fbpx

«Χορευτικά παντός είδους για όλες τις ηλικίες και άλλα ευφάνταστα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Όταν αρχίζει η συγκριτική μέθοδος, τότε ακαριαία έχει αρχίσει να εξαϋλώνεται το όποιο ενδιαφέρον για το κάθε τι. Το διακρίνω έντονα στις συζητήσεις των αυθεντικών κινηματογραφόφιλων, νεότερων και παλαιότερων, όχι σε ντεμέκ «σινεφίλ», που δηλώνουν, και καλά, «λάτρεις» της 7ης Τέχνης, του «ευρωπαϊκού» και του «ασιατικού» σινεμά (εντελώς λανθασμένοι κινηματογραφικοί χαρακτηρισμοί), οι οποίοι, ορίντζιναλ κινηματογραφόφιλοι, αναφέρουν απογοητευμένα, ότι πλέον οι σύγχρονες ταινίες νοσούν σοβαρά από έμπνευση. Η ουσία στον θυσιαστικό βωμό του υπερ-θεάματος.

Το ψυχαγωγικό θέαμα, όπως ο κινηματογράφος, είναι πάντα ταυτόσημο με το γνωσιακό πεδίο του θεατή. Αντίστοιχη θέση, θαρρώ πως επικρατεί στην θεατρική τέχνη και στις παραστάσεις που ανεβαίνουν στις διάφορες σκηνές της χώρας μας. Το επιφανειακό και ανέμπνευστο, λαϊκό προϊόν ψυχαγωγίας βρίσκεται σε ρότα βαθιάς εξαθλίωσης και ουδένα λωρίκιο ή κλιβάνιο προστατεύει την ίδια την Τέχνη, πόσο, μάλιστα, τον θεατή.

Η σύγχρονη, κινηματογραφική ηθογραφία απασχολεί το «φαίνεσθαι», την εφήμερη επιφάνεια και όχι την εσωτερικότητα, όπως γινόταν παλαιότερα, πριν μισό αιώνα περίπου, στα διάφορα κινηματογραφικά σενάρια, τα προερχόμενα από το είδος του δράματος, της περιπέτειας, του περί έρωτος και φαντασίας, των επικών μύθων, ακόμα και σε αυτά της δράσης. Οι σημερινές ερμηνείες των ηθοποιών είναι με άρτια καλλιτεχνική κατάρτιση όχι όμως με ψυχή. Όπως επίσης στα σύγχρονα, μουσικά δρώμενα, που ακούς την μουσική σύνθεση άψογα παιγμένη, ένα τραγούδι καλλίφωνα δοσμένο, αλλά δίχως εσωτερική πνοή και συναίσθημα. Οι Τέχνες απώλεσαν το νευρικό τους σύστημα και η αισθαντική χρυσόσκονη μετασχηματίστηκε σε εντυπωσιακό χαρτοπόλεμο άνευ μαγείας.

Για να καταλήξουμε στο μαζικό ενδιαφέρον θεατών και ακροατών, σε βαθμό απληστίας, προς την λατρεία του κινηματογραφικού θορύβου των υπερ-θεαμάτων, των σεναρίων απουσίας αιδούς, αυτών που σφυροκοπούν ύπουλα τις εναπομείνασες ανθρώπινες αρετές και ονομάζονται «art house», αλλά και του κακόηχου τραγουδιού από μοδάτους, άφωνους ερμηνευτές, τα γεμάτα στίχους εκ του προχείρου από γραφιάδες, διαθέτοντας «την μορφή του χοίρου», όπως γράφει και ο σατυρικός ποιητής μας Γιώργος Σουρής.

Φταίει ή δεν φταίει ο θεατής και ο ακροατής για όλη αυτή την αισχύνη στο πνευματικό και συνάμα θεραπευτικό μέρος της νόησης και της ψυχής, που αφορά η συμβολή των Τεχνών στον άνθρωπο. Ο Κουμφούκιος γράφει, πως: «Αν θέλετε να δείτε πότε καταρρέει μια κοινωνία, δείτε τι μουσική ακούει» και ο παππούς μας, ο Θείος Πλάτων στους «Νόμους» του, αντιστοίχως αναφέρει: «Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι νόμοι της πολιτείας».

