fbpx

«Ἀγνωστικισμός- μιά άγνωστη φιλοσοφική θεώρησις», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Τό μπέρδεμα κι ὁ φόβος ὅσων ἀκοῦν γιά πρώτη φορά τον ὅρο Ἀγνωστικισμός εἶναι ὅτι πρόκειται περί Ἀθέων, ὁπότε θέτουν ἑαυτούς a priori, ἐναντίον. Ἁρνοῦνται ἀκόμη καί νά συζητήσουν ἀλλά καί ἐάν δεχθοῦν, συζητοῦν μέ ἕνα περίεργο κόμπλεξ ἀνωτερότητος καί ὑπεροψίας.

Ἀς ἐξηγήσουμε λοιπόν περί τίνος πρόκειται.

Ἀγνωστικισμός λοιπόν, ὀνομάζεται ἡ φιλοσοφική θεώρησις ὅτι ἡ ἀλήθεια  ὁρισμένων μεταφυσικῶν θεμάτων, ὅπως οἱ θεολογικοί ἰσχυρισμοί, πού ἀφοροῦν στήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τῶν Θεῶν ἤ Θεοτήτων, εἶναι εἴτε πρός τό παρόν ἄγνωστη (ἡ ἀλήθεια), εἴτε ἐγγενῶς ἀπρόσιτη, καί πάντως μή ἀποδείξιμη.

Ὁ ὅρος ἀγνωστικισμός, καθώς καί ὁ σχετικός ὅρος ἀγνωστικιστής, δημιουργήθησαν ἀπό τόν Τόμας Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley) τό 1869 καί χρησιμοποιοῦνται ἐπίσης γιά νά περιγράψουν ἐκείνους πού υϊοθετοῦν μία σκεπτικιστική ἤ διπλωματική στάσι περί τῆς ὑπάρξεως θεοτήτων καθώς καί σέ ἄλλα ζητήματα τῶν θρησκειῶν.

Εἶναι ἀνάγκη νά έξηγήσουμε πρωτίστως τί εἶναι ὁ γνωστικισμός γιά νά ἀντιληφθοῦμε τήν μεγάλη διαφορά ἀπό τόν ἀγνωστικισμό.

Μέ τόν ὅρο γνωστικισμός ἐννοεῖται ἕνα προχριστιανικῆς καταγωγῆς φιλοσοφικό καί θρησκευτικό κίνημα, δεῖγμα τοῦ  συγκρητισμοῦ (1)  τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς ὁ ὁποῖος εἶχε τίς ρίζες του στά μεσογειακά ἤθη τῆς Ἑλληνιστικῆς Περιόδου.

Πρόκειται γιά μιά σύμμειξι  Ἰουδαϊκῆς κοσμοαντιλήψεως καί νεοπλατωνικῶν στοιχείων.  Ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε ἐπίσης γιά νά περιγράψει διάφορες θρησκευτικές ὁμάδες τῶν πρώτων τεσσάρων μεταχριστιανικῶν αἰώνων. Ὁ γνωστικισμός ἀποτελοῦσε ἕνα σωτηριολογικό θρησκευτικό σύστημα, βασισμένο στήν ἡμι-διαισθητική μυστικιστική ἔννοια τῆς Γνώσεως, τό ὁποῖο σύστημα, στίς περισσότερες περιπτώσεις, ἀπεδέχετο ὡς λυτρωτική θεότητα τόν Χριστιανικό Ἰησοῦ Χριστό, προσδίδοντάς του ὅμως διαφορετικές ἰδιότητες ἀπ’ ὅτι ὁ Χριστιανισμός.

Ἡ ἔρευνα γιά τόν γνωστικισμό βρίσκεται σέ μεγάλη ἄνοδο μετά τήν ἀνακάλυψι τῆς γνωστικῆς βιβλιοθήκης τοῦ Νάγκ Χαμαντί καί τήν εὕρεση τοῦ γνωστικοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰούδα.   Ἡ πόλις Νάγκ Χαμαντί βρίσκεται περ. 500 km νοτίως τοῦ Καΐρου καί 50km βορείως τοῦ Λοῦξορ.

Ἐμεῖς οἱ ἀγνωστικιστές, ἰσχυριζόμαστε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά κατακτήσουμε ἀπόλυτο ἤ βεβαία πνευματική  (δηλ.μεταφυσική) γνῶσι.    Ἐναλλακτικῶς πρεσβεύουμε, ὅτι ἐνῶ ἡ βεβαιότης ἐνδέχεται νά εἶναι δυνατή, οἱ ἴδιοι ἐμεῖς προσωπικῶς δέν κατέχουμε τέτοια γνῶσιν.

Καί στίς δύο περιπτώσεις, ὁ ἀγνωστικισμός ἐμπεριέχει  σκεπτικισμό ἔναντι τῶν θρησκευτικῶν διαβεβαιώσεων.

(1) Συγκρητισμός ὀνομάζεται ἡ συγχώνευσις στοιχείων ἀπό Ἑλληνορωμαϊκές καί Ἀνατολικές λατρεῖες κατά τήν Ἑλληνιστική καί ρωμαϊκή Ἐποχές. 

 

Μερικές φιλοσοφικές απόψεις

 

Μεταξύ τῶν πλέον διασήμων ἀγνωστικιστῶν (μέ τήν ἀρχικήν ἔννοιαν τοῦ ὅρου) συγκατελέγονται ὁ Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, ὁ Κάρολος Δαρβῖνος καί ὁ Μπέρτραντ Ράσσελ. Ἐγῶ θά προσέθετα χωρίς ἐνδυασμό καί τόν μεγάλο σύγχρονο στοχαστή- Δαρβινιστή Ρίτσαρντ Ντώκινς, παρά τό ὅτι τόν χαρακτηρίζουν ἄθεο ἀντί ἀγνωστικιστή.

Τό ἵδιο ἰσχύει καί γιά τόν σπουδαῖο Γάλλο καθηγητή φιλοσοφίας Μισέλ Ὀνφρέ. Ἔχει ὑποστηριχθῆ, μέ βάσι τά ἔργα τοῦ  Ντέιβιντ Χιούμ, ἰδιαιτέρως δε, τούς Διαλόγους πού άφοροῦν εἰς τήν Φυσικήν Θρησκείαν (Dialogues Concerning Natural Religion), ὅτι ὑπῆρξε καί αυτός ἀγνωστικιστής, ἀλλά τοῦτο παραμένει ἀνοιχτό πρός συζήτησιν.

Ἀσφαλῶς ὅμως, ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας σοφιστής Πρωταγόρας τόν 5ον αἰ.π.Χ., εἶχε πρῶτος ἐκφράσει οὐσιαστικά, ἀναφερόμενος στούς θεούς, τήν ἄποψιν  τοῦ ἰσχυροῦ ἀγνωστικισμοῦ, μολονότι ἡ χρήσις τοῦ ὅρου εἶναι στήν περίπτωσιν αὐτήν ἀναχρονιστική, δηλ. τό ἀντίθετο τοῦ πρωθύστερη.

Ὁ ἀρχαῖος Ἕλλην σοφιστής Πρωταγόρας, (490-420 πΧ), ὅταν τοῦ ζήτησαν νά τοποθετηθῆ σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν τῶν θεῶν,  ἔδωσε τήν κατωτέρω ἀπάντησιν: «Διά τούς θεούς δέν μπορῶ νά γνωρίζω τίποτα: οὕτε ὅτι ὑπάρχουν, οὕτε ὅτι δέν ὑπάρχουν, οὕτε τί λογῆς μορφή ἔχουν. Γιατί εἶναι πολλά τά ὅσα ἐμποδίζουν νά γνωρίζουμε. Ἀπό τήν μία τό ἄδηλον τοῦ ζητήματος καί ἀπό τήν ἅλλη ἡ συντομία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς» (Diels-Kranz 80 Β4).

Γι’ αὐτήν του τήν δήλωσιν ὁ Πρωταγόρας ἐξορίσθη καί τά βιβλία του ἐρρίφθησαν στήν πυρά. Δέν εἶναι ἀπολύτως σαφές ἄν ὁ Πρωταγόρας θεωροῦσε τήν ὕπαρξι τῶν θεῶν ἐγγενῶς ἀνεξιχνίαστη ἤ ἁπλῶς ἐξαιρετικά δύσκολη νά διαπιστωθῆ. Ἡ φράσις «τό ἄδηλον τοῦ ζητήματος» κλίνει πρός τήν πρώτη ἐκδοχή. Ἡ φράσις «ἡ συντομία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς» πρός τήν δευτέρα.

Συνεπείᾳ αὐτής τῆς δηλώσεως ὁ Πρωταγόρας κατατάσσεται μέν ἀπό τούς μελετητάς στούς ἰσχυρούς ἀγνωστικιστές, ἀλλά  καί μέ κάποιαν ἐπιφύλαξιν. 

Παρ’ ὅλα αὐτά προσωπικῶς, θά ἔλεγα ὅτι ὀφείλουμε  νά τόν συμπεριλαμβάνουμε στούς ἀγνωστικιστές.

Στόν θρυλικό διάλογο τοῦ Πρωταγόρα μέ τόν Σωκράτη γιά τό διδακτόν τῆς ἀρετῆς, – δηλ. ἐάν ἡ ἀρετή εἶναι δυνατόν νά διδαχθῆ ἤ ἐνυπάρχει στόν ἄνθρωπο ἐκ γενετῆς- ὁ Πρωταγόρας, βρίσκει τήν εὐκαιρία νά παραθέση τόν δικόν του μῦθο γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου. Πρόκειται γιά μιά ἐντελῶς προσωπική μυθολογία, θά λέγαμε μιά «πρωταγόρεια» μυθολογία, πού χωρίς, επί τῆς οὐσίας, νά ανατρέπη τά ἀρχαιοελληνικά μυθολογικά δεδομένα, π.χ. ὁ Προμηθεῦς, ἡ κλοπή τῆς φωτιᾶς, ἡ παρουσία τοῦ Διός ὡς ἀπολύτου ρυθμιστοῦ τῶν πάντων, ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ἑρμοῦ, πιστοποιοῦν τήν πρόθεσιν τοῦ Πρωταγόρου νά παραμείνη πιστός στά πλαίσια τῆς δεδομένης μυθολογικῆς μαγιᾶς, τά προσαρμόζη, σέ μιά ἰδιόμορφη ἀνάπλασι, στήν δική του ὀπτική, τήν ὀπτική τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο. 

Καί μόνον ὅτι προσπερνᾶ τήν συνήθη ὀπτική τῆς θεογονίας, ἡ ὁποία ἑστιάζει στήν δημιουργία τῶν θεῶν, γιά νά ἐπικεντρωθῆ στήν κοσμογονία,  στήν δημιουργία τῶν θνητῶν ἐμβίων ὄντων, συμπεριλαμβανομένου φυσικά καί τοῦ ἀνθρώπου, καθίσταται σαφές ὅτι αὐτό πού πρωτίστως τόν ἐνδιαφέρει εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Ἐξ’ἄλλου, ὁ Πρωταγόρας, ὡς δεδομένος ἀγνωστικιστής, δέν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά ἑστιάση στόν ἄνθρωπο.

Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ
Μπέρτραντ Ράσσελ
Ρίτσαρντ Ντώκινς
Μισέλ Ὀνφρέ
Πρωταγόρας

Οἱ φιλοσοφικές σκέψεις καἰ ἀμφισβητήσεις τῶν θρησκευτικῶν παραμυθιῶν δἐν ὑπῆρξεν προνόμιον τῶν νεωτέρων χρόνων μόνον. Καί οί ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι φιλόσοφοι δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μελετοῦν τά παρελθόντα καί νά προτείνουν κάτι ἄλλο γιά τά μελλοντικά.

Ὁ Ζεῦς εἶναι πάντα ἡ νομοτέλεια τῆς φύσεως πού κινεῖ τήν ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐνῶ οἱ ἄλλοι θεοί εἶναι τά ὄργανα πού ἐλέγχουν καί διέπουν αὐτήν τήν νομοτέλεια. 

Ἡ ἀλληγορική σημασία τῶν θεῶν, σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθῆ ὡς πρόκλησις, ἤ ἀκόμα περισσότερο, ὡς προσβολή ἤ βλασφημία, ἀλλά ὡς διασφάλισις τῶν προθέσεων τοῦ Πρωταγόρου νά ἐπαναπροσεγγίση ἕνα μῦθο μέ καθαρῶς στοχευμένο τρόπο, δηλ. τήν τελική κατάδειξη τοῦ διδακτοῦ τῆς ἀρετῆς.

Οἱ θεοί πλάθουν ὅλα τά θνητά γένη στό ἐσωτερικό τῆς γῆς καί καλοῦν τόν Προμηθέα καί τόν Ἐπιμηθέα νά τά ἐφοδιάσουν καταλλήλως ὥστε νά βγοῦν στήν ἐπιφάνεια.

 Ὁ Ἐπιμηθεῦς, ἀθεράπευτα ἀπερίσκεπτος, πείθει τόν Προμηθέα νά κάνη ὁ ίδιος τήν μοιρασιά καί μετά νά έλθη ὁ Προμηθεῦς καί νά ἐπιθεωρήση τό ἔργον του. Ὁ Προμηθεῦς πείθεται, κι αὐτό βέβαια εἶναι καί τό μεγάλο του λᾶθος, κι ἐπιτρέπει στόν Ἐπιμηθέα νά διαχειρισθῆ τό θέμα ἐν λευκῶ.

Ὁ Ἐπιμηθεῦς μοιράζει τά εφόδια στηριζόμενος σέ τέσσερεις ἄξονες:

  1. Τήν ἀποφυγή τῆς ἀλληλοεξοντώσεως,
  2. Τήν ἐπιβίωσι μέσα στίς κλιματολογικές συνθῆκες
  3. Τήν διατροφή
  4. Τήν γονιμότητα

 Ὅμως, ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ ἐπιπόλαιος Ἐπιμηθεῦς δέν στέκεται στό ὕψος τῶν περιστάσεων καθώς τοῦ διαφεύγει ὁ ἄνθρωπος καί δέν ξέρει πῶς νά τόν ἐφοδιάση/ἐξοπλίση, ἀφοῦ ξόδεψε όλες τίς δυνάμεις στά ὅντα πού στεροῦνται λογικῆς – «ἄλογα». Βέβαια, καί μόνον ὁ διαχωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά ἄλλα ὄντα πού ἀποκαλοῦνται «ἄλογα», καθιστᾶ σαφές ὅτι ἄνθρωπος εἶναι ἔλλογος, ὅτι δηλαδή δέν εἶναι απολύτως εγκαταλελειμμένος, ἀλλά διαθέτει τό ἐφόδιο τῆς λογικῆς. Ἐν τούτοις, ἡ λογική, τοὐλάχιστον γιά τά πρῶτα βήματα τοῦ ἀνθρώπου, κρίνεται ἀπολύτως ἀνεπαρκής, ἀφοῦ ἡ λογική ἀπαιτεῖ χρόνο γιά τήν ὑλοποίησι τῶν ἔργων της, ἐνῶ τά ζῶα ἀπειλοῦσαν τόν ἄνθρωπο, ἀπολύτως καί ἀμέσως, μέ ἐξαφάνισι.

Μπροστά σ’ αὐτό τό ἀδιέξοδο, ὁ Προμηθεῦς, πού ἦλθε νά ἐπιθεωρήση τήν μοιρασιά, μπαίνει στό ἐργαστήριο τῆς Ἀθηνᾶς καί τού Ἠφαίστου καί κλέβει τήν φωτιά καί τίς τεχνικές γνώσεις καί τίς χαρίζει στόν άνθρωπο. Ταὐτοχρόνως θέλει νά κλέψη καί τήν πολιτική ἀρετή, ἀλλά κάτι τέτοιο ἀποδεικνύεται ἀδύνατο, ἀφού τήν πολιτική ἀρετή τήν ἔχει ὀ Ζεῦς/Δεῦς στήν ἀκρόπολί του, μέρος ἄβατο, ἀπλησίαστο γιά τόν Προμηθέα.

 Ὁ ἄνθρωπος ἐφοδιασμένος μέ τήν φωτιά καί τίς τεχνικές γνώσεις, ἀλλά χωρίς τήν πολιτική ἀρετή εἶναι δύσκολο νά ἐπιβιώση. Ἀφανίζεται ἀπό τά θηρία καί ἀντιλαμβάνεται ὅτι μόνο μέσα ἀπό τήν συλλογικότητα μπορεῖ νά σωθῆ. Ἀρχίζει δηλαδή νά ζῆ ὁμαδικά ἱδρύοντας πόλεις, ἀλλά στερούμενος τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς ἀδυνατεῖ νά τίς διατηρήση. Ἀδικώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἀκύρωνε κάθε ἔννοια συνυπάρξεως μέ ἀποτέλεσμα οἱ πόλεις νά διαλύονται καί οἱ ἄνθρωποι νά ἐπιστρέφουν στήν νομαδική ζωή γιά νά ἀφανιστοῦν ἐκ νέου ἀπό τά θηρία. Μέ δυό λόγια, ἡ πολιτική ἀρετή ταυτίζεται μέ τήν ἐπιβίωση, ἀφοῦ χωρίς αυτήν ὁ ἀφανισμός εἶναι βέβαιος γιά νά μήν πῶ  δεδομένος. Νά γιατί χρειάζεται ἡ πολιτική ἀρετή στούς συγχρόνους καιρούς.

Ἡ σπουδαιότητα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς προκαλεῖ τήν παρέμβαση τοῦ ἰδίου τοῦ Διός, πού βλέποντας τό ἀνθρώπινο γένος νά ἀπειλεῖται μέ ἐξόντωση, παίρνει τήν πρωτοβουλία καί χαρίζει στόν ἄνθρωπο τήν αἰδώ καί τήν δίκη, δηλ.  τήν ἐντροπή, σεβασμό καί τήν δικαιοσύνη, τήν κατά δίκαιον νόμον κρίσιν, πού ὁρίζουν τά θεμέλια τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς.

Ὁρίζει μάλιστα, μέ ἀδιαπραγμάτευτη αὐστηρότητα, νά μοιρασθοῦν ἡ αἰδώς καί ἡ δίκη σέ όλους τούς ἀνθρώπους, καί ἄν κάποιος δέν τίς ἔχει νά θανατώνεται ὡς ἀρρώστια τῆς πόλεως. Τό γεγονός ὅτι ὁ Ζεῦς μοιράζει τήν πολιτική ἀρετή σέ ὅλους καί ταὐτοχρόνως παραδέχεται τό ενδεχόμενο ὅτι κάποιοι μπορεῖ νά μήν τήν ἔχουν, ἀσφαλῶς καί δέν ἀποτελεῖ ἀντίφασι (ὁ Ζεῦς δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιφάσκη) ἀλλά εἶναι ἡ ἀπόδειξις τοῦ διδακτοῦ τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ ὁ Ζεῦς δίνει τήν πολιτική ἀρετή στόν ἄνθρωπο δυνάμει, δηλ. ὡς δυνατότητα, κι ἀπό ἐκεῖ καί πέρα εἶναι εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου ἄν θά τήν κάνη ἐνεργείᾳ, ἄν δηλ. θά τήν ἐφαρμόση.

Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀρετή εἶναι σύμφυτη, ἀλλά ὄχι ἔμφυτη στόν ἄνθρωπο ἤ ἀλλοιῶς ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν φύσιν του μπορεῖ νά κατανοήση καί νά ἐφαρμόση τήν πολιτική αρετή, ἀλλά δέν τήν ἔχει ὡς κάτι δεδομένο, ὅπως π.χ τήν ὄραση.

Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐξηγεῖ στόν Σωκράτη ὅτι ἡ καθολικότητα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς, πού ἐκεῖνος ἐπεκαλέσθη τονίζων τήν θεσμοθετημένη συμμετοχή ὅλων τῶν Ἀθηναίων στίς πολιτικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου, δέν ἀναιρεῖ τό διδακτόν της, κι ὅτι προφανῶς δέν εἶναι ἔμφυτη, ἀφοῦ δέν ταυτίζεται μέ τήν γέννησιν τῆς ἀνθρωπότητος ἀλλά τῆς προσφέρεται στήν πορεία τῆς ὑπάρξεώς της ὡς δῶρον θεϊκόν, καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιον τόν Δία, τόν πατέρα τῶν θεῶν καί τῶν ἀνθρώπων.

Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ιδιοφυά σύνδεση τοῦ μύθου μέ τήν πολιτική ἀρετή, ἐκεῖνο πού καταπλήσσει εἶναι τό βᾶθος τῆς ἀνθρωποκεντρικης ιδιοσυγκρασίας τοῦ  Πρωταγόρου πού φαίνεται πρωτίστως στήν παρουσία καί τήν δράσιν τῶν θεῶν.

Διότι, ὁ Προμηθεῦς, ὡς Τιτάν, δηλαδή ὄχι καθαρός θεός ἀλλά εἶδος θεότητος, προσφέρει τήν ἀπολύτως ἀνιδιοτελῆ του ἀγάπη στόν ἄνθρωπο θυσιάζοντας τόν ἴδιον του τόν ἑαυτό. Ἡ κλοπή τῆς φωτιᾶς εἶναι τό μεγαλεῖον  τῆς ψυχῆς τοῦ ἀπολύτου εὐεργέτου, ἡ ἀποθέωσις τῆς αὐταπαρνήσεως, πού μόνον ὡς ὕψιστος ἡρωϊσμός μπορεῖ νά ἑρμηνευθῆ, καθώς ὁ Τιτάν στρέφεται ἐναντίον τῶν ἰδίων του τῶν θεῶν, προκειμένου νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀνθρωπίνη ἐπιβίωσις, ὡς ὕψιστος στόχος, σκοπός, «τέλος», ξεπερνᾶ ὅλους τούς ἐνδοιασμούς, χωρίς τήν ἐλαχίστην δευτέραν σκέψιν.

Ὁ Προμηθεῦς ὑφίσταται φρικτή τιμωρία γιά τήν πράξιν του – ἡ γνωστή ἱστορία στόν Καύκασο μέ τόν αετό πού τοῦ τρώει τό συκώτι, μέχρι νά τόν ἐλευθερώση ὁ Ἡρακλῆς – ἀλλά τό ἀνθρώπινο εἶδος προστατεύεται καί προοδεύει κι αὐτό εἶναι ἡ μεγίστη ἰκανοποίησις. 

Ὀφείλω νά σημειώσω τήν ἄποψίν μου, ὅτι ὁ Προμηθεῦς δέν τμωρεῖται διότι προσέφερε την φωτιά στον ἄνθρωπο ἀλλά διότι ἐστράφη κατά τῶν ὁμοίων του θεῶν, πρώτης ἤ δευτέρας κατηγορίας οὐδεμία σημασία ἔχει, χωρίς μάλιστα να ἔχη πάρη ἄδεια ἀπό τον  «ἀρχηγό» τῶν θεῶν Δία ἤ Ζήνα, πρᾶγμα ἀδιανόητον. Ἡ τήρησις τῆς ἱεραρχίας ἀπόλυτος ἀναγκαιότης διά τήν ὁρθήν ἐπιβίωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἔκτοτε ἐπεβλήθη σέ ὅλες τίς κοινωνίες, μέ ὁποιοδήποτε διοικητικό σύστημα.

Ὁ Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ

Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἀγνωστικισμοῦ εἶναι παλαιές ὅσο καί ὁ φιλοσοφικός σκεπτικισμός, ἀλλά οἱ ὅροι «ἀγνωστικιστής» καί “ἀγνωστικισμός”  ἐπλάσθησαν ἀπό τόν Χάξλεϋ μέ σκοπόν νά συνοψίση τίς σκέψεις του σχετικῶς μέ τίς ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς του στην μεταφυσική, πού ἀφοροῦσαν στο “ἀπροσμέτρητο“  (Χάμιλτον) και το “ άνεξιχνίαστο” (Χ.Σπένσερ). 

Σέ ἐπιστολή του πρός τόν Τσάρλς Κίνγκσλεϋ (23 Σεπτεμβρίου, 1860) ἀναπτύσσει ἐκτενῶς τίς ἀπόψεις του:

«Τήν θανασίαν το νθρώπου οτε τήν βεβαιώνω οτε τήν ρνομαι. Δέν βλέπω κανέναν λόγο νά τήν πιστέψω, πό τήν λλην μως, δέν χω καί κανέναν τρόπο νά τήν καταρρίψω. Δέν ντιτίθεμαι a priori στό δόγμα. Κανένας νθρωπος πού πρέπει νά κατατρίβεται καθημερινς καί συνεχς μέ τήν φύσι δέν χει τήν πολυτέλεια νά πασχολεται μέ a priori δυσκολίες. Δστε μου σχετικές ποδείξεις, τέτοιες πού θά δικαιολογοσαν τήν πίστη μου σέ τιδήποτε λλο, καί θά τό πιστέψω. Καί γιατί χι; Δέν εναι [ θανασία το νθρώπου] οτε κατά τό μισυ τόσον θαυμαστή σον διατήρησις τς δυνάμεως φθαρσία τς λης…»

Καί πάλι πρός τόν ἴδιο παραλήπτη, γράφει, στίς 6 Μαΐου 1863:

«Δέν εχα ποτέ μου, στω καί λαχίστη συμπάθεια γιά τν a priori πιχειρηματολογία κατά τς ρθοδοξίας, καί τρέφω πό τήν φύσι καί τόν χαρακτήρα μου τήν μεγαλυτέρα δυνατή ντιπάθεια πρός τήν λη σχολή τν θεϊστν καί τν πίστων. ντούτοις γνωρίζω τι εμαι, παρά τίς νστάσεις μου, ατό κριβς πού νας Χριστιανός θά ποκαλοσε, καί δικαιολογημένα πσο μπορ νά δ, θεϊστή καί πιστο.

Δέν μπορ νά διακρίνω μιά σκιά στω μιά πόνοια ποδείξεως τι τό μεγάλο γνωστο, πού πόκειται τν φαινομένων το σύμπαντος, στέκεται νώπιόν μας μέ τήν μορφή νός Πατέρα πού μς γαπ καί νοιάζεται γιά μς,πως διαβεβαιώνει Χριστιανισμός.

τσι, ναφορικά μέ τά λλα μεγάλα Χριστιανικά δόγματα, τήν θανασία τς ψυχς καί τήν μέλλουσα κατάστασι τς νταμοιβς καί τς τιμωρίας, πού ποχρεώνομαι, κατ´νάγκην, νά πιστέψω, στήν θανασία ατο πού ποκαλομε  λη καί Δύναμη, καί σέ μιά λίαν καταφαν παροσα κατάστασι νταμοιβς καί τιμωρίας γιά τίς πράξεις μας ποιές πιθανές ντιρρήσεις μπορ γ νά προβάλω σατά τά δόγματα; Δστε μου μιάν ναλαμπή ποδείξεως καί εμαι πρόθυμος νά τά νστερνισθ μέ νθουσιασμό

« Ἔτσι σκέφτηκα, καί ἐφηύρα τόν κατάλληλο, κατά τήν γνώμιν μου, τίτλο «ἀγνωστικιστής». Μοῦ ἦλθε στόν νοῦ ὡς δηλωτικά ἀντίθετος στόν τίτλο «γνωστικιστής» τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ὁ ὁποῖος διατεινόταν ὅτι γνωρίζει τόσο πολλά γιά αὐτά τά ἴδια πράγματα πού ἐγῶ δηλώνω ἀδαῆς. Πρός μεγάλη μου ικανοποίησι, ὁ ὅρος ἔπιασε.»

Ὁ ἀγνωστικισμός τοῦ Χάξλεϋ πιστεύεται ὅτι εἶναι φυσική συνέπεια τῶν φιλοσοφικῶν καί διανοητικῶν συνθηκῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1860, ὅταν ἡ δυσανεξία τοῦ κλήρου προσπαθοῦσε νά καταπνίξη τίς ἐπιστημονικές ἀνακαλύψεις πού ἐφαίνετο νά συγκρούονται μέ μιά κυριολεκτική ἑρμηνεία τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως καί ἄλλα ἑδραιωμένα χριστιανικά δόγματα. Ὁ ἀγνωστικισμός δέν θά πρέπη, ἐν τούτοις, νά συγχέεται μέ τόν ντεϊσμό, τόν  πανθεϊσμό  ἤ ἄλλες εὐνοϊκές πρός τήν ἐπιστήμη μορφές θεϊσμοῦ.

Ὁ συνήθης ὁρισμός τοῦ Χάξλεϋ προχωροῦσε καί πέραν τῆς ἁπλῆς ἐντιμότητος, καθώς ἐπέμενε ὅτι αὐτά τά μεταφυσικά ζητήματα ἦσαν θεμελιωδῶς ἀνεξιχνίαστα.

Ὁ Κάρολος Δαρβῖνος 

Περί τό 1879, καθώς ὁ Δαρβῖνος ἔγραφε τήν αὐτοβιογραφία του, ἔλαβε ἕνα γράμμα ὅπου τόν ρωτοῦσαν ἄν πιστεύει στόν Θεό, καί ἄν ὁ θεϊσμός εἶναι συμβατός μέ τήν ἐξέλιξι. Ἀπάντησε, ὅτι «ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι ἔνθερμος Θεϊστής καί παράλληλα ἐξελικτιστής», παραθέτοντας τόν Τσάρλς Κίνγκσλεϋ (Charles Kingsley) καί τόν  Ἄσα Γκρέϋ (Asa Gray) ὡς παραδείγματα καί λέγοντας γιά τόν ἑαυτό του ὅτι: «Δέν ὑπῆρξα ποτέ  Ἄθεος μέ τήν ἔννοια τῆς ἀρνήσεως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ». Προσέθεσε: «Σκέφτομαι ὅτι σέ γενικές γραμμές (ὅλο καί περισσότερο μάλιστα καθώς γερνάω), ἀλλά ὄχι πάντοτε, ὁ ὅρος Ἀγνωστικιστής θά περιέγραφε καλύτερα τήν πνευματική μου στάσι

Τήν Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 1881 ὁ Δαρβῖνος ἐδέχθη ἐπίσκεψι ἀπό τούς ἀθεϊστές Καθηγητές  Λούντβιχ Μπύχνερ (Ludwig Büchner) καἰ  Έντουαρντ Έηβελινγκ (Edward Aveling) (μετέπειτα συνεργάτη τῆς Ἔληνορ Μάρξ-Eleanor Marx ). Ὁ γιός τοῦ Καρόλου Δαρβίνου  Φράνκ ἦταν παρῶν, καί ἡ σύζυγός του Ἔμμα  (Emma Darwin) προσεκάλεσε τόν παληό τους φίλο τόν Αἰδεσιμότατο Brodie Innes. Ὁ Δαρβῖνος ἐξήγησε χαριτολογῶντας ὅτι «ὁ Brodie κι ἐγῶ εἴμαστε φίλοι ἐδῶ καί 30 χρόνια. Δέν ἔχουμε ποτέ συμφωνήσει ἀπολύτως σέ κανένα θέμα, ἀλλά κατά καιρούς ἔχουμε κοιτάξει ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί σκεφτήκαμε τότε ὅτι ἕνας ἀπό τούς δυό μας πρέπει νά εἶναι πολύ ἄρρωστος».

Στήν συζήτησι πού ἀκολούθησε τό δεῖπνο, ὁ Δαρβῖνος ρώτησε τούς καλεσμένους του: «Γιατί αὐτοαποκαλεῖστε Ἄθεοι;», λέγοντας ὅτι προτιμοῦσε τόν ὅρο » Ἀγνωστικιστής». Ὁ Ἔηβελινγκ ἀπάντησε: «Ἀγνωστικιστής δέν σημαίνει παρά Ἀθεϊστής, δοσμένο μέ ἀξιοπρέπεια – καί Ἀθεϊστής σημαίνει ἁπλῶς Ἀγνωστικιστής, δοσμένο ἐπιθετικά».

