fbpx

banner αεροδρομίου

«Ἕνα ἄρθρο πρό 29 ἐτῶν…», γράφει ο Ανδρέα Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

25η Μαρτίου 1990, μόλις εἶχα δεῖ τήν παρέλασι καί εἶχα συγκινηθεῖ ἀπό τόν Ἐθνικό μας Ὕμνο, τήν ἁρμονική ἐκπροσώπησι τῆς μοναδικῆς Ἑλλάδος μας…

Κάθησα λοιπόν καί ἔγραψα τό κείμενο αὐτό – τότε βέβαια σέ γραφομηχανή – καί τήν  ἄλλη  μέρα τό πρωΐ βρέθηκα στό γραφεῖο τοῦ μεγάλου δημοσιογράφου Γιάννη Μαρίνου, στήν  Χρήστου Λαδᾶ 3, στήν Πλατεῖα Καρύτση.

Τό κοίταξε καί μέ πολυάσχολο ὕφος μοῦ εἶπε ὅτι συνήθως, ἐάν ἐγκριθῆ ἡ δημοσίευσις κάποιου κειμένου αὐτή γίνεται περίπου τέσσερεις μέ πέντε μῆνες ἀργότερα. Τόν εὐχαρίστησα κι ἔφυγα.

Τήν  ἄλλη μέρα τό μεσημέρι 12.30 χτυπάει τό τηλέφωνό μου στό γραφεῖο μου, ὁ Γιάννης Μαρῖνος. Ἐπί 35 λεπτά μιλούσαμε μέ άφορμή τό άρθρο. Στό κλείσιμο μοῦ πέταξε καί τήν βόμβα… : “ Ἐπειδή τό κασέ τῆς ἑπομένης ἐκδόσεως βρἰσκεται στό τυπογραφεῖο καί δέν προλαβαίνουμε νά τό βάλουμε αυτήν τήν βδομάδα, τό ἄρθρο  θά μπῆ τήν ἑπομένη”.  Κόκκαλο ὁ Ἀντρῖκος, μοῦ’χε φύγει τό σαγώνι.

Κι ἔτσι εἶχα τήν μεγάλη τιμή νά μοῦ ἐγκρίνη ὁ Γιάννης Μαρῖνος καί νά δημοσιεύση ὁ «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τό ἐγκυρότερο περιοδικό τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στίς 19 Ἀπριλίου 1990,  τό κατωτέρω ἄρθρο μου. Ἀπό το ἄρθρο αὐτό σήμερα δεν θά ἄλλαζα τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τά τῆς πίστεως, ἐκεῖ  θά εἶχα, ἔχω πρόβλημα μεγάλο, διαφωνίες μεγάλες ἀλλά δέν τίθεται πρός συζήτησιν.

Τό ἄρθρο λοιπόν ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ο Ευπάτωρ σε σκίτσο του Sean Barnnett το 1991 στο Λονδίνο

Ἡ Ἑλλάς καί οἱ  Ἕλληνες

μέσα ἀπό το κριτικό μάτι ἑνός ἁπλοῦ πολίτη.

Ἔχουμε ἀκούσει, τον τελευταῖο καιρό, πολλά να λέγονται και πολλά να γράφονται ἀπό πολιτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές και εἰδήμονες πάσης μορφῆς. Ἄλλα σωστά, ἄλλα λιγώτερο, ἄλλα ἀπό τήν σκοπιά τἠν κομματική – μέ τίς ἐπιφυλάξεις τοῦ ἀθλίου αὐτοῦ «πολιτικοῦ κόστους», ἄλλα ἀπό την σκοπιά τοῦ τεχνοκράτη πού προσπαθεί να δώση κάποια ἀντικειμενικότητα στις ἀπόψεις του στηρίζοντάς τες σέ, συνήθως, σαθρούς ἀριθμούς, ἀφοῦ την ἄλλη στιγμή κάποιος ἄλλος τεχνοκράτης παρουσιάζει ἐξ ισου ἀληθοφανῶς την ἀντίθετο ἄποψι.