Για εμάς πάντως, από την πλευρά της θέασης και της ακρόασης εν έτει 2019, φρεσκάρισα τον μύθο του Αισώπου:  «Ζες κα Ασχύνη», που ο μέγας Έλληνας παραμυθάς, εκτός των γνωστών του μύθων, που αναμασάμε με τα πουλάκια τις αλεπουδίτσες και τα άλλα συμπαθή ζωάκια, έγραψε και υπέροχες ιστορίες όπως η παραπάνω, οι οποίες συμπεριλαμβανόντουσαν στην διδακτέα ύλη της πρώτης βασικής εκπαίδευσης των προγόνων μας. Ήταν ένα γερό «φρεσκάρισμα» για να κατανοήσω απόλυτα την απώλεια της αιδούς όχι μόνο από την Τέχνη, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο.  

«Κολύμπα ή Αλλιώς Βυθίσου»

(Le Grand Bain / Sink or Swim)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζιλ Λελούς
  • Με τους: Γκιγιόμ Κανέ, Ματιέ Αμαλρίκ, Ζαν-Χιου Ανγκλάντ, Φιλίπ Κατρίν, Μπενουά Πελβούρντ, Βιρζινί Εφιρά, Μαρίνα Φόις
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Spentzos Film
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού Fischer στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου.

Ανδροπαρέα με μέσο όρο ηλικίας τα 45 χρόνια, άπαντες στα σαγόνια της ηλικιακής κρίσης με τα μύρια προσωπικά προβλήματα (εργασιακά, οικογενειακά, συναισθηματικά) και στον πυρήνα της κοινωνικής απαξίας, αποφασίζουν να ιδρύσουν την πρώτη ανδρική, γαλλική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης στην  δημόσια πισίνα της περιοχής τους.

Αψηφούν την ειρωνεία και τον εξευτελισμό που τους υποβάλλουν οι γύρω τους  και προπονούνται από μία ξεπεσμένη πρωταθλήτρια του αθλήματος, πρώην αλκοολική,  που προσπαθεί και η ίδια να ξεπεράσει τα προσωπικά της θέματα.

Όλοι μαζί ξεκινούν την τρελή περιπέτεια που στην διαδρομή της θα ανακαλύψουν τις χαμένες αξίες της ζωής και φυσικά αρκετά ξεχασμένα στοιχεία των εαυτών τους, αλλά και των ανθρώπων που τους περιβάλλουν.

Έπειτα από ένα πλούσιο μπουκέτο τσουκνίδων από τον κινηματογραφικό κήπο της γαλλικής μετριότητας και της σαχλαμάρας, που βομβαρδιστήκαμε τους τελευταίους μήνες, να, ένα πολύχρωμο αγριολούλουδο που διαθέτει άρωμα, ψυχούλα και βαδίζει σταθερά και ανθρώπινα στο πλακόστρωτο του εφικτού και του ρεαλιστικού σινεμά με κομμάτια θλίψης, αλλά και γέλιου.

Αυτός ο καλοφτιαγμένος, αισιόδοξος «κλαυσίγελως» παίζει να γίνει και το χιτάκι του καλοκαιριού, που αν και είναι ταινία με σενάριο χειρουργικά τοποθετημένο στην ανδρική ιδιοσυγκρασία, οι κυρίες, πιστέψετε με, θα το απολαύσουν τα μάλα.

Ο αξιόλογος Γάλλος ηθοποιός Ζιλ Λελούς, πιστός στο περιβάλλον της αστικής κωμωδίας με κοινωνικό υπόβαθρο στήνει με μεράκι την δεύτερη κατά σειρά, προσωπική, μεγάλου μήκους ταινίας του («Οι παλαβές Περιπέτειες του Γκουστάβ Κλοπ» (βγήκε μόνο σε dvd) «6+1 Απιστίες»), πάλι με την ανδρική φιγούρα σε πρώτο πλάνο, προσκαλώντας super starς του σύγχρονου, γαλλικού σινεμά να πλαισιώσουν το εγχείρημα του.

