fbpx

«Ἄχ, αὐτός ὁ κῆπος τῆς Ἐδέμ», γράφει ο Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, ό Εὐπάτωρ

 

 

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκεῖ πού ἔβλεπα τήν μάννα μου στό μπαλκόνι καθισμένη, μιά γριούλα πιά 97 ἐτῶν το 2014– τῶρα πιά ἔχει ἀλλάξει ἐνεργειακή πυκνότητα -, άρχισα να συλλογίζομαι τί απίστευτο ρόλο παίζουν οι γυναίκες στήν ζωή μας.

Ἐξαιρετικά περίεργο τό γεγονός ὅτι παρ’ ὅλον ὡς Ἕλληνες θά ἔπρεπε στήν καθημερινότητά μας νά θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Δευκαλίωνος καί τῆς Πύρρας καί μηδεμίαν ἔχοντες σχέσιν με τίς φυλές τῶν Ἑβραίων καί μάλιστα  μέ τούς διαδόχους τοῦ Νῶε, ἐν τούτοις ἔχουμε υἱοθετήσει τήν Ἑβραϊκή προϊστορία καί μυθιστορία καί θεωροῦμε λανθασμένα ὡς μητέρα τῶν ἀνθρώπων τήν Εὔα καί πατέρα τόν Ἀδάμ.

Ἄς κάνουμε λοιπόν και  μιά  «πνευματική ἀτασθαλία» κι ἄς «παίξουμε» λίγο μέ τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα.

Αδάμ και Εύα σε έργο του Ρούμπενς

Ἔρχεται λοιπὀν ὡς συνέχεια καί συνέπεια ἡ εἰκόνα τῆς Εὔας νά τρώη, κατόπιν προτροπῆς τοῦ διαβόλου δηλ. τοῦ ἀντιθεοῦ,  σέ μορφή φιδιοῦ, ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως… εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ρουφήξη τήν ομορφιά τῆς γνώσεως.

Ὁ ἄνδρας, ὁ Ἀδάμ, ἡ κλασική περίπτωσις τοῦ βολεμένου, τοῦ ἀνοήτου (δηλ. τοῦ μή σκεπτομένου), τοῦ εὑρισκομένου σέ κατάστασι ἀπολύτου ἀποχαυνώσεως λόγῳ «εὐτυχίας».

Ξαφνικά ἡ καταστροφή: ἕνα μηλαράκι ξύπνησε τήν ἀνθρωπότητα, πονήρεψε τήν Εὔα, ἡ Εὔα τόν Ἀδάμ, καί σκέφθηκαν νά φάνε κι ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς. Δίπλα ἦταν κι αὐτό, προκλητικό καί ὄμορφο, μέ τούς καρπούς του μεστωμένους νά στάζουν, ἀλλά ἄλλες οἱ σκέψεις καί οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες καί ἄλλες οἱ διαθέσεις τοῦ θεούλη. Φοβήθηκε ὁ καημενούλης, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος φάει ἀπό τόν καρπό τῆς ζωῆς θά ἀποκτήση ἀθανασία και τότε… ἔεεεε,  τότε θά θέλη νά γίνη κι  αυτός θεός …  ἄπαπαπαπα … άπαράδεκτα πράγματα αὐτά, ἀκούς εκεί.

Ὁπότε νἄσου κι ἡ ἄμεσος ἀντίδρασις τοῦ μπαρμπα-θεούλη: «Στά κάτεργα ἀμέσως παληοτόμαρα! Πῶς τολμᾶτε νά θέτε νά γίνετε θεοί », καμμία δικαιολογία δέν ἔγινε δεκτή.

«Μάααα,  ἐσύ δέν μᾶς εἶπες ὅτι μποροῦμε νά κάνουμε ὅτι θέμε μέσα στόν Παράδεισο; Παράδεισος εἶναι αὐτός, τί κακό μπορεῖ νά μᾶς προσφέρη;»

Ὁ  Ἀδαμᾶκος τά εἶπε, αὐτός τά ἄκουσε, ἀπάντησις μία καί μόνη:

«Οὕστ, ἔξω, δρόμο, στήν Γῆ, στήν Κόλασι, καί τά παιδιά σας, τά παιδιά τῶν παιδιῶν σας καί ὅλα τά παιδιά πού θά ἀκολουθήσουν θά τραβήξουν τόν παθῶν τους τόν τάραχο ἐπειδή δέν κάνατε αὐτά πού ἤθελα ἐγώ… ΕΓΩ… ΕΓΩ…ΕΓΩ

Κι ἔτσι ἔφυγαν τά δυό τους, κατέβηκαν στήν Γῆ, καί πέρασαν καί περνοῦν τά πάνδεινα καί σἄν νά μἠν ἔφθαναν ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα βέβαια γίνονται μέ τήν «ἀγάπη» τοῦ θεούλη πού τά ἔφτιαξε, γιατί βλέπεις, δέν εἶναι μόνο ἀγαλματοποιός ἀπό πηλό, εἶναι καί χωροφύλακας.