Ἔτσι ἐπικρατεῖ στον κόσμο μία γενική σύγχυσι και ἀναπόφευκτα τείνουν οἱ ὁλιγώτερον σκεπτόμενοι και περισσότερον ἐνστικτωδῶς ἀντιδρῶντες, να ἐπευφημοῦν τά εὔκολα, τά ἐντυπωσιακά και συνήθως ἀποπροσανατολιστικά συνθήματα.

Η δική μου φωνή, δέν θἄθελα νά πάρη καμμιά ἀπό τίς πιό πάνω ἐτικέττες. Θἄθελα νά εἶναι ἡ φωνή, ἄς ποῦμε, τῆς σιωπηρῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἡ φωνή ἑνός σκεπτομένου κριτοῦ τῶν δρωμένων στήν ταλαίπωρη αὐτή χῶρα, ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του.

Παρατηρῶντας λοιπόν τήν σύγχρονη Ἑλληνική Ζωή και πραγματικότητα, ἔφθασα σέ κάποιες διαπιστώσεις. Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἀναφέρονται περισσότερο σ’αὐτά πού φαίνεται πώς ἐξελίσσονται λάθος καί δημιουργοῦν προβλήματα και θα μποροῦσε να ἰσχυρισθῆ κανείς ὄτι γίνονται σωστά.

Πρώτη καί βασικότερη διαπίστωσι εἶναι ὅτι στήν σημερινή Ἑλληνική Κοινωνία ἔχουν πάψει νά ἔχουν «πέραση» οι ἀξίες! Αἰσθάνομαι μιά ἀπέραντη θλίψι καί ἀπογοἠτευσι διαπιστώνοντας πώς κάθε ἁγνή ἰδέα, κάθε ἠθική ἀξία, ἔχει πάψει πρό πολλοῦ νά εἶναι ὁ στόχος τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὁ στόχος τῆς κοινωνίας γενικότερα.

Οἱ ἀξίες ὅπως ἡ Πίστις, ἡ Τιμιότης, ἡ Εἰλικρίνεια, ἡ Γενναιοφροσύνη, ἡ Σοβαρότης,, ἡ Ταπεινοφροσύνη, ἡ Ἀξιοπρέπεια, ἡ Μεγαλοθυμία, ἡ Ἐργατικότης, και οἱ Μεγάλες Ἱδέες ὅπως ἡ Ἐλευθερία, ἡ Ἐθνική Συνείδησις, ὁ Πατριωτισμός,, ἔχουν χαθῆ ἀπό τήν καθημερινή πολιτική καί κοινωνική ζωή.  Το χειρότερο δε εἶναι πώς ὁ κάθε ἕνας πού καταπατᾶ τίς ἠθικές ἀρχές καί τίς πανανθρώπινες αύτές ἀρετές, ὀχυρώνεται πίσω ἀπό τήν πλέον ταλαιπωρημένη ἔννοια τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, τήν Δημοκρατία.

Τήν Δημοκρατία, πού λέμε ὅτι θέλουμε νά τήν βιώσουμε, καί δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπό νά τήν βιάζουμε, παραβιάζουμε καί ἐκβιάζουμε. Συνηθέστατο φαινόμενο, στό ὁποῖο δεν συμμετέχουμε μόνον ὡς ἄτομα, ἀλλά και ὡς κοινωνικές ὁμάδες, ὀλιγομελεῖς ἤ πολυπληθεῖς δέν ἔχει και πολλή σημασία.  Το κακό δέ, εἶναι, πώς ἄν θελήση κανείς νά ἀντισταθῆ, τότε γίνεται ὁ περίγελως τῶν γύρω του ὡς ἀφελής, ἤ ὑφίσταται ἐντονότατη κριτική χαρακτηριζόμενος ἀπό ὅλους ὡς «έχθρός τῶν δημοκρατικῶν διαδικασιῶν καί τῆς προόδου».

