InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Τρι, Δεκ
Tο διάβασαν 310 άτομα (310 Views)

«Annette»

ANNETTE009--ITP09EXON01



«Annette»

Είδος: Ερωτικό μιούζικαλ

Παραγωγή: Γαλλία (2021)

Σκηνοθεσία: Λεός Καράξ

Με τους: Άνταμ Ντράιβερ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Σάιμον Χέλμπεργκ

Διακρίσεις: 2 Βραβεία Φεστιβάλ Κανών: Σκηνοθεσίας (Λεός Καράξ) και Μουσικής (Ρον και Ράσελ Mέιλ: «Sparks»)

Διάρκεια: 139'

Διανομή: Weird Wave


Ο αντισυμβατικός και αυτοκαταστροφικός stand-up κωμικός Χένρι ΜακΧένρι (Άνταμ Ντράιβερ – καταπληκτικός!), αποκαλούμενος και ως «ο πίθηκος του Θεού» και η διεθνούς φήμης σοπράνο Αν (Μαριόν Κοτιγιάρ – αφοπλιστική!), βιώνουν έναν παθιασμένο έρωτα, απολαμβάνουν την λατρεία του κοινού τους και η ζωή τους είναι στο επίκεντρο των Μ.Μ.Ε.

Το καλλιτεχνικό, ερωτευμένο ζευγάρι καταλήγει σε γάμο και αποκτούν ένα μυστηριώδες κοριτσάκι την Ανέτ, μ' ένα ξεχωριστό πεπρωμένο. Η σχέση τους αρχίζει να καταρρέει, όταν η καριέρα του Χένρι παίρνει την κάτω βόλτα.



Μόλις έξι οι ταινίες και ένας τίτλος βαρύς που ο Λεός Καράξ τον σηκώνει στις πλάτες του από την δεκαετία του '80, ως το τότε, «παιδί φαινόμενο» του γαλλικού σινεμά, όταν σε ηλικία 24 χρόνων συστήνεται στο κινηματογραφόφιλο κοινό με την ερωτική ταινία «Boy Meets Girl» και δυο χρόνια μετά έρχεται «Η Δική μας Νύχτα» (Mauvais Sang), αποκαλύπτοντας την Ζιλιέτ Μπινός και τον Ντενίς Λαβάν, για να σφραγίσει καταλυτικά και με το ίδιο κινηματογραφικό ζευγάρι την φήμη του το 1991 στον βασανιστικό έρωτα των «Εραστών της Γέφυρας» (Les Amants du Pont-Neuf), έχοντας πάντα δίπλα του ως διευθυντή φωτογραφίας, τον καλλιτέχνη Ζαν Ιβ Εσκοφιέ, που αποχώρησε από την ζωή το 2003.

Ο Λεός Καράξ - ψευδώνυμο του πραγματικού του ονόματος, Αλέξ Κριστόφ Ντιπόν, ένας αναγραμματισμός των ονομάτων (Αλέξ και Όσκαρ) -, δεν κατάπιε αμάσητη την δόξα, ούτε βαλσάμωσε την φήμη τού ευφάνταστου, αναρχικού δημιουργού, εξαργυρώνοντας τα, φτυαρίζοντας αφείδωλα και με την οκά ταινίες, όπως αναλόγως πράττουν έως σήμερα οι διάφοροι Ευρωπαίοι ομόσταυλοι του. Ο Καράξ, ως γνήσιος τιμητής του γαλλικού σινεμά της νουβέλ βαγκ, του Γκοντάρ, εμφανίζεται μόνο όταν, πραγματικά, τον βασανίζει κάτι μέσα του, διαθέτοντας στα έργα του μεράκι, ψυχή, υπομονή, όραμα και οι προσωπικοί του δαίμονες επιμένουν να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στον διάκοσμο της «καταραμένης» αγάπης. Από την «Pola X» του 1999, που ξίνισε τις μούρες αρκετών, ταινία που την βρήκα αξιοπρεπέστατη, καθότι και η μεγαλομανία έχει τις δικές της άβατες ερήμους, ο Καράξ, δώδεκα χρόνια μετά, ρίχνει την βαρυτική βόμβα με το «Holy Motors», πάλι με τον Ντενί Λαβάν στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ενδύεται ξανά εκείνο το σκονισμένο ρούχο του αυτοκράτορα, υποδεικνύοντας, ότι το σινεμά του είναι ακόμα ζωντανό κύτταρο που πάλλεται με ταλέντο, αισιοδοξία και διαχρονικότητα.

