμα είναι ότι ο άνθρωπος συγγενεύει με τα θηρία. Σε αυτό το επίπεδο λοιπόν φαίνεται να απεικονίζει την Δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Ένας κόσμος καθόλου εξιδανικευμένος και αδυσώπητος. Ήρωες ριγμένοι από την ανάγκη στο φονικό πεδίο του θεού Άρη, καταδικασμένοι να μάχονται για την επιβίωση.

Έριχ Φρομ

Oι Έλληνες όμως δεν ενσάρκωσαν μόνο την αθάνατη δόξα άλλα και τα οδυνηρά πάθη των Ομηρικών ηρώων. Γι’ αυτό και ο Πλάτωνας έχει δίκιο όταν γράφει, ότι: «η επιφανειακή ανάγνωση και μη εμβάθυνση στα εσωτερικά νοήματα των Επών ωθούσαν τους νέους σε μία εγωκεντρική στάση ζωής, οξύνοντας το θυμικό και την επιθυμία τους για δόξα».

Και αυτό διότι σε ένα δεύτερο επίπεδο η Ιλιάδα όπως και η  Οδύσσεια δεν είναι απλώς μια αφηγηματική παρουσίαση κάποιων γεγονότων, πραγματικών ή φανταστικών, άλλα είναι μία πολύ καλά κωδικοποιημένη αποτύπωση βαθιών μυστηριακών θεμάτων, όπως αποκαλύπτει ο Πλάτωνας στα Σχόλια του Ερμεία στον Φαίδρο:

 «…Ίλιον λοιπόν ας νοήσουμε τον γενητό και ένυλο τόπο πού ονομάστηκε από την ίλύν (λάσπη) και την ύλη, στον όποιο είναι και ο πόλεμος και η στάση. Οι δε Τρώες είναι τα υλικά είδη και όλες οι περί τα σώματα ζωές, για αυτό και ιθαγενείς καλούνται oι Τρώες. Διότι και την ύλη περιτριγυρίζουν όλες oι περί τα σώματα ζωές και oι άλογες ψυχές.

Oι δε Ελληνίδες είναι οι λογικές ψυχές που ήλθαν από την ‘Ελλάδα, δηλαδή από το νοητό. Οι όποιες ήλθαν στην ύλη, για αυτό και καλούνται έπήλυδες οι Έλληνες και επικρατούν των Τρώων επειδή είναι υπέρτερης από αυτούς τάξεως. Αυτοί δε πού εξήγησαν θεωρητικότερα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και την άνοδο… για αυτό λένε στην Ιλιάδα, επειδή η ψυχή πολεμείται από την ύλη, μάχες και πολέμους και τα τοιαύτα έκανε, στην δε Οδύσσεια παραπλέοντας τις Σειρήνες και διαφεύγοντας από την Κίρκη, τούς Κύκλωπες, την Καλυψώ και όλα όσα εμποδίζουν την αναγωγή της ψυχής και μετά από αυτά επιστρέφοντας στην πατρίδα, δηλαδή στο νοητό».

Ο Πρόκλος επίσης:

«Νομίζω δηλαδή πώς οι μύθοι θέλουν να συμβολίσουν με την Ελένη όλη την ωραιότητα του κόσμου της γένεσης πού έλαβε υπόσταση με την δημιουργία, ωραιότητα για την όποια ξεσπά μέσα σε όλο τον χρόνο ο πόλεμος των ψυχών, μέχρι την στιγμή πού οι πιο νοερές ψυχές (= Έλληνες), επικρατώντας των άλογων μορφών της ζωής (= Τρώες), οδηγηθούν από τον κόσμο τούτο στον εκεί τόπο (= νοητό), απ’ όπου ξεκίνησαν καταρχάς».

‘Ετσι λοιπον η Ιλιάδα πέρα άπό μία ιστορική διήγηση, είναι και μία αλληγορία της δημιουργίας του κόσμου και της καθόδου των ψυχών στον κόσμο της ύλης, ενώ η ‘Οδύσσεια υποκρύπτει την προσπάθεια επιστροφής των ψυχών στο νοητό κόσμο.

Σύμφωνα με τον Βασίλειο Χλέτσο στην περίπτωση της Οδύσσειας είναι γενικώς άγνωστο ότι οι σταθμοί του Οδυσσέα πριν επιστρέψει στην Ιθάκη είναι 12 τον αριθμό (Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπες, νησί Αιόλου, Λαιστρυγόνες, Αιαία (Κίρκη), Κιμμέριοι (Άδης), νησί Σειρήνων, πέρασμα Σκύλλας-Χάρυβδης, νησί Ήλιου, Ωγυγία (Καλυψώ) και νησί των Φαιάκων).

Αποτελεί επίσης ελάχιστα γνωστή πληροφορία ότι ο κάθε σταθμός αντιστοιχεί στο καθένα από τα 12 ζώδια.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου θα αναφερθούμε στον αποσυμβολισμό των δοκιμασιών του Οδυσσέα.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι έργο του Νιούελ Κόνβερς Γουάιθ (1882–1944) με τον τίτλο: «Σειρήνες»(1929)

Πηγές:

  • Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα ; Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια
  • Μαραγκού Μαρία : Οδυ:σσεια – το κοσμικο ταξιδι της ψυχης
  • Βασίλειος Χλέτσος : Το μυιτικό ταξιδι των Ομηρικών Επών. Περιοδικό Ιχώρ
  • Μαρωνίτης, Δ.Ν. 1978. «Οι ελάσσονες νόστοι της Οδύσσειας
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος
  • Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959

«Η Μυθολογική Προϊστορία των Ελλήνων» (Μέρος Β΄), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

 «Γιατί εμείς που κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους, ούτε τη βρήκαμε έρημη, ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς απ’ όλους τους Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα».

«Όσο για την αρχαιότητα του γένους, όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί βάρβαροι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες…» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24- 25)

«Ποιος άλλος έχει πει για την πατρίδα του τόσο ωραίο εγκώμιο όσο ο Ευριπίδης : Στ’ αλήθεια, λαός που δεν ήρθε απ’ αλλού, αλλά γεννηθήκαμε αυτόχθονες. Του Θησέα το πατρικό γένος φτάνει ως τον Ερεχθέα και τους πρώτους αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Περί Φυγής», 604D-E, 13)

Έχει αποδειχθεί με τον πιο εμφανή τρόπο από την επιστήμη της αρχαιολογίας και της ιστορίας ότι δεν υπάρχει ιστορία άλλου έθνους τόσο μεστή από γεγονότα και διδάγματα όσο η ιστορία των Ελλήνων. Το πόσο έχει επιδράσει ο Ελληνικός Πολιτισμός στην ανθρωπότητα και έχει καθορίσει την εξελικτική της πορεία είναι γεγονός άνευ συζητήσεως και αντιπαραθέσεως από οιονδήποτε γνωρίζει, λίγο ή πολύ, την ιστορική έρευνα με τις αποδείξεις τις οποίες έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη προς επικύρωση των ανωτέρω.

Ο Ελληνικός Πολιτισμός έχει γηγενή προέλευση στον ελληνικό χώρο και ο Έλλην ζούσε στον ίδιον τόπο όπου διαβιεί και σήμερα αυτόχθων όντας, άσχετα εάν κάποιοι τον θέλουν ως προερχόμενο από άλλους λαούς όπως τους ινδοευρωπαίους οι οποίοι ιστορικά ουδέποτε υπήρξαν πλην στην φαντασία των υποστηρικτών της αντίστοιχης ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Προκειμένου να κατανοηθεί η γηγενής προέλευση του Ελληνικού Έθνους απαιτείται να ανατρέξουμε στη μελέτη της προϊστορίας της Μεσογείου η οποία ήταν εντελώς διαφορετική κατά τους αρχαίους χρόνους.

Είναι το δεύτερο και τελευταίο μέρος της ιστορικής αναφοράς ως προς την προέλευση των Ελλήνων.Διαβάστε (εδώ) το Α΄ Μέρος

Μυκήνες

Η καταστροφή του μινωικού πολιτισμού έγινε η αιτία για ανάδειξη ενός άλλου πολιτισμού, του μυκηναϊκού. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών του Σλήμαν (1876), του Σταματάκη (1877), του Wace (1957), του Taylour και του Μυλωνά ανέδειξαν την πόλη των Μυκηνών με την πύλη των Λεόντων, την σιταποθήκη, τους ταφικούς κύκλους, το ανάκτορο και τους θολωτούς τάφους του Ατρέα και της Κλυταιμνήστρας.

Οι Μυκήνες είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται από τους αρχαίους χρόνους, φθάνοντας στην μεγαλύτερη ακμή τους κατά την υστεροελλαδική εποχή (1700-1100 π.Χ.), όταν δημιουργείται και η ακρόπολη με τα εντός και εκτός κτίσματά της.

Οι Μυκηναΐοι χρησιμοποιούσαν την γραμμική Β’ γραφή σύστημα το οποίο πήραν  από τους Κρήτες. Ο Γουαίης βρήκε στους θολωτούς τάφους και σε διάφορα σημεία  της αρχαίας πόλεως ενεπίγραφα αντικείμενα στα οποία υπήρχε η Γραμμική Β’ γραφή.

Ως προς την θρησκεία οι Μυκηναίοι λάτρευαν την Μεγάλη Μητέρα γη, την Ρέα. Τα συμπεράσματα περί των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μυκηναίων συνάγονται από τα ευρήματα από τα έργα τέχνης τους, όπως στους τους σφραγιδόλιθους, στον χρυσό δακτύλιο (ο οποίος ευρέθη από τον Τσούντα) και σε διάφορα ρυτά. Η νεκρολατρεία -προγονολατρεία και η ηρωολατρία αποτελούσαν πάγιες Θρησκευτικές μυκηναϊκές  λαϊκές πεποιθήσεις.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα έδειξαν μια υπέροχη αρχιτεκτονική της οποίας χαρακτηριστικά είναι το εξαιρετικό μέγεθος και ο όγκος των κτισμάτων ώστε δικαίως δύνανται να χαρακτηρισθούν κυκλώπεια, ενώ και η πλαστική είναι άκρως επιβλητική και μεγαλειώδης, πράγμα που συνάγεται από τα μικρά ειδώλια, τα γύψινα τοιχανάγλυφα, το γνωστό ανάγλυφο της πύλης των λεόντων, τα εγκόλλητα έργα επί των ξιφών κ.α. Όσον αφορά τις τοιχογραφίες του μεγάρου των Μυκηνών είναι μεγαλειώδεις με κύρια χαρακτηριστικά τα έντονα χρώματα όπως συνέβαινε και στις ανάλογες μινωικές τοιχογραφίες.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός φθάνει εις το τέλος του το 468 π.Χ. όταν οι Μυκηναΐοι υποκύπτουν λόγω πείνας στους  Αργείους οι οποίοι αφού πολιόρκησαν επί πολύ χρόνο υπέταξαν τελικά την πόλη των Μυκηνών. Έκτοτε οι Μυκήναι ερημώνονται και εκείνος ο τόπος των πολύχρυσων Μυκηνών μένει μόνον ένα ένδοξο παρελθόν και τίποτε άλλο.

