fbpx

banner αεροδρομίου

 

Χριστόφορος Κάσδαγλης, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου για το «1983»

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Σίγουρα τα όσα φαντασιώνεται κάποιος πριν μπει στο ελληνικό πανεπιστήμιο με όσα συναντάει όταν εισαχθεί, διαφέρουν σημαντικά. Από ’κει και πέρα, η κάθε γενιά, η κάθε παρέα, διαχειρίζεται με διαφορετικές προτεραιότητες και ευαισθησίες αυτό το τραύμα»

Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης γεννήθηκε το 1958. Έχει γράψει τα βιβλία «Απολύομαι και Τρελαίνομαι» (1988), «Επικίνδυνη Ευρεσιτεχνία» (1991), «Σπλιτ!» (2009), «Η Αριστερά και ο Κακός ο Λύκος» (2009), «Το γαμώτο ενός Παναθηναϊκού» (2010), «Ανώνυμοι Χρεοκοπημένοι» (2012), «Το Ημερολόγιο ενός Ανέργου» (Συλλογικό – 2014).

Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, σε περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στο ίντερνετ. Σπούδασε Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Ζει στην Αθήνα, δραπετεύει στα Τρίκαλα Κορινθίας και ονειρεύεται τα Κύθηρα και τα Απαλάχια Όρη.

Ο Λουκιανός Κ πολύ, μα πολύ χαρούμενος θα ήταν μαθαίνοντας (έστω εκεί στην αντιπέρα όχθη,) ότι, μέσα από το «1983» σας, στο δικό του εκείνο αξέχαστο πάρτυ στην Βουλιαγμένη, μια παρέα αιθεροβαμόνων νεαρών  ξεκινούσαν τη δική τους  επανάσταση.

Ωραία αρχίζουμε. Λοιπόν, ναι, είμαι κι εγώ σίγουρος γι’ αυτό. Αλλά νομίζω ότι ο Λουκιανός θα ενθουσιαζόταν κυρίως από το γεγονός ότι εκείνη η παρέα εμπνεύστηκε μεν από το πάρτυ του, αλλά δεν έσπευσε επιτόπου να ξεκινήσει την επανάστασή της. Εκείνο το βράδυ στη Βουλιαγμένη απλώς πρωτόπεσε η αρχική ιδέα της κατάληψης, έτσι αυθόρμητα, αλλά την άφησαν στην άκρη για ώρα ανάγκης. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι δεν επρόκειτο για κάποια κραυγαλέα απόφαση οφειλόμενη στον ενθουσιασμό του πάρτυ, αλλά ήταν προϊόν υπόγειων διεργασιών που αρδεύονταν από τις ίδιες πηγές με αυτό.

Γιατί όμως το 1983; Ίσως γιατί «ανεπαισθήτως εκείνη τη περίοδο άρχισε να χάνεται η  μαγεία. Εξαπολύθηκε η επίθεση της τηλεόρασης, αλώθηκε η μοναδικότητα ενός φιλιού, μιας καταδίωξης με αυτοκίνητο η άλογα, ο υποδόριος ήχος ενός φυτού που μεγαλώνει σε μια γλάστρα»;

Σίγουρα ένας σοβαρός λόγος είναι ότι ο ήρωας του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος Δημητριάδης, είχε τότε πατήσει τα είκοσί του, ότι το αίμα του έβραζε κι ο πατέρας του τον είχε μόλις διώξει απ’ το σπίτι. Πώς να μη θεωρήσει κομβικό το 1983; Την σύνδεση ωστόσο με τη «μαγεία που χάθηκε» την έκανε νομίζω αργότερα, δεν μπορούσε να τη συλλάβει εκείνη τη στιγμή. Κι ας μην ξεχνάμε ότι δεν πρόκειται για μια απλή χρονολογία, είναι μόλις η προηγούμενη χρονιά από το 1984 του Τζορτζ  Όργουελ και μάλιστα στο μεταίχμιο ανάμεσά τους.