Ὁ Δαρβῖνος ἀποκρίθηκε ρωτῶντας «Γιατί νά εἶσθε τόσον ἐπιθετικοί ;», ἀναρωτώμενος ποιό τό ὄφελος νά ἐπιβάλης νέες ἰδέες στούς ἀνθρώπους, τήν στιγμή πού ἡ ἐλευθέρα σκέψις ἦταν μέν «μιά χαρά» γιά τούς μορφωμένους, ὅμως ὁ πολύς κόσμος ἦταν ἄραγε «ὥριμος γιά κάτι τέτοιο;»

Ὁ Ἔηβελινγκ ρώτησε τότε τί θά γινόταν ἄν οí ἐπαναστατικές ἰδέες τῆς Φυσικῆς καί Σεξουαλικῆς Ἐπιλογῆς εἶχαν περιορισθῆ νά εἶναι κτήμα λίγων ἐκλεκτῶν καί εἶχε [ὁ Δαρβῖνος] καθυστερήσει τήν ἔκδοσι τῆς «Καταγωγῆς τῶν Εἰδῶν», πού θα βρισκόταν τότε ὁ κόσμος;  Σίγουρα τό ἴδιο τό δικό του γλαφυρό παράδειγμα ἐνεθάρρυνε τούς ἐλευθέρως σκεπτομένους νά διακηρύσσουν τήν ἀλήθεια φωνάζοντάς την ἀπό τίς στέγες τῶν σπιτιῶν, ἀλλά ἐνῶ ὁ Δαρβῖνος συμφωνοῦσε ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν ὑποστηριζόταν ἀπό τίς ἐνδείξεις, δέν εἶχε βιασθῆ νά ἐπιβάλη τήν ἰδέα αὐτή σέ κανέναν καί μάλιστα εἶπε:  «Δέν ἐγκατέλειψα τόν Χριστιανισμό παρά ἀφοῦ ἔφτασα σέ ἡλικία σαράντα ἐτῶν».  Ἐγῶ στά 58 μου!

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ 

Τό φυλλάδιο τοῦ Μπέρτραντ Ράσσελ  «Γιατί Δέν Εἶμαι Χριστιανός», βασισμένο σέ μία ομιλία του πού ἐξεφωνήθη τό 1927, θεωρεῖται μιά κλασική δήλωσις ἀγνωστικιστικῆς πεποιθήσεως. Τό δοκίμιον συνοψίζει τίς ἀντιρρήσεις τοῦ Μπέρτραντ Ράσσελ σέ μερικά ἀπό τά ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ προτοῦ εἰσέλθει σέ συζητήσεις σχετικῶς μέ τίς ἠθικές ἀντιρρήσεις του πρός τά διδάγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Στήν συνέχεια, παρακινεῖ τούς ἀναγνῶστες του νά «ὀρθοποδήσουν θαρραλέα καί νά κοιτάξουν τίμια τόν κόσμο ὡς σύνολο«, μέ ἄφοβη στάσι καί ἀπελευθερωμένη σκέψι» (Σημ: Τό δυσκολώτερο τῶν πραγμάτων, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐπηρρεασμένοι ἀπό τήν Ίουδαιοχριστιανική παράδοσι φοβοῦνται ὅτι διαπράττουν «ἁμαρτία» καί προτιμοῦν νά κρύβονται πίσω ἀπό ἀκατανόητες προϋπάρχουσες ψευδοθρησκευτικές ἀπόψεις πού δέν ἔχουν ἀπόδειξι ἀλλά ἐξασφαλίζουν τά νῶτα τοῦ ἀδαοῦς καί μή σκεπτομένου ἀνθρώπου).

Σέ μεταγενέστερο φυλλάδιό του πού τιτλοφορεῖται: Εἶμαι Ἀθεϊστής ἤ Ἀγνωστικιστής;  μέ ὑπότιτλο: Μία  Ἔκκλησις γιά Ἀνεκτικότητα ἐν ὄψει Νέων Δογμάτων, ὁ Ράσσελ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι ἀγνωστικιστής μέ τήν φιλοσοφικήν ἔννοιαν, ὅτι δέν μπορεῖ νά γνωρίζη τήν ἀλήθεια σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ. Στό ἴδιο ἔργο, ἐν τούτοις, παραδέχεται ὅτι μέ τό νά αὐτοαποκαλείται Ἀθεϊστής θά ἔδινε μιά πιστότερη εἰκόνα τῆς θρησκευτικῆς του στάσεως σέ ἕνα μή-φιλοσοφικό (καί φιλοσοφημένο) ἀκροατήριο.

Σέ ἕνα ἀδημοσίευτο ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ Illustrated τό 1952, μέ τίτλο «Is there God?» (Ὑπάρχει Θεός;), ὁ Ράσελ ἔγραψε:

« Ἄν ἔλεγα ὅτι μεταξύ Γῆς καἰ Ἄρεως ὑπάρχει μία πορσελάνινη τσαγιέρα σέ ἐλλειπτική τροχιά γύρω ἀπό τόν ἥλιο, κανείς δέν θά μποροῦσε νά διαψεύση τόν ἰσχυρισμό μου, ἀρκεῖ νά προσέθετα ὅτι ἡ τσαγιέρα εἶναι τόσο μικρή πού δέν θά μποροῦσαν νά τήν ἀνιχνεύσουν οὔτε τά πιό ἰσχυρά τηλεσκόπιά μας.

Ὅμως, ἄν στήν συνέχεια συνέχιζα νά λέω ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἰσχυρισμός μου δέν μπορεῖ νά διαψευσθῆ, θά ἦταν ἀσυγχώρητη ἀλαζονεία  πρός τήν ἀνθρωπίνη λογική νά τήν ἀμφισβητοῦμε,  τότε  δικαίως θά ἐθεωρῆτο ὅτι ἔλεγα ἀνοησίες.

Ἄν ὅμως ἡ ὕπαρξις μιᾶς τέτοιας τσαγιέρας ἀναφερόταν σέ πανάρχαια βιβλία, καί ἐδιδάσκετο ὡς ἡ ἱερή ἀλήθεια κάθε Κυριακή, καί ἐνεσταλάζετο στά μυαλά μικρῶν παιδιῶν στό σχολεῖο, καί ὁ παραμικρός δισταγμός νά πιστεύσης στήν ὕπαρξίν της, θά ἦταν τέτοιο δεῖγμα ἐκκεντρικότητος, πού σέ φωτισμένους καιρούς θά ἀπέφερε στόν ἀμφισβητία  τήν ψυχιατρική φροντίδα, «ἐνῶ σέ πιό πρώϊμη περίοδο τήν Ἱερά Ἐξέταση.»

Ἡ Σύγχρονος  Περίοδος 

Ρίτσαρντ Ντώκινς 
Α. Τζ. Ἄγιερ
Ρούντολφ Κάρναπ
Τζώρτζ Σμίθ

Ὁ Ρίτσαρντ Ντώκινς  (Richard Dawkins)

Ὁ «ἄθεος» Clinton Richard Dawkins (γεν. 26 Μαρτίου 1941) Βρεττανός ἠθολόγος, ἐξελικτικός βιολόγος, Δαρβινιστῆς, ἐπιστήμων,  καί συγγραφεῦς βιβλίων ἐκλαϊκευμένης ἐπιστήμης, μέχρι  τό 2008 διατηροῦσε τήν Ἕδρα Charles Simonyi γιά τήν Λαϊκή Κατανόησι τῆς Ἐπιστήμης στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης.

Στό βιβλίο του «Ὁ ἐφημέριος τοῦ Διαβόλου» (A Devil’s Chaplain), χρησιμοποίησε τήν Τσαγιέρα τοῦ Ράσελ, μέ παρόμοιο τρόπο, ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον αὐτοῦ πού ὠνόμασε «ἀγνωστικιστική συμφιλίωσι», τόν συμβιβασμό πού ἐπιτρέπει τήν ὕπαρξιν τῶν τομέων φιλοσοφίας πού ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς μέ θρησκευτικά θέματα.

 Ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει τρόπο νά ἀποδείξη τήν ὕπαρξιν ἤ μή ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ. (1)

Ὡς ἐκ τούτου, συμφώνως πρός τούς συμφιλιωτές ἀγνωστικιστές, ἐπειδή εἶναι θέμα προσωπικῆς προτιμήσεως, ἡ πίστις καί ἡ δυσπιστία σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν ἑνός ὑπερτάτου ὄντος εἶναι ἐξίσου ἄξιες σεβασμοῦ καί προσοχῆς.

Ὁ Ντώκινς παρουσιάζει τήν τσαγιέρα ὡς ἐπαγωγή εἰς ἄτοπον αὐτῆς τῆς θέσεως, ἐφόσον ὁ ἀγνωστικισμός ἀπαιτεῖ ἀπόδοσιν ἴσου σεβασμοῦ πρός τήν πίστιν καί τήν δυσπιστίαν περί ὑπάρξεως ἑνός ὑπερτάτου ὄντος, τότε θά πρέπη ἐπίσης νά δίδη τόν ἴδιον σεβασμόν καί στήν πίστιν γιά τήν ὕπαρξιν τῆς τσαγιέρας δορυφόρου, δεδομένου ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς τσαγιέρας σέ τροχιά μεταξύ Γῆς καί Ἄρεως εἶναι ἐξ ἴσου εὔλογος ἐπιστημονικῶς, ὅσον καί ἡ ὕπαρξις ἑνός ἀνωτάτου ὄντος.

Λογικός Θετικισμός

Οἱ λογικοί θετικιστές, ὅπως ὁ Ρούντολφ Κάρναπ (Rudolph Carnap) καί ὁ Α. Τζ. Ἄγιερ (A. J. Ayer), θεωροῦνται μερικές φορές, ἐσφαλμένως, ἀγνωστικιστές. Ἐπιστρατεύοντας ἐπιχειρήματα πού θυμίζουν τήν περίφημη ρήση τοῦ Βιττγκενστάιν (Wittgenstein), «Γιά ὅσα δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε, καλύτερα νά μένουμε σιωπηλοί», ἔβλεπαν κάθε συζήτηση περί θεῶν ὡς κυριολεκτικά χωρίς νόημα. Γιά τούς λογικούς θετικιστές καί τούς ὁπαδούς παρομοίων σχολῶν σκέψεως, προτάσεις σχετικές μέ θρησκευτικές καί ἄλλες ὑπερβατικές ἐμπειρίες δέν θά μποροῦσαν νά ἔχουν μία τιμή ἀλήθειας, καί ἐθεωροῦντο ὅτι εἶναι χωρίς νόημα. Αὐτό ὅμως περιλαμβάνει κάθε ἐκπεφρασμένη γνώμη γιά τόν Θεό, ἀκόμη καί ἐκεῖνες τίς ἀγνωστικές προτάσεις πού ἁρνοῦνται ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατή.

Στό «Γλῶσσα, Ἀλήθεια καί Λογική», ὁ  Ἄγιερ σαφῶς ἀπορρίπτει τόν ἀγνωστικισμό μέ τό σκεπτικό ὅτι ὁ ἀγνωστικιστής, μολονότι ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατη, ἐντούτοις ἐξακολουθεῖ νά δέχεται ὅτι προτάσεις σχετικές μέ τόν Θεό ἔχουν νόημα.

Παραλλαγές

Οἱ θεϊστές καί οἱ ἰσχυροί ἀθεϊστές διατυπώνουν προτάσεις σχετικές μέ τόν κόσμο, οἱ θεϊστές ὅτι «ὑπάρχει Θεός», οἱ ἰσχυροί ἀθεϊστές ὅτι «δέν ὑπάρχει Θεός». Οἱ ἀγνωστικιστές κάνουν μία πρότασι σχετική μέ αὐτές τίς προτάσεις, «δέν μπορεῖ κανείς νά ξέρη ἄν ὑπάρχη ἤ δέν ὑπάρχη Θεός».

Ὁ ἀγνωστικισμός ἔχει ὑποφέρει σέ μεγαλύτερο βαθμό ἀπό τίς πολλές καί διάφορες ἐκφράσεις φιλοσοφικῶν θέσεων ἀπό ὅτι ἀπό τίς ὀνοματολογικές παρεκτροπές. Ἔχουμε ὡς παράδειγμα ἀπόπειρες νά συσχετισθῆ ὁ ἀγνωστικισμός μέ τόν ἀθεϊσμό. Ἡ παράδοσις «ἐλευθέρας σκέψεως» τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἀποκαλεῖ τήν ἔλλειψιν  πίστεως στήν ὕπαρξιν ὁποιασδήποτε θεότητας «ἀσθενή ἀθεϊσμό» (ἤ ἀρνητικό ἀθεϊσμό). 

Παρ’ ὅλα αὐτά, μπορεῖ κανείς ἀκόμη νά τραβήξη μία διαχωριστική γραμμή μεταξύ ἀσθενοῦς ἀθεϊσμοῦ καί ἀγνωστικισμοῦ, κάνοντας διάκριση μεταξύ πίστεως καί γνώσεως, ὁδηγῶντας ἐκείνους πού πιστεύουν ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατη νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι ὁ ἀγνωστικισμός ἀφορᾶ στήν γνῶσιν, ἐνῶ ὁ ἀθεϊσμός/θεϊσμός ἀφορᾶ στήν ἔλλειψιν πίστεως.

Ὁ Ἀγνωστικός ἀθεϊσμός εἶναι μία σύνθεσις τῶν δύο.

Τζώρτζ Σμίθ, ἕνας ἐξέχων ἀθεϊστής συγγραφεῦς, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀγνωστικισμός εἶναι μία μορφή ἀθεϊσμοῦ, πού ὁρίζεται ἐδῶ ὡς «ἔλλειψις πίστεως σέ μία θεότητα» (Βλ: Ἀθεϊσμός, ἡ Ὑπόθεση Κατά τοῦ Θεοῦ (Atheism, The Case Against God), τοῦ Τζωρτζ Χ. Σμιθ, 1989 Prometheus Books, NY).

Τό ἐπιχείρημά του κατά τοῦ ἀγνωστικοῦ θεϊσμοῦ εἶναι ὅτι εἶναι ἀντιφατικό νά πρεσβεύουμε ὅτι ἕνα ὄν εἶναι ἐγγενῶς ἤ πρός τό παρόν ἄγνωστο, καί ἐντούτοις νά ἐφράζουμε θετικά πίστιν στήν ὕπαρξίν του (τό ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἕνα τουλάχιστον χαρακτηριστικό του – ἡ ὕπαρξίς του – εἶναι γνωστό). Περαιτέρω, ἐπιχειρηματολογεῖ, ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζη κάποιος ὅτι κάτι ὑπάρχει χωρίς κάποια ἔστω γνῶσιν τοῦ τί εἶναι αὐτό πού ὑπάρχει». 

Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ καταλήγει χωρίς νόημα διότι δηλώνουμε ὅτι εἶναι ἀνεξιχνίαστη, καί ó ἀγνωστικός θεϊστής διατυπώνει μιά πρότασι ἰσοδύναμο μέ τήν κατωτέρω:

«ὑπάρχει μπλάρκ» (ὁποιαδήποτε λέξις χωρίς νόημα). Ὁ Σμίθ συγκρίνει αὐτήν τήν ἀπροσδιόριστη πίστι μέ τήν μή πίστι καί καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ὅλος ὁ ἀγνωστικισμός εἶναι μιά μορφή ἀθεϊσμοῦ. Ὁ ἀγνωστικός θεϊστῆς πού ἐπιθυμεῖ ἀκόμη νά πιστεύη πρέπει νά ἀποδώση κάποιου εἴδους χαρακτηριστικά στήν πίστιν του, θέτοντας ἔτσι ἑαυτόν ἐκτός τοῦ πλαισίου τοῦ ἀγνωστικισμοῦ (καθώς τώρα διεκδικεῖ κάποια γνώσιν ἐπί τῆς θεότητος), πρᾶγμα πού τόν κάνει τώρα θεϊστή.

Οἱ ὑπηρεσίες συλλογῆς δεδομένων συχνά ἐμφανίζουν τήν κοινήν χρήσιν τοῦ ὅρου, πού διακρίνεται, ξεχωρίζει, ἀπό τόν ἀθεϊσμό λόγω τῆς ἐλλείψεως ἀμφισβητήσεως τῆς ὑπάρξεως τῶν θεοτήτων. Οἱ ἀγνωστικιστές καταγράφονται δίπλα στούς  κοσμικούς, τούς ἀθρήσκους  ἤ ἄλλες παρόμοιες κατηγορίες.

Ἄλλες παραλλαγές εἶναι:

  • Ὁ ἰσχυρός ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀσθενής ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀπαθῆς ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀναπαραστατικός ἀγνωστικισμός (model agnosticism)

(1) Ἡ ἀδυναμία τῆς ἐπιστήμης νά ἀποδείξη τήν μή ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς γιά τό τί ἀκριβῶς θεωρεῖ ἡ ἐπιστήμη βεβαιότητα ἤ γιά τό πόσο ἕνα πιθανό γεγονός εἶναι «σχεδόν βέβαιο» ἤ «σχεδόν ἀβέβαιο»..

Ὁ Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Beckett, 1906-1989),  Ἰρλανδός συγγραφεῦς (Νόμπελ 1969), έγραψε: «Δεδομένου ὅτι ἡ Βίβλος καί ἡ ἐκκλησία προφανῶς ἔκαναν λᾶθος σέ ὅσα ἔλεγαν σχετικῶς μέ τήν προέλευσίν μας,  πῶς εἶναι δυνατόν νά τίς ἐμπιστευθοῦμε σέ ὅσα λένε σχετικῶς μέ τόν προορισμόν μας!;»

Ὁ σκεπτικισμός του αὐτός λογικόν εἶναι νά τόν ἐντάσση στούς Ἀγνωστικιστές.

Ὁ Φρειδερῖκος Νῖτσε (Friedrich  Nietzsche): «Κάθε ἀληθινή πίστις εἶναι ἀδιάψευστος, ἐκπληρώνει αὐτό πού ὁ πιστός ἐλπίζει νά βρῆ σ’ αὐτήν, δέν προσφέρει ὅμως οὕτε τό ἐλάχιστον ἕρεισμα γιά τήν θεμελίωσιν μιᾶς ἀντικειμενικῆς ἀληθείας …»

Θέλεις νά ἐπιδιώξης ψυχική ἡρεμία καί εὐτυχία, τότε πίστευε, θέλεις νά εἶσαι ἕνας ἀπόστολος τῆς ἀληθείας, τότε ἀναζήτησέ την

Ὁ Νῖτσε, καθώς  καί μέσα ἀπό τά ἔργα του, ὑπῆρξε δριμύτατος ἐπικριτής τόσο τῶν ἐθνικιστικῶν, ὅσο κάθε ἀντισημιτικῶν τάσεων.

Ὁ Ζαρατούστρα εἶναι ἡ ὑπέρβασις τοῦ ἀνθρώπου πρός τό ἀνθρωπινότερο καί ὄχι πρός τό ἀπανθρωπότερο.

Ἐξ ἄλλου, καί ὁ ἴδιος ὁ Νῖτσε προέβλεψε ὅτι τά ἔργα του θά παρερμηνευθοῦν καί ὅτι δύσκολα θά ὓπάρξη κάποιος πού θά τά κατανοήση σέ βᾶθος. Ὁ ἴδιος θά πῆ: «Αὐτό πού κάνουμε δέν τό καταλαβαίνουν ποτέ, μά μονάχα τό ἐπαινοῦν ἤ τό κατηγοροῦν».

Τό νιτσεϊκό ἔργο ἦταν μιά κραυγή μέσα στήν βαθιά νύχτα τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἴδιος παρατηροῦσε πώς γιά νά σέ ἀκούση κάποιος πρέπει νά τοῦ σπάσης τά αὐτιά. Γι αὐτό ἄλλωστε καί πολλές φορές βρίσκουμε στά ἔργα του ἔκδηλη τήν περιφρόνησι γιά ἀπρόσωπα καί πράγματα. Δέν ήταν κακία ἤ μικρότητα, ἀλλά μιά φωνή πού ἤθελε σφόδρα νά ἀκουσθῆ στά αὐτιά καί  κυρίως τίς συνειδήσεις ὅλων.

Δέν πρόφτασε νά κτίση ἐκείνη τήν γέφυρα πού πάντα ἐπιθυμοῦσε, ἀπό τόν ἄνθρωπο στόν Ὑπεράνθρωπο. Οἱ προσδοκίες του ὅμως ἀπό τό ἀνθρώπινο εἶδος δέν σταμάτησαν ποτέ νά εἶναι μεγάλες. Ὅταν ρωτήθηκε γιά τό τί εἶναι αὐτό πού ἀγαπάει στούς ἄλλους, ἀπάντησε: «Τίς ἐλπίδες μου».

Τἄδ’ ἔφα ὁ  «φίλος μου»  ὁ Φρειδερῖκος.

Σάμιουελ Μπέκετ

Κι ἔρχομαι στήν δική μου ἀντίληψι, ὁπότε πιθανότατα νά χρειασθῶ τήν δική σας  γνώμη, ἄποψι γιά τό ποῦ θά μποροῦσε νά ἐνταχθῆ ἡ θεωρία μου αὐτή:

Ἡ ἀνθρωπίνη νοημοσύνη μπορεῖ νά ἀντιληφθῆ ὁτιδήποτε, θεωρητικό ἤ πρακτικό μπορεῖ νά παρουσιασθῆ μέσα στόν «ἀνθρώπινο χωροχρόνο» δηλαδή στόν κῶνο πού δημιουργήθηκε ἀπό τό Big Bang καί μετά δηλ. περίπου 14,5 δισεκατομμύρια χρόνια… Ἀπό τό συμβατικό Σημεῖο Μηδέν δηλ. τό χρονικό σημείο τῆς ἐκκρήξεως (στό CERN  ἔχουν καταφέρει νά προσωμοιάσουν τήν στιγμή ἐκείνη μέ ἀπόκλισι ἐλάχιστα ἑκατοστά ἤ ἴσως καί χιλιοστά τοῦ δευτερολέπτου) καί πέρα, δέν ἔχουμε τήν δυνατότητα νά γνωρίζουμε καί οὔτε θά γνωρίσουμε τί ὑπάρχει.

Γιά νά φθάσουμε στό σημεῖο Μηδέν τῆς δημιουργίας σημαίνει ὅτι προϋπῆρχαν τῶν συμπάντων, φυσικοί κανόνες καί δυνάμεις ὅπως π.χ ἡ βαρύτης, ἡ θερμότης, ἡ έντροπία, οἱ κανόνες τῆς θερμοδυναμικῆς, ἡ ἀντίστασις έπί τριβῆς, ἡ ἀδράνεια,  καἰ ἄπειρες ἀκόμη δυνάμεις καί κανόνες, οἱ ὀποῖοι ΠΡΟϋπῆρχαν τοῦ Big Bang καί τῆς δημιουργίας.   Ὁπότε τίθεται μέ σαφήνεια τό λογικόν ἐρώτημα: «καί ποιός ἔφτιαξε  τούς φυσικούς αὐτούς νόμους καί κανόνες οι ὁποῖοι καθώρισαν τόν τρόπο λειτουργίας τοῦ σύμπαντος κόσμου καί τῆς μετατροπῆς τῆς ἐνεργεἰας σέ ἄλλες πυκνότητες δημιουργῶντας ἔτσι νέα, ἄλλα ὑλικά στοιχεῖα,  διαφόρων ἀψύχων ἤ ἐμψύχων εἰδῶν».

Κάποια δύναμις, κάτι τί, τοῦ ὁποίου Δεν γνωρίζουμε την ύφήν ή την προέλευσιν. Συμβατικῶς θά μποροῦσα νά ἀποδεχθῶ τόν ἀ-θρησκευτικὀ ὅρο θεός, ὅπως παπούτσι, κουκούτσι, καρέκλα ἤ σαλάτα. Πράγματι άνευ σημασίας ἡ ὁρολογία.  Πάντως, ἡ ὀντότης αὐτή οὐδόλως ἀσχολεῖται μέ τήν άνθρωπίνη παρουσία ἐπί τῆς γῆς, κατά τρόπον ὅπως ἐπιδιώκουν νά περιγράφουν τά διάφορα διασκεδαστικά, θρησκευτικά μυθιστοριματάκια.

Οἱ κανόνες καθώρισαν τήν φυσικήν λειτουργία τῆς ἐνεργείας καί κατόπιν τῆς ὕλης.

Ἡ ἀνθρωπίνη περιέργεια διά τήν διερεύνησιν τοῦ τί ὑπῆρχε πρό τοῦ Σημείου Μηδέν προσωπικῶς μέ ἀφήνει παγερῶς ἀδιάφορο, δεδομένου ὅτι ὑπάρχουν τόσα πολλά ἀνεξήγητα πού θά μποροῦσαν νά παίξουν ἴσως κάποιο ρόλο στήν ἀνθρωπίνη ζωή.

Οἱ σκέψεις αὐτές μέ ἔχουν ἀπαλλάξει ἀπό τό ἄγχος τῶν θρησκειῶν καί ἀπό τήν  διακρίβωσι ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητες προκειμένου ὁ ἀνθρωπος νά πορεύεται μέ βάσι τίς Άρετές πού παραμένουν αἰωνίως ἀναλοίωτες ἐν ἀντιθέσει με τίς ἡθικές άρχές πού εἶναι καί μεταβλητές καί συνηθέστατα και  διαβλητές.

Ποῦ κατατάσσομαι, τί εἶμαι λοιπόν; 

Οἱ ὁμιλοῦντες περί Θεοῦ προφανῶς ὀμιλοῦν γιά τόν θεό τῆς κάθε θρησκείας των. Ἐγώ ὁμιλῶ γιά θεό ἐκτός θρησκειῶν. Κάπου ἀλλοῦ τόν ἔχω ὠνομάσει  «ἄθρησκο θεό».

Ἐάν ὁ Θεός εἶναι περιωρισμένος μέσα στά ὅρια μιᾶς θρησκείας δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄπειρος κατά τίς ἀπαιτήσεις τῶν ἰδίων θρησκειῶν. Εἶναι ἄραγε ὁρθή αὐτή ἡ περιγραφή συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω περιγραφέντα;

Πάντως, κατά τά συνηθισμένα, ἔνθεος δέν εἶμαι, κατά τά συνηθισμένα ἄθεος δέν εἶμαι, τότε τί εἶμαι;

Κάποιος πού ψάχνεται;

 Ἅρα στούς ἐρευνητές; Στούς στοχαστές ἤ ἁπλῶς στούς Ἀγνωστικιστές;

 Ὁπωσδήποτε πάντως,  σέ σκεπτομένους  καί ποτέ εὐκόλως ἀποδεχομένους ἀνεξελέγκτως τήν κάθε ἐπιμέρους ἄποψιν.

«Ήλιος και Θερινό Ηλίοστάσιο», γράφει ο Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, ο Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἰτέα /Γαλαξίδι,22.6.2002

Ἀθῆναι, 22.5.2019

Βρεθήκαμε μέ φίλους ἐκδρομή στό Γαλαξίδι τό 2002, ἄν θυμᾶμαι καλά γύρω στίς 20 μέ 25 Ίουνίου, κι ὅπως κουβεντιάζαμε ἐκεῖ στήν ταβέρνα περί ἀνέμων καί ὑδάτων, ἦλθε ὁ λόγος στόν ἥλιο καί στό  θερινό ἡλιοστάσιο. Και ἐπειδή τὄχω μόνιμο «χουνέρι», ἄν κάτι δέν βρίσκεται πρόχειρο στό μυαλό μου, να ψάχνω στά κιτάπια μου νά βρῶ τίς δέουσες ἀπαντήσεις, ἐπεξηγήσεις, κι ἄν δέν τίς βρῶ ἔτοιμες, προσπαθῶ νά τίς «γεννήσω».

Ἀναζητῶντας λοιπόν, βρέθηκα μπροστά στόν «φωτοδότη καί ζωοδότη ἥλιο», ἀλλά καί σέ διαφόρους συμβολισμούς του. Ὁπότε, ἄρχισα σιγά-σιγά νά ξεκαθαρίζω τό τοπίο, να ξετυλίγω το κουβάρι.

Καλόν εἶναι νά γνωρίζετε, έσείς οἱ ἀναγνῶστες, a priori, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι κάθε ἄποψις πού περιγράφεται δέν σημαίνει κι ὅτι τήν ἀποδέχομαι ὡς ἀπαραιτήτως ὀρθή. Ἄλλωστε δέν μπορῶ νά κρατηθῶ, ἀμέσως ἀποτυπώνω μανιωδῶς τίς αντιρρήσεις μου…φαίνεται ἄλλωστε.

Λέει λοιπόν ὁ «θεῖος» Δάντης, ὁ μέγας ἰταλός ποιητής «δέν ὑπάρχει πρᾶγμα ὁρατό σέ ὅλον τόν κόσμο, πιό ἄξιο και πιο κατάλληλο ὡς σύμβολο τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ἥλιο, πού φωτίζει μέ ὁρατή ζωή πρῶτα τόν ἑαυτό του καί ἕπειτα ὅλα τά οὐράνια καί ἐγκόσμια σώματα» 1.

Ὁ ἥλιος λοιπόν, κατά πως λέν’,  εἶναι «ἡ ὑπερτάτη κοσμική δύναμις, ἡ παντεπόπτις θεότης ὡς καί ἡ δύναμίς της. Ἡ θεοφάνεια, ἡ ἀκίνητη ὕπαρξις, ἡ ύπαρξις τοῦ κόσμου, τό κέντρο τοῦ ὅντος καί τῆς ἐνορατικῆς γνώσεως, ἡ νόησις τοῦ κόσμου, ἡ φώτισις, τό μάτι τοῦ κόσμου καί τό μάτι τῆς ἡμέρας, ὁ ἀκατανίκητος, ἡ δόξα, ἡ λάμψι, ἡ δικαιοσύνη, ἡ βασιλική ἐξουσία. Εἶναι ἡ ὁρατή εἰκόνα τῆς Θείας Ἀγαθότητος , τό Ὑπερβατικό Ἀρχέτυπο τοῦ Φωτός.»2

Ὑπάρχει μιά παραδοσιακή διάκρισις μεταξύ τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀοράτου ἡλίου, τοῦ αἰσθητοῦ καί τού νοητοῦ, τοῦ ἐξωτερικοῦ καί τοῦ ἐσωτερικοῦ.3  Στίς περισσότερες παραδόσεις ὁ Ήλιος εἶναι ὁ παγκόσμιος Πατέρας μέ τήν Σελήνη τήν παγκόσμια Μητέρα. Μέ ἐξαιρέσεις τήν ἰνδιάνικη παράδοσι, τήν τευτονική (δηλ. τήν ἀρχαία γερμανική), τήν ἰαπωνική, τήν παράδοσι τῆς ὠκεανίας καί τῶν Μαορί, ὅπου ἡ Σελήνη εἶναι ἀρσενική καί ὁ  Ἥλιος θηλυκή δύναμις.

Ὁ Ἥλιος καί ἡ βροχή εἶναι οἱ κύριες γονιμοποιές δυνάμεις, ἐξ’ οὗ καί ὁ νυμφίος ὡς ἥλιος καί ή νύμφη ὡς σεληνιακή θεά, ὁ Πατέρας Οὐρανός καί ἡ Μητέρα Γῆ. Ἐπειδή ἀνατέλλει καί δύει σταθερά καί ἐπειδή οἱ ἀκτῖνες του μπορεῖ νά εἶναι ζωοποιές ἤ καταστροφικές, ὁ Ἥλιος συμβολίζει τήν ζωή καί τόν θάνατο ἤ καλύτερα τήν ἀνανέωσι τῆς ζωῆς τῆς φύσεως μέσῳ τοῦ εἰκονικοῦ θανάτου καί τῆς ἀναβλαστήσεως τῆς φύσεως.