Ἄς μποῦμε ὅμως σέ μια τάξι , στήν σκέψι μας. Ἀς ἐξετάσουμε τήν Ἑλλάδα και τούς Ἕλληνες ώς σύνολο. Ώς Ἐθνικό Σύνολο.

Μά τόν Θεό, δὐσκολα μπορῶν πιά να διαγνώσω στην ψυχή τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖνο το ρωμαλέο σφρῖγος μιᾶς δυναμικῆς φυλῆς, μέ Ἐθνική Συνείδησι. Βλέπω μπροστά μου ἕναν λαό φθαρμένο, χωρίς πίστι στόν ἑαυτό του, χωρίς να εχει στόχους μπροστά του με ἀποκούμπι και βοήθεια το παρελθόν του. Βλέπω ἕναν λαό καταδικασμένο σέ ἀποτυχία, γιατί δέν ἔχει τό σθένος, τό τσαγανό, τό κουράγιο, τήν παλληκαριά νά διαβάση τήν Ἱστορία του, νά μάθη ἀπό αὐτήν καί νά γράψη νέες ἔνδοξες σελίδες. Βλέπω δυστυχῶς Ἕλληνες τῆς παρακμῆς καί μιά Ἑλλάδα μαραμένη, ξεφτισμένη κι ἀνίκανη νά ἀνορθωθῆ.

Θἄθελα να μποροῦσα να ρωτήσω ὅλους τούς Ἕλληνες μαζί κι ἕναν ἕναν χωριστά, πότε ἦταν ἡ τελευταῖα φορά πού ἐρρίγησαν ἀκούγοντας τόν  Έθνικό Ὕμνο, πότε δάκρυσαν γιά, τελευταῖα φορά βλέποντας τήν Ἐλληνική Σημαῖα; Γιατί τά Ἐθνικά μας Σύμβολα ἔπαψαν νά μιλοῦν πιά στήν ψυχή τοῦ Ἔλληνα, ἔπαψαν πιά να ἔχουν σημασία;

Μήπως γιατί ἔχασε ὁ Ἕλληνας την Πίστι του; Μήπως γιατί ἔπαψε να πιστεύη στον Θεό -ὅπως κι ἄν τόν ὀνομάζη ὁ καθένας μας μέσα του;

Μήπως ἔπαψε νά πιστεύη γιατί ἐνόμισε ὡς ὀρθή τήν σφαλερή ἄποψι πώς μόνον τά ὑλικά ἀγαθά ἔχουν ἀξία στήν Ζωή; Μήπως ντρέπεται ὁ Ἕλληνας νά πῆ ὄχι στήν Κίρκη τῆς «παραδοπιστίας» καί στίς Σειρῆνες τῆς «BMW» καί τῆς «σπατάλης» και δέν ἔχει πιά τό σθένος νά σταθῆ ἀντιμέτωπος τοῦ κακοῦ του ἑαυτοῦ; Δέν ἔμαθε άπό τήν ἱστορία τοῦ Ἡρακλῆ τό περίφημο αὐτό σταυροδρόμι τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ; Δέν πῆρε παράδειγμα ἀπό τόν Παπαφλέσσα, τόν Ἀθανάσιο Διάκο, τόν Στρατηγό Μακρυγιάννη, τόν Κολοκοτρώνη; Μόνον ὁ Κοσκωτάς ἔμεινε γιά παράδειγμα στήν Ἑλληνική Ἱστορία;

Τί αἶσχος Θεέ μου, τί ντροπή !

Φαίνεται πώς ἡ φθορά ἑνός λαοῦ μπορεῖ να ξεκινήση ἀπό πολλά αἴτια. Σίγουρα ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ καταστροφή ἤ σωστότερα ἡ διαστροφή τῆς γλώσσας του. Κανείς δεν διαφωνεῖ πώς ἡ γλῶσσα εἶναι ζωντανή και συνεπῶς ἐξελίσσεται και διαμορφώνεται συνεχῶς, καθημερινά. Μόνη της ὅμως, διατηρῶντας τον πλοῦτον της, την ὀμορφιά της, την ἀμεσότητά της. Μόνη της συντονίζεται εὔκολα με την ἐποχή της.

