fbpx

banner αεροδρομίου

«Ψηλά τα μάτια να ατενίζουν τα βουνά των ονείρων», Οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 7

Γεμάτο σταυροδρόμια είναι η πορεία της ζωής όχι σταυροδρόμια καταστάσεων, αλλά συναντήσεων. Στις διακλαδώσεις κατάλληλων στιγμών ανταμώνεις με ανθρώπους σαν προγραμματισμένο ραντεβού, που δεν ενθυμείσαι το πότε και αν το έκλεισες. Κι όμως, το χρονικό σημείο είναι καίριο, όπως και οι άνθρωποι με τους οποίους θα συναντηθείς είναι εξ’  ίσου σημαντικοί. Ακόμα και αυτοί που σου κάνουν την ζωή δύσκολη, αφόρητη, τους μισείς, τους απεχθάνεσαι είναι μια χαρά μαθήματα, μπορεί ακόμα να είναι και σπουδαίοι δάσκαλοι.

Η Δέσποινα ήταν αυτή που πλησίασε τον Ορφέα εντελώς κινηματογραφικά, όταν εκείνος ήταν χαμένος στον μαίανδρο ενός γρίφου τόσο δυνατού που κυριολεκτικώς δεν έβρισκε την λύση του, με αποτέλεσμα να κάνει άσκοπους κύκλους και συνεχώς να βρίσκεται στο ίδιο σημείο. Βρέθηκαν σε ένα νησί του Αιγαίου κάποιο φθινοπωρινό μεσημέρι με ησυχία στον τόπο και τον ήλιο να κρατάει πεισματικά το θερινό φως.

Ο Ορφέας ήταν με την αγαπημένη του, την Πασχαλίτσα και η Δέσποινα ήταν αυτό που λέμε η «μάγισσα». Μην τρομάζετε! Δεν μεταμόρφωνε τους ανθρώπους σε βατράχια και κουνάβια, ούτε κατασκεύαζε επικίνδυνα φίλτρα και ελιξίρια σε χάλκινες χύτρες ικανά να ελέγχουν τις διαθέσεις και τις ανθρώπινες επιθυμίες. Ήταν  κάτι σαν ιέρεια, κάτι σαν δασκάλα που γνώριζε καλά την «μαγεία» της ζωής.

Τίποτα το τυχαίο, ως γνωστόν, δεν συμβαίνει στην ανθρώπινη πορεία και έτσι οι δυο τους συναντήθηκαν πριν αρκετά χρόνια όταν ο νέος και ορφανός από γονείς Ορφέας ανακάλυψε τα μυστήρια του ανθρώπου και της Γης, προ πάντων όμως, την αγάπη και τον σεβασμό από την Δέσποινα, που τον επέλεξε και τον δίδαξε με υπομονή, στοργή αλλά και πειθαρχία. Χωρίς να είναι η μητέρα του, χωρίς να είναι κάποια επιστήθια φίλη του, ο νεαρός και «άπιστος» Ορφέας την εμπιστεύτηκε, ένοιωθε ασφαλής και στα πολλά χρόνια της γνωριμίας τους έμαθε πράματα και θάματα κοντά της.

Το κυριότερο ήταν ό,τι πρώτα έλυσε τον ακατανόητο, δικό του γρίφο και βρήκε την έξοδο από τον μαίανδρο που ήταν εγκλωβισμένος. Κατάφερε να διασχίσει τις ημιφωτισμένες κατακόμβες των μυστηρίων και να αναδυθεί στην επιφάνεια της ζωής, δίνοντας τις προσωπικές του μάχες στην αγρίλα της καθημερινότητας. Ταξίδεψε όσο κανένας άλλος σε κόσμους απλησίαστους, άγνωστους, βαθιά φυτεμένους στον αθέατο χάρτη του Κόσμου. Έμαθε να μην κρίνει τους ανθρώπους γιατί συνειδητοποίησε, πως για κάποιους, ο ίδιος, σίγουρα θα είναι ο κακός και ο μισητός. Εργάσθηκε εντατικά όχι πάντα με επιτυχία όπως αναφέρει, με τον εαυτό του, τούς θυμούς, τους εγωισμούς του και φυσικά αγκάλιασε τα προτερήματα του, συνάπτοντας ιερή συμμαχία να ζει ειρηνικά με τα αδιόρθωτα ελαττώματα του. Μέσα από τις μάχες που έδινε, αν και τις περισσότερες φορές ήταν ο ηττημένος της υπόθεσης, ενδύθηκε το «άφοβον». Κάθε ήττα και ένα καλό μάθημα γι αυτόν, μια σπουδή, μια γνώση στην ζωή, ακόμα και δύναμη για να συνεχίζει, αφού πάνω απ΄ όλα ήταν ζωντανός, ρωμαλέος, άφοβος και υγιής.