Η Άνοδος και η  Κάθοδος των Δωριέων

Δεν θα ασχοληθώ με τα άλλα ελληνικά προϊστορικά φύλα τα οποία προαναφέρθησαν διότι θα μακρηγορούσαμε. Ήδη έχει καταδειχθεί ότι τόσο οι Κρήτες όσο και οι Μυκηναίοι είχαν τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις και μιλούσαν την ιδία γλώσσα με αυτήν των Πελασγών, πράγμα που συνέβαινε και με τα άλλα ελληνικά προϊστορικά φύλα. Άρα, παντού στον προϊστορικό αρχαιοελληνικό χώρο ίσχυε το όμαιμον, το ομότροπον, το ομόθρησκον και το ομόγλωσσον, συνθήκες δηλαδή που ένωναν όλους τους Έλληνες στον τότε ελλαδικό χώρο.

Επιβάλλεται να αναφερθώ στους Δωριείς διότι εδώ και χρόνια γίνεται συστηματική προσπάθεια διαστροφής της ελληνικής προϊστορίας, ιδίως στο θέμα της περιωνύμης «καθόδου των Δωριέων» ξεχνώντας και την άνοδο αυτών.

Οι Δωριείς θεωρούνται από τους ψευδοεπιστήμονες ως φύλο μη ελληνικό το οποίον κατήλθε από βορρά καταστρέφοντας ότι συνάντησε στο πέρασμά του. Οφείλω να αναφερθώ στους αρχαίους συγγραφείς οι οποίοι αναφέρουν τα εξής:

Ο Πλάτων στο έργο «Νόμοι» μας παραθέτει έναν διάλογο μεταξύ του ιδίου, του Κνώσιου Κλεινία και του Λακεδαίμονα Μέγιλλου. Στον διάλογο αυτόν οι τρεις γηραιοί άνδρες κατά την διάρκεια της διαδρομής τους από την Κνωσό προς το Ιδαίο Άντρο με σκοπό την μύηση τους στα Ανώτατα Μινωικά Μυστήρια συζητούν, κρίνουν και συγκρίνουν τα τρία Πολιτεύματα τους. Στους Νόμους του Πλάτωνα και στου στίχο 682d ο Πλάτων μας ενημερώνει ότι οι Δωριείς ήταν Αχαιοί, πράγμα με το οποίο συμφωνεί ο Μέγγιλος.

Πλάτων: «…στην διάρκεια όμως των δέκα ετών της πολιορκίας στο Ίλιον (Τροία), στην πατρίδα κάθε επιτιθέμενου τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι νεότεροι στασίασαν και δεν υποδέχθηκαν όπως έπρεπε τους στρατιώτες κατά την επιστροφή τους. Ακολούθησαν αμέτρητοι θάνατοι και σφαγές και εξορίες. Όσοι διώχτηκαν ξαναγύρισαν αργότερα με άλλο όνομα. Τώρα λέγονταν Δωριείς αντί Αχαιοί γιατί εκείνος που τους συγκέντρωσε στην Εξορία κατάγονταν από την Δωρίδα της Πίνδου. Πλήρης περιγραφή αυτών που έγιναν τότε υπάρχουν καταγεγραμμένα στην ιστορία των Λακεδαιμόνιων»

Μέγιλλος (Σπαρτιάτης): «Απόλυτα ορθόν».

Οπότε η Κάθοδος των Δωριέων στην πραγματικότητα ήταν πρώτα άνοδος και έπειτα κάθοδος και όχι των Δωριέων αλλά των Αχαιών οι οποίοι έφθασαν μέχρι των πυλών του Δουνάβεως όπως μας αναφέρει ο Νόννος. Κατά τη κάθοδο των επαναστατημένων ενωθήκαν και με άλλα ελληνικά δωρικά φύλα (Ορέστες, Άβαντες Μακεδόνες, Αψείδαντες, Παρωραίοι, Ελιμιώτες, Χάονες, Αμφιλόχοι, Κασσωπαίοι, Μολοσσοί, Δέξαροι κα.) που είχαν εξαπλωθεί μέχρι τις πύλες του Δούναβη, και τα οποία πιεζόμενα από Νορδικά φύλα άρχισαν να κατέρχονται προς Νότο.

Για να δούμε τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα παραπάνω

 Έχουμε 3 καταγεγραμμένους κατακλυσμούς, πρώτα του Ωγύγου, μετά του Δαρδάνου και τέλος του Δευκαλίωνος. Ο Δευκαλίων επέζησε από τον κατακλυσμό και έκανε τον Έλληνα, ο Έλληνας τον Δώρο, ο Δώρος τον Τέκταμο, ο Τέκταμος τον Αστέριο, ο Αστέριος τον Μίνωα, ο Μίνωας τον Δευκαλίωνα και ο Δευκαλίων τον Ιδομενέα.

Ο Τέκταμος του Δώρου, του γιου του Έλληνα που ήταν γιος του Δευκαλίωνα, κατέπλευσε στην Κρήτη μαζί με Αιολείς και Πελασγούς κι έγινε βασιλιάς του νησιού, παντρεύτηκε την κόρη του Κρηθέα κι απόκτησε τον Αστέριο.

Διόδωρος, Βίβλος 5, 80: «Ό,τι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι ονομαζόμενοι Ετεοκρήτες, που θεωρούνται αυτόχθονες, το είπαμε πιο πριν. Μετά από αυτούς και πολλές γενιές αργότερα, Πελασγοί, που περιπλανιόνταν ένεκα συνεχών εκστρατειών και μεταναστεύσεων, έφτασαν στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν σε ένα μέρος του νησιού. Τρίτο ήταν, λένε, το γένος των Δωριέων που έφτασε στο νησί με αρχηγό τον Τέκταμο, το γιο του Δώρου, το μεγαλύτερο μέρος ετούτου του λαού συγκεντρώθηκε, λένε, από την περιοχή του Ολύμπου, αλλά ένα μέρος του ήταν από τους Αχαιούς της Λακωνίας, επειδή ο Δώρος είχε τη βάση εξόρμησης στην περιοχή του Μαλέα. Τέταρτο γένος που ανακατεύτηκε με τους κατοίκους της Κρήτης ήταν, λένε, ένα συνονθύλευμα βαρβάρων που με τα χρόνια εξομοιώθηκαν στη γλώσσα με τους Έλληνες κατοίκους. Μετά απ ‘αυτά, επικράτησαν ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς και συνένωσαν τα έθνη του νησιού σε ενιαίο σύνολο».

Στράβων, I, IV 6 – 7: «Κατά τον Στάφυλο, ανατολικά της Κρήτης ζούνε οι Δωριείς, στα δυτικά οι Κύδωνες και στα νότια οι Ετεοκρήτες, με οικισμό τους τον Πράσο, όπου βρίσκεται το ιερό του Δικταίου Δία. Οι υπόλοιποι είναι πιο δυνατοί και κατέχουν τις πεδιάδες. Είναι εμφανές ότι Ετεοκρήτες και Κύδωνες είναι αυτόχθονες, ενώ οι άλλοι Επήλυδες. Ο Άνδρων λέει ότι οι Επήλυδες Κρήτες ήρθαν από τη Θεσσαλία, από την περιοχή που παλιά λεγόταν Δωρίδα και σήμερα Εσταιώτιδα».

Ιλιάδα Β 645 – 652: «Ο θαυμαστός στο δόρυ Ιδομενέας ήταν αρχηγός των Κρητών, οι άντρες της Κνωσού, της Γόρτυνας με τα τείχη, της Λύκτου, της Μιλήτου, της ασπροχώματης Λύκαστου, της Φαιστού και του Ρύτιου, πόλεις καλοκτισμένες, που κατοικούν στην Κρήτη με τις 100 πόλεις. Όλοι αυτοί είχαν αρχηγό τον Ιδομενέα, ικανό στο δόρυ και τον Μηριόνη, τον ισότιμο του ανδροφονιά Ευαλιου, έφεραν μαζί τους 80 μαύρα καράβια».

Οδύσσεια Ραψωδία Τ 172 – 181: «Αλλά και ώς έρέω ό μ’ άνείρεαι ήδέ μεταλλάς. Κρήτη τις γαϊ’ έστι, μέσω ένί οϊνοπι πόντω, καλή καί πίειρα, περίρρυτος· έν δ άνθρωπο/πολλοί, άπειρέσιοι, καί έννήκοντα πόληες. άλλη δ άλλων γλώσσα μεμιγμένη· έν μεν Αχαιοί, έν δ’ Έτεόκρητες μεγαλήτορες, έν δε Κύδωνες, Δωριέες τε τριχάϊκες δ ιοί τε Πελασγοί. τήσι δ’ ένί Κνωσός, μεγάλη πόλις, ένθα τέ Μίνως έννέωρος βασίλευε Διός μεγάλου όαριστής, πατρός έμοϊο πατήρ, μεγάθυμου Δευκαλίωνος Δευκαλίων δ έμέ τίκτε καί Ίδομενήα άνακτα·άλλ’ ό μεν έν νήεσσι κορωνίσιν Ίλιον ϊσωωχεθ’ άμ Άτρείδησιν, έμοί δ όνομα κλυτόν Λίθων, όπλότερος γενεή· ό δ άρα πρότερος καί άρείων».

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα των αρχαίων συγγραφέων εξάγονται τα εξής συμπεράσματα

1ον.  Η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας έγινε το 1900 – 2200 π.Χ.

2ον. Η έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή που σήκωσε όχι ένα, αλλά πολλαπλά τεράστια παλιρροϊκά κύματα με ύψος πάνω από 30 μέτρα και μήκος κάπου στα 30 μίλια, που χτυπούσαν τις ακτές της Κρήτης με συχνότητα 1 κάθε 30 λεπτά. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του Μινωικού Πολιτισμού. Για να έχουμε μέτρα σύγκρισης το τσουνάμι στην Σρι Λάνκα ήταν 3 μέτρων και ήταν μόνο υδάτινο.

3ον. Ο Ιδομενέας εφόσον ήταν εγγονός του Μίνωα σημαίνει ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα έλαβαν χώρα πριν την έκρηξη της Θήρας, αλλιώς δεν θα μπορούσε ο Ιδομενέας να είναι εγγονός του Μίνωα.

4ον. Η εξορία των στασιαστών Αχαιών έγινε με την επιστροφή των Αχαιών από την Τροία άρα την ίδια περίοδο που γύρισε και ο Ιδομενέας στην Κρήτη, άρα πριν την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, άρα πριν το 1900 π.Χ.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Χρήστο Ντούμα οι Δωριείς ήταν κάτοικοι της Ελλάδος που κάποτε εκτοπίστηκαν από τους Μυκηναίους σε ορεινές περιοχές, κάτι ανάλογο με αυτό που έχει συμβεί σε πολλούς πληθυσμούς στην ελληνική ιστορία.

Συνεπώς οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο με πολιτισμό και παράδοση ελληνική. Οι Δωριείς κατά την εξάπλωση τους και όχι κατά την κάθοδό τους, όπως συνηθίζεται να λέγεται, δεν επηρέασαν, όπως δεν επηρέασαν και οι προηγούμενοι επιτιθέμενοι από βορρά Ίωνες, Μινΰες, Αχαιοί τους κατακτηθέντες λαούς στη γλώσσα και θρησκεία την οποία εύκολα ως κατακτητές θα μπορούσαν να επιβάλλουν και τούτο διότι μιλούσαν την ίδιαν γλώσσα και πίστευαν-λάτρευαν τους ίδιους Θεούς. Αυτό συνέβη διότι ήταν και αυτοί Έλληνες και όχι άλλα μη ελληνικά φύλα, όπως επιδιώκεται να πιστεύει ο κόσμος.

Ινδο-ευρωπαίοι

Ο λόγος εξαιτίας του οποίου αναφέρθηκα στους Δωριείς ήταν αφ’ ενός μεν για να εκκαθαρίσω την ελληνικότητα και την εξάπλωση τους και αφ’ ετέρου για να αδράξουμε την ευκαιρία να ομιλήσουμε περί των ινδοευρωπαίων οι οποίοι δήθεν κατήλθαν από βορρά, οπότε αποτελούν το ερέθισμα για να ταυτιστούν υπό των αρμοδίων- με τους Έλληνες Δωριείς.

Δυστυχώς τα τελευταία έτη γίνεται προσπάθεια να κακοποιηθεί η ελληνική προϊστορία μα και η ιστορία από ανίκανους-αδιάφορους ή και κακόπιστους ιστορικούς και άλλους συγγραφείς οι οποίοι ή αγνοούν τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, ή αποσιωπούν τα όσα αναφέρονται παραποιώντας το ιστορικόν γίγνεσθαι. Πόρισμα των «ερευνών» των είναι η περί των ινδοευρωπαίων θεωρία, βάσει της οποίας εικάζεται ότι οι από βορρά κατελθόντες ινδοευρωπαίοι μετέδωσαν τα φώτα της γνώσεως και του πολιτισμού των στους λαούς του νότου και δη στους Έλληνες οι οποίοι θεωρούμεθα απολίτιστοι και ημιάγριοι.

Οι ανθελληνικές αυτές κινήσεις στερούνται και νοημοσύνης ακόμη καθώς οι αποδεχόμενοι και υπογράφοντες ως «ειδικοί» περί των ινδοευρωπαίων θεωρίας αγνοούν τα πορίσματα των ανασκαφών του Σλήμαν στη Τροίαν και τις Μυκήνες, του Έβανς στη  Κνωσό, του Μιλόϊσιτς στη Θεσσαλία, του Πουλιανού στην Χαλκιδική, του Δ. Θεοχάρη στη Αλόνησο, του Higes στην Ήπειρο, του Jacobson στο Φράχθι Ερμιονίδος, του Ventris και του Chadwich που αποκρυπτογράφησαν την Γραμμική Β’ Γραφή, του Vladimir Georgiev που αποκρυπτογράφησε τμήματα της γραμμικής β’ γραφής και άλλων διεθνούς φήμης ιστορικών, γλωσσολόγων.

Συστηματικά αγνοούνται και τα πορίσματα του αστρονόμου Χασάπη ο οποίος απέδειξε ότι οι Ορφικοί κατέγραψαν και ερμήνευσαν τα φυσικά και αστρονομικά φαινόμενα (3.680 και 11.860 π.Χ.) της εποχής των, τα οποία αποδέχεται ως γεγονότα και η επιστήμη της αστρονομίας, με πλήρη και συστηματικό τρόπον. Οι ορφικοί, επί τη ευκαιρία, ύμνοι είναι παλαιότατοι και από τα ινδικά και από τα αιγυπτιακά και Ασσυρο-βαβυλωνιακά κείμενα, αφού σύμφωνα με την μυθολογία μα και βάσει αναφορών των μη ελληνικών αρχαίων λαών οι Έλληνες από τα πανάρχαια χρόνια είχαν φθάσει μέχρι την Ινδία, τις Φιλιππίνες και την Κίνα. Τούτος είναι και ο λόγος που υπάρχουν πολλά όμοια γλωσσικά στοιχεία με τα ελληνικά και στην Κινέζικη γλώσσα, πράγμα που τελευταία αποδείχθηκε από την Μητσοπούλου Τερέζα μετά από πολυετείς μελέτες εις την κινεζική γλώσσα.

Άρα η αρχαιοελληνική προϊστορία βάσει και των ορφικών ανάγεται όχι στο 1.200 π.Χ. μα πολύ πιο πίσω. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο Ορφισμός ήτο μονοθεϊστική μυστηριακή θρησκεία η οποία είχε ως βάση της στο Δωδεκάθεο, περιέχουσα και κοσμογονικά στοιχεία εκτός των θρησκευτικών και των αστρονομικών στοιχείων. Επί πλέον θα αναφερθώ ότι οι έρευνες της Ενριέτας Μερτζ και του Τσαρλς Μπέρλιτζ απέδειξαν την μετάβαση του Οδυσσέα και των Αργοναυτών στη Δύση και δη στην αμερικανική ήπειρο, ενώ οι διεξαχθείσες έρευνες στο σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδος απέδειξαν ότι υπήρξαν στρώματα συνεχούς οικήσεως στο σπήλαιο αυτό από τη παλαιολιθική εποχή μέχρι και τη νεολιθική, πράγμα που καταδεικνύει ότι ο ελλαδικός χώρος κατοικούνταν από εκείνα τα χρόνια.

Επιχείρησα αναγκαστικά όλες αυτές τις αναφορές, στις αρχαιολογικές έρευνες, διότι πρέπει να καταδειχθεί ότι αφ’ ενός μεν υπάρχει ανθελληνική κίνησης που συντελεί στην πλαστογράφηση της ιστορίας των Ελλήνων και αφ’ ετέρου ότι η ύπαρξης των ινδοευρωπαίων «βολεύει», ταυτιζόμενη με την κάθοδο των Δωριέων, στην έκδοση ιστορικών πλαστογραφήσεων. Χωρίς λοιπόν να μακρηγορήσω θα αποδείξω γιατί δεν υφίσταται η ινδοευρωπαϊκή φυλή, όπως θέλουν να υποστηρίζουν κάποιοι «ειδικοί».

Η εικασία περί «ινδοευρωπαίων» που κατήλθαν από τον βορρά δεν είναι ιστορικώς αναγκαία, καθώς εάν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο θα υπήρχε-εμφανιζόταν ιστορική διακοπή ή και αναστολή της εξελικτικής διεργασίας των λαών (ελληνικών) που διαβιούσαν στον Αιγαιακό χώρο, πράγμα αντίθετο από εκείνο που παρατηρήθηκε στους πολιτισμούς.

Λόγω του ότι πουθενά δεν βρέθηκε κάτι που να δείχνει την ανθρωπολογική- αρχαιολογική – γλωσσική και ιστορική ύπαρξη των ινδοευρωπαίων, η όλη υπόθεση είναι άνευ σοβαρής αιτιάσεως.

Κανένας λαός από τους διαβιούντες στον Αιγαιακό και πέριξ χώρο δεν αναφέρει τι περί των ινδοευρωπαίων στις παραδόσεις του (προφορικός ή γραπτός, θρύλους, μύθους, παραμύθια, τραγούδια). Όλοι τους αγνοούν! Και όχι βέβαια σκόπιμα!

Γεωφυσικά και κλιματολογικά είναι αδύνατη η ύπαρξης τους διότι οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν το 15-12.000 π.Χ. από νότο προς βορρά, οπότε η ζωή στον βορρά όχι μόνο ήταν σχεδόν αδύνατος μα και αν υποθέσουμε ότι υπήρχε θα ήταν αδύνατο οι διαβιούντες στους πάγους να κατέλθουν απειλητικά προς τον νότο ως συγκροτημένες πολεμικές ομάδες. Άλλωστε λιώνοντας οι πάγοι η Ευρώπη έγινε στα χαμηλά μέρη της ένα απέραντο έλος και στα υψηλά μέρη ένα αδιαπέραστο δάσος από βουνά. Οπότε και λογικώς μάλλον από νότο προς βορρά είναι δυνατή και πιθανή και όχι αντιστρόφως, η μετακίνησης. Άρα:

α) Οι λεγόμενοι «ινδοευρωπαίοι» δεν είναι άλλοι από ελληνικά φύλα που ξεκινώντας γύρω στο 9.000-8.000 π.Χ. από το Αιγαίο μετακινούμενα επί βασιλείας του Ουρανού και με αρχηγό των Διόνυσο τον Ά, διέδωσαν μέχρι την Ινδία τον ελληνικό πολιτισμό τους.

β) Ουδέποτε υπήρξε κάθοδος των Δωριέων μα μετακίνηση ελληνικών φύλων που είχαν επεκτατικές μόνον βλέψεις (βλ. Τρωϊκό Πόλεμο), και Αρποκράτεια έπη του Αριστέα του Προκοννήσιου).

γ) Η λεγόμενη ομογλωσσία- ομοιογλωσσία των Αρίων υπάρχει ως αποτέλεσμα της προϊστορικής ελληνικής επέκτασης στην Ευρώπη και στην Ασία μέχρι τις Ινδίες (βλ Αρποκράτεια έπη του Αριστέα του Προκοννήσιου). Η γλωσσολογική και ιστορική έρευνα απέδειξε ότι οι Άριοι είναι οι γηγενείς Αιγαίοι η δε λέξις Άριος προέρχεται από την λέξη «Αρ» που στην πρωτοελληνική γλώσσα σημαίνει «γη», οπότε δηλώνει τον γηγενή-αυτόχθονα.

δ) Προέλληνες με την έννοια της Φυλής άσχετης προς τους Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ αφού οι Έλληνες ήταν γηγενείς ανέκαθεν στην Αιγηίδα.