Ἐμεῖς φροντίσαμε τά τελευταῖα χρόνια νά τήν τραυματίσουμε βαρύτατα. Θελήσαμε νά καταργήσουμε βιαίως ὅλα ἐκεῖνα τά σημεῖα πού τήν ἔκαναν μοναδική, ἐξέχουσα, σημαντική. Μέ τό πρόσχημα τῆς ἁπλοποιήσεως δεχθήκαμε ἀδίστακτα να χρησιμοποιοῦμε σἄν γλῶσσα τῶν καθηγητῶν τήν γλῶσσα τῶν ἀγραμμάτων, κι ἔτσι ἀντί νά ἐπιδιώκουμε νά βελτιώσουμε τήν παιδεία τῶν ἐργατῶν ἀνεβάζοντάς την στο ἐπίπεδο τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκάναμε τόν Πανεπιστημιακό Δάσκαλο νά μιλάει σἄν έργάτης. Ἡ ἐξίσωσις τῶν πολιτῶν πρός τά κάτω!

Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουνα παιδί, τον πατέρα μου νά μιλᾶ γιά Καθηγητές Πανεπιστημίου (ἐπιστήμονας καί αὐτός) μέ δέος, μέ σεβασμό.  Σήμερα δυστυχῶς, ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζουν οἱ πνευματικοί καθοδηγητές τοῦ Ἔθνους καί τῶν παιδιῶν μας, εἶναι ἐπιεικῶς θλιβερή. Ὑπέστησαν ἀλλοτρίωσι ἀπό ἀνθρώπους πού τούς ἔλεγαν  «ἐσεῖς δέν ἔχετε τό δικαίωμα διά νά ὀμιλεῖτε…».  Καί τό δέχθηκαν. Καί πίστεψαν σ’αὐτούς.

 

Τί αἶσχος, Θεέ μου, τί ντροπή!

Οἱ Ἑλληνικές παροιμίες, ὅσες ἔχουν ἀκόμη ἀπομείνει μέσα στήν φτώχεια τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς γλῶσσας, εἶναι σαφεῖς: «Τό ψάρι βρωμάει ἀπό τό κεφάλι» ἤ με την ἴδια  περίπου σημασία «μ’ὅποιον δάσκαλο καθήσεις τέτοια γράμματα θά μάθης» ἤ ἀκόμη: «κάθε λαός ἔχει γιά ἡγέτη κι ἀρχηγό του αὐτόν πού τοῦ ἀξίζει».

Ἔτσι λοιπόν, βρέθηκε ὁ Ἑλληνικός Λαός με Κυβερνῆτες πού τόν δίδαξαν ἐπίσημα πώς μπορεῖ νά πάρη ἕνα δωράκι «ἀλλά ὄχι καί πεντακόσια ἑκατομμύρια» ( σημ: Ὁ Ἀνδρ.Παπανδρέου πρός τόν τότε Διοικητή τῆς ΔΕΗ Μαυράκη), πού τόν ἔσπρωξαν στήν κομπίνα,στήν ἀδιαφορία, στήν ἀνηθικότητα, στήν ἀμετροέπεια, στήν ψευδολογία, στήν διαφθορά, στήν κατάχρησι, στήν έξαπάτησι, και σέ τόσες ἄλλες «ἀρετές» τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα πολίτη.

Τίς «ἀρετές» αὐτές τίς συναντοῦμε καθημερινά στούς Συνέλληνές μας, σέ κάθε μας συναλλαγή, μά μέ τό Κρᾶτος, μά μεταξύ μας, στό λεωφορεῖο, στό ταξί, στό κατάστημα, στήν Τράπεζα, στήν ΔΕΗ, στόν ΟΤΕ, στό Ὑπουργεῖο, ὅπου κι ἄν πᾶμε, τέλος πάντων.

Κι ἔτσι καί θελήσεις νά ὀρθώσης τό άνάστημά σου γιά νά ἀνακόψης τόν κατήφορο καί τήν κατάντια τής κοινωνικῆς μας καί πολιτικῆς μας ζωῆς, κάνοντας μιά παρατήρησι ἤ ἐπιδιώκοντας τήν διόρθωσι ἑνός στραβοῦ, σέ κοιτοῦν ὅλοι σἄν νά ἦλθες μόλις ἀπό τόν  Ἄρη.

Και με πιάνει κάπου-κάπου το παράπονο: Μά, καλά, δεν ὑπάρχει κανείς πού νά τό λέη ἡ καρδιά του νά μπῆ μπροστά, «μπροστοκρίαρο» στόν ἀγῶνα γιά τήν διόρθωσι αὐτῶν τῶν στραβῶν; Τί χρειάζεται ἄραγε, για να ξεσηκώση τά κοιμώμενα πλήθη ἀπό την νάρκη τους, ἀπό την ἀδιαφορία τους, ὥστε να στραφοῦν προς καινούργιους δρόμους, προς νέους ὀρίζοντες, να στραφοῦν προς το Φῶς;

Ἄφησα γιά τελευταῖο τό μέγιστο Ἑλληνικό μειονέκτημα, πού ἔχει σχέσι μέ τήν παρανόησι τοῦ μεγαλυτέρου άγαθοῦ, τῆς Ἐλευθερίας: ὁ Ἀτομικισμός. Ὁ ἐγωϊσμός. Ὁ ἑαυτούλης.

Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος σ’αὐτήν τἠν ἔρμη χῶρα να μην κοιτάη πρῶτα-πρῶτα τον ἑαυτούλη του. Και βέβαια, ποτέ με τον σωστό τρόπο. Θέλει πάντα να «βολευτῆ», θέλει νά τά «‘κονομήση», θέλει να «φάη», θέλει νἆναι αὐτός κι ὄχι ἄλλος. Ποτέ ἴσα, ντρόμπρα, καθαρά. Πάντα με μια «κομπινούλα», πάντα μ’ἕνα ρουσφετάκι, πάντα ἐξαγοράζοντας ἤ ἐξαγοραζόμενος, πάντα ἐκβιάζοντας ἤ ἐκβιαζόμενος.

Οἱ λίγοι ἴσιοι, καθαροί, τίμιοι, πού νοιάζονται γιά τόν πλησίον τους καί τό κοινωνικό σύνολο, αὐτοί ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα καί γίνονται παραδείγματα «πρός ἀποφυγήν». Εἶναι βλέπεις, τό «μίασμα τοῦ καλοῦ» καί πρέπει νά ἀπομονώνονται.

Τί παρανόησι ὑφίσταται ἄλλωστε αὐτή ἡ ἄμοιρη ἡ Ἐλευθερία, τί κακοποίησι! Μόνον μέ αὐτήν τῆς Δημοκρατίας θά μποροῦσε νά συγκριθῆ. Ξεχνοῦμε ὅλοι πώς εἴμαστε ἐλεύθεροι νά πατᾶμε τό πόδι μας ὡς ἐκεῖ πού ἔχει ὁ ἄλλος τό δικό του. Γιατί ἄμα τοῦ πατήσουμε τόν κάλο, δικαίως αὐτός θά μᾶς κλωτσήση. Πόσο εὔκολα ἀλληλοπατιώμαστε ὅμως, πόσο εὔκολα δίνουμε κλωτσιές ὁ ἕνας στόν ἄλλον… Καί πόσο δύσκολα σεβόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον…!

Καί, πού νά πάρη ἡ εὐχή, δέν εἶναι δύσκολο. Τό νά δείξης λίγο σεβασμό στόν συνάνθρωπό σου, στό περιβάλλον γύρω σου, σοῦ δίδει ἕνα τέτοιο ἀπίστευτο συναίσθημα ὑπερηφανείας καί λεβεντιᾶς…χαίρεσαι τόν ἑαυτόν σου πού εἶχες τήν δύναμι νά σεβασθῆς τόν κόσμο πού σέ περιβάλλει, ἀποκτᾶς αὐτό πού λέμε ἀξιοπρέπεια.

Πολύ θἄθελα νά’  παιρνα μιάν ἀπάντησι ἀπό τούς νέους ἐκείνους, πού ἀσεβῶντας στόν ἑαυτόν τους καταστρέφουν Ἐθνικά Σύμβολα, μνημεῖα, κτίρια καί περιβάλλον.  Πῶς, ἀλήθεια, πιστεύουν ὅτι θά βρεθῆ νοήμων ἄνθρωπος νά ἀκούση κἄν, πόσο μᾶλλον νά ἀποδεχθῆ τήν ὅποια διαμαρτυρία τους, ὅταν αὐτή στηρίζεται στήν καταστροφή δημοσίας ἤ ἰδιωτικῆς περιουσίας;

Κι ἀπό την ἄλλη, ποιά εἶναι ἡ κοινωνία αὐτή πού ἐπιτρέπει τέτοιου εἴδους ἐκφράσεις διαφωνίας ἤ διαμαρτυρίας;; Ἀν αὐτό δεν εἶναι δείγματα παρακμῆς, τότε τί εἶναι;

Ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες, τό πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι πρόβλημα «άρχῶν». Ἠθικῶν καί Πνευματικῶν. Οἱ ἀξίες καί οἱ ἀρετές πρέπει νά ξαναγίνουν τά πρότυπά μας, γιά νά μᾶς καθοδηγούν στήν Ζωή.

Οἱ ξένοι Λαοί δέν μᾶς σέβονται πιά – δέν ἀρκεῖ ἡ ἱστορία μας – ἀφοῦ ἐμεῖς δέν σεβόμαστε τόν ἑαυτόν μας. Κι ἔτσι δέν μᾶς βοηθοῦν στίς δύσκολες ὧρες (σημ: ἀλλά μᾶς ἐκβιάζουν καί έκμεταλλεύονται). Γιατί ἔχουμε δυστυχῶς ἀποδείξει ἐπανειλλημένως ὅτι εἴμαστε καί ἀχάριστοι, καί ἀγνώμονες καί ἀσυνείδητοι καί ψεῦτες. Δέν μᾶς ἐμπιστεύονται πιά. Καί δέν ἔχουν καί πολύ ἄδικο, ἐδῶ πού τά λέμε…

Πρέπει νά κουρασθοῦμε πολύ μέχρις ὅτου κατορθώσουμε νά διορθώσουμε ὄχι μόνον τήν εἰκόνα πού ἔχουμε δημιουργήσει προς τά ἔξω, ἀλλά κυρίως τούς ἰδίους τούς ἑαυτούς μας και συνεπῶς και την Πατρίδα μας.

Ἄς ξεκινήσουμε λοιπόν ἀπό ἐκεῖ και νἆστε βέβαιοι πώς και τά οίκονομικά μας προβλήματα θα λυθοῦν κι αὐτά ὡς διά μαγείας.

Πρέπει να μποῦν ὅλα στον δρόμο τους. Στον ἴσιο δρόμο. Ἄς κάνουμε ὅλοι μια προσπάθεια.

Προσωπικά θα αἰσθανθῶ τόσον εὐτυχῆς να ἀποδειχθῶ σέ ὄσα ἔγραψα ὅτι ἔκανα λάθος.

Ἀς θυμηθοῦμε τον Ἐθνικό μας Ποιητή τόν Ἀνδρέα Κάλβο:

«Θέλει ἀρετήν και τόλμην ἡ Ἐλευθερία.» Και ὄχι μόνον αὐτή !!!