Άπειρες μάχες έδωσε και το σώμα του στολίστηκε από τραύματα, ολούθε. Επιπόλαιες πληγές, άλλοτε από απροσεξία και άλλοτε από λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές. Η Δέσποινα όμως δεν φώναζε ποτέ στον Ορφέα, δεν τον τιμωρούσε για τα λάθη του, δεν τον εγκατέλειπε. Ο Ορφέας συνεχώς μάθαινε, μόνος πια χωρίς την Πασχαλίτσα του, γιατί σε μια τυφλή σύγκρουση με τον πυρωμένο φύλακα του σκότους του σε λασπωμένο πεδίο την έδιωξε από κοντά του. Τότε όρμησε, πιθανώς θαρραλέα, πιθανώς απρόσεκτα και εγωιστικά, στον τρομακτικό, μαύρο κυκλώνα για να φτάσει ακριβώς στο τεράστιο, αδηφάγο «μάτι» του και να το κοιτάξει με ψυχή και θάρρος. Αυτό ήθελε, να συγκρουστεί με την ψευδαίσθηση και να την κατανοήσει έως το μεδούλι των οστών του.

Σε αυτό το σταυροδρόμι της ζωής, όταν επέστρεψε διαλυμένος αλλά ζωντανός, γνώρισα προσωπικά τον γείτονα Ορφέα στην διαδρομή του αστικού λεωφορείου μας, πριν τέσσερα χρόνια, επίσης σε μια δύσκολη, προσωπική μου περίοδο. Η γνωριμία μας έφερε μπροστά τις ζωές μας, έτσι σιγά σιγά και αφού κτίστηκε η εμπιστοσύνη ανάμεσά μας άρχισε να αφηγείται την μικρή μεγάλη ιστορία του με την Δέσποινα.

Άκουγα προσεκτικά, με τα μάτια και τα ώτα τεντωμένα, για τα «ταξίδια» τους, τους πολέμους του. Πληγωμένος για πολλοστή φορά, σήμερα είναι κρυμμένος, μόνος στο κουκούλι τού προσωπικού του μετασχηματισμού. Η αιτία είναι, πως καμιά σύντροφος του, αν και αγάπησε και αγαπήθηκε με πάθος, όπως λέει τουλάχιστον, δεν κατάφερε να ισορροπήσει την θεϊκή του τρέλα για γνώση με το να λειτουργεί ορθά στο γήινο πεδίο, σαν να είναι ον από άλλο κόσμο. Αυτό ήταν ασήκωτο για τον μεταφυσικό ρεαλισμό του γυναικείου ψυχισμού και στον γοό των μαχών του το χέρι του Ορφέα έμενε πάντα άδειο στον τοξικό αέρα της μοναξιάς. Το υποστηρίζει με παρρησία, πως αρκετές φορές φέρθηκε ανόητα και εγωιστικά με τις συντρόφους τους. Έτοιμος όμως είναι να ξεκινήσει πάλι τους αγώνες του μόλις ιαθεί, να το φτάσει το θέμα έως το τέλος του με όποιο κόστος. Ήταν, λέει, η υπόσχεση που έδωσε στην δασκάλα του.

Η Δέσποινα του, όπως την αποκαλούσε, έφυγε κι εκείνη, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, για το ταξίδι τής επιστροφής στην μεγάλη πατρίδα σε ηλικία 95 χρόνων το προηγούμενο βράδυ και δεν θα δει την νίκη του Ορφέα, εάν υπάρξει νίκη σε αυτή τη ζωή, αλλιώς στην επόμενη. Σίγουρα, όμως θα νιώσει το σθένος του εκεί που βρίσκεται και, εάν και εφόσον υπάρχει ακόμα, έστω στο ελάχιστο, κάποιο ίχνος ανθρωπίλας στην οντότητά της, τότε θα στείλει ένα μειδίαμα χαράς στον Ορφέα, τον μαθητή της. Πήγαμε μαζί στην εξόδιο ακολουθία της αγαπημένης του Δέσποινας γιατί ήταν συντετριμμένος και θεώρησα ότι χρειάζεται κάποιον δίπλα του σε αυτή την βαριά στιγμή της απώλεια του σαν να κλείνει ένα τρανό κεφάλαιο της ζωής του. Προσφέρθηκα να τον συνοδεύσω για παρέα και δεν το αρνήθηκε.

«Είναι κουτό κι ανώφελο να στεναχωριέμαι τόσο, αφού θα συναντηθούμε ξανά», είπε καθ΄ όδον για το κοιμητήριο και φόρεσε τα μαύρα γυαλιά ηλίου για να μην γυαλίζουν τα μάτια του από το υγρό συναίσθημα, που έκτιζε λεπτή, εύθραυστη μεμβράνη γύρω από το ασπράδι τους.

Ήταν αμίλητος από εκεί και έπειτα, είτε ήμασταν στο χώρο της εκκλησίας, είτε κατά την ταφή, είτε στο τέλος της διαδικασίας στο κυλικείο για τον καφέ. Χαιρέτισε πολλούς, σχεδόν όλους. Τον ήξεραν, χάρηκαν που τον είδαν ξανά. Κάποιοι, πάλι, προσπάθησαν να του μιλήσουν, αλλά ο Ορφέας με τον τρόπο του δεν έδωσε το δικαίωμα και τους κράτησε σε απόσταση για δικούς του λόγους. Στον δρόμο για το σπίτι, λίγο πριν φτάσουμε, χαμογέλασε και δίχως να με κοιτάξει μίλησε: «Είχα να δω την Δέσποινα κοντά μια δεκαετία. Σταματήσαμε να μιλάμε και κόψαμε τις επαφές. Σπάνια της τηλεφωνούσα».

«Γιατί;», ρώτησα με απορία.

«Με έδιωξε από κοντά της, Γιώργο», απάντησε κοφτά και σταμάτησε, μαθαίνοντας κάτι που δεν το ήξερα. Θεώρησα αγενές να επιμείνω να μάθω τους λόγους, οπότε δεν έβγαλα άχνα.

«Αισθάνθηκε πως είμαι απειλή», συνέχισε από μόνος του. «Νομίζω, πως δεν κατάφερα να σταθώ στο ύψος των απαιτήσεων και με εγκατέλειψε».

Σκέφτηκα, εάν είναι φρόνιμο να ανοίξω διάλογο ή να σταματούσα τις ερωτήσεις, αλλά, γαμώτο, δεν άντεξα: «Ήσουν απειλή, Ορφέα;»

«Πιθανώς. Τόσα χρόνια μαζί της, με όλα όσα πρόσφερε σε μένα, θα έπρεπε να διαχειρίζομαι την ζωή μου με σωφροσύνη. Απ΄ ότι φαίνεται δεν τα κατάφερα. Συνεχώς δίνω μάχες σε έναν πόλεμο που φαίνεται ίδιος. Κάτι δεν έγινε σωστά ή κάτι κάνω λάθος, αλλιώς δεν εξηγείται η επανάληψη. Ο αμαθής άνθρωπος είναι άκρως επικίνδυνος, Γιώργο, αλλά και ο άνθρωπος με γνώση φέρει τεράστια ευθύνη».

«Αισθάνομαι, πως είσαι υπερβολικός και λόγω της ημέρας συναισθηματικά φορτισμένος. Μια οντότητα σαν την Δέσποινα, όπως τόσο καιρό την περιγράφεις σε μένα, δεν θα σε έδιωχνε από κοντά της επειδή είσαι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Κάτι άλλο είχε κατά νου», αποκρίθηκα, πιστεύοντας ακράδαντα, πως πράγματι κάτι άλλο συνέβη για να χωρίσουν τόσο απράξενα ο μαθητής και η δασκάλα του.

«Όλοι όσοι ήταν κοντά της μάθαιναν, έπαιρναν από εκείνη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και στο τέλος οι μισοί από δαύτους την κούρασαν, την άδειασαν και οι άλλοι μισοί, δυστυχώς, την πρόδωσαν. Ήταν όλοι τους εκεί, τους είδες Γιώργο; Αυτή ήταν η μύχια πίκρα της. Η προδοσία τους. Εκτός από εμένα. Ποιος ξέρει. Ίσως να την πρόδιδα και ‘γω εάν δεν με έδιωχνε από κοντά της».

Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο. Ανοίξαμε στα γρήγορα την πόρτα του σπιτιού με σκοπό να παραγγείλουμε τηλεφωνικώς το γεύμα μας, καθότι η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα και πεινούσα σαν λιοντάρι του βουνού. Ο Ορφέας δεν ήθελε να βάλει τροφή στο σώμα του, οπότε έφτιαξα στα γρήγορα ένα σάντουιτς. Με τα μαύρα γυαλιά ακόμα στα μάτια ρίχτηκε μονοκόμματα στην πολυθρόνα τού σαλονιού αμίλητος, δίπλα στο παράθυρο, ελαφρά στραμμένο το κεφάλι του στο φθινοπωρινό, μουντό απόγευμα. Το μόνο που διέκρινα στο ανέκφραστο, ακίνητο πρόσωπο του ήταν δάκρυα, πολλά δάκρυα να χαράζουν τα ζυγωματικά του και να σκάνε με φόρα στο σκούρο σακάκι.

«Ο δάσκαλος επιλέγει τον μαθητή και όχι ο μαθητής τον δάσκαλο», είπε ξαφνικά κατά τις δωδεκάμισι το βράδυ, εξορίζοντας την σιωπή του χώρου. «Μεγάλο το ρίσκο για τον δάσκαλο. Ο μαθητής με την συμπεριφορά και τις σκέψεις του έχει την δύναμη να τον εξυψώσει στα σύμπαντα ή να τον ρίξει στην άβυσσο για πάντα. Αυτή είναι η μεγάλη εξουσία του μαθητή απέναντι στον δάσκαλο του. Είναι ένα επικίνδυνο, οπλισμένο «όπλο». Αυτός είναι και ο μέγας τρόμος του δασκάλου: η συμπεριφορά και η πρόοδος του μαθητή του. Η διάκριση, τελικά είναι η ύψιστη γνώση της ζωής. Ο ολόφωτος δρόμος της Ελευθερίας. Η δύναμη να βλέπεις πέρα από αυτό που κοιτάς. Κοιτάμε αλλά δεν βλέπουμε, Γιώργο! Η Δέσποινα με έδιωξε για να με σώσει από την πτώση που ακολούθησε γύρω της. Ήμουν η απειλή για κάποιους όχι για εκείνη. Με προστάτευσε, πραγματικά. Το πήρε όλο επάνω της!» Σηκώθηκε σαν έλασμα από την πολυθρόνα, τράβηξε τα μαύρα γυαλιά από το πρόσωπο του, έβγαλε το σκούρο σακάκι και με κοίταξε με ένα απαλό χαμόγελο που έπινα καφέ, κάπνιζα και διάβαζα στον καναπέ απέναντι του. Κοίταξα τα φτερά του να βγαίνουν ξανά στις πλάτες του. Δεν απάντησα.

«Θα φτιάξω αυγά τηγανητά με μπόλικες πατάτες τηγανητές μια πλούσια σαλάτα, θα πιούμε και καλό κρασί τέτοια μέρα που είναι. Τώρα, πείνασα και δίψασα μαζί. Θα μου κάνεις παρέα, έτσι;» πρότεινε ήρεμα και πριν λάβει την απάντηση μου, με μια κίνηση πέταξε έως την κουζίνα.

Ευχαριστώ τον Ορφέα για την ελευθερία να δημοσιεύσω το παραπάνω κείμενο.       

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα»

(Werk ohne Autor / Never Look Away)

 

 

  • Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ
  • Με τους: Τομ Σίλινγκ, Σεμπάστιαν Κοχ, Πόλα Μπίρ, Σάσκια Ρόζενταλ
  • Διάρκεια: 188’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μικρός Κουρτ μαζί με την αγαπημένη του, νεαρή και όμορφη θεία του, Ελίζαμπεθ (Σάσκια Ρόζενταλ – πολύ καλή), απολαμβάνουν την πολιτιστική εκδρομή τους στα μουσεία της όμορφης Δρέσδης του 1937. Το Τρίτο Ράιχ, ξεκινάει το πρόγραμμα ευγονικής και κάθε τι παράταιρο, ιδιαίτερο και μη Άρειο πρέπει να εξαφανιστεί. Η Ελίζαμπεθ, που εκφράζει την ομορφιά, την Τέχνη, την ευαισθησία μαζί και την τρέλα, κατά τους ναζιστές και δη από τον αλύγιστο ναζί γιατρό Καρλ Σίμπαντ (Σεμπάστιαν Κοχ – πολύ καλός) είναι ο προβληματικός φορέας ζωής. Η κοπέλα οδηγείται στο άσυλο και από εκεί στην εξόντωση.

Η Δρέσδη ισοπεδώνεται από τους συμμάχους το 1945, ο ναζισμός πέφτει, ο πόλεμος σταματάει, η Γερμανία χωρίζεται σε δυτική και ανατολική και ο έφηβος Κουρτ (Τομ Σίλινγκ – καλός) σπουδάζει ζωγραφική στην ανατολική πλευρά της χώρας. Ερωτεύεται την Έλι (Πόλα Μπίρ – πολύ καλή) και γνωρίζει τον αυστηρό πατέρα της που είναι ο γιατρός και πρώην ναζί Καρλ Σίμπαντ, ο οποίος απολαμβάνει τα οφέλη του ρώσικου σοσιαλισμού ως σπουδαίος μαιευτήρας του νέου, πολιτικού συστήματος, ενώ απεχθάνεται τον φίλο, ζωγράφο της κόρης του, καθώς ο νεαρός είναι χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. 

Ο Κουρτ και η Έλι παντρεύονται και διαφεύγουν στην Δυτική Γερμανία για να αρχίσουν μια νέα ζωή στον αέρα της ελευθερίας και των Τεχνών.  

Είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία μεγάλου μήκους του 46χρονου, βραβευμένου, Κολωνού σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, που το 2006 ντεμπουτάρισε στην μεγάλη οθόνη, τινάζοντας την μπάνκα του καλλιτεχνικού σινεμά στον αέρα με το αριστούργημα: «Οι Ζωές των Άλλων» (Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας).

Τέσσερα χρόνια μετά και ενώ οι Αμερικάνοι έτριβαν τα χέρια τους, θεωρώντας πως κρατούν στα χέρια τους τον νέο Φρανκ Κάπρα ή τον Τζόζεφ Μάκιενβιτς, στάζουν μονέδα, προσφέρουν την άνεση και τα μέσα στον Ντόνερσμαρκ για να γυρίσει τον χλιαρό έως νερόβραστο, χολιγουτιανό «Τουρίστα» με τους σούπερ σταρ: Τζόνι Ντεπ και την Αντζελίνα Τζολί. Η έλλειψη του αέρα της Κολωνίας, η απουσία της αύρας του Ρήνου είναι αισθητά τόσο στην οπτική, όσο και στην διάθεση του Γερμανού κινηματογραφιστή στην «τουριστική» ταινία, που πιστέψαμε, ότι οι «Οι Ζωές των Άλλων» είναι το πυροτέχνημα ενός ακόμα σκηνοθέτη που θα συναντήσει τα έδρανα της λήθης.

Ξοδεύτηκαν οκτώ χρόνια, από τον «Τουρίστα» και ο πανύψηλος, αριστοκράτης Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, παρότι διαμένει μόνιμα στο Λος Άντζελες, επί τροχάδην επιστρέφει καλλιτεχνικά στην πατρίδα του και μας παρουσιάσει την ταινία «Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα». Φίνο σινεμά στο είδος του κοινωνικού δράματος ιστορικής περιόδου με έντονα βιογραφικά στοιχεία από την ζωή του μεγάλου εικαστικού της Αλεμάνης, του Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Και ο σκηνοθέτης αρχίζει να βρίσκει τον εαυτό του, γράφοντας και το σενάριο.

Το κινηματογραφικό οικοδόμημα του Ντόνερσμαρκ στην ταινία του είναι η τέχνη και η πολιτική, να εκτυλίσσονται σε ισοδύναμα μέρη στο σενάριο. Μέσα στο πραγματικά όμορφο και ατμοσφαιρικό περιβάλλον (στην παραγωγή ξανά ο Κίριν Μπέργκ από τις «Ζωές των Άλλων»), ο Γερμανός σκηνοθέτης, που είναι ένας στρωτός story teller, οργανώνει την τραγική, ερωτική ιστορία δυο νέων αηδιασμένων από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθότι έζησαν έναν μεγάλο πόλεμο, την ισοπέδωση της πόλης τους, τον απόηχο των συνεπειών των ναζιστικών εγκλημάτων, τον διαμελισμό της χώρας τους και την βίαιη αναμόρφωση από το σταλινικό καθεστώς.

Από την αρνητική προπαγάνδα του Τρίτου Ράιχ στην Τέχνη σε κάθε τι μοντέρνο και καινοτόμο, περνάμε στο ανατολικό, καλλιτεχνικό κύμα του σοβιετικού ρεαλισμού για να καταλήξουμε στην δυτικότροπη ελευθερία της όποιας καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ο Ντόνερσμαρκ ταξινομεί σε τρεις σημαντικές δεκαετίες ιστορικά, πολιτισμικά πολιτικά και πολιτιστικά γεγονότα με ωραιότατο τρόπο, αισθαντικά δεμένα με την μουσική του εμπνευσμένου Γερμανού Μαξ Ρίχτερ («Ad Astra», «Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου») και η ταινία, παρότι είναι διάρκειας τριών ωρών, δεν κουράζει καθόλου.

Η πορεία του νεαρού καλλιτέχνη στο σενάριο είναι εμπνευσμένη και όχι βασισμένη, από την ζωή του σπουδαίου Γερμανού, εικαστικού Γκέρχαρντ Ρίχτερ, ενώ η κριτική που ασκείται στα δυο ολοκληρωτικά καθεστώτα, αυτό του ναζισμού και του κομουνισμού, θα έλεγα, ότι δεν ξεπερνάει τα ήδη γνωστά.

Το βαρύ σχόλιο από τον σκηνοθέτη προς την μεριά της βαθιάς Εσπερίας, καθώς είναι βέρος Γερμανός και από αριστοκρατική οικογένεια, καταφθάνει όταν αποτυπώνει σε ελάχιστα, νυχτερινά πλάνα, με την απίθανη φωτογραφία του βετεράνου, Αμερικανού Κέιλεμπ Ντεσανέλ (έξι φορές υποψήφιος για Όσκαρ) τον φρικιαστικό, άνευ πολεμικού ερείσματος, βομβαρδισμό, από τα «συμμαχικά» αεροπλάνα, της «Βενετίας του Έλβα» όπως αποκαλούσαν την πανέμορφη Δρέσδη (πόλη γέννησης του Γκέρχαρντ Ρίχτερ).

Ο γερμανικός λαός δεν θα ξεχάσει ποτέ, όσες γενιές κι αν περάσουν, την 13η και την 14η Φεβρουαρίου 1945, την διήμερη, εγκληματική ενέργεια από τα αγγλο-αμερικάνικα βομβαρδιστικά και τους 120.000 αμάχους νεκρούς, μιας πόλης ανυπέρβλητης πολιτιστικής αξίας. Η ισοπέδωση της Δρέσδης τοποθετήθηκε ιστορικά, ως κορυφαίο, έγκλημα πολέμου, ισότιμα με την Χιροσίμα, δίχως φυσικά να ανοίξει ρουθούνι και για τις δυο επονείδιστες πράξεις προς το τέλος του πολέμου. Ο συγγραφέας Κουρτ Βόνεγκατ στο βιβλίο «Σφαγείο Νο 5» αποτυπώνει ρεαλιστικά και πραγματικά το ιστορικό γεγονός, το οποίο γυρίστηκε και σε ταινία το 1972 σε σκηνοθεσία του Τζορτζ Ρόι Χιλ.

Το πρόσωπο του ναζί γιατρού που υποδύεται εξαιρετικά ο Σεμπάστιαν Κοχ («Οι Ζωές των Άλλων», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι») είναι η μεγάλη αλήθεια στην νεότερη ιστορία του πλανήτη, για το πόσα σε αριθμό φρικιαστικά, ναζιστικά κτήνη και εν γένει ανθρωποκτήνη, κατάφερνουν να την «βγάζουν λάδι» για τα εγκλήματα τους, απολαμβάνοντας, μάλιστα, μια ζωή δίχως να έχουν συνειδητοποιήσει το παραμικρό για το κακό που προκάλεσαν.

Το κτήνος είναι πάντα κτήνος ακόμα και στην ίδια την οικογένεια του και εξαιρέσεις δεν κάνει. Και εδώ ο Ντόνερσμαρκ αφήνει τα ίδια περιθώρια δράσης στο καθαρό οξυγόνο της λύτρωσης, χρησιμοποιώντας ξανά την Τέχνη, αυτή την φορά από την δύναμη ενός ζωγραφικού έργου, ως το μέσο της θεϊκής παρέμβασης, όπως συνέβη και στις  «Ζωές των Άλλων» με την μουσική του Γκαμπριέλ Γιαρέντ και την «Σονάτα Ενός Καλού Ανθρώπου».

Το ζευγάρι Τομ Σίλινγκ (Oh Boy) και Πόλα Μπίρ (Φράντς) δένει καλούτσικα στην οθόνη, ενώ τις εντυπώσεις τις κλέβει, σάνβουαρ, η παρουσία της πανέμορφης, Γερμανίδας Σάσκια Ρόζενταλ (Τα Παιδιά του Πολέμου).

   «Οροσειρά των Ονείρων»

(La cordillère des songes  / The Cordillera of Dreams)

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Χιλή, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Πατρίσιο Γκουζμάν
  • Φωτογραφία: Σαμουέλ Λαχού
  • Μουσική: Μιράντα ι Τομπάρ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ κανών 2019

Έπειτα από το αριστουργηματικό «Νοσταλγώντας το Φως» (2010) και το βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» (2015), ο Πατρίσιο Γκουσμάν προσανατολίζει αυτή τη φορά τη sui generis ματιά του στην Κορδιλιέρα, την χαρακτηριστική οροσειρά των Χιλιανών Άνδεων.

Με σημείο αναφοράς ένα ακόμα χαρακτηριστικό φυσικό γνώρισμα μιας πατρίδας που ελάχιστα πλέον αναγνωρίζει και παραμένοντας ολοκληρωτικά δοσμένος στο ιδανικό της με κάθε έννοια αλήθειας, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ποιητικού και του πολιτικού σινεμά τεκμηρίωσης συνεχίζει μια μοναδική εξερεύνηση στο λεπτό αυτό σύνορο όπου συναντιούνται ο χρονικά αμελητέος ανθρώπινος παράγοντας με την άχρονη φύση.

Το πόσο άρρηκτα είναι συνδεδεμένο το Σαντιάγο και γενικότερα η Χιλή με την Κορδιλιέρα των Άνδεων, ο Πατρίσιο Γκουζμάν το προσφέρει απλόχερα στον θεατή από το πρώτο πλάνο τού ντοκιμαντέρ. Ο θεόρατος πέτρινος όγκος, ανυπέρβλητης ομορφιάς, κρατάει στην αγκαλιά του μια ολόκληρη χώρα, άλλοτε προστατεύοντας την και άλλοτε τιμωρώντας την. Ο Γκουζμάν στην Γαλλία που διαμένει μετράει νοσταλγικά την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από την χώρα που αγαπάει, μέσα από την ιστορία και τον πολιτισμό της πατρίδας του, βάζοντας στο κινηματογραφικό κάδρο την «οροσειρά των ονείρων».

Η επιβλητική Κορδιλιέρα είναι φτιαγμένη από το υλικό των ονείρων και ο άνεμος Ράκο που διασχίσει τις κορφές και τις τραχιές βουνοπλαγιές της απλώνεται στην κοιλάδα σαν τραγούδι και αυτό το διαπιστώνει η Χιλιανή μουσικός και τραγουδίστρια Χαβιέρα Παρά. Ποιητικός πάντα ο Γκουζμάν και σε αυτό το ντοκιμαντέρ, αφήνει τους Χιλιανούς καλλιτέχνες συμπατριώτες του να μιλήσουν για την επιρροή της οροσειράς στην ζωή του τόπου.

Ο διάσημος ζωγράφος Γκιγιέρμο Μουνιόζ, που έχει ζωγραφίζει την Κορδιλιέρα στο χιλιανό μετρό, να  βλέπουν καθημερινά οι άνθρωποι τα χρώματα των βουνών, ο γλύπτης Φρανσίσκο Γκαθιτούα αναφέρεται στις δυνάμεις που ασκούν τα πετρώματα, αλλά και ο κινηματογραφιστής Πάμπλο Ζάλας, που έζησε από πρώτο χέρι το καθεστώς Πινοσέτ όταν φυλακίστηκε και βασανίστηκε, όλοι τους κρατούν στην ψυχή τους σαν κορώνα την θεϊκή υπόσταση της χιλιανής Κορδιλίερας.

Σε συνέχεια των βραβευμένων «Νοσταλγώντας το Φως» και του  «Μαργαριταρένιου Κουμπιού», ο σπουδαίος Χιλιανός σκηνοθέτης ολοκληρώνει την υπέροχη τριλογία της ιστορικής μνήμης με την «Οροσειρά των Ονείρων», εκεί στο σπίτι που γεννήθηκε, μετά στο άλλο σπίτι που μεγάλωσε και έφτιαξε το πρώτο του ντοκιμαντέρ «Η Μάχη της Χιλής» το 1975, γνωρίζοντας την παγκόσμια καταξίωση, όλα να συμβαίνουν κάτω από το αιώνιο βλέμμα του θεού-βουνό.

Υπέροχη δουλειά για μια φορά ακόμα από τον ευαίσθητο Πατρίσιο Γκουζμάν. Μην το χάσετε, ο δροσερός αέρας των Άνδεων είναι βάλσαμο στο κινηματογραφικό τοπίο.   

«Ο Κυνηγός της Νύχτας» 

(Nomis)

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ρέιμοντ
  • Με τους: Χένρι Καβίλ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Αλεξάντρα Νταντάριο, Στάνλεϊ Τούτσι.
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Ο αστυνομικός Μάρσαλ (Χένρι Καβίλ) με την βοήθεια του Κούπερ (Μπέν Κίνγκσλεϊ) ενός συνταξιοδοτημένου δικαστή και νυν τιμωρού διάφορων παιδόφιλων, συλλαμβάνουν έναν ψυχασθενή κατά συρροή δολοφόνο.

Τα πράγματα όμως στραβώνουν όταν αρχίζουν οι δολοφονίες αστυνομικών που εμπλέκονται στην σύλληψη του δολοφόνου. Ο Μάρσαλ μαζί με τηνψυχολόγο αστυνομικό Ρέιτσελ (Αλεξάντρα Νταντάριο), θα παίξουν κορώνα γράμματα την ζωή τους, αλλά και την ακεραιότητα των δικών τους ανθρώπων για να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω από τον δολοφόνο και τα εγκλήματα γυναικών που έχει διαπράξει.    

Ενδιαφέρον το θριλερικό σενάριο που δεν θα γράψουμε spoilers για να μην «κάψουμε» τις εκπλήξεις. Η σκηνοθετική απειρία του 40χρονου, Λονδρέζου Ντέιβιντ Ρέιμοντ είναι πασιφανής στην δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του. Οι προβληματικές της ταινίες αρχίζουν από το μοντάζ που δεν επιτρέπει να απλωθεί σωστά η ατμόσφαιρα της πλοκής, κοινώς να πάρει ανάσα η εικόνα για να κόψει τις ανάσες των θεατών από την αγωνία. Περισσότερο με video clip μοιάζει παρά με αστυνομικό θρίλερ.  

Ακολουθεί η απαράδεκτη ερμηνεία της ομορφούλας Αλεξάντρα Νταντάριο, με τα διαπερστικά μάτια, στον έναν από τους δυο ουσιαστικούς ρόλους, αυτού της ψυχολόγου και αναλύτριας προφίλ εγκληματιών. Από την γκομενοπαραλία του «Baywatch» και των γλυκανάλατων, ερωτικών κομεντί, η «τσακ μπαμ» μετάβαση στον ρόλο της Σαρλίζ Στάρλινγκ ως δεύτερη Τζόντι Φόστερ, θέλει πισινό και κομμάτι από άλλο πισινό για να επιτευχθεί, όπως αναφέρει και ο απλός λαός.

Ο Καναδός ηθοποιός Μπρένταν Φλέτσερ, παλεύει να βγάλει δική του περσόνα ψυχασθενούς δολοφόνου κατ΄ εξακολούθηση, λέμε τώρα, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να μην έχει χωνέψει την μια ντουζίνα διάφορων, κινηματογραφικών ψυχάκηδων, που, εμφανώς, αντιγράφει.  

Ο Χένρι Καβίλ ευγενικά και αξιοπρεπώς απαλλαγμένος από μπέρτα και σουπερμανικό κολάν, από την στιγμή που υποδύεται άψογα τον Σόλο στο «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.» του Γκάι Ρίστσι, αλλά και δίπλα στον Τομ Κρουζ στην τελευταία «Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση», ως αδίστακτος, psycho πράκτορας της CIA, δυστυχώς, εδώ στον ρόλο του αντικοινωνικού, αλλά έξυπνου ντετέκτιβ, δεν υπάρχει κάποιος να προσφέρει ένα χεράκι στον άνθρωπο για να τον ανεβάσει ελάχιστα από την κινούμενη άμμο της προχειρότητας. Ούτε ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, ούτε ο Στάνλεϊ Τούτσι που απλά διεκπεραιώνουν ρόλους. Ναι βρε, καλό σενάριο έχει η ταινία, που τραβάει θεατές, αλλά σκηνοθετικά συμπεριφέρεται ως αυτόχειρ και θάβεται από μόνη της.  

«Gemini Man»    

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Άνγκ Λι
  • Με τους: Γουίλ Σμιθ, Μέρι Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ, Κλάιβ Όουεν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Ο πενηντάχρονος Χένρι Μπρόγκαν (Γουίλ Σμιθ) είναι ο συνταξιούχος δολοφόνος, που αναλαμβάνει κυβερνητικά συμβόλαια «εκκαθάρισης» και καταδιώκεται από τον εξίσου θανάσιμο 23χρονο κλώνο του. Ο Χένρι, μαζί με τους αδίστακτους συναδέλφους του, Ντάνι (Μαίρη Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ) και Μπάρον, βρίσκονται κυνηγημένοι καθώς διασχίζουν την υφήλιο αναζητώντας την αλήθεια.

Αυτό που ανακαλύπτουν θα αναγκάσει τον Χένρι να βρεθεί αντιμέτωπος με τους ανθρώπους που εμπιστευόταν και να αποφασίσει ποιανού η ζωή αξίζει περισσότερο, η δική του ή του κλώνου του;

Ο διπλό-βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ανγκ Λι («Η Ζωή του Πι», «Το Μυστικό του Brokeback Mountain»), οι παραγωγοί ταινιών περιπέτειας και απόλυτης δράσης, Τζέρι Μπρουκχάιμερ («Top Gun», «Αρμαγεδδών») και Ντέιβιντ Έλισον («Jack Reacher», «Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ»), καταλήγουν σε ένα πραγματικά τέλειο προϊόν του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους με τον Γουίλ Σμιθ να το φέρνει βόλτα, ως πραγματικός επαγγελματίας.

Τώρα, ό,τι έχετε δει σε Τζέισον Μπορν, Τζέισον Στέιθαμ, Τομ Κρουζ και λοιπών ομόσταυλων ηρώων θα τα ξαναδείτε εδώ με μικρές παραλλαγές να αγγίζουν τα μαρβελικά ύψη υπερηρώων. Ο Γουίλ Σμιθ παίζει εις διπλούν, που δεν πρόκειται για δίδυμο αδελφό ή σωσία, αλλά για τον 23χρονο κλώνο του, που είναι σχεδιασμένος από τα πλήκτρα ψηφιακών προγραμμάτων. Η ταινία είναι γυρισμένη στον μέγιστο αριθμό των 120 καρέ ανά δευτερόλεπτο και σε 4Κ.

Ο Ταϊβανέζος Ανγκ Λι, τελικά, είναι ο αρχιτέκτονας της μεγάλης οθόνης, που φτιάχνει μοναδικές επαύλεις με θέα την μαγεία της αιγαιοπελαγίτικης θάλασσας, αλλά και κοτέτσια να βλέπουν τον Παρθενώνα με πανσέληνο.