Η κατάληψη  σας, λέξη παραφορεμένη και παρεξηγημένη στις παράξενες μέρες μας, έγινε άραγε τότε εν πολλοίς γιατί άλλα «ηρωικά», πολύχρωμα πράγματα  φανταζόσασταν και  άλλα πεζά και ανέμπνευστα βρήκατε άμα τη εισαγωγή σας στη σχολή; «H αλήθεια είναι πως άλλα πράγματα ονειρευόμασταν ως απάντηση στην απάθεια και στη μούχλα του πανεπιστημίου. Παρεμβάσεις στο πρόγραμμα των μαθημάτων, εναλλακτικές διαλέξεις, κοινωνικά εργαστήρια, ανταλλαγές με  πανεπιστήμια του εξωτερικού.  Είχαμε ακόμα την υψηλή φιλοδοξία να συνδέσουμε το πανεπιστήμιο με την κοινωνία…».

Εδώ θα χρειαστεί να βάλουμε κάπως τα πράγματα στη θέση τους. Προσωπικά μπήκα στο πανεπιστήμιο -στην πολύπαθη σήμερα ΑΣΟΕΕ- το ‘75. Ο Βλαδίμηρος Δημητριάδης εισήλθε στη μυστηριώδη σχολή του, που δεν κατονομάζεται στο βιβλίο, τέσσερα χρόνια αργότερα. Δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν όσα φανταζόταν εκείνος έμοιαζαν με όσα φανταζόταν η δική μου φουρνιά, αν και στο βιβλίο ανιχνεύονται κάποιες συγκλίσεις. Σίγουρα τα όσα φαντασιώνεται κάποιος πριν μπει στο ελληνικό πανεπιστήμιο με όσα συναντάει όταν εισαχθεί, διαφέρουν σημαντικά. Από ’κει και πέρα, η κάθε γενιά, η κάθε παρέα, διαχειρίζεται με διαφορετικές προτεραιότητες και ευαισθησίες αυτό το τραύμα.

Πάντως, ο πρωταγωνιστής σας, ο Βλαδίμηρος, γνώμη μου είναι τουλάχιστον, ανεξαρτήτως λόγων βιοπορισμού, δημοσιογράφος ήταν γεννημένος να γίνει, έτσι δεν είναι;

Ασφαλώς επέδειξε κάποιες ικανότητες για το επάγγελμα, τόσο στο «1983» όσο και στο «Σπλιτ!», το προηγούμενο βιβλίο μου στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Αλλά πώς μπορούμε να πούμε ότι κάποιος είναι γεννημένος για μια συγκεκριμένη δουλειά; Είναι και θέμα των εκάστοτε συνθηκών. Αν, για παράδειγμα, ήταν είκοσι χρονών τώρα, μικρές είναι οι πιθανότητες να είχε την επιθυμία να γίνει δημοσιογράφος, κι ακόμα μικρότερες να τα καταφέρει. Μπορεί να έπιανε δουλειά σε καμιά ΜΚΟ ή να έτρεχε να πάρει καλούς βαθμούς για να χτυπήσει κανένα μεταπτυχιακό. Ή μπορεί να χωνόταν επίσης σε μια κατάληψη από τις σημερινές, αν και με τρόπο διαφορετικό από ό,τι στο βιβλίο.

«…Αν το «1983» είναι σενάριο έτοιμο για το σινεμά, ενδέχεται να βρει το δρόμο του προς τις σκοτεινές αίθουσες μοναχό του. Έτσι κι αλλιώς, έχει φύγει πια από τα δικά μου χέρια και ταξιδεύει χωρίς να το κρατάω απ’ το χέρι.»

Γράφετε κάπου στις τελευταίες σελίδες του «1983», ότι στοιχεία για χώρους εστίασης βρήκατε στο Αθηνόραμα  της  εποχής. Μα,  χρειαζόταν όμως; Αν ένα βράδυ μαζευόσασταν φίλοι γύρω από ένα τραπέζι δεν θα θυμόσασταν με τη μία το «Μέμφις», το «Ντεκαντάνς», το «Νταντά», το «Αερόστατο», το «Έβερεστ», τη «Ροδιά» , τη «Φυλακή του Σωκράτη»;

