fbpx

Η Αλμπέρτα Τσοπανάκη, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

 «…Πιστεύω, ότι ένας άνθρωπος που παίρνει αγάπη είναι πολύ πιο εύκολο να δώσει αγάπη»

«Parrot» (=Παπαγάλος), είναι τo νέο θεατρικό έργο της ανατρεπτικής συγγραφέως, ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Αλμπέρτας Τσοπανάκη, στο θέατρο «Παραμυθίας»,το πρώτο θέατρο που ιδρύθηκε στον Κεραμικό το 1995 επί της οδού Παραμυθίας 27. Η εμψυχώτριά του, η Αλμπέρτα Τσοπανάκη το κρατάει με νύχια και με δόντια όλα αυτά τα χρόνια της βαριάς ύφεσης έχοντας πλάι της το θεατρόφιλο κοινό, που την στηρίζει στην προσπάθειά της για ποιοτικό θέατρο.

Το φρεσκογραμμένο έργο της Αλμπέρτας, που είναι μουσικοθεατρικό, εξελίσσεται μέσα σε ένα τσίρκο μεταφέροντας με μαύρο χιούμορ, ανατροπές και χολιγουντιανό σασπένς τις επαναλαμβανόμενες συνήθειες της ανθρωπότητας με πρωταγωνιστή έναν παπαγάλο, που στην πραγματικότητα γίνεται φερέφωνο της ανθρώπινης φωνής, μιμούμενος ό,τι επικρατεί και συνηθίζεται  στο ανθρώπινο σκέπτεσθαι και πράττειν.

Γιατί, κα Τσοπανάκη, επιλέξατε έναν παπαγάλο ως κεντρικό ήρωα του νέου έργου σας;

Ο ρόλος του παπαγάλου είναι καθαρά συμβολικός. Αντιπροσωπεύει και εκπροσωπεί το ανθρώπινο είδος το οποίο με μεγάλη ευκολία και τις περισσότερες φορές, χωρίς να σκέφτεται, υιοθετεί και αναπαράγει τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της ανθρωπότητας και μιας κοινωνίας καταναλωτικής. Οι ανάγκες του ανθρώπου σίγουρα δεν είναι αυτές που μας έχει επιβάλει η βιομηχανοποίηση και η εμπορευσιμότητα και κυνηγώντας το τέλειο πρότυπο της ανθρώπινης ύπαρξης στην εποχή μας, που θέλει τον άνθρωπο να κυνηγάει το χρήμα και τη δόξα προκειμένου να ολοκληρωθεί και να γίνει αποδεκτός στα σημερινά πρότυπα, καταλήγει με ψυχικά νοσήματα, με ανασφάλειες, φοβίες και τελικά δυστυχής. Αυτό θέλω να εκφράσω.

Μιλάμε για ένα πολιτικό έργο στο οποίο βλέπουμε ακόμα και τον πλανητάρχη και τους ισχυρούς της γης να παίζουν στις πλάτες των λαών.

Ακριβώς έτσι. Ο μάνατζερ του παπαγάλου αντιπροσωπεύει τις τρεις υπερδυνάμεις: Ρωσία ,Κίνα και Αμερική. Και έπονται οι ευρωπαϊκές χώρες, που πια φυτοζωούν απροστάτευτες με μια Γερμανία που τις εμπλέκει, για μια ακόμα φορά, ως λεία ανυπεράσπιστη στα δόντια των ισχυρών.

Πείτε μου ποιο είναι το πρώτο σας θεατρικό έργο και από ποια ηλικία ξεκινήσατε α γράφετε;

Ήμουν 7 ετών στη δευτέρα δημοτικού και έγραψα ένα έργο το οποίο παρουσιάστηκε στο δημοτικό θέατρο του Πειραιά, που την εποχή εκείνη το σχολείο της μητέρας μου, όπως και άλλα σχολεία ιδιωτικά στον Πειραιά, έκαναν τις σχολικές τους εορτές. Το έργο λεγόταν «Ο Αχινός και το μπαρμπούνι». Ο αχινός είχε αγαπήσει το μπαρμπούνι αλλά δεν μπορούσε να το πλησιάσει πολύ κοντά για να μην το πληγώσει. Αυτό λοιπόν είχε μια τεράστια πλοκή κάτω από τη θάλασσα. Έπαιζαν μαζί δελφίνια, μαρίδες, γαρίδες, καβούρια αλλά και ένα πλήθος από τσούχτρες. Στη συνέχεια θυμάμαι να γράφω από παιδί ιστορίες που τις γεννούσε η φαντασία μου και να τις διηγούμαι στις συμμαθήτριές μου. Θυμάμαι κάποια φορά είχα αναστατώσει ολόκληρο το σχολείο της μητέρα μου αφού έβαλα ένα μεγαλύτερο παιδί του σχολείου να της τηλεφωνήσει και να πει ότι με είχαν απαγάγει και αν δεν έδινε για λύτρα 150 δραχμές θα με κρατούσαν εκεί. Οι συμμαθητές μου με κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα κάθε φορά που τους έλεγα αυτά που μου συνέβαιναν και τα οποία ήταν όλα φυσικά επινοήματα της φαντασίας μου.

Μεγάλη και η συμμετοχή σας στη μικρή οθόνη.

Έχω γράψει πολλά σίριαλ κατά το παρελθόν για τον Αντ1, το Mega, την ΕΤ1 και την ΕΤ2. Ενδεικτικά αναφέρω τα «Εσύ αποφασίζεις», «Άκρως κουφό κολλέγιο», «Απίστευτα και ελληνικά», «Εκδίκηση», επεισόδια για τη «Γενιά των σαράντα», «Το κουκλόσπιτο», «Το σπίτι στο τέλος του δρόμου». «Πέντε παρά δέκα», «Η γυναίκα στο φως», καθώς και ντοκιμαντέρ. Σήμερα η τηλεόραση περνάει μια απίστευτη κρίση. Γίνονται ελάχιστες σειρές και τα χρήματά της είναι πολύ λίγα σε σχέση με την εποχή της άνθησής της.

Τί θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια; Θα λέγατε ότι η παιδική σας ηλικία καθόρισε την πορεία στη ζωή σας;

Πήρα πάρα πολύ αγάπη από τους γονείς μου, οι οποίοι θα έλεγα ότι με μεγάλωσαν κακομαθημένα. Δεν μου είπαν όχι σε τίποτα. Η μητέρα μου είχε ιδιωτικό σχολείο στον Πειραιά και ήταν δασκάλα και δασκάλα μου. Για αυτήν ήταν αδύνατο να μου επιβάλει τάξη, έκανα το σχολείο άνω κάτω αφού είχα επιβάλει και καθιερώσει στους συμμαθητές μου να κάνουμε θεατρικές παραστάσεις όπου εγώ μοίραζα και τους ρόλους. Συνέχεια ήμουν ανυπάκουο κορίτσι, όμως με πάρα πολλές ευαισθησίες, αφού θυμάμαι από μικρή να μοιράζω τις σοκολάτες μου, τα φαγητά μου και τα ρούχα μου σε παιδιά που είχαν ανάγκη. Όλη αυτή την αγάπη και την ανεξαρτησία που πήρα από την οικογένειά μου, που διαμόρφωσε ένα χαρακτήρα και θα έλεγα πως δεν είμαι συμβατικό άτομο, ωστόσο πιστεύω πως είμαι δίκαιη και διαισθητική. Έχω λάβει πολύ αγάπη στη ζωή μου όχι μόνο από τους γονείς μου, αλλά και από τους φίλου και τις σχέσεις μου. Πιστεύω, ότι ένας άνθρωπος που παίρνει αγάπη είναι πολύ πιο εύκολο να δώσει αγάπη.

«…Ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει από τέχνη δεν μπορεί να είναι ούτε ολοκληρωμένος, ούτε πολιτισμένος»

Τι ρόλο παίζει για εσάς ο έρωτας.

Ο έρωτας για μια συγγραφέα είναι πηγή έμπνευσης,  εφόσον δεν υπάρχει μυθιστόρημα, θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία που να μην αναφέρεται. Ο έρωτας δεν έχει να κάνει μόνο με έναν άνθρωπο είναι μια ιδέα. Πιστεύω, ότι ο φαντασιακός έρωτας, δηλαδή ο πλατωνικός, είναι μια μεγάλη κινητήριος δύναμη γιατί  προσφέρει το ιδανικό, το τέλειο την μυθοπλασία. Τον έρωτα μπορεί να το συναντήσεις σε δεκάδες πράγματα όχι απαραίτητα σε έναν άντρα ή μια γυναίκα ή ομόφυλα ζευγάρια. Ερωτάς για εμένα σημαίνει να παθιάζεσαι με ό,τι κάνεις κάθε φορά. Ακόμη και μια βόλτα σε ένα μεγάλο παζάρι γεμάτο με ωραία υφάσματα, πολύχρωμα αντικείμενα και μικροπωλητές που τα διαλαλούν. Για εμένα αυτή η βόλτα είναι ερωτική. Όπως ένα ταξίδι σε μια άγνωστη πατρίδα. Κάθε τι γύρο μας μπορεί να αποτελεί ερωτικό στοιχείο.

Τι σε πληγώνει περισσότερο στον κόσμο και στους ανθρώπους;

Με στεναχωρεί να βλέπω ανθρώπους που δεν γνωρίζουν και δεν περιλαμβάνει η ζωή τους την τέχνη σε όλες τις μορφές της. Ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει από τέχνη δεν μπορεί να είναι ούτε ολοκληρωμένος, ούτε πολιτισμένος. Στεναχωριέμαι αφάνταστα όταν συναντώ τέτοιους ανθρώπους και δεν υπάρχει κανένα σημείο επικοινωνίας. Αυτό με πληγώνει.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Σκέπτομαι χρόνια τώρα να σκηνοθετήσω μια ταινία μεγάλου μήκους της οποίας το θέμα έχει να κάνει με αληθινή ιστορία που συνέβη στην Μάνη 1929. Της οποίας τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν αρχές φθινόπωρου του 2020.

«Εra Musicale: Music of the Night», oι εορταστικές εμφανίσεις τους στο κέντρο της Αθήνας (Χορηγός Επικοινωνίας: In-TownPost.com)

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Οι Εra Musicale με τη μουσική παράσταση Music of the Night συνεχίζουν τις εμφανίσεις τους κατά την περίοδο των εορτών στον Πολυχώρο «Αίτιον» την Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020 και στο «Μπαράκι της Διδότου» την Κυριακή 5 Ιανουαρίου, όπου το μουσικό σχήμα παρουσιάζει για πρώτη φορά δύο νέα μέλη του. 

Σε μια μουσική περιπλάνηση στο μαγευτικό χώρο του Μιούζικαλ με πολυαγαπημένες μελωδίες και θεατρικές πινελιές από τα αριστουργήματα του μουσικού θεάτρου και κινηματογράφου Φάντασμα της Όπερας, Οι Άθλιοι (Les Miserables), Cats, Dracula, West Side Story, Romeo & Juliet, Jekyll and Hyde, Love Story, Αστέρι της Ερήμου – Ναλιμάρ, μας οδηγούν η crossover σοπράνο Μάνια Βλαχογιάννη και ο βαθύφωνος Βασίλης Ασημακόπουλος την Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020 στο «Αίτιον».

Την Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020 στο «Μπαράκι της Διδότου» οι Εra Musicale, σε μια ξεχωριστή παράσταση για τρεις σοπράνο, καλωσορίζουν στο μουσικό σχήμα δύο νέες λυρικές φωνές, την Κατερίνα Μποτώνη (μέτζο σοπράνο) και τη Γιούλη Φιλιππίδου (crossover σοπράνο).

Ο πιανίστας Σπύρος Σουλαδάκης συνοδεύει τους ερμηνευτές στο ταξίδι τους, ζωντανεύοντας μουσικά τις συναρπαστικές ιστορίες αγάπης, πάθους, τόλμης και ανθρωπιάς των ηρώων κάθε μουσικοθεατρικού έργου.

Δημιουργός του σχήματος Εra Musicale και εμπνεύστρια της παράστασης Music of the Night, η οποία τελεί υπό την αιγίδα του Ομίλου για την Unesco Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, είναι η μουσικός Μάνια Βλαχογιάννη, συγγραφέας του βιβλίου Αστέρι της Ερήμου – Ναλιμάρ (Εκδόσεις Νόηση – 2015), το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο στη μουσικοθεατρική σκηνή ως λιμπρέτο της επιτυχημένης ομότιτλης μοντέρνας όπερας (μιούζικαλ) σε μουσική του Έλληνα συνθέτη Balsam7teen.

«Δημιούργησα ένα νέο καλλιτεχνικό σχήμα με όραμα και στόχο να παρουσιάσω στο κοινό το συναρπαστικό γνωστό – άγνωστο κόσμο του σύγχρονου Μουσικού Θεάτρου και μαζί με καταξιωμένους αλλά και νέους καλλιτέχνες να μυήσουμε το θεατή σε αυτό το ιδιαίτερο και απαιτητικό είδος Τέχνης, που συνδυάζει δυναμικά το τραγούδι με το θέατρο και συχνά με το χορό.» σχολιάζει η Μάνια Βλαχογιάννη, άμισθη Ειδική Σύμβουλος Δήμου Αγίας Παρασκευής για Πολιτιστικά Θέματα  

Era Musicale – Music of the Night

Πολυχώρος «Αίτιον»

Τζιραίων 8 – 10,  (Στάση μετρό Ακρόπολη)

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020 – Ώρα έναρξης: 21.30

Είσοδος: 12 ευρώ (με μπύρα ή κρασί) 

Mάνια Βλαχογιάννη, σοπράνο crossover

Βασίλης Ασημακόπουλος, βαθύφωνος

Σπύρος Σουλαδάκης, πιάνο

Κείμενα – Επιμέλεια: Μάνια Βλαχογιάννη 

 

Era Musicale – Music of the Night

To Μπαράκι της Διδότου

Διδότου 3 & Σίνα, Κολωνάκι

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020 – Ώρα έναρξης 21.00

Είσοδος: 7 ευρώ (χωρίς ποτό)

Mάνια Βλαχογιάννη, σοπράνο crossover

Κατερίνα Μποτώνη, μέτζο σοπράνο

Γιούλη Φιλιππίδου, σοπράνο crossover

Σπύρος Σουλαδάκης, πιάνο

Κείμενα – Επιμέλεια: Μάνια Βλαχογιάννη

Χριστόφορος Κάσδαγλης, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου για το «1983»

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Σίγουρα τα όσα φαντασιώνεται κάποιος πριν μπει στο ελληνικό πανεπιστήμιο με όσα συναντάει όταν εισαχθεί, διαφέρουν σημαντικά. Από ’κει και πέρα, η κάθε γενιά, η κάθε παρέα, διαχειρίζεται με διαφορετικές προτεραιότητες και ευαισθησίες αυτό το τραύμα»

Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης γεννήθηκε το 1958. Έχει γράψει τα βιβλία «Απολύομαι και Τρελαίνομαι» (1988), «Επικίνδυνη Ευρεσιτεχνία» (1991), «Σπλιτ!» (2009), «Η Αριστερά και ο Κακός ο Λύκος» (2009), «Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού» (2010), «Ανώνυμοι Χρεοκοπημένοι» (2012), «Το Ημερολόγιο ενός Ανέργου» (Συλλογικό – 2014).

Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, σε περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στο ίντερνετ. Σπούδασε Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Ζει στην Αθήνα, δραπετεύει στα Τρίκαλα Κορινθίας και ονειρεύεται τα Κύθηρα και τα Απαλάχια Όρη.

Ο Λουκιανός Κ πολύ, μα πολύ χαρούμενος θα ήταν μαθαίνοντας (έστω εκεί στην αντιπέρα όχθη,) ότι, μέσα από το «1983» σας, στο δικό του εκείνο αξέχαστο πάρτυ στην Βουλιαγμένη, μια παρέα αιθεροβαμόνων νεαρών  ξεκινούσαν τη δική τους  επανάσταση.

Ωραία αρχίζουμε. Λοιπόν, ναι, είμαι κι εγώ σίγουρος γι’ αυτό. Αλλά νομίζω ότι ο Λουκιανός θα ενθουσιαζόταν κυρίως από το γεγονός ότι εκείνη η παρέα εμπνεύστηκε μεν από το πάρτυ του, αλλά δεν έσπευσε επιτόπου να ξεκινήσει την επανάστασή της. Εκείνο το βράδυ στη Βουλιαγμένη απλώς πρωτόπεσε η αρχική ιδέα της κατάληψης, έτσι αυθόρμητα, αλλά την άφησαν στην άκρη για ώρα ανάγκης. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι δεν επρόκειτο για κάποια κραυγαλέα απόφαση οφειλόμενη στον ενθουσιασμό του πάρτυ, αλλά ήταν προϊόν υπόγειων διεργασιών που αρδεύονταν από τις ίδιες πηγές με αυτό.

