InTownPost

Ακολουθήστε μας :

29
Πεμ, Ιουλ
Tο διάβασαν 250 άτομα (250 Views)

«Άφθονη τεστοστερόνη σώζει τον πλανήτη, αναζητά πορνοστάρ και αρμέγει αγελάδες», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

IRON_01501_R


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 63

Λιτό το πρόγευμα στις έξι και μισή ξημερώματα στο προκάτ παραλληλόγραμμο κεντρικό στεγασμένο κτήριο, χωρητικότητας τετρακοσίων ατόμων. Δυο φέτες ψωμιού φόρμας σχεδόν άψητου, ένα τετραγωνισμένο κομμάτι κίτρινου, άγευστου τυριού μεγέθους μισού σπιρτόκουτου και γεμάτη η σιδερένια κούπα με κατάμαυρο τσάι της κακιάς ώρας. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, κάποιες ημέρες, σερβίρεται στο μικρό, πλαστικό κύπελλο το ζουμί, το ονοματισμένο ως χυμός φρούτων, πηχτό και σερμπέτι από την υπερβολική γλυκόζη, που βρωμάει σαν σιρόπι για τον βήχα.

Στις 08:00' ξεκινάει η διευθέτηση και ο καθαρισμός των χώρων για να ακολουθήσει το τρίωρο της κατήχησης από εξειδικευμένο προσωπικό του κράτους ως προς τα οφέλη της κοινωνικής υγείας, προσφέροντας οι συμμετέχοντες του προγράμματος εθελοντική εργασία με σκοπό την διάσωση της χώρας και των πολιτών του. Γιατροί ως επί το πλείστον, καθηγητές σχολείων, κάποιοι νοσοκομειακοί υπάλληλοι, δημοσιογράφοι, μια ντουζίνα, περίπου, παπάδες, άνθρωποι του πολιτισμού, αθλητές, ακόμα και στελέχη υπουργείων, σε συντονισμένη, ομαδική συνεργασία συγκεντρώνουν στις τρεις, ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες τους έγκλειστους ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου, ξεκινώντας την διδασκαλία για το πόσο επιβλαβές και επικίνδυνο είναι προς τους ίδιους και, φυσικά, προς το κοινωνικό σύνολο η ανθρώπινη άρνηση να δεχθεί φαρμακευτική επέμβαση το ανθρώπινο σώμα. Μακρόσυρτες, σχεδόν, απειλητικές ομιλίες, προβολές πλήθους τρομακτικών φωτογραφιών, βίντεο να σου κόβουν την ανάσα και άφθονα έντυπα πλαισιώνουν την καθημερινή κατήχηση τόσο επιδέξια και πειστικά, που έπειτα από ένα μήνα βασανιστικής παραμονής στις κατασκευασμένες πόλεις κοινωνικής αναμόρφωσης, κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν άλλο την απομόνωση, την θλίψη, τις ενοχές, τις απειλές, την κακοπέραση και με λυγμούς, ξεσπάσματα τρέχουν απελπισμένα σε ένα από τα τρία ιατρεία της δομής για να δεχθούν στο σώμα τους το εγκεκριμένο, υγρό παρασκεύασμα του κράτους, δραπετεύοντας από εκεί μέσα μια ώρα αρχύτερα.

Η Αλεξία έχει να δει την κόρη της ένα μήνα και ο Μάνθος με την σύζυγο του κάθε ημέρα αναφέρουν σε όλους μας με δάκρυα στα μάτια για τα τρία τέκνα τους, που μοίρασαν στους ηλικιωμένους γονείς τους για να τα φροντίζουν. Σκέφτονται σοβαρά να υποκύψουν γλυτώνοντας από το κάτεργο και να επιστρέψουν στο σπίτι, να πάρουν πίσω τις δουλειές τους και να νοικοκυρέψουν ξανά την οικογένεια τους, που διαλύθηκε ολοσχερώς. Όλοι τους, άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο βιώνουν την ίδια μοίρα.

Υπάρχουν εβδομήντα δυο τον αριθμό ψυχολόγοι με τον τίτλο του κρατικού συμβούλου, οι οποίοι μισθώνονται αδρά από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, για να διαμοιράσουν τον υπάρχοντα πληθυσμό του κέντρου αναμόρφωσης σε τέσσερεις τομείς, ανάλογα με την περίπτωση του καθενός «φιλοξενούμενου». Οι «αμετανόητοι», που είναι και οι πιο σκληροί στα πιστεύω της ελευθερίας του ανθρώπου, οι «ήξεις αφήξεις», που προβληματίζονται αναπάντητα με τις παρενέργειες και τους δηλωμένους θανάτους, οι «αντιδραστικοί εκ φύσεως» που θεωρούν πως πάντα πρέπει να αντιδρούν απατώντας με ένα «δεν γουστάρω» και αυτοί που θα δεχθούν τα πάντα, εφόσον υπάρχει σοβαρό, οικονομικό αντίτιμο. Καθημερινά οι «σύμβουλοι» ξοδεύουν αρκετές ώρες ερχόμενοι σε προσωπικές συνεδρίες μαζί τους, προσφέροντας περισσότερο χρόνο στους υπέρμαχους της ανθρώπινης ελευθερίας, ώστε να καταφέρουν να αλλάξουν τις «λανθασμένες» πεποιθήσεις τους και να τους οδηγήσουν στην πραγματική λύση της υγείας, «σώζοντας» με αυτό τον τρόπο, πρωτίστως τους εαυτούς τους όπως διατυμπανίζουν, αλλά και τους δικούς τους ανθρώπους από την «αρρώστια».

Το μεσημεριανό γεύμα είναι άκαμπτα σταθερό και ίδιο για όλους. Βρασμένο κομμάτι, περίπου, 150 γραμμαρίων, κατασκευασμένης κρεατόμαζας με βραστές πατάτες, μια φέτα ψωμί και ένα μήλο ή πορτοκάλι. Το μεσημέρι οι άνθρωποι αποχωρούν ανά εξάδες στους κοιτώνες τους, που είναι ειδικά διαμορφωμένα προκατασκευασμένα σπίτια πράσινου και λευκού χρώματος με μια είσοδο και δυο παράθυρα, το ένα απέναντι από το άλλο, στο κέντρο της λυόμενης κατασκευής. Στους εσωτερικούς χώρους, εκτός από τις τρεις διπλές κουκέτες, υπάρχουν τρεις ιματιοθήκες, ένα τραπέζι με πέντε καρέκλες και ένα λουτρό για την καθημερινή υγιεινή. Όλοι οι χώροι καθαρίζονται και περιποιούνται από τους χρήστες. Τα παραλληλόγραμμα, λυόμενα καταλύματα είναι μικτά και διαβαθμισμένα ανά ηλικίες. Για τις ηλικίες από 18 έως 25 χρόνων, για τις ηλικίες από 26 έως 35 χρόνων, ακολουθούν αυτά των ηλικιών από 36 έως 45 χρόνων και τέλος τα καταλύματα από 46 χρόνων και άνω. Μάνες, πατέρες ή οικογένειες που δεν έχουν κάποιον για να προσέχει τα ανήλικα τέκνα τους, η κρατική πρόνοια έχει μεριμνήσει για την φροντίδα και την υγεία των απροστάτευτων μικρών ανθρώπων, άνευ γονικής φροντίδας, σε ξεχωριστά, ειδικά κέντρα μάθησης, εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας πολύ μακριά από τους γονείς τους. Στην δομή απαγορεύεται η χρήση κάθε οπτικοακουστικού μέσου και εντύπου.

Κατόπιν της μεσημεριανής κατάκλισης, ακριβώς στις 17:00΄ και για τρεις ώρες άπαντες οι «φιλοξενούμενοι» αυτής της «πόλης» συμμετέχουν στο πρόγραμμα του υπουργείου κρατικής μέριμνας του πολίτη, με τον τίτλο «Σε Περιμένουμε Υγιή στο Σπίτι», συντάσσοντας ηλεκτρονικές επιστολές μέσω φορητών υπολογιστών στην δεύτερη μεγάλη αίθουσα της δομής, η οποία είναι διαμερισματοποιημένη και φρουρούμενη από οπλοφόρους φύλακες, ανάλογα με τις ανάγκες και τον αριθμό των ομάδων. Οι «φιλοξενούμενοι» στέλνουν επιστολές σε συγγενείς και φίλους που έχουν ήδη αποδεχθεί την κυβερνητική, φαρμακευτική αγωγή, αναπτύσσοντας τους λόγους της άρνησης τους σε κείμενα μεγέθους μέχρι των 450 λέξεων, αφού πρώτα έχουν λογοκριθεί από το αυτοματοποιημένο σύστημα αλγορίθμων του εκάστοτε κέντρου αναμόρφωσης. Στη συνέχεια, ο κάθε ένας «φιλοξενούμενος» διαβάζει δυνατά στην ομάδα του τις απαντήσεις των οικείων τους. Στο τρίωρο αυτής της επικοινωνίας εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο δράμα της ημέρας, καθώς ηλικιωμένοι γονείς, ανήλικα τέκνα και αγαπημένοι συγγενείς, που βρίσκονται «ελεύθεροι» εκτός των «πόλεων επιμόρφωσης» όπως ονομάζονται, προσπαθούν να συνετίσουν τους «φιλοξενούμενους» εντός των «πόλεων επιμόρφωσης» για να επιστρέψουν γρήγορα κοντά τους και στην «κανονικότητα», πράττοντας τα επιβεβλημένα, κατ' εντολή της αρμόδιας επιτροπής του κράτους.

Ο μηχανολόγος αεροναυπηγός Χρύσανθος με το παγιωμένο, στωικό μειδίαμα στο πρόσωπο, διαβαθμισμένος από τους «συμβούλους» σε ομάδα της κατηγορίας των «Αμετανόητων», είναι ο μοναδικός που δεν γράφει επιστολές σε κανέναν. Η γυναίκα του Άννα, καθηγήτρια Αγγλικών σε σχολείο, έσβησε πριν εννέα μήνες σε ένα νοσοκομείο της συμφοράς, διασωληνωμένη. Η χρόνια πνευμονοβροχίτιδα που ταλάνιζε την γυναίκα από την εφηβεία της και την φρόντιζε πειθαρχημένα, τελικά, την έστειλε στον άλλο κόσμο, λανθασμένα χρεωμένη με την «νόσο» που βόλευε το σύστημα. Η γυναίκα ετάφη με συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε σακούλα σε ειδικό χώρο χωρίς συγγενείς και φίλους. Όταν οι πραιτοριανοί εισέβαλλαν στο σπίτι του χήρου Χρύσανθου και τον συνέλαβαν ως «αρνητή» με κατεύθυνση τις «πόλεις επιμόρφωσης», οι γονείς του με τα ανήλικα δίδυμα τέκνα του, το επόμενο πρωινό είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης προς άγνωστο προορισμό. Ακόμα τους ψάχνουν.

Το δείπνο στις 20:30' στην δομή είναι σπαρτιάτικο. Λαχανόσουπα, δυο φέτες ψωμί, ένα είδος σαλάτας διάφορων λαχανικών με σταγονίδια ενός λιπαντικού όμοιου με ορυκτέλαιου μηχανών και ένα πράσινο γλυκό αγνώστου καταγωγής και προέλευσης να μοιάζει με ζελέ. Η βραδινή κατάκλιση είναι προγραμματισμένη για τις 22:15', όταν τα στελέχη φωτισμού σε όλη την «πόλη» σβήνουν αυτόματα για να ανάψουν ξανά στις πέντε ξημερώματα.

Αναμμένοι παραμένουν οι φωτισμοί στο περιμετρικό και πανύψηλο, τσιμεντένιο τείχος της δομής και στα ανά εκατό μέτρα πύργινα φυλάκια που διαθέτουν από ένα ζεύγος, μαυροφορεμένων, οπλισμένων φρουρών έκαστο, έτοιμοι να επέμβουν σε περίπτωση απόδρασης των «φιλοξενούμενων. Το μόνο που ακούγεται την νύχτα και είναι το νανούρισμα ζωής των ανθρώπων, είναι ο θόρυβος των κυμάτων και ο θαλασσινός αέρας, καθώς η κατασκευασμένη από το κράτος «πόλη φυλακή» των αμετανόητων πολιτών και εχθρών της υγείας, εικάζουν, πως είναι παραθαλάσσια. Ουδείς βλέπει την θάλασσα και ουδείς γνωρίζει που ακριβώς βρίσκονται, καθώς εισήλθαν στην δομή με μαύρη κουκούλα φορεμένη στο κεφάλι.

Έντονος και λαμπερός είναι, επίσης, ο φωτισμός στην μεγάλη πύλη και μοναδική είσοδο της δομής. Τέσσερις δυνατοί προβολείς ρίχνουν το φως τους στην τεράστια, μεταλλική πινακίδα, πάνω από την αψιδωτή, τσιμεντένια είσοδο, που με παχιά, μπλε γράμματα ενημερώνει σε δυο γραμμές:

«Ελληνική Κυβέρνηση:

Κρατικό Κέντρο Υγείας και Κοινωνικής Επιμόρφωσης Νο 28»




«Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου»

(The Courier)

Είδος: Θρίλερ κατασκοπίας

Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2020)

Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Κουκ

Με τους: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Μεράμπ Νινιτζέ, Ρέιτσελ Μπρόσναχαν, Τζέσι Μπάκλει

Διάρκεια: 111'

Διανομή: Spentzos Film


Ο εργατικός, οικογενειάρχης Άγγλος επιχειρηματίας Γκρέβιλ Γουάιν (Μπένεντικτ Κάμπερμπατς - καταπληκτικός) το 1960, δηλαδή κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, ενώ προσπαθεί να αυξήσει την πελατεία του, οπότε και τα κέρδη του, επιλέγεται από την αγγλική ΜΙ6 και την αμερικανική C.I.A. για να στρατολογηθεί σε μια από τις μεγαλύτερες κατασκοπικές επιχειρήσεις της ιστορίας.

Υπό τις διαταγές δυο δυτικών μυστικών υπηρεσιών, ο αδαής περί κατασκοπίας, επιχειρηματίας εισβάλει στο σοβιετικό έδαφος με πρόσχημα το εμπορικό άνοιγμα των δυο χωρών, για να συνάψει στην πραγματικότητα μια επικίνδυνη συνεργασία με τον υψηλόβαθμο αξιωματικό και ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης Όλεγκ Πενκόφσκι (Μεράμπ Νινιτζέ - αφοπλιστικός!), στην προσπάθεια του να παρέχει σημαντικές πληροφορίες στην Δύση, εμποδίζοντας τον επικείμενο, πυρηνικό όλεθρο.


Κατασκοπευτικό θρίλερ και μάλιστα από τα καλοφτιαγμένα του είδους, καθώς ο διάκοσμος της δράσης του είναι το ψυχροπολεμικό περιβάλλον της δεκαετίας του εξήντα ανάμεσα στις γνωστές ισχυρές δυνάμεις της Ανατολής και της Δύσης, με αιχμή του δόρατος την απειλή πυρηνικής καταστροφής. Το σημαντικό στοιχείο που βασιλεύει στην ταινία του Ντομινίκ Κουκ και στην καλή ροή της σεναριακής αφήγησης, διαφοροποιώντας το θέμα από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους, είναι, ότι ο μεν δυτικός επιχειρηματίας, που υποδύεται άψογα ο Άγγλος ηθοποιός με το ονοματεπώνυμο γλωσσοδέτη, ο αγαπητός Μπένεντικτ Κάμπερμπατς («Σέρλοκ Χολμς» «Dr Strange)», αλλά και ο Σοβιετικός αξιωματούχος, που υποδύεται τρομακτικά πειστικά, δραματικά και έντονα, ο εξαιρετικός, Γεωργιανός ηθοποιός Μεράμπ Νινιτζέ («Το φεγγάρι του Δία», «Ευτυχισμένη μου Οικογένεια»), είναι οι δυο απλοί άνθρωποι οικογενειάρχες και όχι οι αποφασισμένοι κατάσκοποι με την σούπερ εκπαίδευση και τα διάφορα σωστικά γκάτζετς και την άδεια να σκοτώνουν αφειδώς.

Δυο άνδρες με αγάπη στην ζωή, στις πατρίδες τους και την ανθρωπότητα που, ο μεν Δυτικός στρατολογήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες λόγω του αδιάφορου προφίλ του με το πειστικό όμως λέγειν του πωλητή προϊόντων, ενώ ο Σοβιετικός αξιωματικός αυτοβούλως και συνειδητοποιημένα προδίδει τον Γ. Γραμματέα του κόμματος Νικίτα Χρουστσόφ και την χώρα του για να διασώσει την μάνα Ρωσία και την Γη από τον όλεθρο.

Ο Άγγλος μέχρι το μεδούλι των οστών του, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος του Royal Court Theatre και νυν σκηνοθέτης Ντομινίκ Κουκ, δεν είναι τυχαίος, μηδέ προχειρολόγος. Το 2018 πρόσφερε στο κινηματογραφόφιλο κοινό το εκπάγλου ομορφιάς ψυχονοητικό ερωτικό δράμα, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν «Ανεκπλήρωτος Γάμος» (διαβάστε εδώ), που κατέκτησε τόσο τις καρδιές όσο και το μυαλό μας με πρωταγωνίστρια την πολυτάλαντη Σέρσα Ρόναν. Εδώ, λοιπόν, στον «Κατάσκοπο του Ψυχρού Πολέμου», βασισμένο σε αληθινή ιστορία, ο Κουκ ως υπομονετικός και περιγραφικός story teller «κεντάει» ξανά ψιλοβελονιά, δημιουργώντας μια ασφυκτική, ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα, ικανή να συμπιέσει το στέρνο του θεατή, χρησιμοποιώντας αλάνθαστα τα ικανά και άξια εργαλεία του: Από την μια πλευρά το αστικό, αγγλικό, ρηχό πολλές φορές, πολιτιστικό υπόβαθρο στο πρόσωπο του Κάμπερμπατς, απέναντι στο κρύο αλλά ανυψωμένο μορφωτικό πεδίο του Ρώσου ήρωα στο πρόσωπο του Νινιτζέ . Το σταυροδρόμι της διηπειρωτικής συνάντησης για την διάσωση του πλανήτη χαράζεται μαστόρικα από τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο ταινιών δράσης Τομ Ο' Κονόρ (Ο Σωματοφύλακας του Εκτελεστή) για να σμίξουν οι δυο καθημερινοί άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας και να καταλήξει το εγχείρημα σε ένα θαυμάσιο, οπτικό αποτέλεσμα, που δεν το ξεχνάς.


Photo gallery: «Ο Κατάσκοπος του Ψυχρού Πολέμου»

Την κριτική της περιπετειώδους ταινίας «Κανένας» (Nobody), τoυ Ίλια Ναϊσούλερ  που, που εκ παραδρομής δημοσιεύσαμε προ δεκαπενθημέρου και προβάλλεται αυτή την εβδομάδα, μπορείτε να την διαβάσετε (εδώ).



«Η Αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ»

Είδος: Κωμωδία, road movie

Παραγωγή: Ελλάδα (2020)

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μπαβέλλας

Με τους: Μάκης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Σαράντης, Αννα Καλαϊτζίδου, Υβόννη Μαλτέζου, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Νίκος Χατζόπουλος, Ηλίας Κουνέλας, Μαίρη Μηνά, Κρις Ραντάνοφ, Γιώργος Μπουσούνης, Αναστασία Πλέλλη, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Άγγελος Παπαδημητρίου, Μαρία Σκουλά

Διακρίσεις: 14ο Red Rock Film Festival: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για την Καλύτερη Ταινία Μυθοπλασίας (Grand Jury Prize, Best Fiction Feature) - Ειδική Μνεία για τη Σκηνογραφία (Srecial Achievment , Art Direction) - Διάκριση για τη Διεύθυνση Φωτογραφίας (Srecial Nominations, Best Cinematography)

Creation International Film Festival (Winter Session): Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας , Σάουντρακ και Φωτισμού

International Smyrna Movie Festival: Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας, Πρωτότυπης Ιστορίας , Καλύτερης Σκηνοθεσίας , Α' Αντρικού Ρόλου και Β' Αντρικού Ρόλου

Διάρκεια: 98΄

Διανομή: Tulip Entertainment


Ο χωρισμένος και πατέρας ενός γιού, Αντώνης Τιτσάνης (Μάκης Παπαδημητρίου – καλός) και ο Χρήστος Φερτάκης (Μιχάλης Σαράντης – καταπληκτικός) είναι δύο φίλοι που συγκατοικούν σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα. Άνεργοι και πλήρως αποκομμένοι από τον κοινωνικό τους περίγυρο τα βγάζουν πέρα όπως μπορούν, με τα ελάχιστα έσοδα από τις μικροδουλειές που κάνουν ή με τα χρήματα από το ταμείο ανεργίας που εισπράττει ο Χρήστος. Τους δυο ήρωες ενώνει ο κοινός, πλατωνικός έρωτας που μοιράζονται για την Λώρα Ντουράντ, μια μυθική πορνοστάρ της δεκαετίας του '90, τα ίχνη της οποίας έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς.

Όταν τα πράγματα στη ζωή τους πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, οι φίλοι αποφασίζουν να πάνε κόντρα στην τύχη τους, λαμβάνοντας την μεγάλη απόφαση να ξεκινήσουν την αναζήτηση της χαμένης Λώρα.


Η στάμπα στη μακό μπλούζα που φοράει ο Χρήστος Φερτάκης στην αρχή της ταινίας γράφει: «They Live We Sleep», δηλαδή, «ζουν ανάμεσά μας, εμείς κοιμόμαστε» και αυτή είναι η πραγματική αλήθεια. Μια αλήθεια, που ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπαβέλλας την μετουσιώνει σε ένα παραμύθι αναζήτησης ανάμεσα σε δυο ενήλικες, που ζορίζονται να προσαρμοστούν στην βασανιστική, ακυρωτική καθημερινότητα, εγκλωβισμένοι στην αδιέξοδη επιβίωση των κρατικών επιδομάτων και της «μαύρης», ευκαιριακής εργασίας. Μια πατρίδα που όρθωσε μεγαλόπρεπα το σκοτεινό της βασίλειο διαγράφοντας με τεράστιο μαύρο «χι» το παρών και το μέλλον των ανθρώπων της και δη των νέων ανθρώπων. Μοναδική διέξοδος η φαντασιακή διάσταση ή ο θάνατος, λένε οι καλοί παραμυθάδες. Ο Μπαβέλλας επέλεξε το πρώτο, κρατώντας αναμμένο τον λύχνο και στο δεύτερο, στήνοντας μια οδύσσεια, ένα road movie στην Κολχίδα, δημιουργώντας έναν τρελό κύκλο αναζήτησης για να καταλήξει το ταξίδι των δυο φίλων στο ίδιο ακριβώς σημείο, όπως ο «Αλχημιστής» του Πάολο Κοέλιο. Το ταξίδι και τα οφέλη του έχουν την μέγιστη σημασία και όχι η λύση του, καθώς οι απαντήσεις, ως γνωστόν, βρίσκονται πάντα δίπλα μας, αλλά χρειάζεται η μυητική ορθοδρομία για να τις ανακαλύψουμε. Και εκεί στην ολοκλήρωση του τόξου είναι που αφυπνίζεσαι.

Η πυξίδα των δυο ηρώων είναι στραμμένη στον Βορρά και στη οπτασία της διάσημης πορνοστάρ της δεκαετίας του '90, Λώρα Ντουράντ, που φαντασιωνόντουσαν οι δυο φίλοι στα εφηβικά, νεανικά χρόνια τους, να την λατρεύουν ως θεά επί γης, επιθυμώντας να ανακαλύψουν τι συνέβη στην αγαπημένη τους πρωταγωνίστρια και χάθηκε ξαφνικά από το «καλλιτεχνικό» στερέωμα. Αληθινή η επιθυμία για την ανακάλυψη της αλήθειας ή βολικό πρόσχημα για απόδραση από την πραγματικότητα; Ό,τι και είναι από τα δυο, η καταπιεσμένη τεστοστερόνη της εφηβίλας επανέρχεται δυναμικά στα βιολογικά σώματα των δυο ενηλίκων και το ταξίδι τους αποκτά μυθικές διαστάσεις μέσα από την στρωτή και ευανάγνωστη μεταφυσική διάθεση του ανθρώπου που θέλει να αγγίξει το πεδίο του δαήμονα, έστω κι αν στρογγυλοκάθεται πετώντας στο μαγικό χαλί των κλισέ, που όμως χρειάζονται το χιούμορ και την ανάλογη αγοροκαφρίλα για να αναπνεύσουν εύρυθμα.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου σε γνώριμα νερά διαχειρίζεται το θέμα εκφραστικά και ατακοδόρικα με το γνωστό του στιλ, ενώ ο Μιχάλης Σαράντης πιο προσγειωμένα αλλά καθολικά ενταγμένος στην κορύφωση της τρέλας, πλάι στον αλλοπαρμένο φίλο του, ακολουθεί την οδό του παραδόξου. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπαβέλλας απλώνει στον ψυχρό, γκρίζο τοίχο το προσωπικό του φαντασιακό, χιουμοριστικό, ενίοτε δραματικό του ταπισερί και με το ασύλληπτο μοντάζ του Γιώργου Γεωργόπουλου (ο σκηνοθέτης της πρόσφατης ταινίας «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό»), αλλά και την εύστοχη, μουσική εισβολή του Γιώργου Μπουσούνη, ροκάρει στην ράχη του κινηματογραφικού πολυκέφαλου τέρατος, χρησιμοποιώντας έντεχνα όλα τα είδη του σινεμά, από το cult sci fi και το noir, έως το buddy movie και το γουέστερν. Όχι, δεν αντιγράφει, ούτε μιμείται, απλά συνομιλεί με ό,τι αγάπησε στην 7η Τέχνη, ανασύροντας την ευκαιρία να μεταδώσει την προσωπική του διαλεκτική, που είναι αυτή των ονείρων και της δυνατότητας να παραμένεις παντοτινά νεανίας.

Αγοροταινία, θα ψελλίσουν οι περισσότεροι δικαιολογημένα. Πιθανώς ναι. Έχει σημασία το φύλο στην αδάμαστη επιθυμία να ανακαλύπτεις αυτό που σου έκλεψαν ώρα βαθέως ύπνου νυχτερινή και το πέταξαν ευθαρσώς και συνωμοτικά στον κάδο των αχρήστων; Ο Δημήτρης Μπαβέλλας το βρίσκει στην χωματερή πριν την ανακύκλωση και το προσφέρει με την καρδιά του στον θεατή να το κάνει ξανά δικό του.


Photo Gallery: «Η Αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ»


«Η Πρώτη Αγελάδα»

(First Cow)

Είδος: Κοινωνικό ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Κέλι Ράιχαρντ

Με τους: Τζον Μάγκαρο, Οράιον Λι, Τόμπι Τζόουνς

Διάρκεια: 121'

Διανομή: Neo Films


Ο λιγομίλητος, μοναχικός τύπος και επιδέξιος μάγειρας Ότις Φίγκοβιτς (Τζον Μάγκαρο – πολύ καλός) ταξιδεύει δυτικά και γίνεται μέλος μιας ομάδας κυνηγών γούνας στο Όρεγκον για να εξοικονομήσει χρήματα. Μέσα στα δάση συναντιέται με τον Κινέζο μετανάστη Κινγκ Λου (Οράιον Λι – επίσης πολύ καλός), αναζητώντας κι εκείνος την τύχη του και γίνονται φίλοι. Στο φρούριο που καταλύουν οι δυο φίλοι, ο Άγγλος αρχιαποθηκάριος (Τόμπι Τζόουνς – καλός) φέρνει μια αγελάδα με σημαντική γενεαλογική καταγωγή. 

Με την παρότρυνση του Κινέζου οι δυο φίλοι κλέβουν το γάλα της αγελάδας για να φτιάχνει ο επιδέξιος «μαγειράκος» σπουδαία γλυκίσματα και να τα μοσχοπουλούν στους ανθρώπους του φρουρίου. Σύντομα, η συνεργασία τους θα οδηγήσει σε μια επιτυχημένη επιχείρηση, όταν ο Άγγλος αποθηκάριος, γοητευμένος από τα εδέσματα, ζητάει να φτιάξει ο «μαγειράκος» ένα δύσκολο γλύκισμα.


Από το σημείο επαφής τής «Old Joy» (Περασµένη Ευτυχία) του 2006, έως την «First Cow» (Η Πρώτη Αγελάδα) του 2019, διαγράφεται μια διαδρομή ταινιών για την Αμερικανίδα, βραβευμένη σκηνοθέτιδα Κέλι Ράιχαρντ με το ενδιαφέρον της εστιασμένο σε ανθρώπινους χαρακτήρες εντός δυσμενών καταστάσεων, αλλά και στο περιβάλλον με έντονες οικολογικές ανησυχίες. Η Ράιχαρντ αφηγούμενη την καινούργια της ιστορία, εδώ το σενάριο είναι ξανά βασισμένο σε βιβλίο του Τζόναθαν Ρέιμοντ όπως και στις ταινίες: «Old Joy», «Night Moves» και παρότι γράφτηκε για την μεγάλη οθόνη από την ίδια και τον συγγραφέα του βιβλίου, φωτιζόμενο λαμπρά το μήνυμα περί της φιλίας, των ανθρώπινων μνημών, της φύσης και της επιθυμίας για ζωή, πάραυτα μεγάλο μέρος της ταινίας στέκει καθηλωμένο στην πιο ατάραχη επιφάνεια ενός βουνίσιου, ορμητικού ποταμού. Περιμένεις τον κυματισμό που θα ανατρέψει το εσωτερικό τοπίο και το κύμα ποτέ δεν φθάνει, αφού από το πρώτο δεκαπεντάλεπτο γνωρίζεις προς τα που κατευθύνεται το στόρι στον ελεύθερο, ορεινό αέρα των όμορφων πλάνων και της υποτονικής ανθρωποδράσης.

Το δασώδες και μαγευτικό Όρεγκον κάπου στις αρχές του 19ου αιώνα με τους χρυσοθήρες, τους κυνηγούς γούνας και εν γένει την τρέλα των ανθρώπων εκείνης της ιστορικής περιόδου να ορμούν άπληστα στην πλούσια και παρθένα γη της επαγγελίας για να βγάλουν χρήματα με όποιον τρόπο (οικολογικό μήνυμα που το έδωσε και στην ταινία «Night Moves»), έχει συστηθεί στον κινηματογράφο αρκετές φορές είτε με ρεαλιστική, είτε με μεταφυσική διάθεση, είτε και τα δυο μαζί. Το ηθικό στοιχείο που ενδύει το σκεπτικό των ηρώων, αναφέρεται σε μια ατάκα του Κινέζου Κίνγκ Λου, που λέει, ότι «για να αποκτήσεις περιουσία πρέπει να έχεις το κεφαλαίο ή να πράξεις έγκλημα». Και το δικό τους έγκλημα είναι η κλοπή φρέσκου γάλακτος από την περίφημη αγελάδα του προύχοντα Άγγλου της περιοχής. Από την άλλη ο δεσμός της φιλίας ανάμεσα στους δυο άνδρες (ξανά το ζήτημα της φιλίας όπως και στην ταινία «Old Joy») μια διαφαίνεται χαλαρό και αλλού φαντάζει συμπαγές.

Το ιδιαίτερο όμως στοιχείο της ταινίας, αυτό που εξοστράκισε τον προσωρινό μου λήθαργο, είναι η ανθρώπινη μνήμη που αναζωπυρώνεται στους άξεστους και χοντροκομμένους, ορεσίβιους ανθρώπους όταν γεύονται τα καλοφτιαγμένα γλυκίσματα του «μαγειράκου» Ότις, τα οποία φέρνουν απέραντη χαρά στις αισθήσεις τους, ανασύροντας εικόνες των παιδικών τους χρόνων με τις μαγείρισσες μανάδες τους να τα φουρνίζουν, αλλά και εικόνες της μακρινής πατρίδας τους, όπως του σκληροτράχηλου, Άγγλου αποικιοκράτη. Ένα πραγματικά δυνατό σημείο της ιστορίας, που αφορά την ενεργοποίηση της μνήμης μέσω της ανθρώπινης γεύσης, δυστυχώς εξαντλείται ταχύτατα, ενώ στο βιβλίο του Τζόναθαν Ρέιμοντ δεν γνωρίζω πως αναπτύσσεται, καθώς δεν το διάβασα.

Άγρια φύση, νόστιμα, γευστικά μπισκότα, βαρβαρίλα και δυο ευγενικές, ανδρικές οντότητες, παράταιρες μορφές στην γενική εικόνα του ορεινού κάδρου αναζητούν την αληθινή Εδέμ στη γη του νεοσύστατου Κόσμου. Καλός ο προσανατολισμός, αμαγνήτιστη όμως η μπούσουλα της σκηνοθέτιδας.


Photo Gallery: «Η Πρώτη Αγελάδα»


«Καζαμπλάνκα»

(Casablanca)

Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1942) – Α/μ, σε επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Μάικλ Κέρτιζ

Με τους: Χαμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ινγκριντ Μπέργκμαν, Κλοντ Ρέινς, Πίτερ Λόρι, Πολ Χένραϊντ

Διάρκεια: 102'

Διακρίσεις: 3 βραβεία Όσκαρ (1942): Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσία και Σεναρίου

Διανομή: Odeon


Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το Μαρόκο είναι ένα επικίνδυνο μέρος γεμάτο από διεφθαρμένους Γάλλους αστυνομικούς, κατασκόπους, μετανάστες, τζογαδόρους, τυχοδιώκτες και πότες. Για τον κουρασμένο Αμερικανό ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου Ρικ Μπλέιν (Χαμφρεϊ Μπόγκαρντ – υπέροχος), αποτελεί το ιδανικό μέρος για κρυψώνα. Στο μαγαζί του Ρικ συγκεντρώνεται κάθε λογής άνθρωπος, γεγονός που δεν τον νοιάζει, αρκεί να ξοδεύουν εκεί τα χρήματά τους.

Μια μέρα, απ' όλα τα μπαρ του κόσμου, η χαμένη αγάπη του Ρικ, η Ίλσα (Ινγκριντ Μπέργκμαν – απαστράπτουσα και μοναδική) , έρχεται στο μαγαζί του παρέα με τον Βίκτορ (Πολ Χένραϊντ – καλός), σύζυγό της και αρχηγό της αντίστασης, και ο Ρικ παρασύρεται ταυτόχρονα σε ένα ερωτικό τρίγωνο και ένα δίκτυο πολιτικής ίντριγκας. Η Ίλσα και ο Βίκτορ πρέπει να αποδράσουν από την Καζαμπλάνκα και ο Ρικ ίσως είναι ο μόνος που μπορεί να τους βοηθήσει.


Το μυθικό ζευγάρι της μεγάλης οθόνης, η ερωτική ιστορία, το εξωτικό Μαρόκο, η σκοτεινή δίνη του δεύτερου μεγάλου πολέμου, το τραγούδι «As Time Goes By» και τα τρία Όσκαρ, είναι τα ανεξίτηλα συστατικά που έστειλαν την «Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κέρτιζ στο νεφέλωμα της αιωνιότητας. Μην την χάσετε!

Για την ταινία και την ιστορία του τραγουδιού «As Time Goes By» διαβάστε εδώ.


Photo gallery: «Καζαμπλάνκα»


«Το Παιχνίδι των Λυγμών»

(The Crying Game)

Είδος: Ερωτικό θρίλερ

Παραγωγή: Αγγλία, Ιαπωνία (1992) – Έγχρωμο, σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Νιλ Τζόρνταν

Με τους: Στίβεν Ρία, Μιράντα Ρίτσαρντσον, Τζέι Ντέιβιντσον, Φόρεστ Γουίτακερ

Διακρίσεις: Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου (1993)

3 Βραβεία Bafta: βραβείο Alexander Korda Καλύτερης Αγγλικής Ταινίας, Α' Ανδρικού Ρόλου (Στίβεν Ρία) και Β' Ανδρικού Ρόλου (Τζέι Ντέιβιντσον)

Διάρκεια: 111'

Προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους: «Παναθήναια» ( Εξάρχεια) – «Αττικόν Άλσος» (Γαλάτσι) – «Όασις» (Παγκράτι) – «Διονύσια» (Συγγρού Καλλιθέα)

Διανομή: Bibliotheque


Ένας αγωνιστής του I.R.A., o Φέργκους (Στίβεν Ρία – πολύ καλός) αποτελεί μέλος της ομάδας που απάγει τον Άγγλο στρατιώτη Τζόντι (Φόρεστ Γουίτακερ - εξαιρετικός) και τον κρατάει όμηρο για να τον ανταλλάξουν με ένα δικό τους. Σταδιακά, μεταξύ των δύο ανδρών θα αναπτυχθεί μια φιλία. Εκεί ο Τζόντι θα εκμυστηρευτεί στον Φέργκους τον μεγάλο του έρωτα για την κομμώτρια Ντιλ (Τζέι Ντέιβιντσον -απίθανός!) το πόσο σπουδαία και ξεχωριστή γυναίκα είναι.

Όταν η αιχμαλωσία του στρατιώτη Τζόντι καταλήγει με τραγικά αποτελέσματα, ο Φέργκους αναζητά την Ντιλ για να εξιλεωθεί. Τελικά την εντοπίζει, γοητεύεται από την προσωπικότητα της και αποφασίζει να κρύψει το παρελθόν του. Τα μυστικά της Ντιλ αποκαλύπτονται, και μαζί με τα προβλήματα του Φέργκους ανατρέπουν την ιστορία.


Η άνεση που διακρίνει τον σπουδαίο Ιρλανδό σκηνοθέτη Νιλ Τζόρνταν, να πετάει στο καλάθι με τα άπλυτα τις δήθεν ηθικές αξίες των ανθρώπων, μαζί και τις πεποιθήσεις τους, είναι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα στην μέχρι σήμερα σκηνοθετική του πορεία. Μια διαδικασία, σχεδόν ψυχαναλυτική σε κάθε ταινία του, που δεν την πρόδωσε ποτέ. «Το Παιχνίδι των Λυγμών» έρχεται τέσσερα χρόνια μετά την «Μόνα Λίζα», εδραιώνοντας τον σκηνοθέτη στο σαλόνι των sui generis δημιουργών της 7ης Τέχνης, πίνοντας ιρλανδέζικο ουίσκι, αναπτύσσοντας παράλληλα τις τοξικές, μικροαστικές συνήθειες και τα τραύματα που δημιουργούν, άλλοτε με εύστοχο δραματικό ύφος και άλλοτε με βιτριολικό χιούμορ. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην «αλλόκοτη» ταινία του «Το Παιχνίδι των Λυγμών», που την εποχή που προβλήθηκε, αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, μπορώ να γράψω με παρρησία σήμερα, ότι άφησε γλυκόπικρη γεύση στους κινηματογραφόφιλους, θεωρώντας την ως ένα φαντασμαγορικό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού και για άλλους ως μια πιασάρικη ιδέα που βρήκε παρθένο χώρο για να συστηθεί. Τίποτα από τα δυο δεν συμβαίνει και για αυτό τον λόγο η ταινία βλέπεται με το ίδιο ενδιαφέρον όπως τότε, αρκεί να περάσεις μερικά χιλιοστά κάτω από την επιδερμίδα του φαίνεσθαι.

Το «Crying Game», όπως άδει ο Ντέιβ Μπέρι στο ομότιτλο τραγούδι του Τζέφρι Στίβενς, δεν είναι ταινία που υμνεί τους ομοφυλόφιλους, μηδέ ερωτική περιπέτεια για τους τρανσέξουαλ, μηδέ δοκίμιο για την εκτροχιασμένη όρεξη και επιθυμία των δηλωμένων, βαρβάτων «αρσενικών», πανάθεμά τους, να γευτούν τον «κολασμένο» έρωτα με εξωτική she male. «Το Παιχνίδι των Λυγμών» είναι η υλοποίηση της ανθρώπινης υποκρισίας, που όταν αποκαλύπτεται δημιουργεί το υπαρξιακό ολοκαύτωμα, την συγκρουσιακή ψευτοηθική με τα λεγόμενα στρεβλά πρότυπα της κοινωνικής πολιτικής. Είναι ακριβώς το φινάλε στην ιστορία του αισώπιου μύθου με τον βάτραχο και τον σκορπιό, που υφέρπει στο σενάριο και κανείς από τους ήρωες δεν καταλαβαίνει την αλληγορική του σημασία, πως η ανθρώπινη φύση είναι μεν καταστροφική αλλά είναι η ανθρώπινη φύση. Εξοντώστε την, κάψτε την, διαλύστε την και εάν δεν καταφέρεται να την μετασχηματίσετε ή να την αφανίσετε, αφήστε την να εκδηλωθεί και να εκτονωθεί σε όλα τα επίπεδα, είτε αυτά είναι τα ταξικά, τα οικονομικά, τα πολιτικά, τα φυλετικά, τα ιδεολογικά, τα ερωτικά και τα θρησκευτικά. Τότε, ίσως βρει τον πραγματικό της υγιή δρόμο.

Ταινία που βγάζει μπροστά, αναδεικνύοντας και συνάμα καθιερώνοντας στην μεγάλη οθόνη τον πολυτάλαντο Τεξανό ηθοποιό Φόρεστ Γουίτακερ, ταινία που πρόσφερε βραβεία στον επίσης εξαιρετικό Ιρλανδό Στίβεν Ρία και ταινία που έστρεψε αδηφάγα τα φώτα της δημοσιότητας στην προσωπικότητα του μοντέλου Τζέι Ντέιβιντσον, που υποδύεται την τρανς κομμώτρια και τραγουδίστρια Ντιλ και είναι στην πραγματικότητα ομοφυλόφιλος. Ο Τζέι Ντέιβιντσον προτάθηκε για το Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου, πρωταγωνίστησε στο «Stargate» ως θεός Ρα και το 2009 αποτραβήχτηκε ευπρεπώς από τον συνθλιπτικό χώρο του κινηματογραφικού θεάματος για να αφιερωθεί αποκλειστικά στο μόντελινγκ.


Photo gallery: Το Παιχνίδι των Λυγμών»


«Λαγωνικό 24 Καρατίων»

(A Shot in the Dark)

Είδος: Κωμωδία

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1964) - Έγχρωμο σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες.

Σκηνοθεσία: Μπλέικ Έντουαρντς

Με τους: Πίτερ Σέλερς, Έλκε Σόμερ, Τζορτζ Σάντερς, Χέρμπερτ Λομ

Διάρκεια: 102'

Διανομή: Summer Classics


O επιθεωρητής Κλουζό (Πίτερ Σέλερς – ένα μεγαλείο μόνος του) καλείται να ερευνήσει μια δολοφονία στην εξοχική κατοικία ενός εκατομμυριούχου. Εκεί, καθώς η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη, όλα τα στοιχεία δείχνουν ως ένοχη την όμορφη νεαρή υπηρέτρια, όμως ο Κλουζό είναι γοητευμένος από την παρουσία της και πεπεισμένος για την αθωότητά της.

Η σιγουριά του είναι τέτοια που προσπερνά αδιάφορα κάθε στοιχείο που αποδεικνύει το αντίθετο, φέρνοντας τον προϊστάμενό του αρχιεπιθεωρητή Ντρέιφους (Χέρμπερτ Λομ – απίθανος) στα όρια της τρέλας. Όμως τα προφανή αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι τελικά αυτά που θα οδηγήσουν στον πραγματικό ένοχο.


Είναι η δεύτερη συνέχεια του επιθεωρητή- καταστροφή – Κλουζό και ο Πίτερ Σέλερς κυριολεκτικώς απογειώνει τον ήρωα σε ένα κρεσέντο, ακράτητου γέλιου, μεταθέτοντας τον ορισμό της κωμωδίας σε αστρικά πεδία. Ο Μπλέικ Έντουαρντς πλαισιώνει την δίποδη ωρολογιακή βόμβα με δυο ακόμα καταλυτικές φιγούρες, αυτή του Ιάπωνα υπηρέτη Κέιτο, να συμμετέχει στην εκ θεμελίων διάλυση του σπιτιού του Κλουζό και αυτή τού αρχιεπιθεωρητή Ντρέιφους να κλείνει δωμάτιο στο πλησιέστερο φρενοκομείο.

Ο Πίτερ Σέλερς στην δεύτερη συνεχεία του «Ροζ Πάνθηρα» συνεχώς αυτοσχεδιάζει στην ταινία, είτε σωματικά, είτε γλωσσικά με την αλησμόνητη γαλλική προφορά, παρακάμπτοντας πολλές φορές το σενάριο, δίνοντας την απαιτούμενη εκρηκτική υπόσταση στην κωμωδία. Μια ενέργεια που εξόργισε τον Μπλέικ Έντουαρντς, φέρνοντας το δίδυμο ηθοποιού και σκηνοθέτη να διαφωνούν έντονα και να διαπληκτίζονται συχνά στα πλατό των γυρισμάτων. Ο Μπλέικ Έντουαρντς και ο Πίτερ Σέλερς, τελικά, συμφώνησαν, πως στο τέλος της ταινίας δεν θα συνεργαστούν ποτέ ξανά μαζί, κάτι που αναιρέθηκε, καθώς τέσσερα χρόνια μετά, ο Έντουαρντς και ο Σέλερς συναντώνται πάλι για να γυρίσουν το χρυσό στέμμα στην ιστορία της παγκόσμιας, κινηματογραφικής κωμωδίας, «Το Πάρτι», αλλά και αρκετές συνέχειες του «Ροζ Πάνθηρα».


Photo gallery: «Λαγωνικό 24 Καρατίων»

«Ακμαία νονά σε γερασμένη ακτή», κριτική των ταινι...
«Ναι μεν δυσάρεστος, αλλά σαφής και άκρως ενδιαφέρ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/