fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Ἀγνωστικισμός- μιά άγνωστη φιλοσοφική θεώρησις», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Τό μπέρδεμα κι ὁ φόβος ὅσων ἀκοῦν γιά πρώτη φορά τον ὅρο Ἀγνωστικισμός εἶναι ὅτι πρόκειται περί Ἀθέων, ὁπότε θέτουν ἑαυτούς a priori, ἐναντίον. Ἁρνοῦνται ἀκόμη καί νά συζητήσουν ἀλλά καί ἐάν δεχθοῦν, συζητοῦν μέ ἕνα περίεργο κόμπλεξ ἀνωτερότητος καί ὑπεροψίας.

Ἀς ἐξηγήσουμε λοιπόν περί τίνος πρόκειται.

Ἀγνωστικισμός λοιπόν, ὀνομάζεται ἡ φιλοσοφική θεώρησις ὅτι ἡ ἀλήθεια  ὁρισμένων μεταφυσικῶν θεμάτων, ὅπως οἱ θεολογικοί ἰσχυρισμοί, πού ἀφοροῦν στήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τῶν Θεῶν ἤ Θεοτήτων, εἶναι εἴτε πρός τό παρόν ἄγνωστη (ἡ ἀλήθεια), εἴτε ἐγγενῶς ἀπρόσιτη, καί πάντως μή ἀποδείξιμη.

Ὁ ὅρος ἀγνωστικισμός, καθώς καί ὁ σχετικός ὅρος ἀγνωστικιστής, δημιουργήθησαν ἀπό τόν Τόμας Χάξλεϋ (Thomas Henry Huxley) τό 1869 καί χρησιμοποιοῦνται ἐπίσης γιά νά περιγράψουν ἐκείνους πού υϊοθετοῦν μία σκεπτικιστική ἤ διπλωματική στάσι περί τῆς ὑπάρξεως θεοτήτων καθώς καί σέ ἄλλα ζητήματα τῶν θρησκειῶν.

Εἶναι ἀνάγκη νά έξηγήσουμε πρωτίστως τί εἶναι ὁ γνωστικισμός γιά νά ἀντιληφθοῦμε τήν μεγάλη διαφορά ἀπό τόν ἀγνωστικισμό.

Μέ τόν ὅρο γνωστικισμός ἐννοεῖται ἕνα προχριστιανικῆς καταγωγῆς φιλοσοφικό καί θρησκευτικό κίνημα, δεῖγμα τοῦ  συγκρητισμοῦ (1)  τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς ὁ ὁποῖος εἶχε τίς ρίζες του στά μεσογειακά ἤθη τῆς Ἑλληνιστικῆς Περιόδου.

Πρόκειται γιά μιά σύμμειξι  Ἰουδαϊκῆς κοσμοαντιλήψεως καί νεοπλατωνικῶν στοιχείων.  Ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε ἐπίσης γιά νά περιγράψει διάφορες θρησκευτικές ὁμάδες τῶν πρώτων τεσσάρων μεταχριστιανικῶν αἰώνων. Ὁ γνωστικισμός ἀποτελοῦσε ἕνα σωτηριολογικό θρησκευτικό σύστημα, βασισμένο στήν ἡμι-διαισθητική μυστικιστική ἔννοια τῆς Γνώσεως, τό ὁποῖο σύστημα, στίς περισσότερες περιπτώσεις, ἀπεδέχετο ὡς λυτρωτική θεότητα τόν Χριστιανικό Ἰησοῦ Χριστό, προσδίδοντάς του ὅμως διαφορετικές ἰδιότητες ἀπ’ ὅτι ὁ Χριστιανισμός.

Ἡ ἔρευνα γιά τόν γνωστικισμό βρίσκεται σέ μεγάλη ἄνοδο μετά τήν ἀνακάλυψι τῆς γνωστικῆς βιβλιοθήκης τοῦ Νάγκ Χαμαντί καί τήν εὕρεση τοῦ γνωστικοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰούδα.   Ἡ πόλις Νάγκ Χαμαντί βρίσκεται περ. 500 km νοτίως τοῦ Καΐρου καί 50km βορείως τοῦ Λοῦξορ.

Ἐμεῖς οἱ ἀγνωστικιστές, ἰσχυριζόμαστε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά κατακτήσουμε ἀπόλυτο ἤ βεβαία πνευματική  (δηλ.μεταφυσική) γνῶσι.    Ἐναλλακτικῶς πρεσβεύουμε, ὅτι ἐνῶ ἡ βεβαιότης ἐνδέχεται νά εἶναι δυνατή, οἱ ἴδιοι ἐμεῖς προσωπικῶς δέν κατέχουμε τέτοια γνῶσιν.

Καί στίς δύο περιπτώσεις, ὁ ἀγνωστικισμός ἐμπεριέχει  σκεπτικισμό ἔναντι τῶν θρησκευτικῶν διαβεβαιώσεων.

(1) Συγκρητισμός ὀνομάζεται ἡ συγχώνευσις στοιχείων ἀπό Ἑλληνορωμαϊκές καί Ἀνατολικές λατρεῖες κατά τήν Ἑλληνιστική καί ρωμαϊκή Ἐποχές. 

 

Μερικές φιλοσοφικές απόψεις

 

Μεταξύ τῶν πλέον διασήμων ἀγνωστικιστῶν (μέ τήν ἀρχικήν ἔννοιαν τοῦ ὅρου) συγκατελέγονται ὁ Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, ὁ Κάρολος Δαρβῖνος καί ὁ Μπέρτραντ Ράσσελ. Ἐγῶ θά προσέθετα χωρίς ἐνδυασμό καί τόν μεγάλο σύγχρονο στοχαστή- Δαρβινιστή Ρίτσαρντ Ντώκινς, παρά τό ὅτι τόν χαρακτηρίζουν ἄθεο ἀντί ἀγνωστικιστή.

Τό ἵδιο ἰσχύει καί γιά τόν σπουδαῖο Γάλλο καθηγητή φιλοσοφίας Μισέλ Ὀνφρέ. Ἔχει ὑποστηριχθῆ, μέ βάσι τά ἔργα τοῦ  Ντέιβιντ Χιούμ, ἰδιαιτέρως δε, τούς Διαλόγους πού άφοροῦν εἰς τήν Φυσικήν Θρησκείαν (Dialogues Concerning Natural Religion), ὅτι ὑπῆρξε καί αυτός ἀγνωστικιστής, ἀλλά τοῦτο παραμένει ἀνοιχτό πρός συζήτησιν.

Ἀσφαλῶς ὅμως, ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας σοφιστής Πρωταγόρας τόν 5ον αἰ.π.Χ., εἶχε πρῶτος ἐκφράσει οὐσιαστικά, ἀναφερόμενος στούς θεούς, τήν ἄποψιν  τοῦ ἰσχυροῦ ἀγνωστικισμοῦ, μολονότι ἡ χρήσις τοῦ ὅρου εἶναι στήν περίπτωσιν αὐτήν ἀναχρονιστική, δηλ. τό ἀντίθετο τοῦ πρωθύστερη.

Ὁ ἀρχαῖος Ἕλλην σοφιστής Πρωταγόρας, (490-420 πΧ), ὅταν τοῦ ζήτησαν νά τοποθετηθῆ σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν τῶν θεῶν,  ἔδωσε τήν κατωτέρω ἀπάντησιν: «Διά τούς θεούς δέν μπορῶ νά γνωρίζω τίποτα: οὕτε ὅτι ὑπάρχουν, οὕτε ὅτι δέν ὑπάρχουν, οὕτε τί λογῆς μορφή ἔχουν. Γιατί εἶναι πολλά τά ὅσα ἐμποδίζουν νά γνωρίζουμε. Ἀπό τήν μία τό ἄδηλον τοῦ ζητήματος καί ἀπό τήν ἅλλη ἡ συντομία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς» (Diels-Kranz 80 Β4).

Γι’ αὐτήν του τήν δήλωσιν ὁ Πρωταγόρας ἐξορίσθη καί τά βιβλία του ἐρρίφθησαν στήν πυρά. Δέν εἶναι ἀπολύτως σαφές ἄν ὁ Πρωταγόρας θεωροῦσε τήν ὕπαρξι τῶν θεῶν ἐγγενῶς ἀνεξιχνίαστη ἤ ἁπλῶς ἐξαιρετικά δύσκολη νά διαπιστωθῆ. Ἡ φράσις «τό ἄδηλον τοῦ ζητήματος» κλίνει πρός τήν πρώτη ἐκδοχή. Ἡ φράσις «ἡ συντομία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς» πρός τήν δευτέρα.

Συνεπείᾳ αὐτής τῆς δηλώσεως ὁ Πρωταγόρας κατατάσσεται μέν ἀπό τούς μελετητάς στούς ἰσχυρούς ἀγνωστικιστές, ἀλλά  καί μέ κάποιαν ἐπιφύλαξιν. 

Παρ’ ὅλα αὐτά προσωπικῶς, θά ἔλεγα ὅτι ὀφείλουμε  νά τόν συμπεριλαμβάνουμε στούς ἀγνωστικιστές.

Στόν θρυλικό διάλογο τοῦ Πρωταγόρα μέ τόν Σωκράτη γιά τό διδακτόν τῆς ἀρετῆς, – δηλ. ἐάν ἡ ἀρετή εἶναι δυνατόν νά διδαχθῆ ἤ ἐνυπάρχει στόν ἄνθρωπο ἐκ γενετῆς- ὁ Πρωταγόρας, βρίσκει τήν εὐκαιρία νά παραθέση τόν δικόν του μῦθο γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου. Πρόκειται γιά μιά ἐντελῶς προσωπική μυθολογία, θά λέγαμε μιά «πρωταγόρεια» μυθολογία, πού χωρίς, επί τῆς οὐσίας, νά ανατρέπη τά ἀρχαιοελληνικά μυθολογικά δεδομένα, π.χ. ὁ Προμηθεῦς, ἡ κλοπή τῆς φωτιᾶς, ἡ παρουσία τοῦ Διός ὡς ἀπολύτου ρυθμιστοῦ τῶν πάντων, ἡ ἐμφάνισις τοῦ Ἑρμοῦ, πιστοποιοῦν τήν πρόθεσιν τοῦ Πρωταγόρου νά παραμείνη πιστός στά πλαίσια τῆς δεδομένης μυθολογικῆς μαγιᾶς, τά προσαρμόζη, σέ μιά ἰδιόμορφη ἀνάπλασι, στήν δική του ὀπτική, τήν ὀπτική τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο. 

Καί μόνον ὅτι προσπερνᾶ τήν συνήθη ὀπτική τῆς θεογονίας, ἡ ὁποία ἑστιάζει στήν δημιουργία τῶν θεῶν, γιά νά ἐπικεντρωθῆ στήν κοσμογονία,  στήν δημιουργία τῶν θνητῶν ἐμβίων ὄντων, συμπεριλαμβανομένου φυσικά καί τοῦ ἀνθρώπου, καθίσταται σαφές ὅτι αὐτό πού πρωτίστως τόν ἐνδιαφέρει εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Ἐξ’ἄλλου, ὁ Πρωταγόρας, ὡς δεδομένος ἀγνωστικιστής, δέν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά ἑστιάση στόν ἄνθρωπο.

Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ
Μπέρτραντ Ράσσελ
Ρίτσαρντ Ντώκινς
Μισέλ Ὀνφρέ
Πρωταγόρας

Οἱ φιλοσοφικές σκέψεις καἰ ἀμφισβητήσεις τῶν θρησκευτικῶν παραμυθιῶν δἐν ὑπῆρξεν προνόμιον τῶν νεωτέρων χρόνων μόνον. Καί οί ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι φιλόσοφοι δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μελετοῦν τά παρελθόντα καί νά προτείνουν κάτι ἄλλο γιά τά μελλοντικά.

Ὁ Ζεῦς εἶναι πάντα ἡ νομοτέλεια τῆς φύσεως πού κινεῖ τήν ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐνῶ οἱ ἄλλοι θεοί εἶναι τά ὄργανα πού ἐλέγχουν καί διέπουν αὐτήν τήν νομοτέλεια. 

Ἡ ἀλληγορική σημασία τῶν θεῶν, σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθῆ ὡς πρόκλησις, ἤ ἀκόμα περισσότερο, ὡς προσβολή ἤ βλασφημία, ἀλλά ὡς διασφάλισις τῶν προθέσεων τοῦ Πρωταγόρου νά ἐπαναπροσεγγίση ἕνα μῦθο μέ καθαρῶς στοχευμένο τρόπο, δηλ. τήν τελική κατάδειξη τοῦ διδακτοῦ τῆς ἀρετῆς.

Οἱ θεοί πλάθουν ὅλα τά θνητά γένη στό ἐσωτερικό τῆς γῆς καί καλοῦν τόν Προμηθέα καί τόν Ἐπιμηθέα νά τά ἐφοδιάσουν καταλλήλως ὥστε νά βγοῦν στήν ἐπιφάνεια.

 Ὁ Ἐπιμηθεῦς, ἀθεράπευτα ἀπερίσκεπτος, πείθει τόν Προμηθέα νά κάνη ὁ ίδιος τήν μοιρασιά καί μετά νά έλθη ὁ Προμηθεῦς καί νά ἐπιθεωρήση τό ἔργον του. Ὁ Προμηθεῦς πείθεται, κι αὐτό βέβαια εἶναι καί τό μεγάλο του λᾶθος, κι ἐπιτρέπει στόν Ἐπιμηθέα νά διαχειρισθῆ τό θέμα ἐν λευκῶ.

Ὁ Ἐπιμηθεῦς μοιράζει τά εφόδια στηριζόμενος σέ τέσσερεις ἄξονες:

  1. Τήν ἀποφυγή τῆς ἀλληλοεξοντώσεως,
  2. Τήν ἐπιβίωσι μέσα στίς κλιματολογικές συνθῆκες
  3. Τήν διατροφή
  4. Τήν γονιμότητα

 Ὅμως, ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ ἐπιπόλαιος Ἐπιμηθεῦς δέν στέκεται στό ὕψος τῶν περιστάσεων καθώς τοῦ διαφεύγει ὁ ἄνθρωπος καί δέν ξέρει πῶς νά τόν ἐφοδιάση/ἐξοπλίση, ἀφοῦ ξόδεψε όλες τίς δυνάμεις στά ὅντα πού στεροῦνται λογικῆς – «ἄλογα». Βέβαια, καί μόνον ὁ διαχωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά ἄλλα ὄντα πού ἀποκαλοῦνται «ἄλογα», καθιστᾶ σαφές ὅτι ἄνθρωπος εἶναι ἔλλογος, ὅτι δηλαδή δέν εἶναι απολύτως εγκαταλελειμμένος, ἀλλά διαθέτει τό ἐφόδιο τῆς λογικῆς. Ἐν τούτοις, ἡ λογική, τοὐλάχιστον γιά τά πρῶτα βήματα τοῦ ἀνθρώπου, κρίνεται ἀπολύτως ἀνεπαρκής, ἀφοῦ ἡ λογική ἀπαιτεῖ χρόνο γιά τήν ὑλοποίησι τῶν ἔργων της, ἐνῶ τά ζῶα ἀπειλοῦσαν τόν ἄνθρωπο, ἀπολύτως καί ἀμέσως, μέ ἐξαφάνισι.

Μπροστά σ’ αὐτό τό ἀδιέξοδο, ὁ Προμηθεῦς, πού ἦλθε νά ἐπιθεωρήση τήν μοιρασιά, μπαίνει στό ἐργαστήριο τῆς Ἀθηνᾶς καί τού Ἠφαίστου καί κλέβει τήν φωτιά καί τίς τεχνικές γνώσεις καί τίς χαρίζει στόν άνθρωπο. Ταὐτοχρόνως θέλει νά κλέψη καί τήν πολιτική ἀρετή, ἀλλά κάτι τέτοιο ἀποδεικνύεται ἀδύνατο, ἀφού τήν πολιτική ἀρετή τήν ἔχει ὀ Ζεῦς/Δεῦς στήν ἀκρόπολί του, μέρος ἄβατο, ἀπλησίαστο γιά τόν Προμηθέα.

 Ὁ ἄνθρωπος ἐφοδιασμένος μέ τήν φωτιά καί τίς τεχνικές γνώσεις, ἀλλά χωρίς τήν πολιτική ἀρετή εἶναι δύσκολο νά ἐπιβιώση. Ἀφανίζεται ἀπό τά θηρία καί ἀντιλαμβάνεται ὅτι μόνο μέσα ἀπό τήν συλλογικότητα μπορεῖ νά σωθῆ. Ἀρχίζει δηλαδή νά ζῆ ὁμαδικά ἱδρύοντας πόλεις, ἀλλά στερούμενος τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς ἀδυνατεῖ νά τίς διατηρήση. Ἀδικώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἀκύρωνε κάθε ἔννοια συνυπάρξεως μέ ἀποτέλεσμα οἱ πόλεις νά διαλύονται καί οἱ ἄνθρωποι νά ἐπιστρέφουν στήν νομαδική ζωή γιά νά ἀφανιστοῦν ἐκ νέου ἀπό τά θηρία. Μέ δυό λόγια, ἡ πολιτική ἀρετή ταυτίζεται μέ τήν ἐπιβίωση, ἀφοῦ χωρίς αυτήν ὁ ἀφανισμός εἶναι βέβαιος γιά νά μήν πῶ  δεδομένος. Νά γιατί χρειάζεται ἡ πολιτική ἀρετή στούς συγχρόνους καιρούς.

Ἡ σπουδαιότητα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς προκαλεῖ τήν παρέμβαση τοῦ ἰδίου τοῦ Διός, πού βλέποντας τό ἀνθρώπινο γένος νά ἀπειλεῖται μέ ἐξόντωση, παίρνει τήν πρωτοβουλία καί χαρίζει στόν ἄνθρωπο τήν αἰδώ καί τήν δίκη, δηλ.  τήν ἐντροπή, σεβασμό καί τήν δικαιοσύνη, τήν κατά δίκαιον νόμον κρίσιν, πού ὁρίζουν τά θεμέλια τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς.

Ὁρίζει μάλιστα, μέ ἀδιαπραγμάτευτη αὐστηρότητα, νά μοιρασθοῦν ἡ αἰδώς καί ἡ δίκη σέ όλους τούς ἀνθρώπους, καί ἄν κάποιος δέν τίς ἔχει νά θανατώνεται ὡς ἀρρώστια τῆς πόλεως. Τό γεγονός ὅτι ὁ Ζεῦς μοιράζει τήν πολιτική ἀρετή σέ ὅλους καί ταὐτοχρόνως παραδέχεται τό ενδεχόμενο ὅτι κάποιοι μπορεῖ νά μήν τήν ἔχουν, ἀσφαλῶς καί δέν ἀποτελεῖ ἀντίφασι (ὁ Ζεῦς δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιφάσκη) ἀλλά εἶναι ἡ ἀπόδειξις τοῦ διδακτοῦ τῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ ὁ Ζεῦς δίνει τήν πολιτική ἀρετή στόν ἄνθρωπο δυνάμει, δηλ. ὡς δυνατότητα, κι ἀπό ἐκεῖ καί πέρα εἶναι εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου ἄν θά τήν κάνη ἐνεργείᾳ, ἄν δηλ. θά τήν ἐφαρμόση.

Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀρετή εἶναι σύμφυτη, ἀλλά ὄχι ἔμφυτη στόν ἄνθρωπο ἤ ἀλλοιῶς ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν φύσιν του μπορεῖ νά κατανοήση καί νά ἐφαρμόση τήν πολιτική αρετή, ἀλλά δέν τήν ἔχει ὡς κάτι δεδομένο, ὅπως π.χ τήν ὄραση.

Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐξηγεῖ στόν Σωκράτη ὅτι ἡ καθολικότητα τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς, πού ἐκεῖνος ἐπεκαλέσθη τονίζων τήν θεσμοθετημένη συμμετοχή ὅλων τῶν Ἀθηναίων στίς πολιτικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου, δέν ἀναιρεῖ τό διδακτόν της, κι ὅτι προφανῶς δέν εἶναι ἔμφυτη, ἀφοῦ δέν ταυτίζεται μέ τήν γέννησιν τῆς ἀνθρωπότητος ἀλλά τῆς προσφέρεται στήν πορεία τῆς ὑπάρξεώς της ὡς δῶρον θεϊκόν, καί μάλιστα ἀπό τόν ἴδιον τόν Δία, τόν πατέρα τῶν θεῶν καί τῶν ἀνθρώπων.

Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ιδιοφυά σύνδεση τοῦ μύθου μέ τήν πολιτική ἀρετή, ἐκεῖνο πού καταπλήσσει εἶναι τό βᾶθος τῆς ἀνθρωποκεντρικης ιδιοσυγκρασίας τοῦ  Πρωταγόρου πού φαίνεται πρωτίστως στήν παρουσία καί τήν δράσιν τῶν θεῶν.

Διότι, ὁ Προμηθεῦς, ὡς Τιτάν, δηλαδή ὄχι καθαρός θεός ἀλλά εἶδος θεότητος, προσφέρει τήν ἀπολύτως ἀνιδιοτελῆ του ἀγάπη στόν ἄνθρωπο θυσιάζοντας τόν ἴδιον του τόν ἑαυτό. Ἡ κλοπή τῆς φωτιᾶς εἶναι τό μεγαλεῖον  τῆς ψυχῆς τοῦ ἀπολύτου εὐεργέτου, ἡ ἀποθέωσις τῆς αὐταπαρνήσεως, πού μόνον ὡς ὕψιστος ἡρωϊσμός μπορεῖ νά ἑρμηνευθῆ, καθώς ὁ Τιτάν στρέφεται ἐναντίον τῶν ἰδίων του τῶν θεῶν, προκειμένου νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀνθρωπίνη ἐπιβίωσις, ὡς ὕψιστος στόχος, σκοπός, «τέλος», ξεπερνᾶ ὅλους τούς ἐνδοιασμούς, χωρίς τήν ἐλαχίστην δευτέραν σκέψιν.

Ὁ Προμηθεῦς ὑφίσταται φρικτή τιμωρία γιά τήν πράξιν του – ἡ γνωστή ἱστορία στόν Καύκασο μέ τόν αετό πού τοῦ τρώει τό συκώτι, μέχρι νά τόν ἐλευθερώση ὁ Ἡρακλῆς – ἀλλά τό ἀνθρώπινο εἶδος προστατεύεται καί προοδεύει κι αὐτό εἶναι ἡ μεγίστη ἰκανοποίησις. 

Ὀφείλω νά σημειώσω τήν ἄποψίν μου, ὅτι ὁ Προμηθεῦς δέν τμωρεῖται διότι προσέφερε την φωτιά στον ἄνθρωπο ἀλλά διότι ἐστράφη κατά τῶν ὁμοίων του θεῶν, πρώτης ἤ δευτέρας κατηγορίας οὐδεμία σημασία ἔχει, χωρίς μάλιστα να ἔχη πάρη ἄδεια ἀπό τον  «ἀρχηγό» τῶν θεῶν Δία ἤ Ζήνα, πρᾶγμα ἀδιανόητον. Ἡ τήρησις τῆς ἱεραρχίας ἀπόλυτος ἀναγκαιότης διά τήν ὁρθήν ἐπιβίωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἔκτοτε ἐπεβλήθη σέ ὅλες τίς κοινωνίες, μέ ὁποιοδήποτε διοικητικό σύστημα.

Ὁ Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ

Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἀγνωστικισμοῦ εἶναι παλαιές ὅσο καί ὁ φιλοσοφικός σκεπτικισμός, ἀλλά οἱ ὅροι “ἀγνωστικιστής” καί “ἀγνωστικισμός”  ἐπλάσθησαν ἀπό τόν Χάξλεϋ μέ σκοπόν νά συνοψίση τίς σκέψεις του σχετικῶς μέ τίς ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς του στην μεταφυσική, πού ἀφοροῦσαν στο “ἀπροσμέτρητο“  (Χάμιλτον) και το “ άνεξιχνίαστο” (Χ.Σπένσερ). 

Σέ ἐπιστολή του πρός τόν Τσάρλς Κίνγκσλεϋ (23 Σεπτεμβρίου, 1860) ἀναπτύσσει ἐκτενῶς τίς ἀπόψεις του:

«Τήν θανασίαν το νθρώπου οτε τήν βεβαιώνω οτε τήν ρνομαι. Δέν βλέπω κανέναν λόγο νά τήν πιστέψω, πό τήν λλην μως, δέν χω καί κανέναν τρόπο νά τήν καταρρίψω. Δέν ντιτίθεμαι a priori στό δόγμα. Κανένας νθρωπος πού πρέπει νά κατατρίβεται καθημερινς καί συνεχς μέ τήν φύσι δέν χει τήν πολυτέλεια νά πασχολεται μέ a priori δυσκολίες. Δστε μου σχετικές ποδείξεις, τέτοιες πού θά δικαιολογοσαν τήν πίστη μου σέ τιδήποτε λλο, καί θά τό πιστέψω. Καί γιατί χι; Δέν εναι [ θανασία το νθρώπου] οτε κατά τό μισυ τόσον θαυμαστή σον διατήρησις τς δυνάμεως φθαρσία τς λης…»

Καί πάλι πρός τόν ἴδιο παραλήπτη, γράφει, στίς 6 Μαΐου 1863:

«Δέν εχα ποτέ μου, στω καί λαχίστη συμπάθεια γιά τν a priori πιχειρηματολογία κατά τς ρθοδοξίας, καί τρέφω πό τήν φύσι καί τόν χαρακτήρα μου τήν μεγαλυτέρα δυνατή ντιπάθεια πρός τήν λη σχολή τν θεϊστν καί τν πίστων. ντούτοις γνωρίζω τι εμαι, παρά τίς νστάσεις μου, ατό κριβς πού νας Χριστιανός θά ποκαλοσε, καί δικαιολογημένα πσο μπορ νά δ, θεϊστή καί πιστο.

Δέν μπορ νά διακρίνω μιά σκιά στω μιά πόνοια ποδείξεως τι τό μεγάλο γνωστο, πού πόκειται τν φαινομένων το σύμπαντος, στέκεται νώπιόν μας μέ τήν μορφή νός Πατέρα πού μς γαπ καί νοιάζεται γιά μς,πως διαβεβαιώνει Χριστιανισμός.

τσι, ναφορικά μέ τά λλα μεγάλα Χριστιανικά δόγματα, τήν θανασία τς ψυχς καί τήν μέλλουσα κατάστασι τς νταμοιβς καί τς τιμωρίας, πού ποχρεώνομαι, κατ´νάγκην, νά πιστέψω, στήν θανασία ατο πού ποκαλομε  λη καί Δύναμη, καί σέ μιά λίαν καταφαν παροσα κατάστασι νταμοιβς καί τιμωρίας γιά τίς πράξεις μας ποιές πιθανές ντιρρήσεις μπορ γ νά προβάλω σατά τά δόγματα; Δστε μου μιάν ναλαμπή ποδείξεως καί εμαι πρόθυμος νά τά νστερνισθ μέ νθουσιασμό

« Ἔτσι σκέφτηκα, καί ἐφηύρα τόν κατάλληλο, κατά τήν γνώμιν μου, τίτλο «ἀγνωστικιστής». Μοῦ ἦλθε στόν νοῦ ὡς δηλωτικά ἀντίθετος στόν τίτλο «γνωστικιστής» τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ὁ ὁποῖος διατεινόταν ὅτι γνωρίζει τόσο πολλά γιά αὐτά τά ἴδια πράγματα πού ἐγῶ δηλώνω ἀδαῆς. Πρός μεγάλη μου ικανοποίησι, ὁ ὅρος ἔπιασε.»

Ὁ ἀγνωστικισμός τοῦ Χάξλεϋ πιστεύεται ὅτι εἶναι φυσική συνέπεια τῶν φιλοσοφικῶν καί διανοητικῶν συνθηκῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1860, ὅταν ἡ δυσανεξία τοῦ κλήρου προσπαθοῦσε νά καταπνίξη τίς ἐπιστημονικές ἀνακαλύψεις πού ἐφαίνετο νά συγκρούονται μέ μιά κυριολεκτική ἑρμηνεία τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως καί ἄλλα ἑδραιωμένα χριστιανικά δόγματα. Ὁ ἀγνωστικισμός δέν θά πρέπη, ἐν τούτοις, νά συγχέεται μέ τόν ντεϊσμό, τόν  πανθεϊσμό  ἤ ἄλλες εὐνοϊκές πρός τήν ἐπιστήμη μορφές θεϊσμοῦ.

Ὁ συνήθης ὁρισμός τοῦ Χάξλεϋ προχωροῦσε καί πέραν τῆς ἁπλῆς ἐντιμότητος, καθώς ἐπέμενε ὅτι αὐτά τά μεταφυσικά ζητήματα ἦσαν θεμελιωδῶς ἀνεξιχνίαστα.

Ὁ Κάρολος Δαρβῖνος 

Περί τό 1879, καθώς ὁ Δαρβῖνος ἔγραφε τήν αὐτοβιογραφία του, ἔλαβε ἕνα γράμμα ὅπου τόν ρωτοῦσαν ἄν πιστεύει στόν Θεό, καί ἄν ὁ θεϊσμός εἶναι συμβατός μέ τήν ἐξέλιξι. Ἀπάντησε, ὅτι «ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι ἔνθερμος Θεϊστής καί παράλληλα ἐξελικτιστής», παραθέτοντας τόν Τσάρλς Κίνγκσλεϋ (Charles Kingsley) καί τόν  Ἄσα Γκρέϋ (Asa Gray) ὡς παραδείγματα καί λέγοντας γιά τόν ἑαυτό του ὅτι: «Δέν ὑπῆρξα ποτέ  Ἄθεος μέ τήν ἔννοια τῆς ἀρνήσεως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ». Προσέθεσε: «Σκέφτομαι ὅτι σέ γενικές γραμμές (ὅλο καί περισσότερο μάλιστα καθώς γερνάω), ἀλλά ὄχι πάντοτε, ὁ ὅρος Ἀγνωστικιστής θά περιέγραφε καλύτερα τήν πνευματική μου στάσι

Τήν Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 1881 ὁ Δαρβῖνος ἐδέχθη ἐπίσκεψι ἀπό τούς ἀθεϊστές Καθηγητές  Λούντβιχ Μπύχνερ (Ludwig Büchner) καἰ  Έντουαρντ Έηβελινγκ (Edward Aveling) (μετέπειτα συνεργάτη τῆς Ἔληνορ Μάρξ-Eleanor Marx ). Ὁ γιός τοῦ Καρόλου Δαρβίνου  Φράνκ ἦταν παρῶν, καί ἡ σύζυγός του Ἔμμα  (Emma Darwin) προσεκάλεσε τόν παληό τους φίλο τόν Αἰδεσιμότατο Brodie Innes. Ὁ Δαρβῖνος ἐξήγησε χαριτολογῶντας ὅτι «ὁ Brodie κι ἐγῶ εἴμαστε φίλοι ἐδῶ καί 30 χρόνια. Δέν ἔχουμε ποτέ συμφωνήσει ἀπολύτως σέ κανένα θέμα, ἀλλά κατά καιρούς ἔχουμε κοιτάξει ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί σκεφτήκαμε τότε ὅτι ἕνας ἀπό τούς δυό μας πρέπει νά εἶναι πολύ ἄρρωστος».

Στήν συζήτησι πού ἀκολούθησε τό δεῖπνο, ὁ Δαρβῖνος ρώτησε τούς καλεσμένους του: «Γιατί αὐτοαποκαλεῖστε Ἄθεοι;», λέγοντας ὅτι προτιμοῦσε τόν ὅρο ” Ἀγνωστικιστής”. Ὁ Ἔηβελινγκ ἀπάντησε: «Ἀγνωστικιστής δέν σημαίνει παρά Ἀθεϊστής, δοσμένο μέ ἀξιοπρέπεια – καί Ἀθεϊστής σημαίνει ἁπλῶς Ἀγνωστικιστής, δοσμένο ἐπιθετικά».

Ὁ Δαρβῖνος ἀποκρίθηκε ρωτῶντας «Γιατί νά εἶσθε τόσον ἐπιθετικοί ;», ἀναρωτώμενος ποιό τό ὄφελος νά ἐπιβάλης νέες ἰδέες στούς ἀνθρώπους, τήν στιγμή πού ἡ ἐλευθέρα σκέψις ἦταν μέν “μιά χαρά” γιά τούς μορφωμένους, ὅμως ὁ πολύς κόσμος ἦταν ἄραγε “ὥριμος γιά κάτι τέτοιο;”

Ὁ Ἔηβελινγκ ρώτησε τότε τί θά γινόταν ἄν οí ἐπαναστατικές ἰδέες τῆς Φυσικῆς καί Σεξουαλικῆς Ἐπιλογῆς εἶχαν περιορισθῆ νά εἶναι κτήμα λίγων ἐκλεκτῶν καί εἶχε [ὁ Δαρβῖνος] καθυστερήσει τήν ἔκδοσι τῆς «Καταγωγῆς τῶν Εἰδῶν», πού θα βρισκόταν τότε ὁ κόσμος;  Σίγουρα τό ἴδιο τό δικό του γλαφυρό παράδειγμα ἐνεθάρρυνε τούς ἐλευθέρως σκεπτομένους νά διακηρύσσουν τήν ἀλήθεια φωνάζοντάς την ἀπό τίς στέγες τῶν σπιτιῶν, ἀλλά ἐνῶ ὁ Δαρβῖνος συμφωνοῦσε ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν ὑποστηριζόταν ἀπό τίς ἐνδείξεις, δέν εἶχε βιασθῆ νά ἐπιβάλη τήν ἰδέα αὐτή σέ κανέναν καί μάλιστα εἶπε:  «Δέν ἐγκατέλειψα τόν Χριστιανισμό παρά ἀφοῦ ἔφτασα σέ ἡλικία σαράντα ἐτῶν».  Ἐγῶ στά 58 μου!

Ο Μπέρτραντ Ράσσελ 

Τό φυλλάδιο τοῦ Μπέρτραντ Ράσσελ  «Γιατί Δέν Εἶμαι Χριστιανός», βασισμένο σέ μία ομιλία του πού ἐξεφωνήθη τό 1927, θεωρεῖται μιά κλασική δήλωσις ἀγνωστικιστικῆς πεποιθήσεως. Τό δοκίμιον συνοψίζει τίς ἀντιρρήσεις τοῦ Μπέρτραντ Ράσσελ σέ μερικά ἀπό τά ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ προτοῦ εἰσέλθει σέ συζητήσεις σχετικῶς μέ τίς ἠθικές ἀντιρρήσεις του πρός τά διδάγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Στήν συνέχεια, παρακινεῖ τούς ἀναγνῶστες του νά «ὀρθοποδήσουν θαρραλέα καί νά κοιτάξουν τίμια τόν κόσμο ὡς σύνολο“, μέ ἄφοβη στάσι καί ἀπελευθερωμένη σκέψι» (Σημ: Τό δυσκολώτερο τῶν πραγμάτων, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐπηρρεασμένοι ἀπό τήν Ίουδαιοχριστιανική παράδοσι φοβοῦνται ὅτι διαπράττουν «ἁμαρτία» καί προτιμοῦν νά κρύβονται πίσω ἀπό ἀκατανόητες προϋπάρχουσες ψευδοθρησκευτικές ἀπόψεις πού δέν ἔχουν ἀπόδειξι ἀλλά ἐξασφαλίζουν τά νῶτα τοῦ ἀδαοῦς καί μή σκεπτομένου ἀνθρώπου).

Σέ μεταγενέστερο φυλλάδιό του πού τιτλοφορεῖται: Εἶμαι Ἀθεϊστής ἤ Ἀγνωστικιστής;  μέ ὑπότιτλο: Μία  Ἔκκλησις γιά Ἀνεκτικότητα ἐν ὄψει Νέων Δογμάτων, ὁ Ράσσελ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι ἀγνωστικιστής μέ τήν φιλοσοφικήν ἔννοιαν, ὅτι δέν μπορεῖ νά γνωρίζη τήν ἀλήθεια σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ. Στό ἴδιο ἔργο, ἐν τούτοις, παραδέχεται ὅτι μέ τό νά αὐτοαποκαλείται Ἀθεϊστής θά ἔδινε μιά πιστότερη εἰκόνα τῆς θρησκευτικῆς του στάσεως σέ ἕνα μή-φιλοσοφικό (καί φιλοσοφημένο) ἀκροατήριο.

Σέ ἕνα ἀδημοσίευτο ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ Illustrated τό 1952, μέ τίτλο «Is there God?» (Ὑπάρχει Θεός;), ὁ Ράσελ ἔγραψε:

« Ἄν ἔλεγα ὅτι μεταξύ Γῆς καἰ Ἄρεως ὑπάρχει μία πορσελάνινη τσαγιέρα σέ ἐλλειπτική τροχιά γύρω ἀπό τόν ἥλιο, κανείς δέν θά μποροῦσε νά διαψεύση τόν ἰσχυρισμό μου, ἀρκεῖ νά προσέθετα ὅτι ἡ τσαγιέρα εἶναι τόσο μικρή πού δέν θά μποροῦσαν νά τήν ἀνιχνεύσουν οὔτε τά πιό ἰσχυρά τηλεσκόπιά μας.

Ὅμως, ἄν στήν συνέχεια συνέχιζα νά λέω ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἰσχυρισμός μου δέν μπορεῖ νά διαψευσθῆ, θά ἦταν ἀσυγχώρητη ἀλαζονεία  πρός τήν ἀνθρωπίνη λογική νά τήν ἀμφισβητοῦμε,  τότε  δικαίως θά ἐθεωρῆτο ὅτι ἔλεγα ἀνοησίες.

Ἄν ὅμως ἡ ὕπαρξις μιᾶς τέτοιας τσαγιέρας ἀναφερόταν σέ πανάρχαια βιβλία, καί ἐδιδάσκετο ὡς ἡ ἱερή ἀλήθεια κάθε Κυριακή, καί ἐνεσταλάζετο στά μυαλά μικρῶν παιδιῶν στό σχολεῖο, καί ὁ παραμικρός δισταγμός νά πιστεύσης στήν ὕπαρξίν της, θά ἦταν τέτοιο δεῖγμα ἐκκεντρικότητος, πού σέ φωτισμένους καιρούς θά ἀπέφερε στόν ἀμφισβητία  τήν ψυχιατρική φροντίδα, «ἐνῶ σέ πιό πρώϊμη περίοδο τήν Ἱερά Ἐξέταση.»

Ἡ Σύγχρονος  Περίοδος 

Ρίτσαρντ Ντώκινς 
Α. Τζ. Ἄγιερ
Ρούντολφ Κάρναπ
Τζώρτζ Σμίθ

Ὁ Ρίτσαρντ Ντώκινς  (Richard Dawkins)

Ὁ «ἄθεος» Clinton Richard Dawkins (γεν. 26 Μαρτίου 1941) Βρεττανός ἠθολόγος, ἐξελικτικός βιολόγος, Δαρβινιστῆς, ἐπιστήμων,  καί συγγραφεῦς βιβλίων ἐκλαϊκευμένης ἐπιστήμης, μέχρι  τό 2008 διατηροῦσε τήν Ἕδρα Charles Simonyi γιά τήν Λαϊκή Κατανόησι τῆς Ἐπιστήμης στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης.

Στό βιβλίο του «Ὁ ἐφημέριος τοῦ Διαβόλου» (A Devil’s Chaplain), χρησιμοποίησε τήν Τσαγιέρα τοῦ Ράσελ, μέ παρόμοιο τρόπο, ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον αὐτοῦ πού ὠνόμασε «ἀγνωστικιστική συμφιλίωσι», τόν συμβιβασμό πού ἐπιτρέπει τήν ὕπαρξιν τῶν τομέων φιλοσοφίας πού ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς μέ θρησκευτικά θέματα.

 Ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει τρόπο νά ἀποδείξη τήν ὕπαρξιν ἤ μή ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ. (1)

Ὡς ἐκ τούτου, συμφώνως πρός τούς συμφιλιωτές ἀγνωστικιστές, ἐπειδή εἶναι θέμα προσωπικῆς προτιμήσεως, ἡ πίστις καί ἡ δυσπιστία σχετικῶς μέ τήν ὕπαρξιν ἑνός ὑπερτάτου ὄντος εἶναι ἐξίσου ἄξιες σεβασμοῦ καί προσοχῆς.

Ὁ Ντώκινς παρουσιάζει τήν τσαγιέρα ὡς ἐπαγωγή εἰς ἄτοπον αὐτῆς τῆς θέσεως, ἐφόσον ὁ ἀγνωστικισμός ἀπαιτεῖ ἀπόδοσιν ἴσου σεβασμοῦ πρός τήν πίστιν καί τήν δυσπιστίαν περί ὑπάρξεως ἑνός ὑπερτάτου ὄντος, τότε θά πρέπη ἐπίσης νά δίδη τόν ἴδιον σεβασμόν καί στήν πίστιν γιά τήν ὕπαρξιν τῆς τσαγιέρας δορυφόρου, δεδομένου ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς τσαγιέρας σέ τροχιά μεταξύ Γῆς καί Ἄρεως εἶναι ἐξ ἴσου εὔλογος ἐπιστημονικῶς, ὅσον καί ἡ ὕπαρξις ἑνός ἀνωτάτου ὄντος.

Λογικός Θετικισμός

Οἱ λογικοί θετικιστές, ὅπως ὁ Ρούντολφ Κάρναπ (Rudolph Carnap) καί ὁ Α. Τζ. Ἄγιερ (A. J. Ayer), θεωροῦνται μερικές φορές, ἐσφαλμένως, ἀγνωστικιστές. Ἐπιστρατεύοντας ἐπιχειρήματα πού θυμίζουν τήν περίφημη ρήση τοῦ Βιττγκενστάιν (Wittgenstein), «Γιά ὅσα δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε, καλύτερα νά μένουμε σιωπηλοί», ἔβλεπαν κάθε συζήτηση περί θεῶν ὡς κυριολεκτικά χωρίς νόημα. Γιά τούς λογικούς θετικιστές καί τούς ὁπαδούς παρομοίων σχολῶν σκέψεως, προτάσεις σχετικές μέ θρησκευτικές καί ἄλλες ὑπερβατικές ἐμπειρίες δέν θά μποροῦσαν νά ἔχουν μία τιμή ἀλήθειας, καί ἐθεωροῦντο ὅτι εἶναι χωρίς νόημα. Αὐτό ὅμως περιλαμβάνει κάθε ἐκπεφρασμένη γνώμη γιά τόν Θεό, ἀκόμη καί ἐκεῖνες τίς ἀγνωστικές προτάσεις πού ἁρνοῦνται ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατή.

Στό «Γλῶσσα, Ἀλήθεια καί Λογική», ὁ  Ἄγιερ σαφῶς ἀπορρίπτει τόν ἀγνωστικισμό μέ τό σκεπτικό ὅτι ὁ ἀγνωστικιστής, μολονότι ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατη, ἐντούτοις ἐξακολουθεῖ νά δέχεται ὅτι προτάσεις σχετικές μέ τόν Θεό ἔχουν νόημα.

Παραλλαγές

Οἱ θεϊστές καί οἱ ἰσχυροί ἀθεϊστές διατυπώνουν προτάσεις σχετικές μέ τόν κόσμο, οἱ θεϊστές ὅτι «ὑπάρχει Θεός», οἱ ἰσχυροί ἀθεϊστές ὅτι «δέν ὑπάρχει Θεός». Οἱ ἀγνωστικιστές κάνουν μία πρότασι σχετική μέ αὐτές τίς προτάσεις, «δέν μπορεῖ κανείς νά ξέρη ἄν ὑπάρχη ἤ δέν ὑπάρχη Θεός».

Ὁ ἀγνωστικισμός ἔχει ὑποφέρει σέ μεγαλύτερο βαθμό ἀπό τίς πολλές καί διάφορες ἐκφράσεις φιλοσοφικῶν θέσεων ἀπό ὅτι ἀπό τίς ὀνοματολογικές παρεκτροπές. Ἔχουμε ὡς παράδειγμα ἀπόπειρες νά συσχετισθῆ ὁ ἀγνωστικισμός μέ τόν ἀθεϊσμό. Ἡ παράδοσις “ἐλευθέρας σκέψεως” τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἀποκαλεῖ τήν ἔλλειψιν  πίστεως στήν ὕπαρξιν ὁποιασδήποτε θεότητας “ἀσθενή ἀθεϊσμό” (ἤ ἀρνητικό ἀθεϊσμό). 

Παρ’ ὅλα αὐτά, μπορεῖ κανείς ἀκόμη νά τραβήξη μία διαχωριστική γραμμή μεταξύ ἀσθενοῦς ἀθεϊσμοῦ καί ἀγνωστικισμοῦ, κάνοντας διάκριση μεταξύ πίστεως καί γνώσεως, ὁδηγῶντας ἐκείνους πού πιστεύουν ὅτι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατη νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι ὁ ἀγνωστικισμός ἀφορᾶ στήν γνῶσιν, ἐνῶ ὁ ἀθεϊσμός/θεϊσμός ἀφορᾶ στήν ἔλλειψιν πίστεως.

Ὁ Ἀγνωστικός ἀθεϊσμός εἶναι μία σύνθεσις τῶν δύο.

Τζώρτζ Σμίθ, ἕνας ἐξέχων ἀθεϊστής συγγραφεῦς, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀγνωστικισμός εἶναι μία μορφή ἀθεϊσμοῦ, πού ὁρίζεται ἐδῶ ὡς “ἔλλειψις πίστεως σέ μία θεότητα” (Βλ: Ἀθεϊσμός, ἡ Ὑπόθεση Κατά τοῦ Θεοῦ (Atheism, The Case Against God), τοῦ Τζωρτζ Χ. Σμιθ, 1989 Prometheus Books, NY).

Τό ἐπιχείρημά του κατά τοῦ ἀγνωστικοῦ θεϊσμοῦ εἶναι ὅτι εἶναι ἀντιφατικό νά πρεσβεύουμε ὅτι ἕνα ὄν εἶναι ἐγγενῶς ἤ πρός τό παρόν ἄγνωστο, καί ἐντούτοις νά ἐφράζουμε θετικά πίστιν στήν ὕπαρξίν του (τό ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἕνα τουλάχιστον χαρακτηριστικό του – ἡ ὕπαρξίς του – εἶναι γνωστό). Περαιτέρω, ἐπιχειρηματολογεῖ, ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζη κάποιος ὅτι κάτι ὑπάρχει χωρίς κάποια ἔστω γνῶσιν τοῦ τί εἶναι αὐτό πού ὑπάρχει». 

Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ καταλήγει χωρίς νόημα διότι δηλώνουμε ὅτι εἶναι ἀνεξιχνίαστη, καί ó ἀγνωστικός θεϊστής διατυπώνει μιά πρότασι ἰσοδύναμο μέ τήν κατωτέρω:

«ὑπάρχει μπλάρκ» (ὁποιαδήποτε λέξις χωρίς νόημα). Ὁ Σμίθ συγκρίνει αὐτήν τήν ἀπροσδιόριστη πίστι μέ τήν μή πίστι καί καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ὅλος ὁ ἀγνωστικισμός εἶναι μιά μορφή ἀθεϊσμοῦ. Ὁ ἀγνωστικός θεϊστῆς πού ἐπιθυμεῖ ἀκόμη νά πιστεύη πρέπει νά ἀποδώση κάποιου εἴδους χαρακτηριστικά στήν πίστιν του, θέτοντας ἔτσι ἑαυτόν ἐκτός τοῦ πλαισίου τοῦ ἀγνωστικισμοῦ (καθώς τώρα διεκδικεῖ κάποια γνώσιν ἐπί τῆς θεότητος), πρᾶγμα πού τόν κάνει τώρα θεϊστή.

Οἱ ὑπηρεσίες συλλογῆς δεδομένων συχνά ἐμφανίζουν τήν κοινήν χρήσιν τοῦ ὅρου, πού διακρίνεται, ξεχωρίζει, ἀπό τόν ἀθεϊσμό λόγω τῆς ἐλλείψεως ἀμφισβητήσεως τῆς ὑπάρξεως τῶν θεοτήτων. Οἱ ἀγνωστικιστές καταγράφονται δίπλα στούς  κοσμικούς, τούς ἀθρήσκους  ἤ ἄλλες παρόμοιες κατηγορίες.

Ἄλλες παραλλαγές εἶναι:

  • Ὁ ἰσχυρός ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀσθενής ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀπαθῆς ἀγνωστικισμός
  • Ὁ ἀναπαραστατικός ἀγνωστικισμός (model agnosticism)

(1) Ἡ ἀδυναμία τῆς ἐπιστήμης νά ἀποδείξη τήν μή ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς γιά τό τί ἀκριβῶς θεωρεῖ ἡ ἐπιστήμη βεβαιότητα ἤ γιά τό πόσο ἕνα πιθανό γεγονός εἶναι «σχεδόν βέβαιο» ἤ «σχεδόν ἀβέβαιο»..

Ὁ Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Beckett, 1906-1989),  Ἰρλανδός συγγραφεῦς (Νόμπελ 1969), έγραψε: «Δεδομένου ὅτι ἡ Βίβλος καί ἡ ἐκκλησία προφανῶς ἔκαναν λᾶθος σέ ὅσα ἔλεγαν σχετικῶς μέ τήν προέλευσίν μας,  πῶς εἶναι δυνατόν νά τίς ἐμπιστευθοῦμε σέ ὅσα λένε σχετικῶς μέ τόν προορισμόν μας!;»

Ὁ σκεπτικισμός του αὐτός λογικόν εἶναι νά τόν ἐντάσση στούς Ἀγνωστικιστές.

Ὁ Φρειδερῖκος Νῖτσε (Friedrich  Nietzsche): «Κάθε ἀληθινή πίστις εἶναι ἀδιάψευστος, ἐκπληρώνει αὐτό πού ὁ πιστός ἐλπίζει νά βρῆ σ’ αὐτήν, δέν προσφέρει ὅμως οὕτε τό ἐλάχιστον ἕρεισμα γιά τήν θεμελίωσιν μιᾶς ἀντικειμενικῆς ἀληθείας …»

Θέλεις νά ἐπιδιώξης ψυχική ἡρεμία καί εὐτυχία, τότε πίστευε, θέλεις νά εἶσαι ἕνας ἀπόστολος τῆς ἀληθείας, τότε ἀναζήτησέ την

Ὁ Νῖτσε, καθώς  καί μέσα ἀπό τά ἔργα του, ὑπῆρξε δριμύτατος ἐπικριτής τόσο τῶν ἐθνικιστικῶν, ὅσο κάθε ἀντισημιτικῶν τάσεων.

Ὁ Ζαρατούστρα εἶναι ἡ ὑπέρβασις τοῦ ἀνθρώπου πρός τό ἀνθρωπινότερο καί ὄχι πρός τό ἀπανθρωπότερο.

Ἐξ ἄλλου, καί ὁ ἴδιος ὁ Νῖτσε προέβλεψε ὅτι τά ἔργα του θά παρερμηνευθοῦν καί ὅτι δύσκολα θά ὓπάρξη κάποιος πού θά τά κατανοήση σέ βᾶθος. Ὁ ἴδιος θά πῆ: «Αὐτό πού κάνουμε δέν τό καταλαβαίνουν ποτέ, μά μονάχα τό ἐπαινοῦν ἤ τό κατηγοροῦν».

Τό νιτσεϊκό ἔργο ἦταν μιά κραυγή μέσα στήν βαθιά νύχτα τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἴδιος παρατηροῦσε πώς γιά νά σέ ἀκούση κάποιος πρέπει νά τοῦ σπάσης τά αὐτιά. Γι αὐτό ἄλλωστε καί πολλές φορές βρίσκουμε στά ἔργα του ἔκδηλη τήν περιφρόνησι γιά ἀπρόσωπα καί πράγματα. Δέν ήταν κακία ἤ μικρότητα, ἀλλά μιά φωνή πού ἤθελε σφόδρα νά ἀκουσθῆ στά αὐτιά καί  κυρίως τίς συνειδήσεις ὅλων.

Δέν πρόφτασε νά κτίση ἐκείνη τήν γέφυρα πού πάντα ἐπιθυμοῦσε, ἀπό τόν ἄνθρωπο στόν Ὑπεράνθρωπο. Οἱ προσδοκίες του ὅμως ἀπό τό ἀνθρώπινο εἶδος δέν σταμάτησαν ποτέ νά εἶναι μεγάλες. Ὅταν ρωτήθηκε γιά τό τί εἶναι αὐτό πού ἀγαπάει στούς ἄλλους, ἀπάντησε: «Τίς ἐλπίδες μου».

Τἄδ’ ἔφα ὁ  «φίλος μου»  ὁ Φρειδερῖκος.

Σάμιουελ Μπέκετ

Κι ἔρχομαι στήν δική μου ἀντίληψι, ὁπότε πιθανότατα νά χρειασθῶ τήν δική σας  γνώμη, ἄποψι γιά τό ποῦ θά μποροῦσε νά ἐνταχθῆ ἡ θεωρία μου αὐτή:

Ἡ ἀνθρωπίνη νοημοσύνη μπορεῖ νά ἀντιληφθῆ ὁτιδήποτε, θεωρητικό ἤ πρακτικό μπορεῖ νά παρουσιασθῆ μέσα στόν «ἀνθρώπινο χωροχρόνο» δηλαδή στόν κῶνο πού δημιουργήθηκε ἀπό τό Big Bang καί μετά δηλ. περίπου 14,5 δισεκατομμύρια χρόνια… Ἀπό τό συμβατικό Σημεῖο Μηδέν δηλ. τό χρονικό σημείο τῆς ἐκκρήξεως (στό CERN  ἔχουν καταφέρει νά προσωμοιάσουν τήν στιγμή ἐκείνη μέ ἀπόκλισι ἐλάχιστα ἑκατοστά ἤ ἴσως καί χιλιοστά τοῦ δευτερολέπτου) καί πέρα, δέν ἔχουμε τήν δυνατότητα νά γνωρίζουμε καί οὔτε θά γνωρίσουμε τί ὑπάρχει.

Γιά νά φθάσουμε στό σημεῖο Μηδέν τῆς δημιουργίας σημαίνει ὅτι προϋπῆρχαν τῶν συμπάντων, φυσικοί κανόνες καί δυνάμεις ὅπως π.χ ἡ βαρύτης, ἡ θερμότης, ἡ έντροπία, οἱ κανόνες τῆς θερμοδυναμικῆς, ἡ ἀντίστασις έπί τριβῆς, ἡ ἀδράνεια,  καἰ ἄπειρες ἀκόμη δυνάμεις καί κανόνες, οἱ ὀποῖοι ΠΡΟϋπῆρχαν τοῦ Big Bang καί τῆς δημιουργίας.   Ὁπότε τίθεται μέ σαφήνεια τό λογικόν ἐρώτημα: «καί ποιός ἔφτιαξε  τούς φυσικούς αὐτούς νόμους καί κανόνες οι ὁποῖοι καθώρισαν τόν τρόπο λειτουργίας τοῦ σύμπαντος κόσμου καί τῆς μετατροπῆς τῆς ἐνεργεἰας σέ ἄλλες πυκνότητες δημιουργῶντας ἔτσι νέα, ἄλλα ὑλικά στοιχεῖα,  διαφόρων ἀψύχων ἤ ἐμψύχων εἰδῶν».

Κάποια δύναμις, κάτι τί, τοῦ ὁποίου Δεν γνωρίζουμε την ύφήν ή την προέλευσιν. Συμβατικῶς θά μποροῦσα νά ἀποδεχθῶ τόν ἀ-θρησκευτικὀ ὅρο θεός, ὅπως παπούτσι, κουκούτσι, καρέκλα ἤ σαλάτα. Πράγματι άνευ σημασίας ἡ ὁρολογία.  Πάντως, ἡ ὀντότης αὐτή οὐδόλως ἀσχολεῖται μέ τήν άνθρωπίνη παρουσία ἐπί τῆς γῆς, κατά τρόπον ὅπως ἐπιδιώκουν νά περιγράφουν τά διάφορα διασκεδαστικά, θρησκευτικά μυθιστοριματάκια.

Οἱ κανόνες καθώρισαν τήν φυσικήν λειτουργία τῆς ἐνεργείας καί κατόπιν τῆς ὕλης.

Ἡ ἀνθρωπίνη περιέργεια διά τήν διερεύνησιν τοῦ τί ὑπῆρχε πρό τοῦ Σημείου Μηδέν προσωπικῶς μέ ἀφήνει παγερῶς ἀδιάφορο, δεδομένου ὅτι ὑπάρχουν τόσα πολλά ἀνεξήγητα πού θά μποροῦσαν νά παίξουν ἴσως κάποιο ρόλο στήν ἀνθρωπίνη ζωή.

Οἱ σκέψεις αὐτές μέ ἔχουν ἀπαλλάξει ἀπό τό ἄγχος τῶν θρησκειῶν καί ἀπό τήν  διακρίβωσι ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητες προκειμένου ὁ ἀνθρωπος νά πορεύεται μέ βάσι τίς Άρετές πού παραμένουν αἰωνίως ἀναλοίωτες ἐν ἀντιθέσει με τίς ἡθικές άρχές πού εἶναι καί μεταβλητές καί συνηθέστατα και  διαβλητές.

Ποῦ κατατάσσομαι, τί εἶμαι λοιπόν; 

Οἱ ὁμιλοῦντες περί Θεοῦ προφανῶς ὀμιλοῦν γιά τόν θεό τῆς κάθε θρησκείας των. Ἐγώ ὁμιλῶ γιά θεό ἐκτός θρησκειῶν. Κάπου ἀλλοῦ τόν ἔχω ὠνομάσει  «ἄθρησκο θεό».

Ἐάν ὁ Θεός εἶναι περιωρισμένος μέσα στά ὅρια μιᾶς θρησκείας δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄπειρος κατά τίς ἀπαιτήσεις τῶν ἰδίων θρησκειῶν. Εἶναι ἄραγε ὁρθή αὐτή ἡ περιγραφή συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω περιγραφέντα;

Πάντως, κατά τά συνηθισμένα, ἔνθεος δέν εἶμαι, κατά τά συνηθισμένα ἄθεος δέν εἶμαι, τότε τί εἶμαι;

Κάποιος πού ψάχνεται;

 Ἅρα στούς ἐρευνητές; Στούς στοχαστές ἤ ἁπλῶς στούς Ἀγνωστικιστές;

 Ὁπωσδήποτε πάντως,  σέ σκεπτομένους  καί ποτέ εὐκόλως ἀποδεχομένους ἀνεξελέγκτως τήν κάθε ἐπιμέρους ἄποψιν.