Επικεφαλής των «αποτυχημένων» ο απίθανος καταθλιπτικός Ματιέ Αμαλρίκ («Στην Πύλη της Αιωνιότητας», «Μπάρμπαρα», «Ξενοδοχείο Grand Budapest», «Quantum of Solace», «Το Σκάφανδρο Και Η Πεταλούδα»), να κρατάει την μπαγκέτα –  είναι το κάτι άλλο αυτός ο άνθρωπος – και να ενώνει δίπλα του, τον αχώνευτο, καταπιεστικό πατέρα Γκιγιόμ Κανέ («Μεγάλωσε Αν Τολμάς», «Καλά Χριστούγεννα», «Αγάπα με Αν Τολμάς»), το λαμόγιο επιχειρηματία στο χείλος της πτώχευσης Μπενουά Πελβούρντ («Ο Αξιαγάπητος Κύριος Τροχίδης», «Ανώνυμοι Ρομαντικοί») και τον αποτυχημένο μουσικό που επιμένει να ροκάρει αμετανόητα σαν έφηβος  Ζαν-Χιου Ανγκλάντ («Κλεμμένες Ζωές», «Βασίλισσα Μαργκό»).

Επτά ετερόκλητοι, πλαδαροί άνδρες από 38 έως 53 χρόνων, με το νευρικό σύστημα στα κόκκινα, «κτυπημένοι» από την κατάθλιψη, την αφραγκία, την μοναξιά και άλλες μύριες αποτυχίες σε οικογενειακό και συναισθηματικό επίπεδο, λίγο πριν την καθολική απόγνωση στην σφαίρα της ζωής, κατάστηθα λαβωμένοι από την κρίση της ηλικίας βουτάνε στα ύδατα της κάθαρσης – πισίνα στο σενάριο – και αναδύονται ψυχωμένα και με σκοπό να λάβουν μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα συγχρονισμένης κολύμβησης ανδρών.

Ψυχανάλυση στα αποδυτήρια, ανδρικό μπαλέτο στο υγρό στοιχείο, γέλιο, δράμα, καλές στιγμές του γαλλικού σινεμά, ειδικά στην σεκάνς που ο  Πελβούρντ προσπαθεί να εμψυχώσει τους συν-αθλητές του πριν τον κρίσιμο αγώνα, ραπίζοντας ο Ζιλ Λελούς με χιούμορ τις αμερικανιές σε αντίστοιχα, χολιγουντιανά φιλμς.

Μουσική φουλ στην εϊτίλα, από Tears For Fears και Ολίβια Νιούτον Τζον έως Φιλ Κόλινς και Imagination. Η σκηνοθεσία του Λελούς είναι προσεγμένη και σε σενάριο του ιδίου και των Αχμέντ Χαμιντί και Ζουλιάν Λαμπροσκίνι, κτίζεται ένα ευχάριστο δίωρο.        

«Κορίτσια Κάποιας Ηλικίας»

(Poms)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζάρα Χέις
  • Με τους: Νταϊάν Κίτον, Τζάκι Γουίβερ, Παμ Γκρίερ, Ρέα Πέρλμαν, Σήλια Γουέστον, Φίλις Σόμερβιλ
  • Διάρκεια: 91΄
  • Διανομή: Seven Films

Άρρωστη με καρκίνο και ημερομηνία λήξης στην ζωή της, η μοναχική Μάρθα (Ντάιαν Κίτον  -καλή), έπειτα από σαράντα χρόνια αφήνει το σπίτι της και αποσύρεται, με μαύρη καρδιά, στα σύγχρονα και άνετα «νεκροταφεία ελεφάντων», όπου ηλικιωμένοι άνθρωποι στην ψευδαίσθηση του πολυτελούς οικισμού των «συνταξιούχων» περιμένουν το τέλος τους απασχολούμενοι με διάφορες ανοησίες.