Και φτάνουμε εννέα χρόνια μετά από το εξαιρετικό «Holy Motors» στο κινηματογραφικό, παραμυθένιο ποπ ροκ μιούζικαλ, στην μαγείας της ηλεκτρισμένης εικόνας, της μουσικής, των ερμηνειών, του μοντάζ, που ακούει στο όνομα: «Annette» κι αμέσως σιμώνει στο θρυλικό μιούζικαλ του Κεν Ράσελ «Tommy» σε μουσική των Who. Δίχως άλλο η ταινία του Λεός Καράξ είναι καλαίσθητη και οι δυόμιση, περίπου, ώρες αφήγησης δεν κουράζουν. Να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι φαν των μιούζικαλ, μηδέ των ερωτικών μελοδραμάτων προς κατανάλωση και ελάχιστα είναι τα μιούζικαλ, μετρημένα μάλιστα στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, που έχω διαχωρίσει από την πλούσια φαρέτρα κινηματογραφικού είδους. Ο καμβάς που διαδραματίζεται το στόρι της «Annette» είναι απλός και έντεχνα σημαδεμένος από την προτίμηση του σκηνοθέτη, όπως αναφέραμε, στην δραματοποίηση των στοιχειωμένων ερώτων και των ακατέργαστων ανθρώπινων παθών. Το σημαντικό είναι, πως στο βατό και καθ΄ όλα γνώριμο τοπίο των ακραίων συναισθημάτων, όπως άλλωστε είναι μια ιστορία έρωτος, φαντασίας και θανάτου, ο Καράξ ορθώνει την δική του, γνώριμη σκοτεινή τέντα και με το άναρχο, ιδιόμορφο, προσωπικό του κινηματογραφικό στιλ στήνει την ώριμη παράσταση με σαφή, ρεαλιστικά και ονειρικά μεταφυσικά στοιχεία για να κρεμάσει στο συρματόπλεγμα του σύγχρονου ανθρώπινου στρατοπέδου συγκέντρωσης τα δικά του μηνύματα, αυτά που τον ενοχλούν και, διάολε, τον «ροκανίζουν» σαν σαράκι.

Ο «βρώμικος» κωμικός Χένρι, η διάσημη φιγούρα της stand up comedy, μορφή ίδια με αυτή του ασεβούς και βρωμώστομου Λένι Μπρους, κάθε βράδυ με την βιτριολική σάτιρα σκοτώνει το κοινό του, ενώ η σοπράνο Λένι πεθαίνει λυρικά, τραγικά στην οπερατική σκηνή σε κάθε παράσταση για να σώσει το κοινό της. Ο θάνατος και η λύτρωση σαν ύστατη, μεγάλη υπόκλιση στο έργο της ζωής και ο Λεός Καράξ οπλίζει τα αντι-σύμβολα ως επίθεση στην νεοταξίτικη κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης, όπως η ανάποδη πυραμίδα που στην κορυφή της στέκει το φαινόμενο, κοριτσάκι-μαριονέτα για να ικανοποιήσει το αδηφάγο σύστημα ή το σήμα της πασίγνωστης εταιρείας λογισμικού, να κοσμεί σαν σκιά τον τοίχο στον ναό της δικαιοσύνης. Στον πλατύ κόλπο που ρέουν τα νερά της «Annette», αναφέρονται επιδερμικά, καθότι δεν είναι τα ντεσού της ιστορίας αλλά το γαρνίρισμα, η βία των γυναικών στον καλλιτεχνικό χώρο, τα σύγχρονα μίντια της κλειδαρότρυπας και τέλος μια θυγατέρα ως ερωτικός καρπός δύο ανθρώπων, που απλά έχει την χρησιμότητα της κούκλας.

Το πολυεργαλείο με το όνομα Άνταμ Ντράιβερ, όπου το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι ριγμένο επάνω του, αδιαμφισβήτητα διεκπεραιώνει κάθε απαιτητικό στοιχείο του μιούζικαλ σεναρίου, καθώς παίζει, τραγουδάει, τραντάζεται σύγκορμος όπου πρέπει, βυθίζεται και συνάμα αναδύεται στην καλοσύνη και την απρέπεια των ανθρώπινων συναισθημάτων, συντηρώντας άψογα την ροή της νηνεμίας, αλλά και της καταιγίδας. Η Μαριόν Κοτιγιάρ τώρα, διαθέτει αυτό τον ήρεμο και αριστοκρατικό, σαρωτικό άνεμο, τον στολισμένο με αποκρυφισμό και έρωτα, ικανό να κάμψει ψυχρό ατσάλι και μάλλον, καμιά άλλη ηθοποιός, ούτε η Ρούνι Μάρα ή η Μισέλ Γουίλιαμς, όπως αρχικά είχε ξεκινήσει η ταινία, δεν θα μπορούσαν να σταθούν τόσο αέρινα στην δίνη ενός τραγικού έρωτα, που προτείνει ο Καράξ. Η Μαριόν Κοτιγιάρ απλά είναι χάρμα οφθαλμών.

Δυο σπουδαίες γυναίκες από την σταθερή ομάδα του Λεός Καράξ, όπως στην φωτογραφία η Καρολίν Σαμπετιέ («Holy Motors»), τονώνει τα δύσκολα, μεταφυσικά, λυρικά, ερωτικά και τα electro pop art περάσματα σε συνδυασμό με το άλλοτε κοφτερό και άλλοτε γλυκό μοντάζ της Νελί Κετιέ («Holy Motors», «Οι Εραστές της Γέφυρας»), σηκώνοντας όλο και ψηλότερα το παραμυθένιο οικοδόμημα της ταινίας, απιθώνοντας το θριαμβευτικά στο οροπέδιο της κινηματογραφικής απόλαυσης.

Για το τέλος αφήνω την μουσική των θρυλικών Αμερικανών «Sparks», των αδελφών Ρον και Ράσελ Μαέλ, που από την αυγή της δεκαετίας του '70 μετασχημάτισαν την ποπ-ροκ μουσική σκηνή με μεγάλες επιτυχίες, δημιουργώντας μια ξεχωριστή σχολή για να φοιτήσουν ευλαβικά σε αυτήν ουκ ολίγα μουσικά ντουέτα. Οι Sparks συνέγραψαν με τον σκηνοθέτη το σενάριο, συνέθεσαν την μουσική, γράφοντας τραγούδια, όπως: το «So may we start», που ξεκινάει η ταινία, το ερωτικό «We love each other so much», ακόμα και την άρια «The forest», που ερμηνεύει η Ιταλίδα μέτζο σοπράνο Κάτριν Τρότμαν μαζί με την Μαριόν Κοτιγιάρ, σηκώνοντας αυλαία σε ένα πρωτοποριακό μιούζικαλ, τρυφερό, σέξι και παθιασμένο love story, θανατερό και μαύρο μέχρι το κόκκαλο, που δεν είναι φορεμένο, ούτε φθαρμένο ρούχο, αλλά μια ακριβή, απαστράπτουσα παραγωγή, υπέροχο σινεμά ως την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Λεός Καράξ.


Photo gallery: «Annette»

«Η Ξηρασία»
«M*A*S*H*»

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/