Τα επιπλέον πλείστα αναπάντητα ερωτήματα περί των ινδοευρωπαίων όπως ποια ήταν η πρώτη κοιτίδα τους, πότε και γιατί εγκατέλειψαν την κοιτίδα τους, ποια πορεία ακολούθησαν, γιατί δεν υπάρχει ίχνος των ιδίων και της πορείας τους, πως και γιατί έφυγαν οι ινδοευρωπαίοι από τα μέρη στα οποία επέδραμον, πως ενώ καταστρέφουν και πυρπολούν, δείχνοντας ημιάγρια μορφή, επιδεικνύουν πολιτιστικά στοιχεία αξιόλογα (Μινωϊκό-μυκηναϊκό πολιτισμό), πως από βόρειοι λαοί γίνονται ξαφνικά θαλασσοκράτορες, γιατί αφήνουν τα ορεινά εδάφη και κατεβαίνουν προς την άγρια, αδυσώπητη και ταυτόχρονα άγνωστη θάλασσα, πως δεν έχουμε νέα πολιτισμικά στοιχεία, όλα αυτά δείχνουν όχι ύπαρξη μα ανυπαρξία για να μην πούμε ότι δείχνουν πως οι ινδοευρωπαίοι ήτα Αιγαίοι και πάλι.

Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει ένα «βαρύ» επιστημονικό «προσωπικό» που δεν την αποδέχεται όπως τον Θεόφιλο Μπάγερ, τον Κούρτιους, τον Γκρόσσλαντ, τον Ρένφριου, τον Γκαβέλα Μπράνκο, τον Μιλόϊσιτς, τον Πούγλκραμ και πλείστους άλλους. Δυστυχώς από την άλλη μεριά η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει ως υποστηρικτές της διαπρεπείς Έλληνες και ξένους πανεπιστημιακούς καθηγητές, οι οποίοι όμως δεν δίνουν απαντήσεις ή δεν αντιπροτείνουν κάτι νεότερο στα ήδη τιθέντα αναπάντητα ερωτήματα, αποδεικνύοντας με τη «σιωπή τους», την ανυπαρξία της θεωρίας που προσυπογράφουν.

Το χειρότερο είναι ότι η περί των ινδοευρωπαίων θεωρία μα και η περί της καθόδου των Δωριέων εικασία «μεταλαμπαδεύετε» στα σχολικά βιβλία από το δημοτικό σχολείο και συνεχίζεται στο Γυμνάσιο και Λύκειο, οπότε οι μαθητές τελειώνοντας τη δωδεκαετή εκπαίδευση τους γαλουχούνται με τις ανωτέρω θεωρίες, οπότε μετά να είναι δύσκολο να πιστέψουν και οι ίδιοι ότι και η κάθοδος των Δωριέων ουδέποτε έγινε και οι ινδοευρωπαίοι είναι φύλο ανύπαρκτο. Δεν είναι εύκολο να απορρίψουν ότι τόσα χρόνια επίπονα διδάχθηκαν το οποίο είχε και την επιστημονική σφραγίδα.

Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην προέλευση του ονόματος «Έλλην», βάσει των κειμένων και των παραδόσεών μας.

Ο Έλλην ήταν υιός του Διός και της Πύρρας ή της Δορρίπης, ενώ άλλη παράδοση τον παραδίδει ως υιό του Δευκαλίωνος και της Πύρρας. Άρα ο Έλλην είναι εκ θείας προέλευσης και αμιγώς ελληνικής. Ενδεικτικά θα αναφερθώ, ότι ο μεν Δευκαλίων ήτο υιός του Προμηθέα, η δε Πύρρα κόρη του Επιμηθέα, δηλαδή οι γονείς του Έλληνα αμφότεροι προέρχονται από θεϊκή γενιά, κατά την δεύτερη εκδοχή της μυθολογικής ανθρωπογονίας.

Ετυμολογικά το όνομα «Έλλην» και «Ελλάς» προέρχεται από το όνομα των κατοίκων της Δωδώνης Ελλών ή Σελλών οι οποίοι αναφέρονται στην Ιλιάδα του Ομήρου (Ομήρου Ιλιάς Π 233-235), όπου αναφέρεται και η επίκλησης των ιερέων του Δωδωναίου μαντείου: «Ζευ, άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ, τηλόθ, ναίων, Δωδώνης μεδέν δυ- σχειμέρου- αμφί δε Σελλοί σοι ναίους· υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι» (Δία βασιλιά Δωδωναίε Πελασγικέ, που κάθεσαι μακριά και προστατεύεις τη Δωδώνη με τον βαρύ χειμώνα και γύρω κατοικούν οι Σελλοί οι ερμηνευτές των χρησμών σου που κοιμούνται κατά γης και έχουν άνιπτα πόδια.)

Αυτή η ετυμολόγηση βρίσκει σύμφωνο και τον Αριστοτέλη (Αριστοτέλους Μετεωρολογικά, 1, 352α). Άλλωστε η ρίζα «σαλ» παράγειρήματα των μεσογειακών γλωσσών που σημαίνουν «προσεύχομαι», «ικετεύω», παραπέμπει στη πελασγική πανάρχαια γλώσσα.

Από άλλη πάλι ρίζα, (Σαλοί) παράγεται ρήμα που σημαίνει «ξηραίνεσθαι» και ουσιαστικά σημαίνει τον ξεροπόταμο και τους ξηρούς βράχους, παραπέμποντας στον Σελινό ποταμό, την Σηλινούν πόλη στην Κιλικία και άλλα παρεμφερή τοπωνύμια. Από άλλη πάλι ρίζα («σολ») παράγεται και ρήμα που σημαίνει «λάμπειν» και «φωτίζειν», από το οποίον προέρχονται λέξεις όπως σελήνη-σέλας-Ελάνη (λαμπάδα)- sol (ήλιος), Μασσαλία και άλλες.

Άλλη πάλι ετυμολόγηση του ονόματος «Ελλάς» προέρχεται από τη σύνθεση των όρων «ελ» + «λας», σημαίνουσα την «πέτρα», «λίθο» (λάας-λας=λίθος-πέτρα) + το φως το πνευματικό (ελ-ηλ=ήλιος). Άρα Ελλάς σημαίνει τον λίθο-πέτρα-χώρα του πνευματικού φωτός, δηλαδή χώρα του πνεύματος.

Η λέξη με την ονομασία Έλλην ήδη ευρίσκεται και στον Όμηρον (Ομήρου Ιλιάς, Β’ 681-685) όπου γίνεται αναφορά  «στην Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες» («Ελλάδα καλλίστην γυναίκα»), πράγμα που παραπέμπει στη πεποίθηση που υπήρχε και πριν της εποχής του Ομήρου γνώση, ότι οι Έλληνες ήταν προ και επί της ομηρικής εποχής αυτόχθονες και γηγενείς στην χώρα που διαβιούν και την σήμερα.

Πιστεύω ότι από τα ανωτέρω εξάγεται το συμπέρασμα πως οι Έλληνες υπήρξαν ως αυτόχθονες από την πάλαι ποτέ Αιγηίδα μέχρι τον σημερινό ελλαδικό χώρο, καθώς και το ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία μα και η κάθοδος των Δωριέων είναι ιστορικώς ανύπαρκτη και αστήρικτη.

Είτε το θέλουν κάποιοι »ειδικοί» είτε όχι, η Ελλάς και οι Έλληνες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο μα και στην οικουμένη δίδοντας και μεταδίδοντας τα πνευματικά τους φώτα, πράγμα που έκαναν και στο παρελθόν εκπολιτίζοντας λαούς απολίτιστους οι οποίοι σήμερα προσπαθούν να αυτοαναδειχθούν ως φωτοδότες πολιτισμών και λαών, πράγμα που δεν ήταν ποτέ πραγματικότητα.

Αποτελεί χρέος όλων μας να μελετούμε τη προϊστορία και ιστορία μας προκειμένου να γνωρίζουμε τον πολιτισμό που οι προγονοί μας έπλασαν, οπότε με κάθε μέσον να δυνηθούμε να τον υπερασπίσουμε από οιονδήποτε τον καπηλεύεται, τον πλαστογραφεί και επιδιώκει την εξαφάνισή του. Και τούτο διότι έχει αποδειχθεί ότι λαός ο οποίος απώλεσε την ιστορική του μνήμη σταδιακά εκφυλίσθηκε και τελικά εξαφανίσθηκε από το ιστορικό γίγνεσθαι, μένοντας μόνο παρελθόν.

Είναι χρέος μας λοιπόν εμείς ως Έλληνες που δημιουργήσαμε και μεταδώσαμε τον πολιτισμό στην ανθρωπότητα να αποβούμε συνεχιστές του έργου των ένδοξων προγόνων μας, όντες συνεπείς προς εκείνους μα και προς την ιστορία, η οποία απαιτεί την συνέχιση του Ελληνικού Πολιτισμού. Του Πολιτισμού εκείνου ο οποίος φώτισε, φωτίζει και επιβάλλεται να φωτίσει τα σκοτάδια της αμάθειας μεταδίδοντας το ελληνικό πνευματικό και θεϊκό Απολλώνιο Φως που καταλύει όλων των ειδών τα σκοτάδια και επιβιώνει στο πέρασμα των αιώνων, ανόθευτο και αναλλοίωτο.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι το έργο: «Ο Φειδίας Παρουσιάζει την Ζωφόρο του Παρθενώνα στους Φίλους του», λάδι του Λόρενς Άλμα- Τάντεμα (1868)

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999
  • Καρττοδίνη Ε.-Δημητριάδη, Πελοπόννησος, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 1993
  • Πασσά I., Η Αληθινή Προϊστορία, Εκδ. Εγκυκλ. Ηλίου.
  • Γεωργαλά Γ., Ινδοευρωπαίοι ή Αιγαίον;, Αθήνα 1996.
  • Ομήρου, Ιλιάς. Εκδ. Γεωργιάδη
  • Μητσοποΰλου Τερέζα, Ελλάδα-Κίνα, ένας πολιτισμός, Αθήνα 1998
  • Τσατσόμοιρος Ηλίας, Αιγαίο βουνό, Αθήνα 1991
  • Άρθρα Χριστοδουλάκη Σταΰρου «Ιστορικά λάθη των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθ¬μιας εκπαιδεύσεως» στο περιοδικό «Αέροπος», τ. 32, 33, 35
  • Μητσοπούλου Τερέζα, Η Κοινή καταγωγή της Ελληνικής και της Κινεζικής Γλώσσας, Αθήνα 2002.
  • Σίτου Σπυρ., Ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γ’ έκδοσις, Ιωάννινα 1984
  • Mylonas G., Mycenae, A Guide to its ruins and its History, Athens, 1967
  • Hutchinson R., Prehistoric Crete, Peng. Books
  • Higgins R., Minoan and Mycenaean Art, London 1967
  • Ηροδότου Ιστορία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Μάριου Δημοπουλου: Oι Πελασγοί στην Μεσοποταμία
  • Ιωάννης Τζέτζης: Ιλιακά . Εκδ Ιχώρ
  • Πλίνιου Φυσική Ιστορία Χ, XXXIII, XXI, LXX 7.174
  • Μάξιμος ο Τύριος Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Αισχύλος : Προμηθέας Δεσμότης. Εκδόσεις Κάκτος
  • Στέφανου Βυζάντιου : Εθνικά Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Δαμάστης στο «Περί εθνών Εκδόσεις Κάκτος
  • Ξενοφών : Κύρου παιδία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Φιλόστρος περί Απολλωνιου του Τυαναία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Ο Κλαύδιος Αιλιανός «Περί Ζώων Εκδ. Γεωργιάδης
  • Κτησίας ο Κνίδιος: Ινδικά, Εκδ Ακάδημος
  • Νόννος : Διονυσιακά. Εκδ. Κάκτος
  • Παυσανίας Ἀττικά. Εκδ. Κάκτος
  • Ευστάθιος Θεσσαλονίκης: , Εὐσταθίου Παρεκβολαί . Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Όμηρος, Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια Εκδ Ηλιοτρόπειο.
  • Γεώργιος Α Πλάνας. Αρχαία Ελλάδα, Φιλοσοφικός Σύλλογος ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο ζωδιακός κύκλος στην παγκόσμια μυθολογία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου , Αθηνα 2010
  • Groot J de 1996, Ομηρικό Λεξιλόγιο των Λεξημάτων που απαντούν από 10000 έως 10 φορές στα δύο ‘επη, εκδ. Ακκάδιμος
  • Holscher U. 1939 Utersuchungen zur Form der Odyssee, Hermes, Einzelshriften Κακρίδης Φ. Ι. 1981 ¨ Προβλήματα Ομηρικής θεολογίας
  • Κυρτάτας Δ. & Ράγκος Σ. 2013, Η Ελληνική Αρχαιότητα
  • Στράβων, Η. Εκδόσεις Άγρα
  • Διονύσιος Άλικαρνασσεύς. Εκδ. Κάκτος
  • Δίκτης ό Κρητικός, ‘Εφημερίδα τοϋ Τρωϊκού
  • πολέμου, έκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη. Εκδ Άγρα
  • Ίωάνννης Μαλάλας, Χρονογραφία.Εκδ Λιβάνης
  • Ιωάννης Άντιοχεύς, Λόγος Δεύτερος.Εκδ Ιχώρ
  • Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών.
  • Σοβιετική ‘Εγκυκλοπαίδεια, ‘Ομηρικό ζήτη¬μα, Συμπλήρωμα ‘Ελλ. «Εκδοσης.
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος.
  • Περί ‘Ομήρου καϊ Ησιόδου και τοϋ γένους και τοϋ άγώνος αύτών Όμηρος. Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια. Φώτιος Κών/λεως. Βιβλιοθήκη. Λεξικό Σουίδα.
  • Κλαύδιος Αιλιανός. Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Ακάδημος
  • Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάς, 1923. Εκδ Ακάδημος
  • Αλέξανδρος Πάλλης. Ηλιάδα 1904
  • Νίκος Καζαντζάκης & Ι. Θ Κακρίδης, Ομήρου Ιλιάδα 1955. Εκδόσεις Πάλλη
  • Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ομήρου Ιλιάδα, (εισαγωγικά στον Όμηρο, ευρεία περίληψη του έπους, μετάφραση, σχόλια, αναλύσεις και διδακτική επεργασία κατά ραψωδίες), Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2004, ISBN: 960-8437-26-1
  • Κόραβος, Ιωάννης και Δρόσου, Χρυσάνθη. Ομήρου Ιλιάδα (2008). Μετάφραση σε σύγχρονα νέα ελληνικά. Εκδόσεις Σοκόλη.
  • Μαρωνίτης Δ. ,Ομήρου Ιλιάς Μετάφραση σε νέα ελληνικά. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Κακριδής Φ. (2005), Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα νεοελληνικών σπουδών, σ. 106
  • Μπερενίς Ζοφρουά: Ο Όμηρος και το ελληνικό ιδεώδες, Οι φορείς της γνώσης
  • Αναστασία Πετράκη. ΙΛΙΑΔΑ «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ»
  • Τάκη Σινόπουλου . Ο ποιητικός μύθος της Ελένης
  • Ορφέως, Αργοναυτικά – Λιθικά, Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Αθήνα 1998
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Πρώτος Τόμος, Αργοναυτικά, Ύμνοι, τ. 616, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Δεύτερος Τόμος, Λιθικά, Λιθικά κηρύγματα, (Σωκράτους και Διονυσίου Περί λίθων), Όσοι των λίθων εις ανακωχήν ζάλης και τρικυμίας θαλάσσης, τ. 617, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Εξ αρχαιοτέρων έργων, Αρπαγή Περσεφόνης, Ιερωνύμου και Ελλανίκου Θεογονία, Ιεροί λόγοι εν Ραψωδίαις κδ’, τ. 1208, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Διαθήκαι ή Παλινωδία, Αστρολογικά (Δωδεκαετηρίδες, Εφημερίδες, Γεωργία, Περί δραπετών, Περί σεισμών, Περί επεμβάσεων, Περί καταρχών), [Αστρονομία], [Αμμοσκοπία], Δίκτυον, Επιγράμματα, Θρονισμοί Μητρώοι, Θυηπολικόν, Ιερός λόγος Αιγύπτιος, Ιεροστολικά, Καθαρμοί, Εις Άιδου κατάβασις, Καταζωστικόν, [Κλήσεις κοσμικαί], [Κορυβαντικόν], Κρατήρ, Μικρότερος Κρατήρ, [Νεωτευτικά], [Ονομαστικόν], Όρκοι, [Πέπλος], Σφαίρα, [Σωτήρια], Τελεταί, [Τριαγμοί], Ύμνοι, Εις τον Αριθμόν Ύμνος, Φυσικά, Περί φυτών, βοτάνων και ιατρικής, Χρησμοί, Ωιοθυτικά, Ωιοσκοπικά, τ. 1209, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003 Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες»,
  • Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, τ. 618, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999 Κωνσταντίνου Κουρτίδου,
  • Τα Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια ήτοι τα Καβείρια – Διονύσια Ορφικά και Ελευσίνια, Εν Αθήναις 1934
  • Τα Καβείρια Μυστήρια, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993 Ευσταθίου Η. Λιακόπουλου,
  • Τα Ορφικά Μυστήρια και η Αρχαία Ελληνική Μεταφυσική (Εξωτερικά, Εσωτερικά και Μυστικά Τελέσματα), Εκδόσεις «Έλλην», Αθήνα, 1999
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Προσωκρατικοί, Ενδέκατος τόμος
  • Εμπεδοκλής, τ. 814, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000
  • Στεφάνου Α. Παϊπέτη, Η Βασιλική Αψίδα και ο Νόμος της Παγκόσμιας Έλξης
  • Νόννος Διονυσιακά Εκδόσεις Κάκτος

«Η Μυθολογική Προϊστορία των Ελλήνων» (Μέρος Α’ ), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

 «Γιατί εμείς που κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους, ούτε τη βρήκαμε έρημη, ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς απ’ όλους τους Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα».

«Όσο για την αρχαιότητα του γένους, όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί βάρβαροι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες…» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24- 25)

«Ποιος άλλος έχει πει για την πατρίδα του τόσο ωραίο εγκώμιο όσο ο Ευριπίδης : Στ’ αλήθεια, λαός που δεν ήρθε απ’ αλλού, αλλά γεννηθήκαμε αυτόχθονες. Του Θησέα το πατρικό γένος φτάνει ως τον Ερεχθέα και τους πρώτους αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Περί Φυγής», 604D-E, 13)

Έχει αποδειχθεί με τον πιο εμφανή τρόπο από την επιστήμη της αρχαιολογίας και της ιστορίας ότι δεν υπάρχει ιστορία άλλου έθνους τόσο μεστή από γεγονότα και διδάγματα όσο η ιστορία των Ελλήνων. Το πόσο έχει επιδράσει ο Ελληνικός Πολιτισμός στην ανθρωπότητα και έχει καθορίσει την εξελικτική της πορεία είναι γεγονός άνευ συζητήσεως και αντιπαραθέσεως από οιονδήποτε γνωρίζει, λίγο ή πολύ, την ιστορική έρευνα με τις αποδείξεις τις οποίες έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη προς επικύρωση των ανωτέρω.

Ο Ελληνικός Πολιτισμός έχει γηγενή προέλευση στον ελληνικό χώρο και ο Έλλην ζούσε στον ίδιον τόπο όπου διαβιεί και σήμερα αυτόχθων όντας, άσχετα εάν κάποιοι τον θέλουν ως προερχόμενο από άλλους λαούς όπως τους ινδοευρωπαίους οι οποίοι ιστορικά ουδέποτε υπήρξαν πλην στην φαντασία των υποστηρικτών της αντίστοιχης ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Προκειμένου να κατανοηθεί η γηγενής προέλευση του Ελληνικού Έθνους απαιτείται να ανατρέξουμε στη μελέτη της προϊστορίας της Μεσογείου η οποία ήταν εντελώς διαφορετική κατά τους αρχαίους χρόνους.

Βρισκόμαστε λοιπόν στη Μεσόγειο προ 20 ή 30 ή και πλέον χιλιάδων ετών, όταν στη Μέση Γη, δηλαδή τη Μεσόγειο, η οποία ευρίσκετε μεταξύ Ελλάδος και Αφρικής, υπάρχον αντί της θάλασσας μία ή και δύο μεγάλες λίμνες μαζί με μία εύφορη κοιλάδα με εύκρατο κλίμα. Εντός της κοιλάδας αυτής διαβιούσαν συνοικισμοί ανθρώπων της λίθινης εποχής οι οποίοι είχαν ανάπτυξη ανάλογο της εποχής των πολιτισμό. Όλη αυτή η περιοχή αποτελούσε ένα γεωγραφικό τόξο το οποίο περιελάβανε τα Ακροκεραύνια όρη, τον Όλυμπο, τις ακτές της Θράκης μέχρι την Κρήτη και τις Ιονίους νήσους, μέχρι του μεσημβρινού της Κωνσταντινουπόλεως.

Όλη αυτή η μέση Γη, δηλαδή η γη μεταξύ Ελλάδος και Αφρικής, η οποία ονομάζεται Μεσόγειος, αποτελούσε την Αιγηίδα η οποία ονομάσθηκε έτσι από τον Φίλιπσον το έτος 1898. Η Αιγηίς περιελάβανε όπως προαναφέραμε δύο λίμνες ή μάλλον δύο εσωτερικές θαλάσσιες λεκάνες οι οποίες περιεβάλλοντο από παντού από ξηρά. Η ανατολική λεκάνη -η νεότερη— ετροφοδοτείτο από τον Αδριατικό ποταμό, από τον Νείλο και από έναν ίσως ποταμό ο οποίος κατήρχετο από τα όρη της Αιγύπτου. Τα νησιά του σημερινού ελληνικού αρχιπελάγους αποτελούν τας κορυφές των ορέων (βουνών) της Αιγηίδος τα οποία διασωθήκαν και παρέμειναν μετά την καταστροφή του όλου Αιγαιακού χώρου όπως τα γνωρίζομε μέχρι σήμερα.

Στη Μεσόγειο ζούσαν οι άνθρωποι του είδους Γκριμάλδι (παλαιολιθικοί) και ίσως νεολιθικοί και Αζιλιανοί, οι οποίοι είχαν αναπτύξει σπουδαίο πολιτισμό όπως αποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα της εκεί περιοχής. Ο χώρος αυτός της Αιγηίδος άρχισε σιγά- σιγά να πλημμυρίζεται από τα ύδατα του Ατλαντικού και του Εύξεινου Πόντου οι οποίοι εισρέοντας αύξαιναν τη στάθμη των λιμνών σταδιακά.

Οι χαμηλότερες περιοχές καλύπτονταν από τα ύδατα και οι κάτοικοι των λιμναίων οικισμών άρχισαν σταδιακά να αποσύρονται στα υψηλότερα σημεία των κορυφών των πέριξ της κοιλάδας λόφων προκειμένου να βρουν ασφαλέστερο καταφύγιο.

Πληροφορίες περί της Αιγηίδος και γενικά περί της περιοχής του τότε Αιγαίου έχομε από τον Αθανάσιο Σταγειρίτην στα συγγράμματά του «Ωγυγεία», από τον Ευήμερο στην Ιερά αναγραφή, από τον Παυσανία στα Αχαϊκά, από τον Νόννο η αρχαία προϊστορία και από τον Πλάτωνα στους  διάλογους του «Τίμαιον» και «Κριτίαν». Στους πλατωνικούς διάλογους αναφέρεται ότι ο Αιγαιακός πολιτισμός ήταν αρχαιότερος του Αιγυπτιακού κατά 9.000 έτη τουλάχιστον όπως επληροφόρησαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι σοφοί της Σαίδας στον Σόλωνα (τον 6ον π.Χ. αιώνα), όταν ο τελευταίος είχε μεταβεί στην Αίγυπτο.

Οι Αιγύπτιοι γνώριζαν καλύτερα τα αρχαιοελληνικά πράγματα από τους Έλληνας δια δύο λόγους: Πρώτον διότι η Αίγυπτος και συγκεκριμένα η Σαίς είχε σύμφωνα με τις αιγυπτιακές παραδόσεις ιδρυθεί από την ίδια την Θεά Αθηνά η οποία την έκτισε 1.000 έτη μετά την ίδρυση της Αθήνας και η Σαίς και γενικά όλη η Αίγυπτος υπήρξαν ως αρχαιότατες αποικίες των Αθηναίων και δεύτερον διότι η Αίγυπτος δεν ζημιώθηκε καθόλου από την καταστροφή της Αιγηίδος ενώ παράλληλα διατήρησε την αρχαιογνωσία της ελληνικής γης εκείνα τα χρόνια, καθώς στις ιερές δέλτους των ναών της διατηρούσε τις περί της Αιγηίδος πληροφορίες.

Δυστυχώς οι Έλληνες δεν ήταν δυνατόν να θυμηθούν τίποτε περί της Αιγηίδος διότι η καταστροφή που την έπληξε ήταν ολοσχερής. Δεν έμεινε τίποτε από το άλλοτε Αιγαίο παρά  βουνά όπου διαβιούσαν οι παναρχαιότατοι πρωτοέλληνες και πρόγονοι μας. Κυριολεκτικά δεν έμεινε τίποτε.

Η λίμνη Βοιβηίδα (σημερινή Κάρλα)

Η αύξηση των εισερχόμενων υδάτων από τον Ατλαντικό και τον Εύξεινο Πόντο βαθμηδόν αυξανότανε λόγω της συνεχούς τήξης των πάγων του βορρά οι οποίοι αύξαιναν περισσότερο την γενική στάθμη των υδάτινων όγκων της γης. Η πλήρωση της Μεσογείου πρέπει να πραγματοποιήθηκε γύρω στο 10.000 π.Χ. επί βασιλείας του Θεού Ουρανού κατά τον Νόννο, και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της προϊστορίας του ανθρώπινου γένους.

Η τελική καταστροφή της Αιγηίδος εικάζεται ότι έγινε όταν στην περιοχή της Φθίας, δηλαδή της Θεσσαλίας βασίλευε των εκεί ελληνικών διαβιούντων φυλών ο Δευκαλίων, πράγμα που συμπίπτει με την Βούρμια γεωολογική περίοδο (η οποία επίσης τοποθετείται γύρω στο 10.000 π.Χ.), σύμφωνα με την οποία η Επιστήμη της Γεωλογίας απέδειξε ότι οι πάγοι έλιωσαν στον βορρά πλημμυρίζοντας σταδιακά τα νότια μέρη.

Επί Δευκαλίωνος, λοιπόν, στον θεσσαλικό κάμπο η εκεί λίμνη Βοιβηίδα (σημερινή Κάρλα) γέμισε με τα όμβρια ύδατα του κατακλυσμού που επίσης συνέβη το 10.000 π.Χ. και βρίσκοντας τα όμβρια ύδατα διέξοδο στο στενό των Τεμπών ξεχύθηκαν, αφού προηγουμένως κατέπνιξαν τα ελληνικά φύλα, όπως τους Λέλεγες που διέμεναν περί της Βοιβηίδος λίμνης στον θεσσαλικό κάμπο, και ανεβάζοντας τα ήδη ανεβασμένα ύδατα των λιμνών της Αιγηίδος κατέπνιξαν τον διαβιούντα κόσμο. Είναι τραγικό και το να φανταστεί κανείς τι γεγονότα θα διαδραματίσθηκαν τότε.

Οι λίμνες οι οποίες ήταν κατ’ αρχήν οι μεγάλοι φίλοι, οι τροφοδότες και η κατοικία των εκεί διαβιούντων λαών, έγιναν οι εχθροί και ο υγρός τάφος τους.

Τα ύδατα που ήδη είχαν φουσκώσει ξεχύθηκαν και οι ανθρώπινοι συνοικισμοί κατακλύσθηκαν από τα νερά τα οποία μετεβληθήσαν σε κύματα, καταδιώκοντας λυσσαλέα τους ατυχείς φυγάδες καταπνίγοντας τους και καταστρέφοντας αδυσώπητα ότι με τόσο κόπο είχαν δημιουργήσει μέχρι τότε.

Όλη η λεκάνη της Μεσογείου συνοψίζοντας όπου είχε δημιουργηθεί ο Αιγαιακός πολιτισμός, είχε αρχίσει να πληρώνεται με ύδατα σταδιακά από δυσμάς και ανατολάς αλλά και από βορρά και συνεπληρώθη υπό του κατακλυσμού (επί Δευκαλίωνος) ο οποίος (κατακλυσμός) αφού γέμισε τη θεσσαλική λίμνη Βοιβηίδα ξεχύθηκε από το στενό των Τεμπών καταπνίγοντας και εξαφανίζοντας τον πάλαι ποτέ Αιγαιακό πολιτισμό.

Ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Ελλάδος φαίνονται οι Πελασγοί. Διάφοροι άλλοι οι οποίοι διαβιούσαν πέριξ των λιμνών της θεσσαλικής Βοιβηίδος, των λιμνών της Αιγηίδος και στα άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, όπως οι Γραικοί, Λέλεγες, Κάρες,  Δρώπες, Θεσπρωτοί, κ.α.

Ο Πελασγικός Κόσμος

Διερευνώντας την προϊστορία της Ελλάδος οφείλουμε να μελετήσουμε και τους αρχαιοτέρους κατοίκους της οι οποίοι ήταν η βάσις και τα θεμέλια για όλο τον μετέπειτα πολιτισμό, ο οποίος επηρέασε όλη την ανθρωπότητα.

Ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Ελλάδος φαίνονται οι Πελασγοί. Διάφοροι άλλοι οι οποίοι διαβιούσαν πέριξ των λιμνών της θεσσαλικής Βοιβηίδος, των λιμνών της Αιγηίδος και στα άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, όπως οι Λέλεγες, Κάρες, Δρώπες, Θεσπρωτοί, Γραικοί  Χάονες, Δωδωναίοι, Μολοσσοί, Παίονες, Αθαμάνες, Μύγδονες, Φρύγες, Δαναοί, Αχαιοί και άλλοι ήταν τοπικές ονομασίες ενός και μόνον λαού των Πελασγών. Είναι κάτι ανάλογο με το να ομιλούμε περί Ελλήνων και περί Ηπειρωτών, Μακεδόνων, Κρητών, Θεσσαλών, Ρουμελιωτών, Πελοποννησίων, Κυκλαδιτών, Ροδίων, Κυπρίων κ.ά.

Οι Πελασγοί θεωρούνται οι γενάρχες όλων των ελληνικών φύλων, πράγμα που παραδέχονται και οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς όπως οι Απολλόδωρος, Αθήναιος,  Θουκυδίδης, Στράβων, Διόδωρος, Αριστέας ο Προκοννήσιος και άλλοι. Περί των Πελασγών υπάρχουν λίγες πληροφορίες και συγκεχυμένες ιδέες τόσο περί της προελεύσεως όσο και περί των αιτιών του διασκορπισμού των, αν και οι λίγες πληροφορίες που έχουμε από τους ανωτέρω αναφερόμενους Έλληνες συγγραφείς, η βασική αιτία του διασκορπισμού των οφείλετο στην κοινωνιοκρατική δομή των διαφόρων πολιτειών τους.

Αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ανάγκη της δημιουργίας αποικιών, όταν ο ζωτικός χώρος δεν επέτρεπε να τραφεί ο πληθυσμός της εκάστοτε πολιτείας. Οι πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων μας παραδίδουν επίσης ότι οι Πελασγοί ήταν ένας μεγάλος λαός ο οποίος είχε επεκταθεί στη Ν.Α. Ευρώπη, στη Μ. Ασία, τη Κρήτη, τη Κύπρο, την Ιταλία την Αίγυπτο και γενικώς οπουδήποτε ήκμασε ο Ελληνισμός.

Οι Πελασγοί ήταν γηγενές φύλο και αυτόχθον. Ο Στράβων (Γεωγραφικά, 221), ο οποίος έχοντας κατά την συγγραφή του έργου του «Γεωγραφικά» υπ’ όψιν του όλους τους αρχαίους συγγραφείς, μας αναφέρει ότι οι Πελασγοί ήταν «αρχαίο φύλο κατά την Ελλάδα». Ο Αισχύλος πάλι στις Ικέτιδες παρουσιάζει τον γηραιό βασιλέα του Αργούς να λέει τα εξής: «Του γηγενούς γαρ ειμί Παλαίχθονος ίνις Πελασγός τήσδε γης αρχηγέτης», δηλαδή εκείνου που κατοίκησε παλαιότερα τον τόπον αυτόν είμαι παιδί, εγώ ο Πελασγός, ο αρχηγός αυτής της χώρας, αποδεικνύοντας την πελασγική καταγωγή των Αργείων, πράγμα με το οποίο συμφωνεί και ο Στράβων.

Ο Ευσέβιος θεωρεί τους Πελασγούς παμπάλαιο φύλο, ο Αριστοφάνης τους καλεί Πελαργούς ως μεταβαίνοντες σε πολλούς τόπους και ο Ησίοδος επίσης τους θεωρεί αυτόχθονες και αρχαίους.

Οι Πελασγοί λάτρευαν τον πατέρα «Θεών τε και ανθρώπων», τον μέγα Δία, όπως φαίνεται και από την επίκληση τους στον μέγα Ζευ: «Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ», η οποία διασώζεται στον Όμηρο (Ομήρου Ιλιάς, Π 233), τον θείον τούτον ποιητή.

Τα άλλα ελληνικά φύλα είχαν την ίδια λατρεία με αυτήν των Πελασγών, οπότε εύκολα διακρίνεται και η κοινή θρησκεία απάντων των ελληνικών φύλων. Πρόκειται δηλαδή για τη τήρηση του «ομαίμου» και του «ομοθρήσκου» το οποίον αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

Μία άλλη γνώσις την οποίαν κατείχαν οι Πελασγοί ήταν η ναυσιπλοΐα διότι οι Πελασγοί φαίνονται να ταξιδεύουν και να εξουσιάζουν την θάλασσα κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει εις το ότι εγνώριζαν και να γράφουν, πράγμα που αποδεικνύουν και οι επιγραφές που ευρέθησαν σε διάφορα μέρη της γης. Τέτοιου είδους επιγραφές ευρέθησαν:

  • Στα Καμίνια της Λήμνου το 1886 γραμμένες σε Τυρσηνική πελασγική γλώσσα, ερμηνευμένες από τον Ι. Θωμόπουλο.
  • Στην Αίγυπτο από Κάρες μισθοφόρους γραμμένες με το ελληνικό αλφάβητο.
  • Σε 26 ενεπίγραφα ετρουσκικά κάτοπτρα.
  • Σε βασικές επιγραφές στο Μπογάζ-Κιόϊ της Κεντρικής Μ. Ασίας.
  • Στη λίθινη Λυδική επιγραφή στις Σάρδεις και σε άλλες λυδικές επιγραφές οι οποίες είναι γραμμένες με ελληνικό αλφάβητο προερχόμενο εκ του αλφαβήτου της Μιλήτου καθώς και
  • Στις Ασσυριακές επιγραφές των Χετταίων Λούκκι. Τελευταία πορίσματα των γλωσσολόγων αποδεικνύουν ότι και η αλβανική γλώσσα είναι πελασγικής προελεύσεως, πράγμα στο οποίο κατέληξε και ο Ιάκωβος Θωμόπουλος μελετώντας τις Πελασγικός επιγραφές της Λήμνου και της Κρήτης.

 Άλλωστε πελασγικής προελεύσεως είναι και τα πλείστα τοπωνύμια, όπως η Λυκόσουρα, η Αρκαδία, η Λακωνία, ο Λυκαβηττός, ο Υμηττός, ο Όλυμπος, η Πίνδος, ο Ιλισσός, μα και ονόματα όπως Σόλων, Λυκούργος, Αχιλλεύς, Οδυσσεύς, Ελένη.

Όλα τα ανωτέρω στοιχεία απέδειξαν ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Πελασγοί, ανέπτυξαν θρησκεία λατρευτική, γλώσσα. ναυτική τέχνη, δηλαδή ανέπτυξαν πολιτισμό του οποίου η αρχική μορφή κατεστράφη από τον κατακλυσμών του Δευκαλίωνος για να μείνουν μόνον τα σπαράγματα του πολιτισμού τούτου στα διάφορα ελληνικά φύλα που διεσώθησαν και στις παραδόσεις λαών τινών οι οποίοι μανιωδώς (!) θέλουν τους Πελασγούς προπάτορές τους.

Οι  Κρήτες

Η αρχή της ιστορίας της Κρήτης ουσιαστικά χάνεται εις τα βάθη των χιλιετηρίδων. Σύμφωνα με τις έρευνας του Έβανς, του Γκλοτζ κ.ά., η ιστορική αρχή των Κρητών ανάγεται εις το 6.000 ή 5.000 π.Χ. Ο Κρητικός πολιτισμός φαίνεται να έχει την ίδια καταγωγή με των Πελασγών. Βεβαίως ομιλούμε περί των αρχαίων γνησίων Κρητών, των Ετεοκρητών, οι οποίοι θεωρούνται οι παλαιότεροι κάτοικοι της νήσου.

Ο πολιτισμός στη Κρήτη φαίνεται να έχει αναπτυχθεί από τους νεολιθικούς χρόνους με διαφόρους διακυμάνσεις μέχρι και την εποχή του σιδήρου. Οι Ετεοκρήτες είχαν κατασκευάσει εργαλεία όπως πέλεκεις, λεπίδες, σφύρες από λίθο ή και από οστά ζώων. Η γνώση της χρήσεως του πηλού συντέλεσε στο να δημιουργήσουν πήλινα αγγεία για οικιακή ή θρησκευτική χρήση τα οποία κοσμούνται με εγχάρακτα σχέδια ή έχουν ζωγραφιστεί με χρώματα ανεξίτηλα μέχρι των ημερών μας.

Το γεγονός ότι ευρέθησαν στην Κρήτη πλείστα κομμάτια οψιδιανού, ο οποίος ευρίσκεται μόνον στη Μήλον και χρησιμοποιήθηκε ως υλικό προς δημιουργία πελέκεων και λογής λεπίδων για κυνηγετικούς ή πολεμικούς σκοπούς, καταδεικνύει ότι οι Κρήτες γνώριζαν αρκετά καλά την ναυσιπλοΐα. Άλλωστε η γεωγραφική θέση της Κρήτης έδιδε κάθε ευκαιρία δια να καταστεί θαλασσοκράτειρα και να εξάπλωση τον Κρητικό πολιτισμό. Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι προ της εμφανίσεως των Κρητών στην Β.Μ. Ασία, τη Λιβύη, τη Κυρρηναϊκή, την Αίγυπτο και τη Φοινίκη, δεν υπήρχε άλλος ανάλογος πολιτισμός.

Γύρω στο 3.000 π.Χ. αι Κρητικές πόλεις αυξάνονται με αποτέλεσμα την δημιουργία ανυπέρβλητων μινωικών κέντρων απείρου κάλλους όπως της Κνωσσού και της Φαιστού, τα οποία είναι τόσο μεγάλα και αποτελούνται από τόσα τμήματα, ώστε δικαίως θεωρούνται λαβυρινθώδη συνδεόμενα με τον γνωστό μύθο του Θησέα, ο οποίος κατόρθωσε να σκοτώσει τον μυθικό Μινώταυρο που ζούσε στο δαιδαλώδες ανάκτορο της Κνωσσού.

Την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια της Κρήτης ακολούθησε και η ανάλογη ανάπτυξης της τέχνης. Οι τοιχογραφίες των ταυροκαθάψιων, των κροκοσυλλεκτών πιθήκων, του ρυτορόφου, των γαλάζιων κυριών, του κρητικού πρίγκιπος με τα κρίνα, της Παριζιάνας με τα υπέροχα χρώματα και την ζωντάνια, καθηλώνουν κυριολεκτικά τον επισκέπτη των ερειπίων της Κνωσού όπως πράττουν και τα ανάλογα ευρήματα του αρχαιολογικού μουσείου του Ηρακλείου.

Τα λατρευτικά επίσης αντικείμενα εκ μαρμάρου, πορσελάνης και άλλων πολυτίμων λίθων είναι απαράμιλλου κάλλους. Ακόμη και η μικροτεχνία, η αρχυροχοΐα, η χρυσοχοΐα, η γνώσις της δημιουργίας των σφραγιδόλιθων και άλλων μικροαντικειμένων δείχνει, ότι η τέχνη είχε αναπτυχθεί τότε κατά το μάλλον δυνατόν. Η λατρεία στον υπέρτατο Πελασγικό Δία, ο οποίος κατά την μυθολογία γεννήθηκε  και ανατράφηκε στην Κρήτη υπό της αίγας Αμάλθειας μα και η λατρεία στη Μεγάλη Μητέρα καταδεικνύουν το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των Κρητών το οποίο συνοδευόταν από προσφορές καρπών και αίματος ζώων. Πράγμα που διακρίνεται στην σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδος.

Ως προς την γραφή οι Κρήτες είχαν εφεύρει τη Γραμμική Α’ και αργότερα τη Γραμμική Β, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείτο και η ιερογλυφική γραφή. Το εμπόριο είχε αναπτυχθεί πολύ και τόσο μάλιστα, που βρίσκουμε τους θαλασσοπόρους Κρήτες να συναλλάσσονται με τους Αιγύπτιους και τους Χετταίους, φθάνοντας μέχρι και το Γιβραλτάρ. Πολύ πιθανόν ακόμη να είχαν προσέγγιση και τις Καναρίους νήσους ή και τις Αζόρες, συμφώνα με τις έρευνας της Ενριέττας Μερτζ οι οποίες απαντώνται στο σύγγραμμά της «Οίνωψ Πόντος». Βεβαίως η κυριαρχία των στο Αιγαίο και Ιόνιο πέλαγος μα και στις Σποράδες νήσους είναι αναμφισβήτητη. Είχαν επεκταθεί τόσο πολύ και εκτός του Αιγαιακού χώρου, πράγμα που διαφαίνεται από τας πολλές αποικίας που είχαν ιδρύσει.