Ὁ ἥλιος τῆς ἀνοίξεως εἶναι sol invictus (ἥλιος ἀήττητος). Ἕνας ἡλιακός δίσκος, μέ χειμάρρους νεροῦ πού ξεχύνονται ἀπό αὐτόν, ἀντιπροσωπεύει τόν συνδυασμό τοῦ ἡλίου καί τοῦ ὕδατος, τῆς θερμότητος καί τῆς ὑγρασίας, ὡς ἀπαραιτήτων καί ἀναγκαίων γιά κάθε ζωή.

Ὁ ἀκτινωτός ἥλιος καί ἡ ἀκτινωτή καρδιά μετέχουν τοῦ ἰδίου συμβολισμοῦ τοῦ Κέντρου ὡς ἕδρας τῆς φωτίσεως καί τῆς διανοίας. Ὁ ἥλιος παλαίων μέ  ὄφιν ἀπεικονίζει τό φῶς νά καταπολεμᾶ τό σκότος καί τίς οὐράνιες δυνάμεις ἐναντίον τῶν χθονίων, ὡσάν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις να εἶναι οἱ καλές και ὅλες οἱ χθόνιες οἱ κακές 4.

Ὁ ἥλιος πού στέκει ἀκίνητος εἶναι τό ἄχρονον, τό αἰώνιον Τῶρα,  τό nunc stans ( πού σημαίνει ἐσαεί σταθερός), εἶναι  φώτισις, ἡ διαφυγή ἀπό τόν Χρόνο καί τό περιβάλλον τῃς Ὑπάρξεως.  Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη μαζί, ἀπεικονίζουν τήν ἀρσενική καί τήν θηλυκή δύναμη σέ σύζευξι.

Ἄλλα ἡλιακά σύμβολα εἶναι ὁ περιστρεφόμενος τροχός, ὁ δίσκος, ὁ κύκλος μέ σημειωμένο τό κέντρον αὐτοῦ, ὁ ἀκτινοβόλος κύκλος, ἡ σβάστικα δηλ. ἕνας τετράκτινος κύκλος μέ τεμάχια τῆς περιμέτρου στό ἄκρον τῶν ἀκτίνων, ἀκτῖνες εὐθεῖες ἤ κυματοειδεῖς πού παριστοῦν τό φῶς καί τήν θέρμη τοῦ ἡλίου, φωτεινά ἅρματα μέ ἡλιακούς θεούς πού ὁδηγοῦν λευκά ἤ χρυσά ἄλογα, ἡ διάσχισις τοῦ κόσμου μέ ἡλιακά πλοῖα, ἕνα ἀκτινοβόλο πρόσωπο, ἕνα μάτι (τό δεξί ὅταν ἡ θεότης εἶναι ἀρσενική καί τό ἀριστερό ὅταν ἡ θεότης εἶναι θηλυκή, τό δεξί γιά τόν ἥλιο τό ἀριστερό γιά τήν Σελήνη).

Ένας μπρούτζινος ἄνθρωπος, μιά ἀράχνη στό κέντρο τοῦ ἰστοῦ της μέ τίς ἀκτῖνες νά ἐκτείνονται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἡλιακά πτηνά καί ζῶα ὅπως ἀετός (στούς Ἀζτέκους συμβολίζει τόν Ἀνατέλλοντα Ἥλιο καί τήν οὐρανίαν ὅψιν ἐνῶ ὁ τίγρης ἤ ὁ πίπτων ἀετός εἶναι ἡ δύσις καί ἡ γηΐνη ὄψις), ἰέραξ, κύκνος, φοίνιξ, ἀλέκτωρ, λέων, κριός, λευκός ἤ χρυσοῦς ἵππος, ὅφις μέ πτερά ἤ πτερύγια (τό πτερωτό φίδι εἶναι ἡλιακόν σύμβολον), ὁ κινεζικός δράκων κλπ.

Ὁ λευκός ἥλιος συνδέεται μέ ἡλιακά ζῶα, ἀλλά ὁ μέλας ἥλιος (sol niger) συνδέεται μέ τόν ὅφι καί τίς χθόνιες δυνάμεις. Στούς πολιτισμούς τῶν κυνηγῶν ὁ ἥλιος εἶναι ὁ «Μεγάλος Κυνηγός». Ὁ ἥλιος μερικές φορές ἀπεικονίζεται ὡς ὁ καρπός πάνω στό Δένδρο τῆς Ζωῆς ἐνῶ τά «Παιδιά τοῦ Ἥλίου» εἶναι βασιλικοί ἐνσαρκωμένοι θεοί (οἱ Ἀζτέκοι καί οἱ Ἴνκας ἦσαν «παιδιά τοῦ Ἥλίου»).

Στούς Αἰγυπτίους ὁ ἀνατέλλων Ἥλιος εἶναι ὁ Ὧρος, μέ τόν Ρᾶ ὡς τόν Ἥλιο τοῦ Ζενίθ καί τόν Ὅσιρη ὡς τόν δύοντα Ἥλιο. Ὁ Ὧρος στήν σύγκρουσίν του μέ τόν Ἄποφι  (ὁ Σέθ ὡς ὅφις) εἶναι ἡ ἡλιακή δύναμις πού πολεμᾶ μέ τό σκότος. Ὁ πτερωτός ἡλιακός δίσκος εἶναι ἡ ἡλιακή δύναμις τοῦ Ρᾶ καί τοῦ Ἄτον καί ἡ ἀνανέωσις τῆς Ζωῆς.

Στούς Ἀλχημιστές ὁ Sol (ἥλιος) εἶναι ὁ νοῦς. Sol καί Luna (ἥλιος καί σελήνη) εἶναι ὁ χρυσός καί ὁ ἀργυρός, βασιλεῦς καί βασίλισσα, ψυχή καί σῶμα. Ὁ  Sol niger (ὁ μέλας/μαῦρος ἥλιος) εἶναι ἡ prima materia (πρώτη ὕλη). Τό πλανητικό σημεῖο τοῦ ἡλίου, ὁ κῦκλος μέ τό σημεῖον τοῦ Κέντρου  εἶναι σύμβολον τοῦ Μεγάλου Ἔργου.

Σέ μερικές φυλές στήν Ἀφρική ὁ ἥλιος εἶναι ἡ θηλυκή δύναμις, ἡ Μητέρα, ἐνῶ στούς Βουσμάνους (Bushman – δηλ. ἄνθρωπος τοῦ θαμνώδους δάσους) εἶναι ἡ ὑπερτάτη Θεότης. Στούς Βουδιστές εἶναι τό φῶς τοῦ Βούδα, ὁ Ἡλιακός Βούσας ἐνῶ στούς Ἑβραίους εἶναι ἡ Θεία Βούλησις καί καθοδήγησις.

Παρά τοῖς Ἕλλησιν ἥλιος εἶναι τό μάτι τοῦ Διός. Ὁ Ἀπόλλων, ὡς ἥλιος, σφαγιάζει τόν πύθωνα τοῦ σκότους.

Στόν Ὁρφισμό ὁ ἥλιος εἶναι ὁ «Πατήρ Πάντων», «ὁ μεγάλος γεννήτωρ καί τροφός τῶν πραγμάτων, κυβερενήτης τοῦ κόσμου». «Ὁ ἥλιος εἶναι ἡ καρδιά καί ἡ σελήνη τό ἥπαρ τοῦ σύμπαντος».

Κατά τούς Ἑρμητιστάς ὁ ἥλιος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ, ἐνῶ κατά τούς  Ιάπωνας ὁ ἥλιος εἶναι μία κυρία καί ἡ φιδίσια θεότης Άματεράσου, αὐτή πού κατέχει τόν μεγάλο ἥλιο, γεννημένη ἀπό τό ἀριστερό μάτι τοῦ Ἰζανάγκι, καί ἀπό τήν ὁποίαν ἰσχυρίζεται πώς κατάγεται ὁ Μικᾶδος       (ὁ Ἰάπων Αυτοκράτωρ), ὡς ἀνατέλλων ἥλιος, τό ἔμβλημα τῆς Ἰαπωνίας.

Κατά τούς Ἰνδούς, ὁ Θεός ζωογονητής, τό μάτι τοῦ Βάρουνα. Ό Ἴντρα εἶναι ἡλιακός καί κατανικᾶ τόν δράκοντα τοῦ χάους καί τοῦ σκότους, τόν Βριτρά. Ὁ Σιβά εἶναι ἐπίσης ὁ ἥλιος τοῦ ὁποίου οἱ ἀκτῖνες εἶναι ἡ δημιουργική Σάκτι πού φέρει ζωή στόν κόσμο.

Ὁ ἥλιος εἶναι ἡ «κοσμική θύρα», ἡ εἴσοδος στήν γνώσι καί τήν ἀθανασία.Τό τριπλοῦν δένδρο μέ τρεῖς ἡλίους ἀπεικονίζει τήν Τριμούρτι. Ἕνα δένδρο μέ δώδεκα ἡλίους ὑποδηλώνει τούς Ἁντιτγιᾶ, τά σημεῖα τοῦ Ζωδιακοῦ Κύκλου καί τούς μῆνες τοῦ ἔτους.

Κατά τούς Ἰνδιάνους ὁ ἥλιος εἶναι τό παγκόσμιο πνεῦμα (ὁ μεγάλος Βινετοῦ) ἡ καρδιά τοῦ οὐρανοῦ. Σέ κάποιες ἄλλες φυλές ὁ ἥλιος γίνεται θηλυκή ἀρχή, ἡ Μητέρα, ἐνῶ σέ ἄλλες ὁ Ἥλιος καί ἡ Σελήνη ἀπεικονίζονται ὡς ἄνδρας καί γυναίκα, ή ἁδελφός καί ἀδελφή. Ὁ Χορός τοῦ Ἡλίου εἶναι ἕνα ἀπό τἀ πιό σημαντικά τυπικά.

Κατά τούς Ἵνκας ὁ ἥλιος ἀπεικονίζετο μέ ἀνθρωπίνη μορφή, μέ πρόσωπο ὡς ἀκτινοβόλος χρυσοῦς δίσκος καί ἦταν «ὁ πρόγονος».

Στούς Πέρσες ὁ ἥλιος εἶναι τό μάτι τοῦ Ὃρμούζντ, αὐτός πού σέβεται τόν Ἥλιο πού εἶναι ἀθάνατος, λαμπρός, μέ γρήγορα ἄτια … σέβεται τόν Ὁρμούζντ ἤ τόν Ἄχουρα-Μάζντα.

Οἱ Κέλτες ἔχουν τόν ἥλιο ὡς θηλυκή δύναμι ἐνῶ οἱ Κινέζοι τό Γιάνγκ, ἡ Μεγάλη Ἀρσενική Ἀρχή, ὁ οὐρανός, τό μάτι τῆς ἡμέρας, ἡ ἐνεργητική δύναμις πού γονιμοποιεί τήν γῆν, ἡ ἐξουσία. Δέκα ἥλιοι σέ ἕνα δένδρο φανερώνουν τό τέλος ἑνός κύκλου. Ὁ ἀλέκτωρ, ὁ πετεινός, καί τό τρίποδο κόκκινο κοράκι ζοῦν στόν ἥλιο, ἀφοῦ τά τρία πόδια ἀντιπροσωπεύουν τόν ἀνατέλλοντα, τόν μεσημβρινό καί τόν δύοντα ἥλιον. 

Στούς Μαορί ὁ ἥλιος καί ἡ Σελήνη εἶναι τά δύο μάτια τοῦ Οὐρανοῦ.

Κατά τόν Μιθραϊσμό ὁ Μίθρα εἶναι ἡλιακός θεός. Ὁ ἥλιος, τό τέθριππο ἅρμα του καί οί φύλακες συνήθως ἀπεικονίζονται στά δεξιά, μέ τήν Σελήνη καί τούς Θυρωρούς στά ἀριστερά.

Κατά το Ισλάμ, ὁ ἥλιος εἶναι τό μάτι τοῦ Ἀλλάχ, ὁ παντεπόπτης, ὁ παντογνώστης (Σημ: Τίποτε δέν βλέπει, τίποτε δέν γνωρίζει, κι ἄν βλέπει ἤ γνωρίζει, ἐμᾶς δεν μᾶς ἀφορᾶ). Ὁ ἥλιος εἶναι ἡ ἀντανάκλασις τοῦ Ἡλίου πέρα ἀπό τό πέπλο. Ἡ καρδιά τοῦ σύμπαντος καί τό σημεῖον τοῦ Θεοῦ στόν Οὐρανό καί τήν Γῆ.

Πλάτων στήν Πολιτεία του τόν ὀνομάζει ὁ δημιουργός τοῦ ὀρατού, τῆς ἀναπαραγωγῆς, τῆς θρέψεως καί τῆς ἀναπτύξεως. Ἡ θέρμη καί τό φῶς τοῦ ἡλίου εἶναι δημιουργικότητα καί σοφία(Σημ: Ὄντως σοφή παρομοίωσις).

Κατά τούς Πυθαγορείους οἱ δέκα κῦκλοι εἶναι ἡ κυκλική τελείωσις (Σημ: Ὁ κῦκλος θεωρεῖται τέλειος ὡς μή ἔχων ἀρχή και τέλος)

Στούς Σκανδιναυούς ο ήλιος εμφανίζεται ως ηλιακός όφις και είναι το μάτι του Όντιν/Βόντεν, ο παντεπόπτης.

Στούς Σλάβους ὁ ἡλιακός θεός ἀπεικονίζεται ὡς ἕνας ὄμορφος νέος ἤ μερικές φορές ὡς ἀναγεννώμενος καί θνήσκων καθ’ ἡμέραν. Κατά τόν Σλαβικόν συμβολισμόν ἥλιος καί σελήνη μποροῦν νά ἀλλάζουν φῦλο.

Κατά τούς Σουμμερίους καί τούς Σημῖτες οἱ ἡλιακοί θεοί Σαμάς καί Ἀσσούρ παριστῶνται ὡς πτερωτοί ἡλιακοί δίσκοι.

Στόν Ταοϊσμό ὁ ἥλιος εἶναι γιάνγκ καί ἡ μεγάλη οὐράνια δύναμις. Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη μαζί συμβολίζουν τήν ὑπερφυσικήν ύπαρξιν, πάντα ἀκτινοβόλο.

Στούς Τεύτονες (τούς ἀρχαίου ἀλλά καί συγχρόνους Γερμανούς) ὁ ἥλιος εἶναι θηλυκός καί  Μητέρα (die Sonne), ἐνῶ ἡ Σελήνη εἶναι ἀρσενική καί  Πατέρας (der Mond).

Κατά τόν Χριστιανισμό, ὁ ἥλιος συμβολίζει τόν θεό Πατέρα, δημιουργό, κυβερνήτη καί συντηρητή τοῦ σύμπαντος ἀκτινοβολῶντας φῶς καί ἀγάπη, ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἥλιος συμβολίζει τόν Λόγο, τήν θεία οὐσία στόν ἄνθρωπο (Σημ: Ὁποία ἀνθρωπίνη ἔπαρσις καί ἀλαζονεία νά πιστεύη ὅτι ἔχει μέσα του θεία οὐσία μετατρέποντας ἔτσι τόν θεό εἰς ἄνθρωπο καί τόν ἄνθρωπο εἰς θεό. Ἀμφότερα ἀδικαιολόγητες φαντασιώσεις).

Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη, ὅταν ἀπεικονίζονται μέ τήν σταύρωσι ἀντιπροσωπεύουν τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ καί οἱ δυνάμεις τῆς Φύσεως ἀποδίδουν σεβασμό στόν Κύριο τοῦ Σύμπαντος (Σημ: Πεῖτε μου, ἀλήθεια, ὁ βιομήχανος κατασκευαστής τῶν αὐτοκινήτων παραμένει μετά τήν κατασκευή ἑνός ὀχήματος ὁ αἰώνιος ἰδιοκτήτης, κύριος, και κυρίαρχος αὐτοῦ; Ἐάν ἡ θεότης ἔφτιαξε τόν κόσμο, μέ ποιά λογική τήν θεωροῦμε μόνιμο καί πάγιο ἰδοκτήτη μας; Kαί γιατί να τῆς ὀφείλονται «εύχαριστίες, δοξολογίες καί ἄλλα τά ὁποῖα δεν ἀποδίδουμε στούς πραγματικούς γονεῖς μας, οἱ ὁποῖοι δεν τά διεκδικοῦν οὔτε τά προσμένουν ἀλλά χαίρονται μέχρις «έντροπῆς» ὅταν τούς ἀποδίδονται με ἀγάπη και ποτέ καθ’ὑποχρέωσιν).      

Ὅ  ἥλιος εἶναι ἡ διαμονή τοῦ ἀχαγγέλου Μιχαήλ μέ τήν Σελήνη ὡς Γαβριήλ (Σημ: Ἄλλη μία οὐτοπική και παρά φύσιν ἄποψιν. Τα μόνα ἄφυλα ὄντα εἶναι τά πνευματικά δημιουργήματα πού λέγονται «ἄγγελοι», δηλ. ἀγγελιαφόροι!)

 Ὁ Ἅγ. Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης ἀπεικονίζεται μέ τόν ἥλιο στό στῆθος του.

Στήν Ὠκεανία ὁ ἥλιος εἶναι στίς περισσότερες περιπτώσεις ἡ Μητέρα ὅλων, μέ τήν Σελήνην ὡς Πατέρα καί τά ἄστρα ὡς παιδιά. Σέ μερικά μέρη ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη εἶναι παιδιά τοῦ πρώτου ἀνδρός καί τῆς πρώτης γυναικός. Ὁ ἥλιος εἶναι ἡ μεγάλη κόρη ὀφθαλμοῦ.

Στό Χειμερινό Ἡλιοστάσιο ἡ Μεγάλη Μητέρα, Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ, γεννᾶ τόν Υἱό τοῦ Φωτός. Ἡ Παρθένος γεννᾶ, τό φῶς ἀναπτύσσει (Θάνατος καί Ἀνάστασις τοῦ Ὀσίριδος). Ἡ Πανσέληνος φαίνεται στό Ναδίρ της καί ἡ Παρθένος ὑψώνεται εἰς τήν Ἀνατολήν.

Ἡ Janua Coeli = ἡ Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ δηλ. τό Χειμερινό Ἡλιοστάσιο στόν Αἰγόκερω, συμβολίζει τήν ἀνοδική καί ἀναπτυσσσομένη δύναμι τοῦ ἡλίου. Τό Θερινόν Ἡλιοστάσιον στόν Καρκίνο, ἡ Janua Ιnferni = ἡ πύλη τῆς Κολάσεως) εἶναι ἡ πύλη τῶν ἀθρώπων καί ἡ καθοδική καί φθίνουσα δύναμις τοῦ ἡλίου (Σημ: Μεγάλη ἔνστασις πρός τήν καθιερωθεῖσαν σχεδόν ἀπό τῆς δημιουργίας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς μειωτικῆς διά τόν ἄνθρωπον θεωρήσεως ὅτι ἀξίζει μόνον τά χειρότερα, τά κατώτερα, και ποτέ τά ἀνώτερα).

Μέ αὐτά τά λίγα περί Ἡλίου καί Ἡλιοστασίου χαιρετίζουμε ἄλλον ἕνα κῦκλο ζωῆς στό ἀπόγειό του στό Ζενίθ ἤ στό κατώγειόν του τό  Ναδίρ.

 

(1)   Δάντης: Ὁ μεγάλος αὐτός Ποιητής χάρισε ἕναν ἐξαιρετικό συμβολισμό στήν ἀνθρωπότητa κάνοντας ὅμως ἕνα συγγνωστό, ἴσως καί κατ’ἀνάγκην, λάθος: προσωποποίησε τήν Θεότητα

2  Ὁ προφανῶς  θρησκευτικῆς ἀντιλήψεως χαρακτηρισμός τῆς θεότητος μέ ἐκφράσεις πού συνοδεύουν συνήθως παλαιᾶς κοπῆς ἐξουσίες, περισσότερο ταιριάζει σέ φιλοσοφοῦντες  ἀπό τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἐντεῦθεν. Ἡ σύγχρονος φιλοσοφική σκέψις δέν μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ τέτοιες «λυρικορομαντικές» περιγραφές σἄν τά ἐρωτικά ρομάντζα τῶν βιβλίων τσέπης τῆς δεκαετίας τοῦ ‘60…

3   Ὁ συμβολισμός τοῦ ὁρατοῦ  και τοῦ ἀοράτου ἡλίου εἶναι ἴσως ἡ πλέον πρόσφορος ἀποτύπωσις τοῦ γηΐνου καί ὁρατοῦ καθώς και παντός πνευματικοῦ καί ἀοράτου ἐν τῶ κόσμῳ.

4    Μέγιστον σφᾶλμα ἡ ἐκ τῶν προτέρων «χρέωσις» τῶν χθονίων δυνάμεων ὡς κακῶν,  διότι ἐάν πράγματι ἡ θεότης εἶναι δημιουργός «ὁρατῶν τε καί ἀοράτων» καί ἐπί πλέον φέρει καί τό έπίθετον Πανάγαθος δέν μπορεῖ νά ἔχει «παραγάγη  ἤ κατασκευάση» κακές δυνάμεις και μάλιστα νά τίς ἔχει χωροτάξη ἐκεῖ ποῦ διαβιοῦν τά τελειότερα δημιουργήματά του, οἱ Ἄνθρωποι. Κατά συνέπειαν, κακῶς ἔχει ἀποκτήσει τούς συμβολισμούς πού τοῦ  ἀποδίδονται καθ’ ὑπέρβασιν, ὑπερβολήν  καί κατάχρησιν γλωσσικῶν περιγραφῶν.  Εἷναι προφανήςἥ ἐπιρροή τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας κατά τήν ὁποίαν τά ἀνθρώπινα εἶναι ἀσήμαντα, ταπεινά και «κακά» ἐνῶ τά θεϊκά πάντοτε ἔξοχα, ἀνώτερα, ὑπέροχα, «καλά».

Το έργο στην πρώτη σελίδα του άρθρου είναι του Κοσταντίνο Σεντίνι (Costantino Cedini – Βενετία, περ. 1811) «Η Αυγή με τον Απόλλωνα Οδηγούν το Ηλιακό Άρμα»

«Αλήθεια…», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Τι σημαίνει άραγε Αλήθεια;.

Εάν ακολουθήσουμε τον τρόπον σκέψεως τού Κρατύλου μία εξεταζομένη λέξις αποκαλείται «φύσει» όταν η έννοιά της περιγράφεται δια των γραμμάτων, των συλλαβών ή και των αναγραμματισμών, εάν όμως η εκφώνησις τής λέξεως έχει συμφωνηθεί από κοινού, ασχέτως δεσμών των γραμμάτων με το κατονομαζόμενον, τότε όπως υποστηρίζει ο Ερμογένης η λέξις αυτή είναι «κατά συνθήκην».

Ας επεξεργασθούμε εδώ τις λέξεις Άλήθεια και Ψεύδος θα ανακαλύψουμε πολλά ενδιαφέροντα.

Η λέξις «Αλήθεια» είναι συγγενής με το θέμα της Δήλου και του Φωτός των Διδύμων Αρτέμιδος και Απόλλωνος δια της μητρός των Λητούς και των ετεροθαλών αδελφών των, και ιδιαιτέρως με την τρίτην των Χαρίτων την Θαλίην και την τρίτην τών Μουσών Θάλειαν.

Η Λητώ-Ληθώ-Λήθη-Σκότος είναι η πρώτη διαβάθμισις του φωτός.

Η πρωτότοκη δίδυμος Άρτεμις (εγεννήθη τήν 6ην Θαργιλιώνος δηλ. 21ην Μαϊου) εκπροσωπεί το ημίφως, ενώ ο  δίδυμος αδελφός Απόλλων (τήν 7ην Θαργιλιώνος δηλ. 22αν Μαϊου) εκπροσωπεί το πλήρες φώς. Ο  πατέρας Ζεύς/Δίας/Νούς την Αιτίαν του Παντός, την παν-συμπαντικήν κεραύνιον νοημοσύνην των δια-λογισμών και των συν-λογισμών  του μήποτε  δύοντος φωτός.

Συνευρισκόμενος ο Νούς-Ζεύς μετά του σκότους-Λήθης-Λητούς-το λείον του ήθους όπως την απεκάλεσε ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον,έχει ως αποτέλεσμα  το φώς νά εκ-δηλ-ούται εις το νοητόν Σύμπαν εις την νήσον Δήλον με την γένεσιν των Διδύμων, Αρτέμιδος και Απόλλωνος. Η μητέρα Λητώ-Ληθώ-Λήθη-σκότος είναι το εφαλτήριον, η πηγή των δυνάμει ιδιοτήτων του φωτός, κυοφορούσα εκ του Διός εις το σκότος και λήθην τους μέλλοντας νά εκ-δηλ-ωθούν νοητικούς συλ-λογισμούς, έργα των τέκνων της ημίφωτος Αρτέμιδος και φωτός Απόλλωνος.

Κατά τον Αθανάσιον Σταγειρίτην εις την «Ώγυγίαν» του, σύνδεσμοι αυτών εις το φυσικόν σύμπαν είναι ο μέν Ήλιος τού Απόλλωνος, η δε Σελήνη της Αρτέμιδος. «Και επειδή η Λητώ αλληγορείται και εις Λήθην και εις Νύκτα,  τα τέκνα ενταύθα σημαίνουν, ο μέν Απόλλων τον Ήλιον, η δε Άρτεμις την Σελήνην».

Giulio Romano (1530)- Η γέννηση του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος

Σκότος εις την αλληγορίαν σημαίνει άγνοια, αμάθεια, δοκησισοφία και δογματισμός.

Τό Φώς αλληγορεί τήν γνώσιν, τήν νοημοσύνην, τήν κατανόησιν, τήν διαλεκτικήν σκέψιν μετά λόγου.

Η Αρχή των όντων, η σκοτεινή μήτρα της μητρός, δέχεται το αρχέγονον σπέρμα με τήν διτήν ιδιότητα τού ζευγνύειν καί διασπάν, δια να τεκνοποιήση εις αμφότερα τα πεδία: εις το φυσικόν τα φυσικά τέκνα και εις το νοητικόν τας σκέψεις-ιδέας.

Η ένωσις πραγματοποιείται μέσα εις το απόλυτον σκότος της Λήθης-Λητούς, μητρός των διδύμων του Φωτός. Τίποτα δεν ευρίσκεται εν ενεργεία. Πολλοί την ονομάζουν Ληθώ, λέγει ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον.  Εν δυνάμει και ανεκδήλωτα ευρίσκονται τα πάντα, και αναμένουν την άφιξιν του νοητού φωτός δια να αποκαλυφθούν και παραδίδουν εις την αλήθειαν το πλέον ουσιαστικόν της χαρακτηριστικόν, την αποκάλυψιν.

Εάν η γνώσις δεν είναι αληθής γνώσις, δεν έχει γνωσιολογικόν περιεχόμενον και καθίσταται ψευδής.

Αλήθεια:  η λέξις αποτελείται από το στερητικόν α  και ακολουθεί η ρίζα  λήθ- .

Το α- αναιρεί την σημασίαν της αποκρύψεως, της μη αποκαλύψεως.

Η λέξις Λήθη παράγεται εκ του ρήματος λανθάνω, που σημαίνει εν γνώσει μου αποκρύπτω κάτι, δεν κοινοποιώ εκείνο το οποίον θα ώφειλα να καταστήσω γνωστόν, αποσιωπώ, παραλείπω, αντιπαρέρχομαι, παραμελώ. 

Έλεγε ο Όμηρος εις την Ιλιάδα, ότι ο Οδυσσεύς «πάντας ελάνθανε δάκρυα λείβων» δηλ. ότι ο Οδυσσεύς έκρυβε απ΄ όλους ότι έχυνε δάκρυα.

Συνεπώς, 

Αλήθεια είναι η αποκάλυψις δια τού λόγου της καθαράς και αυθορμήτου σκέψεως, η οποία είναι η προσωπική υποκειμενική έκφρασις τής, κατά την αντίληψιν εκάστου, γνώσεως τού πράγματος, τής εννοίας  ή τού γεγονότος και έχει δύο δυνατότητες: να ανταποκρίνεται ή μη εις την ουσίαν του πράγματος.

Αλήθεια επίσης είναι η αντικειμενική πραγματικότης τής ουσίας τού πράγματος, τής εννοίας ή τού γεγονότος, π.χ. το ηλιοκεντρικόν σύστημα είναι η αλήθεια τού ουρανίου θόλου.  Αυτή είναι μία αεί υπάρχουσα πραγματικότης, ανεξαρτήτως τών όποιων υποκειμενικών απόψεων.

Όπως λέγει και ο Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά του,  η διαχρονική υπάρχουσα αλήθεια είναι η «αεί σύν παντί».

Η Αλήθεια μπορεί να αναλυθή και ως εξής:

ΑΛΗΘΕΙΑ = ΑΕΙ   ΘΕΙΑ  ΑΛΗ,  όπου άλη είναι η περιπλάνησις, η περιφορά, η κίνησις (από την ιδία ρίζα έχουμε και την λέξιν αλήτης, αλαζών κλπ).  Επομένως η Θεία Ανέναος Κίνησις.

Η ελευθερία τής σκέψεως, η απηλλαγμένη από οιονδήποτε φόβον, προκαθωρισμένην δοξασίαν θρησκευτικής, πολιτικής, κοινωνικής ή άλλης φύσεως, είναι το δεσπόζον χαρακτηριστικόν τής επιτυχούς και κατόπιν σοβαρών αναζητήσεων, ανευρέσεως της αληθείας.

Δύο τρόποι αναζητήσεως υπάρχουν :

Η δια των μεθοδικών κατευθυνομένων ερωτήσεων, δήλαδή η μαιευτική μέθοδος τού Σωκράτους ( Διάλογος Μένων) καί

Η προσωπική αναζήτησις, κατά τον Ξένον εις τον διάλογόν του με τόν Θεαίτητον εις τόν   Σοφιστήν τού Πλάτωνος.

«Ουκούν διάνοια μέν καί λόγος ταυτόν. πλήν ή μέν εντός τής ψυχής πρός αυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος, τούτ’ αυτό ημίν επωνομάσθη διάνοια» (Σκέψις και λόγος λοιπόν είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνην την διαφοράν ότι ωνομάσθη από εμάς σκέψις ο διάλογος που γίνεται μέσα εις την ψυχήν με τον εαυτόν της, χωρίς την συμμετοχήν τής φωνής- Σοφιστής 263 Ε).

Μετά τήν ερμηνεία τής λέξεως ΑΛΗΘΕΙΑ να επισημάνω ότι στά Λατινικά η λέξις VERITAS έχει τήν ρίζαν ver, η οποία με τήν κατάληξη e γίνεται vere δηλ. άνοιξις, ενώ με τήν κατάληξη us γίνεται verus = αληθής.

Εύκολα θα μπορούσε να πή κανείς ότι όπως η φύσις όλη ανθίζει και σάν μπουμπούκι ανοίγει και φαίνεται  έτσι και η αλήθεια βγαίνει εις τό φώς. Εις τά Ελληνικά έχουμε τήν ποιητικότητα να λέμε ότι στό νησί τής Δήλου, άρα στήν πηγή τού φωτός εκ-δηλ-ούται η αλήθεια.

Ευγενή λογοπαίγνια αποδίδοντα όμως μία πραγματικότητα.

Ψεύδος =   ψ(υχής) + εύδος –  ύπνος της ψυχής

Αντίθεσις τής αληθείας είναι το ψεύδος. Πάν τό μή άληθές, ο ψευδής λόγος.

«Ού γαρ επί ψευδέσσι πατήρ Ζεύς έσσετ’ αρωγός» (διότι εις τους ψευδομένους ο πατήρ Ζεύς δεν γίνεται αρωγός –  Ιλιάς Δ 235)

Λέγει ο Αριστοτέλης εις τα Μεταφυσικά του: «τό μέν λέγειν τό όν μή είναι ή τό μή όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν μη είναι αληθές».

Εις τήν έννοιαν τής αληθείας ενυπάρχει η αποκαλυπτικότης αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η θεία άλη, η κίνησις. Πάσα αποκάλυψις απαιτεί αλλαγήν καταστάσεως και πάσα αλλαγή προϋποθέτει κίνησιν. 

Κι όπως λέγει και ο Πλάτων μέ τόν Θεαίτητόν του: «Το πάν κίνησις ήν και άλλο παρά τούτο ουδέν».

Εις το τέλος του πρώτου του αποσπάσματος ο Ηράκλειτος δεν διστάζει να περιγράψη την ανθρωπίνην φύσιν ως «καθεύδουσαν» δήλα δή κοιμωμένην.

«Τούς δέ άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν, οκώσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται.» (Οι δε άλλοι άνθρωποι λησμονούν εκείνα τα οποία πράττουν, όταν ευρεθούν εν εγρηγόρσει, όπως ακριβώς λησμονούν και εκείνα τα οποία πράττουν ενώ κοιμούνται.)

Η Ελληνική Γλώσσα δια τής μυθιστορίας αφιέρωσεν εις τον Θεόν του Φωτός, τον Απόλλωνα, το σύμ-βολον, το βάλλον δια τών βολών-βελών τού τόξου τήν διάνοιαν. Ταυτοχρόνως ο Απόλλων φωτίζει την διάνοιαν δια των βελών-βολών-ακτίνων του.  Όχι η μία, αλλά και οι δύο επιδιώξεις, τού φωτισμού και τής επιτεύξεως τού στόχου, είναι τής δικαιοδοσίας τού Θεού. Άνευ φωτισμού ο στόχος είναι δυσδιάκριτος και η αποτυχία αναπόφευκτος.

Η τοξοβολία δεν πραγματοποιείται εις το σκότος διότι δέν θά επιτύχη τόν στόχον της. Η σοφία τού συνδυασμού, καλώς επενδεδυμένη διά τού μύθου, γίνεται τώρα κατανοητή και απαστράπτουσα εκ τού κάλλους καί τῆς ευκρινείας τῶν εἰκόνων-ἐννοιῶν.

Τό σύμβολον, ἐάν φορτισθῆ συγκινησιακῶς μέ διευρυμένην τήν νοητικήν ὅρασιν, φωτιζομένην ἐκ τοῦ ἰδίου τοῦ μύθου, μεταβάλλεται εἰς ἀρχέτυπον. «Φαίνεται μοι δόξα ἐξιέναι έκ διανοίας ἤ ἐκουσίως ἤ ἀκουσίως, ἐκουσίως μέν ἡ τοῦ μεταμανθάνοντος, ἀκουσίως δέ πάσα ἡ ἀληθής.» (Νομίζω ότι μία ιδέα βγαίνει από τον νούν μας είτε θεληματικά είτε άθελά μας. Θεληματικά βγαίνει η ψεύτικη ιδέα, άμα μαθαίνουμε τήν αλήθεια, άθελά μας βγαίνει κάθε αληθινή ιδέα –  Πολιτεία Πλάτωνος 413).

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας.

Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε. Πίστευε, καί μή ερεύνα.

Θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.» Πίστευε καί μή, ερεύνα. (Friedrich Nietzsche)

«Δέν Μάθαμε Τίποτε ἀπό την Ἱστορία μας;», γράφει ό Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, Ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄντε καί μιά φορά, ἀντί γιά πολιτισμικό μήνυμα νά γράψω καί μιά πολιτική κριτική ἀλλά μέ πολιτισμική ὑπόκρουσι.

Ἐφέτος ὁ καιρός μᾶς παίζει ἄσχημα παιχνίδια. Κι ἀντί οἱ Ἀλκυονίδες νἀ διαρκέσουν 10-15 μέρες στό δεύτερο δεκαπενθήμερο τοῦ Ίανουαρίου, συνεχίζουν ἀκόμη και σήμερα τέλος Μαρτίου.

Κι ὅπως ὁ καιρός μᾶς κάνει σκωτσέζικα ντούς μέχρι σήμερα, ἔτσι αἰσθανόμαστε κι ἐμεῖς. Κι ἐκεῖ πού πάει νά γελάση κάπως τ’ἀχείλι μας, ὅτι μαθές τελειώσαμε ἐπιτέλους μέ τά μνημόνια, – τό γκουβέρνο αὐτό ἰσχυρίζεται-, νἄσου καί πιάνει ἀντάρα φοβερή κι ὁ ἀγέρας δυνατός, σηκώνει τά καθίσματα καί μιά καρέκλα πάνινη, καλοκαιρινή μᾶς ἔρχεται στό κεφάλι. Κάπως ἔτσι πῆρε τ’ ὄνομα «καρεκλᾶτος». Βγῆκε τό παλληκαράκι, τ’ άπαίδευτο, ν’ ἀμφισβητήση τήν Μακεδονία μας. Ἀκόμη ὅμως δέν ἔφθασε στό σημεῖο νά κερδίση τό κεφαλαῖο στ’ ὄνομά του.  Γιατί; Πολλές οἱ αἰτίες…

 

Κάποτε, ὁ Ἀριστοτέλης (μπάς κι ἦταν κι αὐτός Σκοπιανός;;) έγραψε, ὅτι οἱ πολῖτες ὀφείλουν νά ἀσχολοῦνται μέ τήν πλέον ὑψηλόφρονα «αρετήν», τήν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀνεβάζει τό ἐπίπεδον τοῦ πολίτου, ἀλλά καί ὅτι τήν προδοσίαν πολλοί ἠγάπησαν (συνήθως οἱ ἐχθροί !!!), τόν προδότην ὅμως οὐδείς.

Τό 1917 ἔγινε ἡ μεγάλη Ρωσική Ἐπανάστασις κατά τοῦ Τσαρισμοῦ ἀπό τήν μεγαλύτερη φάρσα τῆς παγκοσμίου ἱστορίας, τόν Κομμουνισμό τοῦ Λένιν καί μετά ἀπό λίγο καί τοῦ Στάλιν. Ὅλη ἡ περίφημη δῆθεν φιλοσοφία τῶν Marx και Engels ἀπεδήχθη μία τεραστία φούσκα, πού ἀφ’ ἑνός ὡδήγησε πἀνω ἀπό 40.000.000 ταλαίπωρους Ρώσους στό μαχαίρι τῶν κομμουνιστικῶν κυβερνήσεων καί ἄλλους τόσους  στά γκούλαγκ τῆς Σιβηρίας. Ἐπειδή κάποιες φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Μάρξ ταίριαζαν ἤ ἀκόμη καί υἱοθετήθησαν ἀπό τά μηνύματα τῆς μεγίστης παγκοσμίως Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, άπό την κομμούνα τῶν Παρισίων καί ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ σχηματισμοῦ ὁ ὁποῖος κατέλαβε τήν  ἀριστερά πτέρυγα τῆς Γαλλικής Ἐθνοσυνελεύσεως, ὠνομάσθηκε ἡ πολιτική αὐτή «γραμμή»:  «ἀριστερά»

Στήν Ἑλλάδα, περί τό 1918, 19, 20 ἔφθασαν καί οἱ  ἰνστρούχτορες, οἱ πολιτικοί κομμισσάριοι τοῦ ΚΚΕ (δέν πρόλαβε καλά-καλά νά στηθῆ τό μεγάλο μαγαζί τῆς Ρωσίας και ἀπέκτησε τό παραρτηματάκι του, ἕνα θλιβερό φερέφωνο, 100 χρόνια τώρα τήν ἴδια καραμέλα πιπιλάει καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι – διερωτῶμαι μέ τί μυαλό ἄραγε – πού ἀκόμη τά ἴδια λένε, τά ἴδια σκέπτονται. Καμμία ἐξέλιξις, καμμία βελτίωσις, ἐξ οὖ καί σταθερά 4 – 6 %  ἐπί ἕναν αἰῶνα.

Μοῦ ἐδιηγεῖτο ὁ πατέρας μου ὅτι τό 1916, εἰς ἡλικίαν 7 ἐτῶν, ἔφυγε ἀπό τό χωριό του, μέ δύο ἀριστερά παπούτσια καί χρωστῶντας τό φέρετρο τῆς μάννας του, ἀνέβηκε στήν Ἀθήνα νά δουλέψη καί νά σπουδάση, φαίνεται ἀπό τότε ἡ δουλειά τοῦ βοηθοῦ σερβιτώρου ἦταν ἡ πλέον πρόσφορη γιά παιδιά. Στό ταβερνεῖο πού ἐργαζόταν ἐμφανίστηκε κάποια στιγμή καί ἕνας ἰνστρούχτορας, κι ἀφοῦ μετά ἀπό κάποιες ἐπισκέψεις κατάφερε νά κερδίση τήν συμπάθεια τῶν θαμώνων κερνῶντας κἄνα καρτοῦτσο, ἄρχισε σιγά-σιγά τήν προπαγάνδα γιά τό μεγάλο ὄραμα. Γιά τήν μεγάλη πατρίδα ὅπου ἐκεῖ θα γίνη ἡ μεγάλη κοινωνική ἀλλαγή καί γιατί νά μήν ἐπωφεληθούμε κι ἐδῶ στήν Ἑλλαδίτσα;  

«Ἐμεῖς θέλουμε νά χτίσουμε παλάτια γιά τόν κοσμάκι, τόν λαουτζῖκο, γι αὐτό καί θά  κατεδαφίσουμε ὅλα τά παλαιά, για να φτιάξουμε τά καινούργια, τά χρυσά, τά μαρμαρένια…»

Σηκώθηκε τό παιδόπουλο,  10, 11 χρόνων, και με άπορία ρώτησε:

 «Γιατί πρέπει νά  καταστρέψουμε τήν καλύβα μας; Δέν μποροῦμε νά μένουμε ἐκεῖ ἀντί στόν δρόμο, μέχρι νά φτιαχτοῦν τά παλάτια μέ τά λούσα τους και τότε, νά πᾶμε ἐμεῖς στά καινούργια καί νά βάλουμε τά ζωντανά μας στήν καλύβα, νά μήν τά χτυπάη ὁ καιρός, νά μήν τά βρέχει ἡ βροχή, νά μήν ξεπαγιάζουν στό κρῦο;»

Βουβός ὁ ἰνστροῦχτορας, παγωνιά στο μαγαζί. Μετά ἀπό λίγο, σἄν τον μαλωμένο σκῦλο, μέ τήν οὐρά κάτω ἀπ’τά σκέλη ξεγλύστρησε ἀπό τήν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ και χάθηκε στήν νύχτα. Δέν ξαναπάτησε ποτέ.

Δέν μπορεῖ ἡ ἱστορία αὐτή νά ἦταν ἡ μοναδική. Το ἴδιο θα γινόταν και σ’ άλλες γειτονιές.

Τά χαστούκια σ’αὐτήν τήν πολιτική  ἦλθαν ἀπό τόν ἴδιο τόν λαό πού θέλανε να πάρουν μέ τό μέρος τους.

Μέσα στο πλαίσιο τῆς κομμουνιστικὴς πολιτικῆς περιελαμβάνοντο καί δύο θέματα στά ὁποία οἱ ἀπαντήσεις όλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ἦταν ἡ κλασική πλέον Ἑλληνική ἀπάντησις: «Ἔλα, βρέ αδελφέ, δεν μᾶς νοιάζει ἐμᾶς τί λένε οἱ ἄλλοι, χ…ς τους.».

Ἀποτέλεσμα: οὐδέποτε ἔδωσαν σημασία καί δυναμική ἀπάντησι, ἀντιμετώπισι, στίς ἐκδηλώσεις ἐπιθυμίας τῶν Σλαβικῶν Φυλῶν νά κατέβουν καί νά βγοῦν στό Αἰγαῖο. Θυμίζω τούς Βουλγάρους 1912 με τούς κομμιτατζῆδες. Εὐτυχῶς πού ὑπῆρξε ὁ Μεγάλος Παῦλος Μελᾶς (διαβᾶστε τήν Πηνελόπη Δέλτα: «Στα Μυστικά τοῦ Βάλτου»).

Οὔτε ἔλαβαν ποτέ στα σοβαρά τὀν ἕτερο Σλάβο, δῆθεν φίλο τῶν Ἑλλήνων Τίτο, ὁ ὁποῖον δημιούργησε αὐτό τό ἐκτόπλασμα τήν Δημοκρατία Βόρεια τῆς Μακεδονίας, τό ὁποῖον φυσικά, εὑρίσκεται εἰς τήν περιοχήν τῆς ἀρχαίας Παιωνίας.

Μετά τήν Καταστροφική Ἐκστρατεία τῆς Μικράς Ἀσίας πού ἔληξε μέ τίς σφαγές τοῦ Ἐλληνισμοῦ ἀπό τίς ὀρδές τοῦ Κεμάλ καί τήν καταστροφή τῆς Σμύρνης άπό πυρκαγιά τόν Σπτέμβριο τοῦ 1922, ἐπακολούθησε ἡ δίκη τῶν ἕξι (όκτώ τελικῶς) κριθέντων ὡς ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς ἀπό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο:

Γεώργιος Χατζανέστης, Αχιστράτηγος,διοικητής τῆς στρατιᾶς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας,

Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, 

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός επί τῶν στρατιωτικών Κυβερνήσεως Γούναρη

Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός επί των οικονομικών Κυβερνήσεως Γούναρη.

* Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός, 

* Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός, 

Οἱ ἕξι ἐκρίθησαν ἔνοχοι Ἐσχάτης Προδοσίας, καί ἐτυφεκίσθησαν αὐθημερόν στοῦ Γουδῆ, ὄχι γιατί ἐπρόδωσαν, ἀλλά διότι λόγῳ ἐσφαλμένων ἀποφάσεων ὡδήγησαν τήν Πατρίδα σέ ἀτιμωτική ἦττα καί ὑποχώρησι. ( Οἱ δύο με ἀστερῖσκο δέν ἐθανατώθησαν).

Φυσικά, τήν εὐθύνη γιά τό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο εἶχε ἡ Ἐπαναστατική Ἐπιτροπή τοῦ Συνδέσμου Ἀξιωματικῶν, μέ ἐπί κεφαλῆς τούς Συνταγματάρχες Γούναρη καί Γονατᾶ, καί Πολιτικό Ἐπίτροπο τό πρωτοπαλλήκαρο τοῦ Ἐλ.Βενιζέλου, Γεώργιο Παπανδρέου. 

Εἶναι περίεργο ἀλλά ἀνέκαθεν ἀποροῦσα: Πῶς γίνεται, μονίμως, οἱ προερχόμενοι ἀπό αὐτό τό δῆθεν δημοκρατικό τμῆμα τῆς κοινωνίας, τῶν κομμάτων, νά ξεγλυστροῦν καί νά παραμένουν ἀτιμώρητοι παρά τίς ἀντιπατριωτικές και ἀντισυνταγματικές ἑκάστοτε ἐνέργειες τῶν δήθεν Δημοκρατῶν;

Τά γεγονότα τοῦ 1922 εἶναι τά πλέον πρόσφατα, πρίν ἀπό τήν ἦττα στήν Κύπρο τό 1974. Τότε, εἶχε ἁρθῆ ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν μέ μετατροπή σέ ἰσόβια. Τά  ὑπέστησαν δικαίως οἱ Ἰωάννίδης και σία ὡς ὑπεύθυνοι τῆς Κυπριακῆς Τραγωδίας. Ὁ Παπαδόπουλος ἐτελείωσε στήν φυλακή γιά τήν πραξικοπηματική κατάληψι τῆς ἐξουσίας.

Ἀλλάζοντας ἱστορικό περιβάλλον, ἐρχόμαστε στά μεταπολεμικά χρόνια, ὅπου ἡ Ἑλλάς παθαίνει τό μεγαλύτερο κακό πού μποροῦσε ποτέ νά τῆς συμβῆ. Τό  ΚΚΕ ἀποφασίζει νά διεκδικήσῃ τήν διακυβέρνησι τῆς χώρας καταλαμβάνοντας τήν ἐξουσία διά τῶν ὅπλων. Κηρύχτηκε ἐμφύλιος πόλεμος. Εὐτυχὼς γιά τήν πατρίδα μας δεν ἐκέρδισε τό ΚΚΕ. Κι ἀφοῦ προφανῶς ὑπέστη τά δεινά τῆς ἦττας του ἀπό το ἐπίσημο κρᾶτος, παρέμενε παράνομο πλέον μέχρι τό 1974, πού ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ κομμουνισμοῦ καί τοῦ ΚΚΕ, ὁ Κ. Καραμανλῆς ἐκήρυξε μεγαλόθυμα τήν νομιμοποίησι τοῦ ΚΚΕ, διευκολύνοντάς το νά παίξη ἰσοτίμως καί αὐτό, τό παιχνίδι τῆς διεκδικήσεως τῆς πολιτικῆς νίκης μέσῳ δημοκρατικῶν διαδικασιῶν, δηλ. ἐκλογῶν.

Ἔτσι ἡ Ἑλληνική Ἀριστερά, λόγῳ ὀλιγωρίας τῶν ἄλλων πολιτικῶν δυνάμεων, ἄρχισε νά ἐπηρεάζη τούς νεωτέρους, διότι αὐτοί δύσκολα μποροῦν νά μείνουν ἤρεμοι καί νά μήν ἀντιδροῦν ἐκκρηκτικά, ἐπαναστατικά, ριζοσπαστικά, ἀνατρεπτικά.

Μέ δεδομένο ὅτι μετά τό 1974 ἡ κοινωνία χωρίσθηκε σέ τρείς μεγάλες πολιτικές παρατάξεις: Ὅλες οἱ παραγωγικές τάξεις, (ἔμποροι, ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, βιοτέχνες, βιομήχανοι κλπ) θεώρησαν ὅτι καλύπτονται πολιτικῶς ἀπό την Νέα Δημοκρατία. Ὅλοι οἱ κρατικοί λειτουργοί, ἐργατοπατέρες καί συνδικαλιστές ἀφομοιώθησαν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., και δυστυχῶς το σημαντικώτερο κομμάτι τῆς κοινωνίας, ἡ παιδεία καί ἡ ἐκπαίδευσις ἔμειναν νά τά λυμαίνεται τό Κ.Κ.Ε. καί ἡ αριστερά.

Καί φυσικά πῶς θά μποροῦσε τό ΚΚΕ νά ἀποκτήση πιστούς ὀπαδούς ἄν εἶχε νά κάνη μέ μορφωμένους καί ἐξύπνους; Κατεβάζει λοιπόν τόν πήχυ τῆς παιδείας τόσον χαμηλά ὥστε ἀφ’ ἑνός νά μήν ἀποζητᾶ τήν «άριστεία» ἀλλά τό ἐλάχιστον δυνατόν, τήν μειωμένη ἀπόδοσι, τήν ἰκανοποίησι ἀπό τήν μετριότητα.

Αλλά, ὅλοι αὐτοί ἔχουν στήν σκέψι τους ὅτι ἕνα ἔθνος, το ἔθνος μας το Ἑλληνικό, ἕνα ὁμοιογενές ἔθνος (μέ τίς έλάχιστες δυνατές προσμείξεις ἀπό ἑκάστοτε εἰσβολεῖς καί κατακτητές, ἀπό ἀρχαιότητος) πρέπει νά πάψη νά ἐπιδιώκη τήν αὐτονομία του, τήν ἀκεραιότητά του, τήν πατρίδα του, τόν χῶρο του, τήν ἱστορία του, τόν  πολιτισμό του καί νά ἐπιτρέψη τήν ἀλλοτρίωσί του ἀπό ἄλλους λαούς.

Καί τελικῶς μέ μία ἀπόλυτο βλακεία νά ἔχουν ἀποδεχθῆ ώς ἡγἐτη ἕναν μέ ἀριστερές ἐμμονές, νά προδίδη τήν Πατρίδα του μέ ἐπαίσχυντες συμφωνίες, καί τήν ἰδεολογία του μέ τό νά παίζη τόν ρόλο τοῦ ὑποτακτικοῦ σέ κακόφημους πολιτικούς συνεταίρους στήν Εὐρώπη, ὕπουλους λύκους μέ προβιά άρνιοῦ, ἀνεντίμους πολιτικούς Ἑταίρους καί Συνεταίρους, ἀχρήστους άγραμμάτους ὑπουργούς παιδείας, με περισσό θρᾶσσος καί ἐκδικητική μανία καταστροφῆς.

Διαπίστωσις εἶναι ὅτι: Κανείς δεν διαβάζει την ίστορία για μάθει από αύτήν. 

Πιστέψτε με δέν εἶναι ἀπώλεια μαθητικοῦ χρόνου. Εἶναι ἡ σύνδεσις τοῦ παρόντος μέ τό παρελθόν ἀλλά καί τό μέλλον. Ἄς σεβασθούμε καί τά δύο. Γιά τό καλό τῶν παιδιῶν μας, καί τῶν ἐγγονῶν μας.

«Ἄχ, αὐτός ὁ κῆπος τῆς Ἐδέμ», γράφει ο Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, ό Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκεῖ πού ἔβλεπα τήν μάννα μου στό μπαλκόνι καθισμένη, μιά γριούλα πιά 97 ἐτῶν το 2014– τῶρα πιά ἔχει ἀλλάξει ἐνεργειακή πυκνότητα -, άρχισα να συλλογίζομαι τί απίστευτο ρόλο παίζουν οι γυναίκες στήν ζωή μας.

Ἐξαιρετικά περίεργο τό γεγονός ὅτι παρ’ ὅλον ὡς Ἕλληνες θά ἔπρεπε στήν καθημερινότητά μας νά θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Δευκαλίωνος καί τῆς Πύρρας καί μηδεμίαν ἔχοντες σχέσιν με τίς φυλές τῶν Ἑβραίων καί μάλιστα  μέ τούς διαδόχους τοῦ Νῶε, ἐν τούτοις ἔχουμε υἱοθετήσει τήν Ἑβραϊκή προϊστορία καί μυθιστορία καί θεωροῦμε λανθασμένα ὡς μητέρα τῶν ἀνθρώπων τήν Εὔα καί πατέρα τόν Ἀδάμ.

Ἄς κάνουμε λοιπόν και  μιά  «πνευματική ἀτασθαλία» κι ἄς «παίξουμε» λίγο μέ τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα.

Αδάμ και Εύα σε έργο του Ρούμπενς

Ἔρχεται λοιπὀν ὡς συνέχεια καί συνέπεια ἡ εἰκόνα τῆς Εὔας νά τρώη, κατόπιν προτροπῆς τοῦ διαβόλου δηλ. τοῦ ἀντιθεοῦ,  σέ μορφή φιδιοῦ, ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως… εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ρουφήξη τήν ομορφιά τῆς γνώσεως.

Ὁ ἄνδρας, ὁ Ἀδάμ, ἡ κλασική περίπτωσις τοῦ βολεμένου, τοῦ ἀνοήτου (δηλ. τοῦ μή σκεπτομένου), τοῦ εὑρισκομένου σέ κατάστασι ἀπολύτου ἀποχαυνώσεως λόγῳ «εὐτυχίας».

Ξαφνικά ἡ καταστροφή: ἕνα μηλαράκι ξύπνησε τήν ἀνθρωπότητα, πονήρεψε τήν Εὔα, ἡ Εὔα τόν Ἀδάμ, καί σκέφθηκαν νά φάνε κι ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς. Δίπλα ἦταν κι αὐτό, προκλητικό καί ὄμορφο, μέ τούς καρπούς του μεστωμένους νά στάζουν, ἀλλά ἄλλες οἱ σκέψεις καί οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες καί ἄλλες οἱ διαθέσεις τοῦ θεούλη. Φοβήθηκε ὁ καημενούλης, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος φάει ἀπό τόν καρπό τῆς ζωῆς θά ἀποκτήση ἀθανασία και τότε… ἔεεεε,  τότε θά θέλη νά γίνη κι  αυτός θεός …  ἄπαπαπαπα … άπαράδεκτα πράγματα αὐτά, ἀκούς εκεί.

Ὁπότε νἄσου κι ἡ ἄμεσος ἀντίδρασις τοῦ μπαρμπα-θεούλη: «Στά κάτεργα ἀμέσως παληοτόμαρα! Πῶς τολμᾶτε νά θέτε νά γίνετε θεοί », καμμία δικαιολογία δέν ἔγινε δεκτή.

«Μάααα,  ἐσύ δέν μᾶς εἶπες ὅτι μποροῦμε νά κάνουμε ὅτι θέμε μέσα στόν Παράδεισο; Παράδεισος εἶναι αὐτός, τί κακό μπορεῖ νά μᾶς προσφέρη;»

Ὁ  Ἀδαμᾶκος τά εἶπε, αὐτός τά ἄκουσε, ἀπάντησις μία καί μόνη:

«Οὕστ, ἔξω, δρόμο, στήν Γῆ, στήν Κόλασι, καί τά παιδιά σας, τά παιδιά τῶν παιδιῶν σας καί ὅλα τά παιδιά πού θά ἀκολουθήσουν θά τραβήξουν τόν παθῶν τους τόν τάραχο ἐπειδή δέν κάνατε αὐτά πού ἤθελα ἐγώ… ΕΓΩ… ΕΓΩ…ΕΓΩ

Κι ἔτσι ἔφυγαν τά δυό τους, κατέβηκαν στήν Γῆ, καί πέρασαν καί περνοῦν τά πάνδεινα καί σἄν νά μἠν ἔφθαναν ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα βέβαια γίνονται μέ τήν «ἀγάπη» τοῦ θεούλη πού τά ἔφτιαξε, γιατί βλέπεις, δέν εἶναι μόνο ἀγαλματοποιός ἀπό πηλό, εἶναι καί χωροφύλακας.

Δέν θέλει νά κάνης ὅ,τι σ’αρέσει, ὅ,τι σέ βολεύει, θέλεις, χρειάζεσαι, σχεδιάζεις, ἐπιθυμεῖς, ὅ,τι νοσταλγεῖς τέλος πάντων…ὦωωωωω  Ὅχιιιι… θά κάνης αὐτό πού θέλει ὁ μπάρμπα—Μυτούσης καί γιά νά μήν ξεχνιώμαστε ποιός εἶναι τὀ ἀφεντικό, ὅλο καί ζητάει καί κάποιες θυσιοῦλες: ἀπό τόν Ἀβράμη τόν Τζάκο του, ἀπό τόν Μένιο τήν Ἰφιγενειοῦλα του, και ξεσηκώνει και τον κόσμο για πολέμους,  καί ἄλλα πολλά.

Βάζει καί στούς ἀνθρωπάκους κακές ἰδέες στό μυαλό, κι ἀφοῦ χαιρέκακα τούς δεῖ νά ταλαιπωροῦνται, τούς περνάει κι ἀπό φωτιά καί μαχαίρι γιά τιμωρία, κι ἔχει καί τό θρᾶσσος, νά λέη ὅτι θά τούς στείλη καί κάποιον νά τούς σώση ἀπό τό σφᾶλμα  τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας. Βρέ, βρέ, βρέ  πῶς ἀγαπάει ἔτσι τά παιδιά του;;; Θά πάθη κάτι ὁ καημενούλης, ἔτσι ἀπό τήν άγάπη του.

Ἄαααα, νά μήν ξεχνιώμαστε, θέλει, ἀπαιτεῖ,  καί κάθε πρωΐ, κάθε μέρα,  ὁ κοσμάκης νά πέφτη στά γόνατα νά τόν εύχαριστῆ γιατί γεννήθηκε παιδί του στήν γῆ, ἀλλά νά φτύνη αἶμα παρ’ὅλα αὐτά. Διεστραμμένα πράμματα, ἀκατανόητα.

Ἐγώ πάντως, ποὔκανα δυό κοράκλες ποτέ δέν ζήτησα νά μέ εὐχαριστήσουν γιατί τίς ἔφερα στήν ζωή.

Λέει, ὅτι ἔστειλε τόν Ἰησοῦ…μπάαα δέν τό πιστεύω. Γιατί δέν κατάφερε, θεός πρᾶμμα, νά ξαπλώση τό παραμύθι του σ’ ὅλον τόν κόσμο. Δυό χιλιάδες χρόνια τῶρα κι οὖτε τό ἕνα τρίτο δέν ἔχει μαζέψει καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἔχει δημιουργήσει ἕνα προηγούμενο πού δέν ὑπάρχει μέ καμμία λογική, θεϊκή ἤ ἀνθρωπίνη: τήν οικογενειακή ευθύνη.

Ἔκανε,  λέει, τό ζευγαράκι, ἄς ποῦμε, ἕνα λαθάκι, τό πληρώνουν γενεές ἐπί γενεῶν. Κανένα δίκαιο δέν τό δέχεται αὐτό, ἄλλος να φταίει -ἄν φταίει με ἐρωτηματικό -κι ἄλλος να την πληρώνη.

Καταρριπτέα ἡ θέσις αὐτή, ἅρα δέν ἔχει λόγον ύπάρξεως ἡ ἔλευσις κάποιου, δῆθεν, σωτῆρος. Σωτῆρος ἀπό  τί, καί γιατί, καί πῶς, καί πότε;

Ἔχουμε μάθει ὅλοι να ἐφησυχάζουμε στα πράγματα ὡς ἔχουν και δεν σηκώνουμε το κεφάλι οὔτε κἄν με ἀπορία, πόσο μᾶλλον να βάλουμε τό μυαλουδάκι μας νά σκεφθῆ, νά ψάξη νά ἐρευνήση καί νά διερωτηθῆς ἄν ὅλα αὐττά εἶναι σοβαρά ἤ ἀστειότητες για μικρά παιδιά.

Και θἄρθουν, λᾶθος, θα χυμήξουν πάνω σου οἱ πάσης φύσεως ἐξουσίες, κρατικές, κυβερνητικές, πνευματικές κουτουλουπού νά  σοῦ τραβήξουν τό αὐτί: «…Καί ποιός εἶσαι ἐσύ ἀνθρωπάκι, πού θά σηκώσης ἀνάστημα νά άμφισβητήσης τά λεγόμενά μας; Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καθοδηγητές σου, Ἐμεῖς σκεφτόμαστε πρίν ἀπό σένα για σένα,  Ἐμεῖς  σοῦ λέμε τό καλό σου, Ἐμεῖς ἐξασφαλίζουμε τό συμφέρον σου, Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς…

Μπάαα , δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τό  ἐγώ, ΕΓΩ, ΕΓΩ  ΕΓΩ

Καί σκέφτομαι ὁ τάλας, ἀξίζει ἄραγε τόν κόπο νά κάτσης νά σκεφθῆς καί νά προτείνης κάτι ἄλλο, πό σωστό πιό προχωρημένο, διαφορετικό ἀπό τά δοκιμασμένα στραβά τοῦ παρελθόντος;

Μερικές φορές ἡ ἀπογοήτευσις εἶναι τόσον μεγάλη πού σκέφτεσαι νά δώσης μιά μούντζα σ’ ὅλα γύρω σου καί νά πᾶς σ’ἕνα νησάκι νά κάαααθεσαι, νά διαβάζης, νά ἀπολαμβάνης την θαλασσίτσα καί μαζί τίς γνώσεις τῶν βιβλίων, νά τρῶς κἄνα ψαράκι ἄμα λάχη καί νά περνᾶς σπαρτιάτικά μιά ζωή χαρισάμενη. Κι ὅχι να συνθλίβεσαι ἀπό τίς καθημερινές ἀ ν ο η σ ί ε ς σύμπαντος κόσμου καί νά μήν ξέρης πῶς νά ἀμυνθῆς.