Φυσικά και τα θυμάμαι, ξεχνιούνται όλ’ αυτά; Ωστόσο, πέρασε από τότε πολύς καιρός, οπότε στέκια και ημερομηνίες συγχέονται στο μυαλό μου, όπως και στα μυαλά των φίλων μου. Κακόπαθαν που κακόπαθαν με τα χρόνια όλοι αυτοί οι μυθικοί τόποι, πάρτε για παράδειγμα το Έβερεστ ή -ξέρω ‘γω- του Απότσου. Δεν χρειαζόταν να υποστούν περαιτέρω κακοποίηση εξαιτίας των ανακριβειών που γεννάει η ασθενική μου μνήμη. Κι έπειτα είναι και τα επαγγελματικά κολλήματα του αφηγητή, που εν προκειμένω ταυτίζονται με εκείνα του συγγραφέα: διασταύρωση και πάλι διασταύρωση των πληροφοριών. Γιατί όχι και των αναμνήσεων;

«Συχνά το πρωί μάς έβρισκε σε λόφους ή σε παραλίες. Δεν νοιαζόμασταν για την πανσέληνο, την  είχαμε μέσα  μας», θυμάστε. Κοιτάζοντας πίσω μελαγχολείτε λιγάκι τώρα που τα πράγματα λίγο πολύ ζορίσανε, όσο κι αν εμείς αντιστεκόμαστε;

Δεν μελαγχολώ και δεν νοσταλγώ. Κι αν αυτό το απόσπασμα που ξεχωρίσατε ακούγεται κάπως μελό, συγχωρέστε μου την αδυναμία. Η αλήθεια είναι ότι παρόλα αυτά έτσι θα το ξαναδιατύπωνα. Ίσως τελικά να είμαι μελό και να μην το ξέρω.

«Ήθελα απεγνωσμένα να  της δώσω ένα φιλί αποχαιρετιστήριο, ή ότι άλλο μπορεί να ήταν ένα τέτοιο φιλί. Μα έμεινα καθηλωμένος εκεί και την παρακολουθούσα να αποχωρεί. Εκείνη δεν δίστασε […] ξανάσκυψε και μου ‘δωσε ένα φιλί στο στόμα». Αναπαριστώντας τη γλυκιά αυτή αμήχανη  σκηνή σκεπτόμουν: Μια χαρά σενάριο θα ‘ταν το «1983» σας, έτοιμο για σινεμά. Μήπως το ‘χετε στα σχέδια σας;

Μακάρι να είναι όντως τόσο κινηματογραφική όσο λέτε αυτή η σκηνή, μου αρέσει πολύ το σινεμά. Αλλά το θέμα δεν είναι κατά πόσον μια ταινία θα ήταν στα δικά μου σχέδια – στα σχέδιά μου είναι κυρίως άλλα και άλλα πολλά βιβλία. Αν το «1983» είναι σενάριο έτοιμο για το σινεμά, ενδέχεται να βρει το δρόμο του προς τις σκοτεινές αίθουσες μοναχό του. Έτσι κι αλλιώς, έχει φύγει πια από τα δικά μου χέρια και ταξιδεύει χωρίς να το κρατάω απ’ το χέρι.

Κλείνοντας, θα συμφωνήσετε μαζί μου ίσως; Στο ό,τι  ο «αντιήρωας» σας  ο Βλαδίμηρος, με το ιδιαίτερο όνομα, παρά την αγωνία του να μοιάσει με καταραμένους τυπάκους τού σελιλόιντ με μεθύσια -έστω με ούζο-, με τζόγους και ξενύχτια στο φινάλε ήταν ένας «ανένταχτος» μεν, ονειροπόλος και τρυφερός μοναχικός κάου μπόι;

Δεν θα μου πολυάρεσε να βάλω ταμπέλες στον ήρωά μου, όσο γοητευτικές κι αν είναι. Εκείνος που σίγουρα του ταιριάζει απ’ όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι η μοναχικότητα. Παράξενο, γιατί ο ίδιος ομνύει στη συλλογικότητα και βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε πολύ κόσμο. Αλλά χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια, σταθήτε μια στιγμή να τα θυμηθώ, «ένιωθα μόνος, σε έναν κοιτώνα με καμιά δεκαριά νοματαίους, καλό κι αυτό».

Το μυθιστόρημα του Χριστόφορου Κάσδαγλη «1983» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη