fbpx

Πρώτη έκθεση για τη Venus Gallery στη Μύκονο (Χορηγός Επικοινωνίας InTownPost.com)

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Την Παρασκευή 24 Μαΐου 2019, άνοιξε η εκθεσιακή περίοδος για τη νεοσύστατη Venus Gallery στο ξενοδοχείο Aphrodite Beach Resort στην παραλία του Καλαφάτη στη Μύκονο.

Με ενθουσιασμό, οι ένοικοι του ξενοδοχείου ανταποκρίθηκαν στην επιχειρηματική κίνηση του Αντώνη Τσουμάκη να επενδύσει στον Πολιτιστικό Τουρισμό. Η συνεργασία με το Restart, τον μοναδικό επίσημα αναγνωρισμένο φορέα παραγωγής πολιτιστικών θεαμάτων που ειδικεύεται στο συγκεκριμένο κλάδο, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός χώρου Τέχνης ευρωπαϊκών προδιαγραφών που στεγάζεται εντός του ξενοδοχείου.

Η εντυπωσιακή Venus Gallery, έκανε την επίσημη πρεμιέρα της στα εικαστικά δρώμενα του νησιού, παρουσιάζοντας την ομαδική εικαστική έκθεση «Winds of Art» (πληροφορίες για την έκθεση εδώ!)σε concept και διοργάνωση του Δημήτρη Λαζάρου.

Αρκετοί από τους καλλιτέχνες παραβρέθηκαν στη νησί ως καλεσμένοι του ξενοδοχείου προκειμένου να παραβρεθούν στα εγκαίνια τους και να παραθέσουν ξεναγήσεις για το έργο τους στους διεθνείς επισκέπτες της έκθεσης.

Η Κέλλυ Αθανασιάδου, managing director της Restart, μας υποσχέθηκε ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα Πολιτιστικών δράσεων που θα εξελιχθούν στο Aphrodite Beach Resort καθ’ όλη τη διάρκεια της φετινής θερινής σαιζόν, με κύριο πυρήνα τις 4 ομαδικές εκθέσεις που θα παρουσιαστούν στη Venus Gallery.

Η  Restart – ο μόνος κεντρικός συντονιστικός φορέας που εξειδικεύεται στον Πολιτιστικό Τουρισμό, συνεχίζει να προβάλλει τις δουλειές των Ελλήνων καλλιτεχνών αξιοποιώντας τα πολυτελή καταλύματα των δημοφιλών ταξιδιωτικών προορισμών, αποτελώντας αξιόπιστο εργαλείο Πολιτιστικής διαχείρισης υπό την αιγίδα του Υπουργείου Τουρισμού, του Υπουργείου Πολιτισμού και του ΕΟΤ.

Ειρήνη Καράγιαννη, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…πιστεύω στον άνθρωπο και στα ασύλληπτα δημιουργήματα του»

Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μέτζο σοπράνο Ειρήνη Καράγιαννη, η οποία διαθέτει εκτός των εξαιρετικών φωνητικών και εμφανισιακά προσόντα, τιμά την Ελλάδα πέρα από τα σύνορα. Είναι μια διακεκριμένη πρωταγωνίστρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που τη διακρίνει η σοβαρότητα, το ήθος και η συγκρότηση. Κινείται με ευκολία ειδικά στην μεσαία περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται συνήθως από ζεστό χρώμα, ένταση και παρά τις επιτυχίες της συνεχίζει να γυμνάζει τη φωνή της και να μελετά ατελείωτα, γιατί γνωρίζει, πως πάνω από όλα χρειάζονται μεγάλες θυσίες για την λυρική τέχνη και έχει τη δυνατότητα να εκφράζει και να εξελίσσει συνεχώς την δημιουργικότητά της.

Τη συναντήσαμε με αφορμή τη βραδιά λυρικού τραγουδιού «Αγάπης Λόγια», που διοργανώνει ο Σύνδεσμος  «Οι Φίλοι του Ελληνικού Νησιού και της Θάλασσας» και θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 3 Ιουνίου, ώρα 21:00, στο Αίθριο Δημαρχείου Κηφισιάς (Διονύσου και Μυρσίνης), για να μιλήσουμε για την τέχνη που με πάθος και αγάπη υπηρετεί. Την ευχαριστούμε που βρήκε το χρόνο για αυτή τη συζήτηση παρά το βαρύ πρόγραμμά της.

Τι σας γοήτευσε κα. Καράγιαννη στον χώρο του λυρικού τραγουδιού και αποφασίσατε, ότι θέλετε να ασχοληθείτε με αυτό;

Από πάντα με γοήτευε το θέατρο. Ήμουν το παιδί που έλεγε τα ποιήματα και έπαιζε ρόλους στα θεατρικά των σχολικών χρόνων. Με παρότρυνση της μητέρας μου πήγα στο ωδείο όταν ήμουν στο λύκειο και από τότε πάντρεψα την αγάπη μου για το θέατρο με τη μουσική.

Πως θα περιγράφατε  την επιτυχημένη πορεία σας;

Σαν μια ατελείωτη διαδρομή παρέα με τον εαυτό μου προσπαθώντας να κουμαντάρω τα θετικά και τα αρνητικά μέσα μου.

Είναι αλήθεια, ότι η ζωή ενός λυρικού καλλιτέχνη είναι δύσκολη με την έννοια, ότι τον υποχρεώνει σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, όπως τους αθλητές;

Είναι αλήθεια πως χρειάζεται μεγάλη πειθαρχία σε πολλούς τομείς της ζωής μας για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε σε αυτό το επάγγελμα . Από κάποια στιγμή όμως και μετά όταν μπεις μέσα σε αυτή την τόσο δύσκολη δουλειά οι κανόνες που βάζεις στη ζωή σου γίνονται αυτονόητοι και μέρος της ύπαρξης σου . Αυτή τουλάχιστον είναι η δίκη μου τοποθέτηση.

Γιατί νομίζετε, ότι οι περισσότερες  λυρικές τραγουδίστριες ονειρεύονται να γίνουν Κάλλας; Τι είναι αυτό που διατηρεί το όνομα και τον θρύλο της ντίβας της όπερας άφθαρτα στον χρόνο;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη το να ονειρεύεται κάποιος να «γίνει Μαρία Κάλλας» είναι μια σκέψη που κινείται μεταξύ αφέλειας και ουτοπίας. Η γυναίκα αυτή από την άλλη μεριά αποτελεί ένα τόσο μοναδικό καλλιτεχνικό φαινόμενο που μοιραία γοητεύει , σαγηνεύει θα έλεγα , τραγουδιστές και μη. Είναι σίγουρα με τον ένα η τον άλλο τρόπο ένα είδος καλλιτεχνικής θεότητας και ίσως κάποια στιγμή κάποιος να αισθάνεται την ανάγκη να ταυτιστεί μαζί της.

Είναι μεγαλύτερες οι ευκαιρίες στο εξωτερικό για τους ερμηνευτές του λυρικού θεάτρου και της όπερας από ότι στην Ελλάδα;

Σαφώς. Διαθέτουμε δυστυχώς ως χώρα ελάχιστα θέατρα και λίγες ευκαιρίες εργασίας πέρα από την πρωτεύουσα.

Ποιο συναίσθημα σας κατακλύζει κάθε φορά πριν βγείτε στη σκηνή;

Τα συναισθήματα του εκάστοτε ρόλου που ερμηνεύω .

Είχατε δύσκολες στιγμές;

Πολλές αλλά όχι αξεπέραστες . Είχα όμως και απίστευτα όμορφες στιγμές που μετράνε πολύ περισσότερο γιατί κυρίως καταφέρνουν και σβήνουν τις δύσκολες.

H χώρα μας έχει αναδείξει σπουδαίους λυρικούς καλλιτέχνες που διαπρέπουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχει κατά τη γνώμη σας πρόβλημα σε σχέση με την εκπαίδευση εδώ, που πολλοί καλλιτέχνες θεωρούν ανολοκλήρωτη;

Το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο: ότι πολλοί τις θεωρούν «ολοκληρωμένες». Όποιος όμως γνωρίζει τις παραμέτρους αυτής της δουλειάς στην πορεία θα βρει το δρόμο του. Εξαρτάται και μόνο από το επίπεδο του καλλιτεχνικού στόχου και τις ικανότητες σε διάφορα επίπεδα του στοχευτή.

Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει το λυρικό θέατρο ;

Ασφαλώς , παγκοσμίως θα έλεγα.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) ,κατά τη γνώμη σας,  μπορεί  να συνομιλήσει επί ίσοις όροις με το διεθνές γίγνεσθαι του λυρικού θεάτρου;

Εξαρτάται από την καλλιτεχνική κατεύθυνση και την οικονομική δυνατότητα της εκάστοτε διοίκησης.

Η όπερα γνωρίζει άνθηση τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας. Τι νομίζετε ότι χρειάζεται για να συμβάλει αρκετά σε αυτή την εξέλιξη;

Νομίζω πως άνθηση υπήρχε πάντα. Η χώρα μας είχε πάντοτε αξιόλογους λυρικούς καλλιτέχνες. Τελευταία, δημιουργήθηκαν περισσότεροι χώροι ικανοί να φιλοξενήσουν τέτοια θεάματα και φυσικά το κοινό ανταποκρίθηκε . Θα ήταν όμως ευχής έργο η όπερα να «επισκεφθεί» και την υπόλοιπη Ελλάδα.

«Πιστεύω στον Θεό, τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν» έλεγε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ; Εσείς, τι λέτε κα. Καράγιαννη;

Εγώ πιστεύω στον άνθρωπο και στα ασύλληπτα δημιουργήματα του.

«Ο ελληνικός πολιτισμός είναι και θα είναι πάντα παρών, εξάλλου υπό μια έννοια είναι αυτός που συνέβαλε στην γέννηση πολλών άλλων. Δεν νομίζω πως υπάρχει εδώ κάποια αδιαφορία. Υπάρχουν εποχές άνθρωποι και αναγκαιότητες. Πάντα ο πολιτισμός εκφράζει την εποχή του»

Ο Σκωτσέζος ποιητής Ρόμπερτ Μπερνς από την άλλη μας άφησε το απόφθεγμα: «Η όπερα είναι εκείνο το είδος θεάματος, που όταν κάποιος μαχαιρώνεται στην πλάτη, αντί να πεθάνει, τραγουδάει». Πόση δόση χιούμορ και αλήθειας εμπεριέχει η ρήση του;

Η όπερα είναι ένα υπερβατικός τρόπος για να διηγηθείς τη ζωή. Εάν δεν μπορείς να μπεις μέσα στον κόσμο της δεν μπορείς να την προσεγγίσεις …. το μεγαλείο βρίσκεται στην κάθε φορά που θα δεις και θα ξαναδείς τη σκηνή που παθαίνει η Τραβιάτα και να πιστεύεις ότι μπορεί και να μην συμβεί. Αυτή είναι η αριστουργηματική δραματουργία και μουσική σύνθεση .

Η όπερα είναι ένα μουσικοθεατρικό είδος που εμφανίστηκε με την απαρχή της Αναγέννησης και εξακολούθησε δημιουργικά τους επόμενους αιώνες. Μέχρι που φθάσαμε στη ροκ όπερα, είδος ιδιαίτερα αγαπητό σήμερα. Να συμπεράνουμε ότι η κλασική μουσική μπορεί άνετα να «παντρευτεί» με τη ροκ, κι αν ναι, θα σας  ενδιέφερε να συμμετάσχετε σε ροκ όπερα;

Η τέχνη εξελίσσεται παρέα με τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Αλίμονο εάν δεν παρακολουθούσαμε οι καλλιτέχνες το σήμερα και τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις. Είμαι πάντα ανοιχτή στην σύγχρονη μου τέχνη αρκεί να μπορώ να της φανώ «χρήσιμη». Εννοώ δεν είμαστε όλοι κατάλληλοι για όλα.

Ο ελληνικός πολιτισμός διατηρεί κάποια φωτεινά στοιχεία παρά το βαθμό αδιαφορίας των αρμοδίων σε βάρος του;

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι και θα είναι πάντα παρών, εξάλλου, υπό μια έννοια, είναι αυτός που συνέβαλε στην γέννηση πολλών άλλων. Δεν νομίζω πως υπάρχει εδώ κάποια αδιαφορία. Υπάρχουν εποχές άνθρωποι και αναγκαιότητες. Πάντα ο πολιτισμός εκφράζει την εποχή του.

Μιλήστε μου για τη βραδιά της 3ης Ιουνίου 2019  με γνωστές όπερες και οπερέτες  ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου αλλά και γνώριμες αγαπημένες μελωδίες, που μας γυρίζει πίσω σε μια νοσταλγική εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί;

Η συναυλία της 3ης Ιουνίου , εξού  και ο τίτλος «αγάπης λόγια» είναι ένας μουσικός διάλογος μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας που εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που μπορούν να περιγράψουν τον έρωτα. Κωμικές, τραγικές, χαρούμενες, νοσταλγικές και τρυφερές στιγμές σε ένα μουσικό μπουκέτο από πολλές εποχές και μουσικά είδη.

Θα ήταν αγένεια να σας ζητήσω να μας …βάλετε μέσα  στα όνειρά σας;

Τα όνειρα μου … δεν ξέρω, κάποια από αυτά έχουν πραγματοποιηθεί … άλλα όχι, δεν χωράνε όλα σε μια ζωή . Αν κοιτάξω πίσω δεν θα βρω απωθημένα , αν κοιτάξω μπροστά, εύχομαι η ζωή να μη σταματήσει πότε να με αλλάζει, να με ξαφνιάζει , να με προκαλεί .

Τι είναι εν τέλει πιο σημαντικό στη ζωή κα. Καράγιαννη ;

Η αγάπη, που ταυτόχρονα μπορεί να κατοικεί το μυαλό και την καρδιά .

«Αγάπης Λόγια» σε μια βραδιά λυρικού τραγουδιού

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

«σφίξε με» λοιπόν, γιατί … «η καρδιά μου πονεί για σας»

Οι καλλιτέχνες Ειρήνη Καράγιαννη, μεσόφωνος και Χάρης Ανδριανός, βαρύτονος διακεκριμένοι πρωταγωνιστές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής,  με τη συνοδεία του καταξιωμένου πιανίστα Δημήτρη Γιάκα την Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019 και ώρα 21:00 στο Αίθριο Δημαρχείου Κηφισιάς (Διονύσου και Μυρσίνης) θα ερμηνεύσουν αποσπάσματα από γνωστές όπερες και οπερέτες του ελληνικού και του ξένου ρεπερτορίου αλλά και γνώριμες αγαπημένες μελωδίες μιας νοσταλγικής, ρομαντικής εποχής.

info:

Η Ειρήνη Καράγιαννη (συνέντευξη εδώ) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε μονωδία στη Ρώμη, στο Λονδίνο και στο Μιλάνο, με υποτροφίες «Μαρία Κάλλας» και «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης». Απέσπασε το 1ο βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Τζουζέππε ντι Στέφανο (Τράπανι Σικελίας), όπου πρωτοεμφανίστηκε ως Κάρμεν.

Έχει πρωταγωνιστήσει σε παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, καθώς και σε θέατρα του εξωτερικού, όπως Όπερα της Ρώμης, Κομουνάλε της Φλωρεντίας, Ρέτζο – Τορίνο, Θέρμες του Καρακάλλα, Σκάλα του Μιλάνου, Όπερα της Φραγκφούρτης, Λίνμπορυ Στούντιο του Κόβεν Γκάρντεν, Μάσσιμο – Παλέρμο, Κομουνάλε – Μπολόνια, Όπερα της Γκουαντζού κ.α., σε έργα προκλασικού έως σύγχρονου ρεπερτορίου (Κάρμεν, Γάμοι του Φίγκαρο, Σταχτοπούτα, Κουρέας της Σεβίλλης, Παραμύθια του Χόφμαν, Ο ιππότης του Ρόδου, Ιταλίδα στο Αλγέρι, Νόρμα, Ο κόμης Ορύ, Έτσι κάνουν όλες, Δον Κιχώτης, Βέρθερος, κ.α.). Έχει συμπράξει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Καμεράτα, τη Συμφωνική της ΕΡΤ και έχει ερμηνεύσει πρώτες παγκόσμιες έργων πολλών σύγχρονων Ελλήνων συνθετών.

Ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός γεννήθηκε στο Σίδνευ της Αυστραλίας. Σπούδασε τραγούδι στο Ωδείο Athenaeum και χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με υποτροφία «Μαρία Κάλλας» συνέχισε τις σπουδές του στο Μιλάνο (As.Li.Co) και τη Βαρκελώνη. Το 1997 ερμήνευσε στην Εθνική Λυρική Σκηνή το ρόλο του Παπαγκένο στον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Έκτοτε συμμετείχε σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές σημαντικές παραγωγές της Ε.Λ.Σ (Κουρέας της Σεβίλης, Σταχτοπούτα, Ιταλίδα στο Αλγέρι, Ντον Πασκουάλε, Μποέμ, Ελιξίριο του Έρωτα κ.α) και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Γάμοι του Φίγκαρο, Μαγικός Αυλός, Τουραντότ).

Έχει συνεργαστεί ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Καμεράτα και με άλλα οργανικά σύνολα. Έχει δώσει ρεσιτάλ σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Έχει εμφανιστεί στην Ιταλία (Μιλάνο, Τράπανι, Πίζα, Κόμο κ.ά), την Γαλλία (Βισσύ), και την Ιαπωνία (Τόκυο). Ερμήνευσε σε πρώτη εκτέλεση πολλά έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Γιώργος Κουρουπός κ.α.

Την καλλιτεχνική περίοδο 2008-2009 ήταν μόνιμο στέλεχος της όπερας της Βόννης . Κατά την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με την όπερα της Κολωνίας. Στην όπερα της Χαιδελβέργης τραγούδησε τον Αρλεκίνο (Αριάδνη) το 2012 και τον Πολύφημο του Πόρπορα στο Σβέτσινγκεν. Ήταν ο Δημήτριος στο Όνειρο θερινής νυκτός στη Ματσεράτα (Sferisterio) το 2013.

Ο Δημήτρης Γιάκας γεννήθηκε στην Αθήνα. Έλαβε Δίπλωμα Πιάνου από το Εθνικό Ωδείο (τάξη Μυρτώς Μαυρίκου).

Συνέχισε μουσικές σπουδές στην École Normale de Musique του Παρισιού, ειδικότερα στο Πιάνο, τη Μουσική Δωματίου και τη Μουσική Προετοιμασία Όπερας και στη συνέχεια άρχισε να μελετά Συνοδεία Τραγουδιού πλάι στον Dalton Baldwin.

Από το 1982 έως το 1991 εργάστηκε ως πιανίστας-μουσικός εκγυμναστής στην Όπερα του Παρισιού καθώς και στην Όπερα της Λυών, κατόπιν προσκλήσεως του Μουσικού Διευθυντή της, Kent Nagano.

Παράλληλα εμφανίστηκε συνοδεύοντας στο πιάνο τραγουδιστές στο Παρίσι, καθώς επίσης και σε πολλές πόλεις και φεστιβάλ της Γαλλίας. Από το 1990 εγκαταστάθηκε πάλι στην Αθήνα όπου ξεκίνησε την τακτική συνεργασία του με την Εθνική Λυρική Σκηνή και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Συνοδεύει τακτικά Έλληνες και ξένους τραγουδιστές σε συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019 και ώρα 21:00 στο Αίθριο Δημαρχείου Κηφισιάς (Διονύσου και Μυρσίνης)

Τη συναυλία διοργανώνει ο Σύνδεσμος  «Οι Φίλοι του Ελληνικού Νησιού και της Θάλασσας».

Τα έσοδα θα διατεθούν υπέρ της στήριξης των Μουσικών Εργαστηρίων του Συνδέσμου στα Ελληνικά Νησιά.

Γενική είσοδος: 10 ευρώ

Εισιτήρια θα πωλούνται και πριν την έναρξη της συναυλίας. Πληροφορίες – Κρατήσεις: Τηλ.: 210 3252012

Το γραφείο του συνδέσμου λειτουργεί Δευτέρα – Παρασκευή και ώρες 10:00- 14:00 Ε-mail: filoi@filoitounisiou.gr

Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα  του Ν.Π.Δ.Δ.  Πολιτισμού & Αθλητισμού του Δήμου Κηφισιάς

«Ο «Ρουκετάνθρωπος» της παγκόσμιας showbiz και ο Κύπριος Τζίμι διασώζουν τον ρυθμό του ενδιαφέροντος», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την εποχή που προβλήθηκε στους κινηματογράφους η «Ολέθρια Σχέση» (Fatal Attraction -1987) του Άντριαν Λιν με τον Μάικλ Ντάγκλας και την Γκλεν Κλόουζ, βαρύς έπεσε ο προβληματισμός στους απανταχού «ζημιάρηδες» νυμφευμένους. Το διόλου φανταστικό σενάριο της ταινίας με την εξωσυζυγική σχέση επιπόλαιου ανδρός και την γυναίκα των επικών, σεξουαλικών συναντήσεων που στο φινάλε το περιφρονημένο θήλυ μεθοδευμένα οικοδομεί περιβάλλον φρίκης στον «οικογενειάρχη», δημιούργησε ουκ ολίγους εφιάλτες στις ζωές των φανατικών του ποδόγυρου.

Εδώ που τα λέμε δεν είναι και ασήμαντο να ποδοπατείς, σχεδόν να «καις» σε πυρά αλόγιστη τα όνειρα της κάθε γυναίκας που στην μορφή του τακτοποιημένου αρσενικού (ελεύθερου ή καπαρωμένου από άλλη γυναίκα με τέκνα) οραματίζεται τις σταθερές του γυναικείου ψυχισμού γύρω από την αποκλειστικότητα, την μητρότητα, αλλά και την εύμορφη εικόνα της νύφης με όλα τα συμπαρομαρτούντα, ειδικά όταν δεν έχει ανέλθει μαρμάρινες κλίμακες ναών και δημαρχείων. Μικροαστική πεποίθηση όλα τα παραπάνω, θα σκεφτείτε εύλογα, δυστυχώς όμως ολούθε στον πλανήτη οι κοινωνίες με αυτά τα υλικά στέριωσαν και αναπτύχθηκαν πολιτισμικά: Πιστότητα, αποκλειστικότητα, σεβασμός και αξιοπρέπεια στον σύντροφο της ζωής, εφόσον υπάρχει η αγάπη και όχι τσιλημπουρδήματα και από κανάρα σε κανάρα να φτερουγίζει ο κάθε σεξιστικός χοίρος.

Το ζητούμενο της αναφοράς μας είναι το τι ακριβώς μένει στον βυθό και στην επιφάνεια της καρδιάς του κάθε απατημένου ή ταπεινωμένου θηλυκού από την συμπεριφορά του ήδη «καπαρωμένου»  αρσενικού που λαχτάρησε εξωσυζυγικές δραστηριότητες για να ξεφύγει από την οικογενειακή ρουτίνα. Διακρίνουμε θυμό, μένος, πυρακτωμένο πάθος για εκδίκηση στο επίπεδο του αφανισμού, εφόσον το «αντράκι» την έχει απορρίψει καθολικά και ως μέταλλο που έλκετε από τον δυνατό μαγνήτη επιστρέφει ξανά στην ασφάλεια της γυναικός και στην θαλπωρή του σπιτιού του. Ο Άντριαν Λιν πέτυχε κινηματογραφικά όλο το περιβάλλον, αναδύοντας τα πραγματικά, σκοτεινά συναισθήματα της γυναίκας που πετάχτηκε σαν την τρίχα από το ζυμάρι και μετασχηματίζεται σε μαινάδα, αποφασισμένη να διαγράψει από τον χάρτη των ανθρώπων τον ξεφτίλα.

Ο ρεαλιστικός τρόμος, όπως ονομάζεται κινηματογραφικά το σεναριακό ένδυμα των συγκεκριμένων ταινιών θρίλερ επικεντρωμένο στην ταπεινωμένη γυναικεία ψυχοσύνθεση σε πλήρη δράση εντός του σκοτεινού βασίλειου της ψυχασθένειας, ουδεμία συγγένεια έχει με τον μισογυνιστικό χαρακτηρισμό της «γυναίκας αράχνης», που αφανίζει τα αρσενικά με ιδιοτελή, καθ΄ όλα σκεπτόμενα κίνητρα, κυρίως αυτά του πλούτου ή απλά και αμαζονικά την απαξία του ανδρικού φύλου.

Για να κλείσουμε σε παρεμφερές μοτίβο, αυτό της ενήλικης, θηλυκής ψυχασθένειας που βασανίζει εκδικητικά και μέχρι θανάτου τους άνδρες – πετυχημένο είδος στο μεγάλο πανί της 7ης Τέχνης – βλέπουμε την ταινία του 1990 «Misery» σε σκηνοθεσία Ρομπ Ράινερ με τον Τζέιμς Κάαν και την Κάθι Μπέιτς που της χάρισε και το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, βασισμένο στο βιβλίο του μετρ του τρόμου Στιβεν Κινγκ.

Βέβαια, εδώ έχουμε μια κλινική περίπτωση θηλυκής ύπαρξης σε συνδυασμό με την απομόνωση και την μοναχικότητα μιας γυναίκας της αμερικανικής υπαίθρου, που απίθωσε το alter ego της στην ηρωίδα ενός μπεστελερά συγγραφέα, ο οποίος αποφάσισε να βάλει τέλος στις λογοτεχνικές περιπέτειες της διάσημης ηρωίδας του. Και ο άνθρωπος – ω την ατυχία του –  έπεσε στα χέρια της φανατικής, θεότρελης θαυμάστριας του με το πένθιμο χειρόγραφο στη σάκα του. Εικάζω, ότι έπειτα από την ταινία του Ράινερ  αρκετοί συγγραφείς έγιναν πιο προσεκτικοί με τις χάρτινες ηρωίδες τους.   

Το αργεντίνικο, θρίλερ αριστούργημα του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα «Το Μυστικό στα Μάτια της» (El Secreto De Sus Ojos – 2009), που σύστησε στο ευρύτερο ελλαδικό, κινηματογραφόφιλο κοινό τον εξαίρετο ηθοποιό Ρικάρντο Νταρίν κινήθηκε στο ίδιο επίπεδο της γυναικείας εκδίκησης, αλλά σε βάθος χρόνου και με διαφορετικά κίνητρα (άλλωστε η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, αναφέρει η σοφή, λαϊκή κρίση), κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2010, πέρασε από το αλεστήρι του remake και σήκωσε την τρίχα κάγκελο από την επιδερμίδα μας.

Άνδρες, δίχως τον χαρακτήρα της συμβουλής, προσοχή: πίσω από την όποια μορφή του θηλυκού εξωτερικού ή εσωτερικού κάλλους, εν δυνάμει κρύβεται μια θεά Ήρα που δεν χωρατεύει και συνεχώς καραδοκεί.  

«Rocketman»

 

  • Είδος: Μιούζικαλ βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέξτερ Φλέτσερ
  • Με τους: Τάρον Ετζερτον, Τζέιμι Μπελ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ,
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Γεννημένος στο μεσοαστικό και καλοβαλμένο προάστιο Πίνερ στο Μίντλεσεξ  του βορειοδυτικού Λονδίνου το 1947, ο Ρέτζιναλ Κένεθ Ντουάιτ, κατά κόσμο Έλτον Τζον, έδειξε από μικρός ξεκάθαρα την έφεση του στην μουσική. Ο στρατιωτικός, σκληροτράχηλος πατέρας του, αδιάφορος για το παιδί και την οικογένεια του, εντελώς απών στις ανάγκες του μικρού Ρέτζι, αλλά και μια μάνα (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ  – καλή) να ψάχνει το κλειδί της ευζωίας, ο μικρός είχε ως μοναδικό στήριγμα την αφοσίωση της γιαγιάς (Τζέμα Τζόουνς – καλή), που τον οδήγησε να διδαχθεί μουσική.

Κερδίζει υποτροφία στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σε ηλικία 11 ετών και τα τραγούδια του Έλβις Πρίσλεϊ, αλλά και ο εκρηκτικός ήχος του Ρολ εντ Ρολ της εποχής ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες της επιτυχίας στον Ρέτζι, που άλλαξε το όνομα του σε Έλτον Τζον (Τάρον Έγκερτον – καταπληκτικός!).

Από εκεί και έπειτα, όπως βιογραφείται στην ταινία ακολουθούμε την πορεία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που με το ύφος, το στιλ, τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του καθιερώθηκε στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

Μια χρονική πορεία 30 χρόνων, από το 1960 έως το 1990, που ο Έλτον μπήκε σε κλινική απεξάρτησης από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η ταινία εκτός των μεγάλων επιτυχιών του αναφέρεται στην ομοφυλοφιλία του τραγουδιστή, τις ντρόγκες, τις κρεπάλες, αλλά και στην ανιδιοτελή, σταθερή φιλία με τον στιχουργό του Μπέρνι Ταουπίν (Τζίμι Μπέιλ – πολύ καλός) και την πρώτη ερωτική του σχέση του με τον, επί 28 συνεχόμενα χρόνια, μάνατζερ Τζον Ρίντ (Ρίτσαρντ Μάντεν – πολύ καλός).

Να ξεκινήσω από την εκπληκτική δουλειά της υποψήφιας για Όσκαρ μακιγιέζ Λίζι Γεωργίου (Φύλακες του Γαλαξία), που παρέλαβε τον Τάρον Έγκερτον (πρωταγωνιστής των δυο ταινιών «Kingsman») και τον έφερε ίδια μούρη ως Έλτον Τζον στην νεότητά του, κάτι που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές θα το διαπιστώσουν άμεσα. Να συνεχίσω με την φαντασμαγορική εργασία του ενδυματολόγου  Τζούλιαν Ντέι, που έδωσε όλη την ατμόσφαιρα της εποχής και το ύφος του καλλιτέχνη με τα κοστούμια υπερπαραγωγή. Άλλωστε ο Έλτον Τζον είναι ο μουσικός που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» του Glitter Rock ή Glam Rock με τα εξωφρενικά σατέν, τα φτερά, τα γεμάτα πολύχρωμες πούλιες ρούχα, μαζί και τα παπούτσια πλατφόρμες (T-Rex, David Bowie, Roxy Music, Gary Glitter, Slade).

Η ιστορία της ταινίας είναι βασισμένη στο σενάριο ενός μουσικο-θεατρικού σόου που είχε ανεβάσει ο Έλτον Τζον με τον σύζυγο του και συν-παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Φέρνις στο Λας Βέγκας και αφορούσε εν είδει βιογραφίας την πορεία του τραγουδιστή. Από εκεί και έπειτα ο σκηνοθέτης Ντέξτερ Φλέτσερ, που ολοκλήρωσε το οσκαρικό «Bohemian Rhapsody» – έπειτα από την αποχώρηση του Μπράιαν Σίνγκερ λόγω σκανδάλου –  έδωσε αυτό που ήθελε ο ίδιος ο Ελτον Τζον. Γκλάμουρ, αλήθειες και πολύ μουσική εντός και εκτός πλαισίου, δηλαδή, μια μιούζικαλ άποψη στυλ «All That Jazz», όπου ο ρεαλισμός ανταμώνει αισθητικά με το φαντασιακό.

Στην αρχή, αλήθεια είναι, ότι ένοιωσα άβολα με την προσθήκη μουσικοχορευτικών πλάνων, αλλά στην συνέχεια θεώρησα πως αυτή η άποψη δεν τραυματίζει το αποτέλεσμα, αφού δεν σβήνει με γομολάστιχα την ακολουθία των όποιων ερωτικών επιλογών του καλλιτέχνη, ούτε τις διαδρομές του  στους πάτους των μπουκαλιών με αλκοόλ και των ναρκωτικών ουσιών. Κοινώς δεν ωραιοποιεί, ούτε τεντώνει το δάχτυλο κραυγαλέα για να δείξει την κατάντια, αλλά ελαφραίνει την δυστυχία, μετασχηματίζοντας την σε τραγούδι.   

Το σενάριο του Λι Χολ (Μπίλι Έλιοτ) είναι καλά δομημένο σε όλα τα επίπεδα της πλοκής και τα τραγούδια λειτουργούν ως το γερό παξιμάδι που στεριώνει την βίδα στον ψυχισμού του Έλτον.

Η διεύθυνση παραγωγής του Μάθιου Βον («X-Men: Η Πρώτη Γενιά», «Fantastic Four»,  ο οποίος είχε σκηνοθετήσει τον Έλτον Τζον στην σύντομη εμφάνισή του στο «Kingsman) είναι ατσαλάκωτη κερδίζει τις εντυπώσεις και το σημαντικότερο είναι, πως ο Τάρον Έγκερτον τραγουδάει ο ίδιος, (ο μπαγάσας τα ρίχνει καλά), χορεύει και ερμηνεύει τον Έλτον με την ακρίβεια και την σταθερότητα ενός γνώμονα.

Το «Rocketman» δεν είναι το μελιστάλαχτο, δραματοποιημένο «Bohemian Rhapsody». Είναι ένα χύμα, έντιμο biopic που δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλο του, τολμηρό για τα συντηρητικά πατρόν των μεγάλων, χολιγουτιανών στούντιο αλλά και διασκεδαστικό συνάμα, κάτι που δεν τόλμησε, περισσότερο για εμπορικούς λόγους, η βιογραφία του Φρέντι Μέρκιουρι. Διαθέτει όλους τους προβληματισμούς τις ανασφάλειες, τις ευαισθησίες ενός μεγάλου, διάσημου και επιτυχημένου ροκ σταρ εν ζωή, που δεν κώλωσε να πει ανοιχτά… «Να, αυτός είμαι!» Αυτός είναι ο Έλτον Τζον, κυρίες και κύριοι. Απολαύστε τον!   

«Αναζητώντας τον Χέντριξ»

 

  • Είδος: Κομεντί, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κύπρος, Γερμανία, Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης
  • Με τους: Βίκυ Παπαδοπούλου, Αδάμ Βουσδούκος, Φατίχ Αλ, Οζγκούρ Καραντενίζ, Γιάννης Κόκκινος, Βαλεντίνος Κόκκινος, Τόνυ Δημητρίου, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Γεωργία Κωνσταντίνου
  • Διάρκεια: 93΄
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας Φεστιβάλ Tribeca – Βραβείο ΙΡΙΣ Καλύτερου Σεναρίου, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου

Ο Ελληνοκύπριος, Γιάννης (Αδάμ Μπουσδούκος – πολύ καλός), είναι ένας ξοφλημένος μουσικός, του οποίου η ζωή δεν κυλά όπως ακριβώς την είχε φανταστεί. Η κοπέλα του Κίκα (Βίκυ Παπαδοπούλου – καλή) τον έχει εγκαταλείψει, συνεχίζοντας την ζωή της με άλλη σχέση,  η σπιτονοικοκυρά του ζητάει τα ενοίκια της και τον απειλεί πως θα τον πετάξει στον δρόμο, ενώ οι «δανειστές» του, έχουν γίνει στενός κορσές. Σχεδιάζει να φύγει κρυφά το συντομότερο από την Λευκωσία για την Ολλανδία μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο, τον Τζίμι, ξεπουλώντας το βιος του για να μαζέψει τα χρήματα του ταξιδιού.

Όταν όμως ο σκύλος του σε μια βόλτα το σκάει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού, ο Γιάννης περνάει για πρώτη φορά μετά την τουρκική κατοχή την νεκρή ζώνη για να φέρει πίσω τον Τζίμι. Τον ανακαλύπτει στην τουρκική φρουρά και πάνω που είναι έτοιμος να περάσει ξανά στην κυπριακή Λευκωσία έχει να αντιμετωπίσει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία που απαγορεύει τη διέλευση ζώων στις ελεύθερες περιοχές.

Εγκλωβισμένος και απεγνωσμένος στα κατεχόμενα αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθεια της Κίκας, καθώς επίσης και του Χασάν (Φατίχ Αλ – πολύ καλός), ενός Τούρκου έποικου, που ζει με την οικογένεια του στα κατεχόμενα και στο σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης.

Ο Χασάν απευθύνεται στον λαθρέμπορο Τουρμπέκ (Οζγκούρ Καραντενίζ – καλός), που έχει την δυνατότητα να περάσει τον σκυλάκο δίχως προβλήματα, αλλά μια καρφωτή στραβώνει την δουλειά. Οι τέσσερις τους προσπαθούν να φυγαδεύσουν τον Τζίμι, πίσω στις ελεύθερες περιοχές.

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνοκύπριου Μάριου Πιπερίδη και σενάριο δικό του, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, είναι μια feelgood περιπέτεια με χιούμορ φτιαγμένη, που σε ξεναγεί σε έναν κόσμο εντελώς άγνωστο για τους Έλληνες. Ποιοι είναι οι Τούρκοι έποικοι που 45 χρόνια τώρα κατοικούν αόρατοι στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη.

Αυτοί που δεν είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά άνθρωποι που ήρθαν με εντολή από την ηγεσία της Τουρκίας για να κατοικήσουν στην κατακτημένη πλευρά του νησιού, ζώντας στα σπίτια των Κυπριών που εγκατέλειψαν μετά την εισβολή.

Ο Χασάν είναι δεύτερης γενιάς έποικος, νέος άνθρωπος με όνειρα για αυτόν και την οικογένεια του, πολυτεχνίτης, που θέλει να φύγει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή, καθώς το καθεστώς τον έχει εγκλωβίσει αδιέξοδα στην κατεχόμενη πλευρά της Λευκωσίας. Ως έποικος δεν έχει διαβατήριο, δεν μπορεί να περάσει την γραμμή και να δουλέψει στην αποκεί πλευρά, όπως οι Τουρκοκύπριοι και απλά συνεχίζει την θλιβερή ζωή του.

Ο Πιπερίδης απελευθερώνει τα μηνύματα ανθρωπιάς μέσα από την δράση που αναπτύσσεται κατά την διάρκεια της αναζήτησης και φυγάδευσης του σκύλου Τζίμι. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Τούρκο Χασάν και τον Κύπριο Γιάννη, ο οποίος μεγάλωσε στην Γερμανία και ποτέ του δεν πέρασε την διαχωριστική γραμμή είναι ισόβαρη, καθώς και οι δυο ήρωες είναι σε κενού πτώση, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.

Η ταινία έχει καλό ρυθμό και με όχημα το απλό σενάριο της διάσωσης ενός σκύλου, ξεδιπλώνεται μια όμορφη και ανθρώπινη ακολουθία, όπου το δράμα μετασχηματίζεται σε ενδιαφέρον, κινηματογραφικό προϊόν, διανθισμένο με κωμικές καταστάσεις δίχως να γίνεται φαιδρό. Τόσο ο Αδάμ Μπουδούκος ( πρωταγωνιστής στις ταινίες του Φατίχ Ακίν: «Μαζί, Ποτέ!», «Soul Kitchen») όσο και ο Φατίχ Αλ είναι εξαιρετικοί.

Ευπρεπής η σκηνοθετική δουλειά του Μάριου Πιπερίδη, που του χάρισε, μάλιστα, το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ Tribeca, βλέπεται ευχάριστα, αφήνοντας καλές εντυπώσεις.           

«Ma»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τέιτ Τέιλορ
  • Με τους: Οκτάβια Σπένσερ, Τζούλιετ Λιούις, Νταϊάνα Σίλβερς, Λουκ Έβανς, ΜακΚέιλι Μίλερ
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

H Σου Αν (Οκτάβια Σπένσερ – καλή), μια φαινομενικά άκακη και μοναχική γυναίκα ζει ήσυχα στην επαρχιακή πόλη του Οχάιο. Όταν η έφηβη Μάγκι (Νταϊάνα Σίλβερς) της ζητάει να αγοράσει αλκοόλ για εκείνη και την παρέα της, η Σου Αν βρίσκει την ευκαιρία να κάνει νέους φίλους. Οι έφηβοι ως γνωστόν στο τέλος της εβδομάδας θέλουν να φτιάξουν ένα παρτάκι και όπως συνηθίζουν μαζεύονται όλοι μαζί σε υπαίθριο μέρος που το ονομάζουν «βράχια», ανάβουν φωτιά, λένε σαχλαμάρες, πίνουν και ως συνήθως φλερτάρουν.   

Κατόπιν της αγοράς του αλκοόλ η Σου Αν προτείνει στην εφηβοπαρέα να τους παραχωρήσει το υπόγειο του σπιτιού της για να διασκεδάσουν, ώστε να είναι ασφαλή και να μη χρειαστεί να οδηγήσουν στην επιστροφή υπό την επήρεια του αλκοόλ. Οι νέοι αφού βλέπουν τον χώρο ξετρελαίνονται από το δώρο και συμφωνούν να αποδεχτούν την προσφορά και να στήνουν τα παρτάκια τους στο ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο, χορεύοντας και πίνοντας.

Υπάρχουν όμως κανόνες, που πρέπει να τους εφαρμόσουν: Ένα από τα παιδιά πρέπει να παραμείνει νηφάλιο για να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Δεν πρέπει να βλασφημούν. Δεν πρέπει να ανέβουν στον επάνω όροφο του σπιτιού και την Σου Αν να την φωνάζουν «Μα» (που σημαίνει μαμά).

Η Μάγκι παραβιάζει τον πρώτο όρο της συμφωνίας και ανεβάζει μια συμμαθήτρια της στον επάνω όροφο για να πάνε στην τουαλέτα. Μια μικρή περιοδεία στο σπίτι και μάλιστα στο δωμάτιο της Σου Αν αποκαλύπτει, ότι η φιλήσυχη και καλοπροαίρετη, μαύρη οικοδέσποινα, που εξυπηρετεί τα παιδιά να διασκεδάζουν έχει μια εμμονή με τους παλιούς συμμαθητές της, όταν εκείνη ήταν έφηβη, πριν 30 χρόνια και, βέβαια, οι περισσότεροι νέοι που παρτάρουν ανέμελα στο υπόγειό της είναι τα τέκνα των συμμαθητών της.

Όσο η παρέα των παιδιών σταδιακά απομακρύνεται φρικαρισμένη από τη συναναστροφή με τη ΜA, λόγω της ανατριχιαστικής αποκάλυψης και όσο δε χρειάζονται πια τη φιλοξενία της, η μυστηριώδης γυναίκα αρχίζει να γίνεται πιεστική και αυτό που αρχικά φάνταζε ως το τέλειο εφηβικό όνειρο αρχίζει να γίνεται εφιάλτης. Το σπίτι της Mα θα μεταμορφωθεί στο τέλειο σκοτεινό θέατρο που θα αναδυθούν παλιά, άσχημα γεγονότα έτοιμα για την μεγάλη εκδίκηση.

Η «Μα» του Αμερικανού σκηνοθέτη Τέιτ Τέιλορ (Υπηρέτριες) είναι η «Κάρι» σε προχωρημένη ηλικία, που άργησε να πάρει την εκδίκηση της. Φορμαρισμένο θρίλερ στο στοιχείο του ρεαλιστικού τρόμου, ένα πάντρεμα εφηβικού plot με ενήλικο σασμάν και την τραυματική εμπειρία μιας αγαθούλας μαθήτριας με τα ματομπούκαλα που τραμπουκίζεται αισχρά από όλο, σχεδόν, το σχολείο φυλαγμένο στα απόκρυφα δώματα του σεναρίου για να κυλήσει η αγωνία έως το τέλος που γίνεται το μεγάλο πατιρντί.

Η οσκαροβραβευμένη Οκτάβια Σπένσερ αρκετά έξω από τα νερά της, στήνει τους κατάλληλους, ψυχολογικούς αρμούς στο ανθρωπιστικό, κοινωνικό πλέγμα της ιστορίας στην αδιάφορη και ρουτινιάρικη επαρχία πόλη, που όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους.

Η παραγωγή του Τζέισον Μπλουμ («Τρέξε!», «Η Νύχτα με τις Μάσκες: Η Κάθαρση») διαχειρίζεται ικανοποιητικά το διαστροφικό κλίμα του σεναρίου και η σκηνοθεσία του Τείλορ πέφτει καθολικά επάνω στην έμπειρη ηθοποιό. Η κλιμακωτή μεταμόρφωση της Οκτάβια δεν έχει λάθη, αν και σκοντάφτει στον οργισμένο, εφηβικό περίγυρο, το γνωστό και μη εξαιρετέο υλικό για τις ταινίες του φανταστικού ή του ρεαλιστικού τρόμου των τελευταίων ετών. Άλλωστε, όπως έχει κατασταλάξει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, αίμα δίχως σχολιαρόπαιδα είναι σπίτι χωρίς θεμέλια, τελικά!        

«Αποκαλύψεις»

(El desentierro  / The Uncovering)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισπανία, Αργεντινή (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νάτσο Ρουιπέρεζ
  • Με τους: Λεονάρντο Σμπαράλια, Χαν Κορνέτ, Μίτσελ Νόερ, Άνα Τορέντ, Τζιελένα Τζοβανόβα
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Όταν o Ζόρντι επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε για να παραστεί στην κηδεία του δημάρχου θείου του, μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι, όπως πίστευε, θαμμένος στο νεκροταφείο του χωριού. Ο ξάδελφος του και γιός του μακαρίτη δημάρχου, ο Ντιέγκο, επίσης, πληροφορείται πως ο θάνατος του πατέρα του είναι δολοφονία, γιατί ο πρώτος άρχοντας του τόπου ήταν μπλεγμένος με την αλβανική μαφία σε σκάνδαλο δωροδοκίας. Αμέσως μετά, ο Ζόρντι διαπιστώνει ότι η Βέρα, μια νεαρή, Αλβανή κοπέλα που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του και την μητέρα της, είναι ακόμα ζωντανή.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, ο Ζόρντι αποφασίζει να μείνει στο χωριό και να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη στον πατέρα του. Το ίδιο και ο Ντιέγκο.

 Σύντομα θα αντιμετωπίσουν μια σειρά από μυστηριώδεις καταστάσεις και οδυνηρές αποκαλύψεις, ενώ διάφοροι φόνοι έχουν στόχο να εμποδίσουν τον Ζόρντι να μάθει την αλήθεια, που κρατάει είκοσι χρόνια πίσω.

Ισπανική περιπέτεια μυστηρίου και αποκαλύψεων, που ανοίγει τα χαρτιά της μέσα από τα μυστικά του παρελθόντος μιας οικογένειας. Συνεχόμενο flashback, δράση και σενάριο κάτω του μετρίου να συναγωνίζεται σε υφή και ειδικό βάρος ελληνικό, τηλεοπτικό σίριαλ του συρμού.

Υπερβολές, σε όλα τα επίπεδα που διαδραματίζεται η πλοκή της ταινίας, καθώς ότι μπορούσε να σκεφτεί ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Νάτσο Ρουιπέρεζ στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του για να κάνει ντόρο το πέταξε, δημιουργώντας ένα βαρετό και ανούσιο θέμα με μαφία, απαγωγές, φόνους, δωροδοκίες, πολιτική ίντριγκα, παιδική πορνεία, σωματεμπορία, οικογενειακό δράμα, φλογερούς έρωτες, θυσία, κάθαρση και εξιλέωση, το ένα να πέφτει μετά από το άλλο στο βλέμμα μας, δίχως να αφομοιώνεις το παραμικρό.

Οι ισπανικές κινηματογραφικές παραγωγές, που κρατούσαν το κουτί της Πανδώρας στα χέρια τους με ταινίες θρίλερ και μυστηρίου, έχουν αρχίσει, κάμποσο καιρό, να παίρνουν την κάτω βόλτα με προορισμό την άκριτη μετριότητα, πανέτοιμες να πιάσουν το διπλανό στασίδι με αυτές της Φραγκίας, που ως ευτελή, κινηματογραφικά προϊόντα κάνουν την εμφάνιση τους, ως είθισται, την περίοδο του ελληνικού θέρους.      

«Γκοτζίλα ΙΙ: Ο Βασιλιάς των Τεράτων»

(Godzilla: King of the Monsters)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ντάκερτι
  • Με τους: Μίλι Μπόμπι Μπράουν, Βέρα Φαρμίγκα, Κάιλ Τσάντλερ, Ζανγκ Ζιγί, Κεν Γουατανάμπε, Τσαρλς Ντανς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Τόμας Μίντλντιτς, Αίσα Χιντς
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Tanweer

Το ζευγάρι των επιστημόνων, που στο πρώτο μέρος του Γκοζίλα του 2014 έχασε το ένα από τα δυο τέκνα του, ανταμώνει ξανά με την θυγατέρα στην εφηβεία και την μητέρα να έχει ανακαλύψει υπερσύγχρονη συσκευή που επικοινωνεί με τα τέρατα.  

Ο οργανισμός Μόναρκ, μια κρυφή ζωολογική ομάδα με πακτωλό χρημάτων που δουλεύει για το κράτος, επιστρατεύει την μάνα εφευρέτη για να αρχίσει τον διάλογο με ένα από τα τέρατα που είναι περιορισμένο σε ειδικές εγκαταστάσεις. Πάνω που ξεκίνησαν η επιστήμονας και το τέρας να κουβεντιάζουν μια τρομοκρατική οργάνωση οικολογικών απόψεων περί ισορροπίας και διάσωσης του πλανήτη Γη, κλέβει την συσκευή, απάγει την μάνα και την κόρη με σκοπό να απελευθερώσει την τερατική συμμορία εναντίον της ανθρωπότητας για να σταματήσει η μόλυνση και η κακοποίηση της Γης από τους ανθρώπους και ο πλανήτης να αναγεννηθεί.

Η Μόθρα, ο Ρόνταν και η ερεβώδης τρικέφαλη Γκιντόρα θα έρθουν αντιμέτωποι με τον Γκοτζίλα.

Το 1954, όταν ο ιαπωνικός, πλαστικός Gojira (Γκότζιρα) έκανε την εμφάνιση του στις κινηματογραφικές οθόνες κατάκτησε μεμιάς τις καρδιές μας ως το απόλυτο τέρας καταστροφής, κατά πολύ χειρότερο και από τον γοριλοτεράστιο βασιλιά Κονγκ. Πλήθος παραγωγών με τον Γκότζιρα λειτουργούσε σαν μαγεμένος αυλός στην cult διάθεση του κάθε κινηματογραφόφιλου και ο Γκότζιρα, που μετασχηματίστηκε σε Γκοτζίλα κρατούσε ευάερο θεωρείο στις καρδίες μας.

Δεν είναι λίγο να βλέπεις έναν μυθικών διατάσεων δεινόσαυρο να ισοπεδώνει στο ατσούμπαλο πέρασμα του ολόκληρες πόλεις (μινιατούρες τότε) και να τα βάζει με ομόσταυλα τέρατα σε μονομαχίες μέχρι θανάτου. Δράση και καταστροφή που δεν είχε καμιά σχέση με τον ερωτίλο Κινγκ Κονγκ, καθώς ο Γκοτζίλα δεν δίνει ούτε τσακιστό σεντ για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έβγαινε στην πιάτσα και γινόταν γενική ανακαίνιση στον πλανήτη. Ε, μετά μπήκαν τα αμερικανάκια στο παιχνίδι γιατί είδαν πως έχει «ψωμί» το θέμα και άρχισε η στυγνή εμπορευματοποίηση, οπότε το τραχύ, cult άρωμα του πρωτόλειου θεάματος ξεθύμανε αισθητά στην ατμόσφαιρα του αδιάφορου και του ανούσιου.

Έτσι και στο νούμερο δυο αυτού του franchise (δεν συμπεριλαμβάνω τον Γκοτζίλα του Ρόναλντ Έμεριχ, 1998), που έστησε ένα ψηφιακό πανδαιμόνιο καταστροφής βάζοντας σε κώδωνα κενού αέρος όλο το συναίσθημα του θεατή, πλασάροντας και καλά, διάφορα μηνύματα οικολογικού ενδιαφέροντος και τρίχες κατσαρές.

Άφησε το τέρας να κάνει καλά αυτό που ξέρει και πέτα από την μέση την γαρνιτούρα που ονομάζεται άνθρωπος. Ούτως ή αλλιώς η ανθρώπινη παρουσία σε τέτοιου είδους ταινίες είναι αναλώσιμη και όχι ηρωική.

Τα τέρατα έτσι και βγουν, όπως στις ιαπωνικές παραγωγές, θα τα κάνουν όλα οικόπεδο και θα σταματήσουν μόνο όταν καταλάβουν ότι δεν έχουν αντίπαλο ή ενδιαφέρον. Κοντός ψαλμός αλληλούια: Σίγουρα θα δούμε σύντομα τον ζημιάρη Γκοτζίλα με τον καζανόβα Κινγκ Κονγκ να σφάζονται για τα μάτια μιας ωραίας. Το δεύτερο μέρος του Γκοτζίλα, πάντως δεν είναι ταινία με τέρατα, αλλά ταινία τεράτογλου.     

«Γκοτζίλα ΙΙ: Ο Βασιλιάς των Τεράτων»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Godzilla: King of the Monsters)    

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ντάκερτι
  • Με τους: Μίλι Μπόμπι Μπράουν, Βέρα Φαρμίγκα, Κάιλ Τσάντλερ, Ζανγκ Ζιγί, Κεν Γουατανάμπε, Τσαρλς Ντανς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Τόμας Μίντλντιτς, Αίσα Χιντς
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Tanweer

Το ζευγάρι των επιστημόνων, που στο πρώτο μέρος του Γκοζίλα του 2014 έχασε το ένα από τα δυο τέκνα του, ανταμώνει ξανά με την θυγατέρα στην εφηβεία και την μητέρα να έχει ανακαλύψει υπερσύγχρονη συσκευή που επικοινωνεί με τα τέρατα.  

Ο οργανισμός Μόναρκ, μια κρυφή ζωολογική ομάδα με πακτωλό χρημάτων που δουλεύει για το κράτος, επιστρατεύει την μάνα εφευρέτη για να αρχίσει τον διάλογο με ένα από τα τέρατα που είναι περιορισμένο σε ειδικές εγκαταστάσεις. Πάνω που ξεκίνησαν η επιστήμονας και το τέρας να κουβεντιάζουν μια τρομοκρατική οργάνωση οικολογικών απόψεων περί ισορροπίας και διάσωσης του πλανήτη Γη, κλέβει την συσκευή, απάγει την μάνα και την κόρη με σκοπό να απελευθερώσει την τερατική συμμορία εναντίον της ανθρωπότητας για να σταματήσει η μόλυνση και η κακοποίηση της Γης από τους ανθρώπους και ο πλανήτης να αναγεννηθεί.

Η Μόθρα, ο Ρόνταν και η ερεβώδης τρικέφαλη Γκιντόρα θα έρθουν αντιμέτωποι με τον Γκοτζίλα.

Το 1954, όταν ο ιαπωνικός, πλαστικός Gojira (Γκότζιρα) έκανε την εμφάνιση του στις κινηματογραφικές οθόνες κατάκτησε μεμιάς τις καρδιές μας ως το απόλυτο τέρας καταστροφής, κατά πολύ χειρότερο και από τον γοριλοτεράστιο βασιλιά Κονγκ. Πλήθος παραγωγών με τον Γκότζιρα λειτουργούσε σαν μαγεμένος αυλός στην cult διάθεση του κάθε κινηματογραφόφιλου και ο Γκότζιρα, που μετασχηματίστηκε σε Γκοτζίλα κρατούσε ευάερο θεωρείο στις καρδίες μας.

Δεν είναι λίγο να βλέπεις έναν μυθικών διατάσεων δεινόσαυρο να ισοπεδώνει στο ατσούμπαλο πέρασμα του ολόκληρες πόλεις (μινιατούρες τότε) και να τα βάζει με ομόσταυλα τέρατα σε μονομαχίες μέχρι θανάτου. Δράση και καταστροφή που δεν είχε καμιά σχέση με τον ερωτίλο Κινγκ Κονγκ, καθώς ο Γκοτζίλα δεν δίνει ούτε τσακιστό σεντ για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έβγαινε στην πιάτσα και γινόταν γενική ανακαίνιση στον πλανήτη. Ε, μετά μπήκαν τα αμερικανάκια στο παιχνίδι γιατί είδαν πως έχει «ψωμί» το θέμα και άρχισε η στυγνή εμπορευματοποίηση, οπότε το τραχύ, cult άρωμα του πρωτόλειου θεάματος ξεθύμανε αισθητά στην ατμόσφαιρα του αδιάφορου και του ανούσιου.

Έτσι και στο νούμερο δυο αυτού του franchise (δεν συμπεριλαμβάνω τον Γκοτζίλα του Ρόναλντ Έμεριχ, 1998), που έστησε ένα ψηφιακό πανδαιμόνιο καταστροφής βάζοντας σε κώδωνα κενού αέρος όλο το συναίσθημα του θεατή, πλασάροντας και καλά, διάφορα μηνύματα οικολογικού ενδιαφέροντος και τρίχες κατσαρές.

Άφησε το τέρας να κάνει καλά αυτό που ξέρει και πέτα από την μέση την γαρνιτούρα που ονομάζεται άνθρωπος. Ούτως ή αλλιώς η ανθρώπινη παρουσία σε τέτοιου είδους ταινίες είναι αναλώσιμη και όχι ηρωική.

Τα τέρατα έτσι και βγουν, όπως στις ιαπωνικές παραγωγές, θα τα κάνουν όλα οικόπεδο και θα σταματήσουν μόνο όταν καταλάβουν ότι δεν έχουν αντίπαλο ή ενδιαφέρον. Κοντός ψαλμός αλληλούια: Σίγουρα θα δούμε σύντομα τον ζημιάρη Γκοτζίλα με τον καζανόβα Κινγκ Κονγκ να σφάζονται για τα μάτια μιας ωραίας. Το δεύτερο μέρος του Γκοτζίλα, πάντως δεν είναι ταινία με τέρατα, αλλά ταινία τεράτογλου.     

«Αποκαλύψεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(El desentierro  / The Uncovering)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισπανία, Αργεντινή (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νάτσο Ρουιπέρεζ
  • Με τους: Λεονάρντο Σμπαράλια, Χαν Κορνέτ, Μίτσελ Νόερ, Άνα Τορέντ, Τζιελένα Τζοβανόβα
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Όταν o Ζόρντι επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε για να παραστεί στην κηδεία του δημάρχου θείου του, μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι, όπως πίστευε, θαμμένος στο νεκροταφείο του χωριού. Ο ξάδελφος του και γιός του μακαρίτη δημάρχου, ο Ντιέγκο, επίσης, πληροφορείται πως ο θάνατος του πατέρα του είναι δολοφονία, γιατί ο πρώτος άρχοντας του τόπου ήταν μπλεγμένος με την αλβανική μαφία σε σκάνδαλο δωροδοκίας. Αμέσως μετά, ο Ζόρντι διαπιστώνει ότι η Βέρα, μια νεαρή, Αλβανή κοπέλα που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του και την μητέρα της, είναι ακόμα ζωντανή.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, ο Ζόρντι αποφασίζει να μείνει στο χωριό και να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη στον πατέρα του. Το ίδιο και ο Ντιέγκο.

 Σύντομα θα αντιμετωπίσουν μια σειρά από μυστηριώδεις καταστάσεις και οδυνηρές αποκαλύψεις, ενώ διάφοροι φόνοι έχουν στόχο να εμποδίσουν τον Ζόρντι να μάθει την αλήθεια, που κρατάει είκοσι χρόνια πίσω.

Ισπανική περιπέτεια μυστηρίου και αποκαλύψεων, που ανοίγει τα χαρτιά της μέσα από τα μυστικά του παρελθόντος μιας οικογένειας. Συνεχόμενο flashback, δράση και σενάριο κάτω του μετρίου να συναγωνίζεται σε υφή και ειδικό βάρος ελληνικό, τηλεοπτικό σίριαλ του συρμού.

Υπερβολές, σε όλα τα επίπεδα που διαδραματίζεται η πλοκή της ταινίας, καθώς ότι μπορούσε να σκεφτεί ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Νάτσο Ρουιπέρεζ στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του για να κάνει ντόρο το πέταξε, δημιουργώντας ένα βαρετό και ανούσιο θέμα με μαφία, απαγωγές, φόνους, δωροδοκίες, πολιτική ίντριγκα, παιδική πορνεία, σωματεμπορία, οικογενειακό δράμα, φλογερούς έρωτες, θυσία, κάθαρση και εξιλέωση, το ένα να πέφτει μετά από το άλλο στο βλέμμα μας, δίχως να αφομοιώνεις το παραμικρό.

Οι ισπανικές κινηματογραφικές παραγωγές, που κρατούσαν το κουτί της Πανδώρας στα χέρια τους με ταινίες θρίλερ και μυστηρίου, έχουν αρχίσει, κάμποσο καιρό, να παίρνουν την κάτω βόλτα με προορισμό την άκριτη μετριότητα, πανέτοιμες να πιάσουν το διπλανό στασίδι με αυτές της Φραγκίας, που ως ευτελή, κινηματογραφικά προϊόντα κάνουν την εμφάνιση τους, ως είθισται, την περίοδο του ελληνικού θέρους.      

«Ma»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τέιτ Τέιλορ
  • Με τους: Οκτάβια Σπένσερ, Τζούλιετ Λιούις, Νταϊάνα Σίλβερς, Λουκ Έβανς, ΜακΚέιλι Μίλερ
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

H Σου Αν (Οκτάβια Σπένσερ – καλή), μια φαινομενικά άκακη και μοναχική γυναίκα ζει ήσυχα στην επαρχιακή πόλη του Οχάιο. Όταν η έφηβη Μάγκι (Νταϊάνα Σίλβερς) της ζητάει να αγοράσει αλκοόλ για εκείνη και την παρέα της, η Σου Αν βρίσκει την ευκαιρία να κάνει νέους φίλους. Οι έφηβοι ως γνωστόν στο τέλος της εβδομάδας θέλουν να φτιάξουν ένα παρτάκι και όπως συνηθίζουν μαζεύονται όλοι μαζί σε υπαίθριο μέρος που το ονομάζουν «βράχια», ανάβουν φωτιά, λένε σαχλαμάρες, πίνουν και ως συνήθως φλερτάρουν.   

Κατόπιν της αγοράς του αλκοόλ η Σου Αν προτείνει στην εφηβοπαρέα να τους παραχωρήσει το υπόγειο του σπιτιού της για να διασκεδάσουν, ώστε να είναι ασφαλή και να μη χρειαστεί να οδηγήσουν στην επιστροφή υπό την επήρεια του αλκοόλ. Οι νέοι αφού βλέπουν τον χώρο ξετρελαίνονται από το δώρο και συμφωνούν να αποδεχτούν την προσφορά και να στήνουν τα παρτάκια τους στο ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο, χορεύοντας και πίνοντας.

Υπάρχουν όμως κανόνες, που πρέπει να τους εφαρμόσουν: Ένα από τα παιδιά πρέπει να παραμείνει νηφάλιο για να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Δεν πρέπει να βλασφημούν. Δεν πρέπει να ανέβουν στον επάνω όροφο του σπιτιού και την Σου Αν να την φωνάζουν «Μα» (που σημαίνει μαμά).

Η Μάγκι παραβιάζει τον πρώτο όρο της συμφωνίας και ανεβάζει μια συμμαθήτρια της στον επάνω όροφο για να πάνε στην τουαλέτα. Μια μικρή περιοδεία στο σπίτι και μάλιστα στο δωμάτιο της Σου Αν αποκαλύπτει, ότι η φιλήσυχη και καλοπροαίρετη, μαύρη οικοδέσποινα, που εξυπηρετεί τα παιδιά να διασκεδάζουν έχει μια εμμονή με τους παλιούς συμμαθητές της, όταν εκείνη ήταν έφηβη, πριν 30 χρόνια και, βέβαια, οι περισσότεροι νέοι που παρτάρουν ανέμελα στο υπόγειό της είναι τα τέκνα των συμμαθητών της.

Όσο η παρέα των παιδιών σταδιακά απομακρύνεται φρικαρισμένη από τη συναναστροφή με τη ΜA, λόγω της ανατριχιαστικής αποκάλυψης και όσο δε χρειάζονται πια τη φιλοξενία της, η μυστηριώδης γυναίκα αρχίζει να γίνεται πιεστική και αυτό που αρχικά φάνταζε ως το τέλειο εφηβικό όνειρο αρχίζει να γίνεται εφιάλτης. Το σπίτι της Mα θα μεταμορφωθεί στο τέλειο σκοτεινό θέατρο που θα αναδυθούν παλιά, άσχημα γεγονότα έτοιμα για την μεγάλη εκδίκηση.

Η «Μα» του Αμερικανού σκηνοθέτη Τέιτ Τέιλορ (Υπηρέτριες) είναι η «Κάρι» σε προχωρημένη ηλικία, που άργησε να πάρει την εκδίκηση της. Φορμαρισμένο θρίλερ στο στοιχείο του ρεαλιστικού τρόμου, ένα πάντρεμα εφηβικού plot με ενήλικο σασμάν και την τραυματική εμπειρία μιας αγαθούλας μαθήτριας με τα ματομπούκαλα που τραμπουκίζεται αισχρά από όλο, σχεδόν, το σχολείο φυλαγμένο στα απόκρυφα δώματα του σεναρίου για να κυλήσει η αγωνία έως το τέλος που γίνεται το μεγάλο πατιρντί.

Η οσκαροβραβευμένη Οκτάβια Σπένσερ αρκετά έξω από τα νερά της, στήνει τους κατάλληλους, ψυχολογικούς αρμούς στο ανθρωπιστικό, κοινωνικό πλέγμα της ιστορίας στην αδιάφορη και ρουτινιάρικη επαρχία πόλη, που όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους.

Η παραγωγή του Τζέισον Μπλουμ («Τρέξε!», «Η Νύχτα με τις Μάσκες: Η Κάθαρση») διαχειρίζεται ικανοποιητικά το διαστροφικό κλίμα του σεναρίου και η σκηνοθεσία του Τείλορ πέφτει καθολικά επάνω στην έμπειρη ηθοποιό. Η κλιμακωτή μεταμόρφωση της Οκτάβια δεν έχει λάθη, αν και σκοντάφτει στον οργισμένο, εφηβικό περίγυρο, το γνωστό και μη εξαιρετέο υλικό για τις ταινίες του φανταστικού ή του ρεαλιστικού τρόμου των τελευταίων ετών. Άλλωστε, όπως έχει κατασταλάξει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, αίμα δίχως σχολιαρόπαιδα είναι σπίτι χωρίς θεμέλια, τελικά!        

«Αναζητώντας τον Χέντριξ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Mule)

 

  • Είδος: Κομεντί, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κύπρος, Γερμανία, Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης
  • Με τους: Βίκυ Παπαδοπούλου, Αδάμ Βουσδούκος, Φατίχ Αλ, Οζγκούρ Καραντενίζ, Γιάννης Κόκκινος, Βαλεντίνος Κόκκινος, Τόνυ Δημητρίου, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Γεωργία Κωνσταντίνου
  • Διάρκεια: 93΄
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας Φεστιβάλ Tribeca – Βραβείο ΙΡΙΣ Καλύτερου Σεναρίου, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου

Ο Ελληνοκύπριος, Γιάννης (Αδάμ Μπουσδούκος – πολύ καλός), είναι ένας ξοφλημένος μουσικός, του οποίου η ζωή δεν κυλά όπως ακριβώς την είχε φανταστεί. Η κοπέλα του Κίκα (Βίκυ Παπαδοπούλου – καλή) τον έχει εγκαταλείψει, συνεχίζοντας την ζωή της με άλλη σχέση,  η σπιτονοικοκυρά του ζητάει τα ενοίκια της και τον απειλεί πως θα τον πετάξει στον δρόμο, ενώ οι «δανειστές» του, έχουν γίνει στενός κορσές. Σχεδιάζει να φύγει κρυφά το συντομότερο από την Λευκωσία για την Ολλανδία μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο, τον Τζίμι, ξεπουλώντας το βιος του για να μαζέψει τα χρήματα του ταξιδιού.

Όταν όμως ο σκύλος του σε μια βόλτα το σκάει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού, ο Γιάννης περνάει για πρώτη φορά μετά την τουρκική κατοχή την νεκρή ζώνη για να φέρει πίσω τον Τζίμι. Τον ανακαλύπτει στην τουρκική φρουρά και πάνω που είναι έτοιμος να περάσει ξανά στην κυπριακή Λευκωσία έχει να αντιμετωπίσει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία που απαγορεύει τη διέλευση ζώων στις ελεύθερες περιοχές.

Εγκλωβισμένος και απεγνωσμένος στα κατεχόμενα αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθεια της Κίκας, καθώς επίσης και του Χασάν (Φατίχ Αλ – πολύ καλός), ενός Τούρκου έποικου, που ζει με την οικογένεια του στα κατεχόμενα και στο σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης.

Ο Χασάν απευθύνεται στον λαθρέμπορο Τουρμπέκ (Οζγκούρ Καραντενίζ – καλός), που έχει την δυνατότητα να περάσει τον σκυλάκο δίχως προβλήματα, αλλά μια καρφωτή στραβώνει την δουλειά. Οι τέσσερις τους προσπαθούν να φυγαδεύσουν τον Τζίμι, πίσω στις ελεύθερες περιοχές.

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνοκύπριου Μάριου Πιπερίδη και σενάριο δικό του, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, είναι μια feelgood περιπέτεια με χιούμορ φτιαγμένη, που σε ξεναγεί σε έναν κόσμο εντελώς άγνωστο για τους Έλληνες. Ποιοι είναι οι Τούρκοι έποικοι που 45 χρόνια τώρα κατοικούν αόρατοι στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη.

Αυτοί που δεν είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά άνθρωποι που ήρθαν με εντολή από την ηγεσία της Τουρκίας για να κατοικήσουν στην κατακτημένη πλευρά του νησιού, ζώντας στα σπίτια των Κυπριών που εγκατέλειψαν μετά την εισβολή.

Ο Χασάν είναι δεύτερης γενιάς έποικος, νέος άνθρωπος με όνειρα για αυτόν και την οικογένεια του, πολυτεχνίτης, που θέλει να φύγει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή, καθώς το καθεστώς τον έχει εγκλωβίσει αδιέξοδα στην κατεχόμενη πλευρά της Λευκωσίας. Ως έποικος δεν έχει διαβατήριο, δεν μπορεί να περάσει την γραμμή και να δουλέψει στην αποκεί πλευρά, όπως οι Τουρκοκύπριοι και απλά συνεχίζει την θλιβερή ζωή του.

Ο Πιπερίδης απελευθερώνει τα μηνύματα ανθρωπιάς μέσα από την δράση που αναπτύσσεται κατά την διάρκεια της αναζήτησης και φυγάδευσης του σκύλου Τζίμι. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Τούρκο Χασάν και τον Κύπριο Γιάννη, ο οποίος μεγάλωσε στην Γερμανία και ποτέ του δεν πέρασε την διαχωριστική γραμμή είναι ισόβαρη, καθώς και οι δυο ήρωες είναι σε κενού πτώση, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.

Η ταινία έχει καλό ρυθμό και με όχημα το απλό σενάριο της διάσωσης ενός σκύλου, ξεδιπλώνεται μια όμορφη και ανθρώπινη ακολουθία, όπου το δράμα μετασχηματίζεται σε ενδιαφέρον, κινηματογραφικό προϊόν, διανθισμένο με κωμικές καταστάσεις δίχως να γίνεται φαιδρό. Τόσο ο Αδάμ Μπουδούκος (πρωταγωνιστής στις ταινίες του Φατίχ Ακίν: «Μαζί, Ποτέ!», «Soul Kitchen») όσο και ο Φατίχ Αλ είναι εξαιρετικοί.

Ευπρεπής η σκηνοθετική δουλειά του Μάριου Πιπερίδη, που του χάρισε, μάλιστα, το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ Tribeca, βλέπεται ευχάριστα, αφήνοντας καλές εντυπώσεις.           

«Rocketman»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Μιούζικαλ βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέξτερ Φλέτσερ
  • Με τους: Τάρον Ετζερτον, Τζέιμι Μπελ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ,
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Γεννημένος στο μεσοαστικό και καλοβαλμένο προάστιο Πίνερ στο Μίντλεσεξ  του βορειοδυτικού Λονδίνου το 1947, ο Ρέτζιναλ Κένεθ Ντουάιτ, κατά κόσμο Έλτον Τζον, έδειξε από μικρός ξεκάθαρα την έφεση του στην μουσική. Ο στρατιωτικός, σκληροτράχηλος πατέρας του, αδιάφορος για το παιδί και την οικογένεια του, εντελώς απών στις ανάγκες του μικρού Ρέτζι, αλλά και μια μάνα (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ  – καλή) να ψάχνει το κλειδί της ευζωίας, ο μικρός είχε ως μοναδικό στήριγμα την αφοσίωση της γιαγιάς (Τζέμα Τζόουνς – καλή), που τον οδήγησε να διδαχθεί μουσική.

Κερδίζει υποτροφία στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σε ηλικία 11 ετών και τα τραγούδια του Έλβις Πρίσλεϊ, αλλά και ο εκρηκτικός ήχος του Ρολ εντ Ρολ της εποχής ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες της επιτυχίας στον Ρέτζι, που άλλαξε το όνομα του σε Έλτον Τζον (Τάρον Έγκερτον – καταπληκτικός!).

Από εκεί και έπειτα, όπως βιογραφείται στην ταινία ακολουθούμε την πορεία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που με το ύφος, το στιλ, τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του καθιερώθηκε στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

Μια χρονική πορεία 30 χρόνων, από το 1960 έως το 1990, που ο Έλτον μπήκε σε κλινική απεξάρτησης από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η ταινία εκτός των μεγάλων επιτυχιών του αναφέρεται στην ομοφυλοφιλία του τραγουδιστή, τις ντρόγκες, τις κρεπάλες, αλλά και στην ανιδιοτελή, σταθερή φιλία με τον στιχουργό του Μπέρνι Ταουπίν (Τζίμι Μπέιλ – πολύ καλός) και την πρώτη ερωτική του σχέση του με τον, επί 28 συνεχόμενα χρόνια, μάνατζερ Τζον Ρίντ (Ρίτσαρντ Μάντεν – πολύ καλός).

Να ξεκινήσω από την εκπληκτική δουλειά της υποψήφιας για Όσκαρ μακιγιέζ Λίζι Γεωργίου (Φύλακες του Γαλαξία), που παρέλαβε τον Τάρον Έγκερτον (πρωταγωνιστής των δυο ταινιών «Kingsman») και τον έφερε ίδια μούρη ως Έλτον Τζον στην νεότητά του, κάτι που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές θα το διαπιστώσουν άμεσα. Να συνεχίσω με την φαντασμαγορική εργασία του ενδυματολόγου  Τζούλιαν Ντέι, που έδωσε όλη την ατμόσφαιρα της εποχής και το ύφος του καλλιτέχνη με τα κοστούμια υπερπαραγωγή. Άλλωστε ο Έλτον Τζον είναι ο μουσικός που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» του Glitter Rock ή Glam Rock με τα εξωφρενικά σατέν, τα φτερά, τα γεμάτα πολύχρωμες πούλιες ρούχα, μαζί και τα παπούτσια πλατφόρμες (T-Rex, David Bowie, Roxy Music, Gary Glitter, Slade).

Η ιστορία της ταινίας είναι βασισμένη στο σενάριο ενός μουσικο-θεατρικού σόου που είχε ανεβάσει ο Έλτον Τζον με τον σύζυγο του και συν-παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Φέρνις στο Λας Βέγκας και αφορούσε εν είδει βιογραφίας την πορεία του τραγουδιστή. Από εκεί και έπειτα ο σκηνοθέτης Ντέξτερ Φλέτσερ, που ολοκλήρωσε το οσκαρικό «Bohemian Rhapsody» – έπειτα από την αποχώρηση του Μπράιαν Σίνγκερ λόγω σκανδάλου –  έδωσε αυτό που ήθελε ο ίδιος ο Ελτον Τζον. Γκλάμουρ, αλήθειες και πολύ μουσική εντός και εκτός πλαισίου, δηλαδή, μια μιούζικαλ άποψη στυλ «All That Jazz», όπου ο ρεαλισμός ανταμώνει αισθητικά με το φαντασιακό.

Στην αρχή, αλήθεια είναι, ότι ένοιωσα άβολα με την προσθήκη μουσικοχορευτικών πλάνων, αλλά στην συνέχεια θεώρησα πως αυτή η άποψη δεν τραυματίζει το αποτέλεσμα, αφού δεν σβήνει με γομολάστιχα την ακολουθία των όποιων ερωτικών επιλογών του καλλιτέχνη, ούτε τις διαδρομές του  στους πάτους των μπουκαλιών με αλκοόλ και των ναρκωτικών ουσιών. Κοινώς δεν ωραιοποιεί, ούτε τεντώνει το δάχτυλο κραυγαλέα για να δείξει την κατάντια, αλλά ελαφραίνει την δυστυχία, μετασχηματίζοντας την σε τραγούδι.   

Το σενάριο του Λι Χολ (Μπίλι Έλιοτ) είναι καλά δομημένο σε όλα τα επίπεδα της πλοκής και τα τραγούδια λειτουργούν ως το γερό παξιμάδι που στεριώνει την βίδα στον ψυχισμού του Έλτον.

Η διεύθυνση παραγωγής του Μάθιου Βον («X-Men: Η Πρώτη Γενιά», «Fantastic Four»,  ο οποίος είχε σκηνοθετήσει τον Έλτον Τζον στην σύντομη εμφάνισή του στο «Kingsman) είναι ατσαλάκωτη κερδίζει τις εντυπώσεις και το σημαντικότερο είναι, πως ο Τάρον Έγκερτον τραγουδάει ο ίδιος, (ο μπαγάσας τα ρίχνει καλά), χορεύει και ερμηνεύει τον Έλτον με την ακρίβεια και την σταθερότητα ενός γνώμονα.

Το «Rocketman» δεν είναι το μελιστάλαχτο, δραματοποιημένο «Bohemian Rhapsody». Είναι ένα χύμα, έντιμο biopic που δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλο του, τολμηρό για τα συντηρητικά πατρόν των μεγάλων, χολιγουτιανών στούντιο αλλά και διασκεδαστικό συνάμα, κάτι που δεν τόλμησε, περισσότερο για εμπορικούς λόγους, η βιογραφία του Φρέντι Μέρκιουρι. Διαθέτει όλους τους προβληματισμούς τις ανασφάλειες, τις ευαισθησίες ενός μεγάλου, διάσημου και επιτυχημένου ροκ σταρ εν ζωή, που δεν κώλωσε να πει ανοιχτά… «Να, αυτός είμαι!» Αυτός είναι ο Έλτον Τζον, κυρίες και κύριοι. Απολαύστε τον!   

Η ηθοποιός Μαρία Ρήγα συνέντευξη στην Ειρήνη Αγγελική Μήτση (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Η Μαρία Ρήγα είναι απόφοιτη της Δραματικής Σχολής Αθηνών Γιώργου Θεοδοσιάδη. Παρακολούθησε σεμινάρια υποκριτικής, μετάφρασης και ανάλυσης κειμένου με τους Βασίλη Ανδρέου και Μαρία Αιγινίτου, Ανδρέα Μανωλικάκη,   Heidi Durning, Alexander Karschnia-Nicola Nord.

Στο θέατρο έπαιξε: 2018: «Οι μύθοι του Αισώπου», Πολύτεχνο, Μ.Ε.Κ., 2016-2017 «Ο Μαγικός Καθρέφτης» των Κληροπούλου-Γιαννουλάκη, G. Δημιουργών, 2015-2016: « Η Λήδα και η Ορχήστρα της» της Π.Κληροπούλου, σκηνοθεσία: Σ.Γιαννουλάκη, Θέατρο Life n’ Art, 2015: «Τι παράξενο αλήθεια!»  ομάδα Χάρτινοι Κήποι (Μ. Ρήγα, Χ.Ζυβοπούλου), Igor festival, θέατρο Μπιπ, 2015: «Η μύγα» του Ζωρζ Λάγκελαν σκηνοθεσία Δ.Λυκιαρδόπουλος, Θέατρο Αλκμήνη, 2013-2014:«Η Βασίλισσα του Χιονιού» Χ.Κ. Άντερσεν ομάδα TRAM, 2011-2013: «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη, 2011: «Ο Κουρέας της Σεβίλλης» Μπωμαρσαί, Θέατρο  Κάτια Δανδουλάκη

Στη τηλεόραση την είδαμε, 2008: «Σε είδα» «Ο πρώην και ο επόμενος» Σκην.: Νικόλας Δημητρόπουλος – Alpha, 2008: «Σε είδα» «Το μυστικό του Κίσσαβου» Σκην.: Μιχάλης Κωνσταντάτος – Alpha

Στον κινηματογράφο την απολαύσαμε στις μικρού μήκους ταινίες: 2015: «Choose your future» Σκηνοθεσία: Πέτρος Φλωράκης, 2013: «Θραύσματα ενός κύκλου» Σκηνοθεσία: Ιωάννα Τσεσμετζή.

Το Intownpost παρακολούθησε το μιούζικαλ δωματίου «Ο Μικρός Πρίγκιπας και το Ρόδο του» του Θοδωρή Τσαπακίδη σε μουσική Βέρας Χατζηπαππά. Ο Βασίλης Πουλάκος και η Μαρία Ρήγα γίνονται ο  Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ και η Κονσουέλο Σουνσίν Σανδοβάλ στο εμβληματικό σπίτι του ζεύγους Κατακουζηνού.

 Όπως ο Άγγελος και η Λητώ Κατακουζηνού είχαν μια παραμυθένια κοινή ζωή τη δεκαετία του 1930 κατά την οποία ο νευρολόγος-ψυχίατρος και η συγγραφέας σύζυγός του βίωσαν έναν κόσμο καλλιέργειας και δημιουργίας, όπου οι τέχνες και τα γράμματα κατείχαν σημαντική θέση, έτσι και το ζεύγος Εξυπερύ “ζωντανεύει” την κοινή του ζωή σε αυτόν τον χώρο γυρίζοντας τον χρόνο πίσω.

«Η ζωή μας δίδαξε ότι η αγάπη δε συνίσταται στο να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, αλλά στο να κοιτάμε προς την ίδια κατεύθυνση», είπε ο αγαπημένος συγγραφέας του Μικρού Πρίγκιπα, Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ.

Ο σκηνοθέτης Θοδωρής Τσαπακίδης μας διηγείται μέσα από αποσπάσματα των αληθινών ερωτικών επιστολών του ζεύγους Εξυπερύ και τραγουδιών μελοποιημένων από τη Βέρα Χατζηπαπά μια ιστορία έρωτα με τις αδυναμίες και τη δύναμή του, με το πάθος του και τις ανασφάλειές του, μέσα από τον οποίο ξεπρόβαλε «Ο Μικρός Πρίγκιπας» που έγινε σύμβολο για μικρούς και μεγάλους αναγνώστες, ένας οδηγός για μια διαφορετική ματιά στη Ζωή.

Μιλήσαμε με την πρωταγωνίστρια Μαρία Ρήγα για την παράσταση, για τον Έρωτα, για το Πάθος, για το Θέατρο.

Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία την Οικία Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού και την επιμελήτριά του Σοφία Πελοποννησίου.

Δείτε το Video της Συνέντευξης