Τα Ενδύματα του Αδάμ και της Εύας - έργο του Γουίλιαμ Μπλέικ

Ἄαααχχχ ρέ μάννα, ἄαααχχχ ρέ πατέρα, Ἄαααχχ ρέ Ἐπίκουρε Μεγάλε, τί νά τά κάνω ὅσα μοῦ μάθατε ὅταν δέν βρίσκω χῶμα κατάλληλο νά σπείρω τούς καρπούς πού μοῦ χαρίσατε τόσον ἁπλόχερα. Καί μήν μοῦ πῆτε τούς τέσσερεις λεβέντες ἔγγονούς μου καί τά ἄλλα 8 ἐγγόνια ἀπό τ΄ ἀνήψια μου. Σ’ αύτά τά παιδιά τά δίνω ὅλα, ἀλλά «ἕνας κοῦκος δεν φέρνει τήν ἄνοιξι».

Μπορεῖ βέβαια νά ἴσχύη ἡ κρητικιά παροιμία «λέγε λέγε τό κοπέλι κάνει τήν κυρά καί θέλει», ἀλλά πρέπει νἄχης καί τόν χρόνο σύντροφο καί βοηθό.

Αλλά, ἐν τῶ μεταξύ ἔχουμε φθάσει κοντά στό λιμάνι καί σιγά-σιγά τό βαπόρι πάει νά πιάση ντόκο, νά δέση γιά τά καλά και μόνιμα,  κι ἔτσι τό ταξίδι μας νά φτάση σ’ἕνα τέλος ἀναμενόμενο ὅσο καί ἀναπόφευκτο.

Φυσικά καί δέν ἔχουμε τήν ψευτοϋπερηφάνεια νά πιστεύουμε σέ ἀφελεῖς φαντασιώσεις περί μετά θάνατον ζωῆς, αὐτά εἶναι ἀστειότητες, γι αὐτό καί νοιαζόμαστε νά προλάβουμε ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός.

Τέλος πάντων, μ’ ἔπιασε μιά γκρίνια κι εἶπα νά τήν πῶ νά ξελασκάρω, ἄλλωστε δέν λέμε ὅτι ὅταν μοιραζόμαστε μέ φίλους τήν χαρά μας αύτή πολλαπλασιάζεται ἐνῶ ἄν μοιραστοῦμε τήν λύπη μας, τήν στενοχώρεια μας μέ τούς ἀγαπημένους καί τούς φίλους,  αὐτή μειώνεται, σχεδόν ἐξαφανίζεται.

Αὐτό εἶπα νά κάνω κι ἐγῶ, ἀφοῦ σᾶς ἀγαπῶ.

Κι ὅλα αὐτά, βγῆκαν ἀπό μέσα μου σκεπτόμενος τήν γριούλα μάννα καί συλλογιζόμενος τήν Εὔα καί τόν Κῆπο τῆς Ἐδέμ… Γιά σκέψου ποῦ πάει τό μυαλό.

«Εἰδωλολᾶτρες οἱ Ἕλληνες; Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Πρώτιστον, μέγιστον καθῆκον παντός δημοκράτου, καί ὄχι μόνον, εἶναι ἡ πάσῃ θυσίᾳ διατήρησις τοῦ λόγου  ἐλευθέρου καί ἀπερισπάστου.

Πιστέψτε με ὅτι δέν θά βρῆτε στήν ζωή σας τίποτε σημαντικότερον ἀπό τήν δυνατότητα νά ἐκφράσετε τόν δικόν σας, προσωπικό, πνευματικό λόγο, χωρίς φόβο καί μισαλλοδοξία ἀπό τούς ἀκροατάς, ἀναγνώστας σας. Έτσι λοιπόν, καί μέ αυτά στό μυαλό μου, από καιρό μέ απασχολεί η έγνοια περί τίνος νά γράψω πρός ἀνθρώπους μέ ἐρευνητικό μυαλό καί κρίσι αύστηρή. Οἱ ὁποῖοι δέν ἀποδέχονται αὐτομάτως καί ἄνευ βασάνου ὅ,τι τούς προσφέρουν ὡς πνευματική τροφή ἀλλά ἐρευνοῦν ἐάν τό προσφερόμενον εἶναι πράγματι τροφή μέ οὐσία ἤ ἁπλῶς τροφική κατανάλωσις…

Κι ἐπειδή τά πλέον προσφιλῆ θέματα, ἀλλά καί αὐτά ἐπί τῶν ὁποίων ὑπάρχουν πάντοτε πολλαπλές ἀπόψεις ἤ θέσεις, εἶναι δύο, ἤτοι τό ἀρχαῖον ἀθάνατον Ἑλληνικόν πνεῦμα καί ἡ θρησκεία, ἐπιλέγω μία προσέγγισι καί τῶν δύο μαζί γιά νά μήν στενοχωρήσω καμμία από τίς δύο παρατάξεις. (Προσοχή: Τό «καμμία»  μέ δύο -μ.  Προέρχεται ἀπό : «οὔτε κἄν μία» καί τό -ν διά λόγους εὐφωνικούς γίνεται -μ. Ἡ νέα κ…δημοτική τό γράφει μέ ἕνα -μ γιά νά ἰκανοποιήση τούς άγραμμάτους, διά λόγους εὐ-φονικούς διά τήν γλῶσσα).

Ἔτσι λοιπόν, τό σημερινό μας θέμα εἶναι: «Εἰδωλολᾶτρες οἱ Έλληνες;  Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ».

Πλειστάκις ἀκοῦμε διαφόρους νά μεγαλορρυμονοῦν καί νά ἐπιδιώκουν νά ἐπιχειρηματολογήσουν ὑπέρ μιᾶς μόνον πίστεως, τῆς χριστιανικῆς (ἀλλά θά μποροῦσε κάλλιστα νά εἶναι καί τῆς ἰσλαμικῆς ἤ τῆς ἑβραϊκῆς ἤ ὅποιας ἄλλης) λέγοντες τό αμίμητον: «οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦσαν εἰδωλολᾶτρες», θά κάνω μίαν προσπάθεια νά ἀποδείξω ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι δεν ἦσαν εἰδωλολᾶτρες, ἐν ἀντιθέσει μάλιστα πρός τούς συγχρόνους χριστιανούς οἱ ὁποῖοι, μετά τήν παλλινόρθωσιν τῶν εἰκόνων, ἔχουν μετατραπῆ σέ εἰκονολᾶτρες, τοὐτέστιν σέ πραγματικούς λάτρεις τοῦ εἰδώλου πού ἐκφράζεται  εἰκαστικῶς εἰς τήν είκόνα ἤ είς τό άγαλμα ἤ είς τό σύμβολον (ώς ὁ σταυρός κλπ).

Παραλλήλως, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Θρησκεία τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων δέν εἶναι μόνον τό Δωδεκάθεον, τό ὁποῖον εἶναι δημιούργημα δύο ἀρχαίων ποιητῶν, τοῦ Ἠσιόδου καί τοῦ Ομήρου, ἀφοῦ ὑπῆρχαν καί  ἡ θρησκεῖα τῶν Καβείρων, τοῦ Διονύσου καί ἄλλες πού ἐλατρεύοντο σέ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ὄχι μόνον.

Αύτό πού πρέπει ἐπίσης νά σημειώσουμε εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλληνική Γραμματεία ἀπό τήν ὁποίαν καί ἀντλοῦμε ὅλοι ὅλα τά στοιχεῖα δέν εἶναι μονοσήμαντη. Καί ἐννοῶ, ὅτι οἱ φιλοσοφικές ἤ ἄλλες θέσεις πού ἐκφράζονται ἀπό τούς διαφόρους πνευματικούς καί λοιπούς τρανούς ἄνδρας τῆς ἱστορίας εἶναι πάρα πολλές φορές ἀντιφατικές. Ἀντίθετες οἱ μέν τῶν δέ. Ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Πλάτωνος δέν εἶναι πανάκεια οὕτε ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἀριστοτέλους τελείως ἀντίθετες. Πολλές φορές συμπλέουν. Ἄλλοτε πάλι, ό κάθε ἔνας ἀπό τούς νόες τῆς ἀρχαιότητος συνέχιζε τήν σκέψι τοῦ προηγουμένου, ἐνῶ ἄλλη φορά ξεκινοῦσε ἀπό τελείως διαφορετική ἀφετηρία συλλογισμῶν καί ἀποδοχή διαφορετικῶν ἀρχῶν.

Ἕνα εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητον. Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πνευματικοί ταγοί δέν εἶχαν μισαλλοδοξία.

Τό νά ἔχεις δική σου γνώμη δέν σημαίνει ὅτι πρέπει αὐτομάτως καί ἀπαραιτήτως νά ἀπορρίψης τήν γνώμη τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε, τό μέλλον μόνον, ἐπιβεβαιώνει τήν ἄποψιν τοῦ παρελθόντος. Ὁπότε, ἔτσι κι ἀλλοιῶς, εἴμαστε ὅλοι ἁπόντες ἀπό τήν ἀποδοχήν ἤ ὄχι τῶν ἀπόψεών μας ἀπό τήν ἱστορία.

Ἄλλο ἕνα θέμα πού ἐπίσης πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, εἶναι ὅτι, πλεῖστες ὅσες φορές, ἡ φιλοσοφική ἄποψις ἐμφανίζεται ὡς θρησκευτική καί ἡ θρησκευτική πίστις ὡς φιλοσοφία,  καί ὅτι θρησκευτική λατρεία καί θρησκευτική πίστις δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα.

Μία φράσις ἡ ὁποία κάλλιστα θα μποροῦσε νά εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σημερινῆς ἀναζητήσεώς μας εἶναι: «τό Θεῖον μέν χαλεπόν νοεῖν, φρᾶσαι δέ ἀδύνατον».

Κι ἐπειδή, ἡμεῖς οἱ σύγχρονοι νεοέλληνες, ἔχουμε ἐκ τῶν πραγμάτων κάποιες δυσκολίες εἰς τήν ἔκφρασιν λόγῳ τῆς λεξιπενίας τῆς νεοελληνικῆς δημοτικῆς, ἄς στηριχθοῦμε σ’ αὐτά πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, κι ἄς δοῦμε πῶς ἐξέφραζαν  ἔννοιες  ἔχουσες σχέσιν μέ τήν θεότητα.

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια -fragmenta-ἀρ. 1)

…μοῦνον δ’ ἐσόρα κόσμοιο ἄνακτα είς ἔστ’, αὐτογενῆς, ἑνός πάντα τέκτυται, ἐν δ’ αὐτοῖς αὐτός περινίσσεται, οὑδέ τις αὐτόν εἰσοράα θνητῶν, αὐτός δέ γε πάντας ὁρᾶται. Οὑδέ τις ἔσθ’ ἕτερος χωρίς μεγάλου βασιλῆος.

…παρατήρει τόν μόνον Ἄνακτα τοῦ Κόσμου, Ἕνας ὑπάρχει, αὐτογέννητος, τά πάντα εἶναι γεννήματα αὐτοῦ τοῦ Ἑνός, κι Αὐτός περιφέρεται μέσα σ’ αὐτά, κανείς ἀπό τούς θνητούς δέν Τόν βλέπει. Αὐτός ὅμως βλέπει τούς πάντες. Οὕτε ὑπάρχει κανείς ἄλλος, χωριστά ἀπό τόν Μεγάλο Βασιλέα

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια ἀρ. 4)

Εἷς Ζεύς, εἷς Αΐδης, εἷς Ἥλιος, εἷς Διόνυσος,Εἷς Θεός έν πάντεσι, τί σοι δίχα ταῦτ’ ἀγορεύω;

Ἕνας ὁ Ζεῦς, ἕνας ὁ Ἅδης, ἕνας ὁ Ἥλιος (Ἀπόλλων), ἕνας ὁ Διόνυσος. Ἕνας ὁ Θεός στά πάντα, γιατί σοῦ τά λέω αὐτά χωριστά;

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια άρ.28)

Νῦμφαι-ὕδωρ, πῦρ-Ἥφαιστος, σῖτος-Δημήτηρ, ἡ δέ θάλασσα-Ποσειδάων μέγας ἥδ’ Ἐνοσίχθων, …Ἥλιος ὅν καλέουσιν Ἀπόλλωνα κλυτότοξον, ..ἰἱητήρα νόσων, Ἀσκληπιόν. Ἐν τᾶδε πᾶντα.

Οἱ Νῦμφες εἶναι τό νερό, ἡ φωτιά, ὁ Ἥφαιστος, ὁ σῖτος, ἡ Δήμητρα, ἡ δέ θάλασσα ὁ μέγας Ποσειδῶν πού σείει τήν γῆ, ..ὁ Ἥλιος πού ὀνομάζουν Ἀπόλλωνα μέ τό ξακουστό τόξο, …ἰατρό τῶν νόσων, τόν Ἀσκληπιό. Ἕνα εἶναι ὅλα αὐτά.

(Ὀρφικός Ὕμνος, ἀρ. 11, πρός Πᾶνα)

Πάνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τό Σύμπαν, οὐρανόν ἡ δέ θάλασσαν ἰδέ χθόνα παμβασίλειαν καί πῦρ ἀθάνατον, τάδε γάρ μέλη ἐστί τά Πανός.

Προσκαλῶ τόν δυνατόν Πάνα, τόν ποιμένα, τοῦ Σύμπαντος Κόσμου, τόν οὐρανόν καί τήν θάλασσα, τήν παμβασίλισσα γῆ καί τό πῦρ τό ἀθάνατον, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι μέλη τοῦ Πανός.

(Ἀριστοτέλους, περί Κόσμου 5, 396b, 20)

Ἐκ τῶν πάντων Ἕν καί ἐξ  Ἑνός τά πάντα.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί τοῦ Παντός, δ.)

Οὐκ ἑμοῦ, ἀλλά τοῦ Λόγου ἀκούσαντες ὁμολογεῖν σοφόν ἐστί Ἐν πάντα εἶναι.

Ὄχι ἐμένα, ἀλλά τόν Λόγον ἄν ἀκούσετε, εἶναι σοφόν νά πιστεύετε ὁτι τά Πάντα εἶναι Ἕν.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Τό Ἕν καί μοναδικόν Σοφόν θέλει καί δέν θέλει νά έχη τό  ὄνομα τοῦ Διός.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί Παντός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Μία είναι ἡ σοφία: Νά κατέχη κανείς τήν Γνώσιν Αὐτοῦ πού κυβερνᾶ τά πάντα μέσῳ πάντων.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ὁ Θεός ἡμέρη εὐφρόνη, χειμών-θέρος, πόλεμος-εἰρήνη, κόρος-λιμός, ἀλλοιοῦται δέ ὅκωσπερ οἶνος, ὁπόταν συμμιγῆ θυώμασιν, ὀνομάζεται δέ καθ’ ἡδονήν ἑκάστου.

Ὁ Θεός εἶναι ἡμέρα καί νύχτα, χειμώνας καί θέρος, πόλεμος καί εἰρήνη, χορτασμός καί πεῖνα, ἀλλάζει ὅμως ὅπως ὁ οἶνος, ὅταν ἀνακατευθῆ μέ μυρωδικά καί τότε παίρνει ὄνομα ἀνάλογα μέ τοῦ καθενός τήν εὐχαρίστησι.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Κόσμον τόνδε, τόν αὐτῶν ἁπάντων, οὕτε τις Θεῶν οὕτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἥν ἀεί καί ἔστι καί ἕσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα.

Αὐτόν τόν Κόσμο, πού εἶναι ἴδιος γιά ὅλους, οὕτε καί κάποιος ἀπό τούς Θεούς οὕτε ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐδημιούργησε, ἀλλ’ ἦταν πάντα καί εἶναι καί θά εἶναι αἰώνια, ζῶν πῦρ, πού μέ νόμους ἀνάβει καί μέ νόμους σβύνει.

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἐν ἀρχᾶ πάντων

Μία εἶναι ἡ ἀρχή τῶν πάντων

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἔστιν ἡγεμών καί ἄρχων ἁπάντων Θεός, εἷς ἀεί ἐών, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτός ἑαυτῶ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων.

Ὁ Θεός εἶναι Ἡγεμών καί Ἀρχων τῶν πάντων, Ἕνας, αἰώνιος, μόνιμος, ἀκίνητος, ὅμοιος μόνον με  τόν ἑαυτό του, διαφορετικός ἀπό κάθε τι ἄλλο.

(Πλάτων, Τίμαιος 31α

Πότερον οὕν ὁρθῶς Ἕναν οὐρανόν προσειρήκαμεν, ἤ πολλούς καί ἀπείρους λέγειν εἶναι τό ὁρθότερον; Ἕνα, εἶπερ, κατά τό παράδειγμα δεδημιουργημένος ἔσται.

Ὁρθά λοιπόν εἴπαμε πρίν ὅτι ὑπάρχει ἕνας οὐρανός, ἤ πρέπει νά λέγουμε ὁρθότερα ὅτι ὑπάρχουν πολλοί καί ἄπειροι; Ἕνας βέβαια, ἄν ἔχει δημιουργηθῆ κατά τό πρότυπο (τοῦ Ἕνός Δημιουργοῦ)

(Πλάτων, Τίμαιος 28c)

Τόν μέν οὕν ποιητήν καί πατέρα τοῦδε τοῦ παντός εὑρεῖν τε ἔργον καί εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν.

Τό νά βρῆ λοιπόν κανείς τόν Δημιουργό καί Πατέρα τοῦ Σύμπαντος αὐτοῦ, εἶναι δύσκολο κι ἄν Τόν βρῆ εἶναι ἀδύνατον νά τό ἐκφράση λεκτικά σέ ὅλους τούς ἄλλους.

(Πλάτων, Τίμαιος 30b)

Τόνδε τόν κόσμον ζῶον ἔμψυχον ἔννουν τε τῆ ἀληθείᾳ διά τήν τοῦ Θεοῦ γενέσθαι πρόνοιαν.

Ὁ Κόσμος αὐτός, πού εἶναι ἀληθινά ὅν ἔνζωον καί ἔμψυχον καί ἔχων νοῦν, ἐγεννήθη διά τῆς Προνοίας τοῦ Θεοῦ.

(Ξενοφάνης, 23)

Εἷς Θεός ἐν τε Θεοίσι καί ἀνθρώποις μέγιστος οὕτε δέμας θνητοίσιν ὁμοίϊος οὑδέ νόημα.

Ἕνας Θεός μέγιστος σέ Θεούς κι ἀνθρώπους, οὑτε ὡς πρός τό σῶμα ὅμοιος μέ τούς θνητούς, οὕτε ὡς πρός τόν νοῦ.

(Παρμενίδης) 

 Ἕν τό Πάν.

(Διόδωρος Σικελιώτης, Β, 8,7)

Διός, ὅν καλοῦσιν οἱ Βαβηλώνιοι, βῆλον.

…τοῦ Διός, τόν ὁποῖον οἱ Βαβηλώνιοι ἀποκαλοῦν Βῆλον (Βάαλ).

(Πλούταρχος, Περί Ισιδος & Οσίριδος, 378α)

Θεούς ἐνομίσαμεν, οὑχ ἑτέρους παρ’ ἑτέροις, οὑδέ βαρβάρους καί  Ἕλληνας, οὑδέ νοτίους καί βορείους, ἀλλ’ ὥσπερ ἥλιος καί σελήνη καί οὐρανός καί γῆ καί θάλασσα κοινά πᾶσιν, ὀνομάζεται δ’ ἄλλως ὑπ’ ἄλλων, οὕτως ἕνός λόγου τοῦτ’ αὔτα κοσμοῦντος καί μίας προνοίας ἐπιτροπευούσης καί δυνάμεων ὑπουργῶν ἐπί πάντα τεταγμένων, ἕτεροι παρ’ ἑτέροις κατά νόμους γεγόνασι τιμαί καί προσηγορίαι.

Θεούς θεωρήσαμε, ὄχι διαφορετικούς  ἀπό ἄλλους (λαούς), οὔτε ἀπό βαρβάρους ἤ ἀπό  Ἕλληνες, οὕτε ἀπό νοτίους ἤ βορείους, ἀλλά ἀκριβῶς ὅπως   ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη κι ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα εἶναι κοινά σέ ὅλους, ὀνομάζονται ὅμως  διαφορετικά ἀπό τόν κάθε λαό, ἔτσι ἐνῶ    Ἕνας Λόγος συγκροτεῖ ὅλα αὐτά καί μία πρόνοια τά διευθύνει καί γιά τήν λειτουργία τῶν πάντων ἔχουν ὁρισθῆ δυνάμεις, ἐντούτοις διαφορετικές ἀπό τούς διαφόρους (λαούς) ὁρίσθησαν τιμές κι ἐπωνυμίες, συμφώνως πρός τούς νόμους (ἔθιμα) τους.

(Πλούταρχος, περί Ἰσιδος καί Ὀσιριδος,373F)

Ἡ δέ κρείττων καί Θειοτέρα φύσις ἐκ τριῶν ἔστι, τοῦ νοητοῦ καί τῆς ὕλης καί τοῦ ἐκ τούτων, ὅν κόσμον Ἕλληνες ὀνομάζουσιν.

Ἡ δέ καλυτέρα καί περισσότερον ἁρμόζουσα στό Θεῖον φύσις (ὑπόστασις) συνίσταται ἐκ τριῶν στοιχείων, ἀπό τό Νοητόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς Νοήσεως), τό Ὑλικόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς ἀντίλήψεως) κι ἀπ’ αὐτό πού προκύπτει ἀπό τήν σύνθεσι αὐτῶν καί πού οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν Κόσμον.

(Πλάτων, Τίμαιος, 18d(50))

Ἐν δ’ οὔν τῶ παρόντι χρῆ γένη διανοηθῆναι τριττά, τό μέν γιγνόμενον, τό δ’ ἔν ὦ γίγνεται, τό δ’ ὅθεν ἀφομοιούμενον φύεται τό γιγνόμενον καί δή καί προεικάσαι πρέπει τό μέν δεχόμενον μητρί, τό δ’ ὅθεν πατρί, τήν δέ μεταξύ τούτων φύσιν ἐκγόνῳ.

Κατά τό παρόν λοιπόν πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ όψιν τρία γένη, ἐκεῖνο πού γεννᾶται, ἐκεῖνο μέσα στό ὁποῖον αὐτό γεννᾶται, καί ἐκεῖνο, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ὁποίου γεννᾶται τό γεννώμενον καί ἀκριβῶς τό μέν δεχόμενον ἁρμόζει νά παρομοιάσουμε μέ Μητέρα, ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ἔρχεται ἡ γέννησις μέ Πατέρα καί τήν μεταξύ αὐτῶν φύσιν (τό γεννώμενον) μέ Υἱόν.

(Κέλσος ἐκ τοῦ Ώριγένους: κατά Κέλσου V,10)

Θεός ἐστίν ὁ πάντων τῶν ὅντων Λόγος.

 

Θεός εἶναι ἡ αἰτία δημιουργίας τῶν πάντων

Θαλής ἐρωτηθείς, τί πρεσβύτατον τῶν ὅντων; ἀπεκρίνατο: Θεός, ἀγέννητον γάρ.

Ἐρωτηθείς ὁ Θαλῆς ποιό ἐκ τῶν ὄντων εἶναι τὀ ἀρχαιότερον ἀπεκρίθη: ὁ Θεός, διότι εἶναι άγέννητος.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Πρώτον μέν τόν Θεόν ζώον άφθαρτον καί μακάριον νομίζων, ως η κοινή τού Θεού νόησις υπεγράφη, μηθέν μήτε τής αφθαρσίας αλλότριον μήτε τής μακαριότητος ανοίκιον αυτώ πρόσαπτε.

Πρώτον μέν θεωρών τόν Θεόν άφθαρτον καί ευτυχή (μακάριον), έτσι όπως η κοινή αντίληψις τού κόσμου περί Θεού είναι, ουδέποτε προσάπτων πρός αυτόν κάτι τό οποίον δεν συνάδει πρός τήν αφθαρσία του ή τήν μακαριότητά του.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Θεοί μεν γαρ εισίν.Εναργής γαρ αυτών η γνώσις. Οίους δ’ αυτούς “οι” πολλοί νομίζουσιν, ουκ εισίν

Διότι οι Θεοί υπάρχουν, η δε γνώσις περί αυτών είναι σαφής. Δεν είναι όμως έτσι όπως οι πολλοί νομίζουν. 

Ἀκόμη καί τό ὄνομα τοῦ Πατρός τῶν Θεῶν ἐνέχει μέσα του ὁλες τίς δυνάμεις τῆς φύσεως, δηλαδή, ὅλα εἶναι ἕνα. Ὁ Ζεύς, τοῦ Ζηνός, τῶ Ζηνί, τόν Ζήνα, ἀπό τήν ρίζα ζευγνύω καί ὁ Δεύς, τοῦ Διός, τῶ Διί, τόν Δία ἐκ τῆς ρίζης διασπῶ.

Ἐν μιᾶ λέξει οἱ ζευκτικές καί διασπαστικές δυνάμεις πού ἐνυπάρχουν εἰς τό μέχρι τότε ἀδιάσπαστον ἄτομον, ἐξ οὗ καί τό ὄνομα ἄτομον, μή τεμνόμενον περαιτέρω. Δέν θά μποροῦσε ποτέ ἕνας λαός νά δώσει στόν Θεόν του ὀνόματα πού ἐκφράζουν ἰδιότητες πού  δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει ὅτι αὐτές ἰσχύουν καί ὑπάρχουν εἰς τήν φύσιν καί οὗσες πέραν τῶν ἀνθρωπίνων, τίς ἀποδίδει  στόν πέραν αὐτῶν καί τῆς φύσεως Θεόν.

Δέν θά ἐχρειάζοντο, στά ἀνωτέρω ἀνθολογήματα τῆς Ἑλληνικῆς γραμματολογίας ἀλλά καί τῆς Φιλοσοφικῆς σκέψεως, νά κάνη κανείς κανενός εἴδους σχόλια. Εἶναι ἀπό μόνα τους σαφέστατα. 

Ἡ Ἑλληνική Γραμματεία (ὅση διεσώθη ἀπό τούς ἐμπρησμούς) φωνάζει, μέ πάμπολλες φωνές, τήν διαστρεβλωμένη Ἀλήθεια, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια αύτή δύσκολα φτάνει στ’ αὐτιά τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, πού κουφάθηκαν ἀπό Βυζαντινές (στήν οὐσία Νεο-Ρωμαϊκές) δογματικές, ἀνθελληνικές μεθοδεύσεις κι ἀπό σκόπιμο παραπλανητική ἤ ἀνύπαρκτο, σημερινή Παιδεία.

Οἱ φωνές ὅμως αὐτές τῶν «ἱερῶν εἰδωλολατρῶν» ὑπάρχουν, καί ὅστις ἔχει ὥτα ἀκούειν, ἀκουέτω !

«Πόσο Σιωπηλοί Δικαιούμεθα νά Εἴμαστε;», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ποῦ εἶναι οἱ δίκαιοι καί οἱ ὁραματιστές τῆς 6ης καί 7ης Σφαίρας τοῦ Παραδείσου τοῦ Δάντη;

Απογοητεύσεις καί Ουτοπικές Προσδοκίες

Επιδίωξις τών Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν η υπερίσχυσις τού συγχρόνου πνεύματος εις βάρος τών κατεστημένων ιδεών τής θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, τού δογματισμού, τής άγνοιας καί τών προκαταλήψεων. Η ριζική αμφισβήτησις τών καθιερωμένων αυθεντιών, ο προβληματισμός γύρω από τήν φύσι, τίς πηγές καί τά όρια τής γνώσεως, η πίστις στήν ανθρώπινη δυνατότητα παραγωγής γνώσεων, ο ορθός λόγος καί ο ελεύθερος στοχασμός είναι τά κύρια στοιχεία πού διεμόρφωσαν τό ιδεολογικό πλαίσιο τού κινήματος τού Διαφωτισμού.

Χρησιμοποιεί καί τίς επτά αρχαίες επιστήμες Γραμματική-Ρητορική-Λογική-Αριθμητική-Γεωμετρία-Μουσική-Αστρονομια γιά νά διδάξη εις γλώσσαν καλλιεπή, μετ’ ευφραδείας καί λογικής, διά σαφών συλλογισμών, ακριβών και θετικών, τήν αρμονίαν τής ορθής σκέψεως ανάγων τήν υπακοήν εις τό καθήκον καί τήν έλλειψιν μισαλλοδοξίας ως υψίστας αρετάς εντός κοινωνίας εργαζομένης υπέρ τής ηθικής τελειοποιήσεως τού ανθρώπου.

Τά ονόματα τεραστίων φιλοσόφων τοῦ ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ἦσαν :

 Από τήν Γαλλία : François-Marie Arouet-Voltaire, Denis Diderot, Jean-Jacques Rousseau, Charles-Louis de Secondat, Baron de La Brède et de Montesquieu,  Jean Baptiste le Rond d’Alembert,  Marquis Nicola de Condorcet,  Claude-Hadrian  Helvetius,

Από τήν Σκωτία: David Hume

Από τήν Αγγλία : John Locke, Τhomas Hobbs,

Από τήν Ιταλία: Pietro Veri

Από τήν Αυστρία: Kaiserin Maria Theresia, Kaiser von Osterreich Josef II,

 Από τήν Πρωσσία: Kaiser von Preussen Friedrich der Grosse, Immanuel Kant

 Από τήν Γερμανία: Gotthold Ephraim Lessing, Gottfried Wilhelm Leibniz, Christian Thomasius , Christian Wolff, Gerlach Adolf von Münchhausen, Friederike-Karoline Neuber, Johann Christoph Gottsched,  Siegmund Jacob Baumgarten, Johann Friedrich Wilhelm Jerusalem, Johann Wilhelm Ludwig Gleim, Christian Gottlob Herne, Moses Mendelssohn, Johann Georg Hamann, Christoph Martin Wieland, Georg Christoph Lichtenberg,

Από τό Μεξικό: Emiliano Zapata Salazar

Από τήν Βενεζουέλα: Simón José Antonio de la Santísima, Trinidad Bolívar y Palacios,

Τέλος από τήν Ελλάδα έχουμε τού εξής κοινωνικούς καί πνευματικούς αναμορφωτές επηρεασμένους από τόν Διαφωτισμό: Ρήγας Φερραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Άνθιμος Γαζής, Θεόφιλος Καϊρης.

Επηρεασμένος ο ίδιος από τήν φιλοσοφική θεώρηση τού Διαφωτισμοῦ μέχρι τά τρίσβαθα τού «εἶναι» μου, προσπαθώ νά υπηρετώ αυτό τό πιθανώς ουτοπικό εγχείρημα πού λέγεται αυτοβελτίωσις καί προσπάθεια θετικής επιδράσεως στήν κοινωνία.

Αλλά…

Οποία απογοήτευσις όταν διαπιστώνουμε ότι οι ἄνθρωποι ἁρνοῦνται να δεχθοῦν πρωτοποριακές σκέψεις και δρόμους αὐτοβελτιώσεως, δεδομένου ὅτι ποτέ δεν ἀρκεῖ ἡ σχολική παιδεία ἔστω και ἄν εἶναι πλήρης πόσον μᾶλλον ὅταν εῑναι μισερή ὅπως τά τελευταία 40 χρόνια στην Ἑλλάδα μας. Ὅταν οι άρετές ἀγνοοῦνται, ὄταν  ἀρχές παραβιάζονται, ὅταν ἡ αγωγή μας εὑρίσκεται εἰς τούς ὑπονόμους τοῦ πνεύματος…  ὅταν η δικαιοσύνη μεταφράζεται σε υποταγή σου εις τά κελεύσματά μου, όταν η ορθότητα ζωής καί πράξεων  αρνείται νά δεχθή τήν διάφορον άποψιν, όταν Ισότης σημαίνει η ισότης τών ημετέρων καί ποτέ όλων…   

Τί κρίμα νά ξεχνούμε ότι, η παιδεία, είναι μετά βεβαιότητος, τό σημαντικότερο εργαλείον αυτοβελτιώσεως τών ανθρώπων.

Είναι ανάγκη μεγάλη νά εντάξουμε εις τήν καθημερινότητά μας, εις τήν σκέψι μας, τήν προσπάθεια, θά έλεγα τήν αναγκαιότητα,  νά είμαστε προσηλωμένοι στήν ἐντιμότητα καί διαβίωσι μέ ἀρετές καί νά μήν αναζητούμε λύσι τών καθημερινών μικροπροβλημάτων μέ τήν χρήσιν τών απατεωνικών τρόπων τής κοινωνίας καί τής πολιτικής.

Συλλογίζομαι, ότι δέν μαθαίνουμε όλοι την εὐπρέπεια, ίσως, πιθανότατα,  νά φταίμε εμείς οι παλαιότεροι, οι οποίοι μπορεί νά θεωρούμαι κάποια πράγματα ως αυτονόητα καί έτσι νά μήν δίνουμε τήν ανάλογο προσοχή καί βαρύτητα εις τήν διδασκαλία μας πρός τούς νεωτέρους, μέ αποτέλεσμα νά θεωρούν ότι η χυδαία συμπεριφορά τού δρόμου, τής λεγομένης πιάτσας, είναι αποδεκτή καί πρέπουσα

Επιμένω πάντοτε ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα προνόμιο, αυτό πού μας αμφισβητούν οι Ούνοι οπαδοί τού Φαλμεράγιερ  (Jakob Philipp Fallmerayer  (10.12.1790– 26.4.1861)), τήν Ελληνική παιδεία μέσα στό DNA μας. Η άμεσος αναγνώρισις τών αρχαίων φιλοσοφικών νοημάτων ἔστω καί μέσῳ τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς γλώσσης, μᾶς διευκολύνει νά ἐρευνήσωμε τήν εμπεριεχομένην  βαθυτέρα  σκέψιν εις τόν Ελληνικόν  Λόγον πρᾶγμα πού θά έπρεπε νά μάς έχη κάνει πραγματικά σοφωτέρους.

Παρά ταῦτα, υπάρχουν  σπουδαία κείμενα καί πέραν καί έξω τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας, κείμενα πού καί αυτά συμβάλλουν στήν βελτίωση τών ενσυνειδήτων και συνειδητοποιημένων ανθρώπων. Πρέπει να τά  ψάξουμε, να τά βρούμε, να τά διαβάσουμε, να επιλέξουμε και να εισπράξουμε όλη την σοφία πού μπορούμε να βρούμε.

Έτσι εδώ θα μας φανῆ χρήσιμος καί μπορούμε νά θυμηθούμε τόν μεγάλο Dante Alighieri πού τό 1308-1321 έγραψε τήν Θεία Κωμωδία (La Divina Commedia), τήν πλέον ειρωνική καί καυστική απεικόνισι τών θρησκευτικών παραλογισμών, δίνοντας όμως πολύ δυνατούς χαρακτηρισμούς στίς διάφορες ανθρώπινες ατέλειες καί αδυναμίες.

Ο Dante Alighieri γεννήθηκε στίς 22 Μαΐου ή 13 Ιουνίου 1265 καί πέθανε στίς 14 Σεπτεμβρίου 1321 (συμβολική η ημερομηνία γεννήσεώς του διότι 22 Μαίου είναι η αντίστοιχος 7η Θαργιλιώνος= γενέθλιον τού Απόλλωνος = τού Φωτός).

Διαβάζοντας λοιπόν, τό κείμενο τής Θείας Κωμωδίας συνειδητοποιεί κανείς γιατί ο Δάντης έδωσε τέτοιον, ειρωνικότατο, τίτλο στό ποίημά του.

Καί τούτο διότι η σχηματική αποτύπωσις τού Παραδείσου καί τής Κολάσεως συμφώνως πρός τίς θρησκευτικές αντιλήψεις τής εποχής εκείνης, κι όχι μόνον τής εποχής εκείνης, είναι μία σκέτη κωμωδία, μία θεία κωμωδία.

Έλεγε λοιπόν, ο σπουδαίος αυτός ποιητής, ότι οι κακίες καί οι αδυναμίες πού σε κάνουν  νά πλησιάζης  στόν Σατανά σέ οδηγούν νά περάσης από δέκα χαντάκια στίς Σακκούλες τού  Κακού, στα οποία (χαντάκια) τιμωρούνται οι απατεώνες καί όσοι είναι ένοχοι συνειδητών εγκλημάτων».

Κάτι πού αφορά όλους μας: Οι πιο σκοτεινές γωνίες τής Κολάσεως, είναι φυλαγμένες γιά εκείνους  πού διατηρούν ουδετερότητά καί μή συμμετοχή ή εμπλοκή  σέ εποχές ηθικής κρίσεως.

Ὑπάρχει άραγε ἐποχή μέ χειρότερη σήψη ἀπό τήν σύγχρονο; 

Νά θυμήσουμε ότι ο Δάντης έδινε μέ τήν περιγραφή του τήν εικόνα τού Άδου ως αντεστραμμένο κώνο μέ τήν μύτη κάτω, τό δέ πλατύ του μέρος ξεκινούσε κάτω από τήν Ιερουσαλήμ (αμάν! τί έχει υποστή αυτή η ταλαίπωρη πόλις, χιλιάδες χρόνια τώρα, ακόμη καί στήν φαντασία τών ποιητών), καί η μύτη έφθανε στό κέντρο τής γής.

Αποτελείται συνολικώς από εννέα κύκλους, οι οποίοι στενεύουν διαδοχικώς καθώς κατηφορίζης. Κάθε κύκλος τού Άδου αντιστοιχεί σέ συγκεκριμένες αμαρτίες – όλο καί βαρύτερες γιά βαθυτέρους κύκλους – καθώς καί τίς αντίστοιχες τιμωρίες πού επιβάλλονται.

Ο Δάντης, συμφώνως πρός τήν Αριστοτέλειο φιλοσοφία περί ηθικής καί αρετής, κατατάσσει τίς αμαρτίες σέ πράξεις ακρατείας, όπως είναι η φιληδονία, η λαιμαργία, η φιλαργυρία, καί σέ πράξεις κακίας ή βίας.

Dante Alighieri
Η Κόλαση του Δάντη σε έργο του Μποτιτσέλι

Άς κάνω άλλη μιά παρένθεση νά σημειώσω ότι η λέξις αμαρτία, αυτό τό απαράδεκτο, συναισθηματικό, εκβιαστικό καί εκδικητικό θρησκευτικό δημιούργημα για τήν ποδηγέτηση τών ανθρωπίνων σκέψεων, αμφισβητήσεων καί προοπτικών, έρχεται ως αβάσταχτη κληρονομιά από τήν Εβραϊκή θρησκεία καί τήν θυγατρική της, την αἴρεσίν της, τόν Χριστιανισμό.

Η έννοια αυτή δέν προϋπήρχε εις τόν ανώτατο αρχαιοελληνικό πολιτισμό αλλά ούτε κάν στήν αποκαλουμένη υποτιμητικά Παγανιστική θρησκευτική κουλτούρα.

Άς τό συγκρατήσουμε αυτό καλά στήν σκέψη καί τήν μνήμη μας!

Συνεχίζω λοιπόν, τήν περιπλάνηση πρός τά τρίσβαθα τού Άδου.

Αφού λοιπόν ο Δάντης μέ τόν Βιργίλιο μαζί διασχίσουν τόν Αχέροντα μέ τήν συνοδεία τού Χάροντος, φθάνουν σέ εννέα κύκλους «αμαρτιών» :

Ο Πρώτος Κύκλος: για τά αβάπτιστα μωρά καί τούς εναρέτους ειδωλολάτρες. Η τιμωρία τους νά μήν φθάσουν ΠΟΤΕ στόν Παράδεισο…. (Άσμα Δ΄).  Ο τόπος αυτός λέγεται Limbo, καί τόν Κατήργησε τό 2004 ο 265ος Πάπας τής Ρώμης Βενέδικτος (κατά κόσμον Joseph Alois Ratzinger). Μά τί καταπληκτική δικαιοσύνη καί ανωτερότης,  τά παιδάκια καί οι καλοί προχριστιανοί έξω από τόν Παράδεισο. Επί αιώνες, μέχρι πού έφθασε ποίος;  Αλί, αλί, ένας Γερμανός (!) νά διορθώση τό στραβό, τήν ηθική αδικία… τί είρωνεία αλήθεια!

Ο Δεύτερος Κύκλος: ο κολασμός τών φιληδόνων, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να στροβιλίζονται σε μία διαρκή ανεμοθύελλα, ανίκανοι παράλληλα νά αγγίξουν άλλη ανθρώπινη παρουσία.

Ο Τρίτος Κύκλος: Ἐδώ οι λαίμαργοι  κατασπαράσσονται από τόν Κέρβερο.

Ο Τέταρτος Κύκλος: οι άπληστοι, κι οι φιλάργυροι, καταδικασμένοι νά κυλούν μεγάλα βάρη μέ τό στήθος τους.

Ο Πέμπτος Κύκλος: οι μνησίκακοι, πού χτυπούν ο ένας τόν άλλον μέσα σέ λασπωμένους βάλτους. Στό σημείο αυτό, Βιργίλιος και Δάντης περνούν μέ τήν βάρκα τού δαίμονος Φλεγύα καί φθάνουν μπροστά στίς κλειδωμένες πόρτες τού κάστρου τής Κολάσεως, τίς οποίες ανοίγει ένας άγγελος.

Ο Έκτος Κύκλος: οι αιρετικοί, εγκλωβισμένοι μέσα σε πύρινους τάφους  (Εδώ σίγουρα ανήκω κι εγώ ως αιρετικός, εδώ είναι η θέσις μου!!!)

Ο Έβδομος Κύκλος: ο έβδομος κύκλος περιλαμβάνει τούς βίαιους, οι οποίοι βρίσκονται διαχωρισμένοι σέ τρείς ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει τούς βιαίους απέναντι στούς υπόλοιπους ανθρώπους, πού τιμωρούνται ευρισκόμενοι εντός ενός βάλτου αίματος πού βράζει. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τούς βιαίους απέναντι στόν εαυτό τους, μεταμορφωμένους σέ δέντρα ή κυνηγημένους από άγρια σκυλιά. Τέλος, στην τρίτη ομάδα βρίσκονται οι βίαιοι απέναντι στόν Θεό καί τήν φύσι, απομονωμένοι σέ μιά έρημο φλεγομένης άμμου, όπου μαίνεται μιά πύρινη βροχή. (Άσματα ΙΒ΄-ΙΗ΄)

Οι δύο τελευταίοι κύκλοι τής Κολάσεως αφορούν στίς ενσυνείδητες αμαρτίες παραπλανήσεως και είναι προσπελάσιμοι κατηφορίζοντας ένα βάραθρο.

Ο Όγδοος Κύκλος: εδώ κολάζονται οι απατεώνες σέ δέκα διαφορετικά βάραθρα. Συγκεκριμένως περιγράφονται οι :

Οι αποπλανητές (τιμωρία τους είναι η μαστίγωσις),

οι κόλακες (βουτηγμένοι σέ ακαθαρσίες),

οι σιμωνιακοί, αισχροκερδείς κληρικοί μισοθαμμένοι ανάποδα, με τα πόδια στον αέρα.

οι μάγοι ή ψευδοπροφήτες (μέ τά κεφάλια τους τοποθετημένα ανάποδα ώστε νά βλέπουν μόνον τό πίσω μέρος τους),

οι διεφθαρμένοι πολιτικοί (εγκλωβισμένοι σέ κοχλάζουσα πίσσα),

οι υποκριτές (κουκουλωμένοι μέ κάπες από μόλυβδο),

οι κλέφτες (κυνηγημένοι από φίδια καί κατόπιν οι  ίδιοι μεταμορφωμένοι σέ φίδια),

οι άτιμοι σύμβουλοι να κατατρώγονται από τις φλόγες

οι σπορείς διχόνοιας να κατακρεουργούνται από δαίμονες

και τέλος, οι ψεύτες, οι οποίοι παραμορφώνονται από τις ασθένειες.

Ο Δάντης κατά πάσαν πιθανότητα κράτησε αυτό το τελευταίο χαντάκι ειδικά γιά τούς ψεύτες, καθώς, μιά σειρά από ψέματα τά οποία κυκλοφόρησαν γιά τόν ίδιο τήν εποχή εκείνη,  τόν οδήγησαν στήν εξορία από τήν λατρεμένη του Φλωρεντία.

Στήν συνέχεια, ο γίγας Ανταίος μεταφέρει τόν Δάντη καί τόν Βιργίλιο στόν 9ο κύκλο.

Στον  Ένατο Κύκλο τιμωρούνται οι προδότες, εγκλωβισμένοι –μέχρι τό πρόσωπο– σέ μία παγωμένη λίμνη. Ειδικότερα, τοποθετημένοι σέ τέσσερις διαφορετικές περιοχές βρίσκονται:

οι προδότες συγγενών (στήν Καΐνα),

οι προδότες της πατρίδας (στήν Αντηνόρα),

οι προδότες φίλων (στήν Πτολεμαία)

και οι προδότες των ευεργετών τους (στήν Ιουδαία) (Άσματα ΛΒ΄-ΛΔ΄)

Στό βαθύτερο σημείο τού Άδου, στό κέντρο τής Γής, οι δύο περιπλανώμενοι παρατηρούν τόν γίγαντα Εωσφόρο ο οποίος τυραννά αιώνια τόν Βρούτο καί τόν Κάσσιο (προδότες τού Ιουλίου Καίσαρος) αλλά καί τόν Ιούδα Ισκαριώτη (προδότη τού Χριστού).

Στό δεύτερο μέρος τής Θείας Κωμωδίας, ο Δάντης καί ο Βιργίλιος μεταφέρονται στό νότιο ημισφαίριο τής Γής, μπροστά στό υψηλότερο βουνό της, τό Καθαρτήριο, τό οποίο φρουρείται από τόν Κάτωνα. (Νά θυμίσω ότι ο Κάτων ήταν ένας αυστηρότατος όσον καί δίκαιος πολιτικός, νομοθέτης, ιστορικός καί  κριτής στήν αρχαία Ρώμη, επωνομασθείς  τιμητής (censor).

Στά πρώτα εννέα Άσματα τού Καθαρτηρίου περιγράφεται η δομή του καί έτσι πληροφορηθήκαμε ότι τό σχήμα του είναι κωνικό, ενώ συγχρόνως αποτελείται από επτά κύκλους, πού συμβολίζουν τά επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

Σέ κάθε κύκλο, οι αμαρτωλοί αγωνίζονται νά εξαγνιστούν αφού υπόκεινται σέ μία ορισμένη τιμωρία:

Α’ κύκλος: Εγωισμός, κουβαλώντας διαρκώς ένα βάρος γύρω  από τόν λαιμό (Άσματα Ι΄-ΙΒ΄).

Β’ κύκλος:  Φθόνος, έχοντας μάτια ραμμένα μέ κλωστή (Άσματα ΙΓ΄-ΙΕ΄).

Γ’ κύκλος:  Οργή, εγκλωβισμένοι σέ πυκνό καπνό (Άσματα ΙΕ΄-ΙΖ΄).

Δ’ κύκλος: Οκνηρία, τρέχοντας ασταμάτητα (Άσματα ΙΗ΄-ΙΘ΄).

Ε’ κύκλος:  Φιλαργυρία, ξαπλωμένοι μέ τό κεφάλι στό χώμα (Άσματα ΙΘ΄-ΚΒ΄).

Στ’ κύκλος: Λαιμαργία, τιμωρημένοι μέ πείνα καί δίψα (Άσματα ΚΒ΄-ΚΔ΄).

Ζ’ κύκλος: Λαγνεία, καιόμενοι μέσα σέ φλόγες (Άσματα ΚΕ΄-ΚΖ΄).

Στό Καθαρτήριο (στό Purgatorium) οι αμαρτωλοί μετανιώνουν γιά ένα ορισμένο διάστημα ώσπου νά εξαγνιστούν καί νά τούς επιτραπή τελικά η ανάβαση στήν κορυφή τού βουνού όπου βρίσκεται η Εδέμ, ο επίγειος Παράδεισος. Ο Βιργίλιος, ως ειδωλολάτρης, δέν έχει δικαίωμα νά εισέλθη στόν Παράδεισο καί οδηγός τού Δάντη γίνεται πλέον η Βεατρίκη, αφού προηγουμένως τόν συγχωρήσει γιά τίς αμαρτωλές του αγάπες επί τής Γης.

Ο Δάντης καί η Βεατρίκη στό Πύρειο Ουρανό. (Άσμα ΛΑ΄)

Ο Παράδεισος αποτελείται από εννέα ομόκεντρες σφαίρες (ουρανούς), στά πρότυπα τού Πτολεμαϊκού  κοσμολογικού μοντέλου. Οι σφαίρες αυτές περιστρέφονται γύρω από τήν ακίνητη Γή καί όσο μεγαλύτερη είναι η ακτίνα τους, τόσο γρηγορότερη είναι καί η περιστροφή τους. (Προφανώς με ιδία γωνιακή ταχύτητα).

Οι ανθρώπινες ψυχές, κατοικούν στήν σφαίρα πού τούς αναλογεί, θέτοντας έτσι ακόμα καί στόν Παράδεισο μία ιεραρχική τάξη.

Οι εννέα σφαίρες καί οι αντίστοιχες ψυχές πού φιλοξενούνται είναι:

  • Σφαίρα 1η: Η Σελήνη, γιά όσους δέν τήρησαν υποσχέσεις.
  • Σφαίρα 2η: Ο Ερμής, γιά όσους έκαναν τό καλό από φιλοδοξία.
  • Σφαίρα 3η: Η Αφροδίτη, γιά όσους έκαναν καλό από αγάπη.
  • Σφαίρα 4η: Ο Ήλιος, γιά τούς σοφούς.
  • Σφαίρα 5η: Ο Άρης, για όσους υπερασπίστηκαν τήν θρησκεία
  • Σφαίρα 6η: Ο Δίας, γιά τούς δικαίους.
  • Σφαίρα 7η: Ο Κρόνος, γιά τούς οραματιστές.
  • Σφαίρα 8η: Τα Άστρα, γιά τούς ευλογημένους.
  • Σφαίρα 9η: Οι Άγγελοι πού κινούνται γύρω από τόν Θεό.

Ο Δάντης ανέρχεται από σφαίρα σέ σφαίρα καί φθάνοντας πάνω από τήν 9η Σφαίρα, στόν Πύρειο Ουρανό παραδίδεται από τήν Βεατρίκη στόν Άγιο Βερνάρδο, ο οποίος παρακαλεί τήν Παναγία νά πάρη υπό τήν προστασία της τόν Δάντη.

Τό ταξίδι τού Δάντη εκτιμάται πώς έχει συνολική διάρκεια επτά ημερών. Ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται σέ σχετικές αναφορές μέσα στό ίδιο τό έργο. Συγκεκριμένα, διακρίνουμε τά εξής στάδια:

  • παραμονή στήν Κόλαση, διαρκείας μίας νύχτας καί μίας ημέρας,
  • μετάβαση στό Καθαρτήριο πού διαρκεί μία ημέρα καί μία νύχτα,
  • άνοδος από τό Καθαρτήριο επί τρείς ημέρες καί τρείς νύχτες,
  • παραμονή στόν επίγειο Παράδεισο γιά μία ημέρα (ή περισσότερο),
  • παραμονή στόν Παράδεισο όλο τόν υπόλοιπο καιρό.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια ότι όλη αυτή η μακροσκελής περιγραφή τών πολλών κακών καί λίγων καλών ανθρωπίνων ιδιοτήτων σκοπόν έχει νά επισημάνει ότι τίς συναντούμε καθημερινώς στήν ζωή μας.

Σαράντα χρόνια ἐνασχόλησι με την γλῶσσα, τήν έτυμολογία και την Ἱστορία βρήκα γύρω μου ἀνθρώπους θησαυρούς αλλά δυστυχώς καί «πειρατές»…, διότι ἡ κοινωνία μας, δεν έχει τρόπους νά απαλλάσσεται από τά δηλητηριώδη παράσιτα, καί πολλές φορές, ἄν δέν τά υιοθετή, τά ανέχεται, μέ μία άκατανόητη ἀνοχή καί κυρίως μέ  τήν «αποχαύνωση» τῶν πολλών, οἱ οποίοι δέν βλέπουν πώς ἔτσι μολύνεται ὁ κοινωνικός ἰστός καί δημιουργοῦνται δυσμενεῖς συνθῆκες συμβιώσεως μαζί τους.

Δύο Δελφικά Παραγγέλματα θεωρώ ως εκφράζοντα  πάρα πολύ τήν λογική μου καί τόν χαρακτήρα μου, επιδιώκω νά τά χρησιμοποιώ, νά τά αξιοποιώ καί νά τά υπερασπίζομαι.

ΣΕΑΥΤΟΝ ΑΙΔΟΥ: Νά σέβεσαι τόν εαυτόν σου.

Κυρίως όμως,

ΗΤΤΩ ΥΠΕΡ ΔΙΚΑΙΟΥ: Νά μάχεσαι, ακόμη καί εάν πρόκειται να ηττηθής, γιά τό δίκαιο, τό καλό, τό σωστό, τό χρήσιμο.

Μέ αυτό τό προσωπικό κριτήριο φθάνω στό ρητορικό ερώτημα, σ’ αυτήν την κραυγή αγωνίας,  πού μέ απησχόλησε καί μέ απασχολεί συνεχώς:

Πόσο σιωπηλοί δικαιούμεθα νά είμαστε όταν βλέπουμε γύρω μας, στήν κοινωνία, τήν αδικία;

Γιατί δέν υπερασπιζόμαστε τό δίκαιον καί τό ορθόν;

Πόσον ουτοπική είναι άραγε αυτή η προσδοκία;

Υπάρχει άραγε κανείς δίκαιος γιά τήν 6η Σφαίρα  τού Παραδείσου, ή κάποιος οραματιστής γιά τήν 7η (Σφαίρα);;;

Οὐαί, Οὐαί,   Ὁποία ἀπογοήτευσις …

Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο είναι οι δημιουργίες του σπουδαίου Γάλλου ζωγράφου και εικονογράφου Ζαν Εντουαρντ Νταρζέν (Jean-Edouard Dargent: 15 Οκτωβρίου 1824 – 19 Νοεμβρίου 1899),γνωστου και ως Γιάν Νταρζέν, από την σειρά των έργων του πάνω στο βιβλίο του Δάντη: «Η Θεία Κωμωδία», που φιλοτέχνησε το 1870.

«Ἕνα ἄρθρο πρό 29 ἐτῶν…», γράφει ο Ανδρέα Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

25η Μαρτίου 1990, μόλις εἶχα δεῖ τήν παρέλασι καί εἶχα συγκινηθεῖ ἀπό τόν Ἐθνικό μας Ὕμνο, τήν ἁρμονική ἐκπροσώπησι τῆς μοναδικῆς Ἑλλάδος μας…

Κάθησα λοιπόν καί ἔγραψα τό κείμενο αὐτό – τότε βέβαια σέ γραφομηχανή – καί τήν  ἄλλη  μέρα τό πρωΐ βρέθηκα στό γραφεῖο τοῦ μεγάλου δημοσιογράφου Γιάννη Μαρίνου, στήν  Χρήστου Λαδᾶ 3, στήν Πλατεῖα Καρύτση.

Τό κοίταξε καί μέ πολυάσχολο ὕφος μοῦ εἶπε ὅτι συνήθως, ἐάν ἐγκριθῆ ἡ δημοσίευσις κάποιου κειμένου αὐτή γίνεται περίπου τέσσερεις μέ πέντε μῆνες ἀργότερα. Τόν εὐχαρίστησα κι ἔφυγα.

Τήν  ἄλλη μέρα τό μεσημέρι 12.30 χτυπάει τό τηλέφωνό μου στό γραφεῖο μου, ὁ Γιάννης Μαρῖνος. Ἐπί 35 λεπτά μιλούσαμε μέ άφορμή τό άρθρο. Στό κλείσιμο μοῦ πέταξε καί τήν βόμβα… : “ Ἐπειδή τό κασέ τῆς ἑπομένης ἐκδόσεως βρἰσκεται στό τυπογραφεῖο καί δέν προλαβαίνουμε νά τό βάλουμε αυτήν τήν βδομάδα, τό ἄρθρο  θά μπῆ τήν ἑπομένη”.  Κόκκαλο ὁ Ἀντρῖκος, μοῦ’χε φύγει τό σαγώνι.

Κι ἔτσι εἶχα τήν μεγάλη τιμή νά μοῦ ἐγκρίνη ὁ Γιάννης Μαρῖνος καί νά δημοσιεύση ὁ «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τό ἐγκυρότερο περιοδικό τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στίς 19 Ἀπριλίου 1990,  τό κατωτέρω ἄρθρο μου. Ἀπό το ἄρθρο αὐτό σήμερα δεν θά ἄλλαζα τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τά τῆς πίστεως, ἐκεῖ  θά εἶχα, ἔχω πρόβλημα μεγάλο, διαφωνίες μεγάλες ἀλλά δέν τίθεται πρός συζήτησιν.

Τό ἄρθρο λοιπόν ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ο Ευπάτωρ σε σκίτσο του Sean Barnnett το 1991 στο Λονδίνο

Ἡ Ἑλλάς καί οἱ  Ἕλληνες

μέσα ἀπό το κριτικό μάτι ἑνός ἁπλοῦ πολίτη.

Ἔχουμε ἀκούσει, τον τελευταῖο καιρό, πολλά να λέγονται και πολλά να γράφονται ἀπό πολιτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές και εἰδήμονες πάσης μορφῆς. Ἄλλα σωστά, ἄλλα λιγώτερο, ἄλλα ἀπό τήν σκοπιά τἠν κομματική – μέ τίς ἐπιφυλάξεις τοῦ ἀθλίου αὐτοῦ «πολιτικοῦ κόστους», ἄλλα ἀπό την σκοπιά τοῦ τεχνοκράτη πού προσπαθεί να δώση κάποια ἀντικειμενικότητα στις ἀπόψεις του στηρίζοντάς τες σέ, συνήθως, σαθρούς ἀριθμούς, ἀφοῦ την ἄλλη στιγμή κάποιος ἄλλος τεχνοκράτης παρουσιάζει ἐξ ισου ἀληθοφανῶς την ἀντίθετο ἄποψι.

Ἔτσι ἐπικρατεῖ στον κόσμο μία γενική σύγχυσι και ἀναπόφευκτα τείνουν οἱ ὁλιγώτερον σκεπτόμενοι και περισσότερον ἐνστικτωδῶς ἀντιδρῶντες, να ἐπευφημοῦν τά εὔκολα, τά ἐντυπωσιακά και συνήθως ἀποπροσανατολιστικά συνθήματα.

Η δική μου φωνή, δέν θἄθελα νά πάρη καμμιά ἀπό τίς πιό πάνω ἐτικέττες. Θἄθελα νά εἶναι ἡ φωνή, ἄς ποῦμε, τῆς σιωπηρῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἡ φωνή ἑνός σκεπτομένου κριτοῦ τῶν δρωμένων στήν ταλαίπωρη αὐτή χῶρα, ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του.

Παρατηρῶντας λοιπόν τήν σύγχρονη Ἑλληνική Ζωή και πραγματικότητα, ἔφθασα σέ κάποιες διαπιστώσεις. Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἀναφέρονται περισσότερο σ’αὐτά πού φαίνεται πώς ἐξελίσσονται λάθος καί δημιουργοῦν προβλήματα και θα μποροῦσε να ἰσχυρισθῆ κανείς ὄτι γίνονται σωστά.

Πρώτη καί βασικότερη διαπίστωσι εἶναι ὅτι στήν σημερινή Ἑλληνική Κοινωνία ἔχουν πάψει νά ἔχουν «πέραση» οι ἀξίες! Αἰσθάνομαι μιά ἀπέραντη θλίψι καί ἀπογοἠτευσι διαπιστώνοντας πώς κάθε ἁγνή ἰδέα, κάθε ἠθική ἀξία, ἔχει πάψει πρό πολλοῦ νά εἶναι ὁ στόχος τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὁ στόχος τῆς κοινωνίας γενικότερα.

Οἱ ἀξίες ὅπως ἡ Πίστις, ἡ Τιμιότης, ἡ Εἰλικρίνεια, ἡ Γενναιοφροσύνη, ἡ Σοβαρότης,, ἡ Ταπεινοφροσύνη, ἡ Ἀξιοπρέπεια, ἡ Μεγαλοθυμία, ἡ Ἐργατικότης, και οἱ Μεγάλες Ἱδέες ὅπως ἡ Ἐλευθερία, ἡ Ἐθνική Συνείδησις, ὁ Πατριωτισμός,, ἔχουν χαθῆ ἀπό τήν καθημερινή πολιτική καί κοινωνική ζωή.  Το χειρότερο δε εἶναι πώς ὁ κάθε ἕνας πού καταπατᾶ τίς ἠθικές ἀρχές καί τίς πανανθρώπινες αύτές ἀρετές, ὀχυρώνεται πίσω ἀπό τήν πλέον ταλαιπωρημένη ἔννοια τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, τήν Δημοκρατία.

Τήν Δημοκρατία, πού λέμε ὅτι θέλουμε νά τήν βιώσουμε, καί δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπό νά τήν βιάζουμε, παραβιάζουμε καί ἐκβιάζουμε. Συνηθέστατο φαινόμενο, στό ὁποῖο δεν συμμετέχουμε μόνον ὡς ἄτομα, ἀλλά και ὡς κοινωνικές ὁμάδες, ὀλιγομελεῖς ἤ πολυπληθεῖς δέν ἔχει και πολλή σημασία.  Το κακό δέ, εἶναι, πώς ἄν θελήση κανείς νά ἀντισταθῆ, τότε γίνεται ὁ περίγελως τῶν γύρω του ὡς ἀφελής, ἤ ὑφίσταται ἐντονότατη κριτική χαρακτηριζόμενος ἀπό ὅλους ὡς «έχθρός τῶν δημοκρατικῶν διαδικασιῶν καί τῆς προόδου».

Ἄς μποῦμε ὅμως σέ μια τάξι , στήν σκέψι μας. Ἀς ἐξετάσουμε τήν Ἑλλάδα και τούς Ἕλληνες ώς σύνολο. Ώς Ἐθνικό Σύνολο.

Μά τόν Θεό, δὐσκολα μπορῶν πιά να διαγνώσω στην ψυχή τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖνο το ρωμαλέο σφρῖγος μιᾶς δυναμικῆς φυλῆς, μέ Ἐθνική Συνείδησι. Βλέπω μπροστά μου ἕναν λαό φθαρμένο, χωρίς πίστι στόν ἑαυτό του, χωρίς να εχει στόχους μπροστά του με ἀποκούμπι και βοήθεια το παρελθόν του. Βλέπω ἕναν λαό καταδικασμένο σέ ἀποτυχία, γιατί δέν ἔχει τό σθένος, τό τσαγανό, τό κουράγιο, τήν παλληκαριά νά διαβάση τήν Ἱστορία του, νά μάθη ἀπό αὐτήν καί νά γράψη νέες ἔνδοξες σελίδες. Βλέπω δυστυχῶς Ἕλληνες τῆς παρακμῆς καί μιά Ἑλλάδα μαραμένη, ξεφτισμένη κι ἀνίκανη νά ἀνορθωθῆ.

Θἄθελα να μποροῦσα να ρωτήσω ὅλους τούς Ἕλληνες μαζί κι ἕναν ἕναν χωριστά, πότε ἦταν ἡ τελευταῖα φορά πού ἐρρίγησαν ἀκούγοντας τόν  Έθνικό Ὕμνο, πότε δάκρυσαν γιά, τελευταῖα φορά βλέποντας τήν Ἐλληνική Σημαῖα; Γιατί τά Ἐθνικά μας Σύμβολα ἔπαψαν νά μιλοῦν πιά στήν ψυχή τοῦ Ἔλληνα, ἔπαψαν πιά να ἔχουν σημασία;

Μήπως γιατί ἔχασε ὁ Ἕλληνας την Πίστι του; Μήπως γιατί ἔπαψε να πιστεύη στον Θεό -ὅπως κι ἄν τόν ὀνομάζη ὁ καθένας μας μέσα του;

Μήπως ἔπαψε νά πιστεύη γιατί ἐνόμισε ὡς ὀρθή τήν σφαλερή ἄποψι πώς μόνον τά ὑλικά ἀγαθά ἔχουν ἀξία στήν Ζωή; Μήπως ντρέπεται ὁ Ἕλληνας νά πῆ ὄχι στήν Κίρκη τῆς «παραδοπιστίας» καί στίς Σειρῆνες τῆς «BMW» καί τῆς «σπατάλης» και δέν ἔχει πιά τό σθένος νά σταθῆ ἀντιμέτωπος τοῦ κακοῦ του ἑαυτοῦ; Δέν ἔμαθε άπό τήν ἱστορία τοῦ Ἡρακλῆ τό περίφημο αὐτό σταυροδρόμι τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ; Δέν πῆρε παράδειγμα ἀπό τόν Παπαφλέσσα, τόν Ἀθανάσιο Διάκο, τόν Στρατηγό Μακρυγιάννη, τόν Κολοκοτρώνη; Μόνον ὁ Κοσκωτάς ἔμεινε γιά παράδειγμα στήν Ἑλληνική Ἱστορία;

Τί αἶσχος Θεέ μου, τί ντροπή !

Φαίνεται πώς ἡ φθορά ἑνός λαοῦ μπορεῖ να ξεκινήση ἀπό πολλά αἴτια. Σίγουρα ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ καταστροφή ἤ σωστότερα ἡ διαστροφή τῆς γλώσσας του. Κανείς δεν διαφωνεῖ πώς ἡ γλῶσσα εἶναι ζωντανή και συνεπῶς ἐξελίσσεται και διαμορφώνεται συνεχῶς, καθημερινά. Μόνη της ὅμως, διατηρῶντας τον πλοῦτον της, την ὀμορφιά της, την ἀμεσότητά της. Μόνη της συντονίζεται εὔκολα με την ἐποχή της.

Ἐμεῖς φροντίσαμε τά τελευταῖα χρόνια νά τήν τραυματίσουμε βαρύτατα. Θελήσαμε νά καταργήσουμε βιαίως ὅλα ἐκεῖνα τά σημεῖα πού τήν ἔκαναν μοναδική, ἐξέχουσα, σημαντική. Μέ τό πρόσχημα τῆς ἁπλοποιήσεως δεχθήκαμε ἀδίστακτα να χρησιμοποιοῦμε σἄν γλῶσσα τῶν καθηγητῶν τήν γλῶσσα τῶν ἀγραμμάτων, κι ἔτσι ἀντί νά ἐπιδιώκουμε νά βελτιώσουμε τήν παιδεία τῶν ἐργατῶν ἀνεβάζοντάς την στο ἐπίπεδο τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκάναμε τόν Πανεπιστημιακό Δάσκαλο νά μιλάει σἄν έργάτης. Ἡ ἐξίσωσις τῶν πολιτῶν πρός τά κάτω!

Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουνα παιδί, τον πατέρα μου νά μιλᾶ γιά Καθηγητές Πανεπιστημίου (ἐπιστήμονας καί αὐτός) μέ δέος, μέ σεβασμό.  Σήμερα δυστυχῶς, ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζουν οἱ πνευματικοί καθοδηγητές τοῦ Ἔθνους καί τῶν παιδιῶν μας, εἶναι ἐπιεικῶς θλιβερή. Ὑπέστησαν ἀλλοτρίωσι ἀπό ἀνθρώπους πού τούς ἔλεγαν  «ἐσεῖς δέν ἔχετε τό δικαίωμα διά νά ὀμιλεῖτε…».  Καί τό δέχθηκαν. Καί πίστεψαν σ’αὐτούς.

 

Τί αἶσχος, Θεέ μου, τί ντροπή!

Οἱ Ἑλληνικές παροιμίες, ὅσες ἔχουν ἀκόμη ἀπομείνει μέσα στήν φτώχεια τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς γλῶσσας, εἶναι σαφεῖς: «Τό ψάρι βρωμάει ἀπό τό κεφάλι» ἤ με την ἴδια  περίπου σημασία «μ’ὅποιον δάσκαλο καθήσεις τέτοια γράμματα θά μάθης» ἤ ἀκόμη: «κάθε λαός ἔχει γιά ἡγέτη κι ἀρχηγό του αὐτόν πού τοῦ ἀξίζει».

Ἔτσι λοιπόν, βρέθηκε ὁ Ἑλληνικός Λαός με Κυβερνῆτες πού τόν δίδαξαν ἐπίσημα πώς μπορεῖ νά πάρη ἕνα δωράκι «ἀλλά ὄχι καί πεντακόσια ἑκατομμύρια» ( σημ: Ὁ Ἀνδρ.Παπανδρέου πρός τόν τότε Διοικητή τῆς ΔΕΗ Μαυράκη), πού τόν ἔσπρωξαν στήν κομπίνα,στήν ἀδιαφορία, στήν ἀνηθικότητα, στήν ἀμετροέπεια, στήν ψευδολογία, στήν διαφθορά, στήν κατάχρησι, στήν έξαπάτησι, και σέ τόσες ἄλλες «ἀρετές» τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα πολίτη.

Τίς «ἀρετές» αὐτές τίς συναντοῦμε καθημερινά στούς Συνέλληνές μας, σέ κάθε μας συναλλαγή, μά μέ τό Κρᾶτος, μά μεταξύ μας, στό λεωφορεῖο, στό ταξί, στό κατάστημα, στήν Τράπεζα, στήν ΔΕΗ, στόν ΟΤΕ, στό Ὑπουργεῖο, ὅπου κι ἄν πᾶμε, τέλος πάντων.

Κι ἔτσι καί θελήσεις νά ὀρθώσης τό άνάστημά σου γιά νά ἀνακόψης τόν κατήφορο καί τήν κατάντια τής κοινωνικῆς μας καί πολιτικῆς μας ζωῆς, κάνοντας μιά παρατήρησι ἤ ἐπιδιώκοντας τήν διόρθωσι ἑνός στραβοῦ, σέ κοιτοῦν ὅλοι σἄν νά ἦλθες μόλις ἀπό τόν  Ἄρη.

Και με πιάνει κάπου-κάπου το παράπονο: Μά, καλά, δεν ὑπάρχει κανείς πού νά τό λέη ἡ καρδιά του νά μπῆ μπροστά, «μπροστοκρίαρο» στόν ἀγῶνα γιά τήν διόρθωσι αὐτῶν τῶν στραβῶν; Τί χρειάζεται ἄραγε, για να ξεσηκώση τά κοιμώμενα πλήθη ἀπό την νάρκη τους, ἀπό την ἀδιαφορία τους, ὥστε να στραφοῦν προς καινούργιους δρόμους, προς νέους ὀρίζοντες, να στραφοῦν προς το Φῶς;

Ἄφησα γιά τελευταῖο τό μέγιστο Ἑλληνικό μειονέκτημα, πού ἔχει σχέσι μέ τήν παρανόησι τοῦ μεγαλυτέρου άγαθοῦ, τῆς Ἐλευθερίας: ὁ Ἀτομικισμός. Ὁ ἐγωϊσμός. Ὁ ἑαυτούλης.

Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος σ’αὐτήν τἠν ἔρμη χῶρα να μην κοιτάη πρῶτα-πρῶτα τον ἑαυτούλη του. Και βέβαια, ποτέ με τον σωστό τρόπο. Θέλει πάντα να «βολευτῆ», θέλει νά τά «‘κονομήση», θέλει να «φάη», θέλει νἆναι αὐτός κι ὄχι ἄλλος. Ποτέ ἴσα, ντρόμπρα, καθαρά. Πάντα με μια «κομπινούλα», πάντα μ’ἕνα ρουσφετάκι, πάντα ἐξαγοράζοντας ἤ ἐξαγοραζόμενος, πάντα ἐκβιάζοντας ἤ ἐκβιαζόμενος.

Οἱ λίγοι ἴσιοι, καθαροί, τίμιοι, πού νοιάζονται γιά τόν πλησίον τους καί τό κοινωνικό σύνολο, αὐτοί ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα καί γίνονται παραδείγματα «πρός ἀποφυγήν». Εἶναι βλέπεις, τό «μίασμα τοῦ καλοῦ» καί πρέπει νά ἀπομονώνονται.

Τί παρανόησι ὑφίσταται ἄλλωστε αὐτή ἡ ἄμοιρη ἡ Ἐλευθερία, τί κακοποίησι! Μόνον μέ αὐτήν τῆς Δημοκρατίας θά μποροῦσε νά συγκριθῆ. Ξεχνοῦμε ὅλοι πώς εἴμαστε ἐλεύθεροι νά πατᾶμε τό πόδι μας ὡς ἐκεῖ πού ἔχει ὁ ἄλλος τό δικό του. Γιατί ἄμα τοῦ πατήσουμε τόν κάλο, δικαίως αὐτός θά μᾶς κλωτσήση. Πόσο εὔκολα ἀλληλοπατιώμαστε ὅμως, πόσο εὔκολα δίνουμε κλωτσιές ὁ ἕνας στόν ἄλλον… Καί πόσο δύσκολα σεβόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον…!

Καί, πού νά πάρη ἡ εὐχή, δέν εἶναι δύσκολο. Τό νά δείξης λίγο σεβασμό στόν συνάνθρωπό σου, στό περιβάλλον γύρω σου, σοῦ δίδει ἕνα τέτοιο ἀπίστευτο συναίσθημα ὑπερηφανείας καί λεβεντιᾶς…χαίρεσαι τόν ἑαυτόν σου πού εἶχες τήν δύναμι νά σεβασθῆς τόν κόσμο πού σέ περιβάλλει, ἀποκτᾶς αὐτό πού λέμε ἀξιοπρέπεια.

Πολύ θἄθελα νά’  παιρνα μιάν ἀπάντησι ἀπό τούς νέους ἐκείνους, πού ἀσεβῶντας στόν ἑαυτόν τους καταστρέφουν Ἐθνικά Σύμβολα, μνημεῖα, κτίρια καί περιβάλλον.  Πῶς, ἀλήθεια, πιστεύουν ὅτι θά βρεθῆ νοήμων ἄνθρωπος νά ἀκούση κἄν, πόσο μᾶλλον νά ἀποδεχθῆ τήν ὅποια διαμαρτυρία τους, ὅταν αὐτή στηρίζεται στήν καταστροφή δημοσίας ἤ ἰδιωτικῆς περιουσίας;

Κι ἀπό την ἄλλη, ποιά εἶναι ἡ κοινωνία αὐτή πού ἐπιτρέπει τέτοιου εἴδους ἐκφράσεις διαφωνίας ἤ διαμαρτυρίας;; Ἀν αὐτό δεν εἶναι δείγματα παρακμῆς, τότε τί εἶναι;

Ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες, τό πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι πρόβλημα «άρχῶν». Ἠθικῶν καί Πνευματικῶν. Οἱ ἀξίες καί οἱ ἀρετές πρέπει νά ξαναγίνουν τά πρότυπά μας, γιά νά μᾶς καθοδηγούν στήν Ζωή.

Οἱ ξένοι Λαοί δέν μᾶς σέβονται πιά – δέν ἀρκεῖ ἡ ἱστορία μας – ἀφοῦ ἐμεῖς δέν σεβόμαστε τόν ἑαυτόν μας. Κι ἔτσι δέν μᾶς βοηθοῦν στίς δύσκολες ὧρες (σημ: ἀλλά μᾶς ἐκβιάζουν καί έκμεταλλεύονται). Γιατί ἔχουμε δυστυχῶς ἀποδείξει ἐπανειλλημένως ὅτι εἴμαστε καί ἀχάριστοι, καί ἀγνώμονες καί ἀσυνείδητοι καί ψεῦτες. Δέν μᾶς ἐμπιστεύονται πιά. Καί δέν ἔχουν καί πολύ ἄδικο, ἐδῶ πού τά λέμε…

Πρέπει νά κουρασθοῦμε πολύ μέχρις ὅτου κατορθώσουμε νά διορθώσουμε ὄχι μόνον τήν εἰκόνα πού ἔχουμε δημιουργήσει προς τά ἔξω, ἀλλά κυρίως τούς ἰδίους τούς ἑαυτούς μας και συνεπῶς και την Πατρίδα μας.

Ἄς ξεκινήσουμε λοιπόν ἀπό ἐκεῖ και νἆστε βέβαιοι πώς και τά οίκονομικά μας προβλήματα θα λυθοῦν κι αὐτά ὡς διά μαγείας.

Πρέπει να μποῦν ὅλα στον δρόμο τους. Στον ἴσιο δρόμο. Ἄς κάνουμε ὅλοι μια προσπάθεια.

Προσωπικά θα αἰσθανθῶ τόσον εὐτυχῆς να ἀποδειχθῶ σέ ὄσα ἔγραψα ὅτι ἔκανα λάθος.

Ἀς θυμηθοῦμε τον Ἐθνικό μας Ποιητή τόν Ἀνδρέα Κάλβο:

«Θέλει ἀρετήν και τόλμην ἡ Ἐλευθερία.» Και ὄχι μόνον αὐτή !!!

«Mία Διδακτική Άνάμνησις», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄνοιξις 1964, Ἀπρίλιος μέ καλό καιρό περιέργως, ὁ πατέρας μου ἔρχεται στό Ἁννόβερο ὅπου σπούδαζα νά μέ δῆ, φυσικά με ἀφορμή τήν Βιομηχανική Ἔκθεσι τοῦ Ἀννοβέρου, τήν μεγαλυτέρα τοῦ Κόσμου. Ἔτσι γιά νά σᾶς ἐντυπωσιάσω νά σᾶς πῶ, ὅτι εἶχε, ἄν δέν κάνω λᾶθος 28 ἤ 30 κτήρια, τριώροφα καί τεραστίων ἐπιφανειῶν, παράδειγμα ἠ Αἴθουσα 1/Halle 1- πού ἐκάλυπτε τότε τά ἠλεκτρονικά μηχανήματα γραφείου – κομπιοῦτερς, ἐκτυπωτές, φάξ, τηλέφωνα -, εἶχε διαστάσεις περ. 400 Χ 400=160.000 τετραγ.μέτρα δηλ. 160 στρέμματα.

Ἀφοῦ περάσαμε 15 μέρες ἐξαντλητικές, μέ ἀτελείωτα χιλιόμετρα μέσα στά κτήρια, συζητήσεις στά Γερμανικά, Ἀγγλικά, Γαλλικά, ἀπό τίς 10 το πρωΐ πού ἄνοιγε μέχρι τίς 6 τό ἀπόγευμα, κι ἀφοῦ πιά δέν νοιώθαμε τά πόδια μας ἤ τό κεφάλι μας, ἀπό τήν κούρασι, ἀποφασίσαμε νά πᾶμε στό Ἀνατολικό Βερολῖνο νά δοῦμε ἔνα παιδικό φίλο καί συγχωριανό τοῦ πατέρα μου.

Ὁ γιατρός Δημήτρης, Μῆτσος γιά τόν πατέρα μου, Φωτόπουλος, ἔφυγε τό 1948;; 49;; προκειμένου νά γλυτώση τό κεφάλι του ἀπό τίς ἐκκαθαρίσεις μετά τέλος του έμφυλίου πολέμου στην Έλλάδα και την ήττα της αριστεράς πλευράς. Ἦταν βλέπεις ἀπό τούς ἀγαθούς, ἀφελεῖς καί  ὀνειροπαρμένους πού νόμιζαν ὄτι ὁ Σταλινισμός θά ἔφερνε τήν εὐτυχία καί τόν πλοῦτο στούς λαούς. Στό Ἀνατολικό Βερολῖνο  ἔκανε τίς μεταπτυχιακές του σπουδές στήν νευρολογία καί ψυχιατρική, ὅπου πραγματικά ἡ λέξις ἀρίστευσε ἦταν λίγη. Τό κῦρος του στήν κοινωνία τῶν Ἰατρῶν ἦταν μέγα, ἐντυπωσιακό, τότε δέ, ἦταν διευθυντής τοῦ Τμήματος Νευρολογίας καί Ψυχιατρικῆς τοῦ σπουδαίου Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομείου Charité (Σαριτέ = Ἀγαθοερία, Ἐλεημοσύνη).

Μία ἀπό τίς πῦλες ἐπιτρεπομένης καί αὐστηρότατα ἐλεγχομένης εἰσόδου στό Σιδηροῦν Παραπέτασμα ἦταν στό Μετρό τοῦ Βερολίνου καί συνέδεε Δυτικό μέ Ἀνατολικό, δεδομένου ὅτι ὅταν φτιάχτηκε ἔγινε γιά μία ἐννιαία τότε πόλι…πού νά φαντασθοῦν ὅτι κάποια μέρα θά τούς χώριζε ἕνα Τεῖχος ἀπομονωτισμοῦ, πολιτικοῦ ἀναχρονισμοῦ καί κοινωνικῆς σκληρότητος καί ἀπανθρωπιᾶς.

Μετά ἀπό κἄνα μισάωρο ταξίδι μέ τίς σχετικές διατυπώσεις ἐλέγχου διαβατηρίων, γνωστά σ’ὄλους πού ταξιδεύουν, βγήκαμε ἀπό τό τραῖνο καί προχωρούσαμε πρός τήν ἔξοδο. Φυσικά δέν ὑπῆρχε ἠλεκτρική σκάλα, ἄν εἶναι δυνατόν ντροπή στό Δυτικό Βερολῖνο, τό κατάπτυστο, ἀνήθικο, βρωμερό καί βλαβερό γιά τούς Γερμανούς καμμουνιστές τοῦ Βάλτερ Οὔλμπριχτ (Walter Ulbricht) εἶχαν σέ κάθε μικροκατάστημα πού εἶχε πατάρι, ὄχι στήν Κεντρική Εἴσοδο τοῦ Κράτους.Τέλος πάντων.

Volkspolizist
Unter den Linden

Μέ ἀπορίες ζωγραφισμένες στό εἰκοσάχρονο κεφάλι μου ἀνεβαίνουμε τά ἀτελείωτα σκαλιά, συζητώντας ὄτι θά πρέπη νά ἀπευθυνθοῦμε σέ κάποιον νά μᾶς πῆ πόσο μακρυά ἦταν τό Νοσοκομεῖο πού θέλαμε νά πᾶμε. Φυσικά, τό καθῆκον αὐτό ἔπεφτε, λογικότατα, στήν δική μου πλάτη, αὐτονόητον…

Καμμιά εἰκοσαριά σκαλιά πρίν τό κεφαλόσκαλο, βλέπουμε νά στέκεται ἐκεῖ πάνω ἕνας θεόρατος, πάνω ἀπό 1.95, ἀγριοπρόσωπος κατάξανθος γερμαναράς «λαϊκός ἀστυνομικός», ἕνας ἀπό τούς περιωνύμους FOPO, ΦόΠο δηλ. Volkspolizist -Φόλκσπολιτσίστ). Γνωστοί παγκοσμίως γιά τίς ἀγριότητές τους πρός τούς συμπολίτες τους. Αὐτοί ὅλοι εἶχαν προπονηθεῖ ὡς παιδάκια κατά τήν ναζιστική περίοδο – δέν εἶχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια ἄλλωστε, ἴσα-ἴσα 18 μέ 19 χρονάκια, δηλ -. θυμηθεῖτε πότε ἀποκτήσαμε τό καταραμένο €ὐρώ ἀντί τῆς δραχμούλας μας, ε, περίπου τόσος καιρός εἶχε περάσει, τί νἄχουν ξεχάσει; τίποτε.

Σκεκόταν λοιπόν μέ τά πόδια ἀνοικτά σέ διάστασι, σἄν τόν Κολοσσό τῆς Ρόδου, ὁπλισμένος μέ αὐτόματο ὑπό μάλης, μέ τό χέρι στήν σκανδάλη παρακαλῶ! Κοιταζόμαστε μέ τόν πατέρα μου μέ νόημα, καί άνεβαίνοντας πηγαίνω πρός τό μέρος του, μέ ἕνα παγωμένο μισοχαμόγελο στό στόμα, ἔτσι γιά νά τοῦ δείξω, μαθές, τίς ἀγαθές προθέσεις μου. Κι ὅμως, ἐκείνη τήν ὥρα, πιστέψτε με, μία σκέψις κυριαρχοῦσε μέσα μου: «Κι ἄν τύχη καί τόν πιάσει ἀκατάσχετος βῆχας δέν θά πατήση κατά λάθος τήν σκανδάλη;;; Πάει ὁ Ἀντρῖκος, πάνω στόν άνθό τῶν  νειάτων του!» 

Ταὐτόχρονα ντρεπόμουνα δύο πράγματα: Τό πρῶτο, τήν καταγωγή μου. Επιτρέπεται Ἑλληνόπουλο ἐγώ νά φοβᾶμαι ἕναν  γερμαναρά; Τόσους καί τόσους εἶχα πλακώσει στό ξῦλο ὅταν μ’ἐνοχλοῦσαν ἤ προσέβαλαν λόγω τοῦ ὅτι ἤμουν ξένος – κατ’αὐτούς πάντα «βρωμοξένος» «Dreckiger Ausländer».             Τό δεύτερο, τόν πατέρα μου. Εἶναι δυνατόν νἆναι ἐκεῖνος ψύχραιμος κι  ἀτρόμητος κι ἐγώ νά τά κάνω πάνω μου; Ὁπότε, μαζεύτηκα, συγκεντρώθηκα, ἀναστυλώθηκα συναισθηματικά καί μέ κουράγιο καί τό ἀνάλογο καί πρεπούμενο νεανικό θράσσος ἀπευθύνθηκα στὀν αστυνομικό. Καί ὅμως τήν τελευταία στιγμή μιά σκέψις μοῦ πέρασε ἀστραπή: «βρἐ σύ, μήν κάνεις τόν έξυπνάκια ὅτι μιλᾶς ἄριστα γερμανικά. Κάνε λίγο τόν ἀρχάριο καί μίλα μέ σπασμένα γερμανικά νά καταλάβη ὅτι εἶσαι ξένος».

Καί πράγματι, ἔτσι κι ἔγινε, καί μάλιστα στήν μέση τῆς ἐρωτήσεως ἀπευθύνθηκα στόν πατέρα μου στά Ἑλληνικά ὥστε νά ἐπιβεβαιωθῆ ὅτι εἴμαστε τουρίστες, κι ὅτι θά ἀφήσουμε καί παράδες στούς Ανατολικογερμαναρᾶδες, πού τότε ἔκαναν κρά γιά συνάλαγμα, πολύ χειρότεροι ἀπό ἐμᾶς.

Τελικά πέρασε τό γεγονός, πήραμε τήν πληροφορία καί ἐλλείψει ταξί περπατήσαμε κἄνα μισάωρο μέ τρία τέταρτα μέχρι τό νοσοκομεῖο. Μετά τά κλάμματα καί τά φιλιά τῶν δύο παιδικῶν φίλων, μᾶς πῆρε ὁ Μῆτσος νά πᾶμε νά φᾶμε, σ’ ἕνα ἀπό τά καλύτερα ἄν ὄχι τό καλύτερο ἐστιατόριο τοῦ Ἁνατολικοῦ Βερολίνου.

Εἶχε ἤδη βραδιάσει καί σκοτεινιάσει καί ἡ περίφημη Λεωφόρος Ὑπό τάς Φιλύρας (Unter den Linden- Ούν τερ ντέν λίνντεν) ἦταν δυστυχῶς μισοφωτισμένη ἤ ὀρθότερα μισοσκότεινη. Ρώτησα τόν Μῆτσο ἐάν ἦταν ἀπαγορευμένη ἡ διέλευσις αύτοκινήτων ἀπό αὐτόν τόν δρόμο, μήπως ἦταν μονόδρομος ἡ ἀπάντησις πού πῆρα, ψιθυριστά πάντα, ἦταν συγκλονιστική: τό Δυτικό Βερολῖνο εἶχε τότε 250.000 αὐτοκίνητα, ἐνῶ ὁλόκληρη ἡ Ἀνατολική Γερμανία εἶχε 90.000 αὐτοκίνητα. Λογικόν ἦταν, λοιπόν, ἡ κυκλοφορία νά εἶναι ἀραιή, τά δέ αὐτοκίνητα κάτι σαπάκια Trabant και Wartburg ἤ παληά DKW, ἀρχαιολογίες, πού βγάζανε ντουμάνι τόν καπνό από τήν ἐξάτμισι, κι ἀπό θόρυβο σἄν κάρο μέ παληοσίδερα σέ καλντερίμι (εἴδατε σέ τί τουρκόνομα κατέληξε τό κακόμοιρο τό καλλίδρομον).

Φθάσαμε στό ἐστιατόριο, ὁμολογῶ ἡ μνήμη μου δέν μέ βοηθάει καθόλου καί δέν θυμᾶται τό ὄνομα, μπήκαμε καί σἄν τόν Διογένη ψάχναμε νά βροῦμε ἄνθρωπο. Oὔτε ψυχή οὔτε ἀκρόασις, βαρειά τοῦ τάφου ἡ σιωπή. Ἀπό τό βᾶθος, πλησίασε ἕνας προχωρημένης ἡλικίας σερβιτῶρος, μᾶς εἶπε νά καθήσουμε ὅπου θέλουμε, ὅπου μᾶς ἄρεσε. Προφανῶς καί διαλέξαμε τραπέζι δίπλα στά παράθυρα, ἐλπίζοντας νά δοῦμε κόσμο νά περνάη, ἔτσι γιά τήν ποικιλία τοῦ θεάματος, κατά τό δεῖπνο μας.

Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι οἱ Γερμανοί συνήθιζαν νά τρῶνε ζεστό φαγητό τό μεσημέρι καί κρῦο τό βράδυ, δηλαδή, ψωμί μέ ἀλλαντικά ἤ τυριά, γι αὐτό καί τό βραδυνό τους, ἔστω κι ἄν τρῶνε στίς 6 με 7 τό ἀργότερο, τό λένε Abendbrot  δηλ. βραδυνό ψωμί. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ,  οἱ γερμανοί πού δεν τρῶνε ψωμί ὅπως ἐμεῖς, ἔχουν τούς ὡραιοτέρους καί πλουσιωτέρους σέ ποικιλίες ψωμιῶν φούρνους. Μιλᾶμε πραγματικά γιά κάτι τό θεσπέσιο.

Τά ψωμάκια τους ἀλλά ἀκόμη καί τό μεγάλο καρβέλι, τό χωριάτικο, μέ γκρίζο άλεῦρι, πού δέν τό τρώγανε μαλακό καί φρέσκο, ἀλλά μιᾶς  μέχρι καί οκτώ ἡμερῶν, ὧστε νά ἔχη δέσει, νά ἔχη σφίξει, κι ἐκεῖ ἐπάνω ἄλοιφαν τό βούτυρό τους καί τά φανταστικά σαλάμια τους –  μοῦ τρέχουν τά σάλια πού τά θυμᾶμαι.

Ἐν πάσει περιπτώσει, ἐμεῖς φάγαμε κάτι ἄλλο, πάντως ὄχι κρῦο φαγητό ἀλλά ζεστό. Μοῦ φαίνεται λουκάνικα καί πατατοσαλάτα, εὔκολα πράγματα, νά μήν τόν βάλουμε τόν Μῆτσο σέ σύσκολη θέσι. Κάποια στιγμή σηκώνω εὐγενικά τό χέρι καί φωνάζω χαμηλόφωνα: «Herr Ober»- Χέρ Όμπερ (Κύριε Σερβιτῶρε, ἦλθε ὁ ἀνθρωπᾶκος καί τοῦ ζήτησα δύο φέτες λευκό ψωμί.

Ἔφυγε καί ξαναγύρισε μετά ἀπό πέντε ὁλόκληρα λεπτά, σέ ἕνα ἄδειο μαγαζί καί φέρνει γκρίζο ψωμί, τό ὁποῖον μάλιστα χρειαζόταν ἀεροκομπρεσσέρ γιά νά κοπῆ καί φαγωθῆ. Ζήτησα τοῦ σερβιτώρου νά ἐπανέλθη καί μέ ὕφος ἐνοχλημένο (γιά νά μήν πῶ τσαντισμένο) τοῦ ζητάω τά ρέστα γιατί ἐνῶ τοῦ παρήγγειλα λευκό ψωμί μοῦ ἔφερε μαῦρο. Καί τότε, τρώω μιά κλωτσιά στό καλάμι πού μέ ξέρανε. Ήταν ὁ Μῆτσος, ὁ καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς, πού μέ ἐπανέφερε στην τάξι, στήν πραγματικότητα. Ἀφοῦ γύρισε στόν σερβιτῶρο καί λίαν ταπεινά καί ὑποτακτικά ζήτησε συγγνώμη γιά τἠν ένόχλησι, τοῦ ζήτησε τρείς μπῦρες, γιά νά τόν ἐξευμενίση. Ὁπότε πετάγετε ὁ πατέρας μου καί μέ τά μισοαγγλικά του τοῦ λέει : «…Και μία γιά σένα!!!» Χαμογελάει ὁ σερβιτῶρος, πετάει τό ὡραῖο «Danke schön»-Ντάνκε σέν- (Ευχαριστῶ ὡραία (πολύ)) καί πάει για τίς μπῦρες.

Μόλις ἔφυγε τρία βήματα, σκύβει ὁ Μῆτσος μπροστά, νά μήν ἀκούγεται οὔτε στὀ ἕνα μέτρο καί μοῦ ψιθυρίζει μέσ’ ἀπ’ τά δόντια: «Πᾶψε, μήν μιλᾶς καθόλου» καί μ’ αγριοκοίταξε.

Κατάλαβα ὅτι κάτι τρέχει… Ὁ Μῆτσος ἦταν ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, δέν θά φερόταν ποτέ ἔτσι στό παιδί τοῦ φίλου του, πού ἦλθαν νά τόν δοῦν στήν ἐξορία.

Φάγαμε, ἤπιαμε τίς μπῦρες μας, πλήρωσε ὁ Θανασάκης μου, ὁ πατερούλης μου, λεβέντης πᾶντα κι ἄρχοντας, καί βγήκαμε νά πᾶμε στόν ὑπόγειο γιά νά ἐπιστρέψουμε πρίν τίς δώδεκα,  μιᾶς καί δέν εἴχαμε βίζα παρά γιά μία καί μοναδική ἠμέρα.

Στήν σκοτεινή καί ἄδεια λεωφόρο, ὁ Μῆτσος ἔρχεται στήν μέση, μᾶς πιάνει ἀγκαζέ καί τούς δυό καί μᾶς τραβάει πολύ κοντά. Στρίβει πίσω του, δεξιά του καί άριστερά του καί ἀφοῦ βεβαιώνεται ὅτι δέν ὑπάρχει ψυχή δίπλα μας, οὔτε κἄν μακρυά μας, σκύβει καί μᾶς μιλάει ψιθυριστά: «Βρέ Ἀνδρέα, παιδί μου, ποῦ νομίζεις ὄτι βρίσκεσαι καί ζητᾶς εἶδος πολυτελείας, ἄσπρο ψωμί; Θἄπρεπε νἄμαστε εὐτυχεῖς καί τυχεροί πού βρήκαμε νά φᾶμε. Ἐδῶ, παιδί μου, δέν  εἶναι ὁ παράδεισος πού πίστεψα, πού νόμισα, εἶναι μία σκληρή κόλασις, Θανάση μου!», γύρισε στόν πατέρα μου, «μόλις μπορέσεις κάτω στήν Πατρίδα, κάνε αἴτημα ἐπιστροφῆς μου. Σέ ἰκετεύω, δέν άντέχω ἄλλο».

Κόμπος κάθησε στόν λαιμό μας, τά μάτια μας βουρκώσανε, καί σιωπηρά, θλιμμένα, περπατήσαμε μέχρι τόν σταθμό. Ὁ χωρισμός ἔγινε μέ λιγμούς καί μέ βαρειά, ἀσήκωτη, σιωπή.

Ἐξι μῆνες ἀργότερα, ὁ Μῆτσος ἦλθε μόνιμα στήν Ἑλλάδα. Καί γελοῦσε, χαιρόταν τήν ζωή του. Τά ψηφοδέλτιά του ἄλλαξαν, κι ἔγιναν τοῦ Κέντρου, καί ἀργότερα, τό 1974 τῆς ΝΔ. Ποιός; Αὐτός ὁ βέρος ἐξιδανικευμένος άριστερός, θεώρησε πώς γιά τό καλό τῆς Ἑλλάδος ἡ καλυτέρα πολιτική ἦταν αὐτή, ἡ σοσιαλμανιακή δεξιά, τοῦ γερο-Καραμανλῆ.

Καί τῶρα 2018, 44 χρόνια μετά, καί ἤδη 29 χρόνια μετά τήν κατάρρευσι τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλόκ καί τοῦ ἐφηρμοσμένου κομμουνισμοῦ καί σοσιαλισμοῦ, ὑπάρχουν ἀκόμη Ἕλληνες πού πιστεὐουν σ’αὐτήν τήν τραγικά ἐπικίνδυνη πολιτική καί κοινωνική οὐτοπία καί παραλογισμό.  Ὁ κρατικός αὐταρχισμός πού ἐπέβαλαν στίς χῶρες πού μοίρασαν μεταξύ τους οἱ Τσῶρτσιλ, Στάλιν καί Ροῦσβελτ-Τροῦμαν, μόνον ζημιές καί καταστροφές ἐπέφερε στίς κοινωνίες καί τούς λαούς τῆς Σοβιετικῆς ἐπιρροῆς.

Κι ἐμεῖς βρήκαμε τήν χειρότερη παγκόσμιο συγκυρία νά ἐκλέξουμε ἀριστερόστροφα. Μᾶλλον κάποια μυῖγα μᾶς εἶχε τσιμπήσει, γιά νά τό πῶ εὐγενικά.  Δέν μπορούσαμε νά γεννήσουμε χειρότερο πολιτικό σύστημα γιά τήν παιδεία μας, γιά τόν πολιτισμό μας. Δἐν μιλάω για τά οικονομικά τῆς χώρας γιατί αὐτά τά ξεπουλήσαμε ἀποδεχόμενοι τήν ἐθνοκαταστρεπτική Συνθήκη τοῦ Maastricht. Κι αὐτό σᾶς το λέει ἕνας παθιασμένος «εὐρωπαϊστής» στο ξεκίνημα ὡς ΕΟΚ, 1981.

Νά θυμίσω καί νά ὑποστηρίξω σθεναρά τήν ἀδήρητο ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε 30,40,50 Πανεπιστήμια, ἰδιωτικά κατά προτίμησιν, διότι τά Κρατικά δέν προσφέρουν αὐτά πού θἄπρεπε, ἐπειδή ἔχουν γι ἀφεντικό τόν ἑκάστοτε ἀδαῆ Ὑπουργό Παιδείας. Δέν θἄπρεπε στόν κόσμο ὅλο νά διδάσκεται ἡ κλασική παιδεία χωρίς τήν ἔγκρισι και συνεργασία μέ ἕνα τοὐλάχιστον Ἑλληνικό Πανεπιστήμιο.

Ἡ Μεγ. Βρεττανία ἔχει 100 Πανεπιστήμια καί οἱ ξένοι φοιτητές τῆς ἀφήνουν ἐτησίως 73 δίς €  εκ τών ὁποίων 3,7 δίς € από τούς Εὐρωπαίους φοιτητές καί 380.000 θέσεις ἐργασίας. Οἱ ἀρρωστημένες πολιτικές τοποθετήσεις ἐναντίον τῶν ἰδιωτῶν καί ὑπέρ τοῦ ἀχρήστου Δημοσίου δείχνει, ὅτι οἱ ὑποστηρικτές ὄχι μόνον βρίσκονται περίπου στο 1860 στην ἐποχή τοῦ Μάρξ, ἀλλά εἶναι παντελῶς idiots. Ἀλλοῦ προορίζετο ἡ λέξις και ἀλλοῦ κατέληξε.

Πάντως οὔτε ὁ Κολοκοτρώνης, οὔτε ὁ Πλαποῦτας, οὔτε ὁ Μακρυγιάννης, οὔτε ὁ Καραϊσκάκης, οὔτε οἱ λοιποί ἀθάνατοι ἥρωες, οὔτε ὁ μέγιστος πολιτικός ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος ὁ Καποδίστριας, μποροῦσαν ποτέ νά φαντασθοῦν ὄτι κάποια μέρα θά τούς διεδέχετο ἕνα τόσον ἀσήμαντο πολιτικό σκηνικό πού παρ’ ὅλα αὐτά  κατάφερε νά ρεζιλέψη τόν ἀρχαιότερο πολιτισμό. Νά γελοῦν μαζί μας δεν το περίμενα, με τίποτα.

Ὁποία, αἰσχύνη, ὁποία ντροπή, ὅνειδος καί θλίψις γιά τήν περήφανη ΕΛΛΑΔΑ.

Μία μόνον έλπίδα ὑπάρχει.  Ἀνάνηψις τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἄραγε τοῦτο ἐφικτόν;

Ἀμφίβολον. Ἐδῶ ἔμεινε βολεμένος ὁ λαός τετρακόσια χρόνια κάτω ἀπό τόν Ὀθωμανό, φρόντιζαν οἱ κοτζαμπάσηδες νά τόν κρατοῦν καί νά βγάζη τον σκασμό. Μέχρι πού ξύπνησαν κάποιοι λεβέντες -θἆταν δέν θἆταν καμμιά πενηνταριά νομάτοι, ἄντε πλούσια ἑκατό – καί  ἔτσι ἄλλαξαν τά πράγματα.

Τώρα ποῦ νά βροῦμε τούς λεβέντες νά μᾶς βγάλουν τί βδέλλες ἀπό τήν πλάτη;;

Οἱ λεβέντες πέθαναν, οἱ λεβέντες πᾶνε… Δυστυχῶς!

«Περί τῶν περί τήν ζωήν, περί τῶν βιωτικῶν: Ὁ Ἐπίκουρος χαιρετᾶ τόν Μενοικέα», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκλεκτοί ἀναγνῶστες,

Το ὅτι μπαίνετε στόν κόπο νἀ ἀνοίξετε τά δημοσιεύματά μου γιά νά τά διαβάσετε μέ συγκινεῖ ἀφάνταστα, ἀλλά και με τιμᾶ. Ἔτσι, αἰσθάνομαι διπλή τήν ὑποχρέωσι νά σᾶς προσφέρω κάτι ἄξιον λόγου.

Γνωρἰζω κάλλιστα ὅτι οἱ διδάσκαλοί μας ἀδυνατοῦσαν, ἀκόμη καί ἄν κάποιοι πεφωτισμένοι ἀπό αὐτούς ἤθελαν, να μᾶς διδάξουν τόν Μεγάλο Ἐπίκουρο, και τοῦτο διότι ἦταν σαφῶς και κατηγορηματικῶς «ἀπαγορευμένος» ἀπό το Ὑπουργεῖο Παιδείας διότι ὑπῆρχε ἀρνητική παρέμβασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Γιατί;

Μά φυσικά διότι οἱ θεωρεῖες καί οί ἀπόψεις του ἤρχοντο είς ἄμεσον ἀντίθεσιν με αὐτές τοῦ ἱερατείου.

Διαβάζοντας τὀ κατωτέρω ἑπόμενο κείμενο θα διαπιστώσετε την ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου.

Δῶστε σημασία σέ δυό-τρείς προτάσεις, πού εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς διδασκαλίας του:

  • «…ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές…»
  • «…Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας».
  • «Γιατί καθόλου δέν μοιάζει μέ θνητόν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ζεῖ έν μέσῳ ἀθανάτων ἀγαθῶν».

Εὐχαριστῶ γιά τήν προσοχή σας…

ΥΓ: Παρ’ὅτι προσφάτως ἡ μητέρα μου ἀπέδρασε εἰς ἄλλην ἐνεργειακήν πυκνότητα, εἶμαι πανευτυχῆς και ὑπερήφανος διότι εἶχα τό προνόμιον νά τήν ἔχω δίπλα μου 75 χρόνια. Λίγοι ἔχουμε τέτοια τύχη. Ὑπῆρξε σπουδαῖα γυναῖκα καί τῆς ὁφείλω πάμπολλα. Θά ἔπρεπε λοιπόν, κανονικά, να ἀλλάξω τό προσωνύμιόν  μου σέ κάτι πού θα ἀπέδιδε τιμή ἐξ ἴσου καί στούς δύο γεννήτορές μου. Προφανῶς ὅμως, δέν θέλω νά γίνω ἤ νά φανῶ οὔτε ὑπερβολικός, οὔτε «φιγουρατζής», γι αὐτό θα κρατήσω τό Εὐπάτωρ κλέβοντάς το ἀπό τόν δεκατετράχρονο Πτολεμαῖο τόν Εὐπάτορα, Πρίγκηπα τῆς Αἰγύπτου ἀπό τό 166 ἕως τό 152 π.Χ. 

Δέν τόν πειράζει καθόλου, ἐάν ἐγώ γίνω ξαφνικά πρίγκηψ τῆς πέννας.

χαχαχα, θά γελάει καί τό παρδαλόν κατσίκιον…

Επίκουρος

Ὡς λέγει ὁ Ἀπολλόδωρος στά Χρονικά του, ὁ Ἐπίκουρος γεννήθηκε στήν Σάμο τό 342 πΧ. (ἤ τό 341 π.Χ.).

Στήν Μυτιλήνη καί τήν Λάμψακο δημιούργησε πρῶτα-πρῶτα σχολή ἐπί πέντε χρόνια πρίν πεισθῆ νά μετακομίση στήν Ἀθήνα ὅπου πέθανε τό 271 πΧ. 

Στήν Ἀθήνα ἡ σχολή του ὠνομάζετο «Κῆπος» ἐπειδή ἐστεγάζετο σέ ἀθηναϊκό περιβόλι.

Οἱ διδασκαλίες του σχετικῶς μέ τήν ζωή, τόν θάνατο, τήν ἀγάπη καί τήν εὐτυχία ἐθεωροῦντο «αἱρετικές – προκλητικές».

Παρ’ ὅλ’ αὐτά ὅμως, εἶχε πάμπολλους μαθητάς καί ἐπηρέασε σημαντικότατα τήν ἀνθρωπίνη διανόησι καί φιλοσοφική σκέψι.

Ἡ ἀτομική θεωρεία τοῦ Δημοκρίτου καί ὁ ὑλισμός τοῦ Ἐπικούρου προφανῶς καθιστοῦν ἀνέφικτα τά ὑπό τοῦ Ἑβραιοχριστιανισμοῦ ἰσχυριζόμενα περί τά μεταφυσικά, ὁπότε ὁ Ἐπίκουρος καί οἱ μαθητές του ἔπρεπε ἀπαραιτήτως  νά ἐξοντωθοῦν.

Ὁπότε, ἡ ἐπίσημος, ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προκειμένου νά μειώσῃ τό πνευματικό καί ἡθικό κῦρος τῶν Ἐπικουρείων καί  τῆς διδασκαλίας τους ἐσυκοφάντησε αὐτούς, διέσυρε τήν ζωή καί τήν βιογραφία τους καί «ἐβάπτισε» τήν ἀσκητική τους ἡθική σέ ἔκλυσι ἠθῶν, ξετσιπωσιά καί κτηνωδία.

Περί τῶν περί την ζωήν (περί τῶν βιωτικῶν)

Ὅποιος  εἶναι νέος δέν πρέπει νά διστάζει νά φιλοσοφῆ καί ὅποιος εἶναι γέρων δέν πρέπει νά κουράζεται νά φιλοσοφῆ. Διότι γιά κανέναν δέν εἶναι νωρίς καί γιά κανέναν δέν εἶναι ἀργά νά ένδιαφέρεται γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς του. Ὅποιος ἰσχυρίζεται ὅτι δέν ἦλθε ἀκόμη ἡ ὥρα νά φιλοσοφῆ ἤ ὅτι ἡ ὥρα ἤδη πέρασε μοιάζει μέ κεῖνον πού ἰσχυρίζεται ὅτι δέν εἶναι ὥρα νά εἶναι κανείς εὐδαίμων ἤ ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα νά εἶναι εὐτυχής. Γι αυτό ὀφείλουν καί ὁ νέος καί ὁ γέρων νά φιλοσοφοῦν, ὁ ἕνας ὥστε ὅταν γεράσῃ νά παραμένει νέος ἀπό τά καλά πού πέρασε στό παρελθόν, ὁ ἄλλος δε, νά εἶναι ταὐτόχρονα νέος καί γέρων γιατί δέν φοβᾶται τό μέλλον. Γι αυτό πρέπει νά μελετοῦμε καί νοιαζόμαστε γι αὐτά πού μᾶς κάνουν εὐτυχεῖς, γιατί ὅταν ὑπάρχει ἡ εὐδαιμονία ἔχουμε τά πάντα, ἐνῶ ὅταν αὐτή ἀπουσιάζει κάνουμε τά πάντα γιά  νά τήν ἀποκτήσουμε.

Γι αὐτό καί συνεχῶς σέ προτρέπω αὐτά νά πράττης καί νά μελετᾶς, κατανοῶν ὅτι αὐτά εἶναι τά στοιχεῖα τῆς καλῆς ζωῆς.

Πρῶτον μέν θεωρῶν τόν Θεόν ἄφθαρτον καί εὐτυχῆ (μακάριον), ἔτσι ὅπως ἡ κοινή ἀντίληψις τοῦ κόσμου περί Θεοῦ εἶναι, οὐδέποτε προσάπτων πρός αὐτόν κάτι τό ὁποῖον δέν συνάδει μέ τήν ἀφθαρσίαν του ἤ τήν μακαριότητά του. Διότι οἱ Θεοί ὑπάρχουν, ἡ δέ γνῶσις περί αὐτῶν εἶναι σαφής. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι ὅπως οἱ πολλοί νομίζουν. (Θεοί μέν γάρ εἰσίν. Ἐναργῆς γάρ αὐτῶν ἡ γνῶσις. Οἴους δ’ αὐτούς “οἱ πολλοί νομίζουσιν, οὐκ εἰσίν”).

Διότι οἱ ἄνθρωποι δέν διατηροῦν σταθερές τίς ἀπόψεις πού ἔχουν περί Θεῶν. Ἀσεβῆς (ἄθεος) δέν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναιρεῖ (ἀκυρώνει) τούς Θεούς τῶν πολλῶν ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσάπτει (ἀποδίδει)  στούς Θεούς ἀπόψεις τῶν ἀνθρώπων. Διότι oἱ ὁμολογίες (ἀπόψεις) τῶν ἀνθρώπων περί θεῶν δέν εἶναι προαισθήσεις ἀλλά λανθασμένες εἰκασίες. Γι αυτό καί ἀπό τούς Θεούς προέρχονται καί τά μεγαλύτερα κακά ἀλλά καί οἱ μεγαλύτερες ὡφέλειες ἀπό τά “καλά”.  Καθ’ ὅσον οἱ θεοί, ὄντες  πλήρως ἐξοικειωμένοι μέ τίς ἴδιες ἀρετές τους ἀποδέχονται μόνον ἐκείνους πού τούς ομοιάζουν. Κάθε τι πού δέν εἶναι ἔτσι τό ἀπορρίπτουν θεωρώντας το ξένο (ἀλλότριο).

Συνήθισε στήν ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ  (μηδέν πρός ἡμᾶς εἶναι τόν θάνατον) ἀφού διά τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμαστε κάθε τι τό καλόν ἤ κακόν.

Θάνατος ὅμως εἶναι ἡ στέρησις τῶν αἰσθήσεων.

Ὁπότε, ἡ ὁρθή γνῶσις ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ μᾶς κάνει νά ἀπολαμβάνουμε τήν θνητότητα τῆς ζωής, διότι δέν μᾶς δίδει-προσφέρει χρόνον ἀλλά μᾶς ἀφαιρεῖ τόν πόθον γιά ἀθανασία.

Διότι δέν ὑπάρχει τίποτε τό δυσάρεστον (δεινόν)  στήν ζωή γιά ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ὁρθῶς κατανοήσει ὅτι εἰς τήν μή ζωήν δέν ὑπάρχει τίποτε τό κακόν (δεινόν).

Εἶναι ἀφελῆς λοιπόν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι φοβᾶται τόν θάνατον διότι θά πονέσῃ ὅταν αὐτός (ὁ θάνατος) θά ὑπάρχῃ, ἐνῶ στήν πραγματικότητα πονᾶ τώρα πού τόν περιμένει.  Διότι ὅταν κάτι δέν μᾶς πονᾶ ὅταν πράγματι ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά μᾶς προξενῆ πόνο ὅταν ἁπλῶς τό περιμένουμε. 

Θάνατος και Ζωή - Γκουστάβ Κλιμτ

Τό πλέον φρικτόν, λοιπόν, ἐξ ὅλων τῶν κακῶν, ὁ θάνατος, δέν μᾶς ἀφορᾶ ἐπειδή ὅταν ἐμεῖς ὑπάρχουμε αὐτός δέν παρευρίσκεται, ὅταν δέ ὁ θάνατος ἔχει φθάση (ἐπέλθη) τότε ἐμεῖς δέν ὑπάρχουμε (τό φρικωδέστατον οὕν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐδέν πρός ἡμᾶς, ἐπειδῆπερ ὅταν μέν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὔ πάρεστιν, ὅταν δέ ὁ θάνατος παρήι, τόθ’ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν).

Ὁπότε ὁ θάνατος πραγματικῶς, δέν ἀφορᾶ οὔτε τούς ζωντανούς οὔτε τούς νεκρούς, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει διά τούς πρώτους οἱ δέ ἄλλοι δέν ὑπάρχουν πλέον.  Ἀλλά οἱ πολλοί θεωροῦν τόν θάνατον εἴτε ὡς τό μέγιστο τῶν κακῶν εἴτε ὡς ἀνάπαυσιν ἐκ τῶν  “κακῶν”  τῆς ζωῆς.

Ὁ σοφός ὅμως οὔ τε παραιτεῖται ἀπό τήν ζωή οὔ τε φοβᾶται τήν μή ζωή. Διότι οὔ τε τόν βαραίνει ἡ ζωή  οὔ τε θεωρεῖ κακό τό νά μήν ζῆ. Ὅπως δέ στό φαγητό του δέν προτιμᾶ τήν μεγάλη ποσότητα ἀλλά τό πλέον εὔγευστο γεῦμα, ἔτσι καί μέ τόν χρόνο, δέν προτιμᾶ νά ἀπολαύσει τόν μακρύτερο ἀλλά τόν καλύτερο.

Ὅποιος ὅμως πιστεύει ὅτι ὁ νέος πρέπει να ζῆ καλῶς ὁ δέ γέρων νά πεθαίνη καλῶς, εἶναι ἀνόητος-μωρός (εὐήθης), ὄχι μόνον διότι ἡ ζωή εἶναι καλή ἀλλά καί διότι ἡ ἔγνοια περί καλῆς ζωῆς ἤ περί καλοῦ θανάτου εἶναι μία καί ἡ  αὐτή. Πολύ χειρότερα ὅμως εἶναι καί μέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἶναι καλύτερο νά μήν γεννηθῆς, κι ἄν γεννηθῆς τό ταχύτερο νά περάσης τίς πῦλες τοῦ Ἅδου. Ἐάν μέν τοῦτο έκ πεποιθήσεως λέγει, γιατί δέν ἀπέρχεται ἐκ τῆς ζωῆς ; Εἶναι ἐλεύθερος νά πράξη τοῦτο ἐάν πράγματι τό πιστεύει. Ἐάν ὅμως πρόκειται περί ἁπλῆς κοροϊδίας, τότε εἶναι ἀφελῆς χλεύη πρός πράγματα τά ὁποῖα δέν ἐπιδέχονται χλευασμό.

Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε τό γεγονός ὅτι τό μέλλον οὔτε ὑπόκειται πλήρως εἰς τήν ἐξουσίαν μας οὔτε εἶναι πλήρως ἐκτός πάσης ἐπιρροῆς μας, καί ἔτσι, οὔτε νά ἀναμένουμε ὅτι κάτι θά γίνη οὔτε νά ἀπελπισθοῦμε ὅτι τοῦτο δέν θά γίνη.

Πρέπει νά ἀναλογισθοῦμε ὅτι ἐκ τῶν ἐπιθυμιῶν μας ἄλλες εἶναι φυσικές καί ἄλλες ἀσήμαντες. Ἀπό τίς φυσικές κάποιες εἶναι άναγκαῖες ἐνῶ ἄλλες ἁπλῶς φυσικές.

Ἀπό τίς ἀναγκαῖες δέ, ἄλλες εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν εὐδαιμονία μας, ἄλλες γιά νά μήν ἐνοχλεῖται τό σῶμα μας, καί ἄλλες ἀναγκαῖες γι αὐτήν τήν ἴδια τήν ζωή μας.

Μία σοβαρή θεώρησις τῶν πραγμάτων ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι κάθε ἐπιλογή ἤ ἀποφυγή ἀνάγεται στήν ἡγεία τοῦ σώματος και τήν ἀταραξία καί μακαριότητα τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ τοῦτος εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς.  Χάριν τούτου λοιπόν, τά πάντα πράττουμε, γιά νά μήν πονοῦμε καί νά μήν βρισκόμαστε σέ ταραχή. Ὅταν μᾶς συμβῆ αὐτό μία φορά τότε παύει ὁ χειμῶνας τῆς ψυχῆς. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν χρειάζεται νά αναζητῆ κάτι ἀγαθό πού θά τοῦ συμπληρώση τήν ψυχή καί τό σῶμα. Τότε ἔχουμε ἀνάγκη τήν εύχαρίστησι, ἀφοῦ χωρίς αὐτήν πονοῦμε. «Ὅταν ὅμως δέν πονοῦμε» τότε δέν ἔχουμε ἀνάγκη τήν εὐχαρίστησι, τήν ἡδονή. 

Διά τοῦτο λέγουμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς μακαρίας ζωῆς. Καθ’ ὅσον αὐτήν συνειδητοποιήσαμε ὡς τό πρῶτον ἀγαθόν τῆς ζωῆς μας καί ἀπό αύτήν ξεκινοῦμε κάθε ἐπιλογή και ἀποφυγή, καί σ’ αὐτήν ἐπιστρέφουμε ἀφοῦ μέ μέτρον τήν αἴσθησιν κρίνουμε κάθε ἀγαθό. Καί ἐπειδή αύτή εἶναι τό πρῶτο καί ἔμφυτο ἀγαθό γι αὐτό καί δέν ἐπιλέγουμε τήν ὁποιανδήποτε ἡδονή ἀλλά συμβαίνει νά ξεπερνοῦμε πολλές ἡδονές ὅταν ἀπό αὐτές προκύπτει εἰς βᾶρος μας μία ὑπερβολή σέ ἐνοχλήσεις.

Καί πολλούς πόνους νομίζουμε ἰσχυροτέρους τῶν ἡδονῶν ἐπειδή ὅταν ἐπί πολύ χρόνον ὑποφέρουμε τόν πόνο ἀκολουθεῖ μία ἐντονωτέρα ἡδονή. Κάθε ἡδονή λοιπόν, δεδομένου ὅτι ἔχει μία φύσιν ἡ ὁποία μᾶς ταιριάζει, εἶναι ἕνα ἀγαθόν, παρ’ ὅλα αὐτά δέν ἐπιλέγουμε ὁποιανδήποτε ἡδονή. Ὅπως, παρ’ ὅτι κάθε πόνος εἶναι ἕνα κακό, δέν εἶναι πάντα δυνατή  ἀποφυγή του. Μέ τήν σύγκρισι καί καταμέτρησι ὅσων μᾶς συμφέρουν καί ὅσων δέν μᾶς συμφέρουν, μπορεῖ κανείς νά κρίνει. Διότι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιοῦμε τό ἀγαθόν ὡς κακόν καί τό κακόν τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθόν.

Καί τήν αὐτάρκειαν θεωροῦμε ὅτι εἶναι μέγα ἀγαθόν, ὄχι πάντως γιά νά ἱκανοποιούμεθα μέ ὀλίγα, ἀλλ’ ὥστε, ὅταν δέν ἔχωμεν τά πολλά, νά μᾶς φθάνουν τά λίγα, γνησίως πεπεισμένοι ὅτι τήν πολυτέλεια ἀπολαμβάνουν γλυκύτερα ἐκεῖνοι πού ὀλιγώτερον τήν ἀπεζήτησαν καί ὅτι κάθε τι τό φυσικόν εἶναι εὔκολον νά αποκτηθῆ ἐνῶ τό ἄσκοπον δύσκολον νἀ ἐπιτευχθῆ, καί ὅτι ἕνας λιτός χυλός τήν ἰδίαν ἡδονήν μπορεῖ νά προσφέρη μέ ἕνα πολυτελές δεῖπνο, ὅπως ὅταν ἀφαιρεθεῖ ὁ πόνος ὅλα εἶναι καλά, καί τό νερό καί τό ψωμί προσφέρουν ὑψίστη ἡδονή ὅταν κάποιος τά χρειάζεται. Τό νά συνηθίσει λοιπόν κάποιος στό ἁπλό καί ὄχι πολυτελές φαγητό τοῦ προσφέρει ὄχι μόνον καλήν ὑγείαν ἀλλά καί τόν καθιστᾶ ἀκούραστο καί ὑπομονετικό ἔναντι τῶν ἀναγκαίων ἀσχολιῶν τῆς ζωῆς καί τόν κάνει τήν μέν πολυτέλεια νἀ ἀπολαμβάνει ὡς διαλείμματα, ἔναντι δέ τῆς ἐναλλαγῆς τῆς τύχης, ἄφοβο.

 

Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας.

Διότι δέν γεννοῦν εὐχαρίστηση εἰς τήν ζωή οὔτε τό ποτό, οὔτε οἱ διασκεδάσεις, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις παιδιῶν καί γυναικῶν, οὔτε τά ψάρια, οὔτε ἄλλες πολυτέλειες στό τραπέζι, ἀλλά ἕνας νηφάλιος λογισμός ὁ ὁποῖος ἐρευνᾶ  εἰς βᾶθος τίς αἰτίες γιατί κάτι μᾶς ἀρέσει ἤ δέν ἀρέσει καί ἀπομακρύνει κάθε σκέψη ἡ ὁποία δημιουργεῖ ταραχή εἰς τήν ψυχήν μας.

Ἀρχή ὅλων τούτων καί μέγιστον ἀγαθόν εἶναι ἡ φρόνησις. Διά τοῦτο, καί ἀπό τήν φιλοσοφία ἀκόμη τιμιώτερον (σπουδαιότερον) εἶναι ἡ φρόνησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπηγάζουν ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές, καί ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ζῆ κανείς καλά ἐάν δέν ζῆ φρονίμως, μέ κάλλος καί δικαίως, ἐνῶ καί ἡ φρόνισις, τό κάλλος καί τό δίκαιον οὐδεμίαν ἔχουν ἀξίαν ἐάν ἡ ζωή δέν εἶναι γλυκειά, διότι συνυπάρχουν οἱ ἀρετές μέ τήν εὐχαρίστησιν στήν ζωήν ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές.

Γιατί, ποιός νομίζεις ὅτι εἶναι καλλίτερος ἀπό αὐτόν πού καί τούς θεούς σέβεται, καί τόν θάνατον δέν φοβᾶται καθόλου, καί τόν σκοπόν τῆς φύσεως ἔχει κατανοήσει καί θεωρεῖ ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι εὔκολο νά τά πλησιάσει καί νά κατακτήσει, ἐνῶ ταὐτοχρόνως ξεπερνᾶ σύντομα τά κακά καί τούς πόνους;

Τήν δέ ἄποψιν κάποιων, πού θωροῦν μάλιστα ὅτι αὐτή δεσπόζει ὅλων, «ὅτι κάποια πράγματα εἶναι ἀναγκαία», κάποια ἄλλα τυχαῖα ἐνῶ ἄλλα ἐξαρτῶναι ἀπό ἐμᾶς, γιά μέν τήν ἀνάγκη ἐμεῖς δέν εὐθυνόμεθα, διά τήν τύχην εἶναι ἀδύνατον νά τήν προβλέψουμε, ἐνῶ διά τά δικά μας ὑπάρχει ἡ μομφή ἤ ὁ ἔπαινος.

Γιατί ὁ μῦθος ἀφήνει τήν ἐλπίδα ὅτι μπορεῖ κανείς νά ἐξευμενίσει τούς θεούς μέ τήν λατρεία, ἐνῶ ἡ φυσική εἰμαρμένη (ἀναγκαιότης) δέν ὑποκύπτει εἰς τίς δεήσεις. Τήν δέ τύχη ὅμως, ὁ σοφός ἄνθρωπος, οὔτε θεωρεῖ θεόν, ὅπως πολλοί νομίζουν – διότι τίποτε δέν πράττεται ἀπό θεό ἐκτός τάξεως-, οὔτε ἀβέβαιον (ἀστάθμητον) αἰτίαν τῶν πραγμάτων. Οὔτε πιστεύει ὅτι ἀπό τύχη δίδονται εἰς τούς ἀνθρώπους τά ἀγαθά ἤ τά κακά γιά νά ζῆ ὁ ἄνθρωπος εὐτυχισμένος, παρ’ ὅλον ὅτι ἀπό τύχη ξεκινοῦν τά μεγάλα καλά ἤ δεινά στήν ζωή. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὀρθότερο νά σκέπτεται ὀρθά καί ἄς μήν πετυχαίνει, παρά νά ἔχῃ ἐπιτυχία χωρίς να ἔχη δώσει προσοχή στήν σκέψη του.

Εἶναι καλλίτερο νά ἀποτύχῃ σέ προσπάθεια τήν ὁποίαν εἶχε σκεφθεῖ ὀρθῶς παρά νά ἐπιτύχη ἐπί λανθασμένης σκέψεως.

Αὐτά τά σπουδαῖα ἔλεγε ὁ μέγας Ἐπίκουρος ἀλλά μέ τοῦτα καί μέ κεῖνα θἄκλεινε τό μαγαζάκι τῆς γωνιᾶς πού πουλάει ἠθικές ἀξίες περιτυλιγμένες σέ βλακώδη παραμυθάκια. Πάει, δέν τήν γλυτώνω, θά μέ κάψουν στήν πυρά καί εἰς τόν αἰώνα τόν ἄπαντα στήν κόλασί τους.

Εὐτυχῶς ὄμως, θἄχω πολύ καλές παρέες ἐκεί. πνευματώδεις, ἐξύπνους καί δημιουργικούς νόες, καί σίγουρα κανέναν ἀπό τά ἱερατεῖα.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι από τις «Μάσκες» του Μιλανέζου γλύπτη  Adolfo Wildt (1 Μαρτίου 1868 – 12 Μαρτίου 1931), «Parsifal – Il Puro Folle» (1930).