Δέν θέλει νά κάνης ὅ,τι σ’αρέσει, ὅ,τι σέ βολεύει, θέλεις, χρειάζεσαι, σχεδιάζεις, ἐπιθυμεῖς, ὅ,τι νοσταλγεῖς τέλος πάντων…ὦωωωωω  Ὅχιιιι… θά κάνης αὐτό πού θέλει ὁ μπάρμπα—Μυτούσης καί γιά νά μήν ξεχνιώμαστε ποιός εἶναι τὀ ἀφεντικό, ὅλο καί ζητάει καί κάποιες θυσιοῦλες: ἀπό τόν Ἀβράμη τόν Τζάκο του, ἀπό τόν Μένιο τήν Ἰφιγενειοῦλα του, και ξεσηκώνει και τον κόσμο για πολέμους,  καί ἄλλα πολλά.

Βάζει καί στούς ἀνθρωπάκους κακές ἰδέες στό μυαλό, κι ἀφοῦ χαιρέκακα τούς δεῖ νά ταλαιπωροῦνται, τούς περνάει κι ἀπό φωτιά καί μαχαίρι γιά τιμωρία, κι ἔχει καί τό θρᾶσσος, νά λέη ὅτι θά τούς στείλη καί κάποιον νά τούς σώση ἀπό τό σφᾶλμα  τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας. Βρέ, βρέ, βρέ  πῶς ἀγαπάει ἔτσι τά παιδιά του;;; Θά πάθη κάτι ὁ καημενούλης, ἔτσι ἀπό τήν άγάπη του.

Ἄαααα, νά μήν ξεχνιώμαστε, θέλει, ἀπαιτεῖ,  καί κάθε πρωΐ, κάθε μέρα,  ὁ κοσμάκης νά πέφτη στά γόνατα νά τόν εύχαριστῆ γιατί γεννήθηκε παιδί του στήν γῆ, ἀλλά νά φτύνη αἶμα παρ’ὅλα αὐτά. Διεστραμμένα πράμματα, ἀκατανόητα.

Ἐγώ πάντως, ποὔκανα δυό κοράκλες ποτέ δέν ζήτησα νά μέ εὐχαριστήσουν γιατί τίς ἔφερα στήν ζωή.

Λέει, ὅτι ἔστειλε τόν Ἰησοῦ…μπάαα δέν τό πιστεύω. Γιατί δέν κατάφερε, θεός πρᾶμμα, νά ξαπλώση τό παραμύθι του σ’ ὅλον τόν κόσμο. Δυό χιλιάδες χρόνια τῶρα κι οὖτε τό ἕνα τρίτο δέν ἔχει μαζέψει καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἔχει δημιουργήσει ἕνα προηγούμενο πού δέν ὑπάρχει μέ καμμία λογική, θεϊκή ἤ ἀνθρωπίνη: τήν οικογενειακή ευθύνη.

Ἔκανε,  λέει, τό ζευγαράκι, ἄς ποῦμε, ἕνα λαθάκι, τό πληρώνουν γενεές ἐπί γενεῶν. Κανένα δίκαιο δέν τό δέχεται αὐτό, ἄλλος να φταίει -ἄν φταίει με ἐρωτηματικό -κι ἄλλος να την πληρώνη.

Καταρριπτέα ἡ θέσις αὐτή, ἅρα δέν ἔχει λόγον ύπάρξεως ἡ ἔλευσις κάποιου, δῆθεν, σωτῆρος. Σωτῆρος ἀπό  τί, καί γιατί, καί πῶς, καί πότε;

Ἔχουμε μάθει ὅλοι να ἐφησυχάζουμε στα πράγματα ὡς ἔχουν και δεν σηκώνουμε το κεφάλι οὔτε κἄν με ἀπορία, πόσο μᾶλλον να βάλουμε τό μυαλουδάκι μας νά σκεφθῆ, νά ψάξη νά ἐρευνήση καί νά διερωτηθῆς ἄν ὅλα αὐττά εἶναι σοβαρά ἤ ἀστειότητες για μικρά παιδιά.

Και θἄρθουν, λᾶθος, θα χυμήξουν πάνω σου οἱ πάσης φύσεως ἐξουσίες, κρατικές, κυβερνητικές, πνευματικές κουτουλουπού νά  σοῦ τραβήξουν τό αὐτί: «…Καί ποιός εἶσαι ἐσύ ἀνθρωπάκι, πού θά σηκώσης ἀνάστημα νά άμφισβητήσης τά λεγόμενά μας; Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καθοδηγητές σου, Ἐμεῖς σκεφτόμαστε πρίν ἀπό σένα για σένα,  Ἐμεῖς  σοῦ λέμε τό καλό σου, Ἐμεῖς ἐξασφαλίζουμε τό συμφέρον σου, Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς…

Μπάαα , δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τό  ἐγώ, ΕΓΩ, ΕΓΩ  ΕΓΩ

Καί σκέφτομαι ὁ τάλας, ἀξίζει ἄραγε τόν κόπο νά κάτσης νά σκεφθῆς καί νά προτείνης κάτι ἄλλο, πό σωστό πιό προχωρημένο, διαφορετικό ἀπό τά δοκιμασμένα στραβά τοῦ παρελθόντος;

Μερικές φορές ἡ ἀπογοήτευσις εἶναι τόσον μεγάλη πού σκέφτεσαι νά δώσης μιά μούντζα σ’ ὅλα γύρω σου καί νά πᾶς σ’ἕνα νησάκι νά κάαααθεσαι, νά διαβάζης, νά ἀπολαμβάνης την θαλασσίτσα καί μαζί τίς γνώσεις τῶν βιβλίων, νά τρῶς κἄνα ψαράκι ἄμα λάχη καί νά περνᾶς σπαρτιάτικά μιά ζωή χαρισάμενη. Κι ὅχι να συνθλίβεσαι ἀπό τίς καθημερινές ἀ ν ο η σ ί ε ς σύμπαντος κόσμου καί νά μήν ξέρης πῶς νά ἀμυνθῆς.

Τα Ενδύματα του Αδάμ και της Εύας - έργο του Γουίλιαμ Μπλέικ

Ἄαααχχχ ρέ μάννα, ἄαααχχχ ρέ πατέρα, Ἄαααχχ ρέ Ἐπίκουρε Μεγάλε, τί νά τά κάνω ὅσα μοῦ μάθατε ὅταν δέν βρίσκω χῶμα κατάλληλο νά σπείρω τούς καρπούς πού μοῦ χαρίσατε τόσον ἁπλόχερα. Καί μήν μοῦ πῆτε τούς τέσσερεις λεβέντες ἔγγονούς μου καί τά ἄλλα 8 ἐγγόνια ἀπό τ΄ ἀνήψια μου. Σ’ αύτά τά παιδιά τά δίνω ὅλα, ἀλλά «ἕνας κοῦκος δεν φέρνει τήν ἄνοιξι».

Μπορεῖ βέβαια νά ἴσχύη ἡ κρητικιά παροιμία «λέγε λέγε τό κοπέλι κάνει τήν κυρά καί θέλει», ἀλλά πρέπει νἄχης καί τόν χρόνο σύντροφο καί βοηθό.

Αλλά, ἐν τῶ μεταξύ ἔχουμε φθάσει κοντά στό λιμάνι καί σιγά-σιγά τό βαπόρι πάει νά πιάση ντόκο, νά δέση γιά τά καλά και μόνιμα,  κι ἔτσι τό ταξίδι μας νά φτάση σ’ἕνα τέλος ἀναμενόμενο ὅσο καί ἀναπόφευκτο.

Φυσικά καί δέν ἔχουμε τήν ψευτοϋπερηφάνεια νά πιστεύουμε σέ ἀφελεῖς φαντασιώσεις περί μετά θάνατον ζωῆς, αὐτά εἶναι ἀστειότητες, γι αὐτό καί νοιαζόμαστε νά προλάβουμε ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός.

Τέλος πάντων, μ’ ἔπιασε μιά γκρίνια κι εἶπα νά τήν πῶ νά ξελασκάρω, ἄλλωστε δέν λέμε ὅτι ὅταν μοιραζόμαστε μέ φίλους τήν χαρά μας αύτή πολλαπλασιάζεται ἐνῶ ἄν μοιραστοῦμε τήν λύπη μας, τήν στενοχώρεια μας μέ τούς ἀγαπημένους καί τούς φίλους,  αὐτή μειώνεται, σχεδόν ἐξαφανίζεται.

Αὐτό εἶπα νά κάνω κι ἐγῶ, ἀφοῦ σᾶς ἀγαπῶ.

Κι ὅλα αὐτά, βγῆκαν ἀπό μέσα μου σκεπτόμενος τήν γριούλα μάννα καί συλλογιζόμενος τήν Εὔα καί τόν Κῆπο τῆς Ἐδέμ… Γιά σκέψου ποῦ πάει τό μυαλό.