Το Sun Spring είναι ο πολυτελής οικισμός ευγηρίας που η Μάρθα θα γνωρίσει την Σέριλ (Τζάκι Γουίβερ –καλή) και οι δυο γυναίκες αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια ομάδα μαζορετών (η Μάρθα στα νεανικά της χρόνια ήταν μαζορέτα)

Παρότι οι αντιρρήσεις των υπεύθυνων του οικισμού και των συγγενών των γιαγιάδων είναι έντονες, οι γουρμασμένες κυρίες θα αποδείξουν ότι δεν είναι ποτέ πολύ αργά για καινούργιες αρχές.

Εάν έχετε δει την μεγάλη επιτυχία του Πίτερ Κατανέο «Άντρες με τα Όλα τους» (The Full Monty -1997), αλλάξτε φύλο στους πρωταγωνιστές, προσθέστε τέσσερις δεκαετίες στις ηλικίες τους, αρθριτικά, ζάχαρο, χοληστερίνη, οστεοπόρωση κι άλλες παθήσεις των γηρατειών στην βιολογική υγεία τους, ενσταλάξτε δράμα του συρμού, όπως ετοιμοθάνατη, καλή καρκινοπαθής, πλην όμως αισιόδοξη και έχετε το φτωχότατο «Poms» (Κορίτσια Κάποιας Ηλικίας).

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας για την τηλεοπτική ντοκιμαντερίστρια Σάρα Χέις, (συν-σεναριογράφος), η οποία βάζει όλο το στόρι στην μέγγενη των κλισέ της αμερικανικής δραματουργίας με πινελιές αισιοδοξίας, χορευτικών και το διαλύει εντελώς, τρυφερά, συγκινητικά, ως είθισται, άνευ χαρτομάντιλου.

Η Χέιζ διαθέτει ένα δυνατό καστ από παλαίμαχες και «μπαρουτοκαπνισμένες» πρωταγωνίστριες της 7ης Τέχνης των πρώτων και των δεύτερων ρόλων: Παμ Γκρίερ, Ρέα Πέρλμαν, Νταϊάν Κίτον, Τζάκι Γουίβερ, Φίλις Σόμερβιλ, την Σήλια Γουέστον (πάλι σε ρόλο αντιπαθητικής στριμμένης) αφήνοντας ανεκμετάλλευτη την δυναμική των εν λόγω κυριών και ασχολείται με αλλότρια. Επιδερμικό, άνευρο και εντελώς επίπεδο με θολή ματιά προς το δώμα της τρίτης ηλικίας.      

«Booksmart»

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ολίβια Γουάιλντ
  • Με τους: Κάιτλιν Ντέβερ, Μπίνι Φελντστάιν, Τζέσικα Γουίλιαμς, Λίζα Κούντροου, Γουίλ Φόρτε, Τζέισον Σουντεΐκις
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Odeon

Επιστήθιες φίλες και αριστούχες μαθήτριες, οι Έιμι (Κέιτλιν Ντέβερ) και Μόλι (Μπίνι Φέλντσταϊν) πίστευαν ότι έχοντας τη μύτη τους χωμένη μονίμως στα βιβλία θα υπερτερούσαν των έξαλλων συμμαθητριών τους.

Την παραμονή της αποφοίτησής τους, η πραγματικότητα τους χτυπάει την πόρτα καθώς συνειδητοποιούν ότι έχασαν πολλά όσο ήταν βουτηγμένες στα βιβλία τους.

Αποφασισμένες να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο, προσπαθούν να χωρέσουν τέσσερα χρόνια διασκέδασης σε ένα μόνο βράδυ χαοτικής περιπέτειας που κανένα βιβλίο δεν θα μπορούσε να τις προετοιμάσει γι’ αυτό.

Η ηθοποιός Ολίβια Γουάιλντ («Η Επιστροφή των Νεκρών», «Ο Απίστευτος Μπαρτ Γουοντερστόουν», «Οι Λέξεις»), αποφάσισε να δοκιμαστεί και πίσω από την κάμερα, ακριβώς στην θέση του σκηνοθέτη. Πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους και ορμάει στα κοριτσίστικα, εφηβικά απωθημένα.