Γιατί όμως το 1983; Ίσως γιατί «ανεπαισθήτως εκείνη τη περίοδο άρχισε να χάνεται η  μαγεία. Εξαπολύθηκε η επίθεση της τηλεόρασης, αλώθηκε η μοναδικότητα ενός φιλιού, μιας καταδίωξης με αυτοκίνητο η άλογα, ο υποδόριος ήχος ενός φυτού που μεγαλώνει σε μια γλάστρα»;

Σίγουρα ένας σοβαρός λόγος είναι ότι ο ήρωας του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος Δημητριάδης, είχε τότε πατήσει τα είκοσί του, ότι το αίμα του έβραζε κι ο πατέρας του τον είχε μόλις διώξει απ’ το σπίτι. Πώς να μη θεωρήσει κομβικό το 1983; Την σύνδεση ωστόσο με τη «μαγεία που χάθηκε» την έκανε νομίζω αργότερα, δεν μπορούσε να τη συλλάβει εκείνη τη στιγμή. Κι ας μην ξεχνάμε ότι δεν πρόκειται για μια απλή χρονολογία, είναι μόλις η προηγούμενη χρονιά από το 1984 του Τζορτζ  Όργουελ και μάλιστα στο μεταίχμιο ανάμεσά τους.

Η κατάληψη  σας, λέξη παραφορεμένη και παρεξηγημένη στις παράξενες μέρες μας, έγινε άραγε τότε εν πολλοίς γιατί άλλα «ηρωικά», πολύχρωμα πράγματα  φανταζόσασταν και  άλλα πεζά και ανέμπνευστα βρήκατε άμα τη εισαγωγή σας στη σχολή; «H αλήθεια είναι πως άλλα πράγματα ονειρευόμασταν ως απάντηση στην απάθεια και στη μούχλα του πανεπιστημίου. Παρεμβάσεις στο πρόγραμμα των μαθημάτων, εναλλακτικές διαλέξεις, κοινωνικά εργαστήρια, ανταλλαγές με  πανεπιστήμια του εξωτερικού.  Είχαμε ακόμα την υψηλή φιλοδοξία να συνδέσουμε το πανεπιστήμιο με την κοινωνία…».

Εδώ θα χρειαστεί να βάλουμε κάπως τα πράγματα στη θέση τους. Προσωπικά μπήκα στο πανεπιστήμιο -στην πολύπαθη σήμερα ΑΣΟΕΕ- το ‘75. Ο Βλαδίμηρος Δημητριάδης εισήλθε στη μυστηριώδη σχολή του, που δεν κατονομάζεται στο βιβλίο, τέσσερα χρόνια αργότερα. Δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν όσα φανταζόταν εκείνος έμοιαζαν με όσα φανταζόταν η δική μου φουρνιά, αν και στο βιβλίο ανιχνεύονται κάποιες συγκλίσεις. Σίγουρα τα όσα φαντασιώνεται κάποιος πριν μπει στο ελληνικό πανεπιστήμιο με όσα συναντάει όταν εισαχθεί, διαφέρουν σημαντικά. Από ’κει και πέρα, η κάθε γενιά, η κάθε παρέα, διαχειρίζεται με διαφορετικές προτεραιότητες και ευαισθησίες αυτό το τραύμα.

Πάντως, ο πρωταγωνιστής σας, ο Βλαδίμηρος, γνώμη μου είναι τουλάχιστον, ανεξαρτήτως λόγων βιοπορισμού, δημοσιογράφος ήταν γεννημένος να γίνει, έτσι δεν είναι;

Ασφαλώς επέδειξε κάποιες ικανότητες για το επάγγελμα, τόσο στο «1983» όσο και στο «Σπλιτ!», το προηγούμενο βιβλίο μου στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Αλλά πώς μπορούμε να πούμε ότι κάποιος είναι γεννημένος για μια συγκεκριμένη δουλειά; Είναι και θέμα των εκάστοτε συνθηκών. Αν, για παράδειγμα, ήταν είκοσι χρονών τώρα, μικρές είναι οι πιθανότητες να είχε την επιθυμία να γίνει δημοσιογράφος, κι ακόμα μικρότερες να τα καταφέρει. Μπορεί να έπιανε δουλειά σε καμιά ΜΚΟ ή να έτρεχε να πάρει καλούς βαθμούς για να χτυπήσει κανένα μεταπτυχιακό. Ή μπορεί να χωνόταν επίσης σε μια κατάληψη από τις σημερινές, αν και με τρόπο διαφορετικό από ό,τι στο βιβλίο.

«…Αν το «1983» είναι σενάριο έτοιμο για το σινεμά, ενδέχεται να βρει το δρόμο του προς τις σκοτεινές αίθουσες μοναχό του. Έτσι κι αλλιώς, έχει φύγει πια από τα δικά μου χέρια και ταξιδεύει χωρίς να το κρατάω απ’ το χέρι.»

Γράφετε κάπου στις τελευταίες σελίδες του «1983», ότι στοιχεία για χώρους εστίασης βρήκατε στο Αθηνόραμα  της  εποχής. Μα,  χρειαζόταν όμως; Αν ένα βράδυ μαζευόσασταν φίλοι γύρω από ένα τραπέζι δεν θα θυμόσασταν με τη μία το «Μέμφις», το «Ντεκαντάνς», το «Νταντά», το «Αερόστατο», το «Έβερεστ», τη «Ροδιά» , τη «Φυλακή του Σωκράτη»;

Φυσικά και τα θυμάμαι, ξεχνιούνται όλ’ αυτά; Ωστόσο, πέρασε από τότε πολύς καιρός, οπότε στέκια και ημερομηνίες συγχέονται στο μυαλό μου, όπως και στα μυαλά των φίλων μου. Κακόπαθαν που κακόπαθαν με τα χρόνια όλοι αυτοί οι μυθικοί τόποι, πάρτε για παράδειγμα το Έβερεστ ή -ξέρω ‘γω- του Απότσου. Δεν χρειαζόταν να υποστούν περαιτέρω κακοποίηση εξαιτίας των ανακριβειών που γεννάει η ασθενική μου μνήμη. Κι έπειτα είναι και τα επαγγελματικά κολλήματα του αφηγητή, που εν προκειμένω ταυτίζονται με εκείνα του συγγραφέα: διασταύρωση και πάλι διασταύρωση των πληροφοριών. Γιατί όχι και των αναμνήσεων;

«Συχνά το πρωί μάς έβρισκε σε λόφους ή σε παραλίες. Δεν νοιαζόμασταν για την πανσέληνο, την  είχαμε μέσα  μας», θυμάστε. Κοιτάζοντας πίσω μελαγχολείτε λιγάκι τώρα που τα πράγματα λίγο πολύ ζορίσανε, όσο κι αν εμείς αντιστεκόμαστε;

Δεν μελαγχολώ και δεν νοσταλγώ. Κι αν αυτό το απόσπασμα που ξεχωρίσατε ακούγεται κάπως μελό, συγχωρέστε μου την αδυναμία. Η αλήθεια είναι ότι παρόλα αυτά έτσι θα το ξαναδιατύπωνα. Ίσως τελικά να είμαι μελό και να μην το ξέρω.

«Ήθελα απεγνωσμένα να  της δώσω ένα φιλί αποχαιρετιστήριο, ή ότι άλλο μπορεί να ήταν ένα τέτοιο φιλί. Μα έμεινα καθηλωμένος εκεί και την παρακολουθούσα να αποχωρεί. Εκείνη δεν δίστασε […] ξανάσκυψε και μου ‘δωσε ένα φιλί στο στόμα». Αναπαριστώντας τη γλυκιά αυτή αμήχανη  σκηνή σκεπτόμουν: Μια χαρά σενάριο θα ‘ταν το «1983» σας, έτοιμο για σινεμά. Μήπως το ‘χετε στα σχέδια σας;

Μακάρι να είναι όντως τόσο κινηματογραφική όσο λέτε αυτή η σκηνή, μου αρέσει πολύ το σινεμά. Αλλά το θέμα δεν είναι κατά πόσον μια ταινία θα ήταν στα δικά μου σχέδια – στα σχέδιά μου είναι κυρίως άλλα και άλλα πολλά βιβλία. Αν το «1983» είναι σενάριο έτοιμο για το σινεμά, ενδέχεται να βρει το δρόμο του προς τις σκοτεινές αίθουσες μοναχό του. Έτσι κι αλλιώς, έχει φύγει πια από τα δικά μου χέρια και ταξιδεύει χωρίς να το κρατάω απ’ το χέρι.

Κλείνοντας, θα συμφωνήσετε μαζί μου ίσως; Στο ό,τι  ο «αντιήρωας» σας  ο Βλαδίμηρος, με το ιδιαίτερο όνομα, παρά την αγωνία του να μοιάσει με καταραμένους τυπάκους τού σελιλόιντ με μεθύσια -έστω με ούζο-, με τζόγους και ξενύχτια στο φινάλε ήταν ένας «ανένταχτος» μεν, ονειροπόλος και τρυφερός μοναχικός κάου μπόι;

Δεν θα μου πολυάρεσε να βάλω ταμπέλες στον ήρωά μου, όσο γοητευτικές κι αν είναι. Εκείνος που σίγουρα του ταιριάζει απ’ όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι η μοναχικότητα. Παράξενο, γιατί ο ίδιος ομνύει στη συλλογικότητα και βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε πολύ κόσμο. Αλλά χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια, σταθήτε μια στιγμή να τα θυμηθώ, «ένιωθα μόνος, σε έναν κοιτώνα με καμιά δεκαριά νοματαίους, καλό κι αυτό».

Το μυθιστόρημα του Χριστόφορου Κάσδαγλη «1983» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Πρόταση για διάβασμα: «Σε Ποιον Ανήκει η Κόλαση», του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

 

 

  • Είδος: Πεζογραφία
  • Σελίδες: 440
  • Tιμή: € 16,90
  • Ημερομηνία κυκλοφορίας: 14 Νοεμβρίου 2019
  • Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Η ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων 200 χρόνων μέσα από ισάριθμες σύντομες ιστορίες. Εν ολίγοις ένα λεπτομερές ψηφιδωτό φτιαγμένο από προσωπικές ιστορίες που διαπλέκονται με τη μεγάλη ιστορία, ή μια μεγάλη ελληνική τοιχογραφία, γεμάτη έρωτα, θάνατο, πόλεμο, τρέλα και χιούμορ.

Σε κάποιους αναγνώστες θα φανεί ως μια εξαιρετικά εκτενής και πιθανά παράδοξη συλλογή διηγημάτων, ενώ για τον συγγραφέα του, ωστόσο, είναι κατά κάποιο τρόπο ένα νέο είδος μυθιστορήματος.

«Η Κάθι Μπαξεβάνος άρχισε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει πως καμιά σημασία δεν είχε αν την αξιοποίησαν ή όχι, αφού η ίδια έζησε όλη της τη ζωή ως πράκτορας και βρισκόταν σε ετοιμότητα μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο αξιωματικός υπηρεσίας κατάφερε να την ξεφορτωθεί και φρόντισε να αναφέρει το περιστατικό στον ανώτερό του. Ο συνήθως συνοφρυωμένος προϊστάμενος άρχισε τα γέλια και του αποκάλυψε πως εκείνος ο παλιός συνεργάτης, αν και ικανότατος στα καθήκοντά του, υπήρξε αδιόρθωτος γυναικάς, κανονικός Δον Ζουάν. Αν υπολόγιζε σωστά, η σημερινή γριά πρέπει να ήταν η τριακοστή τρίτη που ισχυριζόταν πως την είχε στρατολογήσει».

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο. Διηύθυνε την πολιτιστική έκδοση “Highlights”. Έχει γράψει τα βιβλία: “Η συνάντηση” (νουβέλα, Ίνδικτος, 2002), “Βαθύ πηγάδι” (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2003), “O βαθμός δυσκολίας” (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2004), “Παραβολή” (νουβέλα, Καστανιώτης, 2006), “Η εφεύρεση της σκιάς” (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2008), “Τερματικός σταθμός” (θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2015), “Η πόλη και η σιωπή” (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2013), “Το πέρασμα” (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2016), “Μια εξαιρετικά απλή δουλειά” (θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2017), “Ίσως την επόμενη φορά” (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2017), και έχει λάβει μέρος σε συλλογικά, θεματικά λογοτεχνικά εγχειρήματα.

Το πρώτο του θεατρικό έργο “Ουδέτερη ζώνη” απέσπασε Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα. Το μυθιστόρημά του “Το πέρασμα” το βραβείο The Athens Prize for Literature του περιοδικού “(δέ)κατα”, το 2017. Το θεατρικό έργο του “Μια εξαιρετικά απλή δουλειά” περιλήφθηκε στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου.

Κείμενά του καθώς και άρθρα για θέματα πολιτισμού και σύγχρονης τέχνης έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

Πρόταση για διάβασμα: «Το Λιοντάρι που Κοιμάται», της Ρόζαμουντ Πίλτσερ (Rosamunde Pilcher)

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

 

 

  • Μετάφραση: Κατερίνα Καπνίση
  • Είδος: Μυθιστόρημα
  • Σελίδες: 434
  • Τιμή: € 13
  • Εκδόσεις: Ψυχογιός

Κάθε φορά που η Σελίνα Μπρους ρωτούσε για τον νεκρό πατέρα της, η γιαγιά της, που τη μεγάλωσε, άλλαζε θέμα συζήτησης. Όταν, όμως, η Σελίνα ανακαλύπτει κατά τύχη μια φωτογραφία, αποφασίζει να αφήσει πίσω στο Λονδίνο τον αρραβωνιαστικό της και να ταξιδέψει σ’ ένα μικρό ισπανικό νησί αναζητώντας τον πατέρα που δε γνώρισε ποτέ.

Σ’ αυτό τον παράδεισο θα ανακαλύψει μια απρόσμενη αλήθεια για τον εαυτό της, αλλά και για τον άντρα που επρόκειτο να παντρευτεί. Η συνάντησή της με τον Τζορτζ Ντάιερ, έναν μυστηριώδη συγγραφέα που φαίνεται να κρατάει το κλειδί για να λύσει το μυστήριο του παρελθόντος της, θα αλλάξει το μέλλον της για πάντα.

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ (Rosamunde Pilcher) γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1924 στην Κορνουάλη. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε στο Bρετανικό Nαυτικό και λίγο αργότερα δημοσίευσε το πρώτο της έργο, με το ψευδώνυμο Τζέιν Φρέιζερ, το οποίο διατήρησε για αρκετά χρόνια. Το μυθιστόρημα που της χάρισε παγκόσμια αναγνώριση ήταν το «Μαζεύοντας Κοχύλια», που έγινε αμέσως μπεστ σέλερ και ξεπέρασε τα πέντε εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς.

Με είκοσι οχτώ μυθιστορήματα στο ενεργητικό της, η Πίλτσερ ανήκει στις δημοφιλέστερες συγγραφείς της εποχής μας. Τα έργα της έχουν βραβευτεί, έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση και έχουν διαβαστεί από εκατομμύρια αναγνώστες. Το 2002 χρίστηκε αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ έφυγε από την ζωή στις 6 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 94 ετών, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Πρόταση για διάβασμα: «Ποτέ πια Εμείς», του Διονύση Μαρίνου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

 

 

  • Είδος: Ποίηση
  • Σελίδες: 42
  • Τιμή: € 8
  • Εκδόσεις: Μελάνι

Έπειτα από τέσσερα πεζά, ο Διονύσης Μαρίνος δημιουργεί ένα ποίημα σε 28 εικόνες και το αφιερώνει στον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο, που έφυγε από την ζωή τον Ιανουάριο του 2019.

«…ποτέ πια εμείς,

με τόσο λίγο στόμα

για τ’ ανθρώπινα

ποτέ πια εμείς,

με τσέπες χρόνου

αδειανές

ποτέ πια εμείς,

ο ενικός γλιστράει

σε παλιοπάπουτσα

κι όχι που λείπεις

μα που μου έκρυψες

ζωή»

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1971 στην Αθήνα, πόλη στην οποία συνεχίζει και διαμένει. Είναι παντρεμένος, έχει ένα παιδί και τα τελευταία 15 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Εδώ και έξι χρόνια εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην καθημερινή αθλητική εφημερίδα “Goalnews” και είναι παραγωγός του αθλητικού ραδιοφώνου “Sentra 103,3”. Κατά περιόδους έχει εργαστεί σε τηλεοπτικούς σταθμούς, περιοδικά και γραφεία Τύπου σταθμών.

Πρόταση για διάβασμα: «Λύτρωση», της Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ (Yrsa Sigurdardottir)

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

 

 

  • Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς
  • Είδος: Αστυνομικό noir
  • Σελίδες: 440
  • Τιμή: € 17
  • Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Ιστορία γεμάτη σασπένς για τη σκοτεινή πλευρά των social media, η Λύτρωση θα σας κάνει να αναρωτιέστε για τι θα έπρεπε να έχετε ζητήσει συγγνώμη.

Η αστυνομία μαθαίνει για το έγκλημα όπως και όλοι οι υπόλοιποι, μέσω Snapchat. Το βίντεο δείχνει ένα τρομοκρατημένο θύμα να ζητά συγχώρεση. Όταν βρίσκουν το πτώμα, συνοδεύεται από ένα χαρτί με τον αριθμό 2. Ο επιθεωρητής Χούλνταρ εμπλέκεται στην έρευνα, στην οποία ζητά τη συνδρομή της παιδοψυχολόγου Φρέιγια καθώς θα πρέπει να ανακρίνουν τους έφηβους φίλους του θύματος.

Σύντομα ανακαλύπτουν ότι η δολοφονημένη νεαρή Στέλλα δεν ήταν το αγγελούδι που όλοι έλεγαν πως ήταν. Ακόμα κι έτσι όμως, ποιος μπορεί να τη μισούσε τόσο ώστε να τη σκοτώσει; Κι ύστερα ένας ακόμα έφηβος εξαφανίζεται και έρχονται στην επιφάνεια και άλλα σχετικά βίντεο.

Ενώ η έρευνα μοιάζει να έχει πιάσει πάτο, ο Χούλνταρ και η Φρέιγια συμφωνούν σε δύο σημεία: ότι η αλήθεια δεν είναι καθόλου απλή και ότι ο δολοφόνος δεν έχει τελειώσει τη δουλειά του.

Η Βίλμποργκ Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ (Vilborg Yrsa Sigurðardóttir), όπως είναι ολόκληρο το όνομα της, γεννήθηκε το 1963 στην Ισλανδία σπούδασε µηχανικός, ενώ θεωρείται από τα νέα, µεγάλα ονόµατα του αστυνομικού θρίλερ.

Η πρωτότυπη γραφή της, που συνδυάζει τη σύγχρονη πραγµατικότητα µε την έρευνα της γεµάτης µυστήριο αρχαίας ιστορίας της χώρας της, δίνει µια µοναδικότητα στην πλοκή των βιβλίων της

Πρόταση για διάβασμα: «Ένα Άλογο Μπαίνει Σ’ Ένα Μπαρ», του Ντάβιντ Γκρόσμαν (David Grossman)

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

 

 

  • Μετάφραση: Λουίζα Μιζάν
  • Είδος: Κοινωνικό μυθιστόρημα
  • Σελίδες: 345
  • Τιμή: € 17
  • Εκδόσεις: Ψυχογιός
  • Διακρίσεις: Man Booker International Prize – Israel Prize

Σε ένα καταγώγιο σε μια μικρή πόλη στο Ισραήλ, διοργανώνεται μια βραδιά σταντ απ κωμωδίας, με τον Ντόβαλε Γκρίνσταϊν, έναν μεσήλικο κωμικό. Ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται ο δικαστής Αβισάι Λαζάρ, πρώην συμμαθητής του, καθώς και κάποιοι άλλοι που θυμούνται τον Ντοβ ως ένα περίεργο, λιπόσαρκο παιδί που περπατούσε με τα χέρια, προκαλώντας σύγχυση και αποφεύγοντας έτσι τους νταήδες της γειτονιάς.

Σταδιακά, καθώς κινείται μεταξύ ιλαρότητας και υστερίας, ο μονόλογος του Ντοβ παίρνει τη μορφή απομνημονευμάτων και μας μεταφέρει πίσω σε ό,τι τον τρομοκρατούσε στην παιδική του ηλικία. Συναντούμε την όμορφη μητέρα του, που επέζησε του Ολοκαυτώματος και χρειάζεται συνεχή επιτήρηση, και τον τιμωρητικό πατέρα του, έναν άνθρωπο του μόχθου που αδυνατεί να καταλάβει τον δημιουργικό γιο του.

Ο Ντοβ ανακαλεί στη μνήμη του την εβδομάδα που πέρασε σε μια στρατιωτική κατασκήνωση για νέους, όπου ο Λαζάρ ήταν μάρτυρας ενός γεγονότος που σημάδεψε τον κωμικό για πάντα. Και ενώ ο Ντοβ διηγείται το ανεκδιήγητο, ο Λαζάρ έρχεται αντιμέτωπος με τον δικό του ρόλο σε αυτή την ιστορία απώλειας και επιβίωσης.
Ένας σαρωτικός μονόλογος από τον βραβευμένο με Man Booker International Prize Νταβίντ Γκρόσμαν.

Ο Ντάβιντ Γκρόσμαν (David Grossman) γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ το 1954. Σπούδασε φιλοσοφία και δραματική τέχνη στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Έχει συγγράψει πολυάριθμα βιβλία, λογοτεχνικά, παιδικά και γενικών γνώσεων, που έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες.

Ο Γκρόσμαν έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις. Το 1998 ανακηρύχθηκε Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών του Γαλλικού Κράτους. Το 2010 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ειρήνης της Ένωσης Γερμανών Βιβλιοπωλών, το οποίο δίνεται σε ανθρώπους που με το έργο τους προάγουν την ειρήνη. Το 2017 τιμήθηκε με το Man Booker International Prize για το βιβλίο: «Ένα Άλογο Μπαίνει Σ’  Ένα Μπαρ», ενώ το 2018 με το Βραβείο Ισραήλ, ένα από τα σημαντικότερα της χώρας για την προσφορά του στην εβραϊκή λογοτεχνία.  

«Αποχαιρετάμε το 2019 με τις 12 καλύτερες ταινίες του έτους», γράφει ο Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Με την ταχύτητα υδράργυρου κύλησε και αυτός ο χρόνος. Χύθηκαν σαν νερό οι 365 ημέρες του και να που φτάσαμε να συντάσσω ξανά την λίστα με τις 12 καλύτερες ταινίες του έτους που είδα, ενώ μαζί σας μοιράστηκα τα υπέρ και τα κατά, αναλύοντας κάθε εβδομάδα για ένα χρόνο τις, περίπου, 420 κινηματογραφικές παραγωγές, όλων των ειδών, που αποκαλύφθηκαν στα φώτα των μεγάλων οθονών στις σκοτεινές αίθουσες προβολής της χώρας μας για το χρονικό διάστημα του 2019.

Έτσι, λοιπόν, από την 1η Ιανουαρίου 2019, που επίσημα άνοιξε ο χρόνος, έως την 31η Δεκεμβρίου 2019 που κλείνει, 12 ταινίες, από όλα τα κινηματογραφικά είδη, δημιούργησαν δυνατά συναισθήματα, υπέροχες εντυπώσεις για να περάσουν διαχρονικά και ανεξίτηλα στα εσωτερικά μας αρχεία, να τοποθετηθούν στις δικές τους ιδιαίτερες θέσεις και να μείνουν αξέχαστες συντροφιά με τις υπόλοιπες αγαπημένες των αναφορών μας.

Γιατί, τώρα, 12 οι ταινίες; Δίχως ιδιαίτερο λόγο η προτίμηση της αριθμητικής ντουζίνας. Απλά, για να ξεφύγουμε από το καθιερωμένο και τετριμμένο «Οι 10 Καλύτερες…» και να τοποθετήσουμε ακόμα δυο δημιουργήματα σε μια λίστα θετικής αναφοράς από το χώρο της 7ης Τέχνης.

Οι ακόλουθες ταινίες έχουν το ίδιο ειδικό βάρος, η κάθε μια ξεχωριστά για το κινηματογραφικό είδος που υπηρετεί και φυσικά η αναφορά δημιουργήθηκε άνευ αριθμητικής αξιολόγησης.

 

1η Ιανουαρίου – 31 Δεκεμβρίου 2019     

«Η Ευνοούμενη»    

(The Favourite)    

Η θηλυκή τρίλιζα του Έλληνα σκηνοθέτη γεμίζει ισόρροπες γραμμές την οθόνη, ενώνοντας απέραντα καλλιτεχνικά και επί της ουσίας ρόλους, καταστάσεις σε ένα σενάριο με απίθανες φόρμες κινηματογράφησης. Όσοι έχετε παρακολουθήσει προσεκτικά το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου θα διαπιστώσετε, ότι είναι η καλύτερη ταινία του μετά τον «Κυνόδοντα», καθώς είναι και η πρώτη τού σκηνοθέτη που κινείται στο πλαίσιο του είδους ταινιών ιστορικής περιόδου.

Δηλαδή, ως παραγωγή των 15 εκατομμυρίων δολαρίων περίπου, πραγματικά φυσάει. Σκηνοθετικά είναι αυτό που λέμε masterpiece και υποκριτικά ένα χάρμα οφθαλμών με την Ολίβια Κόλμαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο και το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου στα χέρια της. Ο δε Γιώργος Λάνθιμος μπήκε στην φαρέτρα των μεγάλων σύγχρονων, Ευρωπαίων σκηνοθετών.                    

«Σύνορα»     

(Gräns / Border)

Ατόφιο διαμαντάκι του φανταστικού σινεμά, ένα απίθανο, τρομακτικό παραμύθι που αναπνέει και τρέφεται, εξ΄ ολοκλήρου, στο ρεαλιστικό, ανθρώπινο σύμπαν. Ταινία γεμάτη ζωή, ρυθμό, ένταση, αγωνία και έκδηλο συναίσθημα, ικανό να σου σφίξει το στομάχι κόμπο. Ένας υπέροχος μετασχηματισμός πανάρχαιων δοξασιών με επικίνδυνα τέρατα και ανατριχιαστικά πλάσματα της «φαντασίας», που όταν τα διαβάζουμε ή όταν τα ακούμε εν είδει αφήγησης μας δημιουργούν ρίγη. Υπάρχουν στην εποχή μας, ζουν ανάμεσά μας, φέρονται και ντύνονται ανθρώπινα για να καταφέρουν να επιβιώσουν, αλλά δεν ξεχνούν τι είναι, από που προέρχονται και τι πρέπει να κάνουν.

Καταπληκτικός μάστορας, σπουδαίος στυλίστας της εικόνας ο 42χρονος, Ιρανός σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι, έχοντας στα χέρια του το διήγημα του άκρως εμπνευσμένου, Σουηδού συγγραφέα του μεταφυσικού τρόμου, Τζον Αβίντε Λίντγκβιστ, καταφέρνει να ισορροπήσει με ρεαλισμό την σεναριακή αφήγηση ακριβώς στο γράδο της αποδοχής της ιστορίας από τους θεατές, δίχως η πλοκή να χάσει χιλιοστό ενδιαφέροντος, από ρυθμό, αγωνία και τακτοποιημένη φαντασία.

«Κάποτε στο… Χόλιγουντ»

(Once Upon a Time… in Hollywood)   

Ταινία δίχως σενάριο κατά βάση λειτουργεί ερευνητικά, νοσταλγικά σαν ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστή το ίδιο το θέαμα, ως περιοδεύοντα προσκυνητή που επιστρέφει στον ιερό τόπο της ψευδαίσθησης για να αποτείνει φόρο τιμής στο τέμπλο του ονειρικού σκηνικού με βαθύ σεβασμό και εκτίμηση σε εκείνο που χάθηκε και δεν υπάρχει πια. Ο Ντι Κάπριο και ο Πιτ είναι οι μορφές του παρελθόντος που ξεθωριάζουν από την ανασφάλεια σε ένα κόσμο που η πολιτισμική ταυτότητα του αμερικανικού έθνους κομματιάζεται για μια φορά ακόμα στην εύφορη γη των ευκαιριών.  

Δεν είναι άλλωστε πρωτόγνωρο φαινόμενο στο σινεμά του Κουέντιν, να «δαχτυλίζει» καταλυτικά την ιστορική ροή μιας χρονικής περιόδου, σημαδεμένης καίρια από συμβάντα που καθιέρωσαν ένα εντελώς διαφορετικό, κοινωνικό και ιστορικό στάτους. Έτσι και εδώ, ο πολυπράγμων σκηνοθέτης ως απάντηση στο «Helter Skelter» και στην πιο διάσημη νεολαιίστικη «οικογένεια» του μηδενιστή Τσαρλς Μάνσον, στην εκπνοή της εποχής εκείνης, χρησιμοποιεί τα πολύχρωμα και ονειρικά κάδρα της κινηματογραφικής δύναμης που ξεκίνησε να γκρεμίζει το «Bigger than Life» του αμερικανικού ονείρου.

«Παράσιτα»   

(Parasite)    

Ο Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ Κανών 2019 και, πραγματικά, δικαίως κοσμήθηκε η ταινία με το συγκεκριμένο βραβείο, αλλά και από τις αναπάντεχες φετινές εκπλήξεις. Πανέξυπνη ταινία, που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, να κοιτάς την μεγάλη οθόνη σαν χάνος και να σιγο-ψιθυρίζεις «καλά, τι γίνεται εδώ;», προβληματισμό που σίγουρα τον άκουσες και από τους διπλανούς σου.

Ο εξαιρετικός 50χρονος, Κορεάτης Μπονγκ Τζουν-χο δημιούργησε ένα κέντημα ψιλοβελονιά, απερίγραπτης λεπτομέρειας και φινέτσας, διατηρώντας όλους του κινηματογραφικούς κανόνες στο επίπεδο του άψογου, αρχής γενομένης από το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο, τα μεστά φωτογραφικά κάδρα του, την παραγωγή και τις εξαίσιες μεταβάσεις από την κωμωδία, στην καταμαύρη κωμωδία και από εκεί στο δράμα και τον τρόμο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση αυτή η κραματοποίηση κινηματογραφικών ειδών δίχως να βγει κάποιο ελάττωμα στο προϊόν. Κι όμως, στα «Παρασίτα» ούτε ένα τόσο δα ψεγάδι!

«Ευτυχία»   

Μια συνταρακτική περιπέτεια, ένα ταξίδι ελευθερίας, αδέσμευτο στην ανθρώπινη «Ευτυχία», μιας εμπνευσμένης, πληθωρικής γυναίκας που δεν χαμπάριαζε τίποτα και αγάπησε όσο τίποτα τους ανθρώπους της και την ζωή. Αξιοπρεπέστατη βιογραφία καθ΄ όλα ελληνική παραγωγή, που δεν έχει να ζηλέψει απολύτως τίποτα από αντίστοιχες της αλλοδαπής. Μια σπουδαία, κινηματογραφική έκπληξη ξετυλίγεται στην μεγάλη οθόνη με δυο πρωταγωνίστριες πραγματική απόλαυση σε μια ιστορία που την απολαμβάνεις αγόγγυστα ξανά και ξανά. Η ζωή της ποιήτριας και κατόπιν της πρώτης σπουδαίας, Ελληνίδας στιχουργού του λαϊκού μας τραγουδιού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, αναβιώνει ντόμπρα και ακομπλεξάριστα, το παλιό, καλό, λαϊκό σινεμά με όλη την μαστοριά του σήμερα.

Ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής ορθώνει έναν κινηματογραφικό άθλο, διατυπώνοντας ξεκάθαρα, πως ο κινηματογράφος εκτός από τέχνη είναι και μεράκι, εκτός από μικροψυχία είναι μια ανοιχτωσιά καρδιάς ικανή να γράψει ιστορία.

Η ελληνική «Ευτυχία» είναι το σινεμά με ουσία, είναι το δικό μας σινεμά που απουσιάζει από τα φυλλοκάρδια μας και το έχουμε επιθυμήσει.

 «Το Πράσινο Βιβλίο»  

(Green Book

Ταινία που τιμά την τέχνη του σινεμά. Από αυτές που βλέπεις ξανά και ξανά, θαυμάζοντας, εκτός της σκηνοθεσίας, της ατμόσφαιρας και της μουσικής, τις εκπληκτικές ερμηνείες δυο ηθοποιών, του Βίγκο Μόρτενσεν και του Μαχερσάλα Άλι (Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου) σε εντελώς ετερόκλητους ρόλους,

ο Πίτερ Φαρέλι μακριά από μελοδραματισμούς και καταγγελίες περί φυλετικών διακρίσεων, στηρίζοντας ακλόνητα τον άξονα της φιλίας που ορθώνεται από διαφορετικές οπτικές και απόψεις, έστησε ένα feelgood, καλοδουλεμένο male buddy, road movie, ανάμεσα στον Αφροαμερικάνο πιανίστα, του δόκτορος Ντον Σίρλεϊ και του Ιταλοαμερικανού μπράβου της μαφίας και φυλετιστή Τόνι Βιλαλόνγκα, σεβόμενος τον εαυτό του αλλά και τον θεατή.

Κοινωνική και πολιτική σάτιρα, χιούμορ, ανθρωπιά και μετασχηματισμοί χαρακτήρων συνθέτουν αυτήν την πραγματικά πανέμορφη ιστορία.

«Glass»    

Όταν αυτή την στιγμή το λούνα παρκ σινεμά του ποπ κορν κατακλύζεται από μονοδιάστατους και ρηχούς, εντός και εκτός Γης, διασώστες της ανθρωπότητας με κολάν ή σιδηροκατασκευές αντί ρούχων, περικεφαλαίες, μάσκες και άλλα επικά, ενδυματολογικά εξαρτήματα, εδώ τα πράγματα είναι απλά και υπέροχα σοβαρά.

Σε ταυτόχρονο sequel του «Unbreakable» (Άφθαρτος) και του «Split» (Διχασμένος) ο Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν στο δικό του, ξεχωριστό σινεμά μιλά για τον κόσμο του μετανθρώπου,  όπου «ιδιαίτερες» ανθρώπινες οντότητες με απειλητικές δυνάμεις, είναι «ηρωικά» πλάσματα ανένταχτα, δολοφονικά, απίστευτα επικίνδυνα και πρέπει να εξοντωθούν το ταχύτερο από την κυρίαρχη τάξη των πραγμάτων στην Γη. Είναι οι άνθρωποι θεοί του Σιάμαλαν, αλλά και οι ευάλωτες ψυχές έτοιμες να ραγίσουν με το παραμικρό, ανεπαίσθητο κτύπημα στην γυάλινη επιφάνεια τους.

Ήρεμη, σεναριακή διαδρομή μέχρι την κορύφωση, κάτι σαν την προετοιμασία του αμύητου, έτοιμου να ενταχθεί στα μυστήρια του φανταστικού, που δεν είναι τόσο φανταστικό, καθώς τα πεδία που σε πετάει δίχως σωστικά μέσα ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι πλήρως ανθρώπινα, αποκωδικοποιημένα, και φόρα παρτίδα στα μούτρα. Πιο διαβαστερά δεν γίνεται.          

«Μεσοκαλόκαιρο»   

(Midsommar)

Καθηλωτικό, ευφυές, απλά έξοχο! Πρωτοποριακή δημιουργία στο βασανισμένο είδος του τρόμου. Το στοιχειωμένο new age πνεύμα φλερτάρει πρόστυχα και αναιδέστατα τον απολυταρχισμό του 21ο αιώνα. Τρανή και απέραντη η κινηματογραφική νίκη του Άρι Άστερ στην δεύτερη ταινία του, που κατάφερε να μας ρίξει στα πολύχρωμα χωράφια, στα λουσμένα από το εκρηκτικό, καλοκαιρινό, βόρειο, σουηδικό φως και να γίνουμε μάρτυρες της πιο αλλόκοτης ιστορίας τρόμου, που δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Η ψίχα της ταινίας είναι ανελέητα τρομακτική και ο σφυγμός της, που κτυπάει στην καρδιά της κοινωνικότητας, αγγίζει τα όρια του εμφράγματος.

Δική του η σύνθεση της μυθολογίας, δικός του και ο σκοτεινός κόσμος ενταγμένος στην λάμψη του ηλιακού φωτός. Η δε 23χρονη, Αγγλίδα Φλόρενς Που, αυτό το εξαιρετικό πλάσμα, η ηθοποιός που μας καθήλωσε το 2016 ως σύγχρονη «Λαίδη Μάκμπεθ» στην ταινία του Γουίλιαμ Όλντροϊντ, είναι ό,τι καλύτερο ως επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ντάνι.

«Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα»   

(Werk ohne Autor / Never Look Away)    

Είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία μεγάλου μήκους του 46χρονου, βραβευμένου, Κολωνού σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, που το 2006 ντεμπουτάρισε στην μεγάλη οθόνη, τινάζοντας την μπάνκα του καλλιτεχνικού σινεμά στον αέρα με το αριστούργημα: «Οι Ζωές των Άλλων» (Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας).

Φίνο σινεμά στο είδος του κοινωνικού, ερωτικού, δράματος ιστορικής περιόδου με έντονα βιογραφικά στοιχεία από την ζωή του μεγάλου εικαστικού της Αλεμάνης, του Γκέρχαρντ Ρίχτερ.  Ο Γερμανός σκηνοθέτης, ως στρωτός story teller, οργανώνει την τραγική, ερωτική ιστορία δυο νέων που είναι αηδιασμένοι από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθότι έζησαν έναν μεγάλο πόλεμο, την ισοπέδωση της πόλης τους, τον απόηχο των συνεπειών των ναζιστικών εγκλημάτων, τον διαμελισμό της χώρας τους και την βίαιη αναμόρφωση από το σταλινικό καθεστώς.

Το δε βαρύ σχόλιο από τον σκηνοθέτη προς την μεριά της βαθιάς Εσπερίας, καθώς είναι βέρος Γερμανός και από αριστοκρατική οικογένεια, καταφθάνει όταν αποτυπώνει σε ελάχιστα, νυχτερινά πλάνα, τον φρικιαστικό, άνευ πολεμικού ερείσματος, βομβαρδισμό, από τα «συμμαχικά» αεροπλάνα, της «Βενετίας του Έλβα» όπως αποκαλούσαν την πανέμορφη Δρέσδη (πόλη γέννησης του Γκέρχαρντ Ρίχτερ).

«Οροσειρά των Ονείρων»   

(La cordillère des songes  / The Cordillera of Dreams)

Σε συνέχεια των βραβευμένων ντοκιμαντέρ: «Νοσταλγώντας το Φως» και του «Μαργαριταρένιου Κουμπιού», ο σπουδαίος Χιλιανός σκηνοθέτης ολοκληρώνει την υπέροχη τριλογία της ιστορικής μνήμης με την «Οροσειρά των Ονείρων». Το πόσο άρρηκτα είναι συνδεδεμένο το Σαντιάγο και γενικότερα η Χιλή με την Κορδιλιέρα των Άνδεων, ο Πατρίσιο Γκουζμάν το προσφέρει απλόχερα στον θεατή από το πρώτο πλάνο τού ντοκιμαντέρ.

Ο θεόρατος πέτρινος όγκος, ανυπέρβλητης ομορφιάς, κρατάει στην αγκαλιά του μια ολόκληρη χώρα, άλλοτε προστατεύοντας την και άλλοτε τιμωρώντας την. Ο Γκουζμάν στην Γαλλία που διαμένει μετράει νοσταλγικά την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από την χώρα που αγαπάει, μέσα από την ιστορία και τον πολιτισμό της πατρίδας του, βάζοντας στο κινηματογραφικό κάδρο την «οροσειρά των ονείρων», την επιβλητική Κορδιλιέρα.

Υπέροχη δουλειά, ένας δροσερός αέρας των Άνδεων, βάλσαμο στο κινηματογραφικό τοπίο.  

 «Οι Αδελφοί Σίστερς»    

(The Sisters Brothers)  

Κουρδισμένοι μοναδικά για γουέστερν στόρι οι ήρωες, σαν φόρος τιμής στον μεγάλο του είδους Τζον Φορντ, όπως ο μεγάλος αδελφός, ο συναισθηματικός, προσγειωμένος και συγκρατημένος Έλι Σίστερ (Τζον Σ. Ράιλι), αλλά και ο νεώτερος μέθυσος, επιπόλαιος και παρορμητικός Τσάρλι Σίστερ (Χόακιν Φίνιξ), φονιάδες και οι δυο, μέσα από τις διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις τους κεντούν ένα ιδιαίτερο road movie που ισορροπεί επιδέξια στο δραματικό στοιχείο και στο πικρό χιούμορ, που πηγάζουν από τις αλήθειες. Το τεντωμένο σχοινί της επικίνδυνης σχοινοβασίας είναι η ίδια η Βόρεια Αμερική και ο παρανοϊκός ψυχισμός του γρήγορου πλουτισμού των εποίκων σε μια χώρα που κατακτήθηκε βίαια με αγνωσία, από την βαρβαρίλα και τα εξάσφαιρα Κολτ.

Ο  Ζακ Οντιάρ ιστοριογραφεί, απελευθερώνοντας το ένστικτο του ρίχνει ανθεκτικούς, σκηνοθετικούς κάβους στην ιστορία δυο ανθρώπων – όχι και οι καλύτεροι του χωριού όπως λένε – για να καταλήξει σε ένα απίθανο φινάλε που λειτουργεί ως ιάμα στην οδύσσεια της ψυχής.            

«Joker» 

Η ταινία φαινόμενο του 2019. Η ταινία που διέλυσε το box office. Μόνο στην Ελλάδα έκοψε, περίπου, τα 903.000 εισιτήρια, τραβώντας έξω από το σπίτι και τον επιβεβαιωμένα χαρακτηρισμένο «καναπεδάτο» Έλληνα για να επισκεφθεί κινηματογραφική αίθουσα και να απολαύσει τον ανατρεπτικό κλόουν του Τοντ Φίλιπς. Η βιογραφία της πιο valiant comic figure όλων των εποχών, οπλίζει μια ωρολογιακή βόμβα στους σαθρούς πυλώνες του πολιτικά ορθού συστήματος, παγώνοντας ποικιλοτρόπως το κινηματογραφικό τοπίο, ενώ ο Φίλιπς συστήνει «σινεμά». Ναι, ο «Joker» είναι σινεμά!

Παραγωγή δομημένη αριστουργηματικά σε όλα τα ευαίσθητα και μη σημεία της, ικανή να σε συνθλίψει πνευματικά και να σε κατακτήσει συναισθηματικά. Καθοριστική ζαριά που πέφτει με ρίσκο στο εφιαλτικό ταμπλό της κοινωνίας του αβέβαιου, της αγελαίας μη σκεπτόμενης μάζας, όταν αυτή ψάχνει τον «τρελό του χωριού», τον γεμάτο θράσος ταγό, αυτόν που νοσεί νοητικά για να εκτονωθεί στο χάσμα του αγεφύρωτου και βίαιου, ταξικού προβλήματος.

Πραγματικά, θεϊκός ο Χόακιν Φίνιξ, αδυνατισμένος κατά 23 κιλά, μια σκιά του εαυτού του, ένα αποστεωμένο γεμάτο νεύρο και κίνδυνο σώμα, ξαφνιάζει με τις ερμηνευτικές μεταβάσεις, καθώς βρίσκεται απόλυτα ευθυγραμμισμένος στον ρόλο του, ενώ εμείς απολαμβάνουμε ακόρεστα, με όλο το είναι μας, έναν υπέροχο ηθοποιό σε μια καταπληκτική ταινία, που έγραψε ιστορία.

«Τα Χριστούγεννα μιας Ηλικιωμένης», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Την κυρία  Αντιγόνη  την έχω στην καρδιά μου. Είναι μια ηλικιωμένη γειτόνισσα που πάντα φυλάει στα χείλη μια καλή κουβέντα για τον κάθε περαστικό από το κατώφλι του σπιτιού της.  Όταν με έβλεπε να περνώ με το κεφάλι σκυφτό, την άκουγα από τον κήπο να μου φωνάζει:

«Πάντα θα περπατάς με το κεφάλι ψηλά ό, τι και να έχεις. Ξέρεις πόσο δύσκολα χρόνια πέρασα εγώ και ποτέ δεν λύγισα. Εσύ είσαι αγωνίστρια». Έτσι κάθε φορά που κάτι με βασάνιζε κάτι, μου έρχονταν στο νου η συμβουλή της κι όπως και να ΄μουν δεν άφηνα να φανεί κάτι προς τα έξω.

Τις προάλλες που περνούσα βιαστικά από το σπίτι της, την είδα να μου κάνει νόημα από το παράθυρο. Πλησίασα την πόρτα της, με καλοδέχτηκε όπως πάντα και μου είπε:

«Μπορείς Σμαραγδούλα μου να με βοηθήσεις να στολίσω το παλιό δενδράκι μου, να δει μια χαρά το σπιτικό μου. ‘Άλλωστε πέρασαν τρία χρόνια από τότε που μ’ άφησε ο λατρεμένος μου Τάκης. Είμαι σίγουρη ότι θα χαρεί  κι αυτός από τον ουρανό…»

Πήρα τη σκάλα , ανέβηκα στο πατάρι και βρήκα δυο κούτες, μια με το δένδρο κι άλλη μία με τα παιχνίδια και τα φωτάκια.

Στήσαμε μαζί το  χιονισμένο δένδρο που άρχισε να μαδάει στο πέρασμα του χρόνου  και απλώσαμε στο χαλί τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Η κυρία Αντιγόνη έμοιαζε να νιώθει υπέροχα. Κοιτάζοντας πίσω από τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια έβλεπε τα χρόνια του ευτυχισμένου γάμου της και της φαίνονταν τόσο ωραία.

Η κυρία Αντιγόνη στο στολισμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο της

Κάθε παιχνίδι ήταν και μια ιστορία και της θύμιζε τις όμορφες αναμνήσεις που είχε με το σύζυγό της, τον όμορφο Τάκη της, από τα ταξίδια τους στο εξωτερικό.

Κράτησα στα χέρια μου έναν άγγελο φιλοτεχνημένο στο χέρι. Δάκρυσε η κυρία Αντιγόνη: «Μου τον πήρε ο Τάκης μου από τη Ρώμη» είπε ενώ τοποθετούσα τον άγγελο στην κορυφή. Ένας μικρός τυμπανιστής , κυριολεκτικά έργο τέχνης, μου έκλεψε το ενδιαφέρον. Τον τοποθετήσαμε σε περίοπτη θέση», είπε η ηλικιωμένη.

Μέσα στα παιχνίδια δέσποζε και το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Ένα κομψοτέχνημα. «Μου το είχε πάρει ο Τάκης μου από τη Νέα Υόρκη», θυμήθηκε και συγκινήθηκε.

Κι ο ‘Αγιος Βασίλης μοναδικός! «Σφάλουν εκείνοι που σκέφτονται ότι ο Άγιος Βασίλης κατεβαίνει από την καμινάδα, στην πραγματικότητα μπαίνει μέσα από την καρδιά», όπως λέει ο  Paul. M λέει η γριούλα  και το χαμόγελό της μου αλλάζει τη διάθεση. Κάθε παιγνίδι έκρυβε και μια ωραία ιστορία  από το γάμο της κυρίας  Αντιγόνης με τον Τάκη της και ζωντάνευε μπροστά μου.

Έβαλε δυο κούτσουρα στο τζάκι και έβγαλε από το φθαρμένο σερβάν ένα κουτί που φύλαγε τις κάρτες του καλού της, οι οποίες περιείχαν κείμενα  αγάπης, χαράς, ευτυχίας και ειρήνης αλλά και ένα συγκινητικό μήνυμα από τον άντρα της, που την παρακαλούσε  να συνεχίσει να ονειρεύεται , όταν σταματήσει να χτυπάει η καρδιά του.

Η ευτυχία της κυρίας Αντιγόνης  ήταν κάτι που θυμόταν ανοίγοντας τα κλαδιά του παλιού χριστουγεννιάτικου δένδρου και έφθανε  να διαπιστώσει, ότι δεν είναι οι γιορτές που είχε νοσταλγήσει αλλά τα ονειρεμένα χρόνια που έζησε πλάι στον Τάκη της. Κι αν δεν τους ευλόγησε ο Θεός να κάνουν παιδιά κράτησε όλες τις συγκλονιστικές στιγμές που τις χάρισε γιατί δεν ήταν μελαγχολικές.

«Αυτός που δεν έχει τα Χριστούγεννα στην καρδιά του, ποτέ δεν θα τα βρει κάτω από ένα δέντρο». Roy L. Smith

Καλή Χρονιά να έχετε!