Την ώρα όμως που ο Κρητικός πολιτισμός βρισκότανε στο απόγειο του γύρω στο 2.200 π.Χ., το ξέσπασμα του ηφαιστείου της Θήρας σήκωσε μεγάλα παλιρροϊκά κύματα τα οποία χτύπησαν τα Κρητικά παράλια και ταυτόχρονα οι επακόλουθοι  σεισμοί επέφεραν την μέγιστη δυνατή καταστροφή στο ανάκτορο της Κνωσσού και όχι μόνο.

Έκτοτε η Κρήτη σταδιακά παρακμάζει μέχρι το 1.150 π.Χ., όταν οι Δωριείς εισβάλλουν και ο μεγάλος τούτος πολιτισμός καταστρέφεται καθώς οι Αχαιοί που κατέλυσαν μετέπειτα την Κρητική δύναμη εμπόδισαν έκτοτε να αναπτυχθεί εκεί πλέον πολιτισμός ανάλογος ή έστω μικρότερης αξίας, οπότε οριστικά παύουμε και να ομιλούμε για τον πάλαι ποτέ μινωικό πολιτισμό.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου περί της προέλευσης των Ελλήνων θα αναφερθούμε στις Μυκήνες, στην κάθοδο των Δωριέων και φυσικά, στο φανταστικό εφεύρημα περί ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού.

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσον, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999
  • Καρττοδίνη Ε.-Δημητριάδη, Πελοπόννησος, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 1993
  • Πασσά I., Η Αληθινή Προϊστορία, Εκδ. Εγκυκλ. Ηλίου.
  • Γεωργαλά Γ., Ινδοευρωπαίοι ή Αιγαίον;, Αθήνα 1996.
  • Ομήρου, Ιλιάς. Εκδ. Γεωργιάδη
  • Μητσοποΰλου Τερέζα, Ελλάδα-Κίνα, ένας πολιτισμός, Αθήνα 1998
  • Τσατσόμοιρος Ηλίας, Αιγαίο βουνό, Αθήνα 1991
  • Άρθρα Χριστοδουλάκη Σταΰρου «Ιστορικά λάθη των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθ¬μιας εκπαιδεύσεως» στο περιοδικό «Αέροπος», τ. 32, 33, 35
  • Μητσοπούλου Τερέζα, Η Κοινή καταγωγή της Ελληνικής και της Κινεζικής Γλώσσας, Αθήνα 2002.
  • Σίτου Σπυρ., Ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γ’ έκδοσις, Ιωάννινα 1984
  • Mylonas G., Mycenae, A Guide to its ruins and its History, Athens, 1967
  • Hutchinson R., Prehistoric Crete, Peng. Books
  • Higgins R., Minoan and Mycenaean Art, London 1967
  • Ηροδότου Ιστορία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Μάριου Δημοπουλου: Oι Πελασγοί στην Μεσοποταμία
  • Ιωάννης Τζέτζης: Ιλιακά . Εκδ Ιχώρ
  • Πλίνιου Φυσική Ιστορία Χ, XXXIII, XXI, LXX 7.174
  • Μάξιμος ο Τύριος Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Αισχύλος : Προμηθέας Δεσμότης. Εκδόσεις Κάκτος
  • Στέφανου Βυζάντιου : Εθνικά Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Δαμάστης στο «Περί εθνών Εκδόσεις Κάκτος
  • Ξενοφών : Κύρου παιδία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Φιλόστρος περί Απολλωνιου του Τυαναία. Εκδόσεις Κάκτος
  • Ο Κλαύδιος Αιλιανός «Περί Ζώων Εκδ. Γεωργιάδης
  • Κτησίας ο Κνίδιος: Ινδικά, Εκδ Ακάδημος
  • Νόννος : Διονυσιακά. Εκδ. Κάκτος
  • Παυσανίας Ἀττικά. Εκδ. Κάκτος
  • Ευστάθιος Θεσσαλονίκης: , Εὐσταθίου Παρεκβολαί . Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο
  • Όμηρος, Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια Εκδ Ηλιοτρόπειο.
  • Γεώργιος Α Πλάνας. Αρχαία Ελλάδα, Φιλοσοφικός Σύλλογος ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο ζωδιακός κύκλος στην παγκόσμια μυθολογία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Σουίδας, Λεξικόν.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή. Εκδόσεις Κάκτος
  • Διόδωρος, ‘Ιστορική Βιβλιοθήκη 4.Εκδόσεις Δοδώνη
  • Φιλόστρατος, ‘Ηρωικός. Εκδόσεις Γεωργιάδη’
  • Ηρόδοτος, Ε’, Ζ’.
  • Παυσανίας, 2, 7.
  • Ευριπίδης, ‘Εκάβη, Τρωάδες.
  • Πάριο Χρονικό.
  • Codino F. Εισαγωγή στον Όμηρο, μετ. Γ. Βανδώρος, Δ Παπαδήμας, Αθήνα 2008
  • Griffin J 1999, Ο Όμηρος για τη ζωή και το θάνατο, μετ. Π. Ανδρικόπουλος. Εκδ. του Εικοστού Πρώτου , Αθηνα 2010
  • Groot J de 1996, Ομηρικό Λεξιλόγιο των Λεξημάτων που απαντούν από 10000 έως 10 φορές στα δύο ‘επη, εκδ. Ακκάδιμος
  • Holscher U. 1939 Utersuchungen zur Form der Odyssee, Hermes, Einzelshriften Κακρίδης Φ. Ι. 1981 ¨ Προβλήματα Ομηρικής θεολογίας
  • Κυρτάτας Δ. & Ράγκος Σ. 2013, Η Ελληνική Αρχαιότητα
  • Στράβων, Η. Εκδόσεις Άγρα
  • Διονύσιος Άλικαρνασσεύς. Εκδ. Κάκτος
  • Δίκτης ό Κρητικός, ‘Εφημερίδα τοϋ Τρωϊκού
  • πολέμου, έκδόσεις ΑΓΡΑ.
  • Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, Βιβλιοθήκη. Εκδ Άγρα
  • Ίωάνννης Μαλάλας, Χρονογραφία.Εκδ Λιβάνης
  • Ιωάννης Άντιοχεύς, Λόγος Δεύτερος.Εκδ Ιχώρ
  • Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών.
  • Σοβιετική ‘Εγκυκλοπαίδεια, ‘Ομηρικό ζήτη¬μα, Συμπλήρωμα ‘Ελλ. «Εκδοσης.
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος.
  • Περί ‘Ομήρου καϊ Ησιόδου και τοϋ γένους και τοϋ άγώνος αύτών Όμηρος. Ίλιάδα, ‘Οδύσσεια. Φώτιος Κών/λεως. Βιβλιοθήκη. Λεξικό Σουίδα.
  • Κλαύδιος Αιλιανός. Ποικίλη Ιστορία. Εκδόσεις Ακάδημος
  • Ιάκωβος Πολυλάς, Ομήρου Ιλιάς, 1923. Εκδ Ακάδημος
  • Αλέξανδρος Πάλλης. Ηλιάδα 1904
  • Νίκος Καζαντζάκης & Ι. Θ Κακρίδης, Ομήρου Ιλιάδα 1955. Εκδόσεις Πάλλη
  • Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος, Ομήρου Ιλιάδα, (εισαγωγικά στον Όμηρο, ευρεία περίληψη του έπους, μετάφραση, σχόλια, αναλύσεις και διδακτική επεργασία κατά ραψωδίες), Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2004, ISBN: 960-8437-26-1
  • Κόραβος, Ιωάννης και Δρόσου, Χρυσάνθη. Ομήρου Ιλιάδα (2008). Μετάφραση σε σύγχρονα νέα ελληνικά. Εκδόσεις Σοκόλη.
  • Μαρωνίτης Δ. ,Ομήρου Ιλιάς Μετάφραση σε νέα ελληνικά. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Κακριδής Φ. (2005), Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα νεοελληνικών σπουδών, σ. 106
  • Μπερενίς Ζοφρουά: Ο Όμηρος και το ελληνικό ιδεώδες, Οι φορείς της γνώσης
  • Αναστασία Πετράκη. ΙΛΙΑΔΑ «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ»
  • Τάκη Σινόπουλου . Ο ποιητικός μύθος της Ελένης
  • Ορφέως, Αργοναυτικά – Λιθικά, Εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Αθήνα 1998
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Πρώτος Τόμος, Αργοναυτικά, Ύμνοι, τ. 616, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Δεύτερος Τόμος, Λιθικά, Λιθικά κηρύγματα, (Σωκράτους και Διονυσίου Περί λίθων), Όσοι των λίθων εις ανακωχήν ζάλης και τρικυμίας θαλάσσης, τ. 617, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Εξ αρχαιοτέρων έργων, Αρπαγή Περσεφόνης, Ιερωνύμου και Ελλανίκου Θεογονία, Ιεροί λόγοι εν Ραψωδίαις κδ’, τ. 1208, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Ορφικά, Αποσπάσματα: Διαθήκαι ή Παλινωδία, Αστρολογικά (Δωδεκαετηρίδες, Εφημερίδες, Γεωργία, Περί δραπετών, Περί σεισμών, Περί επεμβάσεων, Περί καταρχών), [Αστρονομία], [Αμμοσκοπία], Δίκτυον, Επιγράμματα, Θρονισμοί Μητρώοι, Θυηπολικόν, Ιερός λόγος Αιγύπτιος, Ιεροστολικά, Καθαρμοί, Εις Άιδου κατάβασις, Καταζωστικόν, [Κλήσεις κοσμικαί], [Κορυβαντικόν], Κρατήρ, Μικρότερος Κρατήρ, [Νεωτευτικά], [Ονομαστικόν], Όρκοι, [Πέπλος], Σφαίρα, [Σωτήρια], Τελεταί, [Τριαγμοί], Ύμνοι, Εις τον Αριθμόν Ύμνος, Φυσικά, Περί φυτών, βοτάνων και ιατρικής, Χρησμοί, Ωιοθυτικά, Ωιοσκοπικά, τ. 1209, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2003 Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες»,
  • Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, τ. 618, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999 Κωνσταντίνου Κουρτίδου,
  • Τα Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια ήτοι τα Καβείρια – Διονύσια Ορφικά και Ελευσίνια, Εν Αθήναις 1934
  • Τα Καβείρια Μυστήρια, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993 Ευσταθίου Η. Λιακόπουλου,
  • Τα Ορφικά Μυστήρια και η Αρχαία Ελληνική Μεταφυσική (Εξωτερικά, Εσωτερικά και Μυστικά Τελέσματα), Εκδόσεις «Έλλην», Αθήνα, 1999
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», Προσωκρατικοί, Ενδέκατος τόμος
  • Εμπεδοκλής, τ. 814, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000
  • Στεφάνου Α. Παϊπέτη, Η Βασιλική Αψίδα και ο Νόμος της Παγκόσμιας Έλξης
  • Νόννος Διονυσιακά Εκδόσεις Κάκτος