Με την συμπαθητική Κάιτλιν Ντέβερ και την πληθωρική Μπίνι Φελντστάιν, μαθητάρες και οι δυο, η Γουάιλντ ανοίγει διάπλατα την πόρτα του γλεντιού και του κεφιού στο γνωστό καφριλέ, αμερικάνικο, εφηβικό χιούμορ, κομμένο και ραμμένο πάνω στο καταπιεσμένο, κοριτσίστικο πατρόν. Η σκηνοθεσία, το σενάριο (Κέιτι Σίλμπερμαν, Σάρα Χάσκινς, Σουζάνα Φόγκελ και Έμιλι Χάλπερν), η παραγωγή (Τζέσικα Έλμπαουμ) και οι πρωταγωνίστριες είναι γυναίκεια υπόθεση.  

Το 2007 στο ίδιο μοτίβο γίναμε μάρτυρες του γεμάτου σπυράκια εφηβείας, αγορίστικου «Superbad» του Γκρεγκ Μοτόλα, που αποκάλυψε το φαινόμενο Τζόνα Χιλ, σειρά, λοιπόν για τις «Booksmart». Στις γνωστές και μη εξαιρετέες, μαθητικές χοντρο-χοντράδες δεν εξαιρούνται τα σπασικλάκια.    

«Μάρτυρας Κατηγορίας»

(Witness for the Prosecution)

 

 

  • Είδος: Δικαστικό noir δράμα (Α/Μ) – σε πλήρως αποκατεστημένη ψηφιακή κόπια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1957)
  • Σκηνοθεσία: Μπίλι Γουάιλντερ
  • Με τους: Τάιρον Πάουερ, Μαρλέν Ντίτριχ, Τσαρλς Λότον, Έλσα Λάντσεστερ
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Έλσα Λάντσεστερ)

Ο αποτελεσματικός αλλά αυστηρός δικηγόρος Σερ Γουίλφριντ Ρόμπαρτς (Τσαρλς Λότον – εξαιρετικός) επιστρέφει στο γραφείο του στο Λονδίνο για να αναρρώνει από το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη. Καλείται, όμως, να υπερασπιστεί τον Λέοναρτντ Στίβεν Βόουλ (Τάιρον Πάουερ – πολύ καλός), παρά τις προειδοποιήσεις της προσωπικής του νοσοκόμας, της κας Πλίμσολ (Έλσα Λάντσεστερ – απίθανη!) και των γιατρών του να μην ασχοληθεί με νομικές υποθέσεις.

Ο Βόουλ είναι ο βασικός ύποπτος σε υπόθεση δολοφονίας. Ο Λέοναρντ είναι πολέμησε στον Β’ μεγάλο πόλεμο και είναι παντρεμένος με την αγαπημένη, Γερμανίδα σύζυγό του Κριστίν Χελμ (Μάρλεν Ντίντριχ – καταιγιστική!). Είναι άνεργος και κατηγορείται ότι δολοφόνησε την πλούσια ηλικιωμένη, εκκεντρική και μοναχική γυναίκα Έμιλι Τζέιν Φρεντς (Νόρμα Βάρντεν), η οποία ήταν «τσιμπημένη» μαζί του, τον είχε υπό την προστασίας της αλλά και δικαιούχο στην διαθήκη της για να κληρονομήσει ο Βόουλ 80.000 λίρες. Το μοναδικό του άλλοθι είναι η μαρτυρία της γυναίκας του Κριστίν. Η κατάθεση της, όμως δεν θα γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο, αφού είναι η σύζυγός του.

Ο δικηγόρος Ρόμπαρτς  θεωρεί ότι Βόουλ είναι αθώος. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η αινιγματική Κριστίν καλείται απροσδόκητα να καταθέσει στο δικαστήριο, όταν άρχισαν να αποκαλύπτονται μυστικά για τη ζωή των εμπλεκομένων.

Το σενάριο της ταινίας (γραμμένο από τον ίδιο τον Μπίλι Γουάλιντερ) είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι (πρωτοκυκλοφόρησε σε συνέχειες το 1925 σε αγγλικό περιοδικό με τον τίτλο «Traitor Hands», ενώ στην Αμερική εκδόθηκε το 1948) και είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου έργου της συγγραφέως, το οποίο υπήρξε μεγάλη εμπορική αλλά και καλλιτεχνική επιτυχία.

Ο Αυστριακο-ουγγρικής καταγωγής, ο εξάκις οσκαροβραβευμένος σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος Μπίλι Γουάιλντερ (22, Ιουνίου, 1906 – 27 Μαρτίου 2002) των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών της χρυσής περιόδου του Χόλιγουντ: «Η Λεωφόρος της Δύσης» (1950), «Γλυκιά μου, Σαμπρίνα» (1954) «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» (1959) και «Η Γκαρσονιέρα» (1960), μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το συγκλονιστικό δικαστικό δράμα της Αγκάθα Κρίστι, με τις εξαιρετικές ερμηνείες των Τάιρον Πάουερ και Μαρλέν Ντίτριχ. Η ταινία προτάθηκε για 6 Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α΄ Ανδρικός Ρόλος, Β’ Γυναικείος Ρόλος, Ήχος, Μοντάζ), ενώ τιμήθηκε με την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Έλσα Λάντσεστερ).

Ο μέγας Μπίλι Γουάιλντερ αφού προσάρμοσε ευέλικτα το κείμενο της Αγκάθα Κρίστι σε κινηματογραφικό σενάριο έστησε σκηνοθετικά ένα μοναδικό δικαστικό δράμα, επιτομή στο κινηματογραφικό είδος, με εμβάθυνση στους χαρακτήρες και noir ατμόσφαιρα δίχως να γίνεται κουραστικός. Έξυπνοι διάλογοι, ανατροπές και η κλιμάκωση στο φινάλε που παγώνει και τον πιο υποψιασμένο θεατή. Η φωτογραφία του Ράσελ Χάρλαν και το μοντάζ του Ντάνιελ Μάντελ είναι απίστευτα.   

Η Γερμανίδα σταρ Μάρλεν Ντίτριχ ήταν από την αρχή η μία από τις δυο επικρατέστερες ηθοποιούς για τον ρόλο της Κριστίν μαζί με την Βίβιαν Λι. Η Ντίτριχ θεώρησε εγγύηση την παρουσία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Μπίλι Γουάιλντερ και έτσι δέχτηκε να πρωταγωνιστήσει. Ο δε Γουάιλντερ προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας αλλά έχασε από τον Ντέιβιντ Λιν, σκηνοθέτη της ταινίας «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι».

Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει συμπεριλάβει στις 10 καλύτερες ταινίες δικαστικού δράματος. Ο «Μάρτυρας Κατηγορίας» (1957), είναι ο τελευταίος ρόλος του Τάιρον Πάουερ, καθώς ο ηθοποιός, έπειτα από την εξαιρετική ερμηνεία του στην ταινία του Γουάιλντερ, έφυγε από την ζωή τον Νοέμβριο του 1958 από καρδιακή προσβολή, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της επόμενης ταινίας του, «Ο Σολόμωντας και η Βασίλισσα του Σαβά» (Solomon and Sheba -1959). Τον αντικατέστησε ο Γιούλ Μπρίνερ.

«Νουρέγιεφ: Το Λευκό Κοράκι»

(The White Crow)

 

 

  • Είδος: Δραματική βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γαλλία, Σερβία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρέιφ Φάινς
  • Με τους: Όλεγκ Ιβένκο, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Τσουλπάν Κχαμάτοβα, Ρέιφ Φάινς
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Odeon

Η ζωή του κορυφαίου Ρώσου χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο οποίος κατά την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου κατέφυγε στη Γαλλία και εξέπληξε όλο τον κόσμο με το ταλέντο του.

Με τη μοναδική του παρουσία, ο Νουρέγιεφ έλαμψε ως το πιο διάσημο αστέρι του μπαλέτου, ένας αδάμαστος και όμορφος χορευτής που ένιωσε περιορισμένος από τη ζωή της δεκαετίας του ‘50 στο Λένινγκραντ και άνοιξε τα φτερά του για τη Δύση.

Το φλερτάρισμά του με δυτικούς καλλιτέχνες και ιδέες τον οδήγησε σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι κυνηγητού με την KGB. Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Πριν από 20 χρόνια, ο καταξιωμένος ηθοποιός, πλέον και σκηνοθέτης, Ρέιφ Φάινς («Κοριολανός», «Η Αόρατη Γυναίκα») διάβασε τη βιογραφία της Τζούλι Κάβανο για τον θρυλικό χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ. «Αν και δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του μπαλέτου και δεν ήξερα πολλά για τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ, με συνεπήρε η ιστορία των πρώιμων χρόνων του», θυμάται ο Φάινς, θεωρώντας ότι τα πρώτα χρόνια του χορευτή είναι πολύ κινηματογραφικά.

Αυτό αντιλήφθηκε και η παραγωγός Γκαμπριέλ Τάνα, η οποία είχε συνεργαστεί ξανά με τον Φάινς και αποφάσισε ότι αυτή θα είναι η επόμενη συνεργασία τους. Η Τάνα είχε μεταξύ άλλων και προσωπικό ενδιαφέρον για την ταινία. Ήταν μπαλαρίνα μέχρι τα 17 της και όταν ήταν μικρή είχε δει τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ σε μια παράσταση να χορεύει με τη διάσημη μπαλαρίνα Μαργκότ Φοντέιν. Είχε μάλιστα συναντήσει τον Νουρέγιεφ κάποιες φορές, μιας και η μητέρα της γνώριζε μια φίλη του χορευτή. «Η ζωή του ήταν συναρπαστική», δηλώνει ενθουσιασμένη η Τάνα. «’Ηταν συναρπαστικός ως άνθρωπος και εξαιρετικός καλλιτέχνης. Πήγε το μπαλέτο σε άλλο επίπεδο. Ήταν ένας σούπερ σταρ».

Η Τάνα και ο Φάινς εμπιστεύτηκαν τον θεατρικό συγγραφέα και υποψήφιο για Όσκαρ σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέαρ («Οι Ώρες», «Σφραγισμένα Χείλη») για να τους κάνει την ιδέα πραγματικότητα. Ο Φάινς λέει για τον Χέιρ: «Γράφει προκλητικούς χαρακτήρες. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο Ντέιβιντ γράφει πράγματα με δυνατό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Κατανοεί το πολιτικό κλίμα της ιστορίας μας».

Η ιστορία αποτελείται από τρία μέρη: Παρίσι 1961, Λένινγκραντ ’55-’61 και τέλη του ‘40, κατά τα παιδικά χρόνια του Νουρέγιεφ. Το καλό με αυτό τον τρόπο αφήγησης είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να δεις. Ο θεατής περιμένει να δει ποια κατεύθυνση θα πάρει η ταινία.

Η πρώτη πρόκληση του σκηνοθέτη ήταν να βρει τον Νουρέγιεφ του. «Καταλήξαμε σε πέντε υποψηφίους και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αυτός ο Ουκρανός χορευτής, ο Όλεγκ Ιβένκο», εξηγεί ο Φάινς. «Διέκρινα ένα σπάνιο υποκριτικό ταλέντο, ενώ είναι και ένας δυνατός χορευτής που σωματικά μοιάζει στον Νουρέγιεφ. Στις πρόβες τα έπιανε όλα πολύ γρήγορα, ενώ είχε και κάτι ο τρόπος που στεκόταν μπροστά την κάμερα».

Στην ταινία συναντάμε και το «τρομερό παιδί» του σύγχρονου μπαλέτου Σερκέι Πολούνιν (Ο Χορευτής) στον ρόλο του Γιούρι Σολόβιεφ, συγκάτοικου του Νουρέγιεφ